AZITHROMYCIN
Αζιθρομυκίνη
Στην ομάδα αυτή ανήκουν η ερυθρομυκίνη, η σπιραμυκίνη και τα νεότερα μακρολίδια, τα οποία είναι η κλαριθρομυκίνη, η ροξιθρομυκίνη και η αζιθρομυκίνη. H ερυθρομυκίνη σε χορήγηση από το στόμα εμφανίζει διάφορο βαθμό απορροφήσεως αναλόγως του χρησιμοποιούμενου άλατος ή εστέρα. …
Εμπορικά Ονόματα
Κλινική Σύνοψη
Προτεραιότητα πηγών: SPC, ΕΟΦ, DrugBank
clinical_notes
ΕΟΦ
Ενδείξεις
expand_more
Ενδείξεις
medication
SPC-CEFEPIME-KABI
Δοσολογία
expand_more
Δοσολογία
- Οδός: Ενδοφλέβια
- Χορήγηση: Κάθε 8 ή 12 ώρες, ανάλογα με τη σοβαρότητα της λοίμωξης και τη νεφρική λειτουργία.
- Δόση έναρξης: 2 g IV (για ενήλικες με σοβαρές λοιμώξεις, φυσιολογική νεφρική λειτουργία)
- Τιτλοποίηση: Η δόση συντήρησης προσαρμόζεται ανάλογα με την κάθαρση κρεατινίνης.
-
Ενήλικες και έφηβοι (> 12 ετών) με βάρος σώματος > 40 kgΔόση2 g IVΜέγ. δόση2 g IVΣοβαρές λοιμώξεις: 12h. Πολύ σοβαρές ή δυνητικά θανατηφόρες λοιμώξεις: 8h. Διάρκεια: 7-10 ημέρες.
-
Βρέφη και παιδιά (ηλικίας από 2 μηνών έως 12 ετών και/ή με βάρος σώματος ≤ 40 kg, με φυσιολογική νεφρική λειτουργία)Δόση50 mg/kgΚάθε 12 ώρες για 10 ημέρες (νοσοκομειακή πνευμονία, επιπλεγμένες λοιμώξεις ουροποιητικού). Κάθε 8 ώρες για πιο σοβαρές λοιμώξεις. Εμπειρική θεραπεία εμπύρετης ουδετεροπενίας: κάθε 8 ώρες για 7-10 ημέρες.
-
Παιδιά με βάρος σώματος > 40 kgΥιοθετούνται οι συστάσεις δοσολογίας για τους ενήλικες.
-
Ασθενείς άνω των 12 ετών με βάρος σώματος < 40 kgΥιοθετούνται οι συνιστώμενες δοσολογίες για νεότερους ασθενείς με βάρος σώματος < 40 kg. Η δόση δεν πρέπει να υπερβαίνει τη μέγιστη συνιστώμενη δόση για τους ενηλίκους (2 g κάθε 8h).
-
Ενήλικες με ήπια έως μέτρια νεφρική δυσλειτουργίαΣυνιστώμενη αρχική δόση ίδια με ασθενείς με φυσιολογική νεφρική λειτουργία. Οι δόσεις συντήρησης προσαρμόζονται ανάλογα με την κάθαρση κρεατινίνης (βλ. πίνακα).
-
Ενήλικες και έφηβοι (> 12 ετών) με νεφρική δυσλειτουργίαΔοσολογία συντήρησης προσαρμόζεται ανάλογα με την κάθαρση κρεατινίνης (βλ. πίνακα).
-
Ασθενείς σε αιμοκάθαρσηΔόση εφόδου την πρώτη μέρα, ακολουθούμενη από 500 mg ημερησίως. Τις ημέρες αιμοκάθαρσης, χορηγείται μετά τη συνεδρία. Συνολική δόση 500 mg κάθε 24h.
-
Ασθενείς σε συνεχή περιπατητική περιτοναϊκή κάθαρση (CAPD)Ίδιες δόσεις όπως σε ασθενείς με φυσιολογική νεφρική λειτουργία, με ενδιάμεσα χρονικά διαστήματα 48 ωρών.
-
Βρέφη και παιδιά έως 12 ετών με βάρος σώματος ≤ 40 kg και με μεταβληθείσα νεφρική λειτουργίαΕξέταση προσαρμογής δόσης. Μεταβολές παρόμοιες με αυτές των ενηλίκων συνιστώνται. Συγκρίσιμη δόση: 50 mg/kg (2-12 ετών), 30 mg/kg (1-2 μηνών) με 2g σε ενήλικες. Εφαρμόζεται παράταση ενδιάμεσων διαστημάτων ή μείωση δόσης.
-
Ασθενείς με μεταβληθείσα ηπατική λειτουργίαΔεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης.
-
ΗλικιωμένοιΕπιλογή δοσολογίας με προσοχή, παρακολούθηση νεφρικής λειτουργίας. Προσαρμογή εάν η νεφρική λειτουργία είναι μειωμένη.
block
SPC-CEFEPIME-KABI
Αντενδείξεις
expand_more
Αντενδείξεις
-
Προηγούμενες αντιδράσεις υπερευαισθησίας στην κεφεπίμη, ή σε οποιοδήποτε από τα έκδοχα που αναφέρονται στην παράγραφο 6.1, σε οποιαδήποτε άλλη κεφαλοσπορίνη, ή οποιοδήποτε άλλο αντιβιοτικό β-λακτάμης (π.χ. πενικιλλίνες, μονοβακτάμες και καρβαπενέμες).
warning
SPC-CEFEPIME-KABI
Προειδοποιήσεις
expand_more
Προειδοποιήσεις
-
Αντιδράσεις υπερευαισθησίαςΠριν την έναρξη της θεραπείας με κεφεπίμη, πρέπει να πραγματοποιηθεί προσεκτική έρευνα για να εξακριβωθεί εάν ο ασθενής είχε στο παρελθόν αντιδράσεις υπερευαισθησίας στην κεφεπίμη, στις β-λακτάμες ή άλλα φαρμακευτικά προϊόντα. Η κεφεπίμη πρέπει να χορηγείται με προσοχή σε ασθενείς με ιστορικό άσθματος ή αλλεργική διάθεση. Ο ασθενής πρέπει να παρακολουθείται προσεκτικά κατά την διάρκεια της πρώτης χορήγησης. Εάν παρουσιαστεί μία αλλεργική αντίδραση, η θεραπεία πρέπει να διακοπεί αμέσως. Οι σοβαρές αντιδράσεις υπερευαισθησίας ενδέχεται να απαιτήσουν επινεφρίνη ή άλλη υποστηρικτική θεραπεία.
-
Αντιβακτηριακή δραστικότητα της κεφεπίμηςΔεν είναι κατάλληλη για τη θεραπεία ορισμένων τύπων λοιμώξεων, εκτός εάν το παθογόνο είναι ήδη ταυτοποιημένο και είναι γνωστό ότι είναι ευαίσθητο ή υπάρχει πολύ μεγαλή υποψία ότι το(α) πιο πιθανό(ά) παθογόνο (α) θα ήταν κατάλληλα για θεραπεία με κεφεπίμη (βλέπε παράγραφο 5.1).
-
ΕπιλοίμωξηΕάν τυχόν εμφανιστεί επιλοίμωξη κατά τη διάρκεια της θεραπείας, πρέπει να ληφθούν υποστηρικτικά μέτρα.
-
Διάρροια σχετιζόμενη με Clostridium difficileΗ CDAD πρέπει να εξετάζεται ως ενδεχόμενο σε όλους τους ασθενείς που εμφανίζουν διάρροια μετά από χρήση αντιβιοτικών. Ένα προσεκτικό ιατρικό ιστορικό είναι απαραίτητο, δεδομένου ότι η CDAD έχει αναφερθεί να ότι εμφανίζεται πάνω από δύο μήνες μετά τη χορήγηση των αντιβακτηριακών παραγόντων. Εάν υπάρχει υποψία ή επιβεβαίωση για CDAD, η συνεχιζόμενη χρήση των αντιβιοτικών που δεν επιδρούν κατά του C. di[icile μπορεί να χρειαστεί να διακοπεί.
-
Νεφρική δυσλειτουργίαΠληθυσμόςΑσθενείς με νεφρική δυσλειτουργία (κάθαρση κρεατινίνης ≤ 50 mL/min) ή άλλες καταστάσεις που μπορεί να διακυβεύσουν τη νεφρική λειτουργίαΗ δοσολογία της κεφεπίμης πρέπει να προσαρμόζεται για να αντισταθμίσει το βραδύτερο ρυθμό της νεφρικής αποβολής. Η δόση συντήρησης πρέπει να μειώνεται. Η συνέχιση της δοσολογίας πρέπει να καθορίζεται από το βαθμό της νεφρικής δυσλειτουργίας, τη σοβαρότητα της λοίμωξης και την ευαισθησία των παθογόνων οργανισμών (βλέπε παραγράφους 4.2 και 5.2).
-
Ηλικιωμένοι ασθενείςΠληθυσμόςΗλικιωμένοι ασθενείςΣυνιστώνται προσαρμογές της δοσολογίας, εάν υπάρχει έκπτωση της νεφρικής λειτουργίας (βλέπε παράγραφο 4.2 και 5.2). Η επιλογή της δόσης να γίνεται με προσοχή και πρέπει να παρακολουθείται η νεφρική λειτουργία (βλέπε παραγράφους 4.8 και 5.2).
-
Παρεμβολή σε ορολογικές δοκιμασίεςΤα αντβιοτικά των κεφαλοσπορινών μπορεί να παράγουν μία ψευδώς θετική αντίδραση γλυκόζης στα ούρα με δοκιμασίες αναγωγής χαλκού (διάλυμα Benedict’s ή Fehlings ή με Clinitest δισκία), αλλά όχι με δοκιμασίες που βασίζονται σε ένζυμα (οξειδάση της γλυκόζης) για γλυκοζουρία. Ως εκ τούτου, συνιστάται να χρησιμοποιούνται δοκιμασίες γλυκόζης με βάση τις ενζυματικές αντιδράσεις οξειδάσης της γλυκόζης.
swap_horiz
SPC-CEFEPIME-KABI
Αλληλεπιδράσεις
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
-
Αμινογλυκοσίδες και ισχυρά διουρητικάπαρακολούθησηΠιθανή νεφροτοξικότηταΣύστασηΗ νεφρική λειτουργία πρέπει να παρακολουθείται προσεκτικά.
-
Αντιθρομβωτικά της κουμαρίνηςπαρακολούθησηΕνίσχυση δράσης
-
Βακτηριοστατικά αντιβιοτικάπαρακολούθησηΠαρέμβαση στη δράση των β-λακταμών
sick
SPC-CEFEPIME-KABI
Ανεπιθύμητες ενέργειες
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
- Καντιντίαση του στόματος
- Κολπική λοίμωξη
- Καντιντίαση
- Δοκιμασία Coombs θετική
- Χρόνος προθρομβίνης παρατεταμένος
- Χρόνος μερικής θρομβοπλαστίνης παρατεταμένος
- Αναιμία
- Ηωσινοφιλία
- Θρομβοπενία
- Λευκοπενία
- Ουδετεροπενία
- Απλαστική αναιμία
- Αιμολυτική αναιμία
- Ακοκκιοκυτταραιμία
- Αναφυλακτική αντίδραση
- Αγγειοοίδημα
- Αναφυλακτικό σοκ
- Γλυκόζη ούρων ψευδώς θετική
- Συγχυτική κατάσταση
- Ψευδαίσθηση
- Κεφαλαλγία
- Σπασμός
- Status epilepticus χωρίς σπασμούς
- Παραισθησία
- Δυσγευσία
- Ζάλη
- Κώμα
- Λήθαργος
- Εγκεφαλοπάθεια
- Μεταβληθείσα κατάσταση συνείδησης
- Μυόκλωνος
- Φλεβίτιδα στη θέση έγχυσης
- Αγγειοδιαστολή
- Αιμορραγία
- Δύσπνοια
- Διάρροια
- Ψευδομεμβρανώδης κολίτιδα
- Κολίτιδα
- Ναυτία
- Έμετος
- Κοιλιακό άλγος
- Δυσκοιλιότητα
- Γαστρεντερική διαταραχή
- Αμινοτρανσφεράση της αλανίνης αυξημένη
- Αμινοτρανσφεράση του ασπαρτικού οξέος αυξημένη
- Χολερυθρίνη αίματος αυξημένη
- Εξάνθημα
- Ερύθημα
- Κνίδωση
- Κνησμός
- Σύνδρομο Stevens-Johnson
- Τοξική επιδερμική νεκρόλυση
- Πολύμορφο ερύθημα
- Ουρία αίματος αυξημένη
- Κρεατινίνη αίματος αυξημένη
- Τοξική νεφροπάθεια
- Νεφρική ανεπάρκεια
- Κνησμός γεννητικών οργάνων
- Αντίδραση της θέσης έγχυσης
- Άλγος της θέσης ένεσης
- Φλεγμονή της θέσης ένεσης
- Πυρεξία
- Φλεγμονή της θέσης έγχυσης
- Ρίγη
- Αλκαλική φωσφατάση αυξημένη
Λεπτομέρειες κατά συχνότητα expand_more
-
ΣυχνέςΚαντιντίαση του στόματοςΛοιμώξεις και παρασιτώσεις
-
ΣυχνέςΚολπική λοίμωξηΛοιμώξεις και παρασιτώσεις
-
Όχι συχνέςΚαντιντίασηΛοιμώξεις και παρασιτώσεις
-
ΣυχνέςΔοκιμασία Coombs θετικήΔιαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος
-
Όχι συχνέςΧρόνος προθρομβίνης παρατεταμένοςΔιαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος
-
Όχι συχνέςΧρόνος μερικής θρομβοπλαστίνης παρατεταμένοςΔιαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος
-
ΣπάνιεςΑναιμίαΔιαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος
-
ΣπάνιεςΗωσινοφιλίαΔιαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος
-
ΣπάνιεςΘρομβοπενίαΔιαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος
-
ΣπάνιεςΛευκοπενίαΔιαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος
-
ΣπάνιεςΟυδετεροπενίαΔιαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος
-
Μη γνωστέςΑπλαστική αναιμίαΔιαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος
-
Μη γνωστέςΑιμολυτική αναιμίαΔιαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος
-
Μη γνωστέςΑκοκκιοκυτταραιμίαΔιαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος
-
Μη γνωστέςΑναφυλακτική αντίδρασηΔιαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος
-
Μη γνωστέςΑγγειοοίδημαΔιαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος
-
Μη γνωστέςΑναφυλακτικό σοκΔιαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος
-
Όχι συχνέςΓλυκόζη ούρων ψευδώς θετικήΔιαταραχές του μεταβολισμού και της θρέψης
-
Όχι συχνέςΣυγχυτική κατάστασηΨυχιατρικές διαταραχές
-
Όχι συχνέςΨευδαίσθησηΨυχιατρικές διαταραχές
-
ΣυχνέςΚεφαλαλγίαΔιαταραχές του νευρικού συστήματος
-
Όχι συχνέςΣπασμόςΔιαταραχές του νευρικού συστήματος
-
Όχι συχνέςStatus epilepticus χωρίς σπασμούςΔιαταραχές του νευρικού συστήματος
-
Όχι συχνέςΠαραισθησίαΔιαταραχές του νευρικού συστήματος
-
Όχι συχνέςΔυσγευσίαΔιαταραχές του νευρικού συστήματος
-
Όχι συχνέςΖάληΔιαταραχές του νευρικού συστήματος
-
ΣπάνιεςΚώμαΔιαταραχές του νευρικού συστήματος
-
ΣπάνιεςΛήθαργοςΔιαταραχές του νευρικού συστήματος
-
ΣπάνιεςΕγκεφαλοπάθειαΔιαταραχές του νευρικού συστήματος
-
ΣπάνιεςΜεταβληθείσα κατάσταση συνείδησηςΔιαταραχές του νευρικού συστήματος
-
ΣπάνιεςΜυόκλωνοςΔιαταραχές του νευρικού συστήματος
-
ΣυχνέςΦλεβίτιδα στη θέση έγχυσηςΑγγειακές διαταραχές
-
Όχι συχνέςΑγγειοδιαστολήΑγγειακές διαταραχές
-
ΣπάνιεςΑιμορραγίαΑγγειακές διαταραχές
-
ΣπάνιεςΔύσπνοιαΔιαταραχές του αναπνευστικού συστήματος, του θώρακα και του μεσοθωρακίου
-
ΣυχνέςΔιάρροιαΔιαταραχές του γαστρεντερικού
-
Όχι συχνέςΨευδομεμβρανώδης κολίτιδαΔιαταραχές του γαστρεντερικού
-
Όχι συχνέςΚολίτιδαΔιαταραχές του γαστρεντερικού
-
Όχι συχνέςΝαυτίαΔιαταραχές του γαστρεντερικού
-
Όχι συχνέςΈμετοςΔιαταραχές του γαστρεντερικού
-
ΣπάνιεςΚοιλιακό άλγοςΔιαταραχές του γαστρεντερικού
-
ΣπάνιεςΔυσκοιλιότηταΔιαταραχές του γαστρεντερικού
-
Μη γνωστέςΓαστρεντερική διαταραχήΔιαταραχές του γαστρεντερικού
-
ΣυχνέςΑμινοτρανσφεράση της αλανίνης αυξημένηΔιαταραχές του ήπατος και των χοληφόρων
-
ΣυχνέςΑμινοτρανσφεράση του ασπαρτικού οξέος αυξημένηΔιαταραχές του ήπατος και των χοληφόρων
-
ΣυχνέςΧολερυθρίνη αίματος αυξημένηΔιαταραχές του ήπατος και των χοληφόρων
-
ΣυχνέςΕξάνθημαΔιαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
-
Όχι συχνέςΕρύθημαΔιαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
-
Όχι συχνέςΚνίδωσηΔιαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
-
Όχι συχνέςΚνησμόςΔιαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
-
ΣπάνιεςΣύνδρομο Stevens-JohnsonΔιαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
-
ΣπάνιεςΤοξική επιδερμική νεκρόλυσηΔιαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
-
ΣπάνιεςΠολύμορφο ερύθημαΔιαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
-
ΣυχνέςΟυρία αίματος αυξημένηΔιαταραχές των νεφρών και των ουροφόρων οδών
-
ΣυχνέςΚρεατινίνη αίματος αυξημένηΔιαταραχές των νεφρών και των ουροφόρων οδών
-
ΣπάνιεςΤοξική νεφροπάθειαΔιαταραχές των νεφρών και των ουροφόρων οδών
-
ΣπάνιεςΝεφρική ανεπάρκειαΔιαταραχές των νεφρών και των ουροφόρων οδών
-
Όχι συχνέςΚνησμός γεννητικών οργάνωνΔιαταραχές του αναπαραγωγικού συστήματος και του μαστού
-
Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησηςΑντίδραση της θέσης έγχυσηςΓενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
-
Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησηςΆλγος της θέσης ένεσηςΓενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
-
Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησηςΦλεγμονή της θέσης ένεσηςΓενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
-
ΣυχνέςΠυρεξίαΓενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
-
ΣυχνέςΦλεγμονή της θέσης έγχυσηςΓενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
-
Όχι συχνέςΡίγηΓενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
-
ΣυχνέςΑλκαλική φωσφατάση αυξημένηΠαρακλινικές εξετάσεις
pregnant_woman
SPC-CEFEPIME-KABI
Κύηση / γαλουχία
Επίπεδο κινδύνου: Με προσοχή
expand_more
Κύηση / γαλουχία
-
ΓονιμότηταΆγνωστοΔεν παρατηρήθηκε έκπτωση της γονιμότητας σε αρουραίους. Δεν διατίθενται δεδομένα σχετικά με τη χρήση κεφεπίμης στην ανθρώπινη γονιμότητα.
-
ΚύησηΜε προσοχήΜελέτες αναπαραγωγής σε ποντικούς, αρουραίους και κουνέλια δεν κατέδειξαν βλάβη στο έμβρυο, ωστόσο, δεν υπάρχουν επαρκείς και καλά ελεγχόμενες μελέτες σε έγκυες γυναίκες. Επειδή οι μελέτες αναπαραγωγής σε ζώα δεν είναι πάντα προγνωστικές της ανθρώπινης ανταπόκρισης, αυτό το φάρμακο πρέπει να χρησιμοποιείται κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης, μόνο εάν είναι σαφώς απαραίτητο.
-
ΓαλουχίαΜε προσοχήΗ κεφεπίμη απεκκρίνεται στο ανθρώπινο μητρικό γάλα σε πολύ μικρές συγκεντρώσεις. Πρέπει να επιδεικνύεται προσοχή, όταν η κεφεπίμη χορηγείται σε θεραπευτικές δόσεις σε μία θηλάζουσα γυναίκα, το βρέφος πρέπει να παρακολουθείται στενά.
neurology
DrugBank
Μηχανισμός δράσης
expand_more
Μηχανισμός δράσης
monitor_heart
SPC-CEFEPIME-KABI
Φαρμακοδυναμική
expand_more
Φαρμακοδυναμική
biotech
SPC-CEFEPIME-KABI
Φαρμακοκινητική
expand_more
Φαρμακοκινητική
hub
PubChem
Μεταβολισμός
expand_more
Μεταβολισμός
bloodtype
DrugBank
Απέκκριση
expand_more
Απέκκριση
Σκευάσματα & Τιμολόγηση
Μονογραφίες Πηγών
Αναλυτικό περιεχόμενο ανά πηγή για τεκμηρίωση και έλεγχο
medication
Δοσολογία
SPC-CEFEPIME-KABI
expand_more
Δοσολογία
Το Cefepime Kabi πρέπει να χορηγείται δια της ενδοφλέβιας οδού (βλέπε παράγραφο 4.2 «Τρόπος χορήγησης») μετά από ανασύσταση (βλέπε παράγραφο 6.6).
Η δοσολογία εξαρτάται από τη σοβαρότητα, την ευαισθησία, το σημείο και τον τύπο της λοίμωξης, και από την ηλικία και την νεφρική λειτουργία του ασθενή.
Ενήλικες και έφηβοι (> 12 ετών) με βάρος σώματος > 40 kg
Το συνιστώμενο δοσολογικό σχήμα για τους ενήλικες και τους εφήβους (> 12 ετών) με βάρος σώματος > 40 kg με φυσιολογική νεφρική λειτουργία:
| Σοβαρότητα λοίμωξης | Δοσολογία και οδός χορήγησης | Χρονικό διάστημα μεταξύ των χορηγήσεων |
|---|---|---|
| Σοβαρές λοιμώξεις που περιλαμβάνουν: |
- Νοσοκομειακή πνευμονία
- Επιπλεγμένες λοιμώξεις του ουροποιοητικού συστήματος
- Επιπλεγμένες ενδοκοιλιακές λοιμώξεις
- Περιτονίτιδα σχετιζόμενη με την αιμοκάθαρση σε ασθενείς σε CAPD | 2 g IV | 12 h | | Πολύ σοβαρές ή δυνητικά θανατηφόρες λοιμώξεις που περιλαμβάνουν:
- Εμπύρετα επεισόδια προκαλούμενα από βακτηριακές λοιμώξεις σε ουδετεροπενικούς ασθενείς | 2 g IV | 8 h |
Η συνήθης διάρκεια της θεραπείας είναι 7 έως 10 ημέρες, ωστόσο πιο σοβαρές λοιμώξεις μπορεί να χρειάζονται μεγαλύτερης διάρκειας θεραπεία. Για την εμπειρική θεραπεία εμπύρετης ουδετεροπενίας, η συνήθης διάρκεια θεραπείας είναι 7 ημέρες ή ώσπου να εξαλειφθεί η ουδετεροπενία.
Βρέφη και παιδιά (ηλικίας από 2 μηνών έως 12 ετών και/ή με βάρος σώματος ≤ 40 kg, με φυσιολογική νεφρική λειτουργία)
Συνήθης συνιστώμενη δοσολογία:
Παιδιά ηλικίας κάτω των δύο μηνών:
Δεν υπάρχουν επαρκή στοιχεία να υποστηρίξουν την χρήση της Κεφεπίμης σε βρέφη ηλικίας κάτω των 2 μηνών.
Βρέφη και παιδιά ηλικίας άνω των 2 μηνών έως 12 ετών και με βάρος σώματος ≤ 40 kg:
- Νοσοκομειακή πνευμονία, επιπλεγμένες λοιμώξεις του ουροποιητικού συστήματος: 50 mg/kg κάθε 12 ώρες για 10 ημέρες.
- Για πιο σοβαρές λοιμώξεις, η δόση μπορεί να χορηγείται κάθε 8 ώρες.
Εμπειρική θεραπεία της εμπύρετης ουδετεροπενίας:
- 50 mg/kg κάθε 8 ώρες για 7-10 ημέρες.
Παιδιά με βάρος σώματος > 40 kg:
Πρέπει να υιοθετούνται οι συστάσεις δοσολογίας για τους ενήλικες.
Για ασθενείς ηλικίας άνω των 12 ετών με βάρος σώματος < 40 kg, πρέπει να υιοθετούνται οι συνιστώμενες δοσολογίες για νεότερους ασθενείς με βάρος σώματος < 40 kg. Η δοσολογία που εφαρμόζεται στα παιδιά δεν πρέπει να υπερβαίνει τη μέγιστη συνιστώμενη δόση για τους ενηλίκους (2 g κάθε 8h).
Ενήλικες με νεφρική δυσλειτουργία
Στους ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία, η δόση κεφεπίμης πρέπει να προσαρμόζεται ώστε να αναπληρώνει το βραδύτερο ρυθμό νεφρικής αποβολής. Η συνιστώμενη αρχική δόση της κεφεπίμης σε ασθενείς με ήπια έως μέτρια νεφρική δυσλειτουργία πρέπει να είναι ίδια με τη δόση που χρησιμοποιείται σε ασθενείς με φυσιολογική νεφρική λειτουργία. Οι δόσεις συντήρησης της κεφεπίμης που συνιστώνται σε ενήλικες και εφήβους (> 12 ετών) με νεφρική δυσλειτουργία παρουσιάζονται στον παρακάτω πίνακα.
Εάν είναι διαθέσιμο μόνον το επίπεδο της κρεατινίνης, μπορεί να χρησιμοποιηθεί ο παρακάτω τύπος (εξίσωση Cockcroft-Gault) για να προσδιοριστεί η κάθαρση της κρεατινίνης. Η κρεατινίνη ορού πρέπει να αντιπροσωπεύει τη νεφρική λειτουργία σε σταθεροποιημένη κατάσταση:
- Άνδρες: Κάθαρση κρεατινίνης (ml/min) = βάρος σώματος (kg) x (140 - ηλικία) / (72 x κρεατινίνη ορού (mg/dl))
- Γυναίκες: 0.85 x τιμή που υπολογίστηκε από τον τύπο των ανδρών
Δοσολογικό σχήμα συντήρησης για ενήλικες και εφήβους (> 12 ετών) με νεφρική ανεπάρκεια
| Κάθαρση κρεατινίνης (ml/min) | Συνιστώμενη δοσολογία συντήρησης βασισμένη στη σοβαρότητα της λοίμωξης (+ του χρονικού διαστήματος μεταξύ των χορηγήσεων) |
|---|---|
| Πολύ σοβαρές ή δυνητικά θανατηφόρες λοιμώξεις που περιλαμβάνουν - Εμπύρετα επεισόδια προκαλούμενα από βακτηριακές λοιμώξεις σε ουδετεροπενικούς ασθενείς | |
| > 50 (Συνήθης δόση, δεν απαιτείται προσαρμογή) | 2 g κάθε 8 h |
| 30-50 | 2 g κάθε 12 h |
| 11-29 | 2 g κάθε 24 h |
| ≤ 10 | 1 g κάθε 24 h |
| Αιμοκάθαρση* | 500 mg κάθε 24 h |
- Το φαρμακοκινητικό μοντέλο δείχνει ότι σε αυτούς τους ασθενείς απαιτείται μείωση της δοσολογίας. Σε ασθενείς που λαμβάνουν ταυτόχρονα κεφεπίμη και αιμοκάθαρση, η δοσολογία πρέπει να καθοριστεί ως ακολούθως: μία δόση εφόδου την πρώτη μέρα της θεραπείας με κεφεπίμη ακολουθούμενη από 500 mg ημερησίως στη συνέχεια. Τις ημέρες της αιμοκάθαρσης, η κεφεπίμη πρέπει να χορηγείται μετά τη συνεδρία αιμοκάθαρσης. Αν είναι εφικτό, η κεφεπίμη πρέπει να χορηγείται την ίδια ώρα κάθε ημέρα.
Ασθενείς σε αιμοκάθαρση
Για τους ασθενείς σε αιμοκάθαρση δείτε τον παραπάνω πίνακα. Σε ασθενείς που υποβάλλονται σε αιμοκάθαρση, περίπου το 68% της συνολικής ποσότητας κεφεπίμης που υπάρχει στο σώμα κατά την έναρξη της αιμοκάθαρσης θα αποβληθεί κατά την διάρκεια μίας αιμοκάθαρσης 3 ωρών.
Ασθενείς σε συνεχή περιπατητική περιτοναϊκή κάθαρση (CAPD)
Σε ασθενείς που υποβάλλονται σε συνεχή περιπατητική περιτοναϊκή κάθαρση (CAPD), η κεφεπίμη μπορεί να χορηγηθεί στις ίδιες δόσεις που συνιστώνται σε ασθενείς με φυσιολογική νεφρική λειτουργία με ενδιάμεσα χρονικά διαστήματα των 48 ωρών.
Βρέφη και παιδιά έως 12 ετών με βάρος σώματος ≤ 40 kg και με μεταβληθείσα νεφρική λειτουργία
Καθώς η απέκκριση στα ούρα είναι η πρωταρχική οδός αποβολής της κεφεπίμης στα παιδιά (βλέπε παράγραφο 5.2), η προσαρμογή της δόσης της κεφεπίμης πρέπει να εξετάζεται σε ασθενείς κάτω των 12 ετών με μεταβληθείσα νεφρική λειτουργία.
Κλινικά δεδομένα σε αυτήν την ομάδα ασθενών δεν είναι διαθέσιμα, ωστόσο καθώς οι φαρμακοκινητική της κεφεπίμης είναι συγκρίσιμη σε παιδιά και ενήλικες ασθενείς (βλέπε παράγραφο 5.2), μεταβολές στα δοσολογικά σχήματα παρόμοιες με αυτές των ενηλίκων συνιστώνται για τα παιδιά.
Μία δόση των 50 mg/kg για ασθενείς μεταξύ 2 μηνών και 12 ετών και μία δόση 30 mg/kg για βρέφη ηλικίας 1 έως 2 μηνών είναι συγκρίσιμες με μία δόση των 2 g σε ενήλικες. Εφαρμόζεται η ίδια παράταση των ενδιάμεσων χρονικών διαστημάτων μεταξύ των δόσεων και/ή η ίδια μείωση δόσης που συνιστάται στον παραπάνω πίνακα.
Εάν μόνον το επίπεδο της κρεατινίνης είναι διαθέσιμο, η κάθαρση της κρεατινίνης μπορεί να προσδιοριστεί χρησιμοποιώντας μία από τις παρακάτω μεθόδους:
- Κάθαρση κρεατινίνης (ml/min/1,73 m²) = 0,55 x ύψος (cm) / κρεατινίνη ορού (mg/dl)
- Κάθαρση κρεατινίνης (ml/min/1,73 m²) = 0,52 x ύψος (cm) - 3,6 / κρεατινίνη ορού (mg/dl)
Μεταβληθείσα ηπατική λειτουργία
Δεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης σε ασθενείς με μεταβληθείσα ηπατική λειτουργία.
Χρήση σε ηλικιωμένους
Καθώς οι ηλικιωμένοι βρίσκονται σε αυξημένο κίνδυνο για μειωμένη νεφρική λειτουργία, η δοσολογία πρέπει να επιλέγεται με προσοχή και πρέπει να παρακολουθείται η νεφρική λειτουργία (βλέπε παραγράφους 4.4 και 4.8). Συνιστάται η προσαρμογή της δοσολογίας εάν η νεφρική λειτουργία είναι μειωμένη (βλέπε παράγραφο 4.2 «Ενήλικες με νεφρική δυσλειτουργία» και παράγραφο 5.2).
Τρόπος χορήγησης:
Οδός Χορήγησης: Μετά από κατάλληλη ανασύσταση το Cefepime Kabi μπορεί να χορηγηθεί απευθείας με ενδοφλέβια ένεση διάρκειας 3 έως 5 λεπτών ή να ενεθεί στο σωλήνα μίας συσκευής χορήγησης ενόσω ο ασθενής λαμβάνει ένα συμβατό ενδοφλέβιο διάλυμα ή μέσω ενδοφλέβιας έγχυσης διάρκειας 30 λεπτών. Για οδηγίες σχετικά με την ανασύσταση/αραίωση του προϊόντος πριν από την χορήγηση, βλ. παράγραφο 6.6.
block
Αντενδείξεις
SPC-CEFEPIME-KABI
expand_more
Αντενδείξεις
warning
Προειδοποιήσεις
SPC-CEFEPIME-KABI
expand_more
Προειδοποιήσεις
Αντιδράσεις υπερευαισθησίας
Όπως με όλους τους β-λακταμικούς αντιβακτηριακούς παράγοντες, έχουν αναφερθεί σοβαρές και ενίοτε θανατηφόρες αντιδράσεις υπερευαισθησίας.
Πριν την έναρξη της θεραπείας με κεφεπίμη, πρέπει να πραγματοποιηθεί προσεκτική έρευνα για να εξακριβωθεί εάν ο ασθενής είχε στο παρελθόν αντιδράσεις υπερευαισθησίας στην κεφεπίμη, στις β-λακτάμες ή άλλα φαρμακευτικά προϊόντα.
Η κεφεπίμη πρέπει να χορηγείται με προσοχή σε ασθενείς με ιστορικό άσθματος ή αλλεργική διάθεση. Ο ασθενής πρέπει να παρακολουθείται προσεκτικά κατά την διάρκεια της πρώτης χορήγησης.
Εάν παρουσιαστεί μία αλλεργική αντίδραση, η θεραπεία πρέπει να διακοπεί αμέσως.
Οι σοβαρές αντιδράσεις υπερευαισθησίας ενδέχεται να απαιτήσουν επινεφρίνη ή άλλη υποστηρικτική θεραπεία.
Αντιβακτηριακή δραστικότητα της κεφεπίμης
Λόγω του σχετικά περιορισμένου φάσματος αντιβακτηριακής δραστικότητας της κεφεπίμης, δεν είναι κατάλληλη για τη θεραπεία ορισμένων τύπων λοιμώξεων, εκτός εάν το παθογόνο είναι ήδη ταυτοποιημένο και είναι γνωστό ότι είναι ευαίσθητο ή υπάρχει πολύ μεγαλή υποψία ότι το(α) πιο πιθανό(ά) παθογόνο (α) θα ήταν κατάλληλα για θεραπεία με κεφεπίμη (βλέπε παράγραφο 5.1).
Επιλοίμωξη
Όπως με άλλα αντιβιοτικά, η χρήση της κεφεπίμης μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα υπερανάπτυξη μη ευαίσθητων οργανισμών. Εάν τυχόν εμφανιστεί επιλοίμωξη κατά τη διάρκεια της θεραπείας, πρέπει να ληφθούν υποστηρικτικά μέτρα.
Διάρροια σχετιζόμενη με Clostridium difficile
Η διάρροια σχετιζόμενη με Clostridium di[icile (CDAD) έχει αναφερθεί με τη χρήση σχεδόν όλων των αντιβακτηριακών παραγόντων, συμπεριλαμβανομένης της κεφεπίμης, και μπορεί να κυμαίνεται σε σοβαρότητα από ήπια διάρροια έως θανατηφόρα κολίτιδα. Η CDAD πρέπει να εξετάζεται ως ενδεχόμενο σε όλους τους ασθενείς που εμφανίζουν διάρροια μετά από χρήση αντιβιοτικών. Ένα προσεκτικό ιατρικό ιστορικό είναι απαραίτητο, δεδομένου ότι η CDAD έχει αναφερθεί να ότι εμφανίζεται πάνω από δύο μήνες μετά τη χορήγηση των αντιβακτηριακών παραγόντων. Εάν υπάρχει υποψία ή επιβεβαίωση για CDAD, η συνεχιζόμενη χρήση των αντιβιοτικών που δεν επιδρούν κατά του C. di[icile μπορεί να χρειαστεί να διακοπεί.
Νεφρική δυσλειτουργία
Σε ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία (κάθαρση κρεατινίνης ≤ 50 mL/min) ή άλλες καταστάσεις που μπορεί να διακυβεύσουν τη νεφρική λειτουργία, η δοσολογία της κεφεπίμης πρέπει να προσαρμόζεται για να αντισταθμίσει το βραδύτερο ρυθμό της νεφρικής αποβολής. Επειδή οι υψηλές και παρατεταμένες συγκεντρώσεις αντιβιοτικού στον ορό μπορεί να συμβούν από τη συνήθη δοσολογία σε ασθενείς με νεφρική ανεπάρκεια ή άλλες καταστάσεις που μπορεί να διακυβεύσουν τη νεφρική λειτουργία, η δόση συντήρησης πρέπει να μειώνεται, όταν η κεφεπίμη χορηγείται σε αυτούς τους ασθενείς. Η συνέχιση της δοσολογίας πρέπει να καθορίζεται από το βαθμό της νεφρικής δυσλειτουργίας, τη σοβαρότητα της λοίμωξης και την ευαισθησία των παθογόνων οργανισμών (βλέπε παραγράφους 4.2 και 5.2).
Κατά τη διάρκεια της παρακολούθησης μετά την κυκλοφορία, οι ακόλουθες σοβαρές ανεπιθύμητες ενέργειες έχουν αναφερθεί: αναστρέψιμη εγκεφαλοπάθεια (διαταραχή της συνείδησης συμπεριλαμβανομένων σύγχυσης, ψευδαισθήσεων, λήθαργου και κώματος), μυόκλωνος, σπασμοί (συμπεριλαμβανομένου status epilepticus χωρίς σπασμούς) και/ή νεφρική ανεπάρκεια (βλέπε παράγραφο 4.8). Οι περισσότερες περιπτώσεις παρουσιάσθηκαν σε ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία, που έλαβαν δόσεις κεφεπίμης που ήταν μεγαλύτερες από τις συνιστώμενες.
Γενικά, τα συμπτώματα νευροτοξικότητας υποχώρησαν μετά τη διακοπή της κεφεπίμης και/ή μετά από αιμοκάθαρση, ωστόσο, μερικές περιπτώσεις συμπεριλάμβαναν θανατηφόρο κατάληξη.
Ηλικιωμένοι ασθενείς
Από τους περισσότερους από 6.400 ενήλικες που υπό θεραπεία με κεφεπίμη σε κλινικές μελέτες, το 35% ήταν 65 ετών ή μεγαλύτεροι ενώ το 16% ήταν 75 ετών ή μεγαλύτεροι. Για τους ηλικιωμένους ασθενείς σε κλινικές μελέτες, όταν οι ηλικιωμένοι ασθενείς έλαβαν τη συνήθη συνιστώμενη δόση για τους ενήλικες, η κλινική αποτελεσματικότητα και ασφάλεια ήταν συγκρίσιμες με την κλινική αποτελεσματικότητα και ασφάλεια στους μη ηλικιωμένους ενήλικες ασθενείς, εκτός εάν οι ασθενείς είχαν νεφρική ανεπάρκεια. Υπήρξε μία μικρή παράταση στο χρόνο ημίσειας ζωής αποβολής και μικρότερες τιμές νεφρικής κάθαρσης, σε σύγκριση με εκείνες που παρουσιάζονται σε νεότερα άτομα.
Συνιστώνται προσαρμογές της δοσολογίας, εάν υπάρχει έκπτωση της νεφρικής λειτουργίας (βλέπε παράγραφο 4.2 και 5.2).
Η κεφεπίμη είναι γνωστό ότι απεκκρίνεται κυρίως μέσω των νεφρών και ο κίνδυνος τοξικών αντιδράσεων από το φάρμακο αυτό ενδέχεται να είναι μεγαλύτερος σε ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία. Επειδή οι ηλικιωμένοι ασθενείς είναι περισσότερο πιθανό να έχουν μειωμένη νεφρική λειτουργία, πρέπει η επιλογή της δόσης να γίνεται με προσοχή και πρέπει να παρακολουθείται η νεφρική λειτουργία (βλέπε παραγράφους 4.8 και 5.2) Σοβαρές ανεπιθύμητες ενέργειες, συμπεριλαμβανομένων αναστρέψιμης εγκεφαλοπάθειας (διαταραχή της συνείδησης συμπεριλαμβανομένων σύγχυσης, ψευδαισθήσεων, λήθαργου και κώματος), μυόκλωνος, σπασμοί (συμπεριλαμβανομένου status epilepticus χωρίς σπασμούς) και/ή νεφρική ανεπάρκεια εμφανίσθηκαν σε ηλικιωμένους ασθενείς με νεφρική ανεπάρκεια, στους οποίους χορηγήθηκε η συνήθης δόση κεφεπίμης (βλέπε παράγραφο 4.8).
Παρεμβολή σε ορολογικές δοκιμασίες
Έχει περιγραφεί θετική δοκιμασία Coombs, χωρίς ένδειξη αιμόλυσης, σε ασθενείς που έλαβαν θεραπεία με κεφεπίμη δύο φορές την ημέρα.
Τα αντβιοτικά των κεφαλοσπορινών μπορεί να παράγουν μία ψευδώς θετική αντίδραση γλυκόζης στα ούρα με δοκιμασίες αναγωγής χαλκού (διάλυμα Benedict’s ή Fehlings ή με Clinitest δισκία), αλλά όχι με δοκιμασίες που βασίζονται σε ένζυμα (οξειδάση της γλυκόζης) για γλυκοζουρία. Ως εκ τούτου, συνιστάται να χρησιμοποιούνται δοκιμασίες γλυκόζης με βάση τις ενζυματικές αντιδράσεις οξειδάσης της γλυκόζης.
swap_horiz
Αλληλεπιδράσεις
SPC-CEFEPIME-KABI
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
Η νεφρική λειτουργία πρέπει να παρακολουθείται προσεκτικά, εάν η κεφεπίμη χρησιμοποιείται σε συνδυασμό με δυνητικά νεφροτοξικά φαρμακευτικά προϊόντα, όπως οι αμινογλυκοσίδες και τα ισχυρά διουρητικά.
Οι κεφαλοσπορίνες μπορεί να ενισχύουν της δράση των αντιθρομβωτικών της κουμαρίνης.
Η ταυτόχρονη θεραπεία με βακτηριοστατικά αντιβιοτικά μπορεί να παρεμβαίνει στη δράση των αντιβιοτικών των β-λακταμών.
sick
Ανεπιθύμητες ενέργειες
SPC-CEFEPIME-KABI
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
Ο παρακάτω πίνακας περιλαμβάνει τις ανεπιθύμητες ενέργειες του φαρμάκου που αναφέρθηκαν κατά τη διάρκεια της κλινικής ή μετά την κυκλοφορία εμπειρία. Ο κατάλογος παρουσιάζεται ανά κατηγορία οργανικού συστήματος, προτιμώμενο όρο MedDRA και συχνότητα, χρησιμοποιώντας τις ακόλουθες κατηγορίες συχνότητας: πολύ συχνές (≥ 1/10), συχνές (≥ 1/100 έως < 1/10), όχι συχνές (≥ 1/1.000 έως ≤ 1/100), σπάνιες (≥ 1/10.000 έως ≤ 1/1.000), πολύ σπάνιες (≤ 1/10.000), και μη γνωστές (δεν μπορούν να εκτιμηθούν με βάση τα διαθέσιμα δεδομένα).
Εντός κάθε κατηγορίας συχνότητας εμφάνισης, οι ανεπιθύμητες ενέργειες παρατίθενται κατά φθίνουσα σειρά σοβαρότητας.
Ανεπιθύμητες ενέργειες του φαρμάκου που αναφέρθηκαν κατά τη διάρκεια της κλινικής ή μετά την κυκλοφορία εμπειρία
| Κατηγορία οργανικού συστήματος | Πολύ συχνές | Συχνές | Όχι συχνές | Σπάνιες | Μη γνωστές |
|---|---|---|---|---|---|
| Λοιμώξεις και παρασιτώσεις | Καντιντίαση του στόματος, κολπική λοίμωξη | Καντιντίαση | |||
| Διαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος | Δοκιμασία Coombs θετική | Χρόνος προθρομβίνης παρατεταμένος, Χρόνος μερικής θρομβοπλαστίνης παρατεταμένος | αναιμία, ηωσινοφιλία, Θρομβοπενία, λευκοπενία, ουδετεροπενία | Απλαστική αναιμία | |
| α | |||||
| , αιμολυτική αναιμία | |||||
| α | |||||
| , ακοκκιοκυτταραιμία | |||||
| Διαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος | Αναφυλακτική αντίδραση, αγγειοοίδημα, Αναφυλακτικό σοκ | ||||
| Διαταραχές του μεταβολισμού και της θρέψης | Γλυκόζη ούρων ψευδώς θετική | ||||
| Ψυχιατρικές διαταραχές | Συγχυτική κατάσταση, Ψευδαίσθηση | ||||
| Διαταραχές του νευρικού συστήματος | Κεφαλαλγία | Σπασμός, status epilepticus χωρίς σπασμούς, παραισθησία, δυσγευσία, ζάλη | Κώμα, λήθαργος, εγκεφαλοπάθεια, μεταβληθείσα κατάσταση συνείδησης, μυόκλωνος | ||
| Αγγειακές διαταραχές | Φλεβίτιδα στη θέση έγχυσης | Αγγειοδιαστολή | Αιμορραγία | ||
| Διαταραχές του αναπνευστικού συστήματος, του θώρακα και του μεσοθωρακίου | Δύσπνοια | ||||
| Διαταραχές του γαστρεντερικού | Διάρροια | Ψευδομεμβρανώδης κολίτιδα, κολίτιδα, ναυτία, έμετος | Κοιλιακό άλγος, δυσκοιλιότητα | Γαστρεντερική διαταραχή | |
| Διαταραχές του ήπατος και των χοληφόρων | Αμινοτρανσφεράση της αλανίνης αυξημένη, αμινοτρανσφεράση του ασπαρτικού οξέος αυξημένη, χολερυθρίνη αίματος αυξημένη | ||||
| Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού | Εξάνθημα | Ερύθημα, κνίδωση, κνησμός | Σύνδρομο Stevens-Johnson | ||
| α | |||||
| , τοξική επιδερμική νεκρόλυση | |||||
| α | |||||
| , πολύμορφο ερύθημα | |||||
| α | |||||
| Διαταραχές των νεφρών και των ουροφόρων οδών | Ουρία αίματος αυξημένη, κρεατινίνη αίματος αυξημένη | Τοξική νεφροπάθεια | |||
| α | |||||
| , νεφρική ανεπάρκεια | |||||
| Διαταραχές του αναπαραγωγικού συστήματος και του μαστού | Κνησμός γεννητικών οργάνων | ||||
| Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης | Αντίδραση της θέσης έγχυσης, άλγος της θέσης ένεσης, φλεγμονή της θέσης ένεσης | Πυρεξία, φλεγμονή της θέσης έγχυσης | Ρίγη | ||
| Παρακλινικές εξετάσεις | Αλκαλική φωσφατάση αυξημένη |
α: Ανεπιθύμητες ενέργειες που είναι γενικά αποδεκτό ότι αποδίδονται σε άλλες ενώσεις της ίδιας τάξης.
Παιδιατρικοί ασθενείς
Το προφίλ ασφαλείας της κεφεπίμης στα νήπια και παιδιά είναι παρόμοιο με εκείνο που παρατηρείται στους ενήλικες. Η πιο συχνά αναφερόμενη ανεπιθύμητη ενέργεια που θεωρήθηκε ότι συνδέεται με την κεφεπίμη σε κλινικές δοκιμές ήταν το εξάνθημα.
pregnant_woman
Κύηση / γαλουχία
SPC-CEFEPIME-KABI
expand_more
Κύηση / γαλουχία
Γονιμότητα
Δεν παρατηρήθηκε έκπτωση της γονιμότητας σε αρουραίους. Δεν διατίθενται δεδομένα σχετικά με τη χρήση κεφεπίμης στην ανθρώπινη γονιμότητα.
Κύηση
Μελέτες αναπαραγωγής σε ποντικούς, αρουραίους και κουνέλια δεν κατέδειξαν βλάβη στο έμβρυο, ωστόσο, δεν υπάρχουν επαρκείς και καλά ελεγχόμενες μελέτες σε έγκυες γυναίκες. Επειδή οι μελέτες αναπαραγωγής σε ζώα δεν είναι πάντα προγνωστικές της ανθρώπινης ανταπόκρισης, αυτό το φάρμακο πρέπει να χρησιμοποιείται κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης, μόνο εάν είναι σαφώς απαραίτητο.
Θηλασμός
Η κεφεπίμη απεκκρίνεται στο ανθρώπινο μητρικό γάλα σε πολύ μικρές συγκεντρώσεις. Πρέπει να επιδεικνύεται προσοχή, όταν η κεφεπίμη χορηγείται σε θεραπευτικές δόσεις σε μία θηλάζουσα γυναίκα, το βρέφος πρέπει να παρακολουθείται στενά.
monitor_heart
Φαρμακοδυναμική
SPC-CEFEPIME-KABI
expand_more
Φαρμακοδυναμική
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: κεφαλοσπορίνες τέταρτης γενιάς, κωδικός ATC: J01D E01
Η υδροχλωρική κεφεπίμη είναι μία λευκή έως υποκίτρινη σκόνη. Τα ανασυσταμένα διαλύματα κεφεπίμης μπορεί να κυμαίνονται σε χρώμα από άχρωμα έως κίτρινο του κεχριμπαριού.
Μηχανισμός δράσης
Η κεφεπίμη είναι ένα αντιβιοτικό ευρέως φάσματος με in vitro βακτηριοκτόνο δράση ενάντια σε μεγάλο αριθμό θετικών κατά Gram και αρνητικών κατά Gram βακτηρίων. Η κεφεπίμη ασκεί την βακτηριοκτόνο δράση της με την αναστολή σύνθεσης του βακτηριακού τοιχώματος.
Η κεφεπίμη παρουσιάζει ταχεία διείσδυση εντός των κυτταρικών τοιχωμάτων των αρνητικών κατά Gram βακτηριακών κυττάρων. Κατέχει μεγάλη συγγένεια δέσμευσης με τις πρωτεΐνες που δεσμεύονται με τις πενικιλλίνες (penicillin-binding proteins - PBP), ιδιαιτέρως με την PBP3 του Escherichia coli και του Enterobacter cloacae, καθώς επίσης με την PBP2. Η μέτρια συγγένεια δέσμευσης με την PBP1a και 1b πιθανόν συμβάλλει επί επίσης στη συνολική βακτηριοκτόνο δράση της κεφεπίμης.
Μηχανισμός(οί) ανθεκτικότητας
Η κεφεπίμη επιδεικνύει μικρή συγγένεια δέσμευσης στις χρωμοσωμικά κωδικοποιημένες β-λακταμάσες και είναι ιδιαίτερα ανθεκτική στην υδρόλυση από τις περισσότερες βήτα-λακταμάσες.
Η ανθεκτικότητα των βακτηρίων στην κεφεπίμη μπορεί να είναι λόγω ενός ή περισσοτέρων από τους παρακάτω μηχανισμούς:
- μειωμένη συγγένεια δέσμευσης των πρωτεϊνών που δεσμεύονται με τις πενικιλλίνες για την κεφεπίμη,
- παραγωγή β-λακταμασών, οι οποίες μπορούν να υδρολύσουν αποτελεσματικά την κεφεπίμη (π.χ. αρκετές από τις β-λακταμάσες διευρυμένου φάσματος και τις χρωμοσωμικά μεσολαβούμενες β-λακταμάσες),
- αδιαπερατότητα της εξωτερικής μεμβράνης, η οποία περιορίζει την πρόσβαση της κεφεπίμης προς τις πρωτεΐνες που δεσμεύονται με τις πενικιλλίνες στους αρνητικούς κατά Gram οργανισμούς,
- αντλίες εκροής των δραστικών συστατικών.
Όρια ευαισθησίας
Τα όρια ευαισθησίας κατά EUCAST V5.0 σε ισχύ από την 01.01.2015 είναι ως ακολούθως:
| Οργανισμός | Ευαίσθητος | Ανθεκτικός |
|---|---|---|
| Enterobacteriaceae | ≤ 1 mg/l | > 4 mg/l |
| Pseudomonas spp | ≤ 8 | |
| α | ||
| mg/l | > 8 mg/l | |
| Staphylococcus spp. | – | |
| β | ||
| – | ||
| β | ||
| Streptococcus spp. (Groups A, B, C, G) | – | |
| γ | ||
| – | ||
| γ | ||
| Streptococcus pneumoniae | ≤ 1 | |
| δ | ||
| mg/l | > 2 mg/l | |
| Viridans group streptococci | ≤ 0,5 mg/l | > 0,5 mg/l |
| Haemophilus influenzae | ≤ 0,25 | |
| δ | ||
| mg/l | > 0,25 mg/l | |
| Moraxella catarrhalis | ≤ 4 mg/l | > 4 mg/l |
| Όρια ευαισθησίας μη σχετιζόμενα με είδη | ≤ 4 mg/l | > 8 |
| ε | ||
| mg/l |
α) Τα όρια ευαισθησίας σχετίζονται με θεραπεία υψηλής δόσης β) Η ευαισθησία των σταφυλόκοκκων στις κεφαλοσπορίνες συνάγεται από την ευαισθησία στην κεφοξιτίνη, εκτός από την κεφταζιδίμη, κεφιξίμη και κεφτιμπουτένη, οι οποίες δεν έχουν όρια ευαισθησίας και δεν πρέπει να χρησιμοποιούνται για σταφυλοκοκκικές λοιμώξεις. Ορισμένοι ανθεκτικοί στη μεθικιλλίνη S. aureus είναι ευαίσθητοι σε κεφταρολίνη και κεφτομπιπρόλη. γ) Η ευαισθησία των ομάδων στρεπτόκοκκου Α, Β, C και G στις κεφαλοσπορίνες συνάγεται από την ευαισθησία βενζυλοπενικιλλίνη. δ) Απομονωμένα στελέχη με τιμές ελάχιστης ανασταλτικής συγκέντρωσης (MIC) πάνω από το όριο ευαισθησίας είναι πολύ σπάνια ή δεν έχουν ακόμη αναφερθεί. Οι δοκιμασίες ταυτοποίησης και αντιμικροβιακής ευαισθησίας σε τέτοια απομονωμένα στελέχη πρέπει να επαναλαμβάνονται και, εάν το αποτέλεσμα επαληθεύεται, το στέλεχος να αποστέλλεται σε εργαστήριο αναφοράς. Μέχρι να υπάρξει απόδειξη σχετικά με την κλινική ανταπόκριση για επιβεβαιωμένα στελέχη με τιμές MIC πάνω από το τρέχον όριο ανθεκτικότητας, πρέπει να αναφέρονται ως ανθεκτικά. ε) Τα όρια ευαισθησίας εφαρμόζονται σε μία ημερήσια ενδοφλέβια δόση 2 g × 2 και υψηλή δόση τουλάχιστον 2 g × 3.
Ο επιπολασμός της ανθεκτικότητας σε μεμονωμένα βακτηριακά στελέχη μπορεί να ποικίλλει γεωγραφικά ανάλογα με την περιοχή και το χρόνο, επομένως συνιστάται να λαμβάνονται οι κατά τόπους πληροφορίες σχετικά με την ευαισθησία των στελεχών πριν την έναρξη της θεραπείας.
Συνήθως ευαίσθητα είδη
- Θετικά κατά Gram αερόβια: Staphylococcus aureus (ευαίσθητο στη μεθικιλλίνη), Streptococcus pyogenes
- Αρνητικά κατά Gram αερόβια: Citrobacter freundii, Enterobacter aerogenes, Haemophilus influenzae, Moraxella catarrhalis, Morganella morganii, Proteus mirabilis, Serratia marcescens
Είδη για τα οποία η επίκτητη ανθεκτικότητα μπορεί να αποτελεί πρόβλημα κατά τη χρήση
- Θετικά κατά Gram αερόβια: Staphylococcus aureus, Staphylococcus epidermidis, Staphylococcus haemolyticus, Staphylococcus hominis
- Αρνητικά κατά Gram αερόβια: Acinetobacter baumannii, Enterobacter cloacae, Escherichia coli, Klebsiella oxytoca, Klebsiella pneumoniae, Pseudomonas aeruginosa
Ενδογενώς ανθεκτικοί οργανισμοί
- Θετικά κατά Gram αερόβια: Enterococcus spp., Listeria monocytogenes, Staphylococcus aureus (ανθεκτικός στη μεθικιλλίνη)
- Αρνητικά κατά Gram αερόβια: Stenotrophomonas maltophilia
Αναερόβια
- Bacteroides spp., Clostridium difficile
Άλλοι μικροοργανισμοί
- Chlamydia spp., Chlamydophila spp., Legionella spp., Mycoplasma spp.
biotech
Φαρμακοκινητική
SPC-CEFEPIME-KABI
expand_more
Φαρμακοκινητική
Η φαρμακοκινητική της κεφεπίμης είναι γραμμική στο διάστημα ενδοφλεβίων (IV) δόσεων μεταξύ 250 mg-2 g. Δε μεταβάλλεται κατά τη διάρκεια της θεραπείας.
Κατανομή: Οι μέσες συγκεντρώσεις της κεφεπίμης στο πλάσμα που παρατηρήθηκαν σε ενήλικες άνδρες μετά από μία εφάπαξ ενδοφλέβια έγχυση των 500 mg, 1 g και 2 g για 30 λεπτά.
| Δόση κεφεπίμης | 0,5 ώρα | 1,0 ώρα | 2,0 ώρες | 4,0 ώρες | 8,0 ώρες | 12,0 ώρες |
|---|---|---|---|---|---|---|
| 1 g I.V. | 78,7 | 44,5 | 24,3 | 10,5 | 2,4 | 0,6 |
| 2 g I.V. | 163,1 | 85,8 | 44,8 | 19,2 | 3,9 | 1,1 |
Σε σύγκριση με τα κοινά μικρόβια, σημαντική θεραπευτική συγκέντρωση βρίσκεται στους ακόλουθους ιστούς και βιολογικά υγρά: ούρα, χολή, διάμεσο υγρό, περιτοναϊκό υγρό, βρογχικό βλεννογόνο, σκωληκοειδής απόφυση και χοληδόχο κύστη.
Μεταβολισμός: Η κεφεπίμη μεταβολίζεται για να δώσει N-methylpyrrolidine η οποία μετατρέπεται ταχέως σε N-oxide. Η ανάκτηση στα ούρα αμετάβλητης κεφεπίμης αποτελεί το 85% της χορηγηθήσας δόσης. Λιγότερο από 1% ανακτάται με την μορφή της παραγόμενης N-methylpyrrolidine, 6.8% ως N-oxide και 2.5% ως ένα επιμερές της κεφεπίμης.
Απέκκριση: Ο μέσος χρόνος ημίσειας ζωής της κεφεπίμης για την απέκκριση είναι περίπου 2 ώρες, και δεν κυμαίνεται ανάλογα με την χορηγηθείσα δόση (250 mg έως 2 g). Δεν έχει παρατηρηθεί συσσώρευση σε υγιή άτομα που έλαβαν δόσεις ενδοφλεβίως έως 2 g κάθε 8 ώρες για χρονικό διάστημα 9 ημερών. H μέση τιμή για την συνολική κάθαρση υπολογίζεται στα 120 ml/min. Η μέση νεφρική κάθαρση είναι 110 ml/min. Η απέκκριση πραγματοποιείται σχεδόν αποκλειστικά με μηχανισμούς στους νεφρούς, κυρίως σπειραματική διήθηση.
Ηλικιωμένοι: Κατά την διάρκεια των κλινικών μελετών, η κλινική αποτελεσματικότητα και η ασφαλής χρήση ήταν συγκρίσιμες με εκείνες των νεότερων ενήλικων ασθενών, εκτός από την περίπτωση που υπέφεραν από νεφρική ανεπάρκεια. Υγιείς εθελοντές ηλικίας 65 ετών και άνω, που έλαβαν εφ’άπαξ ενδοφλέβια δόση του 1g κεφεπίμης είχαν υψηλότερη AUC και χαμηλότερες τιμές νεφρικής κάθαρσης σε σύγκριση με τους υγιείς εθελοντές που ήταν ηλικιακά νεότεροι. Οι προσαρμογές της δοσολογίας συνιστώνται σε άτομα με νεφρική ανεπάρκεια (βλ. παράγραφο 4.2).
Έκπτωση της ηπατικής λειτουργίας: Η φαρμακοκινητική της κεφεπίμης είναι αμετάβλητη σε άτομα με έκπτωση της ηπατικής λειτουργίας που έλαβαν μία δόση του 1 g. Δεν είναι απαραίτητο να μεταβληθεί η δοσολογία, εκτός αν το άτομο πάσχει επίσης από νεφρική δυσλειτουργία.
Έκπτωση της νεφρικής λειτουργίας: Υπάρχει μια γραμμική σχέση μεταξύ της εξατομικευμένης κάθαρσης σώματος και της κάθαρσης κρεατινίνης σε άτομα με νεφρική δυσλειτουργία. Ο μέσος χρόνος ημίσειας ζωής κατά την απέκκριση σε ασθενείς που υποβάλλονται σε αιμοκάθαρση είναι 13 ώρες (αιμοδιύλυση) και 19 ώρες για την συνεχή κινητή περιτοναϊκή κάθαρση.
Παιδιατρικός Πληθυσμός: Οι μέσες συγκεντρώσεις της κεφεπίμης στο πλάσμα μετά από την αρχική δόση ήταν παρόμοιες με εκείνες της σταθεροποιημένης κατάστασης, και παρατηρήθηκε μικρή συσσώρευση με την χορήγηση επιπλέον δόσεων. Δεν υπήρχαν διαφορές στις φαρμακοκινητικές τιμές, ούτε μεταξύ των ασθενών διαφορετικών ηλικιών, ούτε μεταξύ ανδρών και γυναικών. Ο μέσος συνολικά χρόνος ημίσιας ζωής ήταν 1.7 ώρες. Το ποσοστό κεφεπίμης που ανακτήθηκε στα ούρα ήταν 60.4% της χορηγηθήσας δόσης και η κάθαρση κρεατινίνης ήταν η κύρια οδός απέκκρισης με μέση τιμή 2.0 ml/min/kg.
ΕΟΦ · 5.1.7
Mακρολίδια
expand_more
Mακρολίδια
Στην ομάδα αυτή ανήκουν η ερυθρομυκίνη, η σπιραμυκίνη και τα νεότερα μακρολίδια, τα οποία είναι η κλαριθρομυκίνη, η ροξιθρομυκίνη και η αζιθρομυκίνη. H ερυθρομυκίνη σε χορήγηση από το στόμα εμφανίζει διάφορο βαθμό απορροφήσεως αναλόγως του χρησιμοποιούμενου άλατος ή εστέρα.
Προτιμώνται οι εντεροδιαλυτές μορφές και η χορήγηση με κενό στόμαχο. H απορρόφηση της αιθυλοηλεκτρικής ερυθρομυκίνης δεν επηρεάζεται από την τροφή.
Tο αντιμικροβιακό φάσμα της ερυθρομυκίνης είναι ευρύτερο εκείνου της πενικιλλίνης G. Περιλαμβάνει Gram+ κόκκους, όπως στρεπτόκοκκοι (όχι στελέχη Enterococcus) και σταφυλόκοκκοι αν και το μεγαλύτερο ποσοστό σταφυλοκόκκων είναι σήμερα ανθεκτικό στην ερυθρομυκίνη, Bacillus anthracis κ.ά.
Eκ των Gram- αεροβίων η ερυθρομυκίνη είναι επίσης δραστική έναντι της Branhamella catarrhalis και του Haemophilus ducreyi, ενώ η δραστικότητα ποικίλλει για την N. gonorrhοeae και H. influenzae. Eκ των αναεροβίων μικροβίων είναι δραστική έναντι των Gram+ όπως στελέχη πεπτοστρεπτοκόκκων, ακτινομυκήτων κ.ά. ενώ δεν είναι ασφαλές φάρμακο για την κάλυψη των Gram- αναεροβίων μικροβίων.
Στο αντιμικροβιακό φάσμα περιλαμβάνονται επίσης οι ακόλουθοι μικροοργανισμοί: Mycoplasma pneumoniae, Ureaplasma urealyticum, Chlamydia, Legionella pneumoniae, στελέχη Campylobacter, Borrelia burgdorferi, Treponema pallidum.
Kυρία ένδειξη χορηγήσεως της σπιραμυκίνης αποτελεί η τοξοπλάσμωση κατά την κύηση επειδή αντενδείκνυται η πυριμεθαμίνη και χορηγείται καθ’ όλη τη διάρκεια της κυήσεως.
Nεώτερα μακρολίδια αποτελούν η ροξιθρομυκίνη και κλαριθρομυκίνη. Tο αντιμικροβιακό τους φάσμα είναι το ίδιο με εκείνο της ερυθρομυκίνης. H κλαριθρομυκίνη έχει καλλίτερη δράση in vivo έναντι του H. influenzae λόγω συνεργικού μηχανισμού με ένα μεταβολίτη της, την υδροξυκλαριθρομυκίνη. H σημαντικότερη διαφορά τους με τα παλαιότερα μακρολίδια είναι ο μακρός χρόνος ημίσειας ζωής τους, που επιτρέπει την χορήγησή τους ανά 12ωρο ή ακόμη και ανά 24ωρο για την ροξιθρομυκίνη.
H αζιθρομυκίνη ανήκει στην ομάδα των αζαλιδών, συγγενών αντιβιοτικών με τις μακρολίδες. Tο φάρμακο εμφανίζει πολύ μεγαλύτερη συγκέντρωση στους ιστούς σε σχέση με το πλάσμα. H ημιπερίοδος ζωής είναι μεγάλη και αυτό επιτρέπει την εφάπαξ χορήγηση της ημερήσιας δόσης.
DrugBank
Description
expand_more
Description
DrugBank
Indication
expand_more
Indication
DrugBank
Pharmacology
expand_more
Pharmacology
DrugBank
Mechanism of action
expand_more
Mechanism of action
DrugBank
Absorption
expand_more
Absorption
DrugBank
Half life
expand_more
Half life
DrugBank
Protein binding
expand_more
Protein binding
DrugBank
Route of elimination
expand_more
Route of elimination
DrugBank
Volume of distribution
expand_more
Volume of distribution
DrugBank
Clearance
expand_more
Clearance
DrugBank
Toxicity
expand_more
Toxicity
science
PubChem
Φαρμακοδυναμική
expand_more
Φαρμακοδυναμική
Φαρμακοδυναμική
Οι μακρολίδες σταματούν την ανάπτυξη των βακτηρίων αναστέλλοντας τη σύνθεση πρωτεϊνών και τη μετάφραση, αντιμετωπίζοντας βακτηριακές λοιμώξεις. Η αζιθρομυκίνη έχει επιπρόσθετες ανοσοτροποποιητικές επιδράσεις και έχει χρησιμοποιηθεί σε χρόνιες φλεγμονώδεις αναπνευστικές παθήσεις για αυτόν τον σκοπό.
neurology
PubChem
Μηχανισμός δράσης
expand_more
Μηχανισμός δράσης
Μηχανισμός Δράσης
Για να αναπαραχθούν, τα βακτήρια απαιτούν μια συγκεκριμένη διαδικασία σύνθεσης πρωτεϊνών, η οποία ενεργοποιείται από τις ριβοσωμικές πρωτεΐνες. Η αζιθρομυκίνη συνδέεται με το 23S rRNA της βακτηριακής 50S ριβοσωμικής υπομονάδας. Σταματά τη βακτηριακή σύνθεση πρωτεϊνών αναστέλλοντας το βήμα της διαπεπτιδίωσης/μετατόπισης της σύνθεσης πρωτεϊνών και αναστέλλοντας τη συναρμολόγηση της 50S ριβοσωμικής υπομονάδας. Αυτό οδηγεί στον έλεγχο διαφόρων βακτηριακών λοιμώξεων. Η ισχυρή συγγένεια των μακρολιδών, συμπεριλαμβανομένης της αζιθρομυκίνης, για τα βακτηριακά ριβοσώματα, είναι συνεπής με τις ευρέος φάσματος αντιβακτηριακές τους δραστηριότητες. Η αζιθρομυκίνη είναι εξαιρετικά σταθερή σε χαμηλό pH, δίνοντάς της μεγαλύτερο χρόνο ημιζωής στον ορό και αυξάνοντας τις συγκεντρώσεις της στους ιστούς σε σύγκριση με την ερυθρομυκίνη.
Η αζιθρομυκίνη είναι συνήθως βακτηριοστατική, αν και το φάρμακο μπορεί να είναι βακτηριοκτόνο σε υψηλές συγκεντρώσεις έναντι επιλεγμένων οργανισμών. Βακτηριοκτόνος δράση έχει παρατηρηθεί in vitro έναντι Streptococcus pyogenes, S. pneumoniae και Haemophilus influenzae. Η αζιθρομυκίνη αναστέλλει τη σύνθεση πρωτεϊνών σε ευαίσθητους οργανισμούς διεισδύοντας στο κυτταρικό τοίχωμα και συνδεόμενη με 50S ριβοσωμικές υπομονάδες, αναστέλλοντας έτσι τη μετατόπιση του αμινοακυλ-tRNA και αναστέλλοντας τη σύνθεση πολυπεπτιδίων. Ο τόπος δράσης της αζιθρομυκίνης φαίνεται να είναι ο ίδιος με αυτόν των μακρολιδών (δηλαδή, ερυθρομυκίνη, κλαριθρομυκίνη), κλινδαμυκίνη, λινκομυκίνη και χλωραμφενικόλη. Η αντιμικροβιακή δράση της αζιθρομυκίνης μειώνεται σε χαμηλό pH. Η αζιθρομυκίνη συγκεντρώνεται στα φαγοκύτταρα, συμπεριλαμβανομένων των πολυμορφοπύρηνων λευκοκυττάρων, μονοκυττάρων, μακροφάγων και ινοβλαστών. Η διείσδυση του φαρμάκου στα φαγοκυτταρικά κύτταρα είναι απαραίτητη για τη δράση έναντι ενδοκυττάριων παθογόνων (π.χ., Staphylococcus aureus, Legionella pneumophila, Chlamydia trachomatis, Salmonella typhi).
biotech
PubChem
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
expand_more
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
Απορρόφηση, Κατανομή & Απέκκριση
Η βιοδιαθεσιμότητα της αζιθρομυκίνης είναι 37% μετά από από του στόματος χορήγηση. Η απορρόφηση δεν επηρεάζεται από την τροφή. Η απορρόφηση των μακρολιδών στο έντερο πιστεύεται ότι μεσολαβείται από τους μεταφορείς απέκκρισης P-glycoprotein (ABCB1), οι οποίοι είναι γνωστό ότι κωδικοποιούνται από το γονίδιο ABCB1.
Η χολική απέκκριση της αζιθρομυκίνης, κυρίως ως αμετάβλητο φάρμακο, αποτελεί κύρια οδό αποβολής. Κατά τη διάρκεια 1 εβδομάδας, περίπου το 6% της χορηγούμενης δόσης ανευρίσκεται ως αμετάβλητο φάρμακο στα ούρα.
Μετά από από του στόματος χορήγηση, η αζιθρομυκίνη κατανέμεται ευρέως στους ιστούς με εμφανή όγκο κατανομής σε κατάσταση ισορροπίας 31,1 L/kg. Σημαντικά υψηλότερες συγκεντρώσεις αζιθρομυκίνης έχουν μετρηθεί στους ιστούς παρά στο πλάσμα ή τον ορό. Ο πνεύμονας, οι αμυγδαλές και ο προστάτης είναι όργανα που έχουν δείξει ιδιαίτερα υψηλό ρυθμό πρόσληψης αζιθρομυκίνης. Αυτό το φάρμακο συγκεντρώνεται εντός των μακροφάγων και των πολυμορφοπύρηνων λευκοκυττάρων, επιτρέποντας αποτελεσματική δράση έναντι της Chlamydia trachomatis. Επιπλέον, η αζιθρομυκίνη βρίσκεται συγκεντρωμένη στα φαγοκύτταρα και τους ινοβλάστες, όπως αποδεικνύεται από τεχνικές επώασης in vitro. Μελέτες in vivo δείχνουν ότι η συγκέντρωση στα φαγοκύτταρα μπορεί να συμβάλλει στην κατανομή της αζιθρομυκίνης σε φλεγμαίνοντες ιστούς.
Μέση εμφανής κάθαρση πλάσματος=630 mL/min (μετά από εφάπαξ δόση 500 mg από του στόματος και IV).
Η χολική απέκκριση της αζιθρομυκίνης, κυρίως ως αμετάβλητο φάρμακο, αποτελεί κύρια οδό αποβολής μετά από από του στόματος χορήγηση.
Η αζιθρομυκίνη απορροφάται ταχέως από το γαστρεντερικό σωλήνα μετά από από του στόματος χορήγηση· η απορρόφηση του φαρμάκου είναι ατελής αλλά υπερβαίνει αυτήν της ερυθρομυκίνης. Η απόλυτη από του στόματος βιοδιαθεσιμότητα της αζιθρομυκίνης αναφέρεται ότι είναι περίπου 34-52% με εφάπαξ δόσεις 500 mg έως 1,2 g χορηγούμενες σε διάφορες από του στόματος φαρμακοτεχνικές μορφές. Περιορισμένα στοιχεία υποδεικνύουν ότι η χαμηλή βιοδιαθεσιμότητα της ζιθρομυκίνης οφείλεται σε ατελή γαστρεντερική απορρόφηση παρά σε όξινη αποικοδόμηση του φαρμάκου ή εκτεταμένο μεταβολισμό πρώτης διόδου.
Η αζιθρομυκίνη φαίνεται να κατανέμεται στους περισσότερους ιστούς και υγρά του σώματος μετά από από του στόματος ή IV χορήγηση. Η εκτεταμένη πρόσληψη από τους ιστούς της αζιθρομυκίνης έχει αποδοθεί στην κυτταρική πρόσληψη αυτού του βασικού αντιβιοτικού σε σχετικά όξινα λυσοσώματα ως αποτέλεσμα παγίδευσης σιδήρου και σε μια ενεργειακά εξαρτώμενη οδό που σχετίζεται με το σύστημα μεταφοράς νουκλεοσιδίων.
Λόγω της ταχείας κατανομής στους ιστούς και των υψηλών ενδοκυτταρικών συγκεντρώσεων της αζιθρομυκίνης, οι συγκεντρώσεις στους ιστούς γενικά υπερβαίνουν τις συγκεντρώσεις στο πλάσμα κατά 10 έως 100 φορές μετά από εφάπαξ χορήγηση δόσης· με πολλαπλές δόσεις, η αναλογία ιστού προς πλάσμα αυξάνεται.
Για περισσότερα δεδομένα Απορρόφησης, Κατανομής και Απέκκρισης (Πλήρη) για την ΑΖΙΘΡΟΜΥΚΙΝΗ (10 σύνολο), επισκεφθείτε τη σελίδα του αρχείου HSDB.
water_drop
PubChem
Δέσμευση πρωτεϊνών
expand_more
Δέσμευση πρωτεϊνών
Σύνδεση με Πρωτεΐνες
Η σύνδεση της αζιθρομυκίνης με τις πρωτεΐνες του ορού ποικίλλει στους ανθρώπους, μειούμενη από 51% σε 0,02 µg/mL σε 7% σε 2 µg/mL.
hub
PubChem
Μεταβολισμός
expand_more
Μεταβολισμός
Μεταβολισμός
Δεν έχουν πραγματοποιηθεί μελέτες in vitro και in vivo για την αξιολόγηση του μεταβολισμού της αζιθρομυκίνης, ωστόσο, αυτό το φάρμακο αποβάλλεται από το ήπαρ.
Η κύρια οδός βιομετασχηματισμού περιλαμβάνει τη N-απομεθυλίωση του σακχάρου δεσοζαμίνης ή στη θέση 9α στον δακτύλιο της μακρολίδης. Άλλες μεταβολικές οδοί περιλαμβάνουν την O-απομεθυλίωση και υδρόλυση ή/και υδροξυλίωση των μοιτοτήτων κλαδινοζης και δεσοζαμίνης και του δακτυλίου της μακρολίδης. Έχουν αναγνωριστεί έως και 10 μεταβολίτες της αζιθρομυκίνης, και όλοι είναι μικροβιολογικά ανενεργοί. Ενώ η βραχυπρόθεσμη χορήγηση αζιθρομυκίνης προκαλεί ηπατική συσσώρευση του φαρμάκου και αυξάνει τη δραστηριότητα της αζιθρομυκίνης δεμεθυλάσης, τα τρέχοντα στοιχεία υποδεικνύουν ότι η επαγωγή του ηπατικού κυτοχρώματος p450 ή η αδρανοποίηση μέσω σχηματισμού συμπλόκου μεταβολίτη-κυτοχρώματος δεν συμβαίνει. Σε αντίθεση με την ερυθρομυκίνη, η αζιθρομυκίνη δεν αναστέλλει τον δικό της μεταβολισμό μέσω αυτής της οδού.
hourglass
PubChem
Ημίσεια ζωή
expand_more
Ημίσεια ζωή
Βιολογικός Χρόνος Ημιζωής
Τελικός χρόνος ημιζωής αποβολής: 68 ώρες
Έχει αναφερθεί χρόνος ημιζωής αποβολής 54,5 ώρες σε παιδιά 4 μηνών έως 15 ετών που λαμβάνουν εφάπαξ ή πολλαπλές από του στόματος δόσεις αζιθρομυκίνης.
Οι συγκεντρώσεις αζιθρομυκίνης στο πλάσμα μετά από εφάπαξ δόση 500 mg από του στόματος ή IV μειώνονται πολυφασικά με μέσο τελικό χρόνο ημιζωής αποβολής 68 ώρες. Οι υψηλές τιμές για τον εμφανή όγκο κατανομής σε κατάσταση ισορροπίας (31,3-33,3 L/kg) και την κάθαρση του πλάσματος (630 mL/λεπτό, 10,18 mL/λεπτό ανά kg) της αζιθρομυκίνης υποδηλώνουν ότι ο παρατεταμένος χρόνος ημιζωής σχετίζεται με την εκτεταμένη πρόσληψη και την επακόλουθη απελευθέρωση του φαρμάκου από τους ιστούς. Ο μέσος χρόνος ημιζωής στους ιστούς της αζιθρομυκίνης εκτιμάται σε 1-4 ημέρες. Ο χρόνος ημιζωής του φαρμάκου στα περιφερικά λευκοκύτταρα κυμαίνεται από 34-57 ώρες.
category
PubChem
MeSH classification
expand_more
MeSH classification
Ταξινόμηση MeSH
Ουσίες που αναστέλλουν την ανάπτυξη ή την αναπαραγωγή ΒΑΚΤΗΡΙΩΝ.
fact_check
PubChem
FDA classification
expand_more
FDA classification
Ταξινόμηση FDA
F94OW58Y8V
ΑΖΙΘΡΟΜΥΚΙΝΗ
Καθορισμένη Φαρμακολογική Κατηγορία [EPC] - Αντιμικροβιακό Μακρολίδης
Εννοιολογική Δομή Χημικής Ουσίας [Chemical/Ingredient] - Μακρολίδες
Η αζιθρομυκίνη είναι Αντιμικροβιακό Μακρολίδης. Η χημική ταξινόμηση της αζιθρομυκίνης είναι Μακρολίδες.
J2KLZ20U1M
ΑΖΙΘΡΟΜΥΚΙΝΗ ΑΝΥΔΡΗ
Καθορισμένη Φαρμακολογική Κατηγορία [EPC] - Αντιμικροβιακό Μακρολίδης
Χημική Δομή [CS] - Μακρολίδες
Η αζιθρομυκίνη άνυδρη είναι Αντιμικροβιακό Μακρολίδης.
ΑΖΙΘΡΟΜΥΚΙΝΗ
Μακρολίδες [CS]· Αντιμικροβιακό Μακρολίδης [EPC]
Ημίσεια ζωή
Δέσμευση πρωτεϊνών
Βιοδιαθεσιμότητα
Απέκκριση
Scientific Profile
Ταξινόμηση MeSH
Ουσίες που αναστέλλουν την ανάπτυξη ή την αναπαραγωγή ΒΑΚΤΗΡΙΩΝ.
Σχετικά Εργαλεία
Πρωτόκολλα Συνταγογράφησης
Συνταγογραφείται εφόσον ο ασθενής εντάσσεται σε κάποιο από τα παρακάτω βήματα:
-
ΒΗΜΑ 1-AB J01FA101ο ΒΗΜΑ — Αντιβιοτικά (μόνο σε επιλεγμένους ασθενείς)Άτομα με προϋπάρχουσες παθήσεις αναπνευστικού (ΧΑΠ/άσθμα), ΣΔ, ΑΕΕ, χρόνια καρδιακή ανεπάρκεια ΚΑΙ πυώδη/βλεννοπυώδη απόχρεμψηΔοσολογία: 500 mg × 1 · 3 ημέρες
Συνταγογραφείται εφόσον ο ασθενής εντάσσεται σε κάποιο από τα παρακάτω βήματα:
-
ΒΗΜΑ 1B J01FA101ο ΒΗΜΑ — Με σοβαρή αλλεργία/δυσανεξία στα β-λακταμικά
- Centor ≥ 2 (πιθανή ή επιβεβαιωμένη GAS)
- Σοβαρή αλλεργία ή δυσανεξία στα β-λακταμικά
Δοσολογία: 500 mg × 1/ημέρα · 5 ημέρες -
ΒΗΜΑ 1B J01FA101ο ΒΗΜΑ — Με σοβαρή αλλεργία/δυσανεξία στα β-λακταμικά
- Centor ≥ 2 (πιθανή ή επιβεβαιωμένη GAS)
- Σοβαρή αλλεργία ή δυσανεξία στα β-λακταμικά
Δοσολογία: 1000 mg εφάπαξ/ημέρα · 3 ημέρες
Συνταγογραφείται εφόσον ο ασθενής εντάσσεται σε κάποιο από τα παρακάτω βήματα:
-
ΒΗΜΑ 1 J01FA101ο ΒΗΜΑ — Χωρίς προηγηθείσα θεραπεία αντιβιοτικών το τελευταίο 3μηνο
- Ένδειξη αντιβιοτικού (≥ 2 κριτήρια Anthonisen με πυώδη πτύελα)
- ΧΩΡΙΣ πρόσφατη λήψη αντιβιοτικών
- ΧΩΡΙΣ σοβαρή ΧΑΠ ή κίνδυνο Pseudomonas
Δοσολογία: 500 mg × 1 · 3 ημέρες
Συνταγογραφείται εφόσον ο ασθενής εντάσσεται σε κάποιο από τα παρακάτω βήματα:
-
ΒΗΜΑ 1 J01FA101ο ΒΗΜΑ — Πιθανή βακτηριακή γαστρεντερίτιδα, ανοσοεπαρκής ασθενής
- Κλινικά σημεία βακτηριακής διάρροιας
- ΧΩΡΙΣ παράγοντες κινδύνου για Salmonella
- ΧΩΡΙΣ ταξίδι, πρόσφατη νοσηλεία ή πρόσφατα αντιβιοτικά
Δοσολογία: 500 mg × 1 · 3–5 ημέρες -
ΒΗΜΑ 2 J01FA102ο ΒΗΜΑ — Άτομο υψηλού κινδύνου για Salmonella ή θετική καλλιέργεια
- Κατηγορία υψηλού κινδύνου για Salmonella
- Θετική καλλιέργεια για Salmonella σε εμμένοντα συμπτώματα
Δοσολογία: 500 mg × 1 · 7 ημέρες (14 σε ανοσοκαταστολή) -
ΒΗΜΑ 3 J01FA103ο ΒΗΜΑ — Διάρροια Ταξιδιωτών
- Πρόσφατο ταξίδι στο εξωτερικό
Δοσολογία: 500 mg × 1 (ή 1000 mg εφάπαξ) · 3 ημέρες
Συνταγογραφείται εφόσον ο ασθενής εντάσσεται σε κάποιο από τα παρακάτω βήματα:
-
ΒΗΜΑ 1B J01FA101ο ΒΗΜΑ — Μέτριας βαρύτητας, χωρίς παράγοντες κινδύνου
- Μέτριας βαρύτητας πνευμονία
- ΧΩΡΙΣ ΚΑΝΕΝΑ από τους παράγοντες κινδύνου
Δοσολογία: Amoxicillin 1 g × 4 + Azithromycin 500 mg × 1 · Amox 7–10 ημ., Azithro 5 ημέρες