Σκευάσματα & Τιμολόγηση
| Σκεύασμα | Περιεκτικότητα | Λιανική |
|---|---|---|
|
AZITHROMYCIN/TEVA 200MG/5ML
Διακοπή
|
200 / ML | 4.77 € |
Ενδείξεις
Εγκεκριμένες ενδείξεις από το SPC, ομαδοποιημένες κατά ICD-10
-
J98 Άλλες διαταραχές του αναπνευστικού συστήματος
Περιλαμβάνει (όροι από SPC): Λοιμώξεις του αναπνευστικού συστήματος
-
L08 Άλλες τοπικές λοιμώξεις του δέρματος και του υποδόριου ιστού
Περιλαμβάνει (όροι από SPC): Λοίμωξη του δέρματος · Λοίμωξη των μαλακών μορίων
-
N76 Άλλες φλεγμονώδεις παθήσεις του κόλπου και του αιδοίου
Περιλαμβάνει (όροι από SPC): Μη επιπλεγμένες λοιμώξεις του γεννητικού συστήματος
-
A57 Μαλακό έλκος
-
J42 Μη καθορισμένη χρόνια βρογχίτιδα
Περιλαμβάνει (όροι από SPC): Οξείες βακτηριακές εξάρσεις χρόνιας βρογχίτιδας
-
J01 Οξεία παραρρινοκολπίτιδα
Περιλαμβάνει (όροι από SPC): Οξεία βακτηριακή παραρρινοκολπίτιδα
-
J02 Οξεία φαρυγγίτιδα
Περιλαμβάνει (όροι από SPC): Φαρυγγοαμυγδαλίτιδα
-
J18 Πνευμονία, μη καθορισμένη
Περιλαμβάνει (όροι από SPC): Πνευμονία από την κοινότητα
-
H66 Πυώδης και μη καθορισμένη μέση ωτίτιδα
Περιλαμβάνει (όροι από SPC): Μέση ωτίτιδα
AZITHROMYCIN-TEVA — Πληροφορίες Συνταγογράφησης
Περίληψη Χαρακτηριστικών Προϊόντος (ΠΧΠ), ανά ενότητα
medication
Δοσολογία
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Δοσολογία
- Οδός: Από του στόματος
- Χορήγηση: Μία φορά την ημέρα
- Δόση έναρξης: 500 mg
- Τιτλοποίηση: Για ενήλικες (άλλες ενδείξεις): 500 mg την 1η ημέρα, μετά 250 mg από τη 2η ως και την 5η ημέρα. Για παιδιά (30 mg/kg συνολικά): 10 mg/kg την Ημέρα 1 και μετά 5 mg/kg τις Ημέρες 2-5.
-
Ενήλικες και έφηβοι (> 12 ετών)Δόση1000 mgΓια θεραπεία σεξουαλικώς μεταδιδόμενων νόσων (Chlamydia trachomatis, Haemophilus ducreyi) ως εφάπαξ δόση.
-
Ενήλικες και έφηβοι (> 12 ετών)Δόση1000 mg ή 2000 mgΓια ευαίσθητα στελέχη Neisseria gonorrhoeae, σε συνδυασμό με 250 mg ή 500 mg κεφτριαξόνης. Συμβουλευτείτε τοπικές οδηγίες για αλλεργία στην πενικιλλίνη/κεφαλοσπορίνες.
-
Ενήλικες και έφηβοι (> 12 ετών)Δόση500 mg ημερησίωςΜέγ. δόση1500 mg (συνολική)Για όλες τις άλλες ενδείξεις, για 3 ημέρες. Εναλλακτικά, 500 mg την 1η ημέρα, μετά 250 mg από τη 2η ως και την 5η ημέρα (συνολική δόση 1500 mg).
-
ΠαιδιάΜέγ. δόση1500 mg (συνολική)Μέγιστη προτεινόμενη συνολική δόση για οποιαδήποτε θεραπεία.
-
ΠαιδιάΔόση10 mg/kg ημερησίωςΜέγ. δόση30 mg/kg (συνολική)Για 3 ημέρες. Εναλλακτικά, 10 mg/kg την Ημέρα 1, μετά 5 mg/kg τις Ημέρες 2-5 (συνολική δόση 30 mg/kg).
-
ΠαιδιάΔόση30 mg/kgΆπαξ δόση για οξεία μέση ωτίτιδα.
-
ΠαιδιάΔόση10 mg/kg ή 20 mg/kg ημερησίωςΜέγ. δόση500 mg ημερησίωςΓια 3 ημέρες για στρεπτοκοκκική φαρυγγίτιδα. Η πενικιλλίνη είναι το φάρμακο εκλογής.
-
Παιδιά (15-25 kg)Δόση200 mg (5 ml) ημερησίωςΑγωγή 3 ημερών.
-
Παιδιά (15-25 kg)Δόση200 mg (5 ml) την Ημέρα 1, μετά 100 mg (2,5 ml) ημερησίωςΑγωγή 5 ημερών.
-
Παιδιά (26-35 kg)Δόση300 mg (7,5 ml) ημερησίωςΑγωγή 3 ημερών.
-
Παιδιά (26-35 kg)Δόση300 mg (7,5 ml) την Ημέρα 1, μετά 150 mg (3,75 ml) ημερησίωςΑγωγή 5 ημερών.
-
Παιδιά (36-45 kg)Δόση400 mg (10 ml) ημερησίωςΑγωγή 3 ημερών.
-
Παιδιά (36-45 kg)Δόση400 mg (10 ml) την Ημέρα 1, μετά 200 mg (5 ml) ημερησίωςΑγωγή 5 ημερών.
-
Παιδιά (> 45 kg)ΔόσηΔοσολογία ενηλίκωνΓια καψάκια ή δισκία.
-
Υπερήλικες ασθενείςΔόσηίδια δόση με εκείνη των ενηλίκωνΙδιαίτερη προσοχή λόγω κινδύνου καρδιακών αρρυθμιών και torsades de pointes (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις).
-
Ασθενείς με Ηπατική ΔυσλειτουργίαΔόσηίδια δόση με εκείνη των ενηλίκωνΓια ήπια έως μέτρια ηπατική δυσλειτουργία. Με προσοχή σε σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις).
block
Αντενδείξεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Αντενδείξεις
-
Υπερευαισθησία στην αζιθρομυκίνη, την ερυθρομυκίνη, σε οποιοδήποτε αντιβιοτικό της ομάδας των μακρολιδίων ή των κετολιδίων
-
Υπερευαισθησία σε κάποιο από τα έκδοχα
-
Ταυτόχρονη χορήγηση με σιζαπρίδη
warning
Προειδοποιήσεις & Προφυλάξεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Προειδοποιήσεις & Προφυλάξεις
-
Σοβαρές αλλεργικές αντιδράσειςσοβαρήΣε περίπτωση εμφάνισης, διακοπή του φαρμάκου και χορήγηση κατάλληλης θεραπείας. Υπάρχει πιθανότητα επανεμφάνισης συμπτωμάτων.
-
ΗπατοτοξικότηταπροσοχήΠληθυσμόςΑσθενείς με σοβαρή ηπατική νόσοΝα χρησιμοποιείται με προσοχή. Σε περίπτωση εμφάνισης σημείων/συμπτωμάτων ηπατικής δυσλειτουργίας, άμεσες εργαστηριακές εξετάσεις ηπατικής λειτουργίας και διακοπή αζιθρομυκίνης.
-
Βρεφική υπερτροφική πυλωρική στένωση (IHPS)ΠληθυσμόςΝεογνά (θεραπεία έως 42 ημερών ζωής)Οι γονείς/πάροχοι φροντίδας να επικοινωνούν με τον ιατρό τους, εάν παρατηρηθούν έμετοι ή ευερεθιστότητα κατά τη σίτιση.
-
Αλληλεπίδραση με παράγωγα της ερυσιβώδους όλυραςΠληθυσμόςΑσθενείς που λαμβάνουν παράγωγα της ερυσιβώδους όλυρας (Ergot)Δεν πρέπει να συγχορηγείται η αζιθρομυκίνη με παράγωγα της ερυσιβώδους όλυρας λόγω θεωρητικής πιθανότητας εμφάνισης εργοτισμού.
-
ΕπιμόλυνσηπροσοχήΠληθυσμόςΌλοι οι ασθενείςΣυνιστάται παρακολούθηση για την ανάπτυξη σημείων επιμόλυνσης από μη ευαίσθητους μικροοργανισμούς, συμπεριλαμβανομένων και των μυκήτων.
-
Διάρροια οφειλόμενη σε Clostridioides difficile (CDAD)σοβαρήΠληθυσμόςΑσθενείς που παρουσιάζουν διάρροια μετά από χρήση αντιβιοτικώνΝα εξετάζεται το ενδεχόμενο CDAD. Λήψη αναλυτικού ιατρικού ιστορικού. Εφαρμογή θεραπευτικών μέτρων (διακοπή θεραπείας, υγρά/ηλεκτρολύτες, πρωτεΐνες, ειδικά αντιβιοτικά).
-
Νεφρική ΔυσλειτουργίαπροσοχήΠληθυσμόςΑσθενείς με GFR<10 ml/minΈχει παρατηρηθεί αύξηση της συστηματικής έκθεσης στην αζιθρομυκίνη κατά 33%.
-
Παράταση του διαστήματος QTπροσοχήΠληθυσμόςΑσθενείς με εν εξελίξει προαρρυθμικές καταστάσεις (ιδιαίτερα γυναίκες και υπερήλικες), ασθενείς με συγγενή/τεκμηριωμένη παράταση QT, ασθενείς που λαμβάνουν φάρμακα που παρατείνουν το QT, ασθενείς με ηλεκτρολυτικές διαταραχές (υποκαλιαιμία, υπομαγνησιαιμία), ασθενείς με βραδυκαρδία, καρδιακή αρρυθμία ή σοβαρή καρδιακή ανεπάρκειαΗ αζιθρομυκίνη θα πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή.
-
Μυασθένεια gravisΠληθυσμόςΑσθενείς με μυασθένεια gravisΈχουν αναφερθεί εξάρσεις συμπτωμάτων και νέα εμφάνιση συνδρόμου μυασθένειας.
-
Θεραπεία της πνευμονίαςΠληθυσμόςΑσθενείς με πνευμονία από την κοινότηταΑσφαλής και αποτελεσματική μόνο για ελαφράς βαρύτητας πνευμονία από Streptococcus pneumoniae ή Haemophilus influenzae, σε ασθενείς κατάλληλους για εξωνοσοκομειακή από του στόματος θεραπεία. Δεν πρέπει να χρησιμοποιείται σε ασθενείς ακατάλληλους για εξωνοσοκομειακή θεραπεία λόγω μετρίου/βαρείας λοίμωξης ή παραγόντων κινδύνου (ενδονοσοκομειακά παθογόνα, μικροβιαιμία, ανάγκη νοσηλείας, υπερήλικες/εξασθενημένοι, συνυπάρχοντα προβλήματα υγείας).
-
ΣακχαρόζηπροσοχήΠληθυσμόςΔιαβητικοί ασθενείς, ασθενείς με σπάνια κληρονομικά προβλήματα δυσανεξίας στη γλυκόζη, κακή απορρόφηση γλυκόζης-γαλακτόζης ή ανεπάρκεια σουκράσης-ισομαλτάσης (για το πόσιμο εναιώρημα)Προσοχή στους διαβητικούς. Οι ασθενείς με κληρονομικά προβλήματα δυσανεξίας δεν πρέπει να πάρουν αυτό το φάρμακο.
-
ΛακτόζηπροσοχήΠληθυσμόςΑσθενείς με σπάνια κληρονομικά προβλήματα δυσανεξίας στη γαλακτόζη, πλήρη ανεπάρκεια λακτάσης ή κακή απορρόφηση γλυκόζης-γαλακτόζης (για τα καψάκια)Δεν πρέπει να χορηγούνται.
swap_horiz
Αλληλεπιδράσεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
-
ΑντιόξιναπροσοχήΜείωση Cmax αζιθρομυκίνης κατά ~24%.ΣύστασηΤα φάρμακα δεν πρέπει να λαμβάνονται ταυτόχρονα.
-
Καμία φαρμακευτική αλληλεπίδραση και καμία σημαντική αλλαγή στο διάστημα QT.
-
Δεν επηρεάζει τη φαρμακοκινητική της διδανοσίνης.
-
Διγοξίνη, κολχικίνη (υποστρώματα της P-γλυκοπρωτεΐνης)προσοχήΑύξηση των επιπέδων του υποστρώματος της P-γλυκοπρωτεΐνης (π.χ. διγοξίνης) στον ορό.ΣύστασηΚλινική παρακολούθηση, και πιθανώς παρακολούθηση των επιπέδων της διγοξίνης στον ορό, κατά τη διάρκεια και μετά τη διακοπή της θεραπείας με αζιθρομυκίνη.
-
Μικρή επίδραση στη φαρμακοκινητική της ζιδοβουδίνης στο πλάσμα. Αύξηση συγκεντρώσεων φωσφορυλιωμένης ζιδοβουδίνης (κλινική σημασία ασαφής, μπορεί να είναι ωφέλιμη).
-
Αλκαλοειδή ερυσιβώδους όλυραςαντένδειξηΘεωρητική πιθανότητα εμφάνισης εργοτισμού.ΣύστασηΔεν συνιστάται η ταυτόχρονη χρήση.
-
παρακολούθησηΔεν τροποποίησε τις συγκεντρώσεις της ατορβαστατίνης στο πλάσμα. Έχουν αναφερθεί περιστατικά ραβδομυόλυσης σε ασθενείς που ελάμβαναν αζιθρομυκίνη μαζί με στατίνες (μετά την κυκλοφορία).
-
Καμία σημαντική επίδραση στα επίπεδα της καρβαμαζεπίνης ή του δραστικού μεταβολίτη της στο πλάσμα.
-
Δεν παρατηρήθηκε μεταβολή της φαρμακοκινητικής της αζιθρομυκίνης.
-
Από του στόματος κουμαρινικά αντιπηκτικάπροσοχήΔεν μετέβαλε το αντιπηκτικό αποτέλεσμα βαρφαρίνης σε μελέτη. Αναφορές ενίσχυσης του αντιπηκτικού αποτελέσματος μετά την κυκλοφορία.ΣύστασηΠρέπει να δίνεται προσοχή στη συχνότητα παρακολούθησης του χρόνου προθρομβίνης.
-
προσοχήΣημαντική αύξηση των Cmax και AUC0-5 της κυκλοσπορίνης.ΣύστασηΠρέπει να παρακολουθούνται τα επίπεδα της κυκλοσπορίνης και να προσαρμόζεται ανάλογα η δοσολογία.
-
Καμία κλινικώς σημαντική φαρμακοκινητική αλληλεπίδραση.
-
Δεν μετέβαλε την φαρμακοκινητική φλουκοναζόλης. Μείωση Cmax αζιθρομυκίνης (18%), μη κλινικά σημαντική.
-
Δεν είχε στατιστικά σημαντική επίδραση στη φαρμακοκινητική ινδιναβίρης.
-
Καμία σημαντική επίδραση στη φαρμακοκινητική της μεθυλπρεδνιζολόνης.
-
Δεν προκάλεσε κλινικά σημαντικές μεταβολές στη φαρμακοκινητική και τη φαρμακοδυναμική της μιδαζολάμης.
-
Αύξηση των συγκεντρώσεων της αζιθρομυκίνης. Δεν παρατηρήθηκαν κλινικώς σημαντικές ανεπιθύμητες ενέργειες.ΣύστασηΠροσαρμογή της δόσης δεν ήταν απαραίτητη.
-
παρακολούθησηΔεν επηρέασε τις συγκεντρώσεις κανενός από τα δύο φάρμακα. Έχει παρατηρηθεί ουδετεροπενία (συσχετίζεται με ριφαμπουτίνη).
-
ΣιλντεναφίληΔεν υπήρχαν ενδείξεις επίδρασης της αζιθρομυκίνης στην AUC και την Cmax της σιλντεναφίλης ή του κύριου μεταβολίτη της.
-
ΤερφεναδίνηΦαρμακοκινητικές μελέτες δεν έδειξαν στοιχεία κάποιας αλληλεπίδρασης. Έχουν αναφερθεί σπάνια περιστατικά, όπου η πιθανότητα τέτοιας αλληλεπίδρασης δεν ήταν δυνατό να αποκλεισθεί εντελώς.
-
παρακολούθησηΔεν υπάρχουν ενδείξεις κλινικά σημαντικής φαρμακοκινητικής αλληλεπίδρασης με αζιθρομυκίνη. Η συγχορήγηση θεοφυλλίνης και μακρολιδίων έχει συσχετιστεί με αυξημένα επίπεδα θεοφυλλίνης στον ορό.ΣύστασηΣυνιστάται η μέτρηση των επιπέδων θεοφυλλίνης επί συγχορήγησης αζιθρομυκίνης.
-
Δεν είχε σημαντική επίδραση σε καμία φαρμακοκινητική μεταβλητή της τριαζολάμης.
-
Τριμεθοπρίμη-ΣουλφαμεθοξαζόληΔεν είχε σημαντικές επιδράσεις στις μέγιστες συγκεντρώσεις, στη συνολική έκθεση ή στην απέκκριση από τα ούρα είτε της τριμεθοπρίμης είτε της σουλφαμεθοξαζόλης.
-
ΣιζαπρίδηαντένδειξηΤα μακρολίδια αναστέλλουν το CYP3A4, η συγχορήγηση μπορεί να αυξήσει τον κίνδυνο διαταραχών του καρδιακού ρυθμού (παράταση QT, κοιλιακές αρρυθμίες, Torsades de Pointes).ΣύστασηΝα μη συγχορηγείται η σιζαπρίδη με τα φάρμακα αυτά.
sick
Ανεπιθύμητες ενέργειες
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
- Καντιντίαση
- Λοίμωξη κόλπου
- Πνευμονία
- Μυκητιασική λοίμωξη
- Βακτηριακή λοίμωξη
- Φαρυγγίτιδα
- Γαστρεντερίτιδα
- Καντιντίαση του στόματος
- Διαταραχή αναπνευστικού συστήματος
- Ρινίτιδα
- Δύσπνοια
- Επίσταξη
- Ψευδομεμβρανώδης κολίτιδα
- Διάρροια
- Έμετος
- Κοιλιακό άλγος
- Ναυτία
- Δυσκοιλιότητα
- Μετεωρισμός
- Δυσπεψία
- Γαστρίτιδα
- Δυσφαγία
- Διάταση κοιλίας
- Ξηροστομία
- Ερυγή
- Εξέλκωση στόματος
- Υπερέκκριση σιέλου
- Παγκρεατίτιδα
- Λευκοπενία
- Ουδετεροπενία
- Ηωσινοφιλία
- Θρομβοπενία
- Αιμολυτική αναιμία
- Μειωμένος αριθμός λεμφοκυττάρων
- Αγγειοοίδημα
- Εξάνθημα
- Κνησμός
- Κνίδωση
- Δερματίτιδα
- Ξηροδερμία
- Υπεριδρωσία
- Αντίδραση φωτοευαισθησίας
- Σύνδρομο Stevens-Johnson
- Τοξική επιδερμική νεκρόλυση
- Πολύμορφο ερύθημα
- Σύνδρομο DRESS
- Υπερευαισθησία
- Αναφυλακτική αντίδραση
- Ανορεξία
- Νευρικότητα
- Αϋπνία
- Διέγερση
- Επιθετικότητα
- Άγχος
- Παραλήρημα
- Ψευδαισθήσεις
- Ψυχοκινητική υπερδραστηριότητα
- Κεφαλαλγία
- Ζάλη
- Υπνηλία
- Δυσγευσία
- Παραισθησία
- Λιποθυμικό επεισόδιο
- Σπασμοί
- Υπαισθησία
- Ανοσμία
- Αγευσία
- Παροσμία
- Μυασθένεια Gravis
- Ίλιγγος
- Οπτική διαταραχή
- Διαταραχή ωτός
- Έκπτωση της ακουστικής οξύτητας, περιλαμβανομένης της κώφωσης και/ή των εμβοών
- Αίσθημα παλμών
- Torsades de pointes (Κοιλιακή ταχυκαρδία δίκην ριπιδίου)
- Αρρυθμία περιλαμβανομένης της κοιλιακής ταχυκαρδίας
- Παράταση διαστήματος QT στο ηλεκτροκαρδιογράφημα
- Μειωμένα διττανθρακικά αίματος
- Αυξημένη ασπαρτική αμινοτρανσφεράση
- Αυξημένη αμινοτρανσφεράση της αλανίνης
- Αυξημένη ουρία αίματος
- Αυξημένη κρεατινίνη αίματος
- Αυξημένη αλκαλική φωσφατάση αίματος
- Αυξημένη γλυκόζη
- Μειωμένος αιματοκρίτης
- Υπόταση
- Δυσχρωματισμός γλώσσας
- Οίδημα
- Εξασθένιση
- Αίσθημα κακουχίας
- Κόπωση
- Οίδημα προσώπου
- Θωρακικό άλγος
- Πυρεξία
- Άλγος
- Περιφερικό οίδημα
- Μη φυσιολογική ηπατική λειτουργία
- Χολοστατικός ίκτερος
- Ηπατική ανεπάρκεια
- Ηπατική νέκρωση
- Αυξημένη χολερυθρίνη αίματος
- Ηπατίτιδα κεραυνοβόλος
- Οξεία Γενικευμένη Εξανθηματική Φλυκταίνωση (AGEP)
- Οστεοαρθρίτιδα
- Μυαλγία
- Οσφυαλγία
- Αυχεναλγία
- Αρθραλγία
- Δυσουρία
- Άλγος νεφρού
- Οξεία νεφρική ανεπάρκεια
- Νεφρίτιδα διάμεση
- Μητρορραγία
- Διαταραχή όρχεων
- Αριθμός ηωσινοφίλων αυξημένος
- Βασεόφιλα λευκοκύτταρα αυξημένα
- Μονοκύτταρα αυξημένα
- Ουδετερόφιλα αυξημένα
- Κάλιο αίματος μη φυσιολογικό
- Χλωριούχα αυξημένα
- Αιμοπετάλια αυξημένα
- Διττανθρακικά αυξημένα
- Νάτριο μη φυσιολογικό
- Επιπλοκή μετά από θεραπευτικό χειρισμό
Λεπτομέρειες κατά συχνότητα expand_more
-
Μη γνωστέςTorsades de pointes (Κοιλιακή ταχυκαρδία δίκην ριπιδίου)Καρδιακές διαταραχές
-
Μη γνωστέςΆγχοςΨυχιατρικές
-
Όχι συχνές(≥1/1000)ΆλγοςΓενικές
-
Όχι συχνές(≥1/1000)Άλγος νεφρούΝεφρά/Ουροποιητικό
-
Μη γνωστέςΈκπτωση της ακουστικής οξύτητας, περιλαμβανομένης της κώφωσης και/ή των εμβοώνΔιαταραχές του ωτός και του λαβυρίνθου
-
Συχνές(≥1/100)ΈμετοςΓαστρεντερικό
-
Όχι συχνές(≥1/1000)ΊλιγγοςΝευρικό
-
Όχι συχνές(≥1/1000)Αίσθημα κακουχίαςΓενικές
-
Όχι συχνές(≥1/1000)Αίσθημα παλμώνΚαρδιά
-
Όχι συχνές(≥1/1000)ΑγγειοοίδημαΔέρμα
-
Μη γνωστέςΑγευσίαΝευρικό
-
Μη γνωστέςΑιμολυτική αναιμίαΑίμα
-
Όχι συχνές(≥1/1000)Αιμοπετάλια αυξημέναΠαρακλινικές εξετάσεις
-
Μη γνωστέςΑναφυλακτική αντίδρασηΑνοσοποιητικό
-
Όχι συχνές(≥1/1000)ΑνορεξίαΜεταβολισμός
-
Μη γνωστέςΑνοσμίαΝευρικό
-
Σπάνιες(≥1/10000)Αντίδραση φωτοευαισθησίαςΔέρμα
-
Όχι συχνές(≥1/1000)ΑρθραλγίαΜυοσκελετικό
-
Συχνές(≥1/100)Αριθμός ηωσινοφίλων αυξημένοςΠαρακλινικές εξετάσεις
-
Μη γνωστέςΑρρυθμία περιλαμβανομένης της κοιλιακής ταχυκαρδίαςΚαρδιακές διαταραχές
-
Όχι συχνές(≥1/1000)Αυξημένη αλκαλική φωσφατάση αίματοςΕργαστηριακές
-
Όχι συχνές(≥1/1000)Αυξημένη αμινοτρανσφεράση της αλανίνηςΕργαστηριακές
-
Όχι συχνές(≥1/1000)Αυξημένη ασπαρτική αμινοτρανσφεράσηΕργαστηριακές
-
Όχι συχνές(≥1/1000)Αυξημένη γλυκόζηΕργαστηριακές
-
Όχι συχνές(≥1/1000)Αυξημένη κρεατινίνη αίματοςΕργαστηριακές
-
Όχι συχνές(≥1/1000)Αυξημένη ουρία αίματοςΕργαστηριακές
-
Όχι συχνές(≥1/1000)Αυξημένη χολερυθρίνη αίματοςΉπαρ
-
Όχι συχνές(≥1/1000)ΑυχεναλγίαΜυοσκελετικό
-
Όχι συχνές(≥1/1000)ΑϋπνίαΨυχιατρικές
-
Συχνές(≥1/100)Βακτηριακή λοίμωξηΛοιμώξεις
-
Συχνές(≥1/100)Βασεόφιλα λευκοκύτταρα αυξημέναΠαρακλινικές εξετάσεις
-
Όχι συχνές(≥1/1000)ΓαστρίτιδαΓαστρεντερικό
-
Συχνές(≥1/100)ΓαστρεντερίτιδαΛοιμώξεις
-
Όχι συχνές(≥1/1000)ΔερματίτιδαΔέρμα
-
Πολύ συχνές(≥1/10)ΔιάρροιαΓαστρεντερικό
-
Όχι συχνές(≥1/1000)Διάταση κοιλίαςΓαστρεντερικό
-
Σπάνιες(≥1/10000)ΔιέγερσηΨυχιατρικές
-
Συχνές(≥1/100)Διαταραχή αναπνευστικού συστήματοςΑναπνευστικό
-
Όχι συχνές(≥1/1000)Διαταραχή ωτόςΑυτί
-
Όχι συχνές(≥1/1000)Διαταραχή όρχεωνΑναπαραγωγικό
-
Όχι συχνές(≥1/1000)Διττανθρακικά αυξημέναΠαρακλινικές εξετάσεις
-
Όχι συχνές(≥1/1000)ΔυσγευσίαΝευρικό
-
Όχι συχνές(≥1/1000)ΔυσκοιλιότηταΓαστρεντερικό
-
Όχι συχνές(≥1/1000)ΔυσουρίαΝεφρά/Ουροποιητικό
-
Όχι συχνές(≥1/1000)ΔυσπεψίαΓαστρεντερικό
-
Όχι συχνές(≥1/1000)ΔυσφαγίαΓαστρεντερικό
-
Μη γνωστέςΔυσχρωματισμός γλώσσαςΓενικές
-
Όχι συχνές(≥1/1000)ΔύσπνοιαΑναπνευστικό
-
Όχι συχνές(≥1/1000)ΕξάνθημαΔέρμα
-
Όχι συχνές(≥1/1000)Εξέλκωση στόματοςΓαστρεντερικό
-
Όχι συχνές(≥1/1000)ΕξασθένισηΓενικές
-
Όχι συχνές(≥1/1000)ΕπίσταξηΑναπνευστικό
-
Μη γνωστέςΕπιθετικότηταΨυχιατρικές
-
Μη γνωστέςΕπιπλοκή μετά από θεραπευτικό χειρισμόΚακώσεις, δηλητηριάσεις και επιπλοκές θεραπευτικών χειρισμών
-
Όχι συχνές(≥1/1000)ΕρυγήΓαστρεντερικό
-
Όχι συχνές(≥1/1000)ΖάληΝευρικό
-
Μη γνωστέςΗπατίτιδα κεραυνοβόλοςΔιαταραχές του ήπατος και των χοληφόρων
-
Μη γνωστέςΗπατική ανεπάρκειαΉπαρ
-
Μη γνωστέςΗπατική νέκρωσηΉπαρ
-
Όχι συχνές(≥1/1000)ΗωσινοφιλίαΑίμα
-
Μη γνωστέςΘρομβοπενίαΑίμα
-
Όχι συχνές(≥1/1000)Θωρακικό άλγοςΓενικές
-
Όχι συχνές(≥1/1000)Κάλιο αίματος μη φυσιολογικόΠαρακλινικές εξετάσεις
-
Συχνές(≥1/100)ΚαντιντίασηΛοιμώξεις
-
Συχνές(≥1/100)Καντιντίαση του στόματοςΛοιμώξεις
-
Συχνές(≥1/100)ΚεφαλαλγίαΝευρικό
-
Όχι συχνές(≥1/1000)ΚνίδωσηΔέρμα
-
Όχι συχνές(≥1/1000)ΚνησμόςΔέρμα
-
Συχνές(≥1/100)Κοιλιακό άλγοςΓαστρεντερικό
-
Όχι συχνές(≥1/1000)ΚόπωσηΓενικές
-
Όχι συχνές(≥1/1000)ΛευκοπενίαΑίμα
-
Μη γνωστέςΛιποθυμικό επεισόδιοΝευρικό
-
Συχνές(≥1/100)Λοίμωξη κόλπουΛοιμώξεις
-
Συχνές(≥1/100)Μειωμένα διττανθρακικά αίματοςΕργαστηριακές
-
Όχι συχνές(≥1/1000)Μειωμένος αιματοκρίτηςΕργαστηριακές
-
Συχνές(≥1/100)Μειωμένος αριθμός λεμφοκυττάρωνΑίμα
-
Όχι συχνές(≥1/1000)ΜετεωρισμόςΓαστρεντερικό
-
Όχι συχνές(≥1/1000)Μη φυσιολογική ηπατική λειτουργίαΉπαρ
-
Όχι συχνές(≥1/1000)ΜητρορραγίαΑναπαραγωγικό
-
Συχνές(≥1/100)Μονοκύτταρα αυξημέναΠαρακλινικές εξετάσεις
-
Όχι συχνές(≥1/1000)ΜυαλγίαΜυοσκελετικό
-
Μη γνωστέςΜυασθένεια GravisΝευρικό
-
Συχνές(≥1/100)Μυκητιασική λοίμωξηΛοιμώξεις
-
Όχι συχνές(≥1/1000)Νάτριο μη φυσιολογικόΠαρακλινικές εξετάσεις
-
Συχνές(≥1/100)ΝαυτίαΓαστρεντερικό
-
Όχι συχνές(≥1/1000)ΝευρικότηταΨυχιατρικές
-
Μη γνωστέςΝεφρίτιδα διάμεσηΔιαταραχές των νεφρών και των ουροφόρων οδών
-
Όχι συχνές(≥1/1000)ΞηροδερμίαΔέρμα
-
Όχι συχνές(≥1/1000)ΞηροστομίαΓαστρεντερικό
-
Όχι συχνές(≥1/1000)ΟίδημαΓενικές
-
Όχι συχνές(≥1/1000)Οίδημα προσώπουΓενικές
-
Μη γνωστέςΟξεία Γενικευμένη Εξανθηματική Φλυκταίνωση (AGEP)Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
-
Μη γνωστέςΟξεία νεφρική ανεπάρκειαΝεφρά/Ουροποιητικό
-
Όχι συχνές(≥1/1000)Οπτική διαταραχήΟφθαλμικές
-
Όχι συχνές(≥1/1000)ΟστεοαρθρίτιδαΜυοσκελετικό
-
Όχι συχνές(≥1/1000)ΟσφυαλγίαΜυοσκελετικό
-
Όχι συχνές(≥1/1000)ΟυδετεροπενίαΑίμα
-
Συχνές(≥1/100)Ουδετερόφιλα αυξημέναΠαρακλινικές εξετάσεις
-
Μη γνωστέςΠαγκρεατίτιδαΓαστρεντερικό
-
Μη γνωστέςΠαράταση διαστήματος QT στο ηλεκτροκαρδιογράφημαΕργαστηριακές
-
Όχι συχνές(≥1/1000)ΠαραισθησίαΝευρικό
-
Μη γνωστέςΠαραλήρημαΨυχιατρικές
-
Μη γνωστέςΠαροσμίαΝευρικό
-
Όχι συχνές(≥1/1000)Περιφερικό οίδημαΓενικές
-
Συχνές(≥1/100)ΠνευμονίαΛοιμώξεις
-
Μη γνωστέςΠολύμορφο ερύθημαΔέρμα
-
Όχι συχνές(≥1/1000)ΠυρεξίαΓενικές
-
Συχνές(≥1/100)ΡινίτιδαΑναπνευστικό
-
Μη γνωστέςΣπασμοίΝευρικό
-
Μη γνωστέςΣύνδρομο DRESSΔέρμα
-
Μη γνωστέςΣύνδρομο Stevens-JohnsonΔέρμα
-
Μη γνωστέςΤοξική επιδερμική νεκρόλυσηΔέρμα
-
Μη γνωστέςΥπαισθησίαΝευρικό
-
Όχι συχνές(≥1/1000)Υπερέκκριση σιέλουΓαστρεντερικό
-
Όχι συχνές(≥1/1000)ΥπερευαισθησίαΑνοσοποιητικό
-
Όχι συχνές(≥1/1000)ΥπεριδρωσίαΔέρμα
-
Όχι συχνές(≥1/1000)ΥπνηλίαΝευρικό
-
Μη γνωστέςΥπότασηΑγγειακές
-
Συχνές(≥1/100)ΦαρυγγίτιδαΛοιμώξεις
-
Όχι συχνές(≥1/1000)Χλωριούχα αυξημέναΠαρακλινικές εξετάσεις
-
Όχι συχνές(≥1/1000)Χολοστατικός ίκτεροςΉπαρ
-
Μη γνωστέςΨευδαισθήσειςΨυχιατρικές
-
Μη γνωστέςΨευδομεμβρανώδης κολίτιδαΓαστρεντερικό
-
Μη γνωστέςΨυχοκινητική υπερδραστηριότηταΨυχιατρικές
pregnant_woman
Κύηση / Γαλουχία
ΠΧΠ (SPC)
Επίπεδο κινδύνου: Με προσοχή
expand_more
Κύηση / Γαλουχία
-
ΚύησηΜε προσοχήΗ αζιθρομυκίνη διαπερνά τον πλακούντα σε πειραματόζωα, χωρίς τερατογένεση. Μελέτες παρατήρησης δεν υποδεικνύουν συσχέτιση με μείζονες συγγενείς ή καρδιαγγειακές δυσπλασίες, αλλά υπάρχουν περιορισμένες επιδημιολογικές ενδείξεις για αυξημένο κίνδυνο αποβολής μετά από έκθεση στην αρχή της κύησης. Χρησιμοποιείται μόνο εάν είναι κλινικά απαραίτητο και το όφελος υπερτερεί των κινδύνων.
-
ΓαλουχίαΜε προσοχήΗ αζιθρομυκίνη είναι παρούσα στο ανθρώπινο γάλα (0,1 έως 0,7 mg/kg/ημέρα). Δεν παρατηρήθηκαν σοβαρές ανεπιθύμητες ενέργειες στα θηλάζοντα βρέφη. Πρέπει να ληφθεί απόφαση διακοπής θηλασμού ή θεραπείας, λαμβάνοντας υπόψη το όφελος για το παιδί και τη γυναίκα.
-
ΓονιμότηταΜε προσοχήΣε αρουραίους παρατηρήθηκαν μειωμένα ποσοστά κύησης. Δεν είναι γνωστή η σχέση αυτού του ευρήματος με τους ανθρώπους.
e911_emergency
Υπερδοσολογία
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Υπερδοσολογία
directions_car
Επίδραση στην οδήγηση
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Επίδραση στην οδήγηση
science
Έκδοχα
ΠΧΠ (SPC) §2 & §6.1
expand_more
Έκδοχα
biotech
Φαρμακολογία
Φαρμακοδυναμική & Φαρμακοκινητική
expand_more
Φαρμακολογία
Φαρμακοδυναμικές
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: Αντιμικροβιακά, Μακρολίδια, Κωδικός ATC: J01FA10
Μηχανισμός δράσης
Η αζιθρομυκίνη είναι το πρώτο αντιβιοτικό μίας υποομάδας των μακρολιδίων, γνωστής ως αζαλίδες, και η οποία είναι χημικά διαφορετική από την ερυθρομυκίνη. Χημικώς λαμβάνεται από την προσθήκη ενός ατόμου αζώτου στον λακτονικό δακτύλιο της ερυθρομυκίνης A. Η χημική ονομασία της αζιθρομυκίνης είναι 9-deoxy-9a-aza-9a-methyl-9a-homoerythromycin A. Το μοριακό της βάρος είναι 749,0.
Η αζιθρομυκίνη δεσμεύεται στο 23S rRNA της ριβοσωματικής υποομάδας 50S. Η αζιθρομυκίνη παρεμποδίζει τη σύνθεση των πρωτεϊνών, μέσω αναστολής της αντίδρασης μετακίνησης/μετατόπισης των πεπτιδίων και μέσω αναστολής της δημιουργίας της ριβοσωματικής υποομάδας 50S.
Ηλεκτροφυσιολογία της καρδιάς
Η παράταση του διαστήματος QTc μελετήθηκε σε μία τυχαιοποιημένη, ελεγχόμενη με εικονικό φάρμακο, παράλληλων σκελών κλινική δοκιμή σε 116 υγιείς εθελοντές, οι οποίοι έλαβαν είτε μόνο χλωροκίνη (1000 mg) ή σε συνδυασμό με αζιθρομυκίνη (500 mg, 1000 mg και 1500 mg άπαξ ημερησίως). Η συγχορήγηση με αζιθρομυκίνη αύξησε το διάστημα QTc με τρόπο εξαρτώμενο από τη δοσολογία και τη συγκέντρωση. Σε σύγκριση με μόνο τη χλωροκίνη, οι μέγιστες μέσες (άνω όριο εμπιστοσύνης 95%) αυξήσεις στο QTcF ήταν 5 (10) ms, 7 (12) ms και 9 (14) ms με τη συγχορήγηση 500 mg, 1000 mg και 1500 mg αζιθρομυκίνης, αντίστοιχα.
Μηχανισμοί εμφάνισης μικροβιακής αντοχής
Οι δύο πλέον συνηθισμένοι μηχανισμοί ανάπτυξης αντοχής σε μακρολίδια, συμπεριλαμβανομένης της αζιθρομυκίνης, είναι η τροποποίηση στόχου (πιο συχνά μέσω της μεθυλίωσης του 23S rRNA) και η ενεργή απέκκριση. Η συχνότητα αυτών των μηχανισμών αντοχής ποικίλλει μεταξύ των ειδών και, εντός ενός είδους, η συχνότητα της αντοχής διαφέρει βάσει της γεωγραφικής περιοχής.
Η πλέον συνηθισμένη ριβοσωμιακή τροποποίηση, η οποία καθορίζει τη μειωμένη δέσμευση των μακρολιδίων, είναι η μετα-μεταγραφική (N6)-διμεθυλοποίηση της αδενίνης σε νουκλεοτίδιο 2058 (σύστημα αρίθμησης Escherichia coli) του 23S rRNA από μεθυλάσες που κωδικοποιούνται από τα γονίδια erm (erythromycin ribosome methylase). Οι ριβοσωμιακές τροποποιήσεις συχνά καθορίζουν τη διασταυρούμενη αντοχή (φαινότυπος MLSB) με άλλες κατηγορίες αντιβιοτικών, των οποίων τα ριβοσωμιακά σημεία δέσμευσης επικαλύπτονται με εκείνα των μακρολιδίων: οι λινκοζαμίδες (συμπεριλαμβανομένης της κλινδαμυκίνης) και οι στρεπτογραμίνες B (οι οποίες περιλαμβάνουν για παράδειγμα το quinupristin από το quinupristin/dalfopristin). Διαφορετικά γονίδια erm υπάρχουν σε διάφορα βακτηριακά είδη, ιδίως σε στρεπτόκοκκους και σταφυλόκοκκους.
Η ευαισθησία στα μακρολίδια μπορεί επίσης να επηρεαστεί από λιγότερο συνήθεις μεταλλαξιογόνες αλλαγές στα νουκλεοτίδια A2058 και A2059 και σε κάποιες άλλες θέσεις του 23S rRNA ή στη μεγάλη υποομάδα των ριβοσωμιακών πρωτεϊνών L4 και L22.
Οι αντλίες εκροής εμφανίζονται σε ποικιλία ειδών, συμπεριλαμβανομένων των gram αρνητικών, όπως ο Haemophilus influenzae (όπου και ενδέχεται να καθορίζουν εγγενώς υψηλότερες Ελάχιστες Ανασταλτικές Συγκεντρώσεις (MICs)) και των σταφυλόκοκκων. Στους στρεπτόκοκκους και τους εντερόκοκκους, τα γονίδια mef(A) κωδικοποιούν μία αντλία εκροής που αναγνωρίζει μακρολίδια με 14-μελή και 15-μελή λακτονικό δακτύλιο (στα οποία περιλαμβάνονται αντιστοίχως η ερυθρομυκίνη και η αζιθρομυκίνη).
Μεθοδολογία καθορισμού της in vitro ευαισθησίας των βακτηρίων στην αζιθρομυκίνη
Οι έλεγχοι ευαισθησίας θα πρέπει να διενεργούνται με πρότυπες εργαστηριακές μεθόδους.
Βάσει αριθμού μελετών, συνιστάται η in vitro δραστηριότητα της αζιθρομυκίνης να εξετάζεται σε ατμοσφαιρικό αέρα, ούτως ώστε να διασφαλιστεί το φυσιολογικό pH του θρεπτικού μέσου. Οι αυξημένες τάσεις CO2, οι οποίες χρησιμοποιούνται συχνά για τους στρεπτόκοκκους και τα αναερόβια και περιστασιακά για άλλα είδη, προκαλούν μείωση στο pH του μέσου. Το γεγονός αυτό έχει μεγαλύτερη ανεπιθύμητη επίδραση στην προφανή δραστικότητα της αζιθρομυκίνης από ότι στα άλλα μακρολίδια.
Η EUCAST έχει ορίσει όρια ευαισθησίας για την αζιθρομυκίνη, βάσει του καθορισμού της MIC. Τα όρια ευαισθησίας EUCAST αναφέρονται στον παρακάτω πίνακα.
Όρια Ευαισθησίας EUCAST για την Αζιθρομυκίνη
| Παθογόνα Μικρόβια | MIC (mg/L) Ευαίσθητο | MIC (mg/L) Ανθεκτικό |
|---|---|---|
| Staphylococcus spp | ≤2 | >2 |
| Streptococcus pneumoniae | ≤ 0,25 | > 0,25 |
| β-haemolytic streptococci (Group A,B,C,G) | ≤ 0,25 | > 0,25 |
| Haemophilus influenzae | * | * |
| Moraxella catarrhalis | ≤ 0,25 | > 0,25 |
| Neisseria gonorrhoeae | ** | ** |
| Campylobacter jejuni και C. coli | *** | *** |
- Τα κλινικά στοιχεία για την αποτελεσματικότητα των μακρολιδίων σε λοιμώξεις του αναπνευστικού από H. influenzae είναι αντικρουόμενα λόγω των υψηλών ποσοτών αυτόματης ίασης. Σε περίπτωση που υπάρχει ανάγκη δοκιμής οποιουδήποτε μακρολιδίου έναντι αυτού του είδους, θα πρέπει να χρησιμοποιούνται τα επιδημιολογικά όρια (ECOFFs) για την ανίχνευση στελεχών με επίκτητη αντοχή. Τα ECOFF για κάθε παράγοντα είναι: αζιθρομυκίνη 4 mg/L, κλαριθρομυκίνη 32 mg/L, ερυθρομυκίνη 16 mg/L και τελιθρομυκίνη 8 mg/L. Δεν υπάρχουν επαρκή διαθέσιμα δεδομένα για την καθιέρωση ECOFF για τη ροξιθρομυκίνη.
** Η αζιθρομυκίνη χρησιμοποιείται πάντα σε συνδυασμό με άλλο αποτελεσματικό παράγοντα. Για σκοπούς δοκιμών με στόχο την ανίχνευση μηχανισμών επίκτητης αντοχής, το ECOFF είναι 1 mg/L.
*** Η ευαισθησία στην αζιθρομυκίνη και την κλαριθρομυκίνη μπορεί να συναχθεί από την ερυθρομυκίνη. (Ευαισθησία στην ερυθρομυκίνη: C. jejuni ≤4, C. coli ≤8 mg/L).
EUCAST = Ευρωπαϊκή Επιτροπή για την Εξέταση Αντιμικροβιακής Ευαισθησίας, MIC = Ελάχιστη Ανασταλτική Συγκέντρωση. Πηγή: Δικτυακός τόπος EUCAST Πίνακας Κλινικού Ορίου Ευαισθησίας EUCAST v. 14.0, έγκυρο από την 01-01-2024 www.eucast.org/.../EUCAST.../Breakpoint_tables/v_14.0_Breakpoint_Tables.pdf
Αντιμικροβιακό Φάσμα
Η αντοχή στην αζιθρομυκίνη μπορεί να είναι εγγενής ή επίκτητη. Υπάρχουν τρεις κύριοι μηχανισμοί ανάπτυξης αντοχής των βακτηρίων: η τροποποίηση της θέσης στόχου, η τροποποίηση της μεταφοράς του αντιβιοτικού και η τροποποίηση του αντιβιοτικού.
Ο επιπολασμός της επίκτητης αντοχής ενδέχεται να ποικίλλει γεωγραφικά και χρονικά για επιλεγμένα είδη και είναι επιθυμητή η παροχή πληροφοριών σχετικά με την αντοχή τοπικά, ειδικά κατά τη θεραπεία σοβαρών λοιμώξεων. Όταν η επικράτηση της ανθεκτικότητας σε τοπικό επίπεδο είναι τέτοια, ώστε η χρησιμότητα του φαρμάκου να τίθεται υπό αμφισβήτηση, τουλάχιστον για ορισμένους τύπους λοιμώξεων, είναι αναγκαίο να ζητείται η συμβουλή ειδικού.
Η αζιθρομυκίνη εμφανίζει διασταυρούμενη αντοχή έναντι θετικών κατά gram στελεχών που είναι ανθεκτικά στην ερυθρομυκίνη. Όπως αναφέρθηκε παραπάνω, ορισμένες ριβοσωμιακές τροποποιήσεις καθορίζουν τη διασταυρούμενη αντοχή με άλλες κατηγορίες αντιβιοτικών, των οποίων τα ριβοσωμιακά σημεία δέσμευσης επικαλύπτονται με εκείνα των μακρολιδίων, όπως οι λινκοζαμίδες (συμπεριλαμβανομένης της κλινδαμυκίνης) και οι στρεπτογραμίνες B (οι οποίες περιλαμβάνουν για παράδειγμα το quinupristin από το quinupristin/dalfopristin). Με την πάροδο του χρόνου έχει σημειωθεί μείωση της ευαισθησίας στα μακρολίδια συγκεκριμένα του Streptococcus pneumoniae και του Staphylococcus aureus, συμπεριλαμβανομένου του ανθεκτικού στη μεθικιλλίνη S. aureus (MRSA) η οποία έχει επίσης παρατηρηθεί σε πρασινίζοντες στρεπτόκοκκους και στο Streptococcus agalactiae.
Πίνακας: Αντιμικροβιακό φάσμα azithromycin
| Είδη συνήθως ευαίσθητα στην αζιθρομυκίνη |
|---|
| Gram αρνητικοί μικροοργανισμοί |
| Haemophilus influenza* |
| Moraxella catarrhalis* |
| Άλλοι μικροοργανισμοί |
| Chlamydophila pneumoniae |
| Chlamydia trachomatis |
| Legionella pneumophila |
| Mycobacterium avium |
| Mycoplasma pneumonia* |
| Είδη των οποίων η αποκτηθείσα αντοχή μπορεί να αποτελεί πρόβλημα |
|---|
| Gram θετικοί μικροοργανισμοί |
| Staphylococcus aureus* |
| Streptococcus agalactiae |
| Streptococcus pneumoniae* |
| Streptococcus pyogenes* |
| Άλλοι μικροοργανισμοί |
| Ureoplasma urealyticum |
| Ενδογενώς ανθεκτικοί μικροοργανισμοί |
|---|
| Αερόβιοι Gram θετικοί μικροοργανισμοί |
| Staphylococcus aureus - ανθεκτικά στελέχη στη μεθικιλλίνη και στην ερυθρομυκίνη |
| Streptococcus pneumoniae - ανθεκτικά στελέχη στην πενικιλλίνη |
| Αερόβιοι Gram αρνητικοί μικροοργανισμοί |
| Escherischia coli |
| Pseudomonas aeruginosa |
| Klebsiella spp |
| Αναερόβιοι Gram αρνητικοί μικροοργανισμοί |
| Bacteroides fragilis group |
- Η κλινική αποτελεσματικότητα έχει καταδειχθεί από ευαίσθητους απομονωμένους οργανισμούς για τις εγκεκριμένες κλινικές ενδείξεις.
Παιδιατρικός πληθυσμός
Σε συνέχεια της αξιολόγησης μελετών που διενεργήθηκαν σε παιδιά, η χρήση της αζιθρομυκίνης δε συνιστάται για τη θεραπεία της ελονοσίας, ούτε ως μονοθεραπεία ούτε σε συνδυασμό με χλωροκίνη ή με φάρμακα που βασίζονται στην αρτεμισινίνη, καθώς δε διαπιστώθηκε μη κατωτερότητα έναντι των ανθελονοσιακών φαρμάκων που συνιστώνται στη θεραπεία της μη επιπλεγμένης ελονοσίας.
Φαρμακοκινητικές
Απορρόφηση
Μετά την από του στόματος χορήγηση στον άνθρωπο, η αζιθρομυκίνη κατανέμεται ευρέως στο σώμα και η βιοδιαθεσιμότητά της είναι περίπου 37%. Η χορήγηση καψακίων αζιθρομυκίνης μετά από ένα κύριο γεύμα μειώνει τη βιοδιαθεσιμότητα τουλάχιστον κατά 50%. Ο απαιτούμενος χρόνος για την επίτευξη των μέγιστων συγκεντρώσεων στο πλάσμα είναι 2 έως 3 ώρες.
Κατανομή
Μελέτες σε πειραματόζωα απέδειξαν την ύπαρξη υψηλών συγκεντρώσεων αζιθρομυκίνης στα φαγοκύτταρα. Σε πειραματικά μοντέλα, υψηλότερες συγκεντρώσεις αζιθρομυκίνης ελευθερώνονται κατά τη διάρκεια ενεργού φαγοκυττάρωσης σε σχέση με μη διεγερθέντα φαγοκύτταρα. Στα μοντέλα πειραματόζωων αυτό έχει ως αποτέλεσμα να προκύπτουν υψηλές συγκεντρώσεις αζιθρομυκίνης στο σημείο της λοίμωξης.
Φαρμακοκινητικές μελέτες στον άνθρωπο απέδειξαν την ύπαρξη σημαντικά υψηλότερων επιπέδων της αζιθρομυκίνης στους ιστούς σε σχέση με το πλάσμα (μέχρι 50 φορές μεγαλύτερες της μέγιστης συγκέντρωσης του φαρμάκου που παρατηρήθηκε στο πλάσμα), γεγονός που υποδεικνύει ότι το φάρμακο δεσμεύεται σε μεγάλο ποσοστό από τους ιστούς. Οι συγκεντρώσεις του φαρμάκου στους ιστούς, όπως είναι οι πνεύμονες, οι αμυγδαλές και ο προστάτης, υπερβαίνουν την MIC90 (Ελάχιστη Ανασταλτική Συγκέντρωση) για τα πιθανά παθογόνα μετά τη χορήγηση μιας άπαξ δόσης του φαρμάκου 500 mg. Υψηλές συγκεντρώσεις αζιθρομυκίνης βρέθηκαν σε ιστούς του γεννητικού συστήματος της γυναίκας 96 ώρες μετά από άπαξ από του στόματος δόση 500 mg αζιθρομυκίνης.
Αποβολή
Ο τελικός χρόνος ημιζωής της αποβολής του φαρμάκου από το πλάσμα εκφράζει με ακρίβεια τον χρόνο ημιζωής της αποβολής του από τους ιστούς, που είναι 2-4 ημέρες. Περίπου 12% της δόσης που χορηγείται ενδοφλεβίως απεκκρίνεται στα ούρα σαν αμετάβλητο φάρμακο σε διάστημα 3 ημερών, το δε μεγαλύτερο ποσοστό αυτού απεκκρίνεται τις πρώτες 24 ώρες. Η απέκκριση της αζιθρομυκίνης από τη χολή αποτελεί την κύρια οδό απομάκρυνσης για το αμετάβλητο φάρμακο μετά την από του στόματος χορήγηση. Πολύ υψηλές συγκεντρώσεις του αμετάβλητου φαρμάκου ανευρίσκονται στη χολή, μαζί με 10 μεταβολίτες που σχηματίζονται με Ν- και Ο-απομεθυλίωση, με υδροξυλίωση του δακτυλίου της δεσοζαμίνης και των αγλυκονικών δακτυλίων και με διάσπαση του συμπλόκου της κλαδινόζης. Η σύγκριση των αποτελεσμάτων της υγρής χρωματογραφίας υψηλής απόδοσης (HPLC) και των μικροβιολογικών αναλυτικών μεθόδων στους ιστούς, υποδεικνύει ότι οι μεταβολίτες δεν παίζουν κανένα ρόλο στην αντιμικροβιακή δραστικότητα της αζιθρομυκίνης.
Φαρμακοκινητική σε ειδικές ομάδες ασθενών
Υπερήλικες Σε υπερήλικες εθελοντές (ηλικίας > 65 ετών) παρατηρήθηκε ελαφρά αύξηση των τιμών AUC μετά θεραπεία 5 ημερών, σε σχέση με νέους εθελοντές (ηλικίας < 40 ετών), αλλά η αύξηση αυτή δεν θεωρείται κλινικά σημαντική και ως εκ τούτου δεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης του φαρμάκου.
Νεφρική δυσλειτουργία Η φαρμακοκινητική της αζιθρομυκίνης σε άτομα με GFR 10-80 ml/min, δεν επηρεάστηκε μετά από άπαξ δόση 1 g αζιθρομυκίνης άμεσης αποδέσμευσης. Στατιστικά σημαντικές διαφορές παρατηρήθηκαν στην AUC0-120 (8,8 μg x h/ml έναντι 11,7 μg x h/ml), Cmax (1,0 μg/ml έναντι 1,6 μg/ml) και CLr (2,3 ml/min/kg έναντι 0,2 ml/min/kg) μεταξύ των ομάδων ατόμων με GFR <10 ml/min και GFR > 80 ml/min.
Ηπατική δυσλειτουργία Σε ασθενείς με ήπια (κατηγορία Α) έως μέτρια (κατηγορία Β) ηπατική δυσλειτουργία, δεν υπάρχουν ενδείξεις σημαντικής μεταβολής της φαρμακοκινητικής της αζιθρομυκίνης στον ορό, σε σχέση με εκείνους που παρουσιάζουν φυσιολογική ηπατική λειτουργία. Στους ασθενείς αυτούς η νεφρική κάθαρση της αζιθρομυκίνης εμφανίζεται αυξημένη, πιθανώς για να εξισορροπήσει τη μειωμένη ηπατική κάθαρση.