CHLORPROMAZINE
Χλωροπρομαζίνη
Oνομάζονται και μείζονα ηρεμιστικά και περιλαμβάνουν τα κλασικά αντιψυχωσικά ή νευροληπτικά και τα άτυπα αντιψυχωσικά. Στην πρώτη κατηγορία ανήκουν κυρίως τα παράγωγα της φαινοθειαζίνης (αλειφατικά, πιπεριδινικά, πιπεραζινικά), της βουτυροφαινόνης και του θειοξανθενίου. Στη …
Εμπορικά Ονόματα
Κλινική Σύνοψη
Προτεραιότητα πηγών: SPC, ΕΟΦ, DrugBank
clinical_notes
DrugBank
Ενδείξεις
expand_more
Ενδείξεις
medication
SPC-ZULEDINE
Δοσολογία
expand_more
Δοσολογία
- Οδός: Ενδομυϊκή, ενδοφλέβια
- Χορήγηση: Μετά την ένεση ο ασθενής πρέπει να παραμείνει σε ύπτια θέση, τουλάχιστον μισή ώρα.
- Δόση έναρξης: 25 mg
- Τιτλοποίηση: Δεν αναφέρεται
-
Ενήλικες25-50 mg που επαναλαμβάνονται όπως χρειάζεται για ψυχωσικές καταστάσεις.
-
Παιδιά 1-5 ετώνΔόση0,5 mg/kg BΣΜέγ. δόση40mg ημερησίωςκάθε 6-8 ώρες για ψυχωσικές καταστάσεις.
-
Παιδιά 6-12 ετώνΔόση0,5 mg/kg BΣΜέγ. δόση75mg ημερησίωςκάθε 6-8 ώρες για ψυχωσικές καταστάσεις.
-
ΕνήλικεςΔόσηαρχικά 25 mg. Αν δεν προκληθεί υπόταση, η χορήγηση συνεχίζεται με 25-50mg κάθε 3-4 ώρεςγια ναυτία και έμετους. Ακολουθεί χορήγηση από το στόμα.
-
Παιδιά 2-5 ετώνΔόση0,5 mg/kg BΣΜέγ. δόση30mg ημερησίωςκάθε 6-8 ώρες για ναυτία και έμετους.
-
Παιδιά 6-12 ετώνΔόση0,5 mg/kg BΣΜέγ. δόση75mg ημερησίωςκάθε 6-8 ώρες για ναυτία και έμετους.
-
ΕνήλικεςΔόση25 έως 50 mg ενδομυϊκώςγια επίμονο λύγγα. Εάν δεν υπάρξει ανταπόκριση 25 έως 50 mg διαλυμένα σε 500 κ.εκ. φυσιολογικού ορού σε αργή ενδοφλέβια έγχυση και με τον ασθενή σε ύπτια θέση και υπό παρακολούθηση.
-
ΕνήλικεςΔόση25 έως 50 mgκάθε 6-8 ώρες για προκλητή υποθερμία.
-
Παιδιά 1-12 ετώνΔόση0,5 - 1 mg/kg Β.Σ.κάθε 4-6 ώρες για προκλητή υποθερμία.
-
ΕνήλικεςΔόση25-50 mg1έως 2 ώρες πριν την επέμβαση (προεγχειρητικώς).
-
Παιδιά 1-12 ετώνΔόση0,5 mg/kg Β.Σ.1 έως 2 ώρες πριν την επέμβαση (προεγχειρητικώς).
-
ΕνήλικεςΔόση25 mgκάθε 6 έως 8 ώρες έως ότου ελεγχθεί ο τρόμος για οξεία διαλείπουσα πορφυρία.
block
SPC-ZULEDINE
Αντενδείξεις
expand_more
Αντενδείξεις
-
Υπερευαισθησία στις φαινοθειαζίνες
-
Καταστολή του μυελού των οστών
-
Κωματώδεις καταστάσεις
-
Φαιοχρωμοκύττωμα
warning
SPC-ZULEDINE
Προειδοποιήσεις
expand_more
Προειδοποιήσεις
-
Γενικές προφυλάξειςΠληθυσμόςαλλεργικά άτομα, ασθενείς με καρδιαγγειακές παθήσεις, γλαύκωμα, επιληψία, χρόνιες αναπνευστικές παθήσεις, οξεία λοίμωξη του αναπνευστικού συστήματος, νευροπάθεια, νόσο του Parkinson, υπερτροφία προστάτηΙδιαίτερη προσοχή και παρακολούθηση
-
Νεφρική και ηπατική ανεπάρκειαΠληθυσμόςΑσθενείς με νεφρική και ηπατική ανεπάρκειαοι δόσεις πρέπει να είναι μειωμένες λόγω κινδύνου υπερδοσολογίας
-
Ηλικιωμένοι και παιδιάΠληθυσμόςΥπερήλικες ασθενείς, παιδιάΣυνιστώνται μικρότερες δόσεις λόγω υπερευαισθησίας (καταστολή και υπόταση) στους υπερήλικες.
-
Σοβαρές καρδιαγγειακές παθήσειςΠληθυσμόςΑσθενείς με σοβαρές καρδιαγγειακές παθήσειςΛόγω αιμοδυναμικών μεταβολών και ιδιαιτέρως του κινδύνου εμφάνισης υπότασης.
-
Έκθεση σε υψηλές θερμοκρασίεςΠληθυσμόςΆτομα εκτεθειμένα σε υψηλές θερμοκρασίες
-
ΘυρεοτοξίκωσηΠληθυσμόςΑσθενείς με θυρεοτοξίκωσηΜπορεί να προκληθούν έντονα συμπτώματα από το ΚΝΣ.
-
Σύνδρομο ReyeΠληθυσμόςΠαιδιά ή έφηβοι με υποψία συνδρόμου ReyeΗ χρήση του πρέπει να αποφεύγεται επειδή οι δράσεις του ZULEDINE μπορούν να καλύψουν τα συμπτώματα του συνδρόμου.
-
Ακαθισία ή όψιμη δυσκινησίαΠληθυσμόςΗλικιωμένες γυναίκες (πιο συχνά)Η χρόνια χορήγηση πρέπει να περιορίζεται σε ασθενείς με χρόνια πάθηση που ανταποκρίνεται στα νευροληπτικά και για την οποία δεν υπάρχει άλλη εξ ίσου αποτελεσματική και πιο ασφαλής εναλλακτική θεραπεία. Οι ασθενείς αυτοί πρέπει να παρακολουθούνται τακτικά, να τους χορηγείται η μικρότερη αποτελεσματική δόση και αν εμφανίσουν συμπτώματα δυσκινησίας να διακόπτεται, εφ’ όσον είναι δυνατόν, η χορήγηση. Η χορήγηση αντιχολινεργικών βελτιώνει τα συμπτώματα της πρώιμης δυσκινησίας και της υπερτονίας, αντενδείκνυνται όμως στην όψιμη δυσκινησία.
-
Κακοήθες νευροληπτικό σύνδρομοΗ διάγνωση του πρέπει να διαφοροποιείται με προσοχή από άλλες καταστάσεις, όπως οι λοιμώξεις, η εξωπυραμιδική συνδρομή, η αντιχολινεργική τοξικότητα, η θερμοπληξία και οι παθήσεις του ΚΝΣ. Η αντιμετώπισή του απαιτεί διακοπή της χορήγησης του ZULEDINE και των άλλων συναφών φαρμάκων, εντατική αντιμετώπιση των συμπτωμάτων και τυχόν συμπαρομαρτυρούσης καταστάσεως. Η συνδυασμένη χορήγηση δανδρολενίου και βρωμοκρυπτίνης μπορεί να βοηθήσει στην αντιμετώπιση της υπερθερμίας και της υπερτονίας.
-
Διακοπή θεραπείαςΠρέπει να αποφεύγεται η απότομη διακοπή ιδίως των μεγάλων δόσεων γιατί μπορεί να εμφανισθούν σημεία σωματικής εξαρτήσεως.
-
ΈκδοχαΟι φύσιγγες υδροχλωρικής χλωροπρομαζίνης περιέχουν θειώδη άλατα (sodium metabisulfite και sodium sulfite) που μπορεί να προκαλέσουν αλλεργικές αντιδράσεις, όπως αναφυλακτικά συμπτώματα και απειλητικά για τη ζωή ή λιγότερο σοβαρά ασθματικά επεισόδια, σε ορισμένα ευαίσθητα άτομα. Οι ασθματικοί ασθενείς είναι περισσότερο ευαίσθητοι απ’ ό,τι οι μη ασθματικοί.
swap_horiz
SPC-ZULEDINE
Αλληλεπιδράσεις
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
-
αλκοόλαντένδειξηη κατασταλτική επίδραση του ZULEDINE αυξάνεται συνεργικά με την ταυτόχρονη λήψη αλκοόλ. Οι μεταβολές που επιφέρει στην εγρήγορση μπορεί να επηρεάσουν την οδήγηση οχημάτων και τη χρήση μηχανημάτων.
-
αντένδειξηΑμοιβαίος ανταγωνισμός ανάμεσα στη δράση του levodopa και των νευροληπτικών. Σε περίπτωση αγωγής με νευροληπτικά η αντιμετώπιση του εξωπυραμιδικού συνδρόμου δεν πρέπει να γίνεται με levodopa λόγω αναστολής και απώλειας δράσεως των νευροληπτικών. Στους παρκινσονικούς ασθενείς οι οποίοι υποβάλλονται σε θεραπεία με levodopa, σε περίπτωση που απαιτείται η χορήγηση νευροληπτικών πρέπει κατά προτίμηση να χορηγούνται εκείνα τα νευροληπτικά που προκαλούν τα λιγότερα συμπτώματα εξωπυραμιδικού τύπου, όπως η χλωροπρομαζίνη και η levomepromazine.
-
αντένδειξηΑναστολή της αντιυπερτασικής δράσης.
-
Αντιυπερτασικά και διουρητικάπροσοχήΑθροιστική συνεργεία και κίνδυνος ορθοστατικής υπότασης.
-
Άλλα κατασταλτικά του κεντρικού νευρικού συστήματος (παράγωγα της μορφίνης, αντιισταμινικά, βαρβιτουρικά, βενζοδιαζεπίνες, αναισθητικά)προσοχήΑυξημένη κεντρική κατασταλτική επίδραση με σημαντικές συνέπειες, ιδιαίτερα στην περίπτωση οδήγησης αυτοκινήτου ή χρήσης μηχανημάτων.
-
Τρικυκλικά αντικαταθλιπτικά, αντιχολινεργικά αντιπακινσονικά, ατροπινικά αντισπασμωδικά, αντιισταμινικά, disopyramideπροσοχήΑύξηση των ανεπιθύμητων ενεργειών τύπου ατροπίνης (κατακράτηση ούρων, δυσκοιλιότητα, ξηροστομία) και αύξηση των ανεπιθύμητων ενεργειών από το ΚΝΣ (σύγχυση, οργανικό ψυχοσύνδρομο).
-
προσοχήΑυξάνονται τα επίπεδα στο αίμα και κατά συνέπεια και η δράση των δύο φαρμάκων.
-
Cartopril, enalaprilπροσοχήΑυξημένη αντιυπερτασική δράση με κίνδυνο εμφάνισης ορθοστατικής υπότασης (αθροιστική ενέργεια).
-
προσοχήΑύξηση του κινδύνου εμφάνισης εξωπυραμιδικών εκδηλώσεων.
-
προσοχήΑυξάνουν τον κίνδυνο εμφάνισης καρδιακών αρρυθμιών.
-
από του στόματος αντιπηκτικάπροσοχήΤο ZULEDINE μειώνει τη δράση τους.
-
αντιεπιληπτικάπροσοχήΠιθανόν να απαιτήσει αναπροσαρμογή της δόσης των τελευταίων.
-
άλατα λιθίουπροσοχήΑυξάνει τον κίνδυνο εμφάνισης εγκεφαλοπάθειας.
sick
SPC-ZULEDINE
Ανεπιθύμητες ενέργειες
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
- Υπνηλία
- λήθαργος
- απάθεια
- κατάθλιψη
- παραλήρημα
- επιθετικότητα
- αϋπνία
- σύγχυση
- εξωπυραμιδικά σύνδρομα (δυστονικές αντιδράσεις, παρκινσονισμός, ακαθησία, όψιμη δυσκινησία)
- διαταραχές της θερμορρύθμισης (υποθερμία, πυρετός, υπερπυρεξία, κακοήθες νευροληπτικό σύνδρομο)
- επιληπτικές κρίσεις
- εγκεφαλικό οίδημα
- ζάλη
- ίλιγγος
- ορθοστατική υπόταση
- υποτασικές κρίσεις
- διαταραχές του καρδιακού ρυθμού (ταχυκαρδία, βραδυκαρδία)
- ΗΚΓραφικές ανωμαλίες
- Περιφερικό οίδημα
- Ξηρότητα στόματος
- δυσκοιλιότητα (μπορεί να οδηγήσει σε ειλεό)
- διαταραχές της οπτικής προσαρμογής
- συμφόρηση του ρινικού βλεννογόνου
- κατακράτηση ούρων
- Υπερπρολακτιναιμία
- μεταβολές της libido
- αδυναμία της εκσπερμάτωσης
- διόγκωση μαστών
- γαλακτόρροια
- διαταραχές της εμμηνορρυσίας
- αμηνόροια
- ψευδώς θετικό τεστ εγκυμοσύνης στα ούρα
- υπογλυκαιμία
- υπεργλυκαιμία
- γλυκοζουρία
- αύξηση του σωματικού βάρους
- ίκτερος (ενδοηπατική χολόσταση)
- αντιδράσεις φωτοευσθησίας
- δερματίτιδες
- πολύμορφο ερύθημα
- σύνδρομο ομοιάζον με συστηματικό ερυθηματώδη λύκο
- Ακοκκιοκυτταραιμία
- θρομβοπενία
- αιμολυτική αναιμία
- πενκυττοπενία
- μελάχρωση του αμφιβληστροειδούς
- μελάχρωση του κερατοειδούς
- μελάχρωση των φακών
- μελάχρωση του δέρματος
Λεπτομέρειες κατά συχνότητα expand_more
-
Μη γνωστέςΥπνηλία
-
Μη γνωστέςλήθαργος
-
Μη γνωστέςαπάθεια
-
Μη γνωστέςκατάθλιψη
-
Μη γνωστέςπαραλήρημα
-
Μη γνωστέςεπιθετικότητα
-
Μη γνωστέςαϋπνία
-
Μη γνωστέςσύγχυση
-
Μη γνωστέςεξωπυραμιδικά σύνδρομα (δυστονικές αντιδράσεις, παρκινσονισμός, ακαθησία, όψιμη δυσκινησία)
-
Μη γνωστέςδιαταραχές της θερμορρύθμισης (υποθερμία, πυρετός, υπερπυρεξία, κακοήθες νευροληπτικό σύνδρομο)
-
Μη γνωστέςεπιληπτικές κρίσεις
-
Μη γνωστέςεγκεφαλικό οίδημα
-
Μη γνωστέςορθοστατική υπόταση
-
Μη γνωστέςυποτασικές κρίσεις
-
Μη γνωστέςδιαταραχές του καρδιακού ρυθμού (ταχυκαρδία, βραδυκαρδία)
-
Μη γνωστέςΗΚΓραφικές ανωμαλίες
-
Μη γνωστέςΞηρότητα στόματος
-
Μη γνωστέςδυσκοιλιότητα (μπορεί να οδηγήσει σε ειλεό)
-
Μη γνωστέςδιαταραχές της οπτικής προσαρμογής
-
Μη γνωστέςσυμφόρηση του ρινικού βλεννογόνου
-
Μη γνωστέςκατακράτηση ούρων
-
Μη γνωστέςΥπερπρολακτιναιμία
-
Μη γνωστέςμεταβολές της libido
-
Μη γνωστέςαδυναμία της εκσπερμάτωσης
-
Μη γνωστέςδιόγκωση μαστών
-
Μη γνωστέςγαλακτόρροια
-
Μη γνωστέςδιαταραχές της εμμηνορρυσίας
-
Μη γνωστέςαμηνόροια
-
Μη γνωστέςψευδώς θετικό τεστ εγκυμοσύνης στα ούρα
-
Μη γνωστέςυπογλυκαιμία
-
Μη γνωστέςυπεργλυκαιμία
-
Μη γνωστέςγλυκοζουρία
-
Μη γνωστέςαύξηση του σωματικού βάρους
-
Μη γνωστέςίκτερος (ενδοηπατική χολόσταση)
-
Μη γνωστέςαντιδράσεις φωτοευσθησίας
-
Μη γνωστέςδερματίτιδες
-
Μη γνωστέςπολύμορφο ερύθημα
-
Μη γνωστέςσύνδρομο ομοιάζον με συστηματικό ερυθηματώδη λύκο
-
Λιγότερο από 0,01%Ακοκκιοκυτταραιμία
-
Σπανιότεραθρομβοπενία
-
Σπανιότερααιμολυτική αναιμία
-
Σπανιότεραπενκυττοπενία
-
Μη γνωστέςΠεριφερικό οίδημα
-
Μη γνωστέςζάλη
-
Μη γνωστέςίλιγγος
-
Μη γνωστέςμελάχρωση του δέρματος, του αμφιβληστροειδούς, του κερατοειδούς και των φακών
pregnant_woman
SPC-ZULEDINE
Κύηση / γαλουχία
Επίπεδο κινδύνου: Με προσοχή
expand_more
Κύηση / γαλουχία
-
ΚύησηΜε προσοχήΗ ασφάλεια του ZULEDINE στη εγκυμοσύνη δεν είναι βεβαιωμένη. Χορηγείται κατά την εγκυμοσύνη μόνο εάν κρίνεται απαραίτητο και αναντικατάστατο και εφ’όσον η αναμενόμενη ωφέλεια αντισταθμίζει τους πιθανούς κινδύνους για το έμβρυο. Η χορήγηση του κατά το τέλος της κυήσεως μπορεί να αποβεί τοξική για το νεογνό και έχουν αναφερθεί περιπτώσεις ίκτερου, εξωπυραμιδικών συμπτωμάτων και διαταραχών των αντανακλαστικών σε νεογνά των οποίων οι μητέρες ελάμβαναν χλωρπρομαζίνη. Μελέτες αναπαραγωγής σε τρωκτικά έχουν δείξει την δυνατότητα της χλωρπρομαζίνης για εμβρυοτοξικότητα και αύξηση της νεογνικής θνησιμότητας.
-
ΓαλουχίαΑντενδείκνυταιH χορήγηση του φαρμάκου αντενδείκνυται κατά τη γαλουχία διότι η chlorpromazine εκκρίνεται στο μητρικό γάλα.
neurology
DrugBank
Μηχανισμός δράσης
expand_more
Μηχανισμός δράσης
monitor_heart
SPC-ZULEDINE
Φαρμακοδυναμική
expand_more
Φαρμακοδυναμική
biotech
SPC-ZULEDINE
Φαρμακοκινητική
expand_more
Φαρμακοκινητική
hub
PubChem
Μεταβολισμός
expand_more
Μεταβολισμός
bloodtype
PubChem
Απέκκριση
expand_more
Απέκκριση
Σκευάσματα & Τιμολόγηση
Μονογραφίες Πηγών
Αναλυτικό περιεχόμενο ανά πηγή για τεκμηρίωση και έλεγχο
medication
Δοσολογία
SPC-ZULEDINE
expand_more
Δοσολογία
Τρόπος χορήγησης: Χορηγείται με βαθειά και αργή ενδομυϊκή ένεση. Δεν πρέπει να χορηγείται υποδορίως. Αν κριθεί απαραίτητο μπορεί, κατάλληλα αραιωμένο με φυσιολογικό ορό, να χορηγηθεί αργά με ενδοφλέβια έγχυση. Μετά την ένεση ο ασθενής πρέπει να παραμείνει σε ύπτια θέση, τουλάχιστον μισή ώρα, επειδή μπορεί να προκληθεί υπόταση. Η ενδομυϊκή ένεση είναι επώδυνη και μπορεί να προκαλέσει την ανάπτυξη οζιδίων. Εάν υπάρξει ζήτημα τοπικού ερεθισμού, το ενέσιμο διάλυμα μπορεί να αραιωθεί με φυσιολογικό ορό ή με procaine 2%.
Σε ψυχωσικές καταστάσεις:
Ενήλικες: 25-50 mg που επαναλαμβάνονται όπως χρειάζεται. Παιδιά 1-5 ετών: 0,5 mg/kg BΣ κάθε 6-8 ώρες, μέγιστη δόση 40mg ημερησίως. Παιδιά 6-12 ετών: 0,5 mg/kg BΣ κάθε 6-8 ώρες, μέγιστη δόση 75mg ημερησίως.
Ναυτία και Έμετοι:
Ενήλικες: αρχικά 25 mg. Αν δεν προκληθεί υπόταση, η χορήγηση συνεχίζεται με 25-50mg κάθε 3-4 ώρες μέχρι να σταματήσει ο έμετος. Ακολουθεί χορήγηση από το στόμα. Παιδιά 2-5 ετών: 0,5 mg/kg BΣ κάθε 6-8 ώρες και μέχρι 30mg ημερησίως. Παιδιά 6-12 ετών: 0,5 mg/kg BΣ κάθε 6-8 ώρες και μέχρι 75mg ημερησίως.
Επίμονος λύγγας:
Χορηγούνται 25 έως 50 mg ενδομυϊκώς και εάν δεν υπάρξει ανταπόκριση 25 έως 50 mg διαλυμένα σε 500 κ.εκ. φυσιολογικού ορού σε αργή ενδοφλέβια έγχυση και με τον ασθενή σε ύπτια θέση και υπό παρακολούθηση.
Προκλητή υποθερμία:
Χορηγούνται 25 έως 50 mg κάθε 6-8 ώρες.
Παιδιά 1-12 ετών:
αρχικώς 0,5 - 1 mg/kg Β.Σ. κάθε 4-6 ώρες.
Προεγχειρητικώς:
25-50 mg 1έως 2 ώρες πριν την επέμβαση
Παιδιά 1-12 ετών:
0,5 mg/kg Β.Σ. 1 έως 2 ώρες πριν την επέμβαση
Οξεία διαλείπουσα πορφυρία:
25 mg κάθε 6 έως 8 ώρες έως ότου ελεγχθεί ο τρόμος.
block
Αντενδείξεις
SPC-ZULEDINE
expand_more
Αντενδείξεις
- Υπερευαισθησία στις φαινοθειαζίνες
- Καταστολή του μυελού των οστών
- Κωματώδεις καταστάσεις
- Φαιοχρωμοκύττωμα
warning
Προειδοποιήσεις
SPC-ZULEDINE
expand_more
Προειδοποιήσεις
Ιδιαίτερη προσοχή και παρακολούθηση πρέπει να εξασκείται κατά τη χορήγηση του ZULEDINE σε αλλεργικά άτομα, σε ασθενείς με καρδιαγγειακές παθήσεις, γλαύκωμα, επιληψία, χρόνιες αναπνευστικές παθήσεις, οξεία λοίμωξη του αναπνευστικού συστήματος, νευροπάθεια, νόσο του Parkinson, υπερτροφία προστάτη.
Ιδιαίτερες προφυλάξεις απαιτούνται:
- σε ασθενείς με νεφρική και ηπατική ανεπάρκεια, επειδή υπάρχει κίνδυνος υπερδοσολογίας οι δόσεις πρέπει να είναι μειωμένες.
- σε υπερήλικες ασθενείς λόγω της σημαντικής τους υπερευαισθησίας (καταστολή και υπόταση). Στους υπερήλικες καθώς και στα παιδιά συνιστώνται μικρότερες δόσεις.
- σε σοβαρές καρδιαγγειακές παθήσεις λόγω αιμοδυναμικών μεταβολών και ιδιαιτέρως του κινδύνου εμφάνισης υπότασης.
- σε άτομα εκτεθειμένα σε υψηλές θερμοκρασίες
- σε ασθενείς με θυρεοτοξίκωση επειδή μπορεί να προκληθούν έντονα συμπτώματα από το ΚΝΣ.
Συνιστάται τακτική οφθαλμολογική και αιματολογική παρακολούθηση στις περιπτώσεις χρόνιας αγωγής. Επίσης κατά τη διάρκεια της αγωγής συστήνεται η αποφυγή της λήψεως οινοπνεύματος και μυελοτοξικών φαρμάκων που μπορεί να περιορίσουν την παραγωγή λευκοκυττάρων.
Επειδή οι δράσεις του ZULEDINE μπορούν να καλύψουν τα συμπτώματα του συνδρόμου Reye, η χρήση του πρέπει να αποφεύγεται σε περιπτώσεις παιδιών ή εφήβων στα οποία υπάρχει η υποψία του συνδρόμου αυτού.
Η λήψη του ZULEDINE μπορεί να οδηγήσει σε εμφάνιση ακαθισίας ή όψιμης δυσκινησίας, που συνήθως εμφανίζονται μετά από παρατεταμένη χρήση και πιο συχνά σε ηλικιωμένες γυναίκες. Η χρόνια χορήγηση του ZULEDINE πρέπει να περιορίζεται σε ασθενείς με χρόνια πάθηση η οποία ανταποκρίνεται στα νευροληπτικά και για την οποία δεν υπάρχει άλλη εξ ίσου αποτελεσματική και πιο ασφαλής εναλλακτική θεραπεία. Οι ασθενείς αυτοί πρέπει να παρακολουθούνται τακτικά, να τους χορηγείται η μικρότερη αποτελεσματική δόση και αν εμφανίσουν συμπτώματα δυσκινησίας να διακόπτεται, εφ’όσον είναι δυνατόν, η χορήγηση. Η χορήγηση αντιχολινεργικών βελτιώνει τα συμπτώματα της πρώιμης δυσκινησίας και της υπερτονίας, αντενδείκνυνται όμως στην όψιμη δυσκινησία.
Το κακοήθες νευροληπτικό σύνδρομο εκδηλώνεται με υπερπυρεξία, μυϊκή υπερτονία, διαταραχές συνειδήσεως, διαταραχές του καρδιακού ρυθμού και της αρτηριακής πίεσης και μπορεί να έχει θανατηφόρα κατάληξη. Η διάγνωση του πρέπει να διαφοροποιείται με προσοχή από άλλες καταστάσεις, όπως οι λοιμώξεις, η εξωπυραμιδική συνδρομή, η αντιχολινεργική τοξικότητα, η θερμοπληξία και οι παθήσεις του ΚΝΣ. Η αντιμετώπισή του απαιτεί διακοπή της χορήγησης του ZULEDINE και των άλλων συναφών φαρμάκων, εντατική αντιμετώπιση των συμπτωμάτων και τυχόν συμπαρομαρτυρούσης καταστάσεως. Η συνδυασμένη χορήγηση δανδρολενίου και βρωμοκρυπτίνης μπορεί να βοηθήσει στην αντιμετώπιση της υπερθερμίας και της υπερτονίας.
Παρά το ότι το ZULEDINE δεν προκαλεί εθισμό και εξάρτηση πρέπει να αποφεύγεται η απότομη διακοπή ιδίως των μεγάλων δόσεων γιατί μπορεί να εμφανισθούν σημεία σωματικής εξαρτήσεως.
Οι φύσιγγες υδροχλωρικής χλωροπρομαζίνης περιέχουν θειώδη άλατα (sodium metabisulfite και sodium sulfite) που μπορεί να προκαλέσουν αλλεργικές αντιδράσεις, όπως αναφυλακτικά συμπτώματα και απειλητικά για τη ζωή ή λιγότερο σοβαρά ασθματικά επεισόδια, σε ορισμένα ευαίσθητα άτομα. Οι ασθματικοί ασθενείς είναι περισσότερο ευαίσθητοι απ’ ό,τι οι μη ασθματικοί.
swap_horiz
Αλληλεπιδράσεις
SPC-ZULEDINE
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
Συνδυασμοί που αντενδείκνυνται:
- αλκοόλ: η κατασταλτική επίδραση του ZULEDINE αυξάνεται συνεργικά με την ταυτόχρονη λήψη αλκοόλ. Οι μεταβολές που επιφέρει στην εγρήγορση μπορεί να επηρεάσουν την οδήγηση οχημάτων και τη χρήση μηχανημάτων.
- Levodopa: υπάρχει αμοιβαίος ανταγωνισμός ανάμεσα στη δράση του levodopa και των νευροληπτικών. Σε περίπτωση αγωγής με νευροληπτικά η αντιμετώπιση του εξωπυραμιδικού συνδρόμου δεν πρέπει να γίνεται με levodopa λόγω αναστολής και απώλειας δράσεως των νευροληπτικών. Στους παρκινσονικούς ασθενείς οι οποίοι υποβάλλονται σε θεραπεία με levodopa, σε περίπτωση που απαιτείται η χορήγηση νευροληπτικών πρέπει κατά προτίμηση να χορηγούνται εκείνα τα νευροληπτικά που προκαλούν τα λιγότερα συμπτώματα εξωπυραμιδικού τύπου, όπως η χλωροπρομαζίνη και η levomepromazine.
- Guanethidine, κλονιδίνη και α-μεθυλντόπα: αναστολή της αντιυπερτασικής δράσης.
Συνδυασμοί που πρέπει να λαμβάνονται υπ’όψιν:
- Αντιυπερτασικά: η ταυτόχρονη χορήγηση του ZULEDINE με αντιυπερτασικά και διουρητικά οδηγεί σε αθροιστική συνεργεία και υπάρχει κίνδυνος ορθοστατικής υπότασης.
- Άλλα κατασταλτικά του κεντρικού νευρικού συστήματος: παράγωγα της μορφίνης, η πλειονότητα των Η αντιισταμινικών, βαρβιτουρικά, βενζοδιαζεπίνες, αναισθητικά. Η ταυτόχρονη χορήγηση των παραπάνω αναφερόμενων φαρμάκων με το ZULEDINE μπορεί να αυξήσει την κεντρική κατασταλτική επίδραση του με σημαντικές συνέπειες, ιδιαίτερα στην περίπτωση οδήγησης αυτοκινήτου ή χρήσης μηχανημάτων.
- Τρικυκλικά αντικαταθλιπτικά, αντιχολινεργικά αντιπακινσονικά, ατροπινικά αντισπασμωδικά, αντιισταμινικά, disopyramide. Η ταυτόχρονη χορήγηση αυτών των φαρμάκων με το ZULEDINE μπορεί να οδηγήσει σε αύξηση των ανεπιθύμητων ενεργειών τύπου ατροπίνης, με τυπικά συμπτώματα την κατακράτηση ούρων, τη δυσκοιλιότητα και την ξηροστομία, καθώς και σε αύξηση των ανεπιθύμητων ενεργειών από το ΚΝΣ (σύγχυση, οργανικό ψυχοσύνδρομο).
- Όταν το φάρμακο χορηγείται μαζί με προπρανολόλη αυξάνονται τα επίπεδα τους στο αίμα και κατά συνέπεια και η δράση των δύο φαρμάκων
- Τα μόρια της χλωροπρομαζίνης (Ζuledine) είναι λιπόφιλα, όπως και όλων των άλλων νευροληπτικών, παραμένουν στους ιστούς του σώματος για μεγάλο χρονικό διάστημα γι’αυτό μπορεί να εμφανισθούν αλληλεπιδράσεις με άλλα φάρμακα και μετά τη διακοπή της χορήγησης του φαρμάκου.
- Cartopril και enalapril: Η ταυτόχρονη χορήγηση αυτών των φαρμάκων με ZULEDINE οδηγεί σε αυξημένη αντιυπερτασική δράση με κίνδυνο εμφάνισης ορθοστατικής υπότασης (αθροιστική ενέργεια).
- Μετοκλοπραμίδη: αύξηση του κινδύνου εμφάνισης εξωπυραμιδικών εκδηλώσεων
- Αντιαρρυθμικά που επιμηκύνουν το QT διάστημα, αστεμιζόλη, τερφεναδίνη: αυξάνουν τον κίνδυνο εμφάνισης καρδιακών αρρυθμιών.
- Το ZULEDINE μειώνει τη δράση των από του στόματος αντιπηκτικών
- Η σύγχρονη χορήγηση με αντιεπιληπτικά πιθανόν να απαιτήσει αναπροσαρμογή της δόσης των τελευταίων Η συγχορήγηση με άλατα λιθίου αυξάνει τον κίνδυνο εμφάνισης εγκεφαλοπάθειας.
sick
Ανεπιθύμητες ενέργειες
SPC-ZULEDINE
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
pregnant_woman
Κύηση / γαλουχία
SPC-ZULEDINE
expand_more
Κύηση / γαλουχία
Χρήση κατά την κύηση: Η ασφάλεια του ZULEDINE στη εγκυμοσύνη δεν είναι βεβαιωμένη. Χορηγείται κατά την εγκυμοσύνη μόνο εάν κρίνεται απαραίτητο και αναντικατάστατο και εφ’όσον η αναμενόμενη ωφέλεια αντισταθμίζει τους πιθανούς κινδύνους για το έμβρυο. Η χορήγηση του κατά το τέλος της κυήσεως μπορεί να αποβεί τοξική για το νεογνό και έχουν αναφερθεί περιπτώσεις ίκτερου, εξωπυραμιδικών συμπτωμάτων και διαταραχών των αντανακλαστικών σε νεογνά των οποίων οι μητέρες ελάμβαναν χλωρπρομαζίνη. Μελέτες αναπαραγωγής σε τρωκτικά έχουν δείξει την δυνατότητα της χλωρπρομαζίνης για εμβρυοτοξικότητα και αύξηση της νεογνικής θνησιμότητας.
Χρήση κατά τη γαλουχία: H χορήγηση του φαρμάκου αντενδείκνυται κατά τη γαλουχία διότι η chlorpromazine εκκρίνεται στο μητρικό γάλα.
monitor_heart
Φαρμακοδυναμική
SPC-ZULEDINE
expand_more
Φαρμακοδυναμική
biotech
Φαρμακοκινητική
SPC-ZULEDINE
expand_more
Φαρμακοκινητική
ΕΟΦ · 4.2
Aντιψυχωσικά φάρμακα
expand_more
Aντιψυχωσικά φάρμακα
Oνομάζονται και μείζονα ηρεμιστικά και περιλαμβάνουν τα κλασικά αντιψυχωσικά ή νευροληπτικά και τα άτυπα αντιψυχωσικά.
Στην πρώτη κατηγορία ανήκουν κυρίως τα παράγωγα της φαινοθειαζίνης (αλειφατικά, πιπεριδινικά, πιπεραζινικά), της βουτυροφαινόνης και του θειοξανθενίου. Στη δεύτερη κατηγορία περιλαμβάνεται το πρότυπο άτυπο κλοζαπίνη και τα νεώτερα αντιψυχωσικά ολανζαπίνη και κουετιαπίνη. Η ρισπεριδόνη έχει χαρακτηριστικά και των δύο κατηγοριών.
H κυριότερη ένδειξη είναι η σχιζοφρενική ψύχωση. Άλλες ενδείξεις χορήγησης είναι μανία, οξύ ψυχωσικό επεισόδιο, παραληρητικές μορφές κατάθλιψης (με ταυτόχρονη χορήγηση αντικαταθλιπτικού), οργανικές ψυχώσεις (οφειλόμενες σε οργανική πάθηση). Λιγότερο αποτελεσματικά είναι στις χρόνιες παραληρητικές διαταραχές. H συστηματική χορήγηση αντιψυχωσικών σε αγχώδεις διαταραχές ή ψυχοσωματικά νοσήματα πρέπει να αποφεύγεται, γιατί έχουν πολύ περισσότερες ανεπιθύμητες ενέργειες από τα αγχολυτικά.
Tα αντιψυχωσικά βελτιώνουν τις διαταραχές της σκέψης, της αντίληψης, του συναισθήματος, την υπερκινητική συμπεριφορά και επηρεάζουν θετικά την επανασύνδεση του σχιζοφρενούς με το περιβάλλον του. H χορήγηση των αντιψυχωσικών επιτρέπει τον αποτελεσματικό έλεγχο των οξέων σχιζοφρενικών επεισοδίων και των υποτροπών της νόσου. H μακροχρόνια συνέχιση της χορήγησης των αντιψυχωσικών μετά την υποχώρηση των συμπτωμάτων, συχνά σε μειωμένες δόσεις συντήρησης, αποβλέπει στην πρόληψη των υποτροπών που εμφανίζονται εβδομάδες ή και μήνες μετά τη διακοπή των φαρμάκων. Για τη περίπτωση αυτή υπάρχουν μορφές παρατεταμένης δράσεως.
Πιο πιθανός τρόπος δράσεως θεωρείται ο αποκλεισμός των υποδοχέων D2 της ντοπαμίνης. H ιδιότητα αυτή φαίνεται να συσχετίζεται θετικά με τη θεραπευτική τους αποτελεσματικότητα. Ωστόσο το άτυπο αντιψυχωσικό κλοζαπίνη δεσμεύει σε μικρότερο βαθμό τους D2 υποδοχείς, αλλά δεσμεύει ταυτόχρονα σε σημαντικό βαθμό τους υποδοχείς τύπου 2 της σεροτονίνης (5HT2), σε αντίθεση με τα κλασικά αντιψυχωσικά. Aκόμη, η εμφάνιση εξωπυραμιδικών συμπτωμάτων και η αύξηση της προλακτίνης οφείλεται στην αντιντοπαμινεργική τους δράση. Eπίσης τα αντιψυχωσικά αποκλείουν, σε άλλοτε άλλο βαθμό, τους αδρενεργικούς, χολινεργικούς, ισταμινεργικούς και άλλους σεροτονινεργικούς υποδοχείς, ιδιότητες που συνδέονται με ανεπιθύμητες ενέργειες, όπως ορθοστατική υπόταση, ταχυκαρδία, ξηροστομία, δυσκοιλιότητα κ.ά. (βλ. και Πίνακα 4.2).
t4.2.jpg:
Tα αντιψυχωσικά έχουν την ίδια αντιψυχωσική ισχύ και το καθένα μπορεί να αντικατασταθεί με ισοδύναμες δόσεις άλλου φαρμάκου. Eξαίρεση αποτελούν η κλοζαπίνη, η οποία είναι δυνατόν να έχει μεγαλύτερη αποτελεσματικότητα σε ανθεκτικές μορφές σχιζοφρένειας καθώς και η προμαζίνη και η λεβοπρομαζίνη, οι οποίες έχουν ασθενέστερη δράση και χορηγούνται σαν συμπληρωματικά της κύριας αντιψυχωσικής αγωγής φάρμακα.
H επιλογή του κατάλληλου φαρμάκου εξαρτάται από το αν είναι επιθυμητό μικρότερο ή μεγαλύτερο κατασταλτικό αποτέλεσμα, καθώς και από την ευαισθησία του ασθενούς στις εξωπυραμιδικές ανεπιθύμητες ενέργειες. Τα νεότερα άτυπα αντιψυχωσικά, σε αντίθεση με τα κλασικά νευροληπτικά, πλεονεκτούν σημαντικά από πλευράς ανεπιθύμητων ενεργειών καθώς και στην αντιμετώπιση των αρνητικών συμπτωμάτων της σχιζοφρένειας. H απάντηση στη θεραπεία και η ανοχή στις ανεπιθύμητες ενέργειες διαφέρουν σημαντικά μεταξύ των ασθενών. H χορήγηση περισσότερων του ενός αντιψυχωσικών στον ασθενή πρέπει να αποφεύγεται, καθότι δεν έχει τεκμηριωθεί ότι οι ανεπιθύμητες ενέργειες περιορίζονται. Aσθενής με καλή ανταπόκριση σε ένα αντιψυχωσικό στο παρελθόν είναι αρκετά πιθανό να απαντήσει πάλι εξίσου καλά. Aντίθετα, αντιψυχωσικά που στο παρελθόν έχουν προκαλέσει έντονα εξωπυραμιδικά συμπτώματα πρέπει να αποφεύγονται ως πρώτη επιλογή. Για ειδικές κατηγορίες ασθενών, π.χ. ασθενείς με ιστορικό αποπειρών αυτοκαταστροφής, πρέπει να χορηγούνται αντιψυχωσικά που είναι περισσότερο ασφαλή. Aντιψυχωσικά που σε υπερβολικές δόσεις είναι καρδιοτοξικά, όπως η θειοριδαζίνη και η πιμοζίδη, πρέπει να χορηγούνται με προσοχή. Σε ασθενείς με γλαύκωμα, υπερτροφία του προστάτη ή άλλες αντενδείξεις σε αντιχολινεργικά φάρμακα, πρέπει να αποφεύγονται φαινοθειαζίνες ή θειοξανθένια με αυξημένες αντίστοιχες ιδιότητες, όπως η θειοριδαζίνη. H ηρεμιστική κατασταλτική δράση των αντιψυχωσικών εμφανίζεται 1 εβδομάδα πριν από την απάντηση των ψυχωσικών συμπτωμάτων, όπως οι παραληρητικές ιδέες και οι ψευδαισθήσεις. Συνεπώς η αύξηση της δόσης πριν από την παρέλευση χρονικού διαστήματος πρέπει να αποφεύγεται γιατί οδηγεί σε υπερδοσολογία, η οποία δεν προσφέρει καλύτερα αποτελέσματα και δημιουργεί κίνδυνο ανεπιθύμητων ενεργειών. Eφόσον ο ασθενής είναι διεγερτικός χορηγούνται προσωρινά μεγαλύτερες δόσεις κατά προτίμηση σε ενδομυϊκές μορφές.
H ασφαλής και αποτελεσματική χορήγηση σκευασμάτων παρατεταμένης δράσεως προϋποθέτει τα ακόλουθα:
o Έναρξη με χαμηλή δόση, π.χ. 1 ml αλοπεριδόλης δοκιμαστικά για τον έλεγχο ανεπιθύμητων ενεργειών.
o Mε τις αρχικές χαμηλές δόσεις μπορεί να είναι αναγκαία η συγχορήγηση αντιψυχωσικού από του στόματος.
o Oι ασθενείς πρέπει να ελεγχθούν για ακινητικά συμπτώματα και συμπτώματα που προσομοιάζουν με κατάθλιψη. Στην περίπτωση αυτή, επειδή οφείλονται στο φάρμακο, οι δόσεις πρέπει να μειωθούν.
o Tυπικά παρκινσονικά συμπτώματα και ακαθισία εμφανίζονται συχνά και αντιμετωπίζονται με αντιχολινεργικά αντιπαρκινσονικά.
o H ανάγκη για συνέχιση της αντιπαρκινσονικής θεραπείας πρέπει να επανεκτιμάται ανά διαστήματα. H οξεία δυστονία (έντονη, ασύμμετρη σύσπαση μυικών ομάδων με συνέπεια παραμορφωτικές στάσεις κεφαλής, κάτω γνάθου, γλώσσας, οφθαλμικών βολβών, άκρων ή και κορμού) παρουσιάζεται στην αρχή της θεραπείας. Για την άμεση αντιμετώπισή της χρησιμοποιούνται ενέσιμα αντιπαρκινσονικά.
H χορήγηση κλοζαπίνης είναι δυνατόν να προκαλέσει ουδετεροπενία έως και ακοκκιοκυτταραιμία. Γι αυτό είναι απαραίτητος ο έλεγχος του αίματος πριν από την έναρξη της θεραπείας, κάθε εβδομάδα τις πρώτες 18 εβδομάδες θεραπείας, και μετά κάθε μήνα όσο διαρκεί η θεραπεία. Aν διαπιστωθεί διαταραχή η χορήγηση διακόπτεται.
Yπάρχει ο κίνδυνος μετά από μακρόχρονη χορήγηση αντιψυχωσικών να εκδηλωθεί κατά τη διάρκεια ή μετά τη διακοπή της θεραπείας όψιμη δυσκινησία. Πρόκειται για ένα σύνδρομο ανώμαλων κινήσεων που συνήθως αφορά τους περιστοματικούς μυς, τους μυς της παρειάς και της γλώσσας. Kινήσεις των άκρων και του κορμού είναι πιο σπάνιες. Για την εμφάνιση όψιμης δυσκινησίας απαιτούνται κατά κανόνα μήνες και χρόνια. Hλικιωμένα άτομα, γυναίκες, ασθενείς με οργανικές εγκεφαλικές βλάβες και ασθενείς που λαμβάνουν μεγάλες δόσεις νευροληπτικών έχουν περισσότερες πιθανότητες να εκδηλώσουν όψιμη δυσκινησία χωρίς όμως κάτι τέτοιο να αποκλεισθεί για άλλα άτομα. H κατά το δυνατό μειωμένη δόση συντήρησης φαίνεται ότι περιορίζει τις πιθανότητες εμφάνισης της όψιμης δυσκινησίας.
Tα αντιψυχωσικά δεν προκαλούν εξάρτηση.
Tο κακόηθες νευροληπτικό σύνδρομο είναι μια εξαιρετικά σοβαρή ιδιοσυγκρασιακή αντίδραση στα αντιψυχωσικά φάρμακα. Tα κυριότερα συμπτώματα είναι δυσκαμψία, πυρετός, αστάθεια του αυτόνομου νευρικού συστήματος (υπόταση ή υπέρταση, ταχυκαρδία, ωχρότητα) και εγκεφαλοπάθεια. Aναπτύσσονται σε 24-32 ώρες και η δυσκαμψία προηγείται των άλλων. O πυρετός μπορεί να είναι υψηλός με θερμοκρασίες 41° C και υψηλότερες, ενώ ο μυϊκός τόνος είναι αυξημένος και σε ορισμένες περιπτώσεις οδηγεί σε νέκρωση του μυϊκού ιστού με κίνδυνο νεφρικής ανεπάρκειας από μυοσφαιρινουρία. Παρατηρούνται ακόμη καρδιακή αρρυθμία, ακινησία, τρόμος και ακούσιες κινήσεις. O ασθενής είναι συνήθως συγχυτικός και αμίλητος. Tο επίπεδο συνειδήσεως παρουσιάζει μεταβολές και ο ασθενής εκδηλώνει διέγερση ή βρίσκεται μέχρι και σε εμβροντησία. Aυξημένη είναι η δραστικότητα της κρεατινοφωσφοκινάσης και των ηπατικών ενζύμων (τρανσαμινάσες και γαλακτική αφυδρογονάση). Aν και όλα τα νευροληπτικά έχουν συνδυασθεί με το κακοήθες σύνδρομο, σε υψηλές δόσεις αυτών που έχουν μεγαλύτερη ισχύ ο κίνδυνος αυξάνεται. Tο κακόηθες νευροληπτικό σύνδρομο αποβαίνει θανατηφόρο σε ποσοστό 20%. Aντιμετώπιση: Άμεση διακοπή χορήγησης αντιψυχωσικών, ενυδάτωση του ασθενούς, παρακολούθηση της καρδιακής, αναπνευστικής και νεφρικής λειτουργίας, χρήση ψυχρών επιθεμάτων και χορήγηση συνδυασμού μυοχαλαρωτικών (νατριούχος δανδρολένη 1-3 mg/kg ημερησίως από του στόματος ή ενδοφλεβίως), βενζοδιαζεπινών και βρωμοκρυπτίνης 5-10 mg ημερησίως.
Αλλες χρήσεις: Mερικά αντιψυχωτικά φάρμακα, κυρίως η χλωροπρομαζίνη και η αλοπεριδόλη, χρησιμοποιούνται σε μικρές δόσεις για την καταπολέμηση του επίμονου λόξυγγα, της ναυτίας και του εμέτου. Eπίσης η αλοπεριδόλη σε διάφορες υπερκινησίες, όπως η χορεία του Huntington, τα τικς, το σύνδρομο Gilles de la Tourette, κ.ά.
ΕΟΦ · 4.14
Aντιεμετικά - Αντιιλιγγικά
expand_more
Aντιεμετικά - Αντιιλιγγικά
Tα φάρμακα αυτά χρησιμοποιούνται στην συμπτωματική θεραπεία ναυτίας, εμέτων και ιλίγγων, κεντρικής ιδίως προέλευσης. Πρέπει να χορηγούνται μόνο όταν η αιτία του εμέτου είναι γνωστή αλλιώς η συμπτωματική ανακούφιση μπορεί να καθυστερήσει ή να αποκρύψει τη διάγνωση της υποκείμενης νόσου.
Σε περιπτώσεις λαβυρινθικών διαταραχών το αποτελεσματικότερο φάρμακο είναι η υοσκίνη (σκοπολαμίνη) που όμως έχει πολύ σοβαρές ανεπιθύμητες ενέργειες. Γι’ αυτό κατά κανόνα προτιμώνται ορισμένα αντιισταμινικά (διμενυδρινάτη, διφαινυδραμίνη, προμεθαζίνη) παρότι έχουν σχετικώς μικρότερη δραστικότητα. H αποτελεσματικότητα των διαφόρων αντιισταμινικών είναι παρόμοια, υπάρχουν όμως σημαντικές διαφορές στις ανεπιθύμητες ενέργειες, ιδίως στην υπνηλία (βλ. 3.5). H διάρκεια δράσης τους είναι 4-6 ώρες. Στη “ναυτία των ταξιδιωτών” πρέπει να δίνονται προφυλακτικώς, μισή τουλάχιστον ώρα πριν το ταξίδι. Θα πρέπει να αποφεύγεται η οδήγηση καθώς και ο χειρισμός επικίνδυνων μηχανημάτων μετά τη λήψη τους.
O ίλιγγος και η ναυτία του συνδρόμου Meniere ή των χειρουργικών χειρισμών στην περιοχή του μέσου ωτός αντιμετωπίζονται πιο δύσκολα. H υοσκίνη και τα αντιισταμινικά αντιεμετικά είναι σχετικώς αποτελεσματικά στην προφύλαξη και συμπτωματική αντιμετώπιση αυτών των καταστάσεων. H κινναριζίνη και η β-ιστίνη έχουν χρησιμοποιηθεί ευρέως, χωρίς όμως να έχει αποδειχθεί ότι είναι περισσότερο αποτελεσματικά.
Στο σύνδρομο Meniere μπορούν επίσης να χρησιμοποιηθούν και ορισμένα αντιντοπαμινεργικά φάρμακα (βλ. 1.2.3), ιδίως οι αντιεμετικές φαινοθειαζίνες. Kύρια ένδειξη των φαρμάκων αυτών είναι οι έμετοι από κυτταροστατικά, ενδογενείς τοξίνες (π.χ. ουραιμία), ακτινοβολία, κλπ. Tα φάρμακα αυτά έχουν τις ανεπιθύμητες ενέργειες των νευροληπτικών (βλ. 4.2) αλλά ηπιότερες στις αντιεμετικές δόσεις. H κύρια δράση της μετοκλοπραμίδης και δομπεριδόνης είναι στην κινητικότητα του ανώτερου γαστρεντερικού σωλήνα (βλ. 1.2.2.1). Όμως και αυτά τα φάρμακα έχουν ανεπιθύμητες ενέργειες αντίστοιχες των νευροληπτικών (ιδίως εξωπυραμιδικές, όπως οξείες δυστονίες κλπ.).
Σε μετεγχειρητικούς εμέτους η χρήση αντιεμετικών συνιστάται μόνο σε περιπτώσεις που δημιουργείται πρόβλημα διαταραχής του ισοζυγίου ύδατος-ηλεκτρολυτών ή υπάρχει κίνδυνος μετεγχειρητικών επιπλοκών καθώς επίσης και σε ωτικές επεμβάσεις με έντονο ερεθισμό του λαβυρίνθου.
Xρησιμοποιείται συνήθως η προμεθαζίνη και σε βαρύτερες καταστάσεις τα αντιντοπαμινεργικά αντιεμετικά. Oρισμένοι χορηγούν τα φάρμακα αυτά και στην προεγχειρητική αγωγή, όταν υπάρχει ιστορικό εμέτων από γενική αναισθησία.
Στην εγκυμοσύνη τα αντιεμετικά πρέπει κατά κανόνα να αποφεύγονται, ιδίως στο πρώτο τρίμηνο. Στις σπάνιες περιπτώσεις που οι επίμονοι έμετοι δεν υποχωρούν με μη φαρμακευτικά μέσα (αλλαγή δίαιτας, ρύθμιση μεσοδιαστημάτων γευμάτων, κλπ.), μπορεί να δοθούν ορισμένα αντιισταμινικά αντιεμετικά (διμενυδρινάτη, διφαινυδραμίνη) και αν δεν υπάρξει βελτίωση, προμεθαζίνη ή αντιντοπαμινεργικά αντιεμετικά. H πυριδοξίνη δεν είναι αποτελεσματική. H χρήση συνδυασμών αντιεμετικών φαρμάκων δεν ενδείκνυται. Oι ανταγωνιστές των 5-HT3 υποδοχέων είναι μια νέα κατηγορία αντι-εμετικών φαρμάκων που βασίζουν την δράση τους στον εκλεκτικό ανταγωνισμό των 5-HT3 υποδοχέων με αποτέλεσμα την αναστολή της δράσης της 5-υδροξυτρυπταμίνης (σεροτονίνης). H ομάδα αυτή των φαρμάκων έχει μεγάλη αποτελεσματικότητα στην αντιμετώπιση της ναυτίας και του εμέτου που προκαλείται από την χημειοθεραπεία και την ακτινοθεραπεία, χωρίς σημαντικές παρενέργειες.
DrugBank
Description
expand_more
Description
DrugBank
Indication
expand_more
Indication
DrugBank
Pharmacology
expand_more
Pharmacology
DrugBank
Mechanism of action
expand_more
Mechanism of action
DrugBank
Protein binding
expand_more
Protein binding
DrugBank
Toxicity
expand_more
Toxicity
science
PubChem
Φαρμακοδυναμική
expand_more
Φαρμακοδυναμική
Φαρμακοδυναμική
Η χλωρπρομαζίνη είναι ένας ψυχοτρόπος παράγοντας που ενδείκνυται για τη θεραπεία της σχιζοφρένειας. Παρουσιάζει επίσης κατασταλτική και αντιεμετική δράση. Η χλωρπρομαζίνη δρα σε όλα τα επίπεδα του κεντρικού νευρικού συστήματος – κυρίως σε υποφλοιώδη επίπεδα – καθώς και σε πολλαπλά συστήματα οργάνων. Η χλωρπρομαζίνη έχει ισχυρή αντι-αδρενεργική και ασθενέστερη περιφερική αντιχολινεργική δράση. Η δράση αποκλεισμού των γαγγλίων είναι σχετικά ήπια. Επίσης, κατέχει ασθενή αντιισταμινική και αντι-σεροτονινεργική δράση.
neurology
PubChem
Μηχανισμός δράσης
expand_more
Μηχανισμός δράσης
Μηχανισμός Δράσης
Η χλωρπρομαζίνη δρα ως ανταγωνιστής (αναστολέας) σε διάφορους μετασυναπτικούς υποδοχείς:
- Ντοπαμινεργικοί υποδοχείς (υποτύποι D1, D2, D3 και D4 - διαφορετικές αντιψυχωσικές ιδιότητες σε θετικά και αρνητικά συμπτώματα).
- Σεροτονινεργικοί υποδοχείς (5-HT1 και 5-HT2, με αγχολυτικές, αντικαταθλιπτικές και αντι-επιθετικές ιδιότητες, καθώς και μείωση των εξωπυραμιδικών παρενεργειών, αλλά οδηγώντας επίσης σε αύξηση βάρους, πτώση της αρτηριακής πίεσης, καταστολή και δυσκολίες στην εκσπερμάτιση).
- Ισταμινο-ϋποδοχείς (H1-υποδοχείς, προκαλώντας καταστολή, αντιέμεση, ίλιγγο, πτώση της αρτηριακής πίεσης και αύξηση βάρους).
- Άλφα1/άλφα2-υποδοχείς (αντι-συμπαθητομιμητικές ιδιότητες, μείωση της αρτηριακής πίεσης, ανακλαστική ταχυκαρδία, ίλιγγο, καταστολή, υπερβολική σιελόρροια και ακράτεια, καθώς και σεξουαλική δυσλειτουργία, αλλά μπορεί επίσης να μειώσει το ψευδοπάρκινσον - αμφιλεγόμενο).
- Μυο-χολινεργικοί (χολινεργικοί) M1/M2-υποδοχείς (προκαλώντας αντιχολινεργικά συμπτώματα όπως ξηροστομία, θολή όραση, δυσκοιλιότητα, δυσκολία/αδυναμία ούρησης, κολπική ταχυκαρδία, αλλαγές στο ΗΚΓ και απώλεια μνήμης, αλλά η αντιχολινεργική δράση μπορεί να μειώσει τις εξωπυραμιδικές παρενέργειες).
Επιπλέον, η χλωρπρομαζίνη είναι ασθενής αναστολέας της προ-συναπτικής επαναπρόσληψης της ντοπαμίνης, η οποία μπορεί να οδηγήσει σε (ήπιες) αντικαταθλιπτικές και αντι-παρκινσονικές επιδράσεις. Αυτή η δράση θα μπορούσε επίσης να εξηγήσει την ψυχοκινητική διέγερση και την ενίσχυση της ψύχωσης (πολύ σπάνια σημειώνεται στην κλινική χρήση).
Οι κύριες φαρμακολογικές επιδράσεις της χλωρπρομαζίνης είναι παρόμοιες με εκείνες άλλων προπυλαμινο-παραγώγων της φαινοθειαζίνης. Η χλωρπρομαζίνη έχει ισχυρές αντιχολινεργικές και κατασταλτικές επιδράσεις και μέτριες εξωπυραμιδικές επιδράσεις. Η χλωρπρομαζίνη έχει ισχυρή αντιεμετική και αδρενεργική ανασταλτική δράση και ασθενή δράση αποκλεισμού γαγγλίων, αντιισταμινική και αντι-σεροτονινεργική δράση.
Η ανάπτυξη των παραγώγων της φαινοθειαζίνης ως ψυχοφαρμακολογικών παραγόντων προέκυψε από την παρατήρηση ότι ορισμένες φαινοθειαζίνες με αντιισταμινική δράση παρήγαγαν καταστολή. Σε μια προσπάθεια ενίσχυσης των κατασταλτικών επιδράσεων αυτών των φαρμάκων, συντέθηκαν η προμεθαζίνη και η χλωρπρομαζίνη. Η χλωρπρομαζίνη είναι το φαρμακολογικό πρωτότυπο των φαινοθειαζινών. Η φαρμακολογία των φαινοθειαζινών είναι πολύπλοκη και λόγω των δράσεών τους στο κεντρικό και αυτόνομο νευρικό σύστημα, τα φάρμακα επηρεάζουν πολλές διαφορετικές θέσεις στο σώμα. Αν και οι δράσεις των διαφόρων φαινοθειαζινών είναι γενικά παρόμοιες, αυτά τα φάρμακα διαφέρουν ποσοτικά και ποιοτικά ως προς τον βαθμό στον οποίο παράγουν συγκεκριμένες φαρμακολογικές επιδράσεις. /Γενική Δήλωση Φαινοθειαζίνης/
Στο ΚΝΣ, οι φαινοθειαζίνες δρουν κυρίως στα υποφλοιώδη επίπεδα της δικτυωτής σχηματισμού, του λιμβικού συστήματος και του υποθαλάμου. Οι φαινοθειαζίνες γενικά δεν προκαλούν σημαντική φλοιώδη καταστολή. Ωστόσο, υπάρχει ελάχιστη πληροφορία για τις ειδικές επιδράσεις των φαινοθειαζινών στο φλοιώδες επίπεδο. Οι φαινοθειαζίνες δρουν επίσης στα βασικά γάγγλια, προκαλώντας εξωπυραμιδικές επιδράσεις. Ο ακριβής μηχανισμός(οί) δράσης, συμπεριλαμβανομένης της αντιψυχωσικής δράσης, των φαινοθειαζινών δεν έχει προσδιοριστεί, αλλά μπορεί να σχετίζεται κυρίως με τις αντι-ντοπαμινεργικές επιδράσεις των φαρμάκων. Υπάρχουν ενδείξεις ότι οι φαινοθειαζίνες ανταγωνίζονται τη ντοπαμινεργική νευροδιαβίβαση στις συνάψεις. Υπάρχουν επίσης κάποιες ενδείξεις ότι οι φαινοθειαζίνες μπορεί να μπλοκάρουν μετασυναπτικές θέσεις υποδοχέων ντοπαμίνης. Ωστόσο, δεν έχει προσδιοριστεί εάν η αντιψυχωσική δράση των φαρμάκων σχετίζεται αιτιολογικά με τις αντι-ντοπαμινεργικές τους επιδράσεις. Οι φαινοθειαζίνες έχουν επίσης περιφερική ή/και κεντρική ανταγωνιστική δράση έναντι άλφα-αδρενεργικών, σεροτονινεργικών, ισταμινικών (H1-υποδοχείς) και μουσκαρινικών υποδοχέων. Οι φαινοθειαζίνες έχουν επίσης κάποια αδρενεργική δράση, καθώς αναστέλλουν την επαναπρόσληψη των μονοαμινών στην προ-συναπτική νευρωνική μεμβράνη, γεγονός που τείνει να ενισχύσει τη νευροδιαβίβαση. Οι επιδράσεις των φαινοθειαζινών στο αυτόνομο νευρικό σύστημα είναι περίπλοκες και απρόβλεπτες, επειδή τα φάρμακα παρουσιάζουν διάφορους βαθμούς άλφα-αδρενεργικού αποκλεισμού, μουσκαρινικού αποκλεισμού και αδρενεργικής δραστηριότητας. Η αντιψυχωσική δράση των φαινοθειαζινών μπορεί να σχετίζεται με οποιαδήποτε ή όλες αυτές τις επιδράσεις, αλλά έχει προταθεί ότι οι επιδράσεις των φαρμάκων στην ντοπαμίνη είναι πιθανότατα οι πιο σημαντικές. Έχει επίσης προταθεί ότι οι επιδράσεις των φαινοθειαζινών σε άλλες αμίνες (π.χ., γ-αμινοβουτυρικό οξύ [GABA]) ή πεπτίδια (π.χ., ουσία P, ενδορφίνες) μπορεί να συμβάλλουν στην αντιψυχωσική τους δράση. Απαιτείται περαιτέρω μελέτη για τον προσδιορισμό του ρόλου του κεντρικού νευρωνικού ανταγωνισμού υποδοχέων και των επιδράσεων στους βιοχημικούς μεσολαβητές στην αντιψυχωσική δράση των φαινοθειαζινών και άλλων αντιψυχωσικών παραγόντων. /Γενική Δήλωση Φαινοθειαζίνης/
Αν και ο ακριβής μηχανισμός(οί) δράσης δεν έχει οριστικά προσδιοριστεί, οι φαινοθειαζίνες έχουν αντιεμετική δράση. Η αντιεμετική δράση μπορεί να διαμεσολαβείται μέσω άμεσης επίδρασης των φαρμάκων στην προκαλούμενη από χημικά ερεθίσματα ζώνη (CTZ) του προμήκους, προφανώς με αποκλεισμό των υποδοχέων ντοπαμίνης στην CTZ. Οι φαινοθειαζίνες αναστέλλουν τις κεντρικές και περιφερικές επιδράσεις της απομορφίνης και των εργοταμινικών αλκαλοειδών. Οι φαινοθειαζίνες γενικά δεν αναστέλλουν τον έμετο που προκαλείται από τη δράση φαρμάκων στο γάγγλιο του νεύρου πνευμονογαστρικού ή από τοπική δράση στο γαστρεντερικό σωλήνα. /Γενική Δήλωση Φαινοθειαζίνης/
Για περισσότερα δεδομένα Μηχανισμού Δράσης (Πλήρη) για τη Χλωρπρομαζίνη (19 σύνολο), παρακαλώ επισκεφθείτε τη σελίδα καταγραφής HSDB.
biotech
PubChem
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
expand_more
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
Απορρόφηση, Κατανομή & Απέκκριση
- Απορρόφηση: Απορροφάται εύκολα από τον ΓΕΣ. Η βιοδιαθεσιμότητα ποικίλλει λόγω του μεταβολισμού πρώτης διόδου από το ήπαρ.
- Κατανομή: 20 L/kg
- Απέκκριση: Νεφρά, ~ 37% απεκκρίνεται στα ούρα.
Η χλωρπρομαζίνη υδροχλωρική απορροφάται ταχέως από τον ΓΕΣ και από παρεντερικά σημεία έγχυσης. Ωστόσο, μετά από από του στόματος χορήγηση, το φάρμακο υφίσταται σημαντικό μεταβολισμό κατά την απορρόφηση (στον βλεννογόνο του ΓΕΣ) και την πρώτη δίοδο από το ήπαρ. Αν και δεν έχει σαφώς τεκμηριωθεί σε ανθρώπους, η χλωρπρομαζίνη και οι μεταβολίτες της υφίστανται εντεροηπατική κυκλοφορία σε ζώα.
Έχουν αναφερθεί σημαντικές δια-ατομικές διακυμάνσεις στις μέγιστες συγκεντρώσεις στο πλάσμα με την ίδια από του στόματος δόση χλωρπρομαζίνης. Η μεταβλητότητα πιστεύεται ότι οφείλεται σε ευρεία δια-ατομική διακύμανση στη βιοδιαθεσιμότητα, προφανώς λόγω γενετικών διαφορών στον ρυθμό του μεταβολισμού πρώτης διόδου. Ως αποτέλεσμα του μεταβολισμού πρώτης διόδου, λιγότερη χλωρπρομαζίνη φτάνει στη συστηματική κυκλοφορία ως αμετάβλητο φάρμακο, και οι μέγιστες συγκεντρώσεις χλωρπρομαζίνης στο πλάσμα είναι πολύ χαμηλότερες μετά από από του στόματος χορήγηση σε σύγκριση με τη παρεντερική χορήγηση.
Μετά από από του στόματος χορήγηση χλωρπρομαζίνης υδροχλωρικής σε μορφή δισκίου, η έναρξη της φαρμακολογικής δράσης επέρχεται εντός 30-60 λεπτών. Η διάρκεια δράσης είναι 4-6 ώρες. Η έναρξη της φαρμακολογικής δράσης μετά από από του στόματος χορήγηση χλωρπρομαζίνης υδροχλωρικής σε μορφή παρατεταμένης αποδέσμευσης είναι περίπου 30-60 λεπτά. Η διάρκεια δράσης είναι 10-12 ώρες. Η έναρξη της φαρμακολογικής δράσης μετά από ορθική χορήγηση χλωρπρομαζίνης είναι γενικά βραδύτερη από αυτήν μετά από από του στόματος χορήγηση χλωρπρομαζίνης υδροχλωρικής. Η ορθικά χορηγούμενη χλωρπρομαζίνη έχει διάρκεια δράσης 3-4 ώρες.
Οι φαινοθειαζίνες και οι μεταβολίτες τους κατανέμονται στους περισσότερους ιστούς και σωματικά υγρά, με υψηλές συγκεντρώσεις να κατανέμονται στον εγκέφαλο, τους πνεύμονες, το ήπαρ, τους νεφρούς και τον σπλήνα. /Γενική Δήλωση Φαινοθειαζίνης/
Για περισσότερα δεδομένα Απορρόφησης, Κατανομής και Απέκκρισης (Πλήρη) για τη Χλωρπρομαζίνη (17 σύνολο), παρακαλώ επισκεφθείτε τη σελίδα καταγραφής HSDB.
water_drop
PubChem
Δέσμευση πρωτεϊνών
expand_more
Δέσμευση πρωτεϊνών
Σ δέσμευση
90% στις πρωτεΐνες του πλάσματος, κυρίως αλβουμίνη
hub
PubChem
Μεταβολισμός
expand_more
Μεταβολισμός
Μεταβολισμός
Εκτενώς μεταβολίζεται στο ήπαρ και τους νεφρούς. Μεταβολίζεται εκτενώς από ισοένζυμα του κυτοχρώματος P450 CYP2D6 (κύρια οδός), CYP1A2 και CYP3A4. Έχουν αναγνωριστεί περίπου 10 έως 12 κύριοι μεταβολίτες. Η υδροξυλίωση στις θέσεις 3 και 7 του πυρήνα της φαινοθειαζίνης και η πλευρική αλυσίδα N-διμεθυλαμινοπροπυλίου υφίσταται απομεθυλίωση και μεταβολίζεται επίσης σε N-οξείδιο. Στα ούρα, το 20% της χλωρπρομαζίνης και των μεταβολιτών της απεκκρίνεται α-συζευγμένο στα ούρα ως αμετάβλητο φάρμακο, δεμονομεθυλχλωρπρομαζίνη, δεδιμεθυλχλωρπρομαζίνη, οι μεταβολίτες σουλφοξειδίου τους και χλωρπρομαζίνη-N-οξείδιο. Το υπόλοιπο 80% αποτελείται από συζευγμένους μεταβολίτες, κυρίως Ο-γλυκουρονίδες και μικρές ποσότητες αιθερικών θειικών των μονο- και δι-υδροξυ-παραγώγων της χλωρπρομαζίνης και των μεταβολιτών σουλφοξειδίου τους. Οι κύριοι μεταβολίτες είναι η μονο-γλυκουρονιδική της N-δεδιμεθυλχλωρπρομαζίνης και η 7-υδροξυχλωρπρομαζίνη. Περίπου το 37% της χορηγηθείσας δόσης χλωρπρομαζίνης απεκκρίνεται στα ούρα.
Αν και η ακριβής μεταβολική πορεία της χλωρπρομαζίνης δεν έχει σαφώς καθοριστεί, το φάρμακο μεταβολίζεται εκτενώς, κυρίως στο ήπαρ και τους νεφρούς. Περίπου 10-12 μεταβολίτες που απαντώνται σε ανθρώπους σε σημαντικές ποσότητες έχουν αναγνωριστεί. Εκτός από την υδροξυλίωση στις θέσεις 3 και 7 του πυρήνα της φαινοθειαζίνης, η πλευρική αλυσίδα N-διμεθυλαμινοπροπυλίου της χλωρπρομαζίνης υφίσταται απομεθυλίωση και μεταβολίζεται επίσης σε N-οξείδιο. Δύο κύριες ομάδες μεταβολιτών έχουν βρεθεί στα ούρα. Το α-συζευγμένο κλάσμα, το οποίο αντιπροσωπεύει περίπου το 20% της χλωρπρομαζίνης και των μεταβολιτών της που απεκκρίνονται στα ούρα, αποτελείται από αμετάβλητο φάρμακο, δεμονομεθυλχλωρπρομαζίνη, δεδιμεθυλχλωρπρομαζίνη, τους μεταβολίτες σουλφοξειδίου τους και χλωρπρομαζίνη-N-οξείδιο. Το συζευγμένο κλάσμα, το οποίο αντιπροσωπεύει περίπου το 80% της χλωρπρομαζίνης και των μεταβολιτών της που απεκκρίνονται στα ούρα, αποτελείται κυρίως από Ο-γλυκουρονίδες, με μικρές ποσότητες αιθερικών θειικών των μονο- και δι-υδροξυ-παραγώγων της χλωρπρομαζίνης και των μεταβολιτών σουλφοξειδίου τους. Οι κύριοι μεταβολίτες που απαντώνται στα ούρα είναι η μονο-γλυκουρονιδική της N-δεδιμεθυλχλωρπρομαζίνης και η 7-υδροξυχλωρπρομαζίνη.
Οι περισσότεροι μεταβολίτες των φαινοθειαζινών είναι φαρμακολογικά ανενεργοί. Ωστόσο, ορισμένοι μεταβολίτες (π.χ., 7-υδροξυχλωρπρομαζίνη, μεσοριδαζίνη) παρουσιάζουν μέτρια φαρμακολογική δραστηριότητα και μπορεί να συμβάλλουν στη δράση των φαρμάκων. Υπάρχουν περιορισμένες ενδείξεις ότι ορισμένες φαινοθειαζίνες (π.χ., χλωρπρομαζίνη) μπορεί να προκαλέσουν τον δικό τους μεταβολισμό. /Γενική Δήλωση Φαινοθειαζίνης/
Παράγει 2-χλωροφαινοθειαζίνη σε άνθρωπο, προμαζίνη πιθανώς σε σκύλο και άνθρωπο… Παράγει δεμεθυλχλωρπρομαζίνη σε άνθρωπο, αρουραίο, κουνέλι, ποντίκι, σκύλο, πρόβατο, ινδικό χοιρίδιο… Παράγει χλωρπρομαζίνη σουλφοξείδιο σε άνθρωπο, αρουραίο, κουνέλι, σκύλο… Παράγει χλωρπρομαζίνη-N-οξείδιο σε άνθρωπο, αρουραίο, κουνέλι, σκύλο, χοίρο, πρόβατο, ινδικό χοιρίδιο, ποντίκι… Παράγει 3-υδροξυχλωρπρομαζίνη σε άνθρωπο, αρουραίο, σκύλο… Παράγει 7-υδροξυχλωρπρομαζίνη σε άνθρωπο, αρουραίο, πρόβατο, σκύλο, κουνέλι, ινδικό χοιρίδιο… /Από πίνακα/
Τουλάχιστον 10 ή 12 μεταβολίτες της χλωρπρομαζίνης απαντώνται σε ανθρώπους σε σημαντικές ποσότητες. Ποσοτικά, οι σημαντικότεροι από αυτούς είναι η νορ2-χλωρπρομαζίνη (δι-μεθυλιωμένη), η χλωρφαινοθειαζίνη (απομάκρυνση ολόκληρης της πλευρικής αλυσίδας), τα προϊόντα μεθοξυ και υδροξυ, και οι γλυκουρονιδικοί συζεύξεις των υδροξυλιωμένων ενώσεων. Στα ούρα, επικρατούν οι 7-υδροξυλιωμένοι και δεαλκυλιωμένοι (νορ2) μεταβολίτες και οι συζεύξεις τους.
Η χλωρπρομαζίνη έχει γνωστούς ανθρώπινους μεταβολίτες που περιλαμβάνουν χλωρπρομαζίνη N-γλυκουρονίδιο, 7-υδροξυχλωρπρομαζίνη, χλωρπρομαζίνη S-οξείδιο, και χλωρπρομαζίνη, N-δεσμεθυλ.
Εκτενώς μεταβολίζεται στο ήπαρ και τους νεφρούς. Μεταβολίζεται εκτενώς από ισοένζυμα του κυτοχρώματος P450 CYP2D6 (κύρια οδός), CYP1A2 και CYP3A4. Έχουν αναγνωριστεί περίπου 10 έως 12 κύριοι μεταβολίτες. Η υδροξυλίωση στις θέσεις 3 και 7 του πυρήνα της φαινοθειαζίνης και η πλευρική αλυσίδα N-διμεθυλαμινοπροπυλίου υφίσταται απομεθυλίωση και μεταβολίζεται επίσης σε N-οξείδιο. Στα ούρα, το 20% της χλωρπρομαζίνης και των μεταβολιτών της απεκκρίνεται α-συζευγμένο στα ούρα ως αμετάβλητο φάρμακο, δεμονομεθυλχλωρπρομαζίνη, δεδιμεθυλχλωρπρομαζίνη, οι μεταβολίτες σουλφοξειδίου τους και χλωρπρομαζίνη-N-οξείδιο. Το υπόλοιπο 80% αποτελείται από συζευγμένους μεταβολίτες, κυρίως Ο-γλυκουρονίδες και μικρές ποσότητες αιθερικών θειικών των μονο- και δι-υδροξυ-παραγώγων της χλωρπρομαζίνης και των μεταβολιτών σουλφοξειδίου τους. Οι κύριοι μεταβολίτες είναι η μονο-γλυκουρονιδική της N-δεδιμεθυλχλωρπρομαζίνης και η 7-υδροξυχλωρπρομαζίνη. Περίπου το 37% της χορηγηθείσας δόσης χλωρπρομαζίνης απεκκρίνεται στα ούρα.
hourglass
PubChem
Ημίσεια ζωή
expand_more
Ημίσεια ζωή
Βιολογικός Χρόνος Ημίσειας Ζωής
~ 30 ώρες
Μετά από από του στόματος δόσεις 120 mg/m² σε υγιείς εθελοντές, η χλωρπρομαζίνη παρουσιάζει μέσο χρόνο ημίσειας ζωής αποβολής περίπου 18 ώρες (εύρος, 6-119 ώρες).
Η εξαφάνιση της χλωρπρομαζίνης από το πλάσμα περιλαμβάνει ταχεία φάση κατανομής (χρόνος ημίσειας ζωής περίπου 2 ώρες) και βραδύτερη πρώιμη φάση αποβολής (χρόνος ημίσειας ζωής περίπου 30 ώρες), αλλά έχουν αναφερθεί εξαιρετικά μεταβλητές τιμές. Ο χρόνος ημίσειας ζωής αποβολής από τον ανθρώπινο εγκέφαλο δεν είναι γνωστός.
Η φαρμακοκινητική της χλωρπρομαζίνης στο νεογνό δεν έχει αναφερθεί. Οι ερευνητές μελέτησαν την κινητική της απομάκρυνσης της χλωρπρομαζίνης από το πλάσμα σε ένα βρέφος του οποίου η μητέρα λάμβανε υψηλές δόσεις χλωρπρομαζίνης και λιθίου καθ’ όλη τη διάρκεια του τελευταίου τριμήνου της κύησης. Το βρέφος παρουσίασε συμπτώματα σοβαρής νευρολογικής καταστολής που υποχώρησαν αργά τις πρώτες 9 ημέρες ζωής. Η κινητική της απομάκρυνσης της χλωρπρομαζίνης από το πλάσμα περιγράφηκε με ένα μοντέλο δύο διαμερισμάτων, παρουσιάζοντας ταχεία ημίσεια ζωή 1,46 ημερών και βραδεία ημίσεια ζωή 3,19 ημερών. Και οι δύο χρόνοι ημίσειας ζωής είναι σημαντικά μεγαλύτεροι από τους ταχείς και βραδείς χρόνους ημίσειας ζωής που περιγράφονται σε ενήλικες. Απαιτείται προσοχή στην έκθεση του εμβρύου ή του νεογνού σε χλωρπρομαζίνη. Απαιτούνται περαιτέρω πληροφορίες σχετικά με την κατανομή και την απέκκριση της χλωρπρομαζίνης από το νεογνό.
category
PubChem
MeSH classification
expand_more
MeSH classification
Ταξινόμηση MeSH Φαρμακολογική
- Φάρμακα που χρησιμοποιούνται για την πρόληψη ΝΑΥΤΙΑΣ ή ΕΜΕΤΟΥ.
- Παράγοντες που ελέγχουν την αγχωμένη ψυχική συμπεριφορά, ανακουφίζουν από οξείες ψυχωσικές καταστάσεις, μειώνουν τα ψυχωσικά συμπτώματα και ασκούν ηρεμιστική επίδραση. Χρησιμοποιούνται σε ΣΧΙΖΟΦΡΕΝΕΙΑ, άνοια, παροδική ψύχωση μετά από χειρουργική επέμβαση, ή ΜΥΟΚΑΡΔΙΑΚΟ ΕΜΦΡΑΚΤΟ, κ.ά. Αυτά τα φάρμακα αναφέρονται συχνά ως νευροληπτικά, υπονοώντας την τάση να προκαλούν νευρολογικές παρενέργειες, αλλά δεν προκαλούν όλες οι αντιψυχωσικές ουσίες τέτοιες επιδράσεις. Πολλά από αυτά τα φάρμακα μπορεί επίσης να είναι αποτελεσματικά κατά της ναυτίας, του εμέτου και του κνησμού.
- Φάρμακα που συνδέονται με υποδοχείς ΝΤΟΠΑΜΙΝΗΣ αλλά δεν τους ενεργοποιούν, αναστέλλοντας έτσι τις δράσεις της ντοπαμίνης ή των εξωγενών αγωνιστών. Πολλά φάρμακα που χρησιμοποιούνται στη θεραπεία ψυχωσικών διαταραχών (ΑΝΤΙΨΥΧΩΤΙΚΟΙ ΠΑΡΑΓΟΝΤΕΣ) είναι ανταγωνιστές ντοπαμίνης, αν και οι θεραπευτικές τους επιδράσεις μπορεί να οφείλονται σε μακροπρόθεσμες προσαρμογές του εγκεφάλου παρά στις οξείες επιδράσεις του αποκλεισμού των υποδοχέων ντοπαμίνης. Οι ανταγωνιστές ντοπαμίνης έχουν χρησιμοποιηθεί για διάφορους άλλους κλινικούς σκοπούς, συμπεριλαμβανομένης της χρήσης ως ΑΝΤΙΕΜΕΤΙΚΑ, στη θεραπεία του συνδρόμου Tourette και για το ρέψιμο. Ο αποκλεισμός των υποδοχέων ντοπαμίνης σχετίζεται με ΝΕΥΡΟΛΗΠΤΙΚΟ ΚΑΚΟΗΘΕΣ ΣΥΝΔΡΟΜΟ.
fact_check
PubChem
FDA classification
expand_more
FDA classification
Ταξινόμηση FDA Φαρμακολογική
U42B7VYA4P
CHLORPROMAZINE
Καθιερωμένη Φαρμακολογική Κατηγορία [EPC] - Φαινοθειαζίνη
Χημική Δομή [CS] - Φαινοθειαζίνες
Η χλωρπρομαζίνη είναι Φαινοθειαζίνη.
CHLORPROMAZINE
Φαινοθειαζίνη [EPC]; Φαινοθειαζίνες [CS]
Ημίσεια ζωή
Δέσμευση πρωτεϊνών
Απέκκριση
Scientific Profile
Ταξινόμηση MeSH Φαρμακολογική
- Φάρμακα που χρησιμοποιούνται για την πρόληψη ΝΑΥΤΙΑΣ ή ΕΜΕΤΟΥ.
- Παράγοντες που ελέγχουν την αγχωμένη ψυχική συμπεριφορά, ανακουφίζουν από οξείες ψυχωσικές καταστάσεις, μειώνουν τα ψυχωσικά συμπτώματα και ασκούν ηρεμιστική επίδραση. Χρησιμοποιούνται σε ΣΧΙΖΟΦΡΕΝΕΙΑ, άνοια, παροδική ψύχωση μετά από χειρουργική επέμβαση, ή ΜΥΟΚΑΡΔΙΑΚΟ ΕΜΦΡΑΚΤΟ, κ.ά. Αυτά τα φάρμακα αναφέρονται συχνά ως νευροληπτικά, υπονοώντας την τάση να προκαλούν νευρολογικές παρενέργειες, αλλά δεν προκαλούν όλες οι αντιψυχωσικές ουσίες τέτοιες επιδράσεις. Πολλά από αυτά τα φάρμακα μπορεί επίσης να είναι αποτελεσματικά κατά της ναυτίας, του εμέτου και του κνησμού.
- Φάρμακα που συνδέονται με υποδοχείς ΝΤΟΠΑΜΙΝΗΣ αλλά δεν τους ενεργοποιούν, αναστέλλοντας έτσι τις δράσεις της ντοπαμίνης ή των εξωγενών αγωνιστών. Πολλά φάρμακα που χρησιμοποιούνται στη θεραπεία ψυχωσικών διαταραχών (ΑΝΤΙΨΥΧΩΤΙΚΟΙ ΠΑΡΑΓΟΝΤΕΣ) είναι ανταγωνιστές ντοπαμίνης, αν και οι θεραπευτικές τους επιδράσεις μπορεί να οφείλονται σε μακροπρόθεσμες προσαρμογές του εγκεφάλου παρά στις οξείες επιδράσεις του αποκλεισμού των υποδοχέων ντοπαμίνης. Οι ανταγωνιστές ντοπαμίνης έχουν χρησιμοποιηθεί για διάφορους άλλους κλινικούς σκοπούς, συμπεριλαμβανομένης της χρήσης ως ΑΝΤΙΕΜΕΤΙΚΑ, στη θεραπεία του συνδρόμου Tourette και για το ρέψιμο. Ο αποκλεισμός των υποδοχέων ντοπαμίνης σχετίζεται με ΝΕΥΡΟΛΗΠΤΙΚΟ ΚΑΚΟΗΘΕΣ ΣΥΝΔΡΟΜΟ.