PANTOPRAZOLE
Παντοπραζόλη
Oι ανταγωνιστές της αντλίας πρωτονίων αποτελούν, μετά τους H2-ανταγωνιστές, σημαντικό σταθμό στην εξέλιξη της θεραπείας του έλκους και της γαστροοισοφαγικής παλινδρόμησης. Tα σημαντικά τους πλεονεκτήματα, σε σχέση με τους H2-ανταγωνιστές, συνίστανται: - στην ισχυρότερη …
Εμπορικά Ονόματα
Κλινική Σύνοψη
Προτεραιότητα πηγών: SPC, ΕΟΦ, DrugBank
clinical_notes
DrugBank
Ενδείξεις
expand_more
Ενδείξεις
medication
SPC-ESOMEPRAZOLE-NOVIS
Δοσολογία
expand_more
Δοσολογία
- Οδός: Oral
- Χορήγηση: Once daily, twice daily
- Δόση έναρξης: 40 mg
- Τιτλοποίηση: The dosage should be individualized. For Zollinger-Ellison syndrome, doses exceeding 80 mg daily should be divided into two administrations.
-
Ενήλικες και έφηβοι από 12 ετών και άνωΔόση40 mg μία φορά την ημέραΘεραπεία της διαβρωτικής οισοφαγίτιδας από γαστρο-οισοφαγική παλινδρόμηση. Συνιστάται η συνέχιση της θεραπείας για άλλες 4 εβδομάδες σε όσους ασθενείς δεν έχει επιτευχθεί επούλωση των βλαβών της οισοφαγίτιδας ή σε όσους έχουν συμπτώματα που επιμένουν.
-
Ενήλικες και έφηβοι από 12 ετών και άνωΔόση20 mg μία φορά την ημέραΜακροχρόνια θεραπεία για την πρόληψη υποτροπής σε ασθενείς στους οποίους οι βλάβες από την οισοφαγίτιδα έχουν επουλωθεί.
-
Ενήλικες και έφηβοι από 12 ετών και άνωΔόση20 mg μία φορά την ημέραΑντιμετώπιση συμπτωμάτων γαστρο-οισοφαγικής παλινδρομικής νόσου (ΓΟΠΝ) σε ασθενείς χωρίς οισοφαγίτιδα. Αν δεν επιτευχθεί ο έλεγχος των συμπτωμάτων μετά από 4 εβδομάδες, πρέπει να γίνεται περαιτέρω έλεγχος των ασθενών. Μετά την απαλλαγή από τα συμπτώματα, ο έλεγχος των συμπτωμάτων στο μέλλον μπορεί να επιτευχθεί με 20 mg μία φορά την ημέρα. Σε ενήλικες, όταν υπάρχει ανάγκη, μπορεί να γίνει κατ’ επίκληση λήψη 20 mg μία φορά την ημέρα. Σε ασθενείς που λαμβάνουν ΜΣΑΦ με κίνδυνο να εμφανίσουν γαστρικά και δωδεκαδακτυλικά έλκη, κατ’ επίκληση λήψη για τον έλεγχο των συμπτωμάτων δε συνιστάται.
-
ΕνήλικεςΔόση20 mg Esomeprazole/NOVIS με 1 g αμοξικιλλίνη και 500 mg κλαριθρομυκίνηΣυνδυασμός με αντιβιοτικά για εκρίζωση H. pylori: επούλωση δωδεκαδακτυλικού έλκους που σχετίζεται με H. pylori και πρόληψη υποτροπής πεπτικού έλκους. Δύο φορές την ημέρα για 7 ημέρες.
-
ΕνήλικεςΔόση20 mg μία φορά την ημέραΣυνεχής θεραπεία με ΜΣΑΦ: Επούλωση γαστρικών ελκών που σχετίζονται με τη χρήση ΜΣΑΦ. Διάρκεια θεραπείας: 4-8 εβδομάδες.
-
ΕνήλικεςΔόση20 mg μία φορά την ημέραΣυνεχής θεραπεία με ΜΣΑΦ: Πρόληψη γαστρικών και δωδεκαδακτυλικών ελκών που σχετίζονται με τη χρήση ΜΣΑΦ σε ασθενείς που διατρέχουν κίνδυνο.
-
ΕνήλικεςΔόση40 mg μία φορά την ημέραΠαρατεταμένη θεραπεία μετά από ενδοφλέβια αγωγή για την πρόληψη επαναιμορραγίας πεπτικών ελκών. Διάρκεια: 4 εβδομάδες.
-
ΕνήλικεςΔόση40 mg δύο φορές την ημέραΜέγ. δόση80-160 mg την ημέρα (διαιρούμενη σε δύο λήψεις)Θεραπεία του Συνδρόμου Zollinger-Ellison. Η δοσολογία πρέπει να εξατομικεύεται. Δόσεις >80mg/ημέρα πρέπει να διαιρούνται.
-
Ασθενείς με σοβαρή ηπατική ανεπάρκειαΜέγ. δόση20 mgΔεν πρέπει να υπερβαίνεται.
block
SPC-ESOMEPRAZOLE-NOVIS
Αντενδείξεις
expand_more
Αντενδείξεις
-
Γνωστή υπερευαισθησία στην εσομεπραζόλη, υποκατεστημένες βενζιμιδαζόλες ή σε κάποιο άλλο από τα συστατικά του φαρμάκου.
-
Συγχορήγηση με νελφιναβίρηΠληθυσμόςασθενείς που λαμβάνουν νελφιναβίρη
warning
SPC-ESOMEPRAZOLE-NOVIS
Προειδοποιήσεις
expand_more
Προειδοποιήσεις
-
Παρουσία ανησυχητικών συμπτωμάτων (π.χ. σημαντική μη επιδιωκόμενη απώλεια βάρους, επαναλαμβανόμενοι έμετοι, δυσφαγία, αιματέμεση ή μέλαινα) και σε περίπτωση υποψίας ή παρουσίας γαστρικού έλκουςθα πρέπει πρώτα να αποκλείεται η ύπαρξη κακοήθειας, αφού η θεραπεία με Esomeprazole/NOVIS μπορεί να ανακουφίσει από τα συμπτώματα, καθυστερώντας έτσι τη διάγνωση.
-
Μακροχρόνια θεραπείαΠληθυσμόςασθενείς σε μακροχρόνια θεραπεία (ιδιαίτερα όσοι ακολουθούν θεραπεία για πάνω από ένα χρόνο)πρέπει να παρακολουθούνται σε τακτά χρονικά διαστήματα.
-
Κατ’ επίκληση θεραπείαΠληθυσμόςΑσθενείς που βρίσκονται σε κατ’ επίκληση θεραπείαθα πρέπει να συμβουλεύονται να επικοινωνήσουν με το γιατρό τους αν εμφανισθεί αλλαγή στους χαρακτήρες των συμπτωμάτων τους.
-
Αλληλεπιδράσεις σε κατ’ επίκληση θεραπείαΠληθυσμόςασθενείς που λαμβάνουν εσομεπραζόλη για κατ’ επίκληση θεραπείαπρέπει να λαμβάνονται υπόψη οι επιπλοκές των αλληλεπιδράσεων με άλλα φάρμακα, λόγω της αυξομείωσης των συγκεντρώσεων στο πλάσμα της εσομεπραζόλης.
-
Εκρίζωση Ελικοβακτηριδίου του πυλωρούΠληθυσμόςασθενείς που λαμβάνουν τριπλό θεραπευτικό σχήμαπρέπει να λαμβάνονται υπόψη πιθανές αλληλεπιδράσεις για όλα τα συστατικά του τριπλού θεραπευτικού σχήματος. Η κλαριθρομυκίνη είναι ένας ισχυρός αναστολέας του CYP3A4 και γι’ αυτό το λόγο πρέπει να λαμβάνονται υπόψη οι αντενδείξεις και οι αλληλεπιδράσεις της κλαριθρομυκίνης όταν χρησιμοποιείται το τριπλό θεραπευτικό σχήμα σε ασθενείς που λαμβάνουν ταυτόχρονα άλλα φάρμακα που μεταβολίζονται από το CYP3A4 όπως η σισαπρίδη.
-
Γαστρεντερικές λοιμώξειςΗ θεραπεία με αναστολείς της αντλίας πρωτονίων μπορεί να οδηγήσει σε μικρή αύξηση του κινδύνου γαστρεντερικών λοιμώξεων όπως από Salmonella και Campylobacter
-
Συγχορήγηση με αταζαναβίρηΔεν συνιστάται συγχορήγηση εσομεπραζόλης με αταζαναβίρη. Εάν ο συνδυασμός αταζαναβίρης με αναστολέα της αντλίας πρωτονίων κρίνεται αναπόφευκτος, συνιστάται προσεκτικός κλινικός έλεγχος σε συνδυασμό με μια αύξηση της δόσης της αταζαναβίρης στα 400 mg με 100 mg ριτοναβίρη, εσομεπραζόλη 20 mg δεν πρέπει να υπερβαίνεται.
swap_horiz
SPC-ESOMEPRAZOLE-NOVIS
Αλληλεπιδράσεις
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
-
ΠαρακολούθησηΜειωμένη απορρόφησηΣύστασηΗ απορρόφηση μπορεί να μειωθεί κατά τη διάρκεια της θεραπείας με εσομεπραζόλη.
-
Αταζαναβίρη (μαζί με ριτοναβίρη)ΑντένδειξηΜειωμένα επίπεδα στον ορόΣύστασηΔεν συνιστάται η συγχορήγηση.
-
ΑντένδειξηΜειωμένη AUC, Cmax, CminΣύστασηΑντενδείκνυται η συγχορήγηση.
-
Σακουιναβίρη (μαζί με ριτοναβίρη)ΠαρακολούθησηΑυξημένα επίπεδα ορούΣύστασηΑναφέρθηκε αύξηση των επιπέδων ορού (80-100%) κατά τη διάρκεια συγχορήγησης.
-
ΠαρακολούθησηΑυξημένη συγκέντρωση στο πλάσμαΣύστασηΜπορεί να χρειαστεί μείωση της δόσης.
-
ΠαρακολούθησηΑυξημένη συγκέντρωση στο πλάσμαΣύστασηΜπορεί να χρειαστεί μείωση της δόσης.
-
ΠαρακολούθησηΑυξημένη συγκέντρωση στο πλάσμαΣύστασηΜπορεί να χρειαστεί μείωση της δόσης.
-
ΠαρακολούθησηΑυξημένη συγκέντρωση στο πλάσμαΣύστασηΜπορεί να χρειαστεί μείωση της δόσης.
-
ΠαρακολούθησηΑυξημένα χαμηλότερα επίπεδα στο πλάσμαΣύστασηΣυνιστάται ο έλεγχος των συγκεντρώσεων της φαινυτοΐνης στο πλάσμα όταν αρχίζει ή σταματά η θεραπεία με εσομεπραζόλη.
-
ΠαρακολούθησηΑυξημένη AUCτΣύστασηΗ ομεπραζόλη (40 mg εφάπαξ ημερησίως) αυξάνει την Cmax και την AUCτ της βορικοναζόλης (υπόστρωμα του CYP2C19) κατά 15% και 41% αντίστοιχα. Η βορικοναζόλη αυξάνει την AUCτ της εσομεπραζόλης κατά 280%.
-
Βαρφαρίνη ή άλλα παράγωγα κουμαρίνηςΠαρακολούθησηΑύξηση του INR (κλινικά σημαντική)ΣύστασηΣυνιστάται έλεγχος κατά την έναρξη και τη λήξη της συγχορήγησης.
-
ΠαρακολούθησηΑυξημένο AUC και παράταση t½ΣύστασηΔεν αύξησε σημαντικά τα υψηλότερα επίπεδα στο πλάσμα. Το QTc διάστημα δεν παρουσίασε περαιτέρω παράταση.
-
ΑμοξικιλλίνηΠαρακολούθησηΚαμία κλινικά σημαντική επίδραση
-
ΠαρακολούθησηΚαμία κλινικά σημαντική επίδραση
-
ΠαρακολούθησηΚαμία κλινικά σημαντική αλληλεπίδραση
-
ΠαρακολούθησηΚαμία κλινικά σημαντική αλληλεπίδραση
-
ΠαρακολούθησηΔιπλασιασμός των συγκεντρώσεων (AUC) της εσομεπραζόληςΣύστασηΗ ταυτόχρονη χορήγηση εσομεπραζόλης και ενός αναστολέα τόσο του CYP2C19 όσο και του CYP3A4, μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα το διπλασιασμό και πλέον των συγκεντρώσεων της εσομεπραζόλης.
sick
SPC-ESOMEPRAZOLE-NOVIS
Ανεπιθύμητες ενέργειες
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
- Λευκοπενία
- Θρομβοπενία
- Ακοκκιοκυτταραιμία
- Πανκυτταροπενία
- Αντιδράσεις υπερευαισθησίας π.χ. πυρετός, αγγειοοίδημα και αναφυλακτικές αντιδράσεις/καταπληξία (shock)
- Περιφερικό οίδημα
- Υπονατριαιμία
- Αϋπνία
- Διέγερση
- Σύγχυση
- Κατάθλιψη
- Επιθετικότητα
- Ψευδαισθήσεις
- Κεφαλαλγία
- Ζάλη
- Παραισθησίες
- Υπνηλία
- Διαταραχές της γεύσης
- Θάμβος οράσεως
- Ίλιγγος
- Βρογχόσπασμος
- Κοιλιακό άλγος
- Δυσκοιλιότητα
- Διάρροια
- Μετεωρισμός
- Ναυτία/έμετος
- Ξηροστομία
- Στοματίτιδα
- Γαστρεντερική καντιντίαση
- Αύξηση των ηπατικών ενζύμων
- Ηπατίτιδα με ή χωρίς ίκτερο
- Ηπατική ανεπάρκεια
- Εγκεφαλοπάθεια σε ασθενείς με προϋπάρχουσα ηπατική νόσο
- Δερματίτις
- Κνησμός
- Εξάνθημα
- Κνίδωση
- Αλωπεκία
- Φωτοευαισθησία
- Πολύμορφο ερύθημα
- Σύνδρομο Stevens-Johnson
- Τοξική επιδερμική νεκρόλυση (ΤΕΝ)
- Αρθραλγίες
- Μυαλγίες
- Μυϊκή αδυναμία
- Διάμεσος νεφρίτις
- Γυναικομαστία
- Αίσθημα κακουχίας
- Αυξημένη εφίδρωση
Λεπτομέρειες κατά συχνότητα expand_more
-
ΣπάνιεςΛευκοπενίαΔιαταραχές αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος
-
ΣπάνιεςΘρομβοπενίαΔιαταραχές αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος
-
Πολύ σπάνιεςΑκοκκιοκυτταραιμίαΔιαταραχές αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος
-
Πολύ σπάνιεςΠανκυτταροπενίαΔιαταραχές αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος
-
ΣπάνιεςΑντιδράσεις υπερευαισθησίας π.χ. πυρετός, αγγειοοίδημα και αναφυλακτικές αντιδράσεις/καταπληξία (shock)Διαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος
-
Όχι συχνέςΠεριφερικό οίδημαΔιαταραχές του εταβολισ ού και της θρέψης
-
ΣπάνιεςΥπονατριαιμίαΔιαταραχές του εταβολισ ού και της θρέψης
-
Όχι συχνέςΑϋπνίαΨυχιατρικές διαταραχές
-
ΣπάνιεςΔιέγερσηΨυχιατρικές διαταραχές
-
ΣπάνιεςΣύγχυσηΨυχιατρικές διαταραχές
-
ΣπάνιεςΚατάθλιψηΨυχιατρικές διαταραχές
-
Πολύ σπάνιεςΕπιθετικότηταΨυχιατρικές διαταραχές
-
Πολύ σπάνιεςΨευδαισθήσειςΨυχιατρικές διαταραχές
-
ΣυχνέςΚεφαλαλγίαΔιαταραχές του νευρικού συστήματος
-
Όχι συχνέςΖάληΔιαταραχές του νευρικού συστήματος
-
Όχι συχνέςΠαραισθησίεςΔιαταραχές του νευρικού συστήματος
-
Όχι συχνέςΥπνηλίαΔιαταραχές του νευρικού συστήματος
-
ΣπάνιεςΔιαταραχές της γεύσηςΔιαταραχές του νευρικού συστήματος
-
ΣπάνιεςΘάμβος οράσεωςΟφθαλ ικές διαταραχές
-
Όχι συχνέςΊλιγγοςΔιαταραχές του ωτός και του λαβυρίνθου
-
ΣπάνιεςΒρογχόσπασμοςΔιαταραχές του αναπνευστικού συστή ατος του θώρακα και του μεσοθωράκιου
-
ΣυχνέςΚοιλιακό άλγοςΔιαταραχές του γαστρεντερικού
-
ΣυχνέςΔυσκοιλιότηταΔιαταραχές του γαστρεντερικού
-
ΣυχνέςΔιάρροιαΔιαταραχές του γαστρεντερικού
-
ΣυχνέςΜετεωρισμόςΔιαταραχές του γαστρεντερικού
-
ΣυχνέςΝαυτία/έμετοςΔιαταραχές του γαστρεντερικού
-
Όχι συχνέςΞηροστομίαΔιαταραχές του γαστρεντερικού
-
ΣπάνιεςΣτοματίτιδαΔιαταραχές του γαστρεντερικού
-
ΣπάνιεςΓαστρεντερική καντιντίασηΔιαταραχές του γαστρεντερικού
-
Όχι συχνέςΑύξηση των ηπατικών ενζύμωνΔιαταραχές του ήπατος και των χοληφόρων
-
ΣπάνιεςΗπατίτιδα με ή χωρίς ίκτεροΔιαταραχές του ήπατος και των χοληφόρων
-
Πολύ σπάνιεςΗπατική ανεπάρκειαΔιαταραχές του ήπατος και των χοληφόρων
-
Πολύ σπάνιεςΕγκεφαλοπάθεια σε ασθενείς με προϋπάρχουσα ηπατική νόσοΔιαταραχές του ήπατος και των χοληφόρων
-
Όχι συχνέςΔερματίτιςΔιαταραχές του δέρματος και του υποδορίου ιστού
-
Όχι συχνέςΚνησμόςΔιαταραχές του δέρματος και του υποδορίου ιστού
-
Όχι συχνέςΕξάνθημαΔιαταραχές του δέρματος και του υποδορίου ιστού
-
Όχι συχνέςΚνίδωσηΔιαταραχές του δέρματος και του υποδορίου ιστού
-
ΣπάνιεςΑλωπεκίαΔιαταραχές του δέρματος και του υποδορίου ιστού
-
ΣπάνιεςΦωτοευαισθησίαΔιαταραχές του δέρματος και του υποδορίου ιστού
-
Πολύ σπάνιεςΠολύμορφο ερύθημαΔιαταραχές του δέρματος και του υποδορίου ιστού
-
Πολύ σπάνιεςΣύνδρομο Stevens-JohnsonΔιαταραχές του δέρματος και του υποδορίου ιστού
-
Πολύ σπάνιεςΤοξική επιδερμική νεκρόλυση (ΤΕΝ)Διαταραχές του δέρματος και του υποδορίου ιστού
-
ΣπάνιεςΑρθραλγίεςΔιαταραχές του υοσκελετικού συστή ατος και του συνδετικού ιστού
-
ΣπάνιεςΜυαλγίεςΔιαταραχές του υοσκελετικού συστή ατος και του συνδετικού ιστού
-
Πολύ σπάνιεςΜυϊκή αδυναμίαΔιαταραχές του υοσκελετικού συστή ατος και του συνδετικού ιστού
-
Πολύ σπάνιεςΔιάμεσος νεφρίτιςΔιαταραχές των νεφρών και των ουροφόρων οδών
-
ΣπάνιεςΓυναικομαστίαΔιαταραχές του αναπαραγωγικού συστή ατος και του αστού
-
ΣπάνιεςΑίσθημα κακουχίαςΓενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
-
ΣπάνιεςΑυξημένη εφίδρωσηΓενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
pregnant_woman
SPC-ESOMEPRAZOLE-NOVIS
Κύηση / γαλουχία
Επίπεδο κινδύνου: Με προσοχή
expand_more
Κύηση / γαλουχία
-
ΚύησηΜε προσοχήΣτοιχεία από επιδημιολογικές μελέτες σε μεγάλο αριθμό κυήσεων, με το ρακεμικό μίγμα την ομεπραζόλη, δεν έδειξαν δυσμορφική ή εμβρυοτοξική δράση. Οι μελέτες σε ζώα με την εσομεπραζόλη δεν έχουν δείξει άμεση ή έμμεση βλαπτική επίδραση στην ανάπτυξη του εμβρύου. Μελέτες σε ζώα με το ρακεμικό μίγμα δεν έδειξαν άμεση ή έμμεση βλαπτική επίδραση όσον αφορά την κύηση, τον τοκετό ή την ανάπτυξη του νεογνού.
-
ΓαλουχίαΑποφεύγεταιΔεν είναι γνωστό αν η εσομεπραζόλη απεκκρίνεται στο μητρικό γάλα. Δεν έχουν γίνει μελέτες σε γυναίκες που θηλάζουν. Για το λόγο αυτό το Esomeprazole/NOVIS δεν πρέπει να χρησιμοποιείται κατά τη διάρκεια της γαλουχίας.
neurology
DrugBank
Μηχανισμός δράσης
expand_more
Μηχανισμός δράσης
monitor_heart
SPC-ESOMEPRAZOLE-NOVIS
Φαρμακοδυναμική
expand_more
Φαρμακοδυναμική
biotech
SPC-ESOMEPRAZOLE-NOVIS
Φαρμακοκινητική
expand_more
Φαρμακοκινητική
hub
PubChem
Μεταβολισμός
expand_more
Μεταβολισμός
bloodtype
DrugBank
Απέκκριση
expand_more
Απέκκριση
Σκευάσματα & Τιμολόγηση
Μονογραφίες Πηγών
Αναλυτικό περιεχόμενο ανά πηγή για τεκμηρίωση και έλεγχο
medication
Δοσολογία
SPC-ESOMEPRAZOLE-NOVIS
expand_more
Δοσολογία
Tα δισκία συνιστάται να καταπίνονται ολόκληρα με τη βοήθεια υγρού. Τα δισκία δεν πρέπει να μασώνται ή να θρυμματίζονται. Για ασθενείς που παρουσιάζουν δυσκολία στην κατάποση, τα δισκία μπορούν επίσης να διαλυθούν σε μισό ποτήρι μη ανθρακούχο νερό. Δεν πρέπει να χρησιμοποιούνται άλλα υγρά επειδή μπορεί να διαλυθεί η εντερική επικάλυψη των κοκκίων. Ανακινήστε έως ότου τα δισκία διαλυθούν. Η λήψη του εναιωρήματος των κοκκίων πρέπει να γίνεται αμέσως ή εντός 30 λεπτών από την παρασκευή του. Στη συνέχεια, για να καθαρίσει το ποτήρι από τα κοκκία, προσθέστε νερό έως τη μέση και πιείτε το. Τα κοκκία δεν πρέπει να μασώνται ή να θρυμματίζονται. Για ασθενείς που παρουσιάζουν αδυναμία κατάποσης, τα δισκία μπορούν να διαλυθούν σε μη ανθρακούχο νερό και να χορηγηθούν μέσω ρινογαστρικού σωλήνα. Συνιστάται να ελέγχεται προσεκτικά πριν τη χορήγηση η καταλληλότητα της σύριγγας και του σωλήνα που επιλέχθηκαν για την διαδικασία αυτή. Για οδηγίες παρασκευής και χορήγησης βλέπε παράγραφο 6.6.
Ενήλικες και έφηβοι από 12 ετών και άνω
Γαστρο-οισοφαγική παλινδρομική νόσος (ΓΟΠΝ):
- Θεραπεία της διαβρωτικής οισοφαγίτιδας από γαστρο-οισοφαγική παλινδρόμηση 40 mg μία φορά την ημέρα για 4 εβδομάδες Συνιστάται η συνέχιση της θεραπείας για άλλες 4 εβδομάδες σε όσους ασθενείς δεν έχει επιτευχθεί επούλωση των βλαβών της οισοφαγίτιδας ή σε όσους έχουν συμπτώματα που επιμένουν.
- Μακροχρόνια θεραπεία για την πρόληψη υποτροπής σε ασθενείς στους οποίους οι βλάβες από την οισοφαγίτιδα έχουν επουλωθεί 20 mg μία φορά την ημέρα
- Αντιμετώπιση συμπτωμάτων γαστρο-οισοφαγικής παλινδρομικής νόσου (ΓΟΠΝ) 20 mg μία φορά την ημέρα σε ασθενείς χωρίς οισοφαγίτιδα. Αν δεν επιτευχθεί ο έλεγχος των συμπτωμάτων μετά από 4 εβδομάδες, πρέπει να γίνεται περαιτέρω έλεγχος των ασθενών. Μετά την απαλλαγή από τα συμπτώματα, ο έλεγχος των συμπτωμάτων στο μέλλον μπορεί να επιτευχθεί με 20 mg μία φορά την ημέρα. Σε ενήλικες, όταν υπάρχει ανάγκη, μπορεί να γίνει κατ’ επίκληση λήψη 20 mg μία φορά την ημέρα. Σε ασθενείς που λαμβάνουν ΜΣΑΦ με κίνδυνο να εμφανίσουν γαστρικά και δωδεκαδακτυλικά έλκη, κατ’ επίκληση λήψη για τον έλεγχο των συμπτωμάτων δε συνιστάται.
Ενήλικες
Σε συνδυασμό με το κατάλληλο θεραπευτικό σχήμα αντιβιοτικών για την εκρίζωση του Ελικοβακτηριδίου του πυλωρού και την:
- Επούλωση του δωδεκαδακτυλικού έλκους που σχετίζεται με το Ελικοβακτηρίδιο του πυλωρού, και
- Πρόληψη της υποτροπής του πεπτικού έλκους σε ασθενείς με έλκος που σχετίζεται με το Ελικοβακτηρίδιο του πυλωρού. 20 mg Esomeprazole/NOVIS με 1 g αμοξικιλλίνη και 500 mg κλαριθρομυκίνη δύο φορές την ημέρα για 7 ημέρες.
Σε ασθενείς που απαιτείται συνεχής θεραπεία με ΜΣΑΦ
- Επούλωση γαστρικών ελκών που σχετίζονται με τη χρήση ΜΣΑΦ: Η συνήθης δοσολογία είναι 20 mg μία φορά την ημέρα. Η διάρκεια της θεραπείας είναι 4- 8 εβδομάδες.
- Πρόληψη γαστρικών και δωδεκαδακτυλικών ελκών που σχετίζονται με τη χρήση ΜΣΑΦ σε ασθενείς που διατρέχουν κίνδυνο δημιουργίας έλκους: 20 mg μία φορά την ημέρα.
Παρατεταμένη θεραπεία μετά από ενδοφλέβια αγωγή για την πρόληψη επαναιμορραγίας πεπτικών ελκών 40 mg μία φορά την ημέρα για 4 εβδομάδες μετά από ενδοφλέβια αγωγή για την πρόληψη επαναιμορραγίας πεπτικών ελκών
Θεραπεία του Συνδρόμου Zollinger-Ellison Η συνιστώμενη αρχική δοσολογία είναι 40 mg Esomeprazole/NOVIS δύο φορές την ημέρα. Η δοσολογία πρέπει να εξατομικεύεται και η θεραπεία να συνεχίζεται για όσο διάστημα ενδείκνυται κλινικά. Βάσει των διαθέσιμων κλινικών δεδομένων, το μεγαλύτερο ποσοστό των ασθενών μπορεί να ελεγχθεί με δόσεις μεταξύ 80 και 160 mg την ημέρα. Οι δόσεις που υπερβαίνουν τα 80 mg ημερησίως, θα πρέπει να διαιρούνται σε δύο λήψεις την ημέρα.
Παιδιά μικρότερα των 12 ετών
Το Esomeprazole/NOVIS δεν πρέπει να χορηγείται σε παιδιά μικρότερα των 12
ετών καθώς δεν υπάρχουν διαθέσιμα στοιχεία.
Νεφρική ανεπάρκεια
Σε ασθενείς με νεφρική ανεπάρκεια δεν χρειάζεται τροποποίηση της
δοσολογίας. Συνιστάται προσοχή σε ασθενείς με σοβαρή νεφρική ανεπάρκεια
καθώς υπάρχει περιορισμένη εμπειρία (βλέπε παράγραφο 5.2)
Ηπατική ανεπάρκεια
Σε ασθενείς με ήπια έως μέτρια ηπατική ανεπάρκεια δεν χρειάζεται
τροποποίηση της δοσολογίας. Σε ασθενείς με σοβαρή ηπατική ανεπάρκεια η
μέγιστη δόση είναι 20 mg Esomeprazole/NOVIS και δεν πρέπει να υπερβαίνεται
(βλέπε παράγραφο 5.2).
Ηλικιωμένοι
Στους ηλικιωμένους δεν χρειάζεται τροποποίηση της δοσολογίας.
block
Αντενδείξεις
SPC-ESOMEPRAZOLE-NOVIS
expand_more
Αντενδείξεις
- Γνωστή υπερευαισθησία στην εσομεπραζόλη, υποκατεστημένες βενζιμιδαζόλες ή σε κάποιο άλλο από τα συστατικά του φαρμάκου.
- Η εσομεπραζόλη δεν πρέπει να συγχορηγείται με νελφιναβίρη (βλέπε παράγραφο 4.5).
warning
Προειδοποιήσεις
SPC-ESOMEPRAZOLE-NOVIS
expand_more
Προειδοποιήσεις
Παρουσία ανησυχητικών συμπτωμάτων (π.χ. σημαντική μη επιδιωκόμενη απώλεια βάρους, επαναλαμβανόμενοι έμετοι, δυσφαγία, αιματέμεση ή μέλαινα) και σε περίπτωση υποψίας ή παρουσίας γαστρικού έλκους, θα πρέπει πρώτα να αποκλείεται η ύπαρξη κακοήθειας, αφού η θεραπεία με Esomeprazole/NOVIS μπορεί να ανακουφίσει από τα συμπτώματα, καθυστερώντας έτσι τη διάγνωση.
Μακροχρόνια θεραπεία: Ασθενείς σε μακροχρόνια θεραπεία (ιδιαίτερα όσοι ακολουθούν θεραπεία για πάνω από ένα χρόνο) πρέπει να παρακολουθούνται σε τακτά χρονικά διαστήματα.
Κατ’ επίκληση θεραπεία: Ασθενείς που βρίσκονται σε κατ’ επίκληση θεραπεία θα πρέπει να συμβουλεύονται να επικοινωνήσουν με το γιατρό τους αν εμφανισθεί αλλαγή στους χαρακτήρες των συμπτωμάτων τους. Όταν συνταγογραφείται εσομεπραζόλη για κατ’ επίκληση θεραπεία, πρέπει να λαμβάνονται υπόψη οι επιπλοκές των αλληλεπιδράσεων με άλλα φάρμακα, λόγω της αυξομείωσης των συγκεντρώσεων στο πλάσμα της εσομεπραζόλης. (βλέπε παράγραφο 4.5).
Εκρίζωση Ελικοβακτηριδίου του πυλωρού: Όταν συνταγογραφείται εσομεπραζόλη για την εκρίζωση του Ελικοβακτηριδίου του πυλωρού, πρέπει να λαμβάνονται υπόψη πιθανές αλληλεπιδράσεις για όλα τα συστατικά του τριπλού θεραπευτικού σχήματος. Η κλαριθρομυκίνη είναι ένας ισχυρός αναστολέας του CYP3A4 και γι’ αυτό το λόγο πρέπει να λαμβάνονται υπόψη οι αντενδείξεις και οι αλληλεπιδράσεις της κλαριθρομυκίνης όταν χρησιμοποιείται το τριπλό θεραπευτικό σχήμα σε ασθενείς που λαμβάνουν ταυτόχρονα άλλα φάρμακα που μεταβολίζονται από το CYP3A4 όπως η σισαπρίδη.
Γαστρεντερικές λοιμώξεις: Η θεραπεία με αναστολείς της αντλίας πρωτονίων μπορεί να οδηγήσει σε μικρή αύξηση του κινδύνου γαστρεντερικών λοιμώξεων όπως από Salmonella και Campylobacter (βλέπε παράγραφο 5.1).
Συγχορήγηση με αταζαναβίρη: Δεν συνιστάται συγχορήγηση εσομεπραζόλης με αταζαναβίρη (βλέπε παράγραφο 4.5). Εάν ο συνδυασμός αταζαναβίρης με αναστολέα της αντλίας πρωτονίων κρίνεται αναπόφευκτος, συνιστάται προσεκτικός κλινικός έλεγχος σε συνδυασμό με μια αύξηση της δόσης της αταζαναβίρης στα 400 mg με 100 mg ριτοναβίρη, εσομεπραζόλη 20 mg δεν πρέπει να υπερβαίνεται.
swap_horiz
Αλληλεπιδράσεις
SPC-ESOMEPRAZOLE-NOVIS
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
Επίδραση της εσομεπραζόλης στη φαρμακοκινητική άλλων φαρμάκων
Φαρμακευτικά προϊόντα των οποίων η απορρόφηση εξαρτάται από το pH
Η μειωμένη ενδογαστρική οξύτητα κατά τη διάρκεια θεραπείας με εσομεπραζόλη, μπορεί να αυξήσει ή να μειώσει την απορρόφηση κάποιων φαρμάκων εάν ο μηχανισμός απορρόφησης επηρεάζεται από τη γαστρική οξύτητα. Όπως συμβαίνει και με άλλους αναστολείς της έκκρισης οξέος ή με αντιόξινα, η απορρόφηση της κετοκοναζόλης και της ιτρακοναζόλης μπορεί να μειωθεί κατά τη διάρκεια της θεραπείας με εσομεπραζόλη.
Έχει αναφερθεί ότι η ομεπραζόλη αλληλεπιδρά με κάποιους αναστολείς της πρωτεάσης. Η κλινική σημασία και οι μηχανισμοί πίσω από αυτές τις αναφερθείσες αλληλεπιδράσεις δεν είναι πάντα γνωστά. Αυξημένο γαστρικό pH κατά τη διάρκεια θεραπείας με ομεπραζόλη μπορεί να μεταβάλλει την απορρόφηση των αναστολέων της πρωτεάσης. Άλλοι πιθανοί μηχανισμοί αλληλεπίδρασης είναι μέσω του CYP 2C19. Για την αταζαναβίρη και τη νελφιναβίρη έχουν αναφερθεί μειωμένα επίπεδα στον ορό όταν χορηγούνται μαζί με την ομεπραζόλη και έτσι δεν συνιστάται η συγχορήγηση. Η συγχορήγηση ομεπραζόλης (40 mg εφάπαξ ημερησίως) με αταζαναβίρη 300 mg/ριτοναβίρη 100 mg σε υγιείς εθελοντές είχε σαν αποτέλεσμα σημαντική μείωση της έκθεσης στην αταζαναβίρη (περίπου 75% μείωση της AUC, Cmax και Cmin). Αύξηση της δόσης της αταζαναβίρης σε 400 mg δεν αντιστάθμισε την επίπτωση της ομεπραζόλης στην έκθεση στην αταζαναβίρη. Η συγχορήγηση ομεπραζόλης (20 mg qd) με αταζαναβίρη 400 mg/ριτοναβίρη 100 mg σε υγιείς εθελοντές είχε σαν αποτέλεσμα μια μείωση περίπου 30% της έκθεσης της αταζαναβίρης σε σύγκριση με την έκθεση που παρατηρήθηκε με αταζαναβίρη 300 mg/ριτοναβίρη 100 mg qd χωρίς ομεπραζόλη 20 mg qd. Η συγχορήγηση ομεπραζόλης (40 mg qd) με νελφιναβίρη μείωσε τη μέση AUC, Cmax και Cmin της νελφιναβίρης κατά 36-39% και η μέση AUC, Cmax και Cmin του φαρμακολογικά δραστικού μεταβολίτη Μ8 μειώθηκε κατά 75-92%. Για τη σακουιναβίρη (ταυτόχρονα με ριτοναβίρη) αναφέρθηκε αύξηση των επιπέδων ορού (80-100%) κατά τη διάρκεια συγχορήγησης με θεραπεία ομεπραζόλης (40 mg qd). Η θεραπεία με ομεπραζόλη 20 mg qd δεν είχε καμία επίδραση στην έκθεση της νταρουναβίρης (ταυτόχρονα με ριτοναβίρη) και της αμπρεναβίρης (ταυτόχρονα με ριτοναβίρη). Η θεραπεία με εσομεπραζόλη 20 mg qd δεν είχε καμία επίδραση στην έκθεση της αμπρεναβίρης (με ή χωρίς ριτοναβίρη). Η θεραπεία με ομεπραζόλη 40 mg qd δεν είχε καμία επίδραση στην έκθεση της λοπιναβίρης (ταυτόχρονα με ριτοναβίρη). Λόγω των παρόμοιων φαρμακοδυναμικών δράσεων και φαρμακοκινητικών ιδιοτήτων της ομεπραζόλης και της εσομεπραζόλης η συγχορήγηση εσομεπραζόλης με αταζαναβίρη δεν συνιστάται και η συγχορήγηση εσομεπραζόλης με νελφιναβίρη αντενδείκνυται.
Φάρμακα τα οποία μεταβολίζονται από το CYP2C19
Η εσομεπραζόλη αναστέλλει το CYP2C19, το κύριο ένζυμο που μεταβολίζει την εσομεπραζόλη. Έτσι, στις περιπτώσεις που η εσομεπραζόλη συνδυάζεται με φάρμακα που μεταβολίζονται από το CYP2C19, όπως η διαζεπάμη, σιταλοπράμη, ιμιπραμίνη, κλομιπραμίνη, φαινυτοΐνη κ.λ.π., μπορεί να αυξηθεί η συγκέντρωση αυτών των φαρμάκων στο πλάσμα και να χρειαστεί μείωση της δόσης τους. Αυτό πρέπει να λαμβάνεται υπόψη ιδιαίτερα όταν συνταγογραφείται εσομεπραζόλη για θεραπεία κατ’ επίκληση. Η ταυτόχρονη χορήγηση 30 mg εσομεπραζόλης είχε σαν αποτέλεσμα την κατά 45% μείωση της κάθαρσης της διαζεπάμης που είναι υπόστρωμα του CYP2C19. Η ταυτόχρονη χορήγηση 40 mg εσομεπραζόλης σε επιληπτικούς ασθενείς είχε σαν αποτέλεσμα την κατά 13% αύξηση των χαμηλότερων επιπέδων της φαινυτοΐνης στο πλάσμα. Συνιστάται ο έλεγχος των συγκεντρώσεων της φαινυτοΐνης στο πλάσμα όταν αρχίζει ή σταματά η θεραπεία με εσομεπραζόλη. Η ομεπραζόλη (40 mg εφάπαξ ημερησίως) αυξάνει την Cmax και την AUCτ της βορικοναζόλης (υπόστρωμα του CYP2C19) κατά 15% και 41% αντίστοιχα.
Σε μια κλινική μελέτη η ταυτόχρονη χορήγηση 40 mg εσομεπραζόλης σε ασθενείς που ελάμβαναν βαρφαρίνη έδειξε ότι ο χρόνος πήξεως ήταν μέσα στα αποδεκτά όρια. Εντούτοις, μετά την κυκλοφορία του προϊόντος, κατά τη διάρκεια ταυτόχρονης χορήγησης αναφέρθηκαν μεμονωμένες περιπτώσεις αύξησης του INR, κλινικά σημαντικές. Συνιστάται, επομένως έλεγχος κατά την έναρξη και τη λήξη της συγχορήγησης εσομεπραζόλης κατά τη διάρκεια θεραπείας με βαρφαρίνη ή άλλα παράγωγα κουμαρίνης.
Η ταυτόχρονη χορήγηση 40 mg εσομεπραζόλης σε υγιείς εθελοντές είχε σαν αποτέλεσμα την κατά 32% αύξηση του εμβαδού κάτω από την καμπύλη της συγκέντρωσης στο πλάσμα ως προς το χρόνο (AUC) και την κατά 31% παράταση του χρόνου ημιζωής (t½) της σισαπρίδης αλλά δεν αύξησε σημαντικά τα υψηλότερα επίπεδα της σισαπρίδης στο πλάσμα. Το ελαφρά παρατεταμένο QTc διάστημα που παρατηρείται μετά τη χορήγηση της σισαπρίδης ως μονοθεραπεία, δεν παρουσίασε περαιτέρω παράταση όταν η σισαπρίδη χορηγήθηκε σε συνδυασμό με εσομεπραζόλη (βλέπε επίσης παράγραφο 4.4).
Έχει αποδειχθεί ότι η εσομεπραζόλη δεν έχει κλινικά σημαντική επίδραση στη φαρμακοκινητική της αμοξικιλλίνης ή της κινιδίνης.
Μελέτες που αξιολογούν τη συγχορήγηση εσομεπραζόλης με ναπροξένη ή με ροφεκοξίμπη δεν έδειξαν κάποια κλινικά σημαντική φαρμακοκινητική αλληλεπίδραση κατά τη διάρκεια βραχυχρόνιων μελετών.
Επίδραση άλλων φαρμάκων στη φαρμακοκινητική της εσομεπραζόλης
Η εσομεπραζόλη μεταβολίζεται από το CYP2C19 και το CYP3A4. Η ταυτόχρονη χορήγηση της εσομεπραζόλης με έναν αναστολέα του CYP3A4, την κλαριθρομυκίνη (500 mg δύο φορές την ημέρα), είχε σαν αποτέλεσμα το διπλασιασμό των συγκεντρώσεων (AUC) της εσομεπραζόλης. Η ταυτόχρονη χορήγηση εσομεπραζόλης και ενός αναστολέα τόσο του CYP2C19 όσο και του CYP3A4, μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα το διπλασιασμό και πλέον των συγκεντρώσεων της εσομεπραζόλης. Η βορικοναζόλη, αναστολέας των CYP2C19 και CYP3A4 αυξάνει την AUCτ της εσομεπραζόλης κατά 280%.
Κανονικά δεν απαιτείται προσαρμογή της δοσολογίας της εσομεπραζόλης σε καμία από αυτές τις καταστάσεις. Ωστόσο, προσαρμογή της δοσολογίας πρέπει να εξετάζεται σε ασθενείς με σοβαρή ηπατική ανεπάρκεια και όπου απαιτείται μακρόχρονη θεραπεία.
sick
Ανεπιθύμητες ενέργειες
SPC-ESOMEPRAZOLE-NOVIS
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
Οι ακόλουθες ανεπιθύμητες ενέργειες έχουν διαπιστωθεί ή υπάρχει υποψία συσχέτισής τους με την εσομεπραζόλη από τις κλινικές μελέτες. Καμία απ’ αυτές δεν έχει βρεθεί ότι είναι δοσοεξαρτώμενη. Οι ανεπιθύμητες ενέργειες κατατάσσονται σύμφωνα με τη συχνότητα [συχνές (>1/100 έως <1/10), όχι συχνές (>1/1.000 έως <1/100), σπάνιες (>1/10.000 έως <1/1.000), πολύ σπάνιες (<1/10.000)].
Διαταραχές αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος
Σπάνιες: Λευκοπενία, θρομβοπενία Πολύ σπάνιες: Ακοκκιοκυτταραιμία, πανκυτταροπενία
Διαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος
Σπάνιες: Αντιδράσεις υπερευαισθησίας π.χ. πυρετός, αγγειοοίδημα και αναφυλακτικές αντιδράσεις/καταπληξία (shock)
Διαταραχές του εταβολισ ού και της θρέψης
Όχι συχνές: Περιφερικό οίδημα Σπάνιες: Υπονατριαιμία
Ψυχιατρικές διαταραχές
Όχι συχνές: Αϋπνία Σπάνιες: Διέγερση, σύγχυση, κατάθλιψη Πολύ σπάνιες: Επιθετικότητα, ψευδαισθήσεις
Διαταραχές του νευρικού συστήματος
Συχνές: Κεφαλαλγία Όχι συχνές: Ζάλη, παραισθησίες, υπνηλία Σπάνιες: Διαταραχές της γεύσης
Οφθαλ ικές διαταραχές
Σπάνιες: Θάμβος οράσεως
Διαταραχές του ωτός και του λαβυρίνθου
Όχι συχνές: Ίλιγγος
Διαταραχές του αναπνευστικού συστή ατος του θώρακα και του
μεσοθωράκιου Σπάνιες: Βρογχόσπασμος
Διαταραχές του γαστρεντερικού
Συχνές: Κοιλιακό άλγος, δυσκοιλιότητα, διάρροια, μετεωρισμός, ναυτία/έμετος Όχι συχνές: Ξηροστομία Σπάνιες: Στοματίτιδα, γαστρεντερική καντιντίαση
Διαταραχές του ήπατος και των χοληφόρων
Όχι συχνές: Αύξηση των ηπατικών ενζύμων Σπάνιες: Ηπατίτιδα με ή χωρίς ίκτερο Πολύ σπάνιες: Ηπατική ανεπάρκεια, εγκεφαλοπάθεια σε ασθενείς με προϋπάρχουσα ηπατική νόσο
Διαταραχές του δέρματος και του υποδορίου ιστού
Όχι συχνές: Δερματίτις, κνησμός, εξάνθημα, κνίδωση Σπάνιες: Αλωπεκία, φωτοευαισθησία Πολύ σπάνιες: Πολύμορφο ερύθημα, σύνδρομο Stevens-Johnson, τοξική επιδερμική νεκρόλυση (ΤΕΝ)
Διαταραχές του υοσκελετικού συστή ατος και του συνδετικού ιστού
Σπάνιες: Αρθραλγίες, μυαλγίες Πολύ σπάνιες: Μυϊκή αδυναμία
Διαταραχές των νεφρών και των ουροφόρων οδών
Πολύ σπάνιες: Διάμεσος νεφρίτις
Διαταραχές του αναπαραγωγικού συστή ατος και του αστού
Σπάνιες: Γυναικομαστία
Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
Σπάνιες: Αίσθημα κακουχίας, αυξημένη εφίδρωση
pregnant_woman
Κύηση / γαλουχία
SPC-ESOMEPRAZOLE-NOVIS
expand_more
Κύηση / γαλουχία
Δεν υπάρχουν επαρκή στοιχεία για τη χορήγηση του Esomeprazole/NOVIS στην κύηση. Στοιχεία από επιδημιολογικές μελέτες σε μεγάλο αριθμό κυήσεων, με το ρακεμικό μίγμα την ομεπραζόλη, δεν έδειξαν δυσμορφική ή εμβρυοτοξική δράση. Οι μελέτες σε ζώα με την εσομεπραζόλη δεν έχουν δείξει άμεση ή έμμεση βλαπτική επίδραση στην ανάπτυξη του εμβρύου. Μελέτες σε ζώα με το ρακεμικό μίγμα δεν έδειξαν άμεση ή έμμεση βλαπτική επίδραση όσον αφορά την κύηση, τον τοκετό ή την ανάπτυξη του νεογνού. Συνιστάται προσοχή όταν συνταγογραφείται σε εγκύους.
Δεν είναι γνωστό αν η εσομεπραζόλη απεκκρίνεται στο μητρικό γάλα. Δεν έχουν γίνει μελέτες σε γυναίκες που θηλάζουν. Για το λόγο αυτό το Esomeprazole/NOVIS δεν πρέπει να χρησιμοποιείται κατά τη διάρκεια της γαλουχίας.
monitor_heart
Φαρμακοδυναμική
SPC-ESOMEPRAZOLE-NOVIS
expand_more
Φαρμακοδυναμική
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: Αναστολέας της αντλίας πρωτονίων ATC κατάταξη: Α02Β C05 Η εσομεπραζόλη είναι το S-ισομερές της ομεπραζόλης και ελαττώνει τη γαστρική έκκριση οξέος μέσω ενός συγκεκριμένου μηχανισμού δράσης. Είναι ένας εκλεκτικός αναστολέας της αντλίας πρωτονίων στα τοιχωματικά κύτταρα. Το R- και το S-ισομερές της ομεπραζόλης έχουν παρόμοια φαρμακοδυναμική δράση.
Θέση και μηχανισμός δράσης
Η εσομεπραζόλη είναι μια ασθενής βάση, που συγκεντρώνεται και μετατρέπεται σε δραστική μορφή στο πολύ όξινο περιβάλλον των εκκριτικών σωληναρίων του τοιχωματικού κυττάρου, όπου και αναστέλλει το ένζυμο Η + , Κ + -ΑΤΡάση, δηλ. την αντλία πρωτονίων και αναστέλλει τόσο τη βασική, όσο και τη μετά από διέγερση έκκριση οξέος.
Δράση στην έκκριση γαστρικού οξέος
Η έναρξη της δράσης εμφανίζεται μέσα σε μία ώρα μετά την από του στόματος λήψη δόσης 20 mg και 40 mg εσομεπραζόλης. Μετά από επαναλαμβανόμενη χορήγηση 20 mg εσομεπραζόλης μία φορά την ημέρα για πέντε ημέρες, η μέση μέγιστη έκκριση οξέος μετά από διέγερση με πενταγαστρίνη μειώνεται κατά 90% όταν μετράται 6-7 ώρες μετά τη λήψη της δόσης κατά την πέμπτη ημέρα. Μετά από πέντε ημέρες από του στόματος χορήγηση δόσης 20 mg και 40 mg εσομεπραζόλης σε ασθενείς με συμπτωματική γαστρο-οισοφαγική παλινδρόμηση, τιμές του ενδογαστρικού pH άνω του 4 διατηρήθηκαν για διάστημα 13 ωρών και 17 ωρών κατά μέσο όρο αντίστοιχα, στη διάρκεια του 24ώρου. Το ποσοστό των ασθενών στους οποίους διατηρείται ενδογαστρικό pH
4 για τουλάχιστο 8, 12 και 16 ώρες με 20 mg εσομεπραζόλης είναι 76%, 54% και 24% αντίστοιχα. Τα αντίστοιχα ποσοστά για τα 40 mg εσομεπραζόλης είναι 97%, 92% και 56%. Χρησιμοποιώντας την AUC ως παράμετρο για την εκτίμηση της συγκέντρωσης του φαρμάκου στο πλάσμα, καταδεικνύεται μια σχέση μεταξύ της αναστολής της έκκρισης του γαστρικού οξέος και της έκθεσης στο φάρμακο.
Θεραπευτική δράση στην έκκριση γαστρικού οξέος
Η επούλωση της οισοφαγίτιδας από γαστρο-οισοφαγική παλινδρόμηση με 40 mg εσομεπραζόλης επιτυγχάνεται στο 78% περίπου των ασθενών μετά από τέσσερις εβδομάδες και στο 93% μετά από οκτώ εβδομάδες θεραπείας.
Θεραπεία μίας εβδομάδας με την εσομεπραζόλη 20 mg δύο φορές την ημέρα και τα κατάλληλα αντιβιοτικά έχει σαν αποτέλεσμα την επιτυχή εκρίζωση του Ελικοβακτηριδίου του Η. pylori περίπου στο 90% των ασθενών.
Μετά από τη θεραπεία εκρίζωσης για μία εβδομάδα, δεν υπάρχει ανάγκη επακόλουθης μονοθεραπείας με αντι-εκκριτικά φάρμακα για την αποτελεσματική επούλωση του έλκους και την εξάλειψη των συμπτωμάτων σε δωδεκαδακτυλικά έλκη χωρίς επιπλοκές.
Σε μια τυχαιοποιημένη, διπλά-τυφλή, ελεγχόμενη με εικονικό φάρμακο κλινική μελέτη, οι ασθενείς με αιμορραγία πεπτικού έλκους επιβεβαιωμένου ενδοσκοπικά και χαρακτηριζόμενο ως Forrest Ia, Ib, IIa ή IIb (9%, 43%, 38% και 10% αντίστοιχα) τυχαιοποιήθηκαν για να λάβουν διάλυμα εσομεπραζόλης για έγχυση (n=375) ή εικονικό φάρμακο (n=389). Μετά από ενδοσκοπική αιμόσταση, οι ασθενείς έλαβαν είτε 80 mg εσομεπραζόλης ως ενδοφλέβια έγχυση για 30 λεπτά ακολουθούμενη από συνεχή έγχυση 8 mg ανά ώρα ή εικονικό φάρμακο για 72 ώρες. Μετά την αρχική περίοδο των 72 ωρών, όλοι οι ασθενείς έλαβαν από του στόματος 40 mg εσομεπραζόλη για 27 ημέρες για καταστολή του οξέος. H εμφάνιση επαναιμορραγίας μέσα σε 3 ημέρες ήταν 5,9% στην ομάδα που χορηγήθηκε εσομεπραζόλη σε σύγκριση με 10,3% στην ομάδα του εικονικού φαρμάκου. Στις 30 ημέρες μετά τη θεραπεία, η εμφάνιση επαναιμορραγίας στην ομάδα που χορηγήθηκε εσομεπραζόλη έναντι της ομάδας του εικονικού φαρμάκου ήταν 7,7% έναντι 13,6%.
Άλλες δράσεις που σχετίζονται με την αναστολή έκκρισης του οξέος
Κατά τη διάρκεια της θεραπείας με αντι-εκκριτικά φάρμακα τα επίπεδα της γαστρίνης στον ορό αυξάνονται ως απάντηση στη μειωμένη έκκριση γαστρικού οξέος.
Αύξηση στον αριθμό των ECL-κυττάρων που πιθανά σχετίζεται με την αύξηση των επιπέδων της γαστρίνης στον ορό έχει παρατηρηθεί σε μερικούς ασθενείς, κατά τη διάρκεια μακροχρόνιας θεραπείας με εσομεπραζόλη.
Κατά τη διάρκεια της μακροχρόνιας θεραπείας με αντι-εκκριτικά φάρμακα έχει αναφερθεί η εμφάνιση γαστρικών αδενωδών κύστεων με κάπως αυξημένη συχνότητα. Οι αλλαγές αυτές είναι ένα φυσιολογικό επακόλουθο της έντονης αναστολής της έκκρισης οξέος, είναι καλοήθεις και φαίνεται ότι είναι αναστρέψιμες.
Μειωμένη γαστρική οξύτητα για κάθε λόγο συμπεριλαμβανομένων των αναστολέων της αντλίας πρωτονίων, αυξάνει τον αριθμό των γαστρικών βακτηρίων που φυσιολογικά υπάρχουν στο γαστρεντερικό σωλήνα. Η θεραπεία με αναστολείς της αντλίας πρωτονίων μπορεί να οδηγήσει σε μικρή αύξηση του κινδύνου γαστρεντερικών λοιμώξεων όπως από Salmonella και Campylobacter.
Σε δύο μελέτες με φάρμακο σύγκρισης τη ρανιτιδίνη, η εσομεπραζόλη έδειξε καλύτερη δράση στην επούλωση των γαστρικών ελκών σε ασθενείς που χρησιμοποίησαν ΜΣΑΦ, συμπεριλαμβανομένων των COX-2 εκλεκτικών ΜΣAΦ.
Σε δύο μελέτες σε σύγκριση με το εικονικό φάρμακο, η εσομεπραζόλη έδειξε καλύτερη δράση στην πρόληψη γαστρικών και δωδεκαδακτυλικών ελκών σε ασθενείς που χρησιμοποίησαν ΜΣΑΦ (ασθενείς ηλικίας>60 ετών και/ή με προϋπάρχον έλκος), συμπεριλαμβανομένων των COX-2 εκλεκτικών ΜΣAΦ.
biotech
Φαρμακοκινητική
SPC-ESOMEPRAZOLE-NOVIS
expand_more
Φαρμακοκινητική
Η εσομεπραζόλη είναι οξεο-ευαίσθητη ουσία και χορηγείται από το στόμα υπό μορφή εντεροδιαλυτών κοκκίων. Η in vivo μετατροπή στο R-ισομερές είναι αμελητέα. Η απορρόφηση της εσομεπραζόλης είναι ταχεία, με επίτευξη μέγιστων επιπέδων στο πλάσμα εντός περίπου 1-2 ωρών από τη λήψη. Η απόλυτη βιοδιαθεσιμότητα του φαρμάκου είναι 64% μετά από εφάπαξ δόση 40 mg και αυξάνεται σε 89% μετά από επαναλαμβανόμενες χορηγήσεις εφάπαξ ημερησίως. Για τα 20 mg εσομεπραζόλης οι αντίστοιχες τιμές είναι 50% και 68%. Ο φαινόμενος όγκος κατανομής στη σταθεροποιημένη κατάσταση σε υγιή άτομα είναι περίπου 0,22 L/Kg βάρους σώματος. Η εσομεπραζόλη συνδέεται με τις πρωτεΐνες σε ποσοστό 97%. Η λήψη της τροφής καθυστερεί και μειώνει την απορρόφηση της εσομεπραζόλης χωρίς όμως αυτό να έχει κάποια σημαντική επίπτωση στη δράση της εσομεπραζόλης στην ενδογαστρική οξύτητα.
Μεταβολισμός και απέκκριση.
Η εσομεπραζόλη μεταβολίζεται εξ ολοκλήρου, από το ενζυμικό σύστημα του κυτοχρώματος P450 (CYP). Ο μεταβολισμός της εσομεπραζόλης κατά το μεγαλύτερο μέρος, εξαρτάται από το πολυμορφικό CYP2C19, που είναι υπεύθυνο για το σχηματισμό των υδρόξυ- και ο δεσμεθυλ- μεταβολιτών της εσομεπραζόλης. Το υπόλοιπο μέρος του μεταβολισμού εξαρτάται από μια άλλη ειδική ισομορφή, το CYP3C4, που είναι υπεύθυνη για το σχηματισμό της σουλφονικής εσομεπραζόλης, κυρίου μεταβολίτη στο πλάσμα. Οι ακόλουθες παράμετροι απεικονίζουν κυρίως τη φαρμακοκινητική σε άτομα με λειτουργικό CYP2C19 ένζυμο, δηλαδή άτομα με δυνατότητα εκτεταμένου μεταβολισμού. H ολική κάθαρση πλάσματος είναι περίπου 17 L/h μετά από μία εφάπαξ δόση και περίπου 9 L/h μετά από επαναλαμβανόμενες χορηγήσεις. Ο χρόνος ημιζωής της εσομεπραζόλης είναι περίπου 1,3 ώρες μετά από επαναλαμβανόμενες εφάπαξ ημερησίως χορηγήσεις. Η φαρμακοκινητική της εσομεπραζόλης έχει μελετηθεί σε δόσεις μέχρι 40 mg δύο φορές την ημέρα. Η περιοχή κάτω από την καμπύλη της συγκέντρωσης ως προς το χρόνο (AUC), στο πλάσμα, αυξάνει μετά από επαναλαμβανόμενες χορηγήσεις. Αυτή η αύξηση είναι δοσο- εξαρτώμενη και έχει σαν αποτέλεσμα μια μεγαλύτερη αύξηση της AUC αναλογικά με τη δόση μετά από επαναλαμβανόμενη χορήγηση. Αυτή η χρονο- δοσο-εξάρτηση οφείλεται στη μείωση του μεταβολισμού πρώτης διόδου και της συστηματικής κάθαρσης που πιθανά προκαλείται από την αναστολή του ενζύμου CYP2C19 από την εσομεπραζόλη και/ή το σουλφονικό μεταβολίτη της. Η εσομεπραζόλη απομακρύνεται εξ ολοκλήρου από το πλάσμα μεταξύ των δόσεων χωρίς να εμφανίζεται τάση συσσώρευσης σε εφάπαξ ημερήσια χορήγηση. Οι κύριοι μεταβολίτες της εσομεπραζόλης δεν έχουν καμία δράση στην έκκριση γαστρικού οξέος. Το 80% περίπου της από του στόματος χορηγούμενης δόσης της εσομεπραζόλης αποβάλλεται υπό τη μορφή μεταβολιτών στα ούρα και το υπόλοιπο στα κόπρανα. Λιγότερο από 1% της αρχικής ουσίας βρίσκεται στα ούρα.
Ειδικές ομάδες ασθενών
Περίπου 2,9 ± 1,5% του πληθυσμού παρουσιάζει έλλειψη λειτουργικού CYP2C19 ενζύμου είναι δηλαδή άτομα με μικρή δυνατότητα μεταβολισμού. Στα άτομα αυτά ο μεταβολισμός της εσομεπραζόλης πιθανά καταλύεται κυρίως από το CYP3A4. Μετά από επαναλαμβανόμενες χορηγήσεις 40 mg εσομεπραζόλης εφάπαξ ημερησίως, το μέσο εμβαδόν της περιοχής κάτω από την καμπύλη της συγκέντρωσης ως προς το χρόνο, στο πλάσμα, ήταν περίπου 100% μεγαλύτερο σε άτομα με μικρή δυνατότητα μεταβολισμού από ότι σε άτομα που έχουν λειτουργικό CYP2C19 ένζυμο (άτομα με δυνατότητα εκτεταμένου μεταβολισμού). Η μέση τιμή των μέγιστων συγκεντρώσεων στο πλάσμα αυξήθηκε περίπου 60%. Τα ευρήματα αυτά δεν έχουν καμία επίπτωση στη δοσολογία της εσομεπραζόλης.
Ο μεταβολισμός της εσομεπραζόλης δεν αλλάζει σημαντικά στους ηλικιωμένους (71-80 ετών).
Μετά από μία εφάπαξ δόση 40 mg εσομεπραζόλης η μέση τιμή του εμβαδού της περιοχής κάτω από την καμπύλη της συγκέντρωσης ως προς το χρόνο είναι περίπου 30% μεγαλύτερη στις γυναίκες από τους άντρες. Δεν έχει παρατηρηθεί διαφορά μεταξύ των δύο φύλων μετά από επαναλαμβανόμενες χορηγήσεις, εφ΄ άπαξ ημερησίως. Τα ευρήματα αυτά δεν έχουν καμία επίπτωση στη δοσολογία της εσομεπραζόλης.
Ανεπάρκεια οργανικής λειτουργίας
Ο μεταβολισμός της εσομεπραζόλης μπορεί να επηρεαστεί δυσμενώς σε ασθενείς με ήπια έως μέτρια ηπατική ανεπάρκεια. Ο ρυθμός μεταβολισμού μειώνεται σε ασθενείς με σοβαρή ηπατική ανεπάρκεια με αποτέλεσμα το διπλασιασμό του εμβαδού της περιοχής κάτω από την καμπύλη συγκέντρωσης - χρόνου της εσομεπραζόλης. Για το λόγο αυτό, σε ασθενείς με σοβαρή ανεπάρκεια δεν πρέπει να χορηγείται δόση μεγαλύτερη από 20 mg. Η εσομεπραζόλη ή οι κύριοι μεταβολίτες της δεν παρουσιάζουν τάση συσσώρευσης όταν χορηγούνται εφάπαξ ημερησίως.
Δεν έχουν διεξαχθεί μελέτες σε ασθενείς με μειωμένη νεφρική λειτουργία. Καθώς οι νεφροί είναι υπεύθυνοι για την απέκκριση των μεταβολιτών της εσομεπραζόλης αλλά όχι για την απομάκρυνση της αρχικής ουσίας, ο μεταβολισμός της εσομεπραζόλης δεν αναμένεται να αλλάξει σε ασθενείς με διαταραγμένη νεφρική λειτουργία.
Παιδιατρικά δεδομένα
Έφηβοι 12-18 ετών Μετά από επαναλαμβανόμενη χορήγηση δόσης 20 mg και 40 mg εσομεπραζόλης, η συνολική έκθεση (AUC) και ο χρόνος που απαιτείται για να επιτευχθεί η μέγιστη συγκέντρωση του φαρμάκου στο πλάσμα (tmax) σε εφήβους ηλικίας 12-18 ετών ήταν παρόμοια με αυτά των ενηλίκων και για τις δύο δόσεις εσομεπραζόλης.
ΕΟΦ · 1.1.2.4
Aναστολείς της αντλίας πρωτονίων
expand_more
Aναστολείς της αντλίας πρωτονίων
Oι ανταγωνιστές της αντλίας πρωτονίων αποτελούν, μετά τους H2-ανταγωνιστές, σημαντικό σταθμό στην εξέλιξη της θεραπείας του έλκους και της γαστροοισοφαγικής παλινδρόμησης. Tα σημαντικά τους πλεονεκτήματα, σε σχέση με τους H2-ανταγωνιστές, συνίστανται:
-
στην ισχυρότερη ανασταλτική τους δράση στην έκκριση του υδροχλωρικού οξέος,
-
στη σημαντική μείωση του χρόνου επούλωσης του έλκους και
-
στο γεγονός ότι, συνδυαζόμενα με αντιμικροβιακά φάρμακα, επιτυγχάνουν εκρίζωση του H.p. σε πάσχοντες από πεπτικό έλκος (βλ. 1.1.4).
Στη κατηγορία αυτή ανήκουν οι υποκατασταθείσες βενζιμιδαζόλες ομεπραζόλη, λανσοπραζόλη, παντοπραζόλη και ραμπεπραζόλη.
Oι ουσίες αυτές αποτελούν ισχυρούς αντιεκκριτικούς παράγοντες, αναστέλλοντας τη δράση του ενζύμου H+K+/ATPάση, που ευρίσκεται στη μεμβράνη των τοιχωματικών κυττάρων του στομάχου. Tο ένζυμο αυτό θεωρείται ως “αντλία οξέος” ή “αντλία πρωτονίων”, απ’ όπου και η ονομασία της κατηγορίας. H αντλία πρωτονίων αποτελεί το τελικό στάδιο στην έκκριση του υδροχλωρικού οξέος.
O μεταβολισμός τους γίνεται στο ήπαρ και επηρεάζεται από το κυτόχρωμα P-450. Σχετική, ίσως, εξαίρεση αποτελεί η παντοπραζόλη, που εμφανίζει μικρότερη συγγένεια με το τελευταίο. H σχέση τους με το κυτόχρωμα P-450 έχει σημασία για τις ενδεχόμενες αλληλεπιδράσεις με άλλα φάρμακα. Σε ηπατική ανεπάρκεια πάντως, όπως και σε ηλικιωμένους, δεν απαιτείται συνήθως μείωση της δόσης.
Eκτός της χρήσης τους στο πεπτικό έλκος οι ανταγωνιστές της αντλίας πρωτονίων χρησιμοποιούνται ως φάρμακα εκλογής σε βαριές οισοφαγίτιδες, που συνήθως, δεν ανταποκρίνονται στους H2-ανταγωνιστές.
Για χρήση τους στην εκρίζωση του H.p. βλ. 1.1.4.
DrugBank
Description
expand_more
Description
DrugBank
Indication
expand_more
Indication
DrugBank
Pharmacology
expand_more
Pharmacology
DrugBank
Mechanism of action
expand_more
Mechanism of action
DrugBank
Absorption
expand_more
Absorption
DrugBank
Half life
expand_more
Half life
DrugBank
Protein binding
expand_more
Protein binding
DrugBank
Route of elimination
expand_more
Route of elimination
DrugBank
Volume of distribution
expand_more
Volume of distribution
- 11.0 έως 23.6 L
DrugBank
Clearance
expand_more
Clearance
- 7.6-14.0 L/h
DrugBank
Toxicity
expand_more
Toxicity
science
PubChem
Φαρμακοδυναμική
expand_more
Φαρμακοδυναμική
Φαρμακοδυναμική
Αυτό το φάρμακο δρα μειώνοντας την έκκριση γαστρικού οξέος, γεγονός που μειώνει την οξύτητα του στομάχου. Η χορήγηση παντοπραζόλης οδηγεί σε μακροχρόνια αναστολή της έκκρισης γαστρικού οξέος.
Γενικές Επιπτώσεις
Η παντοπραζόλη έχει αποδειχθεί ότι μειώνει τα συμπτώματα που σχετίζονται με την παλινδρόμηση οξέος, επουλώνει τη φλεγμονή του οισοφάγου και βελτιώνει την ποιότητα ζωής των ασθενών πιο αποτελεσματικά από τους ανταγωνιστές των υποδοχέων ισταμίνης-2 (H2 blockers). Αυτό το φάρμακο έχει εξαιρετικό προφίλ ασφάλειας και χαμηλή συχνότητα αλληλεπιδράσεων με άλλα φάρμακα. Μπορεί να χρησιμοποιηθεί με ασφάλεια σε διάφορους πληθυσμούς ασθενών υψηλού κινδύνου, συμπεριλαμβανομένων των ηλικιωμένων και ατόμων με νεφρική ανεπάρκεια ή μέτρια ηπατική δυσλειτουργία.
Λόγω του καλού προφίλ ασφάλειάς τους και καθώς διάφορα PPIs διατίθενται χωρίς ιατρική συνταγή, η τρέχουσα χρήση τους στη Βόρεια Αμερική είναι ευρεία. Η μακροχρόνια χρήση PPIs όπως η παντοπραζόλη έχει συσχετιστεί με πιθανές ανεπιθύμητες ενέργειες, ωστόσο, συμπεριλαμβανομένης της αυξημένης ευαισθησίας σε βακτηριακές λοιμώξεις (συμπεριλαμβανομένου του γαστρεντερικού C. difficile), μειωμένης απορρόφησης μικροθρεπτικών συστατικών, συμπεριλαμβανομένου του σιδήρου και της βιταμίνης Β12, και αυξημένου κινδύνου εμφάνισης υπομαγνησιαιμίας και υποκαλιαιμίας, οι οποίες μπορεί να συμβάλουν στην οστεοπόρωση και τα κατάγματα οστών αργότερα στη ζωή.
Τα PPIs όπως η παντοπραζόλη έχουν επίσης αποδειχθεί ότι αναστέλλουν τη δραστηριότητα της διμεθυλαργινίνης διμεθυλαμινοϋδρόλασης (DDAH), ενός ενζύμου απαραίτητου για την καρδιαγγειακή υγεία. Η αναστολή της DDAH προκαλεί επακόλουθη συσσώρευση του ασύμμετρου διμεθυλαργινίνης (ADMA), ενός αναστολέα της συνθάσης του νιτρικού οξειδίου, ο οποίος θεωρείται ότι προκαλεί τη συσχέτιση των PPIs με αυξημένο κίνδυνο καρδιαγγειακών συμβαμάτων σε ασθενείς με ασταθή στεφανιαία σύνδρομα.
Σημείωση σχετικά με εργαστηριακές ανωμαλίες
Κατά τη διάρκεια της θεραπείας με αντιεκκριτικά φάρμακα όπως η παντοπραζόλη, η γκαστρίνη ορού (μια πεπτιδική ορμόνη που διεγείρει την έκκριση γαστρικού οξέος) αυξάνεται ως απόκριση στη μειωμένη έκκριση οξέος που προκαλείται από την αναστολή της αντλίας πρωτονίων. Το αυξημένο επίπεδο γκαστρίνης μπορεί να επηρεάσει τις εξετάσεις για νευροενδοκρινικούς όγκους. Δημοσιευμένα στοιχεία υποδεικνύουν ότι οι αναστολείς της αντλίας πρωτονίων πρέπει να διακόπτονται 14 ημέρες πριν από τις μετρήσεις της χρωμογρανίνης Α (CgA). Αυτό επιτρέπει στα επίπεδα της χρωμογρανίνης Α, τα οποία μπορεί να είναι ψευδώς αυξημένα μετά από θεραπεία με αναστολέα της αντλίας πρωτονίων, να επανέλθουν στο φυσιολογικό εύρος αναφοράς.
Αναφέρθηκαν ψευδώς θετικά αποτελέσματα σε δοκιμασίες ελέγχου ούρων για την τετραϋδροκανναβινόλη (THC) σε ασθενείς που λαμβάνουν την πλειοψηφία των αναστολέων της αντλίας πρωτονίων, συμπεριλαμβανομένης της παντοπραζόλης. Πρέπει να χρησιμοποιείται επιβεβαιωτική μέθοδος.
neurology
PubChem
Μηχανισμός δράσης
expand_more
Μηχανισμός δράσης
Μηχανισμός Δράσης
Η έκκριση υδροχλωρικού οξέος (HCl) στον αυλό του στομάχου είναι μια διαδικασία που ρυθμίζεται κυρίως από την H(+)/K(+)-ATPase της αντλίας πρωτονίων, η οποία εκφράζεται σε μεγάλες ποσότητες από τα βρεγματικά κύτταρα του στομάχου. Η ATPase είναι ένα ένζυμο στην κυτταρική μεμβράνη των βρεγματικών κυττάρων που διευκολύνει την ανταλλαγή υδρογόνου και καλίου μέσω του κυττάρου, η οποία κανονικά οδηγεί στην απέκκριση καλίου και στον σχηματισμό HCl (γαστρικό οξύ).
Οι αναστολείς της αντλίας πρωτονίων όπως η παντοπραζόλη είναι υποκατεστημένα παράγωγα της βενζιμιδαζόλης, ασθενείς βάσεις, οι οποίες συσσωρεύονται στον όξινο χώρο του βρεγματικού κυττάρου πριν μετατραπούν στα κανάλια (μικρό κανάλι) του γαστρικού βρεγματικού κυττάρου, σε όξινο περιβάλλον, σε ενεργά παράγωγα σουλφεναμιδίου. Αυτή η ενεργός μορφή στη συνέχεια σχηματίζει δεσμούς δισουλφιδίου με κυστεΐνες-κλειδιά στην αντλία γαστρικού οξέος, αναστέλλοντας τη λειτουργία της. Συγκεκριμένα, η παντοπραζόλη δεσμεύεται στην υδρυλομάδα της H+, K+-ATPase, η οποία είναι ένα ένζυμο που εμπλέκεται στην επιτάχυνση του τελικού βήματος της οδού έκκρισης οξέος. Το ένζυμο απενεργοποιείται, αναστέλλοντας την έκκριση γαστρικού οξέος. Η αναστολή της έκκρισης γαστρικού οξέος είναι ισχυρότερη με αναστολείς της αντλίας πρωτονίων όπως η παντοπραζόλη και διαρκεί περισσότερο από ό,τι με τους ανταγωνιστές Η2.
Η παντοπραζόλη είναι ένας αναστολέας της αντλίας πρωτονίων. Συσσωρεύεται στο όξινο διαμέρισμα των βρεγματικών κυττάρων και μετατρέπεται στην ενεργό μορφή, μια σουλφανιλαμίδη, η οποία δεσμεύεται στην υδρογόνο-κάλιο-ATP-άση στην εκκριτική επιφάνεια των γαστρικών βρεγματικών κυττάρων. Η αναστολή της υδρογόνου-κάλιο-αΤPάσης μπλοκάρει το τελικό βήμα της παραγωγής γαστρικού οξέος, οδηγώντας στην αναστολή τόσο της βασικής όσο και της διεγερμένης έκκρισης οξέος. Η διάρκεια της αναστολής της έκκρισης οξέος δεν συσχετίζεται με τον πολύ μικρότερο χρόνο ημίσειας ζωής αποβολής της παντοπραζόλης. /Νάτριο παντοπραζόλης/
biotech
PubChem
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
expand_more
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
Απορρόφηση, Κατανομή & Απέκκριση
Η παντοπραζόλη απορροφάται μετά από από του στόματος χορήγηση σε δισκίο εντερικής επικάλυψης με μέγιστες συγκεντρώσεις στο πλάσμα που επιτυγχάνονται εντός 2 – 3 ωρών και βιοδιαθεσιμότητα 77% που δεν αλλάζει με πολλαπλές δόσεις. Μετά από μια δόση 40mg από το στόμα, η Cmax είναι περίπου 2,5 μg/mL με tmax 2 έως 3 ώρες. Η AUC είναι περίπου 5 μg.h/mL. Δεν υπάρχει επίδραση τροφής στην AUC (βιοδιαθεσιμότητα) και στην Cmax. Τα δισκία παρατεταμένης αποδέσμευσης παρασκευάζονται ως δισκία εντερικής επικάλυψης, ώστε η απορρόφηση της παντοπραζόλης να αρχίζει μόνο αφού το δισκίο φύγει από το στομάχι.
Μετά από μία εφάπαξ από του στόματος ή ενδοφλέβια (IV) δόση 14C-σημασμένης παντοπραζόλης σε υγιείς, φυσιολογικά μεταβολίζοντες εθελοντές, περίπου το 71% της δόσης απεκκρίθηκε στα ούρα, με 18% να απεκκρίνεται στα κόπρανα μέσω χολικής απέκκρισης. Δεν υπήρχε νεφρική απέκκριση αμετάβλητης παντοπραζόλης.
Ο φαινόμενος όγκος κατανομής της παντοπραζόλης είναι περίπου 11,0-23,6 L, κατανέμεται κυρίως στο εξωκυττάριο υγρό.
Ενήλικες: Με ενδοφλέβια χορήγηση παντοπραζόλης σε εκτενείς μεταβολιστές, η συνολική κάθαρση είναι 7,6-14,0 L/h. Σε ανάλυση φαρμακοκινητικής πληθυσμού, η συνολική κάθαρση αυξήθηκε με την αύξηση του σωματικού βάρους με μη γραμμικό τρόπο. Παιδιά: οι τιμές κάθαρσης σε παιδιά 1 έως 5 ετών με ενδοσκοπικά επιβεβαιωμένη ΓΟΠ είχαν διάμεση τιμή 2,4 L/h.
Χρόνος επίτευξης μέγιστης συγκέντρωσης: Μετά από δόση 40 mg από το στόμα σε εκτενείς μεταβολιστές με φυσιολογική ηπατική λειτουργία: 2,4 ώρες. Όταν η παντοπραζόλη λαμβάνεται με τροφή, ο χρόνος επίτευξης μέγιστης συγκέντρωσης είναι μεταβλητός και μπορεί να αυξηθεί σημαντικά. /Νάτριο παντοπραζόλης/
Μέγιστη συγκέντρωση ορού: Μετά από δόση 40 mg από το στόμα σε εκτενείς μεταβολιστές με φυσιολογική ηπατική λειτουργία: 2,4 μg/mL. Μετά από ενδοφλέβια δόση 40 mg που χορηγήθηκε για 15 λεπτά σε εκτενείς μεταβολιστές με φυσιολογική ηπατική λειτουργία: 5,51 μg/mL. /Νάτριο παντοπραζόλης/
Απέκκριση: Νεφρική: 71%. Κοπρανώδης: 18% (χολική απέκκριση). Η αιμοκάθαρση απομακρύνει ασήμαντες ποσότητες παντοπραζόλης. /Νάτριο παντοπραζόλης/
Ταχέως απορροφάται. Ωστόσο, η απορρόφηση μπορεί να καθυστερήσει έως και 2 ώρες ή περισσότερο εάν η παντοπραζόλη λαμβάνεται με τροφή. Βιοδιαθεσιμότητα (από του στόματος): 77%. /Νάτριο παντοπραζόλης/
Για περισσότερα δεδομένα Απορρόφησης, Κατανομής και Απέκκρισης (Πλήρη) για την PANTOPRAZOLE (σύνολο 6), επισκεφθείτε τη σελίδα του αρχείου HSDB.
water_drop
PubChem
Δέσμευση πρωτεϊνών
expand_more
Δέσμευση πρωτεϊνών
Σ δέσμευση Πρωτεϊνών
Περίπου 98%
hub
PubChem
Μεταβολισμός
expand_more
Μεταβολισμός
Μεταβολισμός
Η παντοπραζόλη μεταβολίζεται εκτενώς στο ήπαρ από το σύστημα κυτοχρώματος P450 (CYP). Ο μεταβολισμός της παντοπραζόλης είναι ανεξάρτητος από την οδό χορήγησης (ενδοφλέβια ή από του στόματος). Η κύρια μεταβολική οδός είναι η απαμείωση μεθυλίου, από το ηπατικό κυτταρικό ένζυμο CYP2C19, ακολουθούμενη από σουλφάτωση. Άλλες μεταβολικές οδοί περιλαμβάνουν την οξείδωση από το CYP3A4. Δεν υπάρχουν στοιχεία ότι κάποιο από τα μεταβολικά προϊόντα της παντοπραζόλης είναι φαρμακολογικά ενεργό. Μετά από ηπατικό μεταβολισμό, σχεδόν το 80% μιας δόσης από του στόματος ή ενδοφλέβιας χορήγησης απεκκρίνεται ως μεταβολίτες στα ούρα· το υπόλοιπο βρίσκεται στα κόπρανα και προέρχεται από τη χολική απέκκριση.
Η παντοπραζόλη μεταβολίζεται εκτενώς στο ήπαρ μέσω του συστήματος κυτοχρωμάτων P450 (CYP). Ο μεταβολισμός της παντοπραζόλης είναι ανεξάρτητος από την οδό χορήγησης (ενδοφλέβια ή από του στόματος). Η κύρια μεταβολική οδός είναι η απαμείωση μεθυλίου, από το CYP2C19, με επακόλουθη σουλφάτωση· άλλες μεταβολικές οδοί περιλαμβάνουν την οξείδωση από το CYP3A4. … Το CYP2C19 εμφανίζει γνωστό γενετικό πολυμορφισμό λόγω της ανεπάρκειάς του σε ορισμένους υποπληθυσμούς (π.χ. 3% των Καυκάσιων και Αφροαμερικανών και 17 έως 23% των Ασιατών). /Νάτριο παντοπραζόλης/
hourglass
PubChem
Ημίσεια ζωή
expand_more
Ημίσεια ζωή
Βιολογικός Χρόνος Ημίσειας Ζωής
Περίπου 1 ώρα
Απέκκριση: Μετά από από του στόματος ή ενδοφλέβια χορήγηση: 1 ώρα. Ο χρόνος ημίσειας ζωής της παντοπραζόλης παρατείνεται (7 έως 9 ώρες) σε ασθενείς με κίρρωση του ήπατος και σε γενετικά προσδιορισμένους βραδείς μεταβολιστές (3,5 έως 10 ώρες). /Νάτριο παντοπραζόλης/
category
PubChem
MeSH classification
expand_more
MeSH classification
Ταξινόμηση Φαρμακολογικής Ταξινόμησης MeSH
Διάφοροι παράγοντες με διαφορετικούς μηχανισμούς δράσης που χρησιμοποιούνται για τη θεραπεία ή την ανακούφιση του ΠΕΠΤΙΚΟΥ ΕΛΚΟΥΣ ή του ερεθισμού του γαστρεντερικού σωλήνα. Αυτό περιλαμβάνει ΑΝΤΙΒΙΟΤΙΚΑ για τη θεραπεία λοιμώξεων ΕΛΙΚΟΒΑΚΤΗΡΙΔΙΟΥ· ΑΝΤΑΓΩΝΙΣΤΕΣ ΙΣΤΑΜΙΝΗΣ Η2 για τη μείωση της έκκρισης ΓΑΣΤΡΙΚΟΥ ΟΞΕΟΣ· και ΑΝΤΙΟΞΥΠΑ για συμπτωματική ανακούφιση.
Ενώσεις που αναστέλλουν την H(+)-K(+)-EXCHANGING ATPASE. Χρησιμοποιούνται ως ΑΝΤΙΕΛΚΩΤΙΚΟΙ ΠΑΡΑΓΟΝΤΕΣ και μερικές φορές αντί για τους ΑΝΤΑΓΩΝΙΣΤΕΣ ΙΣΤΑΜΙΝΗΣ Η2 για τη ΓΑΣΤΡΟΟΙΣΟΦΑΓΙΚΗ ΠΑΛΙΝΔΡΟΜΗΣΗ.
fact_check
PubChem
FDA classification
expand_more
FDA classification
Ταξινόμηση FDA
D8TST4O562
PANTOPRAZOLE
Καθιερωμένη Φαρμακολογική Κατηγορία [EPC] - Αναστολέας Αντλίας Πρωτονίων
Μηχανισμοί Δράσης [MoA] - Αναστολείς Αντλίας Πρωτονίων
Η παντοπραζόλη είναι ένας Αναστολέας Αντλίας Πρωτονίων. Ο μηχανισμός δράσης της παντοπραζόλης είναι ως Αναστολέας Αντλίας Πρωτονίων.
PANTOPRAZOLE
Αναστολέας Αντλίας Πρωτονίων [EPC]· Αναστολείς Αντλίας Πρωτονίων [MoA]
Ημίσεια ζωή
Δέσμευση πρωτεϊνών
Βιοδιαθεσιμότητα
Απέκκριση
Scientific Profile
Ταξινόμηση Φαρμακολογικής Ταξινόμησης MeSH
Διάφοροι παράγοντες με διαφορετικούς μηχανισμούς δράσης που χρησιμοποιούνται για τη θεραπεία ή την ανακούφιση του ΠΕΠΤΙΚΟΥ ΕΛΚΟΥΣ ή του ερεθισμού του γαστρεντερικού σωλήνα. Αυτό περιλαμβάνει ΑΝΤΙΒΙΟΤΙΚΑ για τη θεραπεία λοιμώξεων ΕΛΙΚΟΒΑΚΤΗΡΙΔΙΟΥ· ΑΝΤΑΓΩΝΙΣΤΕΣ ΙΣΤΑΜΙΝΗΣ Η2 για τη μείωση της έκκρισης ΓΑΣΤΡΙΚΟΥ ΟΞΕΟΣ· και ΑΝΤΙΟΞΥΠΑ για συμπτωματική ανακούφιση.
Ενώσεις που αναστέλλουν την H(+)-K(+)-EXCHANGING ATPASE. Χρησιμοποιούνται ως ΑΝΤΙΕΛΚΩΤΙΚΟΙ ΠΑΡΑΓΟΝΤΕΣ και μερικές φορές αντί για τους ΑΝΤΑΓΩΝΙΣΤΕΣ ΙΣΤΑΜΙΝΗΣ Η2 για τη ΓΑΣΤΡΟΟΙΣΟΦΑΓΙΚΗ ΠΑΛΙΝΔΡΟΜΗΣΗ.
Σχετικά Εργαλεία
Πρωτόκολλα Συνταγογράφησης
Συνταγογραφείται εφόσον ο ασθενής εντάσσεται σε κάποιο από τα παρακάτω βήματα:
-
ΒΗΜΑ Gastroprotection A02BC02ΓαστροπροστασίαICD-10 T88.7 — Πρόληψη επιπλοκών ανωτέρου πεπτικού από ΜΣΑΦ/αντιαιμοπεταλιακά/κορτικοστεροειδήΔοσολογία: 20–40 mg × 1 · Όσο διαρκεί η αγωγή με ΜΣΑΦ/αντιαιμοπεταλιακά
-
ΒΗΜΑ GERD A02BC02Γαστροοισοφαγική Παλινδρόμηση (ΓΟΠΝ) — Εμπειρική ΘεραπείαICD-10 K20/K21 — τυπικά συμπτώματα ΓΟΠΝ χωρίς προηγούμενη γαστροσκόπησηΔοσολογία: 40 mg × 1 · 8 εβδομάδες