Σκευάσματα & Τιμολόγηση
| Σκεύασμα | Περιεκτικότητα | Λιανική |
|---|---|---|
| 1 / VIAL | 17.91 € |
Ενδείξεις
Εγκεκριμένες ενδείξεις από το SPC, ομαδοποιημένες κατά ICD-10
-
N39 Άλλες διαταραχές του ουροποιητικού συστήματος
Περιλαμβάνει (όροι από SPC): Λοίμωξη του ουροποιητικού
-
A69 Άλλες λοιμώξεις από σπειροχαίτες
Περιλαμβάνει (όροι από SPC): Βορρελίωση
-
L08 Άλλες τοπικές λοιμώξεις του δέρματος και του υποδόριου ιστού
Περιλαμβάνει (όροι από SPC): Λοιμώξεις δέρματος · Λοιμώξεις μαλακών ιστών
-
N73 Άλλες φλεγμονώδεις παθήσεις των γυναικείων πυελικών οργάνων
Περιλαμβάνει (όροι από SPC): Λοίμωξη του γεννητικού συστήματος
-
A49 Βακτηριακή λοίμωξη μη καθορισμένης θέσης
Περιλαμβάνει (όροι από SPC): Βακτηριαιμία
-
G00 Βακτηριακή μηνιγγίτιδα, που δεν ταξινομείται αλλού
Περιλαμβάνει (όροι από SPC): Βακτηριακή μηνιγγίτιδα
-
J15 Βακτηριακή πνευμονία, μη ταξινομημένη αλλού
Περιλαμβάνει (όροι από SPC): Βακτηριακή πνευμονία
-
I38 Ενδοκαρδίτιδα, βαλβίδα μη καθορισμένη
Περιλαμβάνει (όροι από SPC): Ενδοκαρδίτιδα
-
K65 Περιτονίτιδα και οπισθοπεριτοναϊκά αποστήματα
Περιλαμβάνει (όροι από SPC): Ενδοκοιλιακές λοιμώξεις
VENCYP — Πληροφορίες Συνταγογράφησης
Περίληψη Χαρακτηριστικών Προϊόντος (ΠΧΠ), ανά ενότητα
medication
Δοσολογία
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Δοσολογία
- Οδός: Ενδοφλέβια ένεση, ενδοφλέβια έγχυση, ενδομυϊκή ένεση
- Χορήγηση: Κάθε 6, 8, 12 ή 24 ώρες
- Δόση έναρξης: 1 g κάθε 12 ώρες
-
Ενήλικες και έφηβοι άνω των 12 ετώνΔόση2 έως 6 g ημερησίωςΜέγ. δόση12 g ημερησίως (σε σοβαρές λοιμώξεις)Συνήθως διαιρεμένη σε δύο μονοδόσεις κάθε 12 ώρες. Για συχνές λοιμώξεις: 1 g κάθε 12 ώρες. Για λοιμώξεις με αρκετά ή μέτρια ευαίσθητα βακτήρια: 1-2 g κάθε 12 ώρες. Για σοβαρές λοιμώξεις: 2-3 g ως εφάπαξ δόση κάθε 6 έως 8 ώρες. Σε σοβαρές λοιμώξεις ενδείκνυται συνδυασμός με άλλα αντιβιοτικά.
-
Νεογνά (0 - 28 ημερών), βρέφη και παιδιά έως 12 ετώνΔόση50 - 150 mg / kg / ημέραΜέγ. δόση200 mg / kg / ημέρα (σε περιπτώσεις απειλητικές για τη ζωή)Κάθε 12 - 6 ώρες. Η μέγιστη δόση απαιτεί προσεκτική παρακολούθηση της νεφρικής λειτουργίας, ειδικά στα νεογνά 0 - 7 ημερών.
-
Πρόωρα νεογνάΔόση50 mg / kg / ημέραΔιαιρούμενη σε 2 έως 4 δόσεις (κάθε 12 έως 6 ώρες). Αυτή η μέγιστη δόση δεν πρέπει να ξεπεραστεί.
-
ΗλικιωμένοιΔεν απαιτείται προσαρμογή της δοσολογίας, με την προϋπόθεση ότι η λειτουργία των νεφρών και του ήπατος είναι φυσιολογική.
-
ΓονόρροιαΔόση0,5 - 1 gΜία εφάπαξ ένεση (ενδομυϊκά ή ενδοφλεβίως). Η σύφιλη πρέπει να αποκλειστεί πριν την έναρξη της θεραπείας.
-
Βακτηριακή μηνιγγίτιδα (Ενήλικες)Δόση9 - 12 g ημερησίωςΔιαιρεμένη σε ίσες δόσεις κάθε 6 - 8 ώρες (3 g 3 - 4 φορές ημερησίως).
-
Βακτηριακή μηνιγγίτιδα (Παιδιά)Δόση150 - 200 mg / kg / ημέραΔιαιρεμένα σε ίσες δόσεις κάθε 6 - 8 ώρες.
-
Βακτηριακή μηνιγγίτιδα (Νεογέννητα 0-7 ημερών)Δόση50 mg / kg κάθε 12 ώρες
-
Βακτηριακή μηνιγγίτιδα (Νεογέννητα 7-28 ημερών)Δόση50 mg / kg κάθε 8 ώρες
-
Περιεγχειρητική προφύλαξηΔόση1 - 2 gΩς εφάπαξ δόση όσο το δυνατόν πιο κοντά στην έναρξη της χειρουργικής επέμβασης. Επιπλέον προφυλακτική δόση αν η διάρκεια του χειρουργίου υπερβαίνει τα 90 λεπτά.
-
Ενδοκοιλιακές λοιμώξειςΠρέπει να αντιμετωπίζονται με κεφοταξίμη σε συνδυασμό με άλλα αντιβιοτικά που καλύπτουν και το φάσμα των αναερόβιων βακτηρίων.
block
Αντενδείξεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Αντενδείξεις
-
Υπερευαισθησία στη δραστική ουσία
-
Υπερευαισθησία σε άλλες κεφαλοσπορίνες
-
Υπερευαισθησία σε κάποιο από τα έκδοχα που αναφέρονται στην παράγραφο 6.1
-
Προηγούμενη, ταχείας έναρξης ή / και σοβαρή αντίδραση υπερευαισθησίας στην πενικιλίνη ή σε οποιοδήποτε β-λακταμικό αντιβιοτικό
-
Γνωστό ιστορικό υπερευαισθησίας στη λιδοκαΐνη ή σε άλλα τοπικά αναισθητικά τύπου αμιδίωνΠληθυσμόςΓια φαρμακοτεχνικές μορφές που περιέχουν λιδοκαΐνη
-
Μη ρυθμιζόμενος καρδιακός αποκλεισμόςΠληθυσμόςΓια φαρμακοτεχνικές μορφές που περιέχουν λιδοκαΐνη
-
Σοβαρή καρδιακή ανεπάρκειαΠληθυσμόςΓια φαρμακοτεχνικές μορφές που περιέχουν λιδοκαΐνη
-
Χορήγηση μέσω της ενδοφλέβιας οδούΠληθυσμόςΓια φαρμακοτεχνικές μορφές που περιέχουν λιδοκαΐνη
-
Βρέφη ηλικίας κάτω των 30 μηνώνΠληθυσμόςΓια φαρμακοτεχνικές μορφές που περιέχουν λιδοκαΐνη
warning
Προειδοποιήσεις & Προφυλάξεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Προειδοποιήσεις & Προφυλάξεις
-
Υπερανάπτυξη ανθεκτικών βακτηρίωνΕπαναλαμβανόμενη αξιολόγηση της κατάστασης του ασθενή, λήψη κατάλληλων μέτρων σε περίπτωση επιλοίμωξης.
-
Αναφυλακτικές αντιδράσειςΠληθυσμόςΑσθενείς με προηγούμενο ιστορικό άμεσου τύπου υπερευαισθησίας στις κεφαλοσπορίνεςΑυστηρά αντενδείκνυται η χρήση της κεφοταξίμης.
-
Αναφυλακτικές αντιδράσειςπροσοχήΠληθυσμόςΆτομα ευαίσθητα στην πενικιλίνηΧρήση με εξαιρετική προσοχή λόγω διασταυρούμενης αλλεργίας.
-
Αναφυλακτικές αντιδράσειςΠληθυσμόςΑσθενείς που λαμβάνουν κεφοταξίμη και εμφανίζουν αντίδραση υπερευαισθησίαςΔιακοπή της θεραπείας.
-
Σοβαρές δερματικές αντιδράσεις (SCARs)υψηλόςΠληθυσμόςΌλοι οι ασθενείςΕνημέρωση για σημεία/συμπτώματα. Διακοπή της θεραπείας αμέσως εάν εμφανιστούν σημεία/συμπτώματα. Δεν επανεκκινείται η θεραπεία εάν έχει εμφανιστεί AGEP, SJS, TEN ή DRESS.
-
Σοβαρές δερματικές αντιδράσεις (SCARs)προσοχήΠληθυσμόςΠαιδιάΕξέταση του ενδεχομένου αντίδρασης στην κεφοταξίμη εάν εμφανίσουν εξάνθημα και πυρετό κατά τη διάρκεια της θεραπείας.
-
Λοίμωξη σχετιζόμενη με το Clostridium difficile (CDAD)υψηλόςΠληθυσμόςΑσθενείς με διάρροια κατά τη διάρκεια ή κατόπιν χορήγησης κεφοταξίμηςΛήψη υπόψη αυτής της διάγνωσης. Εάν υπάρχει υποψία ψευδομεμβρανώδους κολίτιδας, διακοπή κεφοταξίμης και έναρξη ειδικής αντιβιοτικής θεραπείας. Δεν χορηγούνται φάρμακα που αναστέλλουν τον περισταλτισμό.
-
Αιματολογικές αντιδράσεις (Λευκοπενία, ουδετεροπενία)προσοχήΠληθυσμόςΑσθενείς σε κύκλους θεραπείας που διαρκούν περισσότερο από 7-10 ημέρεςΠαρακολούθηση του αριθμού λευκοκυττάρων. Διακοπή της θεραπείας σε περίπτωση ουδετεροπενίας.
-
Νεφρική δυσλειτουργίαπροσοχήΠληθυσμόςΑσθενείς με διαταραχή της νεφρικής λειτουργίαςΤροποποίηση δοσολογίας σύμφωνα με την υπολογιζόμενη κάθαρση κρεατινίνης.
-
Συγχορήγηση με νεφροτοξικά φάρμακαπροσοχήΠληθυσμόςΑσθενείς που συγχορηγούνται με αμινογλυκοσίδες, προβενεσίδη ή άλλα νεφροτοξικά φάρμακαΑπαιτείται προσοχή. Παρακολούθηση της νεφρικής λειτουργίας.
-
Νεφρική λειτουργίαπαρακολούθησηΠληθυσμόςΗλικιωμένοι ασθενείς και ασθενείς με προϋπάρχουσα νεφρική δυσλειτουργίαΠαρακολούθηση της νεφρικής λειτουργίας.
-
Νευροτοξικότητα (Εγκεφαλοπάθεια, σπασμοί)υψηλόςΠληθυσμόςΑσθενείς με νεφρική δυσλειτουργία που λαμβάνουν υψηλές δόσεις β-λακταμικών αντιβιοτικώνΟι ασθενείς να επικοινωνούν με το γιατρό τους αμέσως αν εμφανιστούν τέτοιες αντιδράσεις, πριν συνεχίσουν τη θεραπεία.
-
Χρήση σε ενδοκαρδίτιδαπροσοχήΠληθυσμόςΑσθενείς με ενδοκαρδίτιδα και αλλεργία στην πενικιλίνη (όχι τύπου 1)Περιορισμός της χρήσης της κεφοταξίμης. Χρήση σε συνδυασμό με άλλους κατάλληλους αντιβακτηριακούς παράγοντες.
-
Αρρυθμία λόγω ταχείας ενδοφλέβιας χορήγησηςυψηλόςΠληθυσμόςΑσθενείς που λαμβάνουν ενδοφλέβια χορήγηση μέσω καθετήρα κεντρικής φλέβαςΤήρηση του συνιστώμενου χρόνου ένεσης ή έγχυσης.
-
Δοκιμασία CoombsπροσοχήΠληθυσμόςΑσθενείς που λαμβάνουν κεφοταξίμηΛαμβάνεται υπόψη η πιθανότητα θετικού αποτελέσματος που μπορεί να επηρεάσει τις διασταυρούμενες αντιδράσεις του αίματος.
-
Δοκιμασία γλυκόζης ούρωνπροσοχήΠροσοχή σε ψευδώς θετικά αποτελέσματα με μη-ειδικά αναγωγικά αντιδραστήρια. Να χρησιμοποιείται η ειδική μέθοδος οξειδάσης της γλυκόζης.
-
Πρόσληψη νατρίουπροσοχήΠληθυσμόςΕνήλικεςΛαμβάνεται υπόψη η περιεκτικότητα σε νάτριο ανά φιαλίδιο, σε σχέση με τη μέγιστη ημερήσια πρόσληψη νατρίου.
swap_horiz
Αλληλεπιδράσεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
-
ΠροβενεσίδηπροσοχήΑυξάνει την έκθεση στην κεφοταξίμη (περίπου διπλάσια) και μειώνει τη νεφρική κάθαρση (περίπου στο ήμισυ)ΣύστασηΜπορεί να απαιτείται προσαρμογή δοσολογίας σε ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία.
-
Αμινογλυκοσίδες, ισχυρά διουρητικά (π.χ. φουροσεμίδη)παρακολούθησηΕνίσχυση της νεφροτοξικής δράσηςΣύστασηΗ νεφρική λειτουργία πρέπει να παρακολουθείται.
-
αντένδειξηΑνταγωνιστικό αποτέλεσμαΣύστασηΔεν πρέπει να συνδυάζεται.
sick
Ανεπιθύμητες ενέργειες
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
- Επιλοίμωξη (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις)
- Καντιντίαση
- Λευκοπενία
- Ηωσινοφιλία
- Θρομβοπενία
- Ανεπάρκεια μυελού των οστών
- Πανκυτταροπενία
- Ουδετεροπενία
- Αιμολυτική αναιμία
- Ακκοκιοκυτταραιμία (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις)
- Αντίδραση Jarisch-Herxheimer
- Αναφυλακτικές αντιδράσεις
- Αναφυλακτικό shock
- Αγγειοοίδημα
- Εξάνθημα
- Κνησμός
- Κνίδωση
- Πολύμορφο ερύθημα
- Σύνδρομο Stevens-Johnson
- Οξεία γενικευμένη εξανθηματική φλυκταίνωση
- Βρογχόσπασμος
- Σπασμοί (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις)
- Εγκεφαλοπάθεια (π.χ. έκπτωση συνείδησης, παραισθήσεις, σύγχυση, μη φυσιολογικές κινήσεις) (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις)
- Κεφαλαλγία
- Ζάλη
- Αρρυθμία μετά από ταχεία ενδοφλέβια έγχυση μέσω καθετήρα κεντρικής φλέβας
- Αίσθημα παλμών
- Διάρροια
- Ναυτία
- Έμετος
- Κοιλιακό άλγος
- Ψευδομεμβρανώδης κολίτιδα (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις)
- Αύξηση των ηπατικών ενζύμων (ALAT, ASAT, LDH, γ-GT και/ή αλκαλική φωσφατάση) και/ή χολερυθρίνη
- Ηπατίτιδα* (ορισμένες φορές με ίκτερο)
- Τοξική επιδερμική νεκρόλυση (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις)
- Αντίδραση στο φάρμακο με συμπτώματα ηωσινοφιλίας και συστημικού συνδρόμου (DRESS) (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις)
- Μείωση της νεφρικής λειτουργίας / αύξηση της κρεατινίνης (ιδιαίτερα όταν συγχορηγείται με αμινογλυκοσίδες)
- Οξεία νεφρική ανεπάρκεια (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις)
- Διάμεση νεφρίτιδα
- Φλεγμονώδεις αντιδράσεις στο σημείο της ένεσης, συμπεριλαμβανομένης φλεβίτιδας / θρομβοφλεβίτιδας
- Πόνος στο σημείο της ένεσης, κακουχία, κόπωση
- Για Ε.Μ. σκευάσματα (όταν ο διαλύτης περιέχει λιδοκαΐνη): Συστηματικές αντιδράσεις στη λιδοκαΐνη
Λεπτομέρειες κατά συχνότητα expand_more
-
ΣυχνέςΑύξηση των ηπατικών ενζύμων (ALAT, ASAT, LDH, γ-GT και/ή αλκαλική φωσφατάση) και/ή χολερυθρίνηΔιαταραχές του ήπατος και των χοληφόρων
-
ΣυχνέςΔιάρροιαΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΗωσινοφιλίαΑίμα
-
ΣυχνέςΘρομβοπενίαΑίμα
-
ΣυχνέςΛευκοπενίαΑίμα
-
ΣυχνέςΦλεγμονώδεις αντιδράσεις στο σημείο της ένεσης, συμπεριλαμβανομένης φλεβίτιδας / θρομβοφλεβίτιδαςΓενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
-
Όχι συχνέςΈμετοςΓαστρεντερικό
-
Όχι συχνέςΑντίδραση Jarisch-HerxheimerΑνοσοποιητικό
-
Όχι συχνέςΕξάνθημαΔέρμα
-
Όχι συχνέςΖάληΝευρικό
-
Όχι συχνέςΚεφαλαλγίαΝευρικό
-
Όχι συχνέςΚνίδωσηΔέρμα
-
Όχι συχνέςΚνησμόςΔέρμα
-
Όχι συχνέςΚοιλιακό άλγοςΓαστρεντερικό
-
Όχι συχνέςΝαυτίαΓαστρεντερικό
-
Όχι συχνέςΠόνος στο σημείο της ένεσης, κακουχία, κόπωσηΓενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
-
Όχι συχνέςΣπασμοί (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις)Διαταραχές του νευρικού συστήματος
-
Μη γνωστέςΑίσθημα παλμώνΚαρδιά
-
Μη γνωστέςΑγγειοοίδημαΔέρμα
-
Μη γνωστέςΑιμολυτική αναιμίαΑίμα
-
Μη γνωστέςΑκκοκιοκυτταραιμία (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις)Διαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος
-
Μη γνωστέςΑναφυλακτικές αντιδράσειςΑνοσοποιητικό
-
Μη γνωστέςΑναφυλακτικό shockΑνοσοποιητικό
-
Μη γνωστέςΑνεπάρκεια μυελού των οστώνΑίμα
-
Μη γνωστέςΑντίδραση στο φάρμακο με συμπτώματα ηωσινοφιλίας και συστημικού συνδρόμου (DRESS) (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις)Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
-
Μη γνωστέςΑρρυθμία μετά από ταχεία ενδοφλέβια έγχυση μέσω καθετήρα κεντρικής φλέβαςΚαρδιακές διαταραχές
-
Μη γνωστέςΒρογχόσπασμοςΑναπνευστικό
-
Μη γνωστέςΓια Ε.Μ. σκευάσματα (όταν ο διαλύτης περιέχει λιδοκαΐνη): Συστηματικές αντιδράσεις στη λιδοκαΐνηΓενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
-
Μη γνωστέςΔιάμεση νεφρίτιδαΝεφρά/Ουροποιητικό
-
Μη γνωστέςΕγκεφαλοπάθεια (π.χ. έκπτωση συνείδησης, παραισθήσεις, σύγχυση, μη φυσιολογικές κινήσεις) (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις)Διαταραχές του νευρικού συστήματος
-
Μη γνωστέςΕπιλοίμωξη (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις)Λοιμώξεις και παρασιτώσεις
-
Μη γνωστέςΗπατίτιδα* (ορισμένες φορές με ίκτερο)Διαταραχές του ήπατος και των χοληφόρων
-
Μη γνωστέςΚαντιντίασηΛοιμώξεις
-
Μη γνωστέςΜείωση της νεφρικής λειτουργίας / αύξηση της κρεατινίνης (ιδιαίτερα όταν συγχορηγείται με αμινογλυκοσίδες)Διαταραχές των νεφρών και των ουροφόρων οδών
-
Μη γνωστέςΟξεία γενικευμένη εξανθηματική φλυκταίνωσηΔέρμα
-
Μη γνωστέςΟξεία νεφρική ανεπάρκεια (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις)Διαταραχές των νεφρών και των ουροφόρων οδών
-
Μη γνωστέςΟυδετεροπενίαΑίμα
-
Μη γνωστέςΠανκυτταροπενίαΑίμα
-
Μη γνωστέςΠολύμορφο ερύθημαΔέρμα
-
Μη γνωστέςΣύνδρομο Stevens-JohnsonΔέρμα
-
Μη γνωστέςΤοξική επιδερμική νεκρόλυση (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις)Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
-
Μη γνωστέςΨευδομεμβρανώδης κολίτιδα (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις)Διαταραχές του γαστρεντερικού
pregnant_woman
Κύηση / Γαλουχία
ΠΧΠ (SPC)
Επίπεδο κινδύνου: Αποφεύγεται
expand_more
Κύηση / Γαλουχία
-
ΚύησηΑποφεύγεταιΗ ασφάλεια της κεφοταξίμης δεν έχει εδραιωθεί στην ανθρώπινη εγκυμοσύνη. Μελέτες σε ζώα δεν έδειξαν άμεσες ή έμμεσες επιβλαβείς επιδράσεις σε σχέση με την αναπαραγωγική τοξικότητα. Ωστόσο, δεν υπάρχουν επαρκείς και καλά ελεγχόμενες μελέτες σε έγκυες γυναίκες. Η κεφοταξίμη διαπερνά τον φραγμό του πλακούντα. Η χρήση δεν ενδείκνυται εκτός εάν το αναμενόμενο όφελος αντισταθμίζει τους πιθανούς κινδύνους.
-
ΓαλουχίαΑποφεύγεταιΗ κεφοταξίμη περνά στο ανθρώπινο μητρικό γάλα. Δεν μπορούν να αποκλειστούν οι επιδράσεις στην φυσιολογική εντερική χλωρίδα του βρέφους που θηλάζει οι οποίες οδηγούν σε διάρροια, ανάπτυξη μυκήτων και ευαισθητοποίηση του βρέφους. Πρέπει να αποφασιστεί εάν θα διακοπεί ο θηλασμός ή θα διακοπεί η θεραπεία λαμβάνοντας υπόψη το όφενος του θηλασμού για το παιδί και το όφελος της θεραπείας για τη γυναίκα.
e911_emergency
Υπερδοσολογία
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Υπερδοσολογία
- συμπτώματα ανεπιθύμητων ενεργειών
- αναστρέψιμη εγκεφαλοπάθεια
directions_car
Επίδραση στην οδήγηση
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Επίδραση στην οδήγηση
science
Έκδοχα
ΠΧΠ (SPC) §2 & §6.1
expand_more
Έκδοχα
biotech
Φαρμακολογία
Φαρμακοδυναμική & Φαρμακοκινητική
expand_more
Φαρμακολογία
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: Κεφαλοσπορίνες τρίτης γενιάς, κωδικός ATC: J01DD01
Μηχανισμός δράσης
Η βακτηριοκτόνος δράση της κεφοταξίμης προκύπτει από την αναστολή της σύνθεσης του βακτηριακού κυτταρικού τοιχώματος (κατά τη διάρκεια της ανάπτυξης) που προκαλείται από την αναστολή των πρωτεϊνών που δεσμεύουν την πενικιλλίνη (PBPs) όπως οι τρανσπεπτιδάσες.
Μηχανισμός ανάπτυξης ανθεκτικότητας
Ανθεκτικότητα στην κεφοταξίμη μπορεί να προκληθεί από τους ακόλουθους μηχανισμούς:
- Απενεργοποίηση από β-λακταμάσες. Η κεφοταξίμη μπορεί να υδρολυθεί από συγκεκριμένες β-λακταμάσες, ειδικά από β-λακταμάσες ευρέως φάσματος (ESBLs) που μπορούν να ανιχνευθούν σε στελέχη των Escherichia coli ή Klebsiella pneumoniae ή από χρωμοσωμικά κωδικοποιημένες ή εκτεταμένου φάσματος β-λακταμάσες τύπου AmpC που μπορεί να ανιχνευθούν στο Enterobacter cloacae. Επομένως, οι λοιμώξεις που προκαλούνται από παθογόνα με χρωμοσωμικά κωδικοποιημένες AmpC-β-λακταμάσες δεν πρέπει να υπόκεινται σε θεραπεία με κεφοταξίμη ακόμη και στην περίπτωση της αποδεδειγμένης in-vitro ευαισθησίας, εξαιτίας του ρίσκου επιλογής μεταλλαγμένων στελεχών με αποκατάσταση της έκφρασης των χρωμοσωμικά κωδικοποιημένων AmpC-β-λακταμασών.
- Μειωμένη συγγένεια των PBPs με την κεφοταξίμη. Η επίκτητη ανθεκτικότητα των πνευμονιόκοκκων και άλλων στρεπτόκοκκων προκαλείται από τροποποιήσεις των PBPs λόγω μεταλλάξεων. Η ανθεκτικότητα των ανθεκτικών στη μεθικιλίνη (οξακιλίνη) σταφυλόκοκκων οφείλεται στο σχηματισμό μιας επιπρόσθετης PBP με χαμηλότερη συγγένεια με την κεφοταξίμη.
- Ανεπαρκής διείσδυση της κεφοταξίμης μέσω του εξωτερικού κυτταρικού τοιχώματος των αρνητικών κατά Gram βακτηρίων έτσι ώστε η αναστολή των PBPs να είναι ανεπαρκής.
- Η παρουσία μηχανισμού ενεργής μεταφοράς (αντλίες εκροής) της κεφοταξίμης εκτός του κυττάρου. Ολική διασταυρούμενη ανθεκτικότητα λαμβάνει χώρα μεταξύ της κεφοταξίμης και της κεφτριαξόνης και εν μέρει μεταξύ άλλων πενικιλλίνων και κεφαλοσπορινών.
Όρια ευαισθησίας
Τα παρακάτω κλινικά MIC όρια ευαισθησίας διαμορφώθηκαν από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή για τον Αντιμικροβιακό Έλεγχο Ευαισθησίας (EUCAST) (2019-01-01):
| Ευαισθησία | Ανθεκτικότητα | |
|---|---|---|
| Enterobacteriaceae | ≤ 1 mg / L | > 2 mg / L |
| Staphylococcus spp. HE | Σημείωση1 | Σημείωση 1 |
| Streptococcus (group A, B, C, G) | Σημείωση 2 | Σημείωση 2 |
| Streptococcus pneumoniae | ≤ 0.5 mg / L | > 2 mg / L |
| Viridans group streptococci | ≤ 0.5 mg / L | > 0.5 mg / L |
| Haemophilus influenzae | ≤ 0.125 mg / L | > 0.125 mg / L |
| Moraxella catarrhalis | ≤ 1 mg / L | > 2 mg / L |
| Neisseria gonorrhoea | ≤ 0.125 mg / L | > 0.125 mg / L |
| Neisseria meningitidis | ≤ 0.125 mg / L | > 0.125 mg / L |
| Pasteurella multocida | ≤ 0.03 mg / L | > 0.03 mg / L |
| Kingella kingae | ≤ 0.125 mg / L | > 0.125 mg / L |
| 3 PK-PD (Non-species related) breakpoints | ≤ 1 mg / L | > 2 mg / L |
HE = υψηλή έκθεση / υψηλή δόση μόνο για S. aureus (υψηλή δόση τουλάχιστον 3 x 2 g ενδοφλεβίως) 1 Η ευαισθησία του σταφυλόκοκκου στις κεφαλοσπορίνες τεκμηριώνεται από την ευαισθησία στην κεφοξιτίνη εξαιρουμένης της κεφιξίμη, της κεφταζιδίμη, της κεφταζιδίμης-αβιβακτάμης, της κεφτιμπουτένης και της κεφτολοζάνης-ταζομπακτάμης, τα οποία δεν έχουν όρια ευαισθησίας και δεν πρέπει να χρησιμοποιούνται στις σταφυλοκοκκικές λοιμώξεις. 2 Η ευαισθησία των Α, Β, C και G στρεπτόκοκκων στις κεφαλοσπορίνες τεκμηριώνεται από την ευαισθησία στην βενζυλπενικιλίνη. 3 Μη ευαίσθητα στελέχη είναι σπάνια ή δεν έχουν ακόμη αναφερθεί. Η ταυτοποίηση και η δοκιμασία ευαισθησίας σε οποιοδήποτε από τα απομονωμένα στελέφη πρέπει να επιβεβαιωθεί και το στέλεχος να αποσταλεί σε εργαστήριο αναφοράς.
Ευαισθησία
Ο επιπολασμός της επίκτητης ανθεκτικότητας μπορεί να διαφέρει γεωγραφικά και χρονικά για συγκεκριμένα είδη και είναι επιθυμητή η τοπική πληροφόρηση σχετικά με την ανθεκτικότητα, ιδιαίτερα για τη θεραπεία σοβαρών λοιμώξεων. Όπου είναι απαραίτητο, πρέπει να ζητούνται συμβουλές από ειδικούς, ιδιαίτερα αν ο τοπικός επιπολασμός της ανθεκτικότητας είναι τέτοιος, ώστε να αμφισβητείται η χρησιμότητα της κεφοταξίμης. Ειδικά στις περίπτωσεις σοβαρών λοιμώξεων ή σε περίπτωση αποτυχίας της θεραπείας, πρέπει να διεξάγεται μικροβιολογική διάγνωση, συμπεριλαμβανομένης της ταυτοποίησης του μικροοργανισμού και της ευαισθησίας του στην κεφοταξίμη.
ΚΟΙΝΩΣ ΕΥΑΙΣΘΗΤΑ ΕΙΔΗ Αερόβιοι θετικοί κατά Gram μικροοργανισμοί
- Staphylococcus aureus (ευαίσθητο σε μεθικιλλίνη)
- Streptococcus agalactiae
- Streptococcus pneumoniae (συμπερ. στελέχη ανθεκτικά σε πενικιλίνη)
- Streptococcus pyogenes Aερόβιοι αρνητικοί κατά Gram μικροοργανισμοί
- Borrelia burgdorferi
- Haemophilus influenzae
- Moraxella catarrhalis
- Neisseria gonorrhoea
- Neisseria meningitides
- Proteus mirabilis%
ΕΙΔΗ ΓΙΑ ΤΑ ΟΠΟΙΑ Η ΕΠΙΚΤΗΤΗ ΑΝΘΕΚΤΙΚΟΤΗΤΑ ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΕΙΝΑΙ ΠΡΟΒΛΗΜΑ Αερόβιοι θετικοί κατά Gram μικροοργανισμοί
- Staphylococcus aureus
- Staphylococcus epidermidis +
- Staphylococcus haemolyticus +
- Staphylococcus hominis + Aερόβιοι αρνητικοί κατά Gram μικροοργανισμοί
- Citrobacter freundii
- Enterobacter aerogenes
- Enterobacter cloacae
- Escherichia coli%
- Klebsiella oxytoca%
- Klebsiella pneumoniae#%
- Morganella morganii
- Proteus vulgaris
- Serratia marcescens Αναερόβιοι μικροοργανισμοί
- Bacteroides fragilis
ΕΓΓΕΝΩΣ ΑΝΘΕΚΤΙΚΑ ΕΙΔΗ Αερόβιοι θετικοί κατά Gram μικροοργανισμοί
- Enterococcus spp.
- Listeria monocytogenes
- Staphylococcus aureus (ανθεκτικό σε μεθικιλίνη) Aερόβιοι αρνητικοί κατά Gram μικροοργανισμοί
- Acinetobacter spp.
- Pseudomonas aeruginosa
- Stenotrophomonas maltophilia Αναερόβιοι μικροοργανισμοί
- Clostridium difficile Άλλα
- Chlamydia spp.
- Chlamydophila spp.
- Legionella pneumophila
- Mycoplasma spp.
- Treponema pallidum
- Σε τουλάχιστον μία περιοχή το ποσοστό ανθεκτικότητας είναι > 50%. % Σε μονάδες εντατικής θεραπείας το ποσοστό ανθεκτικότητας είναι < 10%.
Τα στελέχη παραγωγής ευρέως φάσματος β-λακταμάσης (ESBL) είναι πάντα ανθεκτικά.
Απορρόφηση
Το Κεφοταξίμη προορίζεται για παρεντερική χρήση. Μετά την ενδοφλέβια χορήγηση 1 g και 2 g κεφοταξίμης, οι μέσες μέγιστες συγκεντρώσεις μετά από 5 λεπτά είναι περίπου 81 - 102 mg / L και περίπου 167 - 214 mg / L 8 λεπτά αντίστοιχα. Η ενδομυϊκή ένεση επάγει μέσες μέγιστες συγκεντρώσεις στον ορό 20 mg / L εντός 30 λεπτών μετά από δόση 1 g.
Κατανομή
Η κεφοταξίμη έχει καλή διείσδυση σε διαφορετικά διαμερίσματα. Τα θεραπευτικά επίπεδα φαρμάκων που υπερβαίνουν τα ελάχιστα ανασταλτικά επίπεδα για τα κοινά παθογόνα μπορούν γρήγορα να επιτευχθούν. Οι συγκεντρώσεις στο εγκεφαλονωτιαίο υγρό είναι χαμηλές όταν οι μηνίγγες δεν έχουν φλεγμονή, αλλά η κεφοταξίμη συνήθως περνάει τον αιματοεγκεφαλικό φραγμό σε επίπεδα πάνω από τα MIC όρια ευαισθησίας των παθογόνων φλεγμονή των μηνίγγων (3 - 30 μg / mL). Συγκεντρώσεις (0,2 - 5,4 μg / mL), ανασταλτικές για τα περισσότερα βακτήρια, επιτυγχάνονται σε πυώδη πτύελα, βρογχικές εκκρίσεις και πλευρικό υγρό μετά από χορήγηση 1 ή 2 g κεφοταξίμης. Οι συγκεντρώσεις που είναι πιθανόν να είναι αποτελεσματικές κατά των πιο ευαίσθητων οργανισμών επιτυγχάνονται ομοίως στα θηλυκά αναπαραγωγικά όργανα, στις εκροές μέσου ωττός, στον προστατικό ιστό, στο διάμεσο υγρό, στο περιτοναϊκό υγρό και στο τοίχωμα της χοληδόχου κύστης, μετά από θεραπευτικές δόσεις. Υψηλές συγκεντρώσεις της κεφοταξίμης και της Ο-δεσακετυλ-κεφοταξίμης επιτυγχάνονται στη χολή. Η κεφοταξίμη διέρχεται από τον πλακούντα και επιτυγχάνει υψηλές συγκεντρώσεις στο εμβρυϊκό υγρό και τους ιστούς (μέχρι 6 mg / kg). Μικρές ποσότητες κεφοταξίμης διαχέονται στο μητρικό γάλα. Η δέσμευση στις πρωτεΐνες του πλάσματος για την κεφοταξίμη είναι περίπου 25 - 40%. Ο όγκος κατανομής της κεφοταξίμης είναι 21 - 37 λίτρα μετά από 1 γρ. ενδοφλέβιας έγχυσης για 30 λεπτά.
Βιομετασχηματισμός
Η κεφοταξίμη μεταβολίζεται μερικά στους ανθρώπους. Περίπου 15 - 25% μίας παρεντερικής δόσης μεταβολίζεται στον μεταβολίτη της Ο-δεσακετυλ-κεφοταξίμης, ο οποίος έχει επίσης αντιβιοτικές ιδιότητες.
Αποβολή
Η κύρια οδός έκκρισης της κεφοταξίμης και της Ο-δεσακετυλ-κεφοταξίμης είναι μέσω των νεφρών. Μόνο μία μικρή ποσότητα (2%) κεφοταξίμης απεκκρίνεται μέσω της χολής. Στα ούρα που συλλέγονται εντός 6 ωρών, το 40 - 60% της χορηγούμενης δόσης κεφοταξίμης ανακτάται ως αμετάβλητη κεφοταξίμη και το 20% βρίσκεται ως Ο-δισακετυλ-κεφοταξίμη. Μετά από χορήγηση ραδιενεργά επισημασμένης κεφοταξίμης μπορεί να ανακτηθεί περισσότερο από 80% στα ούρα. Το 50 - 60% αυτού του κλάσματος είναι αμετάβλητη κεφοταξίμη και το υπόλοιπο περιέχει μεταβολίτες. Η συνολική κάθαρση της κεφοταξίμης είναι 240 - 390 mL / min και η νεφρική κάθαρση είναι 130 - 150 mL / min. Οι χρόνοι ημιζωής της κεφοταξίμης στον ορό και της Ο-δεσακετυλ-κεφοταξίμης είναι κανονικά περίπου 50 - 80 λεπτά και 90 λεπτά, αντίστοιχα. Σε ηλικιωμένους, ο χρόνος ημιζωής της κεφοταξίμης είναι 120 - 150 λεπτά. Σε ασθενείς με σοβαρή διαταραχή της νεφρικής λειτουργίας (κάθαρση κρεατινίνης 3 - 10 mL / min), ο χρόνος ημιζωής της κεφοταξίμης στον ορό μπορεί να αυξηθεί σε 2,5 - 3,6 ώρες. Δεν υπάρχει συσσώρευση μετά τη ενδοφλέβια χορήγηση 1000 mg ή ενδομυϊκή χορήγηση 0,5 g για 10 ή 14 ημέρες. Στα νεογνά, η φαρμακοκινητική επηρεάζεται από την κύηση και την ηλικία, ο χρόνος ημιζωής παρατείνεται σε πρόωρα νεογνά και νεογνά χαμηλού βάρους της ίδιας ηλικίας.
- Η βακτηριοκτόνος δραστηριότητα του cefotaxime προκύπτει από την αναστολή της σύνθεσης του κυτταρικού τοιχώματος μέσω συγγένειας με τις πρωτεΐνες σύνδεσης με την πεπτιδυλική (PBPs). - Η Cefotaxime εμφανίζει υψηλή συγγένεια με PBPs στον κυτταρικό τοιχώματος,…