Σκευάσματα & Τιμολόγηση
| Σκεύασμα | Περιεκτικότητα | Λιανική |
|---|---|---|
| 20 / TAB | 3.50 € |
MONOPRIL — Πληροφορίες Συνταγογράφησης
Περίληψη Χαρακτηριστικών Προϊόντος (ΠΧΠ), ανά ενότητα
medication
Δοσολογία
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Δοσολογία
- Χορήγηση: εφάπαξ, ανεξάρτητα από τα γεύματα, μία φορά την ημέρα
- Δόση έναρξης: 10 mg
- Τιτλοποίηση: Η δόση μπορεί να αυξηθεί περαιτέρω αν το θεραπευτικό αποτέλεσμα δεν επιτευχθεί σε 3-4 εβδομάδες. Για υπέρταση, ρύθμιση της δόσης μπορεί να απαιτηθεί μετά από 4 εβδομάδες. Για καρδιακή ανεπάρκεια, η δόση μπορεί να αυξηθεί κατά τη διάρκεια χρονικού διαστήματος μερικών εβδομάδων μέχρι την ανώτερη δόση των 40 mg εφάπαξ ημερησίως, εφόσον η αρχική δόση είναι καλά ανεκτή και μετά από αντιμετώπιση υπότασης.
-
Υπερτασικοί ασθενείς που δεν λαμβάνουν διουρητικάΔόση10-40 mgΜέγ. δόση40 mg/ημέραΧορηγούμενη εφάπαξ και ανεξάρτητα από τα γεύματα. Συνήθης δόση συντήρησης είναι 20 mg μία φορά την ημέρα.
-
Υπερτασικοί ασθενείς που βρίσκονται σε θεραπεία με διουρητικάΔόση10 mgΚαλό είναι να διακοπεί η χορήγηση του διουρητικού 2 ή 3 ημέρες πριν. Εάν δεν είναι δυνατόν να διακοπεί η διουρητική θεραπεία, να χορηγηθεί σαν αρχική δόση 10 mg Φοσινοπρίλη, κάτω από στενή ιατρική επίβλεψη.
-
Καρδιακή ανεπάρκειαΔόση10 mg εφάπαξ ημερησίως (αρχική δόση), μπορεί να αυξηθεί έως 40 mg εφάπαξ ημερησίωςΜέγ. δόση40 mgΗ θεραπεία πρέπει να αρχίζει κάτω από στενή ιατρική επίβλεψη. Να χρησιμοποιείται σε συνδυασμό με ένα διουρητικό.
-
Ασθενείς με νεφρική ανεπάρκειαΗ συνολική σωματική κάθαρση της φοσινοπριλάτης δεν διαφέρει σημαντικά. Επιτρέπεται η χορήγηση της συνήθους δοσολογίας (10-40 mg). Συνιστάται παρακολούθηση της νεφρικής λειτουργίας κατά τις πρώτες εβδομάδες.
-
Ασθενείς με ηπατική λειτουργίαΜείωση της δόσης κανονικά δεν είναι αναγκαία.
-
ΗλικιωμένοιΣυνιστάται η χορήγηση αρχικών χαμηλών δόσεων και έλεγχος/παρακολούθηση της ηπατικής λειτουργίας.
-
Παιδιά και έφηβοιΔε συνιστάται η χρήση. Περιορισμένη κλινική εμπειρία σε υπερτασικά παιδιά 6 ετών και άνω. Δεν έχει προσδιορισθεί βέλτιστη δόση. Δεν διατίθεται δοσολογική περιεκτικότητα για παιδιά < 50 κιλά.
block
Αντενδείξεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Αντενδείξεις
-
Υπερευαισθησία στη φοσινοπρίλη ή σε οποιονδήποτε άλλο αναστολέα του ΜΕΑ ή σε κάποιο από τα έκδοχα.
-
Ιστορικό αγγειοοιδήματος που έχει σχέση με προηγούμενη θεραπευτική αγωγή με αναστολέα ΜΕΑ.
-
Κληρονομικό ή ιδιοπαθές αγγειοοίδημα.
-
Δεύτερο και τρίτο τρίμηνο της κύησης.
-
Ταυτόχρονη χρήση του Φοσινοπρίλη με προϊόντα που περιέχουν αλισκιρένη.ΠληθυσμόςΑσθενείς με σακχαρώδη διαβήτη ή νεφρική δυσλειτουργία (GFR < 60 ml/min/1,73 m2)
-
Ταυτόχρονη χρήση με θεραπεία sacubitril/valsartan (Η νατριούχος φοσινοπρίλη δεν πρέπει να ξεκινά νωρίτερα από 36 ώρες μετά την τελευταία δόση sacubitril / valsartan).
warning
Προειδοποιήσεις & Προφυλάξεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Προειδοποιήσεις & Προφυλάξεις
-
ΥπότασηπροσοχήΠληθυσμόςΑσθενείς που έχουν μειωμένο όγκο αίματος/αλάτων (π.χ. λόγω ισχυρής διουρητικής αγωγής και/ή διαιτητικού περιορισμού του άλατος ή νεφρικής αιμοκάθαρσης)Η μείωση του όγκου αίματος και/ή αλάτων θα πρέπει να διορθωθεί πριν την έναρξη της θεραπείας με φοσινοπρίλη.
-
Συμπτωματική υπότασηπροσοχήΠληθυσμόςΑσθενείς με συμπτωματική καρδιακή ανεπάρκεια με ή χωρίς σχετιζόμενη νεφρική ανεπάρκειαΗ θεραπεία με φοσινοπρίλη θα πρέπει να ξεκινήσει υπό στενή ιατρική παρακολούθηση. Παρακολούθηση στενά για τις πρώτες δύο εβδομάδες της θεραπείας και κάθε φορά που η δόση της φοσινοπρίλης ή του διουρητικού αυξάνεται. Εξέταση μείωσης της δόσης του διουρητικού σε ασθενείς με φυσιολογική ή χαμηλή αρτηριακή πίεση που έχουν λάβει ισχυρή θεραπεία με διουρητικά ή είναι υπονατριαιμικοί.
-
Στένωση αορτικής και μιτροειδούς βαλβίδας/υπερτροφική μυοκαρδιοπάθειαπροσοχήΠληθυσμόςΑσθενείς με στένωση της μιτροειδούς βαλβίδας και απόφραξη της ροής εξώθησης της αριστερής κοιλίας (όπως αορτική στένωση ή υπερτροφική μυοκαρδιοπάθεια)Οι αναστολείς ΜΕΑ, θα πρέπει να χορηγούνται με προσοχή.
-
Νεφρική ανεπάρκειαπροσοχήΠληθυσμόςΥπερτασικοί ασθενείς με αμφοτερόπλευρη στένωση της νεφρικής αρτηρίας ή με στένωση αρτηρίας μονήρους νεφρού οι οποίοι έχουν λάβει αγωγή με αναστολείς ΜΕΑΗ νεφρική λειτουργία θα πρέπει να παρακολουθείται κατά τη διάρκεια των πρώτων εβδομάδων της θεραπείας.
-
Νεφρική ανεπάρκειαπροσοχήΠληθυσμόςΟρισμένοι υπερτασικοί ασθενείς χωρίς εμφανή προϋπάρχουσα νεφρική αγγειακή νόσο, ιδιαίτερα όταν ο αναστολέας ΜΕΑ χορηγήθηκε ταυτόχρονα με ένα διουρητικό, και ασθενείς με προϋπάρχουσα νεφρική ανεπάρκειαΜπορεί να χρειαστεί ελάττωση της δοσολογίας.
-
Νεφρική ανεπάρκεια σε σοβαρή συμφορητική καρδιακή ανεπάρκειασοβαρόΠληθυσμόςΑσθενείς με σοβαρή συμφορητική καρδιακή ανεπάρκεια των οποίων η νεφρική λειτουργία μπορεί να εξαρτάται από τη δραστικότητα του συστήματος ρενίνης-αγγειοτασίνης-αλδοστερόνηςΗ θεραπεία με αναστολέα ΜΕΑ μπορεί να συσχετισθεί με ολιγουρία και/ή προοδευτική αζωταιμία και σπάνια με οξεία νεφρική ανεπάρκεια και/ή θάνατο.
-
Αγγειοοίδημα Προσώπου και ΛαιμούσοβαρόΠληθυσμόςΑσθενείς που ακολουθούν αγωγή με αναστολείς ΜΕΑΌταν υπάρχει συμμετοχή της γλώσσας, της γλωττίδας ή του λάρυγγα, απαιτείται άμεσα η χορήγηση της κατάλληλης επείγουσας θεραπείας. Σε οίδημα προσώπου και χειλιών, γενικώς αποκατάσταση του προβλήματος με διακοπή της φοσινοπριλης.
-
Εντερικό αγγειοοίδημαπροσοχήΠληθυσμόςΑσθενείς που λαμβάνουν αναστολείς ΜΕΑ και προσέρχονται με κοιλιακό άλγοςΤο εντερικό αγγειοοίδημα θα πρέπει να περιλαμβάνεται στη διαφορική διάγνωση.
-
Αναφυλακτοειδείς αντιδράσεις κατά την αφαίρεση λιποπρωτεϊνών χαμηλής πυκνότητας (LDL)σοβαρόΠληθυσμόςΑσθενείς που λάμβαναν αναστολείς ΜΕΑ κατά τη διάρκεια αφαίρεσης λιποπρωτεϊνών χαμηλής πυκνότητας (LDL) με απορρόφηση με θειϊκή δεξτράνηΑυτές οι αντιδράσεις αποφεύχθηκαν με προσωρινή διακοπή της αγωγής με τον αναστολέα ΜΕΑ πριν από κάθε αφαίρεση.
-
Αναφυλακτοειδείς αντιδράσεις κατά την υψηλής-ροής αιμοκάθαρσηπροσοχήΠληθυσμόςΑσθενείς που υποβλήθηκαν σε αιμοκάθαρση με μεμβράνες υψηλής ροής, οι οποίοι λάμβαναν ταυτόχρονα αναστολέα ΜΕΑΘα πρέπει να δίνεται προσοχή ώστε να χρησιμοποιείται διαφορετικός τύπος μεμβράνης αιμοκάθαρσης ή διαφορετική κατηγορία αντιϋπερτασικού παράγοντα.
-
Αναφυλακτοειδείς αντιδράσεις κατά την απευαισθητοποίησηπροσοχήΠληθυσμόςΑσθενείς που λάμβαναν αναστολείς ΜΕΑ κατά τη διάρκεια αγωγής απευαισθητοποίησης (π.χ. τοξίνη υμενοπτέρων)Χρειάζεται προσοχή. Οι αναστολείς ΜΕΑ διακόπηκαν προσωρινά για την αποφυγή των αντιδράσεων.
-
Ηπατική ανεπάρκειασοβαρόΠληθυσμόςΑσθενείς που λαμβάνουν αναστολείς ΜΕΑ και εμφανίζουν ίκτερο ή σημαντική αύξηση των ηπατικών ενζύμωνΠρέπει να διακόπτουν την αγωγή με τον αναστολέα ΜΕΑ και να έχουν την κατάλληλη ιατρική παρακολούθηση.
-
Διαταραχές της ηπατικής λειτουργίαςπροσοχήΠληθυσμόςΑσθενείς με διαταραχές της ηπατικής λειτουργίας (π.χ. αλκοολική ή χολική κίρρωση)Μπορούν να εμφανίσουν υψηλά επίπεδα φοσινοπρίλης στο πλάσμα.
-
Ουδετεροπενία/Ακοκκιοκυτταραιμία/Θρομβοπενία/ΑναιμίαπροσοχήΠληθυσμόςΑσθενείς με νεφρική δυσλειτουργία, ιδιαίτερα αν έχουν επίσης κάποια αγγειακή νόσο του κολλαγόνου όπως ο συστηματικός ερυθηματώδης λύκος ή το σκληρόδερμαΣε αυτούς τους ασθενείς θα πρέπει να παρακολουθείται ο αριθμός των λευκών αιμοσφαιρίων.
-
ΦυλήπροσοχήΠληθυσμόςΜαύροι ασθενείςΟι αναστολείς ΜΕΑ προκαλούν αγγειοοίδημα σε υψηλότερο ποσοστό και μπορεί να είναι λιγότερο αποτελεσματικοί στη μείωση της αρτηριακής πίεσης σε σύγκριση με ασθενείς που δεν είναι μαύροι.
-
ΒήχαςπροσοχήΠληθυσμόςΑσθενείς που λαμβάνουν αναστολείς ΜΕΑΟ βήχας είναι μη παραγωγικός, επίμονος και εξαφανίζεται με τη διακοπή της αγωγής. Θα πρέπει να θεωρείται μέρος της διαφορικής διάγνωσης του βήχα.
-
Χειρουργική/ΑναισθησίαπροσοχήΠληθυσμόςΑσθενείς που υποβάλλονται σε εγχείρηση ή κατά τη διάρκεια χορήγησης αναισθητικών που προκαλούν υπότασηΗ φοσινοπρίλη μπορεί να αυξήσει την υποτασική ανταπόκριση.
-
ΥπερκαλιαιμίαπροσοχήΠληθυσμόςΑσθενείς που διατρέχουν κίνδυνο να εμφανίσουν υπερκαλιαιμία (π.χ. νεφρική ανεπάρκεια, αρρύθμιστο σακχαρώδη διαβήτη ή ταυτόχρονη λήψη καλιοσυντηρητικών διουρητικών, συμπληρωμάτων καλίου ή υποκατάστατων άλατος που περιέχουν κάλιο, ή άλλα φάρμακα που σχετίζονται με αύξηση του καλίου στον ορό)Εφόσον η χορήγηση των προαναφερθέντων παραγόντων κρίνεται απαραίτητη, συνιστάται τακτική παρακολούθηση του καλίου στον ορό.
-
Διαβητικοί ασθενείςπροσοχήΠληθυσμόςΔιαβητικοί ασθενείς που λαμβάνουν αντιδιαβητικούς παράγοντες από του στόματος ή ινσουλίνηΘα πρέπει να παρακολουθείται στενά ο γλυκαιμικός έλεγχος κατά τη διάρκεια του πρώτου μήνα της αγωγής με έναν αναστολέα ΜΕΑ (βλ. Αλληλεπιδράσεις).
-
ΚύησηαντενδείκνυταιΠληθυσμόςΓυναίκες κατά τη διάρκεια της κύησης ή που σχεδιάζουν εγκυμοσύνηΔεν πρέπει να ξεκινάει θεραπεία με αναστολείς του μετατρεπτικού ενζύμου της αγγειοτασίνης (α-ΜΕΑ) κατά τη διάρκεια της κύησης. Εάν διαπιστωθεί εγκυμοσύνη, η θεραπεία με α-ΜΕΑ πρέπει να διακοπεί άμεσα και εάν απαιτείται, πρέπει να ξεκινήσει κάποια εναλλακτική θεραπεία (βλ. Αντενδείξεις και Κύηση και γαλουχία).
-
Εμβρυϊκή/Νεογνική Θνητότητα και ΘνησιμότητασοβαρόΠληθυσμόςΈμβρυο/νεογνό (όταν χρησιμοποιηθούν αναστολείς ΜΕΑ κατά τη διάρκεια της κύησης)Όταν διαπιστωθεί εγκυμοσύνη, η θεραπεία με Φοσινοπρίλη θα πρέπει να διακόπτεται το συντομότερο δυνατό.
-
Παιδιατρική χρήσηπροσοχήΠληθυσμόςΠαιδιάΗ ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα δεν έχει τεκμηριωθεί.
-
ΗλικιωμένοιπροσοχήΠληθυσμόςΗλικιωμένοι ασθενείς (65 ετών και άνω)Συνιστάται η χορήγηση χαμηλών αρχικών δόσεων και αξιολόγηση της νεφρικής λειτουργίας κατά την έναρξη της θεραπείας.
-
Διπλός αποκλεισμός του συστήματος ρενίνης - αγγειοτενσίνης - αλδοστερόνης (RASS)αντενδείκνυταιΠληθυσμόςΑσθενείς που λαμβάνουν αναστολείς ΜΕΑ, αποκλειστές των υποδοχέων αγγειοτενσίνης ΙΙ ή αλισκιρένης, ειδικά με διαβητική νεφροπάθειαΔεν συνιστάται διπλός αποκλεισμός. Εάν η θεραπεία θεωρείται απολύτως απαραίτητη, θα πρέπει να λάβει χώρα μόνο κάτω από την επίβλεψη ειδικού και με συχνή στενή παρακολούθηση της νεφρικής λειτουργίας, των ηλεκτρολυτών και της αρτηριακής πίεσης. Οι αναστολείς ΜΕΑ και οι αποκλειστές των υποδοχέων αγγειοτενσίνης ΙΙ δεν θα πρέπει να χρησιμοποιούνται ταυτόχρονα σε ασθενείς με διαβητική νεφροπάθεια.
-
Δυσανεξία (Λακτόζη)αντενδείκνυταιΠληθυσμόςΑσθενείς με σπάνια κληρονομικά προβλήματα δυσανεξίας στη γαλακτόζη, έλλειψη λακτάσης Lapp ή κακή απορρόφηση γλυκόζης-γαλακτόζηςΔεν πρέπει να λάβουν αυτό το φαρμακευτικό προϊόν.
swap_horiz
Αλληλεπιδράσεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
-
ΔιουρητικάπροσοχήΥπερβολική πτώση στην αρτηριακή πίεση (υπόταση)ΣύστασηΜείωση πιθανότητας με διακοπή διουρητικού, αύξηση όγκου αίματος ή λήψης άλατος πριν την έναρξη, ή έναρξη με χαμηλές και προοδευτικά αυξανόμενες δόσεις αναστολέα ΜΕΑ.
-
προσοχήΑναστρέψιμες αυξήσεις των συγκεντρώσεων του λιθίου στον ορό και τοξικότητα. Η ταυτόχρονη χρήση θειαζιδικών διουρητικών μπορεί να αυξήσει τον κίνδυνο.ΣύστασηΔεν συνιστάται συγχορήγηση. Εάν απαραίτητο, παρακολούθηση των επιπέδων του λιθίου στον ορό.
-
Μη στεροειδή αντιφλεγμονώδη φάρμακα (ΜΣΑΦ) συμπεριλαμβανομένης της ασπιρίνης σε δόση >3g/ημέραπροσοχήΜείωση της αντιυπερτασικής δράσης των αναστολέων ΜΕΑ. Αθροιστική επίδραση στην αύξηση του καλίου του ορού και μείωση της νεφρικής λειτουργίας. Σπανίως οξεία νεφρική ανεπάρκεια.
-
Αντιυπερτασικοί παράγοντες και αγγειοδιασταλτικά (π.χ. νιτρογλυκερίνη, νιτρώδη)προσοχήΑύξηση της υποτασικής επίδρασης των αναστολέων ΜΕΑ, περαιτέρω μείωση της αρτηριακής πίεσης.
-
Αντιδιαβητικοί παράγοντες (ινσουλίνες, υπογλυκαιμικοί παράγοντες από του στόματος)παρακολούθησηΑύξηση της υπογλυκαιμικής δράσης με κίνδυνο υπογλυκαιμίας. Πιθανότερο τις πρώτες εβδομάδες ή σε ασθενείς με νεφρική ανεπάρκεια.
-
Τρικυκλικά αντικαταθλιπτικά/Αντιψυχωσικά/Αναισθητικά φάρμακαπροσοχήΠεραιτέρω μείωση της αρτηριακής πίεσης.
-
ΣυμπαθητικομιμητικάπροσοχήΕλάττωση των αντιυπερτασικών ιδιοτήτων των αναστολέων ΜΕΑ.
-
Αλλοπουρινόλη, κυτταροστατικοί ή ανοσοκατασταλτικοί παράγοντες, συστηματικά κορτικοστεροειδή ή προκαϊναμίδηπροσοχήΑυξημένος κίνδυνος για λευκοπενία.
-
προσοχήΜειωμένη βιοδιαθεσιμότητα των αναστολέων ΜΕΑ.ΣύστασηΟι δόσεις θα πρέπει να χωρίζονται κατά 2 ώρες.
-
Αναστολείς ΜΕΑ, αποκλειστές των υποδοχέων αγγειοτενσίνης ΙΙ ή αλισκιρένη (διπλός αποκλεισμός RAAS)αντένδειξηΥψηλότερη συχνότητα υπότασης, υπερκαλιαιμίας και μειωμένη νεφρική λειτουργία (συμπεριλαμβανομένης οξείας νεφρικής ανεπάρκειας).ΣύστασηΔεν θα πρέπει να χρησιμοποιούνται ταυτόχρονα σε ασθενείς με διαβητική νεφροπάθεια.
-
Sacubtril/valsatranαντένδειξηΑυξάνει τον κίνδυνο εμφάνισης αγγειοοιδήματος.
-
προσοχήΑυξημένος κίνδυνος για αγγειοοίδημα.
-
Καλιοσυντηρητικά διουρητικά (π.χ. σπιρονολακτόνη, τριαμτερένη, αμιλορίδη), συμπληρώματα καλίου ή υποκατάστατα άλατος περιέχοντα κάλιο, τριμεθοπρίμη, κο-τριμοξαζόληαντένδειξηΣημαντική αύξηση του καλίου του ορού (υπερκαλιαιμία).ΣύστασηΟ συνδυασμός δεν συνιστάται. Εάν η συγχορήγηση ενδείκνυται, να χρησιμοποιούνται με προσοχή και συχνή παρακολούθηση του καλίου του ορού.
-
παρακολούθησηΥπερκαλιαιμία.ΣύστασηΣυνιστάται η παρακολούθηση του καλίου του ορού.
-
παρακολούθησηΥπερκαλιαιμία.ΣύστασηΣυνιστάται η παρακολούθηση του καλίου του ορού.
sick
Ανεπιθύμητες ενέργειες
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
- Λοίμωξη ανώτερου αναπνευστικού
- Φαρυγγίτιδα
- Ιογενής λοίμωξη
- Πνευμονία
- Λαρυγγίτιδα
- Τραχειοβρογχίτιδα
- Κολπίτιδα
- Ρινίτιδα
- Ιγμορίτιδα
- Βήχας
- Διαταραχή παραρρίνιων κόλπων
- Δύσπνοια
- Βρογχόσπασμος
- Πνευμονική συμφόρηση
- Δυσφωνία
- Επίσταξη
- Πλευριτικός πόνος
- Λεμφαδενοπάθεια
- Λευκοπενία
- Ουδετεροπενία
- Ηωσινοφιλία
- Ουρική αρθρίτιδα
- Διαταραχές όρεξης
- Διακυμάνσεις σωματικού βάρους
- Μειωμένη όρεξη
- Υπερκαλιαιμία
- Αυξημένο βάρος
- Μεταβολή διάθεσης
- Διαταραχές του ύπνου
- Κατάθλιψη
- Μη φυσιολογική συμπεριφορά
- Συγχυτική κατάσταση
- Ζάλη
- Κεφαλαλγία
- Παραισθησία
- Συγκοπή
- Αγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιο
- Έμφρακτο
- Παροδικό ισχαιμικό επεισόδιο
- Τρόμος
- Διαταραχή ισορροπίας
- Επηρεασμένη μνήμη
- Υπνηλία
- Εγκεφαλικό αγγειακό επεισόδιο
- Ίλιγγος
- Δυσγευσία
- Οφθαλμικές διαταραχές
- Οπτική διαταραχή
- Εμβοές
- Ωταλγία
- Αρρυθμία
- Αίσθημα παλμών
- Στηθάγχη
- Καρδιακή ανακοπή
- Έμφραγμα του μυοκαρδίου
- Ταχυκαρδία
- Καρδιοαναπνευστική ανακοπή
- Διαταραχή αγωγιμότητας
- Υπόταση
- Ορθοστατική υπόταση
- Καταπληξία
- Υπερτασική κρίση
- Περιφερική αγγειακή νόσος
- Αιμορραγία
- Υπέρταση
- Έξαψη
- Ναυτία
- Έμετος
- Διάρροια
- Κοιλιακό άλγος
- Δυσπεψία
- Παγκρεατίτιδα
- Οιδηματώδης γλώσσα
- Δυσφαγία
- Στοματική διαταραχή
- Διάταση κοιλίας
- Δυσκοιλιότητα
- Μετεωρισμός
- Ξηροστομία
- Ηπατίτιδα
- Μη φυσιολογική δοκιμασία ηπατικής λειτουργίας
- Εξάνθημα
- Αγγειοοίδημα
- Υπεριδρωσία
- Εκχύμωση
- Κνησμός
- Δερματίτιδα
- Κνίδωση
- Μυοσκελετικός πόνος
- Μυαλγία
- Μυϊκή αδυναμία
- Αρθρίτιδα
- Διαταραχή ούρησης
- Νεφρική ανεπάρκεια
- Σεξουαλική δυσλειτουργία
- Διαταραχή προστάτη
- Κόπωση
- Θωρακικό άλγος
- Οίδημα
- Εξασθένιση
- Περιφερικό οίδημα
- Πόνος
- Πυρεξία
Λεπτομέρειες κατά συχνότητα expand_more
-
ΣυχνέςΈμετοςΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΑίσθημα παλμώνΚαρδιά
-
ΣυχνέςΑρρυθμίαΚαρδιά
-
ΣυχνέςΑυξημένο βάροςΜεταβολισμός
-
ΣυχνέςΒήχαςΑναπνευστικό
-
ΣυχνέςΔιάρροιαΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΔιαταραχές του ύπνουΨυχιατρικές
-
ΣυχνέςΔιαταραχή ούρησηςΝεφρά/Ουροποιητικό
-
ΣυχνέςΔιαταραχή παραρρίνιων κόλπωνΑναπνευστικό
-
ΣυχνέςΔυσγευσίαΝευρικό
-
ΣυχνέςΔυσπεψίαΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΕξάνθημαΔέρμα
-
ΣυχνέςΕξασθένισηΓενικές
-
ΣυχνέςΖάληΝευρικό
-
ΣυχνέςΘωρακικό άλγοςΓενικές
-
ΣυχνέςΙογενής λοίμωξηΛοιμώξεις
-
ΣυχνέςΚεφαλαλγίαΝευρικό
-
ΣυχνέςΚοιλιακό άλγοςΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΚόπωσηΓενικές
-
ΣυχνέςΛοίμωξη ανώτερου αναπνευστικούΛοιμώξεις
-
ΣυχνέςΜεταβολή διάθεσηςΨυχιατρικές
-
ΣυχνέςΜυαλγίαΜυοσκελετικό
-
ΣυχνέςΜυοσκελετικός πόνοςΜυοσκελετικό
-
ΣυχνέςΝαυτίαΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΟίδημαΓενικές
-
ΣυχνέςΟπτική διαταραχήΟφθαλμικές
-
ΣυχνέςΟρθοστατική υπότασηΑγγειακές
-
ΣυχνέςΟφθαλμικές διαταραχέςΟφθαλμικές
-
ΣυχνέςΠαραισθησίαΝευρικό
-
ΣυχνέςΡινίτιδαΑναπνευστικό
-
ΣυχνέςΣεξουαλική δυσλειτουργίαΑναπαραγωγικό
-
ΣυχνέςΣτηθάγχηΚαρδιά
-
ΣυχνέςΥπότασηΑγγειακές
-
ΣυχνέςΦαρυγγίτιδαΛοιμώξεις
-
Όχι συχνέςΑγγειοοίδημαΔέρμα
-
Όχι συχνέςΚαταπληξίαΑγγειακές
-
Όχι συχνέςΣυγκοπήΝευρικό
-
Μη γνωστέςΈμφραγμα του μυοκαρδίουΚαρδιά
-
Μη γνωστέςΈμφρακτοΝευρικό
-
Μη γνωστέςΈξαψηΑγγειακές
-
Μη γνωστέςΊλιγγοςΝευρικό
-
Μη γνωστέςΑγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιοΝευρικό
-
Μη γνωστέςΑιμορραγίαΑγγειακές
-
Μη γνωστέςΑρθρίτιδαΜυοσκελετικό
-
Μη γνωστέςΒρογχόσπασμοςΑναπνευστικό
-
Μη γνωστέςΔερματίτιδαΔέρμα
-
Μη γνωστέςΔιάταση κοιλίαςΓαστρεντερικό
-
Μη γνωστέςΔιακυμάνσεις σωματικού βάρουςΜεταβολισμός
-
Μη γνωστέςΔιαταραχές όρεξηςΜεταβολισμός
-
Μη γνωστέςΔιαταραχή αγωγιμότηταςΚαρδιά
-
Μη γνωστέςΔιαταραχή ισορροπίαςΝευρικό
-
Μη γνωστέςΔιαταραχή προστάτηΑναπαραγωγικό
-
Μη γνωστέςΔυσκοιλιότηταΓαστρεντερικό
-
Μη γνωστέςΔυσφαγίαΓαστρεντερικό
-
Μη γνωστέςΔυσφωνίαΑναπνευστικό
-
Μη γνωστέςΔύσπνοιαΑναπνευστικό
-
Μη γνωστέςΕγκεφαλικό αγγειακό επεισόδιοΝευρικό
-
Μη γνωστέςΕκχύμωσηΔέρμα
-
Μη γνωστέςΕμβοέςΑυτί
-
Μη γνωστέςΕπίσταξηΑναπνευστικό
-
Μη γνωστέςΕπηρεασμένη μνήμηΝευρικό
-
Μη γνωστέςΗπατίτιδαΉπαρ
-
Μη γνωστέςΗωσινοφιλίαΑίμα
-
Μη γνωστέςΙγμορίτιδαΑναπνευστικό
-
Μη γνωστέςΚαρδιακή ανακοπήΚαρδιά
-
Μη γνωστέςΚαρδιοαναπνευστική ανακοπήΚαρδιά
-
Μη γνωστέςΚατάθλιψηΨυχιατρικές
-
Μη γνωστέςΚνίδωσηΔέρμα
-
Μη γνωστέςΚνησμόςΔέρμα
-
Μη γνωστέςΚολπίτιδαΛοιμώξεις
-
Μη γνωστέςΛαρυγγίτιδαΛοιμώξεις
-
Μη γνωστέςΛεμφαδενοπάθειαΑίμα
-
Μη γνωστέςΛευκοπενίαΑίμα
-
Μη γνωστέςΜειωμένη όρεξηΜεταβολισμός
-
Μη γνωστέςΜετεωρισμόςΓαστρεντερικό
-
Μη γνωστέςΜη φυσιολογική δοκιμασία ηπατικής λειτουργίαςΉπαρ
-
Μη γνωστέςΜη φυσιολογική συμπεριφοράΨυχιατρικές
-
Μη γνωστέςΜυϊκή αδυναμίαΜυοσκελετικό
-
Μη γνωστέςΝεφρική ανεπάρκειαΝεφρά/Ουροποιητικό
-
Μη γνωστέςΞηροστομίαΓαστρεντερικό
-
Μη γνωστέςΟιδηματώδης γλώσσαΓαστρεντερικό
-
Μη γνωστέςΟυδετεροπενίαΑίμα
-
Μη γνωστέςΟυρική αρθρίτιδαΜεταβολισμός
-
Μη γνωστέςΠαγκρεατίτιδαΓαστρεντερικό
-
Μη γνωστέςΠαροδικό ισχαιμικό επεισόδιοΝευρικό
-
Μη γνωστέςΠεριφερική αγγειακή νόσοςΑγγειακές
-
Μη γνωστέςΠεριφερικό οίδημαΓενικές
-
Μη γνωστέςΠλευριτικός πόνοςΑναπνευστικό
-
Μη γνωστέςΠνευμονίαΛοιμώξεις
-
Μη γνωστέςΠνευμονική συμφόρησηΑναπνευστικό
-
Μη γνωστέςΠυρεξίαΓενικές
-
Μη γνωστέςΠόνοςΓενικές
-
Μη γνωστέςΣτοματική διαταραχήΓαστρεντερικό
-
Μη γνωστέςΣυγχυτική κατάστασηΨυχιατρικές
-
Μη γνωστέςΤαχυκαρδίαΚαρδιά
-
Μη γνωστέςΤραχειοβρογχίτιδαΛοιμώξεις
-
Μη γνωστέςΤρόμοςΝευρικό
-
Μη γνωστέςΥπέρτασηΑγγειακές
-
Μη γνωστέςΥπεριδρωσίαΔέρμα
-
Μη γνωστέςΥπερκαλιαιμίαΜεταβολισμός
-
Μη γνωστέςΥπερτασική κρίσηΑγγειακές
-
Μη γνωστέςΥπνηλίαΝευρικό
-
Μη γνωστέςΩταλγίαΑυτί
pregnant_woman
Κύηση / Γαλουχία
ΠΧΠ (SPC)
Επίπεδο κινδύνου: Αντενδείκνυται
expand_more
Κύηση / Γαλουχία
-
ΚύησηΗ χρήση αναστολέων του μετατρεπτικού ενζύμου της αγγειοτασίνης (α-ΜΕΑ) δεν συνιστάται κατά τη διάρκεια του πρώτου τριμήνου της κύησης. Η χρήση των α-ΜΕΑ αντενδείκνυται κατά την διάρκεια του δευτέρου και τρίτου τριμήνου της κύησης.Δεν υπάρχουν οριστικά επιδημιολογικά στοιχεία σχετικά με τον κίνδυνο τερατογένεσης μετά από χρήση αναστολέων ΜΕΑ κατά τη διάρκεια του πρώτου τριμήνου της κύησης. Ωστόσο, δεν μπορεί να αποκλειστεί μικρή αύξηση του κινδύνου. Ασθενείς που σχεδιάζουν εγκυμοσύνη πρέπει να αλλάξουν αντιυπερτασική θεραπεία με κάποια άλλη η οποία να έχει αναγνωρισμένο προφίλ ασφαλείας όσον αφορά στη χρήση του φαρμάκου κατά την κύηση, εκτός εάν η συνέχιση της θεραπείας με α-ΜΕΑ θεωρείται απολύτως αναγκαία. Εάν διαπιστωθεί εγκυμοσύνη κατά τη χρήση του φαρμάκου, η θεραπεία με α-ΜΕΑ πρέπει να διακοπεί άμεσα και εάν απαιτείται, πρέπει να ξεκινήσει κάποια εναλλακτική θεραπεία. Η έκθεση σε θεραπεία με α-ΜΕΑ κατά τη διάρκεια του δεύτερου και τρίτου τριμήνου είναι γνωστό ότι επιφέρει εμβρυοτοξικότητα στον άνθρωπο (μειωμένη νεφρική λειτουργία, ολιγοϋδράμνιο, καθυστέρηση οστεοποίησης του κρανίου) και βρεφική τοξικότητα (νεφρική ανεπάρκεια, υπόταση, υπερκαλιαιμία), (βλ. Προκλινικά δεδομένα). Εάν η έκθεση σε α-ΜΕΑ έχει συμβεί μετά το πρώτο τρίμηνο της κύησης, συνιστάται να γίνεται έλεγχος με υπερηχογράφημα των νεφρών και του κρανίου. Βρέφη των οποίων οι μητέρες έπαιρναν α-ΜΕΑ πρέπει να παρακολουθούνται προσεκτικά για υπόταση (βλ. Αντενδείξεις και Ειδικές προειδοποιήσεις).
-
Γαλουχίατο Φοσινοπρίλη δεν συνιστάται σε μητέρες που θηλάζουν.H φοσινοπρίλη είναι ανιχνεύσιμη στο μητρικό γάλα. Καθώς δεν υπάρχουν διαθέσιμα δεδομένα σχετικά με τη χρήση της φοσινοπρίλης κατά τη διάρκεια της γαλουχίας. Συνιστώνται εναλλακτικές θεραπείες με τεκμηριωμένη ασφάλεια κατά τη διάρκεια της γαλουχίας, ιδιαίτερα στην περίπτωση νεογέννητου ή πρόωρου νεογνού.
biotech
Φαρμακολογία
Φαρμακοδυναμική & Φαρμακοκινητική
expand_more
Φαρμακολογία
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: Αναστολείς του Μετατρεπτικού Ενζύμου της Αγγειοτασίνης, Απλοί, κωδικός ATC: C09AA09
Μηχανισμός δράσης
Η φοσινοπρίλη, ένα προφάρμακο εστερικού τύπου, υδρολύεται από τις εστεράσες στη φαρμακολογικά δραστική μορφή, την φοσινοπριλάτη. Η φοσινοπριλάτη εμποδίζει τη μετατροπή της αγγειοτασίνης Ι στην αγγειοσυσπαστική ουσία αγγειοτασίνη ΙΙ. Η μείωση της αγγεοτασίνης ΙΙ οδηγεί σε μειωμένη αγγειοσυσπαστική δράση και σε μειωμένη έκκριση αλδοστερόνης. Η τελευταία αυτή δράση μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα μικρή αύξηση στο κάλιο του ορού (μέση τιμή= 0,1mEq/l) σε συνδυασμό με απώλεια νατρίου και υγρών. Η αναστολή του μετατρεπτικού ενζύμου της αγγειοτασίνης (ΜΕΑ) επηρεάζει επίσης τη διάσπαση της βραδυκινίνης, ενός ισχυρού αγγειοσυσπαστικού πεπτιδίου, γεγονός που μπορεί να συμβάλλει στην αντιυπερτασική δράση. Η φοσινοπρίλη έχει θεραπευτική επίδραση σε υπερτασικούς ασθενείς με χαμηλά επίπεδα ρενίνης. Σε ασθενείς με καρδιακή ανεπάρκεια, τα ευεργετικά αποτελέσματα του Φοσινοπρίλη θεωρείται ότι οφείλονται στην καταστολή του συστήματος ρενίνης-αγγειοτασίνης-αλδοστερόνης. Η αναστολή του μετατρεπτικού ενζύμου αγγειοτασίνης προκαλεί ελάττωση τόσο του προφορτίου όσο και μεταφορτίου. Η φοσινοπρίλη απομακρύνεται σε ελάχιστο βαθμό από τον οργανισμό μέσω αιμοκάθαρσης ή περιτοναϊκής διϋλισης. Η μείωση της αρτηριακής πίεσης με χαμηλές (0,1 mg/Kg), ενδιάμεσες (0,3 mg/Kg) και υψηλές (0,6 mg/Kg) δόσεις φοσινοπρίλης μια φορά ημερησίως αξιολογήθηκε σε τυχαιοποημένη διπλά-τυφλή κλινική μελέτη 252 παιδιών και εφήβων ηλικίας 6-16 ετών, με υπέρταση ή φυσιολογική-υψηλή αρτηριακή πίεση. Στο τέλος των 4 εβδομάδων θεραπείας, η μέση μείωση της συστολικής αρτηριακής πίεσης από τα αρχικά επίπεδα ήταν παρόμοια για τα παιδιά που έλαβαν χαμηλή, ενδιάμεση και υψηλή δόση φοσινοπρίλης. Δεν καταδείχθηκε συσχετισμός δόσης-απόκρισης μεταξύ των τριών δόσεων. Δεν έχει προσδιορισθεί η βέλτιστη δοσολογία για παιδιά οποιασδήποτε ηλικίας. Δεν διατίθεται δοσολογική περιεκτικότητα για παιδιά που ζυγίζουν λιγότερο από 50 κιλά.
Φαρμακοδυναμικές ιδιότητες
Υπέρταση: Το Φοσινοπρίλη μειώνει την πίεση του αίματος μέσα σε μία ώρα. Οι μέγιστες μειώσεις της πίεσης του αίματος επιτυγχάνονται 2-6 ώρες μετά από τη χορήγηση της δόσης και η αντιυπερτασική επίδραση διατηρείται για 24 ώρες. Η πίεση του αίματος μειώνεται στην ίδια περίπου έκταση τόσο στην ύπτια όσο και στην όρθια θέση. Η ορθοστατική επίδραση και η ταχυκαρδία είναι σπάνιες, αλλά μπορεί να παρουσιαστούν σε ασθενείς με μειωμένους ηλεκτρολύτες και/ή όγκο υγρών. Η μείωση της πίεσης μπορεί να είναι προοδευτική και έτσι μπορεί να χρειασθούν αρκετές εβδομάδες αγωγής για να επιτευχθεί η μέγιστη θεραπευτική ανταπόκριση. Οι επιδράσεις της φοσινοπρίλης και των θειαζικού τύπου διουρητικών στη μείωση της πίεσης του αίματος είναι προσθετικές.
Καρδιακή ανεπάρκεια: Σε μία διπλή-τυφλή, ελεγχόμενη κλινική μελέτη σε ασθενείς με καρδιακή ανεπάρκεια που υποβάλλονταν σε θεραπεία με διουρητικά και με ή χωρίς διγοξίνη, η αρχική δόση του Φοσινοπρίλη οδήγησε σε οξεία ελάττωση της πίεσης (ενσφήνωσης) των τριχοειδών του πνεύμονα (προφορτίου) της μέσης αρτηριακής πίεσης του αίματος και των περιφερικών αντιστάσεων της συστηματικής κυκλοφορίας (μεταφορτίου). Καθημερινή εφάπαξ χορήγηση του Φοσινοπρίλη διατήρησε τα θετικά αιμοδυναμικά αποτελέσματα σε όλο το χρονικό διάστημα των 24 ωρών που μεσολαβούσε μεταξύ των δόσεων σε ασθενείς που συμπλήρωναν 10 εβδομάδες θεραπείας. Επί πλέον, η καρδιακή συχνότητα ελαττώθηκε σε σχέση με την αρχική και ο δείκτης όγκου παλμού αυξήθηκε παρά την ελάττωση της πίεσης πλήρωσης της αριστεράς κοιλίας. Δεν παρατηρήθηκε ταχυφυλαξία. Το Φοσινοπρίλη βελτίωσε την ανοχή στην κόπωση 24ωρου σε δύο ελεγχόμενες με εικονικό φάρμακο μελέτες (271 ασθενείς με καρδιακή ανεπάρκεια που υποβλήθηκαν σε θεραπεία με Φοσινοπρίλη μία φορά την ημέρα) διάρκειας μέχρις 6 μηνών, περιλαμβανομένης μιας μελέτης στην οποία οι ασθενείς δεν υποβάλλονταν σε ταυτόχρονη θεραπεία με διγοξίνη. Οι κλινικές εκδηλώσεις της καρδιακής ανεπάρκειας επίσης βελτιώθηκαν, όπως προέκυψε από τον αριθμό των ασθενών που διέκοψαν τη θεραπεία (ελάττωση κινδύνου 66%, p<0,001) ή των εισαγωγών σε νοσοκομεία για επιδείνωση της καρδιακής ανεπάρκειας (ελάττωση κινδύνου 66%, p=0,001). Το Φοσινοπρίλη ελάττωσε την ανάγκη επιπρόσθετης χορήγησης διουρητικών για τον έλεγχο των συμπτωμάτων της καρδιακής ανεπάρκειας. Η βαρύτητα της καρδιακής ανεπάρκειας, όπως μετρήθηκε με τις ευνοϊκές μεταβολές στην ταξινόμηση της Καρδιολογικής Εταιρείας της Ν.Υόρκης και για τα συμπτώματα της καρδιακής ανεπάρκειας, όπως η δύσπνοια και η κόπωση, βελτιώθηκε.
Δύο μεγάλες τυχαιοποιημένες, ελεγχόμενες μελέτες (η ONTARGET (ONgoing Telmisartan Alone and in combination with Ramipril Global Endpoint Trial) και η VA NEPHRON-D (The Veterans Affairs Nephropathy in Diabetes)) έχουν εξετάσει τη χρήση του συνδυασμού ενός αναστολέα ΜΕΑ με έναν αποκλειστή των υποδοχέων αγγειοτενσίνης II. Η ONTARGET ήταν μία μελέτη που διεξήχθη σε ασθενείς με ιστορικό καρδιαγγειακής ή εγκεφαλικής αγγειακής νόσου ή σακχαρώδη διαβήτη τύπου 2 συνοδευόμενο από ένδειξη βλάβης τελικού οργάνου. Η VA NEPHRON-D ήταν μία μελέτη σε ασθενείς με σακχαρώδη διαβήτη τύπου 2 και διαβητική νεφροπάθεια. Αυτές οι μελέτες δεν έχουν δείξει σημαντική ωφέλιμη επίδραση στις νεφρικές και/ή στις καρδιαγγειακές εκβάσεις και τη θνησιμότητα, ενώ παρατηρήθηκε ένας αυξημένος κίνδυνος υπερκαλιαιμίας, οξείας νεφρικής βλάβης και/ή υπότασης σε σύγκριση με τη μονοθεραπεία. Δεδομένων των παρόμοιων φαρμακοδυναμικών ιδιοτήτων, αυτά τα αποτελέσματα είναι επίσης σχετικά για άλλους αναστολείς ΜΕΑ και αποκλειστές των υποδοχέων αγγειοτενσίνης ΙΙ. Ως εκ τούτου οι αναστολείς ΜΕΑ και οι αποκλειστές των υποδοχέων αγγειοτενσίνης ΙΙ δεν θα πρέπει να χρησιμοποιούνται ταυτόχρονα σε ασθενείς με διαβητική νεφροπάθεια.
Η ALTITUDE (Aliskiren Trial in Type 2 Diabetes Using Cardiovascular and Renal Disease Endpoints) ήταν μία μελέτη σχεδιασμένη να ελέγξει το όφελος της προσθήκης αλισκιρένης σε μία πρότυπη θεραπεία με έναν αναστολέα ΜΕΑ ή έναν αποκλειστή υποδοχέων αγγειοτενσίνης ΙΙ σε ασθενείς με σακχαρώδη διαβήτη τύπου 2 και χρόνια νεφρική νόσο, καρδιαγγειακή νόσο ή και τα δύο. Η μελέτη διεκόπη πρόωρα λόγω ενός αυξημένου κινδύνου ανεπιθύμητων εκβάσεων. Ο καρδιαγγειακός θάνατος και το εγκεφαλικό επεισόδιο ήταν και τα δύο αριθμητικά συχνότερα στην ομάδα της αλισκιρένης από ότι στην ομάδα του εικονικού φαρμάκου και τα ανεπιθύμητα συμβάντα και τα σοβαρά ανεπιθύμητα συμβάντα ενδιαφέροντος (υπερκαλιαιμία, υπόταση και νεφρική δυσλειτουργία) αναφέρθηκαν συχνότερα στην ομάδα της αλισκιρένης από ότι στην ομάδα του εικονικού φαρμάκου.
Φαρμακοκινητική και μεταβολισμός
Μετά την από του στόματος χορήγηση του Φοσινοπρίλη η φοσινοπρίλη απορροφάται σε ποσοστό 30-40%. Η φοσινοπρίλη υδρολύεται από τις εστεράσες, κυρίως στο ήπαρ, στη φαρμακολογικά δραστική μορφή, φοσινοπριλάτη. Ο ρυθμός μετατροπής της φοσινοπρίλης σε φοσινοπριλάτη μπορεί να είναι μειωμένος σε ασθενείς με ηπατική δυσλειτουργία. Ωστόσο, η έκταση αυτής της μετατροπής είναι αμετάβλητη. Ο χρόνος μέχρι την επίτευξη των μέγιστων συγκεντρώσεων φοσινοπριλάτης στο πλάσμα είναι περίπου 3 ώρες, ανεξάρτητα από τη χορηγούμενη δόση της φοσινοπρίλης. Μετά από εφάπαξ και πολλαπλές δόσεις από το στόμα, οι φαρμακοκινητικές παράμετροι (δηλαδή Cmax, AUC) είναι σε άμεση αναλογία με τη χορηγούμενη δόση φοσινοπρίλης. Η φοσινοπριλάτη συνδέεται σε υψηλό ποσοστό με τις πρωτεΐνες ( 95%), αλλά σε ελάχιστο βαθμό με τα κυτταρικά συστατικά του αίματος. Μελέτες σε πειραματόζωα δείχνουν ότι η φοσινοπρίλη και η φοσινοπριλάτη δεν περνούν τον αιματοεγκεφαλικό φραγμό. Η φοσινοπριλάτη όμως περνά τον πλακούντα στα έγκυα πειραματόζωα. Μετά από ενδοφλέβια χορήγηση η φοσινοπριλάτη απεκκρίνεται περίπου ισοδύναμα από το ήπαρ και από τους νεφρούς. Σε υπερτασικούς ασθενείς με φυσιολογική νεφρική και ηπατική λειτουργία που έλαβαν επαναλαμβανόμενες δόσεις φοσινοπρίλης, ο χρόνος t/½ για τη συσσώρευση της φοσινοπριλάτης ήταν 11,5 ώρες κατά μέσον όρο. Σε ασθενείς με καρδιακή ανεπάρκεια, ο χρόνος t½ ήταν 14 ώρες. Η φοσινοπρίλη δεν απομακρύνεται καλά με τη διύλυση. Η κάθαρση της φοσινοπριλάτης με αιμοκάθαρση και περιτοναϊκή κάθαρση κυμαίνεται μεταξύ 2% και 7% της κάθαρσης της ουρίας, αντιστοίχως. Σε ασθενείς με έκπτωση της νεφρικής λειτουργίας (κάθαρση κρεατινίνης < 80ml/min/1,73m2) η συνολική σωματική κάθαρση της φοσινοπριλάτης είναι περίπου η μισή αυτής που παρατηρείται σε ασθενείς με φυσιολογική νεφρική λειτουργία, ενώ η απορρόφηση, η βιοδιαθεσιμότητα και η σύνδεση με τις πρωτεΐνες δεν μεταβάλλονται σημαντικά. Η κάθαρση της φοσινοπριλάτης δεν διαφέρει σημαντικά με το βαθμό της νεφρικής έκπτωσης. Η μειωμένη νεφρική απέκκριση αντιρροπείται από την αυξημένη ηπατοχολική απέκκριση. Μία μέτρια αύξηση στα επίπεδα της AUC πλάσματος (λιγότερο από το διπλάσιο σε σύγκριση με φυσιολογικά άτομα) παρατηρήθηκε σε ασθενείς με διάφορους βαθμούς νεφρικής ανεπάρκειας περιλαμβανομένης νεφρικής ανεπάρκειας τελικού σταδίου (κάθαρση κρεατινίνης <10ml/min/1,73m2). Σε ασθενείς με έκπτωση της ηπατικής λειτουργίας (αλκοολική ή χολική κίρρωση) η έκπτωση της υδρόλυσης της φοσινοπρίλης δεν μειώνεται σημαντικά, παρότι ο ρυθμός της υδρόλυσης μπορεί να επιβραδυνθεί. Η φαινομενική ολική σωματική κάθαρση της φοσινοπριλάτης είναι περίπου η μισή σε σύγκριση με αυτή ασθενών με φυσιολογική ηπατική λειτουργία. Τα φαρμακοκινητικά δεδομένα για παιδιά και εφήβους είναι περιορισμένα και εξήχθησαν από μια φαρμακοκινητική μελέτη εφάπαξ δόσης διαλύματος φοσινοπρίλης 0,3 mg/kg, σε 19 υπερτασικούς ασθενείς ηλικίας 6 έως 16 ετών. Πρέπει να αποδειχθεί σε περαιτέρω μελέτες κατά πόσον οι τιμές AUC και Cmax της φοσινοπριλάτης (δραστικής μορφής της φοσινοπρίλης) σε παιδιά 6 έως 16 ετών είναι συγκρίσιμες με εκείνες ενηλίκων που έλαβαν 20 mg φοσινοπρίλης υπό μορφή διαλύματος. Ο τελικός χρόνος ημίσειας ζωής απέκκρισης για τη φοσινοπριλάτη ήταν 11-13 ώρες και παρόμοιος σε όλες τις φάσεις των μελετών.