MEFLOQUINE
Μεφλοκίνη
Θεραπεία της ελονοσίας από πλασμώδια ανθεκτικά στην χλωροκίνη ή τα άλλα ανθελονοσιακά φάρμακα. Xημειοπροφύλαξη.
Εμπορικά Ονόματα
Κλινική Σύνοψη
Προτεραιότητα πηγών: SPC, ΕΟΦ, DrugBank
clinical_notes
ΕΟΦ
Ενδείξεις
expand_more
Ενδείξεις
medication
SPC-LARIAM
Δοσολογία
expand_more
Δοσολογία
- Δόση έναρξης: 5 mg/kg (προφύλαξη), 20-25 mg/kg (θεραπεία)
- Τιτλοποίηση: Σε περίπτωση εμετού εντός 30 λεπτών, χορηγείται δεύτερη πλήρης δόση. Σε περίπτωση εμετού 30-60 λεπτών, χορηγείται επιπλέον μισή δόση.
-
Προφύλαξη (σωματικό βάρος)Δόση5 mg/kgΗ πρώτη δόση πρέπει να ληφθεί τουλάχιστον μια εβδομάδα (ιδανικά 2 1/2 εβδομάδες) πριν την άφιξη στην ενδημική περιοχή. Η προφύλαξη πρέπει να συνεχίζεται για 4 επιπλέον εβδομάδες μετά την αναχώρηση από την ενδημική περιοχή. Για ταξιδιώτες που πρέπει να βρίσκονται επειγόντως σε περιοχές υψηλού κινδύνου, μπορεί να χορηγηθεί δόση εφόδου (ημερησίως για 3 συνεχόμενες ημέρες) ακολουθούμενη από τη συνήθη εβδομαδιαία δόση.
-
Προφύλαξη (παιδιά)Εμπειρία περιορισμένη σε βρέφη < 3 μηνών ή < 5 kg. Δοσολογία υπολογισμένη με βάση τη δόση ενηλίκων.
-
Θεραπεία (ασθενείς χωρίς ανοσία)Δόση20-25 mg/kgΣυνολική δόση μπορεί να χωριστεί σε 2-3 δόσεις με μεσοδιάστημα 6-8 ωρών. Μία δεύτερη πλήρης δόση για εμετό < 30 λεπτά μετά τη λήψη. Μισή δόση για εμετό 30-60 λεπτά μετά τη λήψη.
-
Θεραπεία (μερικώς ανοσοποιημένα άτομα)Μειωμένη δόση μπορεί να είναι επαρκής.
block
SPC-LARIAM
Αντενδείξεις
expand_more
Αντενδείξεις
-
Γνωστή υπερευαισθησία στη μεφλοκίνη ή τις σχετικές ουσίες (π.χ. κινίνη, κινιδίνη) ή σε οποιοδήποτε από τα έκδοχα που περιέχονται στο σκεύασμα.
-
Χημειοπροφύλαξη σε ασθενείς με ενεργή κατάθλιψη, ιστορικό κατάθλιψης, γενικευμένη αγχώδη διαταραχή, ψύχωση, απόπειρες αυτοκτονίας, αυτοκτονικό ιδεασμό και αυτοκαταστροφική συμπεριφορά, σχιζοφρένεια ή άλλες ψυχιατρικές διαταραχές ή με ιστορικό σπασμών οποιασδήποτε προέλευσης.Πληθυσμόςασθενείς με ενεργή κατάθλιψη, ιστορικό κατάθλιψης, γενικευμένη αγχώδη διαταραχή, ψύχωση, απόπειρες αυτοκτονίας, αυτοκτονικό ιδεασμό και αυτοκαταστροφική συμπεριφορά, σχιζοφρένεια ή άλλες ψυχιατρικές διαταραχές ή με ιστορικό σπασμών οποιασδήποτε προέλευσης
-
Η αλοφαντρίνη δεν πρέπει να χρησιμοποιείται κατά τη διάρκεια της χημειοπροφύλαξης με μεφλοκίνη ή της ανθελονοσιακής θεραπείας ή σε διάστημα 15 εβδομάδων μετά από την τελευταία δόση της μεφλοκίνης, λόγω του κινδύνου πιθανώς θανατηφόρου επιμήκυνσης του διαστήματος QTc.Πληθυσμόςασθενείς που λαμβάνουν αλοφαντρίνη
-
Ικτερώδης αιμοσφαιρινολρικός πυρετός, μια επιπλοκή της ελονοσίας falciparum με σημαντική ενδοαγγειακή αιμόλυση που προκαλεί αιμοσφαιρινουρία.
-
Σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία.
warning
SPC-LARIAM
Προειδοποιήσεις
expand_more
Προειδοποιήσεις
-
Νευροψυχιατρικές Ανεπιθύμητες ΑντιδράσειςΗ μεφλοκίνη μπορεί να προκαλέσει ψυχιατρικά συμπτώματα, όπως είναι οι διαταραχές του άγχους, η παράνοια, η κατάθλιψη, οι ψευδαισθήσεις και η ψύχωση. Τα ψυχιατρικά συμπτώματα, όπως είναι τα μη φυσιολογικά όνειρα/οι εφιάλτες, το οξύ άγχος, η κατάθλιψη, η ανησυχία ή η σύγχυση πρέπει να θεωρηθούν ως πρόδρομα ενός σοβαρότερου συμβάντος. Έχουν αναφερθεί περιπτώσεις αυτοκτονίας, αυτοκτονικών σκέψεων και αυτοκαταστροφικής συμπεριφοράς, όπως είναι η απόπειρα αυτοκτονίας. Οι ασθενείς υπό ανθελονοσιακή χημειοπροφύλαξη με μεφλοκίνη θα πρέπει να πληροφορηθούν ότι σε περίπτωση που εμφανιστούν οι εν λόγω αντιδράσεις ή μεταβολές στη νοητική τους κατάσταση κατά τη διάρκεια της χρήσης μεφλοκίνης, θα πρέπει να σταματήσουν να λαμβάνουν μεφλοκίνη και να αναζητήσουν αμέσως ιατρική συμβουλή ώστε να μπορέσει να αντικατασταθεί η μεφλοκίνη από εναλλακτική ανθελονοσιακή προφυλακτική φαρμακευτική αγωγή. Ανεπιθύμητες αντιδράσεις μπορεί επίσης να προκύψουν μετά από τη διακοπή του φαρμάκου. Σε μικρό αριθμό ασθενών έχει αναφερθεί ότι νευροψυχιατρικές αντιδράσεις (όπως, κατάθλιψη, ζάλη ή ίλιγγος και απώλεια της ισορροπίας) μπορεί να επιμένουν για μήνες ή περισσότερο, ακόμα και μετά από τη διακοπή του φαρμάκου.
-
Νευροψυχιατρικές Ανεπιθύμητες ΑντιδράσειςΠληθυσμόςασθενείς με ενεργές ψυχιατρικές διαταραχές ή ιστορικό ψυχιατρικών διαταραχών, όπως είναι η κατάθλιψη, οι αγχωτικές διαταραχές, η σχιζοφρένεια ή άλλες ψυχιατρικές διαταραχέςη μεφλοκίνη δεν πρέπει να χρησιμοποιείται ως χημειοπροφύλαξη
-
ΥπερευαισθησίαΜπορεί να εμφανιστούν αντιδράσεις υπερευαισθησίας, οι οποίες κυμαίνονται από ήπια δερματικά συμβάντα έως αναφυλαξία.
-
Καρδιακή τοξικότηταΗ ταυτόχρονη χορήγηση μεφλοκίνης και άλλων σχετικών ουσιών (π.χ. κινίνη, κινιδίνη και χλωροκίνη) μπορεί να προκαλέσει ηλεκτροκαρδιογραφικές ανωμαλίες. Λόγω του κινδύνου πιθανώς θανατηφόρου παράτασης του διαστήματος QTc, η αλοφαντρίνη δεν πρέπει να χρησιμοποιείται κατά τη διάρκεια της χημειοπροφύλαξης με μεφλοκίνη ή της ανθελονοσιακής θεραπείας ή σε διάστημα 15 εβδομάδων μετά από την τελευταία δόση της μεφλοκίνης. Λόγω των αυξημένων συγκεντρώσεων στο πλάσμα και της ημίσειας ζωής απομάκρυνσης της μεφλοκίνης μετά από συγχορήγηση με κετοκοναζόλη, μπορεί να αναμένεται επίσης κίνδυνος παράτασης του QTc, εάν η κετοκοναζόλη λαμβάνεται κατά τη διάρκεια της χημειοπροφύλαξης με μεφλοκίνη ή της ανθελονοσιακής θεραπείας ή σε διάστημα 15 εβδομάδων μετά από την τελευταία δόση της μεφλοκίνης. Οι ασθενείς θα πρέπει να συμβουλεύονται ιατρό σε περίπτωση που εμφανιστούν σημεία αρρυθμίας ή αίσθημα παλμών κατά τη διάρκεια της χημειοπροφύλαξης με μεφλοκίνη.
-
Επιληπτικές διαταραχέςΠληθυσμόςασθενείς με επιληψίαη μεφλοκίνη μπορεί να αυξήσει τον κίνδυνο σπασμών. Επομένως, σε αυτές τις περιπτώσεις, η μεφλοκίνη θα πρέπει να χρησιμοποιείται μόνο ως θεραπευτική αγωγή (δηλ. όχι ως θεραπεία αναμονής) και μόνο εάν υπάρχουν επιτακτικοί λόγοι.
-
ΝευροπάθειαΗ μεφλοκίνη θα πρέπει να διακοπεί στους ασθενείς που εμφανίζουν συμπτώματα νευροπάθειας, συμπεριλαμβανομένου πόνου, αισθήματος καύσου, μυρμηγκιάσματος, αιμωδίας και/ή αδυναμίας προκειμένου να αποτραπεί η ανάπτυξη μη αναστρέψιμης κατάστασης.
-
Οφθαλμικές διαταραχέςΟποιοσδήποτε ασθενής εμφανίζει διαταραχές της όρασης θα πρέπει να παραπέμπεται σε ιατρό καθώς ορισμένες καταστάσεις (όπως είναι οι διαταραχές του αμφιβληστροειδούς ή η οπτική νευροπάθεια) μπορεί να χρήζουν διακοπής της θεραπείας με μεφλοκίνη.
-
Διαταραγμένη ηπατική λειτουργίαΣτους ασθενείς με διαταραγμένη ηπατική λειτουργία, η απομάκρυνση της μεφλοκίνης μπορεί να παραταθεί, οδηγώντας σε υψηλότερα επίπεδα πλάσματος και υψηλότερο κίνδυνο ανεπιθύμητων αντιδράσεων.
-
Νεφρική δυσλειτουργίαΛόγω των περιορισμένων δεδομένων, η μεφλοκίνη θα πρέπει να χορηγηθεί με προσοχή στους ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία.
-
ΠνευμονίτιδαΈχει αναφερθεί πνευμονίτιδα πιθανώς αλλεργικής αιτιολογίας στους ασθενείς που έλαβαν μεφλοκίνη. Οι ασθενείς που αναπτύσσουν σημεία δύσπνοιας, ξηρού βήχα ή πυρετού κ.λπ. κατά τη διάρκεια λήψης μεφλοκίνης θα πρέπει να συμβουλεύονται να επικοινωνήσουν με γιατρό για να υποβληθούν σε ιατρική αξιολόγηση.
-
Αιματολογικές διαταραχές και διαταραχές του λεμφικού συστήματοςΈχουν αναφερθεί περιστατικά ακοκκιοκυττάρωσης και απλαστικής αναιμίας κατά τη διάρκεια της θεραπείας με μεφλοκίνη.
-
Αναστολείς και επαγωγείς του CYP3A4Οι αναστολείς και οι επαγωγείς του ισοενζύμου CYP3A4 μπορεί να τροποποιήσουν τις φαρμακοκινητικές ιδιότητες/μεταβολισμό της μεφλοκίνης, οδηγώντας σε αύξηση ή μείωση των συγκεντρώσεων της μεφλοκίνης στο πλάσμα.
-
Αλληλεπίδραση με εμβόλιαΌταν η μεφλοκίνη λαμβάνεται ταυτόχρονα με από του στόματος λαμβανόμενα ζώντα εμβόλια τυφοειδούς, δεν μπορεί να αποκλειστεί το ενδεχόμενο εξασθένησης της ανοσοποίησης. Οι εμβολιασμοί με από του στόματος εξασθενημένα ζώντα βακτήρια θα πρέπει, επομένως, να ολοκληρωθούν τουλάχιστον 3 ημέρες πριν από την πρώτη δόση της μεφλοκίνης.
-
Μακροχρόνια χρήσηΚατά τη διάρκεια των κλινικών μελετών, αυτό το φάρμακο δεν χορηγήθηκε για διάστημα μεγαλύτερο του ενός έτους. Εάν το φάρμακο πρέπει να χορηγηθεί για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα, θα πρέπει να πραγματοποιηθούν περιοδικές αξιολογήσεις συμπεριλαμβανομένων των ελέγχων της ηπατικής λειτουργίας και των περιοδικών οφθαλμολογικών εξετάσεων.
-
Δυσανεξία στη γαλακτόζηΟι ασθενείς με σπάνια κληρονομικά προβλήματα δυσανεξίας στη γαλακτόζη, ανεπάρκεια λακτάσης Lapp ή δυσαπορρόφηση γλυκόζης - γαλακτόζης δεν θα πρέπει να λαμβάνουν αυτό το φάρμακο.
-
Γεωγραφική φαρμακευτική αντίστασηΤο μοντέλο της γεωγραφικής φαρμακευτικής αντίστασης του P. falciparum εμφανίζεται και η προτιμώμενη επιλογή ανθελονοσιακής χημειοπροφύλαξης μπορεί να διαφέρει από τη μία περιοχή στην άλλη. Έχει αναφερθεί αντίσταση του P. falciparum στη μεφλοκίνη, κυρίως σε περιοχές πολυφαρμακευτικής αντίστασης στη Νοτιοανατολική Ασία. Σε ορισμένες περιοχές έχουν αναφερθεί διασταυρούμενη αντίσταση ανάμεσα στη μεφλοκίνη και την αλοφαντρίνη και διασταυρούμενη αντίσταση ανάμεσα στη μεφλοκίνη και την κινίνη. Για τρέχουσες συμβουλές για το μοντέλο γεωγραφικής αντίστασης θα πρέπει να συμβουλευτείτε τα αρμόδια εθνικά ειδικά κέντρα.
-
ΥπογλυκαιμίαΠρέπει να εξεταστεί η πιθανότητα υπογλυκαιμίας σε ασθενείς με συγγενή υπερινσουλιναιμική υπογλυκαιμία.
swap_horiz
SPC-LARIAM
Αλληλεπιδράσεις
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
-
ΑλοφαντρίνηπαρακολούθησηΣημαντική παράταση του διαστήματος QTc.
-
Άλλα φάρμακα που παρατείνουν το διάστημα QTc (π.χ. αντιαρρυθμικά, β-αδρενεργικοί αποκλειστές, αποκλειστές διαύλων ασβεστίου, αντιϊσταμινικά, τρικυκλικά αντικαταθλιπτικά, φαινοθειαζίνες)παρακολούθησηΣυμβολή στην παράταση του διαστήματος QTc.
-
παρακολούθησηΑπώλεια ελέγχου επιληπτικών κρίσεων, χαμηλότερα από το αναμενόμενο επίπεδα αντισπασμωδικών στο αίμα.ΣύστασηΠιθανή προσαρμογή δοσολογίας αντιεπιληπτικής αγωγής.
-
Φάρμακα που μειώνουν το επιληπτογενές όριο (αντικαταθλιπτικά, SSRI, βουπροπιόνη, αντιψυχωτικά, τραμαδόλη, χλωροκίνη, ορισμένα αντιβιοτικά)παρακολούθησηΑυξημένος κίνδυνος σπασμών.
-
παρακολούθησηΜπορεί να τροποποιήσουν τις φαρμακοκινητικές ιδιότητες/μεταβολισμό της μεφλοκίνης, οδηγώντας σε αύξηση ή μείωση της συγκέντρωσης στο πλάσμα.
-
Αναστολείς του CYP3A4παρακολούθησηΜπορεί να τροποποιήσουν τις φαρμακοκινητικές ιδιότητες/μεταβολισμό της μεφλοκίνης, οδηγώντας σε αύξηση ή μείωση της συγκέντρωσης στο πλάσμα.
-
Από του στόματος ζώντα εμβόλια τυφοειδούςπαρακολούθησηΠιθανή εξασθένηση της ανοσοποίησης.ΣύστασηΟλοκλήρωση εμβολιασμών τουλάχιστον 3 ημέρες πριν την πρώτη δόση μεφλοκίνης.
sick
SPC-LARIAM
Ανεπιθύμητες ενέργειες
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
- Ακοκκιοκυττάρωση
- Απλαστική αναιμία
- Λευκοπενία
- Λευκοκυττάρωση
- Θρομβοκυτταροπενία
- Υπερευαισθησία από ήπια δερματικά συμβάντα έως αναφυλαξία
- Μειωμένη όρεξη
- Μη φυσιολογικά όνειρα
- Αϋπνία
- Άγχος
- Κατάθλιψη
- Διέγερση
- Ανησυχία
- Μεταβολές της διάθεσης
- Επιδρομές πανικού
- Κατάσταση σύγχυσης
- Ψευδαισθήσεις
- Επιθετικότητα
- Διπολική διαταραχή
- Ψυχωτική διαταραχή
- Παραληρητική διαταραχή
- Αποπροσωποποίηση
- Μανία
- Σχιζοφρένεια/προσομοιάζουν σχιζοφρένειας διαταραχή
- Παράνοια
- Διαταραχή της προσοχής
- Αυτοκτονία
- Απόπειρα αυτοκτονίας
- Αυτοκτονικός ιδεασμός
- Αυτοκαταστροφική συμπεριφορά
- Ζάλη
- Κεφαλαλγία
- Διαταραχές της ισορροπίας
- Διαταραχή στο βάδισμα
- Υπνηλία
- Συγκοπή
- Σπασμοί
- Διαταραχή της μνήμης
- Αμνησία
- Περιφερική αισθητική νευροπάθεια
- Περιφερική κινητική νευροπάθεια
- Εγκεφαλοπάθεια
- Διαταραχή της ομιλίας
- Παράλυση κρανιακών νεύρων
- Διαταραχές της όρασης
- Θολή όραση
- Καταρράκτης
- Διαταραχές του αμφιβληστροειδούς
- Οπτική νευροπάθεια
- Ίλιγγος
- Αιθουσαίες διαταραχές
- Εμβοές
- Μερική κώφωση
- Δυσλειτουργία της ακοής
- Υπερακοΐα
- Ταχυκαρδία
- Αίσθημα παλμών
- Βραδυκαρδία
- Ακανόνιστη καρδιακή συχνότητα
- Εκτακτοσυστολές
- Άλλη παροδική διαταραχή της αγωγιμότητας
- ΚΚ αποκλεισμός
- Καρδιαγγειακές διαταραχές
- Υπόταση
- Υπέρταση
- Εξάψεις
- Δύσπνοια
- Πνευμονία
- Πνευμονίτιδα πιθανώς αλλεργικής αιτιολογίας
- Ναυτία
- Διάρροια
- Κοιλιακό άλγος
- Έμετος
- Δυσπεψία
- Παγκρεατίτιδα
- Ασυμπτωματικές παροδικές αυξημένες τρανσαμινάσες (ALT, AST, GGT)
- Ηπατίτιδα
- Ηπατική ανεπάρκεια
- Ίκτερος
- Κνησμός
- Εξάνθημα
- Ερύθημα
- Κνίδωση
- Αλωπεκία
- Υπερίδρωση
- Πολύμορφο ερύθημα
- Σύνδρομο Stevens-Johnson
- Μυϊκή αδυναμία
- Μυϊκοί σπασμοί
- Μυαλγία
- Αρθραλγία
- Οίδημα
- Θωρακικό άλγος
- Εξασθένηση
- Κακουχία
- Κόπωση
- Ρίγη
- Πυρεξία
- Κρεατινίνη αίματος αυξημένη
- Νεφρίτιδα
- Οξεία νεφρική ανεπάρκεια
Λεπτομέρειες κατά συχνότητα expand_more
-
Όχι γνωστέςΑκοκκιοκυττάρωσηΑίματος και λεμφικού συστήματος
-
Όχι γνωστέςΑπλαστική αναιμίαΑίματος και λεμφικού συστήματος
-
Όχι γνωστέςΛευκοπενίαΑίματος και λεμφικού συστήματος
-
Όχι γνωστέςΛευκοκυττάρωσηΑίματος και λεμφικού συστήματος
-
Όχι γνωστέςΘρομβοκυτταροπενίαΑίματος και λεμφικού συστήματος
-
Όχι γνωστέςΥπερευαισθησία από ήπια δερματικά συμβάντα έως αναφυλαξίαΑνοσοποιητικού συστήματος
-
Όχι γνωστέςΜειωμένη όρεξηΜεταβολισμού και θρέψης
-
Πολύ συχνέςΜη φυσιολογικά όνειραΨυχιατρικές
-
Πολύ συχνέςΑϋπνίαΨυχιατρικές
-
ΣυχνέςΆγχοςΨυχιατρικές
-
ΣυχνέςΚατάθλιψηΨυχιατρικές
-
Όχι γνωστέςΔιέγερσηΨυχιατρικές
-
Όχι γνωστέςΑνησυχίαΨυχιατρικές
-
Όχι γνωστέςΜεταβολές της διάθεσηςΨυχιατρικές
-
Όχι γνωστέςΕπιδρομές πανικούΨυχιατρικές
-
Όχι γνωστέςΚατάσταση σύγχυσηςΨυχιατρικές
-
Όχι γνωστέςΨευδαισθήσειςΨυχιατρικές
-
Όχι γνωστέςΕπιθετικότηταΨυχιατρικές
-
Όχι γνωστέςΔιπολική διαταραχήΨυχιατρικές
-
Όχι γνωστέςΨυχωτική διαταραχήΨυχιατρικές
-
Όχι γνωστέςΠαραληρητική διαταραχήΨυχιατρικές
-
Όχι γνωστέςΑποπροσωποποίησηΨυχιατρικές
-
Όχι γνωστέςΜανίαΨυχιατρικές
-
Όχι γνωστέςΣχιζοφρένεια/προσομοιάζουν σχιζοφρένειας διαταραχήΨυχιατρικές
-
Όχι γνωστέςΠαράνοιαΨυχιατρικές
-
Όχι γνωστέςΔιαταραχή της προσοχήςΨυχιατρικές
-
Όχι γνωστέςΑυτοκτονίαΨυχιατρικές
-
Όχι γνωστέςΑπόπειρα αυτοκτονίαςΨυχιατρικές
-
Όχι γνωστέςΑυτοκτονικός ιδεασμόςΨυχιατρικές
-
Όχι γνωστέςΑυτοκαταστροφική συμπεριφοράΨυχιατρικές
-
ΣυχνέςΖάληΝευρικού συστήματος
-
ΣυχνέςΚεφαλαλγίαΝευρικού συστήματος
-
Όχι γνωστέςΔιαταραχές της ισορροπίαςΝευρικού συστήματος
-
Όχι γνωστέςΔιαταραχή στο βάδισμαΝευρικού συστήματος
-
Όχι γνωστέςΥπνηλίαΝευρικού συστήματος
-
Όχι γνωστέςΣυγκοπήΝευρικού συστήματος
-
Όχι γνωστέςΣπασμοίΝευρικού συστήματος
-
Όχι γνωστέςΔιαταραχή της μνήμηςΝευρικού συστήματος
-
Όχι γνωστέςΑμνησίαΝευρικού συστήματος
-
Όχι γνωστέςΠεριφερική αισθητική νευροπάθειαΝευρικού συστήματος
-
Όχι γνωστέςΠεριφερική κινητική νευροπάθειαΝευρικού συστήματος
-
Όχι γνωστέςΕγκεφαλοπάθειαΝευρικού συστήματος
-
Όχι γνωστέςΔιαταραχή της ομιλίαςΝευρικού συστήματος
-
Όχι γνωστέςΠαράλυση κρανιακών νεύρωνΝευρικού συστήματος
-
ΣυχνέςΔιαταραχές της όρασηςΟφθαλμικές
-
Όχι γνωστέςΘολή όρασηΟφθαλμικές
-
Όχι γνωστέςΚαταρράκτηςΟφθαλμικές
-
Όχι γνωστέςΔιαταραχές του αμφιβληστροειδούςΟφθαλμικές
-
Όχι γνωστέςΟπτική νευροπάθειαΟφθαλμικές
-
ΣυχνέςΊλιγγοςΩτός και λαβυρίνθου
-
Όχι γνωστέςΑιθουσαίες διαταραχέςΩτός και λαβυρίνθου
-
Όχι γνωστέςΕμβοέςΩτός και λαβυρίνθου
-
Όχι γνωστέςΜερική κώφωσηΩτός και λαβυρίνθου
-
Όχι γνωστέςΔυσλειτουργία της ακοήςΩτός και λαβυρίνθου
-
Όχι γνωστέςΥπερακοΐαΩτός και λαβυρίνθου
-
Όχι γνωστέςΤαχυκαρδίαΚαρδιακές
-
Όχι γνωστέςΑίσθημα παλμώνΚαρδιακές
-
Όχι γνωστέςΒραδυκαρδίαΚαρδιακές
-
Όχι γνωστέςΑκανόνιστη καρδιακή συχνότηταΚαρδιακές
-
Όχι γνωστέςΕκτακτοσυστολέςΚαρδιακές
-
Όχι γνωστέςΆλλη παροδική διαταραχή της αγωγιμότηταςΚαρδιακές
-
Όχι γνωστέςΚΚ αποκλεισμόςΚαρδιακές
-
Όχι γνωστέςΚαρδιαγγειακές διαταραχέςΑγγειακές
-
Όχι γνωστέςΥπότασηΑγγειακές
-
Όχι γνωστέςΥπέρτασηΑγγειακές
-
Όχι γνωστέςΕξάψειςΑγγειακές
-
Όχι γνωστέςΔύσπνοιαΑναπνευστικού συστήματος, θώρακα και μεσοθωράκιου
-
Όχι γνωστέςΠνευμονίαΑναπνευστικού συστήματος, θώρακα και μεσοθωράκιου
-
Όχι γνωστέςΠνευμονίτιδα πιθανώς αλλεργικής αιτιολογίαςΑναπνευστικού συστήματος, θώρακα και μεσοθωράκιου
-
ΣυχνέςΝαυτίαΓαστρεντερικές
-
ΣυχνέςΔιάρροιαΓαστρεντερικές
-
ΣυχνέςΚοιλιακό άλγοςΓαστρεντερικές
-
ΣυχνέςΈμετοςΓαστρεντερικές
-
Όχι γνωστέςΔυσπεψίαΓαστρεντερικές
-
Όχι γνωστέςΠαγκρεατίτιδαΓαστρεντερικές
-
Όχι γνωστέςΑσυμπτωματικές παροδικές αυξημένες τρανσαμινάσεςΉπατος και χοληφόρων
-
Όχι γνωστέςΗπατίτιδαΉπατος και χοληφόρων
-
Όχι γνωστέςΗπατική ανεπάρκειαΉπατος και χοληφόρων
-
Όχι γνωστέςΊκτεροςΉπατος και χοληφόρων
-
ΣυχνέςΚνησμόςΔέρματος και υποδόριου ιστού
-
Όχι γνωστέςΕξάνθημαΔέρματος και υποδόριου ιστού
-
Όχι γνωστέςΕρύθημαΔέρματος και υποδόριου ιστού
-
Όχι γνωστέςΚνίδωσηΔέρματος και υποδόριου ιστού
-
Όχι γνωστέςΑλωπεκίαΔέρματος και υποδόριου ιστού
-
Όχι γνωστέςΥπερίδρωσηΔέρματος και υποδόριου ιστού
-
Όχι γνωστέςΠολύμορφο ερύθημαΔέρματος και υποδόριου ιστού
-
Όχι γνωστέςΣύνδρομο Stevens-JohnsonΔέρματος και υποδόριου ιστού
-
Όχι γνωστέςΜυϊκή αδυναμίαΜυοσκελετικού συστήματος και συνδετικού ιστού
-
Όχι γνωστέςΜυϊκοί σπασμοίΜυοσκελετικού συστήματος και συνδετικού ιστού
-
Όχι γνωστέςΜυαλγίαΜυοσκελετικού συστήματος και συνδετικού ιστού
-
Όχι γνωστέςΑρθραλγίαΜυοσκελετικού συστήματος και συνδετικού ιστού
-
Όχι γνωστέςΟίδημαΓενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
-
Όχι γνωστέςΘωρακικό άλγοςΓενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
-
Όχι γνωστέςΕξασθένησηΓενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
-
Όχι γνωστέςΚακουχίαΓενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
-
Όχι γνωστέςΚόπωσηΓενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
-
Όχι γνωστέςΡίγηΓενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
-
Όχι γνωστέςΠυρεξίαΓενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
-
Όχι γνωστέςΚρεατινίνη αίματος αυξημένηΝεφρών και των ουροφόρων οδών
-
Όχι γνωστέςΝεφρίτιδαΝεφρών και των ουροφόρων οδών
-
Όχι γνωστέςΟξεία νεφρική ανεπάρκειαΝεφρών και των ουροφόρων οδών
pregnant_woman
SPC-LARIAM
Κύηση / γαλουχία
Επίπεδο κινδύνου: Με προσοχή
expand_more
Κύηση / γαλουχία
-
ΚύησηΜε προσοχήΗ προφυλακτική θεραπεία με μεφλοκίνη μπορεί να ληφθεί υπόψη ανεξάρτητα από το τρίμηνο της εγκυμοσύνης, αλλά αυστηρά εντός ενδείξεων. Χρήση της μεφλοκίνης ως θεραπευτική αγωγή σε έγκυες γυναίκες περιορίζεται στη θεραπεία της οξείας μη επιπλεγμένης ελονοσίας όταν η κινίνη αντενδείκνυται ή στην περίπτωση αντοχής του Plasmodium falciparum στην κινίνη. Σε περίπτωση μη προγραμματισμένης εγκυμοσύνης, η χημειοπροφύλαξη από ελονοσία με το Lariam δεν θεωρείται σαν ένδειξη για τερματισμό της εγκυμοσύνης. Για τη χρήση της μεφλοκίνης κατά τη διάρκεια της κύησης, θα πρέπει να συμβουλευτείτε τις τρέχουσες εθνικές και διεθνείς κατευθυντήριες οδηγίες.
-
ΓαλουχίαΑποφεύγεταιΗ μεφλοκίνη απεκκρίνεται στο μητρικό γάλα σε μικρές ποσότητες η δραστικότητα των οποίων είναι άγνωστη. Σαν προληπτικό μέτρο, η μεφλοκίνη πρέπει να αποφεύγεται από γυναίκες που θηλάζουν. Για τη χρήση της μεφλοκίνης σε θηλάζουσες μητέρες, θα πρέπει να συμβουλευτείτε τις τρέχουσες εθνικές και διεθνείς κατευθυντήριες οδηγίες.
neurology
DrugBank
Μηχανισμός δράσης
expand_more
Μηχανισμός δράσης
monitor_heart
SPC-LARIAM
Φαρμακοδυναμική
expand_more
Φαρμακοδυναμική
biotech
SPC-LARIAM
Φαρμακοκινητική
expand_more
Φαρμακοκινητική
hub
PubChem
Μεταβολισμός
expand_more
Μεταβολισμός
bloodtype
DrugBank
Απέκκριση
expand_more
Απέκκριση
Σκευάσματα & Τιμολόγηση
Μονογραφίες Πηγών
Αναλυτικό περιεχόμενο ανά πηγή για τεκμηρίωση και έλεγχο
medication
Δοσολογία
SPC-LARIAM
expand_more
Δοσολογία
H μεφλοκίνη έχει πικρή και ελαφρώς καυστική γεύση. Τα δισκία Lariam πρέπει να καταπίνονται ολόκληρα, κατά προτίμηση μετά από το γεύμα, με τουλάχιστον ένα ποτήρι κάποιου υγρού. Τα δισκία δύναται να συνθλίβονται και να διαλύονται ως εναιώρημα σε μικρή ποσότητα νερού, γάλακτος ή άλλου ροφήματος για χορήγηση σε μικρά παιδιά και άλλα άτομα που δεν μπορούν να τα καταπιούν ολόκληρα.
Προφύλαξη
Η συνιστώμενη δόση προφύλαξης του Lariam είναι περίπου 5 mg/kg σωματικού βάρους, χορηγούμενη μια φορά την εβδομάδα.
| Σωματικό βάρος (kg) | Δόση |
|---|---|
| 5-10 kg | 1/8 του δισκίου* |
| 10-20 kg | ¼ του δισκίου |
| 20-30 kg | ½ του δισκίου |
| 30-45 kg | ¾ του δισκίου |
| > 45 kgr | 1 δισκίο |
- Η κατά προσέγγιση διαίρεση του δισκίου βασίζεται στη δοσολογία των 5 mg/kg σωματικού βάρους. Οι ακριβείς δόσεις για παιδιά που ζυγίζουν λιγότερο από 10 kg πρέπει να ετοιμάζονται και να δίνονται από το φαρμακοποιό.
Οι εβδομαδιαίες δόσεις πρέπει να λαμβάνονται τακτικά, πάντα την ίδια ημέρα της εβδομάδας και προτιμότερα μετά το κυρίως γεύμα. Η πρώτη δόση πρέπει να ληφθεί τουλάχιστον μια εβδομάδα (ιδανικά 2 1/2 εβδομάδες) πριν την άφιξη στην ενδημική περιοχή.
Η εμπειρία με το Lariam σε βρέφη μικρότερα των 3 μηνών ή σε βρέφη που ζυγίζουν λιγότερο από 5 kg είναι περιορισμένη. Η δοσολογία για τα παιδιά έχει υπολογιστεί με βάση τη συνιστώμενη δόση για ενηλίκους (βλέπε παράγραφο 5.2 “Φαρμακοκινητικές ιδιότητες”).
Θεραπεία
Θεραπευτική αγωγή
Προκειμένου να περιοριστεί η εμφάνιση και η σοβαρότητα ανεπιθύμητων αντιδράσεων, η συνολική θεραπευτική δόση μπορεί να χωριστεί σε 2 - 3 δόσεις με μεσοδιάστημα 6 - 8 ωρών.
Συνηθισμένη δοσολογία
Η συνιστώμενη συνολική θεραπευτική δόση της μεφλοκίνης για ασθενείς που δεν παρουσιάζουν ανοσία είναι 20-25 mg/kg σωματικού βάρους:
| Σωματικό βάρος (kg) | Συνολική δόση | Διαιρεμένη δόση* |
|---|---|---|
| 5 - 10 kg** | ½ - 1 δισκίο | |
| 10 - 20 kg | 1 - 2 δισκία | |
| 20 - 30 kg | 2 - 3 δισκία | 2 + 1 |
| 30 - 45 kg | 3 - 4 δισκία | 2 + 2 |
| 45 - 60 kg | 5 δισκία | 3 + 2 |
| > 60 kg*** | 6 δισκία | 3 + 2 + 1 |
- Η διαίρεση της συνολικής θεραπευτικής δόσης σε 2-3 δόσεις που λαμβάνονται με διαφορά 6-8 ωρών, μπορεί να ελαττώσει την εμφάνιση ή τη σοβαρότητα των ανεπιθύμητων ενεργειών. ** Η εμπειρία με το Lariam σε βρέφη μικρότερα των 3 μηνών ή που ζυγίζουν λιγότερο από 5 kg είναι περιορισμένη. *** Δεν υπάρχει ειδική εμπειρία με συνολικές δόσεις μεγαλύτερες από 6 δισκία σε πολύ βαριά άτομα.
Ειδικές δοσολογικές οδηγίες
Προφύλαξη
Για ταξιδιώτες που πρέπει να βρίσκονται επειγόντως σε περιοχές υψηλού κινδύνου, σε περίπτωση που η έναρξη της προφύλαξης μια εβδομάδα πριν την άφιξη στην ενδημική περιοχή δεν είναι δυνατή, συστήνεται η χορήγηση μιας δόσης εφόδου που αποτελείται από την εβδομαδιαία δόση χορηγούμενη ημερησίως για 3 συνεχόμενες ημέρες και ακολουθούμενη, στη συνέχεια, από τη συνηθισμένη εβδομαδιαία δόση:
Ημέρα 1 1η δόση Ημέρα 2 2η δόση Ημέρα 3 3η δόση
στη συνέχεια τακτικές εβδομαδιαίες δόσεις
Η χρήση δόσης εφόδου μπορεί να σχετίζεται με αυξημένη συχνότητα εμφάνισης ανεπιθύμητων ενεργειών.
Σε ορισμένες περιπτώσεις, π.χ. όταν ο ταξιδιώτης λαμβάνει άλλα φάρμακα, μπορεί να είναι επιθυμητό να αρχίσει η προφύλαξη 2-3 εβδομάδες πριν την αναχώρηση, προκειμένου να εξασφαλιστεί το ότι ο συνδυασμός των φαρμάκων γίνεται καλά ανεκτός (βλέπε παράγραφο 4.5 «Αλληλεπιδράσεις με άλλα φαρμακευτικά προϊόντα και άλλες μορφές αλληλεπίδρασης»).
Για να μειωθεί ο κίνδυνος ελονοσίας μετά την αναχώρηση από την ενδημική περιοχή, η προφύλαξη πρέπει να συνεχίζεται για 4 επιπλέον εβδομάδες για να εξασφαλιστούν ικανοποιητικά επίπεδα του φαρμάκου στο αίμα όταν οι μεροζωίτες ανακύψουν από το ήπαρ.
Χημειοπροφύλαξη
Για να διασφαλιστεί, πριν από την άφιξη σε ενδημική περιοχή, ότι η χορήγηση της μεφλοκίνης είναι καλά ανεκτή, συνιστάται η έναρξη χημειοπροφύλαξης με μεφλοκίνη 10 ημέρες πριν από την αναχώρηση (δηλ. πρώτη λήψη 10 ημέρες πριν από την αναχώρηση και 2η λήψη 3 ημέρες πριν από την αναχώρηση). Οι επόμενες δόσεις θα πρέπει να λαμβάνονται μία φορά την εβδομάδα (σε σταθερή ημέρα).
Όταν η χημειοπροφύλαξη με τη μεφλοκίνη αποτύχει, οι γιατροί θα πρέπει να αξιολογήσουν με προσοχή ποιό ανθελονοσιακό θα χρησιμοποιήσουν για θεραπεία. Όσον αφορά στη χρήση της αλοφαντρίνης, βλέπε παραγράφους 4.3, 4.4 και 4.5.
Θεραπεία
Για τη θεραπεία της ελονοσίας p. Falciparum χωρίς επιπλοκές, έχει συσταθεί ο συνδυασμός της μεφλοκίνης με artesunate, ως μέρος μίας θεραπείας συνδυασμού (ACT) με βάση την αρτεμισίνη. Οι θεραπείες συνδυασμού (ATC) θα πρέπει να περιλαμβάνουν τουλάχιστον θεραπεία 3 ημερών με παράγωγο αρτεμισίνης.
Για μερικώς ανοσοποιημένα άτομα, π.χ. για κατοίκους ελονοσιακών ενδημικών περιοχών, μια μειωμένη δόση μπορεί να είναι επαρκής.
Μία δεύτερη πλήρης δόση πρέπει να χορηγείται σε ασθενείς που κάνουν έμετο σε λιγότερο από 30 λεπτά αφότου λάβουν το φάρμακο. Αν ο έμετος παρουσιαστεί 30-60 λεπτά μετά τη χορήγηση, πρέπει να χορηγηθεί επιπροσθέτως μισή δόση.
Μετά την αγωγή της ελονοσίας που οφείλεται σε P.vivax, θα πρέπει να εξετάζεται η προφύλαξη από υποτροπή με τη χρήση ενός παραγώγου της 8-αμινοκινολίνης (π.χ. πριμακίνη) προκειμένου να εξαλειφθούν οι ηπατικές μορφές.
Εάν ένας πλήρης κύκλος αγωγής με Lariam δεν οδηγήσει σε βελτίωση μέσα σε 48-72 ώρες, το Lariam δε θα πρέπει να χρησιμοποιηθεί για επαναθεραπεία. Μια εναλλακτική θεραπεία θα πρέπει να χρησιμοποιηθεί. Όταν παρουσιασθούν οξέα περιστατικά ελονοσίας κατά τη διάρκεια προφύλαξης με Lariam, ο ιατρός πρέπει να εκτιμήσει με προσοχή ποιό ανθελονοσιακό φάρμακο θα χρησιμοποιήσει για τη θεραπεία. Όσον αφορά στη χρήση της αλοφαντρίνης, βλέπε παραγράφους
block
Αντενδείξεις
SPC-LARIAM
expand_more
Αντενδείξεις
- γνωστή υπερευαισθησία στη μεφλοκίνη ή τις σχετικές ουσίες (π.χ. κινίνη, κινιδίνη) ή σε οποιοδήποτε από τα έκδοχα που περιέχονται στο σκεύασμα.
- χημειοπροφύλαξη σε ασθενείς με ενεργή κατάθλιψη, ιστορικό κατάθλιψης, γενικευμένη αγχώδη διαταραχή, ψύχωση, απόπειρες αυτοκτονίας, αυτοκτονικό ιδεασμό και αυτοκαταστροφική συμπεριφορά, σχιζοφρένεια ή άλλες ψυχιατρικές διαταραχές ή με ιστορικό σπασμών οποιασδήποτε προέλευσης (βλέπε Δοσολογία και Ειδικές προειδοποιήσεις).
- η αλοφαντρίνη δεν πρέπει να χρησιμοποιείται κατά τη διάρκεια της χημειοπροφύλαξης με μεφλοκίνη ή της ανθελονοσιακής θεραπείας ή σε διάστημα 15 εβδομάδων μετά από την τελευταία δόση της μεφλοκίνης, λόγω του κινδύνου πιθανώς θανατηφόρου επιμήκυνσης του διαστήματος QTc (βλέπε Ειδικές προειδοποιήσεις και Αλληλεπιδράσεις)
- σε ασθενείς με ιστορικό ικτερώδη αιμοσφαιρινολρικού πυρετού μια επιπλοκή της ελονοσίας falciparum με σημαντική ενδοαγγειακή αιμόλυση που προκαλεί αιμοσφαιρινουρία
- σε ασθενή με σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία (βλέπε Ειδικές προειδοποιήσεις και Ανεπιθύμητες ενέργειες)
warning
Προειδοποιήσεις
SPC-LARIAM
expand_more
Προειδοποιήσεις
Ειδικές προειδοποιήσεις και προφυλάξεις κατά τη χρήση
Νευροψυχιατρικές Ανεπιθύμητες Αντιδράσεις: Η μεφλοκίνη μπορεί να προκαλέσει ψυχιατρικά συμπτώματα, όπως είναι οι διαταραχές του άγχους, η παράνοια, η κατάθλιψη, οι ψευδαισθήσεις και η ψύχωση. Τα ψυχιατρικά συμπτώματα, όπως είναι τα μη φυσιολογικά όνειρα/οι εφιάλτες, το οξύ άγχος, η κατάθλιψη, η ανησυχία ή η σύγχυση πρέπει να θεωρηθούν ως πρόδρομα ενός σοβαρότερου συμβάντος (βλέπε Ανεπιθύμητες ενέργειες). Έχουν αναφερθεί περιπτώσεις αυτοκτονίας, αυτοκτονικών σκέψεων και αυτοκαταστροφικής συμπεριφοράς, όπως είναι η απόπειρα αυτοκτονίας (βλέπε Ανεπιθύμητες ενέργειες). Οι ασθενείς υπό ανθελονοσιακή χημειοπροφύλαξη με μεφλοκίνη θα πρέπει να πληροφορηθούν ότι σε περίπτωση που εμφανιστούν οι εν λόγω αντιδράσεις ή μεταβολές στη νοητική τους κατάσταση κατά τη διάρκεια της χρήσης μεφλοκίνης, θα πρέπει να σταματήσουν να λαμβάνουν μεφλοκίνη και να αναζητήσουν αμέσως ιατρική συμβουλή ώστε να μπορέσει να αντικατασταθεί η μεφλοκίνη από εναλλακτική ανθελονοσιακή προφυλακτική φαρμακευτική αγωγή. Aνεπιθύμητες αντιδράσεις μπορεί επίσης να προκύψουν μετά από τη διακοπή του φαρμάκου. Σε μικρό αριθμό ασθενών έχει αναφερθεί ότι νευροψυχιατρικές αντιδράσεις (όπως, κατάθλιψη, ζάλη ή ίλιγγος και απώλεια της ισορροπίας) μπορεί να επιμένουν για μήνες ή περισσότερο, ακόμα και μετά από τη διακοπή του φαρμάκου. Για να ελαχιστοποιηθεί ο κίνδυνος των εν λόγω ανεπιθύμητων αντιδράσεων, η μεφλοκίνη δεν πρέπει να χρησιμοποιείται ως χημειοπροφύλαξη σε ασθενείς με ενεργές ψυχιατρικές διαταραχές ή ιστορικό ψυχιατρικών διαταραχών, όπως είναι η κατάθλιψη, οι αγχωτικές διαταραχές, η σχιζοφρένεια ή άλλες ψυχιατρικές διαταραχές (βλέπε Αντενδείξεις).
Υπερευαισθησία: Μπορεί να εμφανιστούν αντιδράσεις υπερευαισθησίας, οι οποίες κυμαίνονται από ήπια δερματικά συμβάντα έως αναφυλαξία (βλ. Ανεπιθύμητες ενέργειες).
Καρδιακή τοξικότητα: Η ταυτόχρονη χορήγηση μεφλοκίνης και άλλων σχετικών ουσιών (π.χ. κινίνη, κινιδίνη και χλωροκίνη) μπορεί να προκαλέσει ηλεκτροκαρδιογραφικές ανωμαλίες. Λόγω του κινδύνου πιθανώς θανατηφόρου παράτασης του διαστήματος QTc, η αλοφαντρίνη δεν πρέπει να χρησιμοποιείται κατά τη διάρκεια της χημειοπροφύλαξης με μεφλοκίνη ή της ανθελονοσιακής θεραπείας ή σε διάστημα 15 εβδομάδων μετά από την τελευταία δόση της μεφλοκίνης. Λόγω των αυξημένων συγκεντρώσεων στο πλάσμα και της ημίσειας ζωής απομάκρυνσης της μεφλοκίνης μετά από συγχορήγηση με κετοκοναζόλη, μπορεί να αναμένεται επίσης κίνδυνος παράτασης του QTc, εάν η κετοκοναζόλη λαμβάνεται κατά τη διάρκεια της χημειοπροφύλαξης με μεφλοκίνη ή της ανθελονοσιακής θεραπείας ή σε διάστημα 15 εβδομάδων μετά από την τελευταία δόση της μεφλοκίνης (βλέπε Αλληλεπιδράσεις και Φαρμακοκινητικές). Οι ασθενείς θα πρέπει να συμβουλεύονται ιατρό σε περίπτωση που εμφανιστούν σημεία αρρυθμίας ή αίσθημα παλμών κατά τη διάρκεια της χημειοπροφύλαξης με μεφλοκίνη. Τα συμπτώματα αυτά μπορεί σε σπάνιες περιπτώσεις να προηγούνται των σοβαρών καρδιολογικών ανεπιθύμητων ενεργειών.
Επιληπτικές διαταραχές: Στους ασθενείς με επιληψία, η μεφλοκίνη μπορεί να αυξήσει τον κίνδυνο σπασμών. Επομένως, σε αυτές τις περιπτώσεις, η μεφλοκίνη θα πρέπει να χρησιμοποιείται μόνο ως θεραπευτική αγωγή (δηλ. όχι ως θεραπεία αναμονής) και μόνο εάν υπάρχουν επιτακτικοί λόγοι (βλέπε Αντενδείξεις και Αλληλεπιδράσεις). Η ταυτόχρονη χορήγηση μεφλοκίνης και αντισπασμωδικών (π.χ. βαλπροϊκό οξύ, καρβαμαζεπίνη, φαινοφαρβιτάλη ή φαινυτοΐνη) μπορεί να μειώσει τον έλεγχο των επιληπτικών κρίσεων μειώνοντας τα επίπεδα του αντισπασμωδικού φαρμάκου στο πλάσμα. Επομένως, οι ασθενείς που λαμβάνουν ταυτόχρονα αντιεπιληπτική φαρμακευτική αγωγή, συμπεριλαμβανομένου του βαλπροϊκού οξέος, της καρβαμαζεπίνης, της φαινοβαρβιτάλης καιτης φαινυτοΐνης και μεφλοκίνη, θα πρέπει να παρακολουθούν τα επίπεδα της αντιεπιληπτικής αγωγής στο αίμα και να προσαρμόσουν τη δόση, ανάλογα με την περίπτωση. Η ταυτόχρονη χορήγηση μεφλοκίνης και φαρμάκων που είναι γνωστό ότι μειώνουν το επιληπτογενές όριο (αντικαταθλιπτικά όπως είναι τα τρικυκλικά ή εκλεκτικοί αναστολείς της επαναπρόσληψης της σεροτονίνης (SSRI), βουπροπιόνη, αντιψυχωτικά, τραμαδόλη, χλωροκίνη ή ορισμένα αντιβιοτικά) μπορεί να αυξήσουν τον κίνδυνο σπασμών (βλέπε Αλληλεπιδράσεις).
Νευροπάθεια: Περιπτώσεις πολυνευροπάθειας (βάσει νευρολογικών συμπτωμάτων όπως είναι ο πόνος, το αίσθημα καύσου, οι αισθητικές διαταραχές ή η μυϊκή αδυναμία, μεμονωμένα ή σε συνδυασμό) έχουν αναφερθεί σε ασθενείς που έλαβαν μεφλοκίνη. Η μεφλοκίνη θα πρέπει να διακοπεί στους ασθενείς που εμφανίζουν συμπτώματα νευροπάθειας, συμπεριλαμβανομένου πόνου, αισθήματος καύσου, μυρμηγκιάσματος, αιμωδίας και/ή αδυναμίας προκειμένου να αποτραπεί η ανάπτυξη μη αναστρέψιμης κατάστασης (βλέπε Ανεπιθύμητες ενέργειες).
Οφθαλμικές διαταραχές: Οποιοσδήποτε ασθενής εμφανίζει διαταραχές της όρασης θα πρέπει να παραπέμπεται σε ιατρό καθώς ορισμένες καταστάσεις (όπως είναι οι διαταραχές του αμφιβληστροειδούς ή η οπτική νευροπάθεια) μπορεί να χρήζουν διακοπής της θεραπείας με μεφλοκίνη.
Διαταραγμένη ηπατική λειτουργία: Στους ασθενείς με διαταραγμένη ηπατική λειτουργία, η απομάκρυνση της μεφλοκίνης μπορεί να παραταθεί, οδηγώντας σε υψηλότερα επίπεδα πλάσματος και υψηλότερο κίνδυνο ανεπιθύμητων αντιδράσεων.
Νεφρική δυσλειτουργία: Λόγω των περιορισμένων δεδομένων, η μεφλοκίνη θα πρέπει να χορηγηθεί με προσοχή στους ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία.
Πνευμονίτιδα: Έχει αναφερθεί πνευμονίτιδα πιθανώς αλλεργικής αιτιολογίας στους ασθενείς που έλαβαν μεφλοκίνη (βλέπε Ανεπιθύμητες ενέργειες). Οι ασθενείς που αναπτύσσουν σημεία δύσπνοιας, ξηρού βήχα ή πυρετού κ.λπ. κατά τη διάρκεια λήψης μεφλοκίνης θα πρέπει να συμβουλεύονται να επικοινωνήσουν με γιατρό για να υποβληθούν σε ιατρική αξιολόγηση.
Αιματολογικές διαταραχές και διαταραχές του λεμφικού συστήματος: Έχουν αναφερθεί περιστατικά ακοκκιοκυττάρωσης και απλαστικής αναιμίας κατά τη διάρκεια της θεραπείας με μεφλοκίνη (βλέπε Ανεπιθύμητες ενέργειες)
Αναστολείς και επαγωγείς του CYP3A4: Οι αναστολείς και οι επαγωγείς του ισοενζύμου CYP3A4 μπορεί να τροποποιήσουν τις φαρμακοκινητικές ιδιότητες/μεταβολισμό της μεφλοκίνης, οδηγώντας σε αύξηση ή μείωση των συγκεντρώσεων της μεφλοκίνης στο πλάσμα (βλέπε Αλληλεπιδράσεις).
Αλληλεπίδραση με εμβόλια: Όταν η μεφλοκίνη λαμβάνεται ταυτόχρονα με από του στόματος λαμβανόμενα ζώντα εμβόλια τυφοειδούς, δεν μπορεί να αποκλειστεί το ενδεχόμενο εξασθένησης της ανοσοποίησης. Οι εμβολιασμοί με από του στόματος εξασθενημένα ζώντα βακτήρια θα πρέπει, επομένως, να ολοκληρωθούν τουλάχιστον 3 ημέρες πριν από την πρώτη δόση της μεφλοκίνης (βλέπε Αλληλεπιδράσεις).
Μακροχρόνια χρήση: Κατά τη διάρκεια των κλινικών μελετών, αυτό το φάρμακο δεν χορηγήθηκε για διάστημα μεγαλύτερο του ενός έτους. Εάν το φάρμακο πρέπει να χορηγηθεί για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα, θα πρέπει να πραγματοποιηθούν περιοδικές αξιολογήσεις συμπεριλαμβανομένων των ελέγχων της ηπατικής λειτουργίας και των περιοδικών οφθαλμολογικών εξετάσεων.
Δυσανεξία στη γαλακτόζη: Οι ασθενείς με σπάνια κληρονομικά προβλήματα δυσανεξίας στη γαλακτόζη, ανεπάρκεια λακτάσης Lapp ή δυσαπορρόφηση γλυκόζης - γαλακτόζης δεν θα πρέπει να λαμβάνουν αυτό το φάρμακο.
Γεωγραφική φαρμακευτική αντίσταση: Το μοντέλο της γεωγραφικής φαρμακευτικής αντίστασης του P. falciparum εμφανίζεται και η προτιμώμενη επιλογή ανθελονοσιακής χημειοπροφύλαξης μπορεί να διαφέρει από τη μία περιοχή στην άλλη. Έχει αναφερθεί αντίσταση του P. falciparum στη μεφλοκίνη, κυρίως σε περιοχές πολυφαρμακευτικής αντίστασης στη Νοτιοανατολική Ασία. Σε ορισμένες περιοχές έχουν αναφερθεί διασταυρούμενη αντίσταση ανάμεσα στη μεφλοκίνη και την αλοφαντρίνη και διασταυρούμενη αντίσταση ανάμεσα στη μεφλοκίνη και την κινίνη. Για τρέχουσες συμβουλές για το μοντέλο γεωγραφικής αντίστασης θα πρέπει να συμβουλευτείτε τα αρμόδια εθνικά ειδικά κέντρα.
Υπογλυκαιμία: Πρέπει να εξεταστεί η πιθανότητα υπογλυκαιμίας σε ασθενείς με συγγενή υπερινσουλιναιμική υπογλυκαιμία.
swap_horiz
Αλληλεπιδράσεις
SPC-LARIAM
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
Αλο φαντρίνη
Υπάρχουν στοιχεία ότι η χρήση της αλοφαντρίνης κατά τη διάρκεια χημειοπροφύλαξης με μεφλοκίνη ή ανθελονοσιακής θεραπείας ή εντός 15 εβδομάδων μετά από την τελευταία δόση της μεφλοκίνης προκαλεί σημαντική παράταση του διαστήματος QTc (βλέπε παράγραφο 4.3 και 4.4). Δεν έχει παρατηρηθεί κλινικά σημαντική παράταση του QTc μόνο με τη μεφλοκίνη.
Άλλα φάρμακα που παρατείνουν το διάστημα QTc:
Η ταυτόχρονη χορήγηση άλλων φαρμάκων που είναι γνωστό ότι μεταβάλλουν την καρδιακή αγωγιμότητα (π.χ. αντιαρρυθμικά ή β- αδρενεργικοί αποκλειστές, αποκλειστές των διαύλων του ασβεστίου, αντιϊσταμινικά ή παράγοντες αποκλεισμού του H1, τρικυκλικά αντικαταθλιπτικά και φαινοθειαζίνες) μπορεί, επίσης, να συμβάλλουν στην παράταση του διαστήματος QTc.
Αντισπασμωδικά και φάρμακα μείωσης του επιληπτογενούς ορίου:
Οι ασθενείς που λαμβάνουν μεφλοκίνη κατά τη διάρκεια της ταυτόχρονης θεραπείας με αντισπασμωδικά (π.χ. βαλπροϊκό οξύ, καρβαμαζεπίνη, φαινοβαρβιτάλη ή φαινυτοΐνη) εμφάνισαν απώλεια του ελέγχου των επιληπτικών κρίσεων και χαμηλότερο από το αναμενόμενο επίπεδο αντισπασμωδικών στο αίμα. Επομένως, σε ορισμένες περιπτώσεις μπορεί να είναι απαραίτητη η προσαρμογή της δοσολογίας της αντιεπιληπτικής αγωγής.
Η ταυτόχρονη χορήγηση μεφλοκίνης και φαρμάκων που είναι γνωστό ότι μειώνουν το επιληπτογενές όριο (αντικαταθλιπτικά, όπως είναι τα τρικυκλικά ή εκλεκτικοί αναστολείς της επαναπρόσληψης της σεροτονίνης (SSRI) ή βουπροπιόνη, αντιψυχωτικά, τραμαδόλη, χλωροκίνη ή μερικά αντιβιοτικά) μπορεί να αυξήσουν τον κίνδυνο σπασμών (βλέπε παράγραφο 4.4).
Άλλες αλληλεπιδράσεις / Αναστολείς και Επαγωγείς του CYP3A4:
Η μεφλοκίνη δεν αναστέλλει ή επάγει το ενζυμικό σύστημα του κυτοχρώματος P450. Επομένως, δεν αναμένεται ότι επηρεάζεται ο μεταβολισμός των φαρμάκων που συγχορηγούνται με τη μεφλοκίνη. Ωστόσο, οι επαγωγείς (ριφαμπικίνη, καρβαμαζεπίνη, φαινυτοΐνη, εφαβιρένζη) ή ο αναστολέας του ισοενζύμου CYP3A4 μπορεί να τροποποιήσουν τις φαρμακοκινητικές ιδιότητες/μεταβολισμού της μεφλοκίνης, οδηγώντας σε αύξηση ή μείωση της συγκέντρωσης της μεφλοκίνης στο πλάσμα. Οι κλινικές συνέπειες αυτών των επιδράσεων είναι άγνωστες και η στενή κλινική παρακολούθηση θεωρείται αιτιολογημένη. (βλέπε παράγραφο 4.4)
Αλληλεπίδραση με εμβόλια:
Όταν η μεφλοκίνη λαμβάνεται ταυτόχρονα με από του στόματος λαμβανόμενα ζώντα εμβόλια τυφοειδούς, δεν μπορεί να αποκλειστεί το ενδεχόμενο εξασθένησης της ανοσοποίησης. Οι εμβολιασμοί με από του στόματος εξασθενημένα ζώντα βακτήρια θα πρέπει, επομένως, να ολοκληρωθούν τουλάχιστον 3 ημέρες πριν από την πρώτη δόση της μεφλοκίνης (βλέπε παράγραφο 4.4).
Δεν είναι γνωστές άλλες φαρμακευτικές αλληλεπιδράσεις. Ωστόσο, οι επιδράσεις της μεφλοκίνης στους ταξιδιώτες που λαμβάνουν παράλληλη φαρμακευτική αγωγή, ειδικά σε αυτούς υπό αντιπηκτική ή αντιδιαβητική θεραπεία, θα πρέπει να ελέγχονται πριν από την αναχώρηση.
sick
Ανεπιθύμητες ενέργειες
SPC-LARIAM
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
a) Περίληψη προφίλ ασφάλειας
Σε δόσεις που χορηγήθηκαν για την οξεία ελονοσία, οι ανεπιθύμητες αντιδράσεις στη μεφλοκίνη μπορεί να μην διακρίνονται από τα συμπτώματα της ίδιας της νόσου.
Στη χημειοπροφύλαξη, το προφίλ ασφάλειας της μεφλοκίνης χαρακτηρίζεται από την επικράτηση των νευροψυχιατρικών ανεπιθύμητων αντιδράσεων.
Ανεπιθύμητες αντιδράσεις μπορεί επίσης να προκύψουν μετά από τη διακοπή του φαρμάκου. Οι ποιο συχνές ανεπιθύμητες αντιδράσεις στη χημειοπροφύλαξη με μεφλοκίνη είναι η ναυτία, ο έμετος και η ζάλη. Η ναυτία και ο έμετος είναι γενικά ήπιες και μπορεί να μειωθούν με την παρατεταμένη χρήση παρά τα αυξανόμενα επίπεδα φαρμάκου στο πλάσμα. Σε ένα μικρό αριθμό ασθενών έχει αναφερθεί ότι νευροψυχιατρικές αντιδράσεις (πχ. κατάθλιψη, ζάλη ή ίλιγγος και απώλεια ισορροπίας μπορεί να επιμείνουν για μήνες ή και περισσότερο, ακόμη και μετά τη διακοπή του φαρμάκου.
β) Κατάλογος ανεπιθύμητων αντιδράσεων υπό μορφή πίνακα
Στον πίνακα που ακολουθεί, παρουσιάζεται η επισκόπηση των ανεπιθύμητων αντιδράσεων, βάσει των δεδομένων μετά από την κυκλοφορία και της διπλά τυφλής, τυχαιοποιημένης μελέτης, η οποία συμπεριέλαβε 483 ασθενείς υπό μεφλοκίνη (Overbosch et al, 2001). Οι συχνότητες που παρουσιάζονται σε αυτό τον πίνακα βασίζονται στη διπλά τυφλή τυχαιοποιημένη μελέτη.
Οι ανεπιθύμητες αντιδράσεις παρατίθενται σύμφωνα με την κατηγορία συστήματος οργάνου κατά MedDRA και κατηγορία συχνότητας. Οι κατηγορίες συχνότητας ορίζονται με χρήση της παρακάτω σύμβασης:
- πολύ συχνές (≥1/10)
- συχνές (≥1/100 έως <1/10)
- όχι συχνές (≥1/1.000 έως <1/100)
- σπάνιες (≥ 1/10.000 έως <1/1.000)
- πολύ σπάνιες (<1/10.000)
- όχι γνωστές (δεν μπορεί να υπολογιστεί βάσει των διαθέσιμων δεδομένων).
Σε κάθε κατηγορία συχνοτήτων, οι ανεπιθύμητες αντιδράσεις παρουσιάζονται με σειρά φθίνουσας σοβαρότητας.
Διαταραχές του αίματος και του λεμφικού συστήματος
Όχι γνωστές: Ακοκκιοκυττάρωση, απλαστική αναιμία, λευκοπενία, λευκοκυττάρωση, θρομβοκυτταροπενία
Διαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος
Όχι γνωστές: Υπερευαισθησία από ήπια δερματικά συμβάντα έως αναφυλαξία
Διαταραχές του μεταβολισμού και της θρέψης
Όχι γνωστές: Μειωμένη όρεξη
Ψυχιατρικές διαταραχές
Πολύ συχνές: Μη φυσιολογικά όνειρα, αϋπνία
Συχνές: Άγχος, κατάθλιψη
Όχι γνωστές: Διέγερση, ανησυχία, μεταβολές της διάθεσης, επιδρομές πανικού, κατάσταση σύγχυσης, ψευδαισθήσεις, επιθετικότητα, διπολική διαταραχή, ψυχωτική διαταραχή, συμπεριλαμβανομένων πχ. παραληρητικής διαταραχής, αποπροσωποποίησης, μανίας και σχιζοφρένειας/προσομοιάζουν σχιζοφρένειας διαταραχή, παράνοια, διαταραχή της προσοχής, αυτοκτονία, απόπειρα αυτοκτονίας, αυτοκτονικός ιδεασμός και αυτοκαταστροφική συμπεριφορά
Διαταραχές του νευρικού συστήματος
Συχνές: Ζάλη, κεφαλαλγία
Όχι γνωστές: Διαταραχές της ισορροπίας, διαταραχή στο βάδισμα, υπνηλία, συγκοπή, σπασμοί, διαταραχή της μνήμης, αμνησία (ορισμένες φορές μεγάλης διάρκειας για πάνω από 3 μήνες), περιφερική αισθητική νευροπάθεια, περιφερική κινητική νευροπάθεια (συμπεριλαμβανομένης της παραισθησίας, του τρόμου και της αταξίας), της εγκεφαλοπάθεια, διαταραχή της ομιλίας, παράλυση κρανιακών νεύρων
Οφθαλμικές διαταραχές
Συχνές: Διαταραχές της όρασης
Όχι γνωστές: Θολή όραση, καταρράκτης, διαταραχές του αμφιβληστροειδούς και οπτική νευροπάθεια, οι οποίες μπορεί εμφανιστούν με καθυστέρηση κατά τη διάρκεια ή μετά από τη θεραπεία
Διαταραχές του ωτός και του λαβυρίνθου
Συχνές: Ίλιγγος
Όχι γνωστές: Αιθουσαίες διαταραχές, συμπεριλαμβανομένων των εμβοών, της μερικής κώφωσης (ορισμένες φορές παρατεταμένης) της δυσλειτουργίας της ακοής, υπερακοΐας
Καρδιακές διαταραχές
Όχι γνωστές: Ταχυκαρδία, αίσθημα παλμών, βραδυκαρδία, ακανόνιστη καρδιακή συχνότητα, εκτακτοσυστολές, άλλη παροδική διαταραχή της αγωγιμότητας, ΚΚ αποκλεισμός
Αγγειακές διαταραχές
Όχι γνωστές: Καρδιαγγειακές διαταραχές (υπόταση, υπέρταση, εξάψεις)
Διαταραχές του αναπνευστικού συστήματος, του θώρακα και του μεσοθωράκιου
Όχι γνωστές: Δύσπνοια, πνευμονία, πνευμονίτιδα πιθανώς αλλεργικής αιτιολογίας
Γαστρεντερικές διαταραχές
Συχνές: Ναυτία, διάρροια, κοιλιακό άλγος, έμετος
Όχι γνωστές: Δυσπεψία, πανγκρεατίτιδα
Διαταραχές ήπατος και χοληφόρων
Όχι γνωστές: Ασυμπτωματικές παροδικές αυξημένες τρανσαμινάσες (ALT, AST, GGT), ηπατίτιδα, ηπατική ανεπάρκεια, ίκτερος
Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
Συχνές: Κνησμός
Όχι γνωστές: Εξάνθημα, ερύθημα, κνίδωση, αλωπεκία, υπερίδρωση, πολύμορφο ερύθημα, σύνδρομο Stevens-Johnson
Διαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και του συνδετικού ιστού
Όχι γνωστές: Μυϊκή αδυναμία, μυϊκοί σπασμοί, μυαλγία, αρθραλγία
Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
Όχι γνωστές: Οίδημα, θωρακικό άλγος, εξασθένηση, κακουχία, κόπωση, ρίγη, πυρεξία
Διαταραχές των νεφρών και των ουροφόρων οδών
Όχι γνωστές: Κρεατινίνη αίματος αυξημένη, νεφρίτιδα, οξεία νεφρική ανεπάρκεια
α) Έχει αναφερθεί περιστασιακά ότι αυτά τα συμπτώματα εμμένουν για μεγάλο χρονικό διάστημα μετά από τη διακοπή της μεφλοκίνης. β) Βλέπε παράρτημα 4.8 γ) Βλέπε παράρτημα 4.4
γ) Περιγραφή επιλεγμένων ανεπιθύμητων ενεργειών
Νευροψυχιατρικές ανεπιθύμητες αντιδράσεις:
Σε περίπτωση που εμφανιστούν νευροψυχιατρικές αντιδράσεις ή μεταβολές στη νοητική κατάσταση κατά τη διάρκεια της χημειοπροφύλαξης με μεφλοκίνη, ο ασθενής θα πρέπει να συμβουλευτεί να σταματήσει να λαμβάνει μεφλοκίνη και να αναζητήσει αμέσως ιατρική συμβουλή ώστε να μπορέσει να αντικατασταθεί η μεφλοκίνη από εναλλακτική ανθελονοσιακή προφυλακτική φαρμακευτική αγωγή (βλέπε παρ. 4.4).
Μη φυσιολογικά όνειρα / εφιάλτες
Τα μη φυσιολογικά όνειρα είναι μια πολύ συχνή ανεπιθύμητη αντίδραση με μεφλοκίνη, ως εκ τούτου, η σημασία τους πρέπει να λαμβάνεται υπόψη στην ολική αξιολόγηση των ασθενών που ανέφεραν αντιδράσεις ή αλλαγές στην ψυχική τους κατάσταση με μεφλοκίνη (βλέπε προειδοποίηση μέσα στο πλαίσιο στην παράγραφο 4.4).
In vitro και in vivo μελέτες δεν έδειξαν την πρόκληση αιμόλυσης, η οποία σχετίζεται με ανεπάρκεια της G6PD.
Αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών
Η αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών μετά από τη χορήγηση άδειας κυκλοφορίας του φαρμακευτικού προϊόντος είναι σημαντική. Επιτρέπει τη συνεχή παρακολούθηση της σχέσης οφέλους-κινδύνου του φαρμακευτικού προϊόντος. Ζητείται από τους επαγγελματίες του τομέα της υγειονομικής περίθαλψης να αναφέρουν οποιεσδήποτε πιθανολογούμενες ανεπιθύμητες ενέργειες (βλέπε λεπτομέρειες παρακάτω).
pregnant_woman
Κύηση / γαλουχία
SPC-LARIAM
expand_more
Κύηση / γαλουχία
Κύηση
Η μεφλοκίνη ήταν τερατογόνος σε ποντίκια και αρουραίους και εμβρυοτοξική σε κουνέλια. Παρόλα αυτά, η μεγάλη κλινική εμπειρία με το Lariam, σαν θεραπεία προφύλαξης δεν απεκάλψε κάποια εμβρυοτοξική ή τερατογόνο δράση. Συνεπώς:
- Λόγω της σοβαρότητας της ελονοσίας κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης, οι έγκυες γυναίκες ή γυναίκες που επιθυμούν να μείνουν έγκυες, θα πρέπει να αποθαρρύνονται από το να ταξιδεύουν σε ενδημικές περιοχές. Η προφυλακτική θεραπεία με μεφλοκίνη μπορεί να ληφθεί υπόψη ανεξάρτητα από το τρίμηνο της εγκυμοσύνης, αλλά αυστηρά εντός ενδείξεων.
- Χρήση της μεφλοκίνης ως θεραπευτική αγωγή σε έγκυες γυναίκες περιορίζεται στη θεραπεία της οξείας μη επιπλεγμένης ελονοσίας όταν η κινίνη αντενδείκνυται ή στην περίπτωση αντοχής του Plasmodium falciparum στην κινίνη. Σε περίπτωση μη προγραμματισμένης εγκυμοσύνης, η χημειοπροφύλαξη από ελονοσία με το Lariam δεν θεωρείται σαν ένδειξη για τερματισμό της εγκυμοσύνης. Για τη χρήση της μεφλοκίνης κατά τη διάρκεια της κύησης, θα πρέπει να συμβουλευτείτε τις τρέχουσες εθνικές και διεθνείς κατευθυντήριες οδηγίες.
Γαλουχία
Η μεφλοκίνη απεκκρίνεται στο μητρικό γάλα σε μικρές ποσότητες η δραστικότητα των οποίων είναι άγνωστη. Σαν προληπτικό μέτρο, η μεφλοκίνη πρέπει να αποφεύγεται από γυναίκες που θηλάζουν. Για τη χρήση της μεφλοκίνης σε θηλάζουσες μητέρες, θα πρέπει να συμβουλευτείτε τις τρέχουσες εθνικές και διεθνείς κατευθυντήριες οδηγίες.
monitor_heart
Φαρμακοδυναμική
SPC-LARIAM
expand_more
Φαρμακοδυναμική
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: Ανθελονοσιακό Κωδικός ATC: P01BC02
Η αποτελεσματικότητα του Lariam στη θεραπεία και την προφύλαξη της ελονοσίας οφείλεται κυρίως στην καταστροφή των ενδοερυθροκυτταρικών ασεξουαλικών μορφών του πλασμωδίου της ελονοσίας οι οποίες είναι παθογόνες για τον άνθρωπο (Plasmodium falciparum, Plasmodium vivax, Plasmodium malariae και Plasmodium ovale).
Σε μία τυχαιοποιημένη, διπλά τυφλή μελέτη, μη ανοσοποιημένοι ταξιδιώτες οι οποίοι επισκέφτηκαν μία ενδημική από ελονοσία περιοχή, έλαβαν προφύλαξη από την ελονοσία με μεφλοκίνη (483 άτομα) και ατοβακόνη-προγουανίλη (493 άτομα). Η αποτελεσματικότητα της χημειοπροφύλαξης αξιολογήθηκε ως ένα δευτερεύον καταληκτικό σημείο. Η μέση διάρκεια του ταξιδιού ήταν περίπου 2,5 εβδομάδες και το 79% των ατόμων ταξίδεψε στην Αφρική. Αρχικά, 1013 άτομα τυχαιοποιήθηκαν να λάβουν μεφλοκίνη (n=505) ή ατοβακόνη-προγουανίλη (n=508). Τριάντα εφτά άτομα αποσύρθηκαν εξαιτίας διαφόρων λόγων. Από τα 976 άτομα που έλαβαν ≥1 δόση του υπό εξέταση φαρμάκου, 966 (99%) ολοκλήρωσαν τη θεραπεία και 963 συμπλήρωσαν την περίοδο παρακολούθησης 60 ημερών και είχαν καταγεγραμμένες πληροφορίες αποτελεσματικότητας. Παρόλο που 10 άτομα (5 από κάθε ομάδα) ταυτοποιήθηκαν με αντισώματα circumsporozoite, κανένα από αυτά δεν ανέπτυξε ελονοσία (η ελάχιστη αποτελεσματικότητα και για τη μεφλοκίνη και για την ατοβακόνη-προγουανίλη ήταν 100%). Συνολικά, δεν υπήρξε κανένα επιβεβαιωμένο περιστατικό ελονοσίας σε αυτή τη μελέτη (η μέγιστη αποτελεσματικότητα και για τη μεφλοκίνη και για την ατοβακόνη-προγουανίλη ήταν 100%). Τα αποτελέσματα έδειξαν ότι η μεφλοκίνη και ο συνδυασμός ατοβακόνης-προγουανίλης είναι ομοίως αποτελεσματικά για την προφύλαξη από ελονοσία σε μη ανοσοποιημένους ταξιδιώτες.
Πίνακας 3 Εκτιμήσεις για την ελάχιστη και μέγιστη αποτελεσματικότητα της προφύλαξης από ελονοσία
| Μεταβλητή | Ατοβακόνη-προγουανίλη | Μεφλοκίνη |
|---|---|---|
| Άτομα που έλαβαν θεραπεία | ||
| Άτομα με διαθέσιμα δεδομένα αποτελεσματικότητας 60 ημερών | 486 | 477 |
| Αριθμός ατόμων που ανέπτυξαν αντισώματα circumsporozoite | 5 | 5 |
| Αριθμός ατόμων με επιβεβαιωμένη ελονοσία | 0 | 0 |
| Ελάχιστη αποτελεσματικότητα, % (95% Cl) α | 100 (48-100) | 100 (48-100) |
| Μέγιστη αποτελεσματικότητα, % (95% Cl) β | 100 (99-100) | 100 (99-100) |
α Ελάχιστη αποτελεσματικότητα = 100 x [1-(αριθμός ατόμων με επιβεβαιωμένη ελονοσία /αριθμός ατόμων με αντισώματα circumsporozoite)] β Μέγιστη αποτελεσματικότητα = 100 x [1-(αριθμός ατόμων με επιβεβαιωμένη ελονοσία / αριθμός ατόμων με διαθέσιμα δεδομένα αποτελεσματικότητας 60 ημερών)]
biotech
Φαρμακοκινητική
SPC-LARIAM
expand_more
Φαρμακοκινητική
α) Γενικά χαρακτηριστικά της δραστικής ουσίας
Απορρόφηση
Η απόλυτη βιοδιαθεσιμότητα της από στόματος χορηγούμενης μεφλοκίνης δεν έχει προσδιορισθεί αφού δε διατίθεται σε μορφή για ενδοφλέβια χορήγηση. Η βιοδιαθεσιμότητα των δισκίων συγκρινόμενη με αυτήν ενός πόσιμου διαλύματος ήταν πάνω από 85%. Η παρουσία τροφής ενισχύει σημαντικά το ρυθμό και την έκταση της απορρόφησης, οδηγώντας έτσι σε μία κατά 40% αύξηση της βιοδιαθεσιμότητας. Η συγκέντρωση του φαρμάκου στο πλάσμα λαμβάνει τη μέγιστη τιμή του, 6 έως 24 ώρες (διάμεσος τιμή, περίπου 17 ώρες) μετά τη χορήγηση μιας εφάπαξ δόσης Lariam. Οι μέγιστες συγκεντρώσεις στο πλάσμα σε μg/L είναι περίπου ισοδύναμες με τις δόσεις που λαμβάνονται σε mg (π.χ. μια δόση 1000 mg παράγει μια μέγιστη συγκέντρωση περίπου 1000 μg/L). Σε μια δόση 250 mg, χορηγούμενων μια φορά την εβδομάδα, οι μέγιστες συγκεντρώσεις σταθεροποιημένης κατάστασης στο πλάσμα, είναι 1000 - 2000 μg/L και επιτυγχάνονται μετά από 7-10 εβδομάδες.
Κατανομή
Στους υγιείς ενήλικες, ο φαινόμενος όγκος κατανομής είναι περίπου 20 L/kg, γεγονός που αποδεικνύει την εκτεταμένη κατανομή της στους ιστούς. Η μεφλοκίνη μπορεί να συσσωρευθεί στα ερυθροκύτταρα τα οποία περιέχουν το παράσιτο με λόγο συγκέντρωσης ερυθροκύτταρο προς πλάσμα περίπου 2:1. Η πρωτεϊνική σύνδεση είναι περίπου 98%. Συγκεντρώσεις μεφλοκίνης 620 ng/ml στο αίμα θεωρούνται απαραίτητες για την επίτευξη αποτελεσματικότητας προφύλαξης 95%.
Η μεφλοκίνη διέρχεται το φραγμό του πλακούντα. Η απέκκριση στο μητρικό γάλα φαίνεται ότι είναι ελάχιστη (Βλέπε παράγραφο 4.6 “Κύηση και γαλουχία”).
Μεταβολισμός
Η μεφλοκίνη μεταβολίζεται εκτενώς στο ήπαρ από το σύστημα του κυτοχρώματος P450.
Μελέτες in vivo και in vitro απέδειξαν ότι το CYP3A4 είναι η κύρια ισομορφή που εκφράζεται. Στους ανθρώπους έχουν ταυτοποιηθεί δύο μεταβολίτες της μεφλοκίνης. Ο κύριος μεταβολίτης, το 2,8 - δις - τριφθοριομεθυλο - 4 - κινολινοκαρβοξυλικό οξύ είναι ανενεργό στο P. falciparum. Σε έρευνες επί υγιών εθελοντών, ο μεταβολίτης αυτός εμφανίσθηκε στο πλάσμα 2 έως 4 ώρες μετά την από στόματος χορήγηση μιας εφάπαξ δόσης. Οι μέγιστες συγκεντρώσεις στο πλάσμα, οι οποίες ήταν περίπου 50% υψηλότερες από αυτές της μεφλοκίνης, επετεύχθησαν μετά από 2 εβδομάδες. Από αυτό το σημείο και μετά, τα επίπεδα του κύριου μεταβολίτη στο πλάσμα, καθώς και αυτά της μεφλοκίνης, μειώνονταν με παρόμοιο ρυθμό. Η περιοχή υπό την καμπύλη συγκέντρωσης στο πλάσμα ως προς το χρόνο για το βασικό μεταβολίτη ήταν 3 με 5 φορές μεγαλύτερη από αυτήν του αρχικού φαρμάκου.
Ο άλλος μεταβολίτης, μια αλκοόλη, ήταν παρούσα μόνο σε ελάχιστες ποσότητες.
Αποβολή
Σε αρκετές μελέτες επί υγιών ενηλίκων, η μέση τιμή του χρόνου ημίσειας ζωής της αποβολής της μεφλοκίνης ήταν από 2 έως 4 εβδομάδες με ένα μέσο όρο 3 εβδομάδων. Η συνολική κάθαρση, η οποία είναι κυρίως ηπατική, είναι της τάξης των 30 mL/min. Υπάρχουν στοιχεία ότι η μεφλοκίνη απεκκρίνεται κυρίως με τη χολή και τα κόπρανα. Σε εθελοντές, η με τα ούρα απέκκριση της αμετάβλητης μεφλοκίνης καθώς και του κύριου μεταβολίτη της, είναι περίπου 9% και 4% της αρχικής δόσης, αντίστοιχα. Οι συγκεντρώσεις των άλλων μεταβολιτών δεν ήταν δυνατόν να μετρηθούν στα ούρα.
Φαρμακοκινητική σε ειδικές κλινικές καταστάσεις
Παιδιά και ηλικιωμένοι: δεν έχουν παρατηρηθεί μεταβολές σχετικές με την ηλικία, στην φαρμακοκινητική της μεφλοκίνης. Για το λόγο αυτό, η δοσολογία για παιδιά έχει υπολογισθεί με βάση τη συνιστώμενη δόση για ενήλικες.
Δεν έχουν διενεργηθεί φαρμακοκινητικές μελέτες σε ασθενείς με νεφρική ανεπάρκεια, καθώς μόνο ένα μικρό ποσοστό του φαρμάκου αποβάλλεται από τους νεφρούς. Η μεφλοκίνη και ο κυριότερος μεταβολίτης της δεν απομακρύνονται ικανοποιητικά με αιμοκάθαρση. Σε ασθενείς που υπόκεινται σε αιμοκάθαρση δεν υποδεικνύονται ειδικές προσαρμογές της δόσης χημειοπροφύλαξης για την επίτευξη συγκεντρώσεων στο πλάσμα παρόμοιων με αυτές σε υγιή άτομα.
Η κύηση δεν έχει σημαντική κλινική επίδραση στη φαρμακοκινητική της μεφλοκίνης.
Η φαρμακοκινητική της μεφλοκίνης μπορεί να διαφοροποιηθεί στην οξεία ελονοσία.
Έχουν παρατηρηθεί φαρμακοκινητικές διαφορές μεταξύ ατόμων διαφορετικών εθνοτήτων. Παρόλα αυτά, στην κλινική πρακτική αυτές είναι ελάσσονος σημασίας σε σύγκριση με την ανοσολογική κατάσταση του ξενιστή και την ευαισθησία του παράσιτου.
Κατά τη διάρκεια της μακροχρόνιας προφύλαξης ο χρόνος ημίσειας ζωής της αποβολής της μεφλοκίνης παραμένει αμετάβλητος.
β) Χαρακτηριστικά των ασθενών
Η απορρόφηση της μεφλοκίνης μπορεί να μην είναι πλήρης σε βαρέως πάσχοντες όπως σε ασθενείς οι οποίοι πάσχουν από εγκεφαλική ελονοσία.
ΕΟΦ · 5.4.1
Aνθελονοσιακά
expand_more
Aνθελονοσιακά
DrugBank
Description
expand_more
Description
DrugBank
Indication
expand_more
Indication
DrugBank
Pharmacology
expand_more
Pharmacology
DrugBank
Mechanism of action
expand_more
Mechanism of action
DrugBank
Absorption
expand_more
Absorption
DrugBank
Half life
expand_more
Half life
DrugBank
Protein binding
expand_more
Protein binding
DrugBank
Route of elimination
expand_more
Route of elimination
DrugBank
Volume of distribution
expand_more
Volume of distribution
DrugBank
Clearance
expand_more
Clearance
DrugBank
Toxicity
expand_more
Toxicity
science
PubChem
Φαρμακοδυναμική
expand_more
Φαρμακοδυναμική
neurology
PubChem
Μηχανισμός δράσης
expand_more
Μηχανισμός δράσης
Ο μηχανισμός δράσης της μεφλοκίνης δεν είναι πλήρως κατανοητός.
- Ορισμένες μελέτες υποδηλώνουν ότι η μεφλοκίνη στοχεύει ειδικά το 80S ριβόσωμα του Plasmodium falciparum, αναστέλλοντας τη σύνθεση πρωτεϊνών και προκαλώντας επακόλουθες σχιζοντοκτόνες επιδράσεις.
- Υπάρχουν άλλες μελέτες στη βιβλιογραφία με περιορισμένα in vitro δεδομένα σχετικά με τον μηχανισμό δράσης της μεφλοκίνης.
Η μεφλοκίνη, όπως η χλωροκίνη και η κινίνη, είναι ένας αιμολυτικός σχιζοντοκτόνος παράγοντας και είναι δραστική έναντι των ενδο-ερυθροκυτταρικών σταδίων της ανάπτυξης του παρασίτου. Παρόμοια με τη χλωροκίνη και την κινίνη, η μεφλοκίνη φαίνεται να παρεμβαίνει στην ικανότητα του παρασίτου να μεταβολίζει και να χρησιμοποιεί την αιμοσφαιρίνη των ερυθροκυττάρων. Η ανθελονοσιακή δράση της μεφλοκίνης μπορεί να εξαρτάται από την ικανότητα του φαρμάκου να σχηματίζει δεσμούς υδρογόνου με κυτταρικά συστατικά· τα αποτελέσματα μελετών δομής-δράσης υποδεικνύουν ότι ο προσανατολισμός των υδροξυλικών και αμινομάδων σε σχέση μεταξύ τους στο μόριο της μεφλοκίνης μπορεί να είναι απαραίτητος για την ανθελονοσιακή δράση. Ενώ ο ακριβής μηχανισμός δράσης της μεφλοκίνης είναι άγνωστος, μπορεί να περιλαμβάνει μηχανισμούς που διαφέρουν από αυτούς που έχουν προταθεί για τη χλωροκίνη.
Διερευνήθηκαν οι επιδράσεις του ανθελονοσιακού φαρμάκου, μεφλοκίνης, στην πρόσληψη και απελευθέρωση Ca2+ από ακατέργαστα μικροσώματα από εγκεφάλους σκύλων χρησιμοποιώντας σπεκτροφωτομετρική μέθοδο. Η μεφλοκίνη ανέστειλε την απελευθέρωση Ca2+ που προκαλείται από την ινοσιτόλη-1,4,5-φωσφορική (IP3) με IC50 42 μM, αλλά ήταν ασθενέστερος αναστολέας της πρόσληψης Ca2+ στα κυστίδια (IC50: 272 μM). Αυτές οι επιδράσεις της μεφλοκίνης έρχονται σε αντίθεση με τις δράσεις της στην πρόσληψη και απελευθέρωση Ca2+ από μικροσώματα σκελετικού μυός, όπου η κύρια επίδρασή της φάνηκε να είναι η αναστολή της πρόσληψης Ca2+ στα κυστίδια. Η μεφλοκίνη βρέθηκε ότι είναι ισχυρότερη από την κινίνη ως ειδικός αναστολέας της απελευθέρωσης Ca2+ από ευαίσθητες στο IP3 αποθήκες σε μικροσώματα εγκεφάλου σκύλων. Θα πρέπει να εξεταστεί η πιθανότητα το φάρμακο να επηρεάζει τις ενδοκυτταρικές μεταγωγικές διαδικασίες σήματος που συνδέονται με το IP3.
biotech
PubChem
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
expand_more
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
Η μεφλοκίνη απορροφάται εύκολα από τον γαστρεντερικό σωλήνα, με το φαγητό να αυξάνει σημαντικά την απορρόφηση και τη βιοδιαθεσιμότητα κατά 40%. Η βιοδιαθεσιμότητα των δισκίων σε σύγκριση με την από του στόματος πόσιμη λύση μεφλοκίνης είναι πάνω από 85%. Η Cmax επιτυγχάνεται σε 6 έως 24 ώρες σε υγιείς εθελοντές μετά από μία μόνο δόση. Οι μέσες συγκεντρώσεις στο αίμα κυμαίνονται μεταξύ 50 έως 110 ng/ml/mg/kg. Μια εβδομαδιαία δόση 250 mg οδηγεί σε σταθερές συγκεντρώσεις πλάσματος 1000 έως 2000 μg/L, μετά από 7 έως 10 εβδομάδες χορήγησης.
Πιστεύεται ότι η μεφλοκίνη απεκκρίνεται στη χολή και στα κόπρανα. Σε υγιείς εθελοντές που έχουν επιτύχει σταθερές συγκεντρώσεις μεφλοκίνης, το αμετάβλητο φάρμακο απεκκρίθηκε στο 9% της λαμβανόμενης δόσης, και η απέκκριση του καρβοξυλικού μεταβολίτη της μετρήθηκε στο 4% της λαμβανόμενης δόσης. Οι συγκεντρώσεις άλλων μεταβολιτών δεν μπορούσαν να προσδιοριστούν.
Ο φαινόμενος όγκος κατανομής σε υγιείς ενήλικες είναι περίπου 20 L/kg με ευρεία κατανομή στους ιστούς. Διάφορες εκτιμήσεις του συνολικού φαινομένου όγκου κατανομής κυμαίνονται από 13,3 έως 40,9 L/kg. Η μεφλοκίνη μπορεί να συσσωρευτεί σε ερυθροκύτταρα που έχουν μολυνθεί με παρασίτα της ελονοσίας.
Η συστηματική κάθαρση της μεφλοκίνης κυμαίνεται από 0,022 έως 0,073 L/h/kg, με αυξημένη κάθαρση κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης. Οι πληροφορίες συνταγογράφησης αναφέρουν ρυθμό κάθαρσης 30 mL/min.
Η μεφλοκίνη απορροφάται επαρκώς από το γαστρεντερικό σωλήνα, αλλά υπάρχει σημαντική διατομεακή μεταβλητότητα στον χρόνο που απαιτείται για την επίτευξη μέγιστων συγκεντρώσεων στο πλάσμα. … Η μεφλοκίνη υφίσταται εντεροηπατική ανακύκλωση. Συνδέεται περίπου 98% με πρωτεΐνες του πλάσματος και κατανέμεται ευρέως σε όλο το σώμα. Η φαρμακοκινητική της μεφλοκίνης μπορεί να επηρεαστεί από τη μόλυνση με ελονοσία με μειωμένη απορρόφηση και επιταχυνόμενη κάθαρση. … Η μεφλοκίνη απεκκρίνεται σε μικρές ποσότητες στο μητρικό γάλα. Έχει μακρά ημιζωή αποβολής περίπου 21 ημερών, η οποία μειώνεται στην ελονοσία σε περίπου 14 ημέρες, πιθανώς λόγω διακοπής της εντεροηπατικής ανακύκλωσης. Η μεφλοκίνη μεταβολίζεται στο ήπαρ και απεκκρίνεται κυρίως στη χολή και στα κόπρανα. Η φαρμακοκινητική της παρουσιάζει εναγαντιοεκλεκτικότητα μετά τη χορήγηση του ρακεμικού μίγματος, με υψηλότερες μέγιστες συγκεντρώσεις στο πλάσμα και τιμές περιοχής κάτω από την καμπύλη, και χαμηλότερο όγκο κατανομής και συνολική κάθαρση του SR εναναντιομερούς σε σχέση με το RS αντίποδό του.
Η βιοδιαθεσιμότητα της δισκικής μορφής σε σύγκριση με ένα πόσιμο διάλυμα ήταν πάνω από 85%. Η παρουσία τροφής ενισχύει σημαντικά τον ρυθμό και την έκταση της απορρόφησης, οδηγώντας σε αύξηση της βιοδιαθεσιμότητας περίπου 40%. Οι συγκεντρώσεις στο πλάσμα κορυφώνονται 6-24 ώρες (διάμεσος, περίπου 17 ώρες) μετά από μία μόνο από του στόματος δόση μεφλοκίνης. Οι μέγιστες συγκεντρώσεις στο πλάσμα σε μg/L είναι περίπου ισοδύναμες με τη δόση σε mg (για παράδειγμα, μια εφάπαξ δόση 1000 mg παράγει μέγιστη συγκέντρωση περίπου 1000 μg/L). Σε δόση 250 mg μία φορά την εβδομάδα, οι μέγιστες σταθερές συγκεντρώσεις στο πλάσμα 1000-2000 μg/L επιτυγχάνονται μετά από 7-10 εβδομάδες.
Κατανέμεται στο αίμα, τα ούρα, το ΕΝΥ και τους ιστούς· συγκεντρώνεται στα ερυθροκύτταρα…
Σε υγιείς ενήλικες, ο φαινόμενος όγκος κατανομής είναι περίπου 20 L/kg, υποδεικνύοντας εκτεταμένη κατανομή στους ιστούς. Η μεφλοκίνη μπορεί να συσσωρευτεί σε παρασιτωμένα ερυθροκύτταρα με λόγο συγκέντρωσης ερυθροκυττάρων προς πλάσμα περίπου 2. Η πρόσδεση στις πρωτεΐνες είναι περίπου 98%. Οι συγκεντρώσεις μεφλοκίνης στο αίμα 620 ng/mL θεωρούνται απαραίτητες για την επίτευξη 95% προφυλακτικής αποτελεσματικότητας.
Για περισσότερα δεδομένα Απορρόφησης, Κατανομής και Απέκκρισης (Πλήρη) για τη MEFLOQUINE (12 σύνολο), παρακαλώ επισκεφθείτε τη σελίδα του αρχείου HSDB.
water_drop
PubChem
Δέσμευση πρωτεϊνών
expand_more
Δέσμευση πρωτεϊνών
hub
PubChem
Μεταβολισμός
expand_more
Μεταβολισμός
Η μεφλοκίνη μεταβολίζεται εκτενώς στο ήπαρ από το ένζυμο CYP3A4. Έχουν αναγνωριστεί δύο μεταβολίτες· ο κύριος μεταβολίτης, το 2,8-δις-τριφθορομεθυλ-4-κινόλιον-καρβοξυλικό οξύ, ο οποίος είναι ανενεργός έναντι του Plasmodium falciparum. Ο δεύτερος μεταβολίτης, μια αλκοόλη, βρίσκεται σε μικρές ποσότητες.
Βιομετασχηματισμός: Ηπατικός (μερικός)· μεταβολίζεται κυρίως στον καρβοξυλικό μεταβολίτη.
hourglass
PubChem
Ημίσεια ζωή
expand_more
Ημίσεια ζωή
Η τελική ημιζωή αποβολής της μεφλοκίνης κυμαίνεται από 0,9 - 13,8 ημέρες, σύμφωνα με μια φαρμακοκινητική ανασκόπηση. Σε διάφορες μελέτες υγιών ενηλίκων, η μέση ημιζωή αποβολής της μεφλοκίνης κυμαινόταν μεταξύ 2 και 4 εβδομάδων, με μέση ημιζωή περίπου 21 ημερών.
Σε υγιείς εθελοντές … η μεφλοκίνη /απορροφήθηκε/ με ημιζωή 1 έως 4 ωρών … και τελική ημιζωή αποβολής από 13,8 έως 40,9 ημέρες (διάμεσος 20 ημέρες).
Ημιζωή: Αποβολής - 13 έως 33 ημέρες (διάμεσος 20 ημέρες)· μπορεί να είναι μικρότερη σε σοβαρά ασθενείς, όπως ασθενείς με οξεία ελονοσία.
Η φαρμακοκινητική της μεφλοκίνης μελετήθηκε σε 10 υγιή άτομα και σε 12 ασθενείς με σοβαρή οξεία ελονοσία Plasmodium falciparum που έλαβαν 750 mg από του στόματος μεφλοκίνη. Οι μέγιστες συγκεντρώσεις της μεφλοκίνης επιτεύχθηκαν και στις δύο ομάδες σε 20-24 ώρες. Η μέση ημιζωή αποβολής ήταν 385 ώρες στα φυσιολογικά άτομα και 493 ώρες στους ασθενείς με ελονοσία, μια σημαντική διαφορά.
Σε αρκετές μελέτες σε υγιείς ενήλικες, η μέση ημιζωή αποβολής της μεφλοκίνης κυμαινόταν μεταξύ 2 και 4 εβδομάδων, με μέσο όρο περίπου 3 εβδομάδες.
Για περισσότερα δεδομένα Βιολογικής Ημιζωής (Πλήρη) για τη MEFLOQUINE (9 σύνολο), παρακαλώ επισκεφθείτε τη σελίδα του αρχείου HSDB.
category
PubChem
MeSH classification
expand_more
MeSH classification
fact_check
PubChem
FDA classification
expand_more
FDA classification
TML814419R
MEFLOQUINE
Καθιερωμένη Φαρμακολογική Κατηγορία [EPC] - Ανθελονοσιακό
Η μεφλοκίνη είναι ένα Ανθελονοσιακό.