FENOFIBRATE
Φαινοφιβράτη
Παράγοντες που ελαττώνουν τα λιπίδια του ορού/παράγοντες που ελαττώνουν τη χοληστερόλη και τα τριγλυκερίδια/φιβράτες Κωδικός ATC: C10 AB 05 ### Μηχανισμός δράσης Η φαινοφιβράτη είναι ένα παράγωγο του ινικού οξέος του οποίου η δράση να μεταβάλλει τα επίπεδα των λιπιδίων στον …
Εμπορικά Ονόματα
Πληροφορίες Συνταγογράφησης
Επιμελημένα δεδομένα από το SPC
medication
Δοσολογία
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Δοσολογία
- Οδός: Από του στόματος
- Χορήγηση: Οποιαδήποτε ώρα της ημέρας, με ή χωρίς τροφή
- Δόση έναρξης: 145 mg την ημέρα
-
ΕνήλικεςΔόση1 δισκίο φαινοφιβράτης 145 mg την ημέραΑσθενείς που λάμβαναν 200 mg καψάκιο ή 160 mg δισκίο μπορούν να αλλάξουν σε 145 mg δισκίο χωρίς περαιτέρω προσαρμογή
-
Ηλικιωμένοι ασθενείς (≥ 65 ετών)Δεν απαιτείται προσαρμογή δόσης, εκτός αν υπάρχει μειωμένη νεφρική λειτουργία με eGFR < 60 ml/min/1,73m2
-
Ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργίαΑντενδείκνυται σε eGFR < 30ml/min ανά 1,73m2. Εάν eGFR μειωθεί σε < 30ml/min, η θεραπεία πρέπει να διακόπτεται.
-
Ασθενείς με ηπατική δυσλειτουργίαΔεν συνιστάται λόγω έλλειψης δεδομένων.
-
Παιδιατρικός πληθυσμός (< 18 ετών)Δεν συνιστάται λόγω έλλειψης δεδομένων ασφάλειας και αποτελεσματικότητας.
block
Αντενδείξεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Αντενδείξεις
-
Ηπατική ανεπάρκειαΠληθυσμός(συμπεριλαμβανομένης της χολικής κίρρωσης και της ανεξήγητης εμμένουσας ηπατικής δυσλειτουργίας)
-
Γνωστή νόσος της χοληδόχου κύστης
-
Σοβαρή νεφρική ανεπάρκειαΠληθυσμός(εκτιμώμενος ρυθμός σπειραματικής διήθησης < 30 ml/min/1,73m2)
-
Χρόνια ή οξεία παγκρεατίτιδαΠληθυσμόςμε εξαίρεση την οξεία παγκρεατίτιδα λόγω σοβαρής υπερτριγλυκεριδαιμίας
-
Γνωστή φωτοαλλεργία ή αντίδραση φωτοτοξικότηταςΠληθυσμόςκατά τη διάρκεια θεραπείας με φιβράτες ή κετοπροφαίνη
-
Υπερευαισθησία στη δραστική ουσία ή σε κάποιο από τα έκδοχα (βλ. παράγραφο 6.1)
-
Αλλεργία στα φιστίκια, στο αραχιδέλαιο ή στη λεκιθίνη της σόγιας ή σε σχετικά προϊόντα
warning
Προειδοποιήσεις & Προφυλάξεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Προειδοποιήσεις & Προφυλάξεις
-
Δευτεροπαθή αίτια υπερλιπιδαιμίαςΠρέπει να αντιμετωπισθούν επαρκώς πριν εξεταστεί θεραπεία με φαινοφιβράτη. Πρέπει να εξακριβωθεί εάν η υπερλιπιδαιμία είναι πρωτογενούς ή δευτερογενούς φύσης.
-
Ηπατική λειτουργίαΠροσοχήΠληθυσμόςασθενείς που εμφανίζουν αυξημένα επίπεδα τρανσαμινασώνΗ θεραπεία θα πρέπει να διακοπεί αν οι αυξήσεις στην ASAT (SGOT) και ALAT (SGPT) υπερβούν το τριπλάσιο του ανώτατου ορίου των φυσιολογικών τιμών. Εάν εμφανιστούν συμπτώματα ενδεικτικά ηπατίτιδας (π.χ. ίκτερος, κνησμός), και η διάγνωση επιβεβαιωθεί με εργαστηριακές εξετάσεις, η θεραπεία με τη φαινοφιβράτη πρέπει να διακοπεί.
-
ΠάγκρεαςΠληθυσμόςασθενείς που έπαιρναν φαινοφιβράτηΈχει αναφερθεί παγκρεατίτιδα. Αυτό μπορεί να αντιπροσωπεύει έλλειψη αποτελεσματικότητας σε ασθενείς με σοβαρή υπερτριγλυκεριδαιμία, μία άμεση επίδραση του φαρμάκου, ή δευτερογενές φαινόμενο λόγω απόφραξης του κοινού χοληδόχου πόρου που προέκυψε από σχηματισμό χολόλιθων ή ιζήματος (χολικής λάσπης).
-
Μυϊκή τοξικότητα / ΡαβδομυόλυσηΠροσοχήΠληθυσμόςΑσθενείς με προδιαθεσικούς παράγοντες για μυοπάθεια και/ή ραβδομυόλυση (ηλικία >70, ατομικό/οικογενειακό ιστορικό κληρονομικών μυϊκών διαταραχών, νεφρική δυσλειτουργία, υποθυρεοειδισμός, αυξημένη κατανάλωση αλκοόλ), ασθενείς που παρουσιάζουν διάχυτη μυαλγία, μυοσίτιδα, μυϊκές κράμπες και αδυναμία και/ή σημαντική αύξηση της CPK (>5x ULN).Τα ενδεχόμενα οφέλη και κίνδυνοι της θεραπείας με φαινοφιβράτη θα πρέπει να σταθμίζονται προσεκτικά. Σε υποψία μυϊκής τοξικότητας, η θεραπεία με φαινοφιβράτη πρέπει να διακοπεί. Η συγχορήγηση με αναστολέα HMG-CoA αναγωγάσης ή άλλη φιβράτη θα πρέπει να περιορίζεται σε ασθενείς με σοβαρή μικτή δυσλιπιδαιμία και υψηλό καρδιαγγειακό κίνδυνο χωρίς ιστορικό μυϊκής νόσου και με στενή παρακολούθηση δυνητικής μυϊκής τοξικότητας.
-
Νεφρική λειτουργίαΠροσοχήΠληθυσμόςασθενείς με ήπια έως μέτρια νεφρική ανεπάρκεια (GFR 30-59 mL/min/1,73 m2)Το Φαινοφιβράτη NT θα πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή. Η δόση πρέπει να προσαρμόζεται. Η θεραπεία θα πρέπει να διακόπτεται όταν το επίπεδο της κρεατινίνης είναι 50% πάνω από το ανώτερο φυσιολογικό όριο.
-
ΛακτόζηΑντένδειξηΠληθυσμόςασθενείς με σπάνια κληρονομικά προβλήματα δυσανεξίας στη γαλακτόζη, πλήρη ανεπάρκεια λακτάσης ή κακή απορρόφηση γλυκόζης-γαλακτόζηςΔεν πρέπει να πάρουν αυτό το φάρμακο.
-
ΣακχαρόζηΑντένδειξηΠληθυσμόςασθενείς με σπάνια κληρονομικά προβλήματα δυσανεξίας στη φρουκτόζη, κακή απορρόφηση γλυκόζης-γαλακτόζης ή ανεπάρκεια σουκράσης-ισομαλτάσηςΔεν πρέπει να πάρουν αυτό το φάρμακο.
swap_horiz
Αλληλεπιδράσεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
-
Από του στόματος χορηγούμενα αντιπηκτικάπροσοχήΕνίσχυση της δράσης των αντιπηκτικών, αύξηση κινδύνου αιμορραγίας.ΣύστασηΜείωση δοσολογίας αντιπηκτικών κατά περίπου 1/3 στην αρχή της θεραπείας και προσαρμογή με παρακολούθηση INR.
-
προσοχήΣοβαρά περιστατικά αναστρέψιμης νεφρικής δυσλειτουργίας.ΣύστασηΣτενή παρακολούθηση νεφρικής λειτουργίας. Διακοπή φαινοφιβράτης σε σοβαρή αλλοίωση εργαστηριακών παραμέτρων.
-
Αναστολείς της αναγωγάσης του HMG-CoA και άλλες φιβράτεςπροσοχήΑυξημένος κίνδυνος σοβαρής μυϊκής τοξικότητας.ΣύστασηΕφαρμογή με προσοχή και στενή παρακολούθηση για ενδείξεις μυϊκής τοξικότητας (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις).
-
ΓλιταζόνεςπαρακολούθησηΑναστρέψιμη παράδοξη μείωση της HDL χοληστερόλης.ΣύστασηΠαρακολούθηση της HDL χοληστερόλης και διακοπή της θεραπείας αν η HDL χοληστερόλη βρεθεί πολύ χαμηλή.
-
Φάρμακα που μεταβολίζονται από CYP2C19, CYP2A6, CYP2C9παρακολούθησηΗ φαινοφιβράτη είναι ασθενής αναστολέας των CYP2C19, CYP2A6 και ήπιος προς μέτριος αναστολέας του CYP2C9, επηρεάζοντας φάρμακα με στενό θεραπευτικό δείκτη.ΣύστασηΠροσεκτική παρακολούθηση και προσαρμογή δοσολογίας των συγχορηγούμενων φαρμάκων εάν κριθεί απαραίτητο.
sick
Ανεπιθύμητες ενέργειες
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
- Μείωση αιμοσφαιρίνης
- Μείωση αριθμού λευκών αιμοσφαιρίων
- Υπερευαισθησία
- Κεφαλαλγία
- Θρομβοεμβολή (πνευμονική εμβολή, εν τω βάθει φλεβική θρόμβωση)*
- Διάμεση πνευμονοπάθεια
- Γαστρεντερικά σημεία και συμπτώματα (κοιλιακό άλγος, ναυτία, έμετος, διάρροια, μετεωρισμός)
- Παγκρεατίτιδα*
- Αύξηση τρανσαμινασών (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις)
- Ίκτερος, επιπλοκές της χολολιθίασης (π.χ. χολοκυστίτιδα, χολαγγειίτιδα, κoλικός των χοληφόρων)
- Χολολιθίαση
- Ηπατίτιδα
- Δερματικές αντιδράσεις υπερευαισθησίας (π.χ. εξάνθημα, κνίδωση, κνησμός)
- Αλωπεκία
- Αντιδράσεις φωτοευαισθησίας
- Σοβαρές δερματικές αντιδράσεις
- Πολύμορφο ερύθημα
- Σύνδρομο Stevens-Johnson
- Τοξική επιδερμική νεκρόλυση
- Μυϊκές διαταραχές (π.χ. μυαλγία, μυοσίτιδα, μυϊκοί σπασμοί και αδυναμία)
- Ραβδομυόλυση
- Σεξουαλική δυσλειτουργία
- Κόπωση
- Επίπεδα ομοκυστεΐνης αίματος αυξημένα**
- Αύξηση κρεατινίνης αίματος
- Αύξηση ουρίας αίματος
Λεπτομέρειες κατά συχνότητα expand_more
-
ΣυχνέςΑύξηση τρανσαμινασών (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις)Διαταραχές του ήπατος και των χοληφόρων
-
ΣυχνέςΓαστρεντερικά σημεία και συμπτώματα (κοιλιακό άλγος, ναυτία, έμετος, διάρροια, μετεωρισμός)Διαταραχές του γαστρεντερικού συστήματος
-
Όχι συχνέςΔερματικές αντιδράσεις υπερευαισθησίας (π.χ. εξάνθημα, κνίδωση, κνησμός)Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
-
Όχι συχνέςΘρομβοεμβολή (πνευμονική εμβολή, εν τω βάθει φλεβική θρόμβωση)*Αγγειακές διαταραχές
-
Όχι συχνέςΚεφαλαλγίαΝευρικό
-
Όχι συχνέςΜυϊκές διαταραχές (π.χ. μυαλγία, μυοσίτιδα, μυϊκοί σπασμοί και αδυναμία)Διαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και του συνδετικού ιστού
-
Όχι συχνέςΠαγκρεατίτιδα*Διαταραχές του γαστρεντερικού συστήματος
-
Όχι συχνέςΣεξουαλική δυσλειτουργίαΑναπαραγωγικό
-
Όχι συχνέςΧολολιθίασηΉπαρ
-
ΣπάνιεςΑλωπεκίαΔέρμα
-
ΣπάνιεςΑντιδράσεις φωτοευαισθησίαςΔέρμα
-
ΣπάνιεςΗπατίτιδαΉπαρ
-
ΣπάνιεςΥπερευαισθησίαΑνοσοποιητικό
-
Μη γνωστέςΊκτερος, επιπλοκές της χολολιθίασης (π.χ. χολοκυστίτιδα, χολαγγειίτιδα, κoλικός των χοληφόρων)Διαταραχές του ήπατος και των χοληφόρων
-
Μη γνωστέςΑύξηση κρεατινίνης αίματοςΕργαστηριακές
-
Μη γνωστέςΑύξηση ουρίας αίματοςΕργαστηριακές
-
Μη γνωστέςΔιάμεση πνευμονοπάθειαΑναπνευστικό
-
Μη γνωστέςΕπίπεδα ομοκυστεΐνης αίματος αυξημένα**Παρακλινικές εξετάσεις
-
Μη γνωστέςΚόπωσηΓενικές
-
Μη γνωστέςΜείωση αιμοσφαιρίνηςΑίμα
-
Μη γνωστέςΜείωση αριθμού λευκών αιμοσφαιρίωνΑίμα
-
Μη γνωστέςΠολύμορφο ερύθημαΔέρμα
-
Μη γνωστέςΡαβδομυόλυσηΜυοσκελετικό
-
Μη γνωστέςΣοβαρές δερματικές αντιδράσειςΔέρμα
-
Μη γνωστέςΣύνδρομο Stevens-JohnsonΔέρμα
-
Μη γνωστέςΤοξική επιδερμική νεκρόλυσηΔέρμα
pregnant_woman
Κύηση / Γαλουχία
ΠΧΠ (SPC)
Επίπεδο κινδύνου: Με προσοχή
expand_more
Κύηση / Γαλουχία
-
Κύησηνα χορηγείται κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης μόνο κατόπιν προσεκτικής εκτίμησης του λόγου οφέλους/κινδύνουΔεν υπάρχουν επαρκή στοιχεία για την χρήση της φαινοφιβράτης σε εγκύους. Μελέτες σε πειραματόζωα δεν έδειξαν τερατογόνο δράση. Εμβρυοτοξική δράση εμφανίστηκε σε δόσεις εντός του εύρους της τοξικότητας για τη μητέρα (βλ. Προκλινικά δεδομένα). Είναι άγνωστο αν υπάρχει ενδεχόμενος κίνδυνος για τον άνθρωπο.
-
Γαλουχίαδεν πρέπει να χρησιμοποιείται κατά τη διάρκεια του θηλασμούΔεν είναι γνωστό εάν η φαινοφιβράτη και/οι μεταβολίτες της απεκκρίνονται στο ανθρώπινο γάλα. Ο κίνδυνος στα παιδιά που θηλάζουν δεν μπορεί να αποκλειστεί.
-
ΓονιμότηταΈχουν παρατηρηθεί αναστρέψιμες επιδράσεις στη γονιμότητα σε ζώα (βλ. Προκλινικά δεδομένα). Δεν υπάρχουν κλινικά δεδομένα για τη γονιμότητα από τη χρήση του Φαινοφιβράτη NT.
biotech
Φαρμακολογία
Φαρμακοδυναμική & Φαρμακοκινητική
expand_more
Φαρμακολογία
Παράγοντες που ελαττώνουν τα λιπίδια του ορού/παράγοντες που ελαττώνουν τη χοληστερόλη και τα τριγλυκερίδια/φιβράτες Κωδικός ATC: C10 AB 05
Μηχανισμός δράσης
Η φαινοφιβράτη είναι ένα παράγωγο του ινικού οξέος του οποίου η δράση να μεταβάλλει τα επίπεδα των λιπιδίων στον άνθρωπο μεσολαβείται με ενεργοποίηση των Πολλαπλασιαστών Υπεροξυσωμάτων Ενεργοποιημένων Υποδοχέων τύπου άλφα (“Peroxisome Proliferator Activated Receptor” - PPARα). Μέσω της ενεργοποίησης των PPARα, η φαινοφιβράτη αυξάνει την λιπόλυση και την απομάκρυνση των πλουσίων σε τριγλυκερίδια αθηρογόνων σωματιδίων από το πλάσμα ενεργοποιώντας την λιποπρωτεϊνική λιπάση και μειώνοντας την παραγωγή της αποπρωτεϊνης apoCIII.
Φαρμακοδυναμικές επιδράσεις
Η ενεργοποίηση των PPARα προκαλεί επίσης αύξηση της σύνθεσης των αποπρωτεϊνών apoAI και apoAII. H προαναφερθείσα δράση της φαινοφιβράτης επί των λιποπρωτεϊνών οδηγεί σε μείωση των κλασμάτων πολύ χαμηλής και χαμηλής πυκνότητας (VLDL και LDL) που περιέχουν apoB και σε αύξηση των υψηλής πυκνότητας λιποπρωτεϊνικών κλασμάτων (HDL) που περιέχουν apoAI και apoAII. Επιπρόσθετα, τροποποιώντας τη σύνθεση και τον καταβολισμό των VLDL-κλασμάτων, η φαινοφιβράτη αυξάνει την κάθαρση της LDL και μειώνει τις μικρές πυκνές LDL, τα επίπεδα των οποίων είναι αυξημένα στον αθηρογόνο λιποπρωτεϊνικό φαινότυπο, μία κοινή διαταραχή σε ασθενείς με κίνδυνο για στεφανιαία νόσο. Κατά τη διάρκεια κλινικών μελετών με φαινοφιβράτη, η ολική χοληστερόλη μειώθηκε από 20 έως 25%, τα τριγλυκερίδια από 40 έως 55% και η HDL-χοληστερόλη αυξήθηκε από 10 έως 30%. Σε υπερχοληστερολαιμικούς ασθενείς με μείωση της LDL-χοληστερόλης από 20 έως 35%, η συνολική δράση επί της χοληστερόλης έχει σαν αποτέλεσμα τη μείωση των λόγων ολικής χοληστερόλης/HDL-χοληστερόλης, LDL-χοληστερόλης/HDL-χοληστερόλης, ή apoB/apoAI, οι οποίοι θεωρούνται όλοι δείκτες αθηρογόνου κινδύνου. Υπάρχουν ενδείξεις ότι θεραπεία με φιβράτες μπορεί να μειώσει τα συμβάντα στεφανιαίας νόσου αλλά δεν έχει αποδειχθεί ότι μειώνει τη θνησιμότητα κάθε αιτιολογίας στην πρωτογενή ή δευτερογενή πρόληψη καρδιαγγειακής νόσου. Η δοκιμή λιπιδίων ACCORD (Action to Control Cardiovascular Risk in Diabetes) ήταν μια τυχαιοποιημένη ελεγχόμενη με εικονικό φάρμακο μελέτη 5.518 ασθενών με σακχαρώδη διαβήτη τύπου 2 που έλαβαν θεραπεία με φαινοφιβράτη σε συνδυασμό με σιμβαστατίνη. Η θεραπεία με φαινοφιβράτη και σιμβαστατίνη δεν επέδειξε σημαντικές διαφορές συγκριτικά με τη μονοθεραπεία με σιμβαστατίνη στη σύνθετη πρωταρχική έκβαση του μη θανατηφόρου εμφράγματος του μυοκαρδίου, του μη θανατηφόρου αγγειακού εγκεφαλικού επεισοδίου, και του καρδιαγγειακού θανάτου (αναλογία κινδύνου [HR] 0,92, 95% (διάστημα εμπιστοσύνης = CI) 0,79-1,08, p = 0,32, μείωση απόλυτου κινδύνου: 0,74%). Στην προκαθορισμένη υποομάδα δυσλιπιδαιμικών ασθενών, που ορίζονται ως εκείνοι στο κατώτερο τριτημόριο της HDL χοληστερόλης (≤34 mg/dl ή 0,88 mmol/L) και στο υψηλότερο τριτημόριο των TG (≥204 mg/dl ή 2,3 mmol/L) στην έναρξη της θεραπείας, η θεραπεία με φαινοφιβράτη και σιμβαστατίνη κατέδειξε 31% σχετική μείωση συγκριτικά με τη μονοθεραπεία με σιμβαστατίνη για τη σύνθετη πρωταρχική έκβαση (αναλογία κινδύνου [HR] 0,69, 95% (διάστημα εμπιστοσύνης = CI) 0,49-0,97, p = 0,03, μείωση απόλυτου κινδύνου: 4,95%). Μια άλλη ανάλυση προκαθορισμένης υποομάδας προσδιόρισε μια στατιστικά σημαντική θεραπευτική αγωγή με αλληλεπίδραση φύλου (p = 0,01) υποδεικνύοντας πιθανό θεραπευτικό όφελος της συνδυασμένης θεραπείας στους άνδρες (p = 0,037) αλλά δυνητικά υψηλότερο κίνδυνο για την πρωταρχική έκβαση στις γυναίκες που έλαβαν θεραπεία με συνδυασμένη θεραπευτική αγωγή συγκριτικά με τη μονοθεραπεία με σιμβαστατίνη (p = 0,069). Αυτό δεν παρατηρήθηκε στην προαναφερθείσα υποομάδα ασθενών με δυσλιπιδαιμία αλλά δεν υπήρξε επίσης κανένα σαφές τεκμήριο οφέλους στις δυσλιπιδαιμικές γυναίκες που έλαβαν θεραπεία φαινοφιβράτης με σιμβαστατίνη, και δεν θα μπορούσε να αποκλεισθεί μια πιθανή επιβλαβής επίδραση στην υποομάδα αυτή. Η εξωαγγειακή εναπόθεση χοληστερόλης (τενόντειο και οζώδες ξάνθωμα) είναι δυνατόν να μειωθεί σημαντικά μέχρι και ολικής εξαλείψεως κατά τη διάρκεια της θεραπείας με φαινοφιβράτη. Οι ασθενείς με αυξημένα επίπεδα ινωδογόνου στους οποίους χορηγήθηκε φαινοφιβράτη έχουν παρουσιάσει σημαντική μείωση αυτής της παραμέτρου, όπως επίσης και εκείνοι με αυξημένα επίπεδα Lp(a). Άλλοι δείκτες φλεγμονής όπως η C-Αντιδρώσα Πρωτεΐνη μειώθηκαν μετά από θεραπευτική αγωγή με φαινοφιβράτη. Η ουρικοζουρική δράση της φαινοφιβράτης που προκαλεί μείωση των επιπέδων του ουρικού οξέος κατά περίπου 25% πρέπει να θεωρηθεί επιπρόσθετο όφελος σε δυσλιπιδαιμικούς ασθενείς με υπερουριχαιμία. Η αντισυσσωρευτική επί των αιμοπεταλίων δράση της φαινοφιβράτης αποδείχθηκε σε πειραματόζωα και σε μία κλινική μελέτη, η οποία έδειξε μείωση της συσσώρευσης των αιμοπεταλίων που επάγεται από ADP, αραχιδονικό οξύ και επινεφρίνη.
Το Φαινοφιβράτη NT 145mg επικαλυμμένο με λεπτό υμένιο δισκίο περιέχει 145 mg φαινοφιβράτης σε νανοσωματίδια.
Απορρόφηση
Η μέγιστη συγκέντρωση στο πλάσμα (Cmax) επιτυγχάνεται 2 με 4 ώρες μετά τη χορήγηση από το στόμα. Οι συγκεντρώσεις στο πλάσμα παραμένουν σταθερές κατά τη διάρκεια συνεχούς θεραπείας σε οποιοδήποτε άτομο. Αντίθετα με τις προηγούμενες μορφές της φαινοφιβράτης, η μέγιστη συγκέντρωση στο πλάσμα και η συνολική έκθεση της μορφής με τα νανοσωματίδια είναι ανεξάρτητη από τη λήψη τροφής. Γι’ αυτό, το Φαινοφιβράτη NT 145mg μπορεί να λαμβάνεται ανεξαρτήτως των γευμάτων. Μία μελέτη επίδρασης της τροφής, που αφορά τη χορήγηση τoυ δισκίου 145mg της νέας μορφής φαινοφιβράτης σε υγιείς άνδρες και γυναίκες σε συνθήκες νηστείας και με ένα πολύ λιπαρό γεύμα, έδειξε ότι η έκθεση (AUC και Cmax) στο φαινοφιβρικό οξύ δεν επηρεάζεται από την τροφή.
Κατανομή
Το φαινοφιβρικό οξύ συνδέεται ισχυρά με την λευκωματίνη του πλάσματος (περισσότερο από 99%).
Μεταβολισμός και απέκκριση
Μετά την από του στόματος χορήγηση, η φαινοφιβράτη υδρολύεται άμεσα από εστεράσες στο δραστικό μεταβολίτη, το φαινοφιβρικό οξύ. Αμετάβλητη φαινοφιβράτη δεν ανιχνεύεται στο πλάσμα. Η φαινοφιβράτη δεν αποτελεί υπόστρωμα για το CYP3A4. Δεν συμβαίνει ηπατικός μικροσωματικός μεταβολισμός. Το φάρμακο απεκκρίνεται κυρίως στα ούρα. Πρακτικά η απομάκρυνση όλου του φαρμάκου επιτυγχάνεται μέσα σε 6 μέρες. Η φαινοφιβράτη απεκκρίνεται κυρίως με τη μορφή του φαινοφιβρικού οξέος και του γλυκουρονικού της προϊόντος σύζευξης. Σε ηλικιωμένους ασθενείς η φαινόμενη συνολική κάθαρση του φαινοφιβρικού οξέος από το πλάσμα δεν τροποποιείται. Μελέτες κινητικής μετά από χορήγηση μίας απλής δόσης και μετά από συνεχή θεραπεία έδειξαν ότι το φάρμακο δεν συσσωρεύεται. Το φαινοφιβρικό οξύ δεν αποβάλλεται κατά την αιμοδιΰλιση. Ο χρόνος ημίσειας ζωής της απομάκρυνσης του φαινοφιβρικού οξέος από το πλάσμα είναι περίπου 20 ώρες.
Παρακολούθηση Αγωγής
Εργαστηριακοί & κλινικοί έλεγχοι από το SPC, ανά σύστημα
Εργαστηριακές εξετάσεις (αίμα / ούρα)
| Έλεγχος | Σύστημα | Συχνότητα | Προϋπόθεση |
|---|---|---|---|
| Κρεατινίνη | water_dropΝεφρική λειτουργία | κατά τη διάρκεια των τριών πρώτων μηνών μετά την έναρξη της θεραπείας και στη συνέχεια περιοδικά | — |
| Αμινοτρανσφεράσες (AST/ALT) | gastroenterologyΗπατική λειτουργία | κάθε 3 μήνες κατά τον πρώτο χρόνο της θεραπείας και μετά περιοδικά | — |
Κλινική εξέταση & ζωτικά
| Έλεγχος | Σύστημα | Συχνότητα | Προϋπόθεση |
|---|---|---|---|
| Κρεατινική φωσφοκινάση (CPK) | more_horizΆλλο / λοιπά | — | Υποψία μυϊκής τοξικότητας |
Σκευάσματα & Τιμολόγηση
Μονογραφίες Πηγών
Αναλυτικό περιεχόμενο ανά πηγή για τεκμηρίωση και έλεγχο
DrugBank
Description
expand_more
Description
DrugBank
Indication
expand_more
Indication
DrugBank
Pharmacology
expand_more
Pharmacology
DrugBank
Mechanism of action
expand_more
Mechanism of action
DrugBank
Absorption
expand_more
Absorption
DrugBank
Half life
expand_more
Half life
DrugBank
Protein binding
expand_more
Protein binding
DrugBank
Route of elimination
expand_more
Route of elimination
DrugBank
Volume of distribution
expand_more
Volume of distribution
Όγκος κατανομής:
- 95 L [μέτρια νεφρική ανεπάρκεια (creatinine clearance 50 to 90 mL/min)]
- 30 L [υγιείς ενήλικες]
DrugBank
Clearance
expand_more
Clearance
DrugBank
Toxicity
expand_more
Toxicity
science
PubChem
Φαρμακοδυναμική
expand_more
Φαρμακοδυναμική
Φαρμακοδυναμική
Η φενφιμπράτη είναι ένα φιβράτο που ενεργοποιεί τον υποδοχέα α ενεργοποιητή υπεροξεισωμικού πολλαπλασιαστή (PPARα) για να μεταβάλει τον μεταβολισμό των λιπιδίων και να θεραπεύσει την πρωτοπαθή υπερχοληστερολαιμία, τη μικτή δυσλιπιδαιμία και τη σοβαρή υπερτριγλυκεριδαιμία. Η φενφιμπράτη απαιτεί χορήγηση μία φορά την ημέρα και έχει χρόνο ημιζωής 19-27 ώρες, επομένως η διάρκεια δράσης της είναι μακρά. Οι κάψουλες φενφιμπράτης χορηγούνται σε δόση 50-150mg ημερησίως, οπότε ο θεραπευτικός δείκτης είναι ευρύς. Οι ασθενείς θα πρέπει να ενημερώνονται για τον κίνδυνο ραβδομυόλυσης, μυοπάθειας και χολολιθίασης κατά τη λήψη φιβράτων.
neurology
PubChem
Μηχανισμός δράσης
expand_more
Μηχανισμός δράσης
Μηχανισμός Δράσης
Η φενφιμπράτη ενεργοποιεί τον υποδοχέα α ενεργοποιητή υπεροξεισωμικού πολλαπλασιαστή (PPARα), αυξάνοντας τη λιπόλυση, ενεργοποιώντας τη λιποπρωτεϊνική λιπάση και μειώνοντας την απολιποπρωτεΐνη C-III. Ο PPARα είναι ένας πυρηνικός υποδοχέας και η ενεργοποίησή του μεταβάλλει την ομοιόσταση λιπιδίων, γλυκόζης και αμινοξέων. Η ενεργοποίηση του PPARα ενεργοποιεί τη μεταγραφή γονιδίων και τη μετάφραση που παράγουν υπεροξεισώματα γεμάτα με υπεροξείδιο του υδρογόνου, δραστικά είδη οξυγόνου και υδροξυλομάδες, τα οποία επίσης συμμετέχουν στη λιπόλυση. Αυτός ο μηχανισμός αυξημένου μεταβολισμού των λιπιδίων συνδέεται επίσης με αυξημένο οξειδωτικό στρες στο ήπαρ. Σε σπάνιες περιπτώσεις, αυτό το στρες μπορεί να οδηγήσει σε κίρρωση και χρόνια ενεργό ηπατίτιδα.
Η φενφιμπράτη είναι ένας συνθετικός σύνδεσμος του πυρηνικού υποδοχέα α του πολλαπλασιαστή υπεροξεισωμάτων (PPAR) και έχει χρησιμοποιηθεί ευρέως στη θεραπεία μεταβολικών διαταραχών, ειδικά της υπερλιπιδαιμίας, λόγω της επίδρασής της στη μείωση των λιπιδίων. Ο μοριακός μηχανισμός μείωσης των λιπιδίων είναι σχετικά καλά καθορισμένος: ένας ενεργοποιημένος PPARα σχηματίζει ένα ετεροδιμερές PPAR-RXR και αυτό ρυθμίζει τη μεταγραφή γονιδίων που εμπλέκονται στον ενεργειακό μεταβολισμό, δεσμευόμενος σε στοιχεία απόκρισης PPAR στις περιοχές του προαγωγέα τους, η λεγόμενη “μετα-ενεργοποίηση”. Επιπλέον, η φενφιμπράτη έχει επίσης αντιφλεγμονώδεις και αντι-αθηρογόνες επιδράσεις στα αγγειακά ενδοθηλιακά και λείες μυϊκές κυτταρικές σειρές. Υπάρχουν περιορισμένες πληροφορίες σχετικά με τον αντιφλεγμονώδη μηχανισμό της φενφιμπράτης. Ωστόσο, η “μετα-καταστολή”, η οποία καταστέλλει την παραγωγή φλεγμονωδών κυτταροκινών και μορίων προσκόλλησης, πιθανώς συμβάλλει σε αυτόν τον μηχανισμό. Επιπλέον, υπάρχουν αναφορές ότι η φενφιμπράτη επηρεάζει τα ενδοθηλιακά κύτταρα με τρόπο ανεξάρτητο από τον PPARα. Για τον εντοπισμό μεταγραφών που ρυθμίζονται με τρόπο εξαρτώμενο και ανεξάρτητο από τον PPARα, ελήφθησαν δεδομένα μικροσυστοίχισης από ανθρώπινα ενδοθηλιακά κύτταρα που υποβλήθηκαν σε επεξεργασία με φενφιμπράτη, με και χωρίς καταστολή του PPARα μέσω siRNA. Χρησιμοποιήθηκαν δυναμικά Βαϋεσιανά δίκτυα μεταγραφωμάτων για την αποκάλυψη οδών εξαρτώμενων και ανεξάρτητων από τον PPARα. Ανάλυση δικτύου μεταγραφωμάτων εντόπισε τον παράγοντα διαφοροποίησης αυξητικού 15 (GDF15) ως ένα κεντρικό γονίδιο με μεταγραφές ρυθμιζόμενες ανεξάρτητα από τον PPARα ως άμεσες κατάντη θυγατρικές του. Αυτό το αποτέλεσμα υποδηλώνει ότι ο GDF15 μπορεί να είναι ένας ανεξάρτητος από τον PPARα κύριος ρυθμιστής της δράσης της φενφιμπράτης σε ανθρώπινα ενδοθηλιακά κύτταρα.
Οι επιδράσεις του φιβρικού οξέος που παρατηρούνται στην κλινική πρακτική έχουν εξηγηθεί in vivo σε διαγονιδιακά ποντίκια και in vitro σε καλλιέργειες ανθρώπινων ηπατοκυττάρων μέσω της ενεργοποίησης του υποδοχέα α ενεργοποιητή υπεροξεισωμικού πολλαπλασιαστή (PPARα). Μέσω αυτού του μηχανισμού, η φενφιμπράτη αυξάνει τη λιπόλυση και την απομάκρυνση σωματιδίων πλούσιων σε τριγλυκερίδια από το πλάσμα, ενεργοποιώντας τη λιποπρωτεϊνική λιπάση και μειώνοντας την παραγωγή της απολιποπρωτεΐνης C-III (αναστολέας της δραστηριότητας της λιποπρωτεϊνικής λιπάσης). Η επακόλουθη πτώση των τριγλυκεριδίων προκαλεί αλλαγή στο μέγεθος και τη σύνθεση της LDL από μικρά, πυκνά σωματίδια (τα οποία θεωρούνται αθηρογόνα λόγω της ευαισθησίας τους στην οξείδωση) σε μεγάλα, πλευστά σωματίδια. Αυτά τα μεγαλύτερα σωματίδια έχουν μεγαλύτερη συγγένεια για τους υποδοχείς χοληστερόλης και καταβολίζονται ταχέως. Η ενεργοποίηση του PPARα προκαλεί επίσης αύξηση στη σύνθεση των απολιποπρωτεϊνών Α-Ι, Α-ΙΙ και της HDL-χοληστερόλης.
Αυτή η μελέτη διερεύνησε εάν η φενφιμπράτη επηρεάζει τα επίπεδα στο πλάσμα της ρετινόλης-δεσμευτικής πρωτεΐνης-4 (RBP4), μιας αδιποκίνης που έχει αποδειχθεί πρόσφατα ότι συνδέει την παχυσαρκία και την αντίσταση στην ινσουλίνη. Η θεραπεία με φενφιμπράτη μείωσε σημαντικά τα επίπεδα RBP4 στο πλάσμα ασθενών με δυσλιπιδαιμία, τα οποία συσχετίστηκαν με μειωμένο σωματικό βάρος και αυξημένη ευαισθησία στην ινσουλίνη. Εξετάστηκαν επίσης η επίδραση της φενφιμπράτης στην έκφραση RBP4 σε παχύσαρκα αρουραία. Η φενφιμπράτη μείωσε σημαντικά τα επίπεδα mRNA RBP4 στον λιπώδη ιστό, αλλά όχι στο ήπαρ, γεγονός που συσχετίστηκε με μειωμένα επίπεδα RBP4 στο πλάσμα και αυξημένη ευαισθησία στην ινσουλίνη σε παχύσαρκα αρουραία. Σύμφωνα με μια άμεση επίδραση στην έκφραση RBP4, η θεραπεία με φενφιμπράτη μείωσε σημαντικά τα επίπεδα έκφρασης mRNA RPB4 σε adipocytes 3T3-L1.
biotech
PubChem
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
expand_more
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
Απορρόφηση, Κατανομή & Απέκκριση
Μια εφάπαξ δόση 300mg φενφιμπράτης φτάνει σε Cmax 6-9.5mg/L με Tmax 4-6h σε υγιείς, νηστικούς εθελοντές.
5-25% μιας δόσης φενφιμπράτης απεκκρίνεται στα κόπρανα, ενώ 60-88% απεκκρίνεται στα ούρα. 70-75% της δόσης που ανακτήθηκε στα ούρα είναι με τη μορφή φιβρικού γλυκουρονιδίου και 16% ως φιβρικό οξύ.
Ο όγκος κατανομής της φενφιμπράτης είναι 0.89L/kg, και μπορεί να φτάσει έως και 60L.
Η από του στόματος κάθαρση της φενφιμπράτης είναι 1.1L/h σε νεαρούς ενήλικες και 1.2L/h σε ηλικιωμένους.
Μετά από πολλαπλές δόσεις φενφιμπράτης, η σταθερή κατάσταση του φιβρικού οξέος επιτυγχάνεται εντός 9 ημερών. Οι συγκεντρώσεις στο πλάσμα του φιβρικού οξέος σε σταθερή κατάσταση είναι περίπου διπλάσιες από αυτές μετά από μία εφάπαξ δόση. Η δέσμευση πρωτεϊνών στον ορό ήταν περίπου 99% σε φυσιολογικά και υπερλιπιδαιμικά άτομα.
Η απόλυτη βιοδιαθεσιμότητα της φενφιμπράτης δεν μπορεί να προσδιοριστεί, καθώς η ένωση είναι σχεδόν αδιάλυτη σε υδατώδη μέσα κατάλληλα για ένεση. Ωστόσο, η φενφιμπράτη απορροφάται καλά από το γαστρεντερικό σωλήνα. Μετά από χορήγηση από το στόμα σε υγιείς εθελοντές, περίπου το 60% μιας εφάπαξ δόσης ραδιοσημασμένης φενφιμπράτης εμφανίστηκε στα ούρα, κυρίως ως φιβρικό οξύ και το γλυκουρονικό του σύζευγμα, και το 25% απεκκρίθηκε στα κόπρανα.
Μετά την απορρόφηση, η φενφιμπράτη απεκκρίνεται κυρίως στα ούρα με τη μορφή μεταβολιτών, κυρίως φιβρικού οξέος και φιβρικού γλυκουρονιδίου. Μετά τη χορήγηση ραδιοσημασμένης φενφιμπράτης, περίπου το 60% της δόσης εμφανίστηκε στα ούρα και το 25% απεκκρίθηκε στα κόπρανα.
Ο μεταβολισμός και η διάθεση από το στόμα χορηγούμενων εφάπαξ δόσεων ραδιοσημασμένης φενφιμπράτης (ισοπροπυλ 2-[4-(4-χλωροβενζοϋλ)φαινοξυ]-2- μεθυλπροπιονικό) μελετήθηκαν σε αρουραίο, ινδικό χοιρίδιο και σκύλο. Σε αρουραίους, η απέκκριση ραδιοσημασμένης ουσίας στα ούρα σε 5 ημέρες κυμάνθηκε από 11 έως 51% της δόσης και εξαρτιόταν σημαντικά από τη μορφή της δόσης που χορηγήθηκε. Η ερμηνεία αυτών των δεδομένων όσον αφορά τους παράγοντες που επηρεάζουν την απορρόφηση της φενφιμπράτης από το έντερο περιπλέκεται από την εντεροηπατική ανακυκλοφορία των μεταβολιτών. Η κατανομή της ραδιοσημασμένης ουσίας στους ιστούς μετά από χορήγηση από το στόμα αλκοολικής διαλυσης φενφιμπράτης μελετήθηκε σε αρουραίο. Οι μόνο ιστοί στους οποίους η συγκέντρωση της ραδιοσημασμένης ουσίας υπερέβαινε αυτήν στο αίμα ήταν τα όργανα απορρόφησης και απέκκρισης, το έντερο, το ήπαρ και οι νεφροί. Τα ινδικά χοιρίδια απέκριναν το 53% της δόσης στα ούρα σε 5 ημέρες, με επιπλέον 34% στα κόπρανα, ενώ στους σκύλους οι αντίστοιχες τιμές ήταν 9% και 81%, αντίστοιχα. Και στα τρία είδη, όλοι οι μεταβολίτες των ούρων ήταν προϊόντα υδρόλυσης εστέρα, και το κύριο προϊόν απέκκρισης ήταν το “αναγμένο φιβρικό οξύ” που προέκυψε από επακόλουθη καρβονυλική αναγωγή. Η γλυκουρονιδίωση του φιβρικού οξέος και του “αναγμένου φιβρικού οξέος” ήταν πολύ μικρή αντίδραση στον αρουραίο και το ινδικό χοιρίδιο και δεν ανιχνεύθηκε στον σκύλο. Επιπλέον, ανιχνεύθηκαν πολικοί άγνωστοι μεταβολίτες και στα τρία είδη, αλλά δεν ερευνήθηκαν περαιτέρω. Τα αποτελέσματα συζητούνται όσον αφορά τη συγκριτική διάθεση της φενφιμπράτης και άλλων υπολιπιδαιμικών παραγόντων και τη συμβολή αυτών των ευρημάτων στην αξιολόγηση ασφάλειας τέτοιων φαρμάκων.
water_drop
PubChem
Δέσμευση πρωτεϊνών
expand_more
Δέσμευση πρωτεϊνών
Δέσμευση Πρωτεϊνών
Η φενφιμπράτη είναι 99% δεσμευμένη σε πρωτεΐνες του ορού, κυρίως στην αλβουμίνη.
hub
PubChem
Μεταβολισμός
expand_more
Μεταβολισμός
Μεταβολισμός
Η φενφιμπράτη υδρολύεται πλήρως από την ηπατική καρβοξυλεστεράση 1 σε φιβρικό οξύ. Το φιβρικό οξύ είτε γλυκουρονιδιώνεται είτε η καρβονυλική του ομάδα ανάγεται σε βενζυδρόλη, η οποία στη συνέχεια γλυκουρονιδιώνεται. Η γλυκουρονιδίωση των μεταβολιτών της φενφιμπράτης μεσολαβείται από την UGT1A9. Η αναγωγή της καρβονυλικής ομάδας μεσολαβείται κυρίως από την CBR1 και δευτερευόντως από τις AKR1C1, AKR1C2, AKR1C3 και AKR1B1.
… Ο μεταβολισμός της φενφιμπράτης διερευνήθηκε σε μακάκους cynomolgus με μεταβολομική ανάλυση βασισμένη σε UPLC-QTOFMS. Δείγματα ούρων συλλέχθηκαν πριν και μετά από χορήγηση φενφιμπράτης από το στόμα. Τα δείγματα αναλύθηκαν τόσο σε θεϊκή όσο και σε αρνητική λειτουργία ιόντων με UPLC-QTOFMS, και μετά από αποκωδικοποίηση δεδομένων, οι προκύψαντες πίνακες δεδομένων υποβλήθηκαν σε πολυμεταβλητή ανάλυση δεδομένων. Η αναγνώριση προτύπων πραγματοποιήθηκε βάσει του χρόνου κατακράτησης, του λόγου μάζας/φορτίου και άλλων μεταβλητών που σχετίζονται με τους μεταβολίτες. Συνθετικές ή εμπορικά διαθέσιμες ενώσεις χρησιμοποιήθηκαν για την ταυτοποίηση μεταβολιτών και τη δομική διερεύνηση με υγρή χρωματογραφία-φασματομετρία μάζας tandem. Εντοπίστηκαν διάφοροι μεταβολίτες, συμπεριλαμβανομένου του φιβρικού οξέος, του αναγμένου φιβρικού οξέος, του φιβρικού γλυκουρονιδίου εστέρα, του αναγμένου φιβρικού γλυκουρονιδίου εστέρα και της ένωσης Χ. Δύο ακόμη μεταβολίτες (ένωση Β και ένωση ΑR), που δεν είχαν αναφερθεί προηγουμένως σε άλλα είδη, χαρακτηρίστηκαν σε μακάκους cynomolgus. Σημαντικότερα, εντοπίστηκαν προηγουμένως άγνωστοι μεταβολίτες, συζεύξεις φιβρικού οξέος με ταυρίνη και συζεύξεις αναγμένου φιβρικού οξέος με ταυρίνη, αποκαλύπτοντας μια προηγουμένως μη αναγνωρισμένη οδό συζεύξεως για τη φενφιμπράτη.
Η φενφιμπράτη χρησιμοποιείται ευρέως για τη θεραπεία της δυσλιπιδαιμίας με μακρά ιστορία. Αναφέρθηκαν διαφορές στον μεταβολισμό της ανά είδος, αλλά οι μεταβολίτες της σε τρωκτικά δεν έχουν διερευνηθεί πλήρως. Συλλέχθηκαν δείγματα ούρων και πλάσματος πριν και μετά από χορήγηση φενφιμπράτης σε αρουραίους Sprague-Dawley. Τα δείγματα ούρων υποβλήθηκαν σε ανάλυση UPLC-ESI-QTOF-MS και χρησιμοποιήθηκε ανάλυση διακρίνουσας δομής προβολής για την ταυτοποίηση των μεταβολιτών. Νέοι μεταβολίτες στα ούρα και το πλάσμα μελετήθηκαν επίσης με υγρή χρωματογραφία-φασματομετρία μάζας tandem (LC-MS/MS). Η οδός μεταβολισμού μελετήθηκε σε ηπατοκύτταρα αρουραίων. Συνθετικές και εμπορικά διαθέσιμες αυθεντικές ενώσεις χρησιμοποιήθηκαν για την ταυτοποίηση μεταβολιτών με LC-MS/MS. Πέντε μεταβολίτες που έχουν αναφερθεί προηγουμένως ταυτοποιήθηκαν και βρέθηκαν τέσσερις νέοι. Μεταξύ αυτών των νέων μεταβολιτών, η φιβρική οξύ-ταυρίνη και η αναγμένη φιβρική οξύ-ταυρίνη υποδεικνύουν νέα οδό μεταβολισμού φάσης ΙΙ της φενφιμπράτης.
Μετά από χορήγηση από το στόμα, η φενφιμπράτη υδρολύεται γρήγορα από εστεράσες στον ενεργό μεταβολίτη, φιβρικό οξύ. Δεν ανιχνεύεται αμετάβλητη φενφιμπράτη στο πλάσμα. Το φιβρικό οξύ συνδυάζεται κυρίως με γλυκουρονικό οξύ και στη συνέχεια απεκκρίνεται στα ούρα. Μικρή ποσότητα φιβρικού οξέος ανάγεται στην καρβονυλική ομάδα σε μεταβολίτη βενζυδρόλης, ο οποίος με τη σειρά του συνδυάζεται με γλυκουρονικό οξύ και απεκκρίνεται στα ούρα. Δεδομένα μεταβολισμού in vivo υποδεικνύουν ότι ούτε η φενφιμπράτη ούτε το φιβρικό οξύ υφίστανται σημαντικό οξειδωτικό μεταβολισμό (π.χ. κυτόχρωμα P450).
Ο μεταβολισμός και η διάθεση από το στόμα χορηγούμενων εφάπαξ δόσεων ραδιοσημασμένης φενφιμπράτης (ισοπροπυλ 2-[4-(4-χλωροβενζοϋλ)φαινοξυ]-2- μεθυλπροπιονικό) μελετήθηκαν σε αρουραίο, ινδικό χοιρίδιο και σκύλο. Σε αρουραίους, η απέκκριση ραδιοσημασμένης ουσίας στα ούρα σε 5 ημέρες κυμάνθηκε από 11 έως 51% της δόσης και εξαρτιόταν σημαντικά από τη μορφή της δόσης που χορηγήθηκε. Η ερμηνεία αυτών των δεδομένων όσον αφορά τους παράγοντες που επηρεάζουν την απορρόφηση της φενφιμπράτης από το έντερο περιπλέκεται από την εντεροηπατική ανακυκλοφορία των μεταβολιτών. Η κατανομή της ραδιοσημασμένης ουσίας στους ιστούς μετά από χορήγηση από το στόμα αλκοολικής διαλυσης φενφιμπράτης μελετήθηκε σε αρουραίο. Οι μόνο ιστοί στους οποίους η συγκέντρωση της ραδιοσημασμένης ουσίας υπερέβαινε αυτήν στο αίμα ήταν τα όργανα απορρόφησης και απέκκρισης, το έντερο, το ήπαρ και οι νεφροί. Τα ινδικά χοιρίδια απέκριναν το 53% της δόσης στα ούρα σε 5 ημέρες, με επιπλέον 34% στα κόπρανα, ενώ στους σκύλους οι αντίστοιχες τιμές ήταν 9% και 81%, αντίστοιχα. Και στα τρία είδη, όλοι οι μεταβολίτες των ούρων ήταν προϊόντα υδρόλυσης εστέρα, και το κύριο προϊόν απέκκρισης ήταν το “αναγμένο φιβρικό οξύ” που προέκυψε από επακόλουθη καρβονυλική αναγωγή. Η γλυκουρονιδίωση του φιβρικού οξέος και του “αναγμένου φιβρικού οξέος” ήταν πολύ μικρή αντίδραση στον αρουραίο και το ινδικό χοιρίδιο και δεν ανιχνεύθηκε στον σκύλο. Επιπλέον, ανιχνεύθηκαν πολικοί άγνωστοι μεταβολίτες και στα τρία είδη, αλλά δεν ερευνήθηκαν περαιτέρω. Τα αποτελέσματα συζητούνται όσον αφορά τη συγκριτική διάθεση της φενφιμπράτης και άλλων υπολιπιδαιμικών παραγόντων και τη συμβολή αυτών των ευρημάτων στην αξιολόγηση ασφάλειας τέτοιων φαρμάκων.
Οδός Απέκκρισης: Το φιβρικό οξύ συνδυάζεται κυρίως με γλυκουρονικό οξύ και στη συνέχεια απεκκρίνεται στα ούρα. Μετά από χορήγηση από το στόμα σε υγιείς εθελοντές, περίπου το 60% μιας εφάπαξ δόσης ραδιοσημασμένης φενφιμπράτης εμφανίστηκε στα ούρα, κυρίως ως φιβρικό οξύ και το γλυκουρονικό του σύζευγμα, και το 25% απεκκρίθηκε στα κόπρανα.
hourglass
PubChem
Ημίσεια ζωή
expand_more
Ημίσεια ζωή
Βιολογικός Χρόνος Ημιζωής
Το φιβρικό οξύ, ο ενεργός μεταβολίτης της φενφιμπράτης, έχει χρόνο ημιζωής 23 ώρες. Η φενφιμπράτη έχει χρόνο ημιζωής 19-27 ώρες σε υγιή άτομα και έως 143 ώρες σε ασθενείς με νεφρική ανεπάρκεια.
Το φιβρικό οξύ απεκκρίνεται με χρόνο ημιζωής 20 ώρες, επιτρέποντας τη χορήγηση μία φορά την ημέρα σε κλινικό περιβάλλον.
category
PubChem
MeSH classification
expand_more
MeSH classification
Φαρμακολογική Ταξινόμηση MeSH
Ουσίες που μειώνουν τα επίπεδα ορισμένων ΛΙΠΙΔΙΩΝ στο ΑΙΜΑ. Χρησιμοποιούνται για τη θεραπεία ΥΠΕΡΛΙΠΙΔΑΙΜΙΩΝ.
fact_check
PubChem
FDA classification
expand_more
FDA classification
Φαρμακολογική Ταξινόμηση FDA
U202363UOS
FENOFIBRATE
Καθιερωμένη Φαρμακολογική Κατηγορία [EPC] - Αγωνιστής του Υποδοχέα α του Πολλαπλασιαστή Υπεροξεισωμάτων
Μηχανισμοί Δράσης [MoA] - Αγωνιστές του Υποδοχέα α του Πολλαπλασιαστή Υπεροξεισωμάτων
Χημική Δομή [CS] - Φιβρικά Οξέα
Η φενφιμπράτη είναι ένας Αγωνιστής του Υποδοχέα α του Πολλαπλασιαστή Υπεροξεισωμάτων. Ο μηχανισμός δράσης της φενφιμπράτης είναι ως Αγωνιστής του Υποδοχέα α του Πολλαπλασιαστή Υπεροξεισωμάτων.
U202363UOS
FENOFIBRATE
Καθιερωμένη Φαρμακολογική Κατηγορία [EPC] - Αγωνιστής του Υποδοχέα α του Πολλαπλασιαστή Υπεροξεισωμάτων
Μηχανισμοί Δράσης [MoA] - Αγωνιστές του Υποδοχέα α του Πολλαπλασιαστή Υπεροξεισωμάτων
Χημική Δομή [CS] - PPAR alpha
Η φενφιμπράτη είναι ένας Αγωνιστής του Υποδοχέα α του Πολλαπλασιαστή Υπεροξεισωμάτων. Ο μηχανισμός δράσης της φενφιμπράτης είναι ως Αγωνιστής του Υποδοχέα α του Πολλαπλασιαστή Υπεροξεισωμάτων.
Ημίσεια ζωή
Δέσμευση πρωτεϊνών
Απέκκριση
Πρωτόκολλα Συνταγογράφησης
Συνταγογραφείται εφόσον ο ασθενής εντάσσεται σε κάποιο από τα παρακάτω βήματα:
-
ΒΗΜΑ 4 C10AB05ΒΗΜΑ 4 — Προσθήκη αγωγής για τα τριγλυκερίδια
- LDL < 70 mg/dL με τριγλυκερίδια > 150 mg/dL σε εγκατεστημένη ΚΑ νόσο ή ΣΔ + παράγοντες κινδύνου
- Ή τριγλυκερίδια νηστείας > 500 mg/dL
Δοσολογία: Εξαρχής αν τριγλυκερίδια > 500 mg/dL (κίνδυνος οξείας παγκρεατίτιδας) ή 200-500 mg/dL σε υψηλό κίνδυνο · Απεριόριστη
Απόσυρση / Deprescribing
Φιμπράτες
Επιστημονικό Προφίλ
expand_more
Φαρμακολογική Ταξινόμηση MeSH
Ουσίες που μειώνουν τα επίπεδα ορισμένων ΛΙΠΙΔΙΩΝ στο ΑΙΜΑ. Χρησιμοποιούνται για τη θεραπεία ΥΠΕΡΛΙΠΙΔΑΙΜΙΩΝ.