Clinio Logo
Clinio
ΔΡΑΣΤΙΚΗ ΟΥΣΙΑ L01EM03 SPC ΕΟΦ DrugBank PubChem Σκευάσματα

ALPELISIB

Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: Αντινεοπλασματικοί παράγοντες, Αναστολείς της πρωτεϊνικής κινάσης, Αναστολείς της φωσφατιδυλοϊνοσιτόλης-3-κινάσης (PI3K) ATC: L01EM03 ### Μηχανισμός δράσης Η αλπελισίμπη είναι α-ειδικός κατηγορίας I αναστολέας φωσφατιδυλινοσιτόλης 3-κινάσης (PI3Kα).

Εμπορικά Ονόματα

Ενδείξεις

Εγκεκριμένες ενδείξεις από το SPC, ομαδοποιημένες κατά ICD-10

clinical_notes
  • C50 Κακοήθης νεοπλασία του μαστού

    Περιλαμβάνει (όροι από SPC): Καρκίνος του μαστού

search Αναζήτηση φαρμάκων ανά ένδειξη arrow_forward

Πληροφορίες Συνταγογράφησης

Επιμελημένα δεδομένα από το SPC

SPC
medication

Δοσολογία

ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Οδός:
από του στόματος
Χορήγηση:
αμέσως μετά το φαγητό την ίδια περίπου ώρα κάθε μέρα
Δόση έναρξης:
300 mg
Τιτλοποίηση:
Για τη διαχείριση των σοβαρών ή μη ανεκτών ανεπιθύμητων ενεργειών (ADR) μπορεί να χρειαστεί προσωρινή διακοπή δόσης, μείωση ή/και οριστική διακοπή του alpelisib. Συνιστάται μέγιστος αριθμός 2 μειώσεων δόσης μετά τις οποίες ο ασθενής θα πρέπει να διακόπτει οριστικά την θεραπεία με alpelisib. Η μείωση της δόσης πρέπει να βασίζεται στην χειρότερη προηγούμενη τοξικότητα. Μόνο μία μείωση δόσης επιτρέπεται για την παγκρεατίτιδα.
  • Ενήλικες
    Δόση300 mg άπαξ ημερησίως
    Μέγ. δόση300 mg
  • Προδιαβητικοί
    Συνιστάται διαβούλευση με επαγγελματία υγείας με εμπειρία στην αντιμετώπιση της υπεργλυκαιμίας αν FG >250 mg/dl ή 13,9 mmol/l, BMI ≥30 ή ηλικία ≥75 ετών.
  • Ασθενείς με διαβήτη
    Πάντοτε διαβούλευση με διαβητολόγο ή επαγγελματία υγείας με εμπειρία στην αντιμετώπιση της υπεργλυκαιμίας.
  • Ηλικιωμένοι (≥65 ετών)
    Δεν απαιτείται προσαρμογή του δοσολογικού σχήματος. Περιορισμένα δεδομένα για ασθενείς ≥75 ετών και ιδιαίτερα για αυτούς που είναι ≥85 ετών.
  • Νεφρική δυσλειτουργία ήπια ή μέτρια
    Δεν είναι απαραίτητη καμία προσαρμογή δόσης.
  • Νεφρική δυσλειτουργία σοβαρή
    Χρειάζεται προσοχή καθώς δεν υπάρχει εμπειρία με το alpelisib σε αυτόν τον πληθυσμό.
  • Ηπατική δυσλειτουργία ήπια, μέτρια ή σοβαρή (Child-Pugh κατηγορία A, B ή C)
    Δεν απαιτείται προσαρμογή δόσης.
  • Παιδιά (0-18 ετών)
    Η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα δεν έχουν ακόμα τεκμηριωθεί. Δεν υπάρχουν διαθέσιμα δεδομένα.
block

Αντενδείξεις

ΠΧΠ (SPC)
expand_more
  • Υπερευαισθησία στη δραστική ουσία ή σε κάποιο από τα έκδοχα
warning

Προειδοποιήσεις & Προφυλάξεις

ΠΧΠ (SPC)
expand_more
  • Φουλβεστράντη
    Πληθυσμόςασθενείς με προηγούμενη χρήση φουλβεστράντης
    Η αποτελεσματικότητα δεν θεωρείται τεκμηριωμένη
  • Υπερευαισθησία (συμπεριλαμβανομένης της αναφυλακτικής αντίδρασης)
    Πληθυσμόςασθενείς με σοβαρές αντιδράσεις υπερευαισθησίας
    Το alpelisib πρέπει να διακόπτεται οριστικά και δεν πρέπει να γίνεται επανέναρξη. Πρέπει να γίνεται έγκαιρη έναρξη της ενδεικνυόμενης θεραπείας.
  • Σοβαρές δερματικές αντιδράσεις (SJS, EM, DRESS)
    Πληθυσμόςασθενείς με ιστορικό σοβαρών δερματικών αντιδράσεων
    Η θεραπεία δεν πρέπει να ξεκινάει
  • Σοβαρές δερματικές αντιδράσεις
    Οι ασθενείς πρέπει να ενημερώνονται για τα σημεία και τα συμπτώματα. Αν υπάρχουν σημεία ή συμπτώματα, το alpelisib πρέπει να διακόπτεται μέχρι να καθοριστεί η αιτιολογία. Συνιστάται αναζήτηση συμβουλών από δερματολόγο.
  • Επιβεβαιωμένη σοβαρή δερματική αντίδραση
    Πληθυσμόςασθενείς που έχουν εμφανίσει προηγούμενες σοβαρές δερματικές αντιδράσεις
    Το alpelisib πρέπει να διακόπτεται οριστικά. Δεν πρέπει να γίνεται επανέναρξη.
  • Μη επιβεβαιωμένη σοβαρή δερματική αντίδραση
    Μπορεί να χρειαστεί προσωρινή διακοπή, μείωση δόσης ή οριστική διακοπή (βλ. Δοσολογία).
  • Υπεργλυκαιμία
    Συνιστάται συχνή αυτό-παρακολούθηση κατά τις πρώτες 4 εβδομάδες και ιδιαιτέρως εντός των πρώτων 2 εβδομάδων θεραπείας.
  • Υπεργλυκαιμία
    Σε όλους τους ασθενείς πρέπει να δίνεται η οδηγία για αλλαγές του τρόπου ζωής (π.χ. περιορισμοί στη διατροφή και φυσική δραστηριότητα).
  • Υπεργλυκαιμία
    Πρέπει να δίνονται συμβουλές στους ασθενείς για τα σημεία και τα συμπτώματα.
  • Υπεργλυκαιμία
    Πληθυσμόςασθενείς με διαβήτη Τύπου 1 και μη ελεγχόμενο διαβήτη Τύπου 2
    Η ασφάλεια δεν έχει εδραιωθεί καθώς αυτοί οι ασθενείς αποκλείστηκαν από την κλινική μελέτη φάσης III.
  • Υπεργλυκαιμία
    Πληθυσμόςασθενείς με ιστορικό σακχαρώδη διαβήτη
    Μπορεί να χρειαστούν εντατική θεραπεία για τον διαβήτη και θα πρέπει να είναι υπό στενή παρακολούθηση.
  • Υπεργλυκαιμία
    βάσει βαρύτητας της υπεργλυκαιμίας
  • Πνευμονίτιδα
    Οι ασθενείς πρέπει να αναφέρουν οποιοδήποτε νέο αναπνευστικό σύμπτωμα ή αναπνευστικό σύμπτωμα που παρουσιάζει επιδείνωση.
  • Πνευμονίτιδα
    Πληθυσμόςασθενείς με νέο αναπνευστικό σύμπτωμα ή αναπνευστικό σύμπτωμα που παρουσιάζει επιδείνωση ή υποψία πνευμονίτιδας
    Η θεραπεία με alpelisib πρέπει να διακόπτεται αμέσως και ο ασθενής πρέπει να αξιολογείται για πνευμονίτιδα.
  • Πνευμονίτιδα
    Πληθυσμόςόλοι οι ασθενείς με επιβεβαιωμένη πνευμονίτιδα
    Το alpelisib πρέπει να διακόπτεται οριστικά.
  • Διάρροια ή κολίτιδα
    Οι ασθενείς θα πρέπει να παρακολουθούνται για εμφάνιση διάρροιας και άλλων συμπτωμάτων κολίτιδας.
  • Διάρροια ή κολίτιδα
    βάσει βαρύτητας της διάρροιας ή της κολίτιδας
  • Διάρροια ή κολίτιδα
    Στους ασθενείς πρέπει να δίνονται οδηγίες να ξεκινήσουν αντιδιαρροϊκή αγωγή, να αυξήσουν τα υγρά από του στόματος, και να ενημερώσουν τον ιατρό τους εάν παρουσιαστεί διάρροια ή άλλα συμπτώματα κολίτιδας. Σε περίπτωση κολίτιδας μπορεί να εξετάζεται η χορήγηση επιπρόσθετης θεραπείας, όπως τα στεροειδή.
  • Οστεονέκρωση της γνάθου
    Ιδιαίτερη προσοχή πρέπει να επιδεικνύεται όταν το alpelisib και διφωσφωνικά ή αναστολείς σύνδεσης του RANK (π.χ. denosumab) χρησιμοποιούνται είτε ταυτόχρονα είτε διαδοχικά.
  • Οστεονέκρωση της γνάθου
    Πληθυσμόςασθενείς με οστεονέκρωση της γνάθου από προηγούμενη ή ταυτόχρονη θεραπεία με διφωσφωνικά/denosumab σε εξέλιξη
    Η θεραπεία με alpelisib δεν πρέπει να ξεκινά.
  • Οστεονέκρωση της γνάθου
    Στους ασθενείς πρέπει να δίνεται συμβουλή να αναφέρουν άμεσα κάθε νέο ή επιδεινούμενο στοματικό σύμπτωμα (όπως οδοντική κινητικότητα πόνος ή οίδημα, μη επούλωση πληγών του στόματος ή έκκριμα) κατά τη διάρκεια της θεραπείας με alpelisib.
  • Οστεονέκρωση της γνάθου
    Πληθυσμόςασθενείς που παρουσιάζουν οστεονέκρωση της γνάθου
    Πρέπει να ξεκινά η καθιερωμένη ιατρική αντιμετώπιση.
  • Συμπτωματική σπλαχνική νόσος
    Πληθυσμόςασθενείς με συμπτωματική σπλαχνική νόσο
    Η αποτελεσματικότητα και η ασφάλεια αυτού του φαρμακευτικού προϊόντος δεν έχουν μελετηθεί.
swap_horiz

Αλληλεπιδράσεις

ΠΧΠ (SPC)
expand_more
  • Αναστολείς BCRP (ελτρομβοπάγη, λαπατινίμπη, παντοπραζόλη)
    προσοχή
    Αύξηση συστηματικής έκθεσης στην αλπελισίμπη
    ΣύστασηΣυνιστάται προσοχή και παρακολούθηση για τοξικότητα.
  • Ουσίες που μειώνουν την οξύτητα (ανταγωνιστές υποδοχέα H2 όπως ρανιτιδίνη, αναστολείς αντλίας πρωτονίων, αντιόξινα)
    παρακολούθηση
    Μείωση βιοδιαθεσιμότητας και έκθεσης στην αλπελισίμπη (ειδικά νηστικός). Η PK πληθυσμού δεν έδειξε σημαντική επίδραση.
    ΣύστασηΜπορεί να συγχορηγηθεί, με την προϋπόθεση η αλπελισίμπη να λαμβάνεται αμέσως μετά το φαγητό.
  • Ισχυροί επαγωγείς CYP3A4 (απαλουταμίδη, καρβαμαζεπίνη, ενζαλουταμίδη, μιτοτάνη, φαινυτοΐνη, ριφαμπίνη, βότανο του Αγ. Ιωάννη)
    αντένδειξη
    Μείωση AUC της αλπελισίμπης, που μπορεί να ελαττώσει την αποτελεσματικότητα.
    ΣύστασηΘα πρέπει να αποφεύγεται η συγχορήγηση. Να εξετάζεται η επιλογή συγχορήγησης ενός εναλλακτικού φαρμακευτικού προϊόντος χωρίς ή με ελάχιστη δυνατότητα επαγωγής του CYP3A4.
  • Ευαίσθητα υποστρώματα μεταφορέων με στενό θεραπευτικό δείκτη (ΟΑΤ3, σπλαχνική BCRP, P-gp)
    προσοχή
    Η αλπελισίμπη μπορεί να αυξήσει τη συστηματική έκθεση αυτών των υποστρωμάτων.
    ΣύστασηΘα πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή.
  • Υποστρώματα CYP2C9 (π.χ. S-βαρφαρίνη)
    παρακολούθηση
    Αύξηση της έκθεσης στην S-βαρφαρίνη (κατά 34% AUCinf, 19% Cmax). Η αλπελισίμπη είναι ήπιος αναστολέας του CYP2C9.
    ΣύστασηΔεν απαιτείται προσαρμογή δόσης της αλπελισίμπης, αλλά η αλληλεπίδραση με υποστρώματα CYP2C9 είναι κλινικά σημαντική.
  • Υποστρώματα CYP3A4 (π.χ. εβερόλιμο, μιδαζολάμη), CYP2C8 (π.χ. ρεπαγλινίδη), CYP2C19 (π.χ. ομεπραζόλη), CYP2B6 (π.χ. βουπροπιόνη)
    παρακολούθηση
    Δεν παρατηρήθηκε κλινικά σημαντική φαρμακοκινητική αλληλεπίδραση (μείωση AUC εβερόλιμου κατά 11.2%).
    ΣύστασηΔεν απαιτείται προσαρμογή δόσης. Τα δεδομένα για CYP2B6 πρέπει να ερμηνεύονται με προσοχή λόγω περιορισμένων δεδομένων.
  • Ορμονικά αντισυλληπτικά
    Δεν έχουν αξιολογηθεί κλινικές μελέτες αλληλεπίδρασης.
sick

Ανεπιθύμητες ενέργειες

ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Λοιμώξεις
  • Ουρολοίμωξη
Αίμα
  • Αναιμία
  • Μειωμένος αριθμός λεμφοκυττάρων
  • Μειωμένος αριθμός αιμοπεταλίων
Ανοσοποιητικό
  • Υπερευαισθησία
Μεταβολισμός
  • Αυξημένη γλυκόζη πλάσματος
  • Μειωμένη γλυκόζη πλάσματος
  • Μειωμένη όρεξη
  • Υποκαλιαιμία
  • Υπασβεστιαιμία
  • Μειωμένο μαγνήσιο
  • Αφυδάτωση
  • Κετοξέωση
  • Σύνδρομο υπεργλυκαιμικής υπερώσμωσης απουσία κετοξέωσης
  • Μειωμένο σωματικό βάρος
Ψυχιατρικές
  • Αϋπνία
Νευρικό
  • Κεφαλαλγία
  • Δυσγευσία
Οφθαλμικές
  • Θάμβος όρασης
  • Ξηροφθαλμία
  • Ραγοειδίτιδα
Αγγειακές
  • Υπέρταση
  • Λεμφοίδημα
Αναπνευστικό
  • Πνευμονίτιδα
Γαστρεντερικό
  • Διάρροια
  • Ναυτία
  • Στοματίτιδα
  • Έμετος
  • Κοιλιακό άλγος
  • Δυσπεψία
  • Πονόδοντος
  • Ουλίτιδα
  • Πόνος ούλων
  • Παγκρεατίτιδα
  • Κολίτιδα
Δέρμα
  • Χειλίτιδα
  • Εξάνθημα
  • Αλωπεκία
  • Κνησμός
  • Ξηροδερμία
  • Ερύθημα
  • Δερματίτιδα
  • Σύνδρομο παλαμο-πελματιαίας ερυθροδυσαισθησίας
  • Πολύμορφο ερύθημα
  • Σύνδρομο Stevens-Johnson
  • Σύνδρομο DRESS
  • Αγγειοοίδημα
Μυοσκελετικό
  • Μυϊκοί σπασμοί
  • Μυαλγία
  • Οστεονέκρωση γνάθου
Νεφρά/Ουροποιητικό
  • Οξεία νεφρική βλάβη
Γενικές
  • Κόπωση
  • Φλεγμονή βλεννογόνου
  • Περιφερικό οίδημα
  • Πυρεξία
  • Ξηρότητα βλεννογόνου
  • Οίδημα
Εργαστηριακές
  • Αυξημένη κρεατινίνη αίματος
  • Αυξημένη γ-γλουταμυλοτρανσφεράση
  • Αυξημένη αλανινική αμινοτρανσφεράση
  • Αυξημένη λιπάση
  • Παρατεταμένος χρόνος ενεργοποιημένης μερικής θρομβοπλαστίνης (aPTT)
  • Μειωμένη λευκωματίνη
  • Αυξημένη γλυκοζυλιωμένη αιμοσφαιρίνη
Λεπτομέρειες κατά συχνότητα expand_more
  • Έμετος
    Γαστρεντερικό
    Πολύ συχνές
  • Αλωπεκία
    Δέρμα
    Πολύ συχνές
  • Αναιμία
    Αίμα
    Πολύ συχνές
  • Αυξημένη αλανινική αμινοτρανσφεράση
    Εργαστηριακές
    Πολύ συχνές
  • Αυξημένη γ-γλουταμυλοτρανσφεράση
    Εργαστηριακές
    Πολύ συχνές
  • Αυξημένη γλυκόζη πλάσματος
    Μεταβολισμός
    Πολύ συχνές
  • Αυξημένη κρεατινίνη αίματος
    Εργαστηριακές
    Πολύ συχνές
  • Αυξημένη λιπάση
    Εργαστηριακές
    Πολύ συχνές
  • Διάρροια
    Γαστρεντερικό
    Πολύ συχνές
  • Δυσγευσία
    Νευρικό
    Πολύ συχνές
  • Δυσπεψία
    Γαστρεντερικό
    Πολύ συχνές
  • Εξάνθημα
    Δέρμα
    Πολύ συχνές
  • Κεφαλαλγία
    Νευρικό
    Πολύ συχνές
  • Κνησμός
    Δέρμα
    Πολύ συχνές
  • Κοιλιακό άλγος
    Γαστρεντερικό
    Πολύ συχνές
  • Κόπωση
    Γενικές
    Πολύ συχνές
  • Μειωμένη γλυκόζη πλάσματος
    Μεταβολισμός
    Πολύ συχνές
  • Μειωμένη λευκωματίνη
    Εργαστηριακές
    Πολύ συχνές
  • Μειωμένη όρεξη
    Μεταβολισμός
    Πολύ συχνές
  • Μειωμένο μαγνήσιο
    Μεταβολισμός
    Πολύ συχνές
  • Μειωμένο σωματικό βάρος
    Μεταβολισμός
    Πολύ συχνές
  • Μειωμένος αριθμός αιμοπεταλίων
    Αίμα
    Πολύ συχνές
  • Μειωμένος αριθμός λεμφοκυττάρων
    Αίμα
    Πολύ συχνές
  • Ναυτία
    Γαστρεντερικό
    Πολύ συχνές
  • Ξηροδερμία
    Δέρμα
    Πολύ συχνές
  • Ξηρότητα βλεννογόνου
    Γενικές
    Πολύ συχνές
  • Ουρολοίμωξη
    Λοιμώξεις
    Πολύ συχνές
  • Παρατεταμένος χρόνος ενεργοποιημένης μερικής θρομβοπλαστίνης (aPTT)
    Εργαστηριακές
    Πολύ συχνές
  • Περιφερικό οίδημα
    Γενικές
    Πολύ συχνές
  • Πυρεξία
    Γενικές
    Πολύ συχνές
  • Στοματίτιδα
    Γαστρεντερικό
    Πολύ συχνές
  • Υπέρταση
    Αγγειακές
    Πολύ συχνές
  • Υπασβεστιαιμία
    Μεταβολισμός
    Πολύ συχνές
  • Υποκαλιαιμία
    Μεταβολισμός
    Πολύ συχνές
  • Φλεγμονή βλεννογόνου
    Γενικές
    Πολύ συχνές
  • Αυξημένη γλυκοζυλιωμένη αιμοσφαιρίνη
    Εργαστηριακές
    Συχνές
  • Αφυδάτωση
    Μεταβολισμός
    Συχνές
  • Αϋπνία
    Ψυχιατρικές
    Συχνές
  • Δερματίτιδα
    Δέρμα
    Συχνές
  • Ερύθημα
    Δέρμα
    Συχνές
  • Θάμβος όρασης
    Οφθαλμικές
    Συχνές
  • Κετοξέωση
    Μεταβολισμός
    Συχνές
  • Λεμφοίδημα
    Αγγειακές
    Συχνές
  • Μυαλγία
    Μυοσκελετικό
    Συχνές
  • Μυϊκοί σπασμοί
    Μυοσκελετικό
    Συχνές
  • Ξηροφθαλμία
    Οφθαλμικές
    Συχνές
  • Οίδημα
    Γενικές
    Συχνές
  • Οξεία νεφρική βλάβη
    Νεφρά/Ουροποιητικό
    Συχνές
  • Οστεονέκρωση γνάθου
    Μυοσκελετικό
    Συχνές
  • Ουλίτιδα
    Γαστρεντερικό
    Συχνές
  • Πνευμονίτιδα
    Αναπνευστικό
    Συχνές
  • Πολύμορφο ερύθημα
    Δέρμα
    Συχνές
  • Πονόδοντος
    Γαστρεντερικό
    Συχνές
  • Πόνος ούλων
    Γαστρεντερικό
    Συχνές
  • Σύνδρομο παλαμο-πελματιαίας ερυθροδυσαισθησίας
    Δέρμα
    Συχνές
  • Υπερευαισθησία
    Ανοσοποιητικό
    Συχνές
  • Χειλίτιδα
    Δέρμα
    Συχνές
  • Παγκρεατίτιδα
    Γαστρεντερικό
    Όχι συχνές
  • Σύνδρομο Stevens-Johnson
    Δέρμα
    Όχι συχνές
  • Αγγειοοίδημα
    Δέρμα
    Μη γνωστές
  • Κολίτιδα
    Γαστρεντερικό
    Μη γνωστές
  • Ραγοειδίτιδα
    Οφθαλμικές
    Μη γνωστές
  • Σύνδρομο DRESS
    Δέρμα
    Μη γνωστές
  • Σύνδρομο υπεργλυκαιμικής υπερώσμωσης απουσία κετοξέωσης
    Μεταβολισμός
    Μη γνωστές
pregnant_woman

Κύηση / Γαλουχία

ΠΧΠ (SPC)
Επίπεδο κινδύνου: Αντενδείκνυται expand_more
  • Κύηση
    Δεν πρέπει να χρησιμοποιείται
    Το alpelisib ενδείκνυται σε άντρες και μετεμμηνοπαυσιακές γυναίκες. Δεν πρέπει να χρησιμοποιείται σε γυναίκες που είναι, ή μπορεί να είναι, έγκυες ή θηλάζουν (βλ. Θεραπευτικές ενδείξεις). Οι γυναίκες σε αναπαραγωγική ηλικία πρέπει να συμβουλεύονται ότι οι μελέτες σε ζώα και ο μηχανισμός δράσης έχουν δείξει ότι η αλπελισίμπη μπορεί να είναι επιβλαβής για το αναπτυσσόμενο έμβρυο. Οι μελέτες ανάπτυξης του εμβρύου σε αρουραίους και κουνέλια έδειξαν ότι η από του στόματος χορήγηση της αλπελισίμπης κατά την οργανογένεση προκάλεσε εμβρυοτοξικότητα και τερατογένεση (βλέπε Προκλινικά δεδομένα). Σε περίπτωση που γυναίκες σε αναπαραγωγική ηλικία λαμβάνουν alpelisib πρέπει να χρησιμοποιούν αποτελεσματική αντισύλληψη (π.χ. μέθοδο διπλού φραγμού) κατά τη διάρκεια της θεραπείας και για τουλάχιστον 1 εβδομάδα μετά την παύση της θεραπείας με alpelisib. Οι άνδρες ασθενείς με σεξουαλικούς συντρόφους που είναι έγκυες, πιθανώς έγκυες ή που θα μπορούσαν να μείνουν έγκυες πρέπει να χρησιμοποιούν προφυλακτικά κατά την σεξουαλική επαφή κατά την διάρκεια λήψης του alpelisib και για τουλάχιστον 1 εβδομάδα μετά την παύση της θεραπείας. Παρακαλείσθε να συμβουλευτείτε την Κύηση και γαλουχία των πληροφοριών συνταγογράφησης για την φουλβεστράντη. Το alpelisib δεν ενδείκνυται και δεν προορίζεται για χρήση σε γυναίκες που είναι, ή μπορεί να είναι, έγκυες (βλ. Θεραπευτικές ενδείξεις). Δεν διατίθενται κλινικά δεδομένα σχετικά με τη χρήση του alplisib σε έγκυους γυναίκες. Μελέτες σε ζώα κατέδειξαν αναπαραγωγική τοξικότητα (βλέπε Προκλινικά δεδομένα). Το alpelisib δεν πρέπει να χρησιμοποιείται κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης και σε γυναίκες αναπαραγωγικής ηλικίας χωρίς την χρήση αντισύλληψης. Η κατάσταση εγκυμοσύνης για γυναίκες με αναπαραγωγική ικανότητα πρέπει να επιβεβαιώνεται πριν από την έναρξη της θεραπείας με alpelisib.
  • Γαλουχία
    Αποφεύγεται
    Δεν είναι γνωστό αν η αλπελισίμπη απεκκρίνεται στο μητρικό γάλα των ανθρώπων ή των ζώων. Εξαιτίας της πιθανότητας για σοβαρές ανεπιθύμητες αντιδράσεις στο θηλάζον βρέφος συνιστάται οι γυναίκες να μην θηλάζουν κατά την διάρκεια της θεραπείας και για τουλάχιστον 1 εβδομάδα μετά την τελευταία δόση του alpelisib.
  • Γονιμότητα
    Μπορεί να διαταράξει τη γονιμότητα
    Δεν υπάρχουν διαθέσιμα κλινικά δεδομένα για την επίδραση της αλπελισίμπης στη γονιμότητα. Με βάση μελέτες για την τοξικότητα επαναλαμβανόμενης δόσης και γονιμότητας σε ζώα, η αλπελισίμπη μπορεί να διαταράξει τη γονιμότητα ανδρών και γυναικών με αναπαραγωγική ικανότητα (βλέπε Προκλινικά δεδομένα).
e911_emergency

Υπερδοσολογία

ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Συμπτώματα
  • υπεργλυκαιμία
  • ναυτία
  • εξασθένιση
  • εξάνθημα
Αντιμετώπιση
Γενικά συμπτωματικά και υποστηρικτικά μέτρα πρέπει να λαμβάνονται σε όλες τις περιπτώσεις υπερδοσολογίας όταν είναι απαραίτητο.
directions_car

Επίδραση στην οδήγηση

ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Επηρεάζει την οδήγησηΑμελητέα
Οι ασθενείς πρέπει να συμβουλεύονται να είναι προσεκτικοί όταν οδηγούν ή χειρίζονται μηχανήματα στην περίπτωση που εμφανίσουν κόπωση ή θολή όραση κατά τη διάρκεια της θεραπείας (βλέπε Ανεπιθύμητες ενέργειες).
science

Έκδοχα

ΠΧΠ (SPC) §2 & §6.1
expand_more
Πυρήνας δισκίου
Kυτταρίνη μικροκρυσταλλική
Μαννιτόλη
Άμυλο καρβοξυμεθυλιωμένο νατριούχο
Υπρομελλόζη
Μαγνήσιο στεατικό
Επικάλυψη του δισκίου
Υπρομελλόζη
Σιδήρου οξείδιο, μέλαν (E 172)
Σιδήρου οξείδιο, ερυθρό (E 172)
Τιτανίου διοξείδιο (E 171)
Πολυαιθυλενογλυκόλη
Τάλκης
biotech

Φαρμακολογία

Φαρμακοδυναμική & Φαρμακοκινητική
expand_more
Φαρμακοδυναμική

Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: Αντινεοπλασματικοί παράγοντες, Αναστολείς της πρωτεϊνικής κινάσης, Αναστολείς της φωσφατιδυλοϊνοσιτόλης-3-κινάσης (PI3K) ATC: L01EM03

Μηχανισμός δράσης

Η αλπελισίμπη είναι α-ειδικός κατηγορίας I αναστολέας φωσφατιδυλινοσιτόλης 3-κινάσης (PI3Kα). Οι μεταλλάξεις αύξησης λειτουργικότητας στο γονίδιο που κωδικοποιούν την καταλυτική αυπομονάδα της PI3K (PIK3CA) οδηγούν σε ενεργοποίηση της PI3Kα και της σηματοδότησης της AKT, κυτταρική μεταμόρφωση και την δημιουργία όγκων σε μοντέλα in vitro και in vivo. Στις κυτταρικές γραμμές του καρκίνου του μαστού η αλπελισίμπη ανέστειλε τη φωσφορυλίωση των κατωφερών στόχων της PI3K συμπεριλαμβανομένης της AKT και εμφάνισε δραστηριότητα σε κυτταρικές γραμμές που ενισχύουν την μετάλλαξη PIK3CA. In vivo, η αλπελισίμπη ανέστειλε το μονοπάτι σηματοδότησης PI3K/AKT και μείωσε την ανάπτυξη των όγκων σε μοντέλα ξενομοσχευμάτων, συμπεριλαμβανομένων μοντέλων του καρκίνου του μαστού.

Φαρμακοδυναμικές επιδράσεις

Υπάρχουν ευρήματα ότι η αναστολή της PI3K μέσω της θεραπείας με αλπελισίμπη προκαλεί αύξηση της μεταγραφής του υποδοχέα οιστρογόνων (ER) στα καρκινικά κύτταρα του μαστού. Ο συνδυασμός αλπελισίμπης και φουλβεστράντης εμφάνισε αυξημένη αντικαρκινική δράση σε σύγκριση με το κάθε φάρμακο σε μονοθεραπεία στα μοντέλα ξενομοσχευμάτων που προέκυψαν από θετικές σε υποδοχέα οιστρογόνων κυτταρικές γραμμές καρκίνου του μαστού με μετάλλαξη PIK3CA. Το μονοπάτι σηματοδότησης PI3K/AKT ευθύνεται για την ομοιόσταση της γλυκόζης και η υπεργλυκαιμία είναι μια αναμενόμενη στα πλαίσια του στόχου ανεπιθύμητη αντίδραση της αναστολής της PI3K.

Κλινική αποτελεσματικότητα και ασφάλεια

Το alpelisib αξιολογήθηκε σε μία βασική φάσης III, τυχαιοποιημένη, διπλά τυφλή, ελεγχόμενη με εικονικό φάρμακο μελέτη της αλπελισίμπης σε συνδυασμό με φουλβεστράντη σε μετεμμηνοπαυσιακές γυναίκες και άνδρες με θετικό σε ορμονικό υποδοχέα (HR+), αρνητικό σε ανθρώπινο αυξητικό επιδερμικό παράγοντα 2 (HER2-) προχωρημένο (τοπικοπεριοχικά υποτροπιάζοντα ή μεταστατικό) καρκίνο του μαστού των οποίων η νόσος είχε εμφανίσει εξέλιξη ή υποτροπή κατά τη διάρκεια ή μετά από θεραπεία με βάση αναστολέα αρωματάσης (με ή χωρίς συνδυασμό με αναστολέα κυκλινοεξαρτώμενων κινασών 4/6).

Συνολικά 572 ασθενείς εντάχθηκαν σε δύο κοόρτες, μία κοόρτη με καρκίνο του μαστού με την μετάλλαξη PIK3CA και μια κοόρτη χωρίς την μετάλλαξη PIK3CA. Οι ασθενείς τυχαιοποιήθηκαν ώστε να λαμβάνουν είτε αλπελισίμπη 300 mg συν φουλβεστράντη είτε εικονικό φάρμακο συν φουλβεστράντη σε αναλογία 1:1. Η τυχαιοποίηση στρωματοποιήθηκε με βάση την παρουσία μετάστασης σε πνεύμονες ή/και ήπαρ και την προηγούμενη θεραπεία με αναστολέα (αναστολείς) κυκλινοεξαρτώμενων κινασών 4/6.

Στην κοόρτη με την μετάλλαξη PIK3CA 169 ασθενείς με μία ή περισσότερες PIK3CA μεταλλάξεις (C420R, E542K, E545A, E545D [1635G>Τ μόνο], E545G, E545K, Q546E, Q546R, H1047L, H1047R ή H1047Y) τυχαιοποιήθηκαν ώστε να λαμβάνουν αλπελισίμπη σε συνδυασμό με φουλβεστράντη και 172 ασθενείς τυχαιοποιήθηκαν ώστε να λαμβάνουν εικονικό φάρμακο σε συνδυασμό με φουλβεστράντη. Σε αυτήν την κοόρτη 170 (49,9%) ασθενείς είχαν μεταστάσεις σε ήπαρ/πνεύμονες και 20 (5,9%) ασθενείς είχαν λάβει προηγούμενη θεραπεία με αναστολέα κυκλινοεξαρτώμενων κινασών 4/6.

Οι ασθενείς είχαν διάμεση ηλικία 63 ετών (εύρος: 25 ως 92 ετών). Το 44,9% των ασθενών ήταν 65 ετών ή μεγαλύτεροι και ≤85 ετών. Στους ασθενείς συμπεριλαμβάνονταν Λευκοί (66,3%), Ασιάτες (21,7%) και Μαύροι ή Αφροαμερικανοί (1,2%). Ο πληθυσμός της μελέτης συμπεριλάμβανε έναν άνδρα ασθενή που εντάχθηκε στην κοόρτη με μετάλλαξη PIK3CA και έλαβε θεραπεία με αλπελισίμπη και φουλβεστράντη. 66% και 33,4% των συμετεχόντων είχαν κατάσταση λειτουργικότητας ECOG 0 και 1, αντίστοιχα.

Το 97,7% των ασθενών είχε λάβει προηγούμενη ενδοκρινική θεραπεία. Για το 67,7% των συμμετεχόντων η τελευταία θεραπεία πριν από την ένταξη στη μελέτη ήταν ενδοκρινική θεραπεία. Η λετροζόλη και η αναστροζόλη ήταν οι ενδοκρινικές θεραπείες που χρησιμοποιήθηκαν πιο συχνά. Το πλαίσιο της τελευταίας ενδοκρινικής θεραπείας πριν από την ένταξη στην μελέτη ήταν θεραπευτικό για το 47,8% των συμμετεχόντων και επικουρική θεραπεία για το 51,9% των συμμετεχόντων. Συνολικά, το 85,6% των ασθενών θεωρήθηκαν ότι είχαν νόσο με αντίσταση στην ενδοκρινική θεραπεία. Πρωτογενής αντίσταση στην ενδοκρινική θεραπεία (de novo αντίσταση) παρατηρήθηκε στο 13,2% και δευτερογενής αντίσταση στην ενδοκρινική θεραπεία (υποτροπή/επιδείνωση μετά από μια αρχική ανταπόκριση) στο 72,4% των ασθενών.

Τα δημογραφικά στοιχεία και τα χαρακτηριστικά της νόσου κατά την έναρξη, η κατάσταση λειτουργικότητας ECOG, η επιβάρυνση από τον όγκο και η προηγούμενη αντινεοπλασματική θεραπεία ήταν καλά ισορροπημένα μεταξύ των σκελών της μελέτης.

Κατά τη διάρκεια της τυχαιοποιημένης φάσης θεραπείας η αλπελισίμπη 300 mg ή το εικονικό φάρμακο χορηγήθηκε από του στόματος μία φορά την ημέρα σε συνεχιζόμενη βάση. Η φουλβεστράντη 500 mg χορηγήθηκε ενδομυϊκά στον κύκλο 1 τις ημέρες 1 και 15 και έπειτα την ημέρα 1 του κύκλου 28 ημερών κατά την φάση της θεραπείας (χορήγηση ±3 ημέρες).

Δεν επετράπη στους ασθενείς να αλλάξουν από εικονικό φάρμακο σε αλπελισίμπη κατά τη διάρκεια της μελέτης ή μετά την εξέλιξη της νόσου.

Το κύριο καταληκτικό σημείο για την μελέτη ήταν η επιβίωση χωρίς εξέλιξη της νόσου (PFS) με την χρήση των Κριτηρίων Αξιολόγησης της Ανταπόκρισης Συμπαγών Όγκων (RECIST v1.1), με βάση την εκτίμηση του ερευνητή σε ασθενείς με μετάλλαξη PIK3CA. Το βασικό δευτερεύον καταληκτικό σημείο ήταν η συνολική επιβίωση (OS) για τους ασθενείς με μετάλλαξη PIK3CA.

Άλλα δευτερεύοντα καταληκτικά σημεία περιλάμβαναν την επιβίωση χωρίς εξέλιξη της νόσου (PFS) για τους ασθενείς χωρίς μετάλλαξη PIK3CA και την συνολική επιβίωση (OS) για τους ασθενείς χωρίς μετάλλαξη PIK3CA.

Πρωτογενής ανάλυση αποτελεσματικότητας

Η μελέτη πέτυχε τον κύριο στόχο της κατά την τελική ανάλυση της PFS (ημερομηνία αποκοπής 12-Ιουνίου-2018), καταδεικνύοντας στατιστικά σημαντική βελτίωση της επιβίωσης χωρίς εξέλιξη της νόσου σύμφωνα με την εκτίμηση του ερευνητή στην κοορτή με την μετάλλαξη PIK3CA για τους ασθενείς που λάμβαναν αλπελισίμπη συν φουλβεστράντη σε σύγκριση με τους ασθενείς που λάμβαναν εικονικό φάρμακο συν φουλβεστράντη με εκτιμώμενη μείωση κινδύνου εξέλιξης της νόσου ή θανάτου 35% υπέρ της θεραπείας με αλπελισίμπη συν φουλβεστράντη (βλ. Πίνακα 8).

Πίνακας 8 Μελέτη C2301 πρωτογενής ανάλυση αποτελεσματικότητας - Σύνοψη των εκβάσεων αποτελεσματικότητας με βάση τα RECIST (FAS, κοόρτη με μετάλλαξη PIK3CA) Ημερομηνία αποκοπής δεδομένων: 12-Ιουνίου-2018

alpelisib + φουλβεστράντη (n=169) Εικονικό φάρμακο + φουλβεστράντη (n=172)
Διάμεση επιβίωση χωρίς εξέλιξη της νόσου (PFS) (μήνες, 95% CI)
Ακτινολογική εκτίμηση του ερευνητή# Κοόρτη μετάλλαξης PIK3CA (N=341) 11,0 (7,5 έως 14,5) 5,7 (3,7 έως 7,4)
Λόγος κινδύνου (95% CI) 0,65 (0,50 έως 0,85)
Τιμή p 0,00065
Αξιολόγηση τυφλοποιημένης ανεξάρτητης επιτροπής επισκόπησης*# Κοόρτη μετάλλαξης PIK3CA (N=173) 11,1 (7,3 έως 16,8) 3,7 (2,1 έως 5,6)
Λόγος κινδύνου (95% CI) 0,48 (0,32 έως 0,71)
Τιμή p N/A

Σημειώσεις: CI = διάστημα εμπιστοσύνης, N = αριθμός ασθενών, N/A = δεν εφαρμόζεται. Η τιμή p λαμβάνεται από το μονής κατεύθυνσης στρωματοποιημένο τεστ log-rank. Σύμφωνα με τα RECIST 1.1. Με βάση προσέγγιση που βασίζεται σε δειγματοληπτικού έλεγχου 50%.

Στην κοορτή με μετάλλαξη PIK3CA οι αναλύσεις υποομάδων όσον αφορά την επιβίωση χωρίς εξέλιξη σύμφωνα με την εκτίμηση του ερευνητή μέσω παραγόντων στρωματοποίησης τυχαιοποίησης έδειξαν γενικά σταθερή επίδραση της θεραπείας υπέρ του σκέλους της αλπελισίμπης, ανεξάρτητα από την παρουσία ή απουσία μεταστάσεων σε πνεύμονες/ήπαρ. Μεταξύ 20 ασθενών με προηγούμενη χρήση αναστολέων CDK4/6 ο λόγος κινδύνου (HR) για την PFS ήταν 0,48 (95% CI: 0,17, 1,36). Η διάμεση PFS ήταν 1,8 μήνες (95% CI: 1,7, 3,6) στο σκέλος του εικονικού φαρμάκου συν φουλβεστράντη και 5,5 μήνες (95% CI: 1,6, 16,8) στο σκέλος της αλπελισίμπης συν φουλβεστράντη. Με τη χρήση δεδομένων ημερομηνίας αποκοπής 12-Ιουνίου-2018, τα αποτελέσματα για την PFS για την υποομάδα των ασθενών με ενδοκρινική αντίσταση (HR=0,64; 95% CI: 0,49, 0,85, n=292) και των ασθενών με ενδοκρινική ευαισθησία (HR=0.87; 95% CI: 0.35, 2.17, n=39) ευνοούσαν το σκέλος της αλπελισίμπης συν φουλβεστράντη. Ο αριθμός των ασθενών με ενδοκρινική ευαισθησία με μετάλλαξη PIK3CA ήταν περιορισμένος (n=39) και τα αποτελέσματα θα πρέπει να ερμηνεύονται με προσοχή. Με χρήση ημερομηνίας αποκοπής 12-Ιουνίου-2018, το συνολικό ποσοστό ανταπόκρισης σε ασθενείς με μετρήσιμη νόσο κατά την έναρξη ήταν 35,7% (95% CI: 27,4, 44,7)) στο σκέλος της αλπελισίμπης συν φουλβεστράντη και 16,% (95% CI: 10,4, 23,5) στο σκέλος του εικονικού φαρμάκου συν φουλβεστράντη. Κατά το χρόνο διεξαγωγής της τελικής ανάλυση ΟS (ημερομηνία αποκοπής δεδομένων 23-Απριλίου-2020) διεξήχθη ανάλυση αποτελεσματικότητας περιγραφικής παρακολούθησης για τηνPFS. Με διάμεση διάρκεια από την τυχαιοποίηση έως την αποκοπή των δεδομένων περίπου 42 μήνες, τα αναφερόμενα αποτελέσματα για την PFS συνάδουν με αυτά της πρωτογενούς ανάλυσης της PFS. Υπήρξε εκτιμώμενη μείωση κινδύνου εξέλιξης ή θανάτου κατά 36% υπέρ της θεραπείας με αλπελισίμπη συν φουλβεστράντη (HR=0,64; 95% CI: 0,50, 0,81) (Σχήμα 1).

Φαρμακοκινητική

Η φαρμακοκινητική της αλπελισίμπης ερευνήθηκε σε ασθενείς που λάμβαναν από του στόματος δοσολογικό σχήμα που κυμαινόταν από 30 ως 450 mg ημερησίως. Υγιείς συμμετέχοντες έλαβαν εφάπαξ από του στόματος δόσεις που κυμαίνονταν από 300 ως 400 mg. Η φαρμακοκινητική ήταν συγκρίσιμη τόσο στους ογκολογικούς ασθενείς όσο και στους υγιείς εθελοντές.

Απορρόφηση

Μετά από χορήγηση της αλπελισίμπης από του στόματος ο διάμεσος χρόνος ως την επίτευξη της κορυφαίας συγκέντρωσης στο πλάσμα (Tmax) κυμαινόταν μεταξύ 2,0 ως 4,0 ώρες, ανεξαρτήτως της δόσης, του χρόνου ή του θεραπευτικού σχήματος. Με βάση τη δημιουργία μοντέλου για την απορρόφηση η βιοδιαθεσιμότητα εκτιμήθηκε ότι ήταν πολύ υψηλή (>99%) υπό συνθήκες λήψης τροφής αλλά χαμηλότερη σε συνθήκες νηστείας (~68,7% σε δόση 300 mg). Τα επίπεδα πλάσματος της αλπελισίμπης σε σταθερή κατάσταση μετά από την καθημερινή δοσολογία μπορούν να αναμένονται ότι θα επιτευχθούν την ημέρα 3 μετά την έναρξη της θεραπείας στους περισσότερους ασθενείς.

Επίδραση της τροφής

Η απορρόφηση της αλπελισίμπης επηρεάζεται από την τροφή. Σε υγιείς εθελοντές μετά από μια εφάπαξ από του στόματος δόση 300 mg αλπελισίμπη, σε σύγκριση με την κατάσταση νηστείας ένα γεύμα με υψηλά λιπαρά και πολλές θερμίδες (HFHC) (985 θερμίδες με 58,1 g λίπους) αύξησε την AUCinf κατά 73% και την Cmax κατά 84% και ένα γεύμα με χαμηλά λιπαρά και λίγες θερμίδες (LFLC) (334 θερμίδες με 8,7 g λίπους) αύξησε την AUCinf κατά 77% και την Cmax κατά 145%. Δεν βρέθηκε καμία σημαντική διαφορά για την AUCinf μεταξύ γεύματος με χαμηλά λιπαρά και λίγες θερμίδες και γεύματος με υψηλά λιπαρά και λίγες θερμίδες με γεωμετρική μέση αναλογία 0,978 (CI: 0,876, 1,09), συμπεραίνοντας ότι ούτε το περιεχόμενο σε λιπαρά ούτε η συνολική πρόσληψη θερμίδων δεν είχε σημαντικό αντίκτυπο στην απορρόφηση. Η αύξηση της γαστρεντερικής διαλυτότητας από την χολή, που απεκκρίνεται ως ανταπόκριση στην πρόσληψη τροφής είναι η πιθανή αιτία της επίδρασης της τροφής. Επομένως, το alpelisib πρέπει να λαμβάνεται αμέσως μετά το φαγητό και περίπου την ίδια ώρα κάθε μέρα.

Κατανομή

Η αλπελισίμπη δεσμεύεται μέτρια στην πρωτεΐνη με ελεύθερο κλάσμα 10,8% ανεξαρτήτως της συγκέντρωσης. Η αλπελισίμπη ήταν εξίσου κατανεμημένη μεταξύ ερυθρών αιμοσφαιρίων και πλάσματος με μέση in vivo αναλογία αίματος-πλάσματος 1,03. Καθώς η αλπελισίμπη είναι υπόστρωμα των ανθρώπινων μεταφορέων εκροής, δεν αναμένεται να διαπεράσει τον αιματοεγκεφαλικό φραγμό στους ανθρώπους. Ο όγκος της κατανομής της αλπελισίμπης σε σταθερή κατάσταση (Vss/F) εκτιμάται στα 114 λίτρα (διακύμανση μεταξύ ατόμων CV% 49%).

Βιομετασχηματισμός

In vitro μελέτες έδειξαν ότι ο σχηματισμός του μεταβολίτη υδρόλυσης BZG791 μέσω χημικής και ενζυματικής αμιδικής υδρόλυσης είναι σημαντικό μεταβολικό μονοπάτι και ακολουθείται από υδροξυλίωση με τη μεσολάβηση του CYP3A4. Η υδρόλυση της αλπελισίμπης συμβαίνει συστηματικά τόσο από την χημική αποσύνθεση όσο και από την ενζυματική υδρόλυση μέσω ευρέως εκφραζόμενων υψηλής δυνατότητας ενζύμων (εστεράσες, αμιδάσες, χολινεστεράση) που δεν περιορίζονται στο ήπαρ. Οι διαμεσολαβούμενοι από το CYP3A4 μεταβολίτες και γλυκουρονίδια κάλυψαν το ~15% της δόσης, το BZG791 κάλυψε το ~40-45% της δόσης. Η υπόλοιπη δόση η οποία βρέθηκε ως αναλλοίωτη αλπελισίμπη στα ούρα και τα κόπρανα, είτε απεκκρίθηκε ως αλπελισίμπη είτε δεν απορροφήθηκε.

Αποβολή

Η αλπελισίμπη εμφανίζει χαμηλή κάθαρση με 9,2 l/ώρα (CV% 21%) με βάση την ανάλυση φαρμακοκινητικής πληθυσμού υπό συνθήκες λήψης τροφής. Η ημίσεια ζωή που προκύπτει από τον πληθυσμό, ανεξαρτήτως δόσης και χρόνου ήταν 8 ως 9 ώρες σε σταθερή κατάσταση με 300 mg μία φορά την ημέρα. Σε μελέτη ισοζυγίου μάζας ανθρώπων, μετά την από του στόματος χορήγηση η αλπελισίμπη και οι μεταβολίτες της βρέθηκαν κυρίως στα κόπρανα (81,0%), ως αλπελισίμπη ή ως μεταβολίτης BZG791. Η απέκκριση στα ούρα είναι ελάχιστη (13,5%), με αμετάβλητη αλπελισίμπη (2%). Μετά από εφάπαξ από του στόματος δόση [14C]-αλπελισίμπης, το 94,5% της συνολικής χορηγηθείσας ραδιενεργής δόσης ανακτήθηκε εντός 8 ημερών.

Γραμμικότητα/μη γραμμικότητα

Η φαρμακοκινητική διαπιστώθηκε ότι ήταν γραμμική όσον αφορά τη δόση και τον χρόνο υπό συνθήκες λήψης τροφής μεταξύ 30 και 450 mg. Μετά από πολλαπλές δόσεις η έκθεση στην αλπελισίμπη (AUC) σε σταθερή κατάσταση είναι μόνο ελαφρώς υψηλότερη από την εφάπαξ δόση με μέση συσσώρευση 1,3 ως 1,5 με ημερήσιο δοσολογικό σχήμα.

Μεταβολική αλληλεπίδραση

Υποστρώματα CYP3A4, CYP2C8, CYP2C9, CYP2C19 και CYP2B6 Σε μια μελέτη αλληλεπίδρασης μεταξύ φαρμάκων, η συγχορήγηση επαναλαμβανόμενων δόσεων αλπελισίμπης 300 mg με μια εφάπαξ δόση ευαίσθητων υποστρωμάτων του CYP3A4 (μιδαζολάμη), CYP2C8 (ρεπαγλινίδη), CYP2C9 (βαρφαρίνη), CYP2C19 (ομεπραζόλη) και CYP2B6 (βουπροπιόνη), χορηγούμενων ως κοκτέιλ, έδειξε ότι δεν υπάρχει κλινικά σημαντική φαρμακοκινητική αλληλεπίδραση. Τα δεδομένα από το υπόστρωμα του CYP2B6 (βουπροπιόνη) θα πρέπει να ερμηνεύονται με προσοχή λόγω του μικρού μεγέθους του δείγματος. Σε υγιή άτομα, η συγχορήγηση ενός υποστρώματος του CYP2C9 (S-βαρφαρίνη) με επαναλαμβανόμενες δόσεις 300 mg αλπελισίμπης σε σταθερή κατάσταση, αύξησε την έκθεση στην S-βαρφαρίνη κατά μέσο όρο κατά 34% και 19% για τις AUCinf and Cmax αντίστοιχα, σε σύγκριση με τη χορήγηση της S-βαρφαρίνης μόνης. Αυτό καταδεικνύει ότι η αλπελισίμπη είναι ήπιος αναστολέας του CYP2C9. Σε μια μελέτη αλληλεπίδρασης φαρμάκων με το ευαίσθητο υπόστρωμα των CYP3A4 και P-gp εβερόλιμους, σε ασθενείς με προχωρημένους συμπαγείς όγκους, η ΑUC μειώθηκε κατά 11,2%. Δεν αναμένεται κλινικά σημαντική μεταβολή ως αποτέλεσμα φαρμακευτικής αλληλεπίδρασης με υποστρώματα του CYP3A4.

Επαγωγείς του CYP3A4 Σε μία μελέτη αλληλεπίδρασης φαρμάκων, η συγχορήγηση αλπελισίμπης και ριφαμπίνης, ενός ισχυρού CPY3A4 επαγωγέα, επιβεβαίωσε ότι υπάρχει κλινικά σημαντική φαρμακοκινητική αλληλεπίδραση μεταξύ της αλπελισίμπης και ισχυρών επαγωγέων CPY3A4 (βλ. Αλληλεπιδράσεις).

Αλληλεπίδραση με βάση τους μεταφορείς Με βάση δεδομένα in vitro, η αναστολή του νεφρικού μεταφορέα οργανικών ανιόντων ΟΑΤ3 από την αλπελισίμπη (ή/και τον μεταβολίτη της BZG791) δεν μπορεί να απορριφθεί σε ασθενείς που λαμβάνουν την θεραπευτική δόση. Η αλπελισίμπη εμφάνισε μόνο ασθενή αναστολή in vitro προς τους ευρέως εκφραζόμενους μεταφορείς εκροής (P-gp, BCRP, MRP2, BSEP), τους μεταφορείς φορέων διαλυτών στην ηπατική πύλη (OATP1B1, OATP1B3, OCT1) και τους μεταφορείς φορέων διαλυτών στους νεφρούς (OAT1, OCT2, MATE1, MATE2K). Καθώς οι μη δεσμευμένες συστηματικές συγκεντρώσεις σε σταθερή κατάσταση (ή οι συγκεντρώσεις στην ηπατική πύλη) τόσο στη θεραπευτική δόση όσο και στη μέγιστη ανεκτή δόση είναι σημαντικά χαμηλότερες από τις πειραματικά καθοριζόμενες μη δεσμευμένες σταθερές της αναστολής ή IC50, η αναστολή δεν θα μεταφράζεται σε κλινική σημαντικότητα. Λόγω των υψηλών συγκεντρώσεων αλπελισίμπης στον εντερικό αυλό, η επίδραση στην εντερική P-gp και BCRP δεν μπορεί να αποκλειστεί πλήρως.

Ειδικοί πληθυσμοί

Επίδραση της ηλικίας, του βάρους και του φύλου Η φαρμακοκινητική ανάλυση του πληθυσμού έδειξε ότι δεν υπάρχουν κλινικά σχετικές επιδράσεις της ηλικίας, του σωματικού βάρους ή του φύλου στη συστηματική έκθεση της αλπελισίμπης που θα χρειάζονταν προσαρμογή δόσης του alpelisib.

Παιδιατρικοί ασθενείς (κάτω των 18 ετών) Η φαρμακοκινητική του alpelisib σε παιδιά ηλικίας 0-18 ετών δεν έχει εδραιωθεί. Δεν υπάρχουν διαθέσιμα δεδομένα.

Ηλικιωμένοι (ηλικίας 65 ετών ή άνω) Από τους 284 ασθενείς που έλαβαν alpelisib στην μελέτη φάσης III (στο σκέλος αλπελισίμπη συν φουλβεστράντη), 117 ασθενείς ήταν ≥65 ετών και 34 ασθενείς ήταν ηλικίας μεταξύ 75 και 87 ετών. Δεν παρατηρήθηκαν συνολικές διαφορές στην έκθεση του alpelisib μεταξύ αυτών των ασθενών και νεότερων ασθενών (βλέπ. Δοσολογία).

Φυλή/Εθνικότητα Αναλύσεις φαρμακοκινητικής πληθυσμού και αναλύσεις φαρμακοκινητικής από μελέτη φάσης I σε Ιάπωνες ασθενείς με καρκίνο έδειξαν ότι δεν υπάρχουν κλινικά σχετικές επιδράσεις της εθνικότητας στη συστηματική έκθεση του alpelisib. Μη διαμερισματοποιημένες παράμετροι φαρμακοκινητικής μετά από εφάπαξ και πολλαπλές ημερήσιες δόσεις alpelisib για τους Ιάπωνες ασθενείς ήταν παρόμοιες με τις παράμετρους που αναφέρθηκαν στον πληθυσμό των Καυκάσιων.

Νεφρική δυσλειτουργία Με βάση ανάλυση φαρμακοκινητικής πληθυσμού που περιλάμβανε 117 ασθενείς με φυσιολογική νεφρική λειτουργία (eGFR ≥90 ml/min/1,73 m2) / (CLcr ≥90 ml/min), 108 ασθενείς με ήπια νεφρική δυσλειτουργία (eGFR 60 ως <90 ml/min/1,73 m2)/ (CLcr 60 ως <90 ml/min) και 45 ασθενείς με μέτρια νεφρική δυσλειτουργία (eGFR 30 ως <60 ml/min/1,73 m2), η ήπια και η μέτρια νεφρική δυσλειτουργία δεν είχε καμία επίδραση στην έκθεση στην αλπελισίμπη (βλέπ. Δοσολογία).

Ηπατική δυσλειτουργία Με βάση φαρμακοκινητική μελέτη ασθενών με ηπατική δυσλειτουργία, η μέτρια και η σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία είχε αμελητέα επίδραση στην έκθεση στην αλπελισίμπη (βλέπ. Δοσολογία). Η μέση έκθεση για την αλπελισίμπη αυξήθηκε κατά 1,26 φορές σε ασθενείς με σοβαρή (GMR: 1,00 για την Cmax, 1,26 για την AUClast/AUCinf) ηπατική διαταραχή. Με βάση μια φαρμακοκινητική ανάλυση πληθυσμού που περιλάμβανε 230 ασθενείς με φυσιολογική ηπατική λειτουργία, 41 ασθενείς με ήπια ηπατική διαταραχή και κανένα ασθενή με μέτρια ηπατική δυσλειτουργία υποστηρίχθηκαν περαιτέρω τα ευρήματα από την επικεντρωμένη στην ηπατική δυσλειτουργία μελέτη, η ήπια και η μέτρια ηπατική δυσλειτουργία δεν είχε καμία επίδραση στην έκθεση στην αλπελισίμπη (βλέπ. Δοσολογία).

Μηχανισμός δράσης
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: Αντινεοπλασματικοί παράγοντες, Αναστολείς της πρωτεϊνικής κινάσης, Αναστολείς της φωσφατιδυλοϊνοσιτόλης-3-κινάσης (PI3K) ATC: L01EM03 ### Μηχανισμός δράσης Η αλπελισίμπη είναι α-ειδικός κατηγορίας I αναστολέας…
Φαρμακοδυναμική
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: Αντινεοπλασματικοί παράγοντες, Αναστολείς της πρωτεϊνικής κινάσης, Αναστολείς της φωσφατιδυλοϊνοσιτόλης-3-κινάσης (PI3K) ATC: L01EM03 ### Μηχανισμός δράσης Η αλπελισίμπη είναι α-ειδικός κατηγορίας I αναστολέας…
Φαρμακοκινητική
Η φαρμακοκινητική της αλπελισίμπης ερευνήθηκε σε ασθενείς που λάμβαναν από του στόματος δοσολογικό σχήμα που κυμαινόταν από 30 ως 450 mg ημερησίως. Υγιείς συμμετέχοντες έλαβαν εφάπαξ από του στόματος δόσεις που κυμαίνονταν από 300 ως 400 mg. Η…

Παρακολούθηση Αγωγής

Εργαστηριακοί & κλινικοί έλεγχοι από το SPC, ανά σύστημα

event_available
science

Εργαστηριακές εξετάσεις (αίμα / ούρα)

Έλεγχος Σύστημα Συχνότητα Προϋπόθεση
Γλυκοζυλιωμένη αιμοσφαιρίνη (HbA1c) glucoseΓλυκαιμικός έλεγχος / διαβήτης Κατά τη διαλογή πριν από την έναρξη της θεραπείας
μετά από 4 εβδομάδες θεραπείας και έπειτα κάθε 3 μήνες
Γλυκόζη νηστείας glucoseΓλυκαιμικός έλεγχος / διαβήτης εβδομάδες 1, 2, 4, 6 και 8 μετά την έναρξη της θεραπείας και μετά κάθε μήνα
τακτικά, πιο συχνά στις πρώτες 4 εβδομάδες και ειδικά εντός των πρώτων 2 εβδομάδων της θεραπείας
καθημερινά για τις πρώτες 2 εβδομάδες της θεραπείας. Μετά συνεχίστε να παρακολουθείτε όσο συχνά χρειάζεται Διαβήτης, προδιαβήτης, BMI ≥30 ή ηλικία ≥75
τακτικά, τουλάχιστον μέχρι η γλυκόζη νηστείας μειωθεί σε φυσιολογικά επίπεδα Εμφάνιση υπεργλυκαιμίας
τουλάχιστον μία φορά την εβδομάδα για 8 εβδομάδες, και στη συνέχεια μία φορά κάθε 2 εβδομάδες Κατά τη διάρκεια θεραπείας με αντιδιαβητικά φάρμακα
Γλυκόζη νηστείας πλάσματος (FPG) glucoseΓλυκαιμικός έλεγχος / διαβήτης Κατά τη διαλογή πριν από την έναρξη της θεραπείας
checklist Συνδυάζετε πολλά φάρμακα; Δείτε το συγκεντρωτικό πρόγραμμα παρακολούθησης arrow_forward

Σκευάσματα & Τιμολόγηση

Δεδομένα ΕΟΦ (04/2026)
Φόρτωση...
query_stats Κρίσιμα Στοιχεία

Σκευάσματα σε κυκλοφορία

1

Καθαρίζει (~5×t½)

≈ 45 ώρες
Εργαλείο washout arrow_forward
science