Clinio Logo
Clinio
ΔΡΑΣΤΙΚΗ ΟΥΣΙΑ C09AA09 SPC ΕΟΦ DrugBank PubChem Σκευάσματα

FOSINOPRIL

Φοσινοπρίλη

Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: Αναστολείς του Μετατρεπτικού Ενζύμου της Αγγειοτασίνης, Απλοί, κωδικός ATC: C09AA09 ### Μηχανισμός δράσης Η φοσινοπρίλη, ένα προφάρμακο εστερικού τύπου, υδρολύεται από τις εστεράσες στη φαρμακολογικά δραστική μορφή, την φοσινοπριλάτη.

Εμπορικά Ονόματα

Πληροφορίες Συνταγογράφησης

Επιμελημένα δεδομένα από το SPC

SPC
medication

Δοσολογία

ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Χορήγηση:
εφάπαξ, ανεξάρτητα από τα γεύματα, μία φορά την ημέρα
Δόση έναρξης:
10 mg
Τιτλοποίηση:
Η δόση μπορεί να αυξηθεί περαιτέρω αν το θεραπευτικό αποτέλεσμα δεν επιτευχθεί σε 3-4 εβδομάδες. Για υπέρταση, ρύθμιση της δόσης μπορεί να απαιτηθεί μετά από 4 εβδομάδες. Για καρδιακή ανεπάρκεια, η δόση μπορεί να αυξηθεί κατά τη διάρκεια χρονικού διαστήματος μερικών εβδομάδων μέχρι την ανώτερη δόση των 40 mg εφάπαξ ημερησίως, εφόσον η αρχική δόση είναι καλά ανεκτή και μετά από αντιμετώπιση υπότασης.
  • Υπερτασικοί ασθενείς που δεν λαμβάνουν διουρητικά
    Δόση10-40 mg
    Μέγ. δόση40 mg/ημέρα
    Χορηγούμενη εφάπαξ και ανεξάρτητα από τα γεύματα. Συνήθης δόση συντήρησης είναι 20 mg μία φορά την ημέρα.
  • Υπερτασικοί ασθενείς που βρίσκονται σε θεραπεία με διουρητικά
    Δόση10 mg
    Καλό είναι να διακοπεί η χορήγηση του διουρητικού 2 ή 3 ημέρες πριν. Εάν δεν είναι δυνατόν να διακοπεί η διουρητική θεραπεία, να χορηγηθεί σαν αρχική δόση 10 mg Φοσινοπρίλη, κάτω από στενή ιατρική επίβλεψη.
  • Καρδιακή ανεπάρκεια
    Δόση10 mg εφάπαξ ημερησίως (αρχική δόση), μπορεί να αυξηθεί έως 40 mg εφάπαξ ημερησίως
    Μέγ. δόση40 mg
    Η θεραπεία πρέπει να αρχίζει κάτω από στενή ιατρική επίβλεψη. Να χρησιμοποιείται σε συνδυασμό με ένα διουρητικό.
  • Ασθενείς με νεφρική ανεπάρκεια
    Η συνολική σωματική κάθαρση της φοσινοπριλάτης δεν διαφέρει σημαντικά. Επιτρέπεται η χορήγηση της συνήθους δοσολογίας (10-40 mg). Συνιστάται παρακολούθηση της νεφρικής λειτουργίας κατά τις πρώτες εβδομάδες.
  • Ασθενείς με ηπατική λειτουργία
    Μείωση της δόσης κανονικά δεν είναι αναγκαία.
  • Ηλικιωμένοι
    Συνιστάται η χορήγηση αρχικών χαμηλών δόσεων και έλεγχος/παρακολούθηση της ηπατικής λειτουργίας.
  • Παιδιά και έφηβοι
    Δε συνιστάται η χρήση. Περιορισμένη κλινική εμπειρία σε υπερτασικά παιδιά 6 ετών και άνω. Δεν έχει προσδιορισθεί βέλτιστη δόση. Δεν διατίθεται δοσολογική περιεκτικότητα για παιδιά < 50 κιλά.
block

Αντενδείξεις

ΠΧΠ (SPC)
expand_more
  • Υπερευαισθησία στη φοσινοπρίλη ή σε οποιονδήποτε άλλο αναστολέα του ΜΕΑ ή σε κάποιο από τα έκδοχα.
  • Ιστορικό αγγειοοιδήματος που έχει σχέση με προηγούμενη θεραπευτική αγωγή με αναστολέα ΜΕΑ.
  • Κληρονομικό ή ιδιοπαθές αγγειοοίδημα.
  • Δεύτερο και τρίτο τρίμηνο της κύησης.
  • Ταυτόχρονη χρήση του Φοσινοπρίλη με προϊόντα που περιέχουν αλισκιρένη.
    ΠληθυσμόςΑσθενείς με σακχαρώδη διαβήτη ή νεφρική δυσλειτουργία (GFR < 60 ml/min/1,73 m2)
  • Ταυτόχρονη χρήση με θεραπεία sacubitril/valsartan (Η νατριούχος φοσινοπρίλη δεν πρέπει να ξεκινά νωρίτερα από 36 ώρες μετά την τελευταία δόση sacubitril / valsartan).
warning

Προειδοποιήσεις & Προφυλάξεις

ΠΧΠ (SPC)
expand_more
  • Υπόταση
    προσοχή
    ΠληθυσμόςΑσθενείς που έχουν μειωμένο όγκο αίματος/αλάτων (π.χ. λόγω ισχυρής διουρητικής αγωγής και/ή διαιτητικού περιορισμού του άλατος ή νεφρικής αιμοκάθαρσης)
    Η μείωση του όγκου αίματος και/ή αλάτων θα πρέπει να διορθωθεί πριν την έναρξη της θεραπείας με φοσινοπρίλη.
  • Συμπτωματική υπόταση
    προσοχή
    ΠληθυσμόςΑσθενείς με συμπτωματική καρδιακή ανεπάρκεια με ή χωρίς σχετιζόμενη νεφρική ανεπάρκεια
    Η θεραπεία με φοσινοπρίλη θα πρέπει να ξεκινήσει υπό στενή ιατρική παρακολούθηση. Παρακολούθηση στενά για τις πρώτες δύο εβδομάδες της θεραπείας και κάθε φορά που η δόση της φοσινοπρίλης ή του διουρητικού αυξάνεται. Εξέταση μείωσης της δόσης του διουρητικού σε ασθενείς με φυσιολογική ή χαμηλή αρτηριακή πίεση που έχουν λάβει ισχυρή θεραπεία με διουρητικά ή είναι υπονατριαιμικοί.
  • Στένωση αορτικής και μιτροειδούς βαλβίδας/υπερτροφική μυοκαρδιοπάθεια
    προσοχή
    ΠληθυσμόςΑσθενείς με στένωση της μιτροειδούς βαλβίδας και απόφραξη της ροής εξώθησης της αριστερής κοιλίας (όπως αορτική στένωση ή υπερτροφική μυοκαρδιοπάθεια)
    Οι αναστολείς ΜΕΑ, θα πρέπει να χορηγούνται με προσοχή.
  • Νεφρική ανεπάρκεια
    προσοχή
    ΠληθυσμόςΥπερτασικοί ασθενείς με αμφοτερόπλευρη στένωση της νεφρικής αρτηρίας ή με στένωση αρτηρίας μονήρους νεφρού οι οποίοι έχουν λάβει αγωγή με αναστολείς ΜΕΑ
    Η νεφρική λειτουργία θα πρέπει να παρακολουθείται κατά τη διάρκεια των πρώτων εβδομάδων της θεραπείας.
  • Νεφρική ανεπάρκεια
    προσοχή
    ΠληθυσμόςΟρισμένοι υπερτασικοί ασθενείς χωρίς εμφανή προϋπάρχουσα νεφρική αγγειακή νόσο, ιδιαίτερα όταν ο αναστολέας ΜΕΑ χορηγήθηκε ταυτόχρονα με ένα διουρητικό, και ασθενείς με προϋπάρχουσα νεφρική ανεπάρκεια
    Μπορεί να χρειαστεί ελάττωση της δοσολογίας.
  • Νεφρική ανεπάρκεια σε σοβαρή συμφορητική καρδιακή ανεπάρκεια
    σοβαρό
    ΠληθυσμόςΑσθενείς με σοβαρή συμφορητική καρδιακή ανεπάρκεια των οποίων η νεφρική λειτουργία μπορεί να εξαρτάται από τη δραστικότητα του συστήματος ρενίνης-αγγειοτασίνης-αλδοστερόνης
    Η θεραπεία με αναστολέα ΜΕΑ μπορεί να συσχετισθεί με ολιγουρία και/ή προοδευτική αζωταιμία και σπάνια με οξεία νεφρική ανεπάρκεια και/ή θάνατο.
  • Αγγειοοίδημα Προσώπου και Λαιμού
    σοβαρό
    ΠληθυσμόςΑσθενείς που ακολουθούν αγωγή με αναστολείς ΜΕΑ
    Όταν υπάρχει συμμετοχή της γλώσσας, της γλωττίδας ή του λάρυγγα, απαιτείται άμεσα η χορήγηση της κατάλληλης επείγουσας θεραπείας. Σε οίδημα προσώπου και χειλιών, γενικώς αποκατάσταση του προβλήματος με διακοπή της φοσινοπριλης.
  • Εντερικό αγγειοοίδημα
    προσοχή
    ΠληθυσμόςΑσθενείς που λαμβάνουν αναστολείς ΜΕΑ και προσέρχονται με κοιλιακό άλγος
    Το εντερικό αγγειοοίδημα θα πρέπει να περιλαμβάνεται στη διαφορική διάγνωση.
  • Αναφυλακτοειδείς αντιδράσεις κατά την αφαίρεση λιποπρωτεϊνών χαμηλής πυκνότητας (LDL)
    σοβαρό
    ΠληθυσμόςΑσθενείς που λάμβαναν αναστολείς ΜΕΑ κατά τη διάρκεια αφαίρεσης λιποπρωτεϊνών χαμηλής πυκνότητας (LDL) με απορρόφηση με θειϊκή δεξτράνη
    Αυτές οι αντιδράσεις αποφεύχθηκαν με προσωρινή διακοπή της αγωγής με τον αναστολέα ΜΕΑ πριν από κάθε αφαίρεση.
  • Αναφυλακτοειδείς αντιδράσεις κατά την υψηλής-ροής αιμοκάθαρση
    προσοχή
    ΠληθυσμόςΑσθενείς που υποβλήθηκαν σε αιμοκάθαρση με μεμβράνες υψηλής ροής, οι οποίοι λάμβαναν ταυτόχρονα αναστολέα ΜΕΑ
    Θα πρέπει να δίνεται προσοχή ώστε να χρησιμοποιείται διαφορετικός τύπος μεμβράνης αιμοκάθαρσης ή διαφορετική κατηγορία αντιϋπερτασικού παράγοντα.
  • Αναφυλακτοειδείς αντιδράσεις κατά την απευαισθητοποίηση
    προσοχή
    ΠληθυσμόςΑσθενείς που λάμβαναν αναστολείς ΜΕΑ κατά τη διάρκεια αγωγής απευαισθητοποίησης (π.χ. τοξίνη υμενοπτέρων)
    Χρειάζεται προσοχή. Οι αναστολείς ΜΕΑ διακόπηκαν προσωρινά για την αποφυγή των αντιδράσεων.
  • Ηπατική ανεπάρκεια
    σοβαρό
    ΠληθυσμόςΑσθενείς που λαμβάνουν αναστολείς ΜΕΑ και εμφανίζουν ίκτερο ή σημαντική αύξηση των ηπατικών ενζύμων
    Πρέπει να διακόπτουν την αγωγή με τον αναστολέα ΜΕΑ και να έχουν την κατάλληλη ιατρική παρακολούθηση.
  • Διαταραχές της ηπατικής λειτουργίας
    προσοχή
    ΠληθυσμόςΑσθενείς με διαταραχές της ηπατικής λειτουργίας (π.χ. αλκοολική ή χολική κίρρωση)
    Μπορούν να εμφανίσουν υψηλά επίπεδα φοσινοπρίλης στο πλάσμα.
  • Ουδετεροπενία/Ακοκκιοκυτταραιμία/Θρομβοπενία/Αναιμία
    προσοχή
    ΠληθυσμόςΑσθενείς με νεφρική δυσλειτουργία, ιδιαίτερα αν έχουν επίσης κάποια αγγειακή νόσο του κολλαγόνου όπως ο συστηματικός ερυθηματώδης λύκος ή το σκληρόδερμα
    Σε αυτούς τους ασθενείς θα πρέπει να παρακολουθείται ο αριθμός των λευκών αιμοσφαιρίων.
  • Φυλή
    προσοχή
    ΠληθυσμόςΜαύροι ασθενείς
    Οι αναστολείς ΜΕΑ προκαλούν αγγειοοίδημα σε υψηλότερο ποσοστό και μπορεί να είναι λιγότερο αποτελεσματικοί στη μείωση της αρτηριακής πίεσης σε σύγκριση με ασθενείς που δεν είναι μαύροι.
  • Βήχας
    προσοχή
    ΠληθυσμόςΑσθενείς που λαμβάνουν αναστολείς ΜΕΑ
    Ο βήχας είναι μη παραγωγικός, επίμονος και εξαφανίζεται με τη διακοπή της αγωγής. Θα πρέπει να θεωρείται μέρος της διαφορικής διάγνωσης του βήχα.
  • Χειρουργική/Αναισθησία
    προσοχή
    ΠληθυσμόςΑσθενείς που υποβάλλονται σε εγχείρηση ή κατά τη διάρκεια χορήγησης αναισθητικών που προκαλούν υπόταση
    Η φοσινοπρίλη μπορεί να αυξήσει την υποτασική ανταπόκριση.
  • Υπερκαλιαιμία
    προσοχή
    ΠληθυσμόςΑσθενείς που διατρέχουν κίνδυνο να εμφανίσουν υπερκαλιαιμία (π.χ. νεφρική ανεπάρκεια, αρρύθμιστο σακχαρώδη διαβήτη ή ταυτόχρονη λήψη καλιοσυντηρητικών διουρητικών, συμπληρωμάτων καλίου ή υποκατάστατων άλατος που περιέχουν κάλιο, ή άλλα φάρμακα που σχετίζονται με αύξηση του καλίου στον ορό)
    Εφόσον η χορήγηση των προαναφερθέντων παραγόντων κρίνεται απαραίτητη, συνιστάται τακτική παρακολούθηση του καλίου στον ορό.
  • Διαβητικοί ασθενείς
    προσοχή
    ΠληθυσμόςΔιαβητικοί ασθενείς που λαμβάνουν αντιδιαβητικούς παράγοντες από του στόματος ή ινσουλίνη
    Θα πρέπει να παρακολουθείται στενά ο γλυκαιμικός έλεγχος κατά τη διάρκεια του πρώτου μήνα της αγωγής με έναν αναστολέα ΜΕΑ (βλ. Αλληλεπιδράσεις).
  • Κύηση
    αντενδείκνυται
    ΠληθυσμόςΓυναίκες κατά τη διάρκεια της κύησης ή που σχεδιάζουν εγκυμοσύνη
    Δεν πρέπει να ξεκινάει θεραπεία με αναστολείς του μετατρεπτικού ενζύμου της αγγειοτασίνης (α-ΜΕΑ) κατά τη διάρκεια της κύησης. Εάν διαπιστωθεί εγκυμοσύνη, η θεραπεία με α-ΜΕΑ πρέπει να διακοπεί άμεσα και εάν απαιτείται, πρέπει να ξεκινήσει κάποια εναλλακτική θεραπεία (βλ. Αντενδείξεις και Κύηση και γαλουχία).
  • Εμβρυϊκή/Νεογνική Θνητότητα και Θνησιμότητα
    σοβαρό
    ΠληθυσμόςΈμβρυο/νεογνό (όταν χρησιμοποιηθούν αναστολείς ΜΕΑ κατά τη διάρκεια της κύησης)
    Όταν διαπιστωθεί εγκυμοσύνη, η θεραπεία με Φοσινοπρίλη θα πρέπει να διακόπτεται το συντομότερο δυνατό.
  • Παιδιατρική χρήση
    προσοχή
    ΠληθυσμόςΠαιδιά
    Η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα δεν έχει τεκμηριωθεί.
  • Ηλικιωμένοι
    προσοχή
    ΠληθυσμόςΗλικιωμένοι ασθενείς (65 ετών και άνω)
    Συνιστάται η χορήγηση χαμηλών αρχικών δόσεων και αξιολόγηση της νεφρικής λειτουργίας κατά την έναρξη της θεραπείας.
  • Διπλός αποκλεισμός του συστήματος ρενίνης - αγγειοτενσίνης - αλδοστερόνης (RASS)
    αντενδείκνυται
    ΠληθυσμόςΑσθενείς που λαμβάνουν αναστολείς ΜΕΑ, αποκλειστές των υποδοχέων αγγειοτενσίνης ΙΙ ή αλισκιρένης, ειδικά με διαβητική νεφροπάθεια
    Δεν συνιστάται διπλός αποκλεισμός. Εάν η θεραπεία θεωρείται απολύτως απαραίτητη, θα πρέπει να λάβει χώρα μόνο κάτω από την επίβλεψη ειδικού και με συχνή στενή παρακολούθηση της νεφρικής λειτουργίας, των ηλεκτρολυτών και της αρτηριακής πίεσης. Οι αναστολείς ΜΕΑ και οι αποκλειστές των υποδοχέων αγγειοτενσίνης ΙΙ δεν θα πρέπει να χρησιμοποιούνται ταυτόχρονα σε ασθενείς με διαβητική νεφροπάθεια.
  • Δυσανεξία (Λακτόζη)
    αντενδείκνυται
    ΠληθυσμόςΑσθενείς με σπάνια κληρονομικά προβλήματα δυσανεξίας στη γαλακτόζη, έλλειψη λακτάσης Lapp ή κακή απορρόφηση γλυκόζης-γαλακτόζης
    Δεν πρέπει να λάβουν αυτό το φαρμακευτικό προϊόν.
swap_horiz

Αλληλεπιδράσεις

ΠΧΠ (SPC)
expand_more
  • Διουρητικά
    προσοχή
    Υπερβολική πτώση στην αρτηριακή πίεση (υπόταση)
    ΣύστασηΜείωση πιθανότητας με διακοπή διουρητικού, αύξηση όγκου αίματος ή λήψης άλατος πριν την έναρξη, ή έναρξη με χαμηλές και προοδευτικά αυξανόμενες δόσεις αναστολέα ΜΕΑ.
  • προσοχή
    Αναστρέψιμες αυξήσεις των συγκεντρώσεων του λιθίου στον ορό και τοξικότητα. Η ταυτόχρονη χρήση θειαζιδικών διουρητικών μπορεί να αυξήσει τον κίνδυνο.
    ΣύστασηΔεν συνιστάται συγχορήγηση. Εάν απαραίτητο, παρακολούθηση των επιπέδων του λιθίου στον ορό.
  • Μη στεροειδή αντιφλεγμονώδη φάρμακα (ΜΣΑΦ) συμπεριλαμβανομένης της ασπιρίνης σε δόση >3g/ημέρα
    προσοχή
    Μείωση της αντιυπερτασικής δράσης των αναστολέων ΜΕΑ. Αθροιστική επίδραση στην αύξηση του καλίου του ορού και μείωση της νεφρικής λειτουργίας. Σπανίως οξεία νεφρική ανεπάρκεια.
  • Αντιυπερτασικοί παράγοντες και αγγειοδιασταλτικά (π.χ. νιτρογλυκερίνη, νιτρώδη)
    προσοχή
    Αύξηση της υποτασικής επίδρασης των αναστολέων ΜΕΑ, περαιτέρω μείωση της αρτηριακής πίεσης.
  • Αντιδιαβητικοί παράγοντες (ινσουλίνες, υπογλυκαιμικοί παράγοντες από του στόματος)
    παρακολούθηση
    Αύξηση της υπογλυκαιμικής δράσης με κίνδυνο υπογλυκαιμίας. Πιθανότερο τις πρώτες εβδομάδες ή σε ασθενείς με νεφρική ανεπάρκεια.
  • Τρικυκλικά αντικαταθλιπτικά/Αντιψυχωσικά/Αναισθητικά φάρμακα
    προσοχή
    Περαιτέρω μείωση της αρτηριακής πίεσης.
  • Συμπαθητικομιμητικά
    προσοχή
    Ελάττωση των αντιυπερτασικών ιδιοτήτων των αναστολέων ΜΕΑ.
  • Αλλοπουρινόλη, κυτταροστατικοί ή ανοσοκατασταλτικοί παράγοντες, συστηματικά κορτικοστεροειδή ή προκαϊναμίδη
    προσοχή
    Αυξημένος κίνδυνος για λευκοπενία.
  • Αντιόξινα (π.χ. υδροξείδιο του αργιλίου, υδροξείδιο του μαγνησίου, σιμεθικόνη)
    προσοχή
    Μειωμένη βιοδιαθεσιμότητα των αναστολέων ΜΕΑ.
    ΣύστασηΟι δόσεις θα πρέπει να χωρίζονται κατά 2 ώρες.
  • Αναστολείς ΜΕΑ, αποκλειστές των υποδοχέων αγγειοτενσίνης ΙΙ ή αλισκιρένη (διπλός αποκλεισμός RAAS)
    αντένδειξη
    Υψηλότερη συχνότητα υπότασης, υπερκαλιαιμίας και μειωμένη νεφρική λειτουργία (συμπεριλαμβανομένης οξείας νεφρικής ανεπάρκειας).
    ΣύστασηΔεν θα πρέπει να χρησιμοποιούνται ταυτόχρονα σε ασθενείς με διαβητική νεφροπάθεια.
  • Sacubtril/valsatran
    αντένδειξη
    Αυξάνει τον κίνδυνο εμφάνισης αγγειοοιδήματος.
  • Racecadotril, αναστολείς mTOR (sirolimus, everolimus, temsirolimus), vildagliptin
    προσοχή
    Αυξημένος κίνδυνος για αγγειοοίδημα.
  • Καλιοσυντηρητικά διουρητικά (π.χ. σπιρονολακτόνη, τριαμτερένη, αμιλορίδη), συμπληρώματα καλίου ή υποκατάστατα άλατος περιέχοντα κάλιο, τριμεθοπρίμη, κο-τριμοξαζόλη
    αντένδειξη
    Σημαντική αύξηση του καλίου του ορού (υπερκαλιαιμία).
    ΣύστασηΟ συνδυασμός δεν συνιστάται. Εάν η συγχορήγηση ενδείκνυται, να χρησιμοποιούνται με προσοχή και συχνή παρακολούθηση του καλίου του ορού.
  • παρακολούθηση
    Υπερκαλιαιμία.
    ΣύστασηΣυνιστάται η παρακολούθηση του καλίου του ορού.
  • παρακολούθηση
    Υπερκαλιαιμία.
    ΣύστασηΣυνιστάται η παρακολούθηση του καλίου του ορού.
sick

Ανεπιθύμητες ενέργειες

ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Λοιμώξεις
  • Λοίμωξη ανώτερου αναπνευστικού
  • Φαρυγγίτιδα
  • Ιογενής λοίμωξη
  • Πνευμονία
  • Λαρυγγίτιδα
  • Τραχειοβρογχίτιδα
  • Κολπίτιδα
Αναπνευστικό
  • Ρινίτιδα
  • Ιγμορίτιδα
  • Βήχας
  • Διαταραχή παραρρίνιων κόλπων
  • Δύσπνοια
  • Βρογχόσπασμος
  • Πνευμονική συμφόρηση
  • Δυσφωνία
  • Επίσταξη
  • Πλευριτικός πόνος
Αίμα
  • Λεμφαδενοπάθεια
  • Λευκοπενία
  • Ουδετεροπενία
  • Ηωσινοφιλία
Μεταβολισμός
  • Ουρική αρθρίτιδα
  • Διαταραχές όρεξης
  • Διακυμάνσεις σωματικού βάρους
  • Μειωμένη όρεξη
  • Υπερκαλιαιμία
  • Αυξημένο βάρος
Ψυχιατρικές
  • Μεταβολή διάθεσης
  • Διαταραχές του ύπνου
  • Κατάθλιψη
  • Μη φυσιολογική συμπεριφορά
  • Συγχυτική κατάσταση
Νευρικό
  • Ζάλη
  • Κεφαλαλγία
  • Παραισθησία
  • Συγκοπή
  • Αγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιο
  • Έμφρακτο
  • Παροδικό ισχαιμικό επεισόδιο
  • Τρόμος
  • Διαταραχή ισορροπίας
  • Επηρεασμένη μνήμη
  • Υπνηλία
  • Εγκεφαλικό αγγειακό επεισόδιο
  • Ίλιγγος
  • Δυσγευσία
Οφθαλμικές
  • Οφθαλμικές διαταραχές
  • Οπτική διαταραχή
Αυτί
  • Εμβοές
  • Ωταλγία
Καρδιά
  • Αρρυθμία
  • Αίσθημα παλμών
  • Στηθάγχη
  • Καρδιακή ανακοπή
  • Έμφραγμα του μυοκαρδίου
  • Ταχυκαρδία
  • Καρδιοαναπνευστική ανακοπή
  • Διαταραχή αγωγιμότητας
Αγγειακές
  • Υπόταση
  • Ορθοστατική υπόταση
  • Καταπληξία
  • Υπερτασική κρίση
  • Περιφερική αγγειακή νόσος
  • Αιμορραγία
  • Υπέρταση
  • Έξαψη
Γαστρεντερικό
  • Ναυτία
  • Έμετος
  • Διάρροια
  • Κοιλιακό άλγος
  • Δυσπεψία
  • Παγκρεατίτιδα
  • Οιδηματώδης γλώσσα
  • Δυσφαγία
  • Στοματική διαταραχή
  • Διάταση κοιλίας
  • Δυσκοιλιότητα
  • Μετεωρισμός
  • Ξηροστομία
Ήπαρ
  • Ηπατίτιδα
  • Μη φυσιολογική δοκιμασία ηπατικής λειτουργίας
Δέρμα
  • Εξάνθημα
  • Αγγειοοίδημα
  • Υπεριδρωσία
  • Εκχύμωση
  • Κνησμός
  • Δερματίτιδα
  • Κνίδωση
Μυοσκελετικό
  • Μυοσκελετικός πόνος
  • Μυαλγία
  • Μυϊκή αδυναμία
  • Αρθρίτιδα
Νεφρά/Ουροποιητικό
  • Διαταραχή ούρησης
  • Νεφρική ανεπάρκεια
Αναπαραγωγικό
  • Σεξουαλική δυσλειτουργία
  • Διαταραχή προστάτη
Γενικές
  • Κόπωση
  • Θωρακικό άλγος
  • Οίδημα
  • Εξασθένιση
  • Περιφερικό οίδημα
  • Πόνος
  • Πυρεξία
Λεπτομέρειες κατά συχνότητα expand_more
  • Έμετος
    Γαστρεντερικό
    Συχνές
  • Αίσθημα παλμών
    Καρδιά
    Συχνές
  • Αρρυθμία
    Καρδιά
    Συχνές
  • Αυξημένο βάρος
    Μεταβολισμός
    Συχνές
  • Βήχας
    Αναπνευστικό
    Συχνές
  • Διάρροια
    Γαστρεντερικό
    Συχνές
  • Διαταραχές του ύπνου
    Ψυχιατρικές
    Συχνές
  • Διαταραχή ούρησης
    Νεφρά/Ουροποιητικό
    Συχνές
  • Διαταραχή παραρρίνιων κόλπων
    Αναπνευστικό
    Συχνές
  • Δυσγευσία
    Νευρικό
    Συχνές
  • Δυσπεψία
    Γαστρεντερικό
    Συχνές
  • Εξάνθημα
    Δέρμα
    Συχνές
  • Εξασθένιση
    Γενικές
    Συχνές
  • Ζάλη
    Νευρικό
    Συχνές
  • Θωρακικό άλγος
    Γενικές
    Συχνές
  • Ιογενής λοίμωξη
    Λοιμώξεις
    Συχνές
  • Κεφαλαλγία
    Νευρικό
    Συχνές
  • Κοιλιακό άλγος
    Γαστρεντερικό
    Συχνές
  • Κόπωση
    Γενικές
    Συχνές
  • Λοίμωξη ανώτερου αναπνευστικού
    Λοιμώξεις
    Συχνές
  • Μεταβολή διάθεσης
    Ψυχιατρικές
    Συχνές
  • Μυαλγία
    Μυοσκελετικό
    Συχνές
  • Μυοσκελετικός πόνος
    Μυοσκελετικό
    Συχνές
  • Ναυτία
    Γαστρεντερικό
    Συχνές
  • Οίδημα
    Γενικές
    Συχνές
  • Οπτική διαταραχή
    Οφθαλμικές
    Συχνές
  • Ορθοστατική υπόταση
    Αγγειακές
    Συχνές
  • Οφθαλμικές διαταραχές
    Οφθαλμικές
    Συχνές
  • Παραισθησία
    Νευρικό
    Συχνές
  • Ρινίτιδα
    Αναπνευστικό
    Συχνές
  • Σεξουαλική δυσλειτουργία
    Αναπαραγωγικό
    Συχνές
  • Στηθάγχη
    Καρδιά
    Συχνές
  • Υπόταση
    Αγγειακές
    Συχνές
  • Φαρυγγίτιδα
    Λοιμώξεις
    Συχνές
  • Αγγειοοίδημα
    Δέρμα
    Όχι συχνές
  • Καταπληξία
    Αγγειακές
    Όχι συχνές
  • Συγκοπή
    Νευρικό
    Όχι συχνές
  • Έμφραγμα του μυοκαρδίου
    Καρδιά
    Μη γνωστές
  • Έμφρακτο
    Νευρικό
    Μη γνωστές
  • Έξαψη
    Αγγειακές
    Μη γνωστές
  • Ίλιγγος
    Νευρικό
    Μη γνωστές
  • Αγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιο
    Νευρικό
    Μη γνωστές
  • Αιμορραγία
    Αγγειακές
    Μη γνωστές
  • Αρθρίτιδα
    Μυοσκελετικό
    Μη γνωστές
  • Βρογχόσπασμος
    Αναπνευστικό
    Μη γνωστές
  • Δερματίτιδα
    Δέρμα
    Μη γνωστές
  • Διάταση κοιλίας
    Γαστρεντερικό
    Μη γνωστές
  • Διακυμάνσεις σωματικού βάρους
    Μεταβολισμός
    Μη γνωστές
  • Διαταραχές όρεξης
    Μεταβολισμός
    Μη γνωστές
  • Διαταραχή αγωγιμότητας
    Καρδιά
    Μη γνωστές
  • Διαταραχή ισορροπίας
    Νευρικό
    Μη γνωστές
  • Διαταραχή προστάτη
    Αναπαραγωγικό
    Μη γνωστές
  • Δυσκοιλιότητα
    Γαστρεντερικό
    Μη γνωστές
  • Δυσφαγία
    Γαστρεντερικό
    Μη γνωστές
  • Δυσφωνία
    Αναπνευστικό
    Μη γνωστές
  • Δύσπνοια
    Αναπνευστικό
    Μη γνωστές
  • Εγκεφαλικό αγγειακό επεισόδιο
    Νευρικό
    Μη γνωστές
  • Εκχύμωση
    Δέρμα
    Μη γνωστές
  • Εμβοές
    Αυτί
    Μη γνωστές
  • Επίσταξη
    Αναπνευστικό
    Μη γνωστές
  • Επηρεασμένη μνήμη
    Νευρικό
    Μη γνωστές
  • Ηπατίτιδα
    Ήπαρ
    Μη γνωστές
  • Ηωσινοφιλία
    Αίμα
    Μη γνωστές
  • Ιγμορίτιδα
    Αναπνευστικό
    Μη γνωστές
  • Καρδιακή ανακοπή
    Καρδιά
    Μη γνωστές
  • Καρδιοαναπνευστική ανακοπή
    Καρδιά
    Μη γνωστές
  • Κατάθλιψη
    Ψυχιατρικές
    Μη γνωστές
  • Κνίδωση
    Δέρμα
    Μη γνωστές
  • Κνησμός
    Δέρμα
    Μη γνωστές
  • Κολπίτιδα
    Λοιμώξεις
    Μη γνωστές
  • Λαρυγγίτιδα
    Λοιμώξεις
    Μη γνωστές
  • Λεμφαδενοπάθεια
    Αίμα
    Μη γνωστές
  • Λευκοπενία
    Αίμα
    Μη γνωστές
  • Μειωμένη όρεξη
    Μεταβολισμός
    Μη γνωστές
  • Μετεωρισμός
    Γαστρεντερικό
    Μη γνωστές
  • Μη φυσιολογική δοκιμασία ηπατικής λειτουργίας
    Ήπαρ
    Μη γνωστές
  • Μη φυσιολογική συμπεριφορά
    Ψυχιατρικές
    Μη γνωστές
  • Μυϊκή αδυναμία
    Μυοσκελετικό
    Μη γνωστές
  • Νεφρική ανεπάρκεια
    Νεφρά/Ουροποιητικό
    Μη γνωστές
  • Ξηροστομία
    Γαστρεντερικό
    Μη γνωστές
  • Οιδηματώδης γλώσσα
    Γαστρεντερικό
    Μη γνωστές
  • Ουδετεροπενία
    Αίμα
    Μη γνωστές
  • Ουρική αρθρίτιδα
    Μεταβολισμός
    Μη γνωστές
  • Παγκρεατίτιδα
    Γαστρεντερικό
    Μη γνωστές
  • Παροδικό ισχαιμικό επεισόδιο
    Νευρικό
    Μη γνωστές
  • Περιφερική αγγειακή νόσος
    Αγγειακές
    Μη γνωστές
  • Περιφερικό οίδημα
    Γενικές
    Μη γνωστές
  • Πλευριτικός πόνος
    Αναπνευστικό
    Μη γνωστές
  • Πνευμονία
    Λοιμώξεις
    Μη γνωστές
  • Πνευμονική συμφόρηση
    Αναπνευστικό
    Μη γνωστές
  • Πυρεξία
    Γενικές
    Μη γνωστές
  • Πόνος
    Γενικές
    Μη γνωστές
  • Στοματική διαταραχή
    Γαστρεντερικό
    Μη γνωστές
  • Συγχυτική κατάσταση
    Ψυχιατρικές
    Μη γνωστές
  • Ταχυκαρδία
    Καρδιά
    Μη γνωστές
  • Τραχειοβρογχίτιδα
    Λοιμώξεις
    Μη γνωστές
  • Τρόμος
    Νευρικό
    Μη γνωστές
  • Υπέρταση
    Αγγειακές
    Μη γνωστές
  • Υπεριδρωσία
    Δέρμα
    Μη γνωστές
  • Υπερκαλιαιμία
    Μεταβολισμός
    Μη γνωστές
  • Υπερτασική κρίση
    Αγγειακές
    Μη γνωστές
  • Υπνηλία
    Νευρικό
    Μη γνωστές
  • Ωταλγία
    Αυτί
    Μη γνωστές
pregnant_woman

Κύηση / Γαλουχία

ΠΧΠ (SPC)
Επίπεδο κινδύνου: Αντενδείκνυται expand_more
  • Κύηση
    Η χρήση αναστολέων του μετατρεπτικού ενζύμου της αγγειοτασίνης (α-ΜΕΑ) δεν συνιστάται κατά τη διάρκεια του πρώτου τριμήνου της κύησης. Η χρήση των α-ΜΕΑ αντενδείκνυται κατά την διάρκεια του δευτέρου και τρίτου τριμήνου της κύησης.
    Δεν υπάρχουν οριστικά επιδημιολογικά στοιχεία σχετικά με τον κίνδυνο τερατογένεσης μετά από χρήση αναστολέων ΜΕΑ κατά τη διάρκεια του πρώτου τριμήνου της κύησης. Ωστόσο, δεν μπορεί να αποκλειστεί μικρή αύξηση του κινδύνου. Ασθενείς που σχεδιάζουν εγκυμοσύνη πρέπει να αλλάξουν αντιυπερτασική θεραπεία με κάποια άλλη η οποία να έχει αναγνωρισμένο προφίλ ασφαλείας όσον αφορά στη χρήση του φαρμάκου κατά την κύηση, εκτός εάν η συνέχιση της θεραπείας με α-ΜΕΑ θεωρείται απολύτως αναγκαία. Εάν διαπιστωθεί εγκυμοσύνη κατά τη χρήση του φαρμάκου, η θεραπεία με α-ΜΕΑ πρέπει να διακοπεί άμεσα και εάν απαιτείται, πρέπει να ξεκινήσει κάποια εναλλακτική θεραπεία. Η έκθεση σε θεραπεία με α-ΜΕΑ κατά τη διάρκεια του δεύτερου και τρίτου τριμήνου είναι γνωστό ότι επιφέρει εμβρυοτοξικότητα στον άνθρωπο (μειωμένη νεφρική λειτουργία, ολιγοϋδράμνιο, καθυστέρηση οστεοποίησης του κρανίου) και βρεφική τοξικότητα (νεφρική ανεπάρκεια, υπόταση, υπερκαλιαιμία), (βλ. Προκλινικά δεδομένα). Εάν η έκθεση σε α-ΜΕΑ έχει συμβεί μετά το πρώτο τρίμηνο της κύησης, συνιστάται να γίνεται έλεγχος με υπερηχογράφημα των νεφρών και του κρανίου. Βρέφη των οποίων οι μητέρες έπαιρναν α-ΜΕΑ πρέπει να παρακολουθούνται προσεκτικά για υπόταση (βλ. Αντενδείξεις και Ειδικές προειδοποιήσεις).
  • Γαλουχία
    το Φοσινοπρίλη δεν συνιστάται σε μητέρες που θηλάζουν.
    H φοσινοπρίλη είναι ανιχνεύσιμη στο μητρικό γάλα. Καθώς δεν υπάρχουν διαθέσιμα δεδομένα σχετικά με τη χρήση της φοσινοπρίλης κατά τη διάρκεια της γαλουχίας. Συνιστώνται εναλλακτικές θεραπείες με τεκμηριωμένη ασφάλεια κατά τη διάρκεια της γαλουχίας, ιδιαίτερα στην περίπτωση νεογέννητου ή πρόωρου νεογνού.
biotech

Φαρμακολογία

Φαρμακοδυναμική & Φαρμακοκινητική
expand_more
Φαρμακοδυναμική

Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: Αναστολείς του Μετατρεπτικού Ενζύμου της Αγγειοτασίνης, Απλοί, κωδικός ATC: C09AA09

Μηχανισμός δράσης

Η φοσινοπρίλη, ένα προφάρμακο εστερικού τύπου, υδρολύεται από τις εστεράσες στη φαρμακολογικά δραστική μορφή, την φοσινοπριλάτη. Η φοσινοπριλάτη εμποδίζει τη μετατροπή της αγγειοτασίνης Ι στην αγγειοσυσπαστική ουσία αγγειοτασίνη ΙΙ. Η μείωση της αγγεοτασίνης ΙΙ οδηγεί σε μειωμένη αγγειοσυσπαστική δράση και σε μειωμένη έκκριση αλδοστερόνης. Η τελευταία αυτή δράση μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα μικρή αύξηση στο κάλιο του ορού (μέση τιμή= 0,1mEq/l) σε συνδυασμό με απώλεια νατρίου και υγρών. Η αναστολή του μετατρεπτικού ενζύμου της αγγειοτασίνης (ΜΕΑ) επηρεάζει επίσης τη διάσπαση της βραδυκινίνης, ενός ισχυρού αγγειοσυσπαστικού πεπτιδίου, γεγονός που μπορεί να συμβάλλει στην αντιυπερτασική δράση. Η φοσινοπρίλη έχει θεραπευτική επίδραση σε υπερτασικούς ασθενείς με χαμηλά επίπεδα ρενίνης. Σε ασθενείς με καρδιακή ανεπάρκεια, τα ευεργετικά αποτελέσματα του Φοσινοπρίλη θεωρείται ότι οφείλονται στην καταστολή του συστήματος ρενίνης-αγγειοτασίνης-αλδοστερόνης. Η αναστολή του μετατρεπτικού ενζύμου αγγειοτασίνης προκαλεί ελάττωση τόσο του προφορτίου όσο και μεταφορτίου. Η φοσινοπρίλη απομακρύνεται σε ελάχιστο βαθμό από τον οργανισμό μέσω αιμοκάθαρσης ή περιτοναϊκής διϋλισης. Η μείωση της αρτηριακής πίεσης με χαμηλές (0,1 mg/Kg), ενδιάμεσες (0,3 mg/Kg) και υψηλές (0,6 mg/Kg) δόσεις φοσινοπρίλης μια φορά ημερησίως αξιολογήθηκε σε τυχαιοποημένη διπλά-τυφλή κλινική μελέτη 252 παιδιών και εφήβων ηλικίας 6-16 ετών, με υπέρταση ή φυσιολογική-υψηλή αρτηριακή πίεση. Στο τέλος των 4 εβδομάδων θεραπείας, η μέση μείωση της συστολικής αρτηριακής πίεσης από τα αρχικά επίπεδα ήταν παρόμοια για τα παιδιά που έλαβαν χαμηλή, ενδιάμεση και υψηλή δόση φοσινοπρίλης. Δεν καταδείχθηκε συσχετισμός δόσης-απόκρισης μεταξύ των τριών δόσεων. Δεν έχει προσδιορισθεί η βέλτιστη δοσολογία για παιδιά οποιασδήποτε ηλικίας. Δεν διατίθεται δοσολογική περιεκτικότητα για παιδιά που ζυγίζουν λιγότερο από 50 κιλά.

Φαρμακοδυναμικές ιδιότητες

Υπέρταση: Το Φοσινοπρίλη μειώνει την πίεση του αίματος μέσα σε μία ώρα. Οι μέγιστες μειώσεις της πίεσης του αίματος επιτυγχάνονται 2-6 ώρες μετά από τη χορήγηση της δόσης και η αντιυπερτασική επίδραση διατηρείται για 24 ώρες. Η πίεση του αίματος μειώνεται στην ίδια περίπου έκταση τόσο στην ύπτια όσο και στην όρθια θέση. Η ορθοστατική επίδραση και η ταχυκαρδία είναι σπάνιες, αλλά μπορεί να παρουσιαστούν σε ασθενείς με μειωμένους ηλεκτρολύτες και/ή όγκο υγρών. Η μείωση της πίεσης μπορεί να είναι προοδευτική και έτσι μπορεί να χρειασθούν αρκετές εβδομάδες αγωγής για να επιτευχθεί η μέγιστη θεραπευτική ανταπόκριση. Οι επιδράσεις της φοσινοπρίλης και των θειαζικού τύπου διουρητικών στη μείωση της πίεσης του αίματος είναι προσθετικές.

Καρδιακή ανεπάρκεια: Σε μία διπλή-τυφλή, ελεγχόμενη κλινική μελέτη σε ασθενείς με καρδιακή ανεπάρκεια που υποβάλλονταν σε θεραπεία με διουρητικά και με ή χωρίς διγοξίνη, η αρχική δόση του Φοσινοπρίλη οδήγησε σε οξεία ελάττωση της πίεσης (ενσφήνωσης) των τριχοειδών του πνεύμονα (προφορτίου) της μέσης αρτηριακής πίεσης του αίματος και των περιφερικών αντιστάσεων της συστηματικής κυκλοφορίας (μεταφορτίου). Καθημερινή εφάπαξ χορήγηση του Φοσινοπρίλη διατήρησε τα θετικά αιμοδυναμικά αποτελέσματα σε όλο το χρονικό διάστημα των 24 ωρών που μεσολαβούσε μεταξύ των δόσεων σε ασθενείς που συμπλήρωναν 10 εβδομάδες θεραπείας. Επί πλέον, η καρδιακή συχνότητα ελαττώθηκε σε σχέση με την αρχική και ο δείκτης όγκου παλμού αυξήθηκε παρά την ελάττωση της πίεσης πλήρωσης της αριστεράς κοιλίας. Δεν παρατηρήθηκε ταχυφυλαξία. Το Φοσινοπρίλη βελτίωσε την ανοχή στην κόπωση 24ωρου σε δύο ελεγχόμενες με εικονικό φάρμακο μελέτες (271 ασθενείς με καρδιακή ανεπάρκεια που υποβλήθηκαν σε θεραπεία με Φοσινοπρίλη μία φορά την ημέρα) διάρκειας μέχρις 6 μηνών, περιλαμβανομένης μιας μελέτης στην οποία οι ασθενείς δεν υποβάλλονταν σε ταυτόχρονη θεραπεία με διγοξίνη. Οι κλινικές εκδηλώσεις της καρδιακής ανεπάρκειας επίσης βελτιώθηκαν, όπως προέκυψε από τον αριθμό των ασθενών που διέκοψαν τη θεραπεία (ελάττωση κινδύνου 66%, p<0,001) ή των εισαγωγών σε νοσοκομεία για επιδείνωση της καρδιακής ανεπάρκειας (ελάττωση κινδύνου 66%, p=0,001). Το Φοσινοπρίλη ελάττωσε την ανάγκη επιπρόσθετης χορήγησης διουρητικών για τον έλεγχο των συμπτωμάτων της καρδιακής ανεπάρκειας. Η βαρύτητα της καρδιακής ανεπάρκειας, όπως μετρήθηκε με τις ευνοϊκές μεταβολές στην ταξινόμηση της Καρδιολογικής Εταιρείας της Ν.Υόρκης και για τα συμπτώματα της καρδιακής ανεπάρκειας, όπως η δύσπνοια και η κόπωση, βελτιώθηκε.

Δύο μεγάλες τυχαιοποιημένες, ελεγχόμενες μελέτες (η ONTARGET (ONgoing Telmisartan Alone and in combination with Ramipril Global Endpoint Trial) και η VA NEPHRON-D (The Veterans Affairs Nephropathy in Diabetes)) έχουν εξετάσει τη χρήση του συνδυασμού ενός αναστολέα ΜΕΑ με έναν αποκλειστή των υποδοχέων αγγειοτενσίνης II. Η ONTARGET ήταν μία μελέτη που διεξήχθη σε ασθενείς με ιστορικό καρδιαγγειακής ή εγκεφαλικής αγγειακής νόσου ή σακχαρώδη διαβήτη τύπου 2 συνοδευόμενο από ένδειξη βλάβης τελικού οργάνου. Η VA NEPHRON-D ήταν μία μελέτη σε ασθενείς με σακχαρώδη διαβήτη τύπου 2 και διαβητική νεφροπάθεια. Αυτές οι μελέτες δεν έχουν δείξει σημαντική ωφέλιμη επίδραση στις νεφρικές και/ή στις καρδιαγγειακές εκβάσεις και τη θνησιμότητα, ενώ παρατηρήθηκε ένας αυξημένος κίνδυνος υπερκαλιαιμίας, οξείας νεφρικής βλάβης και/ή υπότασης σε σύγκριση με τη μονοθεραπεία. Δεδομένων των παρόμοιων φαρμακοδυναμικών ιδιοτήτων, αυτά τα αποτελέσματα είναι επίσης σχετικά για άλλους αναστολείς ΜΕΑ και αποκλειστές των υποδοχέων αγγειοτενσίνης ΙΙ. Ως εκ τούτου οι αναστολείς ΜΕΑ και οι αποκλειστές των υποδοχέων αγγειοτενσίνης ΙΙ δεν θα πρέπει να χρησιμοποιούνται ταυτόχρονα σε ασθενείς με διαβητική νεφροπάθεια.

Η ALTITUDE (Aliskiren Trial in Type 2 Diabetes Using Cardiovascular and Renal Disease Endpoints) ήταν μία μελέτη σχεδιασμένη να ελέγξει το όφελος της προσθήκης αλισκιρένης σε μία πρότυπη θεραπεία με έναν αναστολέα ΜΕΑ ή έναν αποκλειστή υποδοχέων αγγειοτενσίνης ΙΙ σε ασθενείς με σακχαρώδη διαβήτη τύπου 2 και χρόνια νεφρική νόσο, καρδιαγγειακή νόσο ή και τα δύο. Η μελέτη διεκόπη πρόωρα λόγω ενός αυξημένου κινδύνου ανεπιθύμητων εκβάσεων. Ο καρδιαγγειακός θάνατος και το εγκεφαλικό επεισόδιο ήταν και τα δύο αριθμητικά συχνότερα στην ομάδα της αλισκιρένης από ότι στην ομάδα του εικονικού φαρμάκου και τα ανεπιθύμητα συμβάντα και τα σοβαρά ανεπιθύμητα συμβάντα ενδιαφέροντος (υπερκαλιαιμία, υπόταση και νεφρική δυσλειτουργία) αναφέρθηκαν συχνότερα στην ομάδα της αλισκιρένης από ότι στην ομάδα του εικονικού φαρμάκου.

Φαρμακοκινητική

Φαρμακοκινητική και μεταβολισμός

Μετά την από του στόματος χορήγηση του Φοσινοπρίλη η φοσινοπρίλη απορροφάται σε ποσοστό 30-40%. Η φοσινοπρίλη υδρολύεται από τις εστεράσες, κυρίως στο ήπαρ, στη φαρμακολογικά δραστική μορφή, φοσινοπριλάτη. Ο ρυθμός μετατροπής της φοσινοπρίλης σε φοσινοπριλάτη μπορεί να είναι μειωμένος σε ασθενείς με ηπατική δυσλειτουργία. Ωστόσο, η έκταση αυτής της μετατροπής είναι αμετάβλητη. Ο χρόνος μέχρι την επίτευξη των μέγιστων συγκεντρώσεων φοσινοπριλάτης στο πλάσμα είναι περίπου 3 ώρες, ανεξάρτητα από τη χορηγούμενη δόση της φοσινοπρίλης. Μετά από εφάπαξ και πολλαπλές δόσεις από το στόμα, οι φαρμακοκινητικές παράμετροι (δηλαδή Cmax, AUC) είναι σε άμεση αναλογία με τη χορηγούμενη δόση φοσινοπρίλης. Η φοσινοπριλάτη συνδέεται σε υψηλό ποσοστό με τις πρωτεΐνες ( 95%), αλλά σε ελάχιστο βαθμό με τα κυτταρικά συστατικά του αίματος. Μελέτες σε πειραματόζωα δείχνουν ότι η φοσινοπρίλη και η φοσινοπριλάτη δεν περνούν τον αιματοεγκεφαλικό φραγμό. Η φοσινοπριλάτη όμως περνά τον πλακούντα στα έγκυα πειραματόζωα. Μετά από ενδοφλέβια χορήγηση η φοσινοπριλάτη απεκκρίνεται περίπου ισοδύναμα από το ήπαρ και από τους νεφρούς. Σε υπερτασικούς ασθενείς με φυσιολογική νεφρική και ηπατική λειτουργία που έλαβαν επαναλαμβανόμενες δόσεις φοσινοπρίλης, ο χρόνος t/½ για τη συσσώρευση της φοσινοπριλάτης ήταν 11,5 ώρες κατά μέσον όρο. Σε ασθενείς με καρδιακή ανεπάρκεια, ο χρόνος t½ ήταν 14 ώρες. Η φοσινοπρίλη δεν απομακρύνεται καλά με τη διύλυση. Η κάθαρση της φοσινοπριλάτης με αιμοκάθαρση και περιτοναϊκή κάθαρση κυμαίνεται μεταξύ 2% και 7% της κάθαρσης της ουρίας, αντιστοίχως. Σε ασθενείς με έκπτωση της νεφρικής λειτουργίας (κάθαρση κρεατινίνης < 80ml/min/1,73m2) η συνολική σωματική κάθαρση της φοσινοπριλάτης είναι περίπου η μισή αυτής που παρατηρείται σε ασθενείς με φυσιολογική νεφρική λειτουργία, ενώ η απορρόφηση, η βιοδιαθεσιμότητα και η σύνδεση με τις πρωτεΐνες δεν μεταβάλλονται σημαντικά. Η κάθαρση της φοσινοπριλάτης δεν διαφέρει σημαντικά με το βαθμό της νεφρικής έκπτωσης. Η μειωμένη νεφρική απέκκριση αντιρροπείται από την αυξημένη ηπατοχολική απέκκριση. Μία μέτρια αύξηση στα επίπεδα της AUC πλάσματος (λιγότερο από το διπλάσιο σε σύγκριση με φυσιολογικά άτομα) παρατηρήθηκε σε ασθενείς με διάφορους βαθμούς νεφρικής ανεπάρκειας περιλαμβανομένης νεφρικής ανεπάρκειας τελικού σταδίου (κάθαρση κρεατινίνης <10ml/min/1,73m2). Σε ασθενείς με έκπτωση της ηπατικής λειτουργίας (αλκοολική ή χολική κίρρωση) η έκπτωση της υδρόλυσης της φοσινοπρίλης δεν μειώνεται σημαντικά, παρότι ο ρυθμός της υδρόλυσης μπορεί να επιβραδυνθεί. Η φαινομενική ολική σωματική κάθαρση της φοσινοπριλάτης είναι περίπου η μισή σε σύγκριση με αυτή ασθενών με φυσιολογική ηπατική λειτουργία. Τα φαρμακοκινητικά δεδομένα για παιδιά και εφήβους είναι περιορισμένα και εξήχθησαν από μια φαρμακοκινητική μελέτη εφάπαξ δόσης διαλύματος φοσινοπρίλης 0,3 mg/kg, σε 19 υπερτασικούς ασθενείς ηλικίας 6 έως 16 ετών. Πρέπει να αποδειχθεί σε περαιτέρω μελέτες κατά πόσον οι τιμές AUC και Cmax της φοσινοπριλάτης (δραστικής μορφής της φοσινοπρίλης) σε παιδιά 6 έως 16 ετών είναι συγκρίσιμες με εκείνες ενηλίκων που έλαβαν 20 mg φοσινοπρίλης υπό μορφή διαλύματος. Ο τελικός χρόνος ημίσειας ζωής απέκκρισης για τη φοσινοπριλάτη ήταν 11-13 ώρες και παρόμοιος σε όλες τις φάσεις των μελετών.

Μηχανισμός δράσης
Υπάρχουν δύο ισομορφές του ACE: η σωματική ισομορφή, που υπάρχει ως γλυκοπρωτεΐνη που αποτελείται από μια ενιαία πολυπεπτιδική αλυσίδα 1277 αμινοξέων, και η τεστοκιτική ισομορφή, η οποία έχει μικρότερο μοριακό βάρος και πιθανολογείται ότι παίζει ρόλο στη…
Φαρμακοδυναμική
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: Αναστολείς του Μετατρεπτικού Ενζύμου της Αγγειοτασίνης, Απλοί, κωδικός ATC: C09AA09 ### Μηχανισμός δράσης Η φοσινοπρίλη, ένα προφάρμακο εστερικού τύπου, υδρολύεται από τις εστεράσες στη φαρμακολογικά δραστική μορφή, την…
Φαρμακοκινητική

Φαρμακοκινητική και μεταβολισμός Μετά την από του στόματος χορήγηση του Φοσινοπρίλη η φοσινοπρίλη απορροφάται σε ποσοστό 30-40%. Η φοσινοπρίλη υδρολύεται από τις εστεράσες, κυρίως στο ήπαρ, στη φαρμακολογικά δραστική μορφή, φοσινοπριλάτη. Ο ρυθμός…

Μεταβολισμός
Μεταβολισμός Δεδομένου ότι η φωσινoπριλάτη δεν βιομετασχηματίζεται μετά από ενδοφλέβια χορήγηση, η φωσινoπρίλη, και όχι η φωσινoπριλάτη, φαίνεται να είναι ο πρόδρομος για τους μεταβολίτες γλυκουρονιδίου και p-υδροξυλίου.
Απέκκριση
Νεφρά

Παρακολούθηση Αγωγής

Εργαστηριακοί & κλινικοί έλεγχοι από το SPC, ανά σύστημα

event_available
science

Εργαστηριακές εξετάσεις (αίμα / ούρα)

Έλεγχος Σύστημα Συχνότητα Προϋπόθεση
Νεφρική λειτουργία water_dropΝεφρική λειτουργία κατά τη διάρκεια των πρώτων εβδομάδων της θεραπείας Υπερτασικοί ασθενείς με αμφοτερόπλευρη στένωση νεφρικής αρτηρίας ή στένωση αρτηρίας μονήρους νεφρού υπό αναστολείς ΜΕΑ
κατά την έναρξη της θεραπείας Ηλικιωμένοι ασθενείς (65 ετών και άνω)
συχνή, στενή Θεραπεία διπλού αποκλεισμού του συστήματος RASS
Λευκά αιμοσφαίρια (WBC) bloodtypeΑιματολογικός έλεγχος Νεφρική δυσλειτουργία με αγγειακή νόσο του κολλαγόνου
Ηλεκτρολύτες scienceΗλεκτρολύτες & μεταβολικά συχνή, στενή Θεραπεία διπλού αποκλεισμού του συστήματος RASS
Κάλιο ορού (K⁺) scienceΗλεκτρολύτες & μεταβολικά τακτική Κίνδυνος υπερκαλιαιμίας
Γλυκαιμικός έλεγχος glucoseΓλυκαιμικός έλεγχος / διαβήτης κατά τη διάρκεια του πρώτου μήνα της αγωγής Διαβητικοί ασθενείς με αντιδιαβητικούς παράγοντες από του στόματος ή ινσουλίνη
stethoscope

Κλινική εξέταση & ζωτικά

Έλεγχος Σύστημα Συχνότητα Προϋπόθεση
Αρτηριακή πίεση monitor_heartΑρτηριακή πίεση & ζωτικά σημεία συχνή, στενή Θεραπεία διπλού αποκλεισμού του συστήματος RASS
checklist Συνδυάζετε πολλά φάρμακα; Δείτε το συγκεντρωτικό πρόγραμμα παρακολούθησης arrow_forward

Σκευάσματα & Τιμολόγηση

Δεδομένα ΕΟΦ (04/2026)
Φόρτωση...

Μονογραφίες Πηγών

Αναλυτικό περιεχόμενο ανά πηγή για τεκμηρίωση και έλεγχο

DrugBank

Description

expand_more
Ο fosinopril είναι προφάρμακο-εστέρας που περιέχει φωσφινικό οξύ και ανήκει στην κατηγορία των αναστολέων της του ενζύμου μετατροπής της αγγειοτενσίνης (ACE). Υδρολύεται ταχέως σε fosinoprilat, τον κύριο ενεργό μεταβολίτη του. Ο fosinoprilat αναστέλλει το ACE, το ένζυμο υπεύθυνο για τη μετατροπή της αγγειοτεντίνης Ι (ATI) σε αγγειοτεντίνη II (ATII). Η ATII ρυθμίζει την αρτηριακή πίεση και αποτελεί βασικό στοιχείο του συστήματος ρενίνης-αγγειοτενσίνης-αλδοστερόνης (RAAS). Ο fosinopril μπορεί να χρησιμοποιηθεί για ήπιας έως μέτριας υπέρτασης, ως συμπληρωματική θεραπεία στη θεραπεία της συμφορητικής καρδιακής ανεπάρκειας και για επιβράδυνση της εξέλιξης της νεφρικής νόσου σε υπερτασικούς ασθενείς με διαβήτη και μικρολευκωματινουρία ή εμφανή νεφροπάθεια.
DrugBank

Indication

expand_more
Για τη θεραπεία ήπιας έως μέτριας υπέρτασης, ως συμπληρωματική στη θεραπεία της συμφορητικής καρδιακής ανεπάρκειας, και μπορεί να χρησιμοποιηθεί για την επιβράδυνση της πορείας της νεφρικής νόσου σε υπερτασικούς ασθενείς με διαβήτη και μικρολευκωματινουρία ή εμφανή νεφροπάθεια.
DrugBank

Pharmacology

expand_more
Φαρμακολογία: Μετά από από του στόματος χορήγηση, το fosinopril υδρολύεται ταχέως σε fosinoprilat, τον κύριο ενεργό μεταβολίτη. Η υδρόλυση θεωρείται ότι λαμβάνει χώρα στη βλεννογονία του γαστρεντερικού σωλήνα και στο ήπαρ. Ο fosinoprilat είναι ανταγωνιστικός αναστολέας του ACE, ενός πεπτιδυλικού διπεπτιδάση που αποτελεί μέρος του RAAS. Το RAAS αποτελεί ομοιοστατικό μηχανισμό ρύθμισης της αιμοδυναμικής, ισορροπίας ύδατος και ηλεκτρολυτών. Κατά τη διάρκεια συμπαθητικής διέγερσης ή όταν μειώνεται η νεφρική αρτηριακή πίεση ή ροή, το ρενίν παράγεται από τα γρανυλαρικά κύτταρα του νεφρού. Στον κυκλοφορούντα αίμα, το ρενίν μετατρέπει το αγγειοτενσιογόνο σε ATI, το οποίο στη συνέχεια υφίσταται μετατροπή σε ATII από το ACE. Η ATII αυξάνει την αρτηριακή πίεση μέσω πολλαπλών μηχανισμών. Πρώτον, διεγείρει την έκκριση αλδοστερόνης από τον φλοιό των επινεφριδίων. Δεύτερον, διεγείρει την έκκριση αγγειοπιεσίνης (ADH) από την οπίσθια υπόφυση. ADH διεγείρει περαιτέρω επαναρρόφηση νερού από τους νεφρούς μέσω εισαγωγής διαύλων aquaporin-2 στην επιφάνεια των επιθηλιακών κυττάρων των DCT/σωληναρίων συγκεντρωτήρων. Τρίτον, η ATII αυξάνει την αρτηριακή πίεση μέσω άμεσης αγγειοσυσταλτικής επίδρασης. Η διέγερση του υποδοχέα AT1 σε αγγειοσωματικά μυϊκά κύτταρα οδηγεί σε σειρά γεγονότων που προκαλούν συστολή του μυοκαρδίου και αγγειοσύσπαση. Εκτός από αυτούς τους κύριους μηχανισμούς, η ATII διεγείρει το αισθητήριο της δίψας μέσω διέγερσης των υποθαλαμικών νευρώνων. Οι αναστολείς ACE εμποδίζουν τη γρήγορη μετατροπή ATI σε ATII και αντιδρούν ενισχύοντας RAAS-προκαλούμενες αυξήσεις της αρτηριακής πίεσης. Το ACE (γνωστό και ως κινινάση II) συμμετέχει επίσης στην ενζυμική απενεργοποίηση της βραδυκινίνης, αγγειοδιασταλτικού μορίου. Αναστολή της απενεργοποίησης της βραδυκινίνης αυξάνει τα επίπεδα βραδυκινίνης και μπορεί να ενισχύσει τα αποτελέσματα του fosinoprilat προκαλώντας αυξημένη αγγειοδιαστολή και μείωση της αρτηριακής πίεσης.
DrugBank

Mechanism of action

expand_more
Υπάρχουν δύο ισομορφές του ACE: η σωματική ισομορφή, που υπάρχει ως γλυκοπρωτεΐνη που αποτελείται από μια ενιαία πολυπεπτιδική αλυσίδα 1277 αμινοξέων, και η τεστοκιτική ισομορφή, η οποία έχει μικρότερο μοριακό βάρος και πιθανολογείται ότι παίζει ρόλο στη γονιμοποίηση του σπέρματος και στον δέσιμο των σπέρματος προς τον επιθηλιακό σωλήνα της σάλπιγγας. Ο σωματικός ACE έχει δύο λειτουργικά ενεργά πεδία, Ν και C, που προέρχονται από διπλασιασμό γονιδίων κατά επανάληψη. Αν και τα δύο πεδία έχουν υψηλή αλληλουχία, παίζουν διαφορετικούς φυσιολογικούς ρόλους. Το πεδίο C συμμετέχει κυρίως στη ρύθμιση της αρτηριακής πίεσης, ενώ το Ν πεδίο παίζει ρόλο στη διαφοροποίηση και την πολλαπλασιασμό αιματοποιητικών κυττάρων. Οι αναστολείς ACE δεσμεύονται και αναστέλλουν τη δραστηριότητα και των δύο πεδίων, αλλά έχουν σημαντικά μεγαλύτερη συγγένεια και ανασταλτική δράση έναντι του πεδίου C. Ο fosinoprilat, ο ενεργός μεταβολίτης του fosinopril, ανταγωνίζεται την ATI για σύνδεση με το ACE και αναστέλλει την ενζυμική διάσπαση της ATI σε ATII. Μείωση των επιπέδων ATII μειώνει την αρτηριακή πίεση μέσω αναστολής των πιεστικών αποτελεσμάτων του ATII, όπως περιγράφεται στην ενότητα Φαρμακολογία παραπάνω. Ο fosinoprilat επίσης προκαλεί αύξηση της πλασματικής δραστηριότητας ρενίνης, πιθανώς λόγω απώλειας ανατροφοδότησης από το ATII στην απελευθέρωση ρενίνης ή/και διέγερσης μηχανισμών ανάδρασης μέσω των μηχανισμών φραγμών.
DrugBank

Absorption

expand_more
Μέση απόλυτη απορρόφηση 36%. Ο βασικός τόπος απορρόφησης είναι το εγγύς τμήμα του λεπτού εντέρου (δωδεκαδάκτυλο/νέυς). Το φαγητό επιβραδύνει τον ρυθμό απορρόφησης χωρίς να επηρεάζει το εύρος της απορρόφησης.
DrugBank

Half life

expand_more
Μέση ημίκυκλος ζωής: 12 ώρες.
DrugBank

Protein binding

expand_more
Ο fosinoprilat συνδέεται με πρωτεΐνες του πλάσματος σε ποσοστό ≥95%.
DrugBank

Route of elimination

expand_more
Μετά από από του στόματος χορήγηση, περίπου το ήμισυ της απορροφηθείσας δόσης απεκκρίνεται στα ούρα και το υπόλοιπο στα κόπρανα.
DrugBank

Clearance

expand_more
Αποβολή (clearance): 26 - 39 mL/min [υγιείς]
DrugBank

Toxicity

expand_more
Υπερδοσολογία στους ανθρώπους με fosinopril δεν έχουν αναφερθεί, αλλά πιθανότερη εκδήλωση υπερδοσολογίας είναι υπόταση. Δόσεις fosinopril από του στόματος 2600 mg/kg σε αρουραίους συνδέθηκαν με σημαντική θνησιμότητα. Οι συχνότερες ανεπιθύμητες ενέργειες περιλαμβάνουν ζάλη, βήχα, κόπωση και κεφαλαλγία.
query_stats Κρίσιμα Στοιχεία

Ημίσεια ζωή

12 ώρες
DrugBank

Δέσμευση πρωτεϊνών

≥95%
DrugBank

Βιοδιαθεσιμότητα

36%
DrugBank

Απέκκριση

Νεφρά
DrugBank

Καθαρίζει (~5×t½)

≈ 3 ημέρες
Εργαλείο washout arrow_forward
science
Εργαλεία & Οδηγίες Όλα →

Επιστημονικό Προφίλ

expand_more
CID
9601226
Μοριακός τύπος
C30H46NO7P
Μοριακό βάρος
563.7
IUPAC
(2S,4S)-4-cyclohexyl-1-[2-[[(1S)-2-methyl-1-propanoyloxypropoxy]-(4-phenylbutyl)phosphoryl]acetyl]pyrrolidine-2-carboxylic acid
InChIKey
BIDNLKIUORFRQP-XYGFDPSESA-N
Κατάταξη MeSH

MeSH Φαρμακολογική Ταξινόμηση

Μια κατηγορία φαρμάκων των οποίων οι κύριες ενδείξεις είναι η θεραπεία της υπέρτασης και της καρδιακής ανεπάρκειας. Ασκούν την αιμοδυναμική τους επίδραση κυρίως αναστέλλοντας το σύστημα ρενίνης-αγγειοτενσίνης. Επίσης, ρυθμίζουν τη δραστηριότητα του συμπαθητικού νευρικού συστήματος και αυξάνουν τη σύνθεση προσταγλανδινών. Προκαλούν κυρίως αγγειοδιαστολή και ήπια νατριούρηση χωρίς να επηρεάζουν τον καρδιακό ρυθμό και τη συσταλτικότητα.

Φάρμακα που χρησιμοποιούνται στη θεραπεία της οξείας ή χρόνιας αγγειακής ΥΠΕΡΤΑΣΗΣ ανεξαρτήτως φαρμακολογικού μηχανισμού. Μεταξύ των αντιυπερτασικών παραγόντων περιλαμβάνονται τα ΔΙΟΥΡΗΤΙΚΑ· (ιδίως τα ΘΕΙΑΖΙΔΙΚΑ ΔΙΟΥΡΗΤΙΚΑ)· Β-ΑΝΑΡΓΟΙ ΑΔΡΕΝΕΡΓΙΚΟΙ ΑΠΟΚΛΕΙΣΤΕΣ· Α-ΑΔΡΕΝΕΡΓΙΚΟΙ ΑΠΟΚΛΕΙΣΤΕΣ· ΑΝΑΣΤΟΛΕΙΣ ΜΕΤΑΤΡΕΠΤΙΚΟΥ ΕΝΖΥΜΟΥ ΑΓΓΕΙΟΤΕΝΣΙΝΗΣ· ΑΠΟΚΛΕΙΣΤΕΣ ΔΙΑΥΛΩΝ ΑΣΒΕΣΤΙΟΥ· ΑΠΟΚΛΕΙΣΤΕΣ ΓΑΓΓΛΙΩΝ· και ΑΓΓΕΙΟΔΙΑΣΤΑΛΤΙΚΟΙ ΠΑΡΑΓΟΝΤΕΣ.