ATORVASTATIN(Ατορβαστατίνη)
Curated · Επιμελημένο Δεν προέρχεται από το SPC (ΠΧΠ). πηγή (curated): ACC/AHA 2018 Cholesterol Guideline (Grundy et al., Circulation 2019), Table — Intensity of statin therapy· ESC/EAS 2019 Dyslipidaemia Guidelines. Λιποφιλία: Schachter, Fundam Clin Pharmacol 2005.
Ημίσεια ζωή
Ο χρόνος στον οποίο η συγκέντρωση του φαρμάκου στο πλάσμα πέφτει στο μισό. Από αυτόν προκύπτει κάθε πότε δίνεται: το μεσοδιάστημα των δόσεων ακολουθεί χονδρικά την ημιζωή, οπότε μικρή ημιζωή σημαίνει πολλές δόσεις την ημέρα και μεγάλη ημιζωή μία δόση ημερησίως ή αραιότερα. Σταθερά επίπεδα στο αίμα επιτυγχάνονται μετά από 4-5 ημιζωές. Ο κανόνας είναι ενδεικτικός — οι μορφές παρατεταμένης αποδέσμευσης και η εγκεκριμένη δοσολογία της ΠΧΠ υπερισχύουν.
Κατά την πηγή: 20 έως 30 ώρες (ανασταλτικής δράσης)
- DrugBank: 14-30 ώρες
- PubChem: 14 ώρες (ενεργοί μεταβολίτες έως 30 ώρες)
Δέσμευση πρωτεϊνών
Το ποσοστό του φαρμάκου που κυκλοφορεί δεσμευμένο σε πρωτεΐνες του πλάσματος. Δρα μόνο το ελεύθερο κλάσμα, γι' αυτό η υψηλή δέσμευση αυξάνει τον κίνδυνο αλληλεπιδράσεων εκτόπισης.
Βιοδιαθεσιμότητα
Το ποσοστό της χορηγούμενης δόσης που φτάνει αναλλοίωτο στη συστηματική κυκλοφορία.
Απέκκριση
Η κύρια οδός αποβολής του φαρμάκου. Δείχνει πού χρειάζεται προσαρμογή δόσης — σε νεφρική ή σε ηπατική ανεπάρκεια.
Καθαρίζει (~5×t½)
Φαρμακοκινητική εκτίμηση, όχι κλινικός κανόνας. Μετά από 5 ημιζωές έχει αποβληθεί πάνω από το 95% της ουσίας από το πλάσμα. Ο αριθμός προκύπτει αυτόματα από τη μεγαλύτερη ημιζωή που αναφέρει η πηγή — συχνά την τελική φάση αποβολής ή την κατανομή στους ιστούς — γι' αυτό μπορεί να δείχνει εβδομάδες ή μήνες. ΔΕΝ είναι το διάστημα διακοπής πριν από επέμβαση ή πριν από φάρμακο που αλληλεπιδρά: αυτό καθορίζεται από τη φαρμακοδυναμική (η ασπιρίνη δρα στα αιμοπετάλια αφού φύγει από το πλάσμα), τους ενεργούς μεταβολίτες, τις μορφές depot, τη νεφρική και ηπατική λειτουργία, τον κίνδυνο της επέμβασης και τον λόγο της αγωγής. Ακολουθήστε την ΠΧΠ και το πρωτόκολλο της επέμβασης.
Σκευάσματα και τιμές
Ενδείξεις κατά έγγραφο
Ατομικές ενδείξεις όπως δηλώνονται στα πιστοποιημένα κείμενα των SPC, με τεκμηρίωση
- Φόρτωση…
Πληροφορίες Συνταγογράφησης
Επιμελημένα δεδομένα από το SPC
clinical_notes
Ενδείξεις
ΠΧΠ (SPC) §4.1
expand_more
Ενδείξεις
-
Μείωση των αυξημένων επιπέδων της ολικής χοληστερόλης (ολική-C), της LDL-χοληστερόλης (LDL-C), της απολιποπρωτεΐνης Β και των τριγλυκεριδίων
σε: ενήλικες, εφήβους και παιδιά ηλικίας 10 ετών και άνω
με πρωτοπαθή υπερχοληστερολαιμία, συμπεριλαμβανομένης της ετερόζυγης οικογενούς υπερχοληστερολαιμίας και της συνδυασμένης (μεικτής) υπερλιπιδαιμίας (τύπος ΙΙα και ΙΙβ κατά Fredrickson), όταν η δίαιτα και τα άλλα μη φαρμακολογικά μέτρα δεν επαρκούν
- E78 Διαταραχές του μεταβολισμού των λιποπρωτεϊνών και άλλες δυσλιπιδαιμίες
-
Μείωση της ολικής-C και της LDL-C
σε: ενήλικες με ομόζυγο οικογενή υπερχοληστερολαιμία
ως συμπλήρωμα σε άλλες υπολιπιδαιμικές θεραπείες (π.χ. LDL αφαίρεση) ή όταν οι θεραπείες αυτές δεν είναι διαθέσιμες
- E78 Διαταραχές του μεταβολισμού των λιποπρωτεϊνών και άλλες δυσλιπιδαιμίες
-
Πρόληψη των καρδιαγγειακών επεισοδίων
σε: ενήλικες ασθενείς
για τους οποίους εκτιμάται ότι διατρέχουν υψηλό κίνδυνο εμφάνισης πρώτου καρδιαγγειακού επεισοδίου (βλ. Φαρμακοδυναμικές), ως συμπλήρωμα στη διόρθωση άλλων παραγόντων κινδύνου
medication
Δοσολογία
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Δοσολογία
- Οδός: από του στόματος
- Χορήγηση: εφάπαξ, οποιαδήποτε ώρα της ημέρας, με ή χωρίς τροφή
- Δόση έναρξης: 10 mg μία φορά την ημέρα
- Τιτλοποίηση: Ρύθμιση της δόσης πρέπει να γίνεται ανά μεσοδιαστήματα 4 εβδομάδων ή μεγαλύτερα. Για ετερόζυγη οικογενή υπερχοληστερολαιμία, οι δόσεις εξατομικεύονται και προσαρμόζονται κάθε 4 εβδομάδες έως 40 mg ημερησίως, με δυνατότητα αύξησης σε 80 mg ημερησίως ή συγχορήγηση 40 mg με συμπλοκοποιητή χολικών οξέων. Για παιδιατρικούς ασθενείς ≥10 ετών με ετερόζυγη οικογενή υπερχοληστερολαιμία, η δόση μπορεί να αυξηθεί έως 80 mg ημερησίως, εξατομικευμένα, με προσαρμογές ανά 4 εβδομάδες ή περισσότερο.
-
Ενήλικες (Γενικός πληθυσμός)Δόση10 mg μία φορά την ημέραΜέγ. δόση80 mg μία φορά την ημέραΗ δόση πρέπει να εξατομικεύεται με βάση τα αρχικά επίπεδα της LDL-C, τους στόχους της θεραπείας και την ανταπόκριση του ασθενούς.
-
Πρωτοπαθής υπερχοληστερολαιμία και συνδυασμένη (μεικτή) υπερλιπιδαιμίαΔόση10 mg άπαξ ημερησίωςΤα αποτελέσματα της θεραπείας φαίνονται σε 2 εβδομάδες, μέγιστη θεραπευτική ανταπόκριση σε 4 εβδομάδες, διατηρείται κατά τη χρόνια θεραπεία.
-
Ετερόζυγος οικογενής υπερχοληστερολαιμία (Ενήλικες)Δόση10 mg ημερησίως (αρχική δόση)Μέγ. δόση80 mg ημερησίωςΟι δόσεις να εξατομικεύονται και να προσαρμόζονται κάθε 4 εβδομάδες έως 40 mg ημερησίως. Στη συνέχεια, ή η δοσολογία αυξάνεται στη μέγιστη τιμή των 80 mg ημερησίως ή χορηγούνται 40 mg ατορβαστατίνης μία φορά την ημέρα, σε συνδυασμό με συμπλοκοποιητή χολικών οξέων.
-
Ομόζυγος οικογενής υπερχοληστερολαιμίαΔόση10 έως 80 mg ημερησίωςΩς συμπλήρωμα σε άλλες υπολιπιδαιμικές θεραπείες (π.χ. LDL αφαίρεση) ή όταν αυτές δεν είναι διαθέσιμες.
-
Πρόληψη καρδιαγγειακής νόσουΔόση10 mg/ημέραΥψηλότερες δόσεις μπορεί να είναι απαραίτητες ώστε να επιτευχθούν τα επίπεδα της LDL-χοληστερόλης που προβλέπονται από τις τρέχουσες κατευθυντήριες οδηγίες.
-
Νεφρική δυσλειτουργίαΔόσηΔεν χρειάζεται προσαρμογή της δόσης
-
Ηπατική δυσλειτουργίαΘα πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή. Αντενδείκνυται σε ασθενείς με ενεργό ηπατική νόσο.
-
Συγχορήγηση με ελμπασβίρη/γκραζοπρεβίρη ή λετερμοβίρηΔόσηέως 20 mg/ημέραΜέγ. δόση20 mg/ημέραΗ δόση δεν θα πρέπει να υπερβαίνει τα 20 mg/ημέρα.
-
Συγχορήγηση με λετερμοβίρη και κυκλοσπορίνηΔεν συνιστάται.
-
Ηλικιωμένοι (>70 ετών)Η αποτελεσματικότητα και η ασφάλεια είναι παρόμοιες με τον γενικό πληθυσμό.
-
Παιδιατρικός πληθυσμός (γενικά)Η χρήση πρέπει να πραγματοποιείται από ιατρούς ειδικούς στην παιδιατρική υπερλιπιδαιμία. Οι ασθενείς θα πρέπει να επαναξιολογούνται σε τακτά χρονικά διαστήματα.
-
Παιδιατρικός πληθυσμός με Ετερόζυγο Οικογενή Υπερχοληστερολαιμία (10 ετών και άνω)Δόση10 mg ημερησίως (αρχική δόση)Μέγ. δόση80 mg ημερησίωςΗ δόση μπορεί να αυξηθεί σε 80 mg ημερησίως, σύμφωνα με την ανταπόκριση και την ανεκτικότητα. Οι δόσεις θα πρέπει να εξατομικεύονται σύμφωνα με το συνιστώμενο στόχο της θεραπείας. Προσαρμογές θα πρέπει να πραγματοποιούνται σε μεσοδιαστήματα των 4 εβδομάδων ή μεγαλύτερα.
-
Παιδιατρικός πληθυσμός με Ετερόζυγο Οικογενή Υπερχοληστερολαιμία (6 έως 10 ετών)Περιορισμένα δεδομένα ασφάλειας και αποτελεσματικότητας. Η ατορβαστατίνη δεν ενδείκνυται για θεραπεία ασθενών ηλικίας κάτω των 10 ετών. Δεν μπορεί να γίνει σύσταση για τη δοσολογία.
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
block
Αντενδείξεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Αντενδείξεις
-
Υπερευαισθησία στη δραστική ουσία ή σε κάποιο από τα έκδοχα
-
Ενεργός ηπατική νόσος
-
Ανεξήγητη, επιμένουσα αύξηση των τρανσαμινασών του ορού μεγαλύτερη από το 3πλάσιο των ανώτατων φυσιολογικών ορίων
-
Κύηση
-
Θηλασμός
-
Γυναίκες αναπαραγωγικής ηλικίας που δεν χρησιμοποιούν τα κατάλληλα αντισυλληπτικά μέτρα
-
Λήψη θεραπείας με τα αντιιικά κατά της ηπατίτιδας C γκλεκαπρεβίρη/πιμπρεντασβίρη
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
warning
Προειδοποιήσεις & Προφυλάξεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Προειδοποιήσεις & Προφυλάξεις
-
Ηπατική δυσλειτουργίαπροσοχήΟι ηπατικές δοκιμασίες πρέπει να εκτελούνται πριν από την έναρξη της θεραπείας και στη συνέχεια περιοδικά. Οι ασθενείς που παρουσιάζουν οποιοδήποτε κλινικό σημείο ή σύμπτωμα ενδεικτικό ηπατικής βλάβης, θα πρέπει να υποβάλλονται σε έλεγχο της ηπατικής λειτουργίας. Οι ασθενείς με αυξημένα επίπεδα τρανσαμινασών θα πρέπει να παρακολουθούνται μέχρις ότου οι διαταραχές αποκατασταθούν. Αν μία αύξηση των τιμών των τρανσαμινασών, μεγαλύτερη του 3πλάσιου των ανώτερων φυσιολογικών τιμών (ULN) επιμένει, συνιστάται μείωση της δόσης ή διακοπή της χορήγησης του Ατορβαστατίνη/Ατορβαστατίνη Ατορβαστατίνη (βλ. Ανεπιθύμητες ενέργειες). Το Ατορβαστατίνη/Ατορβαστατίνη Ατορβαστατίνη πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή σε ασθενείς που καταναλώνουν σημαντικές ποσότητες οινοπνεύματος ή/και έχουν ιστορικό ηπατικής νόσου.
-
Πρόληψη Αγγειακού Εγκεφαλικού Επεισοδίου με Επιθετική Μείωση των Επιπέδων Χοληστερόλης (Stroke Prevention by Aggressive Reduction in Cholesterol Levels - SPARCL)προσοχήΠληθυσμόςασθενείς χωρίς στεφανιαία νόσο (CHD) που είχαν υποστεί πρόσφατα αγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιο ή παροδικό ισχαιμικό επεισόδιο (TIA)Υπήρξε μεγαλύτερη συχνότητα εμφάνισης αιμορραγικού αγγειακού εγκεφαλικού επεισοδίου σε ασθενείς οι οποίοι ξεκίνησαν θεραπεία με ατορβαστατίνη 80 mg συγκριτικά με εικονικό φάρμακο. Ο αυξημένος κίνδυνος ήταν ιδιαίτερα εμφανής σε ασθενείς με προηγούμενο ιστορικό αιμορραγικού αγγειακού εγκεφαλικού επεισοδίου ή κενοχωριώδους εμφράκτου κατά την εισαγωγή στην μελέτη. Στους ασθενείς με προηγούμενο ιστορικό αιμορραγικού αγγειακού εγκεφαλικού επεισοδίου ή κενοχωριώδους εμφράκτου, η αναλογία μεταξύ κίνδυνου και οφέλους της ατορβαστατίνης 80 mg είναι απροσδιόριστη και ο δυνητικός κίνδυνος αιμορραγικού αγγειακού εγκεφαλικού επεισοδίου πρέπει να ληφθεί προσεκτικά υπόψη πριν την έναρξη της θεραπείας (βλ. Φαρμακοδυναμικές).
-
Επίδραση στους σκελετικούς μυςπροσοχήΗ ατορβαστατίνη, όπως και άλλοι αναστολείς της HMG-CoA αναγωγάσης, μπορεί σε σπάνιες περιπτώσεις, να επιδράσει στους σκελετικούς μυς και να προκαλέσει μυαλγία, μυοσίτιδα και μυοπάθεια, που μπορεί να εξελιχθεί σε ραβδομυόλυση, μία δυνητικά απειλητική για τη ζωή κατάσταση, που χαρακτηρίζεται από σημαντικά αυξημένα επίπεδα της κινάσης της κρεατίνης (CK) (> 10 φορές τα ULN), μυοσφαιριναιμία και μυοσφαιρινουρία, που μπορεί να προκαλέσει νεφρική ανεπάρκεια. Έχουν υπάρξει πολύ σπάνιες αναφορές ανοσολογικά διαμεσολαβούμενης νεκρωτικής μυοπάθειας (IMNM), κατά τη διάρκεια της θεραπείας ή μετά τη θεραπεία με ορισμένες στατίνες. Η ΙΜΝΜ χαρακτηρίζεται κλινικά από εμμένουσα αδυναμία των εγγύς μυών και από αυξημένα επίπεδα κινάσης της κρεατίνης στον ορό, τα οποία επιμένουν παρά τη διακοπή της αγωγής με στατίνες. Σε λίγες περιπτώσεις έχει αναφερθεί ότι οι στατίνες προκαλούν εκ νέου (de novo) ή επιδεινώνουν προϋπάρχουσα μυασθένεια gravis ή οφθαλμική μυασθένεια (βλ. Ανεπιθύμητες ενέργειες). Σε περίπτωση επιδείνωσης των συμπτωμάτων, η χορήγηση του Ατορβαστατίνη/Ατορβαστατίνη Ατορβαστατίνη πρέπει να διακόπτεται. Έχουν αναφερθεί περιπτώσεις υποτροπής κατά την (επανα-)χορήγηση της ίδιας ή διαφορετικής στατίνης. Η ατορβαστατίνη πρέπει να συνταγογραφείται με προσοχή σε ασθενείς με προδιαθεσικούς παράγοντες για εμφάνιση ραβδομυόλυσης. Εάν τα επίπεδα της CK είναι σημαντικώς αυξημένα (> 5 φορές τα ανώτατα φυσιολογικά όρια) πριν από την έναρξη της θεραπείας, δεν πρέπει να γίνει έναρξη αυτής. Η κινάση της κρεατίνης (CK) δεν πρέπει να προσδιορίζεται μετά από εντατική άσκηση ή παρουσία οποιασδήποτε άλλης εύλογης αιτίας αύξησης της CK, γιατί αυτό δυσκολεύει την ερμηνεία των αποτελεσμάτων. Εάν τα επίπεδα της CK πριν την έναρξη της θεραπεία, είναι σημαντικώς αυξημένα (> 5 φορές τα ULN), πρέπει να προσδιορίζονται εκ νέου 5 έως 7 ημέρες αργότερα για την επιβεβαίωση των αποτελεσμάτων. Πρέπει να ζητείται από τους ασθενείς να αναφέρουν αμέσως μυϊκούς πόνους, κράμπες ή αδυναμία, ιδιαίτερα εάν συνοδεύονται από αίσθημα κακουχίας ή πυρετό. Εάν εμφανιστούν τέτοια συμπτώματα ενώ ένας ασθενής βρίσκεται υπό θεραπεία με ατορβαστατίνη, πρέπει να προσδιορίζονται τα επίπεδα της CK. Εάν διαπιστωθεί ότι τα επίπεδα είναι σημαντικώς αυξημένα (> 5 φορές τα ULN), η θεραπεία θα πρέπει να σταματήσει. Εάν τα μυϊκά συμπτώματα είναι σοβαρά και προκαλούν καθημερινές διαταραχές, ακόμα και αν τα επίπεδα CK είναι αυξημένα σε 5 x ULN, πρέπει να εκτιμάται η ανάγκη διακοπής της θεραπείας. Εάν τα συμπτώματα υποχωρήσουν και τα επίπεδα της CK επανέλθουν στο φυσιολογικό, τότε μπορεί να εξεταστεί το ενδεχόμενο επαναχορήγησης της ατορβαστατίνης ή η χορήγηση μιας άλλης στατίνης στη χαμηλότερη δόση και υπό στενό έλεγχο. Η ατορβαστατίνη πρέπει να διακοπεί εάν σημειωθούν κλινικά σημαντικές αυξήσεις στα επίπεδα της CK (> 10 φορές τα ULN) ή εάν διαγνωσθεί ή υπάρχει υπόνοια ραβδομυόλυσης.
-
Ταυτόχρονη θεραπεία με άλλα φαρμακευτικά προϊόνταπροσοχήΟ κίνδυνος ραβδομυόλυσης είναι αυξημένος όταν η ατορβαστατίνη χορηγείται ταυτόχρονα με ορισμένα φαρμακευτικά προϊόντα που μπορεί να αυξάνουν τη συγκέντρωση της ατορβαστατίνης στο πλάσμα, όπως: ισχυροί αναστολείς του CYP3A4 ή πρωτεΐνες μεταφοράς (π.χ. κυκλοσπορίνη, τελιθρομυκίνη, κλαριθρομυκίνη, δελαβιρδίνη, στιριπεντόλη, κετοκοναζόλη, βορικοναζόλη, ιτρακοναζόλη, ποσακοναζόλη, λετερμοβίρη και αναστολείς πρωτεασών HIV, συμπεριλαμβανομένης της ριτοναβίρης, της λοπιναβίρης, της αταζαναβίρης, της ινδιναβίρης, της δαρουναβίρης, της τιπραναβίρης/ριτοναβίρης, κλπ.). Ο κίνδυνος μυοπάθειας μπορεί επίσης να αυξηθεί με την ταυτόχρονη χορήγηση γεμφιβροζίλης και άλλων παραγώγων του ινικού οξέος, αντιιικών για τη θεραπεία της ηπατίτιδας C (HCV) (μποσεπρεβίρης, τελαπρεβίρης, ελμπασβίρης/γκραζοπρεβίρης), ερυθρομυκίνης, νιασίνης, ή εζετιμίμπης. Εάν είναι δυνατόν, θα πρέπει να εξεταστεί το ενδεχόμενο χρήσης εναλλακτικών θεραπειών (που δεν προκαλούν αλληλεπίδραση) αντί αυτών των φαρμακευτικών προϊόντων. Σε περιπτώσεις που η συγχορήγηση αυτών των φαρμακευτικών προϊόντων με ατορβαστατίνη είναι απαραίτητη, θα πρέπει να εξεταστούν προσεκτικά τα οφέλη σε σχέση με τους κινδύνους της ταυτόχρονης χορήγησης. Όταν ασθενείς λαμβάνουν φαρμακευτικά προϊόντα τα οποία αυξάνουν την συγκέντρωση της ατορβαστατίνης στο πλάσμα, συνιστάται χαμηλότερη μέγιστη δόση ατορβαστατίνης. Επιπρόσθετα, σε περιπτώσεις ισχυρών αναστολέων του CYP3A4, θα πρέπει να εξετάζεται χαμηλότερη αρχική δόση ατορβαστατίνης και συνιστάται η κατάλληλη κλινική παρακολούθηση αυτών των ασθενών (βλ. Αλληλεπιδράσεις). Ο κίνδυνος μυοπάθειας ή/και ραβδομυόλυσης μπορεί να αυξηθεί από την ταυτόχρονη χορήγηση αναστολέων της HMG-CoA αναγωγάσης (π.χ. ατορβαστατίνη) και δαπτομυκίνης (βλ. Αλληλεπιδράσεις). Θα πρέπει να εξετάζεται το ενδεχόμενο προσωρινής αναστολής της χορήγησης του Ατορβαστατίνη/Ατορβαστατίνη Ατορβαστατίνη σε ασθενείς που λαμβάνουν δαπτομυκίνη, εκτός εάν τα οφέλη της ταυτόχρονης χορήγησης υπερτερούν του κινδύνου. Εάν η συγχορήγηση δεν μπορεί να αποφευχθεί, τα επίπεδα της κινάσης κρεατίνης θα πρέπει να μετρώνται 2-3 φορές την εβδομάδα και οι ασθενείς θα πρέπει να παρακολουθούνται στενά για τυχόν σημεία ή συμπτώματα που θα μπορούσαν να σχετίζονται με μυοπάθεια. Η ατορβαστατίνη δεν πρέπει να συγχορηγείται με συστημικά σκευάσματα φουσιδικού οξέος ή εντός 7 ημερών από την ημέρα διακοπής της θεραπείας με φουσιδικό οξύ. Σε ασθενείς στους οποίους η χρήση συστημικού φουσιδικού οξέος θεωρείται απαραίτητη, η θεραπεία με στατίνη θα πρέπει να διακόπτεται για ολόκληρη την περίοδο θεραπείας με φουσιδικό οξύ. Έχουν αναφερθεί περιπτώσεις ραβδομυόλυσης (περιλαμβανομένων και ορισμένων θανάτων) σε ασθενείς που λάμβαναν φουσιδικό οξύ και στατίνες σε συνδυασμό (βλ. Αλληλεπιδράσεις). Ο ασθενής θα πρέπει να ενημερώνεται ώστε να αναζητήσει αμέσως ιατρική συμβουλή εάν εκδηλώσει οποιαδήποτε συμπτώματα μυϊκής αδυναμίας, πόνου ή ευαισθησίας. Η θεραπεία με στατίνη μπορεί να ξαναξεκινήσει επτά ημέρες μετά την τελευταία δόση του φουσιδικού οξέος. Σε εξαιρετικές περιστάσεις, όπου απαιτείται παρατεταμένη χορήγηση συστημικού φουσιδικού οξέος, π.χ. για τη θεραπεία σοβαρών λοιμώξεων, η ανάγκη συγχορήγησης της ατορβαστατίνης με φουσιδικό οξύ θα πρέπει να εξετάζεται μόνο κατά περίπτωση και υπό στενή ιατρική επίβλεψη.
-
Παιδιατρικός πληθυσμόςΠληθυσμόςπαιδιατρικόςΔεν παρατηρήθηκε καμία κλινικά σημαντική επίδραση στην ανάπτυξη και την σεξουαλική ωρίμανση σε μια μελέτη διάρκειας 3 ετών, που βασιζόταν στην αξιολόγηση της συνολικής ωρίμανσης και ανάπτυξης, την αξιολόγηση του σταδίου Tanner και τη μέτρηση του ύψους και του βάρους (βλ. Ανεπιθύμητες ενέργειες).
-
Διάμεση πνευμονοπάθειαπροσοχήΈχουν αναφερθεί σπάνιες περιπτώσεις διάμεσης πνευμονοπάθειας με μερικές στατίνες, ιδιαίτερα με μακροχρόνια θεραπεία (βλ. Ανεπιθύμητες ενέργειες). Χαρακτηριστικά συμπτώματα μπορεί να περιλαμβάνουν δύσπνοια, μη-παραγωγικό βήχα και επιδείνωση της γενικής κατάστασης της υγείας (καταβολή, απώλεια βάρους και πυρετός). Εάν υπάρχει υποψία ότι ασθενής έχει αναπτύξει διάμεση πνευμονοπάθεια, η θεραπεία με στατίνες θα πρέπει να διακοπεί.
-
Σακχαρώδης ΔιαβήτηςπροσοχήΟρισμένα στοιχεία υποδεικνύουν ότι οι στατίνες, ως κατηγορία φαρμάκων, αυξάνουν τη γλυκόζη του αίματος και σε ορισμένους ασθενείς υψηλού κινδύνου εμφάνισης διαβήτη στο μέλλον, μπορεί να προκαλέσουν υπεργλυκαιμία τέτοιου βαθμού που η τυπική διαβητική αγωγή είναι κατάλληλη. Αυτός ο κίνδυνος, ωστόσο, αντισταθμίζεται από τη μείωση του αγγειακού κινδύνου με στατίνες και ως εκ τούτου δεν θα πρέπει να είναι λόγος για τη διακοπή της θεραπείας με στατίνες. Ασθενείς σε κίνδυνο (γλυκόζη νηστείας 5,6 - 6,9 mmol/L ή 100 - 125 mg/dl, ΒΜΙ> 30 kg/m2, αυξημένα τριγλυκερίδια, υπέρταση) θα πρέπει να παρακολουθούνται τόσο κλινικά όσο και βιοχημικά σύμφωνα με τις εθνικές κατευθυντήριες οδηγίες.
-
ΈκδοχααντένδειξηΠληθυσμόςΑσθενείς με σπάνια κληρονομικά προβλήματα δυσανεξίας στην γαλακτόζη, πλήρη ανεπάρκεια λακτάσης ή κακή απορρόφηση γλυκόζης-γαλακτόζηςΤο Ατορβαστατίνη/Ατορβαστατίνη Ατορβαστατίνη περιέχει λακτόζη. Δεν πρέπει να πάρουν αυτό το φάρμακο.
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
swap_horiz
Αλληλεπιδράσεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
-
προσοχήΑυξημένες συγκεντρώσεις ατορβαστατίνης στο πλάσμα, αυξημένος κίνδυνος μυοπάθειαςΣύστασηΑποφυγή συγχορήγησης εάν είναι δυνατόν. Εάν αναγκαίο, χαμηλότερη δόση έναρξης και μέγιστη δόση ατορβαστατίνης, κλινική παρακολούθηση. (Από πίνακα: χαμηλότερη δόση συντήρησης, κλινική παρακολούθηση εάν η δόση υπερβαίνει τα 40mg)
-
προσοχήΑυξημένες συγκεντρώσεις ατορβαστατίνης στο πλάσμα, αυξημένος κίνδυνος μυοπάθειαςΣύστασηΑποφυγή συγχορήγησης εάν είναι δυνατόν. Εάν αναγκαίο, χαμηλότερη δόση έναρξης και μέγιστη δόση ατορβαστατίνης, κλινική παρακολούθηση.
-
προσοχήΑυξημένες συγκεντρώσεις ατορβαστατίνης στο πλάσμα, αυξημένος κίνδυνος μυοπάθειαςΣύστασηΑποφυγή συγχορήγησης εάν είναι δυνατόν. Εάν αναγκαίο, χαμηλότερη δόση έναρξης και μέγιστη δόση ατορβαστατίνης, κλινική παρακολούθηση. (Από πίνακα: χαμηλότερη δόση συντήρησης, κλινική παρακολούθηση εάν η δόση υπερβαίνει τα 40mg)
-
ΔελαβιρδίνηπροσοχήΑυξημένες συγκεντρώσεις ατορβαστατίνης στο πλάσμα, αυξημένος κίνδυνος μυοπάθειαςΣύστασηΑποφυγή συγχορήγησης εάν είναι δυνατόν. Εάν αναγκαίο, χαμηλότερη δόση έναρξης και μέγιστη δόση ατορβαστατίνης, κλινική παρακολούθηση.
-
προσοχήΑυξημένες συγκεντρώσεις ατορβαστατίνης στο πλάσμα, αυξημένος κίνδυνος μυοπάθειαςΣύστασηΑποφυγή συγχορήγησης εάν είναι δυνατόν. Εάν αναγκαίο, χαμηλότερη δόση έναρξης και μέγιστη δόση ατορβαστατίνης, κλινική παρακολούθηση.
-
προσοχήΑυξημένες συγκεντρώσεις ατορβαστατίνης στο πλάσμα, αυξημένος κίνδυνος μυοπάθειαςΣύστασηΑποφυγή συγχορήγησης εάν είναι δυνατόν. Εάν αναγκαίο, χαμηλότερη δόση έναρξης και μέγιστη δόση ατορβαστατίνης, κλινική παρακολούθηση.
-
προσοχήΑυξημένες συγκεντρώσεις ατορβαστατίνης στο πλάσμα, αυξημένος κίνδυνος μυοπάθειαςΣύστασηΑποφυγή συγχορήγησης εάν είναι δυνατόν. Εάν αναγκαίο, χαμηλότερη δόση έναρξης και μέγιστη δόση ατορβαστατίνης, κλινική παρακολούθηση.
-
προσοχήΑυξημένες συγκεντρώσεις ατορβαστατίνης στο πλάσμα, αυξημένος κίνδυνος μυοπάθειαςΣύστασηΑποφυγή συγχορήγησης εάν είναι δυνατόν. Εάν αναγκαίο, χαμηλότερη δόση έναρξης και μέγιστη δόση ατορβαστατίνης, κλινική παρακολούθηση. (Από πίνακα: χαμηλότερη δόση συντήρησης, κλινική παρακολούθηση εάν η δόση υπερβαίνει τα 40mg)
-
προσοχήΑυξημένες συγκεντρώσεις ατορβαστατίνης στο πλάσμα, αυξημένος κίνδυνος μυοπάθειαςΣύστασηΑποφυγή συγχορήγησης εάν είναι δυνατόν. Εάν αναγκαίο, χαμηλότερη δόση έναρξης και μέγιστη δόση ατορβαστατίνης, κλινική παρακολούθηση.
-
Ελμπασβίρη, ΓκραζοπρεβίρηπροσοχήΑυξημένες συγκεντρώσεις ατορβαστατίνης στο πλάσμα, αυξημένος κίνδυνος μυοπάθειαςΣύστασηΑποφυγή συγχορήγησης εάν είναι δυνατόν. Εάν αναγκαίο, χαμηλότερη δόση έναρξης και μέγιστη δόση ατορβαστατίνης, κλινική παρακολούθηση. (Από πίνακα: Δόση ατορβαστατίνης να μην υπερβαίνει τα 20 mg/ημέρα)
-
προσοχήΑυξημένες συγκεντρώσεις ατορβαστατίνης στο πλάσμα, αυξημένος κίνδυνος μυοπάθειαςΣύστασηΑποφυγή συγχορήγησης εάν είναι δυνατόν. Εάν αναγκαίο, χαμηλότερη δόση έναρξης και μέγιστη δόση ατορβαστατίνης, κλινική παρακολούθηση.
-
προσοχήΜπορεί να αυξήσει τα επίπεδα συγκέντρωσης ατορβαστατίνης στο πλάσμα, αυξημένος κίνδυνος μυοπάθειαςΣύστασηΧαμηλότερη μέγιστη δόση ατορβαστατίνης, κλινική παρακολούθηση.
-
προσοχήΜπορεί να αυξήσει τα επίπεδα συγκέντρωσης ατορβαστατίνης στο πλάσμαΣύστασηΧαμηλότερη μέγιστη δόση ατορβαστατίνης, κλινική παρακολούθηση. (Από πίνακα: κλινική παρακολούθηση μετά την έναρξη ή προσαρμογή δόσης διλτιαζέμης)
-
προσοχήΜπορεί να αυξήσει τα επίπεδα συγκέντρωσης ατορβαστατίνης στο πλάσμαΣύστασηΧαμηλότερη μέγιστη δόση ατορβαστατίνης, κλινική παρακολούθηση.
-
προσοχήΜπορεί να αυξήσει τα επίπεδα συγκέντρωσης ατορβαστατίνης στο πλάσμαΣύστασηΧαμηλότερη μέγιστη δόση ατορβαστατίνης, κλινική παρακολούθηση.
-
προσοχήΜπορεί να αυξήσει την έκθεση στην ατορβαστατίνηΣύστασηΧαμηλότερη μέγιστη δόση ατορβαστατίνης, κλινική παρακολούθηση.
-
προσοχήΜειώσεις των συγκεντρώσεων της ατορβαστατίνης στο πλάσμα
-
προσοχήΜειώσεις των συγκεντρώσεων της ατορβαστατίνης στο πλάσμαΣύστασηΣυνιστάται η συγχορήγηση ατορβαστατίνης με ριφαμπικίνη ταυτόχρονα, κλινική παρακολούθηση για την αποτελεσματικότητα.
-
St. John’s WortπροσοχήΜειώσεις των συγκεντρώσεων της ατορβαστατίνης στο πλάσμα
-
προσοχήΑυξημένη συστημική έκθεση της ατορβαστατίνηςΣύστασηΜείωση της δόσης και κλινική παρακολούθηση ως προς την αποτελεσματικότητα. (Από πίνακα: δόση ατορβαστατίνης να μην υπερβαίνει τα 20 mg/ημέρα)
-
Λετερμοβίρη + ΚυκλοσπορίνηαντένδειξηΣύστασηΔεν συνιστάται.
-
Γεμφιβροζίλη, ΦιμπράτεςπροσοχήΑυξημένος κίνδυνος μυοπάθειας, συμπεριλαμβανομένης της ραβδομυόλυσηςΣύστασηΧαμηλότερη δόση ατορβαστατίνης για επίτευξη θεραπευτικού σκοπού, κατάλληλη παρακολούθηση ασθενών. (Από πίνακα: χαμηλότερη δόση έναρξης και κλινική παρακολούθηση)
-
προσοχήΑυξημένος κίνδυνος μυοπάθειας, συμπεριλαμβανομένης της ραβδομυόλυσηςΣύστασηΚατάλληλη κλινική παρακολούθηση.
-
ΚολεστιπόληπαρακολούθησηΧαμηλότερες συγκεντρώσεις ατορβαστατίνης και δραστικών μεταβολιτών στο πλάσμα. Επίδραση στα λιπίδια μεγαλύτερη όταν χορηγούνται μαζί.
-
Συστημικό Φουσιδικό οξύαντένδειξηΑυξημένος κίνδυνος μυοπάθειας, συμπεριλαμβανομένης της ραβδομυόλυσηςΣύστασηΗ θεραπεία με ατορβαστατίνη θα πρέπει να διακόπτεται καθ’ όλη τη διάρκεια θεραπείας με φουσιδικό οξύ.
-
προσοχήΠεριστατικά μυοπάθειας έχουν αναφερθείΣύστασηΣυνιστάται προσοχή.
-
προσοχήΠεριστατικά μυοπάθειας ή/και ραβδομυόλυσης έχουν αναφερθείΣύστασηΕάν η συγχορήγηση δεν μπορεί να αποφευχθεί, συνιστάται κατάλληλη κλινική παρακολούθηση.
-
παρακολούθησηΕλαφρώς αυξημένες συγκεντρώσεις διγοξίνης στη σταθεροποιημένη κατάστασηΣύστασηΟι ασθενείς πρέπει να παρακολουθούνται κατάλληλα.
-
Από του στόματος αντισυλληπτικά (νοραιθυνδρόνη, αιθυνυλ-οιστραδιόλη)παρακολούθησηΑύξηση των συγκεντρώσεων στο πλάσμα
-
παρακολούθησηΜικρή μείωση του χρόνου προθρομβίνης, με επακόλουθη επιστροφή στα φυσιολογικά επίπεδα. Σπάνιες κλινικά σημαντικές αλληλεπιδράσεις.ΣύστασηΠροσδιορισμός χρόνου προθρομβίνης πριν την έναρξη και συχνά στα αρχικά στάδια της θεραπείας. Παρακολούθηση χρόνου προθρομβίνης σε συνήθη διαστήματα μόλις σταθεροποιηθεί.
-
Γκλεκαπρεβίρη/ΠιμπρεντασβίρηαντένδειξηΑυξημένη έκθεση στην ατορβαστατίνη (AUC 8,3 φορές)ΣύστασηΑντενδείκνυται η συγχορήγηση.
-
προσοχήΑυξημένη έκθεση στην ατορβαστατίνη (AUC 9,4 φορές)ΣύστασηΕάν απαραίτητη, δόση ατορβαστατίνης όχι πάνω από 10 mg ημερησίως. Κλινική παρακολούθηση.
-
Λοπιναβίρη, ΡιτοναβίρηπροσοχήΑυξημένη έκθεση στην ατορβαστατίνη (AUC 5,9 φορές)ΣύστασηΕάν απαραίτητη, χαμηλότερη δόση συντήρησης ατορβαστατίνης. Κλινική παρακολούθηση εάν η δόση υπερβαίνει τα 40 mg.
-
προσοχήΑυξημένη έκθεση στην ατορβαστατίνη (AUC 3,9 φορές)ΣύστασηΕάν απαραίτητη, χαμηλότερη δόση συντήρησης ατορβαστατίνης. Κλινική παρακολούθηση εάν η δόση υπερβαίνει τα 40 mg.
-
προσοχήΑυξημένη έκθεση στην ατορβαστατίνη (AUC 3,4 φορές)ΣύστασηΕάν απαραίτητη, χαμηλότερη δόση συντήρησης ατορβαστατίνης. Κλινική παρακολούθηση εάν η δόση υπερβαίνει τα 40 mg.
-
προσοχήΑυξημένη έκθεση στην ατορβαστατίνη (AUC 2,5 φορές)ΣύστασηΕάν απαραίτητη, χαμηλότερη δόση συντήρησης ατορβαστατίνης. Κλινική παρακολούθηση εάν η δόση υπερβαίνει τα 40 mg.
-
προσοχήΑυξημένη έκθεση στην ατορβαστατίνη (AUC 2,3 φορές)ΣύστασηΕάν απαραίτητη, χαμηλότερη δόση συντήρησης ατορβαστατίνης. Κλινική παρακολούθηση εάν η δόση υπερβαίνει τα 40 mg.
-
παρακολούθησηΑυξημένη έκθεση στην ατορβαστατίνη (AUC 1,74 φορές)
-
Χυμός γκρέιπφρουτ (μεγάλες ποσότητες)προσοχήΑύξηση της AUC της ατορβαστατίνης κατά 2,5 φορές και της AUC των δραστικών αναστολέων της HMG-CoA αναγωγάσης κατά 1,3 φορές.ΣύστασηΔεν συνιστάται η ταυτόχρονη λήψη μεγάλων ποσοτήτων.
-
παρακολούθησηΑυξημένη έκθεση στην ατορβαστατίνη (AUC 1,18 φορές)
-
παρακολούθησηΚαμία σημαντική επίδραση στην έκθεση της ατορβαστατίνης
-
Αντιόξινο εναιώρημα υδροξειδίων μαγνησίου και αργιλίουπαρακολούθησηΜειωμένη έκθεση στην ατορβαστατίνη (AUC 0,59 φορές)
-
ΦαινοφιμπράτηπροσοχήΑυξημένη έκθεση στην ατορβαστατίνη (AUC 1,03 φορές)ΣύστασηΧαμηλότερη δόση έναρξης και κλινική παρακολούθηση.
-
προσοχήΑυξημένη έκθεση στην ατορβαστατίνη (AUC 2,3 φορές)ΣύστασηΧαμηλότερη δόση έναρξης και κλινική παρακολούθηση. Δόση ατορβαστατίνης να μην υπερβαίνει τα 20 mg/ημέρα.
-
ΦαιναζόνηπαρακολούθησηΛίγη ή καθόλου επίδραση στην κάθαρση της φαιναζόνης
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
sick
Ανεπιθύμητες ενέργειες
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
- ρινοφαρυγγίτιδα (Συχνές)
- Θρομβοπενία
- Αγγειίτιδα
- Αλλεργικές αντιδράσεις
- Αναφυλαξία
- Υπεργλυκαιμία
- Υπογλυκαιμία
- αύξηση του σωματικού βάρους (Όχι συχνές)
- Ανορεξία
- Δυσκοιλιότητα
- Μετεωρισμός
- Δυσπεψία
- Διάρροια
- Έμετος
- Παγκρεατίτιδα
- εφιάλτες (Όχι συχνές)
- αϋπνία (Όχι συχνές)
- Κεφαλαλγία
- Ζάλη
- Παραισθησία
- Υποαισθησία
- Αμνησία
- Περιφερική νευροπάθεια
- δυσγευσία (Όχι συχνές)
- Μυασθένεια gravis (Μη γνωστές)
- όραση θαμπή (Όχι συχνές)
- οπτική διαταραχή (Σπάνιες)
- Μυασθένεια των οφθαλμών (Μη γνωστές)
- Εμβοές
- Απώλεια ακοής
- Φαρυγγολαρυγγικό άλγος
- Επίσταξη
- ναυτία (Συχνές)
- άλγος άνω και κάτω κοιλιακής χώρας (Όχι συχνές)
- ερυγές (Όχι συχνές)
- Ηπατίτιδα
- Ηπατική ανεπάρκεια
- χολόσταση (Σπάνιες)
- Κνίδωση
- Δερματικό εξάνθημα
- Κνησμός
- Αλωπεκία
- αγγειονευρωτικό οίδημα (Σπάνιες)
- δερματίτιδα πομφολυγώδης συμπεριλαμβανομένων του πολύμορφου ερυθήματος, του συνδρόμου Stevens-Johnson και της τοξικής επιδερμικής νεκρόλυσης (Σπάνιες)
- λειχηνοειδές φαρμακοεπαγόμενο εξάνθημα (Σπάνιες)
- Μυαλγία
- Αρθραλγία
- Μυϊκοί σπασμοί
- Οσφυαλγία
- Αυχεναλγία
- Μυοσίτιδα
- Ραβδομυόλυση
- Θωρακικό άλγος
- άλγος στα άκρα (Συχνές)
- διόγκωση άρθρωσης (Συχνές)
- μυϊκή καταβολή (Όχι συχνές)
- μυοπάθεια (Σπάνιες)
- ρήξη μυός (Σπάνιες)
- τενοντοπάθεια, μερικές φορές επιπλεκόμενη με ρήξη τένοντα (Σπάνιες)
- σύνδρομο προσομοιάζον με λύκο (Πολύ σπάνιες)
- Ανοσολογικά διαμεσολαβούμενη νεκρωτική μυοπάθεια (Μη γνωστές)
- Γυναικομαστία
- Αίσθημα κακουχίας
- Περιφερικό οίδημα
- Κόπωση
- εξασθένηση (Όχι συχνές)
- πυρεξία (Όχι συχνές)
- δοκιμασίες ηπατικής λειτουργίας μη φυσιολογικές (Συχνές)
- κινάση της κρεατίνης αίματος αυξημένη (Συχνές)
- λευκοκύτταρα ούρων θετικά (Όχι συχνές)
- Σεξουαλική δυσλειτουργία (Μη γνωστές)
- Διάμεση πνευμονοπάθεια (Σπάνιες)
- Σακχαρώδης διαβήτης (Μη γνωστές)
- Κατάθλιψη
Λεπτομέρειες κατά συχνότητα expand_more
-
ΣυχνέςΆλγος στα άκραΜυοσκελετικό
-
ΣυχνέςΑλλεργικές αντιδράσειςΑνοσοποιητικό
-
ΣυχνέςΑρθραλγίαΜυοσκελετικό
-
ΣυχνέςΔιάρροιαΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΔιόγκωση άρθρωσηςΜυοσκελετικό
-
ΣυχνέςΔυσκοιλιότηταΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΔυσπεψίαΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΕπίσταξηΑναπνευστικό
-
ΣυχνέςΚεφαλαλγίαΝευρικό
-
ΣυχνέςΜετεωρισμόςΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΜη φυσιολογικές δοκιμασίες ηπατικής λειτουργίαςΉπαρ
-
ΣυχνέςΜυαλγίαΜυοσκελετικό
-
ΣυχνέςΜυϊκοί σπασμοίΜυοσκελετικό
-
ΣυχνέςΝαυτίαΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΟσφυαλγίαΜυοσκελετικό
-
ΣυχνέςΡινοφαρυγγίτιδαΛοιμώξεις
-
ΣυχνέςΥπεργλυκαιμίαΜεταβολισμός
-
ΣυχνέςΦαρυγγολαρυγγικό άλγοςΑναπνευστικό
-
Συχνέςκινάση της κρεατίνης αίματος αυξημένηΠαρακλινικές εξετάσεις
-
Όχι συχνέςΈμετοςΓαστρεντερικό
-
Όχι συχνέςΑίσθημα κακουχίαςΓενικές
-
Όχι συχνέςΑλωπεκίαΔέρμα
-
Όχι συχνέςΑμνησίαΝευρικό
-
Όχι συχνέςΑνορεξίαΜεταβολισμός
-
Όχι συχνέςΑυχεναλγίαΜυοσκελετικό
-
Όχι συχνέςΑϋπνίαΨυχιατρικές
-
Όχι συχνέςΔερματικό εξάνθημαΔέρμα
-
Όχι συχνέςΔυσγευσίαΝευρικό
-
Όχι συχνέςΕμβοέςΑυτί
-
Όχι συχνέςΕξασθένησηΓενικές
-
Όχι συχνέςΕφιάλτεςΨυχιατρικές
-
Όχι συχνέςΖάληΝευρικό
-
Όχι συχνέςΗπατίτιδαΉπαρ
-
Όχι συχνέςΘαμπή όρασηΟφθαλμικές
-
Όχι συχνέςΘετικά λευκοκύτταρα ούρωνΕργαστηριακές
-
Όχι συχνέςΘωρακικό άλγοςΓενικές
-
Όχι συχνέςΚνίδωσηΔέρμα
-
Όχι συχνέςΚνησμόςΔέρμα
-
Όχι συχνέςΚόπωσηΓενικές
-
Όχι συχνέςΠαγκρεατίτιδαΓαστρεντερικό
-
Όχι συχνέςΠαραισθησίαΝευρικό
-
Όχι συχνέςΠεριφερικό οίδημαΓενικές
-
Όχι συχνέςΠυρεξίαΓενικές
-
Όχι συχνέςΥπαισθησίαΝευρικό
-
Όχι συχνέςΥπογλυκαιμίαΜεταβολισμός
-
Όχι συχνέςάλγος άνω και κάτω κοιλιακής χώραςΔιαταραχές του γαστρεντερικού
-
Όχι συχνέςαύξηση του σωματικού βάρουςΔιαταραχές του μεταβολισμού και της θρέψης
-
Όχι συχνέςερυγέςΔιαταραχές του γαστρεντερικού
-
Όχι συχνέςμυϊκή καταβολήΔιαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και του συνδετικού ιστού
-
ΣπάνιεςΑγγειίτιδαΑγγειακές
-
ΣπάνιεςΑγγειονευρωτικό οίδημαΔέρμα
-
ΣπάνιεςΔιάμεση πνευμονοπάθειαΑναπνευστικό
-
ΣπάνιεςΘρομβοπενίαΑίμα
-
ΣπάνιεςΜυοπάθειαΜυοσκελετικό
-
ΣπάνιεςΜυοσίτιδαΜυοσκελετικό
-
ΣπάνιεςΟπτική διαταραχήΟφθαλμικές
-
ΣπάνιεςΠεριφερική νευροπάθειαΝευρικό
-
ΣπάνιεςΡήξη μυόςΜυοσκελετικό
-
ΣπάνιεςΡαβδομυόλυσηΜυοσκελετικό
-
ΣπάνιεςΧολόστασηΉπαρ
-
Σπάνιεςδερματίτιδα πομφολυγώδης συμπεριλαμβανομένων του πολύμορφου ερυθήματος, του συνδρόμου Stevens-Johnson και της τοξικής επιδερμικής νεκρόλυσηςΔιαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
-
Σπάνιεςλειχηνοειδές φαρμακοεπαγόμενο εξάνθημαΔιαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
-
Σπάνιεςτενοντοπάθεια, μερικές φορές επιπλεκόμενη με ρήξη τένονταΔιαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και του συνδετικού ιστού
-
Πολύ σπάνιεςΑναφυλαξίαΑνοσοποιητικό
-
Πολύ σπάνιεςΑπώλεια ακοήςΑυτί
-
Πολύ σπάνιεςΓυναικομαστίαΑναπαραγωγικό
-
Πολύ σπάνιεςΗπατική ανεπάρκειαΉπαρ
-
Πολύ σπάνιεςΣύνδρομο προσομοιάζον με λύκοΜυοσκελετικό
-
Μη γνωστέςΑνοσολογικά διαμεσολαβούμενη νεκρωτική μυοπάθειαΜυοσκελετικό
-
Μη γνωστέςΚατάθλιψηΨυχιατρικές
-
Μη γνωστέςΜυασθένεια GravisΝευρικό
-
Μη γνωστέςΜυασθένεια των οφθαλμώνΟφθαλμικές διαταραχές
-
Μη γνωστέςΣακχαρώδης διαβήτηςΜεταβολισμός
-
Μη γνωστέςΣεξουαλική δυσλειτουργίαΑναπαραγωγικό
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
pregnant_woman
Κύηση / Γαλουχία
ΠΧΠ (SPC)
Επίπεδο κινδύνου: Αντενδείκνυται
expand_more
Κύηση / Γαλουχία
-
ΚύησηαντενδείκνυταιΤο Ατορβαστατίνη/Ατορβαστατίνη Ατορβαστατίνη αντενδείκνυται στην κύηση (βλ. Αντενδείξεις). Η ασφάλεια στις έγκυες γυναίκες δεν έχει τεκμηριωθεί. Δεν έχουν διεξαχθεί ελεγχόμενες κλινικές μελέτες σε έγκυες γυναίκες. Έχουν υπάρξει σπάνιες αναφορές για συγγενείς ανωμαλίες κατόπιν ενδομητρικής έκθεσης σε αναστολείς της HMG-CoA αναγωγάσης. Μελέτες σε ζώα έχουν δείξει τοξικότητα κατά την αναπαραγωγή (βλ. Προκλινικά δεδομένα). Θεραπεία της μητέρας με ατορβαστατίνη μπορεί να μειώσει στο έμβρυο τα επίπεδα του μεβαλονικού οξέος, το οποίο είναι πρόδρομος της βιοσύνθεσης της χοληστερόλης. Η αθηροσκλήρωση είναι μια χρόνια διαδικασία και συνήθως η διακοπή των φαρμακευτικών προϊόντων που μειώνουν τα επίπεδα των λιπιδίων στο αίμα κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης, θα πρέπει να έχει μικρή επίπτωση στον μακροπρόθεσμο κίνδυνο που σχετίζεται με την πρωτοπαθή υπερχοληστερολαιμία. Για αυτούς τους λόγους, το Ατορβαστατίνη/Ατορβαστατίνη Ατορβαστατίνη δεν θα πρέπει να χρησιμοποιείται από γυναίκες που είναι έγκυες, προσπαθούν να μείνουν έγκυες ή υπάρχει υπόνοια πως είναι έγκυες. Η θεραπεία με το Ατορβαστατίνη/Ατορβαστατίνη Ατορβαστατίνη θα πρέπει να διακοπεί κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης ή μέχρι να εξακριβωθεί ότι η γυναίκα δεν είναι έγκυος (βλ. Αντενδείξεις).
-
ΓαλουχίααντενδείκνυταιΕίναι άγνωστο εάν η ατορβαστατίνη ή οι μεταβολίτες της απεκκρίνονται στο μητρικό γάλα. Στους αρουραίους, οι συγκεντρώσεις της ατορβαστατίνης και των δραστικών μεταβολιτών της στο πλάσμα είναι παρόμοιες με αυτές στο γάλα (βλ. Προκλινικά δεδομένα). Λόγω της πιθανότητας σοβαρών ανεπιθύμητων ενεργειών, οι γυναίκες που λαμβάνουν Ατορβαστατίνη/Ατορβαστατίνη Ατορβαστατίνη δεν θα πρέπει να θηλάζουν τα βρέφη τους (βλ. Αντενδείξεις). Η ατορβαστατίνη αντενδείκνυται κατά τη διάρκεια του θηλασμού (βλ. Αντενδείξεις).
-
ΓονιμότηταΔεν επηρεάζειΣε κλινικές μελέτες που διεξήχθησαν σε ζώα, η ατορβαστατίνη δεν είχε επίδραση στη γονιμότητα των αρρένων ή των θηλέων (βλ. Προκλινικά δεδομένα).
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
e911_emergency
Υπερδοσολογία
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Υπερδοσολογία
directions_car
Επίδραση στην οδήγηση
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Επίδραση στην οδήγηση
science
Έκδοχα
ΠΧΠ (SPC) §2 & §6.1
expand_more
Έκδοχα
biotech
Φαρμακολογία
Φαρμακοδυναμική & Φαρμακοκινητική
expand_more
Φαρμακολογία
Φαρμακοδυναμικές
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: Τροποποιητικοί παράγοντες λιπιδίων, αναστολείς της HMG-CoA αναγωγάσης, κωδικός ATC: C10AA05
H ατορβαστατίνη είναι ένας εκλεκτικός, ανταγωνιστικός αναστολέας της HMG-CoA αναγωγάσης, του ενζύμου που περιορίζει το ρυθμό και είναι υπεύθυνο για τη μετατροπή του 3-υδροξυ-3-μεθυλγλουταρυλ-συνενζύμου Α σε μεβαλονικό οξύ, πρόδρομη ουσία των στερολών, συμπεριλαμβανομένης και της χολεστερόλης. Τα τριγλυκερίδια και η χοληστερόλη στο ήπαρ ενσωματώνονται στις πολύ χαμηλής πυκνότητας λιποπρωτεΐνες (VLDL) και απελευθερώνονται στο πλάσμα, ώστε να μεταφερθούν στους περιφερικούς ιστούς. Η χαμηλής πυκνότητας λιποπρωτεΐνη (LDL) σχηματίζεται από τη VLDL και καταβολίζεται κυρίως μέσω υποδοχέων υψηλής χημικής συγγένειας προς τις LDL (LDL υποδοχείς). Η ατορβαστατίνη μειώνει τη χοληστερόλη στο πλάσμα και τα επίπεδα των λιποπρωτεϊνών στον ορό αναστέλλοντας την HMG-CoA αναγωγάση και ακολούθως τη βιοσύνθεση της χοληστερόλης στο ήπαρ και αυξάνει τον αριθμό των LDL υποδοχέων στην επιφάνεια των ηπατικών κυττάρων, τα οποία αυξάνουν την πρόσληψη και τον καταβολισμό της LDL. Η ατορβαστατίνη ελαττώνει την παραγωγή LDL και τον αριθμό των σωματιδίων LDL. H ατορβαστατίνη προκαλεί έκδηλη και παρατεταμένη αύξηση της δραστικότητας των LDL υποδοχέων, σε συνδυασμό με μία ωφέλιμη μεταβολή της ποιότητας των κυκλοφορούντων σωματιδίων της LDL. Η ατορβαστατίνη είναι αποτελεσματική στη μείωση της LDL-C σε ασθενείς με ομόζυγο οικογενή υπερχοληστεριναιμία, μια ομάδα ασθενών που συνήθως δεν ανταποκρίνεται στα υπολιπιδαιμικά φαρμακευτικά προϊόντα. Η ατορβαστατίνη σε μία μελέτη δόσης-αποτελέσματος, αποδείχτηκε ότι ελαττώνει τη συγκέντρωση της ολικής-C (30% - 46%), της LDL-C (41% - 61%), της απολιποπρωτεΐνης Β (34% - 50%) και των τριγλυκεριδίων (14% - 33%), ενώ παράλληλα προκαλεί ποικίλες αυξήσεις των HDL-C και της απολιποπρωτεΐνης Α1. Τα αποτελέσματα αυτά είναι το ίδιο σταθερά σε ασθενείς με ετερόζυγο οικογενή υπερχοληστερολαιμία, σε μη οικογενείς μορφές υπερχοληστερολαιμίας και σε μεικτή υπερλιπιδαιμία, συμπεριλαμβανομένων και των ασθενών με μη ινσουλινοεξαρτώμενο σακχαρώδη διαβήτη. Έχει διαπιστωθεί ότι η ελάττωση των τιμών της ολικής-C, της LDL-C και της απολιποπρωτεΐνης Β μειώνει τον κίνδυνο των καρδιαγγειακών επεισοδίων και τη θνησιμότητα εξ αυτών.
Ομόζυγος οικογενής υπερχοληστερολαιμία
Σε μια πολυκεντρική, ανοικτής επισήμανσης μελέτη παρηγορητικής θεραπείας διάρκειας 8 εβδομάδων, με μια προαιρετική φάση επέκτασης μεταβλητής διάρκειας, έλαβαν μέρος 355 ασθενείς, 89 εκ των οποίων ήταν εξακριβωμένο ότι ήταν ασθενείς με ομόζυγο οικογενή υπερχοληστερολαιμία. Από αυτούς τους 89 ασθενείς, το μέσο ποσοστό μείωσης της LDL-C ήταν περίπου 20%. Η ατορβαστατίνη χορηγήθηκε σε δόσεις έως και 80 mg/ημέρα.
Αθηροσκλήρωση
Στη μελέτη «Reversing Atherosclerosis with Aggressive Lipid-Lowering» (REVERSAL), αξιολογήθηκε με ενδαγγειακό υπερηχογράφημα (IVUS), κατά τη διάρκεια αγγειογραφίας, η επίδραση εντατικής υπολιπιδαιμικής αγωγής με ατορβαστατίνη 80 mg και συνήθους υπολιπιδαιμικής αγωγής με πραβαστατίνη 40 mg στη στεφανιαία αθηροσκλήρωση σε ασθενείς με στεφανιαία νόσο. Σε αυτή την τυχαιοποιημένη, διπλά-τυφλή, πολυκεντρική, ελεγχόμενη κλινική μελέτη, το IVUS πραγματοποιήθηκε στην αρχική επίσκεψη και στους 18 μήνες, σε 502 ασθενείς. Στην ομάδα ασθενών που λάμβαναν ατορβαστατίνη (n=253), δεν εξελίχθηκε η αθηροσκλήρωση. Η διάμεση επί τοις εκατό μεταβολή, από την αρχική επίσκεψη, στο συνολικό αθηρωματικό όγκο (το πρωτεύον κριτήριο της μελέτης) ήταν - 0,4% (p=0,98) για την ομάδα ασθενών που λάμβαναν ατορβαστατίνη και +2,7% (p=0,001) για την ομάδα ασθενών που λάμβαναν πραβαστατίνη (n=249). Συγκρινόμενη με την πραβαστατίνη, τα αποτελέσματα της ατορβαστατίνης ήταν στατιστικώς σημαντικά (p=0,02). Το αποτέλεσμα της εντατικής υπολιπιδαιμικής αγωγής σε καρδιαγγειακά τελικά σημεία (π.χ. ανάγκη για επαναγγείωση, μη θανατηφόρο έμφραγμα του μυοκαρδίου, θάνατος στεφανιαίας αιτιολογίας) δεν εξετάστηκε σε αυτή την μελέτη. Στην ομάδα ασθενών που λάμβαναν ατορβαστατίνη, η LDL-C ελαττώθηκε έως τη μέση τιμή των 2,04 mmol/L ± 0,8 (78,9 mg/dl ± 30) από την αρχική τιμή των 3,89 mmol/L ± 0,7 (150 mg/dl ± 28) και στην ομάδα ασθενών που λάμβαναν πραβαστατίνη η LDL-C ελαττώθηκε έως τη μέση τιμή των 2,85 mmol/L ± 0,7 (110 mg/dl ± 26) από την αρχική τιμή των 3,89 mmol/L ± 0,7 (150 mg/dl ± 26) (p<0,0001). Η ατορβαστατίνη επίσης ελάττωσε σημαντικά τη μέση τιμή της ολικής χοληστερόλης κατά 34,1% (πραβαστατίνη: -18,4%, p<0,0001), τη μέση τιμή των επιπέδων των τριγλυκεριδίων κατά 20% (πραβαστατίνη: -6,8%, p<0,0009) και τη μέση τιμή της απολιποπρωτεΐνης Β κατά 39,1% (πραβαστατίνη: -22,0%, p<0,0001). Η ατορβαστατίνη αύξησε τη μέση τιμή της HDL-C κατά 2,9% (πραβαστατίνη: +5,6%, p=Μη Σημαντικό). Υπήρξε μια μέση μείωση της C-Αντιδρώσας Πρωτεΐνης (CRP) κατά 36,4% στην ομάδα ασθενών που λάμβαναν ατορβαστατίνη, σε σύγκριση με τη μείωση κατά 5,2% στην ομάδα ασθενών που λάμβαναν πραβαστατίνη (p<0,0001). Τα αποτελέσματα της μελέτης επιτεύχθηκαν με την δοσολογία των 80 mg. Ως εκ τούτου, δεν μπορούν να επεκταθούν σε χαμηλότερες δόσεις. Τα προφίλ ασφαλείας και ανεκτικότητας των δύο θεραπευτικών ομάδων ήταν συγκρίσιμα. Η επίδραση εντατικής υπολιπιδαιμικής αγωγής σε μείζονα καρδιαγγειακά τελικά σημεία δεν εξετάστηκε σε αυτή τη μελέτη. Ως εκ τούτου, η κλινική σημασία αυτών των αποτελεσμάτων απεικόνισης σχετικά με την πρωτογενή και δευτερογενή πρόληψη καρδιαγγειακών συμβαμάτων δεν είναι γνωστή.
Οξύ στεφανιαίο σύνδρομο
Στη μελέτη MIRACL, η ατορβαστατίνη 80 mg έχει αξιολογηθεί σε 3.086 ασθενείς (ατορβαστατίνη n=1.538, εικονικό φάρμακο n=1.548) με οξύ στεφανιαίο σύνδρομο (έμφραγμα του μυοκαρδίου χωρίς κύμα Q ή ασταθής στηθάγχη). Η θεραπεία άρχισε κατά τη διάρκεια της οξείας φάσης μετά από την εισαγωγή σε νοσοκομείο και διήρκεσε για μια περίοδο 16 εβδομάδων. Η θεραπεία με ατορβαστατίνη 80 mg/ημέρα αύξησε τον χρόνο εμφάνισης του συνδυασμένου πρωτεύοντος τελικού σημείου, που ορίστηκε ως ο θάνατος από οποιαδήποτε αιτία, μη θανατηφόρο έμφραγμα του μυοκαρδίου, καρδιακή ανακοπή με ανάνηψη ή στηθάγχη με αντικειμενικά στοιχεία ισχαιμίας του μυοκαρδίου που απαιτεί την εισαγωγή σε νοσοκομείο, υποδεικνύοντας μία μείωση κινδύνου κατά 16% (p =0,048). Αυτό οφειλόταν κυρίως στη μείωση κατά 26% της επανα-εισαγωγής στο νοσοκομείο για στηθάγχη με αντικειμενικά στοιχεία ισχαιμίας του μυοκαρδίου. Τα άλλα δευτερεύοντα τελικά σημεία δεν ήταν στατιστικά σημαντικά από μόνα τους (συνολικά: εικονικό φάρμακο: 22,2%, ατορβαστατίνη: 22,4%). Το προφίλ ασφάλειας της ατορβαστατίνης στη μελέτη MIRACL ήταν σύμφωνο με αυτό που περιγράφεται στην Ανεπιθύμητες ενέργειες.
Πρόληψη καρδιαγγειακής νόσου
Η επίδραση της ατορβαστατίνης στη θανατηφόρο και μη στεφανιαία νόσο (ΣΝ) αξιολογήθηκε στην τυχαιοποιημένη, διπλά τυφλή, ελεγχόμενη με εικονικό φάρμακο μελέτη Anglo-Scandinavian Cardiac Outcomes Trial Lipid Lowering Arm (ASCOT-LLA). Οι ασθενείς ήταν υπερτασικοί ηλικίας 40-79 ετών χωρίς προηγούμενο ιστορικό εμφράγματος του μυοκαρδίου ή θεραπεία για στηθάγχη και με επίπεδα ολικής χοληστερόλης (ΤC) ≤ 6,5 mmol/L (251 mg/dl). Όλοι οι ασθενείς είχαν τουλάχιστον τρεις από τους εξής προκαθορισμένους καρδιαγγειακούς παράγοντες κίνδυνου: ανδρικό φύλο, ηλικία ≥ 55 ετών, κάπνισμα, διαβήτη, ιστορικό στεφανιαίας νόσου σε συγγενή πρώτου βαθμού, TC:HDL-C > 6, περιφερική αγγειακή νόσο, υπερτροφία της αριστερής κοιλίας, προηγούμενο ιστορικό αγγειακού εγκεφαλικού επεισοδίου, ειδική ηλεκτροκαρδιογραφική ανωμαλία, πρωτεϊνουρία/αλβουμινουρία. Από τους ασθενείς που συμπεριλήφθηκαν στη μελέτη, δεν είχαν όλοι εκτιμηθεί ως υψηλού κινδύνου για εμφάνιση πρώτου καρδιαγγειακού συμβάματος. Οι ασθενείς έλαβαν αντιυπερτασική αγωγή (θεραπευτικό σχήμα βασιζόμενο είτε στην αμλοδιπίνη είτε στην ατενολόλη) και είτε ατορβαστατίνη 10 mg ημερησίως (n=5.168) ή εικονικό φάρμακο (n=5.137). Η επίδραση της ατορβαστατίνης ως προς τη σχετική και απόλυτη μείωση του κινδύνου ήταν η ακόλουθη:
| Σύμβαμα | Σχετική Μείωση Κινδύνου (%) | Αριθμός Συμβαμάτων (Ατορβαστατίνη έναντι εικονικού φαρμάκου) | Απόλυτη Μείωση Κινδύνου1 (%) | Τιμή p |
|---|---|---|---|---|
| Θανατηφόρα ΣΝ συν μηθανατηφόρο ΕΜ | 36% | 100 έναντι 154 | 1,1% | 0,0005 |
| Σύνολο καρδιαγγειακών συμβαμάτων και επεμβάσεων επαναγγείωσης | 20% | 389 έναντι 483 | 1,9% | 0,0008 |
| Σύνολο στεφανιαίων συμβαμάτων | 29% | 178 έναντι 247 | 1,4% | 0,0006 |
1 Βασίζεται στη διαφορά των πρωτογενών συχνοτήτων εμφάνισης των συμβαμάτων που παρουσιάζονται σε μια διάμεση περίοδο παρακολούθησης 3,3 ετών. ΣΝ: Στεφανιαία Νόσος, ΕΜ: Έμφραγμα Μυοκαρδίου H ολική θνησιμότητα και η θνησιμότητα καρδιαγγειακής αιτιολογίας δεν μειώθηκαν σημαντικά, (185 έναντι 212 περιστατικών, p= 0,17 και 74 έναντι 82 περιστατικών, p= 0,51). Στις αναλύσεις υποομάδων ανάλογα με το φύλο (81% άνδρες, 19% γυναίκες), η ευεργετική επίδραση της ατορβαστατίνης φάνηκε για τους άντρες αλλά δεν μπόρεσε να τεκμηριωθεί για τις γυναίκες, πιθανώς λόγω της μικρής συχνότητας συμβαμάτων στην υποομάδα των γυναικών. H ολική και η καρδιαγγειακή θνησιμότητα ήταν αριθμητικά υψηλότερες στις γυναίκες ασθενείς (38 έναντι 30 και 17 έναντι 12), αλλά αυτό δεν ήταν στατιστικά σημαντικό. Υπήρξε σημαντική αλληλεπίδραση με τη θεραπεία ως προς την αρχική αντιυπερτασική αγωγή. Το πρωτεύον τελικό σημείο (θανατηφόρος στεφανιαία νόσος και μη θανατηφόρο έμφραγμα του μυοκαρδίου) μειώθηκε σημαντικά από την ατορβαστατίνη στους ασθενείς που ελάμβαναν αμλοδιπίνη (HR 0,47 (0,32-0,69), p=0,00008), αλλά όχι σε αυτούς που ελάμβαναν ατενολόλη (HR 0,83 (0,59-1,17), p=0,287).
Η επίδραση της ατορβαστατίνης στη θανατηφόρα και μη-θανατηφόρα καρδιαγγειακή νόσο εκτιμήθηκε επίσης σε μια τυχαιοποιημένη, διπλά τυφλή, πολυκεντρική, ελεγχόμενη με εικονικό φάρμακο μελέτη, την Συλλογική Μελέτη της Ατορβαστατίνης στο Διαβήτη (Collaborative Atorvastatin Diabetes Study-CARDS), σε ασθενείς με διαβήτη τύπου 2, ηλικίας 40-75 ετών, χωρίς προηγούμενο ιστορικό καρδιαγγειακής νόσου και με LDL-C ≤ 4,14 mmol/L (160 mg/dl) και τριγλυκερίδια ≤ 6,78 mmol/L (600 mg/dl). Όλοι οι ασθενείς είχαν τουλάχιστον 1 από τους ακόλουθους παράγοντες κινδύνου: υπέρταση, κάπνισμα, αμφιβληστροειδοπάθεια, μικρολευκωματινουρία ή μακρολευκωματινουρία. Οι ασθενείς ελάμβαναν είτε ατορβαστατίνη 10 mg ημερησίως (n=1.428) είτε εικονικό φάρμακο (n=1.410) για μια διάμεση διάρκεια παρακολούθησης 3,9 ετών. Η επίδραση της ατορβαστατίνης στη μείωση του απόλυτου και σχετικού κινδύνου είναι η ακόλουθη:
| Σύμβαμα | Σχετική Μείωση Κινδύνου (%) | Αριθμός Συμβαμάτων (Ατορβαστατίνη έναντι εικονικού φαρμάκου) | Απόλυτη Μείωση Κινδύνου1 (%) | Τιμή p |
|---|---|---|---|---|
| Κύρια καρδιαγγειακά συμβάματα (θανατηφόρο και μη-θανατηφόρο ΟΕΜ, σιωπηλό ΕΜ, θάνατος λόγω οξείας ΣΝ, ασταθής στηθάγχη, CABG, PTCA, επαναγγείωση, εγκεφαλικό επεισόδιο) | 37% | 83 έναντι 127 | 3,2% | 0,0010 |
| ΕΜ (θανατηφόρο και μη-θανατηφόρο ΟΕΜ, σιωπηλό ΕΜ) | 42% | 38 έναντι 64 | 1,9% | 0,0070 |
| Αγγειακά εγκεφαλικά επεισόδια (θανατηφόρα και μη-θανατηφόρα) | 48% | 21 έναντι 39 | 1,3% | 0,0163 |
1 Βασίζεται στη διαφορά των πρωτογενών συχνοτήτων εμφάνισης των συμβαμάτων που παρουσιάζονται σε μια διάμεση περίοδο παρακολούθησης 3,9 ετών. ΟΕΜ: Οξύ έμφραγμα μυοκαρδίου, CABG= coronary artery bypass graft - Παρακαμπτήριο μόσχευμα στεφανιαίας αρτηρίας, ΣΝ: Στεφανιαία Νόσος. ΕΜ: Έμφραγμα Μυοκαρδίου, PTCA= percutaneous transluminal coronary angioplasty - Διαδερμική διαυλική αγγειοπλαστική στεφανιαίων. Δεν υπήρξαν στοιχεία που να υποστηρίζουν διαφορά στην επίδραση της θεραπείας, ανάλογα με το φύλο, την ηλικία ή τα αρχικά επίπεδα της LDL-C των ασθενών. Παρατηρήθηκε μια ευνοϊκή τάση, όσον αφορά τη θνησιμότητα (82 θάνατοι στην ομάδα του εικονικού φαρμάκου συγκριτικά με 61 θανάτους στην ομάδα της ατορβαστατίνης, p=0,0592).
Υποτροπή αγγειακού εγκεφαλικού επεισοδίου
Στη μελέτη Πρόληψης Αγγειακού Εγκεφαλικού Επεισοδίου με Επιθετική Μείωση των Επιπέδων Χολεστερόλης (Stroke Prevention by Aggressive Reduction in Cholesterol Levels - SPARCL), η επίδραση της ατορβαστατίνης 80 mg ημερησίως ή εικονικού φαρμάκου στο αγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιο αξιολογήθηκε σε 4.731 ασθενείς, που είχαν ένα αγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιο ή παροδικό ισχαιμικό επεισόδιο (ΤΙΑ) μέσα στους προηγούμενους 6 μήνες και δεν είχαν ιστορικό στεφανιαίας νόσου (ΣΝ). Οι ασθενείς ήταν 60% άνδρες, ηλικίας 21-92 ετών (μέση ηλικία ήταν τα 63 έτη) και στην αρχική επίσκεψη είχαν μέση τιμή LDL 133 mg/dL (3,4 mmol/L). Η μέση τιμή της LDL-C ήταν 73 mg/dL (1,9 mmol/L) κατά τη θεραπεία με ατορβαστατίνη και 129 mg/dL (3,3 mmol/L) κατά τη θεραπεία με εικονικό φάρμακο. Διάμεση παρακολούθηση ήταν τα 4,9 έτη. Η ατορβαστατίνη 80 mg μείωσε τον κίνδυνο του πρωτεύοντος τελικού σημείου, που ήταν το θανατηφόρο και μη θανατηφόρο αγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιο, κατά 15% (HR 0,85, 95% CI, 0,72-1,00, p =0,05 ή 0,84, 95% CI, 0,71-0,99, p=0,03 μετά την προσαρμογή ως προς τις τιμές των παραγόντων στην αρχική επίσκεψη), συγκριτικά με το εικονικό φάρμακο. Η θνησιμότητα από κάθε αίτιο ήταν 9,1% (216/2.365) για την ατορβαστατίνη, έναντι 8,9% (211/2.366) για το εικονικό φάρμακο. Σε μια post-hoc ανάλυση η ατορβαστατίνη 80 mg μείωσε τη συχνότητα εμφάνισης ισχαιμικού αγγειακού εγκεφαλικού επεισοδίου (218/2.365, 9,2% έναντι 274/2.366, 11,6%, p=0,01) και αύξησε τη συχνότητα εμφάνισης αιμορραγικού αγγειακού εγκεφαλικού επεισοδίου (55/2.365, 2,3% έναντι 33/2.366, 1,4%, p=0,02) συγκριτικά με το εικονικό φάρμακο.
- Ο κίνδυνος αιμορραγικού αγγειακού εγκεφαλικού επεισοδίου αυξήθηκε σε ασθενείς που εισήχθησαν στη μελέτη με προηγούμενο αιμορραγικό αγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιο (7/45 για την ατορβαστατίνη έναντι 2/48 για το εικονικό φάρμακο, HR 4,06, 95% CI, 0,84-19,57), και ο κίνδυνος για ισχαιμικό αγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιο ήταν παρόμοιος μεταξύ των ομάδων (3/45 για την ατορβαστατίνη έναντι 2/48 για το εικονικό φάρμακο, HR 1,64, 95% CI, 0,27-9,82).
- Ο κίνδυνος αιμορραγικού αγγειακού εγκεφαλικού επεισοδίου αυξήθηκε σε ασθενείς που εισήχθησαν στη μελέτη με προηγούμενο κενοχωριώδες έμφρακτο (20/708 για την ατορβαστατίνη έναντι 4/701 για το εικονικό φάρμακο, HR 4,99, 95% CI, 1,71-14,61), αλλά ο κίνδυνος για ισχαιμικό αγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιο ήταν επίσης μειωμένος σε αυτούς τους ασθενείς (79/708 για την ατορβαστατίνη έναντι 102/701 για το εικονικό φάρμακο, HR 0,76, 95% CI, 0,57-1,02). Είναι πιθανό ο συνολικός/ολικός κίνδυνος για αγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιο να είναι αυξημένος σε ασθενείς με προηγούμενο κενοχωριώδες έμφρακτο που λαμβάνουν ατορβαστατίνη 80 mg/ημέρα. Η θνησιμότητα από κάθε αίτιο ήταν 15,6% (7/45) για την ατορβαστατίνη έναντι 10,4% (5/48) στην υποομάδα των ασθενών με προηγούμενο αιμορραγικό αγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιο. Η θνησιμότητα από κάθε αίτιο ήταν 10,9% (77/708) για την ατορβαστατίνη έναντι 9,1% (64/701) για το εικονικό φάρμακο στην υποομάδα των ασθενών με προηγούμενο κενοχωριώδες έμφρακτο.
Παιδιατρικός πληθυσμός
Ετερόζυγος Οικογενής Υπερχοληστερολαιμία σε Παιδιατρικούς Ασθενείς ηλικίας 6-17 ετών Μία μελέτη ανοικτής επισήμανσης, διάρκειας 8-εβδομάδων για την αξιολόγηση της φαρμακοκινητικής, της φαρμακοδυναμικής, της ασφάλειας και της ανεκτικότητας της ατορβαστατίνης πραγματοποιήθηκε σε παιδιά και εφήβους με γενετικά επιβεβαιωμένη ετερόζυγο οικογενή υπερχοληστερολαιμία και αρχικά επίπεδα LDL-C 4 mmol/L. Συνολικά, συμπεριλήφθηκαν 39 παιδιά και έφηβοι, ηλικίας 6 έως 17 ετών. Η Κοόρτη Α περιελάμβανε 15 παιδιά ηλικίας 6 έως 12 ετών και Σταδίου 1 κατά Tanner. Η Κοόρτη Β περιελάμβανε 24 παιδιά ηλικίας 10 έως 17 ετών και Σταδίου 2 κατά Tanner. Η αρχική δόση της ατορβαστατίνης ήταν 5 mg ημερησίως με τη μορφή μασώμενου δισκίου στην Κοόρτη Α και 10 mg ημερησίως με τη μορφή δισκίου στην Κοόρτη Β. Η δόση της ατορβαστατίνης επιτρεπόταν να διπλασιαστεί, εφόσον ο ασθενής δεν είχε επιτύχει το στόχο της LDL-C < 3,35 mmol/L την Εβδομάδα 4 και η ατορβαστατίνη ήταν καλώς ανεκτή. Οι μέσες τιμές των επιπέδων της LDL-C, της ολικής-C, της VLDL-C και της Απολιποπρωτεΐνης Β μειώθηκαν έως την Εβδομάδα 2 σε όλα τα άτομα. Στα άτομα που διπλασιάστηκε η δόση, παρατηρήθηκαν επιπρόσθετες μειώσεις ήδη από τις πρώτες 2 εβδομάδες, κατά την πρώτη αξιολόγηση μετά την αύξηση της δόσης. Οι μέσες ποσοστιαίες μειώσεις στις παραμέτρους των λιπιδίων ήταν παρόμοιες και στις δύο κοόρτες, ανεξάρτητα από το εάν τα άτομα παρέμειναν στην αρχική τους δόση ή εάν διπλασίασαν την αρχική τους δόση. Κατά την Εβδομάδα 8, κατά μέσο όρο, η ποσοστιαία μεταβολή από τα αρχικά επίπεδα της LDL-C και της TC, ήταν περίπου 40% και 30%, αντίστοιχα, σε όλο το εύρος των εκθέσεων. Σε μια δεύτερη, μονού σκέλους, μελέτη ανοικτής επισήμανσης εντάχθηκαν 271 αγόρια και κορίτσια, ηλικίας 6-15 ετών με ετερόζυγο οικογενή υπερχοληστερολαιμία, τα οποία έλαβαν θεραπεία με ατορβαστατίνη για διάστημα έως τρία έτη. Η ένταξη στη μελέτη απαιτούσε επιβεβαιωμένη ετερόζυγο οικογενή υπερχοληστερολαιμία και αρχικά επίπεδα LDL-C ≥ 4 mmol/L (περίπου 152 mg/dL). Η μελέτη συμπεριέλαβε 139 παιδιά σε αναπτυξιακό στάδιο 1 κατά Tanner (γενικά κυμαίνονταν μεταξύ 6-10 ετών). Η δοσολογία της ατορβαστατίνης (άπαξ ημερησίως) ξεκίνησε στα 5 mg (μασώμενο δισκίο) σε παιδιά κάτω των 10 ετών. Τα παιδιά ηλικίας 10 ετών και άνω ξεκίνησαν με 10 mg ατορβαστατίνης (άπαξ ημερησίως). Όλα τα παιδιά θα μπορούσαν να τιτλοποιηθούν σε υψηλότερες δόσεις ώστε να επιτευχθεί ο στόχος της LDL-C < 3,35 mmol/L. Η μέση σταθμισμένη δόση για παιδιά ηλικίας από 6 έως 9 ετών ήταν 19,6 mg και η μέση σταθμισμένη δόση για παιδιά ηλικίας 10 ετών και άνω ήταν 23,9 mg. Η μέση (+/- SD) αρχική τιμή της LDL-C ήταν 6,12 (1,26) mmol/L, η οποία ήταν περίπου 233 (48) mg/dL. Βλ. πίνακα 3 παρακάτω για τα τελικά αποτελέσματα. Τα δεδομένα ήταν σύμφωνα με την απουσία επίδρασης του φαρμάκου σε οποιαδήποτε από τις παραμέτρους της αύξησης και ανάπτυξης (δηλαδή, το ύψος, το βάρος, τον ΔΜΣ (BMI), το στάδιο Tanner, την αξιολόγηση του ερευνητή για τη συνολική ωρίμανση και ανάπτυξη) σε παιδιατρικούς και έφηβους ασθενείς με ετερόζυγο οικογενή υπερχοληστερολαιμία που έλαβαν θεραπεία με ατορβαστατίνη κατά την 3ετούς διάρκειας μελέτη. Δεν σημειώθηκε καμία αξιολογηθείσα από τον ερευνητή επίδραση του φαρμάκου στο ύψος, το βάρος, τον ΔΜΣ ανά ηλικία ή ανά φύλο ανά επίσκεψη.
ΠΙΝΑΚΑΣ 3: Επιδράσεις της Ατορβαστατίνης στη Μείωση των Λιπιδίων σε Έφηβα Αγόρια και Κορίτσια με Ετερόζυγο Οικογενή Υπερχοληστερολαιμία (mmol/L)
| Χρονικό σημείο | N | TC (S.D.) | LDL-C (S.D.) | HDL-C (S.D.) | TG (S.D.) | Apo B (S.D.)# |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Αρχικό σημείο | 271 | 7,86 (1,30) | 6,12 (1,26) | 1,314 (0,2663) | 0,93 (0,47) | 1,42 (0,28)** |
| Μήνας 30 | 206 | 4,95 (0,77)* | 3,25 (0,67) | 1,327 (0,2796) | 0,79 (0,38)* | 0,90 (0,17)* |
| Μήνας 36/ET | 240 | 5,12 (0,86) | 3,45 (0,81) | 1,308 (0,2739) | 0,78 (0,41) | 0,93 (0,20)*** |
TC= ολική χοληστερόλη, LDL-C = χοληστερόλη λιποπρωτεΐνης χαμηλής πυκνότητας, HDL-C = χοληστερόλη λιποπρωτεΐνης υψηλής πυκνότητας, TG = τριγλυκερίδια, Apo B = απολιποπρωτεΐνη B, “Μήνας 36/ET” περιέλαβε δεδομένα από την τελευταία επίσκεψη ατόμων που τερμάτισαν τη συμμετοχή τους στη μελέτη πριν το προγραμματισμένο χρονικό σημείο των 36 μηνών, καθώς και πλήρη δεδομένα 36 μηνών, ατόμων που ολοκλήρωσαν την συμμετοχή τους διάρκειας 36 μηνών, “”= στο χρονικό σημείο «Μήνας 30», ο αριθμός N για τη συγκεκριμένη παράμετρο ήταν 207, “”= για τη συγκεκριμένη παράμετρο στο αρχικό σημείο, ο αριθμός N ήταν 270, “” = για τη συγκεκριμένη παράμετρο στο χρονικό σημείο «Μήνας 36/ET», ο αριθμός N ήταν 243, “#”=g/L για την Apo B.
Ετερόζυγος Οικογενής Υπερχοληστερολαιμία σε Παιδιατρικούς Ασθενείς ηλικίας 10-17 ετών Σε μια διπλά-τυφλή, ελεγχόμενη με εικονικό φάρμακο μελέτη, την οποία ακολούθησε μια περίοδο ανοικτής επισήμανσης, συμμετείχαν 187 αγόρια και κορίτσια μετεμμηναρχικού σταδίου, ηλικίας 10-17 ετών (μέση ηλικία 14,1 έτη), με ετερόζυγο οικογενή υπερχοληστερολαιμία (FH) ή σοβαρή υπερχοληστερολαιμία, τα οποία τυχαιοποιήθηκαν σε ατορβαστατίνη (n=140) ή εικονικό φάρμακο (n=47) για 26 εβδομάδες και στη συνέχεια όλοι οι συμμετέχοντες έλαβαν ατορβαστατίνη για 26 εβδομάδες. Η δοσολογία της ατορβαστατίνης (άπαξ ημερησίως) ήταν 10 mg για τις πρώτες 4 εβδομάδες και τιτλοποίηση στα 20 mg, εφόσον τα επίπεδα της LDL-C ήταν > 3,36 mmol/L. Η ατορβαστατίνη μείωσε σημαντικά τα επίπεδα της ολικής-C, της LDL-C, των τριγλυκεριδίων και της απολιποπρωτεΐνης Β στο πλάσμα κατά τη διάρκεια της διπλά-τυφλής περιόδου των 26 εβδομάδων της μελέτης. Η μέση τιμή των επιπέδων της LDL-C που επιτεύχθηκε ήταν 3,38 mmol/L (εύρος: 1,81-6,26 mmol/L) στην ομάδα της ατορβαστατίνης έναντι 5,91 mmol/L (εύρος: 3,93-9,96 mmol/L) στην ομάδα του εικονικού φαρμάκου κατά τη διάρκεια της διπλά-τυφλής περιόδου των 26 εβδομάδων της μελέτης. Μια επιπρόσθετη παιδιατρική μελέτη της ατορβαστατίνης έναντι της κολεστιπόλης σε ασθενείς με υπερχοληστερολαιμία ηλικίας 10-18 ετών έδειξε ότι η ατορβαστατίνη (N=25) οδήγησε σε σημαντική μείωση των επιπέδων της LDL-C την εβδομάδα 26 (p<0,05) σε σύγκριση με την κολεστιπόλη (N=31). Μια μελέτη παρηγορητικής θεραπείας σε ασθενείς με σοβαρή υπερχοληστερολαιμία (συμπεριλαμβανομένης της ομόζυγου υπερχοληστερολαιμίας) συμπεριέλαβε 46 παιδιατρικούς ασθενείς υπό αγωγή με ατορβαστατίνη, τιτλοποιούμενη σύμφωνα με την ανταπόκριση (ορισμένοι ασθενείς έλαβαν 80 mg ατορβαστατίνης ημερησίως). Η μελέτη είχε διάρκεια 3 έτη: τα επίπεδα της LDL-C ελαττώθηκαν κατά 36%. Η μακροπρόθεσμη αποτελεσματικότητα της θεραπείας με ατορβαστατίνη στην παιδική ηλικία όσον αφορά στη μείωση της νοσηρότητας και θνητότητας στην ενήλικη περίοδο δεν έχει τεκμηριωθεί. Ο Ευρωπαϊκός Οργανισμός Φαρμάκων έχει δώσει απαλλαγή από την υποχρέωση υποβολής των αποτελεσμάτων των μελετών με ατορβαστατίνη σε παιδιά ηλικίας 0 έως κάτω των 6 ετών για τη θεραπεία της ετερόζυγου υπερχοληστερολαιμίας και σε παιδιά ηλικίας 0 έως κάτω των 18 ετών για τη θεραπεία της ομόζυγου οικογενούς υπερχοληστερολαιμίας, συνδυασμένης (μεικτής) υπερχοληστερολαιμίας, πρωτογενούς υπερχοληστερολαιμίας και για την πρόληψη καρδιαγγειακών συμβαμάτων (βλ. Δοσολογία για πληροφορίες σχετικά με την παιδιατρική χρήση).
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
Φαρμακοκινητικές
Απορρόφηση Η ατορβαστατίνη απορροφάται ταχέως μετά την από του στόματος χορήγηση. Οι μέγιστες συγκεντρώσεις της στο πλάσμα (Cmax) επιτυγχάνονται εντός 1 έως 2 ωρών. Ο βαθμός απορρόφησης αυξάνεται ανάλογα με τη δόση της ατορβαστατίνης. Μετά την από του στόματος χορήγηση, τα επικαλυμμένα με λεπτό υμένιο δισκία της ατορβαστατίνης έχουν βιοδιαθεσιμότητα ίση με το 95% έως 99% των πόσιμων διαλυμάτων της. Η απόλυτη βιοδιαθεσιμότητα της ατορβαστατίνης είναι περίπου 12%, ενώ στη συστηματική κυκλοφορία η διαθεσιμότητα της ανασταλτικής δράσης της στην HMG-CoA αναγωγάση είναι περίπου 30%. Η χαμηλή διαθεσιμότητά της στην κυκλοφορία αποδίδεται στην κάθαρσή της στο γαστρεντερικό βλεννογόνο πριν εισέλθει σε αυτήν ή/και στον ηπατικό μεταβολισμό πρώτης διόδου.
Κατανομή Ο μέσος όγκος κατανομής της ατορβαστατίνης είναι περίπου 381 L. Η ατορβαστατίνη συνδέεται σε ποσοστό 98% με τις πρωτεΐνες του πλάσματος.
Βιομετασχηματισμός Η ατορβαστατίνη μεταβολίζεται από το κυτόχρωμα P450 3A4 σε όρθο- και παρα- υδροξυλιωμένα παράγωγα και διάφορα προϊόντα β-οξείδωσης. Εκτός των άλλων μεταβολικών οδών, τα προϊόντα αυτά μεταβολίζονται επιπλέον μέσω γλυκουρονιδίωσης. In vitro, η αναστολή της HMG-CoA αναγωγάσης από τους όρθο- και παρα- υδροξυλιωμένους μεταβολίτες είναι ισοδύναμη με εκείνη της ατορβαστατίνης. Περίπου το 70% της ανασταλτικής επίδρασης επί της κυκλοφορούσας HMG-CoA αναγωγάσης αποδίδεται στους ενεργούς μεταβολίτες.
Αποβολή Η ατορβαστατίνη, μετά τον ηπατικό ή/και τον εξωηπατικό μεταβολισμό της, απομακρύνεται κυρίως στη χολή. Ωστόσο, η ατορβαστατίνη δεν υπόκειται σε σημαντική εντεροηπατική επανακυκλοφορία. Ο μέσος χρόνος ημιζωής της απομάκρυνσης της ατορβαστατίνης από το πλάσμα σε ανθρώπους είναι περίπου 14 ώρες. Λόγω της συνεισφοράς των δραστικών μεταβολιτών της, ο χρόνος ημιζωής της ανασταλτικής της δράσης στην HMG-CoA αναγωγάση είναι περίπου 20 έως 30 ώρες. Η ατορβαστατίνη αποτελεί υπόστρωμα για τους ηπατικούς μεταφορείς, το πολυπεπτίδιο μεταφοράς οργανικών ανιόντων 1B1 (OATP1B1) και τον μεταφορέα 1B3 (OATP1B3). Οι μεταβολίτες της ατορβαστατίνης αποτελούν υποστρώματα του OATP1B1. Η ατορβαστατίνη αναγνωρίζεται επίσης ως υπόστρωμα των μεταφορέων εκροής της πολυανθεκτικής πρωτεΐνης 1 (MDR1) και της πρωτεΐνης αντοχής στον καρκίνο του μαστού (BCRP), που μπορεί να περιορίσουν την εντερική απορρόφηση και την κάθαρση μέσω της χολής της ατορβαστατίνης.
Ειδικοί πληθυσμοί
Ηλικιωμένοι Η συγκέντρωση της ατορβαστατίνης και των δραστικών μεταβολιτών της στο πλάσμα είναι υψηλότερη σε υγιή ηλικιωμένα άτομα απ’ ότι σε ενήλικες νεαρής ηλικίας, ενώ οι επιδράσεις της στα λιπίδια είναι συγκρίσιμες με εκείνες που παρατηρούνται σε πληθυσμούς νεαρότερων ασθενών.
Παιδιατρικός πληθυσμός Σε μια μελέτη ανοικτής επισήμανσης διάρκειας 8 εβδομάδων, παιδιατρικοί ασθενείς (ηλικίας 6-17 ετών) Σταδίου 1 κατά Tanner (N=15) και Σταδίου 2 κατά Tanner (N=24) με ετερόζυγο οικογενή υπερχοληστερολαιμία και με αρχικά επίπεδα LDL-C 4 mmol/L έλαβαν μασώμενα δισκία 5 ή 10 mg ή επικαλυμμένα με λεπτό υμένιο δισκία 10 ή 20 mg ατορβαστατίνης άπαξ ημερησίως, αντίστοιχα. Το σωματικό βάρος ήταν η μοναδική σημαντική συμμεταβλητή στο μοντέλο φαρμακοκινητικής της πληθυσμιακής ομάδας της ατορβαστατίνης. Η φαινομενική κάθαρση της από του στόματος ατορβαστατίνης σε παιδιατρικούς ασθενείς φάνηκε να είναι παρόμοια με αυτή των ενηλίκων, όταν ανάχθηκε αλλομετρικά κατά βάρος σώματος. Παρατηρήθηκαν συνεχείς μειώσεις στα επίπεδα της LDL-C και της TC σε όλο το εύρος εκθέσεων στην ατορβαστατίνη και στην ο-υδροξυατορβαστατίνη.
Φύλο Οι συγκεντρώσεις της ατορβαστατίνης και των δραστικών μεταβολιτών της σε γυναίκες διαφέρουν (περίπου 20% υψηλότερη η Cmax και περίπου 10% χαμηλότερη η AUC) από εκείνες των ανδρών. Οι διαφορές αυτές δεν είχαν κλινική σημασία και, κατά συνέπεια, μεταξύ ανδρών και γυναικών δεν παρατηρήθηκαν κλινικά σημαντικές διαφορές στην επίδραση του φαρμάκου στα λιπίδια.
Νεφρική δυσλειτουργία Η παρουσία νεφρικής νόσου δεν επηρεάζει τις συγκεντρώσεις του πλάσματος ή την αντιλιπιδαιμική δράση της ατορβαστατίνης και των δραστικών μεταβολιτών της.
Ηπατική δυσλειτουργία Σε ασθενείς με χρόνια αλκοολική ηπατική νόσο (Child-Pugh B) οι συγκεντρώσεις της ατορβαστατίνης και των δραστικών μεταβολιτών της στο πλάσμα αυξάνονται σημαντικά (περίπου 16 φορές η Cmax και περίπου 11 φορές η AUC).
Πολυμορφισμός SLCO1B1 Ο διακομιστής OATP1B1 λαμβάνει μέρος στην ηπατική πρόσληψη όλων των αναστολέων της HMG-CoA αναγωγάσης, συμπεριλαμβανομένης της ατορβαστατίνης. Σε ασθενείς με πολυμορφισμό SLCO1B1 υπάρχει κίνδυνος αυξημένης έκθεσης στην ατορβαστατίνη, η οποία μπορεί να οδηγήσει σε αυξημένο κίνδυνο ραβδομυόλυσης (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις). Πολυμορφισμός στο γονίδιο το οποίο κωδικοποιεί τον διακομιστή OATP1B1 (SLCO1B1 c.521CC) έχει συσχετιστεί με 2,4-φορές υψηλότερη έκθεση στην ατορβαστατίνη (AUC) από ότι σε ανθρώπους χωρίς αυτή την παραλλαγή γονότυπου (c.521TT). Μια γενετικά διαταραγμένη ηπατική πρόσληψη της ατορβαστατίνης σε αυτούς τους ασθενείς είναι επίσης πιθανή. Οι πιθανές συνέπειες για την αποτελεσματικότητα είναι άγνωστες.
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
Φαρμακοδυναμικές Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: Τροποποιητικοί παράγοντες λιπιδίων, αναστολείς της HMG-CoA αναγωγάσης, κωδικός ATC: C10AA05 H ατορβαστατίνη είναι ένας εκλεκτικός, ανταγωνιστικός αναστολέας της HMG-CoA αναγωγάσης, του ενζύμου που περιορίζει…
Φαρμακοκινητικές Απορρόφηση Η ατορβαστατίνη απορροφάται ταχέως μετά την από του στόματος χορήγηση. Οι μέγιστες συγκεντρώσεις της στο πλάσμα (Cmax) επιτυγχάνονται εντός 1 έως 2 ωρών. Ο βαθμός απορρόφησης αυξάνεται ανάλογα με τη δόση της…
Παρακολούθηση Αγωγής
Εργαστηριακοί & κλινικοί έλεγχοι από το SPC, ανά σύστημα
Αρχικός έλεγχος — πριν την έναρξη
-
Κρεατινική κινάση (CK)
· πριν την έναρξη της θεραπείας
ασθενείς με προδιαθεσικούς παράγοντες για εμφάνιση ραβδομυόλυσης (Νεφρική δυσλειτουργία, Υποθυρεοειδισμός, Ατομικό ή οικογενειακό ιστορικό κληρονομικής μυϊκής διαταραχής, Προηγούμενο ιστορικό μυϊκής τοξικότητας με στατίνη ή φιμπράτη, Προηγούμενο ιστορικό ηπατικής νόσου και/ή όταν καταναλώνονται μεγάλες ποσότητες οινοπνεύματος, Σε ηλικιωμένους (ηλικίας > 70 ετών) με άλλους παράγοντες που προδιαθέτουν για ραβδομυόλυση, Περιπτώσεις που μπορεί να αυξηθούν τα επίπεδα στο πλάσμα του αίματος όπως αλληλεπιδράσεις και ειδικές πληθυσμιακές ομάδες συμπεριλαμβανομένων γενετικών υποπληθυσμών)
Εργαστηριακές εξετάσεις (αίμα / ούρα)
| Έλεγχος | Σύστημα | Συχνότητα | Προϋπόθεση |
|---|---|---|---|
| Αμινοτρανσφεράσες (AST/ALT) | gastroenterologyΗπατική λειτουργία | — | ασθενείς με αυξημένα επίπεδα τρανσαμινασών |
| Ηπατική λειτουργία (LFTs) | gastroenterologyΗπατική λειτουργία | πριν από την έναρξη της θεραπείας και στη συνέχεια περιοδικά | — |
| — | ασθενείς που παρουσιάζουν οποιοδήποτε κλινικό σημείο ή σύμπτωμα ενδεικτικό ηπατικής βλάβης | ||
| Βιοχημικές εξετάσεις | scienceΗλεκτρολύτες & μεταβολικά | — | Ασθενείς σε κίνδυνο για σακχαρώδη διαβήτη (γλυκόζη νηστείας 5,6 - 6,9 mmol/L ή 100 - 125 mg/dl, ΒΜΙ> 30 kg/m2, αυξημένα τριγλυκερίδια, υπέρταση) |
Κλινική εξέταση & ζωτικά
| Έλεγχος | Σύστημα | Συχνότητα | Προϋπόθεση |
|---|---|---|---|
| Κλινική παρακολούθηση | stethoscopeΚλινική παρακολούθηση (γενική) | — | Ασθενείς σε κίνδυνο για σακχαρώδη διαβήτη (γλυκόζη νηστείας 5,6 - 6,9 mmol/L ή 100 - 125 mg/dl, ΒΜΙ> 30 kg/m2, αυξημένα τριγλυκερίδια, υπέρταση) |
| Επίπεδα της CK | more_horizΆλλο / λοιπά | — | εάν εμφανιστούν μυϊκοί πόνοι, κράμπες ή αδυναμία, ιδιαίτερα εάν συνοδεύονται από αίσθημα κακουχίας ή πυρετό |
| Επίπεδα της κινάσης κρεατίνης | more_horizΆλλο / λοιπά | 2-3 φορές την εβδομάδα | εάν η συγχορήγηση με δαπτομυκίνη δεν μπορεί να αποφευχθεί |
Μονογραφίες Πηγών
Αναλυτικό περιεχόμενο ανά πηγή για τεκμηρίωση και έλεγχο
DrugBank
Description
expand_more
Description
DrugBank
Indication
expand_more
Indication
DrugBank
Pharmacology
expand_more
Pharmacology
DrugBank
Mechanism of action
expand_more
Mechanism of action
DrugBank
Absorption
expand_more
Absorption
DrugBank
Half life
expand_more
Half life
DrugBank
Protein binding
expand_more
Protein binding
DrugBank
Route of elimination
expand_more
Route of elimination
DrugBank
Volume of distribution
expand_more
Volume of distribution
- 381 L
DrugBank
Clearance
expand_more
Clearance
Κάθαρση
- Συγκεκριμένες τιμές κάθαρσης δεν παρέχονται στην περίληψη.
DrugBank
Toxicity
expand_more
Toxicity
science
PubChem
Φαρμακοδυναμική
expand_more
Φαρμακοδυναμική
Φαρμακοδυναμική
Η ατορβαστατίνη είναι ένας από του στόματος αντιλιπιδαιμικός παράγοντας που αναστέλλει αναστρέψιμα την HMG-CoA αναγωγάση. Μειώνει τις συνολικές συγκεντρώσεις χοληστερόλης, χοληστερόλης λιποπρωτεϊνών χαμηλής πυκνότητας (LDL-C), απολιποπρωτεΐνης Β (apo B), χοληστερόλης μη-λιποπρωτεϊνών υψηλής πυκνότητας (non-HDL-C) και χοληστερόλης των τριγλυκεριδίων (TG) στο πλάσμα, ενώ αυξάνει τις συγκεντρώσεις HDL-C. Υψηλές συγκεντρώσεις LDL-C, χαμηλές HDL-C και υψηλές TG στο πλάσμα σχετίζονται με αυξημένο κίνδυνο αθηροσκλήρωσης και καρδιαγγειακής νόσου. Ο λόγος ολικής χοληστερόλης προς HDL-C αποτελεί ισχυρό προγνωστικό δείκτη στεφανιαίας νόσου, και υψηλοί λόγοι σχετίζονται με αυξημένο κίνδυνο νόσου. Αυξημένα επίπεδα HDL-C σχετίζονται με μειωμένο καρδιαγγειακό κίνδυνο. Μειώνοντας την LDL-C και τα TG και αυξάνοντας την HDL-C, η ατορβαστατίνη μειώνει τον κίνδυνο καρδιαγγειακής νοσηρότητας και θνησιμότητας.
- Μυοπάθεια/Ραβδομυόλυση: Η ατορβαστατίνη, όπως και άλλοι αναστολείς HMG-CoA αναγωγάσης, σχετίζεται με κίνδυνο μυοπάθειας που προκαλείται από φάρμακα, χαρακτηριζόμενης από μυϊκό πόνο, ευαισθησία ή αδυναμία σε συνδυασμό με αυξημένα επίπεδα κρεατινικής κινάσης (CK). Η μυοπάθεια συχνά εκδηλώνεται ως ραβδομυόλυση με ή χωρίς οξεία νεφρική ανεπάρκεια δευτερογενώς λόγω μυοσφαιρινουρίας. Ο κίνδυνος μυοπάθειας που προκαλείται από στατίνες εξαρτάται από τη δόση, και τα συμπτώματα μυοπάθειας συνήθως υποχωρούν μετά τη διακοπή του φαρμάκου. Αποτελέσματα από μελέτες παρατήρησης υποδηλώνουν ότι το 10-15% των ατόμων που λαμβάνουν στατίνες μπορεί να εμφανίσουν μυϊκούς πόνους σε κάποιο σημείο κατά τη διάρκεια της θεραπείας.
- Ηπατική Δυσλειτουργία: Οι στατίνες, όπως και άλλες θεραπείες μείωσης των λιπιδίων, έχουν συσχετιστεί με βιοχημικές ανωμαλίες της ηπατικής λειτουργίας. Επίμονες αυξήσεις (> 3 φορές το ανώτατο φυσιολογικό όριο [ULN] που εμφανίζονται σε δύο ή περισσότερες περιπτώσεις) στις τρανσαμινάσες του ορού παρατηρήθηκαν στο 0,7% των ασθενών που έλαβαν ατορβαστατίνη σε κλινικές δοκιμές. Αυτό το φαινόμενο φαίνεται να εξαρτάται από τη δόση.
- Ενδοκρινικές Επιδράσεις: Οι στατίνες σχετίζονται με κίνδυνο αυξημένης HbA1c και επιπέδων γλυκόζης στον ορό. Μια in vitro μελέτη έδειξε κυτταροτοξική δράση εξαρτώμενη από τη δόση σε ανθρώπινα β-κύτταρα παγκρεατικών νησιδίων μετά από θεραπεία με ατορβαστατίνη. Επιπλέον, οι ρυθμοί έκκρισης ινσουλίνης μειώθηκαν σε σύγκριση με την ομάδα ελέγχου.
- Καρδιαγγειακές Επιδράσεις: Σημαντικές μειώσεις στα επίπεδα του κυκλοφορούντος ουβικινόνη παρατηρήθηκαν σε ασθενείς που έλαβαν θεραπεία με ατορβαστατίνη και άλλες στατίνες. Η κλινική σημασία μιας πιθανής μακροχρόνιας έλλειψης ουβικινόνης που προκαλείται από στατίνες δεν έχει καθοριστεί.
- Λιποπρωτεΐνη A: Σε ορισμένους ασθενείς, το ευεργετικό αποτέλεσμα της μειωμένης ολικής χοληστερόλης και των επιπέδων LDL-C μπορεί να είναι μερικώς μειωμένο από την ταυτόχρονη αύξηση των συγκεντρώσεων της λιποπρωτεΐνης Lp(a). Η τρέχουσα γνώση υποδηλώνει τη σημασία των υψηλών επιπέδων Lp(a) ως αναδυόμενο παράγοντα κινδύνου για στεφανιαία νόσο. Περαιτέρω μελέτες έχουν δείξει ότι οι στατίνες επηρεάζουν τα επίπεδα Lp(a) διαφορετικά σε ασθενείς με δυσλιπιδαιμία ανάλογα με το φαινότυπο apo(a) τους· οι στατίνες αυξάνουν τα επίπεδα Lp(a) αποκλειστικά σε ασθενείς με φαινότυπο χαμηλού μοριακού βάρους apo(a).
neurology
PubChem
Μηχανισμός δράσης
expand_more
Μηχανισμός δράσης
Μηχανισμός Δράσης
Η ατορβαστατίνη είναι φαρμακευτική ουσία της κατηγορίας των στατινών και ανταγωνιστικός αναστολέας του ενζύμου HMG-CoA (3-υδροξυ-3-μεθυλογλουταρυλ συνένζυμο Α) αναγωγάσης, το οποίο καταλύει τη μετατροπή του HMG-CoA σε μεβαλονικό, ένα πρώιμο βήμα περιορισμού του ρυθμού στη βιοσύνθεση της χοληστερόλης. Η ατορβαστατίνη δρα κυρίως στο ήπαρ, όπου η μειωμένη ηπατική συγκέντρωση χοληστερόλης διεγείρει την αύξηση των ηπατικών υποδοχέων λιποπρωτεϊνών χαμηλής πυκνότητας (LDL), η οποία αυξάνει την πρόσληψη LDL από το ήπαρ. Η ατορβαστατίνη μειώνει επίσης τη χοληστερόλη των πολύ χαμηλής πυκνότητας λιποπρωτεϊνών (VLDL-C), τα τριγλυκερίδια (TG) και τις λιποπρωτεΐνες ενδιάμεσης πυκνότητας (IDL), καθώς και τον αριθμό των σωματιδίων που περιέχουν απολιποπρωτεΐνη Β (apo B), αλλά αυξάνει τη χοληστερόλη των λιποπρωτεϊνών υψηλής πυκνότητας (HDL-C).
In vitro και in vivo μελέτες σε ζώα δείχνουν επίσης ότι η ατορβαστατίνη ασκεί αγγειοπροστατευτικές δράσεις ανεξάρτητα από τις ιδιότητες μείωσης των λιπιδίων, γνωστές και ως πλειοτροπικές δράσεις των στατινών. Αυτές οι δράσεις περιλαμβάνουν βελτίωση της ενδοθηλιακής λειτουργίας, ενίσχυση της σταθερότητας αθηρωματικών πλακών, μείωση του οξειδωτικού στρες και της φλεγμονής, και αναστολή της θρομβωτικής απόκρισης.
Η ατορβαστατίνη (Lipitor) είναι ένας επιλεκτικός, ανταγωνιστικός αναστολέας της 3-υδροξυ-3-μεθυλογλουταρυλ-συνένζυμο Α (HMG-CoA) αναγωγάσης, του ενζύμου περιορισμού του ρυθμού που μετατρέπει το 3-υδροξυ-3-μεθυλογλουταρυλ-συνένζυμο Α σε μεβαλονικό, πρόδρομο των στερολών, συμπεριλαμβανομένης της χοληστερόλης. Η χοληστερόλη και τα τριγλυκερίδια κυκλοφορούν στην κυκλοφορία του αίματος ως μέρος των συμπλεγμάτων λιποπρωτεϊνών. Με υπερφυγοκέντρηση, αυτά τα συμπλέγματα διαχωρίζονται σε κλάσματα HDL (λιποπρωτεΐνη υψηλής πυκνότητας), IDL (λιποπρωτεΐνη ενδιάμεσης πυκνότητας), LDL (λιποπρωτεΐνη χαμηλής πυκνότητας) και VLDL (λιποπρωτεΐνη πολύ χαμηλής πυκνότητας). Τα τριγλυκερίδια (TG) και η χοληστερόλη στο ήπαρ ενσωματώνονται σε VLDL και απελευθερώνονται στο πλάσμα για παροχή σε περιφερικούς ιστούς. Οι LDL σχηματίζονται από τις VLDL και καταβολίζονται κυρίως μέσω του υποδοχέα LDL υψηλής συγγένειας. Κλινικές και παθολογοανατομικές μελέτες δείχνουν ότι τα αυξημένα επίπεδα χοληστερόλης στο πλάσμα (total-C), χοληστερόλης LDL (LDL-C) και απολιποπρωτεΐνης Β (apo B) προάγουν την αθηροσκλήρωση στον άνθρωπο και αποτελούν παράγοντες κινδύνου για την ανάπτυξη καρδιαγγειακής νόσου, ενώ τα αυξημένα επίπεδα HDL-C σχετίζονται με μειωμένο καρδιαγγειακό κίνδυνο.
Οι στατίνες χρησιμοποιούνται ευρέως στις κλινικές για τη θεραπεία ασθενών με καρδιαγγειακές παθήσεις λόγω της δράσης τους στη μείωση της κυκλοφορούσας χοληστερόλης. Ο λεκτινικός οξειδωμένος υποδοχέας λιποπρωτεϊνών χαμηλής πυκνότητας (LOX-1), ο κύριος υποδοχέας για την οξ-LDL, διαδραματίζει κεντρικό ρόλο στην παθογένεση της αθηροσκλήρωσης και των καρδιαγγειακών διαταραχών. Έχει αποδειχθεί ότι η χρόνια έκθεση κυττάρων σε λοβαστατίνη διαταράσσει την κατανομή των συμπλεγμάτων του υποδοχέα LOX-1 στις πλασματικές μεμβράνες, οδηγώντας σε σημαντική απώλεια της λειτουργίας του LOX-1. Οι στατίνες είναι ικανές να εκτοπίζουν τη σύνδεση της φθορίζουσας οξ-LDL με το LOX-1 μέσω άμεσης αλληλεπίδρασης με τους υποδοχείς LOX-1. Οι προσομοιώσεις μοριακής πρόσδεσης επιβεβαιώνουν την αλληλεπίδραση και υποδεικνύουν ότι οι στατίνες γεμίζουν πλήρως τον υδρόφοβο σωλήνα που διασχίζει τον αναγνωριστικό τομέα τύπου C (CTLD) του LOX-1. Η σταθερότητα του διμερούς του LOX-1 αυξάνεται παρουσία στατίνης.
biotech
PubChem
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
expand_more
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
Απορρόφηση, Κατανομή & Απέκκριση
Η ατορβαστατίνη παρουσιάζει φαρμακοκινητικό προφίλ εξαρτώμενο από τη δόση και μη γραμμικό. Απορροφάται πολύ γρήγορα μετά από από του στόματος χορήγηση. Μετά τη χορήγηση δόσης 40 mg, η μέγιστη συγκέντρωση στο πλάσμα (28 ng/ml) επιτυγχάνεται 1-2 ώρες μετά την αρχική χορήγηση με AUC περίπου 200 ng∙h/ml. Η ατορβαστατίνη υφίσταται εκτεταμένο μεταβολισμό πρώτης διόδου στο τοίχωμα του εντέρου και στο ήπαρ, με αποτέλεσμα απόλυτη από του στόματος βιοδιαθεσιμότητα 14%. Οι συγκεντρώσεις ατορβαστατίνης στο πλάμα είναι χαμηλότερες (περίπου 30% για Cmax και AUC) μετά τη βραδινή χορήγηση σε σύγκριση με την πρωινή. Ωστόσο, η μείωση της LDL-C είναι η ίδια ανεξάρτητα από την ώρα της ημέρας χορήγησης του φαρμάκου.
Η χορήγηση ατορβαστατίνης με τροφή οδηγεί σε παράταση του Tmax και μείωση της Cmax και της AUC.
Η πρωτεΐνη αντοχής στον καρκίνο του μαστού (BCRP) είναι μια πρωτεΐνη μεμβράνης που διαδραματίζει σημαντικό ρόλο στην απορρόφηση της ατορβαστατίνης. Στοιχεία από φαρμακογενετικές μελέτες πολυμορφισμών μονού νουκλεοτιδίου c.421C>A (SNPs) στο γονίδιο της BCRP έχουν δείξει ότι άτομα με τον γονότυπο 421AA έχουν μειωμένη λειτουργική δραστηριότητα και 1,72 φορές υψηλότερη AUC για την ατορβαστατίνη σε σύγκριση με άτομα με τον γονότυπο ελέγχου 421CC. Αυτό έχει σημαντικές επιπτώσεις στη μεταβλητότητα της ανταπόκρισης στο φάρμακο όσον αφορά την αποτελεσματικότητα και την τοξικότητα, ιδίως καθώς ο πολυμορφισμός c.421C>A της BCRP είναι συχνότερος στους Ασιάτες σε σύγκριση με τους Καυκάσιους. Άλλα στατινικά φάρμακα που επηρεάζονται από αυτόν τον πολυμορφισμό περιλαμβάνουν τη φλουβαστατίνη, τη σιμβαστατίνη και τη ροσουβαστατίνη.
Γενετικές διαφορές στον ηπατικό μεταφορέα OATP1B1 (πολυπεπτίδιο 1Β1 μεταφορέας οργανικών ανιόντων) που κωδικοποιείται από το γονίδιο SCLCO1B1 (μέλος 1Β1 του γονιδίου μεταφορέα οργανικών ανιόντων) έχουν αποδειχθεί ότι επηρεάζουν τη φαρμακοκινητική της ατορβαστατίνης. Στοιχεία από φαρμακογενετικές μελέτες του πολυμορφισμού μονού νουκλεοτιδίου c.521T>C (SNP) στο γονίδιο που κωδικοποιεί την OATP1B1 (SLCO1B1) έδειξαν ότι η AUC της ατορβαστατίνης αυξήθηκε 2,45 φορές για άτομα ομόζυγα για 521CC σε σύγκριση με άτομα ομόζυγα 521TT. Άλλα στατινικά φάρμακα που επηρεάζονται από αυτόν τον πολυμορφισμό περιλαμβάνουν τη σιμβαστατίνη, την πιταβαστατίνη, τη ροσουβαστατίνη και την πραβαστατίνη.
Η ατορβαστατίνη και οι μεταβολίτες της αποβάλλονται κυρίως μέσω της χολής χωρίς εντεροηπατική ανακύκλωση. Η νεφρική απέκκριση της ατορβαστατίνης είναι ελάχιστη και αντιπροσωπεύει λιγότερο από το 1% της αποβαλλόμενης δόσης.
Ο δηλωμένος όγκος κατανομής της ατορβαστατίνης είναι 380 L.
Η καταγεγραμμένη συνολική κάθαρση πλάσματος της ατορβαστατίνης είναι 625 ml/min.
/ΓΑΛΑ/ Σε ξεχωριστό πείραμα, μία εφάπαξ δόση 10 mg/kg ατορβαστατίνης που χορηγήθηκε σε θηλυκούς αρουραίους Wistar την ημέρα 19 της κύησης ή την ημέρα 13 της γαλουχίας παρείχε στοιχεία για πλακουντιακή μεταφορά και απέκκριση στο γάλα.
Οι λιποπρωτεΐνες και οι μεταβολίτες τους αποβάλλονται κυρίως μέσω της χολής μετά από ηπατικό ή/και εξωηπατικό μεταβολισμό· ωστόσο, το φάρμακο δεν φαίνεται να υφίσταται εντεροηπατική ανακύκλωση. … Λιγότερο από το 2% μιας δόσης Lipitor ανακτήθηκε στα ούρα μετά από από του στόματος χορήγηση.
/ΓΑΛΑ/ Δεν είναι γνωστό εάν η ατορβαστατίνη απεκκρίνεται στο ανθρώπινο γάλα, αλλά μια μικρή ποσότητα άλλου φαρμάκου αυτής της κατηγορίας περνά στο μητρικό γάλα. Τα θηλάζοντα νεογνά αρουραίων είχαν επίπεδα φαρμάκου στο πλάσμα και στο ήπαρ 50% και 40% αντίστοιχα, σε σύγκριση με αυτά της μητέρας τους.
Ο μέσος όγκος κατανομής του Lipitor είναι περίπου 381 λίτρα. Το Lipitor είναι >/= 98% δεσμευμένο σε πρωτεΐνες πλάσματος. Ένας λόγος αίματος/πλάσματος περίπου 0,25 υποδηλώνει κακή διείσδυση του φαρμάκου στα ερυθρά αιμοσφαίρια.
water_drop
PubChem
Δέσμευση πρωτεϊνών
expand_more
Δέσμευση πρωτεϊνών
Σύνδεση με Πρωτεΐνες
Η ατορβαστατίνη είναι υψηλά συνδεδεμένη με πρωτεΐνες πλάσματος και άνω του 98% της χορηγούμενης δόσης βρίσκεται σε συνδεδεμένη μορφή.
hub
PubChem
Μεταβολισμός
expand_more
Μεταβολισμός
Μεταβολισμός
Η ατορβαστατίνη μεταβολίζεται εκτενώς σε ορθο- και παραϋδροξυλιωμένα παράγωγα και διάφορα προϊόντα β-οξείδωσης, κυρίως από το κυτόχρωμα P450 3A4 στο έντερο και στο ήπαρ. Οι μεταβολίτες της ατορβαστατίνης υφίστανται περαιτέρω λακτονιποίηση μέσω του σχηματισμού ενδιάμεσων ακετυλογλυκουρονιδίων από τα ένζυμα UGT1A1 και UGT1A3. Αυτά τα λακτόνια μπορούν να υδρολυθούν πίσω στους αντίστοιχους όξινους τύπους τους και να βρίσκονται σε ισορροπία. Η in vitro αναστολή της HMG-CoA αναγωγάσης από τα ορθο- και παραϋδροξυλιωμένα μεταβολίτες είναι ισοδύναμη με αυτή της ατορβαστατίνης. Περίπου το 70% της κυκλοφορούσας ανασταλτικής δραστηριότητας για την HMG-CoA αναγωγάση αποδίδεται σε ενεργούς μεταβολίτες.
Το κυτόχρωμα P450 3A4 (CYP3A4) εμπλέκεται επίσης στο μεταβολισμό της ατορβαστατίνης.
hourglass
PubChem
Ημίσεια ζωή
expand_more
Ημίσεια ζωή
Βιολογικός Χρόνος Ημίσειας Ζωής
Ο χρόνος ημίσειας ζωής της ατορβαστατίνης είναι 14 ώρες, ενώ ο χρόνος ημίσειας ζωής των μεταβολιτών της μπορεί να φτάσει έως και 30 ώρες.
category
PubChem
MeSH classification
expand_more
MeSH classification
Κατάταξη MeSH
- Ουσίες που χρησιμοποιούνται για τη μείωση των επιπέδων χοληστερόλης στο πλάσμα.
- Ενώσεις που αναστέλλουν τις ΥΔΡΟΞΥΜΕΘΥΛΟΓΛΟΥΤΑΡΥΛ COA REDUCTASES. Έχει αποδειχθεί ότι μειώνουν άμεσα τη σύνθεση της χοληστερόλης.
fact_check
PubChem
FDA classification
expand_more
FDA classification
Κατάταξη FDA
A0JWA85V8F ATORVASTATIN Καθιερωμένη Φαρμακολογική Κατηγορία [EPC] - Αναστολέας HMG-CoA Reductase Μηχανισμοί Δράσης [MoA] - Αναστολείς Υδροξυμεθυλογλουταρυλ-CoA Reductase
Η ατορβαστατίνη είναι ένας αναστολέας HMG-CoA Reductase. Ο μηχανισμός δράσης της ατορβαστατίνης είναι ως αναστολέας Υδροξυμεθυλογλουταρυλ-CoA Reductase.
Πρωτόκολλα Συνταγογράφησης
Συνταγογραφείται εφόσον ο ασθενής εντάσσεται σε κάποιο από τα παρακάτω βήματα:
-
ΒΗΜΑ Foundation C10AA05Βασική θεραπεία στεφανιαίας νόσου (όλοι οι ασθενείς)Όλοι οι ασθενείς με στεφανιαία νόσο — δευτερογενής πρόληψηΔοσολογία: 40–80 mg × 1 · Δια βίου
Συνταγογραφείται εφόσον ο ασθενής εντάσσεται σε κάποιο από τα παρακάτω βήματα:
-
ΒΗΜΑ 2 C10AA05ΒΗΜΑ 2 — Στατίνη υψηλής δραστικότητας στη μέγιστη ανεκτή δόση
- LDL > στόχου μετά το Βήμα 1
- Ή εξαρχής σε ασθενή πολύ υψηλού/υψηλού κινδύνου
Δοσολογία: Μέγιστη ανεκτή δόση · Απεριόριστη -
ΒΗΜΑ 3 C10AA05ΒΗΜΑ 3 — Στατίνη + Εζετιμίμπη
- LDL > στόχου παρά τη μέγιστη ανεκτή δόση αποτελεσματικής στατίνης
- Ή εξαρχής σε στεφανιαία νόσο/ΑΕΕ με LDL > 130 mg/dL
Δοσολογία: Κατά προτίμηση ως έτοιμος συνδυασμός για βελτίωση της συμμόρφωσης · Απεριόριστη -
ΒΗΜΑ 5 C10AA05ΒΗΜΑ 5 — Δυσανεξία στις στατίνες
- Μη ανεκτά μυϊκά συμπτώματα ή CK > 5× ΑΦΤ σε ≥ 3 στατίνες, μετά αποκλεισμό άλλων αιτίων & αλληλεπιδράσεων
Δοσολογία: π.χ. 5 mg × 1/εβδ. → × 2/εβδ. → μέρα παρά μέρα → 10 mg μέρα παρά μέρα · Έως μέγιστη ανεκτή δόση
Απόσυρση / Deprescribing
Στατίνες
Επιστημονικό Προφίλ
expand_more
Κατάταξη MeSH
- Ουσίες που χρησιμοποιούνται για τη μείωση των επιπέδων χοληστερόλης στο πλάσμα.
- Ενώσεις που αναστέλλουν τις ΥΔΡΟΞΥΜΕΘΥΛΟΓΛΟΥΤΑΡΥΛ COA REDUCTASES. Έχει αποδειχθεί ότι μειώνουν άμεσα τη σύνθεση της χοληστερόλης.