Clinio Logo
Clinio
ΔΡΑΣΤΙΚΗ ΟΥΣΙΑ M01AG01 SPC ΕΟΦ DrugBank PubChem Σκευάσματα

MEFENAMIC ACID

Μεφαιναμικό οξύ

Tα φάρμακα της ομάδας αυτής, ονομαζόμενα και φαιναμάτες, είναι παράγωγα του φαινυλανθρανιλικού οξέος. Έχουν κυρίως αναλγητική δράση, αντιπυρετική και λιγότερο αντιφλεγμονώδη. Για άγνωστους λόγους προκαλούν διάρροιες σε ποσοστό 15% και γι' αυτό δεν συνιστάται η μακρόχρονια …

Chemical structure of MEFENAMIC ACID

Εμπορικά Ονόματα

Κλινική Σύνοψη

Προτεραιότητα πηγών: SPC, ΕΟΦ, DrugBank

Curated
clinical_notes
ΕΟΦ

Ενδείξεις

expand_more
Χρόνιες φλεγμονώδεις και εκφυλιστικές αρθροπάθειες. Επώδυνα εξωαρθρικά μυοσκελετικά σύνδρομα. Πρωτοπαθής δυσμηνόρροια. Μηνορραγία οφειλόμενη σε ορμονική δυσλειτουργία, όταν δεν υπάρχει οργανική βλάβη. Ως αναλγητικό σε άλλες μορφές άλγους όπως οδοντικό,…
medication
SPC-RAFREDA

Δοσολογία

expand_more
Οδός:
από το στόμα
Χορήγηση:
μετά τα γεύματα
Δόση έναρξης:
500 mg
Τιτλοποίηση:
[αδύνατη ανάγνωση]
  • Ενήλικες και παιδιά άνω των 14 ετών
    Δόση500 mg (10 ml ή 2 κουταλάκια του γλυκού) 3 φορές την ημέρα
    Η αρχική δόση να χορηγείται με το ξεκίνημα του πόνου της εμμηνόρυσης και να συνεχιστεί όσο διαρκούν τα συμπτώματα (Δυσμηνόρροια). Η αρχική δόση να χορηγείται με το ξεκίνημα της αιμορραγίας και των συσχετιζόμενων συμπτωμάτων και να συνεχιστεί όσο διαρκούν τα συμπτώματα (Μηνορραγία).
  • Παιδιά βάρους άνω των 6 μηνών
    Δόση5 mg/kg Β.Σ. ή 0.1 ml/kg Β.Σ. κάθε 6 ώρες
    Αντιπυρετικό και για διάστημα έως και 7 ημέρες. Για την χορήγηση της δόσης σε παιδιά θα πρέπει να χρησιμοποιείται η δοσομετρική σύριγγα που συμπεριλαμβάνεται στην συσκευασία.
block
SPC-RAFREDA

Αντενδείξεις

expand_more
  • Ενεργό πεπτικό έλκος ή ιστορικό πεπτικού έλκους, ή άλλες οργανικές παθήσεις του γαστρεντερικού όπως η ελκώδης κολίτις και η νόσος του Crohn ή με ιστορικό υποτροπιαζουσών αιμορραγιών
  • Εκδήλωση ασθματικής προσβολής, αλλεργικής ρινίτιδας ή κνίδωσης μετά από χρήση ακετυλοσαλικυλικού οξέος ή άλλων μη στεροειδών αντιφλεγμονωδών φαρμάκων
  • Αλλεργία στο φάρμακο
  • Κύηση και γαλουχία
  • Παιδιά κάτω των 14 ετών (εκτός της ένδειξής του σαν αντιπυρετικό για παιδιά από 6 μηνών και άνω και για διάστημα έως και 7 ημέρες)
  • Ταυτόχρονη λήψη άλλων μη στεροειδών αντιφλεγμονωδών φαρμάκων ή ακετυλοσαλικυλικού οξέος
  • Αιματολογική νόσος ή ηπατική ή νεφρική ανεπάρκεια
  • Επιληπτική νόσος
  • Θεραπεία του περι-εγχειρητικού άλγους στα πλαίσια επέμβασης αορτοστεφανιαίας παράκαμψης με μόσχευμα
  • Βαριά καρδιακή ανεπάρκεια
warning
SPC-RAFREDA

Προειδοποιήσεις

expand_more
  • Γενικά
  • Αλληλεπίδραση με άλλα ΜΣΑΦ
  • Μειωμένη δόση
    Πληθυσμόςυπερήλικες και εξασθενημένα άτομα
  • Μειωμένη δόση
    Πληθυσμόςασθενείς με σημαντική έκπτωση της καρδιακής λειτουργίας
  • Μειωμένη δόση
    Πληθυσμόςασθενείς με υπέρταση που λαμβάνουν διουρητικά
  • Μειωμένη δόση
    Πληθυσμόςασθενείς με ηπατική δυσλειτουργία
  • Μειωμένη δόση
    Πληθυσμόςασθενείς με Συστηματικό Ερυθηματώδη Λύκο
  • Παρακολούθηση κατά τη μακροχρόνια χορήγηση
    απαιτείται κατά διαστήματα αιματολογικός και βιοχημικός έλεγχος του ασθενούς
  • Γενικά
    Πληθυσμόςασθενείς με ιστορικό αλλεργικού ή βρογχικού άσθματος ή λοίμωξη
  • Καρδιαγγειακές και αγγειακές εγκεφαλικές επιδράσεις
    Πληθυσμόςασθενείς με ιστορικό υπέρτασης και /ή με ελαφρά έως μέτρια συμφορητική καρδιακή ανεπάρκεια
  • Καρδιαγγειακές και αγγειακές εγκεφαλικές επιδράσεις
    Πληθυσμόςασθενείς με γνωστή καρδιαγγειακή νόσο
  • Καρδιαγγειακές και αγγειακές εγκεφαλικές επιδράσεις
    Πληθυσμόςασθενείς με μη ρυθμισμένη υπέρταση, συμφορητική καρδιακή ανεπάρκεια, εγκατεστημένη ισχαιμική καρδιακή νόσο, περιφερική αρτηριακή νόσο, και/ή αγγειακή εγκεφαλική νόσο
  • Καρδιαγγειακές και αγγειακές εγκεφαλικές επιδράσεις
    Πληθυσμόςασθενείς με παράγοντες κινδύνου για εμφάνιση καρδιαγγειακής νόσου (π.χ. υπέρταση, υπερλιπιδαιμία, σακχαρώδης διαβήτης, κάπνισμα)
  • Υπέρταση
    η αρτηριακή πίεση πρέπει να παρακολουθείται στενά κατά την έναρξη της θεραπείας και καθόλη τη διάρκεια της θεραπείας
  • Κατακράτηση Υγρών και Οίδημα
    Πληθυσμόςασθενείς με κατεσταλμένη καρδιακή λειτουργία και άλλες καταστάσεις που προδιαθέτουν σε, ή επιδεινώνονται από την, κατακράτηση υγρών
  • Κατακράτηση Υγρών και Οίδημα
    ΠληθυσμόςΑσθενείς με προϋπάρχουσα συμφορητική καρδιακή ανεπάρκεια ή υπέρταση
  • Γαστρεντερικές Επιδράσεις
    Η χορήγηση του φαρμάκου πρέπει να διακόπτεται εάν εμφανιστεί διάρροια, ή γαστρεντερικά ενοχλήματα
  • Γαστρεντερικές Επιδράσεις
    Όταν παρουσιασθεί γαστρεντερική αιμορραγία ή εξέλκωση σε ασθενείς που λαμβάνουν μεφαιναμικό οξύ, πρέπει να διακοπεί η θεραπεία
  • Γαστρεντερικές Επιδράσεις
    Πληθυσμόςηλικιωμένοι, ασθενείς με καρδιαγγειακή νόσο, ασθενείς που χρησιμοποιούν ταυτόχρονα ακετυλοσαλικυλικό οξύ ή ασθενείς με προηγούμενο ιστορικό ή με ενεργή γαστρεντερική νόσο, όπως εξέλκωση, γαστρεντερική αιμορραγία ή φλεγμονώδεις καταστάσεις
  • Δερματικές Αντιδράσεις
    Το μεφαιναμικό οξύ πρέπει να διακόπτεται με την πρώτη εμφάνιση δερματικού εξανθήματος, βλάβης του βλεννογόνου ή κάποιο άλλο σημείο υπερευαισθησίας
  • Νεφρικές Επιδράσεις
    Πληθυσμόςασθενείς με αυξημένο κίνδυνο πρόκλησης παθολογικής αντίδρασης (συμφορητική καρδιακή ανεπάρκεια, κίρρωση του ήπατος, νεφρωσικό σύνδρομο, εμφανή νεφροπάθεια και οι ηλικιωμένοι)
  • Νεφρικές Επιδράσεις
    Πληθυσμόςασθενείς με σημαντικά μειωμένη νεφρική λειτουργία
  • Αιματολογικές Επιδράσεις
    μπορεί να εμποδίσει την συσσώρευση των αιμοπεταλίων και να επιμηκύνει τον χρόνο προθρομβίνης σε ασθενείς που λαμβάνουν αντιπηκτικά
  • Ηπατικές Επιδράσεις
    Εάν η διαταραχή της ηπατικής λειτουργίας επιμένει ή επιδεινώνεται, εάν εμφανισθούν συμπτώματα ή σημεία ηπατικής δυσλειτουργίας ή άλλες συστηματικές εκδηλώσεις η λήψη του μεφαιναμικού οξέος πρέπει να διακοπεί
  • Επιληψία
    Να χορηγείται με προσοχή σε επιληπτικούς ασθενείς
  • Προφυλάξεις που σχετίζονται με τη γονιμότητα
    Η χρήση του μεφαιναμικού οξέος μπορεί να επηρεάσει τη γονιμότητα στις γυναίκες και δε συνιστάται η χρήση του σε γυναίκες που προσπαθούν να συλλάβουν. Θα πρέπει να εξετάζεται η διακοπή του μεφαιναμικού οξέος σε γυναίκες που δυσκολεύονται να συλλάβουν ή βρίσκονται υπό διερεύνηση στειρότητας.
swap_horiz
SPC-RAFREDA

Αλληλεπιδράσεις

expand_more
  • κουμαρινικού τύπου αντιπηκτικά (Βαρφαρίνη), Σουλφονυλουρίες, Υδαντοΐνες ή Σουλφοναμίδια
    προσοχή
    Πιθανή εκτόπιση άλλων φαρμάκων από τις λευκωματίνες του ορού, αυξάνοντας τη δραστικότητά τους.
  • ακετυλοσαλικυλικό οξύ, μη στεροειδή αντιφλεγμονώδη φάρμακα
    Πτώση του επιπέδου στο πλάσμα και της δραστικότητας των ΜΣΑΦ. Ο συνδυασμός δεν προσφέρει θεραπευτικά πλεονεκτήματα.
    ΣύστασηΔεν χρησιμοποιείται.
  • Αντιυπερτασικά (διουρητικά, ΜΕΑ, ΑΙΙΑ)
    Μείωση της αποτελεσματικότητας των αντιυπερτασικών. Επιδείνωση της νεφρικής λειτουργίας, πιθανότητα οξείας νεφρικής ανεπάρκειας, υπερκαλιαιμία.
    ΣύστασηΧορήγηση με προσοχή, ιδιαίτερα σε ηλικιωμένους. Ασθενείς πρέπει να είναι επαρκώς ενυδατωμένοι. Παρακολούθηση νεφρικής λειτουργίας.
  • Άλλα αναλγητικά συμπεριλαμβανομένων των εκλεκτικών αναστολέων της κυκλοοξυγενάσης
    Αυξημένος κίνδυνος ανεπιθύμητων ενεργειών.
    ΣύστασηΑποφυγή συγχορήγησης δύο ή περισσότερων ΜΣΑΦ (συμπεριλαμβανομένης της ασπιρίνης).
  • Αντικαταθλιπτικά (SSRIs)
    Αυξημένος κίνδυνος γαστρεντερικής αιμορραγίας.
  • Αμινογλυκοσίδες
    Μείωση νεφρικής λειτουργίας σε ευπαθή άτομα, μειωμένη απομάκρυνση, αυξημένες συγκεντρώσεις στο πλάσμα.
  • Αντιαιμοπεταλιακοί παράγοντες
    Αυξημένος κίνδυνος γαστρεντερικής εξέλκωσης ή αιμορραγίας.
  • Προβενεσίδη
    Μείωση μεταβολισμού και απομάκρυνσης των ΜΣΑΦ και μεταβολιτών.
  • Αυξημένος κίνδυνος αιματολογικής τοξικότητας. Αυξημένος κίνδυνος αιμάθρωσης και αιματώματος σε HIV (+) αιμορροφιλικούς.
    ΣύστασηΧορήγηση με προσοχή.
  • Κινολόνες
    Πιθανός αυξημένος κίνδυνος εμφανίσεως σπασμών.
  • Αντιυπερτασικά φάρμακα
    Ανταγωνισμός αντιυπερτασικής δράσης.
  • Καρδιοτονωτικά γλυκοσίδια
    Αύξηση επιπέδων στο πλάσμα.
  • Αύξηση επιπέδων μεθοτρεξάτης στο πλάσμα, κίνδυνος τοξικής δράσης.
    ΣύστασηΣυνιστάται προσοχή.
  • Αυξημένος κίνδυνος νεφροτοξικότητας.
  • Πιθανώς αυξημένος κίνδυνος νεφροτοξικότητας.
  • Διουρητικά
    Αυξημένος κίνδυνος νεφροτοξικότητας.
  • Μείωση απέκκρισης, αυξημένος κίνδυνος τοξικότητας.
  • αντένδειξη
    Αντένδειξη συγχορήγησης και για 12 ημέρες μετά τη λήψη.
  • Κορτικοστεροειδή
    Αυξημένος κίνδυνος γαστρεντερικής εξέλκωσης ή αιμορραγίας.
  • Αλκοολούχα ποτά
    Αυξημένος κίνδυνος ανεπιθύμητων ενεργειών από το γαστρεντερικό.
  • Υπογλυκαιμικοί παράγοντες (ινσουλίνη, από του στόματος)
    Μεταβολές στην επίδραση των υπογλυκαιμικών παραγόντων.
    ΣύστασηΧορήγηση με προσοχή.
sick
SPC-RAFREDA

Ανεπιθύμητες ενέργειες

expand_more
Γαστρεντερικό
  • Διάρροια
  • Ναυτία με ή χωρίς έμετο
  • Κοιλιακό άλγος
  • Ανορεξία
  • Αίσθημα καύσου
  • Μετεωρισμός
  • Εντεροκολίτις
  • Κολίτις
  • Επιδείνωση της νόσου του Crohn
  • Στεατόρροια
  • Χολοστατικός ίκτερος
  • Ηπατίτις
  • Παγκρεατίτις
  • Ήπια ηπατική τοξικότητα
  • Ηπατονεφρικό σύνδρομο
  • Διαταραχή της ηπατικής λειτουργίας
  • Δυσκοιλιότητα
  • Αιμορραγική γαστρίτις
  • Πεπτικό έλκος με ή χωρίς γαστρορραγία
Αιμοποιητικό και Λεμφικό Σύστημα
  • Αυτοάνοση αιμολυτική αναιμία
  • Πτώση του αιματοκρίτου
  • Λευκοπενία
  • Ηωσινοφιλία
  • Θρομβοπενική πορφύρα
  • Ακοκκιοκυτταραιμία
  • Πανκυττοπενία
  • Απλαστική αναιμία
  • Υποπλασία μυελού των οστών
Ανοσοποιητικό Σύστημα
  • Αναφυλαξία
Μεταβολισμός και Θρέψη
  • Δυσανεξία στη γλυκόζη
  • Υπονατριαιμία
Ψυχιατρικές Διαταραχές
  • Νευρικότητα
  • Σύγχυση
  • Κατάθλιψη
  • Παραισθήσεις
Νευρικό Σύστημα
  • Άσηπτη μηνιγγίτιδα
  • Οπτική νευρίτιδα
  • Παραισθησία
  • Υπνηλία
  • Ζάλη
  • Κεφαλαλγία
  • Θαμπή όραση
  • Σπασμοί
  • Αϋπνία
Οφθαλμικές Διαταραχές
  • Ερεθισμός των οφθαλμών
  • Αναστρέψιμη απώλεια της ικανότητας διακρίσεως των χρωμάτων
Ωτός και Λαβυρίνθου
  • Ωταλγία
  • Εμβοές
  • Ίλιγγος
Καρδιακές Διαταραχές
  • Αίσθημα παλμών
  • Οίδημα
  • Υπέρταση
  • Καρδιακή ανεπάρκεια
  • Θρομβωτικά αρτηριακά συμβάντα (έμφραγμα του μυοκαρδίου ή εγκεφαλικό επεισόδιο)
Αγγειακές Διαταραχές
  • Υπόταση
Νεφρών και Ουροφόρων οδών
  • Νεφρική ανεπάρκεια
  • Νέκρωση των θηλών
  • Αιματουρία
  • Δυσουρία
  • Αλλεργική σπειραματονεφρίτιδα
  • Οξεία διάμεση νεφροπάθεια
  • Πρωτεϊνουρία
  • Νεφρωσικό σύνδρομο
Αναπνευστικό Σύστημα, Θώρακας και Μεσοθωράκιο
  • Άσθμα
  • Δύσπνοια
Δέρμα και Υποδόριο Ιστό
  • Αγγειοοίδημα
  • Οίδημα λάρυγγα
  • Σύνδρομο Stevens-Johnson
  • Τοξική επιδερμική νεκρόλυση (σύνδρομο του Lyell)
  • Πολύμορφο ερύθημα
  • Εφίδρωση
  • Κνησμός
  • Κνίδωση
  • Εξάνθημα
  • Οίδημα προσώπου
Γενικές διαταραχές
  • Κόπωση
  • Δυσφορία
  • Πολυοργανική ανεπάρκεια
  • Πυρεξία
Παιδιατρικοί ασθενείς
  • Υποθερμία
Λεπτομέρειες κατά συχνότητα expand_more
  • Διάρροια
    Γαστρεντερικό
    Πολύ συχνή
  • Ναυτία με ή χωρίς έμετο
    Γαστρεντερικό
    Συχνή
  • Κοιλιακό άλγος
    Γαστρεντερικό
    Συχνή
  • Ανορεξία
    Γαστρεντερικό/ήπατος-χοληφόρων
    Μη γνωστές
  • Αίσθημα καύσου
    Γαστρεντερικό/ήπατος-χοληφόρων
    Μη γνωστές
  • Μετεωρισμός
    Γαστρεντερικό/ήπατος-χοληφόρων
    Μη γνωστές
  • Εντεροκολίτις
    Γαστρεντερικό/ήπατος-χοληφόρων
    Μη γνωστές
  • Κολίτις
    Γαστρεντερικό/ήπατος-χοληφόρων
    Μη γνωστές
  • Επιδείνωση της νόσου του Crohn
    Γαστρεντερικό/ήπατος-χοληφόρων
    Μη γνωστές
  • Στεατόρροια
    Γαστρεντερικό/ήπατος-χοληφόρων
    Μη γνωστές
  • Χολοστατικός ίκτερος
    Γαστρεντερικό/ήπατος-χοληφόρων
    Μη γνωστές
  • Ηπατίτις
    Γαστρεντερικό/ήπατος-χοληφόρων
    Μη γνωστές
  • Παγκρεατίτις
    Γαστρεντερικό/ήπατος-χοληφόρων
    Μη γνωστές
  • Ήπια ηπατική τοξικότητα
    Γαστρεντερικό/ήπατος-χοληφόρων
    Μη γνωστές
  • Ηπατονεφρικό σύνδρομο
    Γαστρεντερικό/ήπατος-χοληφόρων
    Μη γνωστές
  • Διαταραχή της ηπατικής λειτουργίας
    Γαστρεντερικό/ήπατος-χοληφόρων
    Μη γνωστές
  • Δυσκοιλιότητα
    Γαστρεντερικό/ήπατος-χοληφόρων
    Μη γνωστές
  • Αιμορραγική γαστρίτις
    Γαστρεντερικό/ήπατος-χοληφόρων
    Μη γνωστές
  • Πεπτικό έλκος με ή χωρίς γαστρορραγία
    Γαστρεντερικό/ήπατος-χοληφόρων
    Μη γνωστές
  • Αυτοάνοση αιμολυτική αναιμία
    Αιμοποιητικό και Λεμφικό Σύστημα
    Μη γνωστές
  • Πτώση του αιματοκρίτου
    Αιμοποιητικό και Λεμφικό Σύστημα
    Μη γνωστές
  • Λευκοπενία
    Αιμοποιητικό και Λεμφικό Σύστημα
    Μη γνωστές
  • Ηωσινοφιλία
    Αιμοποιητικό και Λεμφικό Σύστημα
    Μη γνωστές
  • Θρομβοπενική πορφύρα
    Αιμοποιητικό και Λεμφικό Σύστημα
    Μη γνωστές
  • Ακοκκιοκυτταραιμία
    Αιμοποιητικό και Λεμφικό Σύστημα
    Μη γνωστές
  • Πανκυττοπενία
    Αιμοποιητικό και Λεμφικό Σύστημα
    Μη γνωστές
  • Απλαστική αναιμία
    Αιμοποιητικό και Λεμφικό Σύστημα
    Μη γνωστές
  • Υποπλασία μυελού των οστών
    Αιμοποιητικό και Λεμφικό Σύστημα
    Μη γνωστές
  • Αναφυλαξία
    Ανοσοποιητικό Σύστημα
    Μη γνωστές
  • Δυσανεξία στη γλυκόζη
    Μεταβολισμός και Θρέψη
    Μη γνωστές
  • Υπονατριαιμία
    Μεταβολισμός και Θρέψη
    Μη γνωστές
  • Νευρικότητα
    Ψυχιατρικές Διαταραχές
    Μη γνωστές
  • Σύγχυση
    Ψυχιατρικές Διαταραχές
    Μη γνωστές
  • Κατάθλιψη
    Ψυχιατρικές Διαταραχές
    Μη γνωστές
  • Παραισθήσεις
    Ψυχιατρικές Διαταραχές
    Μη γνωστές
  • Άσηπτη μηνιγγίτιδα
    Νευρικό Σύστημα
    Μη γνωστές
  • Οπτική νευρίτιδα
    Νευρικό Σύστημα
    Μη γνωστές
  • Παραισθησία
    Νευρικό Σύστημα
    Μη γνωστές
  • Υπνηλία
    Νευρικό Σύστημα
    Μη γνωστές
  • Ζάλη
    Νευρικό Σύστημα
    Μη γνωστές
  • Κεφαλαλγία
    Νευρικό Σύστημα
    Μη γνωστές
  • Θαμπή όραση
    Νευρικό Σύστημα
    Μη γνωστές
  • Σπασμοί
    Νευρικό Σύστημα
    Μη γνωστές
  • Αϋπνία
    Νευρικό Σύστημα
    Μη γνωστές
  • Ερεθισμός των οφθαλμών
    Οφθαλμικές Διαταραχές
    Μη γνωστές
  • Αναστρέψιμη απώλεια της ικανότητας διακρίσεως των χρωμάτων
    Οφθαλμικές Διαταραχές
    Μη γνωστές
  • Ωταλγία
    Ωτός και Λαβυρίνθου
    Μη γνωστές
  • Εμβοές
    Ωτός και Λαβυρίνθου
    Μη γνωστές
  • Ίλιγγος
    Ωτός και Λαβυρίνθου
    Μη γνωστές
  • Αίσθημα παλμών
    Καρδιακές Διαταραχές
    Μη γνωστές
  • Οίδημα
    Καρδιακές Διαταραχές
    Μη γνωστές
  • Υπέρταση
    Καρδιακές Διαταραχές
    Μη γνωστές
  • Καρδιακή ανεπάρκεια
    Καρδιακές Διαταραχές
    Μη γνωστές
  • Θρομβωτικά αρτηριακά συμβάντα (έμφραγμα του μυοκαρδίου ή εγκεφαλικό επεισόδιο)
    Καρδιακές Διαταραχές
    Αυξημένος κίνδυνος
  • Υπόταση
    Αγγειακές Διαταραχές
    Μη γνωστές
  • Νεφρική ανεπάρκεια
    Νεφρών και Ουροφόρων οδών
    Μη γνωστές
  • Νέκρωση των θηλών
    Νεφρών και Ουροφόρων οδών
    Μη γνωστές
  • Αιματουρία
    Νεφρών και Ουροφόρων οδών
    Μη γνωστές
  • Δυσουρία
    Νεφρών και Ουροφόρων οδών
    Μη γνωστές
  • Αλλεργική σπειραματονεφρίτιδα
    Νεφρών και Ουροφόρων οδών
    Μη γνωστές
  • Οξεία διάμεση νεφροπάθεια
    Νεφρών και Ουροφόρων οδών
    Μη γνωστές
  • Πρωτεϊνουρία
    Νεφρών και Ουροφόρων οδών
    Μη γνωστές
  • Νεφρωσικό σύνδρομο
    Νεφρών και Ουροφόρων οδών
    Μη γνωστές
  • Άσθμα
    Αναπνευστικό Σύστημα, Θώρακας και Μεσοθωράκιο
    Μη γνωστές
  • Δύσπνοια
    Αναπνευστικό Σύστημα, Θώρακας και Μεσοθωράκιο
    Μη γνωστές
  • Αγγειοοίδημα
    Δέρμα και Υποδόριο Ιστό
    Μη γνωστές
  • Οίδημα λάρυγγα
    Δέρμα και Υποδόριο Ιστό
    Μη γνωστές
  • Σύνδρομο Stevens-Johnson
    Δέρμα και Υποδόριο Ιστό
    Μη γνωστές
  • Τοξική επιδερμική νεκρόλυση (σύνδρομο του Lyell)
    Δέρμα και Υποδόριο Ιστό
    Μη γνωστές
  • Πολύμορφο ερύθημα
    Δέρμα και Υποδόριο Ιστό
    Μη γνωστές
  • Εφίδρωση
    Δέρμα και Υποδόριο Ιστό
    Μη γνωστές
  • Κνησμός
    Δέρμα και Υποδόριο Ιστό
    Μη γνωστές
  • Κνίδωση
    Δέρμα και Υποδόριο Ιστό
    Μη γνωστές
  • Εξάνθημα
    Δέρμα και Υποδόριο Ιστό
    Μη γνωστές
  • Οίδημα προσώπου
    Δέρμα και Υποδόριο Ιστό
    Μη γνωστές
  • Κόπωση
    Γενικές διαταραχές
    Μη γνωστές
  • Δυσφορία
    Γενικές διαταραχές
    Μη γνωστές
  • Πολυοργανική ανεπάρκεια
    Γενικές διαταραχές
    Μη γνωστές
  • Πυρεξία
    Γενικές διαταραχές
    Μη γνωστές
  • Υποθερμία
    Παιδιατρικοί ασθενείς
    Μη γνωστές
pregnant_woman
SPC-RAFREDA

Κύηση / γαλουχία

Επίπεδο κινδύνου: Αντενδείκνυται expand_more
  • Κύηση
    Αντενδείκνυται
  • Γαλουχία
    Αποφεύγεται
neurology
DrugBank

Μηχανισμός δράσης

expand_more
Μηχανισμός δράσης: - Το μεφεναμικό οξύ δέχεται/δεσμεύει τα ένζυμα συνθετάσης προσταγλανδινών COX-1 και COX-2, εμποδίζοντας τη δράση της σύνθεσης προσταγλανδινών. - Καθώς αυτά τα ένζυμα διαδραματίζουν κύριο ρόλο στη φλεγμονή και/ή στη σηματοδότηση…
monitor_heart
SPC-RAFREDA

Φαρμακοδυναμική

expand_more
Το μεφαιναμικό οξύ είναι ένα μη στεροειδές αντιφλεγμονώδες φάρμακο με αποδεδειγμένη, σε πειραμόζωα, αντιφλεγμονώδη, αναλγητική και αντιπυρετική δράση. Δεν είναι ναρκωτικό. ΄Εχει διαπιστωθεί, μετά από πειράματα σε πρότυπα ζώων, ότι το μεφαιναμικό οξύ…
biotech
SPC-RAFREDA

Φαρμακοκινητική

expand_more

Απορρόφηση Απορροφάται γρήγορα και ικανοποιητικά από το γαστρεντερικό σωλήνα. Μετά από του στόματος χορήγηση 1 γραμμαρίου σε ενήλικες, η μέγιστη στάθμη του στο αίμα είναι 10mcg/ml και επιτυγχάνεται σε 1 έως 4 ώρες, με χρόνο ημιζωής 2 ώρες. Τα επίπεδα στο…

hub
PubChem

Μεταβολισμός

expand_more
Μεταβολισμός Το μεφαιναμικό οξύ υφίσταται μεταβολισμό από το CYP2C9 σε 3-υδροξυμεθυλο μεφαιναμικό οξύ, και ενδέχεται να συμβεί περαιτέρω οξείδωση σε 3-καρβοξυμεφαιναμικό οξύ. Η δραστηριότητα αυτών των μεταβολιτών δεν έχει μελετηθεί. Το μεφαιναμικό οξύ…
bloodtype
DrugBank

Απέκκριση

expand_more
Νεφρά/Ήπαρ

Σκευάσματα & Τιμολόγηση

Δεδομένα ΕΟΦ (04/2026)
Φόρτωση...

Μονογραφίες Πηγών

Αναλυτικό περιεχόμενο ανά πηγή για τεκμηρίωση και έλεγχο

medication

Δοσολογία

SPC-RAFREDA
expand_more

Οι ανεπιθύμητες ενέργειες μπορεί να ελαχιστοποιηθούν εφόσον χρησιμοποιούνται για την πλέον μικρή διάρκεια θεραπείας που απαιτείται για τον έλεγχο των συμπτωμάτων (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις).

  • Ενήλικες και παιδιά άνω των 14 ετών: Συνήθης δόση από το στόμα 500 mg (10 ml ή 2 κουταλάκια του γλυκού) 3 φορές την ημέρα, μετά τα γεύματα.
    • Δυσμηνόρροια: 500 mg (10 ml ή 2 κουταλάκια του γλυκού) 3 φορές την ημέρα. Η αρχική δόση να χορηγείται με το ξεκίνημα του πόνου της εμμηνόρυσης και να συνεχιστεί όσο διαρκούν τα συμπτώματα.
    • Μηνορραγία: 500 mg (10 ml ή 2 κουταλάκια του γλυκού) 3 φορές την ημέρα. Η αρχική δόση να χορηγείται με το ξεκίνημα της αιμορραγίας και των συσχετιζόμενων συμπτωμάτων και να συνεχιστεί όσο διαρκούν τα συμπτώματα.
  • Παιδιά βάρους άνω των 6 μηνών σαν αντιπυρετικό και για διάστημα έως και 7 ημέρες: 5 mg/kg Β.Σ. ή 0.1 ml/kg Β.Σ. κάθε 6 ώρες, μετά τα γεύματα. Για την χορήγηση της δόσης σε παιδιά θα πρέπει να χρησιμοποιείται η δοσομετρική σύριγγα που συμπεριλαμβάνεται στην συσκευασία.
block

Αντενδείξεις

SPC-RAFREDA
expand_more

ΑΝΤΕΝΔΕΙΞΕΙΣ

  • Σε ασθενείς με ενεργό πεπτικό έλκος ή ιστορικό πεπτικού έλκους, ή άλλες οργανικές παθήσεις του γαστρεντερικού όπως η ελκώδης κολίτις και η νόσος του Crohn ή με ιστορικό υποτροπιαζουσών αιμορραγιών.
  • Σε ασθενείς που έχουν εκδηλώσει ασθματική προσβολή, αλλεργική ρινίτιδα ή κνίδωση μετά από χρήση ακετυλοσαλικυλικού οξέος ή άλλων μη στεροειδών αντιφλεγμονωδών φαρμάκων.
  • Σε ασθενείς αλλεργικούς στο φάρμακο.
  • Στην κύηση και γαλουχία (η ασφάλειά του για τέτοια χρήση δεν έχει ακόμη διαπιστωθεί).
  • Σε παιδιά κάτω των 14 ετών δεν υπάρχει ακόμη μεγάλη εμπειρία, (εκτός της ένδειξής του σαν αντιπυρετικό για παιδιά από 6 μηνών και άνω και για διάστημα έως και 7 ημέρες).
  • Σε ασθενείς που λαμβάνουν ταυτόχρονα άλλα μη στεροειδή αντιφλεγμονώδη φάρμακα ή ακετυλοσαλικυλικό οξύ.
  • Σε ασθενείς με αιματολογική νόσο ή ηπατική ή νεφρική ανεπάρκεια.
  • Σε ασθενείς με επιληπτική νόσο.
  • Θεραπεία του περι-εγχειρητικού άλγους στα πλαίσια επέμβασης αορτοστεφανιαίας παράκαμψης με μόσχευμα.
  • Σε ασθενείς με βαριά καρδιακή ανεπάρκεια.
warning

Προειδοποιήσεις

SPC-RAFREDA
expand_more

ΕΙΔΙΚΕΣ ΠΡΟΕΙΔΟΠΟΙΗΣΕΙΣ

Οι ανεπιθύμητες ενέργειες μπορούν να ελαχιστοποιηθούν χρησιμοποιώντας την κατώτατη αποτελεσματική δόση για τη πλέον μικρή διάρκεια θεραπείας που απαιτείται για τον έλεγχο των συμπτωμάτων (βλέπε Δοσολογία και κινδύνους από το γαστρεντερικό και καρδιαγγειακό). Η ταυτόχρονη χρήση μεφαιναμικού οξέος και ΜΣΑΦ, περιλαμβανομένων των αναστολέων του COX-2, πρέπει να αποφεύγεται.

Το φάρμακο πρέπει να χορηγείται σε μειωμένη δόση:

  • Σε υπερήλικες και εξασθενημένα άτομα.
  • Σε ασθενείς με σημαντική έκπτωση της καρδιακής λειτουργίας
  • Σε ασθενείς με υπέρταση που λαμβάνουν διουρητικά
  • Σε ασθενείς με ηπατική δυσλειτουργία
  • Σε ασθενείς με Συστηματικό Ερυθηματώδη Λύκο.

Σε μακροχρόνια χορήγηση χρειάζεται κατά διαστήματα αιματολογικός και βιοχημικός έλεγχος του ασθενούς.

Να χορηγείται με προσοχή σε ασθενείς με ιστορικό αλλεργικού ή βρογχικού άσθματος καθώς επίσης και σε ασθενείς με λοίμωξη γιατί μπορεί να καλύψει τα συμπτώματα του πυρετού και της φλεγμονής.

Καρδιαγγειακές και αγγειακές εγκεφαλικές επιδράσεις

Απαιτείται η σωστή παρακολούθηση και η παροχή συμβουλών σε ασθενείς με ιστορικό υπέρτασης και /ή με ελαφρά έως μέτρια συμφορητική καρδιακή ανεπάρκεια καθώς έχει αναφερθεί κατακράτηση υγρών και οίδημα σε σχέση με θεραπεία με ΜΣΑΦ.

Δεδομένα από κλινικές δοκιμές και επιδημιολογικές μελέτες υποδεικνύουν ότι η χρήση μερικών ΜΣΑΦ (ιδιαίτερα σε υψηλές δόσεις και σε μακροχρόνιες θεραπείες) μπορεί να συσχετίζεται με μια μικρή αύξηση του κινδύνου για εμφάνιση θρομβωτικών αρτηριακών συμβάντων (για παράδειγμα έμφραγμα του μυοκαρδίου ή εγκεφαλικό επεισόδιο), τα οποία μπορεί να είναι θανατηφόρα. Οι ασθενείς με γνωστή καρδιαγγειακή νόσο βρίσκονται σε μεγαλύτερο κίνδυνο. Για να ελαχιστοποιηθεί ο δυνητικός κίνδυνος για καρδιαγγειακές ανεπιθύμητες ενέργειες, στους ασθενείς που λαμβάνουν μεφαιναμικό οξύ, θα πρέπει να χρησιμοποιείται η χαμηλότερη αποτελεσματική δόση για την πλέον μικρή διάρκεια θεραπείας. Οι ιατροί και οι ασθενείς θα πρέπει να είναι προετοιμασμένοι για την εμφάνιση τέτοιων ενεργειών, ακόμα και απουσία προηγούμενων καρδιαγγειακών συμπτωμάτων. Οι ασθενείς θα πρέπει να προειδοποιούνται σχετικά με τα σημεία και/ή συμπτώματα της σοβαρής καρδιαγγειακής τοξικότητας και σχετικά με το τι πρέπει να κάνουν σε περίπτωση που εμφανισθούν.

Ασθενείς με μη ρυθμισμένη υπέρταση, συμφορητική καρδιακή ανεπάρκεια, εγκατεστημένη ισχαιμική καρδιακή νόσο, περιφερική αρτηριακή νόσο, και/ή αγγειακή εγκεφαλική νόσο θα πρέπει να υποβληθούν σε θεραπεία με μεφαιναμικό οξύ μόνο μετά από προσεκτική θεώρηση του θέματος. Παρόμοια θεώρηση θα πρέπει να γίνεται πριν την έναρξη μεγαλύτερης διάρκειας θεραπείας σε ασθενείς με παράγοντες κινδύνου για εμφάνιση καρδιαγγειακής νόσου (π.χ. υπέρταση, υπερλιπιδαιμία, σακχαρώδης διαβήτης, κάπνισμα).

Υπέρταση

Όπως όλα τα ΜΣΑΦ, έτσι και το μεφαιναμικό οξύ μπορεί να οδηγήσει στην έναρξη νέας υπέρτασης ή στην επιδείνωση προϋπάρχουσας υπέρτασης, καθεμία από τις καταστάσεις αυτές μπορεί να συμβάλει στην αύξηση της συχνότητας εμφάνισης καρδιαγγειακών συμβαμάτων. Τα ΜΣΑΦ, περιλαμβανομένου του μεφαιναμικού οξέος, πρέπει να χρησιμοποιούνται με προσοχή σε ασθενείς με υπέρταση. Η αρτηριακή πίεση πρέπει να παρακολουθείται στενά κατά την έναρξη της θεραπείας με μεφαιναμικό οξύ και καθόλη τη διάρκεια της θεραπείας.

Κατακράτηση Υγρών και Οίδημα

Όπως και με άλλα φάρμακα που αναστέλλουν τη σύνθεση της προσταγλανδίνης, έχουν παρατηρηθεί κατακράτηση υγρών και οίδημα σε μερικούς ασθενείς που λαμβάνουν ΜΣΑΦ, περιλαμβανομένου και του μεφαιναμικού οξέος. Επομένως, το μεφαιναμικό οξύ πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή σε ασθενείς με κατεσταλμένη καρδιακή λειτουργία και άλλες καταστάσεις που προδιαθέτουν σε, ή επιδεινώνονται από την, κατακράτηση υγρών. Ασθενείς με προϋπάρχουσα συμφορητική καρδιακή ανεπάρκεια ή υπέρταση, πρέπει να παρακολουθούνται στενά.

Να χορηγείται με προσοχή σε ασθενείς με ιστορικό αλλεργικού ή βρογχικού άσθματος, καθώς επίσης και σε ασθενείς με λοίμωξη, γιατί μπορεί να καλύψει τα συμπτώματα του πυρετού και της φλεγμονής.

Γαστρεντερικές Επιδράσεις

Η χορήγηση του φαρμάκου πρέπει να διακόπτεται εάν εμφανιστεί διάρροια, ή γαστρεντερικά ενοχλήματα.

Τα ΜΣΑΦ, συμπεριλαμβανομένου του μεφαιναμικού οξέος, μπορεί να προκαλέσουν σοβαρές γαστρεντερικές ανεπιθύμητες ενέργειες, περιλαμβανομένων των: φλεγμονής, αιμορραγίας, εξέλκωσης και διάτρησης στομάχου, λεπτού εντέρου ή παχέος εντέρου, οι οποίες μπορεί να είναι και θανατηφόρες. Όταν παρουσιασθεί γαστρεντερική αιμορραγία ή εξέλκωση σε ασθενείς που λαμβάνουν μεφαιναμικό οξύ, πρέπει να διακοπεί η θεραπεία. Οι ασθενείς που διατρέχουν μεγαλύτερο κίνδυνο να εμφανίσουν τέτοιου είδους γαστρεντερικές επιπλοκές με τα ΜΣΑΦ είναι οι ηλικιωμένοι, οι ασθενείς με καρδιαγγειακή νόσο, οι ασθενείς που χρησιμοποιούν ταυτόχρονα ακετυλοσαλικυλικό οξύ ή οι ασθενείς με προηγούμενο ιστορικό ή με ενεργή γαστρεντερική νόσο, όπως εξέλκωση, γαστρεντερική αιμορραγία ή φλεγμονώδεις καταστάσεις. Επομένως, το μεφαιναμικό οξύ πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή σε αυτούς τους ασθενείς (βλ. Αντενδείξεις).

Η λήψη με τροφή ή γάλα και η σύγχρονη χορήγηση αντιόξινων, ή Η αναστολέων ή μισοπροστόλης ή αναστολέων της αντλίας πρωτονίων, ιδίως στους ηλικιωμένους ασθενείς μειώνει τον κίνδυνο των εκ του στομάχου ανεπιθύμητων ενεργειών.

Δερματικές Αντιδράσεις

Σοβαρές δερματικές αντιδράσεις, μερικές από τις οποίες είχαν ως αποτέλεσμα το θάνατο, που περιλαμβάνουν την αποφολιδωτική δερματίτιδα, το σύνδρομο Stevens-Johnson και την τοξική επιδερμική νεκρόλυση, έχουν αναφερθεί πολύ σπάνια σε σχέση με τη χρήση των ΜΣΑΦ, συμπεριλαμβανομένου του μεφαιναμικό οξεός. Οι ασθενείς φαίνεται να διατρέχουν υψηλότερο κίνδυνο για αυτά τα συμβάματα κατά τα πρώτα στάδια της θεραπείας, με την έναρξη του συμβάματος να παρουσιάζεται στην πλειονότητα των περιπτώσεων εντός του πρώτου μήνα της θεραπείας. Το μεφαιναμικό οξύ πρέπει να διακόπτεται με την πρώτη εμφάνιση δερματικού εξανθήματος, βλάβης του βλεννογόνου ή κάποιο άλλο σημείο υπερευαισθησίας.

Εργαστηριακές εξετάσεις

Μία ψευδώς θετική αντίδραση για χολή στα ούρα μπορεί να προκύψει με τη χρήση της δοκιμασίας του διάζο δισκίου, μετά από χορήγηση μεφαιναμικού οξέος. Εάν υπάρχει υποψία χολουρίας θα πρέπει να πραγματοποιούνται άλλες διαγνωστικές μέθοδοι όπως η δοκιμασία κηλίδας Harrison.

Νεφρικές Επιδράσεις

Σε σπάνιες περιπτώσεις, τα ΜΣΑΦ, συμπεριλαμβανομένου του μεφαιναμικού οξέος, μπορεί να προκαλέσουν διάμεση νεφρίτιδα των ουροφόρων, σπειραματίτιδα, θηλοειδική νέκρωση και νεφρωσικό σύνδρομο. Τα ΜΣΑΦ αναστέλλουν τη σύνθεση των νεφρικών πρoσταγλανδινών, οι οποίες υποβοηθούν τη διατήρηση της αιμάτωσης, των νεφρών σε ασθενείς στoυς oπoίoυς η νεφρική ροή αίματος και o όγκος του αίματος έχουν μειωθεί. Στους ασθενείς αυτούς, η χορήγηση ΜΣΑΦ μπορεί να προκαλέσει έκδηλη νεφρική δυσλειτουργία, την oπoία κατά κανόνα ακoλoυθεί αποκατάσταση στην προ της θεραπείας κατάσταση, μετά τη διακοπή της χορήγησης ΜΣΑΦ. Ασθενείς με αυξημένο κίνδυνο πρόκλησης της παραπάνω παθολογικής αντίδρασης, είναι αυτοί που παρουσιάζουν συμφορητική καρδιακή ανεπάρκεια, κίρρωση του ήπατος, νεφρωσικό σύνδρομο, εμφανή νεφροπάθεια και οι ηλικιωμένοι. Οι ασθενείς αυτοί πρέπει να παρακολουθούνται με προσοχή κατά τη διάρκεια της λήψεως ΜΣΑΦ. Η διακοπή της χορήγησης του ΜΣΑΦ συνήθως επαναφέρει την νεφρική λειτουργία στην προηγούμενη κατάσταση. Επειδή οι μεταβολίτες του μεφαιναμικού οξέος απεκκρίνονται κυρίως από τους νεφρούς το φάρμακο δεν θα πρέπει να χορηγείται σε ασθενείς με σημαντικά μειωμένη νεφρική λειτουργία.

Αιματολογικές Επιδράσεις

Το μεφαιναμικό οξύ μπορεί να εμποδίσει την συσσώρευση των αιμοπεταλίων και να επιμηκύνει τον χρόνο προθρομβίνης σε ασθενείς που λαμβάνουν αντιπηκτικά.

Ηπατικές Επιδράσεις

Είναι δυνατόν να εμφανισθεί διαταραχή μιας ή περισσοτέρων εξετάσεων της ηπατικής λειτουργίας, η οποία μπορεί να είναι παροδική ή να επιδεινωθεί με την συνέχιση της λήψεως του μεφαιναμικού οξέος. Ασθενείς με συμπτώματα ή σημεία ηπατικής δυσλειτουργίας ή σ’ αυτούς που παρουσιάζεται διαταραχή της ηπατικής λειτουργίας πρέπει να παρακολουθούνται για τυχόν επιδείνωση της ηπατικής λειτουργίας. Εάν η διαταραχή της ηπατικής λειτουργίας επιμένει ή επιδεινώνεται, εάν εμφανισθούν συμπτώματα ή σημεία ηπατικής δυσλειτουργίας ή άλλες συστηματικές εκδηλώσεις η λήψη του μεφαιναμικού οξέος πρέπει να διακοπεί.

Επιληψία

Να χορηγείται με προσοχή σε επιληπτικούς ασθενείς.

Προφυλάξεις που σχετίζονται με τη γονιμότητα

Η χρήση του μεφαιναμικού οξέος μπορεί να επηρεάσει τη γονιμότητα στις γυναίκες και δε συνιστάται η χρήση του σε γυναίκες που προσπαθούν να συλλάβουν. Θα πρέπει να εξετάζεται η διακοπή του μεφαιναμικού οξέος σε γυναίκες που δυσκολεύονται να συλλάβουν ή βρίσκονται υπό διερεύνηση στειρότητας.

swap_horiz

Αλληλεπιδράσεις

SPC-RAFREDA
expand_more
  • Το φάρμακο, όπως και τα υπόλοιπα μη στεροειδή αντιφλεγμονώδη, συνδέεται σε μεγάλο ποσοστό με τις λευκωματίνες του ορού και υπάρχει η πιθανότητα να εκτοπίσει απ΄αυτές άλλα φάρμακα, που έχουν την ίδια ή μικρότερη ικανότητα σύνδεσης, αυξάνοντας έτσι τη δραστικότητά τους. Γι΄αυτό χρειάζεται προσοχή όταν χορηγείται ταυτόχρονα, ιδιαίτερα σε μεγάλες δόσεις, με κουμαρινικού τύπου αντιπηκτικά (Βαρφαρίνη), Σουλφονυλουρίες, Υδαντοΐνες ή Σουλφοναμίδια.
  • Μελέτες σε πειραματόζωα έδειξαν ότι η ταυτόχρονη χορήγηση ακετυλοσαλικυλικού οξέος και μη στεροειδών αντιφλεγμονωδών φαρμάκων προκαλεί πτώση του επιπέδου στο πλάσμα και της δραστικότητας των τελευταίων. Επειδή ο συνδυασμός αυτός δεν έχει αποδειχθεί ότι προσφέρει θεραπευτικά πλεονεκτήματα δεν χρησιμοποιείται.
  • Αντιυπερτασικά, περιλαμβανομένων των διουρητικών, των αναστολέων του μετατρεπτικού ενζύμου της αγγειοτενσίνης (ΜΕΑ) και των ανταγωνιστών της αγγειοτενσίνης ΙΙ (ΑΙΙΑ): Τα ΜΣΑΦ μπορεί να μειώσουν την αποτελεσματικότητα των διουρητικών και άλλων αντιυπερτασικών φαρμάκων. Σε ασθενείς με επηρεασμένη νεφρική λειτουργία (π.χ. αφυδατωμένους ασθενείς ή ηλικιωμένους ασθενείς με κατεσταλμένη νεφρική λειτουργία), η συγχορήγηση ενός αναστολέα του ΜΕΑ ή ενός ΑΙΙΑ μαζί με έναν αναστολέα της κυκλοοξυγενάσης μπορεί να επιδεινώσει περισσότερο τη νεφρική λειτουργία, περιλαμβανομένης της πιθανότητας οξείας νεφρικής ανεπάρκειας, η οποία είναι συνήθως αναστρέψιμη και τον κίνδυνο της υπερκαλιαιμίας. Σε ασθενείς που λαμβάνουν μεφαιναμικό οξύ μαζί με έναν αναστολέα του ΜΕΑ ή έναν ΑΙΙΑ, πρέπει να λαμβάνεται υπόψη το ενδεχόμενο εμφάνισης αυτών των αλληλεπιδράσεων. Επομένως, η συγχορήγηση αυτών των φαρμάκων πρέπει να γίνεται με προσοχή, ιδιαίτερα στους ηλικιωμένους ασθενείς. Οι ασθενείς πρέπει να είναι επαρκώς ενυδατωμένοι και πρέπει να αξιολογείται η ανάγκη παρακολούθησης της νεφρικής λειτουργίας κατά την έναρξη της συγχορηγούμενης θεραπείας και, κατόπιν, σε τακτά διαστήματα
  • Άλλα αναλγητικά συμπεριλαμβανομένων των εκλεκτικών αναστολέων της κυκλοοξυγενάσης: Συνιστάται η αποφυγή της συγχορήγησης δύο ή περισσότερων ΜΣΑΦ (συμπεριλαμβανομένης της ασπιρίνης) καθώς μπορεί να αυξηθεί ο κίνδυνος ανεπιθύμητων ενεργειών.
  • Αντικαταθλιπτικά: Οι εκλεκτικοί αναστολείς επαναπρόσληψης σεροτονίνης (SSRIs) αυξάνουν τον κίνδυνο γαστρεντερικής αιμορραγίας.
  • Αμινογλυκοσίδες: μείωση της νεφρικής λειτουργίας σε ευπαθή άτομα, μειωμένη απομάκρυνση των αμινογλυκοσιδών και αυξημένες συγκεντρώσεις στο πλάσμα.
  • Αντιαιμοπεταλιακοί παράγοντες: αυξάνεται ο κίνδυνος γαστρεντερικής εξέλκωσης ή αιμορραγίας.
  • Προβενεσίδη: Μείωση μεταβολισμού και απομάκρυνσης των ΜΣΑΦ και μεταβολιτών.
  • Ζιδοβουδίνη: αυξημένος κίνδυνος αιματολογικής τοξικότητας όταν τα ΜΣΑΦ χορηγούνται με ζιδοβουδίνη. Υπάρχουν ενδείξεις αυξημένου κινδύνου αιμάθρωσης και αιματώματος σε HIV (+) αιμορροφιλικούς που λαμβάνουν θεραπεία με ζιδοβουδίνη και ιβουπροφαίνη παράλληλα.
  • Με τις κινολόνες πιθανόν να αυξάνει ο κίνδυνος εμφανίσεως σπασμών.
  • Ανταγωνίζεται την αντιυπερτασική δράση των αντιυπερτασικών φαρμάκων
  • Μπορεί να αυξήσει τα επίπεδα των καρδιοτονωτικών γλυκοσιδών στο πλάσμα.
  • Μεθοτρεξάτη: Συνιστάται προσοχή όταν η μεθοτρεξάτη χορηγείται συγχρόνως με ΜΣΑΦ, περιλαμβανομένου του μεφαιναμικού οξέος, καθώς η χορήγηση ΜΣΑΦ μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα την αύξηση των επιπέδων μεθοτρεξάτης στο πλάσμα, αυξάνοντας τον κίνδυνο της τοξικής δράσης της
  • Κυκλοσπορίνη: Λόγω της επίδρασής τους στις νεφρικές προσταγλανδίνες, οι αναστολείς της κυκλοοξυγενάσης, όπως η δικλοφενάκη, μπορεί μαζί με την κυκλοσπορίνη να αυξήσουν τον κίνδυνο νεφροτοξικότητας.
  • Τακρόλιμους: Πιθανώς αυξημένος κίνδυνος νεφροτοξικότητας όταν χορηγούνται ΜΣΑΦ μαζί με τακρόλιμους
  • Με διουρητικά αυξάνει ο κίνδυνος της νεφροτοξικότητας.
  • Μειώνει την απέκκριση και αυξάνει τον κίνδυνο τοξικότητας του λιθίου.
  • Να μη χορηγείται συγχρόνως και για 12 ημέρες μετά την λήψη μιφεπριστόνης.
  • Κορτικοστεροειδή: Αυξημένος κίνδυνος γαστρεντερικής εξέλκωσης ή αιμορραγίας
  • Με τα αλκοολούχα ποτά αυξάνει ο κίνδυνος ανεπιθύμητων ενεργειών από το γαστρεντερικό
  • Ψευδώς θετική αντίδραση για το ουροχολινογόνο και τα χολικά άλατα στα ούρα είναι δυνατόν να παρουσιασθεί μετά από χορήγηση Μεφεναμικού οξέος.
  • Υπογλυκαιμικοί παράγοντες: Υπάρχουν αναφορές για μεταβολές στην επίδραση των από του στόματος υπογλυκαιμικών παραγόντων παρουσία ΜΣΑΦ. Επομένως, το μεφαιναμικό οξύ πρέπει να χορηγείται με προσοχή σε ασθενείς που λαμβάνουν ινσουλίνη ή από του στόματος υπογλυκαιμικούς παράγοντες.
sick

Ανεπιθύμητες ενέργειες

SPC-RAFREDA
expand_more

Διαταραχές του γαστρεντερικού

Οι πιο συχνές ανεπιθύμητες ενέργειες του μεφαιναμικού οξέος εμφανίζονται στο γαστρεντερικό σωλήνα (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις). Η διάρροια είναι η πιο συχνή ανεπιθύμητη ενέργεια και συνήθως είναι δοσοεξαρτώμενη. Γενικώς υποχωρεί με την μείωση της δόσης και παύει με την διακοπή της λήψεως. Συχνές επίσης είναι η ναυτία με ή χωρίς έμετο και το κοιλιακό άλγος. Γαστρεντερικές/ήπατος-χοληφόρων ανεπιθύμητες ενέργειες συμπεριλαμβάνουν: ανορεξία, αίσθημα καύσου, μετεωρισμός, εντεροκολίτις, κολίτις, επιδείνωση της νόσου του Crohn, στεατόρροια, χολοστατικός ίκτερος, ηπατίτις, παγκρεατίτις, ήπια ηπατική τοξικότητα, ηπατονεφρικό σύνδρομο, διαταραχή της ηπατικής λειτουργίας, δυσκοιλιότητα, αιμορραγική γαστρίτις, πεπτικό έλκος με ή χωρίς γαστρορραγία.

Διαταραχές του Αιμοποιητικού και του Λεμφικού Συστήματος

Αυτοάνοση αιμολυτική αναιμία (μετά από μακρά λήψη, υποχωρεί με τη διακοπή), πτώση του αιματοκρίτου, λευκοπενία, ηωσινοφιλία, θρομβοπενική πορφύρα, ακοκκιοκυτταραιμία, πανκυττοπενία, απλαστική αναιμία και υποπλασία μυελού των οστών.

Διαταραχές του Ανοσοποιητικού Συστήματος

Αναφυλαξία.

Διαταραχές του Μεταβολισμού και της Θρέψης

Δυσανεξία στη γλυκόζη σε διαβητικούς ασθενείς, υπονατριαιμία.

Ψυχιατρικές Διαταραχές

Νευρικότητα, σύγχυση, κατάθλιψη, παραισθήσεις.

Διαταραχές του Νευρικού Συστήματος

Άσηπτη μηνιγγίτιδα (ειδικά σε ασθενείς με αυτοάνοσες διαταραχές όπως συστηματικό ερυθηματώδη λύκο, μικτή νόσο του συνδετικού ιστού) με συμπτώματα όπως αυχενική δυσκαμψία, κεφαλαλγία, ναυτία, έμετο, πυρετό ή αποπροσανατολισμό. Οπτική νευρίτιδα, παραισθησία, υπνηλία, ζάλη, κεφαλαλγία, θαμπή όραση, σπασμοί και αϋπνία.

Οφθαλμικές Διαταραχές

Ερεθισμός των οφθαλμών, αναστρέψιμη απώλεια της ικανότητας διακρίσεως των χρωμάτων.

Διαταραχές του Ωτός και του Λαβυρίνθου

Ωταλγία, εμβοές, ίλιγγος.

Καρδιακές Διαταραχές

Αίσθημα παλμών, οίδημα, υπέρταση και καρδιακή ανεπάρκεια έχουν αναφερθεί σε σχέση με τη θεραπεία με ΜΣΑΦ. Δεδομένα από κλινικές δοκιμές και επιδημιολογικές μελέτες, υποδεικνύουν ότι η χρήση κάποιων ΜΣΑΦ (ιδιαίτερα σε υψηλές δόσεις και σε μακροχρόνιες θεραπείες) μπορεί να συσχετίζεται με αυξημένο κίνδυνο για εμφάνιση θρομβωτικών αρτηριακών συμβάντων (π.χ. έμφραγμα του μυοκαρδίου ή εγκεφαλικό επεισόδιο -βλέπε Ειδικές προειδοποιήσεις).

Αγγειακές Διαταραχές

Υπόταση.

Διαταραχές των Νεφρών και των Ουροφόρων οδών

Νεφρική ανεπάρκεια περιλαμβανομένης της νέκρωσης των θηλών, αιματουρία, δυσουρία, αλλεργική σπειραματονεφρίτιδα, οξεία διάμεση νεφροπάθεια, πρωτεϊνουρία, νεφρωσικό σύνδρομο.

Διαταραχές του Αναπνευστικού Συστήματος, του Θώρακα και του Μεσοθωρακίου

Άσθμα, δύσπνοια.

Διαταραχές του Δέρματος και του Υποδόριου Ιστού

Αγγειοοίδημα, οίδημα λάρυγγα, σύνδρομο Stevens -Johnson, τοξική επιδερμική νεκρόλυση (σύνδρομο του Lyell), πολύμορφο ερύθημα, εφίδρωση, κνησμός, κνίδωση, εξάνθημα, οίδημα προσώπου.

Γενικές διαταραχές

Κόπωση, δυσφορία, πολυοργανική ανεπάρκεια, πυρεξία.

Παιδιατρικοί ασθενείς

Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης: υποθερμία.

pregnant_woman

Κύηση / γαλουχία

SPC-RAFREDA
expand_more

Χρήση κατά την κύηση Επειδή δεν υπάρχουν επαρκή στοιχεία και καλώς ελεγχόμενες μελέτες σε εγκύους, το φάρμακο δεν πρέπει να χορηγείται κατά την κύηση. Δεν είναι γνωστό αν το μεφαιναμικό οξύ ή οι μεταβολίτες του διαπερνούν τον πλακούντα. Εξαιτίας των συνεπειών των φαρμάκων αυτής της κατηγορίας (αναστολείς της σύνθεσης προσταγλανδίνης) στο καρδιαγγειακό σύστημα του εμβρύου (π.χ. πρώιμη σύγκλειση του αρτηριακού πόρου), η χρήση του μεφαιναμικού οξέος αντενδείκνυται κατά την κύηση. Το μεφαιναμικό οξύ αναστέλλει τη σύνθεση προσταγλανδίνης, με πιθανό αποτέλεσμα την παράταση της κύησης και την παρέμβαση στον τοκετό, όταν χορηγείται σε προχωρημένο στάδιο της κύησης. Οι γυναίκες που λαμβάνουν θεραπεία με μεφαιναμικό οξύ θα πρέπει να συμβουλευτούν το γιατρό τους αν αποφασίσουν να μείνουν έγκυες. (βλ. παράγραφο 4.4)

Χρήση κατά τη γαλουχία Ελάχιστες ποσότητες μεφαιναμικού οξέος μπορεί να ανευρεθούν στο μητρικό γάλα και να μεταβιβασθούν στο νεογνό. Επομένως το μεφαιναμικό οξύ δεν πρέπει να λαμβάνεται από γυναίκες σε γαλουχία.

monitor_heart

Φαρμακοδυναμική

SPC-RAFREDA
expand_more
Το μεφαιναμικό οξύ είναι ένα μη στεροειδές αντιφλεγμονώδες φάρμακο με αποδεδειγμένη, σε πειραμόζωα, αντιφλεγμονώδη, αναλγητική και αντιπυρετική δράση. Δεν είναι ναρκωτικό. ΄Εχει διαπιστωθεί, μετά από πειράματα σε πρότυπα ζώων, ότι το μεφαιναμικό οξύ αναστέλλει τη σύνθεση των προσταγλανδινών, ενώ φαίνεται ότι δεσμεύει και τους υποδοχείς τους.
biotech

Φαρμακοκινητική

SPC-RAFREDA
expand_more

Απορρόφηση

Απορροφάται γρήγορα και ικανοποιητικά από το γαστρεντερικό σωλήνα. Μετά από του στόματος χορήγηση 1 γραμμαρίου σε ενήλικες, η μέγιστη στάθμη του στο αίμα είναι 10mcg/ml και επιτυγχάνεται σε 1 έως 4 ώρες, με χρόνο ημιζωής 2 ώρες. Τα επίπεδα στο αίμα, μετά από πολλαπλή χορήγηση, είναι ανάλογα της δόσης, χωρίς να παρατηρείται συσσώρευση του φαρμάκου. Η λήψη ενός γραμμαρίου μεφαιναμικού οξέος, σε 4 δόσεις ημερησίως, επιτυγχάνει μέγιστα επίπεδα στο αίμα, της τάξης των 20mcg/ml, έως τη δεύτερη μέρα της χορήγησης.

Μεταβολισμός

Μεταβολίζεται με βιομετατροπή στο ήπαρ, κυρίως μέσω του κυτοχρώματος P450 CYP 2C9, προς δύο διαφορετικά μεταβολικά προϊόντα: α) 3-υδροξυ-μεθυλο-παράγωγο (ΜΕΤΑΒΟΛΙΤΗΣ Ι) και β) 3-καρβοξυλο-παράγωγο (ΜΕΤΑΒΟΛΙΤΗΣ ΙΙ). Στους ασθενείς για τους οποίους είναι γνωστό ή υπάρχει υποψία ότι το CYP 2C9 έχει μειωμένη μεταβολική δραστικότητα, βάσει ιστορικού/ προηγούμενης εμπειρίας με άλλα υποστρώματα του CYP 2C9, η χορήγηση μεφαιναμικού οξέος πρέπει να γίνεται με προσοχή, καθώς ενδέχεται να εμφανίσουν μη φυσιολογικά υψηλά επίπεδα στο πλάσμα, λόγω μειωμένης μεταβολικής κάθαρσης.

Κατανομή

Οι μεταβολίτες δεσμεύονται σε μεγάλο βαθμό από τις πρωτεΐνες του πλάσματος, δεν παρουσιάζουν φαρμακολογική δράση, μετασχηματίζονται σε γλυκουρονίδια, εστεροποιούνται και απεκκρίνονται.

Απέκκριση

Μετά από εφ’ άπαξ από του στόματος χορήγηση το 52-67% της δόσεως επανακτήθηκε στα ούρα ως αμετάβλητο φάρμακο ή ως δύο μεταβολίτες. Στα κόπρανα ανακτήθηκαν εντός τριημέρου το 20-25% της δόσεως, κυρίως ως ασύνδετος μεταβολίτης ΙΙ. Η μεγαλύτερη ποσότητα του φαρμάκου απεκκρίνεται με τη μορφή γλυκουρονιδίων των μεταβολιτών του, ιδιαίτερα του μεταβολίτη Ι (25%). Ελάχιστη ποσότητα απεκκρίνεται ως αμιγές μητρικό φάρμακο και το 6% περίπου της αρχικής δόσης με τη μορφή του γλυκουρονιδίου του. Τα μεγαλύτερα ποσοστά απέκκρισης παρατηρούνται για μεν το μεφαιναμικό οξύ 2-4 ώρες μετά τη χορήγηση της δόσης, για δε τους μεταβολίτες, 4-8 ώρες για το μεταβολίτη I και 2-12 ώρες για το μεταβολίτη ΙΙ.

query_stats Κρίσιμα Στοιχεία

Ημίσεια ζωή

2 ώρες
DrugBank

Δέσμευση πρωτεϊνών

90%
DrugBank

Απέκκριση

Νεφρά/Ήπαρ
DrugBank
science

Scientific Profile

CID
4044
Μοριακός τύπος
C15H15NO2
Μοριακό βάρος
241.28
IUPAC
2-(2,3-dimethylanilino)benzoic acid
InChIKey
HYYBABOKPJLUIN-UHFFFAOYSA-N
Κατάταξη MeSH

Ταξινόμηση MeSH

Μη στεροειδή αντιφλεγμονώδη φάρμακα. Εκτός από τις αντιφλεγμονώδεις δράσεις, έχουν αναλγητικές, αντιπυρετικές και αντιαιμοπεταλιακές δράσεις. Δρουν αναστέλλοντας τη σύνθεση των προσταγλανδινών αναστέλλοντας την κυκλοοξυγενάση, η οποία μετατρέπει το αραχιδονικό οξύ σε κυκλικούς ενδοϋπεροξείδες, πρόδρομους των προσταγλανδινών. Η αναστολή της σύνθεσης προσταγλανδινών εξηγεί τις αναλγητικές, αντιπυρετικές και αντιαιμοπεταλιακές τους δράσεις· άλλοι μηχανισμοί μπορεί να συμβάλλουν στις αντιφλεγμονώδεις επιδράσεις τους.

Ενώσεις ή παράγοντες που συνδυάζονται με την κυκλοοξυγενάση (ΠΡΟΣΤΑΓΛΑΝΔΙΝΗ-ΕΝΔΟΠΕΡΟΞΕΙΔΗ ΣΥΝΘΕΤΑΖΕΣ) και έτσι εμποδίζουν τον συνδυασμό του υποστρώματός τους-ενζύμου με το αραχιδονικό οξύ και τον σχηματισμό εικοσανοειδών, προσταγλανδινών και θρομβοξανών.

Σχετικά Εργαλεία