CHLORPROMAZINE
Χλωροπρομαζίνη
### Μηχανισμός δράσης Η χλωρπρομαζίνη αποκλείει τους D2 και κυρίως τους D1 υποδοχείς της ντοπαμίνης και η δράση της θεωρείται ως νευροληπτική.
Εμπορικά Ονόματα
Πληροφορίες Συνταγογράφησης
Επιμελημένα δεδομένα από το SPC
medication
Δοσολογία
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Δοσολογία
- Οδός: Ενδομυϊκή, Ενδοφλέβια, Από το στόμα
- Δόση έναρξης: 25 mg
- Τιτλοποίηση: Αν δεν προκληθεί υπόταση, η χορήγηση συνεχίζεται με 25-50mg κάθε 3-4 ώρες μέχρι να σταματήσει ο έμετος (για ναυτία και έμετους σε ενήλικες).
-
ΕνήλικεςΔόση25-50 mgΣε ψυχωσικές καταστάσεις, επαναλαμβάνονται όπως χρειάζεται
-
Παιδιά 1-5 ετώνΔόση0,5 mg/kg BΣ κάθε 6-8 ώρεςΜέγ. δόση40mg ημερησίωςΣε ψυχωσικές καταστάσεις
-
Παιδιά 6-12 ετώνΔόση0,5 mg/kg BΣ κάθε 6-8 ώρεςΜέγ. δόση75mg ημερησίωςΣε ψυχωσικές καταστάσεις
-
ΕνήλικεςΔόσηαρχικά 25 mg, μετά 25-50mg κάθε 3-4 ώρεςΣε ναυτία και έμετους, μέχρι να σταματήσει ο έμετος. Ακολουθεί χορήγηση από το στόμα.
-
Παιδιά 2-5 ετώνΔόση0,5 mg/kg BΣ κάθε 6-8 ώρεςΜέγ. δόση30mg ημερησίωςΣε ναυτία και έμετους
-
Παιδιά 6-12 ετώνΔόση0,5 mg/kg BΣ κάθε 6-8 ώρεςΜέγ. δόση75mg ημερησίωςΣε ναυτία και έμετους
-
ΕνήλικεςΔόση25 έως 50 mgΣε επίμονο λύγγα, ενδομυϊκώς. Εάν δεν υπάρξει ανταπόκριση, 25 έως 50 mg διαλυμένα σε 500 κ.εκ. φυσιολογικού ορού σε αργή ενδοφλέβια έγχυση.
-
ΕνήλικεςΔόση25 έως 50 mg κάθε 6-8 ώρεςΣε προκλητή υποθερμία
-
Παιδιά 1-12 ετώνΔόσηαρχικώς 0,5 - 1 mg/kg Β.Σ. κάθε 4-6 ώρεςΣε προκλητή υποθερμία
-
ΕνήλικεςΔόση25-50 mgΠροεγχειρητικώς, 1 έως 2 ώρες πριν την επέμβαση
-
Παιδιά 1-12 ετώνΔόση0,5 mg/kg Β.Σ.Προεγχειρητικώς, 1 έως 2 ώρες πριν την επέμβαση
-
ΕνήλικεςΔόση25 mg κάθε 6 έως 8 ώρεςΣε οξεία διαλείπουσα πορφυρία, έως ότου ελεγχθεί ο τρόμος
block
Αντενδείξεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Αντενδείξεις
-
Υπερευαισθησία στις φαινοθειαζίνες
-
Καταστολή του μυελού των οστών
-
Κωματώδεις καταστάσεις
-
Φαιοχρωμοκύττωμα
warning
Προειδοποιήσεις & Προφυλάξεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Προειδοποιήσεις & Προφυλάξεις
-
Χορήγηση σε ευαίσθητες ομάδεςπροσοχήΠληθυσμόςαλλεργικά άτομα, ασθενείς με καρδιαγγειακές παθήσεις, γλαύκωμα, επιληψία, χρόνιες αναπνευστικές παθήσεις, οξεία λοίμωξη του αναπνευστικού συστήματος, νευροπάθεια, νόσο του Parkinson, υπερτροφία προστάτηΙδιαίτερη προσοχή και παρακολούθηση
-
Νεφρική και ηπατική ανεπάρκειαπροσοχήΠληθυσμόςασθενείς με νεφρική και ηπατική ανεπάρκειαΜειωμένες δόσεις λόγω κινδύνου υπερδοσολογίας
-
Υπερήλικες και παιδιάπροσοχήΠληθυσμόςυπερήλικες ασθενείς, παιδιάΜικρότερες δόσεις λόγω υπερευαισθησίας (καταστολή και υπόταση)
-
Σοβαρές καρδιαγγειακές παθήσειςπροσοχήΠληθυσμόςασθενείς με σοβαρές καρδιαγγειακές παθήσειςΠροσοχή λόγω αιμοδυναμικών μεταβολών και κινδύνου υπότασης
-
Έκθεση σε υψηλές θερμοκρασίεςπροσοχήΠληθυσμόςάτομα εκτεθειμένα σε υψηλές θερμοκρασίεςΠροσοχή
-
ΘυρεοτοξίκωσηπροσοχήΠληθυσμόςασθενείς με θυρεοτοξίκωσηΠροσοχή επειδή μπορεί να προκληθούν έντονα συμπτώματα από το ΚΝΣ
-
Συνδυασμός με οινόπνευμα και μυελοτοξικά φάρμακαπροσοχήΠληθυσμόςασθενείς υπό αγωγήΑποφυγή της λήψεως οινοπνεύματος και μυελοτοξικών φαρμάκων
-
Σύνδρομο ReyeαποφυγήΠληθυσμόςπαιδιά ή έφηβοι με υποψία συνδρόμου ReyeΗ χρήση του Χλωροπρομαζίνη πρέπει να αποφεύγεται
-
Ακαθισία ή όψιμη δυσκινησίαπροσοχήΠληθυσμόςγενικός πληθυσμός (πιο συχνά σε ηλικιωμένες γυναίκες, μετά από παρατεταμένη χρήση)Η χρόνια χορήγηση να περιορίζεται σε ασθενείς με χρόνια πάθηση που ανταποκρίνεται στα νευροληπτικά και για την οποία δεν υπάρχει άλλη εξ ίσου αποτελεσματική και πιο ασφαλής εναλλακτική θεραπεία. Οι ασθενείς να παρακολουθούνται τακτικά, να τους χορηγείται η μικρότερη αποτελεσματική δόση και αν εμφανίσουν συμπτώματα δυσκινησίας να διακόπτεται η χορήγηση. Αντιχολινεργικά αντενδείκνυνται στην όψιμη δυσκινησία.
-
Κακοήθες νευροληπτικό σύνδρομοπροσοχήΔιακοπή της χορήγησης του Χλωροπρομαζίνη και των άλλων συναφών φαρμάκων, εντατική αντιμετώπιση των συμπτωμάτων. Η διάγνωση πρέπει να διαφοροποιείται με προσοχή.
-
Απότομη διακοπήπροσοχήΝα αποφεύγεται η απότομη διακοπή ιδίως των μεγάλων δόσεων
-
Θειώδη άλαταπροσοχήΠληθυσμόςορισμένα ευαίσθητα άτομα (ιδιαίτερα ασθματικοί ασθενείς)Προσοχή λόγω πιθανότητας αλλεργικών αντιδράσεων
swap_horiz
Αλληλεπιδράσεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
-
αλκοόλαντένδειξηη κατασταλτική επίδραση του Χλωροπρομαζίνη αυξάνεται συνεργικά, μεταβολές στην εγρήγορση μπορεί να επηρεάσουν την οδήγηση οχημάτων και τη χρήση μηχανημάτων
-
αντένδειξηαμοιβαίος ανταγωνισμός ανάμεσα στη δράση του levodopa και των νευροληπτικών, αναστολή και απώλεια δράσεως των νευροληπτικών
-
αντένδειξηαναστολή της αντιυπερτασικής δράσης
-
Αντιυπερτασικά και διουρητικάπροσοχήαθροιστική συνεργεία και κίνδυνος ορθοστατικής υπότασης
-
Παράγωγα της μορφίνης, πλειονότητα των αντιισταμινικών, βαρβιτουρικά, βενζοδιαζεπίνες, αναισθητικάπροσοχήαύξηση της κεντρικής κατασταλτικής επίδρασης με σημαντικές συνέπειες, ιδιαίτερα στην περίπτωση οδήγησης αυτοκινήτου ή χρήσης μηχανημάτων
-
Τρικυκλικά αντικαταθλιπτικά, αντιχολινεργικά αντιπακινσονικά, ατροπινικά αντισπασμωδικά, αντιισταμινικά, disopyramideπροσοχήαύξηση των ανεπιθύμητων ενεργειών τύπου ατροπίνης (κατακράτηση ούρων, δυσκοιλιότητα, ξηροστομία), αύξηση των ανεπιθύμητων ενεργειών από το ΚΝΣ (σύγχυση, οργανικό ψυχοσύνδρομο)
-
παρακολούθησηαυξάνονται τα επίπεδα τους στο αίμα και κατά συνέπεια και η δράση των δύο φαρμάκων
-
Cartopril, enalaprilπροσοχήαυξημένη αντιυπερτασική δράση με κίνδυνο εμφάνισης ορθοστατικής υπότασης (αθροιστική ενέργεια)
-
προσοχήαύξηση του κινδύνου εμφάνισης εξωπυραμιδικών εκδηλώσεων
-
προσοχήαυξάνουν τον κίνδυνο εμφάνισης καρδιακών αρρυθμιών
-
από του στόματος αντιπηκτικάπροσοχήτο Χλωροπρομαζίνη μειώνει τη δράση τους
-
αντιεπιληπτικάπαρακολούθησηπιθανόν να απαιτήσει αναπροσαρμογή της δόσης των τελευταίων
-
άλατα λιθίουπροσοχήαυξάνει τον κίνδυνο εμφάνισης εγκεφαλοπάθειας
sick
Ανεπιθύμητες ενέργειες
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
- Υπνηλία
- Λήθαργος
- Δυστονικές αντιδράσεις
- Παρκινσονισμός
- Ακαθησία
- Όψιμη δυσκινησία
- Κακοήθες νευροληπτικό σύνδρομο
- Επιληπτικές κρίσεις
- Εγκεφαλικό οίδημα
- Ζάλη
- Ίλιγγος
- Απάθεια
- Κατάθλιψη
- Παραλήρημα
- Επιθετικότητα
- Αϋπνία
- Σύγχυση
- Εξωπυραμιδικά σύνδρομα
- Διαταραχές της θερμορρύθμισης
- Υποθερμία
- Πυρετός
- Υπερπυρεξία
- Περιφερικό οίδημα
- Ορθοστατική υπόταση
- Υποτασικές κρίσεις
- Ταχυκαρδία
- Βραδυκαρδία
- ΗΚΓραφικές ανωμαλίες
- Ξηροστομία
- Δυσκοιλιότητα
- Διαταραχές οπτικής προσαρμογής
- Συμφόρηση ρινικού βλεννογόνου
- Κατακράτηση ούρων
- Γλυκοζουρία
- Υπερπρολακτιναιμία
- Ψευδώς θετικό τεστ εγκυμοσύνης στα ούρα
- Μεταβολές της libido
- Αδυναμία εκσπερμάτωσης
- Διόγκωση μαστών
- Γαλακτόρροια
- Διαταραχές της εμμηνορρυσίας
- Αμηνόροια
- Υπογλυκαιμία
- Υπεργλυκαιμία
- Αύξηση σωματικού βάρους
- Ίκτερος
- Ενδοηπατική χολόσταση
- Αντιδράσεις φωτοευαισθησίας
- Δερματίτιδα
- Πολύμορφο ερύθημα
- Σύνδρομο ομοιάζον με συστηματικό ερυθηματώδη λύκο
- Μελάχρωση του δέρματος, του αμφιβληστροειδούς, του κερατοειδούς και των φακών
- Ακοκκιοκυτταραιμία
- Θρομβοπενία
- Αιμολυτική αναιμία
- Πανκυττοπενία
Λεπτομέρειες κατά συχνότητα expand_more
-
ΣπάνιεςΑιμολυτική αναιμίαΑίμα
-
ΣπάνιεςΒραδυκαρδίαΚαρδιά
-
ΣπάνιεςΘρομβοπενίαΑίμα
-
ΣπάνιεςΠανκυττοπενίαΑίμα
-
ΣπάνιεςΠυρετόςΓενικές
-
ΣπάνιεςΥπερπυρεξίαΓενικές
-
Πολύ σπάνιεςΑκοκκιοκυτταραιμίαΑίμα
-
ΊκτεροςΉπαρ
-
ΊλιγγοςΝευρικό
-
Μη γνωστέςΌψιμη δυσκινησίαΝευρικό
-
Αδυναμία εκσπερμάτωσηςΑναπαραγωγικό
-
ΑκαθησίαΝευρικό
-
Αμηνόροια
-
Αντιδράσεις φωτοευαισθησίαςΔέρμα
-
ΑπάθειαΨυχιατρικές
-
ΑϋπνίαΨυχιατρικές
-
Αύξηση σωματικού βάρουςΜεταβολισμός
-
ΓαλακτόρροιαΑναπαραγωγικό
-
ΓλυκοζουρίαΝεφρά/Ουροποιητικό
-
ΔερματίτιδαΔέρμα
-
Διαταραχές οπτικής προσαρμογήςΟφθαλμικές
-
Διαταραχές της εμμηνορρυσίαςΑναπαραγωγικό
-
Διαταραχές της θερμορρύθμισης
-
Διόγκωση μαστώνΑναπαραγωγικό
-
ΔυσκοιλιότηταΓαστρεντερικό
-
Δυστονικές αντιδράσειςΝευρικό
-
Εγκεφαλικό οίδημαΝευρικό
-
Ενδοηπατική χολόστασηΉπαρ
-
Εξωπυραμιδικά σύνδρομα
-
ΕπιθετικότηταΨυχιατρικές
-
Επιληπτικές κρίσειςΝευρικό
-
ΖάληΝευρικό
-
ΗΚΓραφικές ανωμαλίεςΚαρδιά
-
Κακοήθες νευροληπτικό σύνδρομοΝευρικό
-
ΚατάθλιψηΨυχιατρικές
-
Κατακράτηση ούρωνΝεφρά/Ουροποιητικό
-
ΛήθαργοςΝευρικό
-
Μελάχρωση του δέρματος, του αμφιβληστροειδούς, του κερατοειδούς και των φακών
-
Μεταβολές της libidoΑναπαραγωγικό
-
ΞηροστομίαΓαστρεντερικό
-
Ορθοστατική υπότασηΑγγειακές
-
ΠαραλήρημαΨυχιατρικές
-
ΠαρκινσονισμόςΝευρικό
-
Περιφερικό οίδημαΓενικές
-
Πολύμορφο ερύθημαΔέρμα
-
Συμφόρηση ρινικού βλεννογόνουΑναπνευστικό
-
ΣύγχυσηΨυχιατρικές
-
Σύνδρομο ομοιάζον με συστηματικό ερυθηματώδη λύκοΑνοσοποιητικό
-
ΤαχυκαρδίαΚαρδιά
-
ΥπεργλυκαιμίαΜεταβολισμός
-
ΥπερπρολακτιναιμίαΕνδοκρινικό
-
ΥπνηλίαΝευρικό
-
ΥπογλυκαιμίαΜεταβολισμός
-
ΥποθερμίαΓενικές
-
Υποτασικές κρίσειςΑγγειακές
-
Ψευδώς θετικό τεστ εγκυμοσύνης στα ούραΕνδοκρινικό
pregnant_woman
Κύηση / Γαλουχία
ΠΧΠ (SPC)
Επίπεδο κινδύνου: Με προσοχή
expand_more
Κύηση / Γαλουχία
-
Κύησηχορηγείται μόνο εάν κρίνεται απαραίτητο και αναντικατάστατο και εφ’όσον η αναμενόμενη ωφέλεια αντισταθμίζει τους πιθανούς κινδύνους για το έμβρυοΗ ασφάλεια του Χλωροπρομαζίνη στη εγκυμοσύνη δεν είναι βεβαιωμένη. Η χορήγηση του κατά το τέλος της κυήσεως μπορεί να αποβεί τοξική για το νεογνό και έχουν αναφερθεί περιπτώσεις ίκτερου, εξωπυραμιδικών συμπτωμάτων και διαταραχών των αντανακλαστικών σε νεογνά των οποίων οι μητέρες ελάμβαναν χλωρπρομαζίνη. Μελέτες αναπαραγωγής σε τρωκτικά έχουν δείξει την δυνατότητα της χλωρπρομαζίνης για εμβρυοτοξικότητα και αύξηση της νεογνικής θνησιμότητας.
-
ΓαλουχίααντενδείκνυταιΗ chlorpromazine εκκρίνεται στο μητρικό γάλα.
biotech
Φαρμακολογία
Φαρμακοδυναμική & Φαρμακοκινητική
expand_more
Φαρμακολογία
Μηχανισμός δράσης
Η χλωρπρομαζίνη αποκλείει τους D2 και κυρίως τους D1 υποδοχείς της ντοπαμίνης και η δράση της θεωρείται ως νευροληπτική. Εξασκεί επίσης ηρεμιστική και αντιεμετική δράση. Οι δράσεις εκτείνονται εκτός από το νευρικό και σε άλλα οργανικά συστήματα, εμφανίζει δε επιπλέον αντιαδρενεργικές, αντιμουσκαρινικές (αντιχολινεργικές), αντιισταμινκές, γαγγλιοπληγικές και αντισεροτονινικές δράσεις.
Απορρόφηση:
Το Χλωροπρομαζίνη χορηγούμενο per os απορροφάται ταχέως. Οι μέγιστες συγκεντρώσεις στο πλάσμα επιτυγχάνονται εντός 2-4 ωρών από της λήψεως, η δε σχετική βιοδιαθεσιμότητα του ως προς την ενδομυϊκή χορήγηση είναι περίπου 50%, λόγω έντονου μεταβολισμού πρώτης διόδου.
Κατανομή:
To ΖULEDINE κατανέμεται σ’ολόκληρο τον οργανισμό και η σύνδεσή του με πρωτεΐνες είναι σημαντική (περίπου 95-98%). Περνά τον αιματοεγκεφαλικό φραγμό και οι συγκεντρώσεις του στον εγκεφαλικό ιστό είναι υψηλότερες από αυτές του πλάσματος. Περνά επίσης τον αιματοπλακουντικό φραγμό και εκκρίνεται στο μητρικό γάλα.
Χρόνος ημιζωής στο πλάσμα:
Η πρώτη βιολογική ημιπερίοδος ζωής είναι περίπου 30 ώρες, αλλά η απομάκρυνση των μεταβολιτών είναι αργή και παρατεταμένη. (4 εβδομάδες και περισσότερο) λόγω της υψηλής λιποφιλικότητας και της δέσμευσής του στους ιστούς. Οι συγκεντρώσεις του φαρμάκου στο πλάσμα διαφοροποιούνται σημαντικά ανάλογα με το άτομο.
Μεταβολισμός:
Το Χλωροπρομαζίνη υπόκειται σε μεταβολισμό πρώτης διόδου. Μεταβολίζεται σε μεγάλο βαθμό στο ήπαρ προς ενεργούς ή ανενεργούς μεταβολίτες, και εισάγεται στην εντεροηπατική κυκλοφορία.
Απομάκρυνση:
Απομακρύνεται με τα ούρα και τα κόπρανα.
Μηχανισμός δράσης Η χλωρπρομαζίνη αποκλείει τους D2 και κυρίως τους D1 υποδοχείς της ντοπαμίνης και η δράση της θεωρείται ως νευροληπτική. Εξασκεί επίσης ηρεμιστική και αντιεμετική δράση. Οι δράσεις εκτείνονται εκτός από το νευρικό και σε άλλα οργανικά…
Απορρόφηση: Το Χλωροπρομαζίνη χορηγούμενο per os απορροφάται ταχέως. Οι μέγιστες συγκεντρώσεις στο πλάσμα επιτυγχάνονται εντός 2-4 ωρών από της λήψεως, η δε σχετική βιοδιαθεσιμότητα του ως προς την ενδομυϊκή χορήγηση είναι περίπου 50%, λόγω έντονου…
Παρακολούθηση Αγωγής
Εργαστηριακοί & κλινικοί έλεγχοι από το SPC, ανά σύστημα
Εργαστηριακές εξετάσεις (αίμα / ούρα)
| Έλεγχος | Σύστημα | Συχνότητα | Προϋπόθεση |
|---|---|---|---|
| Αιματολογικός έλεγχος | bloodtypeΑιματολογικός έλεγχος | τακτική | Χρόνια αγωγή |
Κλινική εξέταση & ζωτικά
| Έλεγχος | Σύστημα | Συχνότητα | Προϋπόθεση |
|---|---|---|---|
| Οφθαλμολογική παρακολούθηση | visibilityΟφθαλμολογικός έλεγχος | τακτική | Χρόνια αγωγή |
Σκευάσματα & Τιμολόγηση
Μονογραφίες Πηγών
Αναλυτικό περιεχόμενο ανά πηγή για τεκμηρίωση και έλεγχο
DrugBank
Description
expand_more
Description
DrugBank
Indication
expand_more
Indication
DrugBank
Pharmacology
expand_more
Pharmacology
DrugBank
Mechanism of action
expand_more
Mechanism of action
DrugBank
Protein binding
expand_more
Protein binding
DrugBank
Toxicity
expand_more
Toxicity
science
PubChem
Φαρμακοδυναμική
expand_more
Φαρμακοδυναμική
Φαρμακοδυναμική
Η χλωρπρομαζίνη είναι ένας ψυχοτρόπος παράγοντας που ενδείκνυται για τη θεραπεία της σχιζοφρένειας. Παρουσιάζει επίσης κατασταλτική και αντιεμετική δράση. Η χλωρπρομαζίνη δρα σε όλα τα επίπεδα του κεντρικού νευρικού συστήματος – κυρίως σε υποφλοιώδη επίπεδα – καθώς και σε πολλαπλά συστήματα οργάνων. Η χλωρπρομαζίνη έχει ισχυρή αντι-αδρενεργική και ασθενέστερη περιφερική αντιχολινεργική δράση. Η δράση αποκλεισμού των γαγγλίων είναι σχετικά ήπια. Επίσης, κατέχει ασθενή αντιισταμινική και αντι-σεροτονινεργική δράση.
neurology
PubChem
Μηχανισμός δράσης
expand_more
Μηχανισμός δράσης
Μηχανισμός Δράσης
Η χλωρπρομαζίνη δρα ως ανταγωνιστής (αναστολέας) σε διάφορους μετασυναπτικούς υποδοχείς:
- Ντοπαμινεργικοί υποδοχείς (υποτύποι D1, D2, D3 και D4 - διαφορετικές αντιψυχωσικές ιδιότητες σε θετικά και αρνητικά συμπτώματα).
- Σεροτονινεργικοί υποδοχείς (5-HT1 και 5-HT2, με αγχολυτικές, αντικαταθλιπτικές και αντι-επιθετικές ιδιότητες, καθώς και μείωση των εξωπυραμιδικών παρενεργειών, αλλά οδηγώντας επίσης σε αύξηση βάρους, πτώση της αρτηριακής πίεσης, καταστολή και δυσκολίες στην εκσπερμάτιση).
- Ισταμινο-ϋποδοχείς (H1-υποδοχείς, προκαλώντας καταστολή, αντιέμεση, ίλιγγο, πτώση της αρτηριακής πίεσης και αύξηση βάρους).
- Άλφα1/άλφα2-υποδοχείς (αντι-συμπαθητομιμητικές ιδιότητες, μείωση της αρτηριακής πίεσης, ανακλαστική ταχυκαρδία, ίλιγγο, καταστολή, υπερβολική σιελόρροια και ακράτεια, καθώς και σεξουαλική δυσλειτουργία, αλλά μπορεί επίσης να μειώσει το ψευδοπάρκινσον - αμφιλεγόμενο).
- Μυο-χολινεργικοί (χολινεργικοί) M1/M2-υποδοχείς (προκαλώντας αντιχολινεργικά συμπτώματα όπως ξηροστομία, θολή όραση, δυσκοιλιότητα, δυσκολία/αδυναμία ούρησης, κολπική ταχυκαρδία, αλλαγές στο ΗΚΓ και απώλεια μνήμης, αλλά η αντιχολινεργική δράση μπορεί να μειώσει τις εξωπυραμιδικές παρενέργειες).
Επιπλέον, η χλωρπρομαζίνη είναι ασθενής αναστολέας της προ-συναπτικής επαναπρόσληψης της ντοπαμίνης, η οποία μπορεί να οδηγήσει σε (ήπιες) αντικαταθλιπτικές και αντι-παρκινσονικές επιδράσεις. Αυτή η δράση θα μπορούσε επίσης να εξηγήσει την ψυχοκινητική διέγερση και την ενίσχυση της ψύχωσης (πολύ σπάνια σημειώνεται στην κλινική χρήση).
Οι κύριες φαρμακολογικές επιδράσεις της χλωρπρομαζίνης είναι παρόμοιες με εκείνες άλλων προπυλαμινο-παραγώγων της φαινοθειαζίνης. Η χλωρπρομαζίνη έχει ισχυρές αντιχολινεργικές και κατασταλτικές επιδράσεις και μέτριες εξωπυραμιδικές επιδράσεις. Η χλωρπρομαζίνη έχει ισχυρή αντιεμετική και αδρενεργική ανασταλτική δράση και ασθενή δράση αποκλεισμού γαγγλίων, αντιισταμινική και αντι-σεροτονινεργική δράση.
Η ανάπτυξη των παραγώγων της φαινοθειαζίνης ως ψυχοφαρμακολογικών παραγόντων προέκυψε από την παρατήρηση ότι ορισμένες φαινοθειαζίνες με αντιισταμινική δράση παρήγαγαν καταστολή. Σε μια προσπάθεια ενίσχυσης των κατασταλτικών επιδράσεων αυτών των φαρμάκων, συντέθηκαν η προμεθαζίνη και η χλωρπρομαζίνη. Η χλωρπρομαζίνη είναι το φαρμακολογικό πρωτότυπο των φαινοθειαζινών. Η φαρμακολογία των φαινοθειαζινών είναι πολύπλοκη και λόγω των δράσεών τους στο κεντρικό και αυτόνομο νευρικό σύστημα, τα φάρμακα επηρεάζουν πολλές διαφορετικές θέσεις στο σώμα. Αν και οι δράσεις των διαφόρων φαινοθειαζινών είναι γενικά παρόμοιες, αυτά τα φάρμακα διαφέρουν ποσοτικά και ποιοτικά ως προς τον βαθμό στον οποίο παράγουν συγκεκριμένες φαρμακολογικές επιδράσεις. /Γενική Δήλωση Φαινοθειαζίνης/
Στο ΚΝΣ, οι φαινοθειαζίνες δρουν κυρίως στα υποφλοιώδη επίπεδα της δικτυωτής σχηματισμού, του λιμβικού συστήματος και του υποθαλάμου. Οι φαινοθειαζίνες γενικά δεν προκαλούν σημαντική φλοιώδη καταστολή. Ωστόσο, υπάρχει ελάχιστη πληροφορία για τις ειδικές επιδράσεις των φαινοθειαζινών στο φλοιώδες επίπεδο. Οι φαινοθειαζίνες δρουν επίσης στα βασικά γάγγλια, προκαλώντας εξωπυραμιδικές επιδράσεις. Ο ακριβής μηχανισμός(οί) δράσης, συμπεριλαμβανομένης της αντιψυχωσικής δράσης, των φαινοθειαζινών δεν έχει προσδιοριστεί, αλλά μπορεί να σχετίζεται κυρίως με τις αντι-ντοπαμινεργικές επιδράσεις των φαρμάκων. Υπάρχουν ενδείξεις ότι οι φαινοθειαζίνες ανταγωνίζονται τη ντοπαμινεργική νευροδιαβίβαση στις συνάψεις. Υπάρχουν επίσης κάποιες ενδείξεις ότι οι φαινοθειαζίνες μπορεί να μπλοκάρουν μετασυναπτικές θέσεις υποδοχέων ντοπαμίνης. Ωστόσο, δεν έχει προσδιοριστεί εάν η αντιψυχωσική δράση των φαρμάκων σχετίζεται αιτιολογικά με τις αντι-ντοπαμινεργικές τους επιδράσεις. Οι φαινοθειαζίνες έχουν επίσης περιφερική ή/και κεντρική ανταγωνιστική δράση έναντι άλφα-αδρενεργικών, σεροτονινεργικών, ισταμινικών (H1-υποδοχείς) και μουσκαρινικών υποδοχέων. Οι φαινοθειαζίνες έχουν επίσης κάποια αδρενεργική δράση, καθώς αναστέλλουν την επαναπρόσληψη των μονοαμινών στην προ-συναπτική νευρωνική μεμβράνη, γεγονός που τείνει να ενισχύσει τη νευροδιαβίβαση. Οι επιδράσεις των φαινοθειαζινών στο αυτόνομο νευρικό σύστημα είναι περίπλοκες και απρόβλεπτες, επειδή τα φάρμακα παρουσιάζουν διάφορους βαθμούς άλφα-αδρενεργικού αποκλεισμού, μουσκαρινικού αποκλεισμού και αδρενεργικής δραστηριότητας. Η αντιψυχωσική δράση των φαινοθειαζινών μπορεί να σχετίζεται με οποιαδήποτε ή όλες αυτές τις επιδράσεις, αλλά έχει προταθεί ότι οι επιδράσεις των φαρμάκων στην ντοπαμίνη είναι πιθανότατα οι πιο σημαντικές. Έχει επίσης προταθεί ότι οι επιδράσεις των φαινοθειαζινών σε άλλες αμίνες (π.χ., γ-αμινοβουτυρικό οξύ [GABA]) ή πεπτίδια (π.χ., ουσία P, ενδορφίνες) μπορεί να συμβάλλουν στην αντιψυχωσική τους δράση. Απαιτείται περαιτέρω μελέτη για τον προσδιορισμό του ρόλου του κεντρικού νευρωνικού ανταγωνισμού υποδοχέων και των επιδράσεων στους βιοχημικούς μεσολαβητές στην αντιψυχωσική δράση των φαινοθειαζινών και άλλων αντιψυχωσικών παραγόντων. /Γενική Δήλωση Φαινοθειαζίνης/
Αν και ο ακριβής μηχανισμός(οί) δράσης δεν έχει οριστικά προσδιοριστεί, οι φαινοθειαζίνες έχουν αντιεμετική δράση. Η αντιεμετική δράση μπορεί να διαμεσολαβείται μέσω άμεσης επίδρασης των φαρμάκων στην προκαλούμενη από χημικά ερεθίσματα ζώνη (CTZ) του προμήκους, προφανώς με αποκλεισμό των υποδοχέων ντοπαμίνης στην CTZ. Οι φαινοθειαζίνες αναστέλλουν τις κεντρικές και περιφερικές επιδράσεις της απομορφίνης και των εργοταμινικών αλκαλοειδών. Οι φαινοθειαζίνες γενικά δεν αναστέλλουν τον έμετο που προκαλείται από τη δράση φαρμάκων στο γάγγλιο του νεύρου πνευμονογαστρικού ή από τοπική δράση στο γαστρεντερικό σωλήνα. /Γενική Δήλωση Φαινοθειαζίνης/
Για περισσότερα δεδομένα Μηχανισμού Δράσης (Πλήρη) για τη Χλωρπρομαζίνη (19 σύνολο), παρακαλώ επισκεφθείτε τη σελίδα καταγραφής HSDB.
biotech
PubChem
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
expand_more
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
Απορρόφηση, Κατανομή & Απέκκριση
- Απορρόφηση: Απορροφάται εύκολα από τον ΓΕΣ. Η βιοδιαθεσιμότητα ποικίλλει λόγω του μεταβολισμού πρώτης διόδου από το ήπαρ.
- Κατανομή: 20 L/kg
- Απέκκριση: Νεφρά, ~ 37% απεκκρίνεται στα ούρα.
Η χλωρπρομαζίνη υδροχλωρική απορροφάται ταχέως από τον ΓΕΣ και από παρεντερικά σημεία έγχυσης. Ωστόσο, μετά από από του στόματος χορήγηση, το φάρμακο υφίσταται σημαντικό μεταβολισμό κατά την απορρόφηση (στον βλεννογόνο του ΓΕΣ) και την πρώτη δίοδο από το ήπαρ. Αν και δεν έχει σαφώς τεκμηριωθεί σε ανθρώπους, η χλωρπρομαζίνη και οι μεταβολίτες της υφίστανται εντεροηπατική κυκλοφορία σε ζώα.
Έχουν αναφερθεί σημαντικές δια-ατομικές διακυμάνσεις στις μέγιστες συγκεντρώσεις στο πλάσμα με την ίδια από του στόματος δόση χλωρπρομαζίνης. Η μεταβλητότητα πιστεύεται ότι οφείλεται σε ευρεία δια-ατομική διακύμανση στη βιοδιαθεσιμότητα, προφανώς λόγω γενετικών διαφορών στον ρυθμό του μεταβολισμού πρώτης διόδου. Ως αποτέλεσμα του μεταβολισμού πρώτης διόδου, λιγότερη χλωρπρομαζίνη φτάνει στη συστηματική κυκλοφορία ως αμετάβλητο φάρμακο, και οι μέγιστες συγκεντρώσεις χλωρπρομαζίνης στο πλάσμα είναι πολύ χαμηλότερες μετά από από του στόματος χορήγηση σε σύγκριση με τη παρεντερική χορήγηση.
Μετά από από του στόματος χορήγηση χλωρπρομαζίνης υδροχλωρικής σε μορφή δισκίου, η έναρξη της φαρμακολογικής δράσης επέρχεται εντός 30-60 λεπτών. Η διάρκεια δράσης είναι 4-6 ώρες. Η έναρξη της φαρμακολογικής δράσης μετά από από του στόματος χορήγηση χλωρπρομαζίνης υδροχλωρικής σε μορφή παρατεταμένης αποδέσμευσης είναι περίπου 30-60 λεπτά. Η διάρκεια δράσης είναι 10-12 ώρες. Η έναρξη της φαρμακολογικής δράσης μετά από ορθική χορήγηση χλωρπρομαζίνης είναι γενικά βραδύτερη από αυτήν μετά από από του στόματος χορήγηση χλωρπρομαζίνης υδροχλωρικής. Η ορθικά χορηγούμενη χλωρπρομαζίνη έχει διάρκεια δράσης 3-4 ώρες.
Οι φαινοθειαζίνες και οι μεταβολίτες τους κατανέμονται στους περισσότερους ιστούς και σωματικά υγρά, με υψηλές συγκεντρώσεις να κατανέμονται στον εγκέφαλο, τους πνεύμονες, το ήπαρ, τους νεφρούς και τον σπλήνα. /Γενική Δήλωση Φαινοθειαζίνης/
Για περισσότερα δεδομένα Απορρόφησης, Κατανομής και Απέκκρισης (Πλήρη) για τη Χλωρπρομαζίνη (17 σύνολο), παρακαλώ επισκεφθείτε τη σελίδα καταγραφής HSDB.
water_drop
PubChem
Δέσμευση πρωτεϊνών
expand_more
Δέσμευση πρωτεϊνών
Σ δέσμευση
90% στις πρωτεΐνες του πλάσματος, κυρίως αλβουμίνη
hub
PubChem
Μεταβολισμός
expand_more
Μεταβολισμός
Μεταβολισμός
Εκτενώς μεταβολίζεται στο ήπαρ και τους νεφρούς. Μεταβολίζεται εκτενώς από ισοένζυμα του κυτοχρώματος P450 CYP2D6 (κύρια οδός), CYP1A2 και CYP3A4. Έχουν αναγνωριστεί περίπου 10 έως 12 κύριοι μεταβολίτες. Η υδροξυλίωση στις θέσεις 3 και 7 του πυρήνα της φαινοθειαζίνης και η πλευρική αλυσίδα N-διμεθυλαμινοπροπυλίου υφίσταται απομεθυλίωση και μεταβολίζεται επίσης σε N-οξείδιο. Στα ούρα, το 20% της χλωρπρομαζίνης και των μεταβολιτών της απεκκρίνεται α-συζευγμένο στα ούρα ως αμετάβλητο φάρμακο, δεμονομεθυλχλωρπρομαζίνη, δεδιμεθυλχλωρπρομαζίνη, οι μεταβολίτες σουλφοξειδίου τους και χλωρπρομαζίνη-N-οξείδιο. Το υπόλοιπο 80% αποτελείται από συζευγμένους μεταβολίτες, κυρίως Ο-γλυκουρονίδες και μικρές ποσότητες αιθερικών θειικών των μονο- και δι-υδροξυ-παραγώγων της χλωρπρομαζίνης και των μεταβολιτών σουλφοξειδίου τους. Οι κύριοι μεταβολίτες είναι η μονο-γλυκουρονιδική της N-δεδιμεθυλχλωρπρομαζίνης και η 7-υδροξυχλωρπρομαζίνη. Περίπου το 37% της χορηγηθείσας δόσης χλωρπρομαζίνης απεκκρίνεται στα ούρα.
Αν και η ακριβής μεταβολική πορεία της χλωρπρομαζίνης δεν έχει σαφώς καθοριστεί, το φάρμακο μεταβολίζεται εκτενώς, κυρίως στο ήπαρ και τους νεφρούς. Περίπου 10-12 μεταβολίτες που απαντώνται σε ανθρώπους σε σημαντικές ποσότητες έχουν αναγνωριστεί. Εκτός από την υδροξυλίωση στις θέσεις 3 και 7 του πυρήνα της φαινοθειαζίνης, η πλευρική αλυσίδα N-διμεθυλαμινοπροπυλίου της χλωρπρομαζίνης υφίσταται απομεθυλίωση και μεταβολίζεται επίσης σε N-οξείδιο. Δύο κύριες ομάδες μεταβολιτών έχουν βρεθεί στα ούρα. Το α-συζευγμένο κλάσμα, το οποίο αντιπροσωπεύει περίπου το 20% της χλωρπρομαζίνης και των μεταβολιτών της που απεκκρίνονται στα ούρα, αποτελείται από αμετάβλητο φάρμακο, δεμονομεθυλχλωρπρομαζίνη, δεδιμεθυλχλωρπρομαζίνη, τους μεταβολίτες σουλφοξειδίου τους και χλωρπρομαζίνη-N-οξείδιο. Το συζευγμένο κλάσμα, το οποίο αντιπροσωπεύει περίπου το 80% της χλωρπρομαζίνης και των μεταβολιτών της που απεκκρίνονται στα ούρα, αποτελείται κυρίως από Ο-γλυκουρονίδες, με μικρές ποσότητες αιθερικών θειικών των μονο- και δι-υδροξυ-παραγώγων της χλωρπρομαζίνης και των μεταβολιτών σουλφοξειδίου τους. Οι κύριοι μεταβολίτες που απαντώνται στα ούρα είναι η μονο-γλυκουρονιδική της N-δεδιμεθυλχλωρπρομαζίνης και η 7-υδροξυχλωρπρομαζίνη.
Οι περισσότεροι μεταβολίτες των φαινοθειαζινών είναι φαρμακολογικά ανενεργοί. Ωστόσο, ορισμένοι μεταβολίτες (π.χ., 7-υδροξυχλωρπρομαζίνη, μεσοριδαζίνη) παρουσιάζουν μέτρια φαρμακολογική δραστηριότητα και μπορεί να συμβάλλουν στη δράση των φαρμάκων. Υπάρχουν περιορισμένες ενδείξεις ότι ορισμένες φαινοθειαζίνες (π.χ., χλωρπρομαζίνη) μπορεί να προκαλέσουν τον δικό τους μεταβολισμό. /Γενική Δήλωση Φαινοθειαζίνης/
Παράγει 2-χλωροφαινοθειαζίνη σε άνθρωπο, προμαζίνη πιθανώς σε σκύλο και άνθρωπο… Παράγει δεμεθυλχλωρπρομαζίνη σε άνθρωπο, αρουραίο, κουνέλι, ποντίκι, σκύλο, πρόβατο, ινδικό χοιρίδιο… Παράγει χλωρπρομαζίνη σουλφοξείδιο σε άνθρωπο, αρουραίο, κουνέλι, σκύλο… Παράγει χλωρπρομαζίνη-N-οξείδιο σε άνθρωπο, αρουραίο, κουνέλι, σκύλο, χοίρο, πρόβατο, ινδικό χοιρίδιο, ποντίκι… Παράγει 3-υδροξυχλωρπρομαζίνη σε άνθρωπο, αρουραίο, σκύλο… Παράγει 7-υδροξυχλωρπρομαζίνη σε άνθρωπο, αρουραίο, πρόβατο, σκύλο, κουνέλι, ινδικό χοιρίδιο… /Από πίνακα/
Τουλάχιστον 10 ή 12 μεταβολίτες της χλωρπρομαζίνης απαντώνται σε ανθρώπους σε σημαντικές ποσότητες. Ποσοτικά, οι σημαντικότεροι από αυτούς είναι η νορ2-χλωρπρομαζίνη (δι-μεθυλιωμένη), η χλωρφαινοθειαζίνη (απομάκρυνση ολόκληρης της πλευρικής αλυσίδας), τα προϊόντα μεθοξυ και υδροξυ, και οι γλυκουρονιδικοί συζεύξεις των υδροξυλιωμένων ενώσεων. Στα ούρα, επικρατούν οι 7-υδροξυλιωμένοι και δεαλκυλιωμένοι (νορ2) μεταβολίτες και οι συζεύξεις τους.
Η χλωρπρομαζίνη έχει γνωστούς ανθρώπινους μεταβολίτες που περιλαμβάνουν χλωρπρομαζίνη N-γλυκουρονίδιο, 7-υδροξυχλωρπρομαζίνη, χλωρπρομαζίνη S-οξείδιο, και χλωρπρομαζίνη, N-δεσμεθυλ.
Εκτενώς μεταβολίζεται στο ήπαρ και τους νεφρούς. Μεταβολίζεται εκτενώς από ισοένζυμα του κυτοχρώματος P450 CYP2D6 (κύρια οδός), CYP1A2 και CYP3A4. Έχουν αναγνωριστεί περίπου 10 έως 12 κύριοι μεταβολίτες. Η υδροξυλίωση στις θέσεις 3 και 7 του πυρήνα της φαινοθειαζίνης και η πλευρική αλυσίδα N-διμεθυλαμινοπροπυλίου υφίσταται απομεθυλίωση και μεταβολίζεται επίσης σε N-οξείδιο. Στα ούρα, το 20% της χλωρπρομαζίνης και των μεταβολιτών της απεκκρίνεται α-συζευγμένο στα ούρα ως αμετάβλητο φάρμακο, δεμονομεθυλχλωρπρομαζίνη, δεδιμεθυλχλωρπρομαζίνη, οι μεταβολίτες σουλφοξειδίου τους και χλωρπρομαζίνη-N-οξείδιο. Το υπόλοιπο 80% αποτελείται από συζευγμένους μεταβολίτες, κυρίως Ο-γλυκουρονίδες και μικρές ποσότητες αιθερικών θειικών των μονο- και δι-υδροξυ-παραγώγων της χλωρπρομαζίνης και των μεταβολιτών σουλφοξειδίου τους. Οι κύριοι μεταβολίτες είναι η μονο-γλυκουρονιδική της N-δεδιμεθυλχλωρπρομαζίνης και η 7-υδροξυχλωρπρομαζίνη. Περίπου το 37% της χορηγηθείσας δόσης χλωρπρομαζίνης απεκκρίνεται στα ούρα.
hourglass
PubChem
Ημίσεια ζωή
expand_more
Ημίσεια ζωή
Βιολογικός Χρόνος Ημίσειας Ζωής
~ 30 ώρες
Μετά από από του στόματος δόσεις 120 mg/m² σε υγιείς εθελοντές, η χλωρπρομαζίνη παρουσιάζει μέσο χρόνο ημίσειας ζωής αποβολής περίπου 18 ώρες (εύρος, 6-119 ώρες).
Η εξαφάνιση της χλωρπρομαζίνης από το πλάσμα περιλαμβάνει ταχεία φάση κατανομής (χρόνος ημίσειας ζωής περίπου 2 ώρες) και βραδύτερη πρώιμη φάση αποβολής (χρόνος ημίσειας ζωής περίπου 30 ώρες), αλλά έχουν αναφερθεί εξαιρετικά μεταβλητές τιμές. Ο χρόνος ημίσειας ζωής αποβολής από τον ανθρώπινο εγκέφαλο δεν είναι γνωστός.
Η φαρμακοκινητική της χλωρπρομαζίνης στο νεογνό δεν έχει αναφερθεί. Οι ερευνητές μελέτησαν την κινητική της απομάκρυνσης της χλωρπρομαζίνης από το πλάσμα σε ένα βρέφος του οποίου η μητέρα λάμβανε υψηλές δόσεις χλωρπρομαζίνης και λιθίου καθ’ όλη τη διάρκεια του τελευταίου τριμήνου της κύησης. Το βρέφος παρουσίασε συμπτώματα σοβαρής νευρολογικής καταστολής που υποχώρησαν αργά τις πρώτες 9 ημέρες ζωής. Η κινητική της απομάκρυνσης της χλωρπρομαζίνης από το πλάσμα περιγράφηκε με ένα μοντέλο δύο διαμερισμάτων, παρουσιάζοντας ταχεία ημίσεια ζωή 1,46 ημερών και βραδεία ημίσεια ζωή 3,19 ημερών. Και οι δύο χρόνοι ημίσειας ζωής είναι σημαντικά μεγαλύτεροι από τους ταχείς και βραδείς χρόνους ημίσειας ζωής που περιγράφονται σε ενήλικες. Απαιτείται προσοχή στην έκθεση του εμβρύου ή του νεογνού σε χλωρπρομαζίνη. Απαιτούνται περαιτέρω πληροφορίες σχετικά με την κατανομή και την απέκκριση της χλωρπρομαζίνης από το νεογνό.
category
PubChem
MeSH classification
expand_more
MeSH classification
Ταξινόμηση MeSH Φαρμακολογική
- Φάρμακα που χρησιμοποιούνται για την πρόληψη ΝΑΥΤΙΑΣ ή ΕΜΕΤΟΥ.
- Παράγοντες που ελέγχουν την αγχωμένη ψυχική συμπεριφορά, ανακουφίζουν από οξείες ψυχωσικές καταστάσεις, μειώνουν τα ψυχωσικά συμπτώματα και ασκούν ηρεμιστική επίδραση. Χρησιμοποιούνται σε ΣΧΙΖΟΦΡΕΝΕΙΑ, άνοια, παροδική ψύχωση μετά από χειρουργική επέμβαση, ή ΜΥΟΚΑΡΔΙΑΚΟ ΕΜΦΡΑΚΤΟ, κ.ά. Αυτά τα φάρμακα αναφέρονται συχνά ως νευροληπτικά, υπονοώντας την τάση να προκαλούν νευρολογικές παρενέργειες, αλλά δεν προκαλούν όλες οι αντιψυχωσικές ουσίες τέτοιες επιδράσεις. Πολλά από αυτά τα φάρμακα μπορεί επίσης να είναι αποτελεσματικά κατά της ναυτίας, του εμέτου και του κνησμού.
- Φάρμακα που συνδέονται με υποδοχείς ΝΤΟΠΑΜΙΝΗΣ αλλά δεν τους ενεργοποιούν, αναστέλλοντας έτσι τις δράσεις της ντοπαμίνης ή των εξωγενών αγωνιστών. Πολλά φάρμακα που χρησιμοποιούνται στη θεραπεία ψυχωσικών διαταραχών (ΑΝΤΙΨΥΧΩΤΙΚΟΙ ΠΑΡΑΓΟΝΤΕΣ) είναι ανταγωνιστές ντοπαμίνης, αν και οι θεραπευτικές τους επιδράσεις μπορεί να οφείλονται σε μακροπρόθεσμες προσαρμογές του εγκεφάλου παρά στις οξείες επιδράσεις του αποκλεισμού των υποδοχέων ντοπαμίνης. Οι ανταγωνιστές ντοπαμίνης έχουν χρησιμοποιηθεί για διάφορους άλλους κλινικούς σκοπούς, συμπεριλαμβανομένης της χρήσης ως ΑΝΤΙΕΜΕΤΙΚΑ, στη θεραπεία του συνδρόμου Tourette και για το ρέψιμο. Ο αποκλεισμός των υποδοχέων ντοπαμίνης σχετίζεται με ΝΕΥΡΟΛΗΠΤΙΚΟ ΚΑΚΟΗΘΕΣ ΣΥΝΔΡΟΜΟ.
fact_check
PubChem
FDA classification
expand_more
FDA classification
Ταξινόμηση FDA Φαρμακολογική
U42B7VYA4P
CHLORPROMAZINE
Καθιερωμένη Φαρμακολογική Κατηγορία [EPC] - Φαινοθειαζίνη
Χημική Δομή [CS] - Φαινοθειαζίνες
Η χλωρπρομαζίνη είναι Φαινοθειαζίνη.
CHLORPROMAZINE
Φαινοθειαζίνη [EPC]; Φαινοθειαζίνες [CS]
Ημίσεια ζωή
Δέσμευση πρωτεϊνών
Απέκκριση
Επιστημονικό Προφίλ
expand_more
Ταξινόμηση MeSH Φαρμακολογική
- Φάρμακα που χρησιμοποιούνται για την πρόληψη ΝΑΥΤΙΑΣ ή ΕΜΕΤΟΥ.
- Παράγοντες που ελέγχουν την αγχωμένη ψυχική συμπεριφορά, ανακουφίζουν από οξείες ψυχωσικές καταστάσεις, μειώνουν τα ψυχωσικά συμπτώματα και ασκούν ηρεμιστική επίδραση. Χρησιμοποιούνται σε ΣΧΙΖΟΦΡΕΝΕΙΑ, άνοια, παροδική ψύχωση μετά από χειρουργική επέμβαση, ή ΜΥΟΚΑΡΔΙΑΚΟ ΕΜΦΡΑΚΤΟ, κ.ά. Αυτά τα φάρμακα αναφέρονται συχνά ως νευροληπτικά, υπονοώντας την τάση να προκαλούν νευρολογικές παρενέργειες, αλλά δεν προκαλούν όλες οι αντιψυχωσικές ουσίες τέτοιες επιδράσεις. Πολλά από αυτά τα φάρμακα μπορεί επίσης να είναι αποτελεσματικά κατά της ναυτίας, του εμέτου και του κνησμού.
- Φάρμακα που συνδέονται με υποδοχείς ΝΤΟΠΑΜΙΝΗΣ αλλά δεν τους ενεργοποιούν, αναστέλλοντας έτσι τις δράσεις της ντοπαμίνης ή των εξωγενών αγωνιστών. Πολλά φάρμακα που χρησιμοποιούνται στη θεραπεία ψυχωσικών διαταραχών (ΑΝΤΙΨΥΧΩΤΙΚΟΙ ΠΑΡΑΓΟΝΤΕΣ) είναι ανταγωνιστές ντοπαμίνης, αν και οι θεραπευτικές τους επιδράσεις μπορεί να οφείλονται σε μακροπρόθεσμες προσαρμογές του εγκεφάλου παρά στις οξείες επιδράσεις του αποκλεισμού των υποδοχέων ντοπαμίνης. Οι ανταγωνιστές ντοπαμίνης έχουν χρησιμοποιηθεί για διάφορους άλλους κλινικούς σκοπούς, συμπεριλαμβανομένης της χρήσης ως ΑΝΤΙΕΜΕΤΙΚΑ, στη θεραπεία του συνδρόμου Tourette και για το ρέψιμο. Ο αποκλεισμός των υποδοχέων ντοπαμίνης σχετίζεται με ΝΕΥΡΟΛΗΠΤΙΚΟ ΚΑΚΟΗΘΕΣ ΣΥΝΔΡΟΜΟ.