LOVASTATIN(Λοβαστατίνη)
Curated · Επιμελημένο Δεν προέρχεται από το SPC (ΠΧΠ). πηγή (curated): ACC/AHA 2018 Cholesterol Guideline (Grundy et al., Circulation 2019), Table — Intensity of statin therapy· ESC/EAS 2019 Dyslipidaemia Guidelines. Λιποφιλία: Schachter, Fundam Clin Pharmacol 2005.
Ημίσεια ζωή
Ο χρόνος στον οποίο η συγκέντρωση του φαρμάκου στο πλάσμα πέφτει στο μισό. Από αυτόν προκύπτει κάθε πότε δίνεται: το μεσοδιάστημα των δόσεων ακολουθεί χονδρικά την ημιζωή, οπότε μικρή ημιζωή σημαίνει πολλές δόσεις την ημέρα και μεγάλη ημιζωή μία δόση ημερησίως ή αραιότερα. Σταθερά επίπεδα στο αίμα επιτυγχάνονται μετά από 4-5 ημιζωές. Ο κανόνας είναι ενδεικτικός — οι μορφές παρατεταμένης αποδέσμευσης και η εγκεκριμένη δοσολογία της ΠΧΠ υπερισχύουν.
Κατά την πηγή: 0.7-3 ώρες
- DrugBank: 5.3 ώρες
Δέσμευση πρωτεϊνών
Το ποσοστό του φαρμάκου που κυκλοφορεί δεσμευμένο σε πρωτεΐνες του πλάσματος. Δρα μόνο το ελεύθερο κλάσμα, γι' αυτό η υψηλή δέσμευση αυξάνει τον κίνδυνο αλληλεπιδράσεων εκτόπισης.
Βιοδιαθεσιμότητα
Το ποσοστό της χορηγούμενης δόσης που φτάνει αναλλοίωτο στη συστηματική κυκλοφορία.
Απέκκριση
Η κύρια οδός αποβολής του φαρμάκου. Δείχνει πού χρειάζεται προσαρμογή δόσης — σε νεφρική ή σε ηπατική ανεπάρκεια.
Καθαρίζει (~5×t½)
Φαρμακοκινητική εκτίμηση, όχι κλινικός κανόνας. Μετά από 5 ημιζωές έχει αποβληθεί πάνω από το 95% της ουσίας από το πλάσμα. Ο αριθμός προκύπτει αυτόματα από τη μεγαλύτερη ημιζωή που αναφέρει η πηγή — συχνά την τελική φάση αποβολής ή την κατανομή στους ιστούς — γι' αυτό μπορεί να δείχνει εβδομάδες ή μήνες. ΔΕΝ είναι το διάστημα διακοπής πριν από επέμβαση ή πριν από φάρμακο που αλληλεπιδρά: αυτό καθορίζεται από τη φαρμακοδυναμική (η ασπιρίνη δρα στα αιμοπετάλια αφού φύγει από το πλάσμα), τους ενεργούς μεταβολίτες, τις μορφές depot, τη νεφρική και ηπατική λειτουργία, τον κίνδυνο της επέμβασης και τον λόγο της αγωγής. Ακολουθήστε την ΠΧΠ και το πρωτόκολλο της επέμβασης.
Σκευάσματα και τιμές
Ενδείξεις κατά έγγραφο
Ατομικές ενδείξεις όπως δηλώνονται στα πιστοποιημένα κείμενα των SPC, με τεκμηρίωση
- Φόρτωση…
Πληροφορίες Συνταγογράφησης
Επιμελημένα δεδομένα από το SPC
clinical_notes
Ενδείξεις
ΠΧΠ (SPC) §4.1
expand_more
Ενδείξεις
-
Ελάττωση των αυξημένων επιπέδων της ολικής και της LDL χοληστερόλης
σε: ασθενείς με πρωτοπαθή υπερχοληστερολαιμία (τύπος ΙΙα, ΙΙβ)
μόνον όταν η δίαιτα και τα άλλα μη φαρμακολογικά μέτρα μόνα τους δεν είναι επαρκή
- E78 Διαταραχές του μεταβολισμού των λιποπρωτεϊνών και άλλες δυσλιπιδαιμίες
medication
Μορφή & Εμφάνιση
ΠΧΠ (SPC) §3 · περιγραφή σκευάσματος MEVASTIN
expand_more
Μορφή & Εμφάνιση
medication
Δοσολογία
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Δοσολογία
- Οδός: Από του στόματος
- Χορήγηση: Μία φορά την ημέρα με το βραδινό γεύμα ή σε διαιρεμένες δόσεις
- Δόση έναρξης: 20mg
- Τιτλοποίηση: Αναπροσαρμογή της δοσολογίας θα πρέπει να γίνεται σε διαστήματα 4 εβδομάδων ή μεγαλύτερα. Οι δόσεις θα πρέπει να προσαρμόζονται μεμονωμένα ανάλογα με την ανταπόκριση του ασθενούς. Εάν τα επίπεδα της LDL χοληστερόλης μειωθούν κάτω από 75mg/dl ή τα επίπεδα της ολικής χοληστερόλης του πλάσματος κάτω από 140mg/dl, πρέπει να εξετάζεται η πιθανότητα μείωσης της δοσολογίας.
-
ΕνήλικεςΔόση20-80mgΜέγ. δόση80mgΜία φορά την ημέρα ή σε διαιρεμένες δόσεις. Η δοσολογία προσαρμόζεται ανάλογα με την ανταπόκριση. Αναπροσαρμογή κάθε 4 εβδομάδες ή περισσότερο.
-
Ασθενείς που απαιτείται μείωση LDL χοληστερόλης ≥20%Δόση20mg ημερησίωςΑρχική θεραπεία
-
Ασθενείς που απαιτείται μείωση LDL χοληστερόλης <20%Δόση10mg ημερησίωςΑρχική θεραπεία
-
Ασθενείς με πολύ αυξημένα επίπεδα χοληστερόλης στον ορό (>300mg/dl)Δόση40mg την ημέραΑρχική θεραπεία
-
Ασθενείς που λαμβάνουν ταυτόχρονα ανοσοκατασταλτικά φάρμακα (κυκλοσπορίνη), γεμφιβροζίλη, άλλες φιβράτες ή νιασίνη (≥1g/ημερησίως)Δόση10mgΜέγ. δόση20mg ημερησίωςΑρχική θεραπεία 10mg, μέγιστη 20mg ημερησίως.
-
Ασθενείς που λαμβάνουν ταυτόχρονα αμιωδαρόνη ή βεραπαμίληΜέγ. δόση40mg ημερησίωςΗ δοσολογία της λοβαστατίνης δεν πρέπει να υπερβεί τα 40mg ημερησίως.
-
Παιδιά και έφηβοι (<20 ετών)Δεν συνιστάται η θεραπεία.
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
block
Αντενδείξεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Αντενδείξεις
-
Υπερευαισθησία σε οποιοδήποτε συστατικό του φαρμάκου
-
Ενεργός ηπατική νόσος ή ανεξήγητη επιμένουσα αύξηση των τρανσαμινασών του ορού
-
Κύηση - ΓαλουχίαΠληθυσμόςΈγκυες και θηλάζουσες γυναίκες
-
ΠαιδιάΠληθυσμόςΠαιδιά
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
warning
Προειδοποιήσεις & Προφυλάξεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Προειδοποιήσεις & Προφυλάξεις
-
Δυσλειτουργία του ήπατοςΣυνιστάται έλεγχος της ηπατικής λειτουργίας. Εάν τα επίπεδα των τρανσαμινασών τείνουν να αυξηθούν περισσότερο από τρεις φορές από το ανώτερο φυσιολογικό όριο και επιμένουν, το φάρμακο θα πρέπει να διακοπεί. Να χρησιμοποιείται με προσοχή σε ασθενείς που καταναλώνουν σημαντικές ποσότητες αλκοόλ και/ή έχουν ιστορικό ηπατικής νόσου.
-
Μυοπάθεια / ραβδομυόλυσηΟ κίνδυνος αυξάνεται με ταυτόχρονη χορήγηση ισχυρών αναστολέων CYP3A4, φαρμάκων που ελαττώνουν τα λιπίδια (γεμφιβροζίλη, άλλες φιβράτες, νιασίνη > 1g/ημερησίως), αμιωδαρόνη ή βεραπαμίλη. Η χορήγηση ταυτόχρονα με ιτρακοναζόλη, κετοκοναζόλη, ερυθρομυκίνη ή κλαριθρομυκίνη, αναστολείς πρωτεασών HIV ή νεφαζοδόνη θα πρέπει να αποφεύγεται. Η δοσολογία δεν θα πρέπει να υπερβεί τα 20mg ημερησίως με κυκλοσπορίνη, γεμφιβροζίλη, άλλες φιβράτες ή νιασίνη (≥ 1g/ημερησίως). Η δοσολογία δεν θα πρέπει να υπερβεί τα 40mg ημερησίως με αμιωδαρόνη ή βεραπαμίλη. Η θεραπεία διακόπτεται αμέσως μόλις διαγνωσθεί ή υπάρχει υποψία μυοπάθειας. Η θεραπεία θα πρέπει να σταματήσει προσωρινά για μερικές ημέρες πριν από προγραμματισμένη μεγάλη χειρουργική επέμβαση και όταν επισυμβαίνει ιατρική ή χειρουργική κατάσταση μείζονος σημασίας.
-
Τοξικότητα στο ΚΝΣ - ΟφθαλμόςΠροσοχή (αναφορά σε προκλινικά δεδομένα)
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
swap_horiz
Αλληλεπιδράσεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
-
Ισχυροί αναστολείς CYP3A4 (ιτρακοναζόλη, κετοκοναζόλη, ερυθρομυκίνη, κλαριθρομυκίνη, αναστολείς πρωτεασών HIV, νεφαζοδόνη, κυκλοσπορίνη)προσοχήΑυξημένος κίνδυνος μυοπάθειας λόγω μειωμένης απέκκρισης λοβαστατίνης.ΣύστασηΓια κυκλοσπορίνη, βλ. Δοσολογία (μέγιστη δόση λοβαστατίνης 20mg). Παρακολούθηση για σημεία μυοπάθειας.
-
προσοχήΑυξημένος κίνδυνος μυοπάθειας.ΣύστασηΗ συνδυασμένη χρήση πρέπει να αποφεύγεται εκτός εάν το όφελος υπερτερεί. Για γεμφιβροζίλη και φιβράτες/νιασίνη, βλ. Δοσολογία (μέγιστη δόση λοβαστατίνης 20mg). Παρακολούθηση για σημεία μυοπάθειας.
-
Αμιωδαρόνη ή βεραπαμίληπροσοχήΑυξημένος κίνδυνος μυοπάθειας/ραβδομυόλυσης.ΣύστασηΒλ. Δοσολογία (μέγιστη δόση λοβαστατίνης 40mg). Παρακολούθηση για σημεία μυοπάθειας.
-
Κουμαρινικά αντιπηκτικά (π.χ. βαρφαρίνη)παρακολούθησηΠιθανή αύξηση του χρόνου προθρομβίνης και/ή αιμορραγία.ΣύστασηΠαρακολούθηση του χρόνου προθρομβίνης πριν την έναρξη, συχνά στην αρχή και κατά την αλλαγή δοσολογίας λοβαστατίνης.
-
Χυμός κίτρου (>1 λίτρο την ημέρα)προσοχήΣημαντική αύξηση των επιπέδων ανασταλτικής δραστηριότητας της HMG-CoA ρεδουκτάσης στο πλάσμα.ΣύστασηΑποφυγή πολύ μεγάλων ποσοτήτων.
-
ΑντιπυρίνηΔεν επηρεάζει τη φαρμακοκινητική.
-
Δεν παρατηρήθηκε κλινικά σημαντική φαρμακοκινητική ή φαρμακοδυναμική αλληλεπίδραση.
-
Δεν επηρεάστηκαν οι συγκεντρώσεις διγοξίνης στο πλάσμα.
-
Υπογλυκαιμικά σκευάσματα χορηγούμενα από το στόμα (γλυπιζίδη, χλωροπροπαμίδη)Δεν υπήρξε αλληλεπίδραση.
-
Β-αναστολείς, ανταγωνιστές διαύλων ασβεστίου (εκτός βεραπαμίλης), διουρητικά, μη στεροειδή αντιφλεγμονώδη φάρμακαΔεν υπήρξαν κλινικά σημαντικές ανεπιθύμητες αλληλεπιδράσεις.
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
sick
Ανεπιθύμητες ενέργειες
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
- Δυσκοιλιότητα
- Διάρροια
- Δυσπεψία
- Μετεωρισμός
- Οπισθοστερνικός καύσος
- Ναυτία
- Κοιλιακό άλγος
- Παλινδρόμηση οξέος
- Ξηροστομία
- Έμετος
- Παγκρεατίτιδα
- Επιγαστρικό άλγος/κράμπες
- Ανορεξία
- Μυϊκές κράμπες
- Μυαλγία
- Άλγος στα κάτω άκρα
- Ωμαλγία
- Αρθραλγία
- Επώδυνες μυϊκές συσπάσεις
- Μυοπάθεια
- Ραβδομυόλυση
- Μυοσίτιδα
- Ρευματική πολυμυαλγία
- Αρθρίτιδα
- Ζάλη
- Κεφαλαλγία
- Δυσγευσία
- Παραισθησία
- Τρόμος
- Ίλιγγος
- Απώλεια μνήμης
- Περιφερική παράλυση νεύρων
- Περιφερική νευροπάθεια
- Αϋπνία
- Ψυχικές διαταραχές
- Άγχος
- Κατάθλιψη
- Απώλεια libido
- Δυσλειτουργία συγκεκριμένων κρανιακών νεύρων (διαταραχές γεύσης, επηρεασμός εξωοφθαλμικών κινήσεων, πάρεση προσώπου)
- Εξάνθημα/κνησμός
- Πολύμορφο ερύθημα (συμπεριλαμβανομένου συνδρόμου Stevens-Johnson)
- Δερματικές μεταβολές (οζίδια, αποχρωματισμός, ξηρότητα δέρματος/βλεννογόνων, μεταβολές κόμης/νυχιών)
- Εξάνθημα
- Αλωπεκία
- Κνησμός
- Τοξική επιδερμική νεκρόλυση
- Αγγειοοίδημα
- Πορφύρα
- Κνίδωση
- Φωτοευαισθησία
- Θάμβος οράσεως
- Οφθαλμικός ερεθισμός
- Επιδείνωση καταρράκτη
- Θολερότητα φακών
- Οφθαλμοπληγία
- Εξασθένηση
- Θωρακικό άλγος
- Πυρετός
- Ρίγη
- Κακουχία
- Έξαψη
- Αγγειίτιδα
- Ηπατική (χρόνια ενεργός ηπατίτιδα, χολοστατικός ίκτερος, λιπώδεις μεταβολές στο ήπαρ)
- Κεραυνοβόλος κίρρωση, ηπατική νέκρωση και ηπάτωμα
- Αυξημένα επίπεδα τρανσαμινασών, αλκαλικής φωσφατάσης, γGT και χολερυθρίνης
- Αναφυλαξία
- Σύνδρομο προσομοιάζον με ερυθηματώδη λύκο
- Θετικά αντιπυρηνικά αντισώματα
- Θρομβοκυτοπενία
- Λευκοπενία
- Αιμολυτική αναιμία
- Ηωσινοφιλία
- Αυξημένη ταχύτητα καθίζησης ερυθρών
- Δύσπνοια
- Γυναικομαστία
- Δυσλειτουργία στύσης
- Ανωμαλία λειτουργίας θυρεοειδούς
Λεπτομέρειες κατά συχνότητα expand_more
-
ΣυχνέςΔιάρροιαΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΔυσκοιλιότηταΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΔυσπεψίαΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΕξάνθημα/κνησμόςΔιαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
-
ΣυχνέςΕξασθένησηΓενικές
-
ΣυχνέςΕπιγαστρικό άλγος/κράμπεςΓαστρεντερικές διαταραχές
-
ΣυχνέςΖάληΝευρικό
-
ΣυχνέςΘάμβος οράσεωςΟφθαλμικές
-
ΣυχνέςΚεφαλαλγίαΝευρικό
-
ΣυχνέςΚοιλιακό άλγοςΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΜετεωρισμόςΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΜυαλγίαΜυοσκελετικό
-
ΣυχνέςΜυϊκές κράμπεςΜυοσκελετικό
-
ΣυχνέςΝαυτίαΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΟπισθοστερνικός καύσοςΓαστρεντερικό
-
Όχι συχνέςΆλγος στα κάτω άκραΜυοσκελετικό
-
Όχι συχνέςΈμετοςΓαστρεντερικό
-
Όχι συχνέςΑλωπεκίαΔέρμα
-
Όχι συχνέςΑρθραλγίαΜυοσκελετικό
-
Όχι συχνέςΑϋπνίαΨυχιατρικές
-
Όχι συχνέςΔυσγευσίαΝευρικό
-
Όχι συχνέςΘωρακικό άλγοςΓενικές
-
Όχι συχνέςΚνησμόςΔέρμα
-
Όχι συχνέςΞηροστομίαΓαστρεντερικό
-
Όχι συχνέςΟφθαλμικός ερεθισμόςΟφθαλμικές
-
Όχι συχνέςΠαλινδρόμηση οξέοςΓαστρεντερικό
-
Όχι συχνέςΠαραισθησίαΝευρικό
-
Όχι συχνέςΩμαλγίαΜυοσκελετικό
-
ΣπάνιεςΈξαψηΑγγειακές
-
ΣπάνιεςΑγγειίτιδαΑγγειακές
-
ΣπάνιεςΑγγειοοίδημαΔέρμα
-
ΣπάνιεςΑιμολυτική αναιμίαΑίμα
-
ΣπάνιεςΑναφυλαξίαΑνοσοποιητικό
-
ΣπάνιεςΑρθρίτιδαΜυοσκελετικό
-
ΣπάνιεςΑυξημένη ταχύτητα καθίζησης ερυθρώνΕργαστηριακές
-
ΣπάνιεςΔύσπνοιαΑναπνευστικό
-
ΣπάνιεςΗωσινοφιλίαΑίμα
-
ΣπάνιεςΘετικά αντιπυρηνικά αντισώματαΑνοσοποιητικό
-
ΣπάνιεςΘρομβοκυτοπενίαΑίμα
-
ΣπάνιεςΚακουχίαΓενικές
-
ΣπάνιεςΚεραυνοβόλος κίρρωση, ηπατική νέκρωση και ηπάτωμαΔιαταραχές του ήπατος και των χοληφόρων
-
ΣπάνιεςΚνίδωσηΔέρμα
-
ΣπάνιεςΛευκοπενίαΑίμα
-
ΣπάνιεςΠολύμορφο ερύθημα (συμπεριλαμβανομένου συνδρόμου Stevens-Johnson)Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
-
ΣπάνιεςΠορφύραΔέρμα
-
ΣπάνιεςΠυρετόςΓενικές
-
ΣπάνιεςΡίγηΓενικές
-
ΣπάνιεςΡευματική πολυμυαλγίαΜυοσκελετικό
-
ΣπάνιεςΣύνδρομο προσομοιάζον με ερυθηματώδη λύκοΑνοσοποιητικό
-
ΣπάνιεςΤοξική επιδερμική νεκρόλυσηΔέρμα
-
ΣπάνιεςΦωτοευαισθησίαΔέρμα
-
Πολύ σπάνιεςΠεριφερική νευροπάθειαΝευρικό
-
Μη γνωστέςΆγχοςΨυχιατρικές
-
Μη γνωστέςΊλιγγοςΝευρικό
-
Μη γνωστέςΑνορεξίαΜεταβολισμός
-
Μη γνωστέςΑνωμαλία λειτουργίας θυρεοειδούςΕνδοκρινικό
-
Μη γνωστέςΑπώλεια libidoΨυχιατρικές
-
Μη γνωστέςΑπώλεια μνήμηςΝευρικό
-
Μη γνωστέςΑυξημένα επίπεδα τρανσαμινασών, αλκαλικής φωσφατάσης, γGT και χολερυθρίνηςΔιαταραχές του ήπατος και των χοληφόρων
-
Μη γνωστέςΓυναικομαστίαΑναπαραγωγικό
-
Μη γνωστέςΔερματικές μεταβολές (οζίδια, αποχρωματισμός, ξηρότητα δέρματος/βλεννογόνων, μεταβολές κόμης/νυχιών)Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
-
Μη γνωστέςΔυσλειτουργία στύσηςΑναπαραγωγικό
-
Μη γνωστέςΔυσλειτουργία συγκεκριμένων κρανιακών νεύρων (διαταραχές γεύσης, επηρεασμός εξωοφθαλμικών κινήσεων, πάρεση προσώπου)Διαταραχές του νευρικού συστήματος
-
Μη γνωστέςΕπιδείνωση καταρράκτηΟφθαλμικές
-
Μη γνωστέςΗπατική (χρόνια ενεργός ηπατίτιδα, χολοστατικός ίκτερος, λιπώδεις μεταβολές στο ήπαρ)Διαταραχές του ήπατος και των χοληφόρων
-
Μη γνωστέςΘολερότητα φακώνΟφθαλμικές
-
Μη γνωστέςΚατάθλιψηΨυχιατρικές
-
Μη γνωστέςΜυοπάθειαΜυοσκελετικό
-
Μη γνωστέςΜυοσίτιδαΜυοσκελετικό
-
Μη γνωστέςΟφθαλμοπληγίαΟφθαλμικές
-
Μη γνωστέςΠαγκρεατίτιδαΓαστρεντερικό
-
Μη γνωστέςΠεριφερική παράλυση νεύρωνΝευρικό
-
Μη γνωστέςΡαβδομυόλυσηΜυοσκελετικό
-
Μη γνωστέςΤρόμοςΝευρικό
-
Μη γνωστέςΨυχικές διαταραχέςΨυχιατρικές
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
pregnant_woman
Κύηση / Γαλουχία
ΠΧΠ (SPC)
Επίπεδο κινδύνου: Αντενδείκνυται
expand_more
Κύηση / Γαλουχία
-
ΚύησηΗ θεραπεία πρέπει να διακόπτεται αμέσως μόλις διαπιστωθεί η εγκυμοσύνη. Να χορηγείται μόνο σε γυναίκες αναπαραγωγικής ηλικίας που είναι εξαιρετικά απίθανο να συλλάβουν και έχουν ενημερωθεί για τους πιθανούς κινδύνους.Δεν έχει τεκμηριωθεί η ασφάλεια και δεν υπάρχει εμφανές όφελος από τη θεραπεία με λοβαστατίνη κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης (βλ. Αντενδείξεις). Εάν η γυναίκα μείνει έγκυος, το φάρμακο θα πρέπει να διακοπεί και η ασθενής να ενημερωθεί για τους πιθανούς κινδύνους για το έμβρυο.
-
ΓαλουχίαΟι γυναίκες δεν πρέπει να θηλάζουν τα βρέφη τους εάν παίρνουν λοβαστατίνη.Δεν είναι γνωστό εάν η λοβαστατίνη εκκρίνεται στο μητρικό γάλα. Υπάρχει η πιθανότητα εμφάνισης σοβαρών ανεπιθύμητων ενεργειών στα βρέφη που θηλάζουν (βλ. Αντενδείξεις).
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
e911_emergency
Υπερδοσολογία
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Υπερδοσολογία
directions_car
Επίδραση στην οδήγηση
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Επίδραση στην οδήγηση
biotech
Φαρμακολογία
Φαρμακοδυναμική & Φαρμακοκινητική
expand_more
Φαρμακολογία
Η λοβαστατίνη είναι μία λευκή, μη υγροσκοπική, κρυσταλλική σκόνη αδιάλυτη στο νερό και ελαφρώς διαλυτή στην αιθανόλη, στη μεθανόλη και στο ακετονιτρίλιο.
Η λοβαστατίνη είναι {1S - [1α(R), 3a, 7β, 8β, (2S, 4S), 8αβ]} 1, 2, 3, 7, 8, 8α - hexahydro - 3,7 - dimethyl - 8 - [2-(tetrahydro - 4 -hydroxy - 6- oxo 2H - pyran- 2yl)ethyl] - naphthalenyl 2 - methylbutanoate. Ο εμπειρικός τύπος της lovastatin είναι C24H36O5 και το μοριακό του βάρος είναι 404,55.
Η λοβαστατίνη είναι ένας παράγοντας που μειώνει τη χοληστερόλη και που απομονώθηκε από ένα στέλεχος του Aspergillus terreus.
Μηχανισμός δράσης
Η λοβαστατίνη είναι ένας εξειδικευμένος αναστολέας της HMG-CoA ρεδουκτάσης, του ενζύμου που καταλύει τη μετατροπή του HMG - CoA σε μεβαλονικό οξύ. Η μετατροπή του HMG-CoA σε μεβαλονικό οξύ είναι ένα αρχικό στάδιο της οδού βιοσύνθεσης της χοληστερόλης. Μετά από χορήγηση από το στόμα, η λοβαστατίνη, που είναι μία αδρανής λακτόνη, υδρολύεται στην αντίστοιχη μορφή του β-υδροξυοξέος. Αυτό είναι ένας κύριος μεταβολίτης και ένας αναστολέας της 3-υδροξυ-3-μεθυλ-γλουταρύλ-συνένζυμο Α(ΗΜG-CoA) ρεδουκτάσης.
Φαρμακοδυναμικές επιδράσεις
Η συμμετοχή λιποπρωτεΐνης χαμηλής πυκνότητας, (LDL-χοληστερόλης) στην αθηρογένεση έχει σαφώς τεκμηριωθεί. Από επιδημιολογικές μελέτες έχει τεκμηριωθεί πως η αυξημένη LDL χοληστερόλη και η μειωμένη HDL χοληστερόλη αποτελούν και οι δύο παράγοντες κινδύνου για στεφανιαία νόσο. Η λοβαστατίνη έχει δείξει ότι μειώνει και τις φυσιολογικές και τις υψηλές συγκεντρώσεις της LDL - χοληστερόλης.
Ο μηχανισμός που επιτυγχάνεται η μείωση της LDL με τη λοβαστατίνη μπορεί να συμπεριλαμβάνει και τη μείωση των συγκεντρώσεων της VLDL χοληστερόλης και την επαγωγή των LDL υποδοχέων με αποτέλεσμα τη μειωμένη παραγωγή και/ή τον αυξημένο καταβολισμό της LDL-χοληστερόλης. Η απολιποπρωτεϊνη β επίσης μειώνεται σημαντικά. Επιπλέον, η λοβαστατίνη αυξάνει την HDL χοληστερόλη και μειώνει την VLDL χοληστερόλη και τα τριγλυκερίδια του πλάσματος. Δεν είναι γνωστή η επίδραση της λοβαστατίνης στην Lp(α), στο ινωδογόνο και σε άλλους ανεξάρτητους βιοχημικούς παράγοντες κινδύνου για στεφανιαία νόσο.
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
Η λοβαστατίνη είναι μια λακτόνη που υδρολύεται εύκολα in vivo στο αντίστοιχο β-υδροξυοξή, έναν ισχυρό αναστολέα της HMG-CoA ρεδουκτάσης. Η αναστολή της HMG-CoA ρεδουκτάσης, είναι η βάση για μία ανάλυση στις φαρμακοκινητικές μελέτες των μεταβολιτών του β-υδροξυοξέος (δραστικοί αναστολείς) και μετά τη βασική υδρόλυση, των δραστικών και των αδρανών αναστολέων (ολικοί αναστολείς) στο πλάσμα μετά από χορήγηση λοβαστατίνης.
Μετά από μία δόση λοβαστατίνης από το στόμα ραδιοεπισημασμένου με C14 στον άνθρωπο, το 10% της δόσης απεκκρίθηκε στα ούρα και 83% στα κόπρανα. Το ποσοστό που απεκκρίνεται με τα κόπρανα αντιπροσωπεύει το ισοδύναμο του απορροφούμενου φαρμάκου που απεκκρίθηκε στη χολή, καθώς επίσης και όσο φάρμακο δεν απορροφήθηκε. Οι συγκεντρώσεις στο πλάσμα της ολικής ραδιενεργού δραστικότητας (λοβαστατίνη C14 μεταβολίτες) έφθασαν τις μέγιστες τιμές σε 2 ώρες και μειώθηκαν γρήγορα σε περίπου 10% των μέγιστων τιμών μετά από 24 ώρες από τη χορήγηση.
Η απορρόφηση της λοβαστατίνης, υπολογίσθηκε σε σχέση με μια ενδοφλέβια δόση αναφοράς, σε κάθε ένα από τα τέσσερα είδη πειραματοζώων που δοκιμάσθηκε και ήταν κατά μέσο όρο το 30% της από του στόματος χορηγούμενης δόσης.
Μελέτες που έγιναν σε σκύλους, έδειξαν πως η λοβαστατίνη μεταφέρεται εκλεκτικά στο ήπαρ όπου επιτυγχάνονται εξαιρετικά υψηλότερες συγκεντρώσεις συγκριτικά με τους άλλους ιστούς. Η βιοδιαθεσιμότητα του απορροφούμενου φαρμάκου στη γενική κυκλοφορία περιορίζεται από εκσεσημασμένη εκχύλιση κατά την πρώτη δίοδο από το ήπαρ, τον πρωτογενή χώρο δράσης, με επακόλουθο την απέκκριση ισοδυνάμων του φαρμάκου στη χολή.
Σαν συνέπεια της εκτεταμένης ηπατικής εκχύλισης της λοβαστατίνης, η διαθεσιμότητα του φαρμάκου στη γενική κυκλοφορία είναι χαμηλή και ποικίλει. Σε μία μελέτη της εφάπαξ δόσης σε τέσσερις υπερχοληστερολαιμικούς ασθενείς, υπολογίσθηκε ότι λιγότερο από το 5% μίας από του στόματος χορηγούμενης δόσης λοβαστατίνης φθάνει στη γενική κυκλοφορία με τη μορφή δραστικών αναστολέων. Μετά από χορήγηση δισκίων λοβαστατίνης, ο συντελεστής μεταβολής βασισμένος στη διαφοροποίηση των ατόμων, ήταν περίπου 40% για την περιοχή κάτω από την καμπύλη της ολικής ανασταλτικής ικανότητας στη γενική κυκλοφορία.
Τόσο η λοβαστατίνη και ο μεταβολίτης του, β-υδροξυοξύ, συνοδεύονται σε μεγάλο βαθμό (95%) με τις πρωτεΐνες του ανθρωπίνου πλάσματος. Μελέτες σε πειραματόζωα έδειξαν πως η lovastatin διαπερνά τον πλακούντα και το φράγμα αίματος - εγκεφάλου.
Οι κύριοι δραστικοί μεταβολίτες που υπάρχουν στο ανθρώπινο πλάσμα είναι το β-υδροξυοξύ της λοβαστατίνης, το 6 - υδροξύ παράγωγό του και δύο επιπλέον μεταβολίτες. Οι μέγιστες συγκεντρώσεις στο πλάσμα και των δραστικών και των ολικών αναστολέων, σημειώθηκαν σε 2 έως 4 ώρες από τη χορήγηση της δόσης.
Ενώ η συνιστώμενη θεραπευτική δόση κυμαίνεται από 10 έως 80mg / ημέρα, η ανασταλτική ικανότητα στη γενική κυκλοφορία είναι γραμμική όπως τεκμηριώθηκε σε μία μελέτη με εφάπαξ δοσολογία, στην οποία χρησιμοποιήθηκαν δοσολογικά σχήματα lovastatin από 60 μέχρι και 120mg. Με ένα δοσολογικό σχήμα μία φορά την ημέρα, οι συγκεντρώσεις στο πλάσμα των ολικών αναστολέων, στο διάστημα μεταξύ δύο δόσεων, έφθασαν σε σταθερά επίπεδα μεταξύ της δεύτερης και της τρίτης ημέρας θεραπείας και ήταν 1,5 φορά εκείνων που επιτεύχθηκαν με μία εφάπαξ χορήγηση. Όταν το lovastatin χορηγήθηκε μετά από νηστεία, οι συγκεντρώσεις στο πλάσμα των ολικών αναστολέων ήταν κατά μέσο όρο τα 2/3 αυτών που παρατηρήθηκαν όταν το lovastatin χορηγήθηκε αμέσως μετά από ένα συγκεκριμένο γεύμα.
Σε μία μελέτη σε ασθενείς με σοβαρού βαθμού νεφρική ανεπάρκεια (κάθαρση κρεατινίνης 10-30ml/min) οι συγκεντρώσεις των συνολικών αναστολέων στο πλάσμα, μετά εφάπαξ δόση λοβαστατίνης, ήταν περίπου 2 φορές μεγαλύτερες από εκείνες που παρατηρούνται σε υγιείς εθελοντές.
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
Παρακολούθηση Αγωγής
Εργαστηριακοί & κλινικοί έλεγχοι από το SPC, ανά σύστημα
Αρχικός έλεγχος — πριν την έναρξη
- Ηπατική λειτουργία · πριν την έναρξη, την 6η και 12η εβδομάδα μετά την έναρξη ή αύξηση της δόσης, στη συνέχεια περιοδικά (π.χ. κάθε 6 μήνες)
-
Κρεατινοφωσφοκινάση (CK)
· πριν την έναρξη της αγωγής
νεφρική ανεπάρκεια, υποθυρεοειδισμός, ατομικό ή οικογενειακό ιστορικό κληρονομικών μυϊκών διαταραχών, ιστορικό προηγούμενης εκδήλωσης μυϊκής τοξικότητας μετά από λήψη στατίνης ή φιβράτης, αλκοολισμός, ηλικιωμένα άτομα (> 70 ετών) με προδιαθεσικούς παράγοντες
Εργαστηριακές εξετάσεις (αίμα / ούρα)
| Έλεγχος | Σύστημα | Συχνότητα | Προϋπόθεση |
|---|---|---|---|
| Αμινοτρανσφεράσες (AST/ALT) | gastroenterologyΗπατική λειτουργία | αμέσως και στη συνέχεια πιο συχνά | ασθενείς που αναπτύσσουν υψηλά επίπεδα τρανσαμινασών στον ορό |
Κλινική εξέταση & ζωτικά
| Έλεγχος | Σύστημα | Συχνότητα | Προϋπόθεση |
|---|---|---|---|
| Κρεατινοφωσφοκινάση (CK) | more_horizΆλλο / λοιπά | όταν αναφέρονται συμπτώματα | όλοι οι ασθενείς που αρχίζουν θεραπεία με λοβαστατίνη ή των οποίων η δόση αυξήθηκε και αναφέρουν μυϊκό πόνο, αδυναμία ή επώδυνο μυϊκό σπασμό (κράμπα) |
Μονογραφίες Πηγών
Αναλυτικό περιεχόμενο ανά πηγή για τεκμηρίωση και έλεγχο
DrugBank
Description
expand_more
Description
Περιγραφή
- Μυκητιακός μεταβολίτης απομονωμένος από την καλλιέργεια του Aspergillus terreus.
- Η ένωση αποτελεί ισχυρό αντιχοληστερολαιμικό φάρμακο.
- Αναστέλλει την αναγωγάση του HMG-CoA (HMG-CoA αναγωγάση), το ρυθμιστικό ένζυμο που περιορίζει τον ρυθμό βιοσύνθεσης της χοληστερόλης.
- Διεγείρει επίσης την παραγωγή υποδοχέων LDL στο ήπαρ.
- [PubChem]
DrugBank
Indication
expand_more
Indication
Ενδείξεις
- Διαχείριση ως συμπληρωματικό της δίαιτας για τη μείωση των αυξημένων επιπέδων ολικής χοληστερόλης (Total-C), LDL-C, apo B και TG σε ασθενείς με πρωτοπαθή υπερλιπιδαιμία και μικτή δυσλιπιδαιμία.
- Για πρωτογενή πρόληψη της στεφανιαίας νόσου.
DrugBank
Pharmacology
expand_more
Pharmacology
Φαρμακολογία
- Lovastatin, ένας αντιλιπιδαιμικός παράγοντας που παράγεται από ζύμωση του Aspergillus terreus, είναι ο πρώτος της κατηγορίας φαρμάκων που μειώνουν τα λιπίδια, γνωστή ως αναστολείς της HMG-CoA αναγωγάσης.
- Χρησιμοποιείται για τη θεραπεία της υπερλιπιδαιμίας, για τη μείωση της προοδευτικής αθηροσκλήρωσης της στεφανιαίας αρτηρίας και για την πρόληψη εμφράγματος μυοκαρδίου και εγκεφαλικού επεισοδίου.
- Lovastatin, όπως το simvastin και αντίθετα από το pravastatin, είναι προφάρμακο, εστιάζοντας την ενεργή φαρμακευτική ουσία στο ήπαρ κατά τον πρώτο πέρασμα μέσω της κυκλοφορίας.
DrugBank
Mechanism of action
expand_more
Mechanism of action
Μηχανισμός δράσης
- Lovastatin είναι μια λακτόνη που υδρολύεται εύκολα ενδοζωικά σε αντίστοιχο β-υδροξυοξικό οξύ, ισχυρός αναστολέας της HMG-CoA αναγωγάσης, του ενζύμου που καταλύει τη μετατροπή της HMG-CoA σε μεβαλονικό οξύ. Η μετατροπή της HMG-CoA σε mevalonate αποτελεί ένα πρώιμο βήμα στη βιοσυνθετική οδό της χοληστερόλης.
DrugBank
Absorption
expand_more
Absorption
Απορρόφηση
- 30%
DrugBank
Half life
expand_more
Half life
Ημιζωή
- 5.3 ώρες
DrugBank
Protein binding
expand_more
Protein binding
Δέσμευση πρωτεΐνης
-
95%
DrugBank
Route of elimination
expand_more
Route of elimination
Οδός απέκκρισης
- Lovastatin υφίσταται εκτεταμένη πρώτη διήθηση στο ήπαρ, ο κύριος τόπος δράσης του, με επακόλουθη απέκκριση ισοδύναμων μορφών φαρμάκου μέσω της χολής.
DrugBank
Toxicity
expand_more
Toxicity
Τοξικότητα / υπερδοσολογία
- LD50 > 1000 mg/kg (δια του στόματος σε ποντίκια)
science
PubChem
Φαρμακοδυναμική
expand_more
Φαρμακοδυναμική
Φαρμακοδυναμική
Η λοβαστατίνη είναι ένας από του στόματος αντιλιπιδαιμικός παράγοντας που αναστέλλει αναστρέψιμα την HMG-CoA αναγωγάση. Χρησιμοποιείται για τη μείωση των συνολικών επιπέδων χοληστερόλης, της χοληστερόλης λιποπρωτεϊνών χαμηλής πυκνότητας (LDL-C), της απολιποπρωτεΐνης Β (apoB), της χοληστερόλης μη-υψηλής πυκνότητας (non-HDL-C) και των συγκεντρώσεων τριγλυκεριδίων (TG) στο πλάσμα, ενώ αυξάνει τις συγκεντρώσεις HDL-C. Υψηλά επίπεδα LDL-C, χαμηλά επίπεδα HDL-C και υψηλές συγκεντρώσεις TG στο πλάσμα σχετίζονται με αυξημένο κίνδυνο αθηροσκλήρωσης και καρδιαγγειακής νόσου. Η αναλογία ολικής χοληστερόλης προς HDL-C αποτελεί ισχυρό προγνωστικό δείκτη για στεφανιαία νόσο και υψηλές αναλογίες σχετίζονται με υψηλότερο κίνδυνο εμφάνισης της νόσου. Τα αυξημένα επίπεδα HDL-C σχετίζονται με χαμηλότερο καρδιαγγειακό κίνδυνο. Μειώνοντας τα LDL-C και TG και αυξάνοντας τα HDL-C, η λοβαστατίνη μειώνει τον κίνδυνο καρδιαγγειακής νοσηρότητας και θνησιμότητας. Τα αυξημένα επίπεδα χοληστερόλης, και ιδίως τα αυξημένα επίπεδα λιποπρωτεϊνών χαμηλής πυκνότητας (LDL), αποτελούν σημαντικό παράγοντα κινδύνου για την ανάπτυξη ΚΝ. Η χρήση στατινών για τη στόχευση και τη μείωση των επιπέδων LDL έχει αποδειχθεί σε σειρά ορόσημων μελετών ότι μειώνει σημαντικά τον κίνδυνο εμφάνισης ΚΝ και τη θνησιμότητα από κάθε αιτία. Οι στατίνες θεωρούνται μια οικονομικά αποδοτική θεραπευτική επιλογή για την ΚΝ λόγω της αποδεδειγμένης μείωσης της θνησιμότητας από κάθε αιτία, συμπεριλαμβανομένης της θανατηφόρας και μη θανατηφόρας ΚΝ, καθώς και της ανάγκης για χειρουργική επαναιμάτωση ή αγγειοπλαστική μετά από έμφραγμα του μυοκαρδίου. Η έρευνα έχει δείξει ότι ακόμη και για άτομα χαμηλού κινδύνου (με <10% κίνδυνο σοβαρού αγγειακού συμβάματος εντός 5 ετών), οι στατίνες προκαλούν 20%-22% σχετική μείωση των σοβαρών καρδιαγγειακών συμβαμάτων (έμφραγμα μυοκαρδίου, εγκεφαλικό επεισόδιο, στεφανιαία επαναιμάτωση και στεφανιαίος θάνατος) για κάθε μείωση 1 mmol/L της LDL, χωρίς σημαντικές παρενέργειες ή κινδύνους. Κλινικές μελέτες έχουν δείξει ότι η λοβαστατίνη μειώνει την LDL-C και την ολική χοληστερόλη κατά 25-40%. Η δόση που προκαλεί 50% αναστολή είναι γνωστό ότι είναι 46 mcg/kg, η οποία μεταφράζεται σε μείωση περίπου 30% της χοληστερόλης του πλάσματος.
Μυοπάθεια/Ραβδομυόλυση
Η λοβαστατίνη, όπως και άλλοι αναστολείς της HMG-CoA αναγωγάσης, προκαλεί περιστασιακά μυοπάθεια που εκδηλώνεται ως μυϊκός πόνος, ευαισθησία ή αδυναμία με κρεατινική κινάση (CK) πάνω από δέκα φορές το ανώτατο φυσιολογικό όριο (ULN). Η μυοπάθεια μερικές φορές παίρνει τη μορφή ραβδομυόλυσης με ή χωρίς οξεία νεφρική ανεπάρκεια δευτερογενώς λόγω μυοσφαιρινουρίας, και έχουν συμβεί σπάνιες θανατηφόρες περιπτώσεις. Ο κίνδυνος μυοπάθειας εξαρτάται από τη δόση και αυξάνεται από τα υψηλά επίπεδα δραστικότητας αναστολέων της HMG-CoA αναγωγάσης στο πλάσμα. Σε μια κλινική μελέτη (EXCEL) στην οποία οι ασθενείς παρακολουθούνταν στενά και αποκλείστηκαν ορισμένα αλληλεπιδρώντα φάρμακα, υπήρξε μία περίπτωση μυοπάθειας μεταξύ 4933 ασθενών που τυχαιοποιήθηκαν σε λοβαστατίνη 20 έως 40 mg ημερησίως για 48 εβδομάδες, και 4 περιπτώσεις μεταξύ 1649 ασθενών που τυχαιοποιήθηκαν σε 80 mg ημερησίως. Προδιαθεσικοί παράγοντες για μυοπάθεια περιλαμβάνουν την προχωρημένη ηλικία (≥65 ετών), το γυναικείο φύλο, τον μη ελεγχόμενο υποθυρεοειδισμό και τη νεφρική δυσλειτουργία. Οι Κινέζοι ασθενείς μπορεί επίσης να διατρέχουν αυξημένο κίνδυνο μυοπάθειας. Στις περισσότερες περιπτώσεις, τα μυϊκά συμπτώματα και οι αυξήσεις της CK υποχώρησαν όταν η θεραπεία διακόπηκε άμεσα. Ο κίνδυνος μυοπάθειας κατά τη διάρκεια της θεραπείας με λοβαστατίνη μπορεί να αυξηθεί με τη συγχορήγηση αλληλεπιδρώντων φαρμάκων όπως [φαινοφιβράτη], [νιασίνη], [gemfibrozil], [κυκλοσπορίνη] και ισχυρών αναστολέων του ενζύμου CYP3A4. Έχουν αναφερθεί περιπτώσεις μυοπάθειας, συμπεριλαμβανομένης της ραβδομυόλυσης, με αναστολείς HMG-CoA αναγωγάσης που χορηγήθηκαν ταυτόχρονα με [κολχικίνη], και επομένως πρέπει να ασκείται προσοχή κατά τη συνταγογράφηση αυτών των δύο φαρμάκων μαζί. Δεδομένα από πραγματικό κόσμο από μελέτες παρατήρησης έχουν υποδείξει ότι το 10-15% των ατόμων που λαμβάνουν στατίνες μπορεί να εμφανίσει μυϊκούς πόνους σε κάποιο σημείο κατά τη διάρκεια της θεραπείας.
Ηπατική Δυσλειτουργία
Επίμονες αυξήσεις (σε πάνω από 3 φορές το ανώτατο φυσιολογικό όριο) των ορών τρανσαμινασών εμφανίστηκαν στο 1.9% των ενήλικων ασθενών που έλαβαν λοβαστατίνη για τουλάχιστον ένα έτος σε πρώιμες κλινικές δοκιμές. Όταν το φάρμακο διακόπηκε ή σταμάτησε σε αυτούς τους ασθενείς, τα επίπεδα των τρανσαμινασών συνήθως έπεφταν αργά στα προ-θεραπευτικά επίπεδα. Οι αυξήσεις εμφανίζονταν συνήθως 3 έως 12 μήνες μετά την έναρξη της θεραπείας με λοβαστατίνη, και δεν σχετίζονταν με ίκτερο ή άλλα κλινικά σημεία ή συμπτώματα. Στη μελέτη EXCEL, η συχνότητα επίμονων αυξήσεων των ορών τρανσαμινασών άνω των 48 εβδομάδων ήταν 0.1% για το εικονικό φάρμακο, 0.1% στα 20 mg/ημέρα, 0.9% στα 40 mg/ημέρα και 1.5% στα 80 mg/ημέρα σε ασθενείς που λάμβαναν λοβαστατίνη. Ωστόσο, στην εμπειρία μετά την κυκλοφορία της λοβαστατίνης, σπάνια αναφέρθηκε συμπτωματική ηπατική νόσος σε όλες τις δόσεις.
neurology
PubChem
Μηχανισμός δράσης
expand_more
Μηχανισμός δράσης
Μηχανισμός Δράσης
Η λοβαστατίνη είναι μια λακτόνη που υδρολύεται εύκολα in vivo στην αντίστοιχη β-υδροξυ-οξέως μορφή και είναι ισχυρός αναστολέας της HMG-CoA αναγωγάσης, ενός ηπατικού μικροσωμικού ενζύμου που καταλύει τη μετατροπή της HMG-CoA (3-υδροξυ-3-μεθυλογλουταρυλο-συνένζυμο Α) σε μεβαλονικό, ένα πρώιμο βήμα καθορισμού ρυθμού στη βιοσύνθεση της χοληστερόλης. Σε θεραπευτικές δόσεις λοβαστατίνης, η HMG-CoA αναγωγάση δεν αναστέλλεται πλήρως, επιτρέποντας έτσι τη διαθεσιμότητα βιολογικά απαραίτητων ποσοτήτων μεβαλονικού. Δεδομένου ότι η μετατροπή της HMG-CoA σε μεβαλονικό είναι ένα πρώιμο βήμα στη βιοσυνθετική οδό για τη χοληστερόλη, η θεραπεία με λοβαστατίνη δεν αναμένεται να προκαλέσει συσσώρευση δυνητικά τοξικών στερολών. Η λοβαστατίνη δρα κυρίως στο ήπαρ, όπου η μειωμένη χοληστερόλη του ήπατος διεγείρει την υπερρύθμιση των ηπατικών υποδοχέων λιποπρωτεϊνών χαμηλής πυκνότητας (LDL), η οποία αυξάνει την πρόσληψη LDL από το ήπαρ. Η λοβαστατίνη αναστέλλει επίσης την ηπατική σύνθεση των λιποπρωτεϊνών πολύ χαμηλής πυκνότητας (VLDL). Η συνολική επίδραση είναι μείωση της LDL και VLDL στο πλάσμα και σημαντική μείωση του κινδύνου εμφάνισης ΚΝ και θνησιμότητας από κάθε αιτία. Σημαντική επίδραση στη μείωση της LDL-C παρατηρήθηκε εντός 2 εβδομάδων από την έναρξη της λοβαστατίνης, και η μέγιστη θεραπευτική απόκριση επετεύχθη εντός 4-6 εβδομάδων. Η απόκριση διατηρήθηκε κατά τη συνέχιση της θεραπείας. Οι μεμονωμένες ημερήσιες δόσεις που χορηγήθηκαν το βράδυ ήταν πιο αποτελεσματικές από την ίδια δόση που χορηγήθηκε το πρωί, πιθανώς επειδή η χοληστερόλη συντίθεται κυρίως τη νύχτα. Όταν διακόπτεται η θεραπεία με λοβαστατίνη, η ολική χοληστερόλη έχει αποδειχθεί ότι επανέρχεται στα προ-θεραπευτικά επίπεδα. Μελέτες in vitro και in vivo σε ζώα δείχνουν επίσης ότι η λοβαστατίνη ασκεί αγγειοπροστατευτικές επιδράσεις ανεξάρτητα από τις λιποειδομειωτικές της ιδιότητες, γνωστές και ως πλειοτροπικές επιδράσεις των στατινών. Αυτές περιλαμβάνουν βελτίωση της ενδοθηλιακής λειτουργίας, ενισχυμένη σταθερότητα αθηρωματικών πλακών, μειωμένο οξειδωτικό στρες και φλεγμονή, και αναστολή της θρομβωτικής απόκρισης. Οι στατίνες έχουν επίσης βρεθεί να συνδέονται αλλοστερικά με τον β2-ενσωματωμένο αντιγόνο-1 (LFA-1), ο οποίος παίζει σημαντικό ρόλο στη μεταφορά λευκοκυττάρων και στην ενεργοποίηση Τ-κυττάρων.
Η λοβαστατίνη έχει αναφερθεί ότι έχει ευεργετικές επιδράσεις σε ορισμένους καρκίνους. Αυτό περιλαμβάνει μια πολυπαραγοντική, προκαλούμενη από στρες κυτταρική νέκρωση (απόπτωση) και απόκριση αποικοδόμησης DNA σε καρκινικά κύτταρα μαστού. Έχει επίσης αποδειχθεί ότι αναστέλλει τη δραστηριότητα της ιστονικής δεακετυλάσης 2 (HDAC2) και αυξάνει τη συσσώρευση ακετυλιωμένης ιστονής-Η3 και την έκφραση της p21(WAF/CIP) σε ανθρώπινα καρκινικά κύτταρα, υποδηλώνοντας ότι οι στατίνες μπορεί να χρησιμεύσουν ως νέοι αναστολείς HDAC για τη θεραπεία του καρκίνου και τη χημειοπροφύλαξη.
Οι αναστολείς της 3-υδροξυ-3-μεθυλογλουταρυλο-συνένζυμο Α (HMG-CoA) αναγωγάσης (στατίνες), ατορβαστατίνη, κεριβαστατίνη, φλουβαστατίνη, πραβαστατίνη, λοβαστατίνη και σιμβαστατίνη, μειώνουν την αθηρογένεση και την καρδιαγγειακή νοσηρότητα. Επιπλέον, υπάρχουν αυξανόμενες ενδείξεις ότι οι στατίνες έχουν ανοσοτροποποιητικές δραστηριότητες. Οι στατίνες μειώνουν την έκφραση των μορίων προσκόλλησης, του διακυτταρικού μορίου προσκόλλησης-1 (ICAM-1), της μονοκυτταρικής χημειοτακτικής πρωτεΐνης-1 (MAC-1) και του αντιγόνου-1 που σχετίζεται με τη λειτουργία των λεμφοκυττάρων (LFA-1), στα λευκοκύτταρα και τα ενδοθηλιακά κύτταρα και, μέσω σύνδεσης με το LFA-1, παρεμβαίνουν στην αλληλεπίδραση ICAM-1-LFA-1, η οποία είναι κρίσιμη για την ενεργοποίηση των λεμφοκυττάρων από κύτταρα που παρουσιάζουν αντιγόνα, την είσοδο λευκοκυττάρων σε θέσεις φλεγμονής και την ανοσολογική κυτταροτοξικότητα. Οι στατίνες αναστέλλουν την επαγόμενη έκφραση των μείζονων συμπλεγμάτων ιστοσυμβατότητας τάξης II σε διάφορους τύπους κυττάρων, συμπεριλαμβανομένων των μακροφάγων, και μειώνουν την έκφραση των υποδοχέων χημειοκίνης Τ-βοηθητικού-1 (Th1) στα Τ-κύτταρα, οδηγώντας περαιτέρω στην αναστολή της ενεργοποίησης των λεμφοκυττάρων και τη διείσδυσή τους σε θέσεις φλεγμονής. Οι στατίνες αναστέλλουν την επαγωγή της επαγόμενης συνθετάσης μονοξειδίου του αζώτου και την έκφραση διαφόρων προφλεγμονωδών κυτοκινών όπως ο παράγοντας νέκρωσης όγκων-άλφα και η ιντερφερόνη-γάμμα σε μακροφάγα και έχουν αντιοξειδωτικές δράσεις. Αυτοί οι παράγοντες αναστέλλουν τον πολλαπλασιασμό των ανοσοκυττάρων και την ενεργοποίηση των φυσικών κυττάρων δολοφόνων.
Η λοβαστατίνη, είναι ένας παράγοντας μείωσης της χοληστερόλης που απομονώνεται από ένα στέλεχος του Aspergillus terreus. Μετά από από του στόματος χορήγηση, η λοβαστατίνη, η οποία είναι μια αδρανής λακτόνη, υδρολύεται στην αντίστοιχη μορφή β-υδροξυ-οξέος. Αυτός ο κύριος μεταβολίτης είναι ειδικός αναστολέας της 3-υδροξυ-3-μεθυλογλουταρυλο-συνένζυμο Α (HMG-CoA) αναγωγάσης. Αυτό το ένζυμο καταλύει τη μετατροπή της HMG-CoA σε μεβαλονικό, το οποίο είναι ένα πρώιμο και καθοριστικό βήμα ρυθμού στη βιοσύνθεση της χοληστερόλης.
Η λοβαστατίνη ανήκει στις Στατίνες, οι οποίες είναι ωφέλιμες σε πολλές ανοσολογικές καρδιαγγειακές νόσους και αυτοάνοσες νόσους που διαμεσολαβούνται από Τ-κύτταρα. Το κανάλι Kv1.3 παίζει σημαντικό ρόλο στην ενεργοποίηση και τον πολλαπλασιασμό των Τ-κυττάρων, και έχει γίνει ελκυστικός στόχος για ανοσολογικές διαταραχές. Η παρούσα μελέτη σχεδιάστηκε για να εξετάσει την ανασταλτική δράση της λοβαστατίνης στο κανάλι Kv1.3 σε ανθρώπινα Τ-κύτταρα, και να διευκρινίσει τον νέο ανοσοτροποποιητικό της μηχανισμό. Διαπιστώσαμε ότι η λοβαστατίνη ανέστειλε τα ρεύματα Kv1.3 με τρόπο εξαρτώμενο από τη συγκέντρωση και την τάση, και το IC50 για την κορυφή, το τέλος του παλμού ήταν 39.81 +/- 5.11, 6.92 +/- 0.95 uM, αντίστοιχα. Η λοβαστατίνη επίσης επιτάχυνε τον ρυθμό εξασθένησης της απενεργοποίησης του ρεύματος και μετατόπισε αρνητικά τις καμπύλες σταθερής κατάστασης απενεργοποίησης με τρόπο εξαρτώμενο από τη συγκέντρωση, χωρίς να επηρεάζει την καμπύλη ενεργοποίησης. Ωστόσο, η 30 uM λοβαστατίνη δεν είχε εμφανή επίδραση στο ρεύμα KCa σε ανθρώπινα Τ-κύτταρα. Επιπλέον, η λοβαστατίνη ανέστειλε την εισροή Ca(2+), τον πολλαπλασιασμό των Τ-κυττάρων, καθώς και την παραγωγή IL-2. Οι δραστηριότητες των NFAT1 και NF-kB p65/50 μειώθηκαν επίσης από τη λοβαστατίνη. Τέλος, η εφαρμογή μεβαλονικού ανέστρεψε μόνο μερικώς την αναστολή της λοβαστατίνης στην έκκριση IL-2, και το siRNA έναντι του Kv1.3 μείωσε επίσης μερικώς αυτή την ανασταλτική δράση της λοβαστατίνης. Συμπερασματικά, η λοβαστατίνη μπορεί να ασκήσει ανοσοτροποποιητικές ιδιότητες μέσω του νέου μηχανισμού αναστολής του καναλιού Kv1.3.
biotech
PubChem
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
expand_more
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
Απορρόφηση, Κατανομή & Απέκκριση
Η Cmax της λοβαστατίνης βρέθηκε να είναι 3.013ng/mL με Tmax 3.36 ώρες. Οι συγκεντρώσεις στο πλάσμα της συνολικής ραδιενέργειας (λοβαστατίνη συν 14C-μεταβολίτες) κορυφώθηκαν στις 2 ώρες και μειώθηκαν γρήγορα στο περίπου 10% της κορυφής στις 24 ώρες μετά τη δόση. Η απορρόφηση της λοβαστατίνης, εκτιμώμενη σε σχέση με μια ενδοφλέβια δόση αναφοράς, σε καθένα από τα τέσσερα ζωικά είδη που δοκιμάστηκαν, κυμάνθηκε κατά μέσο όρο περίπου στο 30% μιας από του στόματος δόσης. Σε μελέτες σε ζώα, μετά από από του στόματος χορήγηση, η λοβαστατίνη είχε υψηλή εκλεκτικότητα για το ήπαρ, όπου επέτυχε σημαντικά υψηλότερες συγκεντρώσεις σε σχέση με τους μη-στοχευμένους ιστούς. Η λοβαστατίνη υφίσταται εκτεταμένη εκχύλιση πρώτης διόδου στο ήπαρ, τον πρωταρχικό τόπο δράσης της, με επακόλουθη απέκκριση ισοδύναμων φαρμάκου στη χολή. Ως συνέπεια της εκτεταμένης ηπατικής εκχύλισης της λοβαστατίνης, η διαθεσιμότητα του φαρμάκου στην γενική κυκλοφορία είναι χαμηλή και μεταβλητή. Σε μελέτη μονής δόσης σε τέσσερις υπερχοληστερολαιμικούς ασθενείς, εκτιμήθηκε ότι λιγότερο από 5% μιας από του στόματος δόσης λοβαστατίνης φτάνει στη γενική κυκλοφορία ως ενεργοί αναστολείς. Μετά τη χορήγηση δισκίων λοβαστατίνης, ο συντελεστής μεταβλητότητας, βάσει της μεταβλητότητας μεταξύ των ατόμων, ήταν περίπου 40% για την περιοχή κάτω από την καμπύλη (AUC) της συνολικής ανασταλτικής δραστηριότητας στη γενική κυκλοφορία. Οι μέγιστες συγκεντρώσεις της λοβαστατίνης όταν χορηγείται δόση 10-40 mg αναφέρονται ότι κυμαίνονται από 1.04-4.03 ng/ml και AUC 14-53 ng.h/ml. Αυτό υποδεικνύει ότι η λοβαστατίνη παρουσιάζει φαρμακοκινητικό προφίλ εξαρτώμενο από τη δόση. Όταν η λοβαστατίνη χορηγήθηκε υπό νηστευτικές συνθήκες, οι συγκεντρώσεις στο πλάσμα τόσο των ενεργών όσο και των συνολικών αναστολέων ήταν κατά μέσο όρο περίπου τα δύο τρίτα εκείνων που βρέθηκαν όταν η λοβαστατίνη χορηγήθηκε αμέσως μετά από ένα τυπικό γεύμα.
Γενετικές διαφορές στον ηπατικό μεταφορέα OATP1B1 (Organic-Anion-Transporting Polypeptide 1B1) που κωδικοποιείται από το γονίδιο SCLCO1B1 (Solute Carrier Organic Anion Transporter family member 1B1) έχουν αποδειχθεί ότι επηρεάζουν τη φαρμακοκινητική της λοβαστατίνης. Ενδείξεις από φαρμακογενετικές μελέτες του μονονουκλεοτιδικού πολυμορφισμού (SNP) c.521T>C έδειξαν ότι η Cmax και η AUC της λοβαστατίνης ήταν 340% και 286% υψηλότερες, αντίστοιχα, για άτομα ομόζυγα για 521CC σε σύγκριση με άτομα ομόζυγα 521TT. Ο γονότυπος 521CC σχετίζεται επίσης με σημαντική αύξηση του κινδύνου ανάπτυξης μυοπάθειας, πιθανώς δευτερογενώς σε αυξημένη συστηματική έκθεση. Άλλα στατινικά φάρμακα που επηρεάζονται από αυτόν τον πολυμορφισμό περιλαμβάνουν τη [ροσουβαστατίνη], [πιταβαστατίνη], [ατορβαστατίνη], [σιμβαστατίνη] και [πραβαστατίνη]. Ενώ δεν περιλαμβάνονται συγκεκριμένες οδηγίες δοσολογίας στα διαθέσιμα μονογραφικά προϊόντα για τη λοβαστατίνη, τα άτομα με τον προαναφερθέντα γονότυπο OATP1B1 c.521CC θα πρέπει να παρακολουθούνται για την ανάπτυξη ανεπιθύμητων ενεργειών από αυξημένη έκθεση στο φάρμακο, όπως μυϊκός πόνος και κίνδυνος ραβδομυόλυσης, ιδίως σε υψηλότερες δόσεις.
Μετά από από του στόματος δόση 14C-σημασμένης λοβαστατίνης σε ανθρώπους, το 10% της δόσης απεκκρίθηκε στα ούρα και το 83% στα κόπρανα. Το τελευταίο αντιπροσωπεύει την απορροφηθείσα ουσία που απεκκρίθηκε στη χολή, μαζί με μη απορροφηθείσα ουσία.
Η λοβαστατίνη είναι ικανή να διαπερνά τον αιματοεγκεφαλικό φραγμό και τον πλακούντα.
/ΓΑΛΑ/ Δεν είναι γνωστό εάν η λοβαστατίνη απεκκρίνεται στο ανθρώπινο γάλα.
Μετά από από του στόματος δόση (14)C-σημασμένης λοβαστατίνης σε ανθρώπους, το 10% της δόσης απεκκρίθηκε στα ούρα και το 83% στα κόπρανα. Το τελευταίο αντιπροσωπεύει ισοδύναμα φαρμάκου που απεκκρίθηκαν στη χολή, καθώς και τυχόν μη απορροφηθέν φάρμακο. Οι συγκεντρώσεις στο πλάσμα της συνολικής ραδιενέργειας (λοβαστατίνη συν (14)C-μεταβολίτες) κορυφώθηκαν στις 2 ώρες και μειώθηκαν γρήγορα στο περίπου 10% της κορυφής στις 24 ώρες μετά τη δόση. Η απορρόφηση της λοβαστατίνης, εκτιμώμενη σε σχέση με μια ενδοφλέβια δόση αναφοράς, σε καθένα από τα τέσσερα ζωικά είδη που δοκιμάστηκαν, κυμάνθηκε κατά μέσο όρο περίπου στο 30% μιας από του στόματος δόσης. Σε μελέτες σε ζώα, μετά από από του στόματος χορήγηση, η λοβαστατίνη είχε υψηλή εκλεκτικότητα για το ήπαρ, όπου επέτυχε σημαντικά υψηλότερες συγκεντρώσεις σε σχέση με τους μη-στοχευμένους ιστούς. Η λοβαστατίνη υφίσταται εκτεταμένη εκχύλιση πρώτης διόδου στο ήπαρ, τον πρωταρχικό τόπο δράσης της, με επακόλουθη απέκκριση ισοδύναμων φαρμάκου στη χολή. Ως συνέπεια της εκτεταμένης ηπατικής εκχύλισης της λοβαστατίνης, η διαθεσιμότητα του φαρμάκου στην γενική κυκλοφορία είναι χαμηλή και μεταβλητή. Σε μελέτη μονής δόσης σε τέσσερις υπερχοληστερολαιμικούς ασθενείς, εκτιμήθηκε ότι λιγότερο από 5% μιας από του στόματος δόσης λοβαστατίνης φτάνει στη γενική κυκλοφορία ως ενεργοί αναστολείς. Μετά τη χορήγηση δισκίων λοβαστατίνης, ο συντελεστής μεταβλητότητας, βάσει της μεταβλητότητας μεταξύ των ατόμων, ήταν περίπου 40% για την περιοχή κάτω από την καμπύλη (AUC) της συνολικής ανασταλτικής δραστηριότητας στη γενική κυκλοφορία.
Τόσο η λοβαστατίνη όσο και ο β-υδροξυ-οξέος μεταβολίτης της δεσμεύονται εκτενώς (> 95%) σε πρωτεΐνες του ανθρώπινου πλάσματος. Μελέτες σε ζώα έδειξαν ότι η λοβαστατίνη διαπερνά τους αιματοεγκεφαλικούς και πλακουντιακούς φραγμούς.
Οι μέγιστες συγκεντρώσεις στο πλάσμα τόσο των ενεργών όσο και των συνολικών αναστολέων επιτεύχθηκαν εντός 2 έως 4 ωρών από τη χορήγηση της δόσης.
water_drop
PubChem
Δέσμευση πρωτεϊνών
expand_more
Δέσμευση πρωτεϊνών
Σύνδεση με Πρωτεΐνες
Τόσο η λοβαστατίνη όσο και ο β-υδροξυ-οξέος μεταβολίτης της δεσμεύονται εκτενώς (>95%) σε ανθρώπινες πρωτεΐνες πλάσματος, κυρίως λόγω της λιποφιλικότητάς τους. Μελέτες σε ζώα έδειξαν ότι η λοβαστατίνη διαπερνά τους αιματοεγκεφαλικούς και πλακουντιακούς φραγμούς.
hub
PubChem
Μεταβολισμός
expand_more
Μεταβολισμός
Μεταβολισμός
Η λοβαστατίνη χορηγείται ως λακτόνη προ-φάρμακο και επομένως, προκειμένου να παραγάγει τον μηχανισμό δράσης της, απαιτείται η μετατροπή της στην ενεργό β-υδροξυ μορφή. Αυτή η διαδικασία ενεργοποίησης του φαρμάκου δεν φαίνεται να σχετίζεται με τη δραστηριότητα των ισοενζύμων CYP, αλλά μάλλον ελέγχεται από τη δραστηριότητα της οξυδάσης παραοξονάσης του ορού. Η λοβαστατίνη μεταβολίζεται από το μικροσωμικό ηπατικό ενζυμικό σύστημα (Ισομορφή 3Α4 του Κυτοχρώματος P-450). Οι κύριοι ενεργοί μεταβολίτες που υπάρχουν στο ανθρώπινο πλάσμα είναι το β-υδροξυ-οξέος της λοβαστατίνης, τα 6’-υδροξυ-, 6’-υδροξυμεθυλο- και 6’-εξομεθυλενο- παράγωγά του. Η πρόσληψη της λοβαστατίνης από το ήπαρ ενισχύεται από τη δραστηριότητα της OATP1B1.
Η λοβαστατίνη μεταβολίζεται από το μικροσωμικό ηπατικό ενζυμικό σύστημα (Ισομορφή 3Α4 του Κυτοχρώματος P-450). Οι κύριοι ενεργοί μεταβολίτες που υπάρχουν στο ανθρώπινο πλάσμα είναι το β-υδροξυ-οξέος της λοβαστατίνης, το 6’-υδροξυ παράγωγό του και δύο επιπλέον μεταβολίτες.
Οι κύριοι ενεργοί μεταβολίτες που υπάρχουν στο ανθρώπινο πλάσμα είναι το β-υδροξυ-οξέος της λοβαστατίνης, το 6’-υδροξυ παράγωγό του και δύο επιπλέον μεταβολίτες.
Η λοβαστατίνη έχει γνωστούς ανθρώπινους μεταβολίτες που περιλαμβάνουν την 3-Υδροξυλοβαστατίνη και την 6’-βήτα-Υδροξυλοβαστατίνη.
Η λοβαστατίνη μεταβολίζεται ηπατικά, όπου οι κύριοι ενεργοί μεταβολίτες είναι το β-υδροξυ-οξέος της λοβαστατίνης, το 6’-υδροξυ παράγωγο και δύο επιπλέον μεταβολίτες. Οδός Απέκκρισης: Η λοβαστατίνη υφίσταται εκτεταμένη εκχύλιση πρώτης διόδου στο ήπαρ, τον πρωταρχικό τόπο δράσης της, με επακόλουθη απέκκριση ισοδύναμων φαρμάκου στη χολή. Το 83% της από του στόματος χορηγούμενης δόσης απεκκρίνεται στη χολή και το 10% απεκκρίνεται στα ούρα. Χρόνος Ημίσειας Ζωής: 5.3 ώρες
hourglass
PubChem
Ημίσεια ζωή
expand_more
Ημίσεια ζωή
Βιολογικός Χρόνος Ημίσειας Ζωής
Ο χρόνος ημίσειας ζωής της λοβαστατίνης αναφέρεται ότι είναι 13.37 ώρες. Ο χρόνος ημίσειας ζωής αποβολής της υδροξυ-οξέος μορφής της λοβαστατίνης αναφέρεται ότι είναι 0.7-3 ώρες.
category
PubChem
MeSH classification
expand_more
MeSH classification
Ταξινόμηση MeSH Φαρμακολογίας
Ουσίες που χρησιμοποιούνται για τη μείωση των επιπέδων χοληστερόλης του πλάσματος.
Ενώσεις που αναστέλλουν τις ΥΔΡΟΞΥΜΕΘΥΛΟΓΛΟΥΤΑΡΥΛΙΚΟ COA REDUCTASES. Έχει αποδειχθεί ότι μειώνουν άμεσα τη σύνθεση χοληστερόλης.
fact_check
PubChem
FDA classification
expand_more
FDA classification
Ταξινόμηση FDA Φαρμακολογίας
9LHU78OQFD
ΛΟΒΑΣΤΑΤΙΝΗ
Καθιερωμένη Φαρμακολογική Κατηγορία [EPC] - Αναστολέας HMG-CoA Αναγωγάσης
Μηχανισμοί Δράσης [MoA] - Αναστολείς Υδροξυμεθυλογλουταρυλο-CoA Αναγωγάσης
Η λοβαστατίνη είναι Αναστολέας HMG-CoA Αναγωγάσης. Ο μηχανισμός δράσης της λοβαστατίνης είναι ως Αναστολέας Υδροξυμεθυλογλουταρυλο-CoA Αναγωγάσης.
ΛΟΒΑΣΤΑΤΙΝΗ
Αναστολείς Υδροξυμεθυλογλουταρυλο-CoA Αναγωγάσης [MoA]; Αναστολέας HMG-CoA Αναγωγάσης [EPC]
Επιστημονικό Προφίλ
expand_more
Ταξινόμηση MeSH Φαρμακολογίας
Ουσίες που χρησιμοποιούνται για τη μείωση των επιπέδων χοληστερόλης του πλάσματος.
Ενώσεις που αναστέλλουν τις ΥΔΡΟΞΥΜΕΘΥΛΟΓΛΟΥΤΑΡΥΛΙΚΟ COA REDUCTASES. Έχει αποδειχθεί ότι μειώνουν άμεσα τη σύνθεση χοληστερόλης.