AZITHROMYCIN(Αζιθρομυκίνη)
Ημίσεια ζωή
Ο χρόνος στον οποίο η συγκέντρωση του φαρμάκου στο πλάσμα πέφτει στο μισό. Από αυτόν προκύπτει κάθε πότε δίνεται: το μεσοδιάστημα των δόσεων ακολουθεί χονδρικά την ημιζωή, οπότε μικρή ημιζωή σημαίνει πολλές δόσεις την ημέρα και μεγάλη ημιζωή μία δόση ημερησίως ή αραιότερα. Σταθερά επίπεδα στο αίμα επιτυγχάνονται μετά από 4-5 ημιζωές. Ο κανόνας είναι ενδεικτικός — οι μορφές παρατεταμένης αποδέσμευσης και η εγκεκριμένη δοσολογία της ΠΧΠ υπερισχύουν.
Κατά την πηγή: 2-4 ημέρες (χρόνος ημιζωής αποβολής από ιστούς και πλάσμα)
- DrugBank: 68 ώρες
- PubChem: 68 ώρες
Δέσμευση πρωτεϊνών
Το ποσοστό του φαρμάκου που κυκλοφορεί δεσμευμένο σε πρωτεΐνες του πλάσματος. Δρα μόνο το ελεύθερο κλάσμα, γι' αυτό η υψηλή δέσμευση αυξάνει τον κίνδυνο αλληλεπιδράσεων εκτόπισης.
Βιοδιαθεσιμότητα
Το ποσοστό της χορηγούμενης δόσης που φτάνει αναλλοίωτο στη συστηματική κυκλοφορία.
Απέκκριση
Η κύρια οδός αποβολής του φαρμάκου. Δείχνει πού χρειάζεται προσαρμογή δόσης — σε νεφρική ή σε ηπατική ανεπάρκεια.
Καθαρίζει (~5×t½)
Φαρμακοκινητική εκτίμηση, όχι κλινικός κανόνας. Μετά από 5 ημιζωές έχει αποβληθεί πάνω από το 95% της ουσίας από το πλάσμα. Ο αριθμός προκύπτει αυτόματα από τη μεγαλύτερη ημιζωή που αναφέρει η πηγή — συχνά την τελική φάση αποβολής ή την κατανομή στους ιστούς — γι' αυτό μπορεί να δείχνει εβδομάδες ή μήνες. ΔΕΝ είναι το διάστημα διακοπής πριν από επέμβαση ή πριν από φάρμακο που αλληλεπιδρά: αυτό καθορίζεται από τη φαρμακοδυναμική (η ασπιρίνη δρα στα αιμοπετάλια αφού φύγει από το πλάσμα), τους ενεργούς μεταβολίτες, τις μορφές depot, τη νεφρική και ηπατική λειτουργία, τον κίνδυνο της επέμβασης και τον λόγο της αγωγής. Ακολουθήστε την ΠΧΠ και το πρωτόκολλο της επέμβασης.
Σκευάσματα και τιμές
Ενδείξεις κατά έγγραφο
Ατομικές ενδείξεις όπως δηλώνονται στα πιστοποιημένα κείμενα των SPC, με τεκμηρίωση
- Φόρτωση…
Πληροφορίες Συνταγογράφησης
Επιμελημένα δεδομένα από το SPC
clinical_notes
Ενδείξεις
ΠΧΠ (SPC) §4.1
expand_more
Ενδείξεις
-
Εξωνοσοκομειακή πνευμονία
σε: ασθενείς που απαιτείται έναρξη θεραπείας ενδοφλέβια
Οφείλεται σε Chlamydophila pneumoniae, Haemophilus influenzae, Legionella pneumophila, Moxarella catarrhalis, Mycoplasma pneumoniae, Staphylococcus aureus ή Staphylococcus pneumoniae
- J18 Πνευμονία, μη καθορισμένη
-
Φλεγμονώδης νόσος της πυέλου
σε: ασθενείς που απαιτείται έναρξη θεραπείας ενδοφλέβια
Οφείλεται σε ευαίσθητα στελέχη μικροοργανισμών, συμπεριλαμβανομένων των Chlamydia trachomatis, Neisseria gonorrhoea, Mycoplasma hominis
- N73 Άλλες φλεγμονώδεις παθήσεις των γυναικείων πυελικών οργάνων
medication
Δοσολογία
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Δοσολογία
- Οδός: Ενδοφλέβια έγχυση ακολουθούμενη από από του στόματος
- Χορήγηση: εφάπαξ ημερήσια δόση
- Δόση έναρξης: 500 mg ενδοφλεβίως
- Τιτλοποίηση: Για εξωνοσοκομειακή πνευμονία: Η ενδοφλέβια θεραπεία (500 mg ημερησίως) συνεχίζεται με θεραπεία από του στόματος (500 mg ημερησίως) μέχρι να ολοκληρωθεί διάστημα θεραπείας 7-10 ημερών. Για φλεγμονώδη νόσο της πυέλου: Η ενδοφλέβια θεραπεία (500 mg ημερησίως) συνεχίζεται με θεραπεία από του στόματος (250 mg ημερησίως) μέχρι να ολοκληρωθεί διάστημα θεραπείας 7 ημερών.
-
Ενήλικες και έφηβοι (> 12 ετών)Δόση500 mg ενδοφλεβίως ημερησίως για 2+ ημέρες, ακολουθούμενη από 500 mg από του στόματος ημερησίως για συνολική διάρκεια 7-10 ημερώνΓια εξωνοσοκομειακή πνευμονία
-
Ενήλικες και έφηβοι (> 12 ετών)Δόση500 mg ενδοφλεβίως ημερησίως για 1-2 ημέρες, ακολουθούμενη από 250 mg από του στόματος ημερησίως για συνολική διάρκεια 7 ημερώνΓια φλεγμονώδη νόσο της πυέλου
-
ΠαιδιάΗ ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα δεν έχουν τεκμηριωθεί.
-
Ηλικιωμένοι ασθενείςΔεν απαιτείται προσαρμογή της δοσολογίας.
-
Ασθενείς με νεφρική ανεπάρκειαΔεν συνιστάται προσαρμογή της δοσολογίας σε ασθενείς με ελαφρά έως μέτρια (GFR 10-80 ml/min). Πρέπει να λαμβάνονται προφυλάξεις σε ασθενείς με σοβαρή (GFR <10 ml/min).
-
Ασθενείς με ηπατική ανεπάρκειαΔεν χρειάζεται προσαρμογή της δοσολογίας σε ασθενείς με ήπια έως μέτρια. Πρέπει να χορηγείται με προσοχή σε ασθενείς με σοβαρή.
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
block
Αντενδείξεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Αντενδείξεις
-
Υπερευαισθησία στην αζιθρομυκίνη
-
Υπερευαισθησία στην ερυθρομυκίνη
-
Υπερευαισθησία σε οποιοδήποτε αντιβιοτικό της ομάδας των μακρολιδίων ή των κετολιδίων
-
Υπερευαισθησία σε οποιοδήποτε από τα έκδοχα (βλ. Κατάλογος εκδόχων)
-
Ταυτόχρονη χορήγηση με σιζαπρίδηΠληθυσμόςασθενείς που λαμβάνουν μακρολίδια
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
warning
Προειδοποιήσεις & Προφυλάξεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Προειδοποιήσεις & Προφυλάξεις
-
Σοβαρές αλλεργικές αντιδράσειςσοβαρήΣε υποτροπές, απαιτείται μεγαλύτερη περίοδος παρακολούθησης και θεραπείας
-
Ηπατική νόσοςπροσοχήΠληθυσμόςασθενείς με σοβαρή ηπατική νόσοΝα χρησιμοποιείται με προσοχή
-
ΕργοτισμόςαντένδειξηΠληθυσμόςασθενείς που λαμβάνουν παράγωγα ερυσιβώδους όλυραςΔεν πρέπει να συγχορηγείται η αζιθρομυκίνη με παράγωγα της ερυσιβώδους όλυρας
-
Επιμόλυνση από μη ευαίσθητους μικροοργανισμούςπροσοχήΣυνιστάται η παρακολούθηση των ασθενών
-
Διάρροια που σχετίζεται με Clostridium difficile (CDAD)προσοχήΤο ενδεχόμενο CDAD πρέπει να εξετάζεται σε όλους τους ασθενείς που παρουσιάζουν διάρροια μετά από χρήση αντιβιοτικών. Σε ελαφρές περιπτώσεις ψευδομεμβρανώδους κολίτιδος, διακοπή της θεραπείας. Σε μέτριες ή βαριές περιπτώσεις, να εξετάζεται η ανάγκη χορήγησης υγρών και ηλεκτρολυτών, συμπληρωματικής χορήγησης πρωτεϊνών και θεραπεία με αντιμικροβιακά φάρμακα
-
Νεφρική ανεπάρκειαπροσοχήΠληθυσμόςασθενείς με σοβαρή νεφρική ανεπάρκεια (GFR< 10ml/min)
-
Παράταση του διαστήματος QT / Καρδιακές αρρυθμίεςπροσοχήΠληθυσμόςασθενείς με αυξημένο κίνδυνο παρατεταμένης καρδιακής επαναπόλωσης (π.χ. συγγενής ή τεκμηριωμένη παράταση του διαστήματος QT, ταυτόχρονη θεραπεία με QT-παρατείνοντες ουσίες, ηλεκτρολυτικές διαταραχές, βραδυκαρδία, καρδιακή αρρυθμία ή σοβαρή καρδιακή ανεπάρκεια)Απαιτείται προσοχή
-
Μυασθένεια gravisπροσοχήΈχουν αναφερθεί εξάρσεις των συμπτωμάτων και νέα εμφάνιση συνδρόμου μυασθένειας (βλ. Ανεπιθύμητες ενέργειες)
-
Παιδιατρικός πληθυσμόςπροσοχήΠληθυσμόςΠαιδιάΗ ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα της αζιθρομυκίνης, κόνεως για διάλυμα προς έγχυση, στη θεραπεία λοιμώξεων σε παιδιά δεν έχουν τεκμηριωθεί.
-
Ενδοφλέβια χορήγησηπροσοχήΗ ανασύσταση και η αραίωση πρέπει να πραγματοποιείται κατά τις υποδείξεις και να χορηγείται ως ενδοφλέβια έγχυση για χρόνο όχι μικρότερο των 60 λεπτών. Δεν πρέπει να χορηγείται ως ταχεία εφάπαξ ενδοφλέβια ένεση ή ενδομυϊκή ένεση.
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
swap_horiz
Αλληλεπιδράσεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
-
ΑντιόξιναπροσοχήΜείωση των μέγιστων συγκεντρώσεων της αζιθρομυκίνης στον ορό (περίπου 25%)ΣύστασηΤα φάρμακα δεν πρέπει να λαμβάνονται ταυτόχρονα.
-
Καμία φαρμακευτική αλληλεπίδραση ή σημαντική αλλαγή στο διάστημα QT
-
Δεν επηρεάζει τη φαρμακοκινητική της διδανοσίνης
-
παρακολούθησηΔυνατότητα αύξησης των συγκεντρώσεων της διγοξίνηςΣύστασηΗ δυνατότητα αύξησης των συγκεντρώσεων της διγοξίνης πρέπει να λαμβάνεται υπόψη.
-
Αύξηση των συγκεντρώσεων της φωσφορυλιωμένης ζιδοβουδίνης
-
Αλκαλοειδή ερυσιβώδους όλυραςαντένδειξηΠιθανότητα εμφάνισης εργοτισμούΣύστασηΔεν συνιστάται η ταυτόχρονη χρήση.
-
Δεν τροποποίησε τις συγκεντρώσεις της ατορβαστατίνης
-
Καμία σημαντική επίδραση στα επίπεδα της καρβαμαζεπίνης
-
Καμία μεταβολή της φαρμακοκινητικής της αζιθρομυκίνης
-
Από του στόματος Κουμαρινικά ΑντιπηκτικάπροσοχήΑναφορές ενίσχυσης του αντιπηκτικού αποτελέσματοςΣύστασηΠρέπει να δίνεται προσοχή στη συχνότητα παρακολούθησης του χρόνου προθρομβίνης.
-
προσοχήΣημαντική αύξηση των Cmax και AUC0-5 της κυκλοσπορίνηςΣύστασηΠρέπει να παρακολουθούνται τα επίπεδα της κυκλοσπορίνης και να προσαρμόζεται ανάλογα η δοσολογία.
-
Καμία κλινικώς σημαντική φαρμακοκινητική αλληλεπίδραση
-
Μείωση στη μέγιστη συγκέντρωση (Cmax) της αζιθρομυκίνης στο πλάσμα (18%), όχι κλινικά σημαντική
-
Καμία στατιστικά σημαντική επίδραση στη φαρμακοκινητική της ινδιναβίρης
-
Καμία σημαντική μεταβολή στη φαρμακοκινητική της μεθυλπρεδνιζολόνης
-
Καμία κλινικά σημαντική αλλαγή στη φαρμακοκινητική και τη φαρμακοδυναμική της μιδαζολάμης
-
Αύξηση των συγκεντρώσεων της αζιθρομυκίνης
-
παρακολούθησηΟυδετεροπενία (συσχετίζεται με ριφαμπουτίνη, όχι αιτιολογικά με αζιθρομυκίνη)
-
Καμία επίδραση στην AUC και τη Cmax της σιλδεναφίλης
-
ΤερφεναδίνηΦαρμακοκινητικές μελέτες δεν έδειξαν αλληλεπίδραση, αλλά έχουν αναφερθεί σπάνια περιστατικά
-
παρακολούθησηΑυξημένα επίπεδα θεοφυλλίνης στον ορό (με μακρολίδια)ΣύστασηΣυνιστάται η μέτρηση των επιπέδων θεοφυλλίνης.
-
Καμία σημαντική επίδραση σε φαρμακοκινητική μεταβλητή της τριαζολάμης
-
Τριμεθοπρίμη-ΣουλφαμεθοξαζόληΚαμία σημαντική επίδραση στις μέγιστες συγκεντρώσεις, συνολική ποσότητα ή απέκκριση
-
ΣιζαπρίδηαντένδειξηΑύξηση του κινδύνου εμφάνισης διαταραχών του καρδιακού ρυθμού (παράταση QT, κοιλιακές αρρυθμίες, Torsade de Pointes)ΣύστασηΝα μη συγχορηγείται.
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
sick
Ανεπιθύμητες ενέργειες
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
- Καντιντίαση
- Καντιντίαση του στόματος
- Λοίμωξη κόλπου
- Ψευδομεμβρανώδης κολίτιδα
- Διάρροια
- Κοιλιακό άλγος
- Ναυτία
- Μετεωρισμός
- Έμετος
- Δυσπεψία
- Γαστρίτιδα
- Δυσκοιλιότητα
- Παγκρεατίτιδα
- Λευκοπενία
- Ουδετεροπενία
- Θρομβοπενία
- Αιμολυτική αναιμία
- Μειωμένος αριθμός λεμφοκυττάρων
- Αγγειοοίδημα
- Εξάνθημα
- Κνησμός
- Σύνδρομο Stevens-Johnson
- Αντίδραση φωτοευαισθησίας
- Κνίδωση
- Τοξική επιδερμική νεκρόλυση
- Πολύμορφο ερύθημα
- Υπερευαισθησία
- Αναφυλακτική αντίδραση
- Ανορεξία
- Νευρικότητα
- Διέγερση
- Επιθετικότητα
- Άγχος
- Αϋπνία
- Ψυχοκινητική υπερδραστηριότητα
- Ζάλη
- Κεφαλαλγία
- Παραισθησία
- Δυσγευσία
- Υπαισθησία
- Υπνηλία
- Λιποθυμικό επεισόδιο
- Σπασμοί
- Ανοσμία
- Παροσμία
- Μυασθένεια Gravis
- Ίλιγγος
- Οπτική διαταραχή
- Κώφωση
- Έκπτωση ακουστικής οξύτητας
- Εμβοές
- Αίσθημα παλμών
- Αρρυθμία
- Torsades de pointes (Κοιλιακή ταχυκαρδία δίκην ριπιδίου)
- Υπόταση
- Δυσχρωματισμός γλώσσας
- Άλγος θέσης ένεσης
- Φλεγμονή της θέσης ένεσης
- Κόπωση
- Θωρακικό άλγος
- Οίδημα
- Αίσθημα κακουχίας
- Εξασθένιση
- Ηπατίτιδα
- Μη φυσιολογική ηπατική λειτουργία
- Ηπατική ανεπάρκεια
- Ηπατική νέκρωση
- Χολοστατικός ίκτερος
- Αυξημένη χολερυθρίνη αίματος
- Ηπατίτιδα κεραυνοβόλος
- Αρθραλγία
- Οξεία νεφρική ανεπάρκεια
- Νεφρίτιδα διάμεση
- Αριθμός ηωσινοφίλων αυξημένος
- Κάλιο αίματος μη φυσιολογικό
- Μειωμένα διττανθρακικά αίματος
- Αυξημένη ασπαρτική αμινοτρανσφεράση
- Αυξημένη αμινοτρανσφεράση της αλανίνης
- Αυξημένη ουρία αίματος
- Αυξημένη κρεατινίνη αίματος
- Παράταση διαστήματος QT στο ηλεκτροκαρδιογράφημα
Λεπτομέρειες κατά συχνότητα expand_more
-
Πολύ συχνέςΔιάρροιαΓαστρεντερικό
-
Πολύ συχνέςΚοιλιακό άλγοςΓαστρεντερικό
-
Πολύ συχνέςΝαυτίαΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΆλγος θέσης ένεσηςΓενικές
-
ΣυχνέςΈμετοςΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΑριθμός ηωσινοφίλων αυξημένοςΕργαστηριακές παράμετροι
-
ΣυχνέςΔυσγευσίαΝευρικό
-
ΣυχνέςΔυσπεψίαΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΕξάνθημαΔέρμα
-
ΣυχνέςΖάληΝευρικό
-
ΣυχνέςΚεφαλαλγίαΝευρικό
-
ΣυχνέςΚνησμόςΔέρμα
-
ΣυχνέςΚόπωσηΓενικές
-
ΣυχνέςΜειωμένα διττανθρακικά αίματοςΕργαστηριακές
-
ΣυχνέςΜειωμένος αριθμός λεμφοκυττάρωνΑίμα
-
ΣυχνέςΜετεωρισμόςΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΠαραισθησίαΝευρικό
-
ΣυχνέςΦλεγμονή της θέσης ένεσηςΓενικές
-
Όχι συχνέςΈκπτωση ακουστικής οξύτηταςΑυτί
-
Όχι συχνέςΑίσθημα κακουχίαςΓενικές
-
Όχι συχνέςΑίσθημα παλμώνΚαρδιά
-
Όχι συχνέςΑγγειοοίδημαΔέρμα
-
Όχι συχνέςΑνορεξίαΜεταβολισμός
-
Όχι συχνέςΑντίδραση φωτοευαισθησίαςΔέρμα
-
Όχι συχνέςΑρθραλγίαΜυοσκελετικό
-
Όχι συχνέςΑυξημένη αμινοτρανσφεράση της αλανίνηςΕργαστηριακές
-
Όχι συχνέςΑυξημένη ασπαρτική αμινοτρανσφεράσηΕργαστηριακές
-
Όχι συχνέςΑυξημένη κρεατινίνη αίματοςΕργαστηριακές
-
Όχι συχνέςΑυξημένη ουρία αίματοςΕργαστηριακές
-
Όχι συχνέςΑυξημένη χολερυθρίνη αίματοςΉπαρ
-
Όχι συχνέςΑϋπνίαΨυχιατρικές
-
Όχι συχνέςΓαστρίτιδαΓαστρεντερικό
-
Όχι συχνέςΔυσκοιλιότηταΓαστρεντερικό
-
Όχι συχνέςΕμβοέςΑυτί
-
Όχι συχνέςΕξασθένισηΓενικές
-
Όχι συχνέςΗπατίτιδαΉπαρ
-
Όχι συχνέςΘωρακικό άλγοςΓενικές
-
Όχι συχνέςΚάλιο αίματος μη φυσιολογικόΕργαστηριακές παράμετροι
-
Όχι συχνέςΚαντιντίασηΛοιμώξεις
-
Όχι συχνέςΚαντιντίαση του στόματοςΛοιμώξεις
-
Όχι συχνέςΚνίδωσηΔέρμα
-
Όχι συχνέςΛευκοπενίαΑίμα
-
Όχι συχνέςΛοίμωξη κόλπουΛοιμώξεις
-
Όχι συχνέςΜη φυσιολογική ηπατική λειτουργίαΉπαρ
-
Όχι συχνέςΝευρικότηταΨυχιατρικές
-
Όχι συχνέςΟίδημαΓενικές
-
Όχι συχνέςΟυδετεροπενίαΑίμα
-
Όχι συχνέςΣύνδρομο Stevens-JohnsonΔέρμα
-
Όχι συχνέςΥπαισθησίαΝευρικό
-
Όχι συχνέςΥπερευαισθησίαΑνοσοποιητικό
-
Όχι συχνέςΥπνηλίαΝευρικό
-
Μη γνωστέςTorsades de pointes (Κοιλιακή ταχυκαρδία δίκην ριπιδίου)Καρδιακές διαταραχές
-
Μη γνωστέςΆγχοςΨυχιατρικές
-
Μη γνωστέςΊλιγγοςΝευρικό
-
Μη γνωστέςΑιμολυτική αναιμίαΑίμα
-
Μη γνωστέςΑναφυλακτική αντίδρασηΑνοσοποιητικό
-
Μη γνωστέςΑνοσμίαΝευρικό
-
Μη γνωστέςΑρρυθμίαΚαρδιά
-
Μη γνωστέςΔιέγερσηΨυχιατρικές
-
Μη γνωστέςΔυσχρωματισμός γλώσσαςΓενικές
-
Μη γνωστέςΕπιθετικότηταΨυχιατρικές
-
Μη γνωστέςΗπατίτιδα κεραυνοβόλοςΔιαταραχές του ήπατος και των χοληφόρων
-
Μη γνωστέςΗπατική ανεπάρκειαΉπαρ
-
Μη γνωστέςΗπατική νέκρωσηΉπαρ
-
Μη γνωστέςΘρομβοπενίαΑίμα
-
Μη γνωστέςΚώφωσηΑυτί
-
Μη γνωστέςΛιποθυμικό επεισόδιοΝευρικό
-
Μη γνωστέςΜυασθένεια GravisΝευρικό
-
Μη γνωστέςΝεφρίτιδα διάμεσηΔιαταραχές των νεφρών και των ουροφόρων οδών
-
Μη γνωστέςΟξεία νεφρική ανεπάρκειαΝεφρά/Ουροποιητικό
-
Μη γνωστέςΟπτική διαταραχήΟφθαλμικές
-
Μη γνωστέςΠαγκρεατίτιδαΓαστρεντερικό
-
Μη γνωστέςΠαράταση διαστήματος QT στο ηλεκτροκαρδιογράφημαΕργαστηριακές
-
Μη γνωστέςΠαροσμίαΝευρικό
-
Μη γνωστέςΠολύμορφο ερύθημαΔέρμα
-
Μη γνωστέςΣπασμοίΝευρικό
-
Μη γνωστέςΤοξική επιδερμική νεκρόλυσηΔέρμα
-
Μη γνωστέςΥπότασηΑγγειακές
-
Μη γνωστέςΧολοστατικός ίκτεροςΉπαρ
-
Μη γνωστέςΨευδομεμβρανώδης κολίτιδαΓαστρεντερικό
-
Μη γνωστέςΨυχοκινητική υπερδραστηριότηταΨυχιατρικές
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
pregnant_woman
Κύηση / Γαλουχία
ΠΧΠ (SPC)
Επίπεδο κινδύνου: Με προσοχή
expand_more
Κύηση / Γαλουχία
-
ΚύησηΗ αζιθρομυκίνη θα πρέπει να χρησιμοποιείται κατά τη διάρκεια της κύησης μόνο εάν είναι σαφώς απαραίτητη.Μελέτες αναπαραγωγής σε πειραματόζωα σε δόσεις που πλησιάζουν την μέτρια τοξική δόση για τη μητέρα δεν έδειξαν ενδείξεις βλαπτικής επίδρασης επί του εμβρύου. Ωστόσο, δεν υπάρχουν επαρκείς και καλά ελεγχόμενες μελέτες σε έγκυες γυναίκες.
-
ΓαλουχίαΗ αζιθρομυκίνη δεν θα πρέπει να χρησιμοποιείται για τη θεραπεία γυναικών που θηλάζουν εκτός και εάν ο ιατρός πιστεύει ότι τα δυνητικά οφέλη δικαιολογούν τους δυνητικούς κινδύνους για το βρέφος.Δεν υπάρχουν δεδομένα όσον αφορά την απέκκριση του φαρμάκου στο μητρικό γάλα.
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
e911_emergency
Υπερδοσολογία
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Υπερδοσολογία
directions_car
Επίδραση στην οδήγηση
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Επίδραση στην οδήγηση
biotech
Φαρμακολογία
Φαρμακοδυναμική & Φαρμακοκινητική
expand_more
Φαρμακολογία
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: Αντιμικροβιακά, Μακρολίδια, Κωδικός ATC: J01FA10
Μηχανισμός δράσης
Η αζιθρομυκίνη είναι το πρώτο αντιβιοτικό μιας υποομάδας των μακρολιδίων, γνωστής ως αζαλίδες, και η οποία είναι χημικά διαφορετική από την ερυθρομυκίνη. Χημικώς λαμβάνεται από την προσθήκη ενός ατόμου αζώτου στο λακτονικό δακτύλιο της erythromycin A. Η χημική ονομασία της αζιθρομυκίνης είναι 9-deoxy-9a-aza-9a-methyl-9a-homoerythromycin A. Το μοριακό της βάρος είναι 749,0.
Ο μηχανισμός δράσης της αζιθρομυκίνης συνίσταται στην αναστολή της σύνθεσης των πρωτεϊνών από τα μικρόβια κατόπιν σύνδεσής της με τη ριβοσωμιακή υπομονάδα 50s και παρεμποδίσεως της μετατοπίσεως των πεπτιδίων χωρίς να επηρεάζει τη σύνθεση των πολυνουκλεοτιδίων.
Η αζιθρομυκίνη παρουσιάζει δραστικότητα in vitro εναντίον μεγάλης ποικιλίας μικροοργανισμών περιλαμβανομένων και των ακολούθων:
- Θετικοί κατά Gram αερόβιοι μικροοργανισμοί: Staphylococcus aureus, Streptococcus pyogenes (ομάδα Α των β-αιμολυτικών στρεπτοκόκκων), Streptococcus pneumoniae, α-αιμολυτικοί στρεπτόκοκκοι (ομάδα πρασινιζόντων στρεπτοκόκκων) και άλλα είδη στρεπτοκόκκων, καθώς και το Corynebacterium diphteriae. Η αζιθρομυκίνη παρουσιάζει διασταυρούμενη αντοχή με ανθεκτικά στην ερυθρομυκίνη θετικά κατά Gram στελέχη, περιλαμβανομένων του Streptococcus faecalis (εντερόκοκκος) και των περισσοτέρων στελεχών των ανθεκτικών στη μεθυκιλλίνη σταφυλοκόκκων.
- Αρνητικά κατά Gram αερόβια μικρόβια: Haemophilus influenzae, Haemophilus parainfluenzae, Moraxella catarrhalis, είδη Acinetobacter, είδη Yersinia, Legionella pneumophila, Bordetella pertussis, Bordetella parapertussis, είδη Shigella, είδη Pasteurella, Vibrio cholerae και parahaemolyticus, Plesiomonas shigelloides. Η δραστικότητα εναντίον των Escherichia coli, Salmonella enteritidis, Salmonella typhi, ειδών Enterobacter, Aeromonas hydrophila και ειδών Klebsiella ποικίλλει και γι’ αυτό πρέπει να γίνονται δοκιμασίες ευαισθησίας. Είδη Proteus, είδη Serratia, είδη Morganella και η Pseudomonas aeruginosa, είναι συνήθως ανθεκτικά στο αντιβιοτικό.
- Αναερόβια μικρόβια: Bacteroides fragilis και είδη βακτηριδοειδών, Clostridium perfringens, είδη Peptococcus και είδη Peptostreptococcus, Fusobacterium necrophorum και Propionibacterium acnes.
- Μικροοργανισμοί υπεύθυνοι για τα σεξουαλικώς μεταδιδόμενα νοσήματα: Η αζιθρομυκίνη είναι δραστική εναντίον της Chlamydia trachomatis και εμφανίζει επίσης καλή δραστικότητα εναντίον των μικροοργανισμών Treponema pallidum, Neisseria gonorrhoeae και Haemophilus ducreyi.
- Άλλοι μικροοργανισμοί: Borrelia burgdorferi (παράγων της νόσου του Lyme), Chlamydophila pneumoniae, Mycoplasma pneumoniae, Mycoplasma hominis, Ureaplasma urealyticum, είδη Campylobacter και Listeria monocytogenes.
Μηχανισμός ανάπτυξης αντοχής
Υπάρχουν δύο κύριοι παράγοντες που καθορίζουν την αντοχή του Streptococcus pneumoniae και Streptococcus pyogenes που έχουν απομονωθεί από κλινικά δείγματα: τα γονίδια mef και erm. Το γονίδιο mef κωδικοποιεί μία αντλία ροής, η οποία μεσολαβεί στο μηχανισμό ανάπτυξης αντοχής μόνο στα μακρολίδια με 14-μελή και 15-μελή λακτονικό δακτύλιο. Το γονίδιο mef έχει περιγραφεί σε ποικιλία άλλων ειδών. Το γονίδιο erm κωδικοποιεί μία 23S-rRNA μεθυλτρανσφεράση, η οποία προσθέτει μεθυλικές ομάδες στην αδενίνη 2058 του 23S-rRNA (σύστημα αρίθμησης: με βάση το rRNA της E.coli). Το μεθυλιωμένο νουκλεοτίδιο βρίσκεται στην περιοχή V και έχει βρεθεί να αλληλεπιδρά εκτός από τα μακρολίδια και με τις λινκοζαμίδες και τη streptogramin Β, έχοντας ως αποτέλεσμα ένα φαινότυπο γνωστό ως αντοχή MLSB. Τα γονίδια erm(Β) και erm(Α) έχουν απομονωθεί από κλινικά δείγματα του Streptococcus pneumoniae και του Streptococcus pyogenes.
Η αντλία AcrAB-TolC στον Haemophilus influenzae είναι υπεύθυνη για τις εγγενείς υψηλότερες τιμές ελάχιστης ανασταλτικής συγκέντρωσης (MIC) στα μακρολίδια.
Σε κλινικά στελέχη, μεταλλάξεις στο 23S-rRNA, ειδικά στα νουκλεοτίδια 2057-2059 ή 2611, στην περιοχή V, ή μεταλλάξεις σε ριβοσωμιακές πρωτεΐνες L4 ή L22, είναι σπάνιες.
Όρια MIC
Τα συνιστώμενα όρια ελάχιστης ανασταλτικής συγκέντρωσης MIC (μg/ml) για την αζιθρομυκίνη είναι:
- Haemophilus spp.: Ευαίσθητα (S) ≤ 4 χωρίς σύσταση για όρια ανθεκτικότητας*
- Στρεπτόκοκκοι συμπεριλαμβανομένων των Streptococcus pneumoniae και Streptococcus pyogenes: S≤ 0,5, Ανθεκτικά (R) ≥ 2
*Επί του παρόντος, η απουσία δεδομένων για ανθεκτικά στελέχη αποκλείει τον καθορισμό οποιαδήποτε κατηγορίας άλλης από αυτής των ευαίσθητων στελεχών. Εάν στελέχη δίνουν αποτελέσματα MIC διαφορετικά από αυτά των ευαίσθητων στελεχών, τότε αυτά πρέπει να αποσταλούν σε ένα εργαστήριο αναφοράς για περαιτέρω δοκιμασίες.
Δεδομένα μικροβιολογικής ευαισθησίας
Ο επιπολασμός της επίκτητης αντοχής ενδέχεται να ποικίλει γεωγραφικά ή χρονικά για επιλεγμένα είδη και είναι επιθυμητή η παροχή πληροφοριών σχετικά με την αντοχή τοπικά, ειδικά κατά τη θεραπεία σοβαρών λοιμώξεων. Όταν η επικράτηση της ανθεκτικότητας σε τοπικό επίπεδο είναι τέτοια, ώστε η χρησιμότητα του φαρμάκου να τίθεται υπό αμφισβήτηση τουλάχιστον για ορισμένους τύπους λοιμώξεων, είναι αναγκαίο να ζητείται η συμβουλή εμπειρογνωμόνων.
Τα δεδομένα in vitro ευαισθησίας δεν συσχετίζονται πάντα με την κλινική αποτελεσματικότητα.
Συνήθη ευαίσθητα στελέχη
- Αερόβια Gram-θετικά βακτήρια:
- Staphylococcus aureus
- Streptococcus agalactiae
- Στρεπτόκοκκοι (ομάδες C, F, G) και πρασινίζοντες στρεπτόκοκκοι (Viridans group Streptococci).
- Αερόβια Gram-αρνητικά βακτήρια:
- Bordetella pertussis
- Haemophilus ducreyi
- Haemophilus influenzae*$
- Haemophilus parainfluenzae*$
- Legionella pneumophila
- Moraxella catarrhalis*
- Neisseria gonorrhoeae.
- Άλλα:
- Chlamydophila pneumoniae*
- Chlamydia trachomatis
- Mycoplasma pneumoniae*
- Ureaplasma urealyticum.
Είδη για τα οποία η επίκτητη αντοχή ενδέχεται να αποτελεί πρόβλημα:
- Αερόβια Gram-θετικά βακτήρια:
- Streptococcus pneumoniae*
- Streptococcus pyogenes*
Σημείωση: η αζιθρομυκίνη παρουσιάζει διασταυρούμενη αντοχή με Gram-θετικά στελέχη ανθεκτικά στην ερυθρομυκίνη.
Κληρονομικά ανθεκτικοί μικροοργανισμοί:
-
Enterobacteriaceae
-
Pseudomonas
-
Είδη των οποίων η ευαισθησία έχει αποδειχθεί με κλινικές δοκιμές $ Είδη με φυσική ενδιάμεση ευαισθησία
Κλινικά φαρμακολογικά δεδομένα
-
Θεραπεία εξωνοσοκομειακής πνευμονίας
- Σε μια ανοικτή, μη συγκριτική μελέτη, οι ασθενείς ελάμβαναν, για τη θεραπεία εξωνοσοκομειακής πνευμονίας, αζιθρομυκίνη σε ενδοφλέβια έγχυση (για 2 έως 5 ημέρες) ακολουθούμενη από αζιθρομυκίνη από του στόματος (ώστε να ολοκληρωθεί συνολική θεραπεία 7 έως 10 ημερών). Τα ποσοστά κλινικής επιτυχίας (ίαση και βελτίωση) στις 10-14 ημέρες μετά τη θεραπεία ήταν 88% (74/84) και στις 4-6 εβδομάδες ήταν 86% (73/85) μεταξύ των κατάλληλων προς αξιολόγηση ασθενών.
- Σε μια ανοικτή, τυχαιοποιημένη συγκριτική μελέτη της αζιθρομυκίνης (ενδοφλεβίως ακολουθούμενη με από του στόματος θεραπεία) έναντι κεφουροξίμης (ενδοφλεβίως ακολουθούμενη με από του στόματος θεραπεία, με ερυθρομυκίνη όταν απαιτείτο) για την θεραπεία εξωνοσοκομειακής πνευμονίας, δεν παρατηρήθηκαν στατιστικώς σημαντικές διαφορές μεταξύ των δύο θεραπειών.
- Οι δύο αυτές μελέτες έδειξαν ένα συνολικό ποσοστό ίασης για ασθενείς ορολογικά θετικούς για Legionella pneumonophila ίσο με 84% (16/19). Επιπρόσθετα, σε μια ανοικτή, μη συγκριτική μελέτη, ασθενείς οι οποίοι είχαν διαγνωσθεί θετικοί για Legionella pneumoniphila (οροομάδα 1), χρησιμοποιώντας μία ειδική διαγνωστική μέθοδο αντιγόνου στα ούρα, αντιμετωπίστηκαν με ενδοφλέβια αζιθρομυκίνη την οποία ακολούθησε αζιθρομυκίνη από του στόματος. Στις 10-14 ημέρες, οι 16 από τους 17 ασθενείς που αξιολογήθηκαν είχαν κλινικά ιαθεί και στις 4-6 εβδομάδες και οι 20 από τους 20 ασθενείς που αξιολογήθηκαν είχαν κλινικά ιαθεί.
-
Θεραπεία της φλεγμονώδους νόσου της πυέλου
- Τα αποτελέσματα μιας ανοιχτής μελέτης υποδηλώνουν ότι τρία θεραπευτικά σχήματα (αζιθρομυκίνη έναντι αζιθρομυκίνης/μετρονιδαζόλης έναντι δοξυκυκλίνης, μετρονιδαζόλης, κεφοξίνης και προβενεσίδης) ήταν συγκρίσιμα ως προς την αποτελεσματικότητα και την ασφάλεια σε ασθενείς με οξεία φλεγμονώδη νόσο της πυέλου. Σε μία άλλη ανοικτή, συγκριτική μελέτη σε ασθενείς με οξεία φλεγμονώδη νόσο της πυέλου, οι ασθενείς αντιμετωπίστηκαν θεραπευτικά με ενδοφλέβια/από του στόματος χορήγηση αζιθρομυκίνης, έναντι ενδοφλέβιας αζιθρομυκίνης σε συνδυασμό με ενδοφλέβια/από του στόματος μετρονιδαζόλη, έναντι από του στόματος δοξυκυκλίνη σε συνδυασμό με ενδοφλέβια/από του στόματος αμοξυκιλλίνη με κλαβουλανικό οξύ. Αυτά τα θεραπευτικά σχήματα ήταν επίσης συγκρίσιμα όσον αφορά την αποτελεσματικότητα και την ασφάλεια. Τα δεδομένα από αυτές τις μελέτες έδειξαν ένα συνολικό ποσοστό κλινικής επιτυχίας (ιαθέντες και με βελτίωση ασθενείς) ≥97% σε όλες τις ομάδες, στο τέλος της θεραπείας, με ποσοστό εκρίζωσης των παθογόνων μικροοργανισμών ≥96%. Μετά από παρακολούθηση, ποσοστό ≥90% των παθογόνων είχαν εκριζωθεί.
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
Απορρόφηση/Κατανομή
Μετά τη χορήγηση από το στόμα στον άνθρωπο, η αζιθρομυκίνη κατανέμεται ευρέως στο σώμα και η βιοδιαθεσιμότητα της είναι περίπου 37%. Η χορήγηση καψακίων αζιθρομυκίνης μετά από ένα κύριο γεύμα μειώνει τη βιοδιαθεσιμότητα τουλάχιστον κατά 50%. Ο απαιτούμενος χρόνος για την επίτευξη των μέγιστων συγκεντρώσεων στο πλάσμα είναι 2-3 ώρες.
Σε ασθενείς με εξωνοσοκομειακή πνευμονία, οι οποίοι νοσηλεύθηκαν σε νοσοκομείο και ελάμβαναν καθημερινά εφάπαξ ωριαίες ενδοφλέβιες εγχύσεις 500 mg αζιθρομυκίνης επί 2 έως 5 ημέρες, σε συγκεντρώσεις 2 mg/ml, το εύρος των μέσων μέγιστων συγκεντρώσεων στο πλάσμα (Cmax±S.D.) που επιτεύχθηκε ήταν 3,63±1,60μg/ml, ενώ η ελάχιστη συγκέντρωση (Ctrough) του 24ώρου ήταν 0,20±0,15μg/ml και η AUC24 ήταν 9,60±4,80μg∙h/ml.
Σε υγιείς εθελοντές οι οποίοι λάμβαναν 3ωρη ενδοφλέβια έγχυση 500 mg αζιθρομυκίνης σε συγκέντρωση 1 mg/ml, οι τιμές της μέσης Cmax, της ελάχιστης συγκέντρωσης του 24ώρου και της AUC24, ήταν αντίστοιχα 1,14±0,14 μg/ml, 0,18±0,02μg/ml και 8,03±0,86μg∙h/ml.
Μελέτες σε πειραματόζωα απέδειξαν την ύπαρξη υψηλών συγκεντρώσεων αζιθρομυκίνης στα φαγοκύτταρα. Σε πειραματικά μοντέλα, υψηλότερες συγκεντρώσεις αζιθρομυκίνης ελευθερώνονται κατά τη διάρκεια ενεργού φαγοκυττάρωσης σε σχέση με μη διεγερθέντα φαγοκύτταρα. Στα μοντέλα πειραματοζώων αυτό έχει ως αποτέλεσμα να προκύπτουν υψηλές συγκεντρώσεις αζιθρομυκίνης στο σημείο της λοίμωξης.
Φαρμακοκινητικές μελέτες απέδειξαν την ύπαρξη σημαντικά υψηλότερων επιπέδων αζιθρομυκίνης στους ιστούς σε σχέση με το πλάσμα (μέχρι 50 φορές μεγαλύτερες της μέγιστης παρατηρηθείσης συγκέντρωσης του φαρμάκου στο πλάσμα) γεγονός που υποδεικνύει ότι το φάρμακο δεσμεύεται σε μεγάλο ποσοστό από τους ιστούς. Οι συγκεντρώσεις του φαρμάκου στους ιστούς-στόχους όπως είναι οι πνεύμονες, οι αμυγδαλές και ο προστάτης υπερβαίνουν τις ελάχιστες ανασταλτικές συγκεντρώσεις (MIC90) για τα πιθανά παθογόνα μετά τη χορήγηση μιας εφάπαξ δόσης του φαρμάκου 500 mg. Υψηλές συγκεντρώσεις αζιθρομυκίνης βρέθηκαν σε ιστούς του γεννητικού συστήματος της γυναίκας («γυναικολογικό ιστό») 96 ώρες μετά από εφάπαξ από του στόματος δόση 500 mg αζιθρομυκίνης.
Παρατηρήθηκαν υψηλότερες συγκεντρώσεις αζιθρομυκίνης στους ιστούς απ’ότι στο πλάσμα. Οι υψηλές συγκεντρώσεις στους ιστούς δεν πρέπει να θεωρείται ότι συνδέονται ποσοτικά με την κλινική αποτελεσματικότητα. Η αντιμικροβιακή δράση της αζιθρομυκίνης είναι pH-εξαρτώμενη και φαίνεται να μειώνεται με την αύξηση του pH. Ωστόσο, η εκτεταμένη κατανομή του φαρμάκου στους ιστούς ενδέχεται να σχετίζεται με την κλινική αποτελεσματικότητα.
Μεταβολισμός/Απέκκριση
Σε μία μελέτη πολλαπλών δόσεων σε 12 υγιείς εθελοντές χορηγώντας ένα ωριαίο ενδοφλέβιο δοσολογικό σχήμα 500 mg (1 mg/ml) επί πέντε ημέρες, το ποσοστό της χορηγηθείσας δόσης της αζιθρομυκίνης που απεκκρίθηκε στα ούρα σε 24 ώρες ήταν περίπου 11% μετά την 1η δόση και 14% μετά την 5η δόση. Οι τιμές αυτές είναι μεγαλύτερες από το αναφερθέν ποσοστό 6% που απεκκρίνεται αμετάβλητο στα ούρα μετά από χορήγηση αζιθρομυκίνης από το στόμα. Ο τελικός χρόνος ημιζωής της αποβολής του φαρμάκου από το πλάσμα εκφράζει με ακρίβεια τον χρόνο ημιζωής της αποβολής του από τους ιστούς, που είναι 2-4 ημέρες. Η απέκκριση από τη χολή αποτελεί την κύρια οδό απέκκρισης του αμετάβλητου φαρμάκου, μετά από χορήγηση από το στόμα.
Πολύ ψηλές συγκεντρώσεις του φαρμάκου υπό αμετάβλητη μορφή ανευρίσκονται στη χολή, μαζί με 10 μεταβολίτες που σχηματίζονται με Ν- και Ο-απομεθυλίωση, με υδροξυλίωση του δακτυλίου της δεσοζαμίνης και των άγλυκων δακτυλίων και με αποσύζευξη του σακχάρου κλαδινόζη. Η σύγκριση των συγκεντρώσεων στους ιστούς με τη χρησιμοποίηση της χρωματογραφίας υψηλής απόδοσης και μικροβιολογικών αναλυτικών μεθόδων υποδεικνύει ότι οι μεταβολίτες δεν παίζουν κανένα ρόλο στην αντιμικροβιακή δραστικότητα της αζιθρομυκίνης.
Φαρμακοκινητική σε ειδικές ομάδες ασθενών
- Ηλικιωμένοι:
- Σε ηλικιωμένους εθελοντές (ηλικίας > 65 ετών) παρατηρήθηκε ελαφρά αύξηση των τιμών AUC μετά θεραπεία 5 ημερών σε σχέση με νέους εθελοντές (ηλικίας < 40 ετών), αλλά η αύξηση αυτή δεν θεωρείται κλινικά σημαντική και ως εκ τούτου δεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης του φαρμάκου.
- Ασθενείς με νεφρική ανεπάρκεια:
- Η φαρμακοκινητική της αζιθρομυκίνης σε ασθενείς με ήπια έως μέτρια νεφρική ανεπάρκεια (GFR 10-80 ml/min), δεν επηρεάστηκε μετά από εφάπαξ δόση 1,0 g αζιθρομυκίνης άμεσης αποδέσμευσης συγκριτικά με ασθενείς που έχουν φυσιολογική νεφρική λειτουργία. Στατιστικά σημαντικές διαφορές παρατηρήθηκαν στην AUC0-120 (8,8 mg × hr/ml έναντι 11,7 mg × hr/ml), Cmax (1,0 mg/ml έναντι 1,6 mg/ml) και CLr (2,3 ml/min/kg έναντι 0,2 ml/min/kg) μεταξύ της ομάδας ατόμων με σοβαρή νεφρική ανεπάρκεια (GFR <10 ml/min) και της ομάδας ατόμων με φυσιολογική νεφρική λειτουργία.
- Ασθενείς με ηπατική ανεπάρκεια:
- Σε ασθενείς με ήπια (κατηγορία Α) έως μέτρια (κατηγορία Β) ηπατική βλάβη, δεν υπάρχουν ενδείξεις σημαντικής μεταβολής της φαρμακοκινητικής της αζιθρομυκίνης στον ορό σε σχέση με εκείνους που παρουσιάζουν φυσιολογική ηπατική λειτουργία. Στους ασθενείς αυτούς η νεφρική κάθαρση της αζιθρομυκίνης εμφανίζεται αυξημένη, πιθανώς για να εξισορροπήσει τη μειωμένη ηπατική κάθαρση.
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
Απορρόφηση/Κατανομή Μετά τη χορήγηση από το στόμα στον άνθρωπο, η αζιθρομυκίνη κατανέμεται ευρέως στο σώμα και η βιοδιαθεσιμότητα της είναι περίπου 37%. Η χορήγηση καψακίων αζιθρομυκίνης μετά από ένα κύριο γεύμα μειώνει τη βιοδιαθεσιμότητα…
Παρακολούθηση Αγωγής
Εργαστηριακοί & κλινικοί έλεγχοι από το SPC, ανά σύστημα
Κλινική εξέταση & ζωτικά
| Έλεγχος | Σύστημα | Συχνότητα | Προϋπόθεση |
|---|---|---|---|
| Παρακλινικές εξετάσεις | more_horizΆλλο / λοιπά | — | όπου εμφανίζονται σημεία και συμπτώματα ηπατικής δυσλειτουργίας (εξασθένιση σχετιζόμενη με ίκτερο, σκουρόχρωμα ούρα, αιμορραγική διάθεση ή ηπατική εγκεφαλοπάθεια) |
| Παρακολούθηση για σημεία επιμόλυνσης από μη ευαίσθητους μικροοργανισμούς, συμπεριλαμβανομένων και των μυκήτων | more_horizΆλλο / λοιπά | — | — |
Μονογραφίες Πηγών
Αναλυτικό περιεχόμενο ανά πηγή για τεκμηρίωση και έλεγχο
DrugBank
Description
expand_more
Description
DrugBank
Indication
expand_more
Indication
DrugBank
Pharmacology
expand_more
Pharmacology
DrugBank
Mechanism of action
expand_more
Mechanism of action
DrugBank
Absorption
expand_more
Absorption
DrugBank
Half life
expand_more
Half life
DrugBank
Protein binding
expand_more
Protein binding
DrugBank
Route of elimination
expand_more
Route of elimination
DrugBank
Volume of distribution
expand_more
Volume of distribution
DrugBank
Clearance
expand_more
Clearance
DrugBank
Toxicity
expand_more
Toxicity
science
PubChem
Φαρμακοδυναμική
expand_more
Φαρμακοδυναμική
Φαρμακοδυναμική
Οι μακρολίδες σταματούν την ανάπτυξη των βακτηρίων αναστέλλοντας τη σύνθεση πρωτεϊνών και τη μετάφραση, αντιμετωπίζοντας βακτηριακές λοιμώξεις. Η αζιθρομυκίνη έχει επιπρόσθετες ανοσοτροποποιητικές επιδράσεις και έχει χρησιμοποιηθεί σε χρόνιες φλεγμονώδεις αναπνευστικές παθήσεις για αυτόν τον σκοπό.
neurology
PubChem
Μηχανισμός δράσης
expand_more
Μηχανισμός δράσης
Μηχανισμός Δράσης
Για να αναπαραχθούν, τα βακτήρια απαιτούν μια συγκεκριμένη διαδικασία σύνθεσης πρωτεϊνών, η οποία ενεργοποιείται από τις ριβοσωμικές πρωτεΐνες. Η αζιθρομυκίνη συνδέεται με το 23S rRNA της βακτηριακής 50S ριβοσωμικής υπομονάδας. Σταματά τη βακτηριακή σύνθεση πρωτεϊνών αναστέλλοντας το βήμα της διαπεπτιδίωσης/μετατόπισης της σύνθεσης πρωτεϊνών και αναστέλλοντας τη συναρμολόγηση της 50S ριβοσωμικής υπομονάδας. Αυτό οδηγεί στον έλεγχο διαφόρων βακτηριακών λοιμώξεων. Η ισχυρή συγγένεια των μακρολιδών, συμπεριλαμβανομένης της αζιθρομυκίνης, για τα βακτηριακά ριβοσώματα, είναι συνεπής με τις ευρέος φάσματος αντιβακτηριακές τους δραστηριότητες. Η αζιθρομυκίνη είναι εξαιρετικά σταθερή σε χαμηλό pH, δίνοντάς της μεγαλύτερο χρόνο ημιζωής στον ορό και αυξάνοντας τις συγκεντρώσεις της στους ιστούς σε σύγκριση με την ερυθρομυκίνη.
Η αζιθρομυκίνη είναι συνήθως βακτηριοστατική, αν και το φάρμακο μπορεί να είναι βακτηριοκτόνο σε υψηλές συγκεντρώσεις έναντι επιλεγμένων οργανισμών. Βακτηριοκτόνος δράση έχει παρατηρηθεί in vitro έναντι Streptococcus pyogenes, S. pneumoniae και Haemophilus influenzae. Η αζιθρομυκίνη αναστέλλει τη σύνθεση πρωτεϊνών σε ευαίσθητους οργανισμούς διεισδύοντας στο κυτταρικό τοίχωμα και συνδεόμενη με 50S ριβοσωμικές υπομονάδες, αναστέλλοντας έτσι τη μετατόπιση του αμινοακυλ-tRNA και αναστέλλοντας τη σύνθεση πολυπεπτιδίων. Ο τόπος δράσης της αζιθρομυκίνης φαίνεται να είναι ο ίδιος με αυτόν των μακρολιδών (δηλαδή, ερυθρομυκίνη, κλαριθρομυκίνη), κλινδαμυκίνη, λινκομυκίνη και χλωραμφενικόλη. Η αντιμικροβιακή δράση της αζιθρομυκίνης μειώνεται σε χαμηλό pH. Η αζιθρομυκίνη συγκεντρώνεται στα φαγοκύτταρα, συμπεριλαμβανομένων των πολυμορφοπύρηνων λευκοκυττάρων, μονοκυττάρων, μακροφάγων και ινοβλαστών. Η διείσδυση του φαρμάκου στα φαγοκυτταρικά κύτταρα είναι απαραίτητη για τη δράση έναντι ενδοκυττάριων παθογόνων (π.χ., Staphylococcus aureus, Legionella pneumophila, Chlamydia trachomatis, Salmonella typhi).
biotech
PubChem
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
expand_more
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
Απορρόφηση, Κατανομή & Απέκκριση
Η βιοδιαθεσιμότητα της αζιθρομυκίνης είναι 37% μετά από από του στόματος χορήγηση. Η απορρόφηση δεν επηρεάζεται από την τροφή. Η απορρόφηση των μακρολιδών στο έντερο πιστεύεται ότι μεσολαβείται από τους μεταφορείς απέκκρισης P-glycoprotein (ABCB1), οι οποίοι είναι γνωστό ότι κωδικοποιούνται από το γονίδιο ABCB1.
Η χολική απέκκριση της αζιθρομυκίνης, κυρίως ως αμετάβλητο φάρμακο, αποτελεί κύρια οδό αποβολής. Κατά τη διάρκεια 1 εβδομάδας, περίπου το 6% της χορηγούμενης δόσης ανευρίσκεται ως αμετάβλητο φάρμακο στα ούρα.
Μετά από από του στόματος χορήγηση, η αζιθρομυκίνη κατανέμεται ευρέως στους ιστούς με εμφανή όγκο κατανομής σε κατάσταση ισορροπίας 31,1 L/kg. Σημαντικά υψηλότερες συγκεντρώσεις αζιθρομυκίνης έχουν μετρηθεί στους ιστούς παρά στο πλάσμα ή τον ορό. Ο πνεύμονας, οι αμυγδαλές και ο προστάτης είναι όργανα που έχουν δείξει ιδιαίτερα υψηλό ρυθμό πρόσληψης αζιθρομυκίνης. Αυτό το φάρμακο συγκεντρώνεται εντός των μακροφάγων και των πολυμορφοπύρηνων λευκοκυττάρων, επιτρέποντας αποτελεσματική δράση έναντι της Chlamydia trachomatis. Επιπλέον, η αζιθρομυκίνη βρίσκεται συγκεντρωμένη στα φαγοκύτταρα και τους ινοβλάστες, όπως αποδεικνύεται από τεχνικές επώασης in vitro. Μελέτες in vivo δείχνουν ότι η συγκέντρωση στα φαγοκύτταρα μπορεί να συμβάλλει στην κατανομή της αζιθρομυκίνης σε φλεγμαίνοντες ιστούς.
Μέση εμφανής κάθαρση πλάσματος=630 mL/min (μετά από εφάπαξ δόση 500 mg από του στόματος και IV).
Η χολική απέκκριση της αζιθρομυκίνης, κυρίως ως αμετάβλητο φάρμακο, αποτελεί κύρια οδό αποβολής μετά από από του στόματος χορήγηση.
Η αζιθρομυκίνη απορροφάται ταχέως από το γαστρεντερικό σωλήνα μετά από από του στόματος χορήγηση· η απορρόφηση του φαρμάκου είναι ατελής αλλά υπερβαίνει αυτήν της ερυθρομυκίνης. Η απόλυτη από του στόματος βιοδιαθεσιμότητα της αζιθρομυκίνης αναφέρεται ότι είναι περίπου 34-52% με εφάπαξ δόσεις 500 mg έως 1,2 g χορηγούμενες σε διάφορες από του στόματος φαρμακοτεχνικές μορφές. Περιορισμένα στοιχεία υποδεικνύουν ότι η χαμηλή βιοδιαθεσιμότητα της ζιθρομυκίνης οφείλεται σε ατελή γαστρεντερική απορρόφηση παρά σε όξινη αποικοδόμηση του φαρμάκου ή εκτεταμένο μεταβολισμό πρώτης διόδου.
Η αζιθρομυκίνη φαίνεται να κατανέμεται στους περισσότερους ιστούς και υγρά του σώματος μετά από από του στόματος ή IV χορήγηση. Η εκτεταμένη πρόσληψη από τους ιστούς της αζιθρομυκίνης έχει αποδοθεί στην κυτταρική πρόσληψη αυτού του βασικού αντιβιοτικού σε σχετικά όξινα λυσοσώματα ως αποτέλεσμα παγίδευσης σιδήρου και σε μια ενεργειακά εξαρτώμενη οδό που σχετίζεται με το σύστημα μεταφοράς νουκλεοσιδίων.
Λόγω της ταχείας κατανομής στους ιστούς και των υψηλών ενδοκυτταρικών συγκεντρώσεων της αζιθρομυκίνης, οι συγκεντρώσεις στους ιστούς γενικά υπερβαίνουν τις συγκεντρώσεις στο πλάσμα κατά 10 έως 100 φορές μετά από εφάπαξ χορήγηση δόσης· με πολλαπλές δόσεις, η αναλογία ιστού προς πλάσμα αυξάνεται.
Για περισσότερα δεδομένα Απορρόφησης, Κατανομής και Απέκκρισης (Πλήρη) για την ΑΖΙΘΡΟΜΥΚΙΝΗ (10 σύνολο), επισκεφθείτε τη σελίδα του αρχείου HSDB.
water_drop
PubChem
Δέσμευση πρωτεϊνών
expand_more
Δέσμευση πρωτεϊνών
Σύνδεση με Πρωτεΐνες
Η σύνδεση της αζιθρομυκίνης με τις πρωτεΐνες του ορού ποικίλλει στους ανθρώπους, μειούμενη από 51% σε 0,02 μg/mL σε 7% σε 2 μg/mL.
hub
PubChem
Μεταβολισμός
expand_more
Μεταβολισμός
Μεταβολισμός
Δεν έχουν πραγματοποιηθεί μελέτες in vitro και in vivo για την αξιολόγηση του μεταβολισμού της αζιθρομυκίνης, ωστόσο, αυτό το φάρμακο αποβάλλεται από το ήπαρ.
Η κύρια οδός βιομετασχηματισμού περιλαμβάνει τη N-απομεθυλίωση του σακχάρου δεσοζαμίνης ή στη θέση 9α στον δακτύλιο της μακρολίδης. Άλλες μεταβολικές οδοί περιλαμβάνουν την O-απομεθυλίωση και υδρόλυση ή/και υδροξυλίωση των μοιτοτήτων κλαδινοζης και δεσοζαμίνης και του δακτυλίου της μακρολίδης. Έχουν αναγνωριστεί έως και 10 μεταβολίτες της αζιθρομυκίνης, και όλοι είναι μικροβιολογικά ανενεργοί. Ενώ η βραχυπρόθεσμη χορήγηση αζιθρομυκίνης προκαλεί ηπατική συσσώρευση του φαρμάκου και αυξάνει τη δραστηριότητα της αζιθρομυκίνης δεμεθυλάσης, τα τρέχοντα στοιχεία υποδεικνύουν ότι η επαγωγή του ηπατικού κυτοχρώματος p450 ή η αδρανοποίηση μέσω σχηματισμού συμπλόκου μεταβολίτη-κυτοχρώματος δεν συμβαίνει. Σε αντίθεση με την ερυθρομυκίνη, η αζιθρομυκίνη δεν αναστέλλει τον δικό της μεταβολισμό μέσω αυτής της οδού.
hourglass
PubChem
Ημίσεια ζωή
expand_more
Ημίσεια ζωή
Βιολογικός Χρόνος Ημιζωής
Τελικός χρόνος ημιζωής αποβολής: 68 ώρες
Έχει αναφερθεί χρόνος ημιζωής αποβολής 54,5 ώρες σε παιδιά 4 μηνών έως 15 ετών που λαμβάνουν εφάπαξ ή πολλαπλές από του στόματος δόσεις αζιθρομυκίνης.
Οι συγκεντρώσεις αζιθρομυκίνης στο πλάσμα μετά από εφάπαξ δόση 500 mg από του στόματος ή IV μειώνονται πολυφασικά με μέσο τελικό χρόνο ημιζωής αποβολής 68 ώρες. Οι υψηλές τιμές για τον εμφανή όγκο κατανομής σε κατάσταση ισορροπίας (31,3-33,3 L/kg) και την κάθαρση του πλάσματος (630 mL/λεπτό, 10,18 mL/λεπτό ανά kg) της αζιθρομυκίνης υποδηλώνουν ότι ο παρατεταμένος χρόνος ημιζωής σχετίζεται με την εκτεταμένη πρόσληψη και την επακόλουθη απελευθέρωση του φαρμάκου από τους ιστούς. Ο μέσος χρόνος ημιζωής στους ιστούς της αζιθρομυκίνης εκτιμάται σε 1-4 ημέρες. Ο χρόνος ημιζωής του φαρμάκου στα περιφερικά λευκοκύτταρα κυμαίνεται από 34-57 ώρες.
category
PubChem
MeSH classification
expand_more
MeSH classification
Ταξινόμηση MeSH
Ουσίες που αναστέλλουν την ανάπτυξη ή την αναπαραγωγή ΒΑΚΤΗΡΙΩΝ.
fact_check
PubChem
FDA classification
expand_more
FDA classification
Ταξινόμηση FDA
F94OW58Y8V
ΑΖΙΘΡΟΜΥΚΙΝΗ
Καθορισμένη Φαρμακολογική Κατηγορία [EPC] - Αντιμικροβιακό Μακρολίδης
Εννοιολογική Δομή Χημικής Ουσίας [Chemical/Ingredient] - Μακρολίδες
Η αζιθρομυκίνη είναι Αντιμικροβιακό Μακρολίδης. Η χημική ταξινόμηση της αζιθρομυκίνης είναι Μακρολίδες.
J2KLZ20U1M
ΑΖΙΘΡΟΜΥΚΙΝΗ ΑΝΥΔΡΗ
Καθορισμένη Φαρμακολογική Κατηγορία [EPC] - Αντιμικροβιακό Μακρολίδης
Χημική Δομή [CS] - Μακρολίδες
Η αζιθρομυκίνη άνυδρη είναι Αντιμικροβιακό Μακρολίδης.
ΑΖΙΘΡΟΜΥΚΙΝΗ
Μακρολίδες [CS]· Αντιμικροβιακό Μακρολίδης [EPC]
Πρωτόκολλα Συνταγογράφησης
Συνταγογραφείται εφόσον ο ασθενής εντάσσεται σε κάποιο από τα παρακάτω βήματα:
-
ΒΗΜΑ 1-AB J01FA101ο ΒΗΜΑ — Αντιβιοτικά (μόνο σε επιλεγμένους ασθενείς)Άτομα με προϋπάρχουσες παθήσεις αναπνευστικού (ΧΑΠ/άσθμα), ΣΔ, ΑΕΕ, χρόνια καρδιακή ανεπάρκεια ΚΑΙ πυώδη/βλεννοπυώδη απόχρεμψηΔοσολογία: 500 mg × 1 · 3 ημέρες
Συνταγογραφείται εφόσον ο ασθενής εντάσσεται σε κάποιο από τα παρακάτω βήματα:
-
ΒΗΜΑ 1B J01FA101ο ΒΗΜΑ — Με σοβαρή αλλεργία/δυσανεξία στα β-λακταμικά
- Centor ≥ 2 (πιθανή ή επιβεβαιωμένη GAS)
- Σοβαρή αλλεργία ή δυσανεξία στα β-λακταμικά
Δοσολογία: 500 mg × 1/ημέρα · 5 ημέρες -
ΒΗΜΑ 1B J01FA101ο ΒΗΜΑ — Με σοβαρή αλλεργία/δυσανεξία στα β-λακταμικά
- Centor ≥ 2 (πιθανή ή επιβεβαιωμένη GAS)
- Σοβαρή αλλεργία ή δυσανεξία στα β-λακταμικά
Δοσολογία: 1000 mg εφάπαξ/ημέρα · 3 ημέρες
Συνταγογραφείται εφόσον ο ασθενής εντάσσεται σε κάποιο από τα παρακάτω βήματα:
-
ΒΗΜΑ 1 J01FA101ο ΒΗΜΑ — Χωρίς προηγηθείσα θεραπεία αντιβιοτικών το τελευταίο 3μηνο
- Ένδειξη αντιβιοτικού (≥ 2 κριτήρια Anthonisen με πυώδη πτύελα)
- ΧΩΡΙΣ πρόσφατη λήψη αντιβιοτικών
- ΧΩΡΙΣ σοβαρή ΧΑΠ ή κίνδυνο Pseudomonas
Δοσολογία: 500 mg × 1 · 3 ημέρες
Συνταγογραφείται εφόσον ο ασθενής εντάσσεται σε κάποιο από τα παρακάτω βήματα:
-
ΒΗΜΑ 1 J01FA101ο ΒΗΜΑ — Πιθανή βακτηριακή γαστρεντερίτιδα, ανοσοεπαρκής ασθενής
- Κλινικά σημεία βακτηριακής διάρροιας
- ΧΩΡΙΣ παράγοντες κινδύνου για Salmonella
- ΧΩΡΙΣ ταξίδι, πρόσφατη νοσηλεία ή πρόσφατα αντιβιοτικά
Δοσολογία: 500 mg × 1 · 3–5 ημέρες -
ΒΗΜΑ 2 J01FA102ο ΒΗΜΑ — Άτομο υψηλού κινδύνου για Salmonella ή θετική καλλιέργεια
- Κατηγορία υψηλού κινδύνου για Salmonella
- Θετική καλλιέργεια για Salmonella σε εμμένοντα συμπτώματα
Δοσολογία: 500 mg × 1 · 7 ημέρες (14 σε ανοσοκαταστολή) -
ΒΗΜΑ 3 J01FA103ο ΒΗΜΑ — Διάρροια Ταξιδιωτών
- Πρόσφατο ταξίδι στο εξωτερικό
Δοσολογία: 500 mg × 1 (ή 1000 mg εφάπαξ) · 3 ημέρες
Συνταγογραφείται εφόσον ο ασθενής εντάσσεται σε κάποιο από τα παρακάτω βήματα:
-
ΒΗΜΑ 1B J01FA101ο ΒΗΜΑ — Μέτριας βαρύτητας, χωρίς παράγοντες κινδύνου
- Μέτριας βαρύτητας πνευμονία
- ΧΩΡΙΣ ΚΑΝΕΝΑ από τους παράγοντες κινδύνου
Δοσολογία: Amoxicillin 1 g × 4 + Azithromycin 500 mg × 1 · Amox 7–10 ημ., Azithro 5 ημέρες
Απόσυρση / Deprescribing
Μακρολίδες
Επιστημονικό Προφίλ
expand_more
Ταξινόμηση MeSH
Ουσίες που αναστέλλουν την ανάπτυξη ή την αναπαραγωγή ΒΑΚΤΗΡΙΩΝ.