Clinio Logo
Clinio
Εμπορική Ονομασία ΣΕ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑ Πρωτότυπο

ZITHROMAX

azithromycin

ζηθρομαξ

Υπολογισμός Παιδιατρικής Δόσης

Υπολογίστε δοσολογία βάσει βάρους για παιδιά

Υπολογισμός

Σκευάσματα & Τιμολόγηση

Δεδομένα ΕΟΦ
Σκεύασμα Περιεκτικότητα Λιανική
2,0 / SACHET 9.48 €
200 / ML 4.54 €
200 / ML 6.52 €
ZITHROMAX 250MG/CAP Διακοπή
250 / CAP 10.35 €
250 / TAB 5.11 €
ZITHROMAX 500MG/TAB Διακοπή
500 / TAB 7.94 €
500 / VIAL 12.32 €

Ενδείξεις

Εγκεκριμένες ενδείξεις από το SPC, ομαδοποιημένες κατά ICD-10

clinical_notes
  • J98 Άλλες διαταραχές του αναπνευστικού συστήματος

    Περιλαμβάνει (όροι από SPC): Λοιμώξεις του αναπνευστικού συστήματος

  • L08 Άλλες τοπικές λοιμώξεις του δέρματος και του υποδόριου ιστού

    Περιλαμβάνει (όροι από SPC): Λοίμωξη του δέρματος · Λοίμωξη των μαλακών μορίων

  • N76 Άλλες φλεγμονώδεις παθήσεις του κόλπου και του αιδοίου

    Περιλαμβάνει (όροι από SPC): Μη επιπλεγμένες λοιμώξεις του γεννητικού συστήματος

  • A57 Μαλακό έλκος
  • J42 Μη καθορισμένη χρόνια βρογχίτιδα

    Περιλαμβάνει (όροι από SPC): Οξείες βακτηριακές εξάρσεις χρόνιας βρογχίτιδας

  • J01 Οξεία παραρρινοκολπίτιδα

    Περιλαμβάνει (όροι από SPC): Οξεία βακτηριακή παραρρινοκολπίτιδα

  • J02 Οξεία φαρυγγίτιδα

    Περιλαμβάνει (όροι από SPC): Φαρυγγοαμυγδαλίτιδα

  • J18 Πνευμονία, μη καθορισμένη

    Περιλαμβάνει (όροι από SPC): Πνευμονία από την κοινότητα

  • H66 Πυώδης και μη καθορισμένη μέση ωτίτιδα

    Περιλαμβάνει (όροι από SPC): Μέση ωτίτιδα

search Αναζήτηση φαρμάκων ανά ένδειξη arrow_forward

ZITHROMAX — Πληροφορίες Συνταγογράφησης

Περίληψη Χαρακτηριστικών Προϊόντος (ΠΧΠ), ανά ενότητα

medication

Μορφή & Εμφάνιση

ΠΧΠ (SPC) §3
expand_more
Κόνις για πόσιμο εναιώρημα.
Λευκή έως λευκοκιτρινωπή κόνις.
medication

Δοσολογία

ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Οδός:
Από του στόματος
Χορήγηση:
Μία φορά την ημέρα
Δόση έναρξης:
500 mg
Τιτλοποίηση:
Για ενήλικες (άλλες ενδείξεις): 500 mg την 1η ημέρα, μετά 250 mg από τη 2η ως και την 5η ημέρα. Για παιδιά (30 mg/kg συνολικά): 10 mg/kg την Ημέρα 1 και μετά 5 mg/kg τις Ημέρες 2-5.
  • Ενήλικες και έφηβοι (> 12 ετών)
    Δόση1000 mg
    Για θεραπεία σεξουαλικώς μεταδιδόμενων νόσων (Chlamydia trachomatis, Haemophilus ducreyi) ως εφάπαξ δόση.
  • Ενήλικες και έφηβοι (> 12 ετών)
    Δόση1000 mg ή 2000 mg
    Για ευαίσθητα στελέχη Neisseria gonorrhoeae, σε συνδυασμό με 250 mg ή 500 mg κεφτριαξόνης. Συμβουλευτείτε τοπικές οδηγίες για αλλεργία στην πενικιλλίνη/κεφαλοσπορίνες.
  • Ενήλικες και έφηβοι (> 12 ετών)
    Δόση500 mg ημερησίως
    Μέγ. δόση1500 mg (συνολική)
    Για όλες τις άλλες ενδείξεις, για 3 ημέρες. Εναλλακτικά, 500 mg την 1η ημέρα, μετά 250 mg από τη 2η ως και την 5η ημέρα (συνολική δόση 1500 mg).
  • Παιδιά
    Μέγ. δόση1500 mg (συνολική)
    Μέγιστη προτεινόμενη συνολική δόση για οποιαδήποτε θεραπεία.
  • Παιδιά
    Δόση10 mg/kg ημερησίως
    Μέγ. δόση30 mg/kg (συνολική)
    Για 3 ημέρες. Εναλλακτικά, 10 mg/kg την Ημέρα 1, μετά 5 mg/kg τις Ημέρες 2-5 (συνολική δόση 30 mg/kg).
  • Παιδιά
    Δόση30 mg/kg
    Άπαξ δόση για οξεία μέση ωτίτιδα.
  • Παιδιά
    Δόση10 mg/kg ή 20 mg/kg ημερησίως
    Μέγ. δόση500 mg ημερησίως
    Για 3 ημέρες για στρεπτοκοκκική φαρυγγίτιδα. Η πενικιλλίνη είναι το φάρμακο εκλογής.
  • Παιδιά (15-25 kg)
    Δόση200 mg (5 ml) ημερησίως
    Αγωγή 3 ημερών.
  • Παιδιά (15-25 kg)
    Δόση200 mg (5 ml) την Ημέρα 1, μετά 100 mg (2,5 ml) ημερησίως
    Αγωγή 5 ημερών.
  • Παιδιά (26-35 kg)
    Δόση300 mg (7,5 ml) ημερησίως
    Αγωγή 3 ημερών.
  • Παιδιά (26-35 kg)
    Δόση300 mg (7,5 ml) την Ημέρα 1, μετά 150 mg (3,75 ml) ημερησίως
    Αγωγή 5 ημερών.
  • Παιδιά (36-45 kg)
    Δόση400 mg (10 ml) ημερησίως
    Αγωγή 3 ημερών.
  • Παιδιά (36-45 kg)
    Δόση400 mg (10 ml) την Ημέρα 1, μετά 200 mg (5 ml) ημερησίως
    Αγωγή 5 ημερών.
  • Παιδιά (> 45 kg)
    ΔόσηΔοσολογία ενηλίκων
    Για καψάκια ή δισκία.
  • Υπερήλικες ασθενείς
    Δόσηίδια δόση με εκείνη των ενηλίκων
    Ιδιαίτερη προσοχή λόγω κινδύνου καρδιακών αρρυθμιών και torsades de pointes (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις).
  • Ασθενείς με Ηπατική Δυσλειτουργία
    Δόσηίδια δόση με εκείνη των ενηλίκων
    Για ήπια έως μέτρια ηπατική δυσλειτουργία. Με προσοχή σε σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις).
block

Αντενδείξεις

ΠΧΠ (SPC)
expand_more
  • Υπερευαισθησία στην αζιθρομυκίνη, την ερυθρομυκίνη, σε οποιοδήποτε αντιβιοτικό της ομάδας των μακρολιδίων ή των κετολιδίων
  • Υπερευαισθησία σε κάποιο από τα έκδοχα
  • Ταυτόχρονη χορήγηση με σιζαπρίδη
warning

Προειδοποιήσεις & Προφυλάξεις

ΠΧΠ (SPC)
expand_more
  • Σοβαρές αλλεργικές αντιδράσεις
    σοβαρή
    Σε περίπτωση εμφάνισης, διακοπή του φαρμάκου και χορήγηση κατάλληλης θεραπείας. Υπάρχει πιθανότητα επανεμφάνισης συμπτωμάτων.
  • Ηπατοτοξικότητα
    προσοχή
    ΠληθυσμόςΑσθενείς με σοβαρή ηπατική νόσο
    Να χρησιμοποιείται με προσοχή. Σε περίπτωση εμφάνισης σημείων/συμπτωμάτων ηπατικής δυσλειτουργίας, άμεσες εργαστηριακές εξετάσεις ηπατικής λειτουργίας και διακοπή αζιθρομυκίνης.
  • Βρεφική υπερτροφική πυλωρική στένωση (IHPS)
    ΠληθυσμόςΝεογνά (θεραπεία έως 42 ημερών ζωής)
    Οι γονείς/πάροχοι φροντίδας να επικοινωνούν με τον ιατρό τους, εάν παρατηρηθούν έμετοι ή ευερεθιστότητα κατά τη σίτιση.
  • Αλληλεπίδραση με παράγωγα της ερυσιβώδους όλυρας
    ΠληθυσμόςΑσθενείς που λαμβάνουν παράγωγα της ερυσιβώδους όλυρας (Ergot)
    Δεν πρέπει να συγχορηγείται η αζιθρομυκίνη με παράγωγα της ερυσιβώδους όλυρας λόγω θεωρητικής πιθανότητας εμφάνισης εργοτισμού.
  • Επιμόλυνση
    προσοχή
    ΠληθυσμόςΌλοι οι ασθενείς
    Συνιστάται παρακολούθηση για την ανάπτυξη σημείων επιμόλυνσης από μη ευαίσθητους μικροοργανισμούς, συμπεριλαμβανομένων και των μυκήτων.
  • Διάρροια οφειλόμενη σε Clostridioides difficile (CDAD)
    σοβαρή
    ΠληθυσμόςΑσθενείς που παρουσιάζουν διάρροια μετά από χρήση αντιβιοτικών
    Να εξετάζεται το ενδεχόμενο CDAD. Λήψη αναλυτικού ιατρικού ιστορικού. Εφαρμογή θεραπευτικών μέτρων (διακοπή θεραπείας, υγρά/ηλεκτρολύτες, πρωτεΐνες, ειδικά αντιβιοτικά).
  • Νεφρική Δυσλειτουργία
    προσοχή
    ΠληθυσμόςΑσθενείς με GFR<10 ml/min
    Έχει παρατηρηθεί αύξηση της συστηματικής έκθεσης στην αζιθρομυκίνη κατά 33%.
  • Παράταση του διαστήματος QT
    προσοχή
    ΠληθυσμόςΑσθενείς με εν εξελίξει προαρρυθμικές καταστάσεις (ιδιαίτερα γυναίκες και υπερήλικες), ασθενείς με συγγενή/τεκμηριωμένη παράταση QT, ασθενείς που λαμβάνουν φάρμακα που παρατείνουν το QT, ασθενείς με ηλεκτρολυτικές διαταραχές (υποκαλιαιμία, υπομαγνησιαιμία), ασθενείς με βραδυκαρδία, καρδιακή αρρυθμία ή σοβαρή καρδιακή ανεπάρκεια
    Η αζιθρομυκίνη θα πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή.
  • Μυασθένεια gravis
    ΠληθυσμόςΑσθενείς με μυασθένεια gravis
    Έχουν αναφερθεί εξάρσεις συμπτωμάτων και νέα εμφάνιση συνδρόμου μυασθένειας.
  • Θεραπεία της πνευμονίας
    ΠληθυσμόςΑσθενείς με πνευμονία από την κοινότητα
    Ασφαλής και αποτελεσματική μόνο για ελαφράς βαρύτητας πνευμονία από Streptococcus pneumoniae ή Haemophilus influenzae, σε ασθενείς κατάλληλους για εξωνοσοκομειακή από του στόματος θεραπεία. Δεν πρέπει να χρησιμοποιείται σε ασθενείς ακατάλληλους για εξωνοσοκομειακή θεραπεία λόγω μετρίου/βαρείας λοίμωξης ή παραγόντων κινδύνου (ενδονοσοκομειακά παθογόνα, μικροβιαιμία, ανάγκη νοσηλείας, υπερήλικες/εξασθενημένοι, συνυπάρχοντα προβλήματα υγείας).
  • Σακχαρόζη
    προσοχή
    ΠληθυσμόςΔιαβητικοί ασθενείς, ασθενείς με σπάνια κληρονομικά προβλήματα δυσανεξίας στη γλυκόζη, κακή απορρόφηση γλυκόζης-γαλακτόζης ή ανεπάρκεια σουκράσης-ισομαλτάσης (για το πόσιμο εναιώρημα)
    Προσοχή στους διαβητικούς. Οι ασθενείς με κληρονομικά προβλήματα δυσανεξίας δεν πρέπει να πάρουν αυτό το φάρμακο.
  • Λακτόζη
    προσοχή
    ΠληθυσμόςΑσθενείς με σπάνια κληρονομικά προβλήματα δυσανεξίας στη γαλακτόζη, πλήρη ανεπάρκεια λακτάσης ή κακή απορρόφηση γλυκόζης-γαλακτόζης (για τα καψάκια)
    Δεν πρέπει να χορηγούνται.
swap_horiz

Αλληλεπιδράσεις

ΠΧΠ (SPC)
expand_more
  • Αντιόξινα
    προσοχή
    Μείωση Cmax αζιθρομυκίνης κατά ~24%.
    ΣύστασηΤα φάρμακα δεν πρέπει να λαμβάνονται ταυτόχρονα.
  • Καμία φαρμακευτική αλληλεπίδραση και καμία σημαντική αλλαγή στο διάστημα QT.
  • Δεν επηρεάζει τη φαρμακοκινητική της διδανοσίνης.
  • Διγοξίνη, κολχικίνη (υποστρώματα της P-γλυκοπρωτεΐνης)
    προσοχή
    Αύξηση των επιπέδων του υποστρώματος της P-γλυκοπρωτεΐνης (π.χ. διγοξίνης) στον ορό.
    ΣύστασηΚλινική παρακολούθηση, και πιθανώς παρακολούθηση των επιπέδων της διγοξίνης στον ορό, κατά τη διάρκεια και μετά τη διακοπή της θεραπείας με αζιθρομυκίνη.
  • Μικρή επίδραση στη φαρμακοκινητική της ζιδοβουδίνης στο πλάσμα. Αύξηση συγκεντρώσεων φωσφορυλιωμένης ζιδοβουδίνης (κλινική σημασία ασαφής, μπορεί να είναι ωφέλιμη).
  • Αλκαλοειδή ερυσιβώδους όλυρας
    αντένδειξη
    Θεωρητική πιθανότητα εμφάνισης εργοτισμού.
    ΣύστασηΔεν συνιστάται η ταυτόχρονη χρήση.
  • παρακολούθηση
    Δεν τροποποίησε τις συγκεντρώσεις της ατορβαστατίνης στο πλάσμα. Έχουν αναφερθεί περιστατικά ραβδομυόλυσης σε ασθενείς που ελάμβαναν αζιθρομυκίνη μαζί με στατίνες (μετά την κυκλοφορία).
  • Καμία σημαντική επίδραση στα επίπεδα της καρβαμαζεπίνης ή του δραστικού μεταβολίτη της στο πλάσμα.
  • Δεν παρατηρήθηκε μεταβολή της φαρμακοκινητικής της αζιθρομυκίνης.
  • Από του στόματος κουμαρινικά αντιπηκτικά
    προσοχή
    Δεν μετέβαλε το αντιπηκτικό αποτέλεσμα βαρφαρίνης σε μελέτη. Αναφορές ενίσχυσης του αντιπηκτικού αποτελέσματος μετά την κυκλοφορία.
    ΣύστασηΠρέπει να δίνεται προσοχή στη συχνότητα παρακολούθησης του χρόνου προθρομβίνης.
  • προσοχή
    Σημαντική αύξηση των Cmax και AUC0-5 της κυκλοσπορίνης.
    ΣύστασηΠρέπει να παρακολουθούνται τα επίπεδα της κυκλοσπορίνης και να προσαρμόζεται ανάλογα η δοσολογία.
  • Καμία κλινικώς σημαντική φαρμακοκινητική αλληλεπίδραση.
  • Δεν μετέβαλε την φαρμακοκινητική φλουκοναζόλης. Μείωση Cmax αζιθρομυκίνης (18%), μη κλινικά σημαντική.
  • Δεν είχε στατιστικά σημαντική επίδραση στη φαρμακοκινητική ινδιναβίρης.
  • Καμία σημαντική επίδραση στη φαρμακοκινητική της μεθυλπρεδνιζολόνης.
  • Δεν προκάλεσε κλινικά σημαντικές μεταβολές στη φαρμακοκινητική και τη φαρμακοδυναμική της μιδαζολάμης.
  • Αύξηση των συγκεντρώσεων της αζιθρομυκίνης. Δεν παρατηρήθηκαν κλινικώς σημαντικές ανεπιθύμητες ενέργειες.
    ΣύστασηΠροσαρμογή της δόσης δεν ήταν απαραίτητη.
  • παρακολούθηση
    Δεν επηρέασε τις συγκεντρώσεις κανενός από τα δύο φάρμακα. Έχει παρατηρηθεί ουδετεροπενία (συσχετίζεται με ριφαμπουτίνη).
  • Σιλντεναφίλη
    Δεν υπήρχαν ενδείξεις επίδρασης της αζιθρομυκίνης στην AUC και την Cmax της σιλντεναφίλης ή του κύριου μεταβολίτη της.
  • Τερφεναδίνη
    Φαρμακοκινητικές μελέτες δεν έδειξαν στοιχεία κάποιας αλληλεπίδρασης. Έχουν αναφερθεί σπάνια περιστατικά, όπου η πιθανότητα τέτοιας αλληλεπίδρασης δεν ήταν δυνατό να αποκλεισθεί εντελώς.
  • παρακολούθηση
    Δεν υπάρχουν ενδείξεις κλινικά σημαντικής φαρμακοκινητικής αλληλεπίδρασης με αζιθρομυκίνη. Η συγχορήγηση θεοφυλλίνης και μακρολιδίων έχει συσχετιστεί με αυξημένα επίπεδα θεοφυλλίνης στον ορό.
    ΣύστασηΣυνιστάται η μέτρηση των επιπέδων θεοφυλλίνης επί συγχορήγησης αζιθρομυκίνης.
  • Δεν είχε σημαντική επίδραση σε καμία φαρμακοκινητική μεταβλητή της τριαζολάμης.
  • Τριμεθοπρίμη-Σουλφαμεθοξαζόλη
    Δεν είχε σημαντικές επιδράσεις στις μέγιστες συγκεντρώσεις, στη συνολική έκθεση ή στην απέκκριση από τα ούρα είτε της τριμεθοπρίμης είτε της σουλφαμεθοξαζόλης.
  • Σιζαπρίδη
    αντένδειξη
    Τα μακρολίδια αναστέλλουν το CYP3A4, η συγχορήγηση μπορεί να αυξήσει τον κίνδυνο διαταραχών του καρδιακού ρυθμού (παράταση QT, κοιλιακές αρρυθμίες, Torsades de Pointes).
    ΣύστασηΝα μη συγχορηγείται η σιζαπρίδη με τα φάρμακα αυτά.
sick

Ανεπιθύμητες ενέργειες

ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Λοιμώξεις
  • Καντιντίαση
  • Λοίμωξη κόλπου
  • Πνευμονία
  • Μυκητιασική λοίμωξη
  • Βακτηριακή λοίμωξη
  • Φαρυγγίτιδα
  • Γαστρεντερίτιδα
  • Καντιντίαση του στόματος
Αναπνευστικό
  • Διαταραχή αναπνευστικού συστήματος
  • Ρινίτιδα
  • Δύσπνοια
  • Επίσταξη
Γαστρεντερικό
  • Ψευδομεμβρανώδης κολίτιδα
  • Διάρροια
  • Έμετος
  • Κοιλιακό άλγος
  • Ναυτία
  • Δυσκοιλιότητα
  • Μετεωρισμός
  • Δυσπεψία
  • Γαστρίτιδα
  • Δυσφαγία
  • Διάταση κοιλίας
  • Ξηροστομία
  • Ερυγή
  • Εξέλκωση στόματος
  • Υπερέκκριση σιέλου
  • Παγκρεατίτιδα
Αίμα
  • Λευκοπενία
  • Ουδετεροπενία
  • Ηωσινοφιλία
  • Θρομβοπενία
  • Αιμολυτική αναιμία
  • Μειωμένος αριθμός λεμφοκυττάρων
Δέρμα
  • Αγγειοοίδημα
  • Εξάνθημα
  • Κνησμός
  • Κνίδωση
  • Δερματίτιδα
  • Ξηροδερμία
  • Υπεριδρωσία
  • Αντίδραση φωτοευαισθησίας
  • Σύνδρομο Stevens-Johnson
  • Τοξική επιδερμική νεκρόλυση
  • Πολύμορφο ερύθημα
  • Σύνδρομο DRESS
Ανοσοποιητικό
  • Υπερευαισθησία
  • Αναφυλακτική αντίδραση
Μεταβολισμός
  • Ανορεξία
Ψυχιατρικές
  • Νευρικότητα
  • Αϋπνία
  • Διέγερση
  • Επιθετικότητα
  • Άγχος
  • Παραλήρημα
  • Ψευδαισθήσεις
  • Ψυχοκινητική υπερδραστηριότητα
Νευρικό
  • Κεφαλαλγία
  • Ζάλη
  • Υπνηλία
  • Δυσγευσία
  • Παραισθησία
  • Λιποθυμικό επεισόδιο
  • Σπασμοί
  • Υπαισθησία
  • Ανοσμία
  • Αγευσία
  • Παροσμία
  • Μυασθένεια Gravis
  • Ίλιγγος
Οφθαλμικές
  • Οπτική διαταραχή
Αυτί
  • Διαταραχή ωτός
Διαταραχές του ωτός και του λαβυρίνθου
  • Έκπτωση της ακουστικής οξύτητας, περιλαμβανομένης της κώφωσης και/ή των εμβοών
Καρδιά
  • Αίσθημα παλμών
Καρδιακές διαταραχές
  • Torsades de pointes (Κοιλιακή ταχυκαρδία δίκην ριπιδίου)
  • Αρρυθμία περιλαμβανομένης της κοιλιακής ταχυκαρδίας
Εργαστηριακές
  • Παράταση διαστήματος QT στο ηλεκτροκαρδιογράφημα
  • Μειωμένα διττανθρακικά αίματος
  • Αυξημένη ασπαρτική αμινοτρανσφεράση
  • Αυξημένη αμινοτρανσφεράση της αλανίνης
  • Αυξημένη ουρία αίματος
  • Αυξημένη κρεατινίνη αίματος
  • Αυξημένη αλκαλική φωσφατάση αίματος
  • Αυξημένη γλυκόζη
  • Μειωμένος αιματοκρίτης
Αγγειακές
  • Υπόταση
Γενικές
  • Δυσχρωματισμός γλώσσας
  • Οίδημα
  • Εξασθένιση
  • Αίσθημα κακουχίας
  • Κόπωση
  • Οίδημα προσώπου
  • Θωρακικό άλγος
  • Πυρεξία
  • Άλγος
  • Περιφερικό οίδημα
Ήπαρ
  • Μη φυσιολογική ηπατική λειτουργία
  • Χολοστατικός ίκτερος
  • Ηπατική ανεπάρκεια
  • Ηπατική νέκρωση
  • Αυξημένη χολερυθρίνη αίματος
Διαταραχές του ήπατος και των χοληφόρων
  • Ηπατίτιδα κεραυνοβόλος
Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
  • Οξεία Γενικευμένη Εξανθηματική Φλυκταίνωση (AGEP)
Μυοσκελετικό
  • Οστεοαρθρίτιδα
  • Μυαλγία
  • Οσφυαλγία
  • Αυχεναλγία
  • Αρθραλγία
Νεφρά/Ουροποιητικό
  • Δυσουρία
  • Άλγος νεφρού
  • Οξεία νεφρική ανεπάρκεια
Διαταραχές των νεφρών και των ουροφόρων οδών
  • Νεφρίτιδα διάμεση
Αναπαραγωγικό
  • Μητρορραγία
  • Διαταραχή όρχεων
Παρακλινικές εξετάσεις
  • Αριθμός ηωσινοφίλων αυξημένος
  • Βασεόφιλα λευκοκύτταρα αυξημένα
  • Μονοκύτταρα αυξημένα
  • Ουδετερόφιλα αυξημένα
  • Κάλιο αίματος μη φυσιολογικό
  • Χλωριούχα αυξημένα
  • Αιμοπετάλια αυξημένα
  • Διττανθρακικά αυξημένα
  • Νάτριο μη φυσιολογικό
Κακώσεις, δηλητηριάσεις και επιπλοκές θεραπευτικών χειρισμών
  • Επιπλοκή μετά από θεραπευτικό χειρισμό
Λεπτομέρειες κατά συχνότητα expand_more
  • Torsades de pointes (Κοιλιακή ταχυκαρδία δίκην ριπιδίου)
    Καρδιακές διαταραχές
    Μη γνωστές
  • Άγχος
    Ψυχιατρικές
    Μη γνωστές
  • Άλγος
    Γενικές
    Όχι συχνές(≥1/1000)
  • Άλγος νεφρού
    Νεφρά/Ουροποιητικό
    Όχι συχνές(≥1/1000)
  • Έκπτωση της ακουστικής οξύτητας, περιλαμβανομένης της κώφωσης και/ή των εμβοών
    Διαταραχές του ωτός και του λαβυρίνθου
    Μη γνωστές
  • Έμετος
    Γαστρεντερικό
    Συχνές(≥1/100)
  • Ίλιγγος
    Νευρικό
    Όχι συχνές(≥1/1000)
  • Αίσθημα κακουχίας
    Γενικές
    Όχι συχνές(≥1/1000)
  • Αίσθημα παλμών
    Καρδιά
    Όχι συχνές(≥1/1000)
  • Αγγειοοίδημα
    Δέρμα
    Όχι συχνές(≥1/1000)
  • Αγευσία
    Νευρικό
    Μη γνωστές
  • Αιμολυτική αναιμία
    Αίμα
    Μη γνωστές
  • Αιμοπετάλια αυξημένα
    Παρακλινικές εξετάσεις
    Όχι συχνές(≥1/1000)
  • Αναφυλακτική αντίδραση
    Ανοσοποιητικό
    Μη γνωστές
  • Ανορεξία
    Μεταβολισμός
    Όχι συχνές(≥1/1000)
  • Ανοσμία
    Νευρικό
    Μη γνωστές
  • Αντίδραση φωτοευαισθησίας
    Δέρμα
    Σπάνιες(≥1/10000)
  • Αρθραλγία
    Μυοσκελετικό
    Όχι συχνές(≥1/1000)
  • Αριθμός ηωσινοφίλων αυξημένος
    Παρακλινικές εξετάσεις
    Συχνές(≥1/100)
  • Αρρυθμία περιλαμβανομένης της κοιλιακής ταχυκαρδίας
    Καρδιακές διαταραχές
    Μη γνωστές
  • Αυξημένη αλκαλική φωσφατάση αίματος
    Εργαστηριακές
    Όχι συχνές(≥1/1000)
  • Αυξημένη αμινοτρανσφεράση της αλανίνης
    Εργαστηριακές
    Όχι συχνές(≥1/1000)
  • Αυξημένη ασπαρτική αμινοτρανσφεράση
    Εργαστηριακές
    Όχι συχνές(≥1/1000)
  • Αυξημένη γλυκόζη
    Εργαστηριακές
    Όχι συχνές(≥1/1000)
  • Αυξημένη κρεατινίνη αίματος
    Εργαστηριακές
    Όχι συχνές(≥1/1000)
  • Αυξημένη ουρία αίματος
    Εργαστηριακές
    Όχι συχνές(≥1/1000)
  • Αυξημένη χολερυθρίνη αίματος
    Ήπαρ
    Όχι συχνές(≥1/1000)
  • Αυχεναλγία
    Μυοσκελετικό
    Όχι συχνές(≥1/1000)
  • Αϋπνία
    Ψυχιατρικές
    Όχι συχνές(≥1/1000)
  • Βακτηριακή λοίμωξη
    Λοιμώξεις
    Συχνές(≥1/100)
  • Βασεόφιλα λευκοκύτταρα αυξημένα
    Παρακλινικές εξετάσεις
    Συχνές(≥1/100)
  • Γαστρίτιδα
    Γαστρεντερικό
    Όχι συχνές(≥1/1000)
  • Γαστρεντερίτιδα
    Λοιμώξεις
    Συχνές(≥1/100)
  • Δερματίτιδα
    Δέρμα
    Όχι συχνές(≥1/1000)
  • Διάρροια
    Γαστρεντερικό
    Πολύ συχνές(≥1/10)
  • Διάταση κοιλίας
    Γαστρεντερικό
    Όχι συχνές(≥1/1000)
  • Διέγερση
    Ψυχιατρικές
    Σπάνιες(≥1/10000)
  • Διαταραχή αναπνευστικού συστήματος
    Αναπνευστικό
    Συχνές(≥1/100)
  • Διαταραχή ωτός
    Αυτί
    Όχι συχνές(≥1/1000)
  • Διαταραχή όρχεων
    Αναπαραγωγικό
    Όχι συχνές(≥1/1000)
  • Διττανθρακικά αυξημένα
    Παρακλινικές εξετάσεις
    Όχι συχνές(≥1/1000)
  • Δυσγευσία
    Νευρικό
    Όχι συχνές(≥1/1000)
  • Δυσκοιλιότητα
    Γαστρεντερικό
    Όχι συχνές(≥1/1000)
  • Δυσουρία
    Νεφρά/Ουροποιητικό
    Όχι συχνές(≥1/1000)
  • Δυσπεψία
    Γαστρεντερικό
    Όχι συχνές(≥1/1000)
  • Δυσφαγία
    Γαστρεντερικό
    Όχι συχνές(≥1/1000)
  • Δυσχρωματισμός γλώσσας
    Γενικές
    Μη γνωστές
  • Δύσπνοια
    Αναπνευστικό
    Όχι συχνές(≥1/1000)
  • Εξάνθημα
    Δέρμα
    Όχι συχνές(≥1/1000)
  • Εξέλκωση στόματος
    Γαστρεντερικό
    Όχι συχνές(≥1/1000)
  • Εξασθένιση
    Γενικές
    Όχι συχνές(≥1/1000)
  • Επίσταξη
    Αναπνευστικό
    Όχι συχνές(≥1/1000)
  • Επιθετικότητα
    Ψυχιατρικές
    Μη γνωστές
  • Επιπλοκή μετά από θεραπευτικό χειρισμό
    Κακώσεις, δηλητηριάσεις και επιπλοκές θεραπευτικών χειρισμών
    Μη γνωστές
  • Ερυγή
    Γαστρεντερικό
    Όχι συχνές(≥1/1000)
  • Ζάλη
    Νευρικό
    Όχι συχνές(≥1/1000)
  • Ηπατίτιδα κεραυνοβόλος
    Διαταραχές του ήπατος και των χοληφόρων
    Μη γνωστές
  • Ηπατική ανεπάρκεια
    Ήπαρ
    Μη γνωστές
  • Ηπατική νέκρωση
    Ήπαρ
    Μη γνωστές
  • Ηωσινοφιλία
    Αίμα
    Όχι συχνές(≥1/1000)
  • Θρομβοπενία
    Αίμα
    Μη γνωστές
  • Θωρακικό άλγος
    Γενικές
    Όχι συχνές(≥1/1000)
  • Κάλιο αίματος μη φυσιολογικό
    Παρακλινικές εξετάσεις
    Όχι συχνές(≥1/1000)
  • Καντιντίαση
    Λοιμώξεις
    Συχνές(≥1/100)
  • Καντιντίαση του στόματος
    Λοιμώξεις
    Συχνές(≥1/100)
  • Κεφαλαλγία
    Νευρικό
    Συχνές(≥1/100)
  • Κνίδωση
    Δέρμα
    Όχι συχνές(≥1/1000)
  • Κνησμός
    Δέρμα
    Όχι συχνές(≥1/1000)
  • Κοιλιακό άλγος
    Γαστρεντερικό
    Συχνές(≥1/100)
  • Κόπωση
    Γενικές
    Όχι συχνές(≥1/1000)
  • Λευκοπενία
    Αίμα
    Όχι συχνές(≥1/1000)
  • Λιποθυμικό επεισόδιο
    Νευρικό
    Μη γνωστές
  • Λοίμωξη κόλπου
    Λοιμώξεις
    Συχνές(≥1/100)
  • Μειωμένα διττανθρακικά αίματος
    Εργαστηριακές
    Συχνές(≥1/100)
  • Μειωμένος αιματοκρίτης
    Εργαστηριακές
    Όχι συχνές(≥1/1000)
  • Μειωμένος αριθμός λεμφοκυττάρων
    Αίμα
    Συχνές(≥1/100)
  • Μετεωρισμός
    Γαστρεντερικό
    Όχι συχνές(≥1/1000)
  • Μη φυσιολογική ηπατική λειτουργία
    Ήπαρ
    Όχι συχνές(≥1/1000)
  • Μητρορραγία
    Αναπαραγωγικό
    Όχι συχνές(≥1/1000)
  • Μονοκύτταρα αυξημένα
    Παρακλινικές εξετάσεις
    Συχνές(≥1/100)
  • Μυαλγία
    Μυοσκελετικό
    Όχι συχνές(≥1/1000)
  • Μυασθένεια Gravis
    Νευρικό
    Μη γνωστές
  • Μυκητιασική λοίμωξη
    Λοιμώξεις
    Συχνές(≥1/100)
  • Νάτριο μη φυσιολογικό
    Παρακλινικές εξετάσεις
    Όχι συχνές(≥1/1000)
  • Ναυτία
    Γαστρεντερικό
    Συχνές(≥1/100)
  • Νευρικότητα
    Ψυχιατρικές
    Όχι συχνές(≥1/1000)
  • Νεφρίτιδα διάμεση
    Διαταραχές των νεφρών και των ουροφόρων οδών
    Μη γνωστές
  • Ξηροδερμία
    Δέρμα
    Όχι συχνές(≥1/1000)
  • Ξηροστομία
    Γαστρεντερικό
    Όχι συχνές(≥1/1000)
  • Οίδημα
    Γενικές
    Όχι συχνές(≥1/1000)
  • Οίδημα προσώπου
    Γενικές
    Όχι συχνές(≥1/1000)
  • Οξεία Γενικευμένη Εξανθηματική Φλυκταίνωση (AGEP)
    Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
    Μη γνωστές
  • Οξεία νεφρική ανεπάρκεια
    Νεφρά/Ουροποιητικό
    Μη γνωστές
  • Οπτική διαταραχή
    Οφθαλμικές
    Όχι συχνές(≥1/1000)
  • Οστεοαρθρίτιδα
    Μυοσκελετικό
    Όχι συχνές(≥1/1000)
  • Οσφυαλγία
    Μυοσκελετικό
    Όχι συχνές(≥1/1000)
  • Ουδετεροπενία
    Αίμα
    Όχι συχνές(≥1/1000)
  • Ουδετερόφιλα αυξημένα
    Παρακλινικές εξετάσεις
    Συχνές(≥1/100)
  • Παγκρεατίτιδα
    Γαστρεντερικό
    Μη γνωστές
  • Παράταση διαστήματος QT στο ηλεκτροκαρδιογράφημα
    Εργαστηριακές
    Μη γνωστές
  • Παραισθησία
    Νευρικό
    Όχι συχνές(≥1/1000)
  • Παραλήρημα
    Ψυχιατρικές
    Μη γνωστές
  • Παροσμία
    Νευρικό
    Μη γνωστές
  • Περιφερικό οίδημα
    Γενικές
    Όχι συχνές(≥1/1000)
  • Πνευμονία
    Λοιμώξεις
    Συχνές(≥1/100)
  • Πολύμορφο ερύθημα
    Δέρμα
    Μη γνωστές
  • Πυρεξία
    Γενικές
    Όχι συχνές(≥1/1000)
  • Ρινίτιδα
    Αναπνευστικό
    Συχνές(≥1/100)
  • Σπασμοί
    Νευρικό
    Μη γνωστές
  • Σύνδρομο DRESS
    Δέρμα
    Μη γνωστές
  • Σύνδρομο Stevens-Johnson
    Δέρμα
    Μη γνωστές
  • Τοξική επιδερμική νεκρόλυση
    Δέρμα
    Μη γνωστές
  • Υπαισθησία
    Νευρικό
    Μη γνωστές
  • Υπερέκκριση σιέλου
    Γαστρεντερικό
    Όχι συχνές(≥1/1000)
  • Υπερευαισθησία
    Ανοσοποιητικό
    Όχι συχνές(≥1/1000)
  • Υπεριδρωσία
    Δέρμα
    Όχι συχνές(≥1/1000)
  • Υπνηλία
    Νευρικό
    Όχι συχνές(≥1/1000)
  • Υπόταση
    Αγγειακές
    Μη γνωστές
  • Φαρυγγίτιδα
    Λοιμώξεις
    Συχνές(≥1/100)
  • Χλωριούχα αυξημένα
    Παρακλινικές εξετάσεις
    Όχι συχνές(≥1/1000)
  • Χολοστατικός ίκτερος
    Ήπαρ
    Όχι συχνές(≥1/1000)
  • Ψευδαισθήσεις
    Ψυχιατρικές
    Μη γνωστές
  • Ψευδομεμβρανώδης κολίτιδα
    Γαστρεντερικό
    Μη γνωστές
  • Ψυχοκινητική υπερδραστηριότητα
    Ψυχιατρικές
    Μη γνωστές
pregnant_woman

Κύηση / Γαλουχία

ΠΧΠ (SPC)
Επίπεδο κινδύνου: Με προσοχή expand_more
  • Κύηση
    Με προσοχή
    Η αζιθρομυκίνη διαπερνά τον πλακούντα σε πειραματόζωα, χωρίς τερατογένεση. Μελέτες παρατήρησης δεν υποδεικνύουν συσχέτιση με μείζονες συγγενείς ή καρδιαγγειακές δυσπλασίες, αλλά υπάρχουν περιορισμένες επιδημιολογικές ενδείξεις για αυξημένο κίνδυνο αποβολής μετά από έκθεση στην αρχή της κύησης. Χρησιμοποιείται μόνο εάν είναι κλινικά απαραίτητο και το όφελος υπερτερεί των κινδύνων.
  • Γαλουχία
    Με προσοχή
    Η αζιθρομυκίνη είναι παρούσα στο ανθρώπινο γάλα (0,1 έως 0,7 mg/kg/ημέρα). Δεν παρατηρήθηκαν σοβαρές ανεπιθύμητες ενέργειες στα θηλάζοντα βρέφη. Πρέπει να ληφθεί απόφαση διακοπής θηλασμού ή θεραπείας, λαμβάνοντας υπόψη το όφελος για το παιδί και τη γυναίκα.
  • Γονιμότητα
    Με προσοχή
    Σε αρουραίους παρατηρήθηκαν μειωμένα ποσοστά κύησης. Δεν είναι γνωστή η σχέση αυτού του ευρήματος με τους ανθρώπους.
e911_emergency

Υπερδοσολογία

ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Αντιμετώπιση
Σε περίπτωση υπερδοσολογίας απαιτείται η εφαρμογή γενικών συμπτωματικών και υποστηρικτικών μέτρων θεραπείας, ανάλογα με την περίπτωση.
directions_car

Επίδραση στην οδήγηση

ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Επηρεάζει την οδήγησηΌχι
Δεν υπάρχουν ενδείξεις ότι η αζιθρομυκίνη επηρεάζει την ικανότητα οδήγησης ή χειρισμού μηχανημάτων.
science

Έκδοχα

ΠΧΠ (SPC) §2 & §6.1
expand_more
Οξείδιο του πυριτίου, κολλοειδές άνυδρο (Ε551)
Σακχαρόζη
Ξανθάνης κόμμι (Ε415)
Φωσφορικό νάτριο άνυδρο
Υδοξυπροπυλοκυτταρίνη
Βελτιωτικό γεύσης κεράσι, trusil
Βελτιωτικό γεύσης βανιλλίνη
Βελτιωτικό γεύσης μπανάνα
biotech

Φαρμακολογία

Φαρμακοδυναμική & Φαρμακοκινητική
expand_more
Φαρμακοδυναμική

Φαρμακοδυναμικές

Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: Αντιμικροβιακά, Μακρολίδια, Κωδικός ATC: J01FA10

Μηχανισμός δράσης

Η αζιθρομυκίνη είναι το πρώτο αντιβιοτικό μίας υποομάδας των μακρολιδίων, γνωστής ως αζαλίδες, και η οποία είναι χημικά διαφορετική από την ερυθρομυκίνη. Χημικώς λαμβάνεται από την προσθήκη ενός ατόμου αζώτου στον λακτονικό δακτύλιο της ερυθρομυκίνης A. Η χημική ονομασία της αζιθρομυκίνης είναι 9-deoxy-9a-aza-9a-methyl-9a-homoerythromycin A. Το μοριακό της βάρος είναι 749,0.

Η αζιθρομυκίνη δεσμεύεται στο 23S rRNA της ριβοσωματικής υποομάδας 50S. Η αζιθρομυκίνη παρεμποδίζει τη σύνθεση των πρωτεϊνών, μέσω αναστολής της αντίδρασης μετακίνησης/μετατόπισης των πεπτιδίων και μέσω αναστολής της δημιουργίας της ριβοσωματικής υποομάδας 50S.

Ηλεκτροφυσιολογία της καρδιάς

Η παράταση του διαστήματος QTc μελετήθηκε σε μία τυχαιοποιημένη, ελεγχόμενη με εικονικό φάρμακο, παράλληλων σκελών κλινική δοκιμή σε 116 υγιείς εθελοντές, οι οποίοι έλαβαν είτε μόνο χλωροκίνη (1000 mg) ή σε συνδυασμό με αζιθρομυκίνη (500 mg, 1000 mg και 1500 mg άπαξ ημερησίως). Η συγχορήγηση με αζιθρομυκίνη αύξησε το διάστημα QTc με τρόπο εξαρτώμενο από τη δοσολογία και τη συγκέντρωση. Σε σύγκριση με μόνο τη χλωροκίνη, οι μέγιστες μέσες (άνω όριο εμπιστοσύνης 95%) αυξήσεις στο QTcF ήταν 5 (10) ms, 7 (12) ms και 9 (14) ms με τη συγχορήγηση 500 mg, 1000 mg και 1500 mg αζιθρομυκίνης, αντίστοιχα.

Μηχανισμοί εμφάνισης μικροβιακής αντοχής

Οι δύο πλέον συνηθισμένοι μηχανισμοί ανάπτυξης αντοχής σε μακρολίδια, συμπεριλαμβανομένης της αζιθρομυκίνης, είναι η τροποποίηση στόχου (πιο συχνά μέσω της μεθυλίωσης του 23S rRNA) και η ενεργή απέκκριση. Η συχνότητα αυτών των μηχανισμών αντοχής ποικίλλει μεταξύ των ειδών και, εντός ενός είδους, η συχνότητα της αντοχής διαφέρει βάσει της γεωγραφικής περιοχής.

Η πλέον συνηθισμένη ριβοσωμιακή τροποποίηση, η οποία καθορίζει τη μειωμένη δέσμευση των μακρολιδίων, είναι η μετα-μεταγραφική (N6)-διμεθυλοποίηση της αδενίνης σε νουκλεοτίδιο 2058 (σύστημα αρίθμησης Escherichia coli) του 23S rRNA από μεθυλάσες που κωδικοποιούνται από τα γονίδια erm (erythromycin ribosome methylase). Οι ριβοσωμιακές τροποποιήσεις συχνά καθορίζουν τη διασταυρούμενη αντοχή (φαινότυπος MLSB) με άλλες κατηγορίες αντιβιοτικών, των οποίων τα ριβοσωμιακά σημεία δέσμευσης επικαλύπτονται με εκείνα των μακρολιδίων: οι λινκοζαμίδες (συμπεριλαμβανομένης της κλινδαμυκίνης) και οι στρεπτογραμίνες B (οι οποίες περιλαμβάνουν για παράδειγμα το quinupristin από το quinupristin/dalfopristin). Διαφορετικά γονίδια erm υπάρχουν σε διάφορα βακτηριακά είδη, ιδίως σε στρεπτόκοκκους και σταφυλόκοκκους.

Η ευαισθησία στα μακρολίδια μπορεί επίσης να επηρεαστεί από λιγότερο συνήθεις μεταλλαξιογόνες αλλαγές στα νουκλεοτίδια A2058 και A2059 και σε κάποιες άλλες θέσεις του 23S rRNA ή στη μεγάλη υποομάδα των ριβοσωμιακών πρωτεϊνών L4 και L22.

Οι αντλίες εκροής εμφανίζονται σε ποικιλία ειδών, συμπεριλαμβανομένων των gram αρνητικών, όπως ο Haemophilus influenzae (όπου και ενδέχεται να καθορίζουν εγγενώς υψηλότερες Ελάχιστες Ανασταλτικές Συγκεντρώσεις (MICs)) και των σταφυλόκοκκων. Στους στρεπτόκοκκους και τους εντερόκοκκους, τα γονίδια mef(A) κωδικοποιούν μία αντλία εκροής που αναγνωρίζει μακρολίδια με 14-μελή και 15-μελή λακτονικό δακτύλιο (στα οποία περιλαμβάνονται αντιστοίχως η ερυθρομυκίνη και η αζιθρομυκίνη).

Μεθοδολογία καθορισμού της in vitro ευαισθησίας των βακτηρίων στην αζιθρομυκίνη

Οι έλεγχοι ευαισθησίας θα πρέπει να διενεργούνται με πρότυπες εργαστηριακές μεθόδους.

Βάσει αριθμού μελετών, συνιστάται η in vitro δραστηριότητα της αζιθρομυκίνης να εξετάζεται σε ατμοσφαιρικό αέρα, ούτως ώστε να διασφαλιστεί το φυσιολογικό pH του θρεπτικού μέσου. Οι αυξημένες τάσεις CO2, οι οποίες χρησιμοποιούνται συχνά για τους στρεπτόκοκκους και τα αναερόβια και περιστασιακά για άλλα είδη, προκαλούν μείωση στο pH του μέσου. Το γεγονός αυτό έχει μεγαλύτερη ανεπιθύμητη επίδραση στην προφανή δραστικότητα της αζιθρομυκίνης από ότι στα άλλα μακρολίδια.

Η EUCAST έχει ορίσει όρια ευαισθησίας για την αζιθρομυκίνη, βάσει του καθορισμού της MIC. Τα όρια ευαισθησίας EUCAST αναφέρονται στον παρακάτω πίνακα.

Όρια Ευαισθησίας EUCAST για την Αζιθρομυκίνη

Παθογόνα Μικρόβια MIC (mg/L) Ευαίσθητο MIC (mg/L) Ανθεκτικό
Staphylococcus spp ≤2 >2
Streptococcus pneumoniae ≤ 0,25 > 0,25
β-haemolytic streptococci (Group A,B,C,G) ≤ 0,25 > 0,25
Haemophilus influenzae * *
Moraxella catarrhalis ≤ 0,25 > 0,25
Neisseria gonorrhoeae ** **
Campylobacter jejuni και C. coli *** ***
  • Τα κλινικά στοιχεία για την αποτελεσματικότητα των μακρολιδίων σε λοιμώξεις του αναπνευστικού από H. influenzae είναι αντικρουόμενα λόγω των υψηλών ποσοτών αυτόματης ίασης. Σε περίπτωση που υπάρχει ανάγκη δοκιμής οποιουδήποτε μακρολιδίου έναντι αυτού του είδους, θα πρέπει να χρησιμοποιούνται τα επιδημιολογικά όρια (ECOFFs) για την ανίχνευση στελεχών με επίκτητη αντοχή. Τα ECOFF για κάθε παράγοντα είναι: αζιθρομυκίνη 4 mg/L, κλαριθρομυκίνη 32 mg/L, ερυθρομυκίνη 16 mg/L και τελιθρομυκίνη 8 mg/L. Δεν υπάρχουν επαρκή διαθέσιμα δεδομένα για την καθιέρωση ECOFF για τη ροξιθρομυκίνη.

** Η αζιθρομυκίνη χρησιμοποιείται πάντα σε συνδυασμό με άλλο αποτελεσματικό παράγοντα. Για σκοπούς δοκιμών με στόχο την ανίχνευση μηχανισμών επίκτητης αντοχής, το ECOFF είναι 1 mg/L.

*** Η ευαισθησία στην αζιθρομυκίνη και την κλαριθρομυκίνη μπορεί να συναχθεί από την ερυθρομυκίνη. (Ευαισθησία στην ερυθρομυκίνη: C. jejuni ≤4, C. coli ≤8 mg/L).

EUCAST = Ευρωπαϊκή Επιτροπή για την Εξέταση Αντιμικροβιακής Ευαισθησίας, MIC = Ελάχιστη Ανασταλτική Συγκέντρωση. Πηγή: Δικτυακός τόπος EUCAST Πίνακας Κλινικού Ορίου Ευαισθησίας EUCAST v. 14.0, έγκυρο από την 01-01-2024 www.eucast.org/.../EUCAST.../Breakpoint_tables/v_14.0_Breakpoint_Tables.pdf

Αντιμικροβιακό Φάσμα

Η αντοχή στην αζιθρομυκίνη μπορεί να είναι εγγενής ή επίκτητη. Υπάρχουν τρεις κύριοι μηχανισμοί ανάπτυξης αντοχής των βακτηρίων: η τροποποίηση της θέσης στόχου, η τροποποίηση της μεταφοράς του αντιβιοτικού και η τροποποίηση του αντιβιοτικού.

Ο επιπολασμός της επίκτητης αντοχής ενδέχεται να ποικίλλει γεωγραφικά και χρονικά για επιλεγμένα είδη και είναι επιθυμητή η παροχή πληροφοριών σχετικά με την αντοχή τοπικά, ειδικά κατά τη θεραπεία σοβαρών λοιμώξεων. Όταν η επικράτηση της ανθεκτικότητας σε τοπικό επίπεδο είναι τέτοια, ώστε η χρησιμότητα του φαρμάκου να τίθεται υπό αμφισβήτηση, τουλάχιστον για ορισμένους τύπους λοιμώξεων, είναι αναγκαίο να ζητείται η συμβουλή ειδικού.

Η αζιθρομυκίνη εμφανίζει διασταυρούμενη αντοχή έναντι θετικών κατά gram στελεχών που είναι ανθεκτικά στην ερυθρομυκίνη. Όπως αναφέρθηκε παραπάνω, ορισμένες ριβοσωμιακές τροποποιήσεις καθορίζουν τη διασταυρούμενη αντοχή με άλλες κατηγορίες αντιβιοτικών, των οποίων τα ριβοσωμιακά σημεία δέσμευσης επικαλύπτονται με εκείνα των μακρολιδίων, όπως οι λινκοζαμίδες (συμπεριλαμβανομένης της κλινδαμυκίνης) και οι στρεπτογραμίνες B (οι οποίες περιλαμβάνουν για παράδειγμα το quinupristin από το quinupristin/dalfopristin). Με την πάροδο του χρόνου έχει σημειωθεί μείωση της ευαισθησίας στα μακρολίδια συγκεκριμένα του Streptococcus pneumoniae και του Staphylococcus aureus, συμπεριλαμβανομένου του ανθεκτικού στη μεθικιλλίνη S. aureus (MRSA) η οποία έχει επίσης παρατηρηθεί σε πρασινίζοντες στρεπτόκοκκους και στο Streptococcus agalactiae.

Πίνακας: Αντιμικροβιακό φάσμα azithromycin

Είδη συνήθως ευαίσθητα στην αζιθρομυκίνη
Gram αρνητικοί μικροοργανισμοί
Haemophilus influenza*
Moraxella catarrhalis*
Άλλοι μικροοργανισμοί
Chlamydophila pneumoniae
Chlamydia trachomatis
Legionella pneumophila
Mycobacterium avium
Mycoplasma pneumonia*
Είδη των οποίων η αποκτηθείσα αντοχή μπορεί να αποτελεί πρόβλημα
Gram θετικοί μικροοργανισμοί
Staphylococcus aureus*
Streptococcus agalactiae
Streptococcus pneumoniae*
Streptococcus pyogenes*
Άλλοι μικροοργανισμοί
Ureoplasma urealyticum
Ενδογενώς ανθεκτικοί μικροοργανισμοί
Αερόβιοι Gram θετικοί μικροοργανισμοί
Staphylococcus aureus - ανθεκτικά στελέχη στη μεθικιλλίνη και στην ερυθρομυκίνη
Streptococcus pneumoniae - ανθεκτικά στελέχη στην πενικιλλίνη
Αερόβιοι Gram αρνητικοί μικροοργανισμοί
Escherischia coli
Pseudomonas aeruginosa
Klebsiella spp
Αναερόβιοι Gram αρνητικοί μικροοργανισμοί
Bacteroides fragilis group
  • Η κλινική αποτελεσματικότητα έχει καταδειχθεί από ευαίσθητους απομονωμένους οργανισμούς για τις εγκεκριμένες κλινικές ενδείξεις.

Παιδιατρικός πληθυσμός

Σε συνέχεια της αξιολόγησης μελετών που διενεργήθηκαν σε παιδιά, η χρήση της αζιθρομυκίνης δε συνιστάται για τη θεραπεία της ελονοσίας, ούτε ως μονοθεραπεία ούτε σε συνδυασμό με χλωροκίνη ή με φάρμακα που βασίζονται στην αρτεμισινίνη, καθώς δε διαπιστώθηκε μη κατωτερότητα έναντι των ανθελονοσιακών φαρμάκων που συνιστώνται στη θεραπεία της μη επιπλεγμένης ελονοσίας.

Φαρμακοκινητική

Φαρμακοκινητικές

Απορρόφηση

Μετά την από του στόματος χορήγηση στον άνθρωπο, η αζιθρομυκίνη κατανέμεται ευρέως στο σώμα και η βιοδιαθεσιμότητά της είναι περίπου 37%. Η χορήγηση καψακίων αζιθρομυκίνης μετά από ένα κύριο γεύμα μειώνει τη βιοδιαθεσιμότητα τουλάχιστον κατά 50%. Ο απαιτούμενος χρόνος για την επίτευξη των μέγιστων συγκεντρώσεων στο πλάσμα είναι 2 έως 3 ώρες.

Κατανομή

Μελέτες σε πειραματόζωα απέδειξαν την ύπαρξη υψηλών συγκεντρώσεων αζιθρομυκίνης στα φαγοκύτταρα. Σε πειραματικά μοντέλα, υψηλότερες συγκεντρώσεις αζιθρομυκίνης ελευθερώνονται κατά τη διάρκεια ενεργού φαγοκυττάρωσης σε σχέση με μη διεγερθέντα φαγοκύτταρα. Στα μοντέλα πειραματόζωων αυτό έχει ως αποτέλεσμα να προκύπτουν υψηλές συγκεντρώσεις αζιθρομυκίνης στο σημείο της λοίμωξης.

Φαρμακοκινητικές μελέτες στον άνθρωπο απέδειξαν την ύπαρξη σημαντικά υψηλότερων επιπέδων της αζιθρομυκίνης στους ιστούς σε σχέση με το πλάσμα (μέχρι 50 φορές μεγαλύτερες της μέγιστης συγκέντρωσης του φαρμάκου που παρατηρήθηκε στο πλάσμα), γεγονός που υποδεικνύει ότι το φάρμακο δεσμεύεται σε μεγάλο ποσοστό από τους ιστούς. Οι συγκεντρώσεις του φαρμάκου στους ιστούς, όπως είναι οι πνεύμονες, οι αμυγδαλές και ο προστάτης, υπερβαίνουν την MIC90 (Ελάχιστη Ανασταλτική Συγκέντρωση) για τα πιθανά παθογόνα μετά τη χορήγηση μιας άπαξ δόσης του φαρμάκου 500 mg. Υψηλές συγκεντρώσεις αζιθρομυκίνης βρέθηκαν σε ιστούς του γεννητικού συστήματος της γυναίκας 96 ώρες μετά από άπαξ από του στόματος δόση 500 mg αζιθρομυκίνης.

Αποβολή

Ο τελικός χρόνος ημιζωής της αποβολής του φαρμάκου από το πλάσμα εκφράζει με ακρίβεια τον χρόνο ημιζωής της αποβολής του από τους ιστούς, που είναι 2-4 ημέρες. Περίπου 12% της δόσης που χορηγείται ενδοφλεβίως απεκκρίνεται στα ούρα σαν αμετάβλητο φάρμακο σε διάστημα 3 ημερών, το δε μεγαλύτερο ποσοστό αυτού απεκκρίνεται τις πρώτες 24 ώρες. Η απέκκριση της αζιθρομυκίνης από τη χολή αποτελεί την κύρια οδό απομάκρυνσης για το αμετάβλητο φάρμακο μετά την από του στόματος χορήγηση. Πολύ υψηλές συγκεντρώσεις του αμετάβλητου φαρμάκου ανευρίσκονται στη χολή, μαζί με 10 μεταβολίτες που σχηματίζονται με Ν- και Ο-απομεθυλίωση, με υδροξυλίωση του δακτυλίου της δεσοζαμίνης και των αγλυκονικών δακτυλίων και με διάσπαση του συμπλόκου της κλαδινόζης. Η σύγκριση των αποτελεσμάτων της υγρής χρωματογραφίας υψηλής απόδοσης (HPLC) και των μικροβιολογικών αναλυτικών μεθόδων στους ιστούς, υποδεικνύει ότι οι μεταβολίτες δεν παίζουν κανένα ρόλο στην αντιμικροβιακή δραστικότητα της αζιθρομυκίνης.

Φαρμακοκινητική σε ειδικές ομάδες ασθενών

Υπερήλικες Σε υπερήλικες εθελοντές (ηλικίας > 65 ετών) παρατηρήθηκε ελαφρά αύξηση των τιμών AUC μετά θεραπεία 5 ημερών, σε σχέση με νέους εθελοντές (ηλικίας < 40 ετών), αλλά η αύξηση αυτή δεν θεωρείται κλινικά σημαντική και ως εκ τούτου δεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης του φαρμάκου.

Νεφρική δυσλειτουργία Η φαρμακοκινητική της αζιθρομυκίνης σε άτομα με GFR 10-80 ml/min, δεν επηρεάστηκε μετά από άπαξ δόση 1 g αζιθρομυκίνης άμεσης αποδέσμευσης. Στατιστικά σημαντικές διαφορές παρατηρήθηκαν στην AUC0-120 (8,8 μg x h/ml έναντι 11,7 μg x h/ml), Cmax (1,0 μg/ml έναντι 1,6 μg/ml) και CLr (2,3 ml/min/kg έναντι 0,2 ml/min/kg) μεταξύ των ομάδων ατόμων με GFR <10 ml/min και GFR > 80 ml/min.

Ηπατική δυσλειτουργία Σε ασθενείς με ήπια (κατηγορία Α) έως μέτρια (κατηγορία Β) ηπατική δυσλειτουργία, δεν υπάρχουν ενδείξεις σημαντικής μεταβολής της φαρμακοκινητικής της αζιθρομυκίνης στον ορό, σε σχέση με εκείνους που παρουσιάζουν φυσιολογική ηπατική λειτουργία. Στους ασθενείς αυτούς η νεφρική κάθαρση της αζιθρομυκίνης εμφανίζεται αυξημένη, πιθανώς για να εξισορροπήσει τη μειωμένη ηπατική κάθαρση.

Μηχανισμός δράσης
Η αζιθρομυκίνη δεσμεύεται στην υπομονάδα 50S των βακτηριακών ριβοσωμάτων 70S και επομένως εμποδίζει τη σύνθεση πρωτεϊνών που εξαρτώνται από το RNA στα βακτηριακά κύτταρα.
Φαρμακοδυναμική

Φαρμακοδυναμικές Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: Αντιμικροβιακά, Μακρολίδια, Κωδικός ATC: J01FA10 #### Μηχανισμός δράσης Η αζιθρομυκίνη είναι το πρώτο αντιβιοτικό μίας υποομάδας των μακρολιδίων, γνωστής ως αζαλίδες, και η οποία είναι χημικά διαφορετική…

Φαρμακοκινητική

Φαρμακοκινητικές #### Απορρόφηση Μετά την από του στόματος χορήγηση στον άνθρωπο, η αζιθρομυκίνη κατανέμεται ευρέως στο σώμα και η βιοδιαθεσιμότητά της είναι περίπου 37%. Η χορήγηση καψακίων αζιθρομυκίνης μετά από ένα κύριο γεύμα μειώνει τη…

Μεταβολισμός
Μεταβολισμός Δεν έχουν πραγματοποιηθεί μελέτες in vitro και in vivo για την αξιολόγηση του μεταβολισμού της αζιθρομυκίνης, ωστόσο, αυτό το φάρμακο αποβάλλεται από το ήπαρ. Η κύρια οδός βιομετασχηματισμού περιλαμβάνει τη N-απομεθυλίωση του σακχάρου…
Απέκκριση
Κόπρανα