BUSULFAN
Βουσουλφάνη
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: Σουλφονούχα αλκύλια, κωδικός ATC: L01AB01.
Εμπορικά Ονόματα
Πληροφορίες Συνταγογράφησης
Επιμελημένα δεδομένα από το SPC
medication
Δοσολογία
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Δοσολογία
- Οδός: ενδοφλέβια έγχυση
- Χορήγηση: Κάθε 6 ώρες επί 4 συνεχόμενες ημέρες (για BuCy/BuMel) ή εφάπαξ ημερήσια για 2 ή 3 συνεχόμενες ημέρες (για FB)
- Δόση έναρξης: 0,8 mg/kg σωματικού βάρους σε έγχυση δύο ωρών, κάθε 6 ώρες επί 4 διαδοχικές ημέρες
-
Ενήλικες (Βουσουλφάνη σε συνδυασμό με κυκλοφωσφαμίδη ή μελφαλάνη)Δόση0,8 mg/kg σωματικού βάρους βουσουλφάνης σε έγχυση δύο ωρώνΚάθε 6 ώρες επί 4 διαδοχικές ημέρες για ένα σύνολο 16 δόσεων. Ακολουθούμενο από κυκλοφωσφαμίδη 60 mg/kg/ημέρα επί 2 ημέρες, αρχόμενης τουλάχιστον 24 ώρες μετά την 16η δόση Βουσουλφάνη.
-
Παιδιά (0-17 ετών, Βουσουλφάνη σε συνδυασμό με κυκλοφωσφαμίδη ή μελφαλάνη)Δόση1,0 mg/kg ΣΒ (<9 kg), 1,2 mg/kg ΣΒ (9 έως < 16 kg), 1,1 mg/kg ΣΒ (16 έως 23 kg), 0,95 mg/kg ΣΒ (> 23 έως 34 kg), 0,8 mg/kg ΣΒ (> 34 kg)Χορηγείται ως έγχυση δύο ωρών κάθε 6 ώρες επί 4 συνεχόμενες ημέρες για ένα σύνολο 16 δόσεων. Ακολουθούμενο από 4 κύκλους των 50 mg/kg ΣΒ κυκλοφωσφαμίδης ή μία χορήγηση 140 mg/m2 μελφαλάνης, αρχόμενης τουλάχιστον 24 ώρες μετά την 16η δόση Βουσουλφάνη.
-
Ηλικιωμένοι ασθενείς (Βουσουλφάνη σε συνδυασμό με κυκλοφωσφαμίδη ή μελφαλάνη)ΔόσηΊδια δόση με τους ενήλικες (< 50 ετών)Ασθενείς > 50 ετών υποβλήθηκαν επιτυχώς χωρίς προσαρμογή δόσης. Περιορισμένα δεδομένα για ασθενείς > 60 ετών.
-
Ενήλικες (Βουσουλφάνη σε συνδυασμό με φλουδαραβίνη)Δόση3,2 mg/kgΩς εφάπαξ ημερήσια έγχυση τριών ωρών αμέσως μετά τη φλουδαραβίνη για 2 ή 3 συνεχόμενες ημέρες. Φλουδαραβίνη 30 mg/m2 επί 5 ημέρες ή 40 mg/m2 επί 4 ημέρες.
-
Παιδιά (0-17 ετών, Βουσουλφάνη σε συνδυασμό με φλουδαραβίνη)Η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα του σχήματος FB στον παιδιατρικό πληθυσμό δεν έχει τεκμηριωθεί.
-
Ηλικιωμένοι ασθενείς (Βουσουλφάνη σε συνδυασμό με φλουδαραβίνη)Δεν έχει διερευνηθεί η χορήγηση του σχήματος FB ειδικά σε ηλικιωμένους ασθενείς. Δε θεωρείται απαραίτητη η προσαρμογή της δόσης.
-
Παχύσαρκοι ενήλικεςΠρέπει να εξετασθεί η διαμόρφωση της δοσολογίας με βάση το προσαρμοσμένο ιδανικό σωματικό βάρος (πΙΣΒ). ΙΣΒ άνδρες (kg) = 50 + 0,91 x (ύψος σε cm-152), ΙΣΒ γυναίκες (kg) = 45 + 0,91 x (ύψος σε cm-152). πΙΣΒ = ΙΒΣ + 0,25 x (πραγματικό βάρος σώματος - ΙΣΒ).
-
Παχύσαρκα παιδιά και έφηβοιΔε συνιστάται σε ασθενείς με δείκτη σωματικής μάζας Βάρος (kg)/(m2) > 30 kg/m2 μέχρι να είναι διαθέσιμα επιπλέον δεδομένα.
-
Ασθενείς με νεφρική ανεπάρκειαΔε συνιστάται τροποποίηση δόσης. Συνιστάται προσοχή (βλ. Ανεπιθύμητες ενέργειες και Φαρμακοκινητικές).
-
Ασθενείς με ηπατική ανεπάρκειαΔεν έχει μελετηθεί. Συνιστάται προσοχή, ιδιαίτερα σε ασθενείς με σοβαρή ηπατική ανεπάρκεια (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις).
block
Αντενδείξεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Αντενδείξεις
-
Υπερευαισθησία στη δραστική ουσία ή σε οποιοδήποτε από τα έκδοχα
-
Κύηση
warning
Προειδοποιήσεις & Προφυλάξεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Προειδοποιήσεις & Προφυλάξεις
-
Μυελοκαταστολή (κοκκιοκυτταροπενία, θρομβοκυτταροπενία, αναιμία)ΠληθυσμόςΌλοι οι ασθενείςΠρέπει να παρακολουθούνται συχνά οι γενικές εξετάσεις αίματος (διαφορικός αριθμός λευκών αιμοσφαιρίων, αριθμός αιμοπεταλίων). Πρέπει να εξετασθεί η προφυλακτική ή η εμπειρική χρήση φαρμάκων κατά των λοιμώξεων. Πρέπει να εφαρμοσθεί υποστηρικτική αγωγή με αιμοπετάλια και ερυθρά αιμοπετάλια, καθώς και χρήση αυξητικών παραγόντων.
-
Παρακολούθηση θεραπευτικών συγκεντρώσεων του φαρμάκουΠληθυσμόςΠαιδιά < 9 kg, ιδιαίτερα σε πάρα πολύ μικρά παιδιά και νεογνάΔικαιολογείται ίσως κατά περίπτωση.
-
Αναιμία FanconiΜε προσοχήΤο Βουσουλφάνη θα χρησιμοποιείται με προσοχή σε αυτή την κατηγορία ασθενών.
-
Ηπατική ανεπάρκειαΙδιαίτερη προσοχήΣυνιστάται ιδιαίτερη προσοχή. Παρακολούθηση τρανσαμινασών ορού, αλκαλικής φωσφατάσης και χολερυθρίνης έως και 28 ημέρες μετά τη μεταμόσχευση.
-
Ηπατική φλεβο-αποφρακτική νόσοςΠληθυσμόςΑσθενείς που είχαν προηγουμένως υποβληθεί σε ακτινοθεραπεία, μεγαλύτερης διάρκειας από ή ίσης με τρεις κύκλους χημειοθεραπείας ή έχουν λάβει προηγούμενα μόσχευμα προγονικών κυττάρωνΜπορεί να είναι αυξημένου κινδύνου.
-
Ταυτόχρονη χρήση παρακεταμόληςΠροσοχήΣυνιστάται προσοχή όταν προηγουμένως (λιγότερο από 72 ώρες) ή ταυτόχρονα με το Βουσουλφάνη χρησιμοποιείται παρακεταμόλη.
-
Καρδιακή τοξικότηταΗ καρδιακή λειτουργία θα πρέπει να ελέγχεται συστηματικά στους ασθενείς που λαμβάνουν Βουσουλφάνη.
-
Πνευμονική τοξικότητα (σύνδρομο οξείας αναπνευστικής δυσχέρειας, διάμεση πνευμονική ίνωση)ΠροσοχήΠληθυσμόςΑσθενείς με προγενέστερο ιστορικό ακτινοβολίας στο μεσοθωράκιο ή στον πνεύμοναΠρέπει να δίνεται προσοχή σε αυτή την πνευμονολογική παράμετρο.
-
Νεφρική λειτουργίαΣυνιστάται περιοδικός έλεγχος της νεφρικής λειτουργίας.
-
ΣπασμοίΙδιαίτερη προσοχήΠληθυσμόςΑσθενείς με ιστορικό σπασμώνΙδιαίτερη προσοχή. Οι ασθενείς θα πρέπει να λαμβάνουν πλήρη αντιεπιληπτική προφύλαξη.
-
Δεύτερη κακοήθειαΠρέπει να εξηγηθεί στον ασθενή ο αυξημένος κίνδυνος.
-
Γονιμότητα (σε άνδρες)ΠληθυσμόςΆνδρες υπό θεραπεία με ΒουσουλφάνηΝα μην τεκνοποιούν κατά τη διάρκεια της θεραπείας και έως έξι μήνες από την ολοκλήρωση της θεραπείας. Να συμβουλεύονται για τη δυνατότητα κρυογονικής συντήρησης του σπέρματος πριν τη θεραπεία.
-
Γονιμότητα (σε προ-εμμηνοπαυσιακές γυναίκες)ΠληθυσμόςΠρο-εμμηνοπαυσιακές γυναίκεςΚαταστολή της λειτουργίας των ωοθηκών και αμηνόρροια με εμμηνοπαυσιακά συμπτώματα απαντώνται συχνά.
-
Γονιμότητα (σε προ-εφηβικά κορίτσια)ΠληθυσμόςΠρο-εφηβικά κορίτσιαΗ θεραπεία με βουσουλφάνη αναστέλλει την εμφάνιση της εφηβείας λόγω μη ανάπτυξης των ωοθηκών.
-
Γονιμότητα (σε αγόρια)ΠληθυσμόςΑγόρια ασθενείςΈχουν αναφερθεί ανικανότητα, στειρότητα, αζωοσπερμία και ατροφία όρχεων.
-
Μείωση γονιμότητας από διμεθυλακεταμίδη (DMA)Ο διαλύτης διμεθυλακεταμίδη (DMA) μπορεί να μειώσει τη γονιμότητα.
-
Θρομβωτική μικροαγγειοπάθειαΈχουν αναφερθεί περιπτώσεις μετά από μεταμόσχευση αιμοποιητικών κυττάρων (HCT) σε σχήματα προετοιμασίας υψηλής δόσης, συμπεριλαμβανομένων θανατηφόρων περιστατικών.
swap_horiz
Αλληλεπιδράσεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
-
προσοχήΜειωμένη κάθαρση της βουσουλφάνηςΣύστασηΠαρακολούθηση για συμπτώματα τοξικότητας της βουσουλφάνης
-
προσοχήΜειωμένη κάθαρση της βουσουλφάνης, αυξημένα επίπεδα βουσουλφάνης στο πλάσμαΣύστασηΠαρακολούθηση για συμπτώματα τοξικότητας της βουσουλφάνης
-
καμίαΚαμία αλληλεπίδραση
-
ΚετοβεμιδόνηπροσοχήΥψηλότερα επίπεδα βουσουλφάνης στο πλάσμαΣύστασηΣυνιστάται ιδιαίτερη προσοχή
-
ΦλουδαραβίνηκαμίαΔεν αναφέρθηκε αμοιβαία αλληλεπίδραση
-
προσοχήΜείωση επιπέδων γλουταθειόνης, μπορεί να μειώσει την κάθαρση βουσουλφάνης
-
Φαινυτοΐνη (με από του στόματος βουσουλφάνη)προσοχήΑυξάνει την κάθαρση της βουσουλφάνης (μέσω ενεργοποίησης της γλουταθειόνης S τρανσφεράσης)
-
καμίαΚαμία αλληλεπίδραση (όταν χρησιμοποιούνται για πρόληψη σπασμών με υψηλή δόση βουσουλφάνης)
-
Κλοναζεπάμη (με ενδοφλέβια βουσουλφάνη)καμίαΔεν έδειξε διαφορά στην κάθαρση της ενδοφλέβιας βουσουλφάνης σε σύγκριση με φαινυτοΐνη
-
5HT3 αντιεμετικά (π.χ. Ονδανσετρόνη, Γρανισετρόνη)καμίαΚαμία αλληλεπίδραση
sick
Ανεπιθύμητες ενέργειες
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
- Ρινίτιδα
- Δύσπνοια
- Επίσταξη
- Βήχας
- Πνευμονική αιμορραγία
- Αναπνευστική ανεπάρκεια
- Λόξυγκας
- Υπεραερισμός
- Άσθμα
- Ατελεκτασία
- Υποξία
- Φαρυγγίτιδα
- Ιογενής λοίμωξη
- Βακτηριακή λοίμωξη
- Σηψαιμία
- Πνευμονική λοίμωξη
- Εγκεφαλικό απόστημα
- Κυτταρίτιδα
- Επανενεργοποίηση CMV
- Επανενεργοποίηση EBV
- Μυκητιασική λοίμωξη διηθητική
- Εμπύρετη ουδετεροπενία
- Ουδετεροπενία
- Θρομβοκυτταροπενία
- Αναιμία
- Πανκυτταροπενία
- Αλλεργική αντίδραση
- Υπογοναδισμός
- Ανορεξία
- Υπεργλυκαιμία
- Υπασβεστιαιμία
- Υποκαλιαιμία
- Υπομαγνησιαιμία
- Υποφωσφαταιμία
- Υπολευκωματιναιμία
- Υπονατριαιμία
- Αύξηση βάρους
- Αυξημένο σωματικό βάρος
- Διαταραχές ηλεκτρολυτών
- Άγχος
- Κατάθλιψη
- Αϋπνία
- Διέγερση
- Συγχυτική κατάσταση
- Ψευδαίσθηση
- Σύγχυση
- Παραλήρημα
- Νευρικότητα
- Ψευδαισθήσεις
- Κεφαλαλγία
- Ζάλη
- Εγκεφαλοπάθεια
- Επιληπτική κρίση
- Εγκεφαλική αιμορραγία
- Υπέρταση
- Υπόταση
- Θρόμβωση
- Αγγειοδιαστολή
- Σύνδρομο τριχοειδούς διάχυσης
- Καταρράκτης
- Λέπτυνση του κερατοειδούς
- Διαταραχές του φακού
- Κολπική μαρμαρυγή
- Ταχυκαρδία
- Αρρυθμία
- Καρδιομεγαλία
- Περικαρδιακή συλλογή
- Περικαρδίτιδα
- Κοιλιακές έκτακτες συστολές
- Βραδυκαρδία
- Θρόμβωση μηριαίας αρτηρίας
- Κυψελιδικές αιμορραγίες
- Πλευριτικό εξίδρωμα
- Στοματίτιδα
- Διάρροια
- Κοιλιακό άλγος
- Ναυτία
- Έμετος
- Δυσπεψία
- Γαστρεντερική αιμορραγία
- Ασκίτης
- Δυσκοιλιότητα
- Αιματέμεση
- Ειλεός
- Οισοφαγίτιδα
- Βλεννογονίτιδα
- Δυσφορία έδρας
- Υποπλασία οδόντος
- Φλεβοαποφρακτική ηπατοπάθεια
- Ίκτερος
- Ηπατομεγαλία
- Αύξηση αλκαλικής φωσφατάσης
- Διαταραχές του ήπατος
- Εξάνθημα
- Κνησμός
- Αλωπεκία
- Απολέπιση δέρματος
- Ερύθημα
- Μελαχρωματικές διαταραχές
- Μυαλγία
- Οσφυαλγία
- Αρθραλγία
- Πρόωρη εμμηνόπαυση
- Ωοθηκική ανεπάρκεια
- Νεφρική διαταραχή
- Μέτριου βαθμού νεφρική ανεπάρκεια
- Ολιγουρία
- Δυσουρία
- Αιματουρία
- Αιμορραγική κυστίτιδα
- Αδυναμία
- Ρίγη
- Πυρετός
- Θωρακικό άλγος
- Οίδημα
- Πόνος
- Εξασθένιση
- Οίδημα γενικό
- Πόνος ή φλεγμονή στην περιοχή της ένεσης
- Αύξηση τρανσαμινασών
- Αύξηση χολερυθρίνης
- Αύξηση γάμμα-GT
- Αυξημένη γαλακτική αφυδρογονάση αίματος
- Αυξημένο ουρικό οξύ αίματος
- Αυξημένη ουρία αίματος
- Αυξημένη γ-γλουταμυλτρανσφεράση
- Αύξηση κρεατίνης
- Μείωση κλάσματος απέκκρισης
Λεπτομέρειες κατά συχνότητα expand_more
-
Πολύ συχνέςΆγχοςΨυχιατρικές
-
Πολύ συχνέςΈμετοςΓαστρεντερικό
-
Πολύ συχνέςΊκτεροςΉπαρ
-
Πολύ συχνέςΑδυναμίαΓενικές
-
Πολύ συχνέςΑλωπεκίαΔέρμα
-
Πολύ συχνέςΑναιμίαΑίμα
-
Πολύ συχνέςΑνορεξίαΜεταβολισμός
-
Πολύ συχνέςΑρθραλγίαΜυοσκελετικό
-
Πολύ συχνέςΑυξημένη γ-γλουταμυλτρανσφεράσηΕργαστηριακές
-
Πολύ συχνέςΑυξημένη γαλακτική αφυδρογονάση αίματοςΕργαστηριακές
-
Πολύ συχνέςΑυξημένη ουρία αίματοςΕργαστηριακές
-
Πολύ συχνέςΑυξημένο ουρικό οξύ αίματοςΕργαστηριακές
-
Πολύ συχνέςΑυξημένο σωματικό βάροςΜεταβολισμός
-
Πολύ συχνέςΑϋπνίαΨυχιατρικές
-
Πολύ συχνέςΑύξηση αλκαλικής φωσφατάσηςΉπαρ
-
Πολύ συχνέςΑύξηση βάρουςΜεταβολισμός
-
Πολύ συχνέςΑύξηση γάμμα-GTΕργαστηριακές
-
Πολύ συχνέςΑύξηση κρεατίνηςΠαρακλινικές εξετάσεις
-
Πολύ συχνέςΑύξηση τρανσαμινασώνΕργαστηριακές
-
Πολύ συχνέςΑύξηση χολερυθρίνηςΕργαστηριακές
-
Πολύ συχνέςΒήχαςΑναπνευστικό
-
Πολύ συχνέςΒακτηριακή λοίμωξηΛοιμώξεις
-
Πολύ συχνέςΒλεννογονίτιδαΓαστρεντερικό
-
Πολύ συχνέςΓαστρεντερική αιμορραγίαΓαστρεντερικό
-
Πολύ συχνέςΔιάρροιαΓαστρεντερικό
-
Πολύ συχνέςΔιέγερσηΨυχιατρικές
-
Πολύ συχνέςΔιαταραχές ηλεκτρολυτώνΔιαταραχές του μεταβολισμού και της θρέψης
-
Πολύ συχνέςΔιαταραχές του ήπατοςΔιαταραχές του ήπατος και των χοληφόρων
-
Πολύ συχνέςΔυσπεψίαΓαστρεντερικό
-
Πολύ συχνέςΔύσπνοιαΑναπνευστικό
-
Πολύ συχνέςΕγκεφαλική αιμορραγίαΑγγειακές
-
Πολύ συχνέςΕγκεφαλοπάθειαΝευρικό
-
Πολύ συχνέςΕμπύρετη ουδετεροπενίαΑίμα
-
Πολύ συχνέςΕξάνθημαΔέρμα
-
Πολύ συχνέςΕξασθένισηΓενικές
-
Πολύ συχνέςΕπίσταξηΑναπνευστικό
-
Πολύ συχνέςΕπανενεργοποίηση CMVΛοιμώξεις και παρασιτώσεις
-
Πολύ συχνέςΕπανενεργοποίηση EBVΛοιμώξεις και παρασιτώσεις
-
Πολύ συχνέςΖάληΝευρικό
-
Πολύ συχνέςΘρομβοκυτταροπενίαΑίμα
-
Πολύ συχνέςΘωρακικό άλγοςΓενικές
-
Πολύ συχνέςΙογενής λοίμωξηΛοιμώξεις
-
Πολύ συχνέςΚατάθλιψηΨυχιατρικές
-
Πολύ συχνέςΚεφαλαλγίαΝευρικό
-
Πολύ συχνέςΚνησμόςΔέρμα
-
Πολύ συχνέςΚοιλιακό άλγοςΓαστρεντερικό
-
Πολύ συχνέςΚολπική μαρμαρυγήΚαρδιά
-
Πολύ συχνέςΜυαλγίαΜυοσκελετικό
-
Πολύ συχνέςΝαυτίαΓαστρεντερικό
-
Πολύ συχνέςΟίδημαΓενικές
-
Πολύ συχνέςΟίδημα γενικόΓενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
-
Πολύ συχνέςΟσφυαλγίαΜυοσκελετικό
-
Πολύ συχνέςΟυδετεροπενίαΑίμα
-
Πολύ συχνέςΠνευμονική αιμορραγίαΑναπνευστικό
-
Πολύ συχνέςΠυρετόςΓενικές
-
Πολύ συχνέςΠόνοςΓενικές
-
Πολύ συχνέςΠόνος ή φλεγμονή στην περιοχή της ένεσηςΓενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
-
Πολύ συχνέςΡίγηΓενικές
-
Πολύ συχνέςΡινίτιδαΑναπνευστικό
-
Πολύ συχνέςΣηψαιμίαΛοιμώξεις
-
Πολύ συχνέςΣτοματίτιδαΓαστρεντερικό
-
Πολύ συχνέςΣυγχυτική κατάστασηΨυχιατρικές
-
Πολύ συχνέςΥπέρτασηΑγγειακές
-
Πολύ συχνέςΥπασβεστιαιμίαΜεταβολισμός
-
Πολύ συχνέςΥπεργλυκαιμίαΜεταβολισμός
-
Πολύ συχνέςΥποκαλιαιμίαΜεταβολισμός
-
Πολύ συχνέςΥπολευκωματιναιμίαΜεταβολισμός
-
Πολύ συχνέςΥπομαγνησιαιμίαΜεταβολισμός
-
Πολύ συχνέςΥποφωσφαταιμίαΜεταβολισμός
-
Πολύ συχνέςΥπότασηΑγγειακές
-
Πολύ συχνέςΦαρυγγίτιδαΛοιμώξεις
-
Πολύ συχνέςΦλεβοαποφρακτική ηπατοπάθειαΉπαρ
-
Πολύ συχνέςΨευδαίσθησηΨυχιατρικές
-
ΣυχνέςΆσθμαΑναπνευστικό
-
ΣυχνέςΑγγειοδιαστολήΑγγειακές
-
ΣυχνέςΑιματέμεσηΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΑιματουρίαΝεφρά/Ουροποιητικό
-
ΣυχνέςΑναπνευστική ανεπάρκειαΑναπνευστικό
-
ΣυχνέςΑπολέπιση δέρματοςΔέρμα
-
ΣυχνέςΑρρυθμίαΚαρδιά
-
ΣυχνέςΑσκίτηςΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΑτελεκτασίαΑναπνευστικό
-
ΣυχνέςΔυσκοιλιότηταΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΔυσουρίαΝεφρά/Ουροποιητικό
-
ΣυχνέςΔυσφορία έδραςΔιαταραχές του γαστρεντερικού
-
ΣυχνέςΕγκεφαλικό απόστημαΛοιμώξεις
-
ΣυχνέςΕιλεόςΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΕπιληπτική κρίσηΝευρικό
-
ΣυχνέςΕρύθημαΔέρμα
-
ΣυχνέςΗπατομεγαλίαΉπαρ
-
ΣυχνέςΘρόμβωσηΑγγειακές
-
ΣυχνέςΚαρδιομεγαλίαΚαρδιά
-
ΣυχνέςΚαταρράκτηςΟφθαλμικές
-
ΣυχνέςΚυτταρίτιδαΛοιμώξεις
-
ΣυχνέςΚυψελιδικές αιμορραγίεςΔιαταραχές του αναπνευστικού συστήματος, του θώρακα και του μεσοθωράκιου
-
ΣυχνέςΛέπτυνση του κερατοειδούςΟφθαλμικές διαταραχές
-
ΣυχνέςΛόξυγκαςΑναπνευστικό
-
ΣυχνέςΜέτριου βαθμού νεφρική ανεπάρκειαΔιαταραχές των νεφρών και των ουροφόρων οδών
-
ΣυχνέςΜείωση κλάσματος απέκκρισηςΠαρακλινικές εξετάσεις
-
ΣυχνέςΜελαχρωματικές διαταραχέςΔιαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
-
ΣυχνέςΜυκητιασική λοίμωξη διηθητικήΛοιμώξεις και παρασιτώσεις
-
ΣυχνέςΝευρικότηταΨυχιατρικές
-
ΣυχνέςΝεφρική διαταραχήΔιαταραχές των νεφρών και των ουροφόρων οδών
-
ΣυχνέςΟισοφαγίτιδαΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΟλιγουρίαΝεφρά/Ουροποιητικό
-
ΣυχνέςΠανκυτταροπενίαΑίμα
-
ΣυχνέςΠαραλήρημαΨυχιατρικές
-
ΣυχνέςΠερικαρδίτιδαΚαρδιά
-
ΣυχνέςΠερικαρδιακή συλλογήΚαρδιά
-
ΣυχνέςΠλευριτικό εξίδρωμαΔιαταραχές του αναπνευστικού συστήματος, του θώρακα και του μεσοθωράκιου
-
ΣυχνέςΠνευμονική λοίμωξηΛοιμώξεις
-
ΣυχνέςΣύγχυσηΨυχιατρικές
-
ΣυχνέςΤαχυκαρδίαΚαρδιά
-
ΣυχνέςΥπεραερισμόςΑναπνευστικό
-
ΣυχνέςΥπονατριαιμίαΜεταβολισμός
-
ΣυχνέςΨευδαισθήσειςΨυχιατρικές
-
Όχι συχνέςΒραδυκαρδίαΚαρδιά
-
Όχι συχνέςΘρόμβωση μηριαίας αρτηρίαςΑγγειακές διαταραχές
-
Όχι συχνέςΚοιλιακές έκτακτες συστολέςΚαρδιά
-
Όχι συχνέςΣύνδρομο τριχοειδούς διάχυσηςΑγγειακές
-
Όχι συχνέςΥποξίαΑναπνευστικό
-
Μη γνωστέςΑιμορραγική κυστίτιδαΝεφρά/Ουροποιητικό
-
Μη γνωστέςΑλλεργική αντίδρασηΑνοσοποιητικό
-
Μη γνωστέςΔιαταραχές του φακούΟφθαλμικές διαταραχές
-
Μη γνωστέςΠρόωρη εμμηνόπαυσηΔιαταραχές του αναπαραγωγικού συστήματος και του μαστού
-
Μη γνωστέςΥπογοναδισμόςΔιαταραχές του ενδοκρινικού συστήματος
-
Μη γνωστέςΥποπλασία οδόντοςΔιαταραχές του γαστρεντερικού
-
Μη γνωστέςΩοθηκική ανεπάρκειαΑναπαραγωγικό
pregnant_woman
Κύηση / Γαλουχία
ΠΧΠ (SPC)
Επίπεδο κινδύνου: Αντενδείκνυται
expand_more
Κύηση / Γαλουχία
-
ΚύησηΤο Βουσουλφάνη αντενδείκνυται κατά την εγκυμοσύνη.Η μεταμόσχευση αιμοποιητικών προγονικών κυττάρων (ΜΑΠΚ) αντενδείκνυται στις εγκύους. Μελέτες σε ζώα έχουν δείξει αναπαραγωγική τοξικότητα (εμβρυϊκή θνησιμότητα και δυσμορφίες). Δε διατίθενται ή είναι περιορισμένα τα κλινικά δεδομένα σχετικά με τη χρήση βουσουλφάνης ή DMA σε έγκυες γυναίκες. Έχουν αναφερθεί λίγες περιπτώσεις συγγενών ανωμαλιών με χαμηλή δόση από του στόματος βουσουλφάνης, οι οποίες δεν αποδίδονται απαραίτητα στη δραστική ουσία και η έκθεση κατά το τρίτο τρίμηνο μπορεί να σχετίζεται με μειωμένη ενδομήτρια αύξηση. Οι γυναίκες σε αναπαραγωγική ηλικία πρέπει να χρησιμοποιούν αποτελεσματική αντισύλληψη κατά τη διάρκεια της θεραπείας και έως 6 μήνες μετά τη θεραπεία.
-
ΓαλουχίαΟ θηλασμός πρέπει να διακόπτεται κατά τη θεραπεία με βουσουλφάνη.Είναι άγνωστο εάν η βουσουλφάνη και η DMA απεκκρίνονται στο ανθρώπινο γάλα. Έχει δειχθεί η πιθανότητα καρκινογένεσης με τη βουσουλφάνη σε μελέτες με ανθρώπους και ζώα.
-
ΓονιμότηταΗ βουσουλφάνη και η DMA μπορούν να επηρεάσουν τη γονιμότητα στον άνδρα ή τη γυναίκα.Συνιστάται στον άνδρα να μην τεκνοποιεί κατά τη διάρκεια της θεραπείας και έως 6 μήνες μετά τη θεραπεία και να ενημερωθεί για τη δυνατότητα κρυοδιατήρησης του σπέρματος πριν τη θεραπεία λόγω πιθανότητας μη αναστρέψιμης στειρότητας.
e911_emergency
Υπερδοσολογία
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Υπερδοσολογία
- έντονη μυελοκαταστολή
- πανκυτταροπενία
- προσβολή κεντρικού νευρικού συστήματος
- προσβολή ήπατος
- προσβολή πνευμόνων
- προσβολή γαστρεντερικού συστήματος
- ηπατοτοξικότητα (λόγω DMA)
- επίδραση στο κεντρικό νευρικό σύστημα (ΚΝΣ) (λόγω DMA)
directions_car
Επίδραση στην οδήγηση
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Επίδραση στην οδήγηση
science
Έκδοχα
ΠΧΠ (SPC) §2 & §6.1
expand_more
Έκδοχα
biotech
Φαρμακολογία
Φαρμακοδυναμική & Φαρμακοκινητική
expand_more
Φαρμακολογία
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: Σουλφονούχα αλκύλια, κωδικός ATC: L01AB01.
Μηχανισμός δράσης
Η βουσουλφάνη είναι ένας ισχυρός κυτταροτοξικός παράγων και ένας αλκυλιωτικός παράγων διπλής λειτουργίας. Σε υδατικά μέσα, η απελευθέρωση των μεθανοσουλφονικών ομάδων παράγει καρβονικά ιόντα τα οποία μπορούν να αλκυλιώσουν το DNA, που θεωρείται ότι είναι σημαντικός βιολογικός μηχανισμός για την κυτταροτοξική δράση του.
Κλινική αποτελεσματικότητα και ασφάλεια
Βουσουλφάνη σε συνδυασμό με κυκλοφωσφαμίδη
Στους ενήλικες
Η τεκμηρίωση για την ασφάλεια και την αποτελεσματικότητα του Βουσουλφάνη σε συνδυασμό με την κυκλοφωσφαμίδη στο σχήμα BuCy2 και πριν τη συμβατική ετερόλογη και/ή αυτόλογη μεταμόσχευση αιμοποιητικών προγονικών κυττάρων, προκύπτει από δύο κλινικές δοκιμές (OMC-BUS-4 και OMC-BUS-3). Δύο προοπτικές, μονού σκέλους, ανοικτές, μη ελεγχόμενες μελέτες φάσης ΙΙ έγιναν σε ασθενείς με αιματολογικές διαταραχές, η πλειοψηφία των οποίων είχε προχωρημένη νόσο. Οι ασθένειες που περιελήφθησαν ήταν οξεία λευχαιμία μετά την πρώτη ύφεση, που ήταν στην πρώτη υποτροπή ή στις επόμενες υποτροπές, μετά την πρώτη ύφεση (υψηλού κινδύνου) ή μετά από αποτυχία της θεραπείας εφόδου, χρόνια μυελογενής λευχαιμία σε χρόνιο ή προχωρημένο στάδιο, πρωτογενής ανθεζητική ή ανθεκτική υποτροπιάζουσα νόσος του Hodgkin ή μη Hodgkin λέμφωμα και μυελοδυσπλαστικό σύνδρομο. Οι ασθενείς έλαβαν δόσεις 0,8 mg/kg βουσουλφάνης ενδοφλέβια κάθε 6 ώρες για 16 δόσεις συνολικά ακολουθούμενες από κυκλοφωσφαμίδη 60 mg/kg μία φορά ημερησίως επί δύο ημέρες (σχήμα BuCy2). Στις μελέτες αυτές, οι κύριες παράμετροι αποτελεσματικότητας ήταν η μυελοκαταστολή, η πραγματοποίηση της μεταμόσχευσης, η υποτροπή και η επιβίωση. Και στις δύο μελέτες, οι ασθενείς έλαβαν 16/16 δόσεις του σχήματος Βουσουλφάνη. Κανένας ασθενής δε διέκοψε τη θεραπεία λόγω ανεπιθύμητων ενεργειών που σχετίζονταν με το Βουσουλφάνη. Όλοι οι ασθενείς εκδήλωσαν έντονη μυελοκαταστολή. Ο χρόνος που ο Απόλυτος Αριθμός Ουδετερόφιλων (ANC) ήταν μεγαλύτερος από 0,5x109/l ήταν 13 ημέρες (εύρος 9-29 ημέρες) στους ασθενείς με ετερόλογη μεταμόσχευση (OMC-BUS 4) και 10 ημέρες (εύρος 8-19 ημέρες) στους ασθενείς με αυτόλογη μεταμόσχευση (OMC-BUS 3). Σε όλους τους αξιολογήσιμους ασθενείς έγινε μεταμόσχευση. Δεν υπάρχει πρωτογενής ή δευτερογενής απόρριψη μοσχεύματος. Στους ασθενείς με ετερόλογη μεταμόσχευση, η συνολική θνησιμότητα καθώς και η χωρίς υποτροπή θνησιμότητα για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των 100 ημερών μετά τη μεταμόσχευση ήταν (8/61) 13% και (6/61) 10%, αντίστοιχα. Κατά το ίδιο χρονικό διάστημα, δεν υπήρξε θάνατος στους ασθενείς με αυτόλογη μεταμόσχευση.
Παιδιατρικός πληθυσμός
Η τεκμηρίωση της ασφάλειας και της αποτελεσματικότητας του Βουσουλφάνη σε συνδυασμό με την κυκλοφωσφαμίδη στο σχήμα BuCy4 ή με τη μελφαλάνη στο σχήμα BuMel πριν από τη συμβατική αλλογενή και/ή αυτόλογη μεταμόσχευση αιμοποιητικών προγονικών κυττάρων προκύπτει από την κλινική δοκιμή F60002 IN 101 G0. Οι ασθενείς έλαβαν τη δοσολογία που αναφέρεται (βλ. Δοσολογία). Όλοι οι ασθενείς εκδήλωσαν έντονη μυελοκαταστολή. Ο χρόνος για Απόλυτο Αριθμό Ουδετερόφιλων (ANC) μεγαλύτερο του 0,5x109/l ήταν 21 ημέρες (εύρος 12-47 ημέρες) στους ασθενείς με αλλογενή μεταμόσχευση και 11 ημέρες (εύρος 10-15 ημέρες) στους ασθενείς με αυτόλογη μεταμόσχευση. Σε όλα τα παιδιά έγινε μεταμόσχευση. Δεν υπάρχει πρωτογενής ή δευτερογενής απόρριψη μοσχεύματος. Το 93% των ασθενών με αλλογενή μεταμόσχευση έδειξαν πλήρη χιμαιρισμό. Δεν υπήρξε θάνατος σχετιζόμενος με το θεραπευτικό σχήμα κατά τις πρώτες 100 ημέρες μετά τη μεταμόσχευση και έως ένα έτος μετά τη μεταμόσχευση.
Βουσουλφάνη σε συνδυασμό με φλουδαραβίνη (FB)
Στους ενήλικες
Η τεκμηρίωση για την ασφάλεια και την αποτελεσματικότητα του Βουσουλφάνη σε συνδυασμό με τη φλουδαραβίνη (FB) πριν από αλλογενή μεταμόσχευση αιμοποιητικών προγονικών κυττάρων, προκύπτει από βιβλιογραφική ανασκόπηση 7 δημοσιευμένων μελετών σε 731 ασθενείς με μυελοειδείς και λεμφοειδείς κακοήθειες, οι οποίες αναφέρουν τη χρήση ενδοβλέβιας βουσουλφάνης που εγχύθηκε μία φορά ημερησίως αντί για τέσσερις δόσεις την ημέρα. Οι ασθενείς έλαβαν σχήμα προετοιμασίας με βάση τη χορήγηση φλουδαραβίνης ακολουθούμενης αμέσως από εφάπαξ ημερήσια δόση 3,2 mg/kg βουσουλφάνης για 2 ή 3 συνεχόμενες ημέρες. Η συνολική δόση βουσουλφάνης ανά ασθενή ήταν μεταξύ 6,4 mg/kg και 9,6 mg/kg. Ο συνδυασμός FB επέτρεψε επαρκή αφανισμό του μυελού που διαμορφώθηκε από την ένταση του σχήματος προετοιμασίας μέσω τροποποίησης του αριθμού των ημερών έγχυσης βουσουλφάνης. Στην πλειοψηφία των μελετών, αναφέρθηκε ταχεία και πλήρης ενσωμάτωση του μοσχεύματος στο 80-100% των ασθενών. Η πλειοψηφία των δημοσιεύσεων ανέφερε πλήρη χιμαιρισμό του δότη κατά την ημέρα +30 για το 90-100% των ασθενών. Οι μακρυπρόθεσμες εκβάσεις επιβεβαίωσαν ότι η αποτελεσματικότητα διατηρήθηκε χωρίς απροσδόκητες επιδράσεις. Είναι διαθέσιμα δεδομένα από μια προοπτική πολυκεντρική μελέτη φάσης 2, η οποία ολοκληρώθηκε πρόσφατα και περιλαμβάνει 80 ασθενείς, ηλικίας 18 έως 65 ετών, διαγνωσμένους με διαφορετικές αιματολογικές κακοήθειες που υπέστησαν αλλογενή μεταμόσχευση αιμοποιητικών κυτάρων με σχήμα προετοιμασίας μειωμένης έντασης FB (3 ημέρες Βουσουλφάνη). Στη μελέτη αυτή, σε όλους τους ασθενείς, εκτός από έναν, έγινε μεταμόσχευση, κατά μέσο όρο σε 15 (εύρος 10-23) ημέρες μετά την αλλογενή μεταμόσχευση αιμοποιητικών κυτάρων. Η συνολική συχνότητα εμφάνισης ανάκτησης ουδετερόφιλων κατά την ημέρα 28 ήταν 98,8% (95% CI, 85,7-99,9%). Η μεταμόσχευση των αιμοπεταλίων έγινε κατά μέσο όρο σε 9 (εύρος 1-16) ημέρες μετά την αλλογενή μεταμόσχευση αιμοποιητικών κυτάρων. Ο βαθμός Συνολικής Επιβίωσης 2 ετών ήταν 61,9% (95% CI, 51,1-72,7%). Στα 2 χρόνια, η συνολική εμφάνιση NMR ήταν 11,3% (95% CI, 5,5-19,3%) και αυτή της υποτροπής ή της εξέλιξης από αλλογενή μεταμόσχευση αιμοποιητικών κυτάρων ήταν 43,8% (95% CI, 31,1-55,7%). Η εκτίμηση Kaplan-Meier της DFS στα 2 χρόνια ήταν 49,9% (95% CI, 32,6-72,7).
Οι φαρμακοκινητικές ιδιότητες του Βουσουλφάνη έχουν μελετηθεί. Οι πληροφορίες που παρουσιάζονται για τη βιομετατροπή και την αποβολή βασίζονται στην από του στόματος χορηγούμενη βουσουλφάνη.
Φαρμακοκινητική στους ενήλικες
Απορρόφηση
Η φαρμακοκινητική της ενδοφλέβιας βουσουλφάνης μελετήθηκε σε 124 αξιολογήσιμους ασθενείς μετά από 2-ωρη ενδοφλέβια έγχυση, για ένα σύνολο 16 δόσεων σε τέσσερις ημέρες. Άμεση και πλήρης διαθεσιμότητα της δόσης επιτυγχάνεται μετά από ενδοφλέβια χορήγηση βουσουλφάνης. Παρατηρήθηκαν παρόμοια επίπεδα αίματος όταν συγκρίθηκαν οι συγκεντρώσεις πλάσματος σε ενήλικες ασθενείς που έλαβαν από του στόματος και ενδοφλέβια βουσουλφάνη σε δόσεις 1 mg/kg και 0,8 mg/kg αντίστοιχα. Μια πληθυσμιακή φαρμακοκινητική ανάλυση που διεξήχθη σε 102 ασθενείς έδειξε χαμηλή διακύμανση μεταξύ των ασθενών (CV=21%) και στον ίδιο ασθενή (CV=12%) κατά την έκθεση στη βουσουλφάνη.
Κατανομή
Ο τελικός όγκος κατανομής Vz κυμάνθηκε μεταξύ 0,62 και 0,85 l/kg. Οι συγκεντρώσεις βουσουλφάνης στο εγκεφαλονωτιαίο υγρό είναι συγκρίσιμες με αυτές του πλάσματος παρόλο που αυτές είναι πιθανώς ανεπαρκείς για αντινεοπλασματική δράση. Η αναστρέψιμη σύνδεση με τις πρωτεΐνες του πλάσματος ήταν περίπου 7%, ενώ η μη αναστρέψιμη σύνδεση κυρίως με τη λευκωματίνη ήταν περίπου 32%.
Βιομετασχηματισμός
Η βουσουλφάνη μεταβολίζεται κυρίως μέσω σύζευξης με τη γλουταθειόνη (αυτόματα και μέσω της γλουταθειόνης S-τρανσφεράσης). Στη συνέχεια, η συζευγμένη γλουταθειόνη μεταβολίζεται περαιτέρω με οξείδωση στο ήπαρ. Κανένας από τους μεταβολίτες δε θεωρείται ότι συμβάλλει σημαντικά είτε στην αποτελεσματικότητα ή στην τοξικότητα.
Αποβολή
Η συνολική κάθαρση στο πλάσμα κυμαίνεται από 2,25 - 2,74 ml/λεπτό/kg. Ο τελικός χρόνος ημίσειας ζωής κυμαίνεται από 2,8 έως 3,9 ώρες. Περίπου το 30% της χορηγούμενης δόσης απεκκρίνεται στα ούρα σε 48 ώρες με 1% ως αμετάβλητη βουσουλφάνη. Η αποβολή μέσω των κοπράνων είναι αμελητέα. Η μη αναστρέψιμη σύνδεση με πρωτεΐνες ενδεχομένως εξηγεί τη μη πλήρη ανάκτηση. Η συμβολή των μεταβολιτών με μεγάλο χρόνο ημιζωής δεν αποκλείεται.
Γραμμικότητα
Μετά από ενδοφλέβια χορήγηση βουσουλφάνης έως 1 mg/kg, απεδείχθη η εκθετική αύξηση της βουσουλφάνης ανάλογα με την αύξηση της δοσολογίας. Σε σύγκριση με το σχήμα που χορηγείται τέσσερις φορές ημερησίως, το σχήμα που χορηγείται μία φορά ημερησίως χαρακτηρίζεται από υψηλότερη μέγιστη συγκέντρωση, απουσία συσσώρευσης φαρμάκου και μεγαλύτερη περίοδο εκκαθάρισης (χωρίς συγκέντρωση κυκλοφορούσας βουσουλφάνης) ανάμεσα σε διαδοχικές χορηγήσεις. Η ανασκόπηση της βιβλιογραφίας επιτρέπει τη σύγκριση σειρών φαρμακοκινητικής που διεξήχθησαν είτε μέσα στην ίδια μελέτη ή μεταξύ μελετών και έδειξε αμετάβλητες παραμέτρους φαρμακοκινητικής που δεν εξαρτώνται από τη δόση, ανεξαρτήτως της δοσολογίας ή του δοσολογικού σχήματος. Φαίνεται ότι η συνιστώμενη δόση ενδοφλέβιας βουσουλφάνης που χορηγήθηκε είτε ως μεμονωμένη έγχυση (3,2 mg/kg) ή σε 4 ξεχωριστές εγχύσεις (0,8 mg/kg) παρήχε ισοδύναμη ημερήσια έκθεση στο πλάσμα με παρόμοια δια-και ενδοατομική ποικιλότητα. Ως αποτέλεσμα, ο έλεγχος του AUC της ενδοφλέβιας βουσουλφάνης εντός των θεραπευτικών παραθύρων δεν τροποποιείται και απεικονίστηκε παρόμοια στοχευμένη απόδοση μεταξύ των δύο σχημάτων.
Συσχέτιση φαρμακοκινητικής/φαρμακοδυναμικής
Σύμφωνα με τη βιβλιογραφία για τη βουσουλφάνη, υπάρχει θεραπευτικό παράθυρο AUC μεταξύ 900 και 1500 μmol/L.λεπτό ανά χορήγηση (ισοδύναμο με ημερήσια έκθεση μεταξύ 3600 και 6000 μmol/L.λεπτό). Κατά τη διάρκεια κλινικών δοκιμών με ενδοφλέβια βουσουλφάνη χορηγούμενη ως 0,80 mg/kg τέσσερις φορές ημερησίως, το 90% των τιμών AUC των ασθενών ήταν κάτω του ανώτερου ορίου AUC (1500 μmol/L.λεπτό) και τουλάχιστον το 80% ήταν εντός του στοχευόμενου θεραπευτικού παραθύρου (900-1500 μmol/L.λεπτό). Παρόμοιο ποσοστό στόχευσης επιτεύχθηκε εντός της ημερήσιας έκθεσης των 3600 - 6000 μmol/L.λεπτό μετά τη χορήγηση 3,2 mg/kg ενδοφλέβιας βουσουλφάνης μία φορά ημερησίως.
Ειδικοί πληθυσμοί
Hπατική ή νεφρική ανεπάρκεια
Η επίδραση της νεφρικής δυσλειτουργίας στη διαθεσιμότητα της ενδοφλέβιας βουσουλφάνης δεν έχει αξιολογηθεί. Η επίδραση της ηπατικής δυσλειτουργίας στη διαθεσιμότητα της ενδοφλέβιας βουσουλφάνης δεν έχει αξιολογηθεί. Ωστόσο, ο κίνδυνος της ηπατικής τοξικότητας μπορεί να είναι αυξημένος σε αυτό τον πληθυσμό. Από τα διαθέσιμα δεδομένα για την ενδοφλέβια βουσουλφάνη σε ασθενείς άνω των 60 ετών, δεν προκύπτει επίδραση της ηλικίας στην κάθαρση της βουσουλφάνης.
Παιδιατρικός πληθυσμός
Σε παιδιά ηλικίας από < 6 μηνών έως 17 ετών, επαληθεύτηκε μία συνεχής ποικιλότητα της κάθαρσης που κυμαίνεται από 2,49 έως 3,92 ml/λεπτό/kg. Ο χρόνος ημίσειας ζωής κυμάνθηκε από 2,26 έως 2,52 ώρες. Οι ποκιλότητες της έκθεσης στο πλάσμα στον οργανισμό των ασθενών καθώς και στον πληθυσμό των ασθενών, ήταν χαμηλότερες από 20% και 10% αντίστοιχα. Μια φαρμακοκινητική ανάλυση πληθυσμού διεξήχθη σε έναν πληθυσμό 205 παιδιών κατάλληλα κατανεμημένο ως προς το σωματικό βάρος (3,5 έως 62,5 kg), τα βιολογικά χαρακτηριστικά και τα χαρακτηριστικά των νόσων (κακοήθης και μη-κακοήδης), συνεπώς αντιπροσωπευτική της υψηλής ετερογένειας των παιδιών που υπόκεινται σε μεταμόσχευση αιμοποιητικών προγονικών κυττάρων (ΜΑΠΚ). Η μελέτη αυτή έδειξε ότι το σωματικό βάρος ήταν η κύρια συμμεταβλητή για να εξηγηθεί η φαρμακοκινητική ποικιλότητα της βουσουλφάνης σε παιδιά πέρα από την επιφάνεια σώματος ή την ηλικία. Η συνιστώμενη δοσολογία για παιδιά, όπως περιγράφεται λεπτομερώς (βλ. Δοσολογία), επέτρεψε σε πάνω από 70% έως 90% των παιδιών ≥ 9 kg να επιτύχουν το θεραπευτικό παράθυρο (900-1500 μmol/L.λεπτό). Ωστόσο, υψηλότερη ποικιλότητα παρατηρήθηκε σε παιδιά < 9 kg, η οποία οδήγησε σε επίτευξη του θεραπευτικού παραθύρου (900-1500 μmol/L.λεπτό) από το 60% των παιδιών. Για το 40% των παιδιών < 9 kg εκτός στόχου, η AUC ήταν εξίσου κατανεμημένη είτε κάτω είτε πάνω από τα στοχευμένα όρια, δηλ. 20% για κάθε ένα < 900 και > 1500 μmol/L.λεπτό μετά από 1 mg/kg. Από αυτή την άποψη, για παιδιά < 9 kg, η παρακολούθηση των συγκεντρώσεων βουσουλφάνης στο πλάσμα (παρακολούθηση θεραπευτικών συγκεντρώσεων φαρμάκου) για προσαρμογή της δόσης μπορεί να βελτιώσει τη στοχευμένη απόδοση της βουσουλφάνης, ιδιαίτερα σε πάρα πολύ μικρά παιδιά και νεογνά.
Συσχέτιση φαρμακοκινητικής/φαρμακοδυναμικής:
Η επιτυχής ανάκαμψη μυελού που επιτεύχθηκε σε όλους τους ασθενείς κατά τις δοκιμές φάσης ΙΙ υποδηλώνει την καταλληλότητα των στοχευμένων επιπέδων της περιοχής υπό την καμπύλη (AUC). Η εμφάνιση φλεβοαποφρακτικής νόσου δε συσχετίστηκε με την παρατεταμένη έκθεση. Συσχέτιση ΦΚ/ΦΔ παρατηρήθηκε μεταξύ της στοματίτιδας και της περιοχής υπό την καμπύλη (AUC) σε ασθενείς με αυτόλογη μεταμόσχευση καθώς και μεταξύ της αύξησης της χολερυθρίνης και της AUC κατά την ανάλυση που περιλάμβανε ασθενείς με αυτόλογη και αλλογενή μεταμόσχευση.
Παρακολούθηση Αγωγής
Εργαστηριακοί & κλινικοί έλεγχοι από το SPC, ανά σύστημα
Εργαστηριακές εξετάσεις (αίμα / ούρα)
| Έλεγχος | Σύστημα | Συχνότητα | Προϋπόθεση |
|---|---|---|---|
| Νεφρική λειτουργία | water_dropΝεφρική λειτουργία | περιοδικός έλεγχος | Κατά τη διάρκεια της θεραπείας |
| Αλκαλική φωσφατάση (ALP) | gastroenterologyΗπατική λειτουργία | συστηματικά | Προϋπάρχουσα ηπατική ανεπάρκεια έως 28 ημέρες μετά τη μεταμόσχευση |
| Αμινοτρανσφεράσες ορού (ALT/AST) | gastroenterologyΗπατική λειτουργία | συστηματικά | Προϋπάρχουσα ηπατική ανεπάρκεια έως 28 ημέρες μετά τη μεταμόσχευση |
| Χολερυθρίνη | gastroenterologyΗπατική λειτουργία | συστηματικά | Προϋπάρχουσα ηπατική ανεπάρκεια έως 28 ημέρες μετά τη μεταμόσχευση |
| Αιμοπετάλια | bloodtypeΑιματολογικός έλεγχος | συχνά | Κατά τη θεραπεία και μέχρι την αποκατάσταση μυελοκαταστολής |
| Διαφορικός αριθμός λευκοκυττάρων | bloodtypeΑιματολογικός έλεγχος | συχνά | Κατά τη θεραπεία και μέχρι την αποκατάσταση μυελοκαταστολής |
| Επίπεδα φαρμάκου (TDM) | medicationΕπίπεδα φαρμάκου (TDM) | ίσως κατά περίπτωση | Παιδιά < 9 kg, ιδιαίτερα πολύ μικρά παιδιά και νεογνά |
ΗΚΓ / Καρδιολογικός έλεγχος
| Έλεγχος | Σύστημα | Συχνότητα | Προϋπόθεση |
|---|---|---|---|
| Καρδιακή λειτουργία | cardiologyΚαρδιακή λειτουργία (ΗΚΓ/καρδιά) | συστηματικά | Θεραπεία με Busilvex |
Σκευάσματα & Τιμολόγηση
Μονογραφίες Πηγών
Αναλυτικό περιεχόμενο ανά πηγή για τεκμηρίωση και έλεγχο
DrugBank
Description
expand_more
Description
DrugBank
Indication
expand_more
Indication
DrugBank
Pharmacology
expand_more
Pharmacology
DrugBank
Mechanism of action
expand_more
Mechanism of action
DrugBank
Absorption
expand_more
Absorption
DrugBank
Half life
expand_more
Half life
DrugBank
Protein binding
expand_more
Protein binding
DrugBank
Route of elimination
expand_more
Route of elimination
DrugBank
Clearance
expand_more
Clearance
DrugBank
Toxicity
expand_more
Toxicity
science
PubChem
Φαρμακοδυναμική
expand_more
Φαρμακοδυναμική
neurology
PubChem
Μηχανισμός δράσης
expand_more
Μηχανισμός δράσης
Η Busulfan είναι ένας αλκυλιούντας παράγοντας που περιέχει 2 ασταθείς ομάδες μεθανοσουλφονατρίου συνδεδεμένες σε αντίθετα άκρα μιας αλυσίδας 4 ανθράκων. Μόλις η Busulfan υδρολυθεί, οι ομάδες μεθανοσουλφονατρίου απελευθερώνονται και παράγονται ιόντα άνθρακα. Αυτά τα ιόντα άνθρακα αλκυλιώνουν το DNA, γεγονός που οδηγεί σε παρεμβολή στην αντιγραφή του DNA και τη μεταγραφή του RNA, οδηγώντας τελικά σε διαταραχή της λειτουργίας των νουκλεϊκών οξέων. Συγκεκριμένα, ο μηχανισμός δράσης της μέσω αλκυλίωσης παράγει ενδοκυτταρικές διασυνδέσεις γουανίνης-αδενίνης. Αυτές οι διασυνδέσεις προκύπτουν μέσω μιας αντίδρασης SN2 όπου η γουανίνη N7 πυρηνόφιλα επιτίθεται στον άνθρακα που γειτνιάζει με την αποχωρούσα ομάδα της μεσιλικής. Αυτός ο τύπος βλάβης δεν μπορεί να επιδιορθωθεί από τους κυτταρικούς μηχανισμούς και έτσι το κύτταρο υφίσταται απόπτωση.
Η πρωταρχική μοριακή δράση της Busulfan είναι η αλκυλίωση ενδοκυτταρικών πυρηνόφιλων. Επηρεάζονται τόσο οι πρωτεΐνες όσο και τα νουκλεϊκά οξέα. Όσον αφορά το DNA, η Busulfan αντιδρά με τα κατάλοιπα γουανίνης για να σχηματίσει μια διασύνδεση DNA γουανίνης-δι-γουανίνης τεσσάρων ανθράκων με απελευθέρωση μεθυλοσουλφονικού. Η διασύνδεση του DNA προκαλεί λανθασμένη ανάγνωση του κώδικα του DNA και θραύση μονής έλικας. Ο βαθμός διασύνδεσης του DNA έχει αποδειχθεί ότι είναι ανάλογος της δόσης και της κυτταροτοξικότητας της ένωσης. Η διασύνδεση του DNA με πυρηνικές πρωτεΐνες που προκαλείται από τη Busulfan μπορεί επίσης να συμβεί και θεωρείται κυτταροτοξικός μηχανισμός. Η Busulfan έχει επίσης αναφερθεί ότι εστεροποιεί ομάδες φωσφορικών του χρωμοσωμικού DNA, γεγονός που εξηγεί τον κατακερματισμό των χρωμοσωμάτων που παρατηρείται σε διάφορους τύπους κυττάρων μετά τη θεραπεία. Η χρωμοσωμική βλάβη συμβάλλει περαιτέρω στη συνολική κυτταροτοξική δράση.
Μελέτες κλωνοποιημένων καρκινικών και φυσιολογικών κυττάρων δείχνουν ότι η Busulfan διαταράσσει ορισμένα μέρη του μιτωτικού κύκλου των κυττάρων. Ενώ η Busulfan μπορεί να δράσει στα κύτταρα σε οποιοδήποτε στάδιο της μίτωσης, παρόμοια με άλλους αλκυλιούντες παράγοντες, μελέτες in vitro με κυτταρικές σειρές όγκων δείχνουν ότι τα διαιρούμενα κύτταρα είναι πιο ευαίσθητα στη Busulfan στην όψιμη φάση G1 και ότι η πρόοδος μέσω του κυτταρικού κύκλου μπλοκάρεται στη φάση G2. Τα καλλιεργημένα κύτταρα στη φάση S, η οποία περιλαμβάνει τη σύνθεση DNA, δεν επηρεάζονται τόσο πολύ επειδή τα συστήματα επιδιόρθωσης του DNA είναι ενεργά σε αυτό το στάδιο. Κλινικά, η Busulfan είναι κυτταροτοξική στους πολλαπλασιαζόμενους ιστούς, ιδιαίτερα στα κοκκιωτικά κύτταρα του μυελού των οστών.
biotech
PubChem
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
expand_more
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
Απορροφάται πλήρως από τον γαστρεντερικό σωλήνα. Η Busulfan είναι ένα μικρό, εξαιρετικά λιπόφιλο μόριο που διαπερνά τον αιματοεγκεφαλικό φραγμό. Η απόλυτη βιοδιαθεσιμότητα, εάν χορηγηθεί μία εφάπαξ ενδοφλέβια έγχυση 2 mg σε ενήλικες ασθενείς, είναι 80% ± 20%. Σε παιδιά (1,5 - 6 ετών), η απόλυτη βιοδιαθεσιμότητα ήταν 68% ± 31%. Όταν χορηγείται μία εφάπαξ από του στόματος δόση σε ασθενείς, η περιοχή κάτω από την καμπύλη (AUC) ήταν 130 ng•hr/mL. Η μέγιστη πλασματική συγκέντρωση όταν χορηγείται από του στόματος είναι 30 ng/mL (μετά από κανονικοποίηση της δόσης στα 2 mg). Χρειάζεται 0,9 ώρες για να επιτευχθεί η μέγιστη πλασματική συγκέντρωση μετά από κανονικοποίηση της δόσης στα 4 mg.
Μετά τη χορήγηση 14C-σημειωμένης Busulfan σε ανθρώπους, περίπου το 30% της ραδιενέργειας απεκκρίθηκε στα ούρα εντός 48 ωρών· ελάχιστες ποσότητες ανακτήθηκαν στα κόπρανα. Λιγότερο από το 2% της χορηγηθείσας δόσης απεκκρίνεται στα ούρα αμετάβλητο εντός 24 ωρών. Η απέκκριση της Busulfan είναι ανεξάρτητη από τη νεφρική λειτουργία.
2,52 ml/min/kg [Μετά από έγχυση δόσης 0,8 mg/kg κάθε έξι ώρες, για συνολικά 16 δόσεις σε τέσσερις ημέρες]
Η φαρμακοκινητική κατανομή της Busulfan διαφέρει σε παιδιά έναντι ενηλίκων. Η μέση βιοδιαθεσιμότητα της Busulfan είναι χαμηλότερη σε παιδιά έναντι ενηλίκων· η διατομική μεταβλητότητα στη βιοδιαθεσιμότητα για την από του στόματος Busulfan είναι μεγάλη, ιδιαίτερα σε παιδιά. Σε μια φαρμακοκινητική μελέτη σε παιδιά που έλαβαν ενδοφλέβια Busulfan (0,8 ή 1 mg/kg βάσει πραγματικού σωματικού βάρους), αναφέρθηκε εκτιμώμενος όγκος κατανομής 0,64 L/kg (με διατομική μεταβλητότητα 11%).
Η Busulfan, ένα μικρό και εξαιρετικά λιπόφιλο μόριο, διαπερνά εύκολα τον αιματοεγκεφαλικό φραγμό. Οι συγκεντρώσεις Busulfan στο εγκεφαλονωτιαίο υγρό (ΕΝΥ) είναι περίπου ίσες με τις ταυτόχρονες πλασματικές συγκεντρώσεις Busulfan. Δεν είναι γνωστό εάν το φάρμακο κατανέμεται στο γάλα.
Για ενήλικες που λαμβάνουν 2, 4 ή 6 mg Busulfan από του στόματος ως εφάπαξ δόση σε διαδοχικές ημέρες, το φάρμακο παρουσιάζει γραμμική κινητική τόσο για τη μέγιστη πλασματική συγκέντρωση όσο και για την περιοχή κάτω από την καμπύλη συγκέντρωσης-χρόνου (AUC)· παρατηρήθηκε μέση μέγιστη πλασματική συγκέντρωση (κανονικοποιημένη σε δόση 2 mg) περίπου 30 ng/mL. Σε μελέτη 12 ασθενών που έλαβαν εφάπαξ δόσεις Busulfan από του στόματος 4-8 mg, αναφέρθηκε μέση μέγιστη πλασματική συγκέντρωση (κανονικοποιημένη σε δόση 4 mg) περίπου 68 ng/mL· ο χρόνος για τη μέγιστη πλασματική συγκέντρωση ήταν περίπου 0,9 ώρες.
Η Busulfan απορροφάται γρήγορα και πλήρως από τον ΓΕΣ μετά από από του στόματος χορήγηση του φαρμάκου. Η επίδραση των τροφίμων στη βιοδιαθεσιμότητα της Busulfan δεν είναι γνωστή.
Για περισσότερα δεδομένα Απορρόφησης, Κατανομής και Απέκκρισης (Πλήρη) για τη BUSULFAN (11 συνολικά), παρακαλούμε επισκεφθείτε τη σελίδα καταγραφής HSDB.
water_drop
PubChem
Δέσμευση πρωτεϊνών
expand_more
Δέσμευση πρωτεϊνών
hub
PubChem
Μεταβολισμός
expand_more
Μεταβολισμός
Η Busulfan μεταβολίζεται εκτενώς στο ήπαρ. Η Busulfan μεταβολίζεται κυρίως μέσω σύζευξης με γλουταθειόνη, τόσο αυθόρμητα όσο και με κατάλυση από γλουταθειόνη S-τρανσφεράση (GST). Η GSTA1 είναι η κύρια ισομορφή GST που διευκολύνει τον μεταβολισμό της Busulfan. Άλλες ισομορφές GST που εμπλέκονται είναι οι GSTM1 και GSTP1. Έχουν ταυτοποιηθεί τουλάχιστον 12 μεταβολίτες, μεταξύ των οποίων η τετραϋδροθειοφαίνη, το 1,1-διοξείδιο της τετραϋδροθειοφαίνης, η σουλφολάνη και η 3-υδροξυ σουλφολάνη. Αυτοί οι μεταβολίτες δεν έχουν κυτταροτοξική δράση.
Μετά από IP ενέσεις 2:3-(14)C-Myleran σε αρουραίο, κουνέλι και ποντίκι, το 60% της ραδιενέργειας στα ούρα βρέθηκε με τη μορφή του 3-υδροξυ τετραϋδροθειοφαίνη-1,1-διοξειδίου, μιας σουλφόνης. Προτείνεται ότι in vivo η Myleran υφίσταται αντίδραση με κυστεΐνη ή μια κυστεϊνική ομάδα για να σχηματίσει έναν κυκλικό ιονιο σουλφονίου, ο οποίος με τη σειρά του υφίσταται διάσπαση προς την τετραϋδροθειοφαίνη, οξείδωση στο 1,1-διοξείδιο και βιολογική υδροξυλίωση στην 3-υδροξυ ένωση.
Στον αρουραίο και το ποντίκι, 50-60% μιας εφάπαξ δόσης Myleran-(35)S (10 mg/kg σωματικού βάρους) που χορηγήθηκε ενδοπεριτοναϊκά σε αραχιδέλαιο, απεκκρίθηκε εντός 24 έως 48 ωρών, κυρίως ως μεθανικό σουλφονικό οξύ· μια μικρή ποσότητα αμετάβλητης Myleran και δύο μη ταυτοποιημένα συστατικά ήταν παρόντα. Στο κουνέλι, το μεθανικό σουλφονικό οξύ ήταν ο μοναδικός μεταβολίτης που βρέθηκε στα ούρα.
Η μεταβολική πορεία της Busulfan έχει μελετηθεί σε αρουραίους και ανθρώπους χρησιμοποιώντας υλικά με σήμανση (14)C και (35)S. Στους ανθρώπους, όπως και στον αρουραίο, σχεδόν όλη η ραδιενέργεια της Busulfan με σήμανση (35)S απεκκρίνεται στα ούρα με τη μορφή (35)S-μεθανοσουλφονικού οξέος. /Αποδείχθηκε/ ότι ο σχηματισμός μεθανοσουλφονικού οξέος in vivo στον αρουραίο δεν οφείλεται σε απλή υδρόλυση της Busulfan σε 1,4-βουτανοδιόλη, καθώς μόνο περίπου 4% της 2,3-(14)C-Busulfan απεκκρίθηκε ως διοξείδιο του άνθρακα, ενώ η 2,3-(14)C-1,4-βουτανοδιόλη μετατράπηκε σχεδόν αποκλειστικά σε διοξείδιο του άνθρακα. Η κυρίαρχη αντίδραση της Busulfan στον αρουραίο είναι η αλκυλίωση των σουλφυδρυλικών ομάδων (ιδιαίτερα κυστεΐνης και ενώσεων που περιέχουν κυστεΐνη) για την παραγωγή ενός κυκλικού σουλφονικού ενώματος που είναι ο πρόδρομος του κύριου ουρικού μεταβολίτη του 4-ανθρακικού μέρους του μορίου, 3-υδροξυτετραϋδροθειοφαίνη-1,1-διοξειδίου. Αυτό έχει ονομαστεί δράση “απογύμνωσης θείου” της Busulfan και μπορεί να τροποποιήσει τη λειτουργία ορισμένων αμινοξέων, πεπτιδίων και πρωτεϊνών που περιέχουν θείο· εάν αυτή η δράση συμβάλλει σημαντικά στην κυτταροτοξικότητα της Busulfan είναι άγνωστο.
Η (14)C Busulfan χορηγήθηκε IP (15 mg/kg) σε 5 αρσενικούς Sprague-Dawley αρουραίους. Για 72 ώρες, η ουρική ανάκτηση (14)C ήταν περίπου 70% της συνολικής δόσης, ενώ η απέκκριση κοπράνων ήταν εντός του εύρους 1,5-2%. Το πρότυπο των ουρικών μεταβολιτών της Busulfan μελετήθηκε με HPLC σε συνδυασμό με ανίχνευση ραδιενέργειας των συγκεντρωμένων ούρων. Μπορούσαν να διαχωριστούν τουλάχιστον οκτώ ραδιενεργά κλάσματα. Τρεις κύριες κορυφές μεταβολιτών ταυτοποιήθηκαν με GC/MS και NMR φασματοσκοπία: 3-υδροξυ σουλφολάνη (39% της συνολικής ουρικής ραδιενέργειας), τετραϋδροθειοφαίνη 1-οξείδιο (20%) και σουλφολάνη (13%). Η Busulfan (6%) και η τετραϋδροφουράνιο (2%) ταυτοποιήθηκαν επίσης. Υποτέθηκε ένας γλουταθειονικός συζυγής ιονίου σουλφονίου ως άλλος μεταβολίτης, αλλά δεν απομονώθηκε επειδή ήταν πολύ ασταθής. Ωστόσο, παρατηρήθηκε μια άλλη ένωση. Αυτός ο μεταβολίτης συν-εκλούστηκε με το ιονιο σουλφονίου που προέκυψε από την αντίδραση της Busulfan με N-ακετυλ-L-κυστεΐνη και παρήγαγε τετραϋδροθειοφαίνη κατά την υδρόλυση. Τέλος, η Busulfan και οι τρεις κύριοι μεταβολίτες δοκιμάστηκαν για κυτταροτοξικότητα σε κινεζικά V79 κύτταρα κινέζικου ινδικού χοιριδίου in vitro. Η κυτταρική τοξικότητα προκλήθηκε μόνο από τη Busulfan, γεγονός που υποδεικνύει ότι η κυτταροτοξικότητα in vivo διαμεσολαβείται από την μητρική ένωση, όπως αναμενόταν.
Η Busulfan μεταβολίζεται εκτενώς στο ήπαρ. Η Busulfan μεταβολίζεται κυρίως μέσω σύζευξης με γλουταθειόνη, τόσο αυθόρμητα όσο και με κατάλυση από γλουταθειόνη S-τρανσφεράση (GST). Η GSTA1 είναι η κύρια ισομορφή GST που διευκολύνει τον μεταβολισμό της Busulfan. Άλλες ισομορφές GST που εμπλέκονται είναι οι GSTM1 και GSTP1. Έχουν ταυτοποιηθεί τουλάχιστον 12 μεταβολίτες, μεταξύ των οποίων η τετραϋδροθειοφαίνη, το 1,1-διοξείδιο της τετραϋδροθειοφαίνης, η σουλφολάνη και η 3-υδροξυ σουλφολάνη. Αυτοί οι μεταβολίτες δεν έχουν κυτταροτοξική δράση. Οδός Απέκκρισης: Μετά τη χορήγηση 14C-σημειωμένης Busulfan σε ανθρώπους, περίπου το 30% της ραδιενέργειας απεκκρίθηκε στα ούρα εντός 48 ωρών· ελάχιστες ποσότητες ανακτήθηκαν στα κόπρανα. Λιγότερο από το 2% της χορηγηθείσας δόσης απεκκρίνεται στα ούρα αμετάβλητο εντός 24 ωρών. Η απέκκριση της Busulfan είναι ανεξάρτητη από τη νεφρική λειτουργία. Χρόνος Ημιζωής: 2,6 ώρες
hourglass
PubChem
Ημίσεια ζωή
expand_more
Ημίσεια ζωή
Ο τερματικός χρόνος ημιζωής /σε παιδιά από < 6 μηνών έως 17 ετών/ κυμάνθηκε από 2,26 έως 2,52 ώρες.
Ο χρόνος ημιζωής απέκκρισης είναι περίπου 2,6 ώρες σε ενήλικες που λαμβάνουν Busulfan από το στόμα.
Μετά από ενδοφλέβια χορήγηση, ο μέσος χρόνος ημιζωής της Busulfan κυμάνθηκε από 2,83 ώρες έως 3,90 ώρες… . Η από του στόματος Busulfan είχε μέσο χρόνο ημιζωής 3,87 ώρες.
category
PubChem
MeSH classification
expand_more
MeSH classification
- Εξαιρετικά δραστικές χημικές ουσίες που εισάγουν αλκυλο- ρίζες σε βιολογικά ενεργά μόρια και εμποδίζουν έτσι την ορθή λειτουργία τους. Πολλές χρησιμοποιούνται ως αντικαρκινικοί παράγοντες, αλλά οι περισσότερες είναι πολύ τοξικές, με καρκινογόνες, μεταλλαξιογόνες, τερατογόνες και ανοσοκατασταλτικές δράσεις. Έχουν επίσης χρησιμοποιηθεί ως συστατικά σε αέρια δηλητηρίου.
- Παράγοντες που καταστέλλουν την ανοσολογική λειτουργία με έναν από τους διάφορους μηχανισμούς δράσης. Κλασικοί κυτταροτοξικοί ανοσοκατασταλτικοί παράγοντες δρουν αναστέλλοντας τη σύνθεση DNA. Άλλοι μπορεί να δρουν μέσω ενεργοποίησης Τ-ΚΥΤΤΑΡΩΝ ή αναστέλλοντας την ενεργοποίηση ΒΟΗΘΗΤΙΚΩΝ ΚΥΤΤΑΡΩΝ. Ενώ η ανοσοκαταστολή έχει επιτευχθεί στο παρελθόν κυρίως για την πρόληψη της απόρριψης μεταμοσχευμένων οργάνων, αναδύονται νέες εφαρμογές που περιλαμβάνουν τη διαμεσολάβηση των επιδράσεων των ΙΝΤΕΡΛΕΥΚΙΝΩΝ και άλλων ΚΥΤΟΚΙΝΩΝ.
- Μια κατηγορία φαρμάκων που διαφέρει από άλλους αλκυλιούντες παράγοντες που χρησιμοποιούνται κλινικά στο ότι είναι μονολειτουργικά και έτσι ανίκανα να διασυνδέσουν μακρομόρια των κυττάρων. Μεταξύ των κοινών τους ιδιοτήτων είναι η απαίτηση για μεταβολική ενεργοποίηση σε ενδιάμεσα με αντικαρκινική δράση και η παρουσία στη χημική τους δομή ομάδων N-μεθυλίου, οι οποίες μετά τον μεταβολισμό, μπορούν να τροποποιήσουν ομοιοπολικά το κυτταρικό DNA. Οι ακριβείς μηχανισμοί με τους οποίους καθένα από αυτά τα φάρμακα σκοτώνει τα καρκινικά κύτταρα δεν είναι πλήρως κατανοητοί. (Από AMA, Drug Evaluations Annual, 1994, p2026)
- Παράγοντες που καταστρέφουν τη δραστηριότητα του μυελού των οστών. Χρησιμοποιούνται για την προετοιμασία ασθενών για ΜΕΤΑΜΟΣΧΕΥΣΗ ΜΥΕΛΟΥ ΟΣΤΩΝ ή ΜΕΤΑΜΟΣΧΕΥΣΗ ΒΛΑΣΤΟΚΥΤΤΑΡΩΝ.
fact_check
PubChem
FDA classification
expand_more
FDA classification
G1LN9045DK
BUSULFAN
Μηχανισμοί Δράσης [MoA] - Αλκυλιωτική Δράση
Καθιερωμένη Φαρμακολογική Κατηγορία [EPC] - Αλκυλιωτικό Φάρμακο
Η BUSULFAN είναι ένα Αλκυλιωτικό Φάρμακο. Ο μηχανισμός δράσης της BUSULFAN είναι ως Αλκυλιωτική Δράση.
BUSULFAN
Αλκυλιωτικό Φάρμακο [EPC]; Αλκυλιωτική Δράση [MoA]
Ημίσεια ζωή
Δέσμευση πρωτεϊνών
Απέκκριση
Επιστημονικό Προφίλ
expand_more
- Εξαιρετικά δραστικές χημικές ουσίες που εισάγουν αλκυλο- ρίζες σε βιολογικά ενεργά μόρια και εμποδίζουν έτσι την ορθή λειτουργία τους. Πολλές χρησιμοποιούνται ως αντικαρκινικοί παράγοντες, αλλά οι περισσότερες είναι πολύ τοξικές, με καρκινογόνες, μεταλλαξιογόνες, τερατογόνες και ανοσοκατασταλτικές δράσεις. Έχουν επίσης χρησιμοποιηθεί ως συστατικά σε αέρια δηλητηρίου.
- Παράγοντες που καταστέλλουν την ανοσολογική λειτουργία με έναν από τους διάφορους μηχανισμούς δράσης. Κλασικοί κυτταροτοξικοί ανοσοκατασταλτικοί παράγοντες δρουν αναστέλλοντας τη σύνθεση DNA. Άλλοι μπορεί να δρουν μέσω ενεργοποίησης Τ-ΚΥΤΤΑΡΩΝ ή αναστέλλοντας την ενεργοποίηση ΒΟΗΘΗΤΙΚΩΝ ΚΥΤΤΑΡΩΝ. Ενώ η ανοσοκαταστολή έχει επιτευχθεί στο παρελθόν κυρίως για την πρόληψη της απόρριψης μεταμοσχευμένων οργάνων, αναδύονται νέες εφαρμογές που περιλαμβάνουν τη διαμεσολάβηση των επιδράσεων των ΙΝΤΕΡΛΕΥΚΙΝΩΝ και άλλων ΚΥΤΟΚΙΝΩΝ.
- Μια κατηγορία φαρμάκων που διαφέρει από άλλους αλκυλιούντες παράγοντες που χρησιμοποιούνται κλινικά στο ότι είναι μονολειτουργικά και έτσι ανίκανα να διασυνδέσουν μακρομόρια των κυττάρων. Μεταξύ των κοινών τους ιδιοτήτων είναι η απαίτηση για μεταβολική ενεργοποίηση σε ενδιάμεσα με αντικαρκινική δράση και η παρουσία στη χημική τους δομή ομάδων N-μεθυλίου, οι οποίες μετά τον μεταβολισμό, μπορούν να τροποποιήσουν ομοιοπολικά το κυτταρικό DNA. Οι ακριβείς μηχανισμοί με τους οποίους καθένα από αυτά τα φάρμακα σκοτώνει τα καρκινικά κύτταρα δεν είναι πλήρως κατανοητοί. (Από AMA, Drug Evaluations Annual, 1994, p2026)
- Παράγοντες που καταστρέφουν τη δραστηριότητα του μυελού των οστών. Χρησιμοποιούνται για την προετοιμασία ασθενών για ΜΕΤΑΜΟΣΧΕΥΣΗ ΜΥΕΛΟΥ ΟΣΤΩΝ ή ΜΕΤΑΜΟΣΧΕΥΣΗ ΒΛΑΣΤΟΚΥΤΤΑΡΩΝ.