Υπολογισμός Παιδιατρικής Δόσης
Υπολογίστε δοσολογία βάσει βάρους για παιδιά
Σκευάσματα & Τιμολόγηση
| Σκεύασμα | Περιεκτικότητα | Λιανική |
|---|---|---|
| 1500 / VIAL | 2.86 € | |
|
NIPOGALIN 500MG/TAB
Διακοπή
|
500 / TAB | 5.67 € |
| 500 / TAB | 7.20 € | |
| 750 / VIAL | 1.61 € |
Ενδείξεις
Εγκεκριμένες ενδείξεις όπως αναγράφονται στην ΠΧΠ (§4.1)
-
Πνευμονία της κοινότητας
σε: ενήλικες και παιδιά, περιλαμβανομένων νεογνών (από τη γέννηση)
- J18 Πνευμονία, μη καθορισμένη
-
Οξείς παροξυσμοί χρόνιας βρογχίτιδας
σε: ενήλικες και παιδιά, περιλαμβανομένων νεογνών (από τη γέννηση)
- J42 Μη καθορισμένη χρόνια βρογχίτιδα
-
Επιπλεγμένες ουρολοιμώξεις περιλαμβανομένης της πυελονεφρίτιδας
σε: ενήλικες και παιδιά, περιλαμβανομένων νεογνών (από τη γέννηση)
-
Λοιμώξεις μαλακών μορίων: κυτταρίτιδα, ερυσίπελας και λοιμώξεις τραυμάτων
σε: ενήλικες και παιδιά, περιλαμβανομένων νεογνών (από τη γέννηση)
-
Ενδοκοιλιακές λοιμώξεις
σε: ενήλικες και παιδιά, περιλαμβανομένων νεογνών (από τη γέννηση)
(βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις)
- K65 Περιτονίτιδα
-
Προφύλαξη έναντι λοίμωξης σε γαστρεντερικές (περιλαμβανομένων οισοφαγικών), ορθοπεδικές, καρδιαγγειακές και γυναικολογικές επεμβάσεις (περιλαμβανομένης της καισαρικής τομής)
σε: ενήλικες και παιδιά, περιλαμβανομένων νεογνών (από τη γέννηση)
- B99 Άλλες λοιμώδεις νόσοι
NIPOGALIN — Πληροφορίες Συνταγογράφησης
Περίληψη Χαρακτηριστικών Προϊόντος (ΠΧΠ), ανά ενότητα
medication
Δοσολογία
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Δοσολογία
- Οδός: Ενδοφλέβια ή Ενδομυϊκά
- Χορήγηση: κάθε 8 ώρες, κάθε 6 ώρες, μία φορά την ημέρα, δις ημερησίως
- Δόση έναρξης: 750 mg κάθε 8 ώρες
-
Ενήλικες και παιδιά ≥ 40 kgΔόση750 mg κάθε 8 ώρεςΓια πνευμονία της κοινότητας, οξείς παροξυσμούς χρόνιας βρογχίτιδας, λοιμώξεις μαλακών μορίων, ενδοκοιλιακές λοιμώξεις, επιπλεγμένες λοιμώξεις ουροποιητικού συστήματος. Ενδοφλέβια ή ενδομυϊκά.
-
Ενήλικες και παιδιά ≥ 40 kgΔόση1,5 g κάθε 8 ώρεςΓια σοβαρές λοιμώξεις. Ενδοφλέβια ή ενδομυϊκά.
-
Ενήλικες και παιδιά ≥ 40 kgΔόση1,5 g εφάπαξ, ακολουθούμενη από 2 δόσεις των 750 mgΓια χειρουργική προφύλαξη (γαστρεντερική, γυναικολογική, ορθοπεδική). 1,5 g με την εισαγωγή της αναισθησίας. Συμπληρώνεται με 750 mg (ενδομυϊκά) μετά από 8 και 16 ώρες.
-
Ενήλικες και παιδιά ≥ 40 kgΔόση1,5 g εφάπαξ, ακολουθούμενη από 750 mg κάθε 8 ώρεςΓια χειρουργική προφύλαξη (καρδιαγγειακή, οισοφαγική). 1,5 g με την εισαγωγή της αναισθησίας, ακολουθούμενη από 750 mg (ενδομυϊκά) κάθε 8 ώρες για 24 ώρες ακόμα.
-
Ενήλικες και παιδιά ≥ 40 kgΔόση750 mg κάθε 6 ώρεςΕνδοφλέβια.
-
Ενήλικες και παιδιά ≥ 40 kgΔόση1,5 g κάθε 8 ώρεςΕνδοφλέβια.
-
Βρέφη και νήπια >3 εβδομάδων και παιδιά < 40 kgΔόση30 έως 100 mg/kg/ημέραΓια πνευμονία της κοινότητας, επιπλεγμένες λοιμώξεις ουροποιητικού, λοιμώξεις μαλακών μορίων, ενδοκοιλιακές λοιμώξεις. Ενδοφλέβια, σε 3 ή 4 διαιρεμένες δόσεις. Μία δόση 60 mg/kg/ημέρα είναι κατάλληλη για τις περισσότερες λοιμώξεις.
-
Βρέφη (από τη γέννηση έως 3 εβδομάδων)Δόση30 έως 100 mg/kg/ημέραΕνδοφλέβια, σε 2 ή 3 διαιρεμένες δόσεις (βλ. Φαρμακοκινητικές).
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
block
Αντενδείξεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Αντενδείξεις
-
Υπερευαισθησία στις κεφαλοσπορίνες
-
Ιστορικό αναφυλαξίας και αλλεργικού shock στην πενικιλλίνη
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
warning
Προειδοποιήσεις & Προφυλάξεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Προειδοποιήσεις & Προφυλάξεις
-
Αντιδράσεις υπερευαισθησίαςΣοβαρήΣε σοβαρές αντιδράσεις υπερευαισθησίας, η θεραπεία με κεφουροξίμη πρέπει να διακόπτεται αμέσως και να αρχίζει η λήψη κατάλληλων μέτρων έκτακτης ανάγκης. Πριν την έναρξη της θεραπείας, να καθοριστεί εάν ο ασθενής έχει ιστορικό σοβαρών αντιδράσεων υπερευαισθησίας στη κεφουροξίμη, σε άλλες κεφαλοσπορίνες ή σε οποιοδήποτε άλλο τύπο β-λακταμικού παράγοντα. Χρειάζεται προσοχή εάν η κεφουροξίμη χορηγείται σε ασθενείς με ιστορικό μη σοβαρής υπερευαισθησίας σε άλλους β-λακταμικούς παράγοντες.
-
Ταυτόχρονη χορήγηση με ισχυρά διουρητικά ή αμινογλυκοσίδεςΠροσοχήΠληθυσμόςασθενείς που λαμβάνουν ταυτόχρονη θεραπεία με ισχυρά διουρητικά (όπως φουροσεμίδη) ή αμινογλυκοσίδεςΝα χορηγούνται με προσοχή. Να παρακολουθείται η νεφρική λειτουργία.
-
Υπερανάπτυξη μη ευαίσθητων μικροοργανισμώνΣοβαρήΗ χρήση μπορεί να οδηγήσει σε υπερανάπτυξη της Candida. Η παρατεταμένη χρήση μπορεί επίσης να οδηγήσει σε υπερανάπτυξη άλλων μη ευαίσθητων μικροοργανισμών (π.χ. εντερόκοκκοι και Clostridium difficile), η οποία μπορεί να επιβάλλει τη διακοπή της θεραπείας (βλ. Ανεπιθύμητες ενέργειες).
-
Ψευδομεμβρανώδης κολίτιδαΑπειλητική για τη ζωήΠληθυσμόςασθενείς με διάρροια στη διάρκεια της χορήγησης ή ως επακόλουθο της χορήγησης κεφουροξίμηςΑυτή η διάγνωση θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη. Η διακοπή της θεραπείας με κεφουροξίμη και η χορήγηση ειδικής θεραπείας για Clostridium difficile θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη. Δεν πρέπει να χορηγούνται φαρμακευτικά προϊόντα που αναστέλλουν τον περισταλτισμό.
-
Οφθαλμική χρήση εντός προσθίου θαλάμου και οφθαλμικές διαταραχέςΣοβαρήΤο Κεφουροξίμη δεν παρασκευάζεται για οφθαλμική χρήση εντός προσθίου θαλάμου. Να αποφεύγεται η μη ενδεδειγμένη οφθαλμική χρήση.
-
Ενδοκοιλιακές λοιμώξειςΔεν είναι κατάλληλη για τη θεραπεία λοιμώξεων που προκαλούνται από Gram-αρνητικά μη ζυμογόνα βακτήρια.
-
Επίδραση στις διαγνωστικές εξετάσειςΠληθυσμόςασθενείς που λαμβάνουν νατριούχο κεφουροξίμηΝα γνωρίζεται ότι η ανάπτυξη θετικής εξέτασης Coombs μπορεί να επηρεάσει τη διασταύρωση αίματος (βλ. Ανεπιθύμητες ενέργειες). Να γνωρίζεται η ελαφρά παρεμβολή στις μεθόδους αναγωγής του χαλκού. Για τον προσδιορισμό των επιπέδων γλυκόζης στο αίμα/πλάσμα, συνιστάται η χρήση είτε της μεθόδου της οξειδάσης της γλυκόζης είτε της μεθόδου της εξοκινάσης λόγω ψευδώς αρνητικού αποτελέσματος στην εξέταση σιδηροκυανιούχου.
-
Σημαντικές πληροφορίες σχετικά με τα έκδοχα (Νάτριο)ΠληθυσμόςενήλικεςΝα λαμβάνεται υπόψη η περιεκτικότητα σε νάτριο για ασθενείς που ελέγχουν την πρόσληψη νατρίου.
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
swap_horiz
Αλληλεπιδράσεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
-
Συνδυασμένα από του στόματος αντισυλληπτικάπαρακολούθησηΜειωμένη αποτελεσματικότητα λόγω επίδρασης στην εντερική χλωρίδα και μικρότερη επαναπορρόφηση οιστρογόνων
-
ΠροβενεσίδηαντένδειξηΠαρατείνει την απέκκριση της κεφουροξίμης και οδηγεί σε αύξηση των μέγιστων επιπέδων στον ορόΣύστασηΔεν συνιστάται συγχορήγηση.
-
Ισχυρώς δρώντα διουρητικά (π.χ. φουροσεμίδη)προσοχήΔεν μπορεί να αποκλεισθεί η νεφρική δυσλειτουργία με υψηλές δόσεις κεφαλοσπορινώνΣύστασηΧορήγηση με προσοχή.
-
Δυνητικά νεφροτοξικά παρασκευάσματα (π.χ. αμινογλυκοσιδικά αντιβιοτικά)προσοχήΔεν μπορεί να αποκλεισθεί η νεφρική δυσλειτουργία με υψηλές δόσεις κεφαλοσπορινώνΣύστασηΧορήγηση με προσοχή.
-
Από του στόματος αντιπηκτικάπαρακολούθησηΜπορεί να προκαλέσει αύξηση του INR (international normalised ratio)
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
sick
Ανεπιθύμητες ενέργειες
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
- Ουδετεροπενία
- Ηωσινοφιλία
- μειωμένη συγκέντρωση αιμοσφαιρίνης (Συχνές)
- λευκοπενία (Όχι συχνές)
- θετική εξέταση Coombs (Όχι συχνές)
- θρομβοκυτταροπενία (Μη γνωστές)
- αιμολυτική αναιμία (Μη γνωστές)
- υπερανάπτυξη Candida (Όχι συχνές)
- υπερανάπτυξη Clostridioides difficile (Όχι συχνές)
- γαστρεντερική ενόχληση (Συχνές)
- ψευδομεμβρανώδης κολίτιδα (Μη γνωστές)
- παροδική αύξηση ηπατικών ενζύμων (Συχνές)
- παροδική αύξηση χολερυθρίνης (Όχι συχνές)
- Δερματικό εξάνθημα
- κνίδωση και κνησμός (Όχι συχνές)
- πολύμορφο ερύθημα (Μη γνωστές)
- τοξική επιδερμική νεκρόλυση και σύνδρομο Stevens-Johnson (Μη γνωστές)
- αγγειονευρωτικό οίδημα (Μη γνωστές)
- φαρμακευτικός πυρετός (Μη γνωστές)
- διάμεση νεφρίτιδα (Μη γνωστές)
- αναφυλαξία (Μη γνωστές)
- δερματική αγγειίτιδα (Μη γνωστές)
- αυξήσεις κρεατινίνης ορού (Μη γνωστές)
- αυξήσεις αζώτου ουρίας αίματος και μειωμένη κάθαρση κρεατινίνης (Μη γνωστές)
- αντιδράσεις στη θέση ένεσης που μπορεί να περιλαμβάνουν άλγος και θρομβοφλεβίτιδα (Μη γνωστές)
Λεπτομέρειες κατά συχνότητα expand_more
-
ΣυχνέςΗωσινοφιλίαΑίμα
-
ΣυχνέςΟυδετεροπενίαΑίμα
-
Συχνέςγαστρεντερική ενόχλησηΔιαταραχές του γαστρεντερικού
-
Συχνέςμειωμένη συγκέντρωση αιμοσφαιρίνηςΔιαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος
-
Συχνέςπαροδική αύξηση ηπατικών ενζύμωνΔιαταραχές του ήπατος και των χοληφόρων
-
Όχι συχνέςΔερματικό εξάνθημαΔέρμα
-
Όχι συχνέςΛευκοπενίαΑίμα
-
Όχι συχνέςθετική εξέταση CoombsΔιαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος
-
Όχι συχνέςκνίδωση και κνησμόςΔιαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
-
Όχι συχνέςπαροδική αύξηση χολερυθρίνηςΔιαταραχές του ήπατος και των χοληφόρων
-
Όχι συχνέςυπερανάπτυξη CandidaΛοιμώξεις και παρασιτώσεις
-
Όχι συχνέςυπερανάπτυξη Clostridioides difficileΛοιμώξεις και παρασιτώσεις
-
Μη γνωστέςΑγγειονευρωτικό οίδημαΔέρμα
-
Μη γνωστέςΑιμολυτική αναιμίαΑίμα
-
Μη γνωστέςΑναφυλαξίαΑνοσοποιητικό
-
Μη γνωστέςΔερματική αγγειίτιδαΔέρμα
-
Μη γνωστέςΔιάμεση νεφρίτιδαΝεφρά/Ουροποιητικό
-
Μη γνωστέςΘρομβοκυτταροπενίαΑίμα
-
Μη γνωστέςΠολύμορφο ερύθημαΔέρμα
-
Μη γνωστέςΨευδομεμβρανώδης κολίτιδαΓαστρεντερικό
-
Μη γνωστέςαντιδράσεις στη θέση ένεσης που μπορεί να περιλαμβάνουν άλγος και θρομβοφλεβίτιδαΓενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
-
Μη γνωστέςαυξήσεις αζώτου ουρίας αίματος και μειωμένη κάθαρση κρεατινίνηςΔιαταραχές των νεφρών και των ουροφόρων οδών
-
Μη γνωστέςαυξήσεις κρεατινίνης ορούΔιαταραχές των νεφρών και των ουροφόρων οδών
-
Μη γνωστέςτοξική επιδερμική νεκρόλυση και σύνδρομο Stevens-JohnsonΔιαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
-
Μη γνωστέςφαρμακευτικός πυρετόςΔιαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
pregnant_woman
Κύηση / Γαλουχία
ΠΧΠ (SPC)
Επίπεδο κινδύνου: Με προσοχή
expand_more
Κύηση / Γαλουχία
-
Κύησηνα χορηγείται σε έγκυες γυναίκες μόνο εάν το όφελος υπερσκελίζει τον κίνδυνοΤα στοιχεία από τη χρήση της κεφουροξίμης σε έγκυες γυναίκες είναι περιορισμένα. Μελέτες σε ζώα δεν έχουν δείξει τοξικότητα επί της αναπαραγωγής (βλ. Προκλινικά δεδομένα). Η κεφουροξίμη έχει δειχθεί ότι διαπερνά τον πλακούντα και επιτυγχάνει θεραπευτικά επίπεδα στο αμνιακό υγρό και στο αίμα του ομφάλιου λώρου μετά από ενδομυϊκή ή ενδοφλέβια χορήγηση της δόσης στη μητέρα.
-
ΘηλασμόςΠρέπει να αποφασισθεί εάν θα διακοπεί ο θηλασμός ή θα διακοπεί η θεραπεία με κεφουροξίμη, λαμβάνοντας υπόψη το όφελος του θηλασμού για το παιδί και το όφελος της θεραπείας για τη γυναίκα.Η κεφουροξίμη εκκρίνεται στο ανθρώπινο γάλα σε μικρές ποσότητες. Δεν αναμένονται ανεπιθύμητες ενέργειες στις θεραπευτικές δόσεις, αν και ο κίνδυνος διάρροιας και μυκητιασικής λοίμωξης των βλεννογόνων υμένων δεν μπορεί να αποκλειστεί.
-
ΓονιμότηταΔεν διατίθενται δεδομένα σχετικά με τις επιδράσεις της νατριούχου κεφουροξίμης στην ανθρώπινη γονιμότητα. Αναπαραγωγικές μελέτες σε ζώα δεν έχουν δείξει επιδράσεις στη γονιμότητα.
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
e911_emergency
Υπερδοσολογία
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Υπερδοσολογία
- νευρολογικά επακόλουθα
- εγκεφαλοπάθεια
- σπασμοί
- κώμα
directions_car
Επίδραση στην οδήγηση
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Επίδραση στην οδήγηση
science
Έκδοχα
ΠΧΠ (SPC) §2 & §6.1
expand_more
Έκδοχα
biotech
Φαρμακολογία
Φαρμακοδυναμική & Φαρμακοκινητική
expand_more
Φαρμακολογία
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία
αντιβακτηριακά για συστηματική χρήση, κεφαλοσπορίνες δεύτερης γενιάς, κωδικός ATC: J01DC02
Μηχανισμός δράσης
Η κεφουροξίμη αναστέλλει τη σύνθεση του βακτηριακού κυτταρικού τοιχώματος μετά από σύνδεση σε πενικιλλινοδεσμευτικές πρωτεΐνες (PBP). Αυτό συνεπάγεται τη διακοπή της βιοσύνθεσης του κυτταρικού τοιχώματος (πεπτιδογλυκάνη), που οδηγεί σε λύση και απόπτωση του βακτηριακού κυττάρου.
Μηχανισμός ανθεκτικότητας
Η βακτηριακή αντοχή στην κεφουροξίμη οφείλεται ενδεχομένως σε έναν ή περισσότερους από τους ακόλουθους μηχανισμούς:
- υδρόλυση από β-λακταμάσες που περιλαμβάνουν (αλλά δεν περιορίζονται σε) ευρέως φάσματος β-λακταμάσες (ESBL) και AmpC ένζυμα που μπορεί να επάγονται ή να καταστέλλονται σταθερά σε ορισμένα αερόβια Gram-αρνητικά είδη βακτηρίων,
- μειωμένη συγγένεια πενικιλλινοδεσμευτικών πρωτεϊνών για την κεφουροξίμη,
- αδιαπερατότητα εξωτερικής μεμβράνης, που περιορίζει την πρόσβαση της κεφουροξίμης σε πενικιλλινοδεσμευτικές πρωτεΐνες σε Gram-αρνητικά βακτήρια,
- βακτηριακές αντλίες εκροής
Οι οργανισμοί που απέκτησαν αντοχή σε άλλες ενέσιμες κεφαλοσπορίνες αναμένεται να είναι ανθεκτικές στη κεφουροξίμη. Ανάλογα με το μηχανισμό αντίστασης, οι οργανισμοί που απέκτησαν αντοχή στις πενικιλλίνες μπορεί να εμφανίσουν μειωμένη ευαισθησία ή αντοχή στη κεφουροξίμη.
Οριακά σημεία νατριούχου κεφουροξίμης
Τα οριακά σημεία ελάχιστης ανασταλτικής συγκέντρωσης (MIC) που έχουν καθοριστεί από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή Δοκιμής της Ευαισθησίας σε Αντιμικροβιακούς Παράγοντες (EUCAST) είναι τα εξής:
| Μικροοργανισμός | Ευαίσθητος | Ανθεκτικός |
|---|---|---|
| Enterobacteriaceae1 | ≤ 82 | >8 |
| Staphylococcus spp | Σημείωση3 | Σημείωση3 |
| Streptococcus A, B, C και G | Σημείωση4 | Σημείωση4 |
| Streptococcus pneumoniae | ≤ 0,5 | >1 |
| Streptococcus (άλλο) | ≤ 0,5 | >0,5 |
| Haemophilus influenzae | ≤1 | >2 |
| Moraxella catarrhalis | ≤4 | >8 |
| Οριακά σημεία που δεν σχετίζονται με είδη1 | ≤45 | >85 |
1 Τα οριακά σημεία κεφαλοσπορίνης για τα Enterobacteriaceae ανιχνεύουν κάθε κλινικά σημαντικό μηχανισμό αντοχής (περιλαμβανομένων των ESBL και των διαμεσολαβούμενων από πλασμίδιο AmpC). Μερικά στελέχη που παράγουν βλακταμάσες είναι ευαίσθητα ή ενδιάμεσα στις κεφαλοσπορίνες 3ης ή 4ης γενιάς με αυτά τα οριακά σημεία και θα πρέπει να αναφέρονται όπως ευρίσκονται, δηλαδή, η παρουσία ή απουσία μίας ESBL δεν επηρεάζει η ίδια την κατηγοριοποίηση της ευαισθησίας. Σε πολλές περιοχές, η ανίχνευση και ο χαρακτηρισμός της ESBL συνιστάται ή είναι απαραίτητος για σκοπούς ελέγχου της λοίμωξης. 2 Το οριακό σημείο σχετίζεται με μία δοσολογία των 1,5 g × 3 και με τα E. coli, P. mirabilis και Klebsiella spp. μόνο 3 Η ευαισθησία των σταφυλόκοκκων στις κεφαλοσπορίνες συνάγεται από την ευαισθησία στη μεθικιλλίνη εκτός της κεφταζιντίμης, της κεφιξίμης και της κεφτιβουτένης, οι οποίες δεν έχουν οριακά σημεία και δεν θα πρέπει να χρησιμοποιούνται για σταφυλοκοκκικές λοιμώξεις. 4 Η ευαισθησία των στρεπτοκοκκικών ομάδων Α, Β, C και G στις κεφαλοσπορίνες συνάγεται από την ευαισθησία στη βενζυλοπενικιλίνη. 5 Τα οριακά σημεία εφαρμόζονται στην καθημερινή ενδοφλέβια δόση των 750 mg × 3 και σε μία υψηλή δόση τουλάχιστον 1,5 g × 3.
Μικροβιολογική ευαισθησία
Ο επιπολασμός της επίκτητης ανθεκτικότητας ενδεχομένως ποικίλει ανάλογα με τη γεωγραφική περιοχή και το χρόνο για επιλεγμένα είδη, συνεπώς είναι επιθυμητή η ύπαρξη πληροφοριών σχετικά με την ανθεκτικότητα σε τοπικό επίπεδο, κυρίως κατά τη θεραπεία σοβαρών λοιμώξεων. Όταν είναι απαραίτητη, θα πρέπει να ζητηθεί συμβουλή ειδικού όταν ο τοπικός επιπολασμός της ανθεκτικότητας είναι γνωστός και η χρησιμότητα του παράγοντα αμφισβητήσιμη, τουλάχιστον σε κάποιους τύπους λοιμώξεων.
Η κεφουροξίμη είναι συνήθως δραστική έναντι των ακόλουθων μικροοργανισμών in vitro.
Συνήθως ευαίσθητα είδη
- Gram-θετικά αερόβια:
- Staphylococcus aureus (ευαίσθητος στη μεθικιλλίνη) $
- Streptococcus pyogenes
- Streptococcus agalactiae
- Gram-αρνητικά αερόβια:
- Haemophilus parainfluenzae
- Moraxella catarrhalis
Μικροοργανισμοί για τους οποίους η αποκτηθείσα ανθεκτικότητα μπορεί να αποτελέσει πρόβλημα
- Gram-θετικά αερόβια:
- Streptococcus pneumoniae
- Streptococcus mitis (ομάδα viridans)
- Gram-αρνητικά αερόβια:
- Citrobacter spp. δεν περιλαμβάνει το C. freundii
- Enterobacter spp. δεν περιλαμβάνει το E. aerogenes και το E. cloacae
- Escherichia coli
- Haemophilus influenzae
- Klebsiella pneumoniae
- Proteus mirabilis
- Proteus spp. δεν περιλαμβάνει το P. penneri και το P. vulgaris
- Providencia spp.
- Salmonella spp.
- Gram-θετικά αναερόβια:
- Peptostreptococcus spp.
- Propionibacterium spp.
- Gram-αρνητικά αναερόβια:
- Fusobacterium spp.
- Bacteroides spp.
Ενδογενώς ανθεκτικοί μικροοργανισμοί
- Gram-θετικά αερόβια:
- Enterococcus faecalis
- Enterococcus faecium
- Gram-αρνητικά αερόβια:
- Acinetobacter spp
- Burkholderia cepacia
- Campylobacter spp.
- Citrobacter freundii
- Enterobacter aerogenes
- Enterobacter cloacae
- Morganella morganii
- Proteus penneri
- Proteus vulgaris
- Pseudomonas aeruginosa
- Serratia marcescens
- Stenotrophomonas maltophilia
- Gram-θετικά αναερόβια:
- Clostridium difficile
- Gram-αρνητικά αναερόβια:
- Bacteroides fragilis
- Άλλα:
- Chlamydia spp
- Mycoplasma spp
- Legionella spp
$ Όλοι οι ανθεκτικοί στη μεθικιλλίνη S. aureus είναι ανθεκτικοί στη κεφουροξίμη.
In vitro οι δράσεις των αντιβιοτικών της νατριούχου κεφουροξίμης και της αμινογλυκοσίδης σε συνδυασμό έχει δειχθεί ότι είναι τουλάχιστον αθροιστικές με περιστασιακές ενδείξεις συνέργειας.
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
Απορρόφηση
Μετά από ενδομυϊκή (IM) ένεση κεφουροξίμης σε φυσιολογικούς εθελοντές, οι μέσες μέγιστες συγκεντρώσεις στον ορό κυμάνθηκαν από 27 έως 35 μg/mL για δόση των 750 mg και από 33 έως 40 μg/mL για δόση των 1000 mg και επιτεύχθηκαν εντός 30 έως 60 λεπτών μετά τη χορήγηση. Μετά από ενδοφλέβιες (IV) δόσεις των 750 και 1500 mg, οι συγκεντρώσεις στον ορό ήταν περίπου 50 και 100 μg/mL, αντίστοιχα, στα 15 λεπτά.
Η AUC και η Cmax φαίνεται να αυξάνονται γραμμικά με την αύξηση της δόσης πάνω από το εύρος της εφάπαξ δόσης των 250 έως 1000 mg μετά από IM και IV χορήγηση. Δεν υπήρξαν στοιχεία συσσώρευσης της κεφουροξίμης στον ορό από φυσιολογικούς εθελοντές μετά από επανειλημμένη ενδοφλέβια χορήγηση των δόσεων των 1500 mg κάθε 8 ώρες.
Κατανομή
Η σύνδεση με πρωτεΐνες έχει δηλωθεί ως 33 έως 50%, ανάλογα με τη χρησιμοποιούμενη μεθοδολογία. Ο μέσος όγκος κατανομής κυμαίνεται από 9,3 έως 15,8 L/1,73 m2 μετά από IM ή IV χορήγηση στο δοσολογικό φάσμα των 250 έως 1000 mg. Συγκεντρώσεις κεφουροξίμης που υπερβαίνουν τα επίπεδα ελάχιστης αναστολής για τα κοινά παθογόνα μπορούν να επιτευχθούν στην αμυγδαλή, στους παραρρίνιους ιστούς, στο βρογχικό βλεννογόνο, στο οστό, στο πλευριτικό υγρό, στο υγρό άρθρωσης, στο αρθρικό υγρό, στο διάμεσο υγρό, στη χολή, στα πτύελα και στο υδατοειδές υγρό. Η κεφουροξίμη διαπερνά τον αιματοεγκεφαλικό φραγμό όταν οι μήνιγγές φλεγμαίνουν.
Βιομετασχηματισμός
Η κεφουροξίμη δεν μεταβολίζεται.
Αποβολή
Η κεφουροξίμη απεκκρίνεται μέσω σπειραματικής διήθησης και σωληναριακής έκκρισης. Η ημίσεια ζωή στον ορό μετά από ενδομυϊκή ή ενδοφλέβια ένεση είναι περίπου 70 λεπτά. Υπάρχει σχεδόν πλήρης ανάκτηση (85% έως 90%) της αμετάβλητης κεφουροξίμης στα ούρα εντός 24 ωρών από τη χορήγηση. Η μεγαλύτερη ποσότητα της κεφουροξίμης απεκκρίνεται εντός των πρώτων 6 ωρών. Ο μέσος όρος νεφρικής κάθαρσης κυμαίνεται από 114 έως 170 mL/min/1,73 m2 μετά από IM ή IV χορήγηση στο δοσολογικό φάσμα των 250 έως 1000 mg.
Ειδικοί πληθυσμοί ασθενών
Φύλο
Δεν παρατηρήθηκαν διαφορές στη φαρμακοκινητική της κεφουροξίμης μεταξύ ανδρών και γυναικών μετά από εφάπαξ IV bolus ένεση 1000 mg κεφουροξίμης ως νατριούχου άλατος.
Ηλικιωμένοι
Μετά από IM ή IV χορήγηση, η απορρόφηση, κατανομή και απέκκριση της κεφουροξίμης στους ηλικιωμένους ασθενείς είναι παρόμοια με των νεότερων ασθενών με ισοδύναμη νεφρική λειτουργία. Επειδή οι ηλικιωμένοι ασθενείς είναι πιθανότερο να έχουν μειωμένη νεφρική λειτουργία, θα πρέπει να λαμβάνεται μέριμνα για την επιλογή της δόσης της κεφουροξίμης και μπορεί να είναι χρήσιμο να παρακολουθείται η νεφρική λειτουργία (βλ. Δοσολογία).
Παιδιατρικοί ασθενείς
Η ημίσεια ζωή της κεφουροξίμης στον ορό έχει δειχθεί ότι παρατείνεται σημαντικά στα νεογνά ανάλογα με την ηλικία κύησης. Ωστόσο, στα μεγαλύτερα βρέφη (ηλικίας >3 εβδομάδων) και στα παιδιά, η ημίσεια ζωή στον ορό των 60 έως 90 λεπτών είναι παρόμοια με εκείνη που παρατηρείται στους ενήλικες.
Νεφρική δυσλειτουργία
Η κεφουροξίμη απεκκρίνεται κυρίως μέσω των νεφρών. Όπως συμβαίνει με όλα τα αντίστοιχα αντιβιοτικά, σε ασθενείς με εκσεσημασμένη νεφρική δυσλειτουργία (δηλαδή, C1cr <20 mL/λεπτό) συνιστάται η δοσολογία της κεφουροξίμης να μειώνεται προς αντιστάθμιση της βραδύτερης απέκκρισής της (βλ. Δοσολογία). Η κεφουροξίμη απομακρύνεται αποτελεσματικά με την αιμοκάθαρση και την περιτοναϊκή κάθαρση.
Ηπατική δυσλειτουργία
Καθώς η κεφουροξίμη απεκκρίνεται κυρίως από τους νεφρούς, η ηπατική δυσλειτουργία δεν αναμένεται να έχει επίδραση στη φαρμακοκινητική της κεφουροξίμης.
Σχέση PK/PD
Για τις κεφαλοσπορίνες, ο σημαντικότερος δείκτης φαρμακοκινητικής-φαρμακοδυναμικής που συσχετίζεται με in vivo αποτελεσματικότητα έχει αποδειχτεί ότι είναι το ποσοστό του μεσοδιαστήματος των δόσεων (%Τ) κατά το οποίο η αδέσμευτη ποσότητα εξακολουθεί να είναι μεγαλύτερη της ελάχιστης ανασταλτικής συγκέντρωσης (MIC) της κεφουροξίμης για κάθε είδος-στόχο (δηλαδή,%T>MIC).