Σκευάσματα & Τιμολόγηση
| Σκεύασμα | Περιεκτικότητα | Λιανική |
|---|---|---|
| 10 / TAB | 5.64 € | |
| 20 / TAB | 7.00 € | |
| 40 / TAB | 7.00 € |
Ενδείξεις
Εγκεκριμένες ενδείξεις από το SPC, ομαδοποιημένες κατά ICD-10
-
I51 Άλλες καρδιοπάθειες
Περιλαμβάνει (όροι από SPC): Καρδιαγγειακά επεισόδια
-
E78 Διαταραχές του μεταβολισμού των λιποπρωτεϊνών και άλλες δυσλιπιδαιμίες
Περιλαμβάνει (όροι από SPC): Αυξημένα επίπεδα LDL-χοληστερόλης · Αυξημένα επίπεδα απολιποπρωτεΐνης Β · Αυξημένα επίπεδα ολικής χοληστερόλης · Αυξημένα επίπεδα τριγλυκεριδίων
LIPITOR — Πληροφορίες Συνταγογράφησης
Περίληψη Χαρακτηριστικών Προϊόντος (ΠΧΠ), ανά ενότητα
medication
Δοσολογία
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Δοσολογία
- Οδός: από του στόματος
- Χορήγηση: οποιαδήποτε ώρα της ημέρας, με ή χωρίς τροφή
- Δόση έναρξης: 10 mg μία φορά την ημέρα
- Τιτλοποίηση: Ρύθμιση της δόσης πρέπει να γίνεται ανά μεσοδιαστήματα 4 εβδομάδων ή μεγαλύτερα. Για την Ετερόζυγο οικογενή υπερχοληστερολαιμία, οι δόσεις προσαρμόζονται κάθε 4 εβδομάδες έως 40 mg ημερησίως και στη συνέχεια μπορεί να αυξηθεί έως 80 mg ημερησίως. Για παιδιατρικούς ασθενείς (≥10 ετών) με Ετερόζυγο Οικογενή Υπερχοληστερολαιμία, η δόση μπορεί να αυξηθεί έως 80 mg ημερησίως, με προσαρμογές ανά 4 εβδομάδες ή μεγαλύτερα διαστήματα.
-
ΕνήλικεςΔόση10 mg μία φορά την ημέραΜέγ. δόση80 mg μία φορά την ημέραΗ δόση πρέπει να εξατομικεύεται με βάση τα αρχικά επίπεδα της LDL-C, τους στόχους της θεραπείας και την ανταπόκριση του ασθενούς. Ρύθμιση της δόσης πρέπει να γίνεται ανά μεσοδιαστήματα 4 εβδομάδων ή μεγαλύτερα.
-
Πρωτοπαθής υπερχοληστερολαιμία και συνδυασμένη (μεικτή) υπερλιπιδαιμίαΔόση10 mg άπαξ ημερησίωςΤα αποτελέσματα της θεραπείας φαίνονται σε 2 εβδομάδες, ενώ η μέγιστη θεραπευτική ανταπόκριση συνήθως επιτυγχάνεται σε 4 εβδομάδες, διαρκεί δε κατά τη χρόνια θεραπεία.
-
Ετερόζυγος οικογενής υπερχοληστερολαιμία (Ενήλικες)ΔόσηΈναρξη 10 mg ημερησίωςΜέγ. δόση80 mg ημερησίωςΟι δόσεις πρέπει να εξατομικεύονται και να προσαρμόζονται κάθε 4 εβδομάδες έως 40 mg ημερησίως. Στη συνέχεια, ή η δοσολογία αυξάνεται στη μέγιστη τιμή των 80 mg ημερησίως ή χορηγούνται 40 mg ατορβαστατίνης μία φορά την ημέρα, σε συνδυασμό με κάποιον συµπλοκοποιητή χολικών οξέων.
-
Ομόζυγος οικογενής υπερχοληστερολαιμίαΔόση10 έως 80 mg ημερησίωςΧορηγείται ως συμπλήρωμα σε άλλες υπολιπιδαιμικές θεραπείες (π.χ. LDL αφαίρεση) ή όταν οι θεραπείες αυτές δεν είναι διαθέσιμες. Περιορισμένα δεδομένα διαθέσιμα (βλ. Φαρμακοδυναμικές).
-
Πρόληψη καρδιαγγειακής νόσουΔόση10 mg/ημέραΥψηλότερες δόσεις μπορεί να είναι απαραίτητες ώστε να επιτευχθούν τα επίπεδα της (LDL-) χοληστερόλης που προβλέπονται από τις τρέχουσες κατευθυντήριες οδηγίες.
-
Ασθενείς που λαμβάνουν ελμπασβίρη/γκραζοπρεβίρη ή λετερμοβίρηΜέγ. δόση20 mg/ημέραΗ δόση της ατορβαστατίνης δεν θα υπερβαίνει τα 20 mg/ημέρα (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις και Αλληλεπιδράσεις).
-
Ασθενείς που λαμβάνουν λετερμοβίρη συγχορηγούμενη με κυκλοσπορίνηΗ χρήση ατορβαστατίνης δεν συνιστάται (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις και Αλληλεπιδράσεις).
-
Ηλικιωμένοι (>70 ετών)Η αποτελεσματικότητα και η ασφάλεια του φαρμάκου σε ασθενείς ηλικίας μεγαλύτερης των 70 ετών, όταν χρησιμοποιούνται οι συνιστώμενες δόσεις, είναι παρόμοιες με εκείνες που παρατηρήθηκαν στο γενικό πληθυσμό.
-
Παιδιατρικός πληθυσμός (γενικά)Η χρήση σε παιδιατρικούς ασθενείς πρέπει να πραγματοποιείται μόνο από ιατρούς ειδικούς στη θεραπεία της παιδιατρικής υπερλιπιδαιμίας και οι ασθενείς θα πρέπει να επαναξιολογούνται σε τακτά χρονικά διαστήματα για την εκτίμηση της προόδου.
-
Παιδιατρικός πληθυσμός (Ετερόζυγος Οικογενής Υπερχοληστερολαιμία, ≥10 ετών)ΔόσηΈναρξη 10 mg ημερησίωςΜέγ. δόση80 mg ημερησίωςΗ δόση μπορεί να αυξηθεί σε 80 mg ημερησίως, σύμφωνα με την ανταπόκριση και την ανεκτικότητα. Οι δόσεις θα πρέπει να εξατομικεύονται σύμφωνα με το συνιστώμενο στόχο της θεραπείας. Προσαρμογές θα πρέπει να πραγματοποιούνται σε μεσοδιαστήματα των 4 εβδομάδων ή μεγαλύτερα.
-
Παιδιατρικός πληθυσμός (Ετερόζυγος Οικογενής Υπερχοληστερολαιμία, 6-10 ετών)Περιορισμένα δεδομένα ασφάλειας και αποτελεσματικότητας. Δεν ενδείκνυται για θεραπεία ασθενών ηλικίας κάτω των 10 ετών. Δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί σύσταση για τη δοσολογία.
block
Αντενδείξεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Αντενδείξεις
-
Υπερευαισθησία στη δραστική ουσία ή σε κάποιο από τα έκδοχα.
-
Ενεργός ηπατική νόσος ή ανεξήγητη, επιμένουσα αύξηση των τρανσαμινασών του ορού μεγαλύτερη από το 3πλάσιο των ανώτατων φυσιολογικών ορίων.
-
Κύηση, θηλασμός και σε γυναίκες αναπαραγωγικής ηλικίας που δεν χρησιμοποιούν τα κατάλληλα αντισυλληπτικά μέτρα.ΠληθυσμόςΓυναίκες
-
Ταυτόχρονη θεραπεία με αντιιικά κατά της ηπατίτιδας C (γκλεκαπρεβίρη/πιμπρεντασβίρη).
warning
Προειδοποιήσεις & Προφυλάξεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Προειδοποιήσεις & Προφυλάξεις
-
Ηπατική λειτουργίαπροσοχήΕκτέλεση ηπατικών δοκιμασιών πριν την έναρξη της θεραπείας και στη συνέχεια περιοδικά. Έλεγχος ηπατικής λειτουργίας σε συμπτώματα ηπατικής βλάβης. Παρακολούθηση ασθενών με αυξημένα επίπεδα τρανσαμινασών μέχρις ότου οι διαταραχές αποκατασταθούν. Εάν αύξηση των τρανσαμινασών >3πλάσιο ULN επιμένει, συνιστάται μείωση δόσης ή διακοπή Ατορβαστατίνη.
-
Κατανάλωση οινοπνεύματος / Ιστορικό ηπατικής νόσουπροσοχήΤο Ατορβαστατίνη να χρησιμοποιείται με προσοχή.
-
Αιμορραγικό αγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιοπροσοχήΠληθυσμόςΑσθενείς με προηγούμενο ιστορικό αιμορραγικού αγγειακού εγκεφαλικού επεισοδίου ή κενοχωριώδους εμφράκτουΟ δυνητικός κίνδυνος αιμορραγικού αγγειακού εγκεφαλικού επεισοδίου πρέπει να ληφθεί προσεκτικά υπόψη πριν την έναρξη της θεραπείας.
-
Κίνδυνος μυοπάθειας / ραβδομυόλυσηςπροσοχήΠληθυσμόςΑσθενείς με προδιαθεσικούς παράγοντες για εμφάνιση ραβδομυόλυσης (Νεφρική δυσλειτουργία, Υποθυρεοειδισμός, Ατομικό ή οικογενειακό ιστορικό κληρονομικής μυϊκής διαταραχής, Προηγούμενο ιστορικό μυϊκής τοξικότητας με στατίνη ή φιβράτη, Προηγούμενο ιστορικό ηπατικής νόσου και/ή μεγάλη κατανάλωση οινοπνεύματος, Ηλικιωμένοι > 70 ετών με άλλους παράγοντες κινδύνου, Περιπτώσεις αύξησης επιπέδων στο πλάσμα λόγω αλληλεπιδράσεων ή γενετικών υποπληθυσμών)Η ατορβαστατίνη πρέπει να συνταγογραφείται με προσοχή. Εάν τα επίπεδα της CK είναι σημαντικώς αυξημένα (> 5 φορές τα ανώτατα φυσιολογικά όρια) πριν από την έναρξη της θεραπείας δεν πρέπει να γίνει έναρξη αυτής. Επανάληψη μέτρησης σε 5-7 ημέρες για επιβεβαίωση.
-
Μυϊκά συμπτώματα κατά τη διάρκεια της θεραπείαςδιακοπή θεραπείαςΟι ασθενείς πρέπει να αναφέρουν αμέσως μυϊκούς πόνους, κράμπες ή αδυναμία, ιδιαίτερα εάν συνοδεύονται από κακουχία ή πυρετό. Εάν τα επίπεδα CK είναι σημαντικώς αυξημένα (> 5 φορές ULN), η θεραπεία θα πρέπει να σταματήσει. Εάν τα μυϊκά συμπτώματα είναι σοβαρά και προκαλούν καθημερινές διαταραχές (ακόμα και αν CK ≤ 5x ULN), εκτίμηση ανάγκης διακοπής. Η ατορβαστατίνη πρέπει να διακοπεί εάν σημειωθούν κλινικά σημαντικές αυξήσεις στα επίπεδα της CK (> 10 φορές ULN) ή εάν διαγνωσθεί ή υπάρχει υπόνοια ραβδομυόλυσης.
-
Αλληλεπιδράσεις φαρμάκων - Αυξημένος κίνδυνος ραβδομυόλυσηςαυξημένος κίνδυνοςΟ κίνδυνος ραβδομυόλυσης είναι αυξημένος με ισχυρούς αναστολείς CYP3A4, πρωτεΐνες μεταφοράς, γεμφιβροζίλη, άλλα παράγωγα ινικού οξέος, αντιιικά HCV, ερυθρομυκίνη, νιασίνη ή εζετιμίμπη. Εάν δυνατόν, χρήση εναλλακτικών θεραπειών. Αν απαραίτητη η συγχορήγηση, προσεκτική αξιολόγηση κινδύνου-οφέλους, συνιστάται χαμηλότερη μέγιστη δόση ατορβαστατίνης. Με ισχυρούς αναστολείς CYP3A4, χαμηλότερη αρχική δόση ατορβαστατίνης και κατάλληλη κλινική παρακολούθηση.
-
Ταυτόχρονη θεραπεία με συστημικά σκευάσματα φουσιδικού οξέοςαντένδειξηΗ ατορβαστατίνη δεν πρέπει να συγχορηγείται ή εντός 7 ημερών από τη διακοπή φουσιδικού οξέος. Εάν απαραίτητο το φουσιδικό οξύ, η θεραπεία με στατίνη θα πρέπει να διακοπεί. Ο ασθενής πρέπει να ενημερώνεται να αναζητήσει ιατρική συμβουλή για μυϊκά συμπτώματα. Η θεραπεία με στατίνη μπορεί να ξαναξεκινήσει 7 ημέρες μετά την τελευταία δόση φουσιδικού οξέος. Σε εξαιρετικές περιπτώσεις, η ανάγκη συγχορήγησης εξετάζεται κατά περίπτωση και υπό στενή ιατρική επίβλεψη.
-
Διάμεση πνευμονοπάθειαδιακοπή θεραπείαςΕάν υπάρχει υποψία ότι ασθενής έχει αναπτύξει διάμεση πνευμονοπάθεια, η θεραπεία με στατίνες θα πρέπει να διακοπεί.
-
Κίνδυνος εμφάνισης σακχαρώδους διαβήτηπροσοχήΠληθυσμόςΑσθενείς υψηλού κινδύνου (γλυκόζη νηστείας 5,6 - 6,9 mmol/L ή 100 - 125 mg/dl, BMI > 30kg/m2, αυξημένα τριγλυκερίδια, υπέρταση)Παρακολούθηση (κλινική και βιοχημική) σύμφωνα με τις εθνικές κατευθυντήριες οδηγίες.
-
Δυσανεξία στη λακτόζηαντένδειξηΠληθυσμόςΑσθενείς με σπάνια κληρονομικά προβλήματα δυσανεξίας στην γαλακτόζη, πλήρη ανεπάρκεια λακτάσης ή κακή απορρόφηση γλυκόζης-γαλακτόζηςΔεν πρέπει να πάρουν αυτό το φάρμακο.
swap_horiz
Αλληλεπιδράσεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
-
Συγχορηγούμενα φαρμακευτικά προϊόντα που είναι αναστολείς του CYP3A4 ή των πρωτεϊνών μεταφοράςπροσοχήΑυξημένες συγκεντρώσεις ατορβαστατίνης στο πλάσμα, αυξημένος κίνδυνος μυοπάθειαςΣύστασηΘα πρέπει να αποφεύγεται, εάν είναι δυνατόν. Εάν όχι, χαμηλότερη δόση έναρξης και μέγιστη δόση της ατορβαστατίνης, με κατάλληλη κλινική παρακολούθηση.
-
Προϊόντα που έχουν τη δυνατότητα επαγωγής μυοπάθειας (παράγωγα ινικού οξέος, εζετιμίμπη)προσοχήΑυξημένος κίνδυνος μυοπάθειαςΣύστασηΠαρακολούθηση.
-
Ισχυροί αναστολείς CYP3A4 (π.χ. κυκλοσπορίνη, τελιθρομυκίνη, κλαριθρομυκίνη, δελαβιρδίνη, στιριπεντόλη, κετοκοναζόλη, βορικοναζόλη, ιτρακοναζόλη, ποσακοναζόλη, αντιιικά για HCV (π.χ. ελμπασβίρη, γκραζοπρεβίρη), αναστολείς πρωτεασών HIV (ριτοναβίρη, λοπιναβίρη, αταζαναβίρη, ινδιναβίρη, δαρουναβίρη))προσοχήΣημαντικά αυξημένες συγκεντρώσεις ατορβαστατίνηςΣύστασηΘα πρέπει να αποφεύγεται, εάν είναι δυνατόν. Εάν όχι, χαμηλότερη δόση έναρξης και μέγιστη δόση ατορβαστατίνης, με κατάλληλη κλινική παρακολούθηση.
-
προσοχήΜπορεί να αυξήσουν τα επίπεδα ατορβαστατίνης στο πλάσμα, αυξημένος κίνδυνος μυοπάθειας (με ερυθρομυκίνη)ΣύστασηΘα πρέπει να εξετάζεται χαμηλότερη μέγιστη δόση ατορβαστατίνης και συνιστάται κατάλληλη κλινική παρακολούθηση του ασθενή όταν συγχορηγείται. Παρακολούθηση μετά την έναρξη ή αναπροσαρμογές στη δοσολογία του αναστολέα.
-
παρακολούθησηΔιάφορες μειώσεις των συγκεντρώσεων της ατορβαστατίνης στο πλάσμαΣύστασηΓια ριφαμπικίνη, συνιστάται ταυτόχρονη συγχορήγηση με ατορβαστατίνη λόγω διπλού μηχανισμού αλληλεπίδρασης. Εάν δεν μπορεί να αποφευχθεί, οι ασθενείς θα πρέπει να παρακολουθούνται προσεκτικά για την αποτελεσματικότητα.
-
Αναστολείς πρωτεϊνών μεταφοράς (κυκλοσπορίνη, λετερμοβίρη)προσοχήΜπορεί να αυξήσουν τη συστηματική έκθεση της ατορβαστατίνηςΣύστασηΕάν δεν μπορεί να αποφευχθεί η ταυτόχρονη χορήγηση, συνιστάται μείωση της δόσης και κλινική παρακολούθηση ως προς την αποτελεσματικότητα.
-
Λετερμοβίρη συγχορηγούμενη με κυκλοσπορίνηαντένδειξηΑύξηση της έκθεσης στην ατορβαστατίνηΣύστασηΗ χρήση ατορβαστατίνης δεν συνιστάται.
-
Φιβράτες (Γεμφιβροζίλη, Φαινοφιβράτη)προσοχήΑυξημένος κίνδυνος μυοπάθειας, συμπεριλαμβανομένης της ραβδομυόλυσηςΣύστασηΕάν δεν μπορεί να αποφευχθεί ταυτόχρονη χορήγηση, να χρησιμοποιηθεί η χαμηλότερη δόση ατορβαστατίνης και να παρακολουθούνται οι ασθενείς κατάλληλα.
-
προσοχήΑυξημένος κίνδυνος μυοπάθειας, συμπεριλαμβανομένης της ραβδομυόλυσηςΣύστασηΣυνιστάται κατάλληλη κλινική παρακολούθηση για αυτούς τους ασθενείς.
-
ΚολεστιπόληπαρακολούθησηΧαμηλότερες συγκεντρώσεις ατορβαστατίνης και των δραστικών μεταβολιτών της στο πλάσμα. Μεγαλύτερη επίδραση στα λιπίδια όταν συγχορηγούνται.ΣύστασηΔεν υπάρχει συγκεκριμένη σύσταση.
-
Συστημικό φουσιδικό οξύαντένδειξηΑυξημένος κίνδυνος μυοπάθειας, περιλαμβανομένης της ραβδομυόλυσηςΣύστασηΕάν η αγωγή με συστημικό φουσιδικό οξύ είναι απαραίτητη, η θεραπεία με ατορβαστατίνη θα πρέπει να διακόπτεται καθ’ όλη τη διάρκεια θεραπείας με φουσιδικό οξύ.
-
προσοχήΠεριστατικά μυοπάθειαςΣύστασηΣυνιστάται προσοχή κατά τη συνταγογράφηση ατορβαστατίνης με κολχικίνη.
-
παρακολούθησηΑυξήθηκαν ελαφρώς οι συγκεντρώσεις της διγοξίνης στη σταθεροποιημένη κατάστασηΣύστασηΑσθενείς που λαμβάνουν διγοξίνη πρέπει να παρακολουθούνται κατάλληλα.
-
Από του στόματος αντισυλληπτικάπαρακολούθησηΑύξηση των συγκεντρώσεων της νοραιθυνδρόνης και της αιθυνυλ-οιστραδιόλης στο πλάσμαΣύστασηΔεν υπάρχει συγκεκριμένη σύσταση.
-
παρακολούθησηΜικρή μείωση στον χρόνο προθρομβίνης (1,7 δευτερόλεπτα) κατά τις πρώτες 4 ημέρες, επανήλθε σε φυσιολογικά επίπεδα σε 15 ημέρες. Κλινικά σημαντικές αλληλεπιδράσεις έχουν αναφερθεί σε πολύ σπάνιες περιπτώσεις.ΣύστασηΟ χρόνος προθρομβίνης θα πρέπει να προσδιορίζεται πριν την έναρξη της θεραπείας και συχνά κατά τα αρχικά στάδια της θεραπείας. Όταν σταθεροποιηθεί, παρακολούθηση στα συνήθη διαστήματα. Ίδια διαδικασία αν δοσολογία μεταβληθεί ή διακοπεί.
-
Γκλεκαπρεβίρη/ΠιμπρεντασβίρηαντένδειξηΑύξηση AUC ατορβαστατίνης (8,3x)ΣύστασηΑντενδείκνυται η συγχορήγηση (βλ. Αντενδείξεις).
-
προσοχήΑύξηση AUC ατορβαστατίνης (9,4x)ΣύστασηΕάν απαραίτητη, η δόση ατορβαστατίνης δεν θα πρέπει να υπερβαίνει τα 10 mg ημερησίως. Συνιστάται κλινική παρακολούθηση.
-
προσοχήΑύξηση AUC ατορβαστατίνης (8,7x)ΣύστασηΕάν απαραίτητη, συνιστάται χαμηλότερη δόση συντήρησης ατορβαστατίνης. Κλινική παρακολούθηση εάν δόση ατορβαστατίνης υπερβαίνει τα 20 mg.
-
προσοχήΑύξηση AUC ατορβαστατίνης (8,7x)ΣύστασηΕάν απαραίτητη, συνιστάται χαμηλότερη δόση συντήρησης ατορβαστατίνης. Κλινική παρακολούθηση εάν δόση ατορβαστατίνης υπερβαίνει τα 20 mg.
-
Λοπιναβίρη, ΡιτοναβίρηπροσοχήΑύξηση AUC ατορβαστατίνης (5,9x)ΣύστασηΕάν απαραίτητη, συνιστάται χαμηλότερη δόση συντήρησης ατορβαστατίνης. Κλινική παρακολούθηση εάν δόση ατορβαστατίνης υπερβαίνει τα 40 mg.
-
προσοχήΑύξηση AUC ατορβαστατίνης (4,5x)ΣύστασηΕάν απαραίτητη, συνιστάται χαμηλότερη δόση συντήρησης ατορβαστατίνης. Κλινική παρακολούθηση εάν δόση ατορβαστατίνης υπερβαίνει τα 40 mg.
-
προσοχήΑύξηση AUC ατορβαστατίνης (3,9x)ΣύστασηΕάν απαραίτητη, συνιστάται χαμηλότερη δόση συντήρησης ατορβαστατίνης. Κλινική παρακολούθηση εάν δόση ατορβαστατίνης υπερβαίνει τα 40 mg.
-
προσοχήΑύξηση AUC ατορβαστατίνης (3,4x)ΣύστασηΕάν απαραίτητη, συνιστάται χαμηλότερη δόση συντήρησης ατορβαστατίνης. Κλινική παρακολούθηση εάν δόση ατορβαστατίνης υπερβαίνει τα 40 mg.
-
προσοχήΑύξηση AUC ατορβαστατίνης (3,3x)ΣύστασηΕάν απαραίτητη, συνιστάται χαμηλότερη δόση συντήρησης ατορβαστατίνης. Κλινική παρακολούθηση εάν δόση ατορβαστατίνης υπερβαίνει τα 40 mg.
-
προσοχήΑύξηση AUC ατορβαστατίνης (2,5x)ΣύστασηΕάν απαραίτητη, συνιστάται χαμηλότερη δόση συντήρησης ατορβαστατίνης. Κλινική παρακολούθηση εάν δόση ατορβαστατίνης υπερβαίνει τα 40 mg.
-
προσοχήΑύξηση AUC ατορβαστατίνης (2,3x)ΣύστασηΕάν απαραίτητη, συνιστάται χαμηλότερη δόση συντήρησης ατορβαστατίνης. Κλινική παρακολούθηση εάν δόση ατορβαστατίνης υπερβαίνει τα 40 mg.
-
Ελμπασβίρη, ΓκραζοπρεβίρηπροσοχήΑύξηση AUC ατορβαστατίνης (1,95x)ΣύστασηΗ δόση ατορβαστατίνης δεν θα πρέπει να υπερβαίνει την ημερήσια δόση των 20 mg.
-
προσοχήΑύξηση AUC ατορβαστατίνης (3,29x)ΣύστασηΗ δόση ατορβαστατίνης δεν θα πρέπει να υπερβαίνει την ημερήσια δόση των 20 mg.
-
παρακολούθησηΑύξηση AUC ατορβαστατίνης (1,74x)ΣύστασηΔεν υπάρχει συγκεκριμένη σύσταση.
-
Χυμός ΓκρέιπφρουτπροσοχήΑύξηση AUC ατορβαστατίνης (1,37x)ΣύστασηΔεν συνιστάται η ταυτόχρονη λήψη μεγάλων ποσοτήτων χυμού γκρέιπφρουτ και ατορβαστατίνης.
-
παρακολούθησηΑύξηση AUC ατορβαστατίνης (1,51x)ΣύστασηΣυνιστάται κατάλληλη κλινική παρακολούθηση στους ασθενείς, κατόπιν έναρξης ή προσαρμογής της δόσης της διλτιαζέμης.
-
προσοχήΑύξηση AUC ατορβαστατίνης (1,33x)ΣύστασηΣυνιστάται η χαμηλότερη μέγιστη δόση και κλινική παρακολούθηση αυτών των ασθενών.
-
παρακολούθησηΑύξηση AUC ατορβαστατίνης (1,18x)ΣύστασηΔεν υπάρχει συγκεκριμένη σύσταση.
-
παρακολούθησηΔεν επηρεάζει AUC ατορβαστατίνης (1,00x)ΣύστασηΔεν υπάρχει συγκεκριμένη σύσταση.
-
ΚολεστιπόληπαρακολούθησηΜείωση AUC ατορβαστατίνης (0,74x)ΣύστασηΔεν υπάρχει συγκεκριμένη σύσταση.
-
Αντιόξινο εναιώρημα υδροξειδίων μαγνησίου και αργιλίουπαρακολούθησηΜείωση AUC ατορβαστατίνης (0,66x)ΣύστασηΔεν υπάρχει συγκεκριμένη σύσταση.
-
παρακολούθησηΜείωση AUC ατορβαστατίνης (0,59x)ΣύστασηΔεν υπάρχει συγκεκριμένη σύσταση.
-
Ριφαμπικίνη (συγχορηγούμενη)προσοχήΑύξηση AUC ατορβαστατίνης (1,12x)ΣύστασηΕάν η συγχορήγηση δεν μπορεί να αποφευχθεί, συνιστάται ταυτόχρονη συγχορήγηση ατορβαστατίνης με ριφαμπικίνη, με κλινική παρακολούθηση.
-
Ριφαμπικίνη (χωριστές δόσεις)παρακολούθησηΣημαντική μείωση AUC ατορβαστατίνης (0,20x)ΣύστασηΔεν υπάρχει συγκεκριμένη σύσταση.
-
προσοχήΑύξηση AUC ατορβαστατίνης (1,35x)ΣύστασηΣυνιστάται χαμηλότερη δόση έναρξης και κλινική παρακολούθηση αυτών των ασθενών.
-
παρακολούθησηΔεν επηρεάζει AUC ατορβαστατίνης (1,03x)ΣύστασηΔεν υπάρχει συγκεκριμένη σύσταση.
-
προσοχήΑύξηση AUC ατορβαστατίνης (2,3x)ΣύστασηΣυνιστάται χαμηλότερη δόση έναρξης και κλινική παρακολούθηση αυτών των ασθενών. Η δόση της ατορβαστατίνης δεν θα πρέπει να υπερβαίνει μία ημερήσια δόση των 20 mg.
sick
Ανεπιθύμητες ενέργειες
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
- ρινοφαρυγγίτιδα (Συχνές)
- Θρομβοπενία
- Αλλεργικές αντιδράσεις
- Αναφυλαξία
- Υπεργλυκαιμία
- Υπογλυκαιμία
- αύξηση του σωματικού βάρους (Όχι συχνές)
- Ανορεξία
- Δυσκοιλιότητα
- Μετεωρισμός
- Δυσπεψία
- Διάρροια
- Έμετος
- Παγκρεατίτιδα
- εφιάλτες (Όχι συχνές)
- αϋπνία (Όχι συχνές)
- Κεφαλαλγία
- Ζάλη
- Παραισθησία
- Υποαισθησία
- Αμνησία
- Περιφερική νευροπάθεια
- δυσγευσία (Όχι συχνές)
- όραση θαμπή (Όχι συχνές)
- οπτική διαταραχή (Σπάνιες)
- Εμβοές
- Απώλεια ακοής
- Φαρυγγολαρυγγικό άλγος
- Επίσταξη
- ναυτία (Συχνές)
- άλγος άνω και κάτω κοιλιακής χώρας (Όχι συχνές)
- ερυγές (Όχι συχνές)
- Ηπατίτιδα
- Ηπατική ανεπάρκεια
- χολόσταση (Σπάνιες)
- Κνίδωση
- Δερματικό εξάνθημα
- Κνησμός
- Αλωπεκία
- αγγειονευρωτικό οίδημα (Σπάνιες)
- δερματίτιδα πομφολυγώδης (συμπεριλαμβανομένων του πολύμορφου ερυθήματος, του συνδρόμου Stevens-Johnson και της τοξικής επιδερμικής νεκρόλυσης) (Σπάνιες)
- Μυαλγία
- Αρθραλγία
- Μυϊκοί σπασμοί
- Οσφυαλγία
- Αυχεναλγία
- Μυοσίτιδα
- Ραβδομυόλυση
- Θωρακικό άλγος
- άλγος στα άκρα (Συχνές)
- διόγκωση άρθρωσης (Συχνές)
- μυϊκή καταβολή (Όχι συχνές)
- μυοπάθεια (Σπάνιες)
- ρήξη μυός (Σπάνιες)
- τεντονοπάθεια (μερικές φορές επιπλεκόμενη με ρήξη τένοντα) (Σπάνιες)
- Σύνδρομο προσομοιάζον με λύκο (Πολύ σπάνιες)
- ανοσολογικά διαμεσολαβούμενη νεκρωτική μυοπάθεια (Μη γνωστές)
- Γυναικομαστία
- Αίσθημα κακουχίας
- Περιφερικό οίδημα
- Κόπωση
- εξασθένηση (Όχι συχνές)
- πυρεξία (Όχι συχνές)
- δοκιμασίες ηπατικής λειτουργίας μη φυσιολογικές (Συχνές)
- κινάση της κρεατίνης αίματος αυξημένη (Συχνές)
- λευκοκύτταρα ούρων θετικά (Όχι συχνές)
- Σεξουαλική δυσλειτουργία (Μη γνωστές)
- Διάμεση πνευμονοπάθεια (Σπάνιες)
- Σακχαρώδης διαβήτης (Μη γνωστές)
- Κατάθλιψη
Λεπτομέρειες κατά συχνότητα expand_more
-
ΣυχνέςΆλγος στα άκραΜυοσκελετικό
-
ΣυχνέςΑλλεργικές αντιδράσειςΑνοσοποιητικό
-
ΣυχνέςΑρθραλγίαΜυοσκελετικό
-
ΣυχνέςΔιάρροιαΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΔιόγκωση άρθρωσηςΜυοσκελετικό
-
ΣυχνέςΔυσκοιλιότηταΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΔυσπεψίαΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΕπίσταξηΑναπνευστικό
-
ΣυχνέςΚεφαλαλγίαΝευρικό
-
ΣυχνέςΜετεωρισμόςΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΜη φυσιολογικές δοκιμασίες ηπατικής λειτουργίαςΉπαρ
-
ΣυχνέςΜυαλγίαΜυοσκελετικό
-
ΣυχνέςΜυϊκοί σπασμοίΜυοσκελετικό
-
ΣυχνέςΝαυτίαΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΟσφυαλγίαΜυοσκελετικό
-
ΣυχνέςΡινοφαρυγγίτιδαΛοιμώξεις
-
ΣυχνέςΥπεργλυκαιμίαΜεταβολισμός
-
ΣυχνέςΦαρυγγολαρυγγικό άλγοςΑναπνευστικό
-
Συχνέςκινάση της κρεατίνης αίματος αυξημένηΠαρακλινικές εξετάσεις
-
Όχι συχνέςΈμετοςΓαστρεντερικό
-
Όχι συχνέςΑίσθημα κακουχίαςΓενικές
-
Όχι συχνέςΑλωπεκίαΔέρμα
-
Όχι συχνέςΑμνησίαΝευρικό
-
Όχι συχνέςΑνορεξίαΜεταβολισμός
-
Όχι συχνέςΑυχεναλγίαΜυοσκελετικό
-
Όχι συχνέςΑϋπνίαΨυχιατρικές
-
Όχι συχνέςΔερματικό εξάνθημαΔέρμα
-
Όχι συχνέςΔυσγευσίαΝευρικό
-
Όχι συχνέςΕμβοέςΑυτί
-
Όχι συχνέςΕξασθένησηΓενικές
-
Όχι συχνέςΕφιάλτεςΨυχιατρικές
-
Όχι συχνέςΖάληΝευρικό
-
Όχι συχνέςΗπατίτιδαΉπαρ
-
Όχι συχνέςΘαμπή όρασηΟφθαλμικές
-
Όχι συχνέςΘετικά λευκοκύτταρα ούρωνΕργαστηριακές
-
Όχι συχνέςΘωρακικό άλγοςΓενικές
-
Όχι συχνέςΚνίδωσηΔέρμα
-
Όχι συχνέςΚνησμόςΔέρμα
-
Όχι συχνέςΚόπωσηΓενικές
-
Όχι συχνέςΠαγκρεατίτιδαΓαστρεντερικό
-
Όχι συχνέςΠαραισθησίαΝευρικό
-
Όχι συχνέςΠεριφερικό οίδημαΓενικές
-
Όχι συχνέςΠυρεξίαΓενικές
-
Όχι συχνέςΥπαισθησίαΝευρικό
-
Όχι συχνέςΥπογλυκαιμίαΜεταβολισμός
-
Όχι συχνέςάλγος άνω και κάτω κοιλιακής χώραςΔιαταραχές του γαστρεντερικού
-
Όχι συχνέςαύξηση του σωματικού βάρουςΔιαταραχές του μεταβολισμού και της θρέψης
-
Όχι συχνέςερυγέςΔιαταραχές του γαστρεντερικού
-
Όχι συχνέςμυϊκή καταβολήΔιαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και του συνδετικού ιστού
-
ΣπάνιεςΑγγειονευρωτικό οίδημαΔέρμα
-
ΣπάνιεςΔιάμεση πνευμονοπάθειαΑναπνευστικό
-
ΣπάνιεςΘρομβοπενίαΑίμα
-
ΣπάνιεςΜυοπάθειαΜυοσκελετικό
-
ΣπάνιεςΜυοσίτιδαΜυοσκελετικό
-
ΣπάνιεςΟπτική διαταραχήΟφθαλμικές
-
ΣπάνιεςΠεριφερική νευροπάθειαΝευρικό
-
ΣπάνιεςΡήξη μυόςΜυοσκελετικό
-
ΣπάνιεςΡαβδομυόλυσηΜυοσκελετικό
-
ΣπάνιεςΧολόστασηΉπαρ
-
Σπάνιεςδερματίτιδα πομφολυγώδης (συμπεριλαμβανομένων του πολύμορφου ερυθήματος, του συνδρόμου Stevens-Johnson και της τοξικής επιδερμικής νεκρόλυσης)Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
-
Σπάνιεςτεντονοπάθεια (μερικές φορές επιπλεκόμενη με ρήξη τένοντα)Διαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και του συνδετικού ιστού
-
Πολύ σπάνιεςΑναφυλαξίαΑνοσοποιητικό
-
Πολύ σπάνιεςΑπώλεια ακοήςΑυτί
-
Πολύ σπάνιεςΓυναικομαστίαΑναπαραγωγικό
-
Πολύ σπάνιεςΗπατική ανεπάρκειαΉπαρ
-
Πολύ σπάνιεςΣύνδρομο προσομοιάζον με λύκοΑνοσοποιητικό
-
Μη γνωστέςΑνοσολογικά διαμεσολαβούμενη νεκρωτική μυοπάθειαΜυοσκελετικό
-
Μη γνωστέςΚατάθλιψηΨυχιατρικές
-
Μη γνωστέςΣακχαρώδης διαβήτηςΜεταβολισμός
-
Μη γνωστέςΣεξουαλική δυσλειτουργίαΑναπαραγωγικό
pregnant_woman
Κύηση / Γαλουχία
ΠΧΠ (SPC)
Επίπεδο κινδύνου: Αντενδείκνυται
expand_more
Κύηση / Γαλουχία
-
ΚύησηΤο Ατορβαστατίνη αντενδείκνυται στην κύηση. Δεν θα πρέπει να χρησιμοποιείται από γυναίκες που είναι έγκυες, προσπαθούν να μείνουν έγκυες ή υπάρχει υπόνοια πως είναι έγκυες. Η θεραπεία με το Ατορβαστατίνη θα πρέπει να διακοπεί κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης.Η ασφάλεια στις έγκυες γυναίκες δεν έχει τεκμηριωθεί. Έχουν υπάρξει σπάνιες αναφορές για συγγενείς ανωμαλίες κατόπιν ενδομητρικής έκθεσης σε αναστολείς της HMG-CoA αναγωγάσης. Μελέτες σε ζώα έχουν δείξει τοξικότητα κατά την αναπαραγωγή (βλ. Προκλινικά δεδομένα). Οι γυναίκες σε αναπαραγωγική ηλικία πρέπει να χρησιμοποιούν επαρκή μέτρα αντισύλληψης κατά τη διάρκεια της θεραπείας (βλ. Αντενδείξεις).
-
ΓαλουχίαΗ ατορβαστατίνη αντενδείκνυται κατά τη διάρκεια του θηλασμού. Οι γυναίκες που λαμβάνουν Ατορβαστατίνη δεν θα πρέπει να θηλάζουν τα βρέφη τους.Είναι άγνωστο εάν η ατορβαστατίνη ή οι μεταβολίτες της απεκκρίνονται στο μητρικό γάλα. Στους αρουραίους, οι συγκεντρώσεις της ατορβαστατίνης και των δραστικών μεταβολιτών της στο πλάσμα είναι παρόμοιες με αυτές στο γάλα (βλ. Προκλινικά δεδομένα). Λόγω της πιθανότητας σοβαρών ανεπιθύμητων ενεργειών.
-
ΓονιμότηταΔεν είχε επίδραση στη γονιμότητα.Σε κλινικές μελέτες που διεξήχθησαν σε ζώα, η ατορβαστατίνη δεν είχε επίδραση στη γονιμότητα των αρρένων ή των θηλέων (βλ. Προκλινικά δεδομένα).
e911_emergency
Υπερδοσολογία
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Υπερδοσολογία
directions_car
Επίδραση στην οδήγηση
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Επίδραση στην οδήγηση
science
Έκδοχα
ΠΧΠ (SPC) §2 & §6.1
expand_more
Έκδοχα
biotech
Φαρμακολογία
Φαρμακοδυναμική & Φαρμακοκινητική
expand_more
Φαρμακολογία
Φαρμακοδυναμικές
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: Τροποποιητικοί παράγοντες λιπιδίων, αναστολείς της HMG-CoA αναγωγάσης, κωδικός ATC: C10AA05
Μηχανισμός δράσης
H ατορβαστατίνη είναι ένας εκλεκτικός, ανταγωνιστικός αναστολέας της HMG-CoA αναγωγάσης, του ενζύμου που περιορίζει το ρυθμό και είναι υπεύθυνο για τη μετατροπή του 3-υδροξυ-3-μεθυλγλουταρυλ- συνενζύμου Α σε μεβαλονικό οξύ, πρόδρομη ουσία των στερολών, συμπεριλαμβανομένης και της χοληστερόλης. Η ατορβαστατίνη μειώνει τη χοληστερόλη στο πλάσμα και τα επίπεδα των λιποπρωτεϊνών στον ορό αναστέλλοντας την HMG-CoA αναγωγάση και ακολούθως τη βιοσύνθεση της χοληστερόλης στο ήπαρ και αυξάνει τον αριθμό των LDL υποδοχέων στην επιφάνεια των ηπατικών κυττάρων, τα οποία αυξάνουν την πρόσληψη και τον καταβολισμό της LDL.
Φαρμακοδυναμικές επιδράσεις
Τα τριγλυκερίδια και η χοληστερόλη στο ήπαρ ενσωματώνονται στις πολύ χαμηλής πυκνότητας λιποπρωτεΐνες (VLDL) και απελευθερώνονται στο πλάσμα, ώστε να μεταφερθούν στους περιφερικούς ιστούς. Η χαμηλής πυκνότητας λιποπρωτεΐνη (LDL) σχηματίζεται από τη VLDL και καταβολίζεται κυρίως μέσω υποδοχέων υψηλής χημικής συγγένειας προς τις LDL (LDL υποδοχείς).
Η ατορβαστατίνη ελαττώνει την παραγωγή LDL και τον αριθμό των σωματιδίων LDL. H ατορβαστατίνη προκαλεί έκδηλη και παρατεταμένη αύξηση της δραστικότητας των LDL υποδοχέων, σε συνδυασμό με μία ωφέλιμη μεταβολή της ποιότητας των κυκλοφορούντων σωματιδίων της LDL. Η ατορβαστατίνη είναι αποτελεσματική στη μείωση της LDL-C σε ασθενείς με ομόζυγο οικογενή υπερχοληστεριναιμία, μια ομάδα ασθενών που συνήθως δεν ανταποκρίνεται στα υπολιπιδαιμικά φαρμακευτικά προϊόντα.
Η ατορβαστατίνη σε μία μελέτη δόσης-αποτελέσματος, αποδείχτηκε ότι ελαττώνει τη συγκέντρωση της ολικής-C (30% - 46%), της LDL-C (41% - 61%), της απολιποπρωτεΐνης Β (34% - 50%) και των τριγλυκεριδίων (14% - 33%), ενώ παράλληλα προκαλεί ποικίλες αυξήσεις των HDL-C και της απολιποπρωτεΐνης Α1. Τα αποτελέσματα αυτά είναι το ίδιο σταθερά σε ασθενείς με ετερόζυγο οικογενή υπερχοληστερολαιμία, σε μη οικογενείς μορφές υπερχοληστερολαιμίας και σε μεικτή υπερλιπιδαιμία, συμπεριλαμβανομένων και των ασθενών με μη ινσουλινοεξαρτώμενο σακχαρώδη διαβήτη.
Έχει διαπιστωθεί ότι η ελάττωση των τιμών της ολικής-C, της LDL-C και της απολιποπρωτεΐνης Β μειώνει τον κίνδυνο των καρδιαγγειακών επεισοδίων και τη θνησιμότητα εξ αυτών.
Ομόζυγος οικογενής υπερχοληστερολαιμία Σε μια πολυκεντρική, ανοικτής επισήμανσης μελέτη παρηγορητικής θεραπείας διάρκειας 8 εβδομάδων, με μια προαιρετική φάση επέκτασης μεταβλητής διάρκειας, έλαβαν μέρος 355 ασθενείς, 89 εκ των οποίων ήταν εξακριβωμένο ότι ήταν ασθενείς με ομόζυγο οικογενή υπερχοληστερολαιμία. Από αυτούς τους 89 ασθενείς, το μέσο ποσοστό μείωσης της LDL-C ήταν περίπου 20%. Η ατορβαστατίνη χορηγήθηκε σε δόσεις έως και 80 mg/ημέρα.
Αθηροσκλήρυνση Στη μελέτη «Reversing Atherosclerosis with Aggressive Lipid-Lowering» (REVERSAL), αξιολογήθηκε με ενδαγγειακό υπερηχογράφημα (IVUS), κατά την διάρκεια αγγειογραφίας, η επίδραση εντατικής υπολιπιδαιμικής αγωγής με ατορβαστατίνη 80 mg και συνήθους υπολιπιδαιμικής αγωγής με πραβαστατίνη 40 mg στην στεφανιαία αθηροσκλήρυνση, σε ασθενείς με στεφανιαία νόσο. Σε αυτή την τυχαιοποιημένη, διπλά-τυφλή, πολυκεντρική, ελεγχόμενη κλινική μελέτη, το IVUS πραγματοποιήθηκε στην αρχική επίσκεψη και στους 18 μήνες, σε 502 ασθενείς. Στην ομάδα ασθενών που λάμβαναν ατορβαστατίνη (n=253), δεν εξελίχθηκε η αθηροσκλήρυνση. Η διάμεση επί τοις εκατό μεταβολή, από την αρχική επίσκεψη, στο συνολικό αθηρωματικό όγκο (το πρωτεύον κριτήριο της μελέτης) ήταν - 0,4% (p=0,98) για την ομάδα ασθενών που λάμβαναν ατορβαστατίνη και + 2,7% (p=0,001) για την ομάδα ασθενών που λάμβαναν πραβαστατίνη (n=249). Συγκρινόμενη με την πραβαστατίνη, τα αποτελέσματα της ατορβαστατίνης ήταν στατιστικώς σημαντικά (p=0,02). Το αποτέλεσμα της εντατικής υπολιπιδαιμικής αγωγής σε καρδιαγγειακά τελικά σημεία (π.χ. ανάγκη για επαναγγείωση, μη θανατηφόρο έμφραγμα του μυοκαρδίου, θάνατος στεφανιαίας αιτιολογίας) δεν εξετάστηκε σε αυτή την μελέτη. Στην ομάδα ασθενών που λάμβαναν ατορβαστατίνη, η LDL-C ελαττώθηκε έως τη μέση τιμή των 2,04 mmol/L ± 0,8 (78,9 mg/dl ± 30) από την αρχική τιμή των 3,89 mmol/L ± 0,7 (150 mg/dl ± 28) και στην ομάδα ασθενών που λάμβαναν πραβαστατίνη η LDL-C ελαττώθηκε έως τη μέση τιμή των 2,85 mmol/L ± 0,7 (110 mg/dl ± 26) από την αρχική τιμή των 3,89 mmol/L ± 0,7 (150 mg/dl ± 26) (p<0,0001). Η ατορβαστατίνη επίσης ελάττωσε σημαντικά τη μέση τιμή της ολικής χοληστερόλης κατά 34,1% (πραβαστατίνη: -18,4%, p<0,0001), τη μέση τιμή των επιπέδων των τριγλυκεριδίων κατά 20% (πραβαστατίνη: -6,8%, p<0,0009) και τη μέση τιμή της απολιποπρωτεΐνης Β κατά 39,1% (πραβαστατίνη: -22,0%, p<0,0001). Η ατορβαστατίνη αύξησε τη μέση τιμή της HDL-C κατά 2,9% (πραβαστατίνη: +5,6%, p=Μη Σημαντικό). Υπήρξε μια μέση μείωση της C-Αντιδρώσας Πρωτεΐνης (CRP), κατά 36,4% στην ομάδα ασθενών που λάμβαναν ατορβαστατίνη, σε σύγκριση με τη μείωση κατά 5,2% στην ομάδα ασθενών που λάμβαναν πραβαστατίνη (p<0,0001). Τα αποτελέσματα της μελέτης επιτεύχθηκαν με την δοσολογία των 80 mg. Ως εκ τούτου, δεν μπορούν να επεκταθούν σε χαμηλότερες δόσεις. Τα προφίλ ασφαλείας και ανεκτικότητας των δύο θεραπευτικών ομάδων ήταν συγκρίσιμα. Η επίδραση εντατικής υπολιπιδαιμικής αγωγής σε μείζονα καρδιαγγειακά τελικά σημεία δεν εξετάστηκε σε αυτή τη μελέτη. Ως εκ τούτου, η κλινική σημασία αυτών των αποτελεσμάτων απεικόνισης σχετικά με την πρωτογενή και δευτερογενή πρόληψη καρδιαγγειακών συμβαμάτων δεν είναι γνωστή.
Οξύ στεφανιαίο σύνδρομο Στη μελέτη MIRACL, η ατορβαστατίνη 80 mg έχει αξιολογηθεί σε 3.086 ασθενείς (ατορβαστατίνη n=1.538, εικονικό φάρμακο n=1.548), με οξύ στεφανιαίο σύνδρομο (έμφραγμα του μυοκαρδίου χωρίς κύμα Q ή ασταθής στηθάγχη). Η θεραπεία άρχισε κατά τη διάρκεια της οξείας φάσης μετά από την εισαγωγή σε νοσοκομείο και διήρκεσε για μια περίοδο 16 εβδομάδων. Η θεραπεία με ατορβαστατίνη 80 mg/ημέρα αύξησε τον χρόνο εμφάνισης του συνδυασμένου πρωτεύοντος τελικού σημείου, που ορίστηκε ως ο θάνατος από οποιαδήποτε αιτία, μη θανατηφόρο έμφραγμα του μυοκαρδίου, καρδιακή ανακοπή με ανάνηψη ή στηθάγχη με αντικειμενικά στοιχεία ισχαιμίας του μυοκαρδίου που απαιτεί την εισαγωγή σε νοσοκομείο, υποδεικνύοντας μία μείωση κινδύνου κατά 16% (p =0,048). Αυτό οφειλόταν κυρίως στη μείωση κατά 26% της επανα-εισαγωγής στο νοσοκομείο για στηθάγχη με αντικειμενικά στοιχεία ισχαιμίας του μυοκαρδίου. Τα άλλα δευτερεύοντα τελικά σημεία δεν ήταν στατιστικά σημαντικά από μόνα τους (συνολικά: εικονικό φάρμακο: 22,2%, ατορβαστατίνη: 22,4%). Το προφίλ ασφάλειας της ατορβαστατίνης στη μελέτη MIRACL ήταν σύμφωνο με αυτό που περιγράφεται στην παράγραφο Ανεπιθύμητες ενέργειες.
Πρόληψη καρδιαγγειακής νόσου Η επίδραση της ατορβαστατίνης στη θανατηφόρο και μη στεφανιαία νόσο (ΣΝ), αξιολογήθηκε στην τυχαιοποιημένη, διπλά τυφλή, ελεγχόμενη με εικονικό φάρμακο μελέτη Anglo-Scandinavian Cardiac Outcomes Trial Lipid Lowering Arm (ASCOT-LLA). Οι ασθενείς ήταν υπερτασικοί ηλικίας 40-79 ετών, χωρίς προηγούμενο ιστορικό εμφράγματος του μυοκαρδίου ή θεραπεία για στηθάγχη και με επίπεδα ολικής χοληστερόλης (TC) ≤ 6,5 mmol/L (251 mg/dl). Όλοι οι ασθενείς είχαν τουλάχιστον τρεις από τους εξής προκαθορισμένους καρδιαγγειακούς παράγοντες κινδύνου: ανδρικό φύλο, ηλικία ≥55 ετών, κάπνισμα, διαβήτη, ιστορικό στεφανιαίας νόσου σε συγγενή πρώτου βαθμού, TC:HDL-C >6, περιφερική αγγειακή νόσο, υπερτροφία της αριστερής κοιλίας, προηγούμενο ιστορικό αγγειακού εγκεφαλικού επεισοδίου, ειδική ηλεκτροκαρδιογραφική ανωμαλία, πρωτεϊνουρία/αλβουμινουρία. Από τους ασθενείς που συμπεριλήφθηκαν στη μελέτη, δεν είχαν όλοι εκτιμηθεί ως υψηλού κινδύνου για εμφάνιση πρώτου καρδιαγγειακού συμβάματος. Οι ασθενείς έλαβαν αντιυπερτασική αγωγή (θεραπευτικό σχήμα βασιζόμενο είτε στην αμλοδιπίνη είτε στην ατενολόλη) και είτε ατορβαστατίνη 10 mg ημερησίως (n=5.168) ή εικονικό φάρμακο (n=5.137). Η επίδραση της ατορβαστατίνης ως προς τη σχετική και απόλυτη μείωση του κινδύνου ήταν η ακόλουθη:
| Σύμβαμα | Σχετική Μείωση Κινδύνoυ (%) | Αριθμός Συμβαμάτων (Ατορβαστατίνη έναντι εικονικού φαρμάκου) | Απόλυτη Μείωση Κινδύνου1 (%) | Τιμή p |
|---|---|---|---|---|
| Θανατηφόρα ΣΝ συν μη θανατηφόρο ΕΜ | 36% | 100 έναντι 154 | 1,1% | 0,0005 |
| Σύνολο καρδιαγγειακών συμβαμάτων και επεμβάσεων επαναγγείωσης | 20% | 389 έναντι 483 | 1,9% | 0,0008 |
| Σύνολο στεφανιαίων συμβαμάτων | 29% | 178 έναντι 247 | 1,4% | 0,0006 |
1 Βασίζεται στη διαφορά των πρωτογενών συχνοτήτων εμφάνισης των συμβαμάτων που παρουσιάζονται σε μια διάμεση περίοδο παρακολούθησης 3,3 ετών.
ΣΝ: Στεφανιαία Νόσος, ΕΜ: Έμφραγμα Μυοκαρδίου H ολική θνησιμότητα και η θνησιμότητα καρδιαγγειακής αιτιολογίας δεν μειώθηκαν σημαντικά, (185 έναντι 212 περιστατικών, p= 0,17 και 74 έναντι 82 περιστατικών, p= 0,51). Στις αναλύσεις υποομάδων ανάλογα με το φύλο (81% άνδρες, 19% γυναίκες), η ευεργετική επίδραση της ατορβαστατίνης φάνηκε για τους άντρες αλλά δεν μπόρεσε να τεκμηριωθεί για τις γυναίκες, πιθανώς λόγω της μικρής συχνότητας συμβαμάτων στην υποομάδα των γυναικών. H ολική και η καρδιαγγειακή θνησιμότητα ήταν αριθμητικά υψηλότερες στις γυναίκες ασθενείς (38 έναντι 30 και 17 έναντι 12), αλλά αυτό δεν ήταν στατιστικά σημαντικό. Υπήρξε σημαντική αλληλεπίδραση με τη θεραπεία ως προς την αρχική αντιυπερτασική αγωγή. Το πρωτεύον τελικό σημείο (θανατηφόρος στεφανιαία νόσος και μη θανατηφόρο έμφραγμα του μυοκαρδίου) μειώθηκε σημαντικά από την ατορβαστατίνη στους ασθενείς που ελάμβαναν αμλοδιπίνη (HR 0,47 (0,32-0,69), p=0,00008), αλλά όχι σε αυτούς που ελάμβαναν ατενολόλη (HR 0,83 (0,59-1,17), p=0,287).
Η επίδραση της ατορβαστατίνης στη θανατηφόρα και μη-θανατηφόρα καρδιαγγειακή νόσο εκτιμήθηκε επίσης σε μια τυχαιοποιημένη, διπλά τυφλή, πολυκεντρική, ελεγχόμενη με εικονικό φάρμακο μελέτη, την Συλλογική Μελέτη της Ατορβαστατίνης στο Διαβήτη (Collaborative Atorvastatin Diabetes Study-CARDS), σε ασθενείς με διαβήτη τύπου 2, ηλικίας 40-75 ετών, χωρίς προηγούμενο ιστορικό καρδιαγγειακής νόσου και με LDL-C ≤ 4,14 mmol/L (160 mg/dl) και τριγλυκερίδια ≤ 6,78 mmol/L (600 mg/dl). Όλοι οι ασθενείς είχαν τουλάχιστον 1 από τους ακόλουθους παράγοντες κινδύνου: υπέρταση, κάπνισμα, αμφιβληστροειδοπάθεια, μικρολευκωματινουρία ή μακρολευκωματινουρία. Οι ασθενείς ελάμβαναν είτε ατορβαστατίνη 10 mg ημερησίως (n=1.428) είτε εικονικό φάρμακο (n=1.410) για μια διάμεση διάρκεια παρακολούθησης 3,9 ετών.
Η επίδραση της ατορβαστατίνης στη μείωση του απόλυτου και σχετικού κινδύνου είναι η ακόλουθη:
| Σύμβαμα | Σχετική Μείωση Κινδύνου (%) | Αριθμός Συμβαμάτων (Ατορβαστατίνη έναντι εικονικού φαρμάκου) | Απόλυτη Μείωση Κινδύνου1 (%) | Τιμή p |
|---|---|---|---|---|
| Κύρια καρδιαγγειακά συμβάματα (θανατηφόρο και μη-θανατηφόρο ΟΕΜ, σιωπηλό ΕΜ, θάνατος λόγω οξείας ΣΝ, ασταθής στηθάγχη, CABG, PTCA, επαναγγείωση, εγκεφαλικό επεισόδιο) | 37% | 83 έναντι 127 | 3,2% | 0,0010 |
| ΕΜ (θανατηφόρο και μη-θανατηφόρο ΟΕΜ, σιωπηλό ΕΜ) | 42% | 38 έναντι 64 | 1,9% | 0,0070 |
| Αγγειακά εγκεφαλικά επεισόδια (θανατηφόρα και μη-θανατηφόρα) | 48% | 21 έναντι 39 | 1,3% | 0,0163 |
1 Βασίζεται στη διαφορά των πρωτογενών συχνοτήτων εμφάνισης των συμβαμάτων που παρουσιάζονται σε μια διάμεση περίοδο παρακολούθησης 3,9 ετών.
ΟΕΜ: Οξύ έμφραγμα μυοκαρδίου, CABG= coronary artery bypass graft - Παρακαμπτήριο μόσχευμα στεφανιαίας αρτηρίας, ΣΝ: Στεφανιαία Νόσος. ΕΜ: Έμφραγμα Μυοκαρδίου, PTCA= percutaneous transluminal coronary angioplasty - Διαδερμική διαυλική αγγειοπλαστική στεφανιαίων. Δεν υπήρξαν στοιχεία που να υποστηρίζουν διαφορά στην επίδραση της θεραπείας, ανάλογα με το φύλο, την ηλικία ή τα αρχικά επίπεδα της LDL-C των ασθενών. Παρατηρήθηκε μια ευνοϊκή τάση, όσον αφορά τη θνησιμότητα (82 θάνατοι στην ομάδα του εικονικού φαρμάκου συγκριτικά με 61 θανάτους στην ομάδα της ατορβαστατίνης, p=0,0592).
Υποτροπή αγγειακού εγκεφαλικού επεισοδίου Στη μελέτη Πρόληψης Αγγειακού Εγκεφαλικού Επεισοδίου με Επιθετική Μείωση των Επιπέδων Χοληστερόλης (Stroke Prevention by Aggressive Reduction in Cholesterol Levels - SPARCL), η επίδραση της ατορβαστατίνης 80 mg ημερησίως ή εικονικού φαρμάκου στο αγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιο αξιολογήθηκε σε 4731 ασθενείς, που είχαν ένα αγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιο ή παροδικό ισχαιμικό επεισόδιο (TIA) μέσα στους προηγούμενους 6 μήνες και δεν είχαν ιστορικό στεφανιαίας νόσου (ΣΝ). Οι ασθενείς ήταν 60% άνδρες, ηλικίας 21-92 ετών (μέση ηλικία ήταν τα 63 έτη) και στην αρχική επίσκεψη είχαν μέση τιμή LDL 133 mg/dL (3,4 mmol/L). Η μέση τιμή της LDL-C ήταν 73 mg/dL (1,9 mmol/L) κατά τη θεραπεία με ατορβαστατίνη και 129 mg/dL (3,3 mmol/L) κατά τη θεραπεία με εικονικό φάρμακο. Διάμεση παρακολούθηση ήταν τα 4,9 έτη. Η ατορβαστατίνη 80 mg μείωσε τον κίνδυνο του πρωτεύοντος τελικού σημείου, που ήταν το θανατηφόρο και μη θανατηφόρο αγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιο, κατά 15% (HR 0,85, 95% CI, 0,72-1,00, p =0,05 ή 0,84, 95% CI, 0,71-0,99, p=0,03 μετά την προσαρμογή ως προς τις τιμές των παραγόντων στην αρχική επίσκεψη) συγκριτικά με το εικονικό φάρμακο. Η θνησιμότητα από κάθε αίτιο ήταν 9,1% (216/2.365) για την ατορβαστατίνη, έναντι 8,9% (211/2,366) για το εικονικό φάρμακο. Σε μια post-hoc ανάλυση, η ατορβαστατίνη 80 mg μείωσε τη συχνότητα εμφάνισης ισχαιμικού αγγειακού εγκεφαλικού επεισοδίου (218/2.365, 9,2% έναντι 274/2.366, 11,6%, p=0,01) και αύξησε τη συχνότητα εμφάνισης αιμορραγικού αγγειακού εγκεφαλικού επεισοδίου (55/2.365, 2,3% έναντι 33/2.366, 1,4%, p=0,02) συγκριτικά με το εικονικό φάρμακο.
- Ο κίνδυνος αιμορραγικού αγγειακού εγκεφαλικού επεισοδίου αυξήθηκε σε ασθενείς που εισήχθησαν στη μελέτη με προηγούμενο αιμορραγικό αγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιο (7/45 για την ατορβαστατίνη έναντι 2/48 για το εικονικό φάρμακο, HR 4,06, 95% CI, 0,84-19,57), και ο κίνδυνος για ισχαιμικό αγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιο ήταν παρόμοιος μεταξύ των ομάδων (3/45 για την ατορβαστατίνη έναντι 2/48 για το εικονικό φάρμακο, HR 1,64, 95% CI, 0,27-9,82).
- Ο κίνδυνος αιμορραγικού αγγειακού εγκεφαλικού επεισοδίου αυξήθηκε σε ασθενείς που εισήχθησαν στη μελέτη με προηγούμενο κενοχωριώδες έμφρακτο (20/708 για την ατορβαστατίνη έναντι 4/701 για το εικονικό φάρμακο. HR 4,99, 95% CI, 1,71-14,61), αλλά ο κίνδυνος για ισχαιμικό αγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιο ήταν επίσης μειωμένος σε αυτούς τους ασθενείς (79/708 για την ατορβαστατίνη έναντι 102/701 για το εικονικό φάρμακο. HR 0,76, 95% CI, 0,57-1,02). Είναι πιθανό ο συνολικός/ολικός κίνδυνος για αγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιο να είναι αυξημένος σε ασθενείς με προηγούμενο κενοχωριώδες έμφρακτο που λαμβάνουν ατορβαστατίνη 80 mg/ημέρα.
Η θνησιμότητα από κάθε αίτιο ήταν 15,6% (7/45) για την ατορβαστατίνη έναντι 10,4% (5/48) στην υποομάδα των ασθενών με προηγούμενο αιμορραγικό αγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιο. Η θνησιμότητα από κάθε αίτιο ήταν 10,9% (77/708) για την ατορβαστατίνη έναντι 9,1% (64/701) για το εικονικό φάρμακο στην υποομάδα των ασθενών με προηγούμενο κενοχωριώδες έμφρακτο.
Παιδιατρικός πληθυσμός Ετερόζυγος Οικογενής Υπερχοληστερολαιμία σε Παιδιατρικούς Ασθενείς ηλικίας 6-17 ετών Μία μελέτη ανοικτής επισήμανσης, διάρκειας 8-εβδομάδων για την αξιολόγηση της φαρμακοκινητικής, της φαρμακοδυναμικής, της ασφάλειας και της ανεκτικότητας της ατορβαστατίνης πραγματοποιήθηκε σε παιδιά και εφήβους με γενετικά επιβεβαιωμένη ετερόζυγο οικογενή υπερχοληστερολαιμία και αρχικά επίπεδα LDL-C ≥4 mmol/L. Συνολικά, συμπεριλήφθηκαν 39 παιδιά και έφηβοι, ηλικίας 6 έως 17 ετών. Η κοόρτη Α περιελάμβανε 15 παιδιά, ηλικίας 6 έως 12 ετών και Σταδίου 1 κατά Tanner. Η κοόρτη Β περιελάμβανε 24 παιδιά, ηλικίας 10 έως 17 ετών και Σταδίου ≥2 κατά Tanner. Η αρχική δόση της ατορβαστατίνης ήταν 5 mg ημερησίως με τη μορφή μασώμενου δισκίου στην Κοόρτη Α και 10 mg ημερησίως με τη μορφή δισκίου στην Κοόρτη Β. Η δόση της ατορβαστατίνης επιτρεπόταν να διπλασιαστεί, εφόσον ο ασθενής δεν είχε επιτύχει το στόχο της LDL-C < 3,35 mmol/L την Εβδομάδα 4 και η ατορβαστατίνη ήταν καλώς ανεκτή. Οι μέσες τιμές των επιπέδων της LDL-C, της ολικής-C, της VLDL-C και της Απoλιποπρωτεΐνης Β μειώθηκαν έως την Εβδομάδα 2 σε όλα τα άτομα. Στα άτομα που διπλασιάστηκε η δόση, παρατηρήθηκαν επιπρόσθετες μειώσεις ήδη από τις πρώτες 2 εβδομάδες, κατά την πρώτη αξιολόγηση, μετά την αύξηση της δόσης. Οι μέσες ποσοστιαίες μειώσεις στις παραμέτρους των λιπιδίων ήταν παρόμοιες και στις δύο κοόρτες, ανεξάρτητα από το εάν τα άτομα παρέμειναν στην αρχική τους δόση ή εάν διπλασίασαν την αρχική τους δόση. Κατά την Εβδομάδα 8, κατά μέσο όρο, η ποσοστιαία μεταβολή από τα αρχικά επίπεδα της LDL-C και της TC, ήταν περίπου 40% και 30%, αντίστοιχα, σε όλο το εύρος των εκθέσεων.
Σε μια δεύτερη, μονού σκέλους, μελέτη, ανοικτής επισήμανσης, εντάχθηκαν 271 αγόρια και κορίτσια, ηλικίας 6-15 ετών, με ετερόζυγο οικογενή υπερχοληστερολαιμία, τα οποία έλαβαν θεραπεία με ατορβαστατίνη για διάστημα έως τρία έτη. Η ένταξη στη μελέτη απαιτούσε επιβεβαιωμένη ετερόζυγο οικογενή υπερχοληστερολαιμία και αρχικά επίπεδα LDL-C ≥ 4 mmol/L (περίπου 152 mg/dL). Η μελέτη συμπεριέλαβε 139 παιδιά σε αναπτυξιακό στάδιο 1 κατά Tanner (γενικά κυμαίνονταν μεταξύ 6-10 ετών). Η δοσολογία της ατορβαστατίνης (άπαξ ημερησίως) ξεκίνησε στα 5 mg (μασώμενο δισκίο) σε παιδιά κάτω των 10 ετών. Τα παιδιά ηλικίας 10 ετών και άνω ξεκίνησαν με 10 mg ατορβαστατίνης (άπαξ ημερησίως). Όλα τα παιδιά θα μπορούσαν να τιτλοποιηθούν σε υψηλότερες δόσεις ώστε να επιτευχθεί ο στόχος της LDL-C < 3,35 mmol/L. Η μέση σταθμισμένη δόση για παιδιά ηλικίας από 6 έως 9 ετών ήταν 19,6 mg και η μέση σταθμισμένη δόση για παιδιά ηλικίας 10 ετών και άνω ήταν 23,9 mg. Η μέση (+/- SD) αρχική τιμή της LDL-C ήταν 6,12 (1,26) mmol/L, η οποία ήταν περίπου 233 (48) mg/dL. Βλ. πίνακα 3 παρακάτω για τα τελικά αποτελέσματα. Τα δεδομένα ήταν σύμφωνα με την απουσία επίδρασης του φαρμάκου σε οποιαδήποτε από τις παραμέτρους της αύξησης και ανάπτυξης (δηλαδή, το ύψος, το βάρος, τον ΔΜΣ (BMI), το στάδιο Tanner, την αξιολόγηση του ερευνητή για τη συνολική ωρίμανση και ανάπτυξη) σε παιδιατρικούς και έφηβους ασθενείς με ετερόζυγο οικογενή υπερχοληστερολαιμία που έλαβαν θεραπεία με ατορβαστατίνη κατά την 3ετούς διάρκειας μελέτη. Δεν σημειώθηκε καμία αξιολογηθείσα από τον ερευνητή επίδραση του φαρμάκου στο ύψος, το βάρος, τον ΔΜΣ ανά ηλικία ή ανά φύλο ανά επίσκεψη.
Πίνακας 3: Επιδράσεις της Ατορβαστατίνης στη Μείωση των Λιπιδίων σε Έφηβα Αγόρια και Κορίτσια με Ετερόζυγο Οικογενή Υπερχοληστερολαιμία (mmol/L)
| Χρονικό σημείο | N | TC (S.D.) | LDL-C (S.D.) | HDL-C (S.D.) | TG (S.D.) | Apo B (S.D.)# |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Αρχικό σημείο | 271 | 7,86 (1,30) | 6,12 (1,26) | 1,314 (0,2663) | 0,93 (0,47) | 1,42 (0,28)** |
| Μήνας 30 | 206 | 4,95 (0,77)* | 3,25 (0,67) | 1,327 (0,2796) | 0,79 (0,38)* | 0,90 (0,17)* |
| Μήνας 36/ET | 240 | 5,12 (0,86) | 3,45 (0,81) | 1,308 (0,2739) | 0,78 (0,41) | 0,93 (0,20)*** |
TC= ολική χοληστερόλη, LDL-C = χοληστερόλη λιποπρωτεΐνης χαμηλής πυκνότητας, HDL-C = χοληστερόλη λιποπρωτεΐνης υψηλής πυκνότητας, TG = τριγλυκερίδια, Apo B = απολιποπρωτεΐνη B, “Μήνας 36/ET” περιέλαβε δεδομένα από την τελευταία επίσκεψη ατόμων που τερμάτισαν τη συμμετοχή τους στη μελέτη, πριν το προγραμματισμένο χρονικό σημείο των 36 μηνών, καθώς και πλήρη δεδομένα 36 μηνών, ατόμων που ολοκλήρωσαν την συμμετοχή τους διάρκειας 36 μηνών, “”= στο χρονικό σημείο «Μήνας 30», ο αριθμός N για τη συγκεκριμένη παράμετρο ήταν 207, “”= για τη συγκεκριμένη παράμετρο στο αρχικό σημείο, ο αριθμός N ήταν 270, “” = για τη συγκεκριμένη παράμετρο στο χρονικό σημείο «Μήνας 36/ET», ο αριθμός N ήταν 243, “#”=g/L για την Apo B.
Ετερόζυγος Οικογενής Υπερχοληστερολαιμία σε Παιδιατρικούς Ασθενείς ηλικίας 10-17 ετών Σε μια διπλά-τυφλή, ελεγχόμενη με εικονικό φάρμακο μελέτη, την οποία ακολούθησε μια περίοδο ανοικτής επισήμανσης, συμμετείχαν 187 αγόρια και κορίτσια μετεμμηναρχικού σταδίου, ηλικίας 10-17 ετών (μέση ηλικία 14,1 έτη), με ετερόζυγο οικογενή υπερχοληστερολαιμία (FH) ή σοβαρή υπερχοληστερολαιμία, τα οποία τυχαιοποιήθηκαν σε ατορβαστατίνη (n=140) ή εικονικό φάρμακο (n=47) για 26 εβδομάδες και στη συνέχεια όλοι οι συμμετέχοντες έλαβαν ατορβαστατίνη για 26 εβδομάδες. Η δοσολογία της ατορβαστατίνης (άπαξ ημερησίως) ήταν 10 mg για τις πρώτες 4 εβδομάδες και τιτλοποίηση στα 20 mg, εφόσον τα επίπεδα της LDL-C ήταν >3,36 mmol/L. Η ατορβαστατίνη μείωσε σημαντικά τα επίπεδα της ολικής-C, της LDL-C, των τριγλυκεριδίων και της απoλιποπρωτεΐνης Β στο πλάσμα κατά την διάρκεια της διπλά-τυφλής περιόδου των 26 εβδομάδων της μελέτης. Η μέση τιμή των επιπέδων της LDL-C που επιτεύχθηκε ήταν 3,38 mmol/L (εύρος: 1,81-6,26 mmol/L) στην ομάδα της ατορβαστατίνης έναντι 5,91 mmol/L (εύρος: 3,93-9,96 mmol/L) στην ομάδα του εικονικού φαρμάκου κατά τη διάρκεια της διπλά-τυφλής περιόδου των 26 εβδομάδων της μελέτης. Μια επιπρόσθετη παιδιατρική μελέτη της ατορβαστατίνης έναντι της κολεστιπόλης σε ασθενείς με υπερχοληστερολαιμία ηλικίας 10-18 ετών έδειξε ότι η ατορβαστατίνη (N=25) οδήγησε σε σημαντική μείωση των επιπέδων της LDL-C την εβδομάδα 26 (p<0,05), σε σύγκριση με την κολεστιπόλη (N=31). Μια μελέτη παρηγορητικής θεραπείας σε ασθενείς με σοβαρή υπερχοληστερολαιμία (συμπεριλαμβανομένης της ομόζυγου υπερχοληστερολαιμίας) συμπεριέλαβε 46 παιδιατρικούς ασθενείς υπό αγωγή με ατορβαστατίνη, τιτλοποιούμενη σύμφωνα με την ανταπόκριση (ορισμένοι ασθενείς έλαβαν 80 mg ατορβαστατίνης ημερησίως). Η μελέτη είχε διάρκεια 3 έτη: τα επίπεδα της LDL-C ελαττώθηκαν κατά 36%. Η μακροπρόθεσμη αποτελεσματικότητα της θεραπείας με ατορβαστατίνη στην παιδική ηλικία όσον αφορά στη μείωση της νοσηρότητας και θνησιμότητας στην ενήλικη περίοδο δεν έχει τεκμηριωθεί. Ο Ευρωπαϊκός Οργανισμός Φαρμάκων έχει δώσει απαλλαγή από την υποχρέωση υποβολής των αποτελεσμάτων των μελετών με ατορβαστατίνη σε παιδιά ηλικίας 0 έως κάτω των 6 ετών για τη θεραπεία της ετερόζυγου υπερχοληστερολαιμίας και σε παιδιά ηλικίας 0 έως κάτω των 18 ετών για τη θεραπεία της ομόζυγου οικογενούς υπερχοληστερολαιμίας, συνδυασμένης (μεικτής) υπερχοληστερολαιμίας, πρωτογενούς υπερχοληστερολαιμίας και για την πρόληψη καρδιαγγειακών συμβαμάτων (βλ. Δοσολογία για πληροφορίες σχετικά με την παιδιατρική χρήση).
Φαρμακοκινητικές
Απορρόφηση Η ατορβαστατίνη απορροφάται ταχέως μετά την από του στόματος χορήγηση. Οι μέγιστες συγκεντρώσεις της στο πλάσμα (Cmax) επιτυγχάνονται εντός 1-2 ωρών. Ο βαθμός απορρόφησης αυξάνεται ανάλογα με τη δόση της ατορβαστατίνης. Μετά την από του στόματος χορήγηση, τα επικαλυμμένα με λεπτό υμένιο δισκία της ατορβαστατίνης έχουν βιοδιαθεσιμότητα ίση με το 95% έως 99% των πόσιμων διαλυμάτων της. Η απόλυτη βιοδιαθεσιμότητα της ατορβαστατίνης είναι περίπου 12%, ενώ στη συστηματική κυκλοφορία η διαθεσιμότητα της ανασταλτικής δράσης της HMG-CoA αναγωγάσης είναι περίπου 30%. Η χαμηλή διαθεσιμότητά της στην κυκλοφορία αποδίδεται στην κάθαρσή της στο γαστρεντερικό βλεννογόνο πριν εισέλθει σ’ αυτήν ή/και στον ηπατικό μεταβολισμό πρώτης διόδου.
Κατανομή Ο μέσος όγκος κατανομής της ατορβαστατίνης είναι περίπου 381 l. Η ατορβαστατίνη συνδέεται σε ποσοστό ≥ 98% με τις πρωτεΐνες του πλάσματος.
Βιομετασχηματισμός Η ατορβαστατίνη μεταβολίζεται από το κυτόχρωμα P450 3A4 σε όρθο- και παραϋδροξυλιωμένα παράγωγα και διάφορα προϊόντα β-οξείδωσης. Εκτός των άλλων μεταβολικών οδών τα προϊόντα αυτά μεταβολίζονται επιπλέον μέσω γλυκουρονιδίωσης. In vitro, η αναστολή της HMG-CoA αναγωγάσης από τους όρθο- και παραϋδροξυλιωμένους μεταβολίτες είναι ισοδύναμη με εκείνη της ατορβαστατίνης. Περίπου το 70% της ανασταλτικής επίδρασης επί της κυκλοφορούσας HMG-CoA αναγωγάσης αποδίδεται στους ενεργούς μεταβολίτες.
Αποβολή Η ατορβαστατίνη, μετά τον ηπατικό ή/και τον εξωηπατικό μεταβολισμό της, απομακρύνεται κυρίως στη χολή. Ωστόσο, η ατορβαστατίνη δεν υπόκειται σε σημαντική εντεροηπατική επανακυκλοφορία. Ο μέσος χρόνος ημιζωής της απομάκρυνσης της ατορβαστατίνης από το πλάσμα σε ανθρώπους είναι περίπου 14 ώρες. Λόγω της συνεισφοράς των δραστικών μεταβολιτών της, ο χρόνος ημιζωής της ανασταλτικής της δράσης στην HMG-CoA αναγωγάση είναι περίπου 20 έως 30 ώρες. Η ατορβαστατίνη αποτελεί υπόστρωμα για τους ηπατικούς μεταφορείς, το πολυπεπτίδιο μεταφοράς οργανικών ανιόντων 1B1 (OATP1B1) και τον μεταφορέα 1B3 (OATP1B3). Οι μεταβολίτες της ατορβαστατίνης αποτελούν υποστρώματα του OATP1B1. Η ατορβαστατίνη αναγνωρίζεται επίσης ως υπόστρωμα των μεταφορέων εκροής της P-γλυκοπρωτεΐνης (P-gp) και της πρωτεΐνης αντοχής στον καρκίνο του μαστού (BCRP), που μπορεί να περιορίσουν την εντερική απορρόφηση και την κάθαρση μέσω της χολής της ατορβαστατίνης.
Ειδικοί πληθυσμοί Ηλικιωμένοι Η συγκέντρωση της ατορβαστατίνης και των δραστικών μεταβολιτών της στο πλάσμα είναι υψηλότερη σε υγιή ηλικιωμένα άτομα απ’ ό,τι σε ενήλικες νεαρής ηλικίας, ενώ οι επιδράσεις της στα λιπίδια είναι συγκρίσιμες με εκείνες που παρατηρούνται σε πληθυσμούς νεαρότερων ασθενών.
Παιδιατρικός πληθυσμός Σε μια μελέτη ανοικτής επισήμανσης, διάρκειας 8-εβδομάδων, παιδιατρικοί ασθενείς (ηλικίας 6-17 ετών) Σταδίου 1 κατά Tanner (N=15) και Σταδίου ≥ 2 κατά Tanner (N=24) με ετερόζυγο οικογενή υπερχοληστερολαιμία και με αρχικά επίπεδα LDL-C ≥ 4 mmol/L έλαβαν μασώμενα δισκία 5 ή 10 mg ή επικαλυμμένα με λεπτό υμένιο δισκία 10 ή 20 mg ατορβαστατίνης άπαξ ημερησίως, αντίστοιχα. Το σωματικό βάρος ήταν η μοναδική σημαντική συμμεταβλητή στο μοντέλο φαρμακοκινητικής της πληθυσμιακής ομάδας της ατορβαστατίνης. Η φαινομενική κάθαρση της από του στόματος ατορβαστατίνης σε παιδιατρικούς ασθενείς φάνηκε να είναι παρόμοια με αυτή των ενηλίκων, όταν ανάχθηκε αλλομετρικά κατά βάρος σώματος. Παρατηρήθηκαν συνεχείς μειώσεις στα επίπεδα της LDL-C και της TC σε όλο το εύρος εκθέσεων στην ατορβαστατίνη και στην ουδροξυατορβαστατίνη.
Φύλο Οι συγκεντρώσεις της ατορβαστατίνης και των δραστικών μεταβολιτών της σε γυναίκες διαφέρουν (περίπου 20% υψηλότερη η Cmax και περίπου 10% χαμηλότερη η AUC) από εκείνες των ανδρών. Οι διαφορές αυτές δεν είχαν κλινική σημασία, και, κατά συνέπεια, μεταξύ ανδρών και γυναικών δεν παρατηρήθηκαν κλινικά σημαντικές διαφορές στην επίδραση του φαρμάκου στα λιπίδια.
Νεφρική δυσλειτουργία Η παρουσία νεφρικής νόσος δεν επηρεάζει τις συγκεντρώσεις του πλάσματος ή την αντιλιπιδαιμική δράση της ατορβαστατίνης και των δραστικών μεταβολιτών της.
Ηπατική δυσλειτουργία Σε ασθενείς με χρόνια αλκοολική ηπατική νόσο (Child-Pugh B) οι συγκεντρώσεις της ατορβαστατίνης και των δραστικών μεταβολιτών της στο πλάσμα αυξάνονται σημαντικά (περίπου 16 φορές η Cmax και περίπου 11 φορές η AUC).
Πολυμορφισμός SLCΟ1B1 Ο διακομιστής OATP1B1 λαμβάνει μέρος στην ηπατική πρόσληψη όλων των αναστολέων της HMG-CoA αναγωγάσης, συμπεριλαμβανομένης της ατορβαστατίνης. Σε ασθενείς με πολυμορφισμό SLCO1B1, υπάρχει κίνδυνος αυξημένης έκθεσης στην ατορβαστατίνη, η οποία μπορεί να οδηγήσει σε αυξημένο κίνδυνο ραβδομυόλυσης (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις). Πολυμορφισμός στο γονίδιο το οποίο κωδικοποιεί τον διακομιστή OATP1B1 (SLCO1B1 c.521CC) έχει συσχετιστεί με 2,4-φορές υψηλότερη έκθεση στην ατορβαστατίνη (AUC) από ό,τι σε ανθρώπους χωρίς αυτή την παραλλαγή γονότυπου (c.521TT). Μια γενετικά διαταραγμένη ηπατική πρόσληψη της ατορβαστατίνης σε αυτούς τους ασθενείς είναι επίσης πιθανή. Οι πιθανές συνέπειες για την αποτελεσματικότητα είναι άγνωστες.