LOVASTATIN
Λοβαστατίνη
Η λοβαστατίνη είναι μια λευκή, μη υγροσκοπική, κρυσταλλική σκόνη αδιάλυτη στο νερό και ελαφρώς διαλυτή στην αιθανόλη, στη μεθανόλη και στο ακετονιτρίλιο.
Curated · Επιμελημένο Δεν προέρχεται από το SPC (ΠΧΠ). πηγή (curated): ACC/AHA 2018 Cholesterol Guideline (Grundy et al., Circulation 2019), Table — Intensity of statin therapy· ESC/EAS 2019 Dyslipidaemia Guidelines. Λιποφιλία: Schachter, Fundam Clin Pharmacol 2005.
Εμπορικά Ονόματα
Πληροφορίες Συνταγογράφησης
Επιμελημένα δεδομένα από το SPC
medication
Δοσολογία
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Δοσολογία
- Οδός: Από του στόματος
- Χορήγηση: μια φορά την ημέρα με το βραδινό γεύμα
- Δόση έναρξης: 20 mg χορηγούμενη μια φορά την ημέρα με το βραδινό γεύμα
- Τιτλοποίηση: Αναπροσαρμογή της δοσολογίας θα πρέπει να γίνεται σε διαστήματα 4 εβδομάδων ή μεγαλύτερα. Οι δόσεις πρέπει να προσαρμόζονται μεμονωμένα ανάλογα με την ανταπόκριση του ασθενούς.
-
ΕνήλικεςΔόση20-80 mgΜέγ. δόση80 mg
-
Ασθενείς που απαιτείται μείωση της LDL χοληστερόλης 20% ή περισσότεροΔόση20 mgΗμερησίως
-
Ασθενείς που απαιτείται μικρότερη μείωση της LDL χοληστερόληςΔόση10 mgΗμερησίως
-
Ασθενείς με πολύ αυξημένα επίπεδα χοληστερόλης στον ορό (> 300 mg/dl [7,8 mmol/l] υπό δίαιτα)Δόση40 mgΗμερησίως
-
Ασθενείς που λαμβάνουν ανοσοκατασταλτικά φάρμακα (κυκλοσπορίνη), γεμφιβροζίλη, άλλες φιβράτες ή δόσεις νιασίνης που μειώνουν τα λιπίδια (≥ 1g ημερησίως)Δόση10 mgΜέγ. δόση20 mgΗμερησίως
-
Ασθενείς που λαμβάνουν ταυτόχρονα θεραπεία με αμιωδαρόνη ή βεραπαμίληΜέγ. δόση40 mgΗμερησίως
-
Παιδιά και έφηβοιΔεν συνιστάται
block
Αντενδείξεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Αντενδείξεις
-
Υπερευαισθησία στη δραστική ουσία ή σε οποιοδήποτε από τα συστατικά αυτού του φαρμάκου
-
Ενεργός ηπατική νόσος ή ανεξήγητη επιμένουσα αύξηση των τρανσαμινασών του ορού
-
Ταυτόχρονη θεραπεία με μιβεφραδίλη, που είναι αναστολέας διαύλων ασβεστίου της κατηγορίας της τετραλόλης
-
Κύηση - Γαλουχία
-
Παιδιά
warning
Προειδοποιήσεις & Προφυλάξεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Προειδοποιήσεις & Προφυλάξεις
-
Δυσλειτουργία του ήπατοςπροσοχήΠληθυσμόςόλοι οι ασθενείςΣυνιστάται να γίνεται έλεγχος της ηπατικής λειτουργίας πριν την έναρξη της θεραπείας, την 6η και 12η εβδομάδα μετά την έναρξη της θεραπείας με λοβαστατίνη ή μετά από αύξηση της δόσης και στη συνέχεια, περιοδικά, (π.χ. κάθε 6 μήνες). Ειδική προσοχή θα πρέπει να δίδεται στους ασθενείς που αναπτύσσουν υψηλά επίπεδα τρανσαμινασών στον ορό και σε αυτούς τους ασθενείς οι μετρήσεις θα πρέπει να επαναλαμβάνονται αμέσως και στην συνέχεια να γίνονται πιο συχνά. Εάν τα επίπεδα των τρανσαμινασών τείνουν να αυξηθούν περισσότερο από τρεις φορές από το ανώτερο φυσιολογικό όριο και επιμένουν, το φάρμακο θα πρέπει να διακοπεί. Μετά την διακοπή του φαρμάκου, εάν επιμένει η αύξηση, θα πρέπει να λαμβάνεται σοβαρά υπόψη η διενέργεια βιοψίας του ήπατος.
-
Δυσλειτουργία του ήπατοςπροσοχήΠληθυσμόςασθενείς που καταναλώνουν σημαντικές ποσότητες αλκοόλ και/ή έχουν ιστορικό ηπατικής νόσουΤο φάρμακο πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή.
-
Μυοπάθεια/ΡαβδομυόλυσηαντένδειξηΠληθυσμόςασθενείς που λαμβάνουν ισχυρούς αναστολείς του συστήματος CYP3A4 (κυκλοσπορίνη, ιτρακοναζόλη, κετοκοναζόλη, ερυθρομυκίνη, κλαριθρομυκίνη, αναστολείς πρωτεασών HIV, νεφαζοδόνη)Η χορήγηση της λοβαστατίνης ταυτόχρονα θα πρέπει να αποφεύγεται. Αν η θεραπεία με ιτρακοναζόλη, κετοκοναζόλη, ερυθρομυκίνη ή κλαριθρομυκίνη δεν μπορεί να αποφευχθεί, η θεραπεία με λοβαστατίνη θα πρέπει να διακοπεί κατά τη διάρκεια της θεραπείας. Η ταυτόχρονη χορήγηση άλλων φαρμάκων, που θεωρείται ότι έχουν ισχυρή ανασταλτική επίδραση στο σύστημα CYP3A4 σε θεραπευτικές δόσεις θα πρέπει να αποφεύγεται, εκτός αν τα ωφέλη της συνδυασμένης θεραπείας υπερτερούν του αυξημένου κινδύνου.
-
Μυοπάθεια/ΡαβδομυόλυσηπροσοχήΠληθυσμόςασθενείς που λαμβάνουν ταυτόχρονα φάρμακα με κυκλοσπορίνη, γεμφιβροζίλη, άλλες φιβράτες ή δόσεις νιασίνης που ελαττώνουν τα λιπίδια (≥ 1g ημερησίως)Η δοσολογία της λοβαστατίνης δεν θα πρέπει να υπερβεί τα 20 mg ημερησίως. Η συνδυασμένη χορήγηση λοβαστατίνης με φιβράτες ή νιασίνη θα πρέπει να αποφεύγεται, εκτός αν το όφελος περαιτέρω μεταβολής των επιπέδων των λιπιδίων είναι πιθανόν να υπερτερεί του αυξημένου κινδύνου αυτού του συνδυασμού φαρμάκων.
-
Μυοπάθεια/ΡαβδομυόλυσηπροσοχήΠληθυσμόςασθενείς που λαμβάνουν ταυτόχρονα θεραπεία με αμιωδαρόνη ή βεραπαμίληΗ δοσολογία της λοβαστατίνης δεν θα πρέπει να υπερβαίνει τα 40 mg ημερησίως. Η συνδυασμένη χορήγηση της λοβαστατίνης σε δόσεις μεγαλύτερες από 40 mg ημερησίως με αμιωδαρόνη ή βεραπαμίλη θα πρέπει να αποφεύγεται, εκτός αν το κλινικό όφελος είναι πιθανόν να υπερτερεί του αυξημένου κινδύνου για μυοπάθεια.
-
Μυοπάθεια/ΡαβδομυόλυσηπροσοχήΠληθυσμόςασθενείς με προδιαθεσικούς παράγοντες για ραβδομυόλυσηΟι θεράποντες γιατροί θα πρέπει να συνταγογραφούν στατίνες με προσοχή.
-
Μυοπάθεια/ΡαβδομυόλυσηαντένδειξηΠληθυσμόςασθενείς με νεφρική ανεπάρκεια, υποθυρεοειδισμό, ατομικό ή οικογενειακό ιστορικό κληρονομικών διαταραχών, ιστορικό προηγούμενης εκδήλωσης μυϊκής τοξικότητας μετά από λήψη στατίνης ή φιβράτης, αλκοολισμό, ή ηλικίας > 70 ετώνΤα επίπεδα της κρεατινικής κινάσης θα πρέπει οπωσδήποτε να προσδιορίζονται πριν την έναρξη της αγωγής. Σε περίπτωση που τα επίπεδα της κρεατινικής κινάσης είναι σημαντικά υψηλότερα από τα ανώτατα φυσιολογικά όρια (> 5XUNL) πριν την έναρξη της φαρμακευτικής αγωγής, το φάρμακο δεν πρέπει να χορηγηθεί.
-
Μυοπάθεια/ΡαβδομυόλυσηπροσοχήΠληθυσμόςόλοι οι ασθενείς που λαμβάνουν θεραπεία με λοβαστατίνη ή αυτοί των οποίων η δόση της λοβαστατίνης αυξήθηκεΘα πρέπει να ενημερώνονται για τον κίνδυνο μυοπάθειας και να αναφέρουν οποιοδήποτε μυϊκό πόνο, αδυναμία ή επώδυνο μυϊκό σπασμό (κράμπα).
-
Μυοπάθεια/ΡαβδομυόλυσηαντένδειξηΠληθυσμόςασθενείς με μυϊκό πόνο, αδυναμία ή επώδυνο μυϊκό σπασμό (κράμπα)Σε ασθενείς με τέτοια συμπτώματα θα πρέπει να μετρώνται τα επίπεδα της κρεατινοφωσφοκινάσης. Εφόσον τα επίπεδα αυτά βρεθούν σημαντικά αυξημένα (> 5XUNL) η θεραπεία πρέπει να διακοπεί. Αν τα μυϊκά συμπτώματα είναι σοβαρά και προκαλούν καθημερινή δυσφορία, ακόμη και αν τα επίπεδα της κρεατινοφωσφοκινάσης είναι 5XUNL, θα πρέπει να ληφθεί υπόψη η διακοπή της θεραπείας. Η θεραπεία με λοβαστατίνη θα πρέπει να διακόπτεται αμέσως μόλις διαγνωσθεί ή υπάρχει υποψία για μυοπάθεια.
-
Μυοπάθεια/ΡαβδομυόλυσηπροσοχήΑν τα συμπτώματα υποχωρήσουν και τα επίπεδα της κρεατινικής κινάσης επανέλθουν στα φυσιολογικά, επανέναρξη της αγωγής με το φάρμακο ή έναρξη αγωγής με μια άλλη στατίνη θα πρέπει να γίνεται εφόσον τούτο κριθεί αναγκαίο, μόνο στη μικρότερη δυνατή δόση και με στενή κλινική παρακολούθηση.
-
Μυοπάθεια/ΡαβδομυόλυσηπροσοχήΠληθυσμόςασθενείς πριν την προγραμματισμένη μεγάλη χειρουργική επέμβαση και όταν επισυμβαίνει ιατρική ή χειρουργική κατάσταση μείζονος σημασίαςΗ θεραπεία με λοβαστατίνη θα πρέπει να σταματήσει προσωρινά για μερικές ημέρες.
-
Τοξικότητα στο ΚΝΣ - ΟφθαλμόςαντένδειξηΣε περίπτωση επιδείνωσης των συμπτωμάτων (μυασθένεια gravis ή οφθαλμική μυασθένεια), η χορήγηση του Λοβαστατίνη πρέπει να διακόπτεται.
-
Διάμεση πνευμονική νόσοςαντένδειξηΕάν υπάρχει υποψία για κάποιο ασθενή ότι παρουσίασε διάμεση πνευμονική νόσο, η θεραπεία με Λοβαστατίνη πρέπει να διακοπεί.
-
Σακχαρώδης ΔιαβήτηςπροσοχήΠληθυσμόςασθενείς που βρίσκονται σε κίνδυνο (γλυκόζη νηστείας 5,6 έως 6,9 mmol/L, BMI> 30 kg/m2, αυξημένα τριγλυκερίδια, υπέρταση)Θα πρέπει να παρακολουθούνται τόσο κλινικά όσο και βιοχημικά σύμφωνα με τις εθνικές κατευθυντήριες οδηγίες.
-
ΈκδοχααντένδειξηΠληθυσμόςασθενείς με σπάνια κληρονομικά προβλήματα δυσανεξίας στη γαλακτόζη, πλήρη ανεπάρκεια λακτάσης ή κακή απορρόφηση γλυκόζης-γαλακτόζηςΔεν πρέπει να πάρουν αυτό το φάρμακο.
swap_horiz
Αλληλεπιδράσεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
-
Ισχυροί αναστολείς του CYP3A4 (κυκλοσπορίνη, αναστολείς πρωτεασών HIV, ιτρακοναζόλη, κετοκοναζόλη, ερυθρομυκίνη, κλαριθρομυκίνη, νεφαζοδόνη)προσοχήΑύξηση του κινδύνου μυοπάθειας λόγω μειωμένης απέκκρισης της λοβαστατίνης
-
προσοχήΑυξημένος κίνδυνος μυοπάθειαςΣύστασηΘεραπεία να αρχίσει με 10 mg λοβαστατίνη, μέγιστη δόση 20 mg/ημέρα. Να αποφεύγεται εκτός εάν το όφελος υπερτερεί του κινδύνου.
-
Άλλες φιβράτεςπροσοχήΑυξημένος κίνδυνος μυοπάθειαςΣύστασηΘεραπεία να αρχίσει με 10 mg λοβαστατίνη, μέγιστη δόση 20 mg/ημέρα. Να αποφεύγεται εκτός εάν το όφελος υπερτερεί του κινδύνου.
-
Νιασίνη (νικοτινικό οξύ, ≥1g/ημέρα)προσοχήΑυξημένος κίνδυνος μυοπάθειαςΣύστασηΘεραπεία να αρχίσει με 10 mg λοβαστατίνη, μέγιστη δόση 20 mg/ημέρα. Να αποφεύγεται εκτός εάν το όφελος υπερτερεί του κινδύνου.
-
Αμιωδαρόνη ή βεραπαμίληπροσοχήΑυξημένος κίνδυνος μυοπάθειας / ραβδομυόλυσηςΣύστασηΗ δοσολογία της λοβαστατίνης δεν θα πρέπει να υπερβεί τα 40 mg ημερησίως.
-
Κουμαρινικά αντιπηκτικά (π.χ. βαρφαρίνη)παρακολούθησηΑύξηση του χρόνου προθρομβίνης ή αιμορραγία σε λίγους ασθενείςΣύστασηΝα καθορίζεται ο χρόνος προθρομβίνης πριν την έναρξη και συχνά το πρώτο διάστημα της θεραπείας. Επανάληψη της διαδικασίας αν αλλάξει η δόση της λοβαστατίνης.
-
ΑντιπυρίνηΔεν επιδρά στη φαρμακοκινητική της αντιπυρίνης ή των μεταβολιτών της
-
Δεν παρατηρήθηκε κλινικά σημαντική φαρμακοκινητική ή φαρμακοδυναμική αλληλεπίδραση
-
Δεν επέδρασε στις συγκεντρώσεις της διγοξίνης στο πλάσμα
-
Υπογλυκαιμικά σκευάσματα χορηγούμενα από το στόμα (γλυπιζίδη, χλωρπροπαμίδη)Δεν υπήρξε αλληλεπίδραση
-
β-αναστολείςΧωρίς ένδειξη κλινικά σημαντικών ανεπιθύμητων αλληλεπιδράσεων
-
Αναστολείς των διαύλων ασβεστίου (εκτός βεραπαμίλης)Χωρίς ένδειξη κλινικά σημαντικών ανεπιθύμητων αλληλεπιδράσεων
-
ΔιουρητικάΧωρίς ένδειξη κλινικά σημαντικών ανεπιθύμητων αλληλεπιδράσεων
-
Μη στεροειδή αντιφλεγμονώδη φάρμακαΧωρίς ένδειξη κλινικά σημαντικών ανεπιθύμητων αλληλεπιδράσεων
-
Χυμός κίτρου (πολύ μεγάλες ποσότητες > 1 λίτρο την ημέρα)προσοχήΑύξηση των επιπέδων της ανασταλτικής δραστικότητας της HMG-CoA αναγωγάσης στο πλάσμαΣύστασηΝα αποφεύγεται
sick
Ανεπιθύμητες ενέργειες
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
- Δυσκοιλιότητα
- Διάρροια
- Δυσπεψία
- Μετεωρισμός
- Οπισθοστερνικός καύσος
- Ναυτία
- Κοιλιακό άλγος
- Παλινδρόμηση οξέος
- Ξηροστομία
- Έμετος
- Παγκρεατίτιδα
- Επιγαστρικό άλγος / κράμπες
- Ανορεξία
- Σακχαρώδης διαβήτης
- Μυϊκές κράμπες
- Μυαλγία
- Άλγος στα κάτω άκρα
- Ωμαλγία
- Αρθραλγία
- Ανοσολογικά διαμεσολαβούμενη νεκρωτική μυοπάθεια
- Επώδυνες μυϊκές συσπάσεις
- Μυοπάθεια
- Ραβδομυόλυση
- Αρθρίτιδα
- Μυασθένεια Gravis
- Ζάλη
- Κεφαλαλγία
- Δυσγευσία
- Παραισθησία
- Διαταραχές της γεύσης
- Πάρεση προσώπου
- Τρόμος
- Ίλιγγος
- Απώλεια μνήμης
- Περιφερική νευροπάθεια
- Περιφερική παράλυση νεύρων
- Μυασθένεια των οφθαλμών
- Αϋπνία
- Ψυχικές διαταραχές
- Άγχος
- Απώλεια libido
- Επηρεασμός των εξωοφθαλμικών κινήσεων
- Θάμβος όρασης
- Οφθαλμικός ερεθισμός
- Επιδείνωση καταρράκτη
- Θολερότητα φακών
- Οφθαλμοπληγία
- Διαταραχές ύπνου (συμπεριλαμβανομένης της αϋπνίας και των εφιαλτών)
- Εξάνθημα
- Κνησμός
- Αλωπεκία
- Φωτοευαισθησία
- Τοξική επιδερμική νεκρόλυση
- Πολύμορφο ερύθημα
- Σύνδρομο Stevens-Johnson
- Πορφύρα
- Οζίδια (δέρματος)
- Αποχρωματισμός (δέρματος)
- Ξηρότητα δερματικών / βλεννογόνιων υμένων
- Μεταβολές κόμης / νυχιών
- Έξαψη
- Αγγειίτιδα
- Εξασθένιση
- Θωρακικό άλγος
- Πυρετός
- Ρίγη
- Κακουχία
- Αύξηση των τρανσαμινασών στον ορό
- Ηπατίτιδα (περιλαμβανομένης χρόνιας ενεργού ηπατίτιδας)
- Λιπώδεις μεταβολές στο ήπαρ
- Κεραυνοβόλος κίρρωση
- Ηπάτωμα
- Χολοστατικός ίκτερος
- Ηπατική νέκρωση
- Αύξηση των τρανσαμινασών στον ορό
- Αύξηση της κρεατινοφωσφοκινάσης (CPK) (τουλάχιστον δύο φορές πάνω από τη φυσιολογική τιμή)
- Μεγάλη αύξηση της CPK
- Αυξημένα επίπεδα γGT
- Αυξημένα επίπεδα χολυρεθρίνης
- Θετικά αντιπυρηνικά αντισώματα
- Αναφυλαξία
- Αγγειοοίδημα
- Σύνδρομο προσομοιάζον με ερυθηματώδη λύκο
- Αυξημένη ταχύτητα καθίζησης ερυθρών
- Αυξημένα επίπεδα αλκαλικής φωσφατάσης
- Ανωμαλία λειτουργίας θυρεοειδούς
- Κατάθλιμψη
- Θρομβοκυτοπενία
- Λευκοπενία
- Αιμολυτική αναιμία
- Ηωσινοφιλία
- Δύσπνοια
- Διάμεση πνευμονική νόσος
- Γυναικομαστία
- Δυσλειτουργία στύσης
- Σεξουαλική δυσλειτουργία
Λεπτομέρειες κατά συχνότητα expand_more
-
ΣυχνέςΑύξηση της κρεατινοφωσφοκινάσης (CPK) (τουλάχιστον δύο φορές πάνω από τη φυσιολογική τιμή)Εργαστηριακές διαταραχές
-
ΣυχνέςΑύξηση των τρανσαμινασών στον ορόΔιαταραχές του ήπατος και των χοληφόρων / Εργαστηριακές διαταραχές
-
ΣυχνέςΔιάρροιαΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΔυσκοιλιότηταΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΔυσπεψίαΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΕξάνθημαΔέρμα
-
ΣυχνέςΕξασθένισηΓενικές
-
ΣυχνέςΕπιγαστρικό άλγος / κράμπεςΔιαταραχές του γαστρεντερικού
-
ΣυχνέςΖάληΝευρικό
-
ΣυχνέςΘάμβος όρασηςΟφθαλμικές
-
ΣυχνέςΚεφαλαλγίαΝευρικό
-
ΣυχνέςΚνησμόςΔέρμα
-
ΣυχνέςΚοιλιακό άλγοςΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΜετεωρισμόςΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΜυαλγίαΜυοσκελετικό
-
ΣυχνέςΜυϊκές κράμπεςΜυοσκελετικό
-
ΣυχνέςΝαυτίαΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΟπισθοστερνικός καύσοςΓαστρεντερικό
-
Όχι συχνέςΆλγος στα κάτω άκραΜυοσκελετικό
-
Όχι συχνέςΈμετοςΓαστρεντερικό
-
Όχι συχνέςΑλωπεκίαΔέρμα
-
Όχι συχνέςΑρθραλγίαΜυοσκελετικό
-
Όχι συχνέςΑϋπνίαΨυχιατρικές
-
Όχι συχνέςΔυσγευσίαΝευρικό
-
Όχι συχνέςΘωρακικό άλγοςΓενικές
-
Όχι συχνέςΞηροστομίαΓαστρεντερικό
-
Όχι συχνέςΟφθαλμικός ερεθισμόςΟφθαλμικές
-
Όχι συχνέςΠαλινδρόμηση οξέοςΓαστρεντερικό
-
Όχι συχνέςΠαραισθησίαΝευρικό
-
Όχι συχνέςΩμαλγίαΜυοσκελετικό
-
ΣπάνιεςΈξαψηΑγγειακές
-
ΣπάνιεςΑγγειίτιδαΑγγειακές
-
ΣπάνιεςΑγγειοοίδημαΑνοσοποιητικό
-
ΣπάνιεςΑιμολυτική αναιμίαΑίμα
-
ΣπάνιεςΑναφυλαξίαΑνοσοποιητικό
-
ΣπάνιεςΑρθρίτιδαΜυοσκελετικό
-
ΣπάνιεςΑυξημένη ταχύτητα καθίζησης ερυθρώνΕργαστηριακές
-
ΣπάνιεςΔύσπνοιαΑναπνευστικό
-
ΣπάνιεςΗωσινοφιλίαΑίμα
-
ΣπάνιεςΘετικά αντιπυρηνικά αντισώματαΑνοσοποιητικό
-
ΣπάνιεςΘρομβοκυτοπενίαΑίμα
-
ΣπάνιεςΚακουχίαΓενικές
-
ΣπάνιεςΚεραυνοβόλος κίρρωσηΔιαταραχές του ήπατος και των χοληφόρων
-
ΣπάνιεςΛευκοπενίαΑίμα
-
ΣπάνιεςΜεγάλη αύξηση της CPKΕργαστηριακές διαταραχές
-
ΣπάνιεςΠολύμορφο ερύθημαΔέρμα
-
ΣπάνιεςΠορφύραΔέρμα
-
ΣπάνιεςΠυρετόςΓενικές
-
ΣπάνιεςΡίγηΓενικές
-
ΣπάνιεςΡευματική πολυμυαλγίαΜυοσκελετικό
-
ΣπάνιεςΣύνδρομο Stevens-JohnsonΔέρμα
-
ΣπάνιεςΣύνδρομο προσομοιάζον με ερυθηματώδη λύκοΑνοσοποιητικό
-
ΣπάνιεςΤοξική επιδερμική νεκρόλυσηΔέρμα
-
ΣπάνιεςΦωτοευαισθησίαΔέρμα
-
Πολύ σπάνιεςΔιάμεση πνευμονική νόσοςΑναπνευστικό
-
Μη γνωστέςΆγχοςΨυχιατρικές
-
Μη γνωστέςΊλιγγοςΝευρικό
-
Μη γνωστέςΑνορεξίαΜεταβολισμός
-
Μη γνωστέςΑνοσολογικά διαμεσολαβούμενη νεκρωτική μυοπάθειαΜυοσκελετικό
-
Μη γνωστέςΑνωμαλία λειτουργίας θυρεοειδούςΕνδοκρινικό
-
Μη γνωστέςΑποχρωματισμός (δέρματος)Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
-
Μη γνωστέςΑπώλεια libidoΨυχιατρικές
-
Μη γνωστέςΑπώλεια μνήμηςΝευρικό
-
Μη γνωστέςΑυξημένα επίπεδα αλκαλικής φωσφατάσηςΕργαστηριακές
-
Μη γνωστέςΑυξημένα επίπεδα γGTΕργαστηριακές διαταραχές
-
Μη γνωστέςΑυξημένα επίπεδα χολυρεθρίνηςΕργαστηριακές διαταραχές
-
Μη γνωστέςΓυναικομαστίαΑναπαραγωγικό
-
Μη γνωστέςΔιαταραχές της γεύσηςΝευρικό
-
Μη γνωστέςΔιαταραχές ύπνου (συμπεριλαμβανομένης της αϋπνίας και των εφιαλτών)Διαταραχές του νευρικού συστήματος
-
Μη γνωστέςΔυσλειτουργία στύσηςΑναπαραγωγικό
-
Μη γνωστέςΕπηρεασμός των εξωοφθαλμικών κινήσεωνΟφθαλμικές
-
Μη γνωστέςΕπιδείνωση καταρράκτηΟφθαλμικές
-
Μη γνωστέςΕπώδυνες μυϊκές συσπάσειςΜυοσκελετικό
-
Μη γνωστέςΗπάτωμαΔιαταραχές του ήπατος και των χοληφόρων
-
Μη γνωστέςΗπατίτιδα (περιλαμβανομένης χρόνιας ενεργού ηπατίτιδας)Διαταραχές του ήπατος και των χοληφόρων
-
Μη γνωστέςΗπατική νέκρωσηΉπαρ
-
Μη γνωστέςΘολερότητα φακώνΟφθαλμικές
-
Μη γνωστέςΚατάθλιψηΨυχιατρικές
-
Μη γνωστέςΛιπώδεις μεταβολές στο ήπαρΔιαταραχές του ήπατος και των χοληφόρων
-
Μη γνωστέςΜεταβολές κόμης / νυχιώνΔιαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
-
Μη γνωστέςΜυασθένεια GravisΝευρικό
-
Μη γνωστέςΜυασθένεια των οφθαλμώνΔιαταραχές του μυοσκελετικού
-
Μη γνωστέςΜυοπάθειαΜυοσκελετικό
-
Μη γνωστέςΞηρότητα δερματικών / βλεννογόνιων υμένωνΔιαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
-
Μη γνωστέςΟζίδια (δέρματος)Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
-
Μη γνωστέςΟφθαλμοπληγίαΟφθαλμικές
-
Μη γνωστέςΠάρεση προσώπουΝευρικό
-
Μη γνωστέςΠαγκρεατίτιδαΓαστρεντερικό
-
Μη γνωστέςΠεριφερική νευροπάθειαΝευρικό
-
Μη γνωστέςΠεριφερική παράλυση νεύρωνΝευρικό
-
Μη γνωστέςΡαβδομυόλυσηΜυοσκελετικό
-
Μη γνωστέςΣακχαρώδης διαβήτηςΜεταβολισμός
-
Μη γνωστέςΣεξουαλική δυσλειτουργίαΑναπαραγωγικό
-
Μη γνωστέςΤρόμοςΝευρικό
-
Μη γνωστέςΧολοστατικός ίκτεροςΉπαρ
-
Μη γνωστέςΨυχικές διαταραχέςΨυχιατρικές
pregnant_woman
Κύηση / Γαλουχία
ΠΧΠ (SPC)
Επίπεδο κινδύνου: Αποφεύγεται
expand_more
Κύηση / Γαλουχία
-
ΚύησηΗ θεραπεία θα πρέπει να διακόπτεται αμέσως μόλις διαπιστώνεται η εγκυμοσύνη. Το Λοβαστατίνη θα πρέπει να χορηγείται σε γυναίκες αναπαραγωγικής ηλικίας μόνο όταν αυτές οι γυναίκες είναι εξαιρετικά απίθανο να συλλάβουν και έχουν ενημερωθεί για τους πιθανούς κινδύνους.Επειδή δεν έχει τεκμηριωθεί η ασφάλεια στις εγκυμονούσες γυναίκες και δεν υπάρχει εμφανές όφελος από την θεραπεία με Λοβαστατίνη κατά την διάρκεια της εγκυμοσύνης (βλ. Αντενδείξεις). Εάν η γυναίκα μείνει έγκυος ενώ ελάμβανε θεραπεία με Λοβαστατίνη, το φάρμακο θα πρέπει να διακοπεί και η ασθενής να ενημερωθεί για τους πιθανούς για το έμβρυο.
-
ΓαλουχίαΟι γυναίκες δεν πρέπει να θηλάζουν τα βρέφη τους εάν παίρνουν Λοβαστατίνη (βλ. Αντενδείξεις).Δεν είναι γνωστό εάν η λοβαστατίνη εκκρίνεται στο μητρικό γάλα. Επειδή μία μικρή ποσότητα ενός άλλου φαρμάκου της ίδιας κατηγορίας εκκρίνεται στο μητρικό γάλα και επειδή υπάρχει η πιθανότητα εμφάνισης σοβαρών ανεπιθύμητων ενεργειών στα βρέφη που θηλάζουν.
biotech
Φαρμακολογία
Φαρμακοδυναμική & Φαρμακοκινητική
expand_more
Φαρμακολογία
Η λοβαστατίνη είναι μια λευκή, μη υγροσκοπική, κρυσταλλική σκόνη αδιάλυτη στο νερό και ελαφρώς διαλυτή στην αιθανόλη, στη μεθανόλη και στο ακετονιτρίλιο. H λοβαστατίνη είναι {1S-[1α (R), 3α,7β, 8β, (2S, 4S), 8αβ]} 1, 2, 3, 7, 8, 8α - hexahydro - 3, 7-dimethyl - 8 - [2-(tetrahydro-4-hydroxy-6-oxo-2H-pyran-2-yl) ethyl] - 1 - naphthalenyl 2 methylbutanoate. Ο εμπειρικός τύπος της λοβαστατίνης είναι C24H36O5 και το μοριακό βάρος είναι 404,55. Η λοβαστατίνη είναι ένας παράγοντας που μειώνει την χοληστερόλη ο οποίος απομονώθηκε από ένα στέλεχος του Aspergillus terreus.
Μηχανισμός δράσης
Η λοβαστατίνη είναι ένας εξειδικευμένος αναστολέας της HMG-CoA αναγωγάσης, του ενζύμου που καταλύει τη μετατροπή του HMG-CoA σε mevalonate. Όμως, σε θεραπευτικές δόσεις, το ένζυμο δεν αναστέλλεται τελείως επιτρέποντας έτσι να υπάρχουν διαθέσιμες οι βιολογικά απαραίτητες ποσότητες mevalonate. Η μετατροπή του HMG-CoA σε mevalonate είναι ένα αρχικό στάδιο στη βιοσυνθετική οδό της χοληστερόλης. Μετά από χορήγηση από το στόμα, η λοβαστατίνη, που είναι μία αδρανής λακτόνη, υδρολύεται στην αντίστοιχη μορφή του β-υδροξυοξέος. Αυτό είναι ένας κύριος μεταβολίτης και αναστολέας της 3-υδροξυ-3-μεθυλογλουταρυλικού-συνένζυμου Α (HMG-CoA) αναγωγάσης.
Η συμμετοχή της χαμηλής πυκνότητας λιποπρωτεΐνης (LDL - χοληστερόλης) στην αθηρωγένεση έχει σαφώς τεκμηριωθεί τόσο σε κλινικές και παθολογοανατομικές μελέτες, όσο και σε πολλές μελέτες σε πειραματόζωα. Από επιδημιολογικές μελέτες έχει τεκμηριωθεί πως η αυξημένη LDL (χαμηλής πυκνότητας λιποπρωτεΐνη) - χοληστερόλη και η μειωμένη HDL (υψηλής πυκνότητας λιποπρωτεΐνη) - χοληστερόλη αποτελούν και οι δύο παράγοντες κινδύνου για στεφανιαία νόσο. Η μελέτη Lipid Research Clinics Coronary Primary Prevention (LRCCPPT), η οποία συντονίσθηκε από τα Εθνικά Ινστιτούτα Υγείας (NIH), μελέτησε άνδρες ηλικίας 35 - 59 ετών με επίπεδα χοληστερόλης 265mg/dl ή μεγαλύτερα και επίπεδα τριγλυκεριδίων όχι μεγαλύτερα από 300mg/dl. Αυτή η επταετής διπλή-τυφλή, ελεγχόμενη με placebo μελέτη, έδειξε πως η μείωση της LDL-χοληστερόλης με δίαιτα και χολεστυραμίνη, μείωσε τη συχνότητα θανάτων από στεφανιαία νόσο και των μη θανατηφόρων εμφραγμάτων του μυοκαρδίου.
Η λοβαστατίνη έχει δείξει ότι μειώνει και τις φυσιολογικές και τις υψηλές συγκεντρώσεις της LDL-χοληστερόλης. Η LDL σχηματίζεται από την VLDL και καταβολίζεται κυρίως από τους υψηλής συγγένειας LDL υποδοχείς. Η επίδραση των μεταβολών από τη λοβαστατίνη στα επίπεδα των λιποπρωτεϊνών συμπεριλαμβανομένης και της μείωσης της χοληστερόλης του ορού, στην καρδιαγγειακή νοσηρότητα και θνησιμότητα δεν έχει τεκμηριωθεί. Ο μηχανισμός που επιτυγχάνεται η μείωση της LDL με τη λοβαστατίνη, μπορεί να συμπεριλαμβάνει και τη μείωση των συγκεντρώσεων της VLDL-χοληστερόλη και την επαγωγή των LDL υποδοχέων με αποτέλεσμα τη μειωμένη παραγωγή και/ή τον αυξημένο καταβολισμό της LDL-χοληστερόλης. Η απολιποπρωτεΐνη β επίσης μειώνεται σημαντικά κατά τη διάρκεια της θεραπείας με λοβαστατίνη. Επειδή κάθε LDL σωματίδιο περιέχει ένα μόριο απολιποπρωτεΐνης β και επειδή υπάρχει λίγη απολιποπρωτεΐνη β σε άλλες λιποπρωτεΐνες, αυτό υποδεικνύει ότι η λοβαστατίνη δεν προκαλεί μόνον την απομάκρυνση της χοληστερόλης από την LDL, αλλά μειώνει επίσης τη συγκέντρωση των LDL σωματιδίων που κυκλοφορούν. Επίσης, η λοβαστατίνη αυξάνει την HDL-χοληστερόλη και μειώνει την LDL-χοληστερόλη και τα τριγλυκερίδια του πλάσματος (βλ. Πίνακες Ι - IV κάτω από την παράγραφο Κλινικές Μελέτες). Δεν είναι γνωστή επίδραση της λοβαστατίνης στην Lp (α), στο ινωδογόνο και σε άλλους ανεξάρτητους βιοχημικούς παράγοντες κινδύνου για στεφανιαία νόσο.
Παρακολούθηση Αγωγής
Εργαστηριακοί & κλινικοί έλεγχοι από το SPC, ανά σύστημα
Αρχικός έλεγχος — πριν την έναρξη
- Τρανσαμινάσες · πριν την έναρξη της θεραπείας, την 6η και 12η εβδομάδα μετά την έναρξη της θεραπείας με λοβαστατίνη ή μετά από αύξηση της δόσης και στη συνέχεια, περιοδικά, (π.χ. κάθε 6 μήνες)
-
Κρεατινική κινάση (CK)
· Πριν τη θεραπεία
Νεφρική ανεπάρκεια, υποθυρεοειδισμός, ιστορικό κληρονομικών διαταραχών, ιστορικό μυϊκής τοξικότητας από στατίνη/φιβράτη, αλκοολισμός, ή ηλικία > 70 ετών
Εργαστηριακές εξετάσεις (αίμα / ούρα)
| Έλεγχος | Σύστημα | Συχνότητα | Προϋπόθεση |
|---|---|---|---|
| Βιοχημικές εξετάσεις | scienceΗλεκτρολύτες & μεταβολικά | — | Κίνδυνος σακχαρώδη διαβήτη (γλυκόζη νηστείας 5,6-6,9 mmol/L, BMI>30 kg/m2, αυξημένα τριγλυκερίδια, υπέρταση) |
Κλινική εξέταση & ζωτικά
| Έλεγχος | Σύστημα | Συχνότητα | Προϋπόθεση |
|---|---|---|---|
| Κλινική παρακολούθηση | stethoscopeΚλινική παρακολούθηση (γενική) | — | Κίνδυνος σακχαρώδη διαβήτη (γλυκόζη νηστείας 5,6-6,9 mmol/L, BMI>30 kg/m2, αυξημένα τριγλυκερίδια, υπέρταση) |
| Κρεατινοφωσφοκινάση (CPK) | more_horizΆλλο / λοιπά | Εφόσον εμφανιστούν συμπτώματα | Μυϊκός πόνος, αδυναμία ή επώδυνος μυϊκός σπασμός |
Σκευάσματα & Τιμολόγηση
Μονογραφίες Πηγών
Αναλυτικό περιεχόμενο ανά πηγή για τεκμηρίωση και έλεγχο
DrugBank
Description
expand_more
Description
Περιγραφή
- Μυκητιακός μεταβολίτης απομονωμένος από την καλλιέργεια του Aspergillus terreus.
- Η ένωση αποτελεί ισχυρό αντιχοληστερολαιμικό φάρμακο.
- Αναστέλλει την αναγωγάση του HMG-CoA (HMG-CoA αναγωγάση), το ρυθμιστικό ένζυμο που περιορίζει τον ρυθμό βιοσύνθεσης της χοληστερόλης.
- Διεγείρει επίσης την παραγωγή υποδοχέων LDL στο ήπαρ.
- [PubChem]
DrugBank
Indication
expand_more
Indication
Ενδείξεις
- Διαχείριση ως συμπληρωματικό της δίαιτας για τη μείωση των αυξημένων επιπέδων ολικής χοληστερόλης (Total-C), LDL-C, apo B και TG σε ασθενείς με πρωτοπαθή υπερλιπιδαιμία και μικτή δυσλιπιδαιμία.
- Για πρωτογενή πρόληψη της στεφανιαίας νόσου.
DrugBank
Pharmacology
expand_more
Pharmacology
Φαρμακολογία
- Lovastatin, ένας αντιλιπιδαιμικός παράγοντας που παράγεται από ζύμωση του Aspergillus terreus, είναι ο πρώτος της κατηγορίας φαρμάκων που μειώνουν τα λιπίδια, γνωστή ως αναστολείς της HMG-CoA αναγωγάσης.
- Χρησιμοποιείται για τη θεραπεία της υπερλιπιδαιμίας, για τη μείωση της προοδευτικής αθηροσκλήρωσης της στεφανιαίας αρτηρίας και για την πρόληψη εμφράγματος μυοκαρδίου και εγκεφαλικού επεισοδίου.
- Lovastatin, όπως το simvastin και αντίθετα από το pravastatin, είναι προφάρμακο, εστιάζοντας την ενεργή φαρμακευτική ουσία στο ήπαρ κατά τον πρώτο πέρασμα μέσω της κυκλοφορίας.
DrugBank
Mechanism of action
expand_more
Mechanism of action
Μηχανισμός δράσης
- Lovastatin είναι μια λακτόνη που υδρολύεται εύκολα ενδοζωικά σε αντίστοιχο β-υδροξυοξικό οξύ, ισχυρός αναστολέας της HMG-CoA αναγωγάσης, του ενζύμου που καταλύει τη μετατροπή της HMG-CoA σε μεβαλονικό οξύ. Η μετατροπή της HMG-CoA σε mevalonate αποτελεί ένα πρώιμο βήμα στη βιοσυνθετική οδό της χοληστερόλης.
DrugBank
Absorption
expand_more
Absorption
Απορρόφηση
- 30%
DrugBank
Half life
expand_more
Half life
Ημιζωή
- 5.3 ώρες
DrugBank
Protein binding
expand_more
Protein binding
Δέσμευση πρωτεΐνης
-
95%
DrugBank
Route of elimination
expand_more
Route of elimination
Οδός απέκκρισης
- Lovastatin υφίσταται εκτεταμένη πρώτη διήθηση στο ήπαρ, ο κύριος τόπος δράσης του, με επακόλουθη απέκκριση ισοδύναμων μορφών φαρμάκου μέσω της χολής.
DrugBank
Toxicity
expand_more
Toxicity
Τοξικότητα / υπερδοσολογία
- LD50 > 1000 mg/kg (δια του στόματος σε ποντίκια)
science
PubChem
Φαρμακοδυναμική
expand_more
Φαρμακοδυναμική
Φαρμακοδυναμική
Η λοβαστατίνη είναι ένας από του στόματος αντιλιπιδαιμικός παράγοντας που αναστέλλει αναστρέψιμα την HMG-CoA αναγωγάση. Χρησιμοποιείται για τη μείωση των συνολικών επιπέδων χοληστερόλης, της χοληστερόλης λιποπρωτεϊνών χαμηλής πυκνότητας (LDL-C), της απολιποπρωτεΐνης Β (apoB), της χοληστερόλης μη-υψηλής πυκνότητας (non-HDL-C) και των συγκεντρώσεων τριγλυκεριδίων (TG) στο πλάσμα, ενώ αυξάνει τις συγκεντρώσεις HDL-C. Υψηλά επίπεδα LDL-C, χαμηλά επίπεδα HDL-C και υψηλές συγκεντρώσεις TG στο πλάσμα σχετίζονται με αυξημένο κίνδυνο αθηροσκλήρωσης και καρδιαγγειακής νόσου. Η αναλογία ολικής χοληστερόλης προς HDL-C αποτελεί ισχυρό προγνωστικό δείκτη για στεφανιαία νόσο και υψηλές αναλογίες σχετίζονται με υψηλότερο κίνδυνο εμφάνισης της νόσου. Τα αυξημένα επίπεδα HDL-C σχετίζονται με χαμηλότερο καρδιαγγειακό κίνδυνο. Μειώνοντας τα LDL-C και TG και αυξάνοντας τα HDL-C, η λοβαστατίνη μειώνει τον κίνδυνο καρδιαγγειακής νοσηρότητας και θνησιμότητας. Τα αυξημένα επίπεδα χοληστερόλης, και ιδίως τα αυξημένα επίπεδα λιποπρωτεϊνών χαμηλής πυκνότητας (LDL), αποτελούν σημαντικό παράγοντα κινδύνου για την ανάπτυξη ΚΝ. Η χρήση στατινών για τη στόχευση και τη μείωση των επιπέδων LDL έχει αποδειχθεί σε σειρά ορόσημων μελετών ότι μειώνει σημαντικά τον κίνδυνο εμφάνισης ΚΝ και τη θνησιμότητα από κάθε αιτία. Οι στατίνες θεωρούνται μια οικονομικά αποδοτική θεραπευτική επιλογή για την ΚΝ λόγω της αποδεδειγμένης μείωσης της θνησιμότητας από κάθε αιτία, συμπεριλαμβανομένης της θανατηφόρας και μη θανατηφόρας ΚΝ, καθώς και της ανάγκης για χειρουργική επαναιμάτωση ή αγγειοπλαστική μετά από έμφραγμα του μυοκαρδίου. Η έρευνα έχει δείξει ότι ακόμη και για άτομα χαμηλού κινδύνου (με <10% κίνδυνο σοβαρού αγγειακού συμβάματος εντός 5 ετών), οι στατίνες προκαλούν 20%-22% σχετική μείωση των σοβαρών καρδιαγγειακών συμβαμάτων (έμφραγμα μυοκαρδίου, εγκεφαλικό επεισόδιο, στεφανιαία επαναιμάτωση και στεφανιαίος θάνατος) για κάθε μείωση 1 mmol/L της LDL, χωρίς σημαντικές παρενέργειες ή κινδύνους. Κλινικές μελέτες έχουν δείξει ότι η λοβαστατίνη μειώνει την LDL-C και την ολική χοληστερόλη κατά 25-40%. Η δόση που προκαλεί 50% αναστολή είναι γνωστό ότι είναι 46 mcg/kg, η οποία μεταφράζεται σε μείωση περίπου 30% της χοληστερόλης του πλάσματος.
Μυοπάθεια/Ραβδομυόλυση
Η λοβαστατίνη, όπως και άλλοι αναστολείς της HMG-CoA αναγωγάσης, προκαλεί περιστασιακά μυοπάθεια που εκδηλώνεται ως μυϊκός πόνος, ευαισθησία ή αδυναμία με κρεατινική κινάση (CK) πάνω από δέκα φορές το ανώτατο φυσιολογικό όριο (ULN). Η μυοπάθεια μερικές φορές παίρνει τη μορφή ραβδομυόλυσης με ή χωρίς οξεία νεφρική ανεπάρκεια δευτερογενώς λόγω μυοσφαιρινουρίας, και έχουν συμβεί σπάνιες θανατηφόρες περιπτώσεις. Ο κίνδυνος μυοπάθειας εξαρτάται από τη δόση και αυξάνεται από τα υψηλά επίπεδα δραστικότητας αναστολέων της HMG-CoA αναγωγάσης στο πλάσμα. Σε μια κλινική μελέτη (EXCEL) στην οποία οι ασθενείς παρακολουθούνταν στενά και αποκλείστηκαν ορισμένα αλληλεπιδρώντα φάρμακα, υπήρξε μία περίπτωση μυοπάθειας μεταξύ 4933 ασθενών που τυχαιοποιήθηκαν σε λοβαστατίνη 20 έως 40 mg ημερησίως για 48 εβδομάδες, και 4 περιπτώσεις μεταξύ 1649 ασθενών που τυχαιοποιήθηκαν σε 80 mg ημερησίως. Προδιαθεσικοί παράγοντες για μυοπάθεια περιλαμβάνουν την προχωρημένη ηλικία (≥65 ετών), το γυναικείο φύλο, τον μη ελεγχόμενο υποθυρεοειδισμό και τη νεφρική δυσλειτουργία. Οι Κινέζοι ασθενείς μπορεί επίσης να διατρέχουν αυξημένο κίνδυνο μυοπάθειας. Στις περισσότερες περιπτώσεις, τα μυϊκά συμπτώματα και οι αυξήσεις της CK υποχώρησαν όταν η θεραπεία διακόπηκε άμεσα. Ο κίνδυνος μυοπάθειας κατά τη διάρκεια της θεραπείας με λοβαστατίνη μπορεί να αυξηθεί με τη συγχορήγηση αλληλεπιδρώντων φαρμάκων όπως [φαινοφιβράτη], [νιασίνη], [gemfibrozil], [κυκλοσπορίνη] και ισχυρών αναστολέων του ενζύμου CYP3A4. Έχουν αναφερθεί περιπτώσεις μυοπάθειας, συμπεριλαμβανομένης της ραβδομυόλυσης, με αναστολείς HMG-CoA αναγωγάσης που χορηγήθηκαν ταυτόχρονα με [κολχικίνη], και επομένως πρέπει να ασκείται προσοχή κατά τη συνταγογράφηση αυτών των δύο φαρμάκων μαζί. Δεδομένα από πραγματικό κόσμο από μελέτες παρατήρησης έχουν υποδείξει ότι το 10-15% των ατόμων που λαμβάνουν στατίνες μπορεί να εμφανίσει μυϊκούς πόνους σε κάποιο σημείο κατά τη διάρκεια της θεραπείας.
Ηπατική Δυσλειτουργία
Επίμονες αυξήσεις (σε πάνω από 3 φορές το ανώτατο φυσιολογικό όριο) των ορών τρανσαμινασών εμφανίστηκαν στο 1.9% των ενήλικων ασθενών που έλαβαν λοβαστατίνη για τουλάχιστον ένα έτος σε πρώιμες κλινικές δοκιμές. Όταν το φάρμακο διακόπηκε ή σταμάτησε σε αυτούς τους ασθενείς, τα επίπεδα των τρανσαμινασών συνήθως έπεφταν αργά στα προ-θεραπευτικά επίπεδα. Οι αυξήσεις εμφανίζονταν συνήθως 3 έως 12 μήνες μετά την έναρξη της θεραπείας με λοβαστατίνη, και δεν σχετίζονταν με ίκτερο ή άλλα κλινικά σημεία ή συμπτώματα. Στη μελέτη EXCEL, η συχνότητα επίμονων αυξήσεων των ορών τρανσαμινασών άνω των 48 εβδομάδων ήταν 0.1% για το εικονικό φάρμακο, 0.1% στα 20 mg/ημέρα, 0.9% στα 40 mg/ημέρα και 1.5% στα 80 mg/ημέρα σε ασθενείς που λάμβαναν λοβαστατίνη. Ωστόσο, στην εμπειρία μετά την κυκλοφορία της λοβαστατίνης, σπάνια αναφέρθηκε συμπτωματική ηπατική νόσος σε όλες τις δόσεις.
neurology
PubChem
Μηχανισμός δράσης
expand_more
Μηχανισμός δράσης
Μηχανισμός Δράσης
Η λοβαστατίνη είναι μια λακτόνη που υδρολύεται εύκολα in vivo στην αντίστοιχη β-υδροξυ-οξέως μορφή και είναι ισχυρός αναστολέας της HMG-CoA αναγωγάσης, ενός ηπατικού μικροσωμικού ενζύμου που καταλύει τη μετατροπή της HMG-CoA (3-υδροξυ-3-μεθυλογλουταρυλο-συνένζυμο Α) σε μεβαλονικό, ένα πρώιμο βήμα καθορισμού ρυθμού στη βιοσύνθεση της χοληστερόλης. Σε θεραπευτικές δόσεις λοβαστατίνης, η HMG-CoA αναγωγάση δεν αναστέλλεται πλήρως, επιτρέποντας έτσι τη διαθεσιμότητα βιολογικά απαραίτητων ποσοτήτων μεβαλονικού. Δεδομένου ότι η μετατροπή της HMG-CoA σε μεβαλονικό είναι ένα πρώιμο βήμα στη βιοσυνθετική οδό για τη χοληστερόλη, η θεραπεία με λοβαστατίνη δεν αναμένεται να προκαλέσει συσσώρευση δυνητικά τοξικών στερολών. Η λοβαστατίνη δρα κυρίως στο ήπαρ, όπου η μειωμένη χοληστερόλη του ήπατος διεγείρει την υπερρύθμιση των ηπατικών υποδοχέων λιποπρωτεϊνών χαμηλής πυκνότητας (LDL), η οποία αυξάνει την πρόσληψη LDL από το ήπαρ. Η λοβαστατίνη αναστέλλει επίσης την ηπατική σύνθεση των λιποπρωτεϊνών πολύ χαμηλής πυκνότητας (VLDL). Η συνολική επίδραση είναι μείωση της LDL και VLDL στο πλάσμα και σημαντική μείωση του κινδύνου εμφάνισης ΚΝ και θνησιμότητας από κάθε αιτία. Σημαντική επίδραση στη μείωση της LDL-C παρατηρήθηκε εντός 2 εβδομάδων από την έναρξη της λοβαστατίνης, και η μέγιστη θεραπευτική απόκριση επετεύχθη εντός 4-6 εβδομάδων. Η απόκριση διατηρήθηκε κατά τη συνέχιση της θεραπείας. Οι μεμονωμένες ημερήσιες δόσεις που χορηγήθηκαν το βράδυ ήταν πιο αποτελεσματικές από την ίδια δόση που χορηγήθηκε το πρωί, πιθανώς επειδή η χοληστερόλη συντίθεται κυρίως τη νύχτα. Όταν διακόπτεται η θεραπεία με λοβαστατίνη, η ολική χοληστερόλη έχει αποδειχθεί ότι επανέρχεται στα προ-θεραπευτικά επίπεδα. Μελέτες in vitro και in vivo σε ζώα δείχνουν επίσης ότι η λοβαστατίνη ασκεί αγγειοπροστατευτικές επιδράσεις ανεξάρτητα από τις λιποειδομειωτικές της ιδιότητες, γνωστές και ως πλειοτροπικές επιδράσεις των στατινών. Αυτές περιλαμβάνουν βελτίωση της ενδοθηλιακής λειτουργίας, ενισχυμένη σταθερότητα αθηρωματικών πλακών, μειωμένο οξειδωτικό στρες και φλεγμονή, και αναστολή της θρομβωτικής απόκρισης. Οι στατίνες έχουν επίσης βρεθεί να συνδέονται αλλοστερικά με τον β2-ενσωματωμένο αντιγόνο-1 (LFA-1), ο οποίος παίζει σημαντικό ρόλο στη μεταφορά λευκοκυττάρων και στην ενεργοποίηση Τ-κυττάρων.
Η λοβαστατίνη έχει αναφερθεί ότι έχει ευεργετικές επιδράσεις σε ορισμένους καρκίνους. Αυτό περιλαμβάνει μια πολυπαραγοντική, προκαλούμενη από στρες κυτταρική νέκρωση (απόπτωση) και απόκριση αποικοδόμησης DNA σε καρκινικά κύτταρα μαστού. Έχει επίσης αποδειχθεί ότι αναστέλλει τη δραστηριότητα της ιστονικής δεακετυλάσης 2 (HDAC2) και αυξάνει τη συσσώρευση ακετυλιωμένης ιστονής-Η3 και την έκφραση της p21(WAF/CIP) σε ανθρώπινα καρκινικά κύτταρα, υποδηλώνοντας ότι οι στατίνες μπορεί να χρησιμεύσουν ως νέοι αναστολείς HDAC για τη θεραπεία του καρκίνου και τη χημειοπροφύλαξη.
Οι αναστολείς της 3-υδροξυ-3-μεθυλογλουταρυλο-συνένζυμο Α (HMG-CoA) αναγωγάσης (στατίνες), ατορβαστατίνη, κεριβαστατίνη, φλουβαστατίνη, πραβαστατίνη, λοβαστατίνη και σιμβαστατίνη, μειώνουν την αθηρογένεση και την καρδιαγγειακή νοσηρότητα. Επιπλέον, υπάρχουν αυξανόμενες ενδείξεις ότι οι στατίνες έχουν ανοσοτροποποιητικές δραστηριότητες. Οι στατίνες μειώνουν την έκφραση των μορίων προσκόλλησης, του διακυτταρικού μορίου προσκόλλησης-1 (ICAM-1), της μονοκυτταρικής χημειοτακτικής πρωτεΐνης-1 (MAC-1) και του αντιγόνου-1 που σχετίζεται με τη λειτουργία των λεμφοκυττάρων (LFA-1), στα λευκοκύτταρα και τα ενδοθηλιακά κύτταρα και, μέσω σύνδεσης με το LFA-1, παρεμβαίνουν στην αλληλεπίδραση ICAM-1-LFA-1, η οποία είναι κρίσιμη για την ενεργοποίηση των λεμφοκυττάρων από κύτταρα που παρουσιάζουν αντιγόνα, την είσοδο λευκοκυττάρων σε θέσεις φλεγμονής και την ανοσολογική κυτταροτοξικότητα. Οι στατίνες αναστέλλουν την επαγόμενη έκφραση των μείζονων συμπλεγμάτων ιστοσυμβατότητας τάξης II σε διάφορους τύπους κυττάρων, συμπεριλαμβανομένων των μακροφάγων, και μειώνουν την έκφραση των υποδοχέων χημειοκίνης Τ-βοηθητικού-1 (Th1) στα Τ-κύτταρα, οδηγώντας περαιτέρω στην αναστολή της ενεργοποίησης των λεμφοκυττάρων και τη διείσδυσή τους σε θέσεις φλεγμονής. Οι στατίνες αναστέλλουν την επαγωγή της επαγόμενης συνθετάσης μονοξειδίου του αζώτου και την έκφραση διαφόρων προφλεγμονωδών κυτοκινών όπως ο παράγοντας νέκρωσης όγκων-άλφα και η ιντερφερόνη-γάμμα σε μακροφάγα και έχουν αντιοξειδωτικές δράσεις. Αυτοί οι παράγοντες αναστέλλουν τον πολλαπλασιασμό των ανοσοκυττάρων και την ενεργοποίηση των φυσικών κυττάρων δολοφόνων.
Η λοβαστατίνη, είναι ένας παράγοντας μείωσης της χοληστερόλης που απομονώνεται από ένα στέλεχος του Aspergillus terreus. Μετά από από του στόματος χορήγηση, η λοβαστατίνη, η οποία είναι μια αδρανής λακτόνη, υδρολύεται στην αντίστοιχη μορφή β-υδροξυ-οξέος. Αυτός ο κύριος μεταβολίτης είναι ειδικός αναστολέας της 3-υδροξυ-3-μεθυλογλουταρυλο-συνένζυμο Α (HMG-CoA) αναγωγάσης. Αυτό το ένζυμο καταλύει τη μετατροπή της HMG-CoA σε μεβαλονικό, το οποίο είναι ένα πρώιμο και καθοριστικό βήμα ρυθμού στη βιοσύνθεση της χοληστερόλης.
Η λοβαστατίνη ανήκει στις Στατίνες, οι οποίες είναι ωφέλιμες σε πολλές ανοσολογικές καρδιαγγειακές νόσους και αυτοάνοσες νόσους που διαμεσολαβούνται από Τ-κύτταρα. Το κανάλι Kv1.3 παίζει σημαντικό ρόλο στην ενεργοποίηση και τον πολλαπλασιασμό των Τ-κυττάρων, και έχει γίνει ελκυστικός στόχος για ανοσολογικές διαταραχές. Η παρούσα μελέτη σχεδιάστηκε για να εξετάσει την ανασταλτική δράση της λοβαστατίνης στο κανάλι Kv1.3 σε ανθρώπινα Τ-κύτταρα, και να διευκρινίσει τον νέο ανοσοτροποποιητικό της μηχανισμό. Διαπιστώσαμε ότι η λοβαστατίνη ανέστειλε τα ρεύματα Kv1.3 με τρόπο εξαρτώμενο από τη συγκέντρωση και την τάση, και το IC50 για την κορυφή, το τέλος του παλμού ήταν 39.81 +/- 5.11, 6.92 +/- 0.95 uM, αντίστοιχα. Η λοβαστατίνη επίσης επιτάχυνε τον ρυθμό εξασθένησης της απενεργοποίησης του ρεύματος και μετατόπισε αρνητικά τις καμπύλες σταθερής κατάστασης απενεργοποίησης με τρόπο εξαρτώμενο από τη συγκέντρωση, χωρίς να επηρεάζει την καμπύλη ενεργοποίησης. Ωστόσο, η 30 uM λοβαστατίνη δεν είχε εμφανή επίδραση στο ρεύμα KCa σε ανθρώπινα Τ-κύτταρα. Επιπλέον, η λοβαστατίνη ανέστειλε την εισροή Ca(2+), τον πολλαπλασιασμό των Τ-κυττάρων, καθώς και την παραγωγή IL-2. Οι δραστηριότητες των NFAT1 και NF-kB p65/50 μειώθηκαν επίσης από τη λοβαστατίνη. Τέλος, η εφαρμογή μεβαλονικού ανέστρεψε μόνο μερικώς την αναστολή της λοβαστατίνης στην έκκριση IL-2, και το siRNA έναντι του Kv1.3 μείωσε επίσης μερικώς αυτή την ανασταλτική δράση της λοβαστατίνης. Συμπερασματικά, η λοβαστατίνη μπορεί να ασκήσει ανοσοτροποποιητικές ιδιότητες μέσω του νέου μηχανισμού αναστολής του καναλιού Kv1.3.
biotech
PubChem
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
expand_more
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
Απορρόφηση, Κατανομή & Απέκκριση
Η Cmax της λοβαστατίνης βρέθηκε να είναι 3.013ng/mL με Tmax 3.36 ώρες. Οι συγκεντρώσεις στο πλάσμα της συνολικής ραδιενέργειας (λοβαστατίνη συν 14C-μεταβολίτες) κορυφώθηκαν στις 2 ώρες και μειώθηκαν γρήγορα στο περίπου 10% της κορυφής στις 24 ώρες μετά τη δόση. Η απορρόφηση της λοβαστατίνης, εκτιμώμενη σε σχέση με μια ενδοφλέβια δόση αναφοράς, σε καθένα από τα τέσσερα ζωικά είδη που δοκιμάστηκαν, κυμάνθηκε κατά μέσο όρο περίπου στο 30% μιας από του στόματος δόσης. Σε μελέτες σε ζώα, μετά από από του στόματος χορήγηση, η λοβαστατίνη είχε υψηλή εκλεκτικότητα για το ήπαρ, όπου επέτυχε σημαντικά υψηλότερες συγκεντρώσεις σε σχέση με τους μη-στοχευμένους ιστούς. Η λοβαστατίνη υφίσταται εκτεταμένη εκχύλιση πρώτης διόδου στο ήπαρ, τον πρωταρχικό τόπο δράσης της, με επακόλουθη απέκκριση ισοδύναμων φαρμάκου στη χολή. Ως συνέπεια της εκτεταμένης ηπατικής εκχύλισης της λοβαστατίνης, η διαθεσιμότητα του φαρμάκου στην γενική κυκλοφορία είναι χαμηλή και μεταβλητή. Σε μελέτη μονής δόσης σε τέσσερις υπερχοληστερολαιμικούς ασθενείς, εκτιμήθηκε ότι λιγότερο από 5% μιας από του στόματος δόσης λοβαστατίνης φτάνει στη γενική κυκλοφορία ως ενεργοί αναστολείς. Μετά τη χορήγηση δισκίων λοβαστατίνης, ο συντελεστής μεταβλητότητας, βάσει της μεταβλητότητας μεταξύ των ατόμων, ήταν περίπου 40% για την περιοχή κάτω από την καμπύλη (AUC) της συνολικής ανασταλτικής δραστηριότητας στη γενική κυκλοφορία. Οι μέγιστες συγκεντρώσεις της λοβαστατίνης όταν χορηγείται δόση 10-40 mg αναφέρονται ότι κυμαίνονται από 1.04-4.03 ng/ml και AUC 14-53 ng.h/ml. Αυτό υποδεικνύει ότι η λοβαστατίνη παρουσιάζει φαρμακοκινητικό προφίλ εξαρτώμενο από τη δόση. Όταν η λοβαστατίνη χορηγήθηκε υπό νηστευτικές συνθήκες, οι συγκεντρώσεις στο πλάσμα τόσο των ενεργών όσο και των συνολικών αναστολέων ήταν κατά μέσο όρο περίπου τα δύο τρίτα εκείνων που βρέθηκαν όταν η λοβαστατίνη χορηγήθηκε αμέσως μετά από ένα τυπικό γεύμα.
Γενετικές διαφορές στον ηπατικό μεταφορέα OATP1B1 (Organic-Anion-Transporting Polypeptide 1B1) που κωδικοποιείται από το γονίδιο SCLCO1B1 (Solute Carrier Organic Anion Transporter family member 1B1) έχουν αποδειχθεί ότι επηρεάζουν τη φαρμακοκινητική της λοβαστατίνης. Ενδείξεις από φαρμακογενετικές μελέτες του μονονουκλεοτιδικού πολυμορφισμού (SNP) c.521T>C έδειξαν ότι η Cmax και η AUC της λοβαστατίνης ήταν 340% και 286% υψηλότερες, αντίστοιχα, για άτομα ομόζυγα για 521CC σε σύγκριση με άτομα ομόζυγα 521TT. Ο γονότυπος 521CC σχετίζεται επίσης με σημαντική αύξηση του κινδύνου ανάπτυξης μυοπάθειας, πιθανώς δευτερογενώς σε αυξημένη συστηματική έκθεση. Άλλα στατινικά φάρμακα που επηρεάζονται από αυτόν τον πολυμορφισμό περιλαμβάνουν τη [ροσουβαστατίνη], [πιταβαστατίνη], [ατορβαστατίνη], [σιμβαστατίνη] και [πραβαστατίνη]. Ενώ δεν περιλαμβάνονται συγκεκριμένες οδηγίες δοσολογίας στα διαθέσιμα μονογραφικά προϊόντα για τη λοβαστατίνη, τα άτομα με τον προαναφερθέντα γονότυπο OATP1B1 c.521CC θα πρέπει να παρακολουθούνται για την ανάπτυξη ανεπιθύμητων ενεργειών από αυξημένη έκθεση στο φάρμακο, όπως μυϊκός πόνος και κίνδυνος ραβδομυόλυσης, ιδίως σε υψηλότερες δόσεις.
Μετά από από του στόματος δόση 14C-σημασμένης λοβαστατίνης σε ανθρώπους, το 10% της δόσης απεκκρίθηκε στα ούρα και το 83% στα κόπρανα. Το τελευταίο αντιπροσωπεύει την απορροφηθείσα ουσία που απεκκρίθηκε στη χολή, μαζί με μη απορροφηθείσα ουσία.
Η λοβαστατίνη είναι ικανή να διαπερνά τον αιματοεγκεφαλικό φραγμό και τον πλακούντα.
/ΓΑΛΑ/ Δεν είναι γνωστό εάν η λοβαστατίνη απεκκρίνεται στο ανθρώπινο γάλα.
Μετά από από του στόματος δόση (14)C-σημασμένης λοβαστατίνης σε ανθρώπους, το 10% της δόσης απεκκρίθηκε στα ούρα και το 83% στα κόπρανα. Το τελευταίο αντιπροσωπεύει ισοδύναμα φαρμάκου που απεκκρίθηκαν στη χολή, καθώς και τυχόν μη απορροφηθέν φάρμακο. Οι συγκεντρώσεις στο πλάσμα της συνολικής ραδιενέργειας (λοβαστατίνη συν (14)C-μεταβολίτες) κορυφώθηκαν στις 2 ώρες και μειώθηκαν γρήγορα στο περίπου 10% της κορυφής στις 24 ώρες μετά τη δόση. Η απορρόφηση της λοβαστατίνης, εκτιμώμενη σε σχέση με μια ενδοφλέβια δόση αναφοράς, σε καθένα από τα τέσσερα ζωικά είδη που δοκιμάστηκαν, κυμάνθηκε κατά μέσο όρο περίπου στο 30% μιας από του στόματος δόσης. Σε μελέτες σε ζώα, μετά από από του στόματος χορήγηση, η λοβαστατίνη είχε υψηλή εκλεκτικότητα για το ήπαρ, όπου επέτυχε σημαντικά υψηλότερες συγκεντρώσεις σε σχέση με τους μη-στοχευμένους ιστούς. Η λοβαστατίνη υφίσταται εκτεταμένη εκχύλιση πρώτης διόδου στο ήπαρ, τον πρωταρχικό τόπο δράσης της, με επακόλουθη απέκκριση ισοδύναμων φαρμάκου στη χολή. Ως συνέπεια της εκτεταμένης ηπατικής εκχύλισης της λοβαστατίνης, η διαθεσιμότητα του φαρμάκου στην γενική κυκλοφορία είναι χαμηλή και μεταβλητή. Σε μελέτη μονής δόσης σε τέσσερις υπερχοληστερολαιμικούς ασθενείς, εκτιμήθηκε ότι λιγότερο από 5% μιας από του στόματος δόσης λοβαστατίνης φτάνει στη γενική κυκλοφορία ως ενεργοί αναστολείς. Μετά τη χορήγηση δισκίων λοβαστατίνης, ο συντελεστής μεταβλητότητας, βάσει της μεταβλητότητας μεταξύ των ατόμων, ήταν περίπου 40% για την περιοχή κάτω από την καμπύλη (AUC) της συνολικής ανασταλτικής δραστηριότητας στη γενική κυκλοφορία.
Τόσο η λοβαστατίνη όσο και ο β-υδροξυ-οξέος μεταβολίτης της δεσμεύονται εκτενώς (> 95%) σε πρωτεΐνες του ανθρώπινου πλάσματος. Μελέτες σε ζώα έδειξαν ότι η λοβαστατίνη διαπερνά τους αιματοεγκεφαλικούς και πλακουντιακούς φραγμούς.
Οι μέγιστες συγκεντρώσεις στο πλάσμα τόσο των ενεργών όσο και των συνολικών αναστολέων επιτεύχθηκαν εντός 2 έως 4 ωρών από τη χορήγηση της δόσης.
water_drop
PubChem
Δέσμευση πρωτεϊνών
expand_more
Δέσμευση πρωτεϊνών
Σύνδεση με Πρωτεΐνες
Τόσο η λοβαστατίνη όσο και ο β-υδροξυ-οξέος μεταβολίτης της δεσμεύονται εκτενώς (>95%) σε ανθρώπινες πρωτεΐνες πλάσματος, κυρίως λόγω της λιποφιλικότητάς τους. Μελέτες σε ζώα έδειξαν ότι η λοβαστατίνη διαπερνά τους αιματοεγκεφαλικούς και πλακουντιακούς φραγμούς.
hub
PubChem
Μεταβολισμός
expand_more
Μεταβολισμός
Μεταβολισμός
Η λοβαστατίνη χορηγείται ως λακτόνη προ-φάρμακο και επομένως, προκειμένου να παραγάγει τον μηχανισμό δράσης της, απαιτείται η μετατροπή της στην ενεργό β-υδροξυ μορφή. Αυτή η διαδικασία ενεργοποίησης του φαρμάκου δεν φαίνεται να σχετίζεται με τη δραστηριότητα των ισοενζύμων CYP, αλλά μάλλον ελέγχεται από τη δραστηριότητα της οξυδάσης παραοξονάσης του ορού. Η λοβαστατίνη μεταβολίζεται από το μικροσωμικό ηπατικό ενζυμικό σύστημα (Ισομορφή 3Α4 του Κυτοχρώματος P-450). Οι κύριοι ενεργοί μεταβολίτες που υπάρχουν στο ανθρώπινο πλάσμα είναι το β-υδροξυ-οξέος της λοβαστατίνης, τα 6’-υδροξυ-, 6’-υδροξυμεθυλο- και 6’-εξομεθυλενο- παράγωγά του. Η πρόσληψη της λοβαστατίνης από το ήπαρ ενισχύεται από τη δραστηριότητα της OATP1B1.
Η λοβαστατίνη μεταβολίζεται από το μικροσωμικό ηπατικό ενζυμικό σύστημα (Ισομορφή 3Α4 του Κυτοχρώματος P-450). Οι κύριοι ενεργοί μεταβολίτες που υπάρχουν στο ανθρώπινο πλάσμα είναι το β-υδροξυ-οξέος της λοβαστατίνης, το 6’-υδροξυ παράγωγό του και δύο επιπλέον μεταβολίτες.
Οι κύριοι ενεργοί μεταβολίτες που υπάρχουν στο ανθρώπινο πλάσμα είναι το β-υδροξυ-οξέος της λοβαστατίνης, το 6’-υδροξυ παράγωγό του και δύο επιπλέον μεταβολίτες.
Η λοβαστατίνη έχει γνωστούς ανθρώπινους μεταβολίτες που περιλαμβάνουν την 3-Υδροξυλοβαστατίνη και την 6’-βήτα-Υδροξυλοβαστατίνη.
Η λοβαστατίνη μεταβολίζεται ηπατικά, όπου οι κύριοι ενεργοί μεταβολίτες είναι το β-υδροξυ-οξέος της λοβαστατίνης, το 6’-υδροξυ παράγωγο και δύο επιπλέον μεταβολίτες. Οδός Απέκκρισης: Η λοβαστατίνη υφίσταται εκτεταμένη εκχύλιση πρώτης διόδου στο ήπαρ, τον πρωταρχικό τόπο δράσης της, με επακόλουθη απέκκριση ισοδύναμων φαρμάκου στη χολή. Το 83% της από του στόματος χορηγούμενης δόσης απεκκρίνεται στη χολή και το 10% απεκκρίνεται στα ούρα. Χρόνος Ημίσειας Ζωής: 5.3 ώρες
hourglass
PubChem
Ημίσεια ζωή
expand_more
Ημίσεια ζωή
Βιολογικός Χρόνος Ημίσειας Ζωής
Ο χρόνος ημίσειας ζωής της λοβαστατίνης αναφέρεται ότι είναι 13.37 ώρες. Ο χρόνος ημίσειας ζωής αποβολής της υδροξυ-οξέος μορφής της λοβαστατίνης αναφέρεται ότι είναι 0.7-3 ώρες.
category
PubChem
MeSH classification
expand_more
MeSH classification
Ταξινόμηση MeSH Φαρμακολογίας
Ουσίες που χρησιμοποιούνται για τη μείωση των επιπέδων χοληστερόλης του πλάσματος.
Ενώσεις που αναστέλλουν τις ΥΔΡΟΞΥΜΕΘΥΛΟΓΛΟΥΤΑΡΥΛΙΚΟ COA REDUCTASES. Έχει αποδειχθεί ότι μειώνουν άμεσα τη σύνθεση χοληστερόλης.
fact_check
PubChem
FDA classification
expand_more
FDA classification
Ταξινόμηση FDA Φαρμακολογίας
9LHU78OQFD
ΛΟΒΑΣΤΑΤΙΝΗ
Καθιερωμένη Φαρμακολογική Κατηγορία [EPC] - Αναστολέας HMG-CoA Αναγωγάσης
Μηχανισμοί Δράσης [MoA] - Αναστολείς Υδροξυμεθυλογλουταρυλο-CoA Αναγωγάσης
Η λοβαστατίνη είναι Αναστολέας HMG-CoA Αναγωγάσης. Ο μηχανισμός δράσης της λοβαστατίνης είναι ως Αναστολέας Υδροξυμεθυλογλουταρυλο-CoA Αναγωγάσης.
ΛΟΒΑΣΤΑΤΙΝΗ
Αναστολείς Υδροξυμεθυλογλουταρυλο-CoA Αναγωγάσης [MoA]; Αναστολέας HMG-CoA Αναγωγάσης [EPC]
Ημίσεια ζωή
Δέσμευση πρωτεϊνών
Βιοδιαθεσιμότητα
Απέκκριση
Επιστημονικό Προφίλ
expand_more
Ταξινόμηση MeSH Φαρμακολογίας
Ουσίες που χρησιμοποιούνται για τη μείωση των επιπέδων χοληστερόλης του πλάσματος.
Ενώσεις που αναστέλλουν τις ΥΔΡΟΞΥΜΕΘΥΛΟΓΛΟΥΤΑΡΥΛΙΚΟ COA REDUCTASES. Έχει αποδειχθεί ότι μειώνουν άμεσα τη σύνθεση χοληστερόλης.