LOVASTATIN
Λοβαστατίνη
Οι στατίνες είναι πιο ισχυρά φάρμακα από τις ρητίνες ανταλλαγής ιόντων στη μείωση της LDL-χοληστερόλης, αλλά λιγότερο δραστικά στη μείωση των τριγλυκεριδίων και την αύξηση της HDL. Οι σπουδαιότερες ανεπιθύμητες ενέργειες είναι η αναστρέψιμη μυοσίτιδα και η ραβδομυόλυση. Η …
Εμπορικά Ονόματα
Κλινική Σύνοψη
Προτεραιότητα πηγών: SPC, ΕΟΦ, DrugBank
clinical_notes
ΕΟΦ
Ενδείξεις
expand_more
Ενδείξεις
medication
SPC-MEVASTIN
Δοσολογία
expand_more
Δοσολογία
- Οδός: Από το στόμα
- Χορήγηση: Με τα γεύματα, ιδιαίτερα με το βραδινό γεύμα
- Δόση έναρξης: 10mg ή 20mg
- Τιτλοποίηση: Αναπροσαρμογή της δοσολογίας θα πρέπει να γίνεται σε διαστήματα 4 εβδομάδων ή μεγαλύτερα.
-
Γενικός πληθυσμόςΔόση10-80mg ημερησίωςΜέγ. δόση80mgΗ συνήθης συνιστώμενη αρχική δόση είναι 20mg μία φορά την ημέρα με το βραδινό γεύμα. Σε ασθενείς που απαιτείται μείωση της LDL χοληστερόλης 20% ή περισσότερο, η θεραπεία πρέπει να αρχίσει με 20mg ημερησίως. Σε ασθενείς που απαιτείται μικρότερη μείωση, η αρχική δόση μπορεί να είναι 10mg ημερησίως. Στους ασθενείς με πολύ αυξημένα επίπεδα χοληστερόλης στον ορό (>300mg/dl), η θεραπεία μπορεί να αρχίσει με 40mg την ημέρα. Η συνιστώμενη δοσολογία κυμαίνεται από 20-80mg την ημέρα μία φορά την ημέρα ή σε διαιρεμένες δόσεις. Η μέγιστη συνιστώμενη δόση είναι 80mg την ημέρα. Αναπροσαρμογή της δοσολογίας θα πρέπει να γίνεται σε διαστήματα 4 εβδομάδων ή μεγαλύτερα. Οι δόσεις θα πρέπει να προσαρμόζονται μεμονωμένα.
-
Ασθενείς που λαμβάνουν ταυτόχρονα ανοσοκατασταλτικά φάρμακα, γεμφιβροζίλη, άλλες φιβράτες ή δόσεις νιασίνης (≥ 1g/ημερησίως)Δόση10mgΜέγ. δόση20mgΗ θεραπεία πρέπει να αρχίσει με 10mg λοβαστατίνη και η μέγιστη συνιστώμενη δοσολογία δεν πρέπει γενικά να υπερβαίνει τα 20mg ημερησίως.
-
Ασθενείς που λαμβάνουν ταυτόχρονα αμιωδαρόνη ή βεραπαμίληΜέγ. δόση40mgΗ δοσολογία της λοβαστατίνης δεν θα πρέπει να υπερβεί τα 40mg ημερησίως.
-
Ασθενείς με βαριά νεφρική ανεπάρκεια (κάθαρση κρεατινίνης <30ml/min)Αύξηση της δοσολογίας πάνω από 20mg ημερησίως να χορηγείται με ιδιαίτερη προσοχή.
-
Παιδιά και έφηβοιΔεν έχει τεκμηριωθεί η ασφάλεια και αποτελεσματικότητα. Δεν συνιστάται.
block
SPC-MEVASTIN
Αντενδείξεις
expand_more
Αντενδείξεις
-
Υπερευαισθησία σε οποιοδήποτε συστατικό του φαρμάκου.
-
Ενεργός ηπατική νόσος ή ανεξήγητη επιμένουσα αύξηση των τρανσαμινασών το ορού (βλέπε Προειδοποιήσεις)
-
Κύηση - Γαλουχία
-
Παιδιά
warning
SPC-MEVASTIN
Προειδοποιήσεις
expand_more
Προειδοποιήσεις
-
Δυσλειτουργία του ήπατοςΟπως και με άλλα φάρμακα που ελαττώνουν τα λιπίδια, έχει ανακοινωθεί ήπια (λιγότερο από 3 φορές από το ανώτερο φυσιολογικό όριο) αύξηση των τρανσαμινασών στον ορό μετά από θεραπεία με λοβαστατίνη (βλέπε ΑΝΕΠΙΘΥΜΗΤΕΣ ΕΝΕΡΓΕΙΕΣ). Αυτές οι μεταβολές εμφανίσθηκαν αμέσως μετά από την έναρξη της θεραπείας με λοβαστατίνη, ήταν συνήθως παροδικές, δεν συνοδεύονταν από κανένα σύμπτωμα και δεν απαιτήθηκε διακοπή της θεραπείας. Σημαντικά επιμένουσα αύξηση (περισσότερο από 3 φορές από το ανώτερο φυσιολογικό όριο) στις τρανσαμινάσες του ορού, παρατηρήθηκε στο 1,9% των ενηλίκων ασθενών που έπαιρναν λοβαστατίνη τουλάχιστον για 1 χρόνο (βλέπε ΑΝΕΠΙΘΥΜΗΤΕΣ ΕΝΕΡΓΕΙΕΣ). Οταν η χορήγηση του φαρμάκου σταμάτησε προσωρινά ή διακόπηκε σε αυτούς τους ασθενείς, τα επίπεδα των τρανσαμινασών συνήθως επανήλθαν στις πριν από την έναρξη της θεραπείας τιμές. Η αύξηση συνήθως εμφανίστηκε 3 έως 12 μήνες μετά την έναρξη της θεραπείας με λοβαστατίνη και δεν σχετίσθηκε με ίκτερο ή άλλα κλινικά σημεία ή συμπτώματα. Δεν υπάρχουν στοιχεία υπερευαισθησίας. Σε έναν από αυτούς τους ασθενείς έγινε βιοψία ήπατος, η οποία έδειξε περιοχές εστιακής ηπατίτιδας. Σε αυτόν τον ασθενή, τα επίπεδα των τρανσαμινασών επανήλθαν στο φυσιολογικό μετά τη διακοπή του φαρμάκου. Στη μελέτη EXCEL (βλέπε ΚΛΙΝΙΚΗ ΦΑΡΜΑΚΟΛΟΓΙΑ, Κλινικές Μελέτες) η συχνότητα επιμένουσας σημαντικής αύξησης των τρανσαμινασών του ορού για διάστημα μεγαλύτερο των 48 εβδομάδων ήταν 0.1% για το placebo, 0.1% για τη δόση 20mg ημερησίως, 0.9% για τη δόση 40mg ημερησίως και 1.5% για τη δόση 80mg λοβαστατίνης ημερησίως. Ωστόσο από την μετεγκριτική εμπειρία, συμπτωματική ηπατική νόσος έχει αναφερθεί σπάνια με τη λοβαστατίνη, σε όλες τις δοσολογίες (βλέπε ΑΝΕΠΙΘΥΜΗΤΕΣ ΕΝΕΡΓΕΙΕΣ). Συνιστάται να γίνεται έλεγχος της ηαπτικής λειτουργίας πριν την έναρξη της θεραπείας, την 6η και 12η εβδομάδα μετά την έναρξη της θεραπείας με λοβαστατίνη ή μετά από αύξηση της δόσης και στη συνέχεια, περιοδικά, (π.χ. κάθε 6 μήνες) σε όλους τους ασθενείς. Ειδική προσοχή θα πρέπει να δίνεται στους ασθενείς που απαπτύσουν υψηλά επίπεδα τρανσαμινασών στον ορό και σε αυτούς τους ασθενείς οι μετρήσεις θα πρέπει να επαναλαμβάνονται αμέσως και στη συνέχεια να γίνονται πιο συχνά. Εάν τα επίπεδα των τρανσαμινασών τείνουν να αυξηθούν περισσότερο από τρεις φορές από το ανώτερο φυσιολογικό όριο και επιμένουν, το φάρμακο θα πρέπει να διακοπεί. Μετά τη διακοπή του φαρμάκου, εάν επιμένει η αύξηση, θα πρέπει να λαμβάνεται σοβαρά υπόψη η διενέργεια βιοψίας του ήπατος. Το φάρμακο πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή σε ασθενείς που καταναλώνουν σημαντικές ποσότητες αλκοόλ και/ή έχουν ιστορικό ηπατικής νόσου. Η ενεργός ηπατική νόσος ή η ανεξήγητη αύξηση των τρανσαμινασών αποτελούν αντένδειξη για τη χρήση της λοβαστατίνης.
-
Mυοπάθεια / ραβδομυόλυσηΗ λοβαστατίνη, όπως άλλοι αναστολείς της HMG-CoA ρεδουκτάσης, περιστασιακά προκαλούν μυοπάθεια που εκδηλώνεται ως μυϊκός πόνος, ευαισθησία ή αδυναμία με επίπεδα της κινάσης κρεατινίνης (CK) πάνω από 10φορές το ανώτερο φυσιολογικό (ULN). Η μυοπάθεια μερικές φορές εκδηλώνεται ως ραβδομυόλυση με ή χωρίς οξεία νεφρική ανεπάρκεια, ως συνέπεια της μυοσφαιρινουρίας και σπάνια έχουν εμφανισθεί θάνατοι. Ο κίνδυνος για μυοπάθεια αυξήθηκε με τα αυξημένα επίπεδα ανασταλτικής ενέργειας της HMG-CoA ρεδουκτάσης στο πλάσμα. Ο κίνδυνος μυοπάθειας/ραβδομυόλυσης αυξήθηκε με την ταυτόχρονη χορήγηση λοβαστατίνης με τα ακόλουθα: Ισχυροί αναστολείς του συστήματος CYP3A4: Κυκλοσπορίνη, ιτρακοναζόλη, κετοκοναζόλη, ερυθρομυκίνη,κλαριθρομυκίνη, αναστολείς πρωτεασών ΗΙV νεφαζοδόνη, ιδιαίτερα με μεγάλες δόσεις λοβαστατίνης (βλ. παρακάτω Αλληλεπιδράσεις φαρμάκων, CYP3A4 αλληλεπιδράσεις, Κλινική φαρμακολογία, φαρμακοκινητική) Φάρμακα που ελαττώνουν τα λιπίδια, που μπορεί να προκαλέσουν μυοπάθεια, όταν χορηγούνται μόνα τους: γεμφιβροζίλη, άλλες φιβράτες ή δόσεις νιασίνης που ελαττώνουν τα λιπίδια (> 1g ημερησίως), ιδιαίτερα με μεγάλες δόσεις λοβαστατίνης (βλ. παρακάτω Αλληλεπιδράσεις φαρμάκων, Αλληλεπιδράσεις με φάρμακα που ελαττώνουν τα λιπίδια,που μπορεί να προκαλέσουν μυοπάθεια όταν χορηγούνται μόνα τους). Αλλα φάρμακα: Ο κίνδυνος μυοπάθειας/ραβδομυόλυσης αυξήθηκε με την ταυτόχρονη χορήγηση αμιωδαρόνης ή βεραπαμίλης, με μεγάλες δόσεις ενός αναστολέα που είναι άμεσα σχετιζόμενος με την κατηγορία των αναστολέων της HMG-CoA ρεδουκτάσης (βλ.Αλληλεπιδράσεις φαρμάκων, Αλλες αλληλεπιδράσεις φαρμάκων). - Ο κίνδυνος για μυοπάθεια / ραβδομυόλυση εξαρτάται από την δόση. Σε μία κλινική μελέτη (EXCEL) στην οποία οι ασθενείς παρακολουθήθηκαν προσεκτικά και μερικά φάρμακα που αλληλεπιδρούν αποκλείσθηκαν,υπήρξε μία περίπτωση μυοπάθειας μεταξύ 4933 ασθενών τυχαιοποιημένων να λάβουν λοβαστατίνη 20-40 mg ημερησίως για 48 εβδομάδες και 4 ανάμεσα σε 1649 ασθενείς που τυχαιοποιήθηκαν να λάβουν 80 mg ημερησίως. Συνεπώς: 1. Η χορήγηση της λοβαστατίνης ταυτόχρονα με ιτρακοναζόλη, κετοκοναζόλη, ερυθρομυκίνη ή κλαριθρομυκίνη αναστολείς πρωτεασών ΗΙV ή νεφαζοδόνη θα πρέπει να αποφεύγεται. Εάν η θεραπεία με ιτρακοναζόλη, κετοκοναζόλη, ερυθρομυκίνη ή κλαρυθρομυκίνη δεν μπορεί να αποφευχθεί, η θεραπεία με λοβαστατίνη θα πρέπει να διακοπεί κατά τη διάρκεια της θεραπείας. Η ταυτόχρονη χορήγηση άλλων φαρμάκων, που θεωρείται ότι έχουν ισχυρή ανασταλτική επίδραση στο σύστημα CYP3A4 σε θεραπευτικές δόσεις θα πρέπει να αποφεύγεται, εκτός εάν τα ωφέλη της συνδυασμένης θεραπείας υπερτερούν του αυξημένου κινδύνου. 2. Η δοσολογία της λοβαστατίνης δεν θα πρέπει να υπερβεί τα 20mg ημερησίως σε ασθενείς που λαμβάνουν ταυτόχρονα φάρμακα με κυκλοσπορίνη, γεμφιβροζίλη, άλλες φιβράτες ή δόσεις νιασίνης που ελαττώνουν τα λιπίδια (≥ 1g/ημερησίως). H συνδυασμένη χορήγηση λοβαστατίνης με φιβράτες ή νιασίνη θα πρέπει να αποφεύγεται εκτός αν το όφελος περαιτέρω μεταβολής των επιπέδων των λιπιδίων είναι πιθανόν να υπερτερεί του αυξημένου κινδύνου αυτού του συνδυασμού φαρμάκων. Η προσθήκη αυτών των φαρμάκων στην αγωγή με λοβαστατίνη τυπικά παρέχει μικρή επιπρόσθετη μείωση της LDL-C, αλλά μπορεί να παρουσιασθούν περαιτέρω μειώσεις στα τριγλυκερίδια και περαιτέρω αυξήσεις στην ΗDL-C. Eχουν χορηγηθεί συνδυασμοί φιβρατών ή νιασίνης με χαμηλές δόσεις λοβαστατίνης, χωρίς μυοπάθεια σε μικρής διάρκειας και έκτασης κλινικές μελέτες με προσεκτική παρακολούθηση. 3. Η δοσολογία της λοβαστατίνης δεν θα πρέπει να υπερβεί τα 40mg ημερησίως σε ασθενείς που λαμβάνουν ταυτόχρονα θεραπεία με αμιωδαρόνη ή βεραπαμίλη. Η συνδυασμένη χορήγηση της λοβαστατίνης σε δόσεις μεγαλύτερες από 40mg ημερησίως με αμιωδαρόνη ή βεραπαμίλη θα πρέπει να αποφεύγεται, εκτός εάν το κλινικό όφελος είναι πιθανόν να υπερτερεί του αυξημένου κινδύνου για μυοπάθεια. 4.Μέτρηση της κρεατινοφωσφοκινάσης (CK) Οι έλεγχοι της CK δεν θα πρέπει να γίνονται μετά από κουραστική άσκηση ή όταν υπάρχει οποιαδήποτε εύλογη διαφορετική αιτία για την αύξηση της κρεατινοφωσφοκινάσης,επειδή αυτό δυσκολεύει την αξιολόγηση της τιμής της. Εάν τα επίπεδα της CK είναι σημαντικά υψηλότερα από τα ανώτατα φυσιολογικά όρια (> 5 X UNL) θα πρέπει να μετρώνται και πάλι 5-7 ημέρες αργότερα προκειμένου να επιβεβαιωθεί το εύρημα. 5. Πριν τη θεραπεία Οι θεράποντες γιατροί θα πρέπει να συνταγογραφούν στατίνες με προσοχή σε ασθενείς με προδιαθεσικούς παράγοντες για ραβδομυόλυση. Τα επίπεδα της κρεατινικής κινάσης θα πρέπει οπωσδήποτε να προσδιορίζονται πριν την έναρξη της αγωγής στις ακόλουθες περιπτώσεις: -νεφρική ανεπάρκεια - υποθυρεοειδισμός -ατομικό ή οικογενειακό ιστορικό κληρονομικών μυϊκών διαταραχών - ιστοτικό προηγούμενης εκδήλωσης μυϊκής τοξικότητας μετά από λήψη στατίνης ή φιβράτης -αλκοολισμός -σε ηλικιωμένα άτομα (ηλικίας > 70 ετών) η χρησιμότητα μιάς τέτοιας μέτρησης θα πρέπει να ελεγχθεί σύμφωνα με το εάν υπάρχουν προδιαθεσικοί παράγοντες για ραβδομυόλυση. Σ’ αυτές τις παραπάνω καταστάσεις οι κίνδυνοι από τη θεραπεία θα πρέπει να εκτιμώνται σε σχέση με το πιθανό ώφελος και συνιστάται τακτική κλινική παρακολούθηση. Σε περίπτωση που τα επίπεδα της κρεατινικής κινάσης είναι σημαντικά υψηλότερα από τα ανώτερα φυσιολογικά όρια (> 5 X UNL) πριν την έναρξη της φαρμακευτικής αγωγής, το φάρμακο δεν πρέπει να χορηγηθεί. 6. Κατά τη θεραπεία Όλοι οι ασθενείς που αρχίζουν τη θεραπεία με λοβαστατίνη ή αυτοί των οποίων η δόση της λοβαστατίνης αυξήθηκε, θα πρέπει να ενημερώνονται για τον κίνδυνο μυοπάθειας και να αναφέρουν όποιοδήποτε μυϊκό πόνο, αδυναμία ή επώδυνο μυϊκό σπασμό(κράμπα).Σε ασθενείς με τέτοια συμπτώματα θα πρέπει να μετρώνται τα επίπεδα της κρεατινοφωσφοκινάσης (CK). Εφόσον τα επίπεδα αυτά ευρεθούν σημαντικά αυξημένα (> 5 X UNL) η θεραπεία πρέπει να διακοπεί. Εάν τα μυϊκά συμπτώματα είναι σοβαρά και προκαλούν καθημερινά δυσφορία ,ακόμη και όταν τα επίπεδα κρεατινοκινάσης είναι 5 X UNL,θα πρέπει να ληφθεί υπόψη η διακοπή της θεραπείας. Εάν τα συμπτώματα υποχωρήσουν και τα επίπεδα της κρεατινικής κινάσης επανέλθουν στα υσιολογικά,επανέναρξη της αγωγής με το φάρμακο ή έναρξη αγωγής με μία άλλη στατίνη θα πρέπει να γίνεται εφόσον τούτο κριθεί αναγκαίο, μόνο στη μικρότερη δυνατή δόση και με στενή κλινική παρακολούθηση. Η θεραπεία με λοβαστατίνη θα πρέπει να διακόπτεται αμέσως μόλις διαγνωσθεί ή άν υπάρχει υποψία για μυοπάθεια. Η παρουσία αυτών των συμπτωμάτων και/ή εάν τα επίπεδα της (CK) κρεατινοφωσφοκινάσης είναι >5 ορές το ανώτερο φυσιολογικό όριο, υποδεικνύει πιθανή μυοπάθεια. Στις περισσότερες περιπτώσεις, όταν οι ασθενείς διέκοψαν απότομα τη θεραπεία, τα μυϊκά συμπτώματα και οι αυξήσεις των επιπέδων CK, υποχώρησαν. Περιοδικοί έλεγχοι της CK μπορεί να ληφθούν υπ'όψιν σε ασθενείς που αρχίζουν θεραπεία με λοβαστατίνη ή σε αυτούς που η δόση αυξήθηκε, αλλά δεν υπάρχει διασφάλιση, ότι αυτός ο έλεγχος θα προλάβει τη μυοπάθεια. 7. Πολλοί από τους ασθενείς, που ανέπτυξαν ραβδομυόλυση κατά τη θεραπεία με λοβαστατίνη, είχαν πολύπλοκο ιατρικό ιστορικό, συμπεριλαμβανομένης της νεφρικής ανεπάρκειας συνήθως ως συνέπεια μακροχρόνιου διαβήτη. Τέτοιοι ασθενείς χρήζουν επισταμένης παρακολούθησης. Η θεραπεία με λοβαστατίνη θα πρέπει να σταματήσει προσωρινά για μερικές ημέρες πριν από προγραμματισμένη μεγάλη χειρουργική επέμβαση και όταν επισυμβαίνει ιατρική ή χειρουργική κατάσταση μείζονος σημασίας. ### Τοξικότητα στο ΚΝΣ - Οφθαλμός Η λοβαστατίνη προκάλεσε δοσοεξαρτώμενη εκφύλιση του οπτικού νεύρου σε σκύλους που ξεκίνησε με δόση 60mg/kg/ημέρα. Τα επίπεδα που επιτεύχθησαν στο πλάσμα με αυτή τη δόση ήταν 30 φορές υψηλότερα από το μέσο επίπεδο του φαρμάκου στον άνθρωπο μετά από λήψη της υψηλότερης ανθρώπινης δόσης. Αλλοιώσεις στα αγγεία του ΚΝΣ που χαρακτηρίζονται από αιμορραγία γύρω από το αγγείο, οίδημα και νέκρωση των μικρών αγγείων παρατηρήθηκε και σε σκύλους που έλαβαν λοβαστατίνη σε δόση 180mg/kg/ημέρα. Παρόμοιες αλλοιώσεις του οπτικού νεύρου και των αγγείων ΚΝΣ έχουν παρατηρηθεί και με άλλα φάρμακα αυτής της τάξης. Καταρράκτης έχει παρατηρηθεί σε σκύλους που ελάμβαναν 180mg/kg/ημέρα για 11 έως 28 εβδομάδες και 60mg/kg/ημέρα για 1 χρόνο.
swap_horiz
SPC-MEVASTIN
Αλληλεπιδράσεις
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
-
Ιτρακοναζόλη, κετοκοναζόλη, ερυθρομυκίνη, κλαριθρομυκίνη, αναστολείς πρωτεασών HIV, νεφαζοδόνη, κυκλοσπορίνηΠροσοχήΑυξάνουν τον κίνδυνο της μυοπάθειας μέσω της μείωσης της απέκκρισης της λοβαστατίνης.
-
ΠροσοχήΑυξημένος κίνδυνος μυοπάθειας.ΣύστασηΗ συνδυασμένη χρήση θα πρέπει να αποφεύγεται, εκτός εάν το όφελος υπερτερεί έναντι του αυξημένου κινδύνου.
-
Αμιωδαρόνη ή βεραπαμίληΠροσοχήΑυξημένος κίνδυνος μυοπάθειας / ραβδομυόλυσης.ΣύστασηΗ δοσολογία της λοβαστατίνης δεν θα πρέπει να υπερβεί τα 40mg ημερησίως.
-
Κουμαρινικά αντιπηκτικάΑιμορραγία και/ή αύξηση του χρόνου προθρομβίνης έχει ανακοινωθεί σε λίγους ασθενείς.ΣύστασηΚαθορισμός του χρόνου προθρομβίνης πριν την έναρξη της θεραπείας και αρκετά συχνά το πρώτο διάστημα. Επανέναρξη της διαδικασίας εάν αλλάξει η δόση της λοβαστατίνης.
-
ΑντιπυρίνηΔεν επηρεάζεται η φαρμακοκινητική της αντιπυρίνης, αλλά υπάρχει πιθανότητα αλληλεπίδρασης με άλλα φάρμακα που μεταβολίζονται μέσω του CYP 450 3A4.
-
Δεν παρατηρήθηκε κλινικά σημαντική αλληλεπίδραση.
-
Δεν επηρεάζονται οι συγκεντρώσεις της διγοξίνης στο πλάσμα.
-
Υπογλυκαιμικά σκευάσματα (γλυπιζίδη, χλωροπροπαμίδη)Δεν υπήρξε αλληλεπίδραση.
-
Χυμός κίτρου (μεγάλες ποσότητες)Αύξηση των επιπέδων στο πλάσμα.
sick
SPC-MEVASTIN
Ανεπιθύμητες ενέργειες
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
- Δυσκοιλιότητα
- Διάρροια
- Δυσπεψία
- Μετεωρισμός
- Επιγαστρικό άλγος/κράμπες
- Οπισθοστερνικός καύσος
- Ναυτία
- Κοιλιακό άλγος
- Παλινδρόμηση οξέος
- Ξηροστομία
- Έμετος
- Παγκρεατίτιδα
- Ηπατίτιδα
- Χολοστατικός ίκτερος
- Ηπατική νέκρωση
- Ηπάτωμα
- Ανορεξία
- Μυϊκές κράμπες
- Μυαλγία
- Μυοπάθεια
- Ραβδομυόλυση
- Αρθραλγία
- Επώδυνες μυϊκές συσπάσεις
- Άλγος στα κάτω άκρα
- Ωμαλγία
- Αρθραλγία
- Ζάλη
- Κεφαλαλγία
- Αϋπνία
- Παραισθησία
- Δυσλειτουργία κρανιακών νεύρων
- Τρόμος
- Ίλλιγος
- Απώλεια μνήμης
- Περιφερική παράλυση νεύρων
- Ψυχικές διαταραχές
- Άγχος
- Κατάθλιψη
- Ανταπόκριση σε οπτικά ερεθίσματα
- Εξάνθημα/κνησμός
- Αλωπεκία
- Κνησμός
- Οζίδια
- Αποχρωματισμός
- Ξηρότητα δερματικών/βλεννογόνιων υμένων
- Μεταβολές κόμης/νυχιών
- Θάμβος οράσεως
- Δυσγευσία
- Οφθαλμικός ερεθισμός
- Αναφυλαξία
- Αγγειοοίδημα
- Σύνδρομο προσομοιάζον με ερυθηματώδη λύκο
- Ρευματική πολυμυαλγία
- Αγγειϊτιδα
- Πορφύρα
- Θρομβοπενία
- Λευκοπενία
- Αιμολυτική αναιμία
- Αυξημένη ΤΚΕ
- Ηωσινοφιλία
- Αρθρίτιδα
- Αρθραλγία
- Κνίδωση
- Εξασθένιση
- Φωτοευαισθησία
- Πυρετός
- Ρίγη
- Έξαψη
- Κακουχία
- Δύσπνοια
- Τοξική επιδερμική νεκρόλυση
- Πολύμορφο ερύθημα (Stevens-Johnson)
- Γυναικομαστία
- Απώλεια libido
- Δυσλειτουργία στη στύση
- Επιδείνωση καταρράκτη
- Θολερότητα φακών
- Οφθαλμοπληγία
- Αυξημένα επίπεδα τρανσαμινασών
- Αυξημένα επίπεδα αλκαλικής φωσφατάσης
- Αυξημένα επίπεδα γGT
- Αυξημένα επίπεδα χολερυθρίνης
- Ανωμαλίες στη λειτουργία του θυρεοειδούς
Λεπτομέρειες κατά συχνότητα expand_more
-
4,9%ΔυσκοιλιότηταΓαστρεντερικές
-
5,5%ΔιάρροιαΓαστρεντερικές
-
3,9%ΔυσπεψίαΓαστρεντερικές
-
6,4%ΜετεωρισμόςΓαστρεντερικές
-
5,7%Επιγαστρικό άλγος/κράμπεςΓαστρεντερικές
-
1,6%Οπισθοστερνικός καύσοςΓαστρεντερικές
-
4,7%ΝαυτίαΓαστρεντερικές
-
1,1%Μυϊκές κράμπεςΜυοσκελετικές
-
2,4%ΜυαλγίαΜυοσκελετικές
-
2,0%ΖάληΝευρικό Σύστημα/Ψυχιατρικές
-
9,8%ΚεφαλαλγίαΝευρικό Σύστημα/Ψυχιατρικές
-
5,2%Εξάνθημα/κνησμόςΔέρμα
-
1,5%Θάμβος οράσεωςΕιδικές αισθήσεις
-
0,8%ΔυσγευσίαΕιδικές αισθήσεις
-
Αύξηση τρανσαμινασώνΕργαστηριακά Ευρήματα
-
11%Αύξηση CPKΕργαστηριακά Ευρήματα
-
1,7%ΕξασθένησηΓενικές
-
2,0%Κοιλιακό άλγοςΓαστρεντερικές
-
1,3%ΔιάρροιαΓαστρεντερικές
-
3,7%ΔυσπεψίαΓαστρεντερικές
-
3,7%ΜετεωρισμόςΓαστρεντερικές
-
1,9%ΝαυτίαΓαστρεντερικές
-
0,6%Μυϊκές κράμπεςΜυοσκελετικές
-
2,6%ΜυαλγίαΜυοσκελετικές
-
0,7%ΖάληΝευρικό Σύστημα/Ψυχιατρικές
-
2,7%ΚεφαλαλγίαΝευρικό Σύστημα/Ψυχιατρικές
-
0,8%ΕξάνθημαΔέρμα
-
1,1%Θάμβος όρασηςΕιδικές αισθήσεις
pregnant_woman
SPC-MEVASTIN
Κύηση / γαλουχία
Επίπεδο κινδύνου: Αποφεύγεται
expand_more
Κύηση / γαλουχία
-
ΚύησηΑποφεύγεταιη θεραπεία θα πρέπει να διακόπτεται αμέσως μόλις διαπιστώνεται η εγκυμοσύνη. Η λοβαστατίνη θα πρέπει να χορηγείται σε γυναίκες αναπαραγωγικής ηλικίας μόνον όταν αυτές οι γυναίκες είναι εξαιρετικά απίθανο να συλλάβουν και έχουν ενημερωθεί για τους πιθανούς κινδύνους. Εάν η γυναίκα μείνει έγκυος ενώ ελάμβανε θερπεία με λοβαστατίνη, το φάρμακο θα πρέπει να διακοπεί και η ασθενής να ενημερωθεί για τους πιθανούς κινδύνους για το έμβρυο.
-
ΓαλουχίαΑποφεύγεταιΔεν είναι γνωστό εάν η λοβαστατίνη εκκρίνεται στο μητρικό γάλα. Επειδή μία μικρή ποσότητα ενός άλλου φαρμάκου της ίδιας κατηγορίας εκκρίνεται στο μητρικό γάλα και επειδή υπάρχει η πιθανότητα εμφάνισης σοβαρών ανεπιθύμητων ενεργειών στα βρέφη που θηλάζουν, οι γυναίκες δεν πρέπει να θηλάζουν τα βρέφη τους εάν παίρνουν λοβαστατίνη (βλέπε Αντενδείξεις).
neurology
DrugBank
Μηχανισμός δράσης
expand_more
Μηχανισμός δράσης
monitor_heart
SPC-MEVASTIN
Φαρμακοδυναμική
expand_more
Φαρμακοδυναμική
biotech
SPC-MEVASTIN
Φαρμακοκινητική
expand_more
Φαρμακοκινητική
hub
PubChem
Μεταβολισμός
expand_more
Μεταβολισμός
bloodtype
DrugBank
Απέκκριση
expand_more
Απέκκριση
Σκευάσματα & Τιμολόγηση
Μονογραφίες Πηγών
Αναλυτικό περιεχόμενο ανά πηγή για τεκμηρίωση και έλεγχο
medication
Δοσολογία
SPC-MEVASTIN
expand_more
Δοσολογία
Η λοβαστατίνη πρέπει να χορηγείται με τα γεύματα. Η συνήθης συνιστώμενη αρχική δόση είναι 20mg χορηγούμενη μία φορά την ημέρα με το βραδινό γεύμα. Σε ασθενείς που απαιτείται μείωση της LDL χοληστερόλης 20% ή περισσότερο, η θεραπεία πρέπει να αρχίσει με 20mg ημερησίως. Σε ασθενείς που απαιτείται μικρότερη μείωση, η αρχική δόση μπορεί να είναι 10mg ημερησίως. Στους ασθενείς με πολύ αυξημένα επίπεδα χοληστερόλης στον ορό (π.χ. >300mg/dl [7,8 mmol/l] υπό δίαιτα), η θεραπεία μπορεί να αρχίσει με λοβαστατίνη 40mg την ημέρα. Η συνιστώμενη δοσολογία κυμαίνεται από 20-80mg την ημέρα μία φορά την ημέρα ή σε διαιρεμένες δόσεις. Η μέγιστη συνιστώμενη δόση είναι 80mg την ημέρα. Αναπροσαρμογή της δοσολογίας θα πρέπει να γίνεται σε διαστήματα 4 εβδομάδων ή μεγαλύτερα. Οι δόσεις θα πρέπει να προσαρμόζονται μεμονωμένα ανάλογα με την ανταπόκριση του ασθενούς. Τα επίπεδα της χοληστερόλης πρέπει να ελέγχονται περιοδικά και πρέπει να εξετάζεται η πιθανότητα μείωσης της δοσολογίας της λοβαστατίνης, εάν τα επίπεδα της LDL χοληστερόλης μειωθούν κάτω από τα προβλεπόμενα 75mg/dl (1,94 mmol/l) ή τα επίπεδα της ολικής χοληστερόλης του πλάσματος μειωθούν κάτω από τα 140mg/dl (3,6 mmol/l).
Συνδυασμένη θεραπεία
Σε ασθενείς που παίρνουν ταυτόχρονα με λοβαστατίνη ανοσοκατασταλτικά φάρμακα συμπεριλαμβανομένης της κυκλοσπορίνης, γεμφιβροζίλη,άλλες φιβράτες ή δόσεις νιασίνης που μειώνουν τα λιπίδια (≥ 1g/ημερησίως), η θεραπεία πρέπει να αρχίσει με 10mg λοβαστατίνη και η μέγιστη συνιστώμενη δοσολογία δεν πρέπει γενικά να υπερβαίνει τα 20mg ημερησίως (βλέπε Προειδοποιήσεις & Αλληλεπιδράσεις). Η δοσολογία της λοβαστατίνης δεν θα πρέπει να υπερβεί τα 40mg ημερησίως σε ασθενείς που λαμβάνουν ταυτόχρονα θεραπεία με αμιωδαρόνη ή βεραπαμίλη (Βλ. Προειδοποιήσεις και Αλληλεπιδράσεις).
Δοσολογία σε ασθενείς με νεφρική ανεπάρκεια
Σε ασθενείς με βαριά νεφρική ανεπάρκεια (κάθαρση κρεατινίνης <30ml/min) θα πρέπει, αύξηση της δοσολογίας πάνω από 20mg ημερησίως να χορηγείται με ιδιαίτερη προσοχή όπου κρίνεται αναγκαία.
Παιδιατρική χρήση
Δεν έχει τεκμηριωθεί η ασφάλεια και αποτελεσματικότητα του φαρμάκου στα παιδιά και τους εφήβους, δια τούτο και δεν συνιστάται η θεραπεία με λοβαστατίνη. Δεν υπάρχουν κλινικές μελέτες σε άτομα ηλικίας κάτω των 20 ετών.
block
Αντενδείξεις
SPC-MEVASTIN
expand_more
Αντενδείξεις
- Υπερευαισθησία σε οποιοδήποτε συστατικό του φαρμάκου.
- Ενεργός ηπατική νόσος ή ανεξήγητη επιμένουσα αύξηση των τρανσαμινασών το ορού (βλέπε Προειδοποιήσεις)
- Κύηση - Γαλουχία
- Παιδιά
warning
Προειδοποιήσεις
SPC-MEVASTIN
expand_more
Προειδοποιήσεις
Δυσλειτουργία του ήπατος
Οπως και με άλλα φάρμακα που ελαττώνουν τα λιπίδια, έχει ανακοινωθεί ήπια (λιγότερο από 3 φορές από το ανώτερο φυσιολογικό όριο) αύξηση των τρανσαμινασών στον ορό μετά από θεραπεία με λοβαστατίνη (βλέπε ΑΝΕΠΙΘΥΜΗΤΕΣ ΕΝΕΡΓΕΙΕΣ). Αυτές οι μεταβολές εμφανίσθηκαν αμέσως μετά από την έναρξη της θεραπείας με λοβαστατίνη, ήταν συνήθως παροδικές, δεν συνοδεύονταν από κανένα σύμπτωμα και δεν απαιτήθηκε διακοπή της θεραπείας. Σημαντικά επιμένουσα αύξηση (περισσότερο από 3 φορές από το ανώτερο φυσιολογικό όριο) στις τρανσαμινάσες του ορού, παρατηρήθηκε στο 1,9% των ενηλίκων ασθενών που έπαιρναν λοβαστατίνη τουλάχιστον για 1 χρόνο (βλέπε ΑΝΕΠΙΘΥΜΗΤΕΣ ΕΝΕΡΓΕΙΕΣ). Οταν η χορήγηση του φαρμάκου σταμάτησε προσωρινά ή διακόπηκε σε αυτούς τους ασθενείς, τα επίπεδα των τρανσαμινασών συνήθως επανήλθαν στις πριν από την έναρξη της θεραπείας τιμές. Η αύξηση συνήθως εμφανίστηκε 3 έως 12 μήνες μετά την έναρξη της θεραπείας με λοβαστατίνη και δεν σχετίσθηκε με ίκτερο ή άλλα κλινικά σημεία ή συμπτώματα. Δεν υπάρχουν στοιχεία υπερευαισθησίας. Σε έναν από αυτούς τους ασθενείς έγινε βιοψία ήπατος, η οποία έδειξε περιοχές εστιακής ηπατίτιδας. Σε αυτόν τον ασθενή, τα επίπεδα των τρανσαμινασών επανήλθαν στο φυσιολογικό μετά τη διακοπή του φαρμάκου. Στη μελέτη EXCEL (βλέπε ΚΛΙΝΙΚΗ ΦΑΡΜΑΚΟΛΟΓΙΑ, Κλινικές Μελέτες) η συχνότητα επιμένουσας σημαντικής αύξησης των τρανσαμινασών του ορού για διάστημα μεγαλύτερο των 48 εβδομάδων ήταν 0.1% για το placebo, 0.1% για τη δόση 20mg ημερησίως, 0.9% για τη δόση 40mg ημερησίως και 1.5% για τη δόση 80mg λοβαστατίνης ημερησίως. Ωστόσο από την μετεγκριτική εμπειρία, συμπτωματική ηπατική νόσος έχει αναφερθεί σπάνια με τη λοβαστατίνη, σε όλες τις δοσολογίες (βλέπε ΑΝΕΠΙΘΥΜΗΤΕΣ ΕΝΕΡΓΕΙΕΣ). Συνιστάται να γίνεται έλεγχος της ηαπτικής λειτουργίας πριν την έναρξη της θεραπείας, την 6η και 12η εβδομάδα μετά την έναρξη της θεραπείας με λοβαστατίνη ή μετά από αύξηση της δόσης και στη συνέχεια, περιοδικά, (π.χ. κάθε 6 μήνες) σε όλους τους ασθενείς. Ειδική προσοχή θα πρέπει να δίνεται στους ασθενείς που απαπτύσουν υψηλά επίπεδα τρανσαμινασών στον ορό και σε αυτούς τους ασθενείς οι μετρήσεις θα πρέπει να επαναλαμβάνονται αμέσως και στη συνέχεια να γίνονται πιο συχνά. Εάν τα επίπεδα των τρανσαμινασών τείνουν να αυξηθούν περισσότερο από τρεις φορές από το ανώτερο φυσιολογικό όριο και επιμένουν, το φάρμακο θα πρέπει να διακοπεί. Μετά τη διακοπή του φαρμάκου, εάν επιμένει η αύξηση, θα πρέπει να λαμβάνεται σοβαρά υπόψη η διενέργεια βιοψίας του ήπατος. Το φάρμακο πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή σε ασθενείς που καταναλώνουν σημαντικές ποσότητες αλκοόλ και/ή έχουν ιστορικό ηπατικής νόσου. Η ενεργός ηπατική νόσος ή η ανεξήγητη αύξηση των τρανσαμινασών αποτελούν αντένδειξη για τη χρήση της λοβαστατίνης.
Mυοπάθεια / ραβδομυόλυση
Η λοβαστατίνη, όπως άλλοι αναστολείς της HMG-CoA ρεδουκτάσης, περιστασιακά προκαλούν μυοπάθεια που εκδηλώνεται ως μυϊκός πόνος, ευαισθησία ή αδυναμία με επίπεδα της κινάσης κρεατινίνης (CK) πάνω από 10φορές το ανώτερο φυσιολογικό (ULN). Η μυοπάθεια μερικές φορές εκδηλώνεται ως ραβδομυόλυση με ή χωρίς οξεία νεφρική ανεπάρκεια, ως συνέπεια της μυοσφαιρινουρίας και σπάνια έχουν εμφανισθεί θάνατοι. Ο κίνδυνος για μυοπάθεια αυξήθηκε με τα αυξημένα επίπεδα ανασταλτικής ενέργειας της HMG-CoA ρεδουκτάσης στο πλάσμα. Ο κίνδυνος μυοπάθειας/ραβδομυόλυσης αυξήθηκε με την ταυτόχρονη χορήγηση λοβαστατίνης με τα ακόλουθα: Ισχυροί αναστολείς του συστήματος CYP3A4: Κυκλοσπορίνη, ιτρακοναζόλη, κετοκοναζόλη, ερυθρομυκίνη,κλαριθρομυκίνη, αναστολείς πρωτεασών ΗΙV νεφαζοδόνη, ιδιαίτερα με μεγάλες δόσεις λοβαστατίνης (βλ. παρακάτω Αλληλεπιδράσεις φαρμάκων, CYP3A4 αλληλεπιδράσεις, Κλινική φαρμακολογία, φαρμακοκινητική) Φάρμακα που ελαττώνουν τα λιπίδια, που μπορεί να προκαλέσουν μυοπάθεια, όταν χορηγούνται μόνα τους: γεμφιβροζίλη, άλλες φιβράτες ή δόσεις νιασίνης που ελαττώνουν τα λιπίδια (> 1g ημερησίως), ιδιαίτερα με μεγάλες δόσεις λοβαστατίνης (βλ. παρακάτω Αλληλεπιδράσεις φαρμάκων, Αλληλεπιδράσεις με φάρμακα που ελαττώνουν τα λιπίδια,που μπορεί να προκαλέσουν μυοπάθεια όταν χορηγούνται μόνα τους). Αλλα φάρμακα: Ο κίνδυνος μυοπάθειας/ραβδομυόλυσης αυξήθηκε με την ταυτόχρονη χορήγηση αμιωδαρόνης ή βεραπαμίλης, με μεγάλες δόσεις ενός αναστολέα που είναι άμεσα σχετιζόμενος με την κατηγορία των αναστολέων της HMG-CoA ρεδουκτάσης (βλ.Αλληλεπιδράσεις φαρμάκων, Αλλες αλληλεπιδράσεις φαρμάκων).
- Ο κίνδυνος για μυοπάθεια / ραβδομυόλυση εξαρτάται από την δόση. Σε μία κλινική μελέτη (EXCEL) στην οποία οι ασθενείς παρακολουθήθηκαν προσεκτικά και μερικά φάρμακα που αλληλεπιδρούν αποκλείσθηκαν,υπήρξε μία περίπτωση μυοπάθειας μεταξύ 4933 ασθενών τυχαιοποιημένων να λάβουν λοβαστατίνη 20-40 mg ημερησίως για 48 εβδομάδες και 4 ανάμεσα σε 1649 ασθενείς που τυχαιοποιήθηκαν να λάβουν 80 mg ημερησίως. Συνεπώς:
- Η χορήγηση της λοβαστατίνης ταυτόχρονα με ιτρακοναζόλη, κετοκοναζόλη, ερυθρομυκίνη ή κλαριθρομυκίνη αναστολείς πρωτεασών ΗΙV ή νεφαζοδόνη θα πρέπει να αποφεύγεται. Εάν η θεραπεία με ιτρακοναζόλη, κετοκοναζόλη, ερυθρομυκίνη ή κλαρυθρομυκίνη δεν μπορεί να αποφευχθεί, η θεραπεία με λοβαστατίνη θα πρέπει να διακοπεί κατά τη διάρκεια της θεραπείας. Η ταυτόχρονη χορήγηση άλλων φαρμάκων, που θεωρείται ότι έχουν ισχυρή ανασταλτική επίδραση στο σύστημα CYP3A4 σε θεραπευτικές δόσεις θα πρέπει να αποφεύγεται, εκτός εάν τα ωφέλη της συνδυασμένης θεραπείας υπερτερούν του αυξημένου κινδύνου.
- Η δοσολογία της λοβαστατίνης δεν θα πρέπει να υπερβεί τα 20mg ημερησίως σε ασθενείς που λαμβάνουν ταυτόχρονα φάρμακα με κυκλοσπορίνη, γεμφιβροζίλη, άλλες φιβράτες ή δόσεις νιασίνης που ελαττώνουν τα λιπίδια (≥ 1g/ημερησίως). H συνδυασμένη χορήγηση λοβαστατίνης με φιβράτες ή νιασίνη θα πρέπει να αποφεύγεται εκτός αν το όφελος περαιτέρω μεταβολής των επιπέδων των λιπιδίων είναι πιθανόν να υπερτερεί του αυξημένου κινδύνου αυτού του συνδυασμού φαρμάκων. Η προσθήκη αυτών των φαρμάκων στην αγωγή με λοβαστατίνη τυπικά παρέχει μικρή επιπρόσθετη μείωση της LDL-C, αλλά μπορεί να παρουσιασθούν περαιτέρω μειώσεις στα τριγλυκερίδια και περαιτέρω αυξήσεις στην ΗDL-C. Eχουν χορηγηθεί συνδυασμοί φιβρατών ή νιασίνης με χαμηλές δόσεις λοβαστατίνης, χωρίς μυοπάθεια σε μικρής διάρκειας και έκτασης κλινικές μελέτες με προσεκτική παρακολούθηση.
- Η δοσολογία της λοβαστατίνης δεν θα πρέπει να υπερβεί τα 40mg ημερησίως σε ασθενείς που λαμβάνουν ταυτόχρονα θεραπεία με αμιωδαρόνη ή βεραπαμίλη. Η συνδυασμένη χορήγηση της λοβαστατίνης σε δόσεις μεγαλύτερες από 40mg ημερησίως με αμιωδαρόνη ή βεραπαμίλη θα πρέπει να αποφεύγεται, εκτός εάν το κλινικό όφελος είναι πιθανόν να υπερτερεί του αυξημένου κινδύνου για μυοπάθεια. 4.Μέτρηση της κρεατινοφωσφοκινάσης (CK) Οι έλεγχοι της CK δεν θα πρέπει να γίνονται μετά από κουραστική άσκηση ή όταν υπάρχει οποιαδήποτε εύλογη διαφορετική αιτία για την αύξηση της κρεατινοφωσφοκινάσης,επειδή αυτό δυσκολεύει την αξιολόγηση της τιμής της. Εάν τα επίπεδα της CK είναι σημαντικά υψηλότερα από τα ανώτατα φυσιολογικά όρια (> 5 X UNL) θα πρέπει να μετρώνται και πάλι 5-7 ημέρες αργότερα προκειμένου να επιβεβαιωθεί το εύρημα.
- Πριν τη θεραπεία Οι θεράποντες γιατροί θα πρέπει να συνταγογραφούν στατίνες με προσοχή σε ασθενείς με προδιαθεσικούς παράγοντες για ραβδομυόλυση. Τα επίπεδα της κρεατινικής κινάσης θα πρέπει οπωσδήποτε να προσδιορίζονται πριν την έναρξη της αγωγής στις ακόλουθες περιπτώσεις: -νεφρική ανεπάρκεια
- υποθυρεοειδισμός -ατομικό ή οικογενειακό ιστορικό κληρονομικών μυϊκών διαταραχών
- ιστοτικό προηγούμενης εκδήλωσης μυϊκής τοξικότητας μετά από λήψη στατίνης ή φιβράτης -αλκοολισμός -σε ηλικιωμένα άτομα (ηλικίας > 70 ετών) η χρησιμότητα μιάς τέτοιας μέτρησης θα πρέπει να ελεγχθεί σύμφωνα με το εάν υπάρχουν προδιαθεσικοί παράγοντες για ραβδομυόλυση. Σ’ αυτές τις παραπάνω καταστάσεις οι κίνδυνοι από τη θεραπεία θα πρέπει να εκτιμώνται σε σχέση με το πιθανό ώφελος και συνιστάται τακτική κλινική παρακολούθηση. Σε περίπτωση που τα επίπεδα της κρεατινικής κινάσης είναι σημαντικά υψηλότερα από τα ανώτερα φυσιολογικά όρια (> 5 X UNL) πριν την έναρξη της φαρμακευτικής αγωγής, το φάρμακο δεν πρέπει να χορηγηθεί.
- Κατά τη θεραπεία Όλοι οι ασθενείς που αρχίζουν τη θεραπεία με λοβαστατίνη ή αυτοί των οποίων η δόση της λοβαστατίνης αυξήθηκε, θα πρέπει να ενημερώνονται για τον κίνδυνο μυοπάθειας και να αναφέρουν όποιοδήποτε μυϊκό πόνο, αδυναμία ή επώδυνο μυϊκό σπασμό(κράμπα).Σε ασθενείς με τέτοια συμπτώματα θα πρέπει να μετρώνται τα επίπεδα της κρεατινοφωσφοκινάσης (CK). Εφόσον τα επίπεδα αυτά ευρεθούν σημαντικά αυξημένα (> 5 X UNL) η θεραπεία πρέπει να διακοπεί. Εάν τα μυϊκά συμπτώματα είναι σοβαρά και προκαλούν καθημερινά δυσφορία ,ακόμη και όταν τα επίπεδα κρεατινοκινάσης είναι 5 X UNL,θα πρέπει να ληφθεί υπόψη η διακοπή της θεραπείας. Εάν τα συμπτώματα υποχωρήσουν και τα επίπεδα της κρεατινικής κινάσης επανέλθουν στα υσιολογικά,επανέναρξη της αγωγής με το φάρμακο ή έναρξη αγωγής με μία άλλη στατίνη θα πρέπει να γίνεται εφόσον τούτο κριθεί αναγκαίο, μόνο στη μικρότερη δυνατή δόση και με στενή κλινική παρακολούθηση. Η θεραπεία με λοβαστατίνη θα πρέπει να διακόπτεται αμέσως μόλις διαγνωσθεί ή άν υπάρχει υποψία για μυοπάθεια. Η παρουσία αυτών των συμπτωμάτων και/ή εάν τα επίπεδα της (CK) κρεατινοφωσφοκινάσης είναι >5 ορές το ανώτερο φυσιολογικό όριο, υποδεικνύει πιθανή μυοπάθεια. Στις περισσότερες περιπτώσεις, όταν οι ασθενείς διέκοψαν απότομα τη θεραπεία, τα μυϊκά συμπτώματα και οι αυξήσεις των επιπέδων CK, υποχώρησαν. Περιοδικοί έλεγχοι της CK μπορεί να ληφθούν υπ’όψιν σε ασθενείς που αρχίζουν θεραπεία με λοβαστατίνη ή σε αυτούς που η δόση αυξήθηκε, αλλά δεν υπάρχει διασφάλιση, ότι αυτός ο έλεγχος θα προλάβει τη μυοπάθεια.
- Πολλοί από τους ασθενείς, που ανέπτυξαν ραβδομυόλυση κατά τη θεραπεία με λοβαστατίνη, είχαν πολύπλοκο ιατρικό ιστορικό, συμπεριλαμβανομένης της νεφρικής ανεπάρκειας συνήθως ως συνέπεια μακροχρόνιου διαβήτη. Τέτοιοι ασθενείς χρήζουν επισταμένης παρακολούθησης. Η θεραπεία με λοβαστατίνη θα πρέπει να σταματήσει προσωρινά για μερικές ημέρες πριν από προγραμματισμένη μεγάλη χειρουργική επέμβαση και όταν επισυμβαίνει ιατρική ή χειρουργική κατάσταση μείζονος σημασίας.
Τοξικότητα στο ΚΝΣ - Οφθαλμός
Η λοβαστατίνη προκάλεσε δοσοεξαρτώμενη εκφύλιση του οπτικού νεύρου σε σκύλους που ξεκίνησε με δόση 60mg/kg/ημέρα. Τα επίπεδα που επιτεύχθησαν στο πλάσμα με αυτή τη δόση ήταν 30 φορές υψηλότερα από το μέσο επίπεδο του φαρμάκου στον άνθρωπο μετά από λήψη της υψηλότερης ανθρώπινης δόσης. Αλλοιώσεις στα αγγεία του ΚΝΣ που χαρακτηρίζονται από αιμορραγία γύρω από το αγγείο, οίδημα και νέκρωση των μικρών αγγείων παρατηρήθηκε και σε σκύλους που έλαβαν λοβαστατίνη σε δόση 180mg/kg/ημέρα. Παρόμοιες αλλοιώσεις του οπτικού νεύρου και των αγγείων ΚΝΣ έχουν παρατηρηθεί και με άλλα φάρμακα αυτής της τάξης. Καταρράκτης έχει παρατηρηθεί σε σκύλους που ελάμβαναν 180mg/kg/ημέρα για 11 έως 28 εβδομάδες και 60mg/kg/ημέρα για 1 χρόνο.
swap_horiz
Αλληλεπιδράσεις
SPC-MEVASTIN
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
CYP3A4 Αλληλεπιδράσεις:
Η λοβαστατίνη μεταβολίζεται μέσω του συστήματος CYP3A4 αλλά δεν έχει ανασταλτική επίδραση στο CYP3A4. Ισχυροί αναστολείς του CYP3A4 (βλ. κατωτέρω) αυξάνουν τον κίνδυνο της μυοπάθειας μέσω της μείωσης της απέκκρισης της λοβαστατίνης (βλ. 4.4 ΠΡΟΕΙΔΟΠΟΙΗΣΕΙΣ,Μυοπάθεια/Ραβδομυόλυση,Κλινική Φαρμακολογία,Φαρμακοκινητική):
- ιτρακοναζόλη
- κετοκοναζόλη
- ερυθρομυκίνη
- κλαριθρομυκίνη
- αναστολείς πρωτεασών HIV
- νεφαζοδόνη
- κυκλοσπορίνη
Αλληλεπιδράσεις με φάρμακα που ελαττώνουν τα λιπίδια, που μπορεί να προκαλέσουν μυοπάθεια όταν χορηγούνται μόνα τους:
Ο κίνδυνος μυοπάθειας είναι επίσης αυξημένος με τα ακόλουθα φάρμακα που ελαττώνουν τα λιπίδια, που δεν είναι ισχυροί αναστολείς του CYP3A4, αλλά που μπορεί να προκαλέσουν μυοπάθεια όταν χορηγούνται μόνα τους (βλ. 4.4 ΠΡΟΕΙΔΟΠΟΙΗΣΕΙΣ Μυοπάθεια/Ραβδομυόλυση):
- γεμφιβροζίλη, άλλες φιβράτες, νιασίνη (νικοτινικό οξύ) (≥ 1g/την ημερα)
Άλλες αλληλεπιδράσεις φαρμάκων
- Αμιωδαρόνη ή βεραπαμίλη: Ο κίνδυνος μυοπάθειας / ραβδομυόλυσης είναι αυξημένος όταν αμιωδαρόνη ή βεραπαμίλη χορηγούνται ταυτόχρονα με μεγάλες δόσεις ενός αναστολέα, που είναι άμεσα σχετιζόμενος με την κατηγορία των αναστολέων της ρεδουκτάσης HMG-CoA (βλ. 4.4 ΠΡΟΦΥΛΑΞΕΙΣ, Μυοπάθεια/Ραβδομυόλυση).
- Κουμαρινικά αντιπηκτικά: Σε κλινικές μελέτες, η λοβαστατίνη σε δόσεις μέχρι 40mg δύο φορές την ημέρα, δεν επέφερε καμμία σημαντική μεταβολή στην αντιπηκτική δράση της βαρφαρίνης. Ωστόσο, αιμορραγία και/ή αύξηση του χρόνου προθρομβίνης έχει ανακοινωθεί σε λίγους ασθενείς που ελάμβαναν κουμαρινικά αντιπηκτικά ταυτόχρονα με λοβαστατίνη. Συνιστάται ο καθορισμός του χρόνου προθρομβίνης πριν την έναρξη της θεραπείας και αρκετά συχνά το πρώτο διάστημα. Εάν αλλάξει η δόση της λοβαστατίνης θα πρέπει να επανληφθεί η διαδικασία.
- Αντιπυρίνη: Η λοβαστατίνη δεν επδρά στη φαρμακοκινητική της αντιπυρίνης ή των μεταβολιτών της. Ωστόσο, δεν αποκλείεται η αλληλεπίδραση με άλλα φάρμακα που μεταβολίζονται μέσω του ιδίου ισόμορφου ενζυμικού συστήματος (CYP 450 3A4).
- Προπρανολόλη: Δεν παρατηρήθηκε κλινικά σημαντική φαρμακοκινητική ή φαρμακοδυναμική αλληλεπίδραση.
- Διγοξίνη: Δεν επέδρασε στις συγκεντρώσεις της διγοξίνης στο πλάσμα.
- Υπογλυκαιμικά σκευάσματα χορηγούμενα από το στόμα: Δεν υπήρξε αλληλεπίδραση με γλυπιζίδη ή με χλωροπροπαμίδη.
- Άλλα ταυτόχρονα χορηγούμενη θεραπεία: Δεν αναφέρθηκαν κλινικά σημαντικές ανεπιθύμητες αλληλεπιδράσεις με β-αναστολείς, ανταγωνιστές διαύλων ασβεστίου (εκτός της βεραπαμίλης), διουρητικά και μη στεροειδή αντιφλεγμονώδη φάρμακα.
Άλλες αλληλεπιδράσεις
- Χυμός κίτρου: Η συνήθης κατανάλωση (ένα ποτήρι 250ml/την ημέρα) έχει ελάχιστη επίδραση. Μεγάλες ποσότητες (πάνω από 1 λίτρο την ημέρα) αυξάνουν σημαντικά τα επίπεδα στο πλάσμα και θα πρέπει να αποφεύγονται.
Μέτρα για τη μείωση του κινδύνου για μυοπάθεια που προκαλείται από αλληλεπιδράσεις φαρμάκων:
- Οι ιατροί πρέπει να σταθμίζουν τα εν δυνάμει οφέλη και τους κινδύνους και να παρακολουθούν τους ασθενείς για σημεία και συμπτώματα μυϊκού πόνου, ευαισθησίας ή αδυναμίας, κυρίως κατά τους πρώτους μήνες της θεραπείας και μετά την αύξηση της δοσολογίας. Περιοδικοί προσδιορισμοί της CPK συνιστώνται.
- Η συνδυασμένη χρήση της λοβαστατίνης με φιβράτες ή νιασίνη θα πρέπει να αποφεύγεται, εκτός εάν το όφελος υπερτερεί έναντι του αυξημένου κινδύνου.
- Σε ασθενείς που λαμβάνουν ταυτόχρονα ανοσοκατασταλτικά φάρμακα, γεμφιβροζίλη, άλλες φιβράτες ή δόσεις νιασίνης (≥ 1g/ημερησίως), η θεραπεία πρέπει να αρχίσει με 10mg λοβαστατίνη και η μέγιστη συνιστώμενη δοσολογία δεν πρέπει να υπερβαίνει τα 20mg ημερησίως.
- Η δοσολογία της λοβαστατίνης δεν θα πρέπει να υπερβεί τα 40mg ημερησίως σε ασθενείς που λαμβάνουν ταυτόχρονα θεραπεία με αμιωδαρόνη ή βεραπαμίλη.
sick
Ανεπιθύμητες ενέργειες
SPC-MEVASTIN
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
Η λοβαστατίνη είναι γενικά καλά ανεκτή. Οι ανεπιθύμητες ενέργειες είναι συνήθως ήπιες και παροδικές.
Κλινικές ανεπιθύμητες ενέργειες (ελεγχόμενες κλινικές μελέτες)
| Συχνότητα | Λοβαστατίνη (N=613)% | Placebo (N=82)% | Cholestyramine (N=86)% | Probucol (N=97)% |
|---|---|---|---|---|
| Γαστρεντερικές | ||||
| Δυσκοιλιότητα | 4,9 | - | 34,1 | - |
| Διάρροια | 5,5 | 4,9 | 8,0 | 2,1 |
| Δυσπεψία | 3,9 | - | 13,6 | 10,3 |
| Μετεωρισμός | 6,4 | 2,4 | 21,6 | 2,1 |
| Επιγαστρικό άλγος/κράμπες | 5,7 | 2,4 | 5,7 | 5,2 |
| Οπισθοστερνικός καύσος | 1,6 | - | 8,0 | - |
| Ναυτία | 4,7 | 3,7 | 9,1 | 6,2 |
| Μυοσκελετικές | ||||
| Μυϊκές κράμπες | 1,1 | - | - | - |
| Μυαλγία | 2,4 | 1,2 | - | - |
| Νευρικό Σύστημα/Ψυχιατρικές | ||||
| Ζάλη | 2,0 | 1,2 | 4,5 | 1,0 |
| Κεφαλαλγία | 9,8 | 4,9 | 8,2 | 8,2 |
| Δέρμα | ||||
| Εξάνθημα/κνησμός | 5,2 | - | 4,5 | - |
| Ειδικές αισθήσεις | ||||
| Θάμβος οράσεως | 1,5 | - | 1,1 | 3,1 |
| Δυσγευσία | 0,8 | - | 1,1 | - |
Εργαστηριακά Ευρήματα
- Εκσεσημασμένη, επιμένουσα αύξηση των τρανσαμινασών στον ορό (βλέπε ΠΡΟΕΙΔΟΠΟΙΗΣΕΙΣ).
- Περίπου το 11% των ασθενών παρουσίασαν αύξηση της κρεατινοφωσφοκινάσης (CPK) τουλάχιστον δύο φορές πάνω από τη φυσιολογική τιμή.
Κλινικές ανεπιθύμητες ενέργειες (μελέτη EXCEL)
| Συχνότητα | Placebo (N=1663)% | Λοβαστατίνη 20mg qpm (N=1642)% | Λοβαστατίνη 40mg qpm (N=1645)% | Λοβαστατίνη 20mg b.i.d. (N=1646)% | Λοβαστατίνη 40mg b.i.d (N=1649)% |
|---|---|---|---|---|---|
| Γενικές | |||||
| Εξασθένηση | 1,4 | 1,7 | 1,4 | 1,5 | 1,2 |
| Γαστρεντερικές | |||||
| Κοιλιακό άλγος | 1,6 | 2,0 | 2,0 | 3,2 | 2,5 |
| Δυσκοιλιότητα | 1,9 | 2,0 | 3,2 | 2,2 | 2,5 |
| Διάρροια | 2,3 | 1,3 | 4,3 | 4,5 | 4,5 |
| Δυσπεψία | 1,9 | 3,7 | 1,9 | 2,2 | 2,2 |
| Μετεωρισμός | 4,2 | 2,5 | 4,3 | 4,5 | 4,5 |
| Ναυτία | 2,5 | 1,9 | 2,5 | 2,2 | 2,2 |
| Μυοσκελετικές | |||||
| Μυϊκές κράμπες | 0,5 | 0,6 | 0,8 | 1,1 | 1,0 |
| Μυαλγία | 1,7 | 2,6 | 1,8 | 2,2 | 3,2 |
| Νευρικό Σύστημα/Ψυχιατρικές | |||||
| Ζάλη | 0,7 | 0,7 | 1,2 | 0,5 | 0,5 |
| Κεφαλαλγία | 2,7 | 2,6 | 2,8 | 2,1 | 3,2 |
| Δέρμα | |||||
| Εξάνθημα | 0,7 | 0,8 | 1,0 | 1,2 | 1,3 |
| Ειδικές αισθήσεις | |||||
| Θάμβος όρασης | 0,8 | 1,1 | 0,9 | 0,9 | 1,2 |
Άλλες κλινικές ανεπιθύμητες ενέργειες (συχνότητα 0,5%-1,0%): Θωρακικό άλγος, παλινδρόμηση οξέος, ξηροστομία, έμετος, άλγος στα κάτω άκρα, ωμαλγία, αρθραλγία, αϋπνία, παραισθησία, αλωπεκία, κνησμός, οφθαλμικός ερεθισμός.
Άλλες ανεπιθύμητες ενέργειες που έχουν αναφερθεί με φάρμακα της ίδιας κατηγορίας (όχι υποχρεωτικά σχετιζόμενες με τη λοβαστατίνη):
- Μυοσκελετικές: Επώδυνες μυϊκές συσπάσεις (κράμπες), μυαλγία, μυοπάθεια, ραβδομυόλυση, αρθραλγία.
- Νευρολογικές: Δυσλειτουργία κρανιακών νεύρων, τρόμος, ζάλη, ίλλιγος, απώλεια μνήμης, παραισθησία, περιφερική παράλυση νεύρων, ψυχικές διαταραχές, άγχος, αϋπνία, κατάθλιψη.
- Αντιδράσεις υπερευαισθησίας: Αναφυλαξία, αγγειοοίδημα, σύνδρομο προσομοιάζον με ερυθηματώδη λύκο, ρευματική πολυμυαλγία, αγγειϊτιδα, πορφύρα, θρομβοπενία, λευκοπενία, αιμολυτική αναιμία, θετικά ΑΝΑ, αυξημένη ΤΚΕ, ηωσινοφιλία, αρθρίτιδα, αρθραλγία, κνίδωση, εξασθένιση, φωτοευαισθησία, πυρετός, ρίγη, έξαψη, κακουχία, δύσπνοια, τοξική επιδερμική νεκρόλυση, πολύμορφο ερύθημα (Stevens-Johnson).
- Γαστρεντερικές: Παγκρεατίτιδα, ηπατίτιδα, χολοστατικός ίκτερος, ηπατική νέκρωση, ηπάτωμα, ανορεξία, έμετος.
- Δέρμα: Αλωπεκία, κνησμός, οζίδια, αποχρωματισμός, ξηρότητα δερματικών/βλεννογόνιων υμένων, μεταβολές κόμης/νυχιών.
- Αναπαραγωγικές: Γυναικομαστία, απώλεια libido, δυσλειτουργία στη στύση.
- Οφθαλμός: Επιδείνωση καταρράκτη, θολερότητα φακών, οφθαλμοπληγία.
- Εργαστηριακές διαταραχές: Αυξημένα επίπεδα τρανσαμινασών, αλκαλικής φωσφατάσης, γGT και χολερυθρίνης, ανωμαλίες στη λειτουργία του θυρεοειδούς.
- Αδιευκρίνιστη αιτιολογική συχέτιση: Μία μεμονωμένη περίπτωση περιφερικής νευροπάθειας.
pregnant_woman
Κύηση / γαλουχία
SPC-MEVASTIN
expand_more
Κύηση / γαλουχία
monitor_heart
Φαρμακοδυναμική
SPC-MEVASTIN
expand_more
Φαρμακοδυναμική
Η λοβαστατίνη είναι ένας εξειδικευμένος αναστολέας της HMG-CoA ρεδουκτάσης, του ενζύμου που καταλύει τη μετατροπή του HMG - CoA σε mevalonate. Ομως, σε θεραπευτικές δόσεις, το ένζυμο δεν αναστέλλεται τελείως επιτρέποντας έτσι να υπάρχουν διαθέσιμες σε βιολογικά απαραίτητες ποσότητες μεβαλονικού οξέος. Η μετατροπή του HMG-CoA σε μεβαλονικό οξύ είναι ένα αρχικό στάδιο της οδού βιοσύνθεσης της χοληστερόλης.
Μετά από χορήγηση από το στόμα, η λοβαστατίνη, που είναι μία αδρανής λακτόνη, υδρολύεται στην αντίστοιχη μορφή του β-υδροξυοξέος. Αυτό είναι ένας κύριος μεταβολίτης και ένας αναστολέας της 3-υδροξυ-3-μεθυλ-γλουταρύλ-συνένζυμο Α(ΗΜG-CoA) ρεδουκτάσης.
Η συμμετοχή λιποπρωτεϊνης χαμηλής πυκνότητας, (LDL-χοληστερόλης) στην αθηρογένεση έχει σαφώς τεκμηριωθεί τόσο σε κλινικές και παθολογοανατομικές μελέτες, όσο και σε πολλές μελέτες σε πειραματόζωα.
Από επιδημιολογικές μελέτες έχει τεκμηριωθεί πως η αυξημένη LDL (χαμηλής πυκνότητας λιποπρωτεϊνη) χοληστερόλη και η μειωμένη HDL (υψηλής πυκνότητας λιποπρωτεϊνη) χοληστερόλη αποτελούν και οι δύο παράγοντες κινδύνου για στεφανιαία νόσο.
Η λοβαστατίνη έχει δείξει ότι μειώνει και τις φυσιολογικές και τις υψηλές συγκεντρώσεις της LDL - χοληστερόλης. Η LDL σχηματίζεται από την VLDL και καταβολίζεται κυρίως από τους υψηλούς συγγένειας LDL υποδοχείς. Η επίδραση των μεταβολών από τη λοβαστατίνη στα επίπεδα των λιποπρωτεϊνών - συμπεριλαμβανομένης και της μείωσης της χοληστερόλης του ορού - στην καρδιαγγειακή νοσηρότητα και θνησιμότητα, δεν έχει τεκμηριωθεί.
Ο μηχανισμός που επιτυγχάνεται η μείωση της LDL με τη λοβαστατίνη μπορεί να περιλαμβάνει και τη μείωση των συγκεντρώσεων της VLDL χοληστερόλης και την επαγωγή των LDL υποδοχέων με αποτέλεσμα τη μειωμένη παραγωγή και/ή τον αυξημένο καταβολισμό της LDL-χοληστερόλης. Η απολιποπρωτεϊνη β επίσης μειώνεται σημαντικά κατά τη διάρκεια της θεραπείας με λοβαστατίνη επειδή κάθε LDL σωματίδιο περιέχει ένα μόριο απολιποπρωτεϊνης β και επειδή υπάρχει λίγη απολιποπρωτεϊνη β σε άλλες λιποπρωτεϊνες, αυτό υποδεικνύει ότι η λοβαστατίνη δεν προκαλεί μόνον την απομάκρυνση της χοληστερόλης από την LDL, αλλά μειώνει επίσης τη συγκέντρωση των LDL σωματιδίων που κυκλοφορούν. Επιπλέον, η λοβαστατίνη αυξάνει την HDL χοληστερόλη και μειώνει την VLDL χοληστερόλη και τα τριγλυκερίδια του πλάσματος. Δεν είναι γνωστή η επίδραση της λοβαστατίνης στην Lp(α), στο ινωδογόνο και σε άλλους ανεξάρτητους βιοχημικούς παράγοντες κινδύνου για στεφανιαία νόσο.
biotech
Φαρμακοκινητική
SPC-MEVASTIN
expand_more
Φαρμακοκινητική
Η λοβαστατίνη είναι μια λακτόνη που υδρολύεται εύκολα in vivo στο αντίστοιχο β-υδροξυοξή, έναν ισχυρό αναστολέα της HMG-CoA ρεδουκτάσης. Η αναστολή της ΗMG-CoA ρεκουκτάσης είναι η βάση για μια ανάλυση στις φαρμακοκινητικές μελέτες.
Μετά από μια δόση λοβαστατίνη από το στόμα (ραδιοεπισημασμένο με C), το 10% της δόσης απεκκρίθηκε στα ούρα και 83% στα κόπρανα.
Η απορρόφηση της λοβαστατίνη, σε σχέση με μια ενδοφλέβια δόση αναφοράς, ήταν κατά μέσο όρο το 30% της από του στόματος χορηγούμενης δόσης.
Η λοβαστατίνη μεταφέρεται εκλεκτικά στο ήπαρ. Η βιοδιαθεσιμότητα του απορροφούμενου φαρμάκου στη γενική κυκλοφορία περιορίζεται από εκχυλισή κατά την πρώτη δίοδο από το ήπαρ. Λιγότερο από το 5% της δόσης φθάνει στη γενική κυκλοφορία με τη μορφή δραστικών αναστολέων.
Τόσο η λοβαστατίνη όσο και ο μεταβολίτης του, β-υδροξυοξύ, συνδέονται σε μεγάλο βαθμό (95%) με τις πρωτεϊνες του ανθρώπινου πλάσματος. Η lovastatin διαπερνά τον πλακούντα και το φράγμα αίματος-εγκεφάλου.
Οι κύριοι δραστικοί μεταβολίτες στον ανθρώπινο πλάσμα είναι το β-υδροξυοξύ της λοβαστατίνης, το 6-υδροξύ παράγωγό του και δύο επιπλέον μεταβολίτες. Οι μέγιστες συγκεντρώσεις στο πλάσμα σημειώθηκαν σε 2 έως 4 ώρες.
Οι συγκεντρώσεις στο πλάσμα στο διάστημα μεταξύ δύο δόσεων έφθασαν σταθερά επίπεδα μεταξύ της δεύτερης και της τρίτης ημέρας θεραπείας.
Όταν το lovastatin χορηγήθηκε αμέσως μετά από ένα γεύμα, οι συγκεντρώσεις στο πλάσμα ήταν κατά μέσο όρο τα 2/3 αυτών που παρατηρήθηκαν όταν χορηγήθηκε μετά από νηστεία.
Σε ασθενείς με σοβαρή νεφρική ανεπάρκεια, οι συγκεντρώσεις των συνολικών αναστολέων στο πλάσμα ήταν περίπου 2 φορές μεγαλύτερες από ό,τι σε υγιείς εθελοντές.
ΕΟΦ · 2.13.4
Στατίνες
expand_more
Στατίνες
DrugBank
Description
expand_more
Description
Περιγραφή
- Μυκητιακός μεταβολίτης απομονωμένος από την καλλιέργεια του Aspergillus terreus.
- Η ένωση αποτελεί ισχυρό αντιχοληστερολαιμικό φάρμακο.
- Αναστέλλει την αναγωγάση του HMG-CoA (HMG-CoA αναγωγάση), το ρυθμιστικό ένζυμο που περιορίζει τον ρυθμό βιοσύνθεσης της χοληστερόλης.
- Διεγείρει επίσης την παραγωγή υποδοχέων LDL στο ήπαρ.
- [PubChem]
DrugBank
Indication
expand_more
Indication
Ενδείξεις
- Διαχείριση ως συμπληρωματικό της δίαιτας για τη μείωση των αυξημένων επιπέδων ολικής χοληστερόλης (Total-C), LDL-C, apo B και TG σε ασθενείς με πρωτοπαθή υπερλιπιδαιμία και μικτή δυσλιπιδαιμία.
- Για πρωτογενή πρόληψη της στεφανιαίας νόσου.
DrugBank
Pharmacology
expand_more
Pharmacology
Φαρμακολογία
- Lovastatin, ένας αντιλιπιδαιμικός παράγοντας που παράγεται από ζύμωση του Aspergillus terreus, είναι ο πρώτος της κατηγορίας φαρμάκων που μειώνουν τα λιπίδια, γνωστή ως αναστολείς της HMG-CoA αναγωγάσης.
- Χρησιμοποιείται για τη θεραπεία της υπερλιπιδαιμίας, για τη μείωση της προοδευτικής αθηροσκλήρωσης της στεφανιαίας αρτηρίας και για την πρόληψη εμφράγματος μυοκαρδίου και εγκεφαλικού επεισοδίου.
- Lovastatin, όπως το simvastin και αντίθετα από το pravastatin, είναι προφάρμακο, εστιάζοντας την ενεργή φαρμακευτική ουσία στο ήπαρ κατά τον πρώτο πέρασμα μέσω της κυκλοφορίας.
DrugBank
Mechanism of action
expand_more
Mechanism of action
Μηχανισμός δράσης
- Lovastatin είναι μια λακτόνη που υδρολύεται εύκολα ενδοζωικά σε αντίστοιχο β-υδροξυοξικό οξύ, ισχυρός αναστολέας της HMG-CoA αναγωγάσης, του ενζύμου που καταλύει τη μετατροπή της HMG-CoA σε μεβαλονικό οξύ. Η μετατροπή της HMG-CoA σε mevalonate αποτελεί ένα πρώιμο βήμα στη βιοσυνθετική οδό της χοληστερόλης.
DrugBank
Absorption
expand_more
Absorption
Απορρόφηση
- 30%
DrugBank
Half life
expand_more
Half life
Ημιζωή
- 5.3 ώρες
DrugBank
Protein binding
expand_more
Protein binding
Δέσμευση πρωτεΐνης
-
95%
DrugBank
Route of elimination
expand_more
Route of elimination
Οδός απέκκρισης
- Lovastatin υφίσταται εκτεταμένη πρώτη διήθηση στο ήπαρ, ο κύριος τόπος δράσης του, με επακόλουθη απέκκριση ισοδύναμων μορφών φαρμάκου μέσω της χολής.
DrugBank
Toxicity
expand_more
Toxicity
Τοξικότητα / υπερδοσολογία
- LD50 > 1000 mg/kg (δια του στόματος σε ποντίκια)
science
PubChem
Φαρμακοδυναμική
expand_more
Φαρμακοδυναμική
Φαρμακοδυναμική
Η λοβαστατίνη είναι ένας από του στόματος αντιλιπιδαιμικός παράγοντας που αναστέλλει αναστρέψιμα την HMG-CoA αναγωγάση. Χρησιμοποιείται για τη μείωση των συνολικών επιπέδων χοληστερόλης, της χοληστερόλης λιποπρωτεϊνών χαμηλής πυκνότητας (LDL-C), της απολιποπρωτεΐνης Β (apoB), της χοληστερόλης μη-υψηλής πυκνότητας (non-HDL-C) και των συγκεντρώσεων τριγλυκεριδίων (TG) στο πλάσμα, ενώ αυξάνει τις συγκεντρώσεις HDL-C. Υψηλά επίπεδα LDL-C, χαμηλά επίπεδα HDL-C και υψηλές συγκεντρώσεις TG στο πλάσμα σχετίζονται με αυξημένο κίνδυνο αθηροσκλήρωσης και καρδιαγγειακής νόσου. Η αναλογία ολικής χοληστερόλης προς HDL-C αποτελεί ισχυρό προγνωστικό δείκτη για στεφανιαία νόσο και υψηλές αναλογίες σχετίζονται με υψηλότερο κίνδυνο εμφάνισης της νόσου. Τα αυξημένα επίπεδα HDL-C σχετίζονται με χαμηλότερο καρδιαγγειακό κίνδυνο. Μειώνοντας τα LDL-C και TG και αυξάνοντας τα HDL-C, η λοβαστατίνη μειώνει τον κίνδυνο καρδιαγγειακής νοσηρότητας και θνησιμότητας. Τα αυξημένα επίπεδα χοληστερόλης, και ιδίως τα αυξημένα επίπεδα λιποπρωτεϊνών χαμηλής πυκνότητας (LDL), αποτελούν σημαντικό παράγοντα κινδύνου για την ανάπτυξη ΚΝ. Η χρήση στατινών για τη στόχευση και τη μείωση των επιπέδων LDL έχει αποδειχθεί σε σειρά ορόσημων μελετών ότι μειώνει σημαντικά τον κίνδυνο εμφάνισης ΚΝ και τη θνησιμότητα από κάθε αιτία. Οι στατίνες θεωρούνται μια οικονομικά αποδοτική θεραπευτική επιλογή για την ΚΝ λόγω της αποδεδειγμένης μείωσης της θνησιμότητας από κάθε αιτία, συμπεριλαμβανομένης της θανατηφόρας και μη θανατηφόρας ΚΝ, καθώς και της ανάγκης για χειρουργική επαναιμάτωση ή αγγειοπλαστική μετά από έμφραγμα του μυοκαρδίου. Η έρευνα έχει δείξει ότι ακόμη και για άτομα χαμηλού κινδύνου (με <10% κίνδυνο σοβαρού αγγειακού συμβάματος εντός 5 ετών), οι στατίνες προκαλούν 20%-22% σχετική μείωση των σοβαρών καρδιαγγειακών συμβαμάτων (έμφραγμα μυοκαρδίου, εγκεφαλικό επεισόδιο, στεφανιαία επαναιμάτωση και στεφανιαίος θάνατος) για κάθε μείωση 1 mmol/L της LDL, χωρίς σημαντικές παρενέργειες ή κινδύνους. Κλινικές μελέτες έχουν δείξει ότι η λοβαστατίνη μειώνει την LDL-C και την ολική χοληστερόλη κατά 25-40%. Η δόση που προκαλεί 50% αναστολή είναι γνωστό ότι είναι 46 mcg/kg, η οποία μεταφράζεται σε μείωση περίπου 30% της χοληστερόλης του πλάσματος.
Μυοπάθεια/Ραβδομυόλυση
Η λοβαστατίνη, όπως και άλλοι αναστολείς της HMG-CoA αναγωγάσης, προκαλεί περιστασιακά μυοπάθεια που εκδηλώνεται ως μυϊκός πόνος, ευαισθησία ή αδυναμία με κρεατινική κινάση (CK) πάνω από δέκα φορές το ανώτατο φυσιολογικό όριο (ULN). Η μυοπάθεια μερικές φορές παίρνει τη μορφή ραβδομυόλυσης με ή χωρίς οξεία νεφρική ανεπάρκεια δευτερογενώς λόγω μυοσφαιρινουρίας, και έχουν συμβεί σπάνιες θανατηφόρες περιπτώσεις. Ο κίνδυνος μυοπάθειας εξαρτάται από τη δόση και αυξάνεται από τα υψηλά επίπεδα δραστικότητας αναστολέων της HMG-CoA αναγωγάσης στο πλάσμα. Σε μια κλινική μελέτη (EXCEL) στην οποία οι ασθενείς παρακολουθούνταν στενά και αποκλείστηκαν ορισμένα αλληλεπιδρώντα φάρμακα, υπήρξε μία περίπτωση μυοπάθειας μεταξύ 4933 ασθενών που τυχαιοποιήθηκαν σε λοβαστατίνη 20 έως 40 mg ημερησίως για 48 εβδομάδες, και 4 περιπτώσεις μεταξύ 1649 ασθενών που τυχαιοποιήθηκαν σε 80 mg ημερησίως. Προδιαθεσικοί παράγοντες για μυοπάθεια περιλαμβάνουν την προχωρημένη ηλικία (≥65 ετών), το γυναικείο φύλο, τον μη ελεγχόμενο υποθυρεοειδισμό και τη νεφρική δυσλειτουργία. Οι Κινέζοι ασθενείς μπορεί επίσης να διατρέχουν αυξημένο κίνδυνο μυοπάθειας. Στις περισσότερες περιπτώσεις, τα μυϊκά συμπτώματα και οι αυξήσεις της CK υποχώρησαν όταν η θεραπεία διακόπηκε άμεσα. Ο κίνδυνος μυοπάθειας κατά τη διάρκεια της θεραπείας με λοβαστατίνη μπορεί να αυξηθεί με τη συγχορήγηση αλληλεπιδρώντων φαρμάκων όπως [φαινοφιβράτη], [νιασίνη], [gemfibrozil], [κυκλοσπορίνη] και ισχυρών αναστολέων του ενζύμου CYP3A4. Έχουν αναφερθεί περιπτώσεις μυοπάθειας, συμπεριλαμβανομένης της ραβδομυόλυσης, με αναστολείς HMG-CoA αναγωγάσης που χορηγήθηκαν ταυτόχρονα με [κολχικίνη], και επομένως πρέπει να ασκείται προσοχή κατά τη συνταγογράφηση αυτών των δύο φαρμάκων μαζί. Δεδομένα από πραγματικό κόσμο από μελέτες παρατήρησης έχουν υποδείξει ότι το 10-15% των ατόμων που λαμβάνουν στατίνες μπορεί να εμφανίσει μυϊκούς πόνους σε κάποιο σημείο κατά τη διάρκεια της θεραπείας.
Ηπατική Δυσλειτουργία
Επίμονες αυξήσεις (σε πάνω από 3 φορές το ανώτατο φυσιολογικό όριο) των ορών τρανσαμινασών εμφανίστηκαν στο 1.9% των ενήλικων ασθενών που έλαβαν λοβαστατίνη για τουλάχιστον ένα έτος σε πρώιμες κλινικές δοκιμές. Όταν το φάρμακο διακόπηκε ή σταμάτησε σε αυτούς τους ασθενείς, τα επίπεδα των τρανσαμινασών συνήθως έπεφταν αργά στα προ-θεραπευτικά επίπεδα. Οι αυξήσεις εμφανίζονταν συνήθως 3 έως 12 μήνες μετά την έναρξη της θεραπείας με λοβαστατίνη, και δεν σχετίζονταν με ίκτερο ή άλλα κλινικά σημεία ή συμπτώματα. Στη μελέτη EXCEL, η συχνότητα επίμονων αυξήσεων των ορών τρανσαμινασών άνω των 48 εβδομάδων ήταν 0.1% για το εικονικό φάρμακο, 0.1% στα 20 mg/ημέρα, 0.9% στα 40 mg/ημέρα και 1.5% στα 80 mg/ημέρα σε ασθενείς που λάμβαναν λοβαστατίνη. Ωστόσο, στην εμπειρία μετά την κυκλοφορία της λοβαστατίνης, σπάνια αναφέρθηκε συμπτωματική ηπατική νόσος σε όλες τις δόσεις.
neurology
PubChem
Μηχανισμός δράσης
expand_more
Μηχανισμός δράσης
Μηχανισμός Δράσης
Η λοβαστατίνη είναι μια λακτόνη που υδρολύεται εύκολα in vivo στην αντίστοιχη β-υδροξυ-οξέως μορφή και είναι ισχυρός αναστολέας της HMG-CoA αναγωγάσης, ενός ηπατικού μικροσωμικού ενζύμου που καταλύει τη μετατροπή της HMG-CoA (3-υδροξυ-3-μεθυλογλουταρυλο-συνένζυμο Α) σε μεβαλονικό, ένα πρώιμο βήμα καθορισμού ρυθμού στη βιοσύνθεση της χοληστερόλης. Σε θεραπευτικές δόσεις λοβαστατίνης, η HMG-CoA αναγωγάση δεν αναστέλλεται πλήρως, επιτρέποντας έτσι τη διαθεσιμότητα βιολογικά απαραίτητων ποσοτήτων μεβαλονικού. Δεδομένου ότι η μετατροπή της HMG-CoA σε μεβαλονικό είναι ένα πρώιμο βήμα στη βιοσυνθετική οδό για τη χοληστερόλη, η θεραπεία με λοβαστατίνη δεν αναμένεται να προκαλέσει συσσώρευση δυνητικά τοξικών στερολών. Η λοβαστατίνη δρα κυρίως στο ήπαρ, όπου η μειωμένη χοληστερόλη του ήπατος διεγείρει την υπερρύθμιση των ηπατικών υποδοχέων λιποπρωτεϊνών χαμηλής πυκνότητας (LDL), η οποία αυξάνει την πρόσληψη LDL από το ήπαρ. Η λοβαστατίνη αναστέλλει επίσης την ηπατική σύνθεση των λιποπρωτεϊνών πολύ χαμηλής πυκνότητας (VLDL). Η συνολική επίδραση είναι μείωση της LDL και VLDL στο πλάσμα και σημαντική μείωση του κινδύνου εμφάνισης ΚΝ και θνησιμότητας από κάθε αιτία. Σημαντική επίδραση στη μείωση της LDL-C παρατηρήθηκε εντός 2 εβδομάδων από την έναρξη της λοβαστατίνης, και η μέγιστη θεραπευτική απόκριση επετεύχθη εντός 4-6 εβδομάδων. Η απόκριση διατηρήθηκε κατά τη συνέχιση της θεραπείας. Οι μεμονωμένες ημερήσιες δόσεις που χορηγήθηκαν το βράδυ ήταν πιο αποτελεσματικές από την ίδια δόση που χορηγήθηκε το πρωί, πιθανώς επειδή η χοληστερόλη συντίθεται κυρίως τη νύχτα. Όταν διακόπτεται η θεραπεία με λοβαστατίνη, η ολική χοληστερόλη έχει αποδειχθεί ότι επανέρχεται στα προ-θεραπευτικά επίπεδα. Μελέτες in vitro και in vivo σε ζώα δείχνουν επίσης ότι η λοβαστατίνη ασκεί αγγειοπροστατευτικές επιδράσεις ανεξάρτητα από τις λιποειδομειωτικές της ιδιότητες, γνωστές και ως πλειοτροπικές επιδράσεις των στατινών. Αυτές περιλαμβάνουν βελτίωση της ενδοθηλιακής λειτουργίας, ενισχυμένη σταθερότητα αθηρωματικών πλακών, μειωμένο οξειδωτικό στρες και φλεγμονή, και αναστολή της θρομβωτικής απόκρισης. Οι στατίνες έχουν επίσης βρεθεί να συνδέονται αλλοστερικά με τον β2-ενσωματωμένο αντιγόνο-1 (LFA-1), ο οποίος παίζει σημαντικό ρόλο στη μεταφορά λευκοκυττάρων και στην ενεργοποίηση Τ-κυττάρων.
Η λοβαστατίνη έχει αναφερθεί ότι έχει ευεργετικές επιδράσεις σε ορισμένους καρκίνους. Αυτό περιλαμβάνει μια πολυπαραγοντική, προκαλούμενη από στρες κυτταρική νέκρωση (απόπτωση) και απόκριση αποικοδόμησης DNA σε καρκινικά κύτταρα μαστού. Έχει επίσης αποδειχθεί ότι αναστέλλει τη δραστηριότητα της ιστονικής δεακετυλάσης 2 (HDAC2) και αυξάνει τη συσσώρευση ακετυλιωμένης ιστονής-Η3 και την έκφραση της p21(WAF/CIP) σε ανθρώπινα καρκινικά κύτταρα, υποδηλώνοντας ότι οι στατίνες μπορεί να χρησιμεύσουν ως νέοι αναστολείς HDAC για τη θεραπεία του καρκίνου και τη χημειοπροφύλαξη.
Οι αναστολείς της 3-υδροξυ-3-μεθυλογλουταρυλο-συνένζυμο Α (HMG-CoA) αναγωγάσης (στατίνες), ατορβαστατίνη, κεριβαστατίνη, φλουβαστατίνη, πραβαστατίνη, λοβαστατίνη και σιμβαστατίνη, μειώνουν την αθηρογένεση και την καρδιαγγειακή νοσηρότητα. Επιπλέον, υπάρχουν αυξανόμενες ενδείξεις ότι οι στατίνες έχουν ανοσοτροποποιητικές δραστηριότητες. Οι στατίνες μειώνουν την έκφραση των μορίων προσκόλλησης, του διακυτταρικού μορίου προσκόλλησης-1 (ICAM-1), της μονοκυτταρικής χημειοτακτικής πρωτεΐνης-1 (MAC-1) και του αντιγόνου-1 που σχετίζεται με τη λειτουργία των λεμφοκυττάρων (LFA-1), στα λευκοκύτταρα και τα ενδοθηλιακά κύτταρα και, μέσω σύνδεσης με το LFA-1, παρεμβαίνουν στην αλληλεπίδραση ICAM-1-LFA-1, η οποία είναι κρίσιμη για την ενεργοποίηση των λεμφοκυττάρων από κύτταρα που παρουσιάζουν αντιγόνα, την είσοδο λευκοκυττάρων σε θέσεις φλεγμονής και την ανοσολογική κυτταροτοξικότητα. Οι στατίνες αναστέλλουν την επαγόμενη έκφραση των μείζονων συμπλεγμάτων ιστοσυμβατότητας τάξης II σε διάφορους τύπους κυττάρων, συμπεριλαμβανομένων των μακροφάγων, και μειώνουν την έκφραση των υποδοχέων χημειοκίνης Τ-βοηθητικού-1 (Th1) στα Τ-κύτταρα, οδηγώντας περαιτέρω στην αναστολή της ενεργοποίησης των λεμφοκυττάρων και τη διείσδυσή τους σε θέσεις φλεγμονής. Οι στατίνες αναστέλλουν την επαγωγή της επαγόμενης συνθετάσης μονοξειδίου του αζώτου και την έκφραση διαφόρων προφλεγμονωδών κυτοκινών όπως ο παράγοντας νέκρωσης όγκων-άλφα και η ιντερφερόνη-γάμμα σε μακροφάγα και έχουν αντιοξειδωτικές δράσεις. Αυτοί οι παράγοντες αναστέλλουν τον πολλαπλασιασμό των ανοσοκυττάρων και την ενεργοποίηση των φυσικών κυττάρων δολοφόνων.
Η λοβαστατίνη, είναι ένας παράγοντας μείωσης της χοληστερόλης που απομονώνεται από ένα στέλεχος του Aspergillus terreus. Μετά από από του στόματος χορήγηση, η λοβαστατίνη, η οποία είναι μια αδρανής λακτόνη, υδρολύεται στην αντίστοιχη μορφή β-υδροξυ-οξέος. Αυτός ο κύριος μεταβολίτης είναι ειδικός αναστολέας της 3-υδροξυ-3-μεθυλογλουταρυλο-συνένζυμο Α (HMG-CoA) αναγωγάσης. Αυτό το ένζυμο καταλύει τη μετατροπή της HMG-CoA σε μεβαλονικό, το οποίο είναι ένα πρώιμο και καθοριστικό βήμα ρυθμού στη βιοσύνθεση της χοληστερόλης.
Η λοβαστατίνη ανήκει στις Στατίνες, οι οποίες είναι ωφέλιμες σε πολλές ανοσολογικές καρδιαγγειακές νόσους και αυτοάνοσες νόσους που διαμεσολαβούνται από Τ-κύτταρα. Το κανάλι Kv1.3 παίζει σημαντικό ρόλο στην ενεργοποίηση και τον πολλαπλασιασμό των Τ-κυττάρων, και έχει γίνει ελκυστικός στόχος για ανοσολογικές διαταραχές. Η παρούσα μελέτη σχεδιάστηκε για να εξετάσει την ανασταλτική δράση της λοβαστατίνης στο κανάλι Kv1.3 σε ανθρώπινα Τ-κύτταρα, και να διευκρινίσει τον νέο ανοσοτροποποιητικό της μηχανισμό. Διαπιστώσαμε ότι η λοβαστατίνη ανέστειλε τα ρεύματα Kv1.3 με τρόπο εξαρτώμενο από τη συγκέντρωση και την τάση, και το IC50 για την κορυφή, το τέλος του παλμού ήταν 39.81 +/- 5.11, 6.92 +/- 0.95 uM, αντίστοιχα. Η λοβαστατίνη επίσης επιτάχυνε τον ρυθμό εξασθένησης της απενεργοποίησης του ρεύματος και μετατόπισε αρνητικά τις καμπύλες σταθερής κατάστασης απενεργοποίησης με τρόπο εξαρτώμενο από τη συγκέντρωση, χωρίς να επηρεάζει την καμπύλη ενεργοποίησης. Ωστόσο, η 30 uM λοβαστατίνη δεν είχε εμφανή επίδραση στο ρεύμα KCa σε ανθρώπινα Τ-κύτταρα. Επιπλέον, η λοβαστατίνη ανέστειλε την εισροή Ca(2+), τον πολλαπλασιασμό των Τ-κυττάρων, καθώς και την παραγωγή IL-2. Οι δραστηριότητες των NFAT1 και NF-kB p65/50 μειώθηκαν επίσης από τη λοβαστατίνη. Τέλος, η εφαρμογή μεβαλονικού ανέστρεψε μόνο μερικώς την αναστολή της λοβαστατίνης στην έκκριση IL-2, και το siRNA έναντι του Kv1.3 μείωσε επίσης μερικώς αυτή την ανασταλτική δράση της λοβαστατίνης. Συμπερασματικά, η λοβαστατίνη μπορεί να ασκήσει ανοσοτροποποιητικές ιδιότητες μέσω του νέου μηχανισμού αναστολής του καναλιού Kv1.3.
biotech
PubChem
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
expand_more
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
Απορρόφηση, Κατανομή & Απέκκριση
Η Cmax της λοβαστατίνης βρέθηκε να είναι 3.013ng/mL με Tmax 3.36 ώρες. Οι συγκεντρώσεις στο πλάσμα της συνολικής ραδιενέργειας (λοβαστατίνη συν 14C-μεταβολίτες) κορυφώθηκαν στις 2 ώρες και μειώθηκαν γρήγορα στο περίπου 10% της κορυφής στις 24 ώρες μετά τη δόση. Η απορρόφηση της λοβαστατίνης, εκτιμώμενη σε σχέση με μια ενδοφλέβια δόση αναφοράς, σε καθένα από τα τέσσερα ζωικά είδη που δοκιμάστηκαν, κυμάνθηκε κατά μέσο όρο περίπου στο 30% μιας από του στόματος δόσης. Σε μελέτες σε ζώα, μετά από από του στόματος χορήγηση, η λοβαστατίνη είχε υψηλή εκλεκτικότητα για το ήπαρ, όπου επέτυχε σημαντικά υψηλότερες συγκεντρώσεις σε σχέση με τους μη-στοχευμένους ιστούς. Η λοβαστατίνη υφίσταται εκτεταμένη εκχύλιση πρώτης διόδου στο ήπαρ, τον πρωταρχικό τόπο δράσης της, με επακόλουθη απέκκριση ισοδύναμων φαρμάκου στη χολή. Ως συνέπεια της εκτεταμένης ηπατικής εκχύλισης της λοβαστατίνης, η διαθεσιμότητα του φαρμάκου στην γενική κυκλοφορία είναι χαμηλή και μεταβλητή. Σε μελέτη μονής δόσης σε τέσσερις υπερχοληστερολαιμικούς ασθενείς, εκτιμήθηκε ότι λιγότερο από 5% μιας από του στόματος δόσης λοβαστατίνης φτάνει στη γενική κυκλοφορία ως ενεργοί αναστολείς. Μετά τη χορήγηση δισκίων λοβαστατίνης, ο συντελεστής μεταβλητότητας, βάσει της μεταβλητότητας μεταξύ των ατόμων, ήταν περίπου 40% για την περιοχή κάτω από την καμπύλη (AUC) της συνολικής ανασταλτικής δραστηριότητας στη γενική κυκλοφορία. Οι μέγιστες συγκεντρώσεις της λοβαστατίνης όταν χορηγείται δόση 10-40 mg αναφέρονται ότι κυμαίνονται από 1.04-4.03 ng/ml και AUC 14-53 ng.h/ml. Αυτό υποδεικνύει ότι η λοβαστατίνη παρουσιάζει φαρμακοκινητικό προφίλ εξαρτώμενο από τη δόση. Όταν η λοβαστατίνη χορηγήθηκε υπό νηστευτικές συνθήκες, οι συγκεντρώσεις στο πλάσμα τόσο των ενεργών όσο και των συνολικών αναστολέων ήταν κατά μέσο όρο περίπου τα δύο τρίτα εκείνων που βρέθηκαν όταν η λοβαστατίνη χορηγήθηκε αμέσως μετά από ένα τυπικό γεύμα.
Γενετικές διαφορές στον ηπατικό μεταφορέα OATP1B1 (Organic-Anion-Transporting Polypeptide 1B1) που κωδικοποιείται από το γονίδιο SCLCO1B1 (Solute Carrier Organic Anion Transporter family member 1B1) έχουν αποδειχθεί ότι επηρεάζουν τη φαρμακοκινητική της λοβαστατίνης. Ενδείξεις από φαρμακογενετικές μελέτες του μονονουκλεοτιδικού πολυμορφισμού (SNP) c.521T>C έδειξαν ότι η Cmax και η AUC της λοβαστατίνης ήταν 340% και 286% υψηλότερες, αντίστοιχα, για άτομα ομόζυγα για 521CC σε σύγκριση με άτομα ομόζυγα 521TT. Ο γονότυπος 521CC σχετίζεται επίσης με σημαντική αύξηση του κινδύνου ανάπτυξης μυοπάθειας, πιθανώς δευτερογενώς σε αυξημένη συστηματική έκθεση. Άλλα στατινικά φάρμακα που επηρεάζονται από αυτόν τον πολυμορφισμό περιλαμβάνουν τη [ροσουβαστατίνη], [πιταβαστατίνη], [ατορβαστατίνη], [σιμβαστατίνη] και [πραβαστατίνη]. Ενώ δεν περιλαμβάνονται συγκεκριμένες οδηγίες δοσολογίας στα διαθέσιμα μονογραφικά προϊόντα για τη λοβαστατίνη, τα άτομα με τον προαναφερθέντα γονότυπο OATP1B1 c.521CC θα πρέπει να παρακολουθούνται για την ανάπτυξη ανεπιθύμητων ενεργειών από αυξημένη έκθεση στο φάρμακο, όπως μυϊκός πόνος και κίνδυνος ραβδομυόλυσης, ιδίως σε υψηλότερες δόσεις.
Μετά από από του στόματος δόση 14C-σημασμένης λοβαστατίνης σε ανθρώπους, το 10% της δόσης απεκκρίθηκε στα ούρα και το 83% στα κόπρανα. Το τελευταίο αντιπροσωπεύει την απορροφηθείσα ουσία που απεκκρίθηκε στη χολή, μαζί με μη απορροφηθείσα ουσία.
Η λοβαστατίνη είναι ικανή να διαπερνά τον αιματοεγκεφαλικό φραγμό και τον πλακούντα.
/ΓΑΛΑ/ Δεν είναι γνωστό εάν η λοβαστατίνη απεκκρίνεται στο ανθρώπινο γάλα.
Μετά από από του στόματος δόση (14)C-σημασμένης λοβαστατίνης σε ανθρώπους, το 10% της δόσης απεκκρίθηκε στα ούρα και το 83% στα κόπρανα. Το τελευταίο αντιπροσωπεύει ισοδύναμα φαρμάκου που απεκκρίθηκαν στη χολή, καθώς και τυχόν μη απορροφηθέν φάρμακο. Οι συγκεντρώσεις στο πλάσμα της συνολικής ραδιενέργειας (λοβαστατίνη συν (14)C-μεταβολίτες) κορυφώθηκαν στις 2 ώρες και μειώθηκαν γρήγορα στο περίπου 10% της κορυφής στις 24 ώρες μετά τη δόση. Η απορρόφηση της λοβαστατίνης, εκτιμώμενη σε σχέση με μια ενδοφλέβια δόση αναφοράς, σε καθένα από τα τέσσερα ζωικά είδη που δοκιμάστηκαν, κυμάνθηκε κατά μέσο όρο περίπου στο 30% μιας από του στόματος δόσης. Σε μελέτες σε ζώα, μετά από από του στόματος χορήγηση, η λοβαστατίνη είχε υψηλή εκλεκτικότητα για το ήπαρ, όπου επέτυχε σημαντικά υψηλότερες συγκεντρώσεις σε σχέση με τους μη-στοχευμένους ιστούς. Η λοβαστατίνη υφίσταται εκτεταμένη εκχύλιση πρώτης διόδου στο ήπαρ, τον πρωταρχικό τόπο δράσης της, με επακόλουθη απέκκριση ισοδύναμων φαρμάκου στη χολή. Ως συνέπεια της εκτεταμένης ηπατικής εκχύλισης της λοβαστατίνης, η διαθεσιμότητα του φαρμάκου στην γενική κυκλοφορία είναι χαμηλή και μεταβλητή. Σε μελέτη μονής δόσης σε τέσσερις υπερχοληστερολαιμικούς ασθενείς, εκτιμήθηκε ότι λιγότερο από 5% μιας από του στόματος δόσης λοβαστατίνης φτάνει στη γενική κυκλοφορία ως ενεργοί αναστολείς. Μετά τη χορήγηση δισκίων λοβαστατίνης, ο συντελεστής μεταβλητότητας, βάσει της μεταβλητότητας μεταξύ των ατόμων, ήταν περίπου 40% για την περιοχή κάτω από την καμπύλη (AUC) της συνολικής ανασταλτικής δραστηριότητας στη γενική κυκλοφορία.
Τόσο η λοβαστατίνη όσο και ο β-υδροξυ-οξέος μεταβολίτης της δεσμεύονται εκτενώς (> 95%) σε πρωτεΐνες του ανθρώπινου πλάσματος. Μελέτες σε ζώα έδειξαν ότι η λοβαστατίνη διαπερνά τους αιματοεγκεφαλικούς και πλακουντιακούς φραγμούς.
Οι μέγιστες συγκεντρώσεις στο πλάσμα τόσο των ενεργών όσο και των συνολικών αναστολέων επιτεύχθηκαν εντός 2 έως 4 ωρών από τη χορήγηση της δόσης.
water_drop
PubChem
Δέσμευση πρωτεϊνών
expand_more
Δέσμευση πρωτεϊνών
Σύνδεση με Πρωτεΐνες
Τόσο η λοβαστατίνη όσο και ο β-υδροξυ-οξέος μεταβολίτης της δεσμεύονται εκτενώς (>95%) σε ανθρώπινες πρωτεΐνες πλάσματος, κυρίως λόγω της λιποφιλικότητάς τους. Μελέτες σε ζώα έδειξαν ότι η λοβαστατίνη διαπερνά τους αιματοεγκεφαλικούς και πλακουντιακούς φραγμούς.
hub
PubChem
Μεταβολισμός
expand_more
Μεταβολισμός
Μεταβολισμός
Η λοβαστατίνη χορηγείται ως λακτόνη προ-φάρμακο και επομένως, προκειμένου να παραγάγει τον μηχανισμό δράσης της, απαιτείται η μετατροπή της στην ενεργό β-υδροξυ μορφή. Αυτή η διαδικασία ενεργοποίησης του φαρμάκου δεν φαίνεται να σχετίζεται με τη δραστηριότητα των ισοενζύμων CYP, αλλά μάλλον ελέγχεται από τη δραστηριότητα της οξυδάσης παραοξονάσης του ορού. Η λοβαστατίνη μεταβολίζεται από το μικροσωμικό ηπατικό ενζυμικό σύστημα (Ισομορφή 3Α4 του Κυτοχρώματος P-450). Οι κύριοι ενεργοί μεταβολίτες που υπάρχουν στο ανθρώπινο πλάσμα είναι το β-υδροξυ-οξέος της λοβαστατίνης, τα 6’-υδροξυ-, 6’-υδροξυμεθυλο- και 6’-εξομεθυλενο- παράγωγά του. Η πρόσληψη της λοβαστατίνης από το ήπαρ ενισχύεται από τη δραστηριότητα της OATP1B1.
Η λοβαστατίνη μεταβολίζεται από το μικροσωμικό ηπατικό ενζυμικό σύστημα (Ισομορφή 3Α4 του Κυτοχρώματος P-450). Οι κύριοι ενεργοί μεταβολίτες που υπάρχουν στο ανθρώπινο πλάσμα είναι το β-υδροξυ-οξέος της λοβαστατίνης, το 6’-υδροξυ παράγωγό του και δύο επιπλέον μεταβολίτες.
Οι κύριοι ενεργοί μεταβολίτες που υπάρχουν στο ανθρώπινο πλάσμα είναι το β-υδροξυ-οξέος της λοβαστατίνης, το 6’-υδροξυ παράγωγό του και δύο επιπλέον μεταβολίτες.
Η λοβαστατίνη έχει γνωστούς ανθρώπινους μεταβολίτες που περιλαμβάνουν την 3-Υδροξυλοβαστατίνη και την 6’-βήτα-Υδροξυλοβαστατίνη.
Η λοβαστατίνη μεταβολίζεται ηπατικά, όπου οι κύριοι ενεργοί μεταβολίτες είναι το β-υδροξυ-οξέος της λοβαστατίνης, το 6’-υδροξυ παράγωγο και δύο επιπλέον μεταβολίτες. Οδός Απέκκρισης: Η λοβαστατίνη υφίσταται εκτεταμένη εκχύλιση πρώτης διόδου στο ήπαρ, τον πρωταρχικό τόπο δράσης της, με επακόλουθη απέκκριση ισοδύναμων φαρμάκου στη χολή. Το 83% της από του στόματος χορηγούμενης δόσης απεκκρίνεται στη χολή και το 10% απεκκρίνεται στα ούρα. Χρόνος Ημίσειας Ζωής: 5.3 ώρες
hourglass
PubChem
Ημίσεια ζωή
expand_more
Ημίσεια ζωή
Βιολογικός Χρόνος Ημίσειας Ζωής
Ο χρόνος ημίσειας ζωής της λοβαστατίνης αναφέρεται ότι είναι 13.37 ώρες. Ο χρόνος ημίσειας ζωής αποβολής της υδροξυ-οξέος μορφής της λοβαστατίνης αναφέρεται ότι είναι 0.7-3 ώρες.
category
PubChem
MeSH classification
expand_more
MeSH classification
Ταξινόμηση MeSH Φαρμακολογίας
Ουσίες που χρησιμοποιούνται για τη μείωση των επιπέδων χοληστερόλης του πλάσματος.
Ενώσεις που αναστέλλουν τις ΥΔΡΟΞΥΜΕΘΥΛΟΓΛΟΥΤΑΡΥΛΙΚΟ COA REDUCTASES. Έχει αποδειχθεί ότι μειώνουν άμεσα τη σύνθεση χοληστερόλης.
fact_check
PubChem
FDA classification
expand_more
FDA classification
Ταξινόμηση FDA Φαρμακολογίας
9LHU78OQFD
ΛΟΒΑΣΤΑΤΙΝΗ
Καθιερωμένη Φαρμακολογική Κατηγορία [EPC] - Αναστολέας HMG-CoA Αναγωγάσης
Μηχανισμοί Δράσης [MoA] - Αναστολείς Υδροξυμεθυλογλουταρυλο-CoA Αναγωγάσης
Η λοβαστατίνη είναι Αναστολέας HMG-CoA Αναγωγάσης. Ο μηχανισμός δράσης της λοβαστατίνης είναι ως Αναστολέας Υδροξυμεθυλογλουταρυλο-CoA Αναγωγάσης.
ΛΟΒΑΣΤΑΤΙΝΗ
Αναστολείς Υδροξυμεθυλογλουταρυλο-CoA Αναγωγάσης [MoA]; Αναστολέας HMG-CoA Αναγωγάσης [EPC]
Ημίσεια ζωή
Δέσμευση πρωτεϊνών
Βιοδιαθεσιμότητα
Απέκκριση
Scientific Profile
Ταξινόμηση MeSH Φαρμακολογίας
Ουσίες που χρησιμοποιούνται για τη μείωση των επιπέδων χοληστερόλης του πλάσματος.
Ενώσεις που αναστέλλουν τις ΥΔΡΟΞΥΜΕΘΥΛΟΓΛΟΥΤΑΡΥΛΙΚΟ COA REDUCTASES. Έχει αποδειχθεί ότι μειώνουν άμεσα τη σύνθεση χοληστερόλης.