FOSINOPRIL(Φοσινοπρίλη)
Ημίσεια ζωή
Ο χρόνος στον οποίο η συγκέντρωση του φαρμάκου στο πλάσμα πέφτει στο μισό. Από αυτόν προκύπτει κάθε πότε δίνεται: το μεσοδιάστημα των δόσεων ακολουθεί χονδρικά την ημιζωή, οπότε μικρή ημιζωή σημαίνει πολλές δόσεις την ημέρα και μεγάλη ημιζωή μία δόση ημερησίως ή αραιότερα. Σταθερά επίπεδα στο αίμα επιτυγχάνονται μετά από 4-5 ημιζωές. Ο κανόνας είναι ενδεικτικός — οι μορφές παρατεταμένης αποδέσμευσης και η εγκεκριμένη δοσολογία της ΠΧΠ υπερισχύουν.
Κατά την πηγή: 11-13 ώρες
- DrugBank: 12 ώρες
- PubChem: 12 ώρες
Δέσμευση πρωτεϊνών
Το ποσοστό του φαρμάκου που κυκλοφορεί δεσμευμένο σε πρωτεΐνες του πλάσματος. Δρα μόνο το ελεύθερο κλάσμα, γι' αυτό η υψηλή δέσμευση αυξάνει τον κίνδυνο αλληλεπιδράσεων εκτόπισης.
Βιοδιαθεσιμότητα
Το ποσοστό της χορηγούμενης δόσης που φτάνει αναλλοίωτο στη συστηματική κυκλοφορία.
Απέκκριση
Η κύρια οδός αποβολής του φαρμάκου. Δείχνει πού χρειάζεται προσαρμογή δόσης — σε νεφρική ή σε ηπατική ανεπάρκεια.
Καθαρίζει (~5×t½)
Φαρμακοκινητική εκτίμηση, όχι κλινικός κανόνας. Μετά από 5 ημιζωές έχει αποβληθεί πάνω από το 95% της ουσίας από το πλάσμα. Ο αριθμός προκύπτει αυτόματα από τη μεγαλύτερη ημιζωή που αναφέρει η πηγή — συχνά την τελική φάση αποβολής ή την κατανομή στους ιστούς — γι' αυτό μπορεί να δείχνει εβδομάδες ή μήνες. ΔΕΝ είναι το διάστημα διακοπής πριν από επέμβαση ή πριν από φάρμακο που αλληλεπιδρά: αυτό καθορίζεται από τη φαρμακοδυναμική (η ασπιρίνη δρα στα αιμοπετάλια αφού φύγει από το πλάσμα), τους ενεργούς μεταβολίτες, τις μορφές depot, τη νεφρική και ηπατική λειτουργία, τον κίνδυνο της επέμβασης και τον λόγο της αγωγής. Ακολουθήστε την ΠΧΠ και το πρωτόκολλο της επέμβασης.
Σκευάσματα και τιμές
Ενδείξεις κατά έγγραφο
Ατομικές ενδείξεις όπως δηλώνονται στα πιστοποιημένα κείμενα των SPC, με τεκμηρίωση
- Φόρτωση…
Πληροφορίες Συνταγογράφησης
Επιμελημένα δεδομένα από το SPC
clinical_notes
Ενδείξεις
ΠΧΠ (SPC) §4.1
expand_more
Ενδείξεις
-
Υπέρταση
Μπορεί να χορηγηθεί μόνο του, ή σε συνδυασμό με άλλους αντιυπερτασικούς παράγοντες (π.χ. θειαζιδικά διουρητικά).
- I10 Ιδιοπαθής υπέρταση
-
Καρδιακή ανεπάρκεια
Σε συνδυασμό με ένα διουρητικό. Βελτιώνει τα συμπτώματα και την ανοχή στην κόπωση, ελαττώνει την σοβαρότητα της καρδιακής ανεπάρκειας και ελαττώνει την συχνότητα νοσηλείας για την καρδιακή ανεπάρκεια. Δεν απαιτείται ταυτόχρονη χορήγηση διγοξίνης.
- I50 Καρδιακή ανεπάρκεια
medication
Μορφή & Εμφάνιση
ΠΧΠ (SPC) §3 · περιγραφή σκευάσματος MONOPRIL
expand_more
Μορφή & Εμφάνιση
medication
Δοσολογία
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Δοσολογία
- Οδός: Από του στόματος
- Χορήγηση: ανεξάρτητα από τα γεύματα
- Δόση έναρξης: 10 mg
- Τιτλοποίηση: Η δόση μπορεί να αυξηθεί περαιτέρω εάν το θεραπευτικό αποτέλεσμα δεν επιτευχθεί σε 3-4 εβδομάδες (υπέρταση). Για καρδιακή ανεπάρκεια, η δόση μπορεί να αυξηθεί σταδιακά κατά τη διάρκεια μερικών εβδομάδων μέχρι τα 40 mg εφάπαξ ημερησίως.
-
Υπερτασικοί ασθενείς (χωρίς διουρητικά)Δόση10-40 mg εφάπαξΜέγ. δόση40 mg/ημέραΩς αρχική δόση συνιστώνται τα **10 mg**. Ανάλογα με την ανταπόκριση, πιθανόν να απαιτηθεί ρύθμιση της δόσης μετά από 4 εβδομάδες. Η συνήθης δόση συντήρησης είναι **20 mg μία φορά την ημέρα**.
-
Υπερτασικοί ασθενείς (σε θεραπεία με διουρητικά)Δόση10 mgΚαλό είναι να διακοπεί η χορήγηση του διουρητικού 2 ή 3 ημέρες πριν την έναρξη. Εάν δεν είναι δυνατόν να διακοπεί, χορηγήστε **10 mg** κάτω από στενή ιατρική επίβλεψη.
-
Ασθενείς με καρδιακή ανεπάρκειαΔόση10-40 mg εφάπαξ ημερησίωςΜέγ. δόση40 mg εφάπαξ ημερησίωςΗ συνιστώμενη αρχική δόση είναι **10 mg εφάπαξ ημερησίως**. Η δόση μπορεί να αυξηθεί κατά τη διάρκεια χρονικού διαστήματος μερικών εβδομάδων μέχρι την ανώτερη δόση. Να χρησιμοποιείται σε συνδυασμό με ένα διουρητικό.
-
Ασθενείς με έκπτωση της νεφρικής λειτουργίαςΔόση10-40 mgΧορήγηση της συνήθους δοσολογίας σε ασθενείς με νεφρική ανεπάρκεια οποιουδήποτε βαθμού (κάθαρση κρεατινίνης < 80 ml/min/1,73m², συμπεριλαμβανομένων αυτών με νεφρική ανεπάρκεια τελικού σταδίου με κάθαρση κρεατινίνης < 10 ml/min/1,73m²). Γενικά συνιστάται η παρακολούθηση της νεφρικής λειτουργίας κατά τη διάρκεια των πρώτων εβδομάδων θεραπείας.
-
Ασθενείς με έκπτωση της ηπατικής λειτουργίαςΜείωση της δόσης κανονικά δεν είναι αναγκαία.
-
ΗλικιωμένοιΔόσηχαμηλές δόσειςΣυνιστάται η χορήγηση αρχικών χαμηλών δόσεων και έλεγχος/παρακολούθηση της ηπατικής λειτουργίας.
-
Παιδιά και έφηβοιΔε συνιστάται η χρήση. Περιορισμένη κλινική εμπειρία σε υπερτασικά παιδιά ηλικίας 6 ετών και άνω. Δεν έχει προσδιορισθεί βέλτιστη δόση. Δεν διατίθεται δοσολογική περιεκτικότητα για παιδιά που ζυγίζουν λιγότερο από 50 κιλά.
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
block
Αντενδείξεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Αντενδείξεις
-
Υπερευαισθησία στη φοσινοπρίλη ή σε οποιονδήποτε άλλο αναστολέα ΜΕΑ ή σε κάποιο από τα έκδοχα.
-
Ιστορικό αγγειοοιδήματος που έχει σχέση με προηγούμενη θεραπευτική αγωγή με αναστολέα ΜΕΑ
-
Κληρονομικό ή ιδιοπαθές αγγειοοίδημα
-
Δεύτερο και τρίτο τρίμηνο της κύησηςΠληθυσμόςΈγκυες γυναίκες (δεύτερο και τρίτο τρίμηνο)
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
warning
Προειδοποιήσεις & Προφυλάξεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Προειδοποιήσεις & Προφυλάξεις
-
ΥπότασηΠληθυσμόςΑσθενείς με μειωμένο όγκο αίματος/αλάτων (π.χ. λόγω ισχυρής διουρητικής αγωγής, διαιτητικού περιορισμού άλατος, νεφρικής αιμοκάθαρσης), ασθενείς με συμπτωματική καρδιακή ανεπάρκειαΔιόρθωση μείωσης όγκου αίματος/αλάτων πριν την έναρξη της θεραπείας. Έναρξη θεραπείας υπό στενή ιατρική παρακολούθηση. Εξέταση μείωσης δόσης του διουρητικού.
-
Στένωση αορτικής και μιτροειδούς βαλβίδας / Υπερτροφική μυοκαρδιοπάθειαπροσοχήΠληθυσμόςΑσθενείς με στένωση της μιτροειδούς βαλβίδας και απόφραξη της ροής εξώθησης της αριστερής κοιλίας (αορτική στένωση ή υπερτροφική μυοκαρδιοπάθεια)Χορήγηση με προσοχή
-
Νεφρική ανεπάρκειαΠληθυσμόςΥπερτασικοί ασθενείς με αμφοτερόπλευρη στένωση της νεφρικής αρτηρίας ή στένωση αρτηρίας μονήρους νεφρού, υπερτασικοί ασθενείς χωρίς εμφανή προϋπάρχουσα νεφρική αγγειακή νόσο (ιδιαίτερα με ταυτόχρονη χορήγηση διουρητικού), ασθενείς με σοβαρή συμφορητική καρδιακή ανεπάρκειαΠαρακολούθηση νεφρικής λειτουργίας. Μπορεί να χρειαστεί ελάττωση της δοσολογίας.
-
Αγγειοοίδημα προσώπου και λαιμούΆμεση χορήγηση κατάλληλης επείγουσας θεραπείας (αν υπάρχει συμμετοχή γλώσσας, γλωττίδας, λάρυγγα). Διακοπή φοσινοπρίλης.
-
Εντερικό αγγειοοίδημαΠληθυσμόςΑσθενείς υπό αγωγή με αναστολείς ΜΕΑ που προσέρχονται με κοιλιακό άλγοςΔιακοπή του αναστολέα ΜΕΑ. Να περιλαμβάνεται στη διαφορική διάγνωση.
-
Αναφυλακτοειδείς αντιδράσεις κατά την αφαίρεση λιποπρωτεϊνών χαμηλής πυκνότητας (LDL)ΠληθυσμόςΑσθενείς που υποβάλλονται σε αφαίρεση LDL με απορρόφηση με θειϊκή δεξτράνηΠροσωρινή διακοπή της αγωγής με τον αναστολέα ΜΕΑ πριν από κάθε αφαίρεση.
-
Αναφυλακτοειδείς αντιδράσεις κατά την υψηλής-ροής αιμοκάθαρσηπροσοχήΠληθυσμόςΑσθενείς που υποβάλλονται σε αιμοκάθαρση με μεμβράνες υψηλής ροής και λαμβάνουν ταυτόχρονα αναστολέα ΜΕΑΝα χρησιμοποιείται διαφορετικός τύπος μεμβράνης αιμοκάθαρσης ή διαφορετική κατηγορία αντιϋπερτασικού παράγοντα.
-
Αναφυλακτοειδείς αντιδράσεις κατά την απευαισθητοποίησηπροσοχήΠληθυσμόςΑσθενείς που υποβάλλονται σε αγωγή απευαισθητοποίησης (π.χ. τοξίνη υμενοπτέρων)Αναστολείς ΜΕΑ να διακόπτονται προσωρινά. Χρειάζεται προσοχή.
-
Ηπατική ανεπάρκειαΠληθυσμόςΑσθενείς που λαμβάνουν αναστολείς ΜΕΑ και εμφανίζουν ίκτερο ή σημαντική αύξηση των ηπατικών ενζύμωνΔιακοπή της αγωγής με τον αναστολέα ΜΕΑ. Κατάλληλη ιατρική παρακολούθηση.
-
Ουδετεροπενία / Ακοκκιοκυτταραιμία / Θρομβοπενία / ΑναιμίαΠληθυσμόςΑσθενείς με νεφρική δυσλειτουργία, ιδιαίτερα αν έχουν επίσης κάποια αγγειακή νόσο του κολλαγόνου (όπως ο συστηματικός ερυθηματώδης λύκος ή το σκληρόδερμα)Παρακολούθηση του αριθμού των λευκών αιμοσφαιρίων.
-
ΒήχαςΟ βήχας που προκαλείται από τους αναστολείς ΜΕΑ θα πρέπει να θεωρείται μέρος της διαφορικής διάγνωσης του βήχα. Εξαφανίζεται με τη διακοπή της αγωγής.
-
ΥπερκαλιαιμίαΠληθυσμόςΑσθενείς που διατρέχουν κίνδυνο να εμφανίσουν υπερκαλιαιμία (π.χ. με νεφρική ανεπάρκεια, αρρύθμιστο σακχαρώδη διαβήτη, ή ταυτόχρονη λήψη καλιοσυντηρητικών διουρητικών, συμπληρωμάτων καλίου, υποκατάστατων άλατος που περιέχουν κάλιο, ή άλλων φαρμάκων που σχετίζονται με αύξηση του καλίου στον ορό)Συνιστάται τακτική παρακολούθηση του καλίου στον ορό (εφόσον κρίνεται απαραίτητη η χορήγηση των προαναφερθέντων παραγόντων).
-
Γλυκαιμικός έλεγχος σε διαβητικούς ασθενείςΠληθυσμόςΔιαβητικοί ασθενείς που λαμβάνουν αντιδιαβητικούς παράγοντες από του στόματος ή ινσουλίνηΠαρακολούθηση στενή του γλυκαιμικού ελέγχου κατά τη διάρκεια του πρώτου μήνα της αγωγής με αναστολέα ΜΕΑ.
-
ΚύησηΠληθυσμόςΓυναίκες σε αναπαραγωγική ηλικία / ΈγκυεςΔεν πρέπει να ξεκινάει θεραπεία με α-ΜΕΑ. Εάν σχεδιάζεται εγκυμοσύνη, αλλαγή της αντιυπερτασικής θεραπείας. Εάν διαπιστωθεί εγκυμοσύνη, άμεση διακοπή α-ΜΕΑ και εναλλακτική θεραπεία.
-
Εμβρυϊκή/Νεογνική Θνητότητα και ΘνησιμότηταΠληθυσμόςΈγκυες γυναίκεςΌταν διαπιστωθεί εγκυμοσύνη, η θεραπεία με Φοσινοπρίλη θα πρέπει να διακόπτεται το συντομότερο δυνατό.
-
Παιδιατρική χρήσηΠληθυσμόςΠαιδιάΗ ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα δεν έχει τεκμηριωθεί.
-
Χρήση σε ηλικιωμένουςΠληθυσμόςΗλικιωμένοι ασθενείς (65 ετών και άνω)Συνιστάται η χορήγηση χαμηλών αρχικών δόσεων και αξιολόγηση της νεφρικής λειτουργίας κατά την έναρξη της θεραπείας.
-
Δυσανεξία στη λακτόζηΠληθυσμόςΑσθενείς με σπάνια κληρονομικά προβλήματα δυσανεξίας στη γαλακτόζη, έλλειψη λακτάσης Lapp ή κακή απορρόφηση γλυκόζης-γαλακτόζηςΔεν πρέπει να λάβουν αυτό το φαρμακευτικό προϊόν.
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
swap_horiz
Αλληλεπιδράσεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
-
ΔιουρητικάπροσοχήΥπερβολική πτώση στην αρτηριακή πίεση κατά την έναρξη της θεραπείας.ΣύστασηΜειώστε τον κίνδυνο με διακοπή του διουρητικού, αύξηση όγκου αίματος/λήψης άλατος, ή έναρξη με χαμηλές, αυξανόμενες δόσεις αναστολέα ΜΕΑ.
-
Καλιοσυντηρητικά διουρητικά, συμπληρώματα καλίου, υποκατάστατα αλάτων που περιέχουν κάλιοαντένδειξηΣημαντική αύξηση του καλίου του ορού (υπερκαλιαιμία).ΣύστασηΔεν συνιστάται ο συνδυασμός. Εάν απαραίτητο, χρησιμοποιήστε με προσοχή και συχνή παρακολούθηση του καλίου του ορού.
-
αντένδειξηΑναστρέψιμες αυξήσεις των συγκεντρώσεων του λιθίου στον ορό και τοξικότητα. Αυξημένος κίνδυνος τοξικότητας με θειαζιδικά διουρητικά.ΣύστασηΔεν συνιστάται η συγχορήγηση. Εάν απαραίτητο, παρακολουθούνται προσεκτικά τα επίπεδα του λιθίου στον ορό (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις).
-
Μη στεροειδή αντιφλεγμονώδη φάρμακα (ΜΣΑΦ) συμπεριλαμβανομένης της ασπιρίνης σε δόση >3g/ημέραπροσοχήΜείωση της αντιυπερτασικής δράσης. Αθροιστική δράση στην αύξηση του καλίου του ορού. Μείωση της νεφρικής λειτουργίας, σπανίως οξεία νεφρική ανεπάρκεια.
-
Αντιυπερτασικοί παράγοντες και αγγειοδιασταλτικά (π.χ. νιτρογλυκερίνη, νιτρώδη)προσοχήΑύξηση της υποτασικής δράσης, περαιτέρω μείωση της αρτηριακής πίεσης.
-
Αντιδιαβητικοί παράγοντες (ινσουλίνες, υπογλυκαιμικοί παράγοντες από του στόματος)προσοχήΑύξηση της υπογλυκαιμικής δράσης με κίνδυνο υπογλυκαιμίας.ΣύστασηΠαρακολούθηση γλυκόζης αίματος, ιδιαίτερα τις πρώτες εβδομάδες και σε ασθενείς με νεφρική ανεπάρκεια.
-
Τρικυκλικά αντικαταθλιπτικά/Αντιψυχωσικά/Αναισθητικά φάρμακαπροσοχήΠεραιτέρω μείωση της αρτηριακής πίεσης (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις).
-
ΣυμπαθητικομιμητικάπαρακολούθησηΕλάττωση των αντιυπερτασικών ιδιοτήτων των αναστολέων ΜΕΑ.
-
Αλλοπουρινόλη, κυτταροστατικοί ή ανοσοκατασταλτικοί παράγοντες, συστηματικά κορτικοστεροειδή ή προκαϊναμίδηπροσοχήΑυξημένος κίνδυνος για λευκοπενία.
-
Δοκιμασίες διγοξίνης (μέθοδος με άνθρακα προσρόφησης)παρακολούθησηΨευδώς χαμηλά επίπεδα διγοξίνης στον ορό.ΣύστασηΧρησιμοποιήστε εναλλακτική μέθοδο αντισώματος με σωληνάρια λεπτού υμενίου.
-
Εξετάσεις λειτουργίας του παραθυρεοειδούς αδέναπαρακολούθησηΠιθανή παρεμβολή.ΣύστασηΗ θεραπεία με φοσινοπρίλη πρέπει να διακοπεί για μερικές μέρες πριν από τη διεξαγωγή εξετάσεων.
-
προσοχήΜειωμένη βιοδιαθεσιμότητα των αναστολέων ΜΕΑ.ΣύστασηΟι δόσεις θα πρέπει να χωρίζονται από 2 ώρες.
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
sick
Ανεπιθύμητες ενέργειες
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
- Λοίμωξη ανώτερου αναπνευστικού
- Φαρυγγίτιδα
- Ιογενής λοίμωξη
- Πνευμονία
- Λαρυγγίτιδα
- Τραχειοβρογχίτιδα
- Κολπίτιδα
- Ρινίτιδα
- Ιγμορίτιδα
- Βήχας
- Διαταραχή παραρρίνιων κόλπων
- Δύσπνοια
- Βρογχόσπασμος
- Πνευμονική συμφόρηση
- Δυσφωνία
- Επίσταξη
- Πλευριτικός πόνος
- Λεμφαδενοπάθεια
- Λευκοπενία
- Ουδετεροπενία
- Ηωσινοφιλία
- Ουρική αρθρίτιδα
- Διαταραχές όρεξης
- Διακυμάνσεις σωματικού βάρους
- Μειωμένη όρεξη
- Υπερκαλιαιμία
- Αυξημένο βάρος
- Μεταβολή διάθεσης
- Διαταραχές του ύπνου
- Κατάθλιψη
- Μη φυσιολογική συμπεριφορά
- Συγχυτική κατάσταση
- Ζάλη
- Κεφαλαλγία
- Παραισθησία
- Συγκοπή
- Αγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιο
- Έμφρακτο
- Παροδικό ισχαιμικό επεισόδιο
- Τρόμος
- Διαταραχή ισορροπίας
- Επηρεασμένη μνήμη
- Υπνηλία
- Εγκεφαλικό αγγειακό επεισόδιο
- Ίλιγγος
- Δυσγευσία
- Οφθαλμικές διαταραχές
- Οπτική διαταραχή
- Εμβοές
- Ωταλγία
- Αρρυθμία
- Αίσθημα παλμών
- Στηθάγχη
- Καρδιακή ανακοπή
- Έμφραγμα του μυοκαρδίου
- Ταχυκαρδία
- Καρδιοαναπνευστική ανακοπή
- Διαταραχή αγωγιμότητας
- Υπόταση
- Ορθοστατική υπόταση
- Καταπληξία
- Υπερτασική κρίση
- Περιφερική αγγειακή νόσος
- Αιμορραγία
- Υπέρταση
- Έξαψη
- Ναυτία
- Έμετος
- Διάρροια
- Κοιλιακό άλγος
- Δυσπεψία
- Παγκρεατίτιδα
- Οιδηματώδης γλώσσα
- Δυσφαγία
- Στοματική διαταραχή
- Διάταση κοιλίας
- Δυσκοιλιότητα
- Μετεωρισμός
- Ξηροστομία
- Ηπατίτιδα
- Μη φυσιολογική δοκιμασία ηπατικής λειτουργίας
- Εξάνθημα
- Αγγειοοίδημα
- Υπεριδρωσία
- Εκχύμωση
- Κνησμός
- Δερματίτιδα
- Κνίδωση
- Μυοσκελετικός πόνος
- Μυαλγία
- Μυϊκή αδυναμία
- Αρθρίτιδα
- Διαταραχή ούρησης
- Νεφρική ανεπάρκεια
- Σεξουαλική δυσλειτουργία
- Διαταραχή προστάτη
- Κόπωση
- Θωρακικό άλγος
- Οίδημα
- Εξασθένιση
- Περιφερικό οίδημα
- Πόνος
- Πυρεξία
Λεπτομέρειες κατά συχνότητα expand_more
-
ΣυχνέςΈμετοςΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΑίσθημα παλμώνΚαρδιά
-
ΣυχνέςΑρρυθμίαΚαρδιά
-
ΣυχνέςΒήχαςΑναπνευστικό
-
ΣυχνέςΔιάρροιαΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΔιαταραχές του ύπνουΨυχιατρικές
-
ΣυχνέςΔιαταραχή ούρησηςΝεφρά/Ουροποιητικό
-
ΣυχνέςΔιαταραχή παραρρίνιων κόλπωνΑναπνευστικό
-
ΣυχνέςΔυσγευσίαΝευρικό
-
ΣυχνέςΔυσπεψίαΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΕξάνθημαΔέρμα
-
ΣυχνέςΕξασθένισηΓενικές
-
ΣυχνέςΖάληΝευρικό
-
ΣυχνέςΘωρακικό άλγοςΓενικές
-
ΣυχνέςΙογενής λοίμωξηΛοιμώξεις
-
ΣυχνέςΚεφαλαλγίαΝευρικό
-
ΣυχνέςΚοιλιακό άλγοςΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΚόπωσηΓενικές
-
ΣυχνέςΛοίμωξη ανώτερου αναπνευστικούΛοιμώξεις
-
ΣυχνέςΜεταβολή διάθεσηςΨυχιατρικές
-
ΣυχνέςΜυαλγίαΜυοσκελετικό
-
ΣυχνέςΜυοσκελετικός πόνοςΜυοσκελετικό
-
ΣυχνέςΝαυτίαΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΟίδημαΓενικές
-
ΣυχνέςΟπτική διαταραχήΟφθαλμικές
-
ΣυχνέςΟρθοστατική υπότασηΑγγειακές
-
ΣυχνέςΟφθαλμικές διαταραχέςΟφθαλμικές
-
ΣυχνέςΠαραισθησίαΝευρικό
-
ΣυχνέςΡινίτιδαΑναπνευστικό
-
ΣυχνέςΣεξουαλική δυσλειτουργίαΑναπαραγωγικό
-
ΣυχνέςΣτηθάγχηΚαρδιά
-
ΣυχνέςΥπότασηΑγγειακές
-
ΣυχνέςΦαρυγγίτιδαΛοιμώξεις
-
Όχι συχνέςΑγγειοοίδημαΔέρμα
-
Όχι συχνέςΚαταπληξίαΑγγειακές
-
Όχι συχνέςΣυγκοπήΝευρικό
-
Μη γνωστέςΈμφραγμα του μυοκαρδίουΚαρδιά
-
Μη γνωστέςΈμφρακτοΝευρικό
-
Μη γνωστέςΈξαψηΑγγειακές
-
Μη γνωστέςΊλιγγοςΝευρικό
-
Μη γνωστέςΑγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιοΝευρικό
-
Μη γνωστέςΑιμορραγίαΑγγειακές
-
Μη γνωστέςΑρθρίτιδαΜυοσκελετικό
-
Μη γνωστέςΑυξημένο βάροςΜεταβολισμός
-
Μη γνωστέςΒρογχόσπασμοςΑναπνευστικό
-
Μη γνωστέςΔερματίτιδαΔέρμα
-
Μη γνωστέςΔιάταση κοιλίαςΓαστρεντερικό
-
Μη γνωστέςΔιακυμάνσεις σωματικού βάρουςΜεταβολισμός
-
Μη γνωστέςΔιαταραχές όρεξηςΜεταβολισμός
-
Μη γνωστέςΔιαταραχή αγωγιμότηταςΚαρδιά
-
Μη γνωστέςΔιαταραχή ισορροπίαςΝευρικό
-
Μη γνωστέςΔιαταραχή προστάτηΑναπαραγωγικό
-
Μη γνωστέςΔυσκοιλιότηταΓαστρεντερικό
-
Μη γνωστέςΔυσφαγίαΓαστρεντερικό
-
Μη γνωστέςΔυσφωνίαΑναπνευστικό
-
Μη γνωστέςΔύσπνοιαΑναπνευστικό
-
Μη γνωστέςΕγκεφαλικό αγγειακό επεισόδιοΝευρικό
-
Μη γνωστέςΕκχύμωσηΔέρμα
-
Μη γνωστέςΕμβοέςΑυτί
-
Μη γνωστέςΕπίσταξηΑναπνευστικό
-
Μη γνωστέςΕπηρεασμένη μνήμηΝευρικό
-
Μη γνωστέςΗπατίτιδαΉπαρ
-
Μη γνωστέςΗωσινοφιλίαΑίμα
-
Μη γνωστέςΙγμορίτιδαΑναπνευστικό
-
Μη γνωστέςΚαρδιακή ανακοπήΚαρδιά
-
Μη γνωστέςΚαρδιοαναπνευστική ανακοπήΚαρδιά
-
Μη γνωστέςΚατάθλιψηΨυχιατρικές
-
Μη γνωστέςΚνίδωσηΔέρμα
-
Μη γνωστέςΚνησμόςΔέρμα
-
Μη γνωστέςΚολπίτιδαΛοιμώξεις
-
Μη γνωστέςΛαρυγγίτιδαΛοιμώξεις
-
Μη γνωστέςΛεμφαδενοπάθειαΑίμα
-
Μη γνωστέςΛευκοπενίαΑίμα
-
Μη γνωστέςΜειωμένη όρεξηΜεταβολισμός
-
Μη γνωστέςΜετεωρισμόςΓαστρεντερικό
-
Μη γνωστέςΜη φυσιολογική δοκιμασία ηπατικής λειτουργίαςΉπαρ
-
Μη γνωστέςΜη φυσιολογική συμπεριφοράΨυχιατρικές
-
Μη γνωστέςΜυϊκή αδυναμίαΜυοσκελετικό
-
Μη γνωστέςΝεφρική ανεπάρκειαΝεφρά/Ουροποιητικό
-
Μη γνωστέςΞηροστομίαΓαστρεντερικό
-
Μη γνωστέςΟιδηματώδης γλώσσαΓαστρεντερικό
-
Μη γνωστέςΟυδετεροπενίαΑίμα
-
Μη γνωστέςΟυρική αρθρίτιδαΜεταβολισμός
-
Μη γνωστέςΠαγκρεατίτιδαΓαστρεντερικό
-
Μη γνωστέςΠαροδικό ισχαιμικό επεισόδιοΝευρικό
-
Μη γνωστέςΠεριφερική αγγειακή νόσοςΑγγειακές
-
Μη γνωστέςΠεριφερικό οίδημαΓενικές
-
Μη γνωστέςΠλευριτικός πόνοςΑναπνευστικό
-
Μη γνωστέςΠνευμονίαΛοιμώξεις
-
Μη γνωστέςΠνευμονική συμφόρησηΑναπνευστικό
-
Μη γνωστέςΠυρεξίαΓενικές
-
Μη γνωστέςΠόνοςΓενικές
-
Μη γνωστέςΣτοματική διαταραχήΓαστρεντερικό
-
Μη γνωστέςΣυγχυτική κατάστασηΨυχιατρικές
-
Μη γνωστέςΤαχυκαρδίαΚαρδιά
-
Μη γνωστέςΤραχειοβρογχίτιδαΛοιμώξεις
-
Μη γνωστέςΤρόμοςΝευρικό
-
Μη γνωστέςΥπέρτασηΑγγειακές
-
Μη γνωστέςΥπεριδρωσίαΔέρμα
-
Μη γνωστέςΥπερκαλιαιμίαΜεταβολισμός
-
Μη γνωστέςΥπερτασική κρίσηΑγγειακές
-
Μη γνωστέςΥπνηλίαΝευρικό
-
Μη γνωστέςΩταλγίαΑυτί
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
pregnant_woman
Κύηση / Γαλουχία
ΠΧΠ (SPC)
Επίπεδο κινδύνου: Αντενδείκνυται
expand_more
Κύηση / Γαλουχία
-
ΚύησηΑντενδείκνυταιΗ χρήση αναστολέων του μετατρεπτικού ενζύμου της αγγειοτασίνης (α-ΜΕΑ) **δεν συνιστάται** κατά τη διάρκεια του πρώτου τριμήνου της κύησης (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις). Η χρήση των α-ΜΕΑ **αντενδείκνυται** κατά την διάρκεια του δευτέρου και τρίτου τριμήνου της κύησης (βλ. Αντενδείξεις και Ειδικές προειδοποιήσεις). Δεν υπάρχουν οριστικά επιδημιολογικά στοιχεία σχετικά με τον κίνδυνο τερατογένεσης μετά από χρήση αναστολέων ΜΕΑ κατά τη διάρκεια του πρώτου τριμήνου της κύησης. Ωστόσο, δεν μπορεί να αποκλειστεί μικρή αύξηση του κινδύνου. Ασθενείς που σχεδιάζουν εγκυμοσύνη πρέπει να αλλάξουν την αντιυπερτασική θεραπεία με κάποια άλλη η οποία να έχει αναγνωρισμένο προφίλ ασφαλείας όσον αφορά στη χρήση του φαρμάκου κατά την κύηση, εκτός εάν η συνέχιση της θεραπείας με α-ΜΕΑ θεωρείται απολύτως αναγκαία. Εάν διαπιστωθεί εγκυμοσύνη κατά τη χρήση του φαρμάκου, η θεραπεία με αΜΕΑ πρέπει να διακοπεί άμεσα και εάν απαιτείται, πρέπει να ξεκινήσει κάποια εναλλακτική θεραπεία. Η έκθεση σε θεραπεία με α-ΜΕΑ κατά τη διάρκεια του δεύτερου και τρίτου τριμήνου είναι γνωστό ότι επιφέρει εμβρυοτοξικότητα στον άνθρωπο (μειωμένη νεφρική λειτουργία, ολιγοϋδράμνιο, καθυστέρηση οστεοποίησης του κρανίου) και βρεφική τοξικότητα (νεφρική ανεπάρκεια, υπόταση, υπερκαλιαιμία), (βλ. Προκλινικά δεδομένα). Εάν η έκθεση σε αΜΕΑ έχει συμβεί μετά το πρώτο τρίμηνο της κύησης, συνιστάται να γίνεται έλεγχος με υπερηχογράφημα των νεφρών και του κρανίου. Βρέφη των οποίων οι μητέρες έπαιρναν α-ΜΕΑ πρέπει να παρακολουθούνται προσεκτικά για υπόταση (βλ. Αντενδείξεις και Ειδικές προειδοποιήσεις).
-
ΓαλουχίαΑποφεύγεταιΗ φοσινοπρίλη είναι ανιχνεύσιμη στο μητρικό γάλα. Καθώς δεν υπάρχουν διαθέσιμα δεδομένα σχετικά με τη χρήση της φοσινοπρίλης κατά τη διάρκεια της γαλουχίας, το **Φοσινοπρίλη δεν συνιστάται** σε μητέρες που θηλάζουν. Συνιστώνται εναλλακτικές θεραπείες με τεκμηριωμένη ασφάλεια κατά τη διάρκεια της γαλουχίας, ιδιαίτερα στην περίπτωση νεογέννητου ή πρόωρου νεογνού.
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
e911_emergency
Υπερδοσολογία
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Υπερδοσολογία
- υπόταση
- κυκλοφορικό σοκ
- ηλεκτρολυτικές διαταραχές
- νεφρική ανεπάρκεια
- υπεραερισμός
- ταχυκαρδία
- αίσθημα παλμών
- βραδυκαρδία
- ζάλη
- άγχος
- βήχας
directions_car
Επίδραση στην οδήγηση
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Επίδραση στην οδήγηση
science
Έκδοχα
ΠΧΠ (SPC) §2 & §6.1
expand_more
Έκδοχα
biotech
Φαρμακολογία
Φαρμακοδυναμική & Φαρμακοκινητική
expand_more
Φαρμακολογία
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: Αναστολείς του Μετατρεπτικού Ενζύμου της Αγγειοτασίνης, Απλοί, κωδικός ATC: C09AA09
Μηχανισμός δράσης
Η φοσινοπρίλη, ένα προφάρμακο εστερικού τύπου, υδρολύεται από τις εστεράσες στη φαρμακολογικά δραστική μορφή, την φοσινοπριλάτη. Η φοσινοπριλάτη εμποδίζει τη μετατροπή της αγγειοτασίνης Ι στην αγγειοσυσπαστική ουσία αγγειοτασίνη ΙΙ, οδηγώντας σε μειωμένη αγγειοσυσπαστική δράση και έκκριση αλδοστερόνης. Η τελευταία αυτή δράση μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα μικρή αύξηση στο κάλιο του ορού (μέση τιμή= 0,1mEq/l) σε συνδυασμό με απώλεια νατρίου και υγρών.
Η αναστολή του μετατρεπτικού ενζύμου της αγγειοτασίνης (ΜΕΑ) επηρεάζει επίσης τη διάσπαση της βραδυκινίνης, ενός ισχυρού αγγειοσυσπαστικού πεπτιδίου, γεγονός που μπορεί να συμβάλλει στην αντιυπερτασική δράση. Η φοσινοπρίλη έχει θεραπευτική δραση σε υπερτασικούς ασθενείς με χαμηλά επίπεδα ρενίνης.
Σε ασθενείς με καρδιακή ανεπάρκεια, τα ευεργετικά αποτελέσματα του Φοσινοπρίλη θεωρείται ότι οφείλονται στην καταστολή του συστήματος ρενίνης-αγγειοτασίνης-αλδοστερόνης. Η αναστολή του μετατρεπτικού ενζύμου αγγειοτασίνης προκαλεί ελάττωση τόσο του προφορτίου όσο και μεταφορτίου.
Η φοσινοπρίλη απομακρύνεται σε ελάχιστο βαθμό από τον οργανισμό μέσω αιμοκάθαρσης ή περιτοναϊκής διϋλισης.
Η μείωση της αρτηριακής πίεσης με χαμηλές (0,1 mg/Kg), ενδιάμεσες (0,3 mg/Kg) και υψηλές (0,6 mg/Kg) δόσεις φοσινοπρίλης μια φορά ημερησίως αξιολογήθηκε σε τυχαιοποημένη διπλά-τυφλή κλινική μελέτη 252 παιδιών και εφήβων ηλικίας 6-16 ετών, με υπέρταση ή φυσιολογική-υψηλή αρτηριακή πίεση. Στο τέλος των 4 εβδομάδων θεραπείας, η μέση μείωση της συστολικής αρτηριακής πίεσης από τα αρχικά επίπεδα ήταν παρόμοια για τα παιδιά που έλαβαν χαμηλή, ενδιάμεση και υψηλή δόση φοσινοπρίλης. Δεν καταδείχθηκε συσχετισμός δόσης-απόκρισης μεταξύ των τριών δόσεων. Δεν έχει προσδιορισθεί η βέλτιστη δοσολογία για παιδιά οποιασδήποτε ηλικίας. Δεν διατίθεται δοσολογική περιεκτικότητα για παιδιά που ζυγίζουν λιγότερο από 50 κιλά.
Φαρμακοδυναμικές ιδιότητες
Υπέρταση: Το Φοσινοπρίλη μειώνει την πίεση του αίματος μέσα σε μία ώρα. Οι μέγιστες μειώσεις της πίεσης του αίματος επιτυγχάνονται 2-6 ώρες μετά από τη χορήγηση της δόσης και η αντιυπερτασική επίδραση διατηρείται για 24 ώρες. Η πίεση του αίματος μειώνεται στην ίδια περίπου έκταση τόσο στην ύπτια όσο και στην όρθια θέση. Η ορθοστατική δράση και η ταχυκαρδία είναι σπάνιες, αλλά μπορεί να παρουσιαστούν σε ασθενείς με μειωμένους ηλεκτρολύτες και/ή όγκο υγρών. Η μείωση της πίεσης μπορεί να είναι προοδευτική και έτσι μπορεί να χρειασθούν αρκετές εβδομάδες αγωγής για να επιτευχθεί η μέγιστη θεραπευτική ανταπόκριση. Οι δράσεις της φοσινοπρίλης και των θειαζικού τύπου διουρητικών στη μείωση της πίεσης του αίματος είναι προσθετικές.
Καρδιακή ανεπάρκεια: Σε μία διπλή-τυφλή, ελεγχόμενη κλινική μελέτη σε ασθενείς με καρδιακή ανεπάρκεια που υποβάλλονταν σε θεραπεία με διουρητικά και με ή χωρίς διγοξίνη, η αρχική δόση του Φοσινοπρίλη οδήγησε σε οξεία ελάττωση της πίεσης (ενσφήνωσης) των τριχοειδών του πνεύμονα (προφορτίου) της μέσης αρτηριακής πίεσης του αίματος και των περιφερικών αντιστάσεων της συστηματικής κυκλοφορίας (μεταφορτίου). Καθημερινή εφάπαξ χορήγηση του Φοσινοπρίλη διατήρησε τα θετικά αιμοδυναμικά αποτελέσματα σε όλο το χρονικό διάστημα των 24 ωρών που μεσολαβούσε μεταξύ των δόσεων σε ασθενείς που συμπλήρωναν 10 εβδομάδες θεραπείας. Επί πλέον, η καρδιακή συχνότητα ελαττώθηκε σε σχέση με την αρχική και ο δείκτης όγκου παλμού αυξήθηκε παρά την ελάττωση της πίεσης πλήρωσης της αριστεράς κοιλίας. Δεν παρατηρήθηκε ταχυφυλαξία. Το Φοσινοπρίλη βελτίωσε την ανοχή στην κόπωση 24ωρου σε δύο ελεγχόμενες με εικονικό φάρμακο μελέτες (271 ασθενείς με καρδιακή ανεπάρκεια που υποβλήθηκαν σε θεραπεία με Φοσινοπρίλη μία φορά την ημέρα) διάρκειας μέχρις 6 μηνών, περιλαμβανομένης μιας μελέτης στην οποία οι ασθενείς δεν υποβάλλονταν σε ταυτόχρονη θεραπεία με διγοξίνη. Οι κλινικές εκδηλώσεις της καρδιακής ανεπάρκειας επίσης βελτιώθηκαν, όπως προέκυψε από τον αριθμό των ασθενών που διέκοψαν τη θεραπεία (ελάττωση κινδύνου 66%, p<0,001) ή των εισαγωγών σε νοσοκομεία για επιδείνωση της καρδιακής ανεπάρκειας (ελάττωση κινδύνου 66%, p=0,001). Το Φοσινοπρίλη ελάττωσε την ανάγκη επιπρόσθετης χορήγησης διουρητικών για τον έλεγχο των συμπτωμάτων της καρδιακής ανεπάρκειας. Η βαρύτητα της καρδιακής ανεπάρκειας, όπως μετρήθηκε με τις ευνοϊκές μεταβολές στην ταξινόμηση της Καρδιολογικής Εταιρείας της Ν.Υόρκης και για τα συμπτώματα της καρδιακής ανεπάρκειας, όπως η δύσπνοια και η κόπωση, βελτιώθηκε.
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
Φαρμακοκινητική και μεταβολισμός
Μετά την από του στόματος χορήγηση του Φοσινοπρίλη η φοσινοπρίλη απορροφάται σε ποσοστό 30-40%.
Η φοσινοπρίλη υδρολύεται από τις εστεράσες, κυρίως στο ήπαρ, στη φαρμακολογικά δραστική μορφή, φοσινοπριλάτη. Ο ρυθμός μετατροπής της φοσινοπρίλης σε φοσινοπριλάτη μπορεί να είναι μειωμένος σε ασθενείς με ηπατική δυσλειτουργία. Ωστόσο, η έκταση αυτής της μετατροπής είναι αμετάβλητη. Ο χρόνος μέχρι την επίτευξη των μέγιστων συγκεντρώσεων φοσινοπριλάτης στο πλάσμα είναι περίπου 3 ώρες, ανεξάρτητα από τη χορηγούμενη δόση της φοσινοπρίλης. Μετά από εφάπαξ και πολλαπλές δόσεις από το στόμα, οι φαρμακοκινητικές παράμετροι (δηλαδή Cmax, AUC) είναι σε άμεση αναλογία με τη χορηγούμενη δόση φοσινοπρίλης.
Η φοσινοπριλάτη συνδέεται σε υψηλό ποσοστό με τις πρωτεΐνες ( 95%), αλλά σε ελάχιστο βαθμό με τα κυτταρικά συστατικά του αίματος.
Μελέτες σε πειραματόζωα δείχνουν ότι η φοσινοπρίλη και η φοσινοπριλάτη δεν περνούν τον αιματοεγκεφαλικό φραγμό. Η φοσινοπριλάτη όμως περνά τον πλακούντα στα έγκυα πειραματόζωα.
Μετά από ενδοφλέβια χορήγηση η φοσινοπριλάτη απεκκρίνεται περίπου ισοδύναμα από το ήπαρ και από τους νεφρούς. Σε υπερτασικούς ασθενείς με φυσιολογική νεφρική και ηπατική λειτουργία που έλαβαν επαναλαμβανόμενες δόσεις φοσινοπρίλης, ο χρόνος t/½ για τη συσσώρευση της φοσινοπριλάτης ήταν 11,5 ώρες κατά μέσον όρο. Σε ασθενείς με καρδιακή ανεπάρκεια, ο χρόνος t½ ήταν 14 ώρες. Ο τελικός χρόνος ημίσειας ζωής απέκκρισης για τη φοσινοπριλάτη ήταν 11-13 ώρες και παρόμοιος σε όλες τις φάσεις των μελετών.
Η φοσινοπρίλη δεν απομακρύνεται καλά με τη διύλυση. Η κάθαρση της φοσινοπριλάτης με αιμοκάθαρση και περιτοναϊκή κάθαρση κυμαίνεται μεταξύ 2% και 7% της κάθαρσης της ουρίας, αντιστοίχως.
Σε ασθενείς με έκπτωση της νεφρικής λειτουργίας (κάθαρση κρεατινίνης < 80ml/min/1,73m²) η συνολική σωματική κάθαρση της φοσινοπριλάτης είναι περίπου η μισή αυτής που παρατηρείται σε ασθενείς με φυσιολογική νεφρική λειτουργία, ενώ η απορρόφηση, η βιοδιαθεσιμότητα και η σύνδεση με τις πρωτεΐνες δεν μεταβάλλονται σημαντικά. Η κάθαρση της φοσινοπριλάτης δεν διαφέρει σημαντικά με το βαθμό της νεφρικής έκπτωσης. Η μειωμένη νεφρική απέκκριση αντιρροφείται από την αυξημένη ηπατοχολική απέκκριση. Μία μέτρια αύξηση στα επίπεδα της AUC πλάσματος (λιγότερο από το διπλάσιο σε σύγκριση με φυσιολογικά άτομα) παρατηρήθηκε σε ασθενείς με διάφορους βαθμούς νεφρικής ανεπάρκειας περιλαμβανομένης νεφρικής ανεπάρκειας τελικού σταδίου (κάθαρση κρεατινίνης <10ml/min/1,73m²).
Σε ασθενείς με έκπτωση της ηπατικής λειτουργίας (αλκοολική ή χολική κίρρωση) η έκπτωση της υδρόλυσης της φοσινοπρίλης δεν μειώνεται σημαντικά, παρότι ο ρυθμός της υδρόλυσης μπορεί να επιβραδυνθεί. Η φαινομενική ολική σωματική κάθαρση της φοσινοπριλάτης είναι περίπου η μισή σε σύγκριση με αυτή ασθενών με φυσιολογική ηπατική λειτουργία.
Τα φαρμακοκινητικά δεδομένα για παιδιά και εφήβους είναι περιορισμένα και εξήχθησαν από μια φαρμακοκινητική μελέτη εφάπαξ δόσης διαλύματος φοσινοπρίλης 0,3 mg/kg, σε 19 υπερτασικούς ασθενείς ηλικίας 6 έως 16 ετών. Πρέπει να αποδειχθεί σε περαιτέρω μελέτες κατά πόσον οι τιμές AUC και Cmax της φοσινοπριλάτης (δραστικής μορφής της φοσινοπρίλης) σε παιδιά 6 έως 16 ετών είναι συγκρίσιμες με εκείνες ενηλίκων που έλαβαν 20 mg φοσινοπρίλης υπό μορφή διαλύματος.
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
Φαρμακοκινητική και μεταβολισμός Μετά την από του στόματος χορήγηση του Φοσινοπρίλη η φοσινοπρίλη απορροφάται σε ποσοστό 30-40%. Η φοσινοπρίλη υδρολύεται από τις εστεράσες, κυρίως στο ήπαρ, στη φαρμακολογικά δραστική μορφή, φοσινοπριλάτη. Ο ρυθμός…
Παρακολούθηση Αγωγής
Εργαστηριακοί & κλινικοί έλεγχοι από το SPC, ανά σύστημα
Εργαστηριακές εξετάσεις (αίμα / ούρα)
| Έλεγχος | Σύστημα | Συχνότητα | Προϋπόθεση |
|---|---|---|---|
| Νεφρική λειτουργία | water_dropΝεφρική λειτουργία | κατά τη διάρκεια των πρώτων εβδομάδων της θεραπείας | Υπερτασικοί ασθενείς με αμφοτερόπλευρη στένωση της νεφρικής αρτηρίας ή με στένωση αρτηρίας μονήρους νεφρού |
| κατά την έναρξη της θεραπείας | Ηλικιωμένοι ασθενείς | ||
| Λευκά αιμοσφαίρια (WBC) | bloodtypeΑιματολογικός έλεγχος | — | Ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία, ιδιαίτερα αν έχουν επίσης κάποια αγγειακή νόσο του κολλαγόνου (π.χ. συστηματικός ερυθηματώδης λύκος ή σκληρόδερμα) |
| Κάλιο ορού (K⁺) | scienceΗλεκτρολύτες & μεταβολικά | τακτική | Ασθενείς που διατρέχουν κίνδυνο υπερκαλιαιμίας και λαμβάνουν ταυτόχρονα καλιοσυντηρητικά διουρητικά, συμπληρώματα καλίου, υποκατάστατα άλατος που περιέχουν κάλιο ή άλλα φάρμακα που αυξάνουν το κάλιο στον ορό |
| Γλυκαιμικός έλεγχος | glucoseΓλυκαιμικός έλεγχος / διαβήτης | στενά, κατά τη διάρκεια του πρώτου μήνα της αγωγής | Διαβητικοί ασθενείς με αντιδιαβητικούς παράγοντες από του στόματος ή ινσουλίνη |
Μονογραφίες Πηγών
Αναλυτικό περιεχόμενο ανά πηγή για τεκμηρίωση και έλεγχο
DrugBank
Description
expand_more
Description
DrugBank
Indication
expand_more
Indication
DrugBank
Pharmacology
expand_more
Pharmacology
DrugBank
Mechanism of action
expand_more
Mechanism of action
DrugBank
Absorption
expand_more
Absorption
DrugBank
Half life
expand_more
Half life
DrugBank
Protein binding
expand_more
Protein binding
DrugBank
Route of elimination
expand_more
Route of elimination
DrugBank
Clearance
expand_more
Clearance
DrugBank
Toxicity
expand_more
Toxicity
science
PubChem
Φαρμακοδυναμική
expand_more
Φαρμακοδυναμική
Φαρμακοδυναμική
Μετά τη χορήγηση από το στόμα, η φωσινοπρίλη υδρολύεται ταχέως και πλήρως στον κύριο ενεργό μεταβολίτη της, τη φωσινοπριλάτη. Η υδρόλυση πιστεύεται ότι συμβαίνει στον γαστρεντερικό βλεννογόνο και στο ήπαρ. Η φωσινοπριλάτη είναι ανταγωνιστικός αναστολέας του ACE, μιας πεπτιδυλδιπεπτιδάσης που αποτελεί μέρος του συστήματος ρενίνης-αγγειοτενσίνης-αλδοστερόνης (RAAS). Το RAAS είναι ένας ομοιόστατικός μηχανισμός για τη ρύθμιση της αιμοδυναμικής, της ισορροπίας ύδατος και ηλεκτρολυτών. Κατά τη διάρκεια της συμπαθητικής διέγερσης ή όταν η νεφρική αρτηριακή πίεση ή η ροή αίματος είναι μειωμένη, η ρενίνη απελευθερώνεται από τα κοκκιώδη κύτταρα της νεφρικής παρασπειροειδούς συσκευής στα νεφρά. Στην κυκλοφορία του αίματος, η ρενίνη διασπά την κυκλοφορούσα αγγειοτενσινογόνο σε ΑΤΙ, η οποία στη συνέχεια διασπάται σε ΑΤΙΙ από το ACE. Η ΑΤΙΙ αυξάνει την αρτηριακή πίεση χρησιμοποιώντας διάφορους μηχανισμούς.
Πρώτον, διεγείρει την έκκριση αλδοστερόνης από τον φλοιό των επινεφριδίων. Η αλδοστερόνη ταξιδεύει στον μακρύ εσπειραμένο σωληνάριο (DCT) και στο αθροιστικό σωληνάριο των νεφρών όπου αυξάνει την επαναρρόφηση νατρίου και ύδατος αυξάνοντας τον αριθμό των καναλιών νατρίου και των νατριο-καλίου ΑΤΡασών στις κυτταρικές μεμβράνες. Δεύτερον, η ΑΤΙΙ διεγείρει την έκκριση βαζοπρεσσίνης (γνωστής και ως αντιδιουρητική ορμόνη ή ADH) από την οπίσθια υπόφυση. Η ADH διεγείρει περαιτέρω την επαναρρόφηση ύδατος από τους νεφρούς μέσω της εισαγωγής καναλιών α aquaporin-2 στην κορυφαία επιφάνεια των κυττάρων των DCT και των αθροιστικών σωληναρίων. Τρίτον, η ΑΤΙΙ αυξάνει την αρτηριακή πίεση μέσω άμεσης αρτηριακής αγγειοσυστολής. Η διέγερση του υποδοχέα ATII Τύπου 1 στα κύτταρα των αγγειακών λείων μυών οδηγεί σε μια σειρά γεγονότων που καταλήγουν σε συστολή των μυοκυττάρων και αγγειοσυστολή. Εκτός από αυτές τις κύριες επιδράσεις, η ΑΤΙΙ προκαλεί την απόκριση της δίψας μέσω της διέγερσης των νευρώνων του υποθαλάμου.
Οι αναστολείς ACE αναστέλλουν την ταχεία μετατροπή της ΑΤΙ σε ΑΤΙΙ και ανταγωνίζονται τις αυξήσεις της αρτηριακής πίεσης που προκαλούνται από το RAAS. Το ACE (γνωστό και ως κινινάση II) εμπλέκεται επίσης στην ενζυμική απενεργοποίηση της βραδυκινίνης, ενός αγγειοδιασταλτικού. Η αναστολή της απενεργοποίησης της βραδυκινίνης αυξάνει τα επίπεδα βραδυκινίνης και μπορεί να υποστηρίξει περαιτέρω τις επιδράσεις της φωσινοπριλάτης προκαλώντας αυξημένη αγγειοδιαστολή και μειωμένη αρτηριακή πίεση.
neurology
PubChem
Μηχανισμός δράσης
expand_more
Μηχανισμός δράσης
Μηχανισμός Δράσης
Υπάρχουν δύο ισο-ένζυμα του ACE: το σωματικό ισο-ένζυμο, το οποίο υπάρχει ως γλυκοπρωτεΐνη που αποτελείται από μια ενιαία πολυπεπτιδική αλυσίδα 1277; και το ορχικό ισο-ένζυμο, το οποίο έχει χαμηλότερο μοριακό βάρος και πιστεύεται ότι παίζει ρόλο στην ωρίμανση των σπερματοζωαρίων και στη σύνδεση των σπερματοζωαρίων με το επιθήλιο των ωαγωγών. Το σωματικό ACE έχει δύο λειτουργικά ενεργά πεδία, N και C, τα οποία προκύπτουν από διπλασιασμό γονιδίου tandem. Παρόλο που τα δύο πεδία έχουν υψηλή ομοιότητα αλληλουχίας, παίζουν διακριτούς φυσιολογικούς ρόλους. Το πεδίο C εμπλέκεται κυρίως στη ρύθμιση της αρτηριακής πίεσης, ενώ το πεδίο N παίζει ρόλο στη διαφοροποίηση και τον πολλαπλασιασμό των αιμοποιητικών βλαστοκυττάρων. Οι αναστολείς ACE συνδέονται και αναστέλλουν τη δραστηριότητα και των δύο πεδίων, αλλά έχουν πολύ μεγαλύτερη συγγένεια και ανασταλτική δράση έναντι του πεδίου C.
Η φωσινοπριλάτη, ο ενεργός μεταβολίτης της φωσινοπρίλης, ανταγωνίζεται την ΑΤΙ για τη δέσμευση στο ACE και αναστέλλει την ενζυμική πρωτεόλυση της ΑΤΙ σε ΑΤΙΙ. Η μείωση των επιπέδων ΑΤΙΙ στον οργανισμό μειώνει την αρτηριακή πίεση αναστέλλοντας τις πρεσσορικές επιδράσεις της ΑΤΙΙ όπως περιγράφεται στην ενότητα Φαρμακολογία παραπάνω. Η φωσινοπριλάτη προκαλεί επίσης αύξηση της δραστηριότητας ρενίνης πλάσματος, πιθανώς λόγω απώλειας αρνητικής ανάδρασης που μεσολαβείται από την ΑΤΙΙ στην απελευθέρωση της ρενίνης ή/και διέγερσης αντανακλαστικών μηχανισμών μέσω βαροϋποδοχέων.
biotech
PubChem
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
expand_more
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
Απορρόφηση, Κατανομή & Απέκκριση
Η μέση απόλυτη απορρόφηση είναι 36%. Η κύρια θέση απορρόφησης είναι το εγγύς λεπτό έντερο (δωδεκαδάκτυλο/νήστιδα). Το φαγητό επιβραδύνει τον ρυθμό απορρόφησης χωρίς να επηρεάζει την έκταση της απορρόφησης.
Μετά τη χορήγηση ραδιοσημασμένης φωσινοπρίλης από το στόμα, περίπου το ήμισυ της απορροφούμενης δόσης απεκκρίνεται στα ούρα και το υπόλοιπο απεκκρίνεται στα κόπρανα.
26 - 39 mL/min [υγιείς]
water_drop
PubChem
Δέσμευση πρωτεϊνών
expand_more
Δέσμευση πρωτεϊνών
Σύνδεση με Πρωτεΐνες
Η φωσινοπριλάτη συνδέεται με πρωτεΐνες σε ποσοστό ≥95%
hub
PubChem
Μεταβολισμός
expand_more
Μεταβολισμός
Μεταβολισμός
Δεδομένου ότι η φωσινοπριλάτη δεν βιομετασχηματίζεται μετά από ενδοφλέβια χορήγηση, η φωσινοπρίλη, και όχι η φωσινοπριλάτη, φαίνεται να είναι ο πρόδρομος για τους μεταβολίτες γλυκουρονιδίου και p-υδροξυλίου.
hourglass
PubChem
Ημίσεια ζωή
expand_more
Ημίσεια ζωή
Βιολογικός Χρόνος Ημίσειας Ζωής
12 ώρες
category
PubChem
MeSH classification
expand_more
MeSH classification
MeSH Φαρμακολογική Ταξινόμηση
Μια κατηγορία φαρμάκων των οποίων οι κύριες ενδείξεις είναι η θεραπεία της υπέρτασης και της καρδιακής ανεπάρκειας. Ασκούν την αιμοδυναμική τους επίδραση κυρίως αναστέλλοντας το σύστημα ρενίνης-αγγειοτενσίνης. Επίσης, ρυθμίζουν τη δραστηριότητα του συμπαθητικού νευρικού συστήματος και αυξάνουν τη σύνθεση προσταγλανδινών. Προκαλούν κυρίως αγγειοδιαστολή και ήπια νατριούρηση χωρίς να επηρεάζουν τον καρδιακό ρυθμό και τη συσταλτικότητα.
Φάρμακα που χρησιμοποιούνται στη θεραπεία της οξείας ή χρόνιας αγγειακής ΥΠΕΡΤΑΣΗΣ ανεξαρτήτως φαρμακολογικού μηχανισμού. Μεταξύ των αντιυπερτασικών παραγόντων περιλαμβάνονται τα ΔΙΟΥΡΗΤΙΚΑ· (ιδίως τα ΘΕΙΑΖΙΔΙΚΑ ΔΙΟΥΡΗΤΙΚΑ)· Β-ΑΝΑΡΓΟΙ ΑΔΡΕΝΕΡΓΙΚΟΙ ΑΠΟΚΛΕΙΣΤΕΣ· Α-ΑΔΡΕΝΕΡΓΙΚΟΙ ΑΠΟΚΛΕΙΣΤΕΣ· ΑΝΑΣΤΟΛΕΙΣ ΜΕΤΑΤΡΕΠΤΙΚΟΥ ΕΝΖΥΜΟΥ ΑΓΓΕΙΟΤΕΝΣΙΝΗΣ· ΑΠΟΚΛΕΙΣΤΕΣ ΔΙΑΥΛΩΝ ΑΣΒΕΣΤΙΟΥ· ΑΠΟΚΛΕΙΣΤΕΣ ΓΑΓΓΛΙΩΝ· και ΑΓΓΕΙΟΔΙΑΣΤΑΛΤΙΚΟΙ ΠΑΡΑΓΟΝΤΕΣ.
fact_check
PubChem
FDA classification
expand_more
FDA classification
FDA Φαρμακολογική Ταξινόμηση
R43D2573WO
ΦΟΣΙΝΟΠΡΙΛΗ
Καθιερωμένη Φαρμακολογική Κατηγορία [EPC] - Αναστολέας Μετατρεπτικού Ενζύμου Αγγειοτενσίνης
Μηχανισμοί Δράσης [MoA] - Αναστολείς Μετατρεπτικού Ενζύμου Αγγειοτενσίνης
Η φωσινοπρίλη είναι Αναστολέας Μετατρεπτικού Ενζύμου Αγγειοτενσίνης. Ο μηχανισμός δράσης της φωσινοπρίλης είναι ως Αναστολέας Μετατρεπτικού Ενζύμου Αγγειοτενσίνης.
ΦΟΣΙΝΟΠΡΙΛΗ
Αναστολείς Μετατρεπτικού Ενζύμου Αγγειοτενσίνης [MoA]; Αναστολέας Μετατρεπτικού Ενζύμου Αγγειοτενσίνης [EPC]
Επιστημονικό Προφίλ
expand_more
MeSH Φαρμακολογική Ταξινόμηση
Μια κατηγορία φαρμάκων των οποίων οι κύριες ενδείξεις είναι η θεραπεία της υπέρτασης και της καρδιακής ανεπάρκειας. Ασκούν την αιμοδυναμική τους επίδραση κυρίως αναστέλλοντας το σύστημα ρενίνης-αγγειοτενσίνης. Επίσης, ρυθμίζουν τη δραστηριότητα του συμπαθητικού νευρικού συστήματος και αυξάνουν τη σύνθεση προσταγλανδινών. Προκαλούν κυρίως αγγειοδιαστολή και ήπια νατριούρηση χωρίς να επηρεάζουν τον καρδιακό ρυθμό και τη συσταλτικότητα.
Φάρμακα που χρησιμοποιούνται στη θεραπεία της οξείας ή χρόνιας αγγειακής ΥΠΕΡΤΑΣΗΣ ανεξαρτήτως φαρμακολογικού μηχανισμού. Μεταξύ των αντιυπερτασικών παραγόντων περιλαμβάνονται τα ΔΙΟΥΡΗΤΙΚΑ· (ιδίως τα ΘΕΙΑΖΙΔΙΚΑ ΔΙΟΥΡΗΤΙΚΑ)· Β-ΑΝΑΡΓΟΙ ΑΔΡΕΝΕΡΓΙΚΟΙ ΑΠΟΚΛΕΙΣΤΕΣ· Α-ΑΔΡΕΝΕΡΓΙΚΟΙ ΑΠΟΚΛΕΙΣΤΕΣ· ΑΝΑΣΤΟΛΕΙΣ ΜΕΤΑΤΡΕΠΤΙΚΟΥ ΕΝΖΥΜΟΥ ΑΓΓΕΙΟΤΕΝΣΙΝΗΣ· ΑΠΟΚΛΕΙΣΤΕΣ ΔΙΑΥΛΩΝ ΑΣΒΕΣΤΙΟΥ· ΑΠΟΚΛΕΙΣΤΕΣ ΓΑΓΓΛΙΩΝ· και ΑΓΓΕΙΟΔΙΑΣΤΑΛΤΙΚΟΙ ΠΑΡΑΓΟΝΤΕΣ.