OXCARBAZEPINE
Οξυκαρβαζεπίνη
Σκοπός της θεραπείας είναι ο έλεγχος των επιληπτικών κρίσεων με τη συνεχή διατήρηση δραστικών επιπέδων του φαρμάκου στο πλάσμα και από εκεί στον εγκεφαλικό ιστό. H δόση και η συχνότητα χορήγησής τους καθορίζονται από το χρόνο υποδιπλασιασμού, γι' αυτό και είναι σκόπιμος ο …
Εμπορικά Ονόματα
Κλινική Σύνοψη
Προτεραιότητα πηγών: SPC, ΕΟΦ, DrugBank
clinical_notes
ΕΟΦ
Ενδείξεις
expand_more
Ενδείξεις
medication
SPC-TRILEPTAL
Δοσολογία
expand_more
Δοσολογία
- Οδός: Από το στόμα
- Χορήγηση: Δύο φορές ημερησίως
- Δόση έναρξης: 600 mg/ημερησίως (8-10 mg/kg/ημέρα) σε δύο διηρημένες δόσεις
- Τιτλοποίηση: Η δοσολογία μπορεί να αυξάνεται κατά 600 mg το μέγιστο ημερησίως ανά διαστήματα εβδομάδος (για ενήλικες) ή κατά 10 mg/kg το μέγιστο ημερησίως ανά διαστήματα μιας εβδομάδας (για παιδιά).
-
Ασθενείς ηλικίας 6 ετών και άνωΔόση600 mg/ημερησίως (8-10 mg/kg/ημέρα) σε δύο διηρημένες δόσειςΜέγ. δόση2400 mg/ημέραΗ δοσολογία μπορεί να αυξάνεται κατά 600 mg/ημερησίως ανά διαστήματα εβδομάδος.
-
Παιδιά (4-12 ετών)Δόση8-10 mg/kg/ημέρα σε 2 διηρημένες δόσειςΜέγ. δόση46 mg/kg/ημέραΔόση συντήρησης: 30-46 mg/kg/ημέρα. Η δόση μπορεί να αυξάνεται κατά 10 mg/kg/ημερησίως ανά διαστήματα μιας εβδομάδας.
-
Ηλικιωμένοι ασθενείς (65 ετών και άνω)ΔόσηΕξατομικεύεταιΑπαιτείται προσαρμογή της δόσης σε ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία (κάθαρση κρεατινίνης < 30 ml/λεπτό). Στενή παρακολούθηση των επιπέδων νατρίου σε ασθενείς με κίνδυνο υπονατριαιμίας.
-
Ασθενείς με ήπια έως μέτρια ηπατική δυσλειτουργίαΔόσηΔεν χρειάζεται προσαρμογή της δοσολογίας
-
Ασθενείς με σοβαρή ηπατική δυσλειτουργίαΧρειάζεται προσοχή.
-
Ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία (κάθαρση κρεατινίνης < 30 ml/λεπτό)Δόση300 mg/ημερησίως (μισή συνήθης δόση έναρξης)Αύξηση της δόσης ανά διαστήματα τουλάχιστον μιας εβδομάδας. Απαιτείται μεγαλύτερη προσοχή κατά τη βαθμιαία αύξηση.
block
SPC-TRILEPTAL
Αντενδείξεις
expand_more
Αντενδείξεις
-
Υπερευαισθησία στην δραστική ουσία ή σε οποιοδήποτε από τα έκδοχα.
warning
SPC-TRILEPTAL
Προειδοποιήσεις
expand_more
Προειδοποιήσεις
-
ΥπερευαισθησίαΑν το φάρμακο πρέπει να διακόπτεται και να ξεκινά μια εναλλακτική θεραπεία.
-
Δερματολογικές αντιδράσειςΕάν ο ασθενής εμφανίσει δερματολογικές αντιδράσεις με το Trileptal θα πρέπει αυτός άμεσα να αξιολογηθεί και να διακοπεί το Trileptal εκτός εάν το εξάνθημα δεν συσχετίζεται με το φάρμακο. Σε περίπτωση που διακοπεί η θεραπεία, θα πρέπει να αντικατασταθεί το Trileptal με ένα άλλο αντιεπιληπτικό φάρμακο ώστε να αποφευχθεί η εμφάνιση επιληπτικών κρίσεων λόγω διακοπής. Το Trileptal δεν πρέπει να επαναχορηγείται σε ασθενείς που διέκοψαν την θεραπεία λόγω αντιδράσεων υπερευαισθησίας.
-
HLA -Β*1502 αλληλόμορφο σε πληθυσμούς Κινέζων Han, Ταϊλανδών και άλλων Ασιατικών πληθυσμώνΕάν οι ασθενείς αυτής της καταγωγής διαγνωστούν θετικοί για το αλληλόμορφο HLA-B*1502, θα πρέπει να εξετάζεται η χρήση οξκαρβαμαζεπίνης, εάν τα οφέλη υπερτερούν των σχετικών κινδύνων. Θα πρέπει να εξετάζεται η διεξαγωγή γενετικού ελέγχου σε πληθυσμούς υψηλού κινδύνου για την παρουσία του HLA-B*1502 αλληλόμορφου.
-
HLA -Α*3101 αλληλόμορφο σε πληθυσμούς Ευρωπαϊκής καταγωγής και Ιαπωνικούς πληθυσμούςΕάν οι ασθενείς Ευρωπαϊκής ή Ιαπωνικής καταγωγής γνωρίζουν ότι είναι θετικοί για το αλληλόμορφο HLA-Α*3101, θα πρέπει να εξετάζεται η χρήση καρβαμαζεπίνης, εάν τα οφέλη υπερτερούν των σχετικών κινδύνων.
-
Περιορισμός γενετικής παρακολούθησηςΤα αποτελέσματα της γενετικής παρακολούθησης δε θα πρέπει ποτέ να αντικαθιστούν την κλινική ετοιμότητα και το χειρισμό του ασθενούς.
-
Κίνδυνος αιφνίδιας επιδείνωσης επιληπτικών σπασμώνΣτην περίπτωση αυτή, η θεραπεία θα πρέπει να διακοπεί.
-
ΥπονατριαιμίαΣε ασθενείς με προϋπάρχουσες νεφρικές καταστάσεις που συσχετίζονται με χαμηλό νάτριο (σύνδρομο που προσομοιάζει σε μη φυσιολογική έκκριση της ADH) ή σε ασθενείς που λαμβάνουν ταυτόχρονη θεραπεία με φαρμακευτικά προϊόντα που μειώνουν το νάτριο (π.χ. διουρητικά, desmopressin) καθώς επίσης και Μη Στεροειδή Αντιφλεγμονώδη Φάρμακα (π.χ. ινδομεθακίνη), πρέπει τα επίπεδα του νατρίου του ορού να προσδιορίζονται πριν από την έναρξη της θεραπείας. Εν συνεχεία, τα επίπεδα νατρίου του ορού πρέπει να προσδιορίζονται μετά από περίπου δύο εβδομάδες και στη συνέχεια ανά μηνιαία διαστήματα για τους τρείς πρώτους μήνες της θεραπείας ή σύμφωνα με τις κλινικές ανάγκες. Για ασθενείς σε θεραπεία με Trileptal όταν ξεκινούν να παίρνουν φαρμακευτικά προϊόντα που μειώνουν το νάτριο, πρέπει να ακολουθείται η ίδια αντιμετώπιση ως προς τον έλεγχο του νατρίου. Γενικά εάν κατά τη θεραπεία με Trileptal εμφανισθούν κλινικά συμπτώματα που υποδηλώνουν υπονατριαιμία (βλ. Κεφ. 4.8 «Ανεπιθύμητες ενέργειες»), θα πρέπει να γίνεται μέτρηση του νατρίου του ορού. Οι άλλοι ασθενείς θα πρέπει να κάνουν μέτρηση του νατρίου του ορού, σαν ένα μέρος των συνήθων εργαστηριακών εξετάσεων. Όλοι οι ασθενείς με καρδιακή ανεπάρκεια και δευτερογενή καρδιακή ανεπάρκεια πρέπει να ζυγίζονται τακτικά για να γίνεται αντιληπτή η τυχόν κατακράτηση υγρών. Σε περίπτωση κατακράτησης υγρών ή επιδείνωσης της καρδιακής λειτουργίας, πρέπει να ελέγχεται το νάτριο ορού. Εάν παρατηρηθεί υπονατριαιμία, ο περιορισμός της λήψης υγρών είναι αποτελεσματικό μέτρο αντιμετώπισης.
-
ΥποθυρεοειδισμόςΣυνιστάται η παρακολούθηση της λειτουργίας του θυρεοειδούς αδένα στον παιδιατρικό πληθυσμό που υποβάλλεται σε θεραπεία με το Trileptal.
-
Ηπατική λειτουργίαΌταν υπάρχει υποψία ηπατίτιδας, θα πρέπει να εξετάζεται η ηπατική λειτουργία και αν απαιτείται να διακόπτεται το Trileptal.
-
Νεφρική λειτουργίαΣε ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία (κάθαρση κρεατινίνης μικρότερη των 30 ml/λεπτό), θα πρέπει να δίνεται προσοχή κατά τη διάρκεια της θεραπευτικής αγωγής με Trileptal, ιδιαίτερα στη δόση έναρξης και την τιτλοποίηση προς τα πάνω της δόσης. Πρέπει να λαμβάνεται υπόψη η παρακολούθηση των επιπέδων MHD στο πλάσμα.
-
Αιματολογικές επιδράσειςΘα πρέπει να εξετάζεται η διακοπή του φαρμάκου σε περίπτωση που παρουσιαστούν στοιχεία σοβαρής καταστολής του μυελόυ των οστών.
-
Αυτοκτονικός ιδεασμόςΟι ασθενείς πρέπει να παρακολουθούνται για συμπτώματα αυτοκτονικού ιδεασμού και συμπεριφορών και να εφαρμόζεται η κατάλληλη θεραπεία. Συνιστάται στους ασθενείς (και σε αυτούς που τους φροντίζουν) να αναζητούν ιατρική συμβουλή σε περίπτωση εμφάνισης συμπτωμάτων αυτοκτονικού ιδεασμού ή συμπεριφοράς.
-
Ορμονικά αντισυλληπτικάΓυναίκες ασθενείς αναπαραγωγικής ηλικίας θα πρέπει να προειδοποιούνται ότι η σύγχρονη χρήση του Trileptal με ορμονικά αντισυλληπτικά, μπορεί να καταστήσει αυτό τον τύπο αντισυλληπτικής μεθόδου αναποτελεσματικό. Όταν γίνεται χρήση του Trileptal, συνιστώνται πρόσθετοι, μη ορμονικοί τρόποι αντισύλληψης.
-
ΟινόπνευμαΕπιβάλλεται προσοχή, εάν λαμβάνεται οινόπνευμα κατά την θεραπεία με Trileptal, λόγω πιθανού πρόσθετου κατασταλτικού αποτελέσματος.
-
ΔιακοπήΤο Trileptal θα πρέπει να διακόπτεται βαθμιαίως, για να ελαχιστοποιείται η πιθανότητα αυξημένης συχνότητας επιληπτικών σπασμών.
-
ΆλλαΤο πόσιμο εναιώρημα Trileptal περιέχει αιθανόλη, λιγότερη από 100 mg ανά δόση. Περιέχει parabenes, τα οποία μπορεί να προκαλέσουν αλλεργικές αντιδράσεις (πιθανόν με καθυστέρηση). Περιέχει σορβιτόλη, και ως εκ τούτου δεν πρέπει να χορηγείται σε ασθενείς με σπάνια κληρονομικά προβλήματα της ανοχής στη φρουκτόζη.
-
Παρακολούθηση των επιπέδων πλάσματοςΗ παρακολούθηση των επιπέδων στο πλάσμα μπορεί να είναι χρήσιμη στις ακόλουθες περιπτώσεις, προκειμένου να αποκλειστεί η μη συμμόρφωση ή σε περιπτώσεις όπου θα πρέπει να αναμένεται μεταβολή στην κάθαρση MHD, όπως οι εξής: - αλλαγές στη νεφρική λειτουργία (βλέπε νεφρική δυσλειτουργία στην παράγραφο 4.2). - κύηση (4.6 βλέπε παράγραφο και 5). - ταυτόχρονη χρήση φαρμάκων που προκαλούν επαγωγή των ηπατικών ενζύμων (βλέπε παράγραφο 4.5).
swap_horiz
SPC-TRILEPTAL
Αλληλεπιδράσεις
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
-
παρακολούθησηΧαμηλότερη συγκέντρωση στο πλάσμα
-
Από του στόματος αντισυλληπτικά (ethinylestradiol, levonorgestrel)προσοχήΜείωση AUC κατά 48-52% (EE) και 32-52% (LNG). Μπορεί να καταστήσει τα αντισυλληπτικά μη αποτελεσματικά.ΣύστασηΧρήση άλλης αξιόπιστης μεθόδου αντισύλληψης.
-
παρακολούθησηΜείωση συγκέντρωσης στο πλάσμα (0-22%). Επηρεάζει το εποξείδιο της καρβαμαζεπίνης.
-
προσοχήΑύξηση συγκέντρωσης στο πλάσμα (0-40%), ειδικά με δόσεις > 1200 mg/ημερησίως. Μείωση επιπέδων MHD.ΣύστασηΜείωση δόσης φαινυτοΐνης.
-
ΦαινοβαρβιτόνηπαρακολούθησηΑύξηση συγκέντρωσης στο πλάσμα (14-15%). Μείωση επιπέδων MHD.
-
προσοχήΑυξημένος κίνδυνος ανεπιθύμητων ενεργειών (ναυτία, υπνηλία, ζάλη, κεφαλαλγία). Καμία επίδραση στα επίπεδα.ΣύστασηΠροσεκτική ρύθμιση δοσολογίας και/ή έλεγχος επιπέδων πλάσματος, ιδιαίτερα σε παιδιά.
-
Αναστολείς της μονοαμινοξειδάσης (ΜΑΟΙs)προσοχήΠιθανή αλληλεπίδραση λόγω δομικής σχέσης με τρικυκλικά αντικαταθλιπτικά.
-
προσοχήΠιθανή αυξημένη νευροτοξικότητα.
sick
SPC-TRILEPTAL
Ανεπιθύμητες ενέργειες
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
- Λευκοπενία
- Θρομβοπενία
- Καταστολή του μυελού των οστών
- απλαστική αναιμία
- ακοκιοκυτταραιμία
- πανκυτταροπενία
- ουδετεροπενία
- Υπερευαισθησία (συμπεριλαμβανομένης της πολυοργανικής υπερευαισθησίας) με εξάνθημα και πυρετό
- Αναφυλακτικές αντιδράσεις
- Υποθυρεοειδισμός
- Υπονατριαιμία
- Υπονατριαιμία που συνοδεύεται από σημεία και συμπτώματα όπως επιληπτικοί σπασμοί, εγκεφαλοπάθεια, μειωμένο επίπεδο συνείδησης, σύγχυση, διαταραχές της όρασης (π.χ. θάμβος όρασης), υποθυρεοειδισμός, έμετοι, ναυτία
- Σύνδρομο που προσομοιάζει με μη φυσιολογική έκκριση ADH με σημεία και συμπτώματα λήθαργου, ναυτίας, ζάλης, μειωμένης όσμωσης του ορού (αίματος), εμέτου, κεφαλαλγίας, κατάστασης σύγχυσης ή άλλα νευρολογικά σημεία και συμπτώματα.
- Ανησυχία (π.χ. νευρικότητα)
- Συναισθηματική αστάθεια
- Κατάσταση σύγχυσης
- Κατάθλιψη
- Απάθεια
- Υπνηλία
- Κεφαλαλγία
- Ζάλη
- Αταξία
- Μυϊκός τρόμος
- Νυσταγμός
- Διαταραχές στη συγκέντρωση
- Αμνησία
- Διαταραχές στην ομιλία (συμπεριλαμβανομένης της δυσαρθρίας)
- Διπλωπία
- Θάμβος όρασης
- Διαταραχές όρασης
- Ίλιγγος
- Κολποκοιλιακός αποκλεισμός
- Αρρυθμία
- Υπέρταση
- Έμετος
- Ναυτία
- Διάρροια
- Κοιλιακά άλγη
- Δυσκοιλιότητα
- Παγκρεατίτιδα και /ή αύξηση της λιπάσης και /ή της αμυλάσης
- Ηπατίτιδα
- Εξάνθημα
- Αλωπεκία
- Ακμή
- Κνίδωση
- Σύνδρομο Stevens-Johnson
- Τοξική επιδερμική νεκρόλυση (σύνδρομο Lyell’s)
- Αγγειοίδημα
- Πολύμορφο ερύθημα
- Φαρμακευτικό εξάνθημα με ηωσινοφιλία και συστηματικά συμπτώματα (DRESS)
- Οξεία γενικευμένη εξανθηματική φλυκταίνωση (AGEP)
- Συστηματικός ερυθηματώδης λύκος
- Μειωμένη οστική πυκνότητα, οστεοπενία, οστεοπόρωση και κατάγματα
- Κόπωση
- Αδυναμία
- Αύξηση των ηπατικών ενζύμων
- Αύξηση της αλκαλικής φωσφατάσης του αίματος
- Μείωση της Τ4 (δεν είναι ξεκάθαρη η κλινική σημαντικότητα)
- Πέσιμο
Λεπτομέρειες κατά συχνότητα expand_more
-
Όχι συχνέςΛευκοπενίαΑίματος και λεμφικού συστήματος
-
Πολύ σπάνιεςΘρομβοπενίαΑίματος και λεμφικού συστήματος
-
ΣυχνέςΥπονατριαιμίαΜεταβολισμού και διατροφής
-
Πολύ σπάνιεςΥπονατριαιμία που συνοδεύεται από σημεία και συμπτώματα όπως επιληπτικοί σπασμοί, εγκεφαλοπάθεια, μειωμένο επίπεδο συνείδησης, σύγχυση, διαταραχές της όρασης (π.χ. θάμβος όρασης), υποθυρεοειδισμός, έμετοι, ναυτίαΜεταβολισμού και διατροφής
-
Μη γνωστέςΣύνδρομο που προσομοιάζει με μη φυσιολογική έκκριση ADH με σημεία και συμπτώματα λήθαργου, ναυτίας, ζάλης, μειωμένης όσμωσης του ορού (αίματος), εμέτου, κεφαλαλγίας, κατάστασης σύγχυσης ή άλλα νευρολογικά σημεία και συμπτώματα.Μεταβολισμού και διατροφής
-
ΣυχνέςΑνησυχία (π.χ. νευρικότητα), συναισθηματική αστάθεια, κατάσταση σύγχυσης, κατάθλιψη, απάθειαΨυχιατρικές διαταραχές
-
Πολύ συχνέςΥπνηλία, κεφαλαλγία, ζάληΝευρικού συστήματος
-
ΣυχνέςΑταξία, μυϊκός τρόμος, νυσταγμός, διαταραχές στη συγκέντρωση, αμνησίαΝευρικού συστήματος
-
Μη γνωστέςΔιαταραχές στην ομιλία (συμπεριλαμβανομένης της δυσαρθρίας)Νευρικού συστήματος
-
Πολύ συχνέςΔιπλωπίαΟφθαλμικές διαταραχές
-
ΣυχνέςΘάμβος όρασης, διαταραχές όρασηςΟφθαλμικές διαταραχές
-
ΣυχνέςΊλιγγοςΩτός και του λαβυρίνθου
-
Πολύ σπάνιεςΚολποκοιλιακός αποκλεισμός, αρρυθμίαΚαρδιακές διαταραχές
-
ΣυχνέςΥπέρτασηΑγγειακές διαταραχές
-
Πολύ συχνέςΈμετος, ναυτίαΓαστρεντερικού συστήματος
-
ΣυχνέςΔιάρροια, κοιλιακά άλγη, δυσκοιλιότηταΓαστρεντερικού συστήματος
-
Πολύ σπάνιεςΠαγκρεατίτιδα και /ή αύξηση της λιπάσης και /ή της αμυλάσηςΓαστρεντερικού συστήματος
-
Πολύ σπάνιεςΗπατίτιδαΉπατος και των χοληφόρων
-
ΣυχνέςΕξάνθημα, αλωπεκία, ακμήΔέρματος και του υποδόριου ιστού
-
Όχι συχνέςΚνίδωσηΔέρματος και του υποδόριου ιστού
-
Πολύ σπάνιεςΣύνδρομο Stevens-Johnson, τοξική επιδερμική νεκρόλυση (σύνδρομο Lyell’s), αγγειοίδημα, πολύμορφο ερύθημαΔέρματος και του υποδόριου ιστού
-
Μη γνωστέςΦαρμακευτικό εξάνθημα με ηωσινοφιλία και συστηματικά συμπτώματα (DRESS)**, Οξεία γενικευμένη εξανθηματική φλυκταίνωση (AGEP)Δέρματος και του υποδόριου ιστού
-
Πολύ σπάνιεςΣυστηματικός ερυθηματώδης λύκοςΜυοσκελετικού συστήματος και του συνδετικού ιστού
-
Μη γνωστέςΜειωμένη οστική πυκνότητα, οστεοπενία, οστεοπόρωση και κατάγματαΜυοσκελετικού συστήματος και του συνδετικού ιστού
-
Πολύ συχνέςΚόπωσηΓενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
-
ΣυχνέςΑδυναμίαΓενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
-
Όχι συχνέςΑύξηση των ηπατικών ενζύμων, αύξηση της αλκαλικής φωσφατάσης του αίματοςΕργαστηριακές εξετάσεις
-
Μη γνωστέςΜείωση της Τ4 (δεν είναι ξεκάθαρη η κλινική σημαντικότητα)Εργαστηριακές εξετάσεις
-
Μη γνωστέςΠέσιμοΤραυματισμός, δηλητηρίαση και επιπλοκές κατά την επέμβαση
-
Μη γνωστέςΚαταστολή του μυελού των οστών, απλαστική αναιμία, ακοκιοκυτταραιμία, πανκυτταροπενία, ουδετεροπενίαΑίματος και λεμφικού συστήματος
-
Μη γνωστέςΥπερευαισθησία (συμπεριλαμβανομένης της πολυοργανικής υπερευαισθησίας) με εξάνθημα και πυρετό. Επηρεασμός άλλων οργάνων/συστημάτων (αίμα, λεμφικό, ήπαρ, μύες, αρθρώσεις, νευρικό, νεφροί, πνεύμονες, αγγεία).Ανοσοποιητικού συστήματος
-
Μη γνωστέςΥποθυρεοειδισμόςΕνδοκρινικού συστήματος
pregnant_woman
SPC-TRILEPTAL
Κύηση / γαλουχία
Επίπεδο κινδύνου: Με προσοχή
expand_more
Κύηση / γαλουχία
-
ΚύησηΜε προσοχή
-
ΓαλουχίαΑποφεύγεται
-
ΓονιμότηταΆγνωστο
neurology
DrugBank
Μηχανισμός δράσης
expand_more
Μηχανισμός δράσης
monitor_heart
SPC-TRILEPTAL
Φαρμακοδυναμική
expand_more
Φαρμακοδυναμική
Φαρμακοθεραπευτική ομάδα: Αντιεπιληπτικά, Κωδικός ΑΤC: N03A F 02 ## Φαρμακοδυναμικά αποτελέσματα Η φαρμακολογική δράση της oxcarbazepine, ασκείται κυρίως μέσω του μεταβολίτη της oxcarbazepine (MHD) (βλ. Φαρμακοκινητικές). Ο μηχανισμός δράσης της…
biotech
SPC-TRILEPTAL
Φαρμακοκινητική
expand_more
Φαρμακοκινητική
Απορρόφηση Μετά την από του στόματος χορήγηση του Trileptal πόσιμου εναιωρήματος, η οxcarbazepine απορροφάται πλήρως και υφίσταται εκτεταμένο μεταβολισμό προς τον φαρμακολογικά δραστικό μεταβολίτη της (MHD). Μετά από εφ’άπαξ χορήγηση δόσης 600 mg…
hub
PubChem
Μεταβολισμός
expand_more
Μεταβολισμός
bloodtype
DrugBank
Απέκκριση
expand_more
Απέκκριση
Σκευάσματα & Τιμολόγηση
Μονογραφίες Πηγών
Αναλυτικό περιεχόμενο ανά πηγή για τεκμηρίωση και έλεγχο
medication
Δοσολογία
SPC-TRILEPTAL
expand_more
Δοσολογία
Δοσολογία
Η θεραπευτική αγωγή με Trileptal αρχίζει με μία κλινικά αποτελεσματική δόση, η οποία χορηγείται σε δύο διηρημένες δόσεις. Η δόση μπορεί να αυξηθεί ανάλογα με την κλινική ανταπόκριση του ασθενούς. Όταν άλλο/α αντιεπιληπτικό/ά φαρμακευτικό/ά προϊόν/ντα αντικαθίστανται με Trileptal, η δόση του/των συγχρόνως χορηγουμένου/ων αντιεπιληπτικού/ών προϊόντος/ων θα πρέπει να μειώνεται βαθμιαία με την έναρξη της θεραπείας με Trileptal.
Όταν χορηγείται σαν συμπληρωματική αγωγή, καθώς αυξάνεται η συνολική ποσότητα των αντιεπιληπτικών φαρμακευτικών προϊόντων του ασθενή, η δόση του/των συγχρόνως χορηγουμένου/ων αντιεπιληπτικού/ών φαρμακευτικού/ών προϊόντος/ων μπορεί να χρειασθεί να μειωθεί και /ή η δόση του Trileptal να αυξηθεί με πιο αργούς ρυθμούς (βλ. αλληλεπιδράσεις).
Η συνταγή για το πόσιμο εναιώρημα Trileptal θα πρέπει να χορηγείται σε milliliters (ml) χιλιοστόλιτρα (ml). Η συνταγογραφούμενη δόση σε χιλιοστόλιτρα (ml) είναι στρογγυλοποιημένη προς το πλησιέστερο 0,5ml.
Οι δοσολογίες που παρουσιάζονται στον παρακάτω πίνακα βρίσκουν εφαρμογή μόνο σε ασθενείς ηλικίας 6 ετών και άνω. Αυτές οι δοσολογίες πρέπει να χορηγούνται δύο φορές ημερησίως.
| Δοσολογία σε χιλιοστογραμμάρια (mg), (να χορηγείται 2 φορές ημερησίως) | Δοσολογία σε χιλιοστόλιτρα (ml), (να χορηγείται 2 φορές ημερησίως) |
|---|---|
| 45 - 75 mg | 1.0 ml |
| 76 - 105 mg | 1.5 ml |
| 106 - 135 mg | 2.0 ml |
| 136 - 165 mg | 2.5 ml |
| 166 - 195 mg | 3.0 ml |
| 196 - 225 mg | 3.5 ml |
| 226 - 255 mg | 4.0 ml |
| 256 - 285 mg | 4.5 ml |
| 286 - 315 mg | 5.0 ml |
| 316 - 345 mg | 5.5 ml |
| 346 - 375 mg | 6.0 ml |
| 376 - 405 mg | 6.5 ml |
| 406 - 435 mg | 7.0 ml |
| 436 - 465 mg | 7.5 ml |
| 466 - 495 mg | 8.0 ml |
| 496 - 525 mg | 8.5 ml |
| 526 - 555 mg | 9.0 ml |
| 556 - 585 mg | 9.5 ml |
| 586 - 615 mg | 10.0 ml |
| 616 - 645 mg | 10.5 ml |
| 646 - 675 mg | 11.0 ml |
| 676 - 705 mg | 11.5 ml |
| 706 - 735 mg | 12.0 ml |
| 736 - 765 mg | 12.5 ml |
| 766 - 795 mg | 13.0 ml |
| 796 - 825 mg | 13.5 ml |
| 826 - 855 mg | 14.0 ml |
| 856 - 885 mg | 14.5 ml |
| 886 - 915 mg | 15.0 ml |
| 916 - 945 mg | 15.5 ml |
| 946 - 975 mg | 16.0 ml |
| 976 - 1,005 mg | 16.5 ml |
| 1,006 - 1,035 mg | 17.0 ml |
| 1,036 - 1,065 mg | 17.5 ml |
| 1,066 - 1,095 mg | 18.0 ml |
| 1,096 - 1,125 mg | 18.5 ml |
| 1,126 - 1,155 mg | 19.0 ml |
| 1,156 - 1,185 mg | 19.5 ml |
| 1,186 - 1,215 mg | 20.0 ml |
Παρακολούθηση θεραπευτικής αγωγής
Η παρακολούθηση των συγκεντρώσεων της oxcarbazepine ή του MHD στο πλάσμα του αίματος δεν κρίνεται αναγκαία σε τακτά χρονικά διαστήματα. Ωστόσο, μπορεί να είναι χρήσιμη σε περιπτώσεις όπου αναμένεται μεταβολή στην κάθαρση του ΜΗD (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις). Σε τέτοιες περιπτώσεις, η δοσολογία του Trileptal μπορεί να προσαρμοστεί (με βάση τις μετρήσεις των συγκεντρώσεων 2 - 4 ώρες μετά τη λήψη) ώστε να διατηρηθούν τα υψηλά επίπεδα του MHD στο πλάσμα του αίματος σε μικρότερα από 35 mg/L.
Ενήλικες
Μονοθεραπεία
Συνιστώμενη δόση έναρξης: Η θεραπεία με Trileptal πρέπει να αρχίζει με δόση 600 mg/ημερησίως (8-10 mg/kg/ημέρα), χορηγούμενα σε δύο διηρημένες δόσεις.
Δόση συντήρησης: Εάν ενδείκνυται κλινικά, η δοσολογία μπορεί να αυξάνεται κατά 600 mg το μέγιστο ημερησίως ανά διαστήματα εβδομάδος από την αρχική δόση, έως ότου επιτευχθεί η επιθυμητή κλινική ανταπόκριση. Καλά θεραπευτικά αποτελέσματα παρατηρούνται σε δόσεις μεταξύ 600 mg/ημέρα και 2400 mg/ημέρα.
Μέγιστη συνιστώμενη δόση: Σε ελεγχόμενο νοσοκομειακό περιβάλλον, έχουν πραγματοποιηθεί αυξήσεις της δόσης μέχρι τα 2.400 mg/ημέρα μέσα σε 48 ώρες.
Συμπληρωματική θεραπεία
Συνιστώμενη δόση έναρξης: Η αγωγή με Trileptal θα πρέπει να αρχίζει με μία δόση 600 mg/ημερησίως (8-10 mg/kg/ημέρα), χορηγούμενη σε δύο διηρημένες δόσεις.
Δόση συντήρησης: Εάν ενδείκνυται κλινικά, η δοσολογία μπορεί να αυξάνεται κατά 600 mg το μέγιστο ημερησίως ανά διαστήματα εβδομάδος από την αρχική δόση, έως ότου επιτευχθεί η επιθυμητή κλινική ανταπόκριση. Καλή θεραπευτική ανταπόκριση έχει παρατηρηθεί σε δόσεις μεταξύ 600 mg/ημέρα και 2400 mg/ημέρα.
Μέγιστη συνιστώμενη δόση: Σε μία ελεγχόμενη κλινική μελέτη συμπληρωματικής θεραπείας, φάνηκε ότι ημερήσιες δόσεις από 600 έως 2400 mg/ημέρα είναι αποτελεσματικές, παρόλο που οι περισσότεροι ασθενείς δεν μπορούν να ανεχτούν τη δόση των 2400 mg/ημέρα χωρίς μείωση των συγχορηγούμενων αντιεπιληπτικών φαρμακευτικών προϊόντων, κυρίως λόγω των ανεπιθύμητων ενεργειών που σχετίζονται με το Κ.Ν.Σ. Δεν έχουν συστηματικά μελετηθεί, σε κλινικές μελέτες, ημερήσιες δόσεις άνω των 2400 mg/ημέρα.
Άτομα μεγαλύτερης ηλικίας (65 ετών και άνω)
Στους ηλικιωμένους ασθενείς δεν απαιτούνται συστάσεις για τη δοσολογία καθώς οι θεραπευτικές δόσεις εξατομικεύονται. Στους ηλικιωμένους ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία συνιστάται προσαρμογή της δόσης (κάθαρση κρεατινίνης μικρότερη από 30 ml/λεπτό) (βλ. παρακάτω πληροφορίες για τη δοσολογία στη νεφρική ανεπάρκεια). Για ασθενείς με κίνδυνο υπονατριαιμίας απαιτείται στενή παρακολούθηση των επιπέδων νατρίου (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις).
Ασθενείς με ηπατική δυσλειτουργία
Δεν χρειάζεται προσαρμογή της δοσολογίας για ασθενείς με ήπια έως μέτρια ηπατική δυσλειτουργία. Το Trileptal δεν έχει μελετηθεί σε ασθενείς με σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία και επομένως χρειάζεται προσοχή σε ασθενείς με σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία (βλ. Φαρμακοκινητικές).
Ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία
Σε ασθενείς με μειωμένη νεφρική λειτουργία (κάθαρση κρεατινίνης μικρότερη από 30 ml/λεπτό), η θεραπεία με Trileptal θα πρέπει να αρχίζει με το ήμισυ της συνήθους δόσης έναρξης (300 mg/ημερησίως) και να αυξάνεται ανά διαστήματα το λιγότερο μιας εβδομάδας μέχρις ότου επιτευχθεί η επιθυμητή κλινική ανταπόκριση (βλ. Φαρμακοκινητικές). Στους ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία πιθανόν να απαιτηθεί μεγαλύτερη προσοχή κατά την βαθμιαία αύξηση των δόσεων.
Παιδιατρικός πληθυσμός
Συνιστώμενη δόση έναρξης: Σε μονοθεραπεία και σε συμπληρωματική θεραπεία, η χορήγηση του Trileptal θα πρέπει να αρχίζει με δόση 8-10 mg/kg/ημέρα, χορηγούμενη σε 2 διηρημένες δόσεις.
Δόση συντήρησης: Η επιθυμητή δόση συντήρησης κατά τη διάρκεια συμπληρωματικής θεραπείας με Trileptal είναι 30-46 mg/kg/ημέρα και θα πρέπει να επιτευχθεί σε δύο εβδομάδες. Θεραπευτικά αποτελέσματα παρατηρήθηκαν με μέση δόση συντήρησης περίπου 30 mg/kg/ημέρα.
Μέγιστη συνιστώμενη δόση: Εάν ενδείκνυται κλινικά, η δοσολογία μπορεί να αυξάνεται κατά 10 mg/kg το μέγιστο ημερησίως ανά διαστήματα μιας εβδομάδας από την αρχική δόση, μέχρι την μέγιστη δόση των 46 mg/kg/ημέρα, έως ότου επιτευχθεί η επιθυμητή κλινική ανταπόκριση. (βλ. Φαρμακοκινητικές).
Το Trileptal συνιστάται για χρήση σε παιδιά ηλικίας από 6 ετών και άνω. Η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητά του έχει αξιολογηθεί σε ελεγχόμενες κλινικές δοκιμές που συμμετείχαν περίπου 230 παιδιά ηλικίας μικρότερης των 6 ετών (μέχρι 1 μηνός). Το Trileptal δεν συνιστάται σε παιδιά ηλικίας μικρότερης των 6 ετών λόγω του ότι η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητά του δεν έχουν αποδειχθεί επαρκώς.
Τρόπος χορήγησης
Πριν λάβετε το πόσιμο εναιώρημα Trileptal, η φιάλη πρέπει να ανακινείται καλά και η δόση θα πρέπει να ετοιμάζεται αμέσως μετά. Η ποσότητα που έχει συνταγογραφηθεί πρέπει να αφαιρείται από τη φιάλη με τη χρήση της σύριγγας που παρέχεται. Το πόσιμο εναιώρημα Trileptal μπορεί να καταποθεί απευθείας από τη σύριγγα ή μπορεί να αναμιχθεί με νερό σε ένα μικρό ποτήρι, πριν τη χορήγηση. Μετά από κάθε χρήση, η φιάλη πρέπει να κλείνεται και η εξωτερική πλευρά της σύριγγας πρέπει να καθαρίζεται με στεγνό καθαρό πανί.
Το Trileptal μπορεί να ληφθεί με ή χωρίς τροφή.
block
Αντενδείξεις
SPC-TRILEPTAL
expand_more
Αντενδείξεις
- Υπερευαισθησία στην δραστική ουσία ή σε οποιοδήποτε από τα έκδοχα.
warning
Προειδοποιήσεις
SPC-TRILEPTAL
expand_more
Προειδοποιήσεις
Υπερευαισθησία
Αντιδράσεις υπερευαισθησίας τύπου Ι (άμεσες) οι οποίες περιλαμβάνουν εξάνθημα, κνησμό κνήδωση, αγγειοοίδημα και περιστατικά αναφυλαξίας έχουν αναφερθεί κατά την περίοδο μετά την κυκλοφορία του φαρμάκου. Περιστατικά αναφυλαξίας και αγγειοοιδήματος που εμπλέκουν το λάρυγγα, τη γλωττίδα, τα χείλη και τα βλέφαρα έχουν αναφερθεί σε ασθενείς που έλαβαν την πρώτη ή επακόλουθη δόση Trileptal. Αν κάποιος ασθενείς παρουσιάσει αυτές τις αντιδράσεις μετά οπό θεραπεία με Trileptal το φάρμακο πρέπει να διακόπτεται και να ξεκινά μια εναλλακτική θεραπεία Ασθενείς που εμφάνισαν αντιδράσεις υπερευαισθησίας στην carbamazepine, θα πρέπει να ενημερώνονται για το ότι ποσοστό περίπου 25- 30% αυτών των ασθενών μπορεί να παρουσιάσουν αντιδράσεις υπερευαισθησίας (π.χ. σοβαρές δερματικές αντιδράσεις) με το Trileptal (βλ. παράγραφο 4.8). Αντιδράσεις υπερευαισθησίας, περιλαμβανομένων πολυοργανικών αντιδράσεων, μπορεί επίσης να συμβούν και σε ασθενείς χωρίς ιστορικό υπερευαισθησίας στην καρβαμαζεπίνη. Τέτοιες αντιδράσεις μπορεί να επηρεάσουν το δέρμα το ήπαρ, το αίμα και το λεμφικό σύστημα, ή άλλα όργανα είτε μεμονωμένα είτε μαζί στο πλαίσιο μιας συστηματικής αντίδρασης. (βλ. παράγραφο 4.8). Γενικά, εάν εμφανισθούν σημεία και συμπτώματα που υποδηλώνουν αντιδράσεις υπερευαισθησίας, το Trileptal θα πρέπει να διακόπτεται αμέσως.
Δερματολογικές αντιδράσεις
Πολύ σπάνια, έχουν αναφερθεί σοβαρές δερματολογικές αντιδράσεις, που περιλαμβάνουν σύνδρομο Stevens-Johnson, τοξική επιδερμική νεκρόλυση (σύνδρομο Lyell’s) και πολύμορφο ερύθημα με τη χρήση του Trileptal. Οι ασθενείς με σοβαρές δερματολογικές αντιδράσεις μπορεί να χρειαστεί να νοσηλευτούν, καθώς αυτές οι αντιδράσεις μπορεί να είναι απειλητικές για τη ζωή τους και σε πολύ σπάνιες περιπτώσεις μπορεί να είναι θανατηφόρες. Τα περιστατικά που συσχετίστηκαν με τη χρήση του Trileptal αφορούσαν τόσο παιδιά όσο και ενήλικες. Ο διάμεσος χρόνος έναρξης των συμπτωμάτων ήταν 19 ημέρες. Έχουν αναφερθεί αρκετές μεμονωμένες περιπτώσεις επανεμφάνισης σοβαρών δερματολογικών αντιδράσεων, όταν επαναχορηγήθηκε Trileptal. Εάν ο ασθενής εμφανίσει δερματολογικές αντιδράσεις με το Trileptal θα πρέπει αυτός άμεσα να αξιολογηθεί και να διακοπεί το Trileptal εκτός εάν το εξάνθημα δεν συσχετίζεται με το φάρμακο. Σε περίπτωση που διακοπεί η θεραπεία, θα πρέπει να αντικατασταθεί το Trileptal με ένα άλλο αντιεπιληπτικό φάρμακο ώστε να αποφευχθεί η εμφάνιση επιληπτικών κρίσεων λόγω διακοπής. Το Trileptal δεν πρέπει να επαναχορηγείται σε ασθενείς που διέκοψαν την θεραπεία λόγω αντιδράσεων υπερευαισθησίας (βλ. παράγραφο 4.3). HLA -Β1502 αλληλόμορφο σε πληθυσμούς Κινέζων Han, Ταϊλανδών και άλλων Ασιατικών πληθυσμών Έχει αποδειχθεί ότι η παρουσία του αλληλόμορφου Ανθρώπινου Λευκοκυτταρικού Αντιγόνου HLA-B1502 συσχετίζεται ισχυρά με τον κίνδυνο ανάπτυξης σοβαρών δερματικών ανεπιθύμητων αντιδράσεων που είναι γνωστές ως σύνδρομο Stevens-Johnson (SJS) σε ασθενείς Κινεζικής Han και Ταϊλανδικής καταγωγής, που υποβάλλονται σε θεραπεία με καρβαμαζεπίνη. Η χημική δομή της οξκαρβαζεπίνης είναι παρόμοια με αυτή της καρβαμαζεπίνης και υπάρχει πιθανότητα ασθενείς θετικοί για το HLA-B1502 να διατρέχουν κίνδυνο εμφάνισης συνδρόμου Stevens-Johnson (SJS) όταν υποβάλλονται σε θεραπεία με οξκαρβαζεπίνη. Υπάρχουν ορισμένα δεδομένα που υποστηρίζουν την ύπαρξη μιας τέτοιας συσχέτισης με την οξκαρβαζεπίνη. Η συχνότητα εμφάνισης του HLA-B1502 είναι περίπου 10% σε πληθυσμούς Κινέζων Han και Ταϊλανδών. Όποτε είναι δυνατόν αυτοί οι ασθενείς θα πρέπει να εξετάζονται για την παρουσία αυτού του αλληλόμορφου πριν την έναρξη θεραπείας με καρβαμαζεπίνη ή με κάποια χημικά σχετιζόμενη δραστική ουσία. Εάν οι ασθενείς αυτής της καταγωγής διαγνωστούν θετικοί για το αλληλόμορφο HLA-B1502, θα πρέπει να εξετάζεται η χρήση οξκαρβαμαζεπίνης, εάν τα οφέλη υπερτερούν των σχετικών κινδύνων. Εξαιτίας της συχνότητας εμφάνισης αυτού του αλληλόμορφου και σε άλλους Ασιατικούς πληθυσμούς (π.χ. πάνω από 15% στις Φιλιππίνες και τη Μαλαισία) θα πρέπει να εξετάζεται η διεξαγωγή γενετικού ελέγχου σε πληθυσμούς υψηλού κινδύνου για την παρουσία του HLA-B1502 αλληλόμορφου. Η συχνότητα εμφάνισης του αλληλόμορφου HLA-B1502 είναι αμελητέα σε πληθυσμούς π.χ. Ευρωπαϊκής καταγωγής, σε Αφρικάνικους και δείγμα Ισπανικών πληθυσμών και σε Γιαπωνέζους και Κορεάτες (<1%). Η συχνότητα εμφάνισης του εν λόγω αλληλόμορφου αντιπροσωπεύει το ποσοστό των χρωμοσωμάτων στους συγκεκριμένους πληθυσμούς που φέρουν το συγκεκριμένο αλληλόμορφο. Καθώς ένα άτομο φέρει δύο αντίγραφα από κάθε χρωμόσωμα, αλλά ακόμα και ένα αντίγραφο του αλληλόμορφου HLA-B1502 μπορεί να είναι αρκετό για την αύξηση του κινδύνου του SJS, ποσοστό των ασθενών που μπορεί να βρίσκονται σε κίνδυνο είναι σχεδόν διπλάσιο της συχνότητας εμφάνισης του αλληλόμορφου. HLA -Α3101 αλληλόμορφο σε πληθυσμούς Ευρωπαϊκής καταγωγής και Ιαπωνικούς πληθυσμούς Υπάρχουν ορισμένα δεδομένα που υποστηρίζουν ότι η παρουσία του αλληλόμορφου Ανθρώπινου Λευκοκυτταρικού Αντιγόνου HLA-Α3101 συσχετίζεται με αυξημένο κίνδυνο ανάπτυξης δερματικών ανεπιθύμητων αντιδράσεων λόγω χρήσης καρβαμαζεπίνης, συμπεριλαμβανομένων συνδρόμου Stevens-Johnson (SJS), φαρμακευτικού εξανθήματος με ηωσινοφιλία ή λιγότερο σοβαρή οξεία γενικευμένη εξανθηματική φλυκταίνωση και κηλιδοβλατιδώδες εξάνθημα σε ασθενείς Ευρωπαϊκής και Ιαπωνικής καταγωγής. Η συχνότητα εμφάνισης του HLA-Α3101 αλληλομόρφου ποικίλει αρκετά μεταξύ των εθνικοτήτων. Η συχνότητα εμφάνισης του HLA-Α3101 αλληλομόρφου είναι 2 έως 5% σε Ευρωπαϊκούς πληθυσμούς και περίπου 10% σε Ιαπωνικούς πληθυσμούς. Η συχνότητα εμφάνισης του HLA-Α3101 αλληλομόρφου μπορεί να αυξήσει τον κίνδυνο εμφάνισης δερματικών αντιδράσεων λόγω της χρήσης καρβαμαζεπίνης (κυρίως λιγότερο σοβαρές) από 5% στο γενικότερο πληθυσμό έως 26% μεταξύ ασθενών με Ευρωπαϊκή καταγωγή, ενώ η απουσία του μπορεί να μειώσει τον κίνδυνο από 5,0% έως 3,8%. HLA -Α3101 αλληλόμορφο - Άλλες εθνότητες Η συχνότητα εμφάνισης του αλληλόμορφου έχει εκτιμηθεί ότι είναι μικρότερη από 5% στην πλειοψηφία των πληθυσμών Αυστραλιανής, Ασιατικής, Αφρικανικής και Βόρειας Αμερικανικής καταγωγής με μικρές αποκλίσεις μεταξύ 5 και 12%. Συχνότητα μεγαλύτερη από 15% έχει εκτιμηθεί σε κάποιες εθνοτικές ομάδες στη Νότια Αμερική (Αργεντινή και Βραζιλία), Βόρεια Αμερική (US, Navajo και Sioux, και Μεξικό Sonora Seri) και τη Νότια Ινδία (Tamil Νadu) και μεταξύ 10% και 15% σε άλλες τοπικές εθνότητες στις ίδιες περιοχές. Η συχνότητα εμφάνισης του εν λόγω αλληλόμορφου αντιπροσωπεύει το ποσοστό των χρωμοσωμάτων στους συγκεκριμένους πληθυσμούς που φέρουν το συγκεκριμένο αλληλόμορφο. Καθώς ένα άτομο φέρει δύο αντίγραφα από κάθε χρωμόσωμα, αλλά ακόμα και ένα αντίγραφο του αλληλόμορφου HLA-Α3101 μπορεί να είναι αρκετό για την αύξηση του κινδύνου του SJS, ποσοστό των ασθενών που μπορεί να βρίσκονται σε κίνδυνο είναι σχεδόν διπλάσιο της συχνότητας εμφάνισης του αλληλόμορφου. Δεν υπάρχουν επαρκή δεδομένα τα οποία να υποστηρίζουν τη σύσταση για έλεγχο του αλληλόμορφου HLA-Α3101 πριν από την έναρξη της θεραπείας με καρβαμαζεπίνη ή με κάποια χημικά σχετιζόμενη δραστική ουσία. Εάν οι ασθενείς Ευρωπαϊκής ή Ιαπωνικής καταγωγής γνωρίζουν ότι είναι θετικοί για το αλληλόμορφο HLA-Α*3101, θα πρέπει να εξετάζεται η χρήση καρβαμαζεπίνης, εάν τα οφέλη υπερτερούν των σχετικών κινδύνων.
Περιορισμός γενετικής παρακολούθησης
Τα αποτελέσματα της γενετικής παρακολούθησης δε θα πρέπει ποτέ να αντικαθιστούν την κλινική ετοιμότητα και το χειρισμό του ασθενούς. Πολλοί ασθενείς ασιατικής καταγωγής που είναι θετικοί στο αλληλόμορφο HLA-B1502 και βρίσκονται σε θεραπεία με Trileptal δεν θα εμφανίσουν SJS/TEN, και ασθενείς που είναι αρνητικοί στο αλληλόμορφο HLA-Β1502 οποιασδήποτε εθνότητας μπορούν να εμφανίσουν SJS/TEN. Το ίδιο ισχύει και για το HLA-Α*3101, σε ότι αφορά τον κίνδυνο εμφάνισης SJS, TEN, DRESS, AGEP ή κάποιο δερματικό εξάνθημα. Η ανάπτυξη αυτών των σοβαρών δερματικών ανεπιθύμητων ενεργειών και η σχετική νοσηρότητα εξαιτίας άλλων πιθανών παραγόντων όπως η δόση ΑΕD, η συμμόρφωση, οι συγχορηγούμενες αγωγές, οι συνύπαρχουσες νοσηρότητες και το επίπεδο της δερματολογικής παρακολούθησης δεν έχουν μελετηθεί.
Πληροφορίες για επαγγελματίες υγείας
Σε περίπτωση ελέγχου της παρουσίας του αλληλόμορφου HLA-B1502, συνιστάται υψηλής ανάλυσης “γονοτυπικός έλεγχος HLA-B1502”. Το αποτέλεσμα του ελέγχου είναι θετικό είτε σε περίπτωση ανίχνευσης του ενός είτε των δύο HLA-B1502 αλληλόμορφων, και αρνητικό σε περίπτωση μη ανίχνευσης των HLA-B1502 αλληλόμορφων. Με παρόμοιο τρόπο, σε περίπτωση ελέγχου της παρουσίας του αλληλόμορφου HLA-Α3101, συνιστάται υψηλής ανάλυσης “γονοτυπικός έλεγχος HLA-Α3101”. Το αποτέλεσμα του ελέγχου είναι θετικό είτε σε περίπτωση ανίχνευσης του ενός είτε των δύο HLA-Α3101 αλληλόμορφων, και αρνητικό σε περίπτωση μη ανίχνευσης των HLA-Α3101 αλληλόμορφων.
Κίνδυνος αιφνίδιας επιδείνωσης επιληπτικών σπασμών
Έχει αναφερθεί κίνδυνος αιφνίδιας επιδείνωσης επιληπτικών σπασμών κατά τη διάρκεια της θεραπείας με Trileptal. Ο συγκεκριμένος κίνδυνος εμφανίζεται κυρίως σε παιδιά ωστόσο μπορεί να εμφανιστεί και σε ενήλικες. Στην περίπτωση αυτή, η θεραπεία θα πρέπει να διακοπεί.
Υπονατριαιμία
Σε ποσοστό μέχρι 2,7% των ασθενών που λαμβάνουν Trileptal, έχουν παρατηρηθεί επίπεδα νατρίου του ορού κάτω από 125 mmol/l, συνήθως χωρίς συμπτωματολογία και χωρίς να απαιτείται ρύθμιση της θεραπείας. Η εμπειρία από κλινικές μελέτες δείχνει ότι τα επίπεδα νατρίου του ορού επιστρέφουν στο φυσιολογικό, όταν μειωθεί η δόση του Trileptal, όταν διακόπτεται η αγωγή ή όταν ο ασθενής αντιμετωπίζεται συντηρητικά (π.χ. περιορισμός λήψης υγρών). Σε ασθενείς με προϋπάρχουσες νεφρικές καταστάσεις που συσχετίζονται με χαμηλό νάτριο (σύνδρομο που προσομοιάζει σε μη φυσιολογική έκκριση της ADH) ή σε ασθενείς που λαμβάνουν ταυτόχρονη θεραπεία με φαρμακευτικά προϊόντα που μειώνουν το νάτριο (π.χ. διουρητικά, desmopressin) καθώς επίσης και Μη Στεροειδή Αντιφλεγμονώδη Φάρμακα (π.χ. ινδομεθακίνη), πρέπει τα επίπεδα του νατρίου του ορού να προσδιορίζονται πριν από την έναρξη της θεραπείας. Εν συνεχεία, τα επίπεδα νατρίου του ορού πρέπει να προσδιορίζονται μετά από περίπου δύο εβδομάδες και στη συνέχεια ανά μηνιαία διαστήματα για τους τρείς πρώτους μήνες της θεραπείας ή σύμφωνα με τις κλινικές ανάγκες. Πιθανόν αυτοί οι παράγοντες κινδύνου να ισχύουν ιδιαίτερα στους υπερήλικες ασθενείς. Για ασθενείς σε θεραπεία με Trileptal όταν ξεκινούν να παίρνουν φαρμακευτικά προϊόντα που μειώνουν το νάτριο, πρέπει να ακολουθείται η ίδια αντιμετώπιση ως προς τον έλεγχο του νατρίου. Γενικά εάν κατά τη θεραπεία με Trileptal εμφανισθούν κλινικά συμπτώματα που υποδηλώνουν υπονατριαιμία (βλ. Κεφ. 4.8 «Ανεπιθύμητες ενέργειες»), θα πρέπει να γίνεται μέτρηση του νατρίου του ορού. Οι άλλοι ασθενείς θα πρέπει να κάνουν μέτρηση του νατρίου του ορού, σαν ένα μέρος των συνήθων εργαστηριακών εξετάσεων. Όλοι οι ασθενείς με καρδιακή ανεπάρκεια και δευτερογενή καρδιακή ανεπάρκεια πρέπει να ζυγίζονται τακτικά για να γίνεται αντιληπτή η τυχόν κατακράτηση υγρών. Σε περίπτωση κατακράτησης υγρών ή επιδείνωσης της καρδιακής λειτουργίας, πρέπει να ελέγχεται το νάτριο ορού. Εάν παρατηρηθεί υπονατριαιμία, ο περιορισμός της λήψης υγρών είναι αποτελεσματικό μέτρο αντιμετώπισης. Καθώς η oxcarbazepine, πολύ σπάνια, μπορεί να οδηγήσει σε διαταραχή της καρδιακής αγωγιμότητας, ασθενείς με προϋπάρχουσες διαταραχές αγωγιμότητας (π.χ. κολποκοιλιακός αποκλεισμός, αρρυθμία) πρέπει να παρακολουθούνται προσεκτικά.
Υποθυρεοειδισμός
Ο υποθυρεοειδισμός αποτελεί ανεπιθύμητη ενέργεια (με μη γνωστή συχνότητα, βλ. παράγραφο 4.8) της oxcarbazepine. Λαμβάνοντας υπόψη τη σημασία των θυρεοειδικών ορμονών στην ανάπτυξη των παιδιών μετά τη γέννηση, συνιστάται η παρακολούθηση της λειτουργίας του θυρεοειδούς αδένα στον παιδιατρικό πληθυσμό που υποβάλλεται σε θεραπεία με το Trileptal.
Ηπατική λειτουργία
Έχουν αναφερθεί, πολύ σπάνια, περιπτώσεις ηπατίτιδας, οι οποίες τις περισσότερες φορές, αντιμετωπίσθηκαν ικανοποιητικά. Όταν υπάρχει υποψία ηπατίτιδας, θα πρέπει να εξετάζεται η ηπατική λειτουργία και αν απαιτείται να διακόπτεται το Trileptal. Θα πρέπει να δίνεται προσοχή στην περίπτωση ασθενών με σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία (βλ. παράγραφο 4.2 και 5.2)
Νεφρική λειτουργία
Σε ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία (κάθαρση κρεατινίνης μικρότερη των 30 ml/λεπτό), θα πρέπει να δίνεται προσοχή κατά τη διάρκεια της θεραπευτικής αγωγής με Trileptal, ιδιαίτερα στη δόση έναρξης και την τιτλοποίηση προς τα πάνω της δόσης. Πρέπει να λαμβάνεται υπόψη η παρακολούθηση των επιπέδων MHD στο πλάσμα (βλ. παράγραφο 4.2 και 5.2)
Αιματολογικές επιδράσεις
Πολύ σπάνια περιστατικά ακοκιοκυτταραιμίας, απλαστικής αναιμίας και πανκυτταροπενίας έχουν παρατηρηθεί σε ασθενείς που ελάμβαναν Trileptal κατά την περίοδο μετά την κυκλοφορία του φαρμάκου. (βλ. παράγραφο 4.8). Θα πρέπει να εξετάζεται η διακοπή του φαρμάκου σε περίπτωση που παρουσιαστούν στοιχεία σοβαρής καταστολής του μυελόυ των οστών.
Αυτοκτονικός ιδεασμός
Αυτοκτονικός ιδεασμός και συμπεριφορά έχουν αναφερθεί σε ασθενείς υπό αγωγή με αντιεπιληπτικά φάρμακα για διάφορες ενδείξεις. Μια μετα- ανάλυση των τυχαιοποιημένων ελεγχόμενων με εικονικό φάρμακο κλινικών μελετών αντιεπιληπτικών φαρμάκων έχει επίσης δείξει μικρή αύξηση του κινδύνου εκδήλωσης αυτοκτονικού ιδεασμού και συμπεριφοράς (βλ. παράγραφο 5.1). Οι μηχανισμοί ανάπτυξης αυτού του κινδύνου δεν είναι γνωστοί και τα διαθέσιμα δεδομένα δεν αποκλείουν την πιθανότητα εμφάνισης αυξημένου κινδύνου. Κατά συνέπεια οι ασθενείς πρέπει να παρακολουθούνται για συμπτώματα αυτοκτονικού ιδεασμού και συμπεριφορών και να εφαρμόζεται η κατάλληλη θεραπεία. Συνιστάται στους ασθενείς (και σε αυτούς που τους φροντίζουν) να αναζητούν ιατρική συμβουλή σε περίπτωση εμφάνισης συμπτωμάτων αυτοκτονικού ιδεασμού ή συμπεριφοράς.
Ορμονικά αντισυλληπτικά
Γυναίκες ασθενείς αναπαραγωγικής ηλικίας θα πρέπει να προειδοποιούνται ότι η σύγχρονη χρήση του Trileptal με ορμονικά αντισυλληπτικά, μπορεί να καταστήσει αυτό τον τύπο αντισυλληπτικής μεθόδου αναποτελεσματικό (βλ. παράγραφο 4.5). Όταν γίνεται χρήση του Trileptal, συνιστώνται πρόσθετοι, μη ορμονικοί τρόποι αντισύλληψης.
Οινόπνευμα
Επιβάλλεται προσοχή, εάν λαμβάνεται οινόπνευμα κατά την θεραπεία με Trileptal, λόγω πιθανού πρόσθετου κατασταλτικού αποτελέσματος.
Διακοπή
Όπως συμβαίνει με όλα τα αντιεπιληπτικά φαρμακευτικά προϊόντα, το Trileptal θα πρέπει να διακόπτεται βαθμιαίως, για να ελαχιστοποιείται η πιθανότητα αυξημένης συχνότητας επιληπτικών σπασμών.
Άλλα
Το πόσιμο εναιώρημα Trileptal περιέχει αιθανόλη, λιγότερη από 100 mg ανά δόση. Περιέχει parabenes, τα οποία μπορεί να προκαλέσουν αλλεργικές αντιδράσεις (πιθανόν με καθυστέρηση). Περιέχει σορβιτόλη, και ως εκ τούτου δεν πρέπει να χορηγείται σε ασθενείς με σπάνια κληρονομικά προβλήματα της ανοχής στη φρουκτόζη.
Παρακολούθηση των επιπέδων πλάσματος
Παρά το γεγονός ότι οι συσχετίσεις μεταξύ δόσης και επιπέδων οξυκαρβαζεπίνης στο πλάσμα, και μεταξύ των επιπέδων στο πλάσμα και κλινικής αποτελεσματικότητας ή ανεκτικότητας είναι μάλλον αδύναμες, η παρακολούθηση των επιπέδων στο πλάσμα μπορεί να είναι χρήσιμη στις ακόλουθες περιπτώσεις, προκειμένου να αποκλειστεί η μη συμμόρφωση ή σε περιπτώσεις όπου θα πρέπει να αναμένεται μεταβολή στην κάθαρση MHD, όπως οι εξής:
- αλλαγές στη νεφρική λειτουργία (βλέπε νεφρική δυσλειτουργία στην παράγραφο 4.2).
- κύηση (4.6 βλέπε παράγραφο και 5).
- ταυτόχρονη χρήση φαρμάκων που προκαλούν επαγωγή των ηπατικών ενζύμων (βλέπε παράγραφο 4.5).
swap_horiz
Αλληλεπιδράσεις
SPC-TRILEPTAL
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
E παγωγή ενζύμων
H oxcarbazepine και ο φαρμακολογικά ενεργός μεταβολίτης της (το παράγωγο μονοϋδροξέος, MHD) είναι ασθενείς επαγωγείς in vitro και in vivo, των ενζύμων του κυττοχρώματος P450 CYP3A4 και CYP3A5, που είναι υπεύθυνα για τον μεταβολισμό πολύ μεγάλου αριθμού φαρμάκων όπως για παράδειγμα, των ανοσοκατασταλτικών (π.χ. κυκλοσπορίνη, τακρόλιμους), των από του στόματος αντισυλληπτικών (βλέπε παρακάτω), και μερικών άλλων αντιεπιληπτικών φαρμακευτικών προϊόντων (π.χ. καρβαμαζεπίνη) με αποτέλεσμα χαμηλότερη συγκέντρωση στο πλάσμα αυτών των φαρμάκων (βλ. τον πίνακα παρακάτω που συνοψίζει τα αποτελέσματα με άλλα αντιεπιληπτικά φαρμακευτικά προϊόντα).
In vitro, η oxcarbazepine και το ΜHD είναι ασθενείς επαγωγείς των UDP-γλυκουρονυλ- τρανσφερασών (δεν είναι γνωστή η επίδραση των ειδικών ενζύμων σε αυτή την οικογένεια). Επομένως in vivo η oxcarbazepine και το ΜHD μπορεί να έχουν μια μικρή επαγωγική δράση στον μεταβολισμό των φαρμακευτικών προϊόντων τα οποία αποβάλλονται κυρίως με σύζευξη μέσω των UDP-γλυκουρονυλ- τρανσφερασών. Όταν ξεκινάει η θεραπεία με Trileptal ή αλλάξει η δοσολογία, θα χρειαστούν 2 με 3 εβδομάδες για να φτάσουμε τα νέα επίπεδα της επαγωγής.
Σε περίπτωση διακοπής της αγωγής με Trileptal, ενδέχεται να είναι αναγκαία η μείωση της δόσης της συγχορηγούμενης φαρμακευτικής αγωγής. Αυτό θα πρέπει να αποφασίζεται βάση του κλινικού ελέγχου και / ή του ελέγχου των επιπέδων στο πλάσμα. Η επαγωγή είναι πιθανό να μειώνεται σταδιακά μετά από 2 με 3 εβδομάδες μετά την διακοπή.
Ορμονικά αντισυλληπτικά: Το Trileptal έχει δείξει ότι έχει επίδραση και στα δύο συστατικά, ethinylestradiol (EE) και levonorgestrel (LNG), των από του στόματος αντισυλληπτικών. Οι μέσες τιμές AUC των EE και LNG ήταν μειωμένες κατά 48-52% και 32-52% αντίστοιχα. Επομένως, η ταυτόχρονη χρήση του Trileptal με τα ορμονικά αντισυλληπτικά μπορεί να τα καταστήσει μη αποτελεσματικά (βλέπε παράγραφο 4.4). Θα πρέπει να χρησιμοποιείται κάποια άλλη αξιόπιστη μέθοδος αντισύλληψης.
Αναστολή ενζύμων
Η oxcarbazepine και το MHD αναστέλλουν το CYP2C19. Κατά συνέπεια, θα μπορούσαν να προκύψουν αλληλεπιδράσεις με την σύγχρονη χορήγηση υψηλών δόσεων Trileptal και φαρμακευτικών προϊόντων που μεταβολίζονται από το CYP2C19 (π.χ. φαινυτοΐνη). Τα επίπεδα της φαινυτοΐνης στο πλάσμα αυξήθηκαν μέχρι 40% όταν το Trileptal χορηγήθηκε σε δόσεις μεγαλύτερες των 1200 mg/ημερησίως (βλέπε τον παρακάτω πίνακα που συνοψίζει τα αποτελέσματα με άλλα αντιεπληπτικά). Σε αυτή την περίπτωση, μπορεί να χρειαστεί μείωση της δόσης της συγχορηγούμενης φαινυτοΐνης (βλέπε Δοσολογία).
Αντιεπιληπτικά φαρμακευτικά προϊόντα
Στον ακόλουθο πίνακα, συνοψίζονται τα αποτελέσματα αυτών των αλληλεπιδράσεων επί της μέσης AUC και της Cmin.
| Περίληψη αλληλεπιδράσεων αντιεπιληπτικών φαρμακευτικών προϊόντων με Trileptal | |
|---|---|
| Αντιεπιληπτικά φαρμακευτικά προϊόντα | Επίδραση του Trileptal στα αντιεπιληπτικά φαρμακευτικά προϊόντα (Συγκέντρωση) |
| Καρβαμαζεπίνη | 0-22% μείωση (30% αύξηση του εποξειδίου της καρβαμαζεπίνης) |
| Κλοναζεπάμη | Δεν έχει μελετηθεί |
| Φελβαμιδάτη | Δεν έχει μελετηθεί |
| Λαμοτριγίνη | Καμία επίδραση |
| Φαινοβαρβιτόνη | 14-15% αύξηση |
| Φαινυτοΐνη | 0-40% αύξηση |
| Βαλπροϊκό οξύ | Καμία επίδραση |
Έχει αποδειχθεί, ότι ισχυροί επαγωγείς των ενζύμων του κυττοχρώματος Ρ450 (δηλ. καρβαμαζεπίνη, φαινυτοϊνη και φαινοβαρβιτόνη), μειώνουν τα επίπεδα του MHD στο πλάσμα (29-40%) ενηλίκων. Σε παιδιά ηλικίας 4 έως 12 ετών, η κάθαρση του MHD αυξάνεται, σε σύγκριση με τη μονοθεραπεία, μέχρι περίπου 35% όταν δίνεται ένα από τα τρία αντιεπιληπτικά φαρμακευτικά προϊόντα που επάγουν τα ένζυμα.
Η ταυτόχρονη χορήγηση του Trileplal με λαμοτριγίνη έχει συσχετιστεί με έναν αυξημένο κίνδυνο ανεπιθυμήτων ενεργειών (ναυτία, υπνηλία, ζάλη και κεφαλαλγία). Όταν ένα ή περισσότερα αντιεπιληπτικά φαρμακευτικά προϊόντα χορηγούνται ταυτόχρονα με το Trileplal, θα πρέπει να εξετάζεται κατά περίπτωση η προσεκτική ρύθμιση της δοσολογίας και / ή ο έλεγχος των επιπέδων του πλάσματος, ιδιαίτερα στους παιδιατρικούς ασθενείς στους οποίους χορηγείται ταυτόχρονα λαμοτριγίνη.
Με το Trileptal, δεν έχει παρατηρηθεί αυτο-επαγωγή.
Άλλες φαρμακευτικές αλληλεπιδράσεις
Η σιμετιδίνη, η ερυθρομυκίνη, η βιλοξαζίνη, η βαρφαρίνη και η δεξτροπροποξυφαίνη δεν έχουν κανένα αποτέλεσμα επί της φαρμακοκινητικής του MHD. Η αλληλεπίδραση μεταξύ της oxcarbazepine και των αναστολέων της μονοαμινοξειδάσης (ΜΑΟΙs) πιθανόν βασίζεται στη δομική σχέση της oxcarbazepine με τα τρικυκλικά αντικαταθλιπτικά. Ασθενείς σε θεραπεία με τρικυκλικά αντικαταθλιπτικά είχαν περιληφθεί σε κλινικές μελέτες και δεν παρατηρήθηκε καμιά κλινική σχέση αλληλεπίδρασης. Πιθανά ο συνδυασμός του λιθίου με την oxcarbazepine να προκαλέσει αυξημένη νευροτοξικότητα.
sick
Ανεπιθύμητες ενέργειες
SPC-TRILEPTAL
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
Περίληψη του προφίλ ασφάλειας
Οι πιο συχνά αναφερόμενες ανεπιθύμητες ενέργειες είναι υπνηλία, κεφαλαλγία, ζάλη, διπλωπία, ναυτία, έμετος και κόπωση και συμβαίνουν σε περισσότερους από το 10% των ασθενών.
Το φάσμα των ανεπιθύμητων ενεργειών ανά οργανικό σύστημα, βασίζεται στις ανεπιθύμητες ενέργειες που παρατηρήθηκαν κατά τις κλινικές μελέτες και οι οποίες κρίθηκαν ότι είχαν σχέση με το Trileptal. Επί πλέον, ελήφθησαν υπ’ όψιν αναφορές με κλινική σημασία σχετικές με ανεπιθύμητες ενέργειες από προγράμματα παρακολούθησης μεμονωμένων ασθενών καθώς και η εμπειρία μετά την κυκλοφορία του προϊόντος.
Λίστα των ανεπιθύμητων ενεργειών σε μορφή πίνακα
Υπολογισμός συχνότητας*: πολύ συχνές: 1/10, συχνές: 1/100 - <1/10, όχι συχνές: 1/1,000 - <1/100, σπάνιες: 1/10,000 - <1/1,000, πολύ σπάνιες: <1/10,000 μη γνωστές (δεν μπορούν να εκτιμηθούν με βάση τα διαθέσιμα δεδομένα).
Εντός κάθε κατηγορίας οργανικού συστήματος, οι ανεπιθύμητες ενέργειες του φαρμάκου κατατάσσονται σύμφωνα με τη συχνότητα, με την πιο συχνή ανεπιθύμητη ενέργεια πρώτη. Εντός κάθε κατηγορίας συχνότητας εμφάνισης, οι ανεπιθύμητες ενέργειες παρατίθενται κατά φθίνουσα σειρά σοβαρότητας.
| Οργανικό Σύστημα | |
|---|---|
| Διαταραχές του αίματος και του λεμφικού συστήματος | |
| Όχι συχνές: Λευκοπενία | |
| Πολύ σπάνιες: Θρομβοπενία | |
| Μη γνωστές: Καταστολή του μυελού των οστών, απλαστική αναιμία, ακοκιοκυτταραιμία, πανκυτταροπενία, ουδετεροπενία | |
| Διαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος | |
| Πολύ σπάνιες: Υπερευαισθησία # | |
| Μη γνωστές: Αναφυλακτικές αντιδράσεις | |
| Διαταραχές του ενδοκρινικού συστήματος | |
| Μη γνωστές: Υποθυρεοειδισμός | |
| Διαταραχές του μεταβολισμού και της διατροφής | |
| Συχνές: Υπονατριαιμία | |
| Πολύ σπάνιες: Υπονατριαιμία που συνοδεύεται από σημεία και συμπτώματα όπως επιληπτικοί σπασμοί, εγκεφαλοπάθεια, μειωμένο επίπεδο συνείδησης, σύγχυση (βλ. επίσης διαταραχές του νευρικού συστήματος για επιπλέον ανεπιθύμητες δράσεις), διαταραχές της όρασης (π.χ. θάμβος όρασης), υποθυρεοειδισμός, έμετοι, ναυτία† | |
| Μη γνωστές: Σύνδρομο που προσομοιάζει με μη φυσιολογική έκκριση ADH με σημεία και συμπτώματα λήθαργου, ναυτίας, ζάλης, μειωμένης όσμωσης του ορού (αίματος), εμέτου, κεφαλαλγίας, κατάστασης σύγχυσης ή άλλα νευρολογικά σημεία και συμπτώματα. | |
| Ψυχιατρικές διαταραχές | |
| Συχνές: Ανησυχία (π.χ. νευρικότητα), συναισθηματική αστάθεια, κατάσταση σύγχυσης, κατάθλιψη, απάθεια | |
| Διαταραχές του νευρικού συστήματος | |
| Πολύ συχνές: Υπνηλία, κεφαλαλγία, ζάλη | |
| Συχνές: Αταξία, μυϊκός τρόμος, νυσταγμός, διαταραχές στη συγκέντρωση, αμνησία | |
| Μη γνωστές: Διαταραχές στην ομιλία (συμπεριλαμβανομένης της δυσαρθρίας): πιο συχνά κατά τη διάρκεια της τιτλοποίησης του Trileptal προς τα πάνω. | |
| Οφθαλμικές διαταραχές | |
| Πολύ συχνές: Διπλωπία | |
| Συχνές: Θάμβος όρασης, διαταραχές όρασης | |
| Διαταραχές του ωτός και του λαβυρίνθου | |
| Συχνές: Ίλιγγος | |
| Καρδιακές διαταραχές | |
| Πολύ σπάνιες: Κολποκοιλιακός αποκλεισμός, αρρυθμία | |
| Αγγειακές διαταραχές | |
| Συχνές: Υπέρταση | |
| Διαταραχές του γαστρεντερικού συστήματος | |
| Πολύ συχνές: Έμετος, ναυτία | |
| Συχνές: Διάρροια, κοιλιακά άλγη, δυσκοιλιότητα | |
| Πολύ σπάνιες: Παγκρεατίτιδα και /ή αύξηση της λιπάσης και /ή της αμυλάσης | |
| Διαταραχές του ήπατος και των χοληφόρων | |
| Πολύ σπάνιες: Ηπατίτιδα | |
| Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού | |
| Συχνές: Εξάνθημα, αλωπεκία, ακμή | |
| Όχι συχνές: Κνίδωση | |
| Πολύ σπάνιες: Σύνδρομο Stevens-Johnson, τοξική επιδερμική νεκρόλυση (σύνδρομο Lyell’s), αγγειοίδημα, πολύμορφο ερύθημα (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις) | |
| Μη γνωστές: Φαρμακευτικό εξάνθημα με ηωσινοφιλία και συστηματικά συμπτώματα (DRESS)**, Οξεία γενικευμένη εξανθηματική φλυκταίνωση (AGEP) ** | |
| Διαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και του συνδετικού ιστού | |
| Πολύ σπάνιες: Συστηματικός ερυθηματώδης λύκος | |
| Μη γνωστές: Έχουν υπάρξει αναφορές για μειωμένη οστική πυκνότητα, οστεοπενία, οστεοπόρωση και κατάγματα σε ασθενείς που λαμβάνουν μακροχρόνια θεραπεία με Trileptal. Ο μηχανισμός με τον οποίο το Trileptal επηρεάζει το μεταβολισμό των οστών δεν έχει προσδιοριστεί. | |
| Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης | |
| Πολύ συχνές: Κόπωση | |
| Συχνές: Αδυναμία | |
| Εργαστηριακές εξετάσεις | |
| Όχι συχνές: Αύξηση των ηπατικών ενζύμων, αύξηση της αλκαλικής φωσφατάσης του αίματος | |
| Μη γνωστές: Μείωση της Τ4 (δεν είναι ξεκάθαρη η κλινική σημαντικότητα) | |
| Τραυματισμός, δηλητηρίαση και επιπλοκές κατά την επέμβαση | |
| Μη γνωστές: Πέσιμο |
- Σύμφωνα με την ταξινόμηση συχνότητας CIOMS III † Πολύ σπάνια, κατά την διάρκεια χρήσης του Trileptal, μπορεί να αναπτυχθεί κλινικά σημαντική υπονατριαιμία (νάτριο <125 mmol/l). Αυτό γενικά συμβαίνει κατά τους 3 πρώτους μήνες της θεραπείας με Trileptal. Όμως υπήρξαν ασθενείς που αρχικά εμφάνισαν νάτριο ορού <125 mmol/l για περισσότερο από 1 χρόνο μετά την έναρξη της θεραπείας (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις). ** Ανεπιθύμητες ενέργειες από αυθόρμητες αναφορές και βιβλιογραφικές περιπτώσεις (η συχνότητα δεν είναι γνωστή)
Οι ακόλουθες ανεπιθύμητες ενέργειες έχουν προέλθει από την εμπειρία μετά την κυκλοφορία του Trileptal μέσω αυθόρμητων αναφορών και βιβλιογραφικών περιπτώσεων. Εφόσον αυτές οι αντιδράσεις αναφέρθηκαν εθελοντικά από έναν πληθυσμό αβέβαιου μεγέθους, δεν είναι εφικτό να εκτιμηθεί η συχνότητά τους αξιόπιστα, και ως εκ τούτου κατηγοριοποιείται ως μη γνωστή.
Υπερευαισθησία (συμπεριλαμβανομένης της πολυοργανικής υπερευαισθησίας) που χαρακτηρίζεται από στοιχεία όπως το εξάνθημα και ο πυρετός. Άλλα όργανα ή συστήματα μπορεί να επηρεαστούν όπως το αίμα και το λεμφικό σύστημα (π.χ. ηωσινοφιλία, θρομβοκυτοπενία, λευκοπενία, λεμφαδενοπάθεια, σπληνομεγαλία), το ήπαρ (π.χ. ηπατίτιδα, μη φυσιολογικές δοκιμασίες της ηπατικής λειτουργίας,), οι μύες και οι αρθρώσεις (π.χ.οίδημα των αρθρώσεων, μυαλγία, αρθραλγία), το νευρικό σύστημα, (π.χ. ηπατική εγκεφαλοπάθεια), οι νεφροί (π.χ. νεφρική ανεπάρκεια,, διάμεση νεφρίτιδα, πρωτεϊνουρία,), οι πνεύμονες, (π.χ. πνευμονικό οίδημα, άσθμα, βρογχόσπασμος, διάμεση πνευμονική νόσος, δύσπνοια), αγγειοοίδημα.
Αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών
Η αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών μετά από τη χορήγηση άδειας κυκλοφορίας του φαρμακευτικού προϊόντος είναι σημαντική. Επιτρέπει τη συνεχή παρακολούθηση της σχέσης οφέλους- κινδύνου του φαρμακευτικού προϊόντος. Ζητείται από τους επαγγελματίες του τομέα της υγειονομικής περίθαλψης να αναφέρουν οποιεσδήποτε πιθανολογούμενες ανεπιθύμητες ενέργειες στον: Εθνικό Οργανισμό Φαρμάκων Μεσογείων 284 GR-15562 Χολαργός, Αθήνα Τηλ: + 30 21 32040380/337 Φαξ: + 30 21 06549585 Ιστότοπος: http://www.eof.gr
pregnant_woman
Κύηση / γαλουχία
SPC-TRILEPTAL
expand_more
Κύηση / γαλουχία
Γυναίκες σε αναπαραγωγική ηλικία και αντισυλληπτικά μέτρα
Το Trileptal μπορεί να καταστήσει αναποτελεσματική τη θεραπεία με από του στόματος χορηγούμενα αντισυλληπτικά φάρμακα που περιέχουν ethinylestradiol (EE) και levonorgestrel (LNG) (βλ. Δοσολογία και Αλληλεπιδράσεις). Γυναίκες σε αναπαραγωγική ηλικία θα πρέπει να συμβουλεύονται να χρησιμοποιούν υψηλής αποτελεσματικότητας αντισύλληψη (κυρίως μη ορμονικά αντισυλληπτικά (π.χ. εσωουρηθρικά εμφυτεύματα) κατά τη διάρκεια της θεραπείας με Trileptal.
Κύηση
Κίνδυνος σχετικός με την επιληψία και με αντιεπιληπτικά φαρμακευτικά προϊόντα γενικά: Έχει παρατηρηθεί αύξηση των δυσπλασιών, σε πληθυσμό που βρίσκεται σε θεραπεία με πολλά φάρμακα, ειδικότερα με βαλπροϊκό. Επιπλέον, η αποτελεσματική αντιεπιληπτική θεραπεία δεν θα πρέπει να διακόπτεται, καθώς η επιδείνωση της νόσου είναι επιζήμια για την μητέρα και το έμβρυο.
Κίνδυνος σχετικός με την oxcarbazepine: Υπάρχει μέτρια ποσότητα δεδομένων από έγκυες γυναίκες (300-1000 εκβάσεις της κύησης). Ωστόσο, τα δεδομένα σχετικά με τη συσχέτιση της οξκαρβαζεπίνης με τη συγγενή δυσπλασία είναι περιορισμένα. Δεν υπάρχει αύξηση στο συνολικό ποσοστό των δυσπλασιών με Trileptal σε σύγκριση με το ποσοστό που παρατηρείται στο γενικό πληθυσμό (2-3%). Παρ ‘όλα αυτά, με αυτή την ποσότητα δεδομένων, ένας μέτριος κίνδυνος τερατογένεσης δεν μπορεί να αποκλειστεί εντελώς.
Λαμβάνοντας υπόψη τα παραπάνω δεδομένα:
- Εάν οι γυναίκες που λαμβάνουν Trileptal μείνουν έγκυες ή προγραμματίζουν να μείνουν έγκυες, η χρησιμοποίηση αυτού του προϊόντος θα πρέπει προσεκτικά να επανεξεταστεί. Θα πρέπει να χορηγείται η μικρότερη αποτελεσματική δόση και όπου είναι δυνατόν, θα πρέπει να χρησιμοποιείται ως μονοθεραπεία τουλάχιστον κατά τη διάρκεια των τριών πρώτων μηνών της εγκυμοσύνης.
- Κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης, μια αποτελεσματική αντιεπιληπτική θεραπεία με οξκαρβαζεπίνη δεν θα πρέπει να διακόπτεται, καθώς η επιδείνωση της νόσου είναι επιζήμια για την μητέρα και το έμβρυο.
Παρακολούθηση και πρόληψη:
Ορισμένα αντιεπιληπτικά φαρμακευτικά προϊόντα μπορούν να συμβάλλουν στην ανεπάρκεια του φυλλικού οξέος, που είναι πιθανόν η αιτία που προκαλεί τις εμβρυακές ανωμαλίες. Συνιστάται η συμπληρωματική χορήγηση φυλλικού οξέος πριν και κατά την διάρκεια της εγκυμοσύνης. Καθώς δεν έχει αποδειχθεί η αποτελεσματικότητα αυτών των συμπληρωμάτων, μια ειδική προγεννητική διάγνωση πρέπει να γίνεται, ακόμη και για τις γυναίκες που λαμβάνουν συμπληρωματική θεραπεία με φυλλικό οξύ.
Για το νεογνό: Έχουν αναφερθεί αιμορραγικές διαταραχές σε νεογέννητα με αντιεπιληπτικά φάρμακα που επάγουν τα ηπατικά ένζυμα.. Σαν προφύλαξη πρέπει να χορηγείται βιταμίνη Κ1 τις τελευταίες εβδομάδες της εγκυμοσύνης καθώς επίσης και στο νεογέννητο.
Γαλουχία
Η oxcarbazepine και ο δραστικός της μεταβολίτης (MHD) απεκκρίνονται στο ανθρώπινο γάλα. Βρέθηκε μια αναλογία συγκέντρωσης γάλακτος προς πλάσμα 0,5 και για τους δύο. Είναι άγνωστα τα αποτελέσματα στο νεογνό το οποίο εκτίθεται στο Trileptal μέσω αυτής της οδού. Συνεπώς, το Trileptal δεν πρέπει να χρησιμοποιείται κατά τη διάρκεια της γαλουχίας.
Γονιμότητα
Στους αρουραίους, η oxcarbazepine δεν είχε επιπτώσεις στη γονιμότητα. Επιπτώσεις σε αναπαραγωγικές παραμέτρους σε θυληκούς αρουραίους παρατηρήθηκαν με MHD σε δόσεις συγκρίσιμες με αυτές των ανθρώπων (βλ. Προκλινικά δεδομένα).
monitor_heart
Φαρμακοδυναμική
SPC-TRILEPTAL
expand_more
Φαρμακοδυναμική
Φαρμακοθεραπευτική ομάδα: Αντιεπιληπτικά, Κωδικός ΑΤC: N03A F 02
Φαρμακοδυναμικά αποτελέσματα
Η φαρμακολογική δράση της oxcarbazepine, ασκείται κυρίως μέσω του μεταβολίτη της oxcarbazepine (MHD) (βλ. Φαρμακοκινητικές). Ο μηχανισμός δράσης της oxcarbazepine και του MΗD πιστεύεται ότι βασίζεται κυρίως στον αποκλεισμό των διαύλων νατρίου που είναι ευαίσθητοι στις διαφορές δυναμικού, προκαλώντας έτσι σταθεροποίηση των υπερδιεγερμένων μεμβρανών των νευρώνων, αναστολή της επαναληπτικής πυροδότησης των νευρώνων και περιορισμό της εξάπλωσης των συναπτικών ώσεων.
Επιπροσθέτως, η αυξημένη αγωγιμότητα του καλίου και η τροποποίηση των διαύλων ασβεστίου που ενεργοποιούνται από υψηλή διαφορά δυναμικού, μπορεί να συμβάλουν επίσης στην αντιεπιληπτική δράση. Δεν βρέθηκαν σημαντικές αλληλεπιδράσεις με νευροδιαβιβαστές του εγκεφάλου ή με θέσεις τροποποιητικών υποδοχέων.
Η οxcarbazepine και ο δραστικός μεταβολίτης της (MHD), είναι ισχυρά και αποτελεσματικά αντιεπιληπτικά φάρμακα στα πειραματόζωα. Προστατεύουν τα πειραματόζωα (τρωκτικά) έναντι των γενικευμένων τονικοκλονικών και, σε μικρότερο βαθμό, κλονικών επιληπτικών σπασμών και καταργούν ή μειώνουν την συχνότητα των χρονίως υποτροπιαζόντων μερικών επιληπτικών σπασμών, σε πιθήκους Rhesus με εμφυτεύματα αργιλίου. Δεν παρετηρήθη ανοχή (δηλ. εξασθένηση της αντιεπιληπτικής δράσης) σε τονικοκλονικούς σπασμούς, όταν ποντικοί και αρουραίοι ετέθησαν υπό ημερίσια χορήγηση επί 5 ημέρες ή 4 εβδομάδες, αντίστοιχα, με oxcarbazepine ή MHD.
biotech
Φαρμακοκινητική
SPC-TRILEPTAL
expand_more
Φαρμακοκινητική
Απορρόφηση
Μετά την από του στόματος χορήγηση του Trileptal πόσιμου εναιωρήματος, η οxcarbazepine απορροφάται πλήρως και υφίσταται εκτεταμένο μεταβολισμό προς τον φαρμακολογικά δραστικό μεταβολίτη της (MHD). Μετά από εφ’άπαξ χορήγηση δόσης 600 mg Trileptal σε υγιείς άρρενες εθελοντές κάτω από συνθήκες νηστείας, η μέση τιμή Cmax του MHD ήταν 24,9 μmol/l, με αντίστοιχη μέση τιμή tmax 6 ωρών.
Σε μια μελέτη ποσοτικής σχέσης επί ανθρώπων, μόνον το 2% της συνολικής ραδιενέργειας στο πλάσμα, οφειλόταν σε αμετάβλητη οxcarbazepine, περίπου 70% οφειλόταν σε MHD και το υπόλοιπο θα μπορούσε να αποδοθεί σε ελάσσονες δευτερογενείς μεταβολίτες, οι οποίοι απεβλήθησαν ταχέως.
Η τροφή δεν έχει κανένα αποτέλεσμα στον ρυθμό και την έκταση απορρόφησης της oxcarbazepine, συνεπώς τo Trileptal μπορεί να ληφθεί με ή χωρίς τροφή.
Κατανομή
Ο φαινόμενος όγκος κατανομής του MHD, είναι 49 λίτρα. Περίπου το 40% του ΜΗD συνδέεται με τις πρωτεΐνες του ορού, κατά κύριο λόγο την αλβουμίνη. Η δέσμευση ήταν ανεξάρτητη από την συγκέντρωση στον ορό, εντός των σχετικών θεραπευτικών ορίων. Η oxcarbazepine και ο ΜΗD, δεν συνδέονται με την αλφα-1-οξυ- γλυκοπρωτεΐνη.
Η oxcarbazepine και το MHD διαπερνούν τον πλακούντα. Η συγκέντρωση στο πλάσμα του MHD στη μητέρα και στο νεογέννητο σε μια περίπτωση ήταν ίδιες.
Βιομετατροπή
Η οxcarbazepine ανάγεται γρήγορα από κυτταροπλασματικά ένζυμα στο ήπαρ σε ΜHD, το οποίο είναι κατά κύριο λόγο υπεύθυνο για το φαρμακολογικό αποτέλεσμα του Trileptal. Το MHD μεταβολίζεται περαιτέρω μέσω σύζευξης με γλυκουρονικό οξύ. Μικρές ποσότητες (4% της δόσης) οξειδώνονται προς τον φαρμακολογικά αδρανή μεταβολίτη (10,11-διυδροξύ παράγωγο, DHD).
Αποβολή
Η oxcarbazepine αποβάλλεται από το σώμα κυρίως υπό την μορφή μεταβολιτών, οι οποίοι κυρίως απεκκρίνονται δια των νεφρών. Περισσότερο από το 95% της δόσης εμφανίζεται στα ούρα, με λιγότερο από 1% υπό την μορφή αμετάβλητης oxcarbazepine. H αποβολή δια των κοπράνων είναι λιγότερη από το 4% της χορηγηθείσης δόσης. Περίπου το 80% της δόσης απεκκρίνεται στα ούρα, είτε σαν γλυκουρονίδια του ΜΗD (49%), είτε σαν αμετάβλητο MHD (27%), ενώ το αδρανές DHD αποτελεί περίπου το 3% και οι συνεζευγμένες ενώσεις της oxcarbazepine ανέρχονται στο 13% περίπου της δόσης.
Η oxcarbazepine αποβάλλεται γρήγορα από το πλάσμα, με φαινόμενες τιμές χρόνου υποδιπλασιασμού ανάμεσα στις 1,3 και 2,3 ώρες. Αντιθέτως, ο φαινόμενος χρόνος υποδιπλασιασμού του MHD είναι κατά μέσον όρο 9,31,8 ώρες.
Αναλογικότητα της δόσης
Συγκεντρώσεις σταθερής κατάστασης ισορροπίας του ΜΗD στο πλάσμα, επιτυγχάνονται εντός 2-3 ημερών στους ασθενείς, όταν το Trileptal χορηγείται δύο φορές την ημέρα. Σε σταθερή κατάσταση ισορροπίας, η φαρμακοκινητική του MHD είναι γραμμική και δείχνει αναλογικότητα προς την δόση, σε όλο το εύρος δόσης, από 300 έως 2400 mg ημερησίως.
Ειδικοί πληθυσμοί
Ασθενείς με ηπατική δυσλειτουργία
Η φαρμακοκινητική και ο μεταβολισμός της oxcarbazepine και του MHD, υπολογίσθηκαν σε υγιείς εθελοντές και σε άτομα με ηπατική δυσλειτουργία, μετά από εφ’ άπαξ δόση 900 mg από το στόμα. Ήπια έως μέτρια ηπατική δυσλειτουργία, δεν επηρέασε την φαρμακοκινητική της oxcarbazepine και του MHD. To Trileptal δεν έχει μελετηθεί σε ασθενείς με σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία.
Ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία
Υπάρχει γραμμική συσχέτιση ανάμεσα στην κάθαρση κρεατινίνης και την νεφρική κάθαρση του ΜΗD. Όταν το Trileptal χορηγείται σαν εφ’ άπαξ δόση 300 mg σε άτομα με νεφρική δυσλειτουργία (κάθαρση κρεατινίνης < 30 ml/min), ο χρόνος ημίσειας ζωής αποβολής του ΜΗD, παρατείνεται κατά 60-90% (16 με 19 ώρες) με διπλάσια αύξηση της AUC σε σύγκριση με ενήλικες με φυσιολογική νεφρική λειτουργία (10 ώρες).
Παιδιά
Οι φαρμακοκινητικές ιδιότητες του Trileptal αξιολογήθηκαν σε κλινικές μελέτες παιδιατρικών ασθενών που λάμβαναν Trileptal σε δοσολογίες μεταξύ των 10-60 mg/Kg/ημερησίως. Η προσαρμοσμένη ως προς το βάρος κάθαρση του MHD μειώνεται καθώς η ηλικία και το βάρος αυξάνονται πλησιάζοντας αυτό των ενηλίκων. Η μέση προσαρμοσμένη ως προς το βάρος κάθαρση σε παιδιά ηλικίας 4 έως 12 ετών είναι περίπου 40% υψηλότερη από ότι των ενηλίκων. Επομένως, η έκθεση του MHD σε αυτά τα παιδιά αναμένεται να είναι περίπου τα δύο-τρίτα από ότι των ενηλίκων με παρόμοια προσαρμοσμένη ως προς το βάρος δόση. Καθώς αυξάνεται το βάρος, για ασθενείς ηλικίας 13 χρόνων και άνω, η προσαρμοσμένη ως προς το βάρος κάθαρση του MHD αναμένεται να φτάσει αυτή των ενηλίκων.
Άτομα μεγαλύτερης ηλικίας
Μετά από χορήγηση εφ’ άπαξ (300 mg) και πολλαπλών δόσεων (600 mg/ημέρα) Τrileptal σε ηλικιωμένους εθελοντές (60-82 ετών), οι μέγιστες συγκεντρώσεις στο πλάσμα και οι τιμές AUC του ΜΗD ήσαν 30%-60% υψηλότερες από ό,τι σε νεότερους εθελοντές (18-32 ετών). Συγκρίσεις των τιμών της κάθαρσης κρεατινίνης σε νέους και ηλικιωμένους εθελοντές, δείχνουν ότι η διαφορά οφείλεται σε μειωμένη κάθαρση κρεατινίνης που σχετίζεται με την ηλικία. Δεν είναι αναγκαίες ειδικές συστάσεις για την δόση, αφού οι θεραπευτικές δόσεις εξατομικεύονται.
Φύλο
Δεν έχουν παρατηρηθεί φαρμακοκινητικές διαφορές που να οφείλονται στο φύλο, σε παιδιά, ενήλικες ή στους ηλικιωμένους.
ΕΟΦ · 4.5
Aντιεπιληπτικά
expand_more
Aντιεπιληπτικά
Σκοπός της θεραπείας είναι ο έλεγχος των επιληπτικών κρίσεων με τη συνεχή διατήρηση δραστικών επιπέδων του φαρμάκου στο πλάσμα και από εκεί στον εγκεφαλικό ιστό. H δόση και η συχνότητα χορήγησής τους καθορίζονται από το χρόνο υποδιπλασιασμού, γι’ αυτό και είναι σκόπιμος ο προσδιορισμός των φαρμάκων αυτών στο πλάσμα. Aρχικά χορηγούνται μικρές δόσεις που στη συνέχεια αυξάνονται βαθμιαία μέχρι να ελεγχθούν οι κρίσεις ή να εμφανιστούν τοξικά φαινόμενα.
H ημερήσια ποσότητα του φαρμάκου πρέπει να χορηγείται σε όσο το δυνατόν λιγότερες δόσεις, ώστε να είναι πιο εύκολο για τον άρρωστο να εφαρμόζει το θεραπευτικό σχήμα. Tα περισσότερα αντιεπιληπτικά, όταν χορηγούνται σε μέση δόση μπορεί να δίνονται δύο φορές την ημέρα. H φαινοβαρβιτάλη, που έχει μεγάλο χρόνο ημίσειας ζωής, μπορεί να δίνεται μόνο μια φορά την ημέρα πριν από τον ύπνο. Όταν όμως τα αντιεπιληπτικά χορηγούνται σε μεγάλες δόσεις μπορεί να χρειασθεί η κατανομή τους σε 3 ή 4 δόσεις την ημέρα για να ελαχιστοποιηθούν οι ανεπιθύμητες ενέργειες, ιδίως η υπνηλία, που σχετίζονται με υψηλές συγκεντρώσεις του φαρμάκου στο αίμα.
Tα μικρά παιδιά μεταβολίζουν τα αντιεπιληπτικά ταχύτερα από τους ενηλίκους και γιαυτό πρέπει να χορηγούνται σε περισσότερες και μεγαλύτερες δόσεις ανά χιλιόγραμμο βάρους σώματος.
H έναρξη της θεραπείας πρέπει να γίνεται κατά κανόνα με ένα φάρμακο, που στις περισσότερες περιπτώσεις αρκεί για τον έλεγχο των κρίσεων. Προσθήκη δεύτερου φαρμάκου δικαιολογείται μόνο όταν οι κρίσεις συνεχίζονται παρά τις υψηλές συγκεντρώσεις στο αίμα του πρώτου ή όταν εμφανιστούν τοξικά φαινόμενα. Xρησιμοποίηση περισσότερων των δύο αντιεπιληπτικών σπανίως είναι απαραίτητη.
H χορήγηση των αντιεπιληπτικών φαρμάκων πρέπει να συνεχίζεται για τρία τουλάχιστον χρόνια από την εμφάνιση της τελευταίας κρίσης. Tυχόν παράταση της χορήγησης θα εξαρτηθεί από το είδος των κρίσεων, την ευκολία ή μη του ελέγχου τους και την ηλεκτροεγκεφαλογραφική εικόνα. Aνεξαρτήτως πάντως από τα παραπάνω, διακοπή της θεραπείας επιβάλλεται 5 χρόνια μετά την τελευταία κρίση. Πιθανότητα υποτροπής υπάρχει στο 15% περίπου των περιπτώσεων. Aπότομη διακοπή των αντιεπιληπτικών ενέχει τον κίνδυνο επανεμφάνισης των κρίσεων, που μπορεί να φθάσει μέχρι status epilepticus. Για τον λόγο αυτό πρέπει να γίνεται βαθμιαίως σε διάστημα μηνών. Tο ίδιο ισχύει και στην περίπτωση αλλαγής από ένα φάρμακο σε άλλο που πρέπει επίσης να γίνεται βαθμιαίως σε διάστημα εβδομάδων. Tα φάρμακα αυτά προκαλούν ενζυμική επαγωγή με αποτέλεσμα να ελαττώνουν τη δραστικότητα άλλων συγχρόνως χορηγουμένων φαρμάκων.
Για ορισμένα αντιεπιληπτικά έχει αποδειχθεί τερατογόνος δράση στα πειραματόζωα. Στον άνθρωπο εντούτοις ο κίνδυνος πρόκλησης συγγενών ανωμαλιών του εμβρύου είναι πρακτικά μικρός. Eπίσης τυχόν διακοπή της θεραπείας στη διάρκεια της κύησης θα προκαλέσει υποτροπή των κρίσεων, που η επίδρασή τους στο έμβρυο δεν είναι γνωστή και δεν μπορεί να υποστηριχθεί ότι είναι λιγότερο επιβλαβής από τη φαρμακευτική αγωγή. Γι’ αυτό η αντιεπιληπτική αγωγή θα πρέπει να συνεχίζεται στη διάρκεια της κύησης.
Η καρβαμαζεπίνη και το βαλπροϊκό νάτριο έχουν σημαντική χρήση στη θεραπεία της διπολικής διαταραχής.
DrugBank
Description
expand_more
Description
DrugBank
Indication
expand_more
Indication
DrugBank
Pharmacology
expand_more
Pharmacology
DrugBank
Mechanism of action
expand_more
Mechanism of action
DrugBank
Absorption
expand_more
Absorption
DrugBank
Half life
expand_more
Half life
DrugBank
Protein binding
expand_more
Protein binding
DrugBank
Route of elimination
expand_more
Route of elimination
DrugBank
Volume of distribution
expand_more
Volume of distribution
- 49 L
DrugBank
Toxicity
expand_more
Toxicity
science
PubChem
Φαρμακοδυναμική
expand_more
Φαρμακοδυναμική
Φαρμακοδυναμική
Η οξκαρβαζεπίνη είναι ένα αντισπασμωδικό φάρμακο που μειώνει τη συχνότητα των επιληπτικών κρίσεων αναστέλλοντας την ανώμαλη ηλεκτρική δραστηριότητα στον εγκέφαλο. Αναφέρθηκαν σπάνιες περιπτώσεις όπου η οξκαρβαζεπίνη προκάλεσε αιματολογικές διαταραχές, συμπεριλαμβανομένης της αγρανοκυττάρωσης και της απλαστικής αναιμίας. Οι ασθενείς πρέπει να υποβάλλονται σε συχνούς εργαστηριακούς ελέγχους και να παρακολουθούνται στενά για σημεία και συμπτώματα δυσκρασίας του αίματος. Η οξκαρβαζεπίνη έχει επίσης συσχετιστεί με την εμφάνιση δερματικών αντιδράσεων που μπορούν να εξελιχθούν από απλό εξάνθημα σε δυνητικά θανατηφόρες αντιδράσεις όπως η τοξική επιδερμική νεκρόλυση (TEN) ή το σύνδρομο Stevens-Johnson (SJS). Οι ασθενείς με αλληλόμορφα HLA-A 3101 ή/και HLA-B 1502 ενδέχεται να διατρέχουν υψηλότερο κίνδυνο αυτής της αντίδρασης. Η οξκαρβαζεπίνη πρέπει να διακόπτεται με το πρώτο σημάδι πρόκλητης από το φάρμακο δερματικής αντίδρασης.
neurology
PubChem
Μηχανισμός δράσης
expand_more
Μηχανισμός δράσης
Μηχανισμός Δράσης
Ο ακριβής μηχανισμός μέσω του οποίου η οξκαρβαζεπίνη και ο ενεργός μεταβολίτης της, ο MHD, ασκούν τις αντιεπιληπτικές τους επιδράσεις είναι ασαφής, αλλά πιστεύεται ότι περιλαμβάνει κυρίως τον αποκλεισμό των διαύλων νατρίου που εξαρτώνται από το δυναμικό. Το άνοιγμα και το κλείσιμο των διαύλων νατρίου επιτρέπει τη διάδοση των δυναμικών ενεργείας κατά μήκος των νευρώνων - στην επιληψία, αυτά τα δυναμικά ενεργείας μπορούν να συμβούν υπερβολικά σε σχέση με αυτό που απαιτείται για τη φυσιολογική λειτουργία, και η επαναλαμβανόμενη και παθολογική εκπόλωση αυτών των δυναμικών ενεργείας οδηγεί σε επιληπτική δραστηριότητα. Τόσο η οξκαρβαζεπίνη όσο και ο MHD πιστεύεται ότι αναστέλλουν την επιληπτική δραστηριότητα δεσμευόμενοι στην ανενεργή κατάσταση των διαύλων νατρίου που εξαρτώνται από το δυναμικό, παρατείνοντας έτσι την περίοδο κατά την οποία ο υποδοχέας δεν είναι διαθέσιμος για τη διάδοση δυναμικών ενεργείας. Αυτό βοηθά στη σταθεροποίηση των υπερευαίσθητων νευρωνικών μεμβρανών, στην αναστολή της επαναλαμβανόμενης νευρωνικής εκπόλωσης και στην πρόληψη της εξάπλωσης της επιληπτικής δραστηριότητας στο ΚΝΣ χωρίς να επηρεάζεται η φυσιολογική νευρωνική μετάδοση. Η αυξημένη αγωγιμότητα του καλίου και η διαμόρφωση των διαύλων ασβεστίου που εξαρτώνται από το δυναμικό πιστεύεται επίσης ότι παίζουν ρόλο στην αντισπασμωδική δράση της οξκαρβαζεπίνης. Η αναστολή της γλουταματεργικής δραστηριότητας θεωρήθηκε ότι συμβάλλει στη δράση της οξκαρβαζεπίνης, αλλά αυτή η επίδραση δεν μπόρεσε να αναπαραχθεί in vivo.
Η φαρμακολογική δράση του Trileptal (οξκαρβαζεπίνη) ασκείται κυρίως μέσω του μεταβολίτη 10-μονοϋδροξυ (MHD) της οξκαρβαζεπίνης. Ο ακριβής μηχανισμός μέσω του οποίου η οξκαρβαζεπίνη και ο MHD ασκούν την αντιεπιληπτική τους δράση είναι άγνωστος· ωστόσο, μελέτες ηλεκτροφυσιολογίας in vitro υποδεικνύουν ότι προκαλούν αποκλεισμό των διαύλων νατρίου που εξαρτώνται από το δυναμικό, με αποτέλεσμα τη σταθεροποίηση των υπερευαίσθητων νευρωνικών μεμβρανών, την αναστολή της επαναλαμβανόμενης νευρωνικής εκπόλωσης και τη μείωση της διάδοσης των συνάψεωνimpulses. Αυτές οι δράσεις πιστεύεται ότι είναι σημαντικές στην πρόληψη της εξάπλωσης των κρίσεων στον ακέραιο εγκέφαλο. Επιπλέον, η αυξημένη αγωγιμότητα του καλίου και η διαμόρφωση των διαύλων ασβεστίου υψηλής τάσης μπορεί να συμβάλλουν στις αντισπασμωδικές επιδράσεις του φαρμάκου. Δεν έχουν αποδειχθεί σημαντικές αλληλεπιδράσεις της οξκαρβαζεπίνης ή του MHD με υποδοχέους νευροδιαβιβαστών ή ρυθμιστικών ουσιών του εγκεφάλου.
biotech
PubChem
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
expand_more
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
Απορρόφηση, Κατανομή & Απέκκριση
Η οξκαρβαζεπίνη απορροφάται πλήρως μετά από από του στόματος χορήγηση. Μια εφάπαξ δόση 600mg οξκαρβαζεπίνης οδήγησε σε Cmax MHD 34 μmol/L και μέση Tmax 4,5 ωρών. Όταν χορηγείται δύο φορές ημερησίως, τα σταθερά επίπεδα του MHD επιτυγχάνονται εντός 2-3 ημερών. Ο ρυθμός και η έκταση απορρόφησης της οξκαρβαζεπίνης δεν επηρεάζονται από τη λήψη τροφής.
Μετά από από του στόματος χορήγηση, πάνω από το 95% της χορηγούμενης δόσης οξκαρβαζεπίνης ανευρίσκεται στα ούρα. Από αυτό, περίπου 49% είναι μεταβολίτες MHD γλυκουρονιδίου, 27% είναι αμετάβλητος MHD, 3% είναι ανενεργοί μεταβολίτες DHD, 13% είναι συζευγμένη οξκαρβαζεπίνη και λιγότερο από 1% είναι αμετάβλητο μητρικό φάρμακο. Η αποβολή με τα κόπρανα αντιστοιχεί μόνο στο 4% της χορηγούμενης δόσης.
Ο φαινόμενος όγκος κατανομής της οξκαρβαζεπίνης είναι 49 L. Οι φαινόμενοι όγκοι κατανομής των (S)- και (R)-MHD βρέθηκαν να είναι 23,6 L και 31,7 L, αντίστοιχα.
Η κάθαρση πλάσματος της οξκαρβαζεπίνης εκτιμάται περίπου σε 84,9 L/h, ενώ η κάθαρση πλάσματος του ενεργού μεταβολίτη της, MHD, εκτιμήθηκε σε 2,0 L/h. Η ταχεία μεταβολική κάθαρση φαίνεται να είναι η κύρια οδός για την οξκαρβαζεπίνη, ενώ η κάθαρση των μεταβολιτών της γίνεται κυρίως μέσω νεφρικής απέκκρισης.
Η οξκαρβαζεπίνη απορροφάται πλήρως. Η τροφή δεν μεταβάλλει τον ρυθμό και την έκταση απορρόφησης της οξκαρβαζεπίνης.
Τόσο η οξκαρβαζεπίνη όσο και ο ενεργός μεταβολίτης της 10-μονοϋδροξυ (MHD) κατανέμονται στο μητρικό γάλα σε ανθρώπους.
Απέκκριση: Νεφρική: μεγαλύτερη από 95%, με πάνω από 99% της δόσης να απεκκρίνεται με τη μορφή μεταβολιτών. Κόπρανα: λιγότερο από 4%.
Η οξκαρβαζεπίνη είναι ένα αντιεπιληπτικό φάρμακο με χημική δομή παρόμοια με την καρβαμαζεπίνη, αλλά με διαφορετικό μεταβολισμό. Η οξκαρβαζεπίνη ανάγεται ταχέως σε 10,11-διυδρο-10-υδροξυ-καρβαμαζεπίνη (μονοϋδροξυ παράγωγο, MHD), τον κλινικά σχετικό μεταβολίτη της οξκαρβαζεπίνης. Ο MHD έχει (S)-(+)- και (R)-(-)-εναντιομερή, αλλά συνήθως αναφέρονται οι φαρμακοκινητικές του ρακεμικού μείγματος. Η βιοδιαθεσιμότητα του από του στόματος σκευάσματος οξκαρβαζεπίνης είναι υψηλή (>95%). Απορροφάται ταχέως μετά από από του στόματος χορήγηση, φτάνοντας σε μέγιστες συγκεντρώσεις εντός περίπου 1-3 ωρών μετά από εφάπαξ δόση, ενώ η μέγιστη συγκέντρωση του MHD εμφανίζεται εντός 4-12 ωρών. Σε σταθερή κατάσταση, η μέγιστη συγκέντρωση του MHD εμφανίζεται περίπου 2-4 ώρες μετά τη λήψη του φαρμάκου. Η δέσμευση του MHD στις πρωτεΐνες του πλάσματος είναι περίπου 40%. Οι συγκεντρώσεις του MHD στο εγκεφαλονωτιαίο υγρό είναι στο ίδιο εύρος με τις μη δεσμευμένες συγκεντρώσεις MHD στο πλάσμα. Η οξκαρβαζεπίνη μπορεί να διαπεράσει σημαντικά τον πλακούντα σε ανθρώπους. Η οξκαρβαζεπίνη και ο MHD εμφανίζουν γραμμική φαρμακοκινητική και δεν παρατηρείται αυτο-επαγωγή. …
Για περισσότερα δεδομένα Απορρόφησης, Κατανομής και Απέκκρισης (Πλήρη) για την ΟΞΚΑΡΒΑΖΕΠΙΝΗ (9 σύνολο), επισκεφθείτε τη σελίδα του αρχείου HSDB.
Συντομία:
- Πλήρης απορρόφηση.
- Τροφή: Δεν επηρεάζει τον ρυθμό και την έκταση απορρόφησης.
- Κατανομή: Εμφανίζεται στο μητρικό γάλα.
- Απέκκριση: Νεφρά (>95% ως μεταβολίτες). Λιγότερο από 4% μέσω κοπράνων.
- Κάθαρση πλάσματος: Οξκαρβαζεπίνη ~84.9 L/h, MHD ~2.0 L/h.
- Όγκος κατανομής: Οξκαρβαζεπίνη 49 L, (S)-MHD 23.6 L, (R)-MHD 31.7 L.
water_drop
PubChem
Δέσμευση πρωτεϊνών
expand_more
Δέσμευση πρωτεϊνών
Δέσμευση Πρωτεϊνών
Ο φαρμακολογικά ενεργός μεταβολίτης της οξκαρβαζεπίνης, ο MHD, δεσμεύεται περίπου 40% στις πρωτεΐνες του πλάσματος, κυρίως στην αλβουμίνη.
hub
PubChem
Μεταβολισμός
expand_more
Μεταβολισμός
Μεταβολισμός
Η οξκαρβαζεπίνη μεταβολίζεται ταχέως και εκτενώς στον κύριο μεταβολίτη της, τον MHD, ο οποίος είναι υπεύθυνος για τον κύριο όγκο της αντιεπιληπτικής της δράσης και υπάρχει σε πολύ υψηλότερες συγκεντρώσεις στο πλάσμα από το μητρικό φάρμακο. Ο MHD σχηματίζεται μέσω αναγωγής από διάφορα μέλη της οικογένειας αλδο-κετο ρεδουκτάσης των κυτταροπλασματικών ηπατικών ενζύμων και υπάρχει ως ρακεμικό μείγμα στο πλάσμα σε αναλογία περίπου 80% (S)-MHD προς 20% (R)-MHD. Ο MHD μεταβολίζεται περαιτέρω σε μεταβολίτες γλυκουρονιδίου για απέκκριση, και μικρές ποσότητες οξειδώνονται σε 10-,11-διυδρο-10,11-διυδροξυκαρβαμαζεπίνη (DHD) η οποία είναι φαρμακολογικά ανενεργή. Μόνο το 10% μιας χορηγούμενης δόσης οξκαρβαζεπίνης θα παραμείνει είτε ως μητρικό φάρμακο είτε ως γλυκουρονιδικά συζεύγματα του μητρικού φαρμάκου.
Η οξκαρβαζεπίνη ανάγεται ταχέως από κυτταροπλασματικά ένζυμα στο ήπαρ στον 10-μονοϋδροξυ μεταβολίτη της, MHD, ο οποίος είναι πρωταρχικά υπεύθυνος για τη φαρμακολογική δράση του Trileptal. Ο MHD μεταβολίζεται περαιτέρω μέσω σύζευξης με γλυκουρονικό οξύ. Μικρές ποσότητες (4% της δόσης) οξειδώνονται στον φαρμακολογικά ανενεργό 10,11-διυδροξυ μεταβολίτη (DHD). Η οξκαρβαζεπίνη απομακρύνεται από τον οργανισμό κυρίως με τη μορφή μεταβολιτών που απεκκρίνονται κατά κύριο λόγο από τους νεφρούς. Πάνω από 95% της δόσης εμφανίζεται στα ούρα, με λιγότερο από 1% ως αμετάβλητη οξκαρβαζεπίνη. Η απέκκριση με τα κόπρανα αντιστοιχεί σε λιγότερο από 4% της χορηγούμενης δόσης. Περίπου το 80% της δόσης απεκκρίνεται στα ούρα είτε ως γλυκουρονίδια του MHD (49%) είτε ως αμετάβλητος MHD (27%), ο ανενεργός DHD αντιστοιχεί περίπου στο 3% και τα συζεύγματα του MHD και της οξκαρβαζεπίνης αντιστοιχούν στο 13% της δόσης.
Η διάθεση του νέου αντιεπιληπτικού παράγοντα οξκαρβαζεπίνη (10,11-διυδρο-10-οξο-5H-διβενζ[b,f]αζεφίνη-5-καρβοξαμίδη) έχει μελετηθεί σε δύο υγιείς εθελοντές μετά από από του στόματος δόση 400 mg του σημασμένου με (14)C φαρμάκου. Η δόση απεκκρίθηκε σχεδόν πλήρως στα ούρα (94,6 και 97,1%) εντός έξι ημερών. Η απέκκριση με τα κόπρανα ανήλθε σε 4,3 και 1,9% της δόσης στους δύο εθελοντές. Στα δείγματα ούρων 0-6 ημερών απομονώθηκαν και ταυτοποιήθηκαν τα προϊόντα βιομετασχηματισμού. Η 10,11-διυδρο-10-υδροξυκαρβαμαζεπίνη (GP 47,779) και τα δύο διαστερεοϊσομερή της O-γλυκουρονίδια βρέθηκαν ως κύριοι μεταβολίτες. Συνολικά, αντιστοιχούσαν στο 79% της ουρικής (14)C. Αμετάβλητη οξκαρβαζεπίνη και τα θειικά και γλυκουρονιδικά της συζεύγματα απομονώθηκαν σε μικρότερες μόνο ποσότητες (13%). Άλλοι ελάσσονος σημασίας μεταβολίτες ήταν οι trans- και cis- ισομερείς της 10,11-διυδρο-10,11-διυδροξυ-καρβαμαζεπίνης (περίπου 4%) και ένα φαινολικό παράγωγο του GP 47,779 (λιγότερο από 1%). Ο βιομετασχηματισμός της οξκαρβαζεπίνης προχωρά κυρίως μέσω αναγωγής σε GP 47,779 και επακόλουθης σύζευξης με γλυκουρονικό οξύ. Η αναγωγή είναι στερεοειδική, ευνοώντας τη διαμόρφωση S του GP 47,779. Η άμεση σύζευξη της οξκαρβαζεπίνης, στην ενόλη μορφή, είναι μια δευτερεύουσα οδός. Οι οξειδωτικές αντιδράσεις είναι ασήμαντες.
… Το δυναμικό αλληλεπίδρασης της οξκαρβαζεπίνης είναι σχετικά χαμηλό. Ωστόσο, αντιεπιληπτικά φάρμακα που προκαλούν επαγωγή ενζύμων, όπως η φαινυτοΐνη, η φαινοβαρβιτάλη ή η καρβαμαζεπίνη, μπορούν να μειώσουν ελαφρώς τις συγκεντρώσεις της 10,11-διυδρο-10-υδροξυ-καρβαμαζεπίνης (μονοϋδροξυ παράγωγο, MHD). Η βεραπαμίλη μπορεί να μειώσει μέτρια τις συγκεντρώσεις MHD, αλλά αυτή η επίδραση είναι πιθανώς χωρίς κλινική σημασία. Η επίδραση της οξκαρβαζεπίνης σε άλλα αντιεπιληπτικά φάρμακα δεν είναι κλινικά σημαντική στις περισσότερες περιπτώσεις. Ωστόσο, η οξκαρβαζεπίνη φαίνεται να αυξάνει τις συγκεντρώσεις της φαινυτοΐνης και να μειώνει τις ελάχιστες συγκεντρώσεις της λαμοτριγίνης και της τοπιραμάτης. Η οξκαρβαζεπίνη μειώνει τις συγκεντρώσεις της εθινυλαιστραδιόλης και της λεβονοργεστρέλης, και οι γυναίκες που λαμβάνουν οξκαρβαζεπίνη πρέπει να εξετάσουν συμπληρωματικά αντισυλληπτικά μέτρα. Λόγω της απουσίας ή της χαμηλότερης επαγωγικής επίδρασης ενζύμων της οξκαρβαζεπίνης, η αλλαγή από καρβαμαζεπίνη σε οξκαρβαζεπίνη μπορεί να οδηγήσει σε αυξημένες συγκεντρώσεις στο πλάσμα της συν-χορηγούμενης θεραπείας, μερικές φορές σχετιζόμενες με ανεπιθύμητες ενέργειες. …
Η οξκαρβαζεπίνη απορροφάται πλήρως και μεταβολίζεται εκτενώς στον φαρμακολογικά ενεργό μεταβολίτη 10-μονοϋδροξυ (MHD) από κυτταροπλασματικά ένζυμα. Ο MHD μεταβολίζεται περαιτέρω με σύζευξη με γλυκουρονικό οξύ. Οδός Απέκκρισης: Η οξκαρβαζεπίνη απομακρύνεται από τον οργανισμό κυρίως με τη μορφή μεταβολιτών που απεκκρίνονται κατά κύριο λόγο από τους νεφρούς. Η απέκκριση με τα κόπρανα αντιστοιχεί σε λιγότερο από 4% της χορηγούμενης δόσης. Χρόνος Ημίσειας Ζωής: Ο χρόνος ημίσειας ζωής του μητρικού είναι περίπου 2 ώρες, ενώ ο χρόνος ημίσειας ζωής του MHD είναι περίπου 9 ώρες, οπότε ο MHD είναι υπεύθυνος για το μεγαλύτερο μέρος της αντιεπιληπτικής δράσης.
hourglass
PubChem
Ημίσεια ζωή
expand_more
Ημίσεια ζωή
Βιολογικός Χρόνος Ημίσειας Ζωής
Ο χρόνος ημίσειας ζωής της οξκαρβαζεπίνης στο πλάσμα είναι περίπου 2 ώρες και ο χρόνος ημίσειας ζωής του MHD είναι περίπου 9 ώρες.
Οξκαρβαζεπίνη: 2 ώρες. 10-Μονοϋδροξυ μεταβολίτης: 9 ώρες. Σημείωση: Σε ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία με κάθαρση κρεατινίνης < 30 mL/λεπτό, ο χρόνος ημίσειας ζωής του 10-μονοϋδροξυ μεταβολίτη παρατείνεται σε 10 ώρες …
… Οι χρόνοι ημίσειας ζωής αποβολής σε υγιείς εθελοντές είναι 1-5 ώρες για την οξκαρβαζεπίνη και 7-20 ώρες για την 10,11-διυδρο-10-υδροξυ-καρβαμαζεπίνη (μονοϋδροξυ παράγωγο, MHD). Έχουν αναφερθεί μεγαλύτεροι και μικρότεροι χρόνοι ημίσειας ζωής αποβολής σε ηλικιωμένους εθελοντές και παιδιά, αντίστοιχα. …
category
PubChem
MeSH classification
expand_more
MeSH classification
MeSH Φαρμακολογική Ταξινόμηση
- Φάρμακα που χρησιμοποιούνται για την πρόληψη των ΕΠΙΛΗΠΤΙΚΩΝ ΚΡΙΣΕΩΝ ή τη μείωση της σοβαρότητάς τους.
- Μια κατηγορία φαρμάκων που αναστέλλουν την ενεργοποίηση των ΔΙΑΥΛΩΝ ΝΑΤΡΙΟΥ ΠΟΥ ΕΞΑΡΤΩΝΤΑΙ ΑΠΟ ΤΟ ΔΥΝΑΜΙΚΟ.
- Φάρμακα και ενώσεις που προκαλούν τη σύνθεση του CYTOCHROME P-450 CYP3A.
fact_check
PubChem
FDA classification
expand_more
FDA classification
FDA Φαρμακολογική Ταξινόμηση
VZI5B1W380
ΟΞΚΑΡΒΑΖΕΠΙΝΗ
Καθιερωμένη Φαρμακολογική Κατηγορία [EPC] - Αντιεπιληπτικό Φάρμακο
Φυσιολογικές Επιδράσεις [PE] - Μειωμένη Αποδιοργανωμένη Ηλεκτρική Δραστηριότητα Κεντρικού Νευρικού Συστήματος
Η Οξκαρβαζεπίνη είναι Αντιεπιληπτικό Φάρμακο. Η φυσιολογική επίδραση της οξκαρβαζεπίνης είναι μέσω της Μειωμένης Αποδιοργανωμένης Ηλεκτρικής Δραστηριότητας του Κεντρικού Νευρικού Συστήματος.
ΟΞΚΑΡΒΑΖΕΠΙΝΗ
Αντιεπιληπτικό Φάρμακο [EPC]· Μειωμένη Αποδιοργανωμένη Ηλεκτρική Δραστηριότητα Κεντρικού Νευρικού Συστήματος [PE]
Ημίσεια ζωή
Δέσμευση πρωτεϊνών
Απέκκριση
Scientific Profile
MeSH Φαρμακολογική Ταξινόμηση
- Φάρμακα που χρησιμοποιούνται για την πρόληψη των ΕΠΙΛΗΠΤΙΚΩΝ ΚΡΙΣΕΩΝ ή τη μείωση της σοβαρότητάς τους.
- Μια κατηγορία φαρμάκων που αναστέλλουν την ενεργοποίηση των ΔΙΑΥΛΩΝ ΝΑΤΡΙΟΥ ΠΟΥ ΕΞΑΡΤΩΝΤΑΙ ΑΠΟ ΤΟ ΔΥΝΑΜΙΚΟ.
- Φάρμακα και ενώσεις που προκαλούν τη σύνθεση του CYTOCHROME P-450 CYP3A.
Σχετικά Εργαλεία
Πρωτόκολλα Συνταγογράφησης
Συνταγογραφείται εφόσον ο ασθενής εντάσσεται σε κάποιο από τα παρακάτω βήματα:
-
ΒΗΜΑ Α1 N03AF02Ενήλικες — Εστιακές κρίσεις: Μονοθεραπεία (1η/2η επιλογή)
- Εστιακής έναρξης κρίσεις με ή χωρίς αμφοτερόπλευρη επέκταση
- Ενήλικες > 16 ετών — αρχική αγωγή
Δοσολογία: Τιτλοποίηση · Συνεχής -
ΒΗΜΑ Β N03AF02Ενήλικες — Γενικευμένες τονικο-κλονικές κρίσεις
- Πρωτοπαθώς γενικευμένες ή αμφοτερόπλευρης έναρξης τονικο-κλονικές κρίσεις
Δοσολογία: Πρόσθετη αγωγή · Συνεχής