MEFENAMIC ACID
Μεφαιναμικό οξύ
Tα φάρμακα της ομάδας αυτής, ονομαζόμενα και φαιναμάτες, είναι παράγωγα του φαινυλανθρανιλικού οξέος. Έχουν κυρίως αναλγητική δράση, αντιπυρετική και λιγότερο αντιφλεγμονώδη. Για άγνωστους λόγους προκαλούν διάρροιες σε ποσοστό 15% και γι' αυτό δεν συνιστάται η μακρόχρονια …
Κλινική Σύνοψη
Προτεραιότητα πηγών: SPC, ΕΟΦ, DrugBank
clinical_notes
ΕΟΦ
Ενδείξεις
expand_more
Ενδείξεις
medication
SPC-RAFREDA
Δοσολογία
expand_more
Δοσολογία
- Οδός: από το στόμα
- Χορήγηση: μετά τα γεύματα
- Δόση έναρξης: 500 mg
- Τιτλοποίηση: [αδύνατη ανάγνωση]
-
Ενήλικες και παιδιά άνω των 14 ετώνΔόση500 mg (10 ml ή 2 κουταλάκια του γλυκού) 3 φορές την ημέραΗ αρχική δόση να χορηγείται με το ξεκίνημα του πόνου της εμμηνόρυσης και να συνεχιστεί όσο διαρκούν τα συμπτώματα (Δυσμηνόρροια). Η αρχική δόση να χορηγείται με το ξεκίνημα της αιμορραγίας και των συσχετιζόμενων συμπτωμάτων και να συνεχιστεί όσο διαρκούν τα συμπτώματα (Μηνορραγία).
-
Παιδιά βάρους άνω των 6 μηνώνΔόση5 mg/kg Β.Σ. ή 0.1 ml/kg Β.Σ. κάθε 6 ώρεςΑντιπυρετικό και για διάστημα έως και 7 ημέρες. Για την χορήγηση της δόσης σε παιδιά θα πρέπει να χρησιμοποιείται η δοσομετρική σύριγγα που συμπεριλαμβάνεται στην συσκευασία.
block
SPC-RAFREDA
Αντενδείξεις
expand_more
Αντενδείξεις
-
Ενεργό πεπτικό έλκος ή ιστορικό πεπτικού έλκους, ή άλλες οργανικές παθήσεις του γαστρεντερικού όπως η ελκώδης κολίτις και η νόσος του Crohn ή με ιστορικό υποτροπιαζουσών αιμορραγιών
-
Εκδήλωση ασθματικής προσβολής, αλλεργικής ρινίτιδας ή κνίδωσης μετά από χρήση ακετυλοσαλικυλικού οξέος ή άλλων μη στεροειδών αντιφλεγμονωδών φαρμάκων
-
Αλλεργία στο φάρμακο
-
Κύηση και γαλουχία
-
Παιδιά κάτω των 14 ετών (εκτός της ένδειξής του σαν αντιπυρετικό για παιδιά από 6 μηνών και άνω και για διάστημα έως και 7 ημέρες)
-
Ταυτόχρονη λήψη άλλων μη στεροειδών αντιφλεγμονωδών φαρμάκων ή ακετυλοσαλικυλικού οξέος
-
Αιματολογική νόσος ή ηπατική ή νεφρική ανεπάρκεια
-
Επιληπτική νόσος
-
Θεραπεία του περι-εγχειρητικού άλγους στα πλαίσια επέμβασης αορτοστεφανιαίας παράκαμψης με μόσχευμα
-
Βαριά καρδιακή ανεπάρκεια
warning
SPC-RAFREDA
Προειδοποιήσεις
expand_more
Προειδοποιήσεις
-
Γενικά
-
Αλληλεπίδραση με άλλα ΜΣΑΦ
-
Μειωμένη δόσηΠληθυσμόςυπερήλικες και εξασθενημένα άτομα
-
Μειωμένη δόσηΠληθυσμόςασθενείς με σημαντική έκπτωση της καρδιακής λειτουργίας
-
Μειωμένη δόσηΠληθυσμόςασθενείς με υπέρταση που λαμβάνουν διουρητικά
-
Μειωμένη δόσηΠληθυσμόςασθενείς με ηπατική δυσλειτουργία
-
Μειωμένη δόσηΠληθυσμόςασθενείς με Συστηματικό Ερυθηματώδη Λύκο
-
Παρακολούθηση κατά τη μακροχρόνια χορήγησηαπαιτείται κατά διαστήματα αιματολογικός και βιοχημικός έλεγχος του ασθενούς
-
ΓενικάΠληθυσμόςασθενείς με ιστορικό αλλεργικού ή βρογχικού άσθματος ή λοίμωξη
-
Καρδιαγγειακές και αγγειακές εγκεφαλικές επιδράσειςΠληθυσμόςασθενείς με ιστορικό υπέρτασης και /ή με ελαφρά έως μέτρια συμφορητική καρδιακή ανεπάρκεια
-
Καρδιαγγειακές και αγγειακές εγκεφαλικές επιδράσειςΠληθυσμόςασθενείς με γνωστή καρδιαγγειακή νόσο
-
Καρδιαγγειακές και αγγειακές εγκεφαλικές επιδράσειςΠληθυσμόςασθενείς με μη ρυθμισμένη υπέρταση, συμφορητική καρδιακή ανεπάρκεια, εγκατεστημένη ισχαιμική καρδιακή νόσο, περιφερική αρτηριακή νόσο, και/ή αγγειακή εγκεφαλική νόσο
-
Καρδιαγγειακές και αγγειακές εγκεφαλικές επιδράσειςΠληθυσμόςασθενείς με παράγοντες κινδύνου για εμφάνιση καρδιαγγειακής νόσου (π.χ. υπέρταση, υπερλιπιδαιμία, σακχαρώδης διαβήτης, κάπνισμα)
-
Υπέρτασηη αρτηριακή πίεση πρέπει να παρακολουθείται στενά κατά την έναρξη της θεραπείας και καθόλη τη διάρκεια της θεραπείας
-
Κατακράτηση Υγρών και ΟίδημαΠληθυσμόςασθενείς με κατεσταλμένη καρδιακή λειτουργία και άλλες καταστάσεις που προδιαθέτουν σε, ή επιδεινώνονται από την, κατακράτηση υγρών
-
Κατακράτηση Υγρών και ΟίδημαΠληθυσμόςΑσθενείς με προϋπάρχουσα συμφορητική καρδιακή ανεπάρκεια ή υπέρταση
-
Γαστρεντερικές ΕπιδράσειςΗ χορήγηση του φαρμάκου πρέπει να διακόπτεται εάν εμφανιστεί διάρροια, ή γαστρεντερικά ενοχλήματα
-
Γαστρεντερικές ΕπιδράσειςΌταν παρουσιασθεί γαστρεντερική αιμορραγία ή εξέλκωση σε ασθενείς που λαμβάνουν μεφαιναμικό οξύ, πρέπει να διακοπεί η θεραπεία
-
Γαστρεντερικές ΕπιδράσειςΠληθυσμόςηλικιωμένοι, ασθενείς με καρδιαγγειακή νόσο, ασθενείς που χρησιμοποιούν ταυτόχρονα ακετυλοσαλικυλικό οξύ ή ασθενείς με προηγούμενο ιστορικό ή με ενεργή γαστρεντερική νόσο, όπως εξέλκωση, γαστρεντερική αιμορραγία ή φλεγμονώδεις καταστάσεις
-
Δερματικές ΑντιδράσειςΤο μεφαιναμικό οξύ πρέπει να διακόπτεται με την πρώτη εμφάνιση δερματικού εξανθήματος, βλάβης του βλεννογόνου ή κάποιο άλλο σημείο υπερευαισθησίας
-
Νεφρικές ΕπιδράσειςΠληθυσμόςασθενείς με αυξημένο κίνδυνο πρόκλησης παθολογικής αντίδρασης (συμφορητική καρδιακή ανεπάρκεια, κίρρωση του ήπατος, νεφρωσικό σύνδρομο, εμφανή νεφροπάθεια και οι ηλικιωμένοι)
-
Νεφρικές ΕπιδράσειςΠληθυσμόςασθενείς με σημαντικά μειωμένη νεφρική λειτουργία
-
Αιματολογικές Επιδράσειςμπορεί να εμποδίσει την συσσώρευση των αιμοπεταλίων και να επιμηκύνει τον χρόνο προθρομβίνης σε ασθενείς που λαμβάνουν αντιπηκτικά
-
Ηπατικές ΕπιδράσειςΕάν η διαταραχή της ηπατικής λειτουργίας επιμένει ή επιδεινώνεται, εάν εμφανισθούν συμπτώματα ή σημεία ηπατικής δυσλειτουργίας ή άλλες συστηματικές εκδηλώσεις η λήψη του μεφαιναμικού οξέος πρέπει να διακοπεί
-
ΕπιληψίαΝα χορηγείται με προσοχή σε επιληπτικούς ασθενείς
-
Προφυλάξεις που σχετίζονται με τη γονιμότηταΗ χρήση του μεφαιναμικού οξέος μπορεί να επηρεάσει τη γονιμότητα στις γυναίκες και δε συνιστάται η χρήση του σε γυναίκες που προσπαθούν να συλλάβουν. Θα πρέπει να εξετάζεται η διακοπή του μεφαιναμικού οξέος σε γυναίκες που δυσκολεύονται να συλλάβουν ή βρίσκονται υπό διερεύνηση στειρότητας.
swap_horiz
SPC-RAFREDA
Αλληλεπιδράσεις
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
-
κουμαρινικού τύπου αντιπηκτικά (Βαρφαρίνη), Σουλφονυλουρίες, Υδαντοΐνες ή ΣουλφοναμίδιαπροσοχήΠιθανή εκτόπιση άλλων φαρμάκων από τις λευκωματίνες του ορού, αυξάνοντας τη δραστικότητά τους.
-
ακετυλοσαλικυλικό οξύ, μη στεροειδή αντιφλεγμονώδη φάρμακαΠτώση του επιπέδου στο πλάσμα και της δραστικότητας των ΜΣΑΦ. Ο συνδυασμός δεν προσφέρει θεραπευτικά πλεονεκτήματα.ΣύστασηΔεν χρησιμοποιείται.
-
Αντιυπερτασικά (διουρητικά, ΜΕΑ, ΑΙΙΑ)Μείωση της αποτελεσματικότητας των αντιυπερτασικών. Επιδείνωση της νεφρικής λειτουργίας, πιθανότητα οξείας νεφρικής ανεπάρκειας, υπερκαλιαιμία.ΣύστασηΧορήγηση με προσοχή, ιδιαίτερα σε ηλικιωμένους. Ασθενείς πρέπει να είναι επαρκώς ενυδατωμένοι. Παρακολούθηση νεφρικής λειτουργίας.
-
Άλλα αναλγητικά συμπεριλαμβανομένων των εκλεκτικών αναστολέων της κυκλοοξυγενάσηςΑυξημένος κίνδυνος ανεπιθύμητων ενεργειών.ΣύστασηΑποφυγή συγχορήγησης δύο ή περισσότερων ΜΣΑΦ (συμπεριλαμβανομένης της ασπιρίνης).
-
Αντικαταθλιπτικά (SSRIs)Αυξημένος κίνδυνος γαστρεντερικής αιμορραγίας.
-
ΑμινογλυκοσίδεςΜείωση νεφρικής λειτουργίας σε ευπαθή άτομα, μειωμένη απομάκρυνση, αυξημένες συγκεντρώσεις στο πλάσμα.
-
Αντιαιμοπεταλιακοί παράγοντεςΑυξημένος κίνδυνος γαστρεντερικής εξέλκωσης ή αιμορραγίας.
-
ΠροβενεσίδηΜείωση μεταβολισμού και απομάκρυνσης των ΜΣΑΦ και μεταβολιτών.
-
Αυξημένος κίνδυνος αιματολογικής τοξικότητας. Αυξημένος κίνδυνος αιμάθρωσης και αιματώματος σε HIV (+) αιμορροφιλικούς.ΣύστασηΧορήγηση με προσοχή.
-
ΚινολόνεςΠιθανός αυξημένος κίνδυνος εμφανίσεως σπασμών.
-
Αντιυπερτασικά φάρμακαΑνταγωνισμός αντιυπερτασικής δράσης.
-
Καρδιοτονωτικά γλυκοσίδιαΑύξηση επιπέδων στο πλάσμα.
-
Αύξηση επιπέδων μεθοτρεξάτης στο πλάσμα, κίνδυνος τοξικής δράσης.ΣύστασηΣυνιστάται προσοχή.
-
Αυξημένος κίνδυνος νεφροτοξικότητας.
-
Πιθανώς αυξημένος κίνδυνος νεφροτοξικότητας.
-
ΔιουρητικάΑυξημένος κίνδυνος νεφροτοξικότητας.
-
Μείωση απέκκρισης, αυξημένος κίνδυνος τοξικότητας.
-
αντένδειξηΑντένδειξη συγχορήγησης και για 12 ημέρες μετά τη λήψη.
-
ΚορτικοστεροειδήΑυξημένος κίνδυνος γαστρεντερικής εξέλκωσης ή αιμορραγίας.
-
Αλκοολούχα ποτάΑυξημένος κίνδυνος ανεπιθύμητων ενεργειών από το γαστρεντερικό.
-
Υπογλυκαιμικοί παράγοντες (ινσουλίνη, από του στόματος)Μεταβολές στην επίδραση των υπογλυκαιμικών παραγόντων.ΣύστασηΧορήγηση με προσοχή.
sick
SPC-RAFREDA
Ανεπιθύμητες ενέργειες
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
- Διάρροια
- Ναυτία με ή χωρίς έμετο
- Κοιλιακό άλγος
- Ανορεξία
- Αίσθημα καύσου
- Μετεωρισμός
- Εντεροκολίτις
- Κολίτις
- Επιδείνωση της νόσου του Crohn
- Στεατόρροια
- Χολοστατικός ίκτερος
- Ηπατίτις
- Παγκρεατίτις
- Ήπια ηπατική τοξικότητα
- Ηπατονεφρικό σύνδρομο
- Διαταραχή της ηπατικής λειτουργίας
- Δυσκοιλιότητα
- Αιμορραγική γαστρίτις
- Πεπτικό έλκος με ή χωρίς γαστρορραγία
- Αυτοάνοση αιμολυτική αναιμία
- Πτώση του αιματοκρίτου
- Λευκοπενία
- Ηωσινοφιλία
- Θρομβοπενική πορφύρα
- Ακοκκιοκυτταραιμία
- Πανκυττοπενία
- Απλαστική αναιμία
- Υποπλασία μυελού των οστών
- Αναφυλαξία
- Δυσανεξία στη γλυκόζη
- Υπονατριαιμία
- Νευρικότητα
- Σύγχυση
- Κατάθλιψη
- Παραισθήσεις
- Άσηπτη μηνιγγίτιδα
- Οπτική νευρίτιδα
- Παραισθησία
- Υπνηλία
- Ζάλη
- Κεφαλαλγία
- Θαμπή όραση
- Σπασμοί
- Αϋπνία
- Ερεθισμός των οφθαλμών
- Αναστρέψιμη απώλεια της ικανότητας διακρίσεως των χρωμάτων
- Ωταλγία
- Εμβοές
- Ίλιγγος
- Αίσθημα παλμών
- Οίδημα
- Υπέρταση
- Καρδιακή ανεπάρκεια
- Θρομβωτικά αρτηριακά συμβάντα (έμφραγμα του μυοκαρδίου ή εγκεφαλικό επεισόδιο)
- Υπόταση
- Νεφρική ανεπάρκεια
- Νέκρωση των θηλών
- Αιματουρία
- Δυσουρία
- Αλλεργική σπειραματονεφρίτιδα
- Οξεία διάμεση νεφροπάθεια
- Πρωτεϊνουρία
- Νεφρωσικό σύνδρομο
- Άσθμα
- Δύσπνοια
- Αγγειοοίδημα
- Οίδημα λάρυγγα
- Σύνδρομο Stevens-Johnson
- Τοξική επιδερμική νεκρόλυση (σύνδρομο του Lyell)
- Πολύμορφο ερύθημα
- Εφίδρωση
- Κνησμός
- Κνίδωση
- Εξάνθημα
- Οίδημα προσώπου
- Κόπωση
- Δυσφορία
- Πολυοργανική ανεπάρκεια
- Πυρεξία
- Υποθερμία
Λεπτομέρειες κατά συχνότητα expand_more
-
Πολύ συχνήΔιάρροιαΓαστρεντερικό
-
ΣυχνήΝαυτία με ή χωρίς έμετοΓαστρεντερικό
-
ΣυχνήΚοιλιακό άλγοςΓαστρεντερικό
-
Μη γνωστέςΑνορεξίαΓαστρεντερικό/ήπατος-χοληφόρων
-
Μη γνωστέςΑίσθημα καύσουΓαστρεντερικό/ήπατος-χοληφόρων
-
Μη γνωστέςΜετεωρισμόςΓαστρεντερικό/ήπατος-χοληφόρων
-
Μη γνωστέςΕντεροκολίτιςΓαστρεντερικό/ήπατος-χοληφόρων
-
Μη γνωστέςΚολίτιςΓαστρεντερικό/ήπατος-χοληφόρων
-
Μη γνωστέςΕπιδείνωση της νόσου του CrohnΓαστρεντερικό/ήπατος-χοληφόρων
-
Μη γνωστέςΣτεατόρροιαΓαστρεντερικό/ήπατος-χοληφόρων
-
Μη γνωστέςΧολοστατικός ίκτεροςΓαστρεντερικό/ήπατος-χοληφόρων
-
Μη γνωστέςΗπατίτιςΓαστρεντερικό/ήπατος-χοληφόρων
-
Μη γνωστέςΠαγκρεατίτιςΓαστρεντερικό/ήπατος-χοληφόρων
-
Μη γνωστέςΉπια ηπατική τοξικότηταΓαστρεντερικό/ήπατος-χοληφόρων
-
Μη γνωστέςΗπατονεφρικό σύνδρομοΓαστρεντερικό/ήπατος-χοληφόρων
-
Μη γνωστέςΔιαταραχή της ηπατικής λειτουργίαςΓαστρεντερικό/ήπατος-χοληφόρων
-
Μη γνωστέςΔυσκοιλιότηταΓαστρεντερικό/ήπατος-χοληφόρων
-
Μη γνωστέςΑιμορραγική γαστρίτιςΓαστρεντερικό/ήπατος-χοληφόρων
-
Μη γνωστέςΠεπτικό έλκος με ή χωρίς γαστρορραγίαΓαστρεντερικό/ήπατος-χοληφόρων
-
Μη γνωστέςΑυτοάνοση αιμολυτική αναιμίαΑιμοποιητικό και Λεμφικό Σύστημα
-
Μη γνωστέςΠτώση του αιματοκρίτουΑιμοποιητικό και Λεμφικό Σύστημα
-
Μη γνωστέςΛευκοπενίαΑιμοποιητικό και Λεμφικό Σύστημα
-
Μη γνωστέςΗωσινοφιλίαΑιμοποιητικό και Λεμφικό Σύστημα
-
Μη γνωστέςΘρομβοπενική πορφύραΑιμοποιητικό και Λεμφικό Σύστημα
-
Μη γνωστέςΑκοκκιοκυτταραιμίαΑιμοποιητικό και Λεμφικό Σύστημα
-
Μη γνωστέςΠανκυττοπενίαΑιμοποιητικό και Λεμφικό Σύστημα
-
Μη γνωστέςΑπλαστική αναιμίαΑιμοποιητικό και Λεμφικό Σύστημα
-
Μη γνωστέςΥποπλασία μυελού των οστώνΑιμοποιητικό και Λεμφικό Σύστημα
-
Μη γνωστέςΑναφυλαξίαΑνοσοποιητικό Σύστημα
-
Μη γνωστέςΔυσανεξία στη γλυκόζηΜεταβολισμός και Θρέψη
-
Μη γνωστέςΥπονατριαιμίαΜεταβολισμός και Θρέψη
-
Μη γνωστέςΝευρικότηταΨυχιατρικές Διαταραχές
-
Μη γνωστέςΣύγχυσηΨυχιατρικές Διαταραχές
-
Μη γνωστέςΚατάθλιψηΨυχιατρικές Διαταραχές
-
Μη γνωστέςΠαραισθήσειςΨυχιατρικές Διαταραχές
-
Μη γνωστέςΆσηπτη μηνιγγίτιδαΝευρικό Σύστημα
-
Μη γνωστέςΟπτική νευρίτιδαΝευρικό Σύστημα
-
Μη γνωστέςΠαραισθησίαΝευρικό Σύστημα
-
Μη γνωστέςΥπνηλίαΝευρικό Σύστημα
-
Μη γνωστέςΖάληΝευρικό Σύστημα
-
Μη γνωστέςΚεφαλαλγίαΝευρικό Σύστημα
-
Μη γνωστέςΘαμπή όρασηΝευρικό Σύστημα
-
Μη γνωστέςΣπασμοίΝευρικό Σύστημα
-
Μη γνωστέςΑϋπνίαΝευρικό Σύστημα
-
Μη γνωστέςΕρεθισμός των οφθαλμώνΟφθαλμικές Διαταραχές
-
Μη γνωστέςΑναστρέψιμη απώλεια της ικανότητας διακρίσεως των χρωμάτωνΟφθαλμικές Διαταραχές
-
Μη γνωστέςΩταλγίαΩτός και Λαβυρίνθου
-
Μη γνωστέςΕμβοέςΩτός και Λαβυρίνθου
-
Μη γνωστέςΊλιγγοςΩτός και Λαβυρίνθου
-
Μη γνωστέςΑίσθημα παλμώνΚαρδιακές Διαταραχές
-
Μη γνωστέςΟίδημαΚαρδιακές Διαταραχές
-
Μη γνωστέςΥπέρτασηΚαρδιακές Διαταραχές
-
Μη γνωστέςΚαρδιακή ανεπάρκειαΚαρδιακές Διαταραχές
-
Αυξημένος κίνδυνοςΘρομβωτικά αρτηριακά συμβάντα (έμφραγμα του μυοκαρδίου ή εγκεφαλικό επεισόδιο)Καρδιακές Διαταραχές
-
Μη γνωστέςΥπότασηΑγγειακές Διαταραχές
-
Μη γνωστέςΝεφρική ανεπάρκειαΝεφρών και Ουροφόρων οδών
-
Μη γνωστέςΝέκρωση των θηλώνΝεφρών και Ουροφόρων οδών
-
Μη γνωστέςΑιματουρίαΝεφρών και Ουροφόρων οδών
-
Μη γνωστέςΔυσουρίαΝεφρών και Ουροφόρων οδών
-
Μη γνωστέςΑλλεργική σπειραματονεφρίτιδαΝεφρών και Ουροφόρων οδών
-
Μη γνωστέςΟξεία διάμεση νεφροπάθειαΝεφρών και Ουροφόρων οδών
-
Μη γνωστέςΠρωτεϊνουρίαΝεφρών και Ουροφόρων οδών
-
Μη γνωστέςΝεφρωσικό σύνδρομοΝεφρών και Ουροφόρων οδών
-
Μη γνωστέςΆσθμαΑναπνευστικό Σύστημα, Θώρακας και Μεσοθωράκιο
-
Μη γνωστέςΔύσπνοιαΑναπνευστικό Σύστημα, Θώρακας και Μεσοθωράκιο
-
Μη γνωστέςΑγγειοοίδημαΔέρμα και Υποδόριο Ιστό
-
Μη γνωστέςΟίδημα λάρυγγαΔέρμα και Υποδόριο Ιστό
-
Μη γνωστέςΣύνδρομο Stevens-JohnsonΔέρμα και Υποδόριο Ιστό
-
Μη γνωστέςΤοξική επιδερμική νεκρόλυση (σύνδρομο του Lyell)Δέρμα και Υποδόριο Ιστό
-
Μη γνωστέςΠολύμορφο ερύθημαΔέρμα και Υποδόριο Ιστό
-
Μη γνωστέςΕφίδρωσηΔέρμα και Υποδόριο Ιστό
-
Μη γνωστέςΚνησμόςΔέρμα και Υποδόριο Ιστό
-
Μη γνωστέςΚνίδωσηΔέρμα και Υποδόριο Ιστό
-
Μη γνωστέςΕξάνθημαΔέρμα και Υποδόριο Ιστό
-
Μη γνωστέςΟίδημα προσώπουΔέρμα και Υποδόριο Ιστό
-
Μη γνωστέςΚόπωσηΓενικές διαταραχές
-
Μη γνωστέςΔυσφορίαΓενικές διαταραχές
-
Μη γνωστέςΠολυοργανική ανεπάρκειαΓενικές διαταραχές
-
Μη γνωστέςΠυρεξίαΓενικές διαταραχές
-
Μη γνωστέςΥποθερμίαΠαιδιατρικοί ασθενείς
pregnant_woman
SPC-RAFREDA
Κύηση / γαλουχία
Επίπεδο κινδύνου: Αντενδείκνυται
expand_more
Κύηση / γαλουχία
-
ΚύησηΑντενδείκνυται
-
ΓαλουχίαΑποφεύγεται
neurology
DrugBank
Μηχανισμός δράσης
expand_more
Μηχανισμός δράσης
monitor_heart
SPC-RAFREDA
Φαρμακοδυναμική
expand_more
Φαρμακοδυναμική
biotech
SPC-RAFREDA
Φαρμακοκινητική
expand_more
Φαρμακοκινητική
Απορρόφηση Απορροφάται γρήγορα και ικανοποιητικά από το γαστρεντερικό σωλήνα. Μετά από του στόματος χορήγηση 1 γραμμαρίου σε ενήλικες, η μέγιστη στάθμη του στο αίμα είναι 10mcg/ml και επιτυγχάνεται σε 1 έως 4 ώρες, με χρόνο ημιζωής 2 ώρες. Τα επίπεδα στο…
hub
PubChem
Μεταβολισμός
expand_more
Μεταβολισμός
bloodtype
DrugBank
Απέκκριση
expand_more
Απέκκριση
Σκευάσματα & Τιμολόγηση
Μονογραφίες Πηγών
Αναλυτικό περιεχόμενο ανά πηγή για τεκμηρίωση και έλεγχο
medication
Δοσολογία
SPC-RAFREDA
expand_more
Δοσολογία
Οι ανεπιθύμητες ενέργειες μπορεί να ελαχιστοποιηθούν εφόσον χρησιμοποιούνται για την πλέον μικρή διάρκεια θεραπείας που απαιτείται για τον έλεγχο των συμπτωμάτων (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις).
- Ενήλικες και παιδιά άνω των 14 ετών:
Συνήθης δόση από το στόμα 500 mg (10 ml ή 2 κουταλάκια του γλυκού) 3 φορές την
ημέρα, μετά τα γεύματα.
- Δυσμηνόρροια: 500 mg (10 ml ή 2 κουταλάκια του γλυκού) 3 φορές την ημέρα. Η αρχική δόση να χορηγείται με το ξεκίνημα του πόνου της εμμηνόρυσης και να συνεχιστεί όσο διαρκούν τα συμπτώματα.
- Μηνορραγία: 500 mg (10 ml ή 2 κουταλάκια του γλυκού) 3 φορές την ημέρα. Η αρχική δόση να χορηγείται με το ξεκίνημα της αιμορραγίας και των συσχετιζόμενων συμπτωμάτων και να συνεχιστεί όσο διαρκούν τα συμπτώματα.
- Παιδιά βάρους άνω των 6 μηνών σαν αντιπυρετικό και για διάστημα έως και 7 ημέρες: 5 mg/kg Β.Σ. ή 0.1 ml/kg Β.Σ. κάθε 6 ώρες, μετά τα γεύματα. Για την χορήγηση της δόσης σε παιδιά θα πρέπει να χρησιμοποιείται η δοσομετρική σύριγγα που συμπεριλαμβάνεται στην συσκευασία.
block
Αντενδείξεις
SPC-RAFREDA
expand_more
Αντενδείξεις
ΑΝΤΕΝΔΕΙΞΕΙΣ
- Σε ασθενείς με ενεργό πεπτικό έλκος ή ιστορικό πεπτικού έλκους, ή άλλες οργανικές παθήσεις του γαστρεντερικού όπως η ελκώδης κολίτις και η νόσος του Crohn ή με ιστορικό υποτροπιαζουσών αιμορραγιών.
- Σε ασθενείς που έχουν εκδηλώσει ασθματική προσβολή, αλλεργική ρινίτιδα ή κνίδωση μετά από χρήση ακετυλοσαλικυλικού οξέος ή άλλων μη στεροειδών αντιφλεγμονωδών φαρμάκων.
- Σε ασθενείς αλλεργικούς στο φάρμακο.
- Στην κύηση και γαλουχία (η ασφάλειά του για τέτοια χρήση δεν έχει ακόμη διαπιστωθεί).
- Σε παιδιά κάτω των 14 ετών δεν υπάρχει ακόμη μεγάλη εμπειρία, (εκτός της ένδειξής του σαν αντιπυρετικό για παιδιά από 6 μηνών και άνω και για διάστημα έως και 7 ημέρες).
- Σε ασθενείς που λαμβάνουν ταυτόχρονα άλλα μη στεροειδή αντιφλεγμονώδη φάρμακα ή ακετυλοσαλικυλικό οξύ.
- Σε ασθενείς με αιματολογική νόσο ή ηπατική ή νεφρική ανεπάρκεια.
- Σε ασθενείς με επιληπτική νόσο.
- Θεραπεία του περι-εγχειρητικού άλγους στα πλαίσια επέμβασης αορτοστεφανιαίας παράκαμψης με μόσχευμα.
- Σε ασθενείς με βαριά καρδιακή ανεπάρκεια.
warning
Προειδοποιήσεις
SPC-RAFREDA
expand_more
Προειδοποιήσεις
ΕΙΔΙΚΕΣ ΠΡΟΕΙΔΟΠΟΙΗΣΕΙΣ
Οι ανεπιθύμητες ενέργειες μπορούν να ελαχιστοποιηθούν χρησιμοποιώντας την κατώτατη αποτελεσματική δόση για τη πλέον μικρή διάρκεια θεραπείας που απαιτείται για τον έλεγχο των συμπτωμάτων (βλέπε Δοσολογία και κινδύνους από το γαστρεντερικό και καρδιαγγειακό). Η ταυτόχρονη χρήση μεφαιναμικού οξέος και ΜΣΑΦ, περιλαμβανομένων των αναστολέων του COX-2, πρέπει να αποφεύγεται.
Το φάρμακο πρέπει να χορηγείται σε μειωμένη δόση:
- Σε υπερήλικες και εξασθενημένα άτομα.
- Σε ασθενείς με σημαντική έκπτωση της καρδιακής λειτουργίας
- Σε ασθενείς με υπέρταση που λαμβάνουν διουρητικά
- Σε ασθενείς με ηπατική δυσλειτουργία
- Σε ασθενείς με Συστηματικό Ερυθηματώδη Λύκο.
Σε μακροχρόνια χορήγηση χρειάζεται κατά διαστήματα αιματολογικός και βιοχημικός έλεγχος του ασθενούς.
Να χορηγείται με προσοχή σε ασθενείς με ιστορικό αλλεργικού ή βρογχικού άσθματος καθώς επίσης και σε ασθενείς με λοίμωξη γιατί μπορεί να καλύψει τα συμπτώματα του πυρετού και της φλεγμονής.
Καρδιαγγειακές και αγγειακές εγκεφαλικές επιδράσεις
Απαιτείται η σωστή παρακολούθηση και η παροχή συμβουλών σε ασθενείς με ιστορικό υπέρτασης και /ή με ελαφρά έως μέτρια συμφορητική καρδιακή ανεπάρκεια καθώς έχει αναφερθεί κατακράτηση υγρών και οίδημα σε σχέση με θεραπεία με ΜΣΑΦ.
Δεδομένα από κλινικές δοκιμές και επιδημιολογικές μελέτες υποδεικνύουν ότι η χρήση μερικών ΜΣΑΦ (ιδιαίτερα σε υψηλές δόσεις και σε μακροχρόνιες θεραπείες) μπορεί να συσχετίζεται με μια μικρή αύξηση του κινδύνου για εμφάνιση θρομβωτικών αρτηριακών συμβάντων (για παράδειγμα έμφραγμα του μυοκαρδίου ή εγκεφαλικό επεισόδιο), τα οποία μπορεί να είναι θανατηφόρα. Οι ασθενείς με γνωστή καρδιαγγειακή νόσο βρίσκονται σε μεγαλύτερο κίνδυνο. Για να ελαχιστοποιηθεί ο δυνητικός κίνδυνος για καρδιαγγειακές ανεπιθύμητες ενέργειες, στους ασθενείς που λαμβάνουν μεφαιναμικό οξύ, θα πρέπει να χρησιμοποιείται η χαμηλότερη αποτελεσματική δόση για την πλέον μικρή διάρκεια θεραπείας. Οι ιατροί και οι ασθενείς θα πρέπει να είναι προετοιμασμένοι για την εμφάνιση τέτοιων ενεργειών, ακόμα και απουσία προηγούμενων καρδιαγγειακών συμπτωμάτων. Οι ασθενείς θα πρέπει να προειδοποιούνται σχετικά με τα σημεία και/ή συμπτώματα της σοβαρής καρδιαγγειακής τοξικότητας και σχετικά με το τι πρέπει να κάνουν σε περίπτωση που εμφανισθούν.
Ασθενείς με μη ρυθμισμένη υπέρταση, συμφορητική καρδιακή ανεπάρκεια, εγκατεστημένη ισχαιμική καρδιακή νόσο, περιφερική αρτηριακή νόσο, και/ή αγγειακή εγκεφαλική νόσο θα πρέπει να υποβληθούν σε θεραπεία με μεφαιναμικό οξύ μόνο μετά από προσεκτική θεώρηση του θέματος. Παρόμοια θεώρηση θα πρέπει να γίνεται πριν την έναρξη μεγαλύτερης διάρκειας θεραπείας σε ασθενείς με παράγοντες κινδύνου για εμφάνιση καρδιαγγειακής νόσου (π.χ. υπέρταση, υπερλιπιδαιμία, σακχαρώδης διαβήτης, κάπνισμα).
Υπέρταση
Όπως όλα τα ΜΣΑΦ, έτσι και το μεφαιναμικό οξύ μπορεί να οδηγήσει στην έναρξη νέας υπέρτασης ή στην επιδείνωση προϋπάρχουσας υπέρτασης, καθεμία από τις καταστάσεις αυτές μπορεί να συμβάλει στην αύξηση της συχνότητας εμφάνισης καρδιαγγειακών συμβαμάτων. Τα ΜΣΑΦ, περιλαμβανομένου του μεφαιναμικού οξέος, πρέπει να χρησιμοποιούνται με προσοχή σε ασθενείς με υπέρταση. Η αρτηριακή πίεση πρέπει να παρακολουθείται στενά κατά την έναρξη της θεραπείας με μεφαιναμικό οξύ και καθόλη τη διάρκεια της θεραπείας.
Κατακράτηση Υγρών και Οίδημα
Όπως και με άλλα φάρμακα που αναστέλλουν τη σύνθεση της προσταγλανδίνης, έχουν παρατηρηθεί κατακράτηση υγρών και οίδημα σε μερικούς ασθενείς που λαμβάνουν ΜΣΑΦ, περιλαμβανομένου και του μεφαιναμικού οξέος. Επομένως, το μεφαιναμικό οξύ πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή σε ασθενείς με κατεσταλμένη καρδιακή λειτουργία και άλλες καταστάσεις που προδιαθέτουν σε, ή επιδεινώνονται από την, κατακράτηση υγρών. Ασθενείς με προϋπάρχουσα συμφορητική καρδιακή ανεπάρκεια ή υπέρταση, πρέπει να παρακολουθούνται στενά.
Να χορηγείται με προσοχή σε ασθενείς με ιστορικό αλλεργικού ή βρογχικού άσθματος, καθώς επίσης και σε ασθενείς με λοίμωξη, γιατί μπορεί να καλύψει τα συμπτώματα του πυρετού και της φλεγμονής.
Γαστρεντερικές Επιδράσεις
Η χορήγηση του φαρμάκου πρέπει να διακόπτεται εάν εμφανιστεί διάρροια, ή γαστρεντερικά ενοχλήματα.
Τα ΜΣΑΦ, συμπεριλαμβανομένου του μεφαιναμικού οξέος, μπορεί να προκαλέσουν σοβαρές γαστρεντερικές ανεπιθύμητες ενέργειες, περιλαμβανομένων των: φλεγμονής, αιμορραγίας, εξέλκωσης και διάτρησης στομάχου, λεπτού εντέρου ή παχέος εντέρου, οι οποίες μπορεί να είναι και θανατηφόρες. Όταν παρουσιασθεί γαστρεντερική αιμορραγία ή εξέλκωση σε ασθενείς που λαμβάνουν μεφαιναμικό οξύ, πρέπει να διακοπεί η θεραπεία. Οι ασθενείς που διατρέχουν μεγαλύτερο κίνδυνο να εμφανίσουν τέτοιου είδους γαστρεντερικές επιπλοκές με τα ΜΣΑΦ είναι οι ηλικιωμένοι, οι ασθενείς με καρδιαγγειακή νόσο, οι ασθενείς που χρησιμοποιούν ταυτόχρονα ακετυλοσαλικυλικό οξύ ή οι ασθενείς με προηγούμενο ιστορικό ή με ενεργή γαστρεντερική νόσο, όπως εξέλκωση, γαστρεντερική αιμορραγία ή φλεγμονώδεις καταστάσεις. Επομένως, το μεφαιναμικό οξύ πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή σε αυτούς τους ασθενείς (βλ. Αντενδείξεις).
Η λήψη με τροφή ή γάλα και η σύγχρονη χορήγηση αντιόξινων, ή Η αναστολέων ή μισοπροστόλης ή αναστολέων της αντλίας πρωτονίων, ιδίως στους ηλικιωμένους ασθενείς μειώνει τον κίνδυνο των εκ του στομάχου ανεπιθύμητων ενεργειών.
Δερματικές Αντιδράσεις
Σοβαρές δερματικές αντιδράσεις, μερικές από τις οποίες είχαν ως αποτέλεσμα το θάνατο, που περιλαμβάνουν την αποφολιδωτική δερματίτιδα, το σύνδρομο Stevens-Johnson και την τοξική επιδερμική νεκρόλυση, έχουν αναφερθεί πολύ σπάνια σε σχέση με τη χρήση των ΜΣΑΦ, συμπεριλαμβανομένου του μεφαιναμικό οξεός. Οι ασθενείς φαίνεται να διατρέχουν υψηλότερο κίνδυνο για αυτά τα συμβάματα κατά τα πρώτα στάδια της θεραπείας, με την έναρξη του συμβάματος να παρουσιάζεται στην πλειονότητα των περιπτώσεων εντός του πρώτου μήνα της θεραπείας. Το μεφαιναμικό οξύ πρέπει να διακόπτεται με την πρώτη εμφάνιση δερματικού εξανθήματος, βλάβης του βλεννογόνου ή κάποιο άλλο σημείο υπερευαισθησίας.
Εργαστηριακές εξετάσεις
Μία ψευδώς θετική αντίδραση για χολή στα ούρα μπορεί να προκύψει με τη χρήση της δοκιμασίας του διάζο δισκίου, μετά από χορήγηση μεφαιναμικού οξέος. Εάν υπάρχει υποψία χολουρίας θα πρέπει να πραγματοποιούνται άλλες διαγνωστικές μέθοδοι όπως η δοκιμασία κηλίδας Harrison.
Νεφρικές Επιδράσεις
Σε σπάνιες περιπτώσεις, τα ΜΣΑΦ, συμπεριλαμβανομένου του μεφαιναμικού οξέος, μπορεί να προκαλέσουν διάμεση νεφρίτιδα των ουροφόρων, σπειραματίτιδα, θηλοειδική νέκρωση και νεφρωσικό σύνδρομο. Τα ΜΣΑΦ αναστέλλουν τη σύνθεση των νεφρικών πρoσταγλανδινών, οι οποίες υποβοηθούν τη διατήρηση της αιμάτωσης, των νεφρών σε ασθενείς στoυς oπoίoυς η νεφρική ροή αίματος και o όγκος του αίματος έχουν μειωθεί. Στους ασθενείς αυτούς, η χορήγηση ΜΣΑΦ μπορεί να προκαλέσει έκδηλη νεφρική δυσλειτουργία, την oπoία κατά κανόνα ακoλoυθεί αποκατάσταση στην προ της θεραπείας κατάσταση, μετά τη διακοπή της χορήγησης ΜΣΑΦ. Ασθενείς με αυξημένο κίνδυνο πρόκλησης της παραπάνω παθολογικής αντίδρασης, είναι αυτοί που παρουσιάζουν συμφορητική καρδιακή ανεπάρκεια, κίρρωση του ήπατος, νεφρωσικό σύνδρομο, εμφανή νεφροπάθεια και οι ηλικιωμένοι. Οι ασθενείς αυτοί πρέπει να παρακολουθούνται με προσοχή κατά τη διάρκεια της λήψεως ΜΣΑΦ. Η διακοπή της χορήγησης του ΜΣΑΦ συνήθως επαναφέρει την νεφρική λειτουργία στην προηγούμενη κατάσταση. Επειδή οι μεταβολίτες του μεφαιναμικού οξέος απεκκρίνονται κυρίως από τους νεφρούς το φάρμακο δεν θα πρέπει να χορηγείται σε ασθενείς με σημαντικά μειωμένη νεφρική λειτουργία.
Αιματολογικές Επιδράσεις
Το μεφαιναμικό οξύ μπορεί να εμποδίσει την συσσώρευση των αιμοπεταλίων και να επιμηκύνει τον χρόνο προθρομβίνης σε ασθενείς που λαμβάνουν αντιπηκτικά.
Ηπατικές Επιδράσεις
Είναι δυνατόν να εμφανισθεί διαταραχή μιας ή περισσοτέρων εξετάσεων της ηπατικής λειτουργίας, η οποία μπορεί να είναι παροδική ή να επιδεινωθεί με την συνέχιση της λήψεως του μεφαιναμικού οξέος. Ασθενείς με συμπτώματα ή σημεία ηπατικής δυσλειτουργίας ή σ’ αυτούς που παρουσιάζεται διαταραχή της ηπατικής λειτουργίας πρέπει να παρακολουθούνται για τυχόν επιδείνωση της ηπατικής λειτουργίας. Εάν η διαταραχή της ηπατικής λειτουργίας επιμένει ή επιδεινώνεται, εάν εμφανισθούν συμπτώματα ή σημεία ηπατικής δυσλειτουργίας ή άλλες συστηματικές εκδηλώσεις η λήψη του μεφαιναμικού οξέος πρέπει να διακοπεί.
Επιληψία
Να χορηγείται με προσοχή σε επιληπτικούς ασθενείς.
Προφυλάξεις που σχετίζονται με τη γονιμότητα
Η χρήση του μεφαιναμικού οξέος μπορεί να επηρεάσει τη γονιμότητα στις γυναίκες και δε συνιστάται η χρήση του σε γυναίκες που προσπαθούν να συλλάβουν. Θα πρέπει να εξετάζεται η διακοπή του μεφαιναμικού οξέος σε γυναίκες που δυσκολεύονται να συλλάβουν ή βρίσκονται υπό διερεύνηση στειρότητας.
swap_horiz
Αλληλεπιδράσεις
SPC-RAFREDA
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
- Το φάρμακο, όπως και τα υπόλοιπα μη στεροειδή αντιφλεγμονώδη, συνδέεται σε μεγάλο ποσοστό με τις λευκωματίνες του ορού και υπάρχει η πιθανότητα να εκτοπίσει απ΄αυτές άλλα φάρμακα, που έχουν την ίδια ή μικρότερη ικανότητα σύνδεσης, αυξάνοντας έτσι τη δραστικότητά τους. Γι΄αυτό χρειάζεται προσοχή όταν χορηγείται ταυτόχρονα, ιδιαίτερα σε μεγάλες δόσεις, με κουμαρινικού τύπου αντιπηκτικά (Βαρφαρίνη), Σουλφονυλουρίες, Υδαντοΐνες ή Σουλφοναμίδια.
- Μελέτες σε πειραματόζωα έδειξαν ότι η ταυτόχρονη χορήγηση ακετυλοσαλικυλικού οξέος και μη στεροειδών αντιφλεγμονωδών φαρμάκων προκαλεί πτώση του επιπέδου στο πλάσμα και της δραστικότητας των τελευταίων. Επειδή ο συνδυασμός αυτός δεν έχει αποδειχθεί ότι προσφέρει θεραπευτικά πλεονεκτήματα δεν χρησιμοποιείται.
- Αντιυπερτασικά, περιλαμβανομένων των διουρητικών, των αναστολέων του μετατρεπτικού ενζύμου της αγγειοτενσίνης (ΜΕΑ) και των ανταγωνιστών της αγγειοτενσίνης ΙΙ (ΑΙΙΑ): Τα ΜΣΑΦ μπορεί να μειώσουν την αποτελεσματικότητα των διουρητικών και άλλων αντιυπερτασικών φαρμάκων. Σε ασθενείς με επηρεασμένη νεφρική λειτουργία (π.χ. αφυδατωμένους ασθενείς ή ηλικιωμένους ασθενείς με κατεσταλμένη νεφρική λειτουργία), η συγχορήγηση ενός αναστολέα του ΜΕΑ ή ενός ΑΙΙΑ μαζί με έναν αναστολέα της κυκλοοξυγενάσης μπορεί να επιδεινώσει περισσότερο τη νεφρική λειτουργία, περιλαμβανομένης της πιθανότητας οξείας νεφρικής ανεπάρκειας, η οποία είναι συνήθως αναστρέψιμη και τον κίνδυνο της υπερκαλιαιμίας. Σε ασθενείς που λαμβάνουν μεφαιναμικό οξύ μαζί με έναν αναστολέα του ΜΕΑ ή έναν ΑΙΙΑ, πρέπει να λαμβάνεται υπόψη το ενδεχόμενο εμφάνισης αυτών των αλληλεπιδράσεων. Επομένως, η συγχορήγηση αυτών των φαρμάκων πρέπει να γίνεται με προσοχή, ιδιαίτερα στους ηλικιωμένους ασθενείς. Οι ασθενείς πρέπει να είναι επαρκώς ενυδατωμένοι και πρέπει να αξιολογείται η ανάγκη παρακολούθησης της νεφρικής λειτουργίας κατά την έναρξη της συγχορηγούμενης θεραπείας και, κατόπιν, σε τακτά διαστήματα
- Άλλα αναλγητικά συμπεριλαμβανομένων των εκλεκτικών αναστολέων της κυκλοοξυγενάσης: Συνιστάται η αποφυγή της συγχορήγησης δύο ή περισσότερων ΜΣΑΦ (συμπεριλαμβανομένης της ασπιρίνης) καθώς μπορεί να αυξηθεί ο κίνδυνος ανεπιθύμητων ενεργειών.
- Αντικαταθλιπτικά: Οι εκλεκτικοί αναστολείς επαναπρόσληψης σεροτονίνης (SSRIs) αυξάνουν τον κίνδυνο γαστρεντερικής αιμορραγίας.
- Αμινογλυκοσίδες: μείωση της νεφρικής λειτουργίας σε ευπαθή άτομα, μειωμένη απομάκρυνση των αμινογλυκοσιδών και αυξημένες συγκεντρώσεις στο πλάσμα.
- Αντιαιμοπεταλιακοί παράγοντες: αυξάνεται ο κίνδυνος γαστρεντερικής εξέλκωσης ή αιμορραγίας.
- Προβενεσίδη: Μείωση μεταβολισμού και απομάκρυνσης των ΜΣΑΦ και μεταβολιτών.
- Ζιδοβουδίνη: αυξημένος κίνδυνος αιματολογικής τοξικότητας όταν τα ΜΣΑΦ χορηγούνται με ζιδοβουδίνη. Υπάρχουν ενδείξεις αυξημένου κινδύνου αιμάθρωσης και αιματώματος σε HIV (+) αιμορροφιλικούς που λαμβάνουν θεραπεία με ζιδοβουδίνη και ιβουπροφαίνη παράλληλα.
- Με τις κινολόνες πιθανόν να αυξάνει ο κίνδυνος εμφανίσεως σπασμών.
- Ανταγωνίζεται την αντιυπερτασική δράση των αντιυπερτασικών φαρμάκων
- Μπορεί να αυξήσει τα επίπεδα των καρδιοτονωτικών γλυκοσιδών στο πλάσμα.
- Μεθοτρεξάτη: Συνιστάται προσοχή όταν η μεθοτρεξάτη χορηγείται συγχρόνως με ΜΣΑΦ, περιλαμβανομένου του μεφαιναμικού οξέος, καθώς η χορήγηση ΜΣΑΦ μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα την αύξηση των επιπέδων μεθοτρεξάτης στο πλάσμα, αυξάνοντας τον κίνδυνο της τοξικής δράσης της
- Κυκλοσπορίνη: Λόγω της επίδρασής τους στις νεφρικές προσταγλανδίνες, οι αναστολείς της κυκλοοξυγενάσης, όπως η δικλοφενάκη, μπορεί μαζί με την κυκλοσπορίνη να αυξήσουν τον κίνδυνο νεφροτοξικότητας.
- Τακρόλιμους: Πιθανώς αυξημένος κίνδυνος νεφροτοξικότητας όταν χορηγούνται ΜΣΑΦ μαζί με τακρόλιμους
- Με διουρητικά αυξάνει ο κίνδυνος της νεφροτοξικότητας.
- Μειώνει την απέκκριση και αυξάνει τον κίνδυνο τοξικότητας του λιθίου.
- Να μη χορηγείται συγχρόνως και για 12 ημέρες μετά την λήψη μιφεπριστόνης.
- Κορτικοστεροειδή: Αυξημένος κίνδυνος γαστρεντερικής εξέλκωσης ή αιμορραγίας
- Με τα αλκοολούχα ποτά αυξάνει ο κίνδυνος ανεπιθύμητων ενεργειών από το γαστρεντερικό
- Ψευδώς θετική αντίδραση για το ουροχολινογόνο και τα χολικά άλατα στα ούρα είναι δυνατόν να παρουσιασθεί μετά από χορήγηση Μεφεναμικού οξέος.
- Υπογλυκαιμικοί παράγοντες: Υπάρχουν αναφορές για μεταβολές στην επίδραση των από του στόματος υπογλυκαιμικών παραγόντων παρουσία ΜΣΑΦ. Επομένως, το μεφαιναμικό οξύ πρέπει να χορηγείται με προσοχή σε ασθενείς που λαμβάνουν ινσουλίνη ή από του στόματος υπογλυκαιμικούς παράγοντες.
sick
Ανεπιθύμητες ενέργειες
SPC-RAFREDA
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
Διαταραχές του γαστρεντερικού
Οι πιο συχνές ανεπιθύμητες ενέργειες του μεφαιναμικού οξέος εμφανίζονται στο γαστρεντερικό σωλήνα (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις). Η διάρροια είναι η πιο συχνή ανεπιθύμητη ενέργεια και συνήθως είναι δοσοεξαρτώμενη. Γενικώς υποχωρεί με την μείωση της δόσης και παύει με την διακοπή της λήψεως. Συχνές επίσης είναι η ναυτία με ή χωρίς έμετο και το κοιλιακό άλγος. Γαστρεντερικές/ήπατος-χοληφόρων ανεπιθύμητες ενέργειες συμπεριλαμβάνουν: ανορεξία, αίσθημα καύσου, μετεωρισμός, εντεροκολίτις, κολίτις, επιδείνωση της νόσου του Crohn, στεατόρροια, χολοστατικός ίκτερος, ηπατίτις, παγκρεατίτις, ήπια ηπατική τοξικότητα, ηπατονεφρικό σύνδρομο, διαταραχή της ηπατικής λειτουργίας, δυσκοιλιότητα, αιμορραγική γαστρίτις, πεπτικό έλκος με ή χωρίς γαστρορραγία.
Διαταραχές του Αιμοποιητικού και του Λεμφικού Συστήματος
Αυτοάνοση αιμολυτική αναιμία (μετά από μακρά λήψη, υποχωρεί με τη διακοπή), πτώση του αιματοκρίτου, λευκοπενία, ηωσινοφιλία, θρομβοπενική πορφύρα, ακοκκιοκυτταραιμία, πανκυττοπενία, απλαστική αναιμία και υποπλασία μυελού των οστών.
Διαταραχές του Ανοσοποιητικού Συστήματος
Αναφυλαξία.
Διαταραχές του Μεταβολισμού και της Θρέψης
Δυσανεξία στη γλυκόζη σε διαβητικούς ασθενείς, υπονατριαιμία.
Ψυχιατρικές Διαταραχές
Νευρικότητα, σύγχυση, κατάθλιψη, παραισθήσεις.
Διαταραχές του Νευρικού Συστήματος
Άσηπτη μηνιγγίτιδα (ειδικά σε ασθενείς με αυτοάνοσες διαταραχές όπως συστηματικό ερυθηματώδη λύκο, μικτή νόσο του συνδετικού ιστού) με συμπτώματα όπως αυχενική δυσκαμψία, κεφαλαλγία, ναυτία, έμετο, πυρετό ή αποπροσανατολισμό. Οπτική νευρίτιδα, παραισθησία, υπνηλία, ζάλη, κεφαλαλγία, θαμπή όραση, σπασμοί και αϋπνία.
Οφθαλμικές Διαταραχές
Ερεθισμός των οφθαλμών, αναστρέψιμη απώλεια της ικανότητας διακρίσεως των χρωμάτων.
Διαταραχές του Ωτός και του Λαβυρίνθου
Ωταλγία, εμβοές, ίλιγγος.
Καρδιακές Διαταραχές
Αίσθημα παλμών, οίδημα, υπέρταση και καρδιακή ανεπάρκεια έχουν αναφερθεί σε σχέση με τη θεραπεία με ΜΣΑΦ. Δεδομένα από κλινικές δοκιμές και επιδημιολογικές μελέτες, υποδεικνύουν ότι η χρήση κάποιων ΜΣΑΦ (ιδιαίτερα σε υψηλές δόσεις και σε μακροχρόνιες θεραπείες) μπορεί να συσχετίζεται με αυξημένο κίνδυνο για εμφάνιση θρομβωτικών αρτηριακών συμβάντων (π.χ. έμφραγμα του μυοκαρδίου ή εγκεφαλικό επεισόδιο -βλέπε Ειδικές προειδοποιήσεις).
Αγγειακές Διαταραχές
Υπόταση.
Διαταραχές των Νεφρών και των Ουροφόρων οδών
Νεφρική ανεπάρκεια περιλαμβανομένης της νέκρωσης των θηλών, αιματουρία, δυσουρία, αλλεργική σπειραματονεφρίτιδα, οξεία διάμεση νεφροπάθεια, πρωτεϊνουρία, νεφρωσικό σύνδρομο.
Διαταραχές του Αναπνευστικού Συστήματος, του Θώρακα και του Μεσοθωρακίου
Άσθμα, δύσπνοια.
Διαταραχές του Δέρματος και του Υποδόριου Ιστού
Αγγειοοίδημα, οίδημα λάρυγγα, σύνδρομο Stevens -Johnson, τοξική επιδερμική νεκρόλυση (σύνδρομο του Lyell), πολύμορφο ερύθημα, εφίδρωση, κνησμός, κνίδωση, εξάνθημα, οίδημα προσώπου.
Γενικές διαταραχές
Κόπωση, δυσφορία, πολυοργανική ανεπάρκεια, πυρεξία.
Παιδιατρικοί ασθενείς
Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης: υποθερμία.
pregnant_woman
Κύηση / γαλουχία
SPC-RAFREDA
expand_more
Κύηση / γαλουχία
Χρήση κατά την κύηση Επειδή δεν υπάρχουν επαρκή στοιχεία και καλώς ελεγχόμενες μελέτες σε εγκύους, το φάρμακο δεν πρέπει να χορηγείται κατά την κύηση. Δεν είναι γνωστό αν το μεφαιναμικό οξύ ή οι μεταβολίτες του διαπερνούν τον πλακούντα. Εξαιτίας των συνεπειών των φαρμάκων αυτής της κατηγορίας (αναστολείς της σύνθεσης προσταγλανδίνης) στο καρδιαγγειακό σύστημα του εμβρύου (π.χ. πρώιμη σύγκλειση του αρτηριακού πόρου), η χρήση του μεφαιναμικού οξέος αντενδείκνυται κατά την κύηση. Το μεφαιναμικό οξύ αναστέλλει τη σύνθεση προσταγλανδίνης, με πιθανό αποτέλεσμα την παράταση της κύησης και την παρέμβαση στον τοκετό, όταν χορηγείται σε προχωρημένο στάδιο της κύησης. Οι γυναίκες που λαμβάνουν θεραπεία με μεφαιναμικό οξύ θα πρέπει να συμβουλευτούν το γιατρό τους αν αποφασίσουν να μείνουν έγκυες. (βλ. παράγραφο 4.4)
Χρήση κατά τη γαλουχία Ελάχιστες ποσότητες μεφαιναμικού οξέος μπορεί να ανευρεθούν στο μητρικό γάλα και να μεταβιβασθούν στο νεογνό. Επομένως το μεφαιναμικό οξύ δεν πρέπει να λαμβάνεται από γυναίκες σε γαλουχία.
monitor_heart
Φαρμακοδυναμική
SPC-RAFREDA
expand_more
Φαρμακοδυναμική
biotech
Φαρμακοκινητική
SPC-RAFREDA
expand_more
Φαρμακοκινητική
Απορρόφηση
Απορροφάται γρήγορα και ικανοποιητικά από το γαστρεντερικό σωλήνα. Μετά από του στόματος χορήγηση 1 γραμμαρίου σε ενήλικες, η μέγιστη στάθμη του στο αίμα είναι 10mcg/ml και επιτυγχάνεται σε 1 έως 4 ώρες, με χρόνο ημιζωής 2 ώρες. Τα επίπεδα στο αίμα, μετά από πολλαπλή χορήγηση, είναι ανάλογα της δόσης, χωρίς να παρατηρείται συσσώρευση του φαρμάκου. Η λήψη ενός γραμμαρίου μεφαιναμικού οξέος, σε 4 δόσεις ημερησίως, επιτυγχάνει μέγιστα επίπεδα στο αίμα, της τάξης των 20mcg/ml, έως τη δεύτερη μέρα της χορήγησης.
Μεταβολισμός
Μεταβολίζεται με βιομετατροπή στο ήπαρ, κυρίως μέσω του κυτοχρώματος P450 CYP 2C9, προς δύο διαφορετικά μεταβολικά προϊόντα: α) 3-υδροξυ-μεθυλο-παράγωγο (ΜΕΤΑΒΟΛΙΤΗΣ Ι) και β) 3-καρβοξυλο-παράγωγο (ΜΕΤΑΒΟΛΙΤΗΣ ΙΙ). Στους ασθενείς για τους οποίους είναι γνωστό ή υπάρχει υποψία ότι το CYP 2C9 έχει μειωμένη μεταβολική δραστικότητα, βάσει ιστορικού/ προηγούμενης εμπειρίας με άλλα υποστρώματα του CYP 2C9, η χορήγηση μεφαιναμικού οξέος πρέπει να γίνεται με προσοχή, καθώς ενδέχεται να εμφανίσουν μη φυσιολογικά υψηλά επίπεδα στο πλάσμα, λόγω μειωμένης μεταβολικής κάθαρσης.
Κατανομή
Οι μεταβολίτες δεσμεύονται σε μεγάλο βαθμό από τις πρωτεΐνες του πλάσματος, δεν παρουσιάζουν φαρμακολογική δράση, μετασχηματίζονται σε γλυκουρονίδια, εστεροποιούνται και απεκκρίνονται.
Απέκκριση
Μετά από εφ’ άπαξ από του στόματος χορήγηση το 52-67% της δόσεως επανακτήθηκε στα ούρα ως αμετάβλητο φάρμακο ή ως δύο μεταβολίτες. Στα κόπρανα ανακτήθηκαν εντός τριημέρου το 20-25% της δόσεως, κυρίως ως ασύνδετος μεταβολίτης ΙΙ. Η μεγαλύτερη ποσότητα του φαρμάκου απεκκρίνεται με τη μορφή γλυκουρονιδίων των μεταβολιτών του, ιδιαίτερα του μεταβολίτη Ι (25%). Ελάχιστη ποσότητα απεκκρίνεται ως αμιγές μητρικό φάρμακο και το 6% περίπου της αρχικής δόσης με τη μορφή του γλυκουρονιδίου του. Τα μεγαλύτερα ποσοστά απέκκρισης παρατηρούνται για μεν το μεφαιναμικό οξύ 2-4 ώρες μετά τη χορήγηση της δόσης, για δε τους μεταβολίτες, 4-8 ώρες για το μεταβολίτη I και 2-12 ώρες για το μεταβολίτη ΙΙ.
ΕΟΦ · 10.2.4
Παράγωγα του ανθρανιλικού οξέος (Φαιναμάτες)
expand_more
Παράγωγα του ανθρανιλικού οξέος (Φαιναμάτες)
DrugBank
Description
expand_more
Description
Περιγραφή:
- Το μεφεναμικό οξύ είναι μη στεροειδές αντιφλεγμονώδες φάρμακο με αναλγητικές, αντιφλεγμονώδεις και αντιπυρετικές ιδιότητες.
- Αποτελεί αναστολέα της συνθετικής οδού προσταγλανδινών (COX).
DrugBank
Indication
expand_more
Indication
Ενδείξεις:
- Για τη θεραπεία της ρευματοειδούς αρθρίτιδας, της οστεοαρθρίτιδας, της δυσμηνορροίας και ήπιου έως μέτριου πόνου, φλεγμονής και πυρετού.
DrugBank
Pharmacology
expand_more
Pharmacology
Φαρμακολογία:
- Το μεφεναμικό οξύ, παράγωγο του ανθρανιλικού οξέος, αποτελεί μέλος της ομάδας φενάμετ (fenamate) από μη στεροειδή αντιφλεγμονώδη φάρμακα (ΜΣΑΦ).
- Διαθέτει αντιφλεγμονώδη, αναλγητική και αντιπυρετική δράση.
- Όπως και άλλα ΜΣΑΦ, το μεφεναμικό οξύ αναστέλλει τη σύνθεση προσταγλανδινών.
DrugBank
Mechanism of action
expand_more
Mechanism of action
Μηχανισμός δράσης:
- Το μεφεναμικό οξύ δέχεται/δεσμεύει τα ένζυμα συνθετάσης προσταγλανδινών COX-1 και COX-2, εμποδίζοντας τη δράση της σύνθεσης προσταγλανδινών.
- Καθώς αυτά τα ένζυμα διαδραματίζουν κύριο ρόλο στη φλεγμονή και/ή στη σηματοδότηση προστανοειδών σε δραστηριότητα-εξαρτώμενη πλαστικότητα, τα συμπτώματα του πόνου μειώνονται προσωρινά.
DrugBank
Absorption
expand_more
Absorption
Απορρόφηση:
- Το μεφεναμικό οξύ απορροφάται γρήγορα μετά από από του στόματος χορήγηση.
DrugBank
Half life
expand_more
Half life
DrugBank
Protein binding
expand_more
Protein binding
DrugBank
Route of elimination
expand_more
Route of elimination
Οδός απέκκρισης:
- Η κοπράνων οδός απέκκρισης αντιστοιχεί σε έως 20% της δόσης, κυρίως υπό μορφή ασύζευγματος 3-carboxymefenamic acid. Η ημιζωή απέκκρισης είναι ~2 ώρες. Το φάρμακο, οι μεταβολίτες και οι συνενώσεις εξέρχονται κυρίως μέσω των νεφρών. Τόσο η νεφρική όσο και η ηπατική απέκκριση αποτελούν σημαντικές οδοί απέκκρισης.
DrugBank
Volume of distribution
expand_more
Volume of distribution
DrugBank
Clearance
expand_more
Clearance
Κάθαρση:
- Κάθαρση από το στόμα = 21.23 L/ώρα [Υγιείς ενήλικες (18-45 ετών)].
DrugBank
Toxicity
expand_more
Toxicity
Τοξικότητα:
- LD50 από του στόματος σε αρουραίους: 740 mg/kg.
- Τα συμπτώματα υπερδοσολογίας μπορεί να περιλαμβάνουν σοβαρό κοιλιακό πόνο, εμετό με μορφή καφέ κόκκων, σκούρα κόπρανα, τριγμούς στα αυτιά, αλλαγές στην ποσότητα ούρων, ασυνήθιστα γρήγορο ή αργό καρδιακό ρυθμό, μυϊκή αδυναμία, αργή ή ρηχή αναπνοή, σύγχυση, σοβαρός πονοκέφαλος ή απώλεια συνείδησης.
science
PubChem
Φαρμακοδυναμική
expand_more
Φαρμακοδυναμική
Φαρμακοδυναμική
Το μεφαιναμικό οξύ, παράγωγο του ανθρανιλικού οξέος, ανήκει στην ομάδα των φαιναμιδών των μη στεροειδών αντιφλεγμονωδών φαρμάκων (ΜΣΑΦ). Παρουσιάζει αντιφλεγμονώδεις, αναλγητικές και αντιπυρετικές δράσεις. Παρόμοια με άλλα ΜΣΑΦ, το μεφαιναμικό οξύ αναστέλλει την προσταγλανδινοσυνθετάση.
neurology
PubChem
Μηχανισμός δράσης
expand_more
Μηχανισμός δράσης
Μηχανισμός Δράσης
Το μεφαιναμικό οξύ συνδέεται με τους υποδοχείς της προσταγλανδινοσυνθετάσης COX-1 και COX-2, αναστέλλοντας τη δράση της προσταγλανδινοσυνθετάσης. Δεδομένου ότι αυτοί οι υποδοχείς διαδραματίζουν ρόλο ως κύριος μεσολαβητής της φλεγμονής ή/και ρόλο στη σηματοδότηση προστανοειδών στην πλαστικότητα εξαρτώμενη από τη δραστηριότητα, τα συμπτώματα του πόνου μειώνονται προσωρινά.
biotech
PubChem
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
expand_more
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
Απορρόφηση, Κατανομή & Απέκκριση
Το μεφαιναμικό οξύ απορροφάται ταχέως μετά από από του στόματος χορήγηση.
Η οδός απέκκρισης μέσω κοπράνων αντιστοιχεί έως και το 20% της δόσης, κυρίως με τη μορφή αζευγμένης 3-καρβοξυμεφαιναμικής οξέος. Ο χρόνος ημίσειας ζωής αποβολής του μεφαιναμικού οξέος είναι περίπου δύο ώρες. Το μεφαιναμικό οξύ, οι μεταβολίτες και οι συζεύξεις του απεκκρίνονται κυρίως από τους νεφρούς. Τόσο η νεφρική όσο και η ηπατική απέκκριση αποτελούν σημαντικές οδούς αποβολής.
1.06 L/kg [Υγιείς Ενήλικες (18-45 ετών)]
Από του στόματος κάθαρση (cl)=21.23 L/hr [Υγιείς ενήλικες (18-45 ετών)]
ΔΙΑΠΕΡΝΑ ΤΟ ΠΛΑΚΟΥΝΤΑΚΟ ΦΡΑΓΜΑ ΣΕ ΜΑΙΜΟΥΔΕΣ…ΑΠΕΚΚΡΙΝΕΤΑΙ ΣΕ ΟΥΡΑ, ΧΟΛΗ Ή/ΚΑΙ ΚΟΠΡΑΝΑ…
ΑΠΟΡΡΟΦΑΤΑΙ ΒΡΑΔΕΩΣ ΑΠΟ ΤΟ ΓΑΣΤΡΕΝΤΕΡΙΚΟ ΣΩΛΗΝΑ…ΥΨΗΛΟ ΠΟΣΟΣΤΟ…ΣΥΝΔΕΕΤΑΙ ΜΕ ΠΡΩΤΕΪΝΕΣ ΠΛΑΣΜΑΤΟΣ. ΤΑ ΜΕΓΙΣΤΑ ΕΠΙΠΕΔΑ ΣΤΟ ΠΛΑΣΜΑ ΕΜΦΑΝΙΖΟΝΤΑΙ ΣΕ 2 ΕΩΣ 4 ΩΡΕΣ…Η ΑΝΑΛΓΗΣΙΑ ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΔΙΑΡΚΕΣΕΙ ΕΩΣ 6 ΩΡΕΣ…ΠΕΡΙΠΟΥ 50%…ΑΠΟΒΑΛΛΕΤΑΙ ΣΕ ΟΥΡΑ ΕΝΤΟΣ 24 ΩΡΩΝ /ΑΝΘΡΩΠΟΣ, ΧΟΡΗΓΗΣΗ ΑΠΟ ΤΟ ΣΤΟΜΑ/
water_drop
PubChem
Δέσμευση πρωτεϊνών
expand_more
Δέσμευση πρωτεϊνών
Σύνδεση με Πρωτεΐνες
90%
hub
PubChem
Μεταβολισμός
expand_more
Μεταβολισμός
Μεταβολισμός
Το μεφαιναμικό οξύ υφίσταται μεταβολισμό από το CYP2C9 σε 3-υδροξυμεθυλο μεφαιναμικό οξύ, και ενδέχεται να συμβεί περαιτέρω οξείδωση σε 3-καρβοξυμεφαιναμικό οξύ. Η δραστηριότητα αυτών των μεταβολιτών δεν έχει μελετηθεί. Το μεφαιναμικό οξύ επίσης γλυκουρονιδώνεται απευθείας.
ΤΟ ΜΕΦΑΙΝΑΜΙΚΟ ΟΞΥ…ΜΕΤΑΤΡΕΠΕΤΑΙ ΣΕ ΥΔΡΟΞΥΜΕΘΥΛΙΚΟ ΠΑΡΑΓΩΓΟ & ΣΕ ΟΞΥ ΜΕΣΩ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΣ, ΑΝ ΟΧΙ ΜΟΝΗΣ, ΜΕΤΑΒΟΛΙΚΗΣ ΟΔΟΥ ΣΕ ΣΚΥΛΟ, ΜΑΙΜΟΥ, & ΑΝΘΡΩΠΟ.
Mefenamic acid has known human metabolites that include 3-hydroxymethyl mefenamic aci.
hourglass
PubChem
Ημίσεια ζωή
expand_more
Ημίσεια ζωή
Βιολογικός Χρόνος Ημίσειας Ζωής
2 ώρες
…περίπου 50%…αποβάλλεται σε ούρα εντός 24 ωρών /άνθρωπος, χορήγηση από το στόμα/
category
PubChem
MeSH classification
expand_more
MeSH classification
Ταξινόμηση MeSH
Μη στεροειδή αντιφλεγμονώδη φάρμακα. Εκτός από τις αντιφλεγμονώδεις δράσεις, έχουν αναλγητικές, αντιπυρετικές και αντιαιμοπεταλιακές δράσεις. Δρουν αναστέλλοντας τη σύνθεση των προσταγλανδινών αναστέλλοντας την κυκλοοξυγενάση, η οποία μετατρέπει το αραχιδονικό οξύ σε κυκλικούς ενδοϋπεροξείδες, πρόδρομους των προσταγλανδινών. Η αναστολή της σύνθεσης προσταγλανδινών εξηγεί τις αναλγητικές, αντιπυρετικές και αντιαιμοπεταλιακές τους δράσεις· άλλοι μηχανισμοί μπορεί να συμβάλλουν στις αντιφλεγμονώδεις επιδράσεις τους.
Ενώσεις ή παράγοντες που συνδυάζονται με την κυκλοοξυγενάση (ΠΡΟΣΤΑΓΛΑΝΔΙΝΗ-ΕΝΔΟΠΕΡΟΞΕΙΔΗ ΣΥΝΘΕΤΑΖΕΣ) και έτσι εμποδίζουν τον συνδυασμό του υποστρώματός τους-ενζύμου με το αραχιδονικό οξύ και τον σχηματισμό εικοσανοειδών, προσταγλανδινών και θρομβοξανών.
fact_check
PubChem
FDA classification
expand_more
FDA classification
Ταξινόμηση FDA
367589PJ2C
MEFENAMIC ACID
Μηχανισμοί Δράσης [MoA] - Αναστολείς Κυκλοοξυγενάσης
Χημική Δομή [CS] - Μη Στεροειδή Αντιφλεγμονώδη Φάρμακα
Καθιερωμένη Φαρμακολογική Κατηγορία [EPC] - Μη Στεροειδές Αντιφλεγμονώδες Φάρμακο
Το μεφαιναμικό οξύ είναι ένα Μη Στεροειδές Αντιφλεγμονώδες Φάρμακο. Ο μηχανισμός δράσης του μεφαιναμικού οξέος είναι ως Αναστολέας Κυκλοοξυγενάσης.
MEFENAMIC ACID
Μη Στεροειδή Αντιφλεγμονώδη Φάρμακα [CS]; Αναστολείς Κυκλοοξυγενάσης [MoA]; Μη Στεροειδές Αντιφλεγμονώδες Φάρμακο [EPC]
Ημίσεια ζωή
Δέσμευση πρωτεϊνών
Απέκκριση
Scientific Profile
Ταξινόμηση MeSH
Μη στεροειδή αντιφλεγμονώδη φάρμακα. Εκτός από τις αντιφλεγμονώδεις δράσεις, έχουν αναλγητικές, αντιπυρετικές και αντιαιμοπεταλιακές δράσεις. Δρουν αναστέλλοντας τη σύνθεση των προσταγλανδινών αναστέλλοντας την κυκλοοξυγενάση, η οποία μετατρέπει το αραχιδονικό οξύ σε κυκλικούς ενδοϋπεροξείδες, πρόδρομους των προσταγλανδινών. Η αναστολή της σύνθεσης προσταγλανδινών εξηγεί τις αναλγητικές, αντιπυρετικές και αντιαιμοπεταλιακές τους δράσεις· άλλοι μηχανισμοί μπορεί να συμβάλλουν στις αντιφλεγμονώδεις επιδράσεις τους.
Ενώσεις ή παράγοντες που συνδυάζονται με την κυκλοοξυγενάση (ΠΡΟΣΤΑΓΛΑΝΔΙΝΗ-ΕΝΔΟΠΕΡΟΞΕΙΔΗ ΣΥΝΘΕΤΑΖΕΣ) και έτσι εμποδίζουν τον συνδυασμό του υποστρώματός τους-ενζύμου με το αραχιδονικό οξύ και τον σχηματισμό εικοσανοειδών, προσταγλανδινών και θρομβοξανών.