LAMOTRIGINE
Λαμοτριγίνη
Σκοπός της θεραπείας είναι ο έλεγχος των επιληπτικών κρίσεων με τη συνεχή διατήρηση δραστικών επιπέδων του φαρμάκου στο πλάσμα και από εκεί στον εγκεφαλικό ιστό. H δόση και η συχνότητα χορήγησής τους καθορίζονται από το χρόνο υποδιπλασιασμού, γι' αυτό και είναι σκόπιμος ο …
Κλινική Σύνοψη
Προτεραιότητα πηγών: SPC, ΕΟΦ, DrugBank
clinical_notes
ΕΟΦ
Ενδείξεις
expand_more
Ενδείξεις
medication
SPC-LAMICTAL
Δοσολογία
expand_more
Δοσολογία
- Οδός: Από του στόματος
- Χορήγηση: Μία φορά ημερησίως ή σε δύο ίσες δόσεις
- Δόση έναρξης: 25 mg/ημερησίως (επιληψία, μονοθεραπεία)
- Τιτλοποίηση: Διαφέρει ανάλογα με την ένδειξη, τη συνθεραπεία και την ανταπόκριση του ασθενούς. Οι πίνακες παρέχουν λεπτομερή σχήματα αύξησης.
-
Ενήλικες και έφηβοι ηλικίας 13 ετών και άνω - Επιληψία - ΜονοθεραπείαΔόση25 mg/ημερησίως (μία φορά ημερησίως)Αύξηση δόσης: 50-100 mg κάθε μία έως δύο εβδομάδες. Μέγιστη δόση συντήρησης: 200 mg/ημερησίως (σε μία ή δύο δόσεις). Δόση συντήρησης έως 500 mg/ημερησίως σε ορισμένους ασθενείς.
-
Ενήλικες και έφηβοι ηλικίας 13 ετών και άνω - Επιληψία - Συμπληρωματική θεραπεία με βαλπροϊκόΔόση12,5 mg/ημερησίως (κάθε δεύτερη ημέρα)Αύξηση δόσης: 25-50 mg κάθε μία έως δύο εβδομάδες. Μέγιστη δόση συντήρησης: 200 mg/ημερησίως (σε μία ή δύο δόσεις).
-
Ενήλικες και έφηβοι ηλικίας 13 ετών και άνω - Επιληψία - Συμπληρωματική θεραπεία χωρίς βαλπροϊκό και με επαγωγείς γλυκουρονιδωσηςΔόση50 mg/ημερησίως (μία φορά ημερησίως)Αύξηση δόσης: 100 mg κάθε μία έως δύο εβδομάδες. Μέγιστη δόση συντήρησης: 400 mg/ημερησίως (σε δύο δόσεις). Δόση συντήρησης έως 700 mg/ημερησίως σε ορισμένους ασθενείς.
-
Ενήλικες και έφηβοι ηλικίας 13 ετών και άνω - Επιληψία - Συμπληρωματική θεραπεία χωρίς βαλπροϊκό και χωρίς επαγωγείς γλυκουρονιδωσηςΔόση25 mg/ημερησίως (μία φορά ημερησίως)Αύξηση δόσης: 50-100 mg κάθε μία έως δύο εβδομάδες. Μέγιστη δόση συντήρησης: 200 mg/ημερησίως (σε μία ή δύο δόσεις).
-
Παιδιά και έφηβοι ηλικίας 2 έως 12 ετών - Επιληψία - ΜονοθεραπείαΔόση0,3 mg/kg/ημερησίωςΑύξηση δόσης: 0,6 mg/kg/ημερησίως κάθε μία έως δύο εβδομάδες. Δόση συντήρησης: 1-15 mg/kg/ημερησίως (μέγιστο 200 mg/ημέρα).
-
Παιδιά και έφηβοι ηλικίας 2 έως 12 ετών - Επιληψία - Συμπληρωματική θεραπεία με βαλπροϊκόΔόση0,15 mg/kg/ημερησίωςΑύξηση δόσης: 0,3 mg/kg/ημερησίως κάθε μία έως δύο εβδομάδες. Δόση συντήρησης: 1-5 mg/kg/ημερησίως (μέγιστο 200 mg/ημέρα).
-
Παιδιά και έφηβοι ηλικίας 2 έως 12 ετών - Επιληψία - Συμπληρωματική θεραπεία χωρίς βαλπροϊκό και με επαγωγείς γλυκουρονιδωσηςΔόση0,6 mg/kg/ημερησίως (σε δύο δόσεις)Αύξηση δόσης: 1,2 mg/kg/ημερησίως κάθε μία έως δύο εβδομάδες. Δόση συντήρησης: 5-15 mg/kg/ημερησίως (μέγιστο 400 mg/ημέρα).
-
Παιδιά και έφηβοι ηλικίας 2 έως 12 ετών - Επιληψία - Συμπληρωματική θεραπεία χωρίς βαλπροϊκό και χωρίς επαγωγείς γλυκουρονιδωσηςΔόση0,3 mg/kg/ημερησίωςΑύξηση δόσης: 0,6 mg/kg/ημερησίως κάθε μία έως δύο εβδομάδες. Δόση συντήρησης: 1-10 mg/kg/ημερησίως (μέγιστο 200 mg/ημέρα).
-
Ενήλικες 18 ετών και άνω - Διπολική διαταραχή - Μονοθεραπεία ή συμπληρωματική θεραπεία χωρίς βαλπροϊκό και χωρίς επαγωγείς γλυκουρονιδωσηςΔόση25 mg/ημερησίωςΣτοχευόμενη δόση σταθεροποίησης (Εβδομάδα 6): 200 mg/ημερησίως. Δοσολογικό εύρος: 100-400 mg/ημερησίως.
-
Ενήλικες 18 ετών και άνω - Διπολική διαταραχή - Συμπληρωματική θεραπεία με βαλπροϊκόΔόση12,5 mg/ημερησίως (κάθε δεύτερη ημέρα)Στοχευόμενη δόση σταθεροποίησης (Εβδομάδα 6): 100 mg/ημερησίως. Μέγιστη δόση: 200 mg/ημερησίως.
-
Ενήλικες 18 ετών και άνω - Διπολική διαταραχή - Συμπληρωματική θεραπεία χωρίς βαλπροϊκό και με επαγωγείς γλυκουρονιδωσηςΔόση50 mg/ημερησίωςΣτοχευόμενη δόση σταθεροποίησης (Εβδομάδα 6): 300 mg/ημερησίως (δύο δόσεις). Δόση μπορεί να αυξηθεί στα 400 mg/ημερησίως την 7η εβδομάδα.
-
Ενήλικες - Γενικές δοσολογικές συστάσεις - Γυναίκες που λαμβάνουν ορμονικά αντισυλληπτικά - Έναρξη ορμονικών αντισυλληπτικών (χωρίς επαγωγείς γλυκουρονιδωσης)Διπλασιασμός δόσης συντήρησης. Αύξηση 50-100 mg/εβδομάδα. Παρακολούθηση επιπέδων λαμοτριγίνης.
-
Ενήλικες - Γενικές δοσολογικές συστάσεις - Γυναίκες που λαμβάνουν ορμονικά αντισυλληπτικά - Διακοπή ορμονικών αντισυλληπτικών (χωρίς επαγωγείς γλυκουρονιδωσης)Μείωση δόσης συντήρησης κατά 50%. Σταδιακή μείωση 50-100 mg/εβδομάδα σε 3 εβδομάδες. Παρακολούθηση επιπέδων λαμοτριγίνης.
-
Ενήλικες - Νεφρική ανεπάρκειαΙδιαίτερη προσοχή. Αρχικές δόσεις ανάλογα με συγχορηγούμενα φάρμακα. Μειωμένες δόσεις συντήρησης σε σοβαρή νεφρική ανεπάρκεια.
-
Ασθενείς με μέτρια ηπατική ανεπάρκεια (βαθμός Β κατά Child-Pugh)Μείωση αρχικής δόσης, δόσης συντήρησης και αύξησης δοσολογίας κατά 50%.
-
Ασθενείς με σοβαρή ηπατική ανεπάρκεια (βαθμός C κατά Child-Pugh)Μείωση αρχικής δόσης, δόσης συντήρησης και αύξησης δοσολογίας κατά 75%.
block
SPC-LAMICTAL
Αντενδείξεις
expand_more
Αντενδείξεις
-
Υπερευαισθησία στη δραστική ουσία ή σε κάποιο από τα έκδοχα που αναφέρονται στο τμήμα 6.1.
warning
SPC-LAMICTAL
Προειδοποιήσεις
expand_more
Προειδοποιήσεις
-
Δερματικό εξάνθημασοβαράΌλοι οι ασθενείς (παιδιά και ενήλικες) που παρουσιάζουν εξάνθημα πρέπει να παρακολουθούνται έγκαιρα και η θεραπεία με Lamictal να διακοπεί άμεσα, εκτός εάν είναι βέβαιο ότι το εξάνθημα δεν σχετίζεται με τη θεραπεία με λαμοτριγίνη. Δεν συνιστάται η επανέναρξη της θεραπείας με Lamictal σε ασθενείς που διέκοψαν την αγωγή εξαιτίας της εμφάνισης εξανθήματος, παρά μόνο εάν τα πιθανά οφέλη υπερτερούν των κινδύνων. Εάν ο ασθενής έχει αναπτύξει SJS, TEN ή DRESS με τη χρήση λαμοτριγίνης η θεραπεία με λαμοτριγίνη δεν θα πρέπει να χορηγηθεί σε αυτόν τον ασθενή ποτέ.
-
Σύνδρομο υπερευαισθησίαςσπάνιαΣτην περίπτωση που ενδείξεις και συμπτώματα υπερευαισθησίας (για παράδειγμα πυρετός, λεμφαδενοπάθεια) κάνουν την εμφάνιση τους πρέπει να εκτιμηθεί άμεσα η κατάσταση του ασθενούς και να διακοπεί η θεραπεία με Lamictal στην περίπτωση που δεν υπάρχει εναλλακτική αιτιολογία.
-
Άσηπτη μηνιγγίτιδασπάνιαΗ λαμοτριγίνη δεν πρέπει να επαναχορηγείται σε ασθενείς, οι οποίοι την έχουν διακόψει λόγω άσηπτης μηνιγγίτιδας σχετιζόμενης με προηγούμενη θεραπεία με λαμοτριγίνη.
-
Κλινική επιδείνωση και κίνδυνος αυτοκτονίαςΣυνιστάται στους ασθενείς (και στους περιθάλποντες τους ασθενείς) να αναζητούν ιατρική συμβουλή σε περίπτωση εμφάνισης συμπτωμάτων αυτοκτονικού ιδεασμού ή συμπεριφοράς. Πρέπει να εξετάζεται το ενδεχόμενο αλλαγής του θεραπευτικού σχήματος περιλαμβανομένης της πιθανότητας διακοπής της θεραπείας, σε ασθενείς που παρουσιάζουν κλινική επιδείνωση (περιλαμβανομένης της ανάπτυξης νέων συμπτωμάτων) και/ή εμφάνιση αυτοκτονικού ιδεασμού/συμπεριφοράς, ιδιαίτερα εάν αυτά τα συμπτώματα είναι σοβαρά, απότομα ως προς την έναρξη, ή δεν ήταν μέρος των συμπτωμάτων με τα οποία εμφανίσθηκε ο ασθενής.
-
Ορμονικά αντισυλληπτικά - Επιδράσεις των ορμονικών αντισυλληπτικών στην αποτελεσματικότητα της λαμοτριγίνηςΛαμβάνοντας υπόψη την πιθανότητα μείωσης των επιπέδων λαμοτριγίνης, οι ασθενείς θα πρέπει να παρακολουθούνται. Ως θεραπεία πρώτης γραμμής, θα πρέπει να λαμβάνεται σοβαρά υπόψιν το ενδεχόμενο χρήσης αντισυλληπτικών χαπιών που δεν περιλαμβάνουν «εβδομάδα χωρίς χάπι», (για παράδειγμα, συνεχή ορμονικά αντισυλληπτικά ή μη ορμονικές μέθοδοι.
-
Ορμονικά αντισυλληπτικά - Επιδράσεις της λαμοτριγίνης στην αποτελεσματικότητα των ορμονικών αντισυλληπτικώνΓια το λόγο αυτό οι ασθενείς θα πρέπει να αναφέρουν άμεσα οποιεσδήποτε αλλαγές στον τύπο της εμμήνου ρύσεως, π.χ. αιμορραγία μεταξύ των κύκλων.
-
Διυδροφολική ρεδουκτάσηΠαρατεταμένη θεραπεία με λαμοτριγίνη μπορεί να επηρεάσει το μεταβολισμό του φολικού.
-
Νεφρική ανεπάρκειαΣυνίσταται ιδιαίτερη προσοχή στη θεραπεία ασθενών με νεφρική ανεπάρκεια.
-
Ασθενείς που λαμβάνουν και άλλα φαρμακευτικά προϊόντα που περιέχουν λαμοτριγίνηΤο Lamictal δεν πρέπει να χορηγείται σε ασθενείς που λαμβάνουν ταυτόχρονα και άλλα φαρμακευτικά προϊόντα που περιέχουν λαμοτριγίνη, χωρίς τη συμβουλή του θεράποντος ιατρού.
-
Έκδοχα των δισκίων LamictalΑσθενείς με σπάνια κληρονομικά προβλήματα δυσανεξίας στη λακτόζη, ανεπάρκεια λακτάσης Lapp ή δυσαπορρόφηση γλυκόζης-γαλακτόζης δεν θα πρέπει να λαμβάνουν αυτό το φάρμακο.
-
Ανάπτυξη στα παιδιάΔεν υπάρχουν δεδομένα για την επίδραση της λαμοτριγίνης στην ανάπτυξη, την σεξουαλική ωρίμανση και την νοητική και συναισθηματική ανάπτυξη και την ανάπτυξη της συμπεριφοράς στα παιδιά.
-
Προφυλάξεις που σχετίζονται με επιληπτικούς ασθενείς.Η δόση του Lamictal πρέπει να ελαττώνεται σταδιακά μέσα σε χρονικό διάστημα δύο εβδομάδων, εκτός εάν για λόγους ασφαλείας (π.χ. εμφάνιση εξανθήματος) απαιτείται απότομη διακοπή. Σε ασθενείς με περισσότερες του ενός ειδών επιληπτικών κρίσεων, το παρατηρούμενο όφελος του ελέγχου για ένα είδος κρίσης πρέπει να ζυγίζεται έναντι οποιασδήποτε παρατηρούμενης επιδείνωσης σε κάποιο άλλο είδος κρίσης. Οι μυοκλονικοί σπασμοί μπορεί να επιδεινωθούν με τη λαμοτριγίνη. Στα παιδιά που λαμβάνουν λαμοτριγίνη για την αντιμετώπιση των τυπικών αφαιρέσεων, η αποτελεσματικότητα μπορεί να μην διατηρείται σε όλους τους ασθενείς.
-
Προφυλάξεις που σχετίζονται με τη διπολική διαταραχή - Παιδιά και έφηβοι κάτω των 18 ετώνΗ θεραπεία με αντικαταθλιπτικά φάρμακα παιδιών και εφήβων με μείζονα καταθλιπτική και άλλες ψυχιατρικές διαταραχές σχετίζεται με αυξημένες αυτοκτονικές σκέψεις και αυτοκτονική συμπεριφορά.
swap_horiz
SPC-LAMICTAL
Αλληλεπιδράσεις
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
-
ΒαλπροϊκόπροσοχήΑναστέλλει τη γλυκουρονίδωση της λαμοτριγίνης, μειώνει το μεταβολισμό της, σχεδόν διπλασιάζει το μέσο χρόνο ημίσειας ζωής.
-
προσοχήΕπάγει ηπατικά ένζυμα, επάγει τη γλυκουρονίδωση, ενισχύει το μεταβολισμό της λαμοτριγίνης.
-
προσοχήΕπάγει ηπατικά ένζυμα, επάγει τη γλυκουρονίδωση, ενισχύει το μεταβολισμό της λαμοτριγίνης. Μπορεί να προκαλέσει αντιδράσεις του ΚΝΣ.
-
ΦαινοβαρβιτόνηπροσοχήΕπάγει ηπατικά ένζυμα, επάγει τη γλυκουρονίδωση, ενισχύει το μεταβολισμό της λαμοτριγίνης.
-
προσοχήΕπάγει ηπατικά ένζυμα, επάγει τη γλυκουρονίδωση, ενισχύει το μεταβολισμό της λαμοτριγίνης.
-
παρακολούθησηΣε μελέτη, δεν επηρέασε το μεταβολισμό της λαμοτριγίνης ή αντίστροφα. Προτείνεται σχήμα χωρίς βαλπροϊκό και χωρίς επαγωγείς.
-
ΦελβαμίδιοπαρακολούθησηΔεν φάνηκε να έχει κλινικά σημαντική επίδραση στη φαρμακοκινητική της λαμοτριγίνης.
-
παρακολούθησηΔεν φαίνεται να μεταβάλει την κάθαρση της λαμοτριγίνης.
-
παρακολούθησηΔεν επηρεάζει η λαμοτριγίνη τη φαρμακοκινητική της λεβετιρακετάμης και αντίστροφα.
-
ΠρεγαμπαλίνηπαρακολούθησηΔεν υπάρχουν φαρμακοκινητικές αλληλεπιδράσεις.
-
παρακολούθησηΔεν επιφέρει μεταβολή στη συγκέντρωση της λαμοτριγίνης. Αυξάνει τη συγκέντρωση της τοπιραμάτης κατά 15%.
-
παρακολούθησηΔεν επηρέασε σημαντικά τη φαρμακοκινητική της λαμοτριγίνης.
-
παρακολούθησηΔεν επηρεάστηκε η φαρμακοκινητική του λιθίου.
-
παρακολούθησηΜικρή αύξηση του AUC του γλυκουρονιδίου της λαμοτριγίνης.
-
παρακολούθησηΜείωση AUC και Cmax της λαμοτριγίνης κατά 24% και 20% αντίστοιχα. Δεν αναμένεται κλινική σημασία.
-
παρακολούθησηΜέση μείωση περίπου 10% στην Cmax και AUC της λαμοτριγίνης. Δεν αναμένεται κλινική σημασία.
-
παρακολούθησηΜερική αναστολή του σχηματισμού του 2-Ν-γλυκουρονιδίου της λαμοτριγίνης in vitro.
-
προσοχήΑυξάνει την κάθαρση, μειώνει τον χρόνο ημίσειας ζωής λόγω ενεργοποίησης ηπατικών ενζύμων.
-
Λοπιναβίρη, ΡιτοναβίρηπροσοχήΥποδιπλασιασμός συγκεντρώσεων λαμοτριγίνης στο πλάσμα, πιθανώς λόγω ενεργοποίησης γλυκουρονιδωσης.
-
προσοχήΜείωσε AUC και Cmax της λαμοτριγίνης κατά 32% και 6% αντίστοιχα.
-
Ορμονικά αντισυλληπτικά (συνδυασμός αιθυνυλοιστραδιόλης/λεβονοργεστρέλης)προσοχήΔιπλασιασμός κάθαρσης λαμοτριγίνης, μείωση AUC και Cmax. Αυξημένα επίπεδα κατά τη διάρκεια της εβδομάδας χωρίς χάπι.
-
προσοχήΠιθανή αύξηση επιπέδων πλάσματος λόγω αναστολής του OCT 2 από τη λαμοτριγίνη.
sick
SPC-LAMICTAL
Ανεπιθύμητες ενέργειες
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
- Αιματολογικές ανωμαλίες (ουδετεροπενία, λευκοπενία, αναιμία, θρομβοπενία, πανκυτταροπενία, απλαστική αναιμία, ακοκκιοκυτταραιμία)
- Λεμφαδενοπάθεια
- Σύνδρομο υπερευαισθησίας (περιλαμβανομένων συμπτωμάτων όπως πυρετός, λεμφαδενοπάθεια, οίδημα του προσώπου, ανωμαλίες του αίματος και του ήπατος, διάχυτη ενδαγγειακή πήξη, πολυοργανική ανεπάρκεια)
- Επιθετικότητα, ευερεθιστότητα
- Σύγχυση, ψευδαισθήσεις, τικ
- Εφιάλτες
- Κεφαλαλγία
- Υπνηλία, ζάλη, τρόμος, αϋπνία
- Αταξία
- Νυσταγμός
- Αστάθεια, κινητικές διαταραχές, επιδείνωση νόσου του Πάρκινσον, εξωπυραμιδικές διαταραχές, χορειοαθέτωση
- Αύξηση συχνότητας επιληπτικών κρίσεων
- Άσηπτη μηνιγγίτιδα
- Διπλωπία, θάμβος οράσεως
- Επιπεφυκίτιδα
- Ναυτία, έμετος, διάρροια, ξηροστομία
- Ηπατική ανεπάρκεια, ηπατική δυσλειτουργία, αυξημένες τιμές σε δοκιμασίες ηπατικής λειτουργίας
- Δερματικό εξάνθημα
- Αλωπεκία
- Σύνδρομο Stevens-Johnson
Λεπτομέρειες κατά συχνότητα expand_more
-
Πολύ σπάνιεςΑιματολογικές ανωμαλίες (ουδετεροπενία, λευκοπενία, αναιμία, θρομβοπενία, πανκυτταροπενία, απλαστική αναιμία, ακοκκιοκυτταραιμία)Διαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος
-
Μη γνωστέςΛεμφαδενοπάθειαΔιαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος
-
Πολύ σπάνιεςΣύνδρομο υπερευαισθησίας (πυρετός, λεμφαδενοπάθεια, οίδημα προσώπου, ανωμαλίες αίματος/ήπατος, διάχυτη ενδαγγειακή πήξη, πολυοργανική ανεπάρκεια)Διαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος
-
ΣυχνέςΕπιθετικότητα, ευερεθιστότηταΨυχιατρικές διαταραχές
-
Πολύ σπάνιεςΣύγχυση, ψευδαισθήσεις, τικΨυχιατρικές διαταραχές
-
Μη γνωστέςΕφιάλτεςΨυχιατρικές διαταραχές
-
Πολύ συχνέςΚεφαλαλγίαΔιαταραχές του νευρικού συστήματος
-
ΣυχνέςΥπνηλίαΔιαταραχές του νευρικού συστήματος
-
ΣυχνέςΖάληΔιαταραχές του νευρικού συστήματος
-
Όχι συχνέςΤρόμοςΔιαταραχές του νευρικού συστήματος
-
Όχι συχνέςΑϋπνίαΔιαταραχές του νευρικού συστήματος
-
ΣπάνιεςΑταξίαΔιαταραχές του νευρικού συστήματος
-
ΣπάνιεςΝυσταγμόςΔιαταραχές του νευρικού συστήματος
-
Πολύ σπάνιεςΑστάθεια, κινητικές διαταραχές, επιδείνωση νόσου του Πάρκινσον, εξωπυραμιδικές διαταραχές, χορειοαθέτωσηΔιαταραχές του νευρικού συστήματος
-
ΣπάνιεςΑύξηση συχνότητας επιληπτικών κρίσεωνΔιαταραχές του νευρικού συστήματος
-
ΣπάνιεςΆσηπτη μηνιγγίτιδαΔιαταραχές του νευρικού συστήματος
-
Όχι συχνέςΔιπλωπίαΟφθαλμικές διαταραχές
-
Όχι συχνέςΘάμβος οράσεωςΟφθαλμικές διαταραχές
-
ΣπάνιεςΕπιπεφυκίτιδαΟφθαλμικές διαταραχές
-
ΣυχνέςΝαυτίαΔιαταραχές του γαστρεντερικού
-
ΣυχνέςΈμετοςΔιαταραχές του γαστρεντερικού
-
ΣυχνέςΔιάρροιαΔιαταραχές του γαστρεντερικού
-
ΣυχνέςΞηροστομίαΔιαταραχές του γαστρεντερικού
-
Πολύ σπάνιεςΗπατική ανεπάρκεια, ηπατική δυσλειτουργία, αυξημένες τιμές σε δοκιμασίες ηπατικής λειτουργίαςΔιαταραχές του ήπατος και των χοληφόρων
-
Πολύ συχνέςΔερματικό εξάνθημαΔιαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
-
Όχι συχνέςΑλωπεκίαΔιαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
-
ΣπάνιεςΣύνδρομο Stevens-JohnsonΔιαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
pregnant_woman
SPC-LAMICTAL
Κύηση / γαλουχία
Επίπεδο κινδύνου: Με προσοχή
expand_more
Κύηση / γαλουχία
-
ΚύησηΜε προσοχήΈνας μεγάλος αριθμός δεδομένων από έγκυες γυναίκες που εκτέθηκαν σε μονοθεραπεία με λαμοτριγίνη κατά τη διάρκεια του πρώτου τριμήνου της εγκυμοσύνης (περισσότερες από 8700) δεν υποδεικνύει σημαντική αύξηση του κινδύνου για μείζονες συγγενείς διαμαρτίες περιλαμβανομένων των ανωμαλιών της στοματικής κοιλότητας. Αν η θεραπεία με Lamictal κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης είναι απαραίτητη, συνιστάται η χρήση της χαμηλότερης δυνατής θεραπευτικής δόσης. Η λαμοτριγίνη αναστέλλει ήπια τη δραστικότητα της ρεδουκτάσης του διυδροφολικού οξέος και θα μπορούσε για το λόγο αυτό θεωρητικά να οδηγήσει σε αυξημένο κίνδυνο εμβρυϊκής βλάβης λόγω μείιωσης των επιπέδων του διυδροφολικού οξέος. Η λήψη φολικού οξέος κατά το σχεδιασμό της εγκυμοσύνης αλλά και στην αρχή της πρέπει να εξετάζεται. Φυσιολογικές αλλαγές κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης μπορεί να επηρεάσουν τα επίπεδα της λαμοτριγίνης και /ή το θεραπευτικό αποτέλεσμα. Υπάρχουν αναφορές μειωμένων επιπέδων της λαμοτριγίνης στο πλάσμα κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης με πιθανό κίνδυνο απώλειας του ελέγχου των επιληπτικών κρίσεων. Μετά τον τοκετό τα επίπεδα της λαμοτριγίνης μπορεί να αυξηθούν ραγδαία με αποτέλεσμα την εμφάνιση δοσοεξαρτώμενων ανεπιθύμητων ενεργειών. Για το λόγο αυτό τα επίπεδα της λαμοτριγίνης θα πρέπει να παρακολουθούνται πριν, κατά τη διάρκεια και μετά την εγκυμοσύνη αλλά και λίγο μετά τον τοκετό. Αν κριθεί απαραίτητο, η δόση θα πρέπει να προσαρμοστεί ώστε να διατηρηθεί η συγκέντρωση της λαμοτριγίνης στον ορό στα επίπεδα στα οποία βρισκόταν πριν την εγκυμοσύνη ή ανάλογα με την κλινική ανταπόκριση. Επιπρόσθετα, δοσοεξαρτώμενες ανεπιθύμητες ενέργειες θα πρέπει να παρακολουθούνται στενά μετά τον τοκετό.
-
ΓαλουχίαΜε προσοχήΗ λαμοτριγίνη αναφέρθηκε ότι διέρχεται στο μητρικό γάλα σε εξαιρετικά ευμετάβλητες συγκεντρώσεις, με αποτέλεσμα συνολικά επίπεδα λαμοτριγίνης σε νεογνά έως περίπου 50% της μητέρας. Επομένως σε ορισμένα νεογνά που θηλάζουν, οι συγκεντρώσεις λαμοτριγίνης στον ορό μπορεί να προσεγγίσουν επίπεδα στα οποία εμφανίζονται φαρμακολογικές δράσεις. Σε μία περιορισμένη ομάδα εκτεθέντων νεογνών, δεν παρατηρήθηκαν ανεπιθύμητες δράσεις. Τα πιθανά οφέλη του θηλασμού θα πρέπει να σταθμίζονται έναντι των πιθανών βλαβερών επιδράσεων στο βρέφος. Αν μια γυναίκα που υποβάλλεται σε θεραπεία με λαμοτριγίνη αποφασίσει να θηλάσει, το βρέφος θα πρέπει να παρακολουθείται για την εμφάνιση ανεπιθύμητων ενεργειών.
-
ΓονιμότηταΆγνωστοΠειράματα σε ζώα δεν απεκάλυψαν έκπτωση γονιμότητας προκαλούμενη από τη λαμοτριγίνη (βλέπε παράγραφο 5.3).
neurology
DrugBank
Μηχανισμός δράσης
expand_more
Μηχανισμός δράσης
monitor_heart
SPC-LAMICTAL
Φαρμακοδυναμική
expand_more
Φαρμακοδυναμική
biotech
SPC-LAMICTAL
Φαρμακοκινητική
expand_more
Φαρμακοκινητική
hub
PubChem
Μεταβολισμός
expand_more
Μεταβολισμός
bloodtype
PubChem
Απέκκριση
expand_more
Απέκκριση
Σκευάσματα & Τιμολόγηση
Μονογραφίες Πηγών
Αναλυτικό περιεχόμενο ανά πηγή για τεκμηρίωση και έλεγχο
medication
Δοσολογία
SPC-LAMICTAL
expand_more
Δοσολογία
Τα δισκία Lamictal πρέπει να καταπίνονται ολόκληρα και να μην μασώνται ή θρυμματίζονται. Τα μασώμενα/διασπειρώμενα δισκία Lamictal μπορούν να μασηθούν, να διαλυθούν σε μικρό όγκο νερού (η στάθμη του νερού να καλύπτει τουλάχιστον το δισκίο) ή να καταπίνονται ολόκληρα με λίγο νερό. Αν η υπολογισμένη δόση λαμοτριγίνης (όπως για τη θεραπεία παιδιών με επιληψία ή ασθενών με ηπατική ανεπάρκεια) δεν ισοδυναμεί με ολόκληρα δισκία, η χορηγούμενη δόση θα πρέπει να ισοδυναμεί με τον ελάχιστο αριθμό ολόκληρων δισκίων. Επανέναρξη θεραπείας Οι συνταγογράφοι γιατροί, κατά την επανέναρξη της θεραπείας με Lamictal σε ασθενείς που για οποιαδήποτε λόγο την είχαν διακόψει, θα πρέπει να εκτιμήσουν την ανάγκη για προοδευτική αύξηση της δόσης σε αυτή της θεραπείας συντήρησης, εφόσον ο κίνδυνος εμφάνισης σοβαρού εξανθήματος σχετίζεται με αυξημένες αρχικές δόσεις και δόσεις που υπερβαίνουν τη συνιστώμενη προοδευτική αύξηση της δόσης της λαμοτριγίνης (βλέπε παράγραφο 4.4). Όσο μεγαλύτερο χρονικό διάστημα έχει παρέλθει από τη λήψη της τελευταίας δόσης, τόσο πιο μεγάλη προσοχή απαιτείται κατά την προοδευτική αύξηση της δόσης στα επίπεδα της θεραπείας συντήρησης. Όταν το διάστημα από τη διακοπή της λαμοτριγίνης υπερβαίνει τις πέντε ημιπεριόδους ζωής (βλέπε παράγραφο 5.2), η προοδευτική αύξηση της δόσης του Lamictal έως τη δόση συντήρησης θα πρέπει γενικά να πραγματοποιείται βάσει κατάλληλου προγράμματος. Δεν συνιστάται επανέναρξη της θεραπείας με Lamictal σε ασθενείς που διέκοψαν τη θεραπεία τους εξαιτίας της εμφάνισης εξανθήματος που σχετίζεται με προηγούμενη θεραπεία με λαμοτριγίνη, εκτός εάν τα αναμενόμενα οφέλη υπερτερούν των κινδύνων. Επιληψία Η συνιστώμενη προοδευτική αύξηση της δόσης και οι δόσεις συντήρησης για ενήλικες και εφήβους ηλικίας 13 ετών και άνω (πίνακας 1) αλλά και για παιδιά και εφήβους ηλικίας 2 έως 12 ετών (πίνακας 2) παρατίθενται παρακάτω. Λόγω του κινδύνου εμφάνισης εξανθήματος δεν πρέπει να γίνεται υπέρβαση της αρχικής δόσης και της επακόλουθης αύξησης της δοσολογίας (βλέπε παράγραφο 4.4) Όταν διακόπτεται η συγχορήγηση άλλων ΑΕΦ ή όταν άλλα AEΦ/ φαρμακευτικά προϊόντα προστίθενται στο θεραπευτικό σχήμα που περιέχει λαμοτριγίνη, θα πρέπει να δίνεται μεγάλη προσοχή στην επίδραση που η θεραπεία αυτή μπορεί να έχει στη φαρμακοκινητική της λαμοτριγίνης (βλέπε παράγραφο 4.5). Πίνακας 1: Ενήλικες και έφηβοι ηλικίας 13 ετών και άνω-συνιστώμενο θεραπευτικό σχήμα για την επιληψία Θεραπευτικό Σχήμα Εβδομάδες 1+2 Εβδομάδες 3 + Συνήθης Δόση Συντήρησης Mονοθεραπεία: 25 mg/ημερησ ίως (μία φορά ημερησίως) 50 mg/ημερησί ως (μία φορά ημερησίως) 100 200 mg/ημερησίως (μία φορά ημερησίως ή σε δύο ίσες δόσεις) Για να επιτευχθεί η δόση συντήρησης, οι δόσεις μπορούν να αυξηθούν το πολύ κατά 50-100 mg κάθε μία έως δύο εβδομάδες, μέχρι να επιτευχθεί το καλύτερο αποτέλεσμα Σε ορισμένους ασθενείς χρειάστηκε να χορηγηθούν 500 mg/ημερησίως για να επιτευχθεί το επιθυμητό αποτέλεσμα Συμπληρωματική θεραπεία ΜΕ βαλπροϊκό (αναστολέας της γλυκουρονίδωσης της λαμοτριγίνης - βλέπε παράγραφο 4.5): Αυτό το δοσολογικό σχήμα θα πρέπει να εφαρμόζεται με βαλπροϊκό ανεξάρτητα από την ταυτόχρονη λήψη άλλων φαρμακευτικών προϊόντων 12,5 mg/ ημερησίως (χορηγούμενα ως 25 mg κάθε δεύτερη ημέρα) 25 mg/ ημερησίως (μία φορά ημερησίως) 100 200 mg/ημερησίως (μία φορά ημερησίως ή σε δύο ίσες δόσεις) Για να επιτευχθεί η δόση συντήρησης, οι δόσεις μπορούν να αυξηθούν το πολύ κατά 25-50 mg κάθε μία έως δύο εβδομάδες, μέχρι να επιτευχθεί το καλύτερο αποτέλεσμα Συμπληρωματική θεραπεία ΧΩΡΙΣ βαλπροϊκό και ΜΕ επαγωγείς της γλυκουρονίδωσης της λαμοτριγίνης (βλέπε παράγραφο 4.5): Αυτό το δοσολογικό σχήμα θα πρέπει να εφαρμόζεται χωρίς βαλπροϊκό αλλά με: φαινυτοΐνη καρβαμαζεπίνη φαινοβαρβιτόνη πριμιδόνη ριφαμπικίνη λοπιναβίρη/ριτοναβί ρη 50 mg/ ημερησίως (μία φορά ημερησίως) 100 mg/ ημερησίως (σε δύο ίσες δόσεις) 200 400 mg/ημερησίως (σε δύο ίσες δόσεις) Για να επιτευχθεί η δόση συντήρησης, οι δόσεις μπορούν να αυξηθούν το πολύ κατά 100mg κάθε μία έως δύο εβδομάδες, μέχρι να επιτευχθεί το καλύτερο αποτέλεσμα Σε ορισμένους ασθενείς χρειάστηκε να χορηγηθούν 700 mg/ημερησίως προκειμένου να επιτευχθεί το επιθυμητό αποτέλεσμα Συμπληρωματική θεραπεία ΧΩΡΙΣ βαλπροϊκό και ΧΩΡΙΣ επαγωγείς της γλυκουρονίδωσης της λαμοτριγίνης (βλέπε παράγραφο 4.5): Αυτό το δοσολογικό σχήμα θα πρέπει να εφαρμόζεται με άλλα φαρμακευτικά προϊόντα που δεν αναστέλλουν ή επάγουν σημαντικά τη γλυκουρονίδωση της λαμοτριγίνης 25 mg/ ημερησίως (μία φορά ημερησίως) 50 mg/ ημερησίως (μία φορά ημερησίως) 100 200 mg/ ημερησίως (μία φορά ημερησίως ή σε δύο ίσες δόσεις) Για να επιτευχθεί η δόση συντήρησης, οι δόσεις μπορούν να αυξηθούν το πολύ κατά 50-100 mg κάθε μία έως δύο εβδομάδες μέχρι να επιτευχθεί το καλύτερο αποτέλεσμα Σε ασθενείς που λαμβάνουν φαρμακευτικά προϊόντα των οποίων οι φαρμακοκινητικές αλληλεπιδράσεις με τη λαμοτριγίνη δεν είναι γνωστές (βλέπε παράγραφο 4.5), θα πρέπει να εφαρμόζεται το δοσολογικό σχήμα που συνιστάται στην ταυτόχρονη θεραπεία με λαμοτριγίνη και βαλπροϊκό. Πίνακας 2: Παιδιά και έφηβοι ηλικίας 2 έως 12 ετών-συνιστώμενο δοσολογικό σχήμα για την επιληψία (συνολική ημερήσια δόση σε mg ανά κιλό βάρους σώματος ημερησίως) Θεραπευτικό Σχήμα Εβδομάδες 1+2 Εβδομάδες 3 + Συνήθης Δόση Συντήρησης Mονοθεραπεία των τυπικών αφαιρέσεων: 0,3 mg/κιλό/ ημερησίως (μία φορά ημερησίως ή σε δύο ίσες δόσεις) 0,6 mg/κιλό/ ημερησίως (μία φορά ημερησίως ή σε δύο ίσες δόσεις) 1 - 15 mg/ κιλό / ημερησίως (μία φορά ημερησίως ή σε δύο ίσες δόσεις) Για να επιτευχθεί η δόση συντήρησης, οι δόσεις μπορούν να αυξηθούν το πολύ κατά 0,6 mg/kg/ ημερησίως κάθε μία έως δύο εβδομάδες, μέχρι να επιτευχθεί το καλύτερο αποτέλεσμα με μέγιστη δόση συντήρησης 200mg/ημέρα Συμπληρωματική θεραπεία με βαλπροϊκό (αναστολέας της γλυκουρονίδωσης της λαμοτριγίνης - βλέπε παράγραφο 4.5): Αυτό το δοσολογικό σχήμα θα πρέπει να εφαρμόζεται με βαλπροϊκό ανεξάρτητα από την ταυτόχρονη λήψη άλλων φαρμακευτικών προϊόντων 0,15 mg/ κιλό/ ημερησίως* (μία φορά ημερησίως) 0,3 mg/κιλό/ ημερησίως (μία φορά ημερησίως) 1 5 mg/ κιλό / ημερησίως (μία φορά ημερησίως ή σε δύο ίσες δόσεις) Για να επιτευχθεί η δόση συντήρησης, οι δόσεις μπορούν να αυξηθούν το πολύ κατά 0,3 mg/kg/ημερησίως κάθε μία έως δύο εβδομάδες μέχρι να επιτευχθεί το καλύτερο αποτέλεσμα, με μέγιστη δόση συντήρησης 200 mg/ημερησίως Συμπληρωματική θεραπεία ΧΩΡΙΣ βαλπροϊκό και ΜΕ επαγωγείς της γλυκουρονίδωσης της λαμοτριγίνης (βλέπε παράγραφο 4.5): Αυτό το δοσολογικό σχήμα θα πρέπει να εφαρμόζεται χωρίς βαλπροϊκό αλλά με: φαινυτοΐνη καρβαμαζεπίνη φαινοβαρβιτόνη πριμιδόνη ριφαμπικίνη λοπιναβίρη/ριτοναβί ρη 0,6 mg/ κιλό/ ημερησίως (σε δύο ίσες δόσεις) 1,2 mg κιλό/ ημερησίως (σε δύο ίσες δόσεις) 5 15 mg/ κιλό /ημερησίως (μία φορά ημερησίως ή σε δύο ίσες δόσεις) Για να επιτευχθεί η δόση συντήρησης, οι δόσεις μπορούν να αυξηθούν το πολύ κατά 1,2 mg/kg/ημερησίως κάθε μία έως δύο εβδομάδες μέχρι να επιτευχθεί το καλύτερο αποτέλεσμα, με μέγιστη δόση συντήρησης 400 mg/ημερησίως Συμπληρωματική θεραπεία ΧΩΡΙΣ βαλπροϊκό και ΧΩΡΙΣ επαγωγείς της γλυκουρονίδωσης της λαμοτριγίνης (βλέπε παράγραφο 4.5): Αυτό το δοσολογικό σχήμα θα πρέπει να εφαρμόζεται με άλλα φαρμακευτικά προϊόντα που δεν αναστέλλουν ή επάγουν σημαντικά τη γλυκουρονίδωση της λαμοτριγίνης 0,3 mg/ κιλό /ημερησίως (μία φορά ημερησίως ή σε δύο ίσες δόσεις) 0,6 mg/κιλό/ημερ ησίως (μία φορά ημερησίως ή σε δύο ίσες δόσεις) 1 10 mg/ κιλό /ημερησίως (μία φορά ημερησίως ή σε δύο ίσες δόσεις) Για να επιτευχθεί η δόση συντήρησης, οι δόσεις μπορούν να αυξηθούν το πολύ κατά 0,6 mg/kg/ημερησίως κάθε μία έως δύο εβδομάδες, μέχρι το βέλτιστο αποτέλεσμα, με μέγιστη δόση συντήρησης 200 mg/ημερησίως Σε ασθενείς που λαμβάνουν φαρμακευτικά προϊόντα των οποίων οι φαρμακοκινητικές αλληλεπιδράσεις με τη λαμοτριγίνη δεν είναι γνωστές (βλέπε παράγραφο 4.5), θα πρέπει να εφαρμόζεται το δοσολογικό σχήμα που συνίσταται στην ταυτόχρονη θεραπεία με λαμοτριγίνη και βαλπροϊκό. Δισκία διασπειρώμενα/μασώμενα 2 mg - στην περίπτωση που αυτή είναι η μικρότερη περιεκτικότητα του σκευάσματος που κυκλοφορεί στην αγορά: <*Αν η υπολογισμένη ημερήσια δόση σε ασθενείς που λαμβάνουν βαλπροϊκό είναι 1 mg ή περισσότερο αλλά λιγότερο από 2 mg τότε τα μασώμενα/διασπειρώμενα δισκία Lamictal 2 mg μπορούν να λαμβάνονται για τις δύο πρώτες εβδομάδες ανά δεύτερη ημέρα. Αν η υπολογισμένη ημερήσια δόση σε ασθενείς που λαμβάνουν βαλπροϊκό είναι μικρότερη από 1 mg, τότε δεν πρέπει να χορηγείται το Lamictal.> Δισκία διασπειρώμενα/μασώμενα 5 mg- στην περίπτωση που τα διασπειρώμενα /μασώμενα δισκία Lamictal 2 mg δεν κυκλοφορούν στην αγορά και τα διασπειρώμενα/μασώμενα δισκία Lamictal 5 mg είναι η μικρότερη περιεκτικότητα του σκευάσματος που κυκλοφορεί στην αγορά: <*Αν η υπολογισμένη ημερήσια δόση σε ασθενείς που λαμβάνουν βαλπροϊκό είναι 2,5 mg ή περισσότερο αλλά λιγότερο από 5 mg τότε τα διασπειρώμενα /μασώμενα δισκία του Lamictal 5 mg μπορούν να λαμβάνονται για τις δύο πρώτες εβδομάδες ανά δεύτερη ημέρα. Αν η υπολογισμένη ημερήσια δόση σε ασθενείς που λαμβάνουν βαλπροϊκό είναι μικρότερη από 2,5mg, τότε δεν πρέπει να χορηγείται το Lamictal.> Προκειμένου να διασφαλίζεται η θεραπευτική δόση θα πρέπει να παρακολουθείται το σωματικό βάρος του παιδιού και η δόση να αναπροσαρμόζεται όταν αυτό αλλάζει. Σε ασθενείς ηλικίας 2 έως 6 ετών πιθανότατα πρέπει να χορηγηθούν δόσεις συντήρησης που βρίσκονται στο υψηλότερο όριο του συνιστώμενου δοσολογικού εύρους. Αν ο έλεγχος της επιληψίας επιτευχθεί με συμπληρωματική θεραπεία, η ταυτόχρονη θεραπεία με ΑΕΦ μπορεί να διακοπεί και να ακολουθηθεί μονοθεραπεία με Lamictal. Τα διασπειρώμενα/μασώμενα δισκία 5 mg - στην περίπτωση που τα διασπειρώμενα/μασώμενα δισκία Lamictal 2 mg δεν κυκλοφορούν στην αγορά και τα διασπειρώμενα/μασώμενα δισκία Lamictal 5 mg είναι η μικρότερη περιεκτικότητα του σκευάσματος που κυκλοφορεί στην αγορά: <Πρέπει να επισημανθεί ότι, με τα διαθέσιμα διασπειρώμενα/μασώμενα δισκία Lamictal 5 mg, δεν είναι δυνατόν να ξεκινήσει επακριβώς η θεραπεία με λαμοτριγίνη χρησιμοποιώντας τις οδηγίες για τη συνιστώμενη δοσολογία σε παιδιατρικούς ασθενείς που ζυγίζουν λιγότερο από 17 kg.> Παιδιά κάτω των 2 ετών Υπάρχουν περιορισμένα στοιχεία για την αποτελεσματικότητα και την ασφάλεια της λαμοτριγίνης ως συμπληρωματική θεραπεία για την αντιμετώπιση των εστιακών επιληπτικών κρίσεων σε παιδιά ηλικίας 1 μηνός έως 2 ετών (βλέπε παράγραφο 4.4). Δεν υπάρχουν δεδομένα για παιδιά ηλικίας μικρότερης του 1 μηνός. Επομένως το Lamictal δεν συνιστάται για χρήση σε παιδιά ηλικίας μικρότερης των 2 ετών. Εάν παρόλα αυτά ληφθεί απόφαση για θεραπεία με βάση την κλινική ανάγκη, βλέπε παραγράφους 4.4, 5.1 και 5.2. Διπολική διαταραχή Η συνιστώμενη δοσολογική προοδευτική αύξηση και η δόση της θεραπείας συντήρησης σε ενήλικες άνω των 18 ετών παρατίθενται στους πίνακες παρακάτω. Το μεταβατικό δοσολογικό σχήμα περιλαμβάνει αύξηση της δοσολογίας της λαμοτριγίνης έως τη δόση σταθεροποίησης της θεραπείας συντήρησης μέσα σε χρονικό διάστημα 6 εβδομάδων (Πίνακας 3), μετά την πάροδο των οποίων η θεραπεία με άλλα ψυχοτρόπα φάρμακα και/ή ΑΕΦ είναι δυνατόν να διακοπεί (Πίνακας 4), εφόσον αυτό ενδείκνυται κλινικά. Παρατίθενται επίσης και οι προσαρμογές που πρέπει να γίνουν στο δοσολογικό σχήμα μετά την προσθήκη και άλλων ψυχοτρόπων φαρμάκων και/ή ΑΕΦ (Πίνακας 5). Λόγω του κινδύνου εμφάνισης εξανθήματος δεν πρέπει να γίνεται υπέρβαση της αρχικής δόσης και της επακόλουθης προοδευτικής αύξησης της δοσολογίας (βλέπε παράγραφο 4.4). Πίνακας 3: Ενήλικες ηλικίας 18 ετών και άνω-συνιστώμενη προοδευτική αύξηση της δοσολογίας έως τη συνολική ημερήσια δόση σταθεροποίησης για τη θεραπεία της διπολικής διαταραχής Θεραπευτικό Σχήμα Εβδομάδες 1
- 2 Εβδομάδες 3
- 4 Εβδομάδα Στοχευόμενη Δόση Σταθεροποίησ ης (Εβδομάδα 6)* Mονοθεραπεία με λαμοτριγίνη Ή συμπληρωματική θεραπεία ΧΩΡΙΣ βαλπροϊκό και ΧΩΡΙΣ επαγωγείς της γλυκουρονίδωσης της λαμοτριγίνης (βλέπε παράγραφο 4.5): Αυτό το δοσολογικό σχήμα θα πρέπει να εφαρμόζεται με άλλα φαρμακευτικά προϊόντα που δεν αναστέλλουν ή επάγουν σημαντικά τη γλυκουρονίδωση της λαμοτριγίνης 25 mg/ημερησ ίως (μία φορά ημερησίως) 50 mg/ημερησ ίως (μία φορά ημερησίως ή σε δύο ίσες δόσεις) 100 mg/ ημερησίως (μία φορά ημερησίως ή σε δύο ίσες δόσεις) 200 mg/ ημερησίως - συνήθης στόχος για βέλτιστο αποτέλεσμα (μία φορά ημερησίως ή σε δύο ίσες δόσεις) Δόσεις από 100 - 400 mg/ ημερησίως εφαρμοσμένες σε κλινικές μελέτες Συμπληρωματική θεραπεία με βαλπροϊκό (αναστολέας της γλυκουρονίδωσης της λαμοτριγίνης - βλέπε παράγραφο 4.5): Αυτό το δοσολογικό σχήμα θα πρέπει να εφαρμόζεται με βαλπροϊκό ανεξάρτητα από την ταυτόχρονη λήψη άλλων φαρμακευτικών προϊόντων 12,5 mg/ ημερησίως (χορηγούμενα ως 25 mg κάθε δεύτερη ημέρα) 25 mg/ ημερησίως (μία φορά ημερησίως) 50 mg/ ημερησίως (μία φορά ημερησίως ή σε δύο ίσες δόσεις) 100 mg/ ημερησίως - συνήθης στόχος για βέλτιστο αποτέλεσμα (μία φορά ημερησίως ή σε δύο ίσες δόσεις) Η μέγιστη δόση 200 mg/ημερησ ίως μπορεί να χρησιμοποιηθεί ανάλογα με την κλινική ανταπόκριση Συμπληρωματική θεραπεία ΧΩΡΙΣ βαλπροϊκό και ΜΕ επαγωγείς της γλυκουρονίδωσης της λαμοτριγίνης (βλέπε παράγραφο 4.5): Αυτό το δοσολογικό σχήμα θα πρέπει να εφαρμόζεται χωρίς βαλπροϊκό αλλά με: φαινυτοΐνη καρβαμαζεπίνη φαινοβαρβιτόνη πριμιδόνη ριφαμπικίνη λοπιναβίρη/ριτοναβ ίρη 50 mg/ ημερησίως (μία φορά ημερησίως) 100 mg/ ημερησίως (σε δύο ίσες δόσεις) 200 mg/ ημερησίως (σε δύο ίσες δόσεις) 300 mg/ ημερησίως την 6η εβδομάδα, αν είναι απαραίτητο η δόση μπορεί να αυξηθεί στα 400 mg/ ημερησίως την 7η εβδομάδα, προκειμένου να επιτευχθεί το βέλτιστο αποτέλεσμα (σε δύο ίσες δόσεις) Σε ασθενείς που λαμβάνουν φαρμακευτικά προϊόντα των οποίων οι φαρμακοκινητικές αλληλεπιδράσεις με τη λαμοτριγίνη δεν είναι γνωστές (βλέπε παράγραφο 4.5), θα πρέπει να εφαρμόζεται το δοσολογικό σχήμα που συνίσταται στην ταυτόχρονη θεραπεία με λαμοτριγίνη και βαλπροϊκό.
- Η Στοχευόμενη Δόση Σταθεροποίησης αλλάζει ανάλογα με την κλινική ανταπόκριση του ασθενούς Πίνακας 4: Ενήλικες ηλικίας άνω των 18 ετών- συνολική ημερήσια δόση σταθεροποίησης (δόση συντήρησης) μετά τη διακοπή λήψης συγχορηγούμενων σκευασμάτων για τη θεραπεία της διπολικής διαταραχής Μετά την επίτευξη της στοχευόμενης ημερήσιας δόσης σταθεροποίησης, η λήψη άλλων φαρμακευτικών προϊόντων μπορεί να διακοπεί όπως φαίνεται στον παρακάτω πίνακα. Θεραπευτικό Σχήμα Ισχύουσα δόση σταθεροποίηση ς λαμοτριγίνης (πριν από τη διακοπή) Εβδομάδα 1 (έναρξη της διακοπής) Εβδομάδα 2 Εβδομάδα 3 κι έπειτα* Διακοπή του βαλπροϊκού (αναστολέας της γλυκουρονίδωσης της λαμοτριγίνης-βλέπε παράγραφο 4.5), εξαρτώμενη από την αρχική δόση της λαμοτριγίνης: Όταν η χορήγηση βαλπροϊκού διακόπτεται, διπλασιάστε τη δόση σταθεροποίησης, χωρίς να αυξάνετε περισσότερο από 100 mg την εβδομάδα 100 mg/ημερησ ίως 200 mg/ ημερησίως Διατηρήστε αυτή τη δόση (200 mg/ ημερησίως) (σε δύο ίσες δόσεις) 200 mg/ ημερησίως 300 mg/ ημερησίως 400 mg/ ημερησίως Διατηρήστ ε αυτή τη δόση (400 mg/ ημερησίως Διακοπή των επαγωγέων της γλυκουρονίδωσης της λαμοτριγίνης (βλέπε παράγραφο 4.5), εξαρτώμενη από την αρχική δόση της λαμοτριγίνης: Αυτό το δοσολογικό σχήμα θα πρέπει να εφαρμόζεται όταν διακόπτονται τα παρακάτω: φαινυτοΐνη καρβαμαζεπίνη φαινοβαρβιτόνη πριμιδόνη ριφαμπικίνη λοπιναβίρη/ριτονα βίρη 400 mg/ ημερησίως 400 mg/ ημερησίως 300 mg/ ημερησίως 200 mg/ ημερησίως 300 mg/ ημερησίως 300 mg/ ημερησίως 225 mg/ ημερησίως 150 mg/ ημερησίως 200 mg/ ημερησίως 200 mg/ ημερησίως 150 mg/ ημερησίως 100 mg/ ημερησίως Διακοπή φαρμακευτικών προϊόντων που ΔΕΝ αναστέλλουν ή επάγουν σημαντικά τη γλυκουρονίδωση της λαμοτριγίνης (βλέπε παράγραφο 4.5): Αυτό το δοσολογικό σχήμα θα πρέπει να εφαρμόζεται όταν διακόπτεται η λήψη άλλων φαρμάκων που δεν αναστέλλουν ή επάγουν σημαντικά τη γλυκουρονίδωση της λαμοτριγίνης Διατηρήστε τη δόση που έχει επιτευχθεί μετά από προοδευτική αύξηση της δόσης (200 mg/ ημερησίως, σε δύο ίσες δόσεις) (δοσολογικό εύρος 100-400 mg/ημερησίως) Σε ασθενείς που λαμβάνουν φαρμακευτικά προϊόντα των οποίων οι φαρμακοκινητικές αλληλεπιδράσεις με τη λαμοτριγίνη δεν είναι γνωστές (βλέπε παράγραφο 4.5), το συνιστώμενο θεραπευτικό σχήμα για τη λαμοτριγίνη είναι αρχικά η διατήρηση της υπάρχουσας δόσης και η ρύθμιση της θεραπείας με λαμοτριγίνη ανάλογα με την κλινική ανταπόκριση. Η δόση μπορεί να αυξηθεί στα 400mg/ ημερησίως εάν χρειάζεται Πίνακας 5: Ενήλικες ηλικίας άνω των 18 ετών- προσαρμογή της δόσης της λαμοτριγίνης μετά την προσθήκη στο δοσολογικό σχήμα και άλλων φαρμακευτικών προϊόντων για τη θεραπεία της διπολικής διαταραχής Δεν υπάρχει προηγούμενη κλινική εμπειρία στην προσαρμογή της ημερήσιας δόσης της λαμοτριγίνης μετά την προσθήκη άλλων φαρμακευτικών προϊόντων. Ωστόσο, με βάση μελέτες αλληλεπίδρασης με άλλα φαρμακευτικά προϊόντα, συνιστώνται τα εξής: Θεραπευτικό Σχήμα Ισχύουσα δόση σταθεροποίη σης λαμοτριγίνη ς (πριν την προσθήκη) Εβδομάδα 1 (έναρξη της προσθήκης) Εβδομάδα Εβδομάδα 3 κι έπειτα Προσθήκη βαλπροϊκού (αναστολέας της γλυκουρονίδωσης της λαμοτριγίνης- βλέπε παράγραφο 4.5), εξαρτώμενη από την αρχική δόση της λαμοτριγίνης: Αυτό το δοσολογικό σχήμα θα πρέπει να εφαρμόζεται όταν προστίθεται βαλπροϊκό ανεξάρτητα από την ταυτόχρονη θεραπεία με άλλα φαρμακευτικά προϊόντα: 200 mg/ημερ ησίως 100 mg/ ημερησίως Διατηρήστε αυτή τη δόση (100 mg/ ημερησίως) 300 mg/ ημερησίως 150 mg/ ημερησίως Διατηρήστε αυτή τη δόση (150 mg/ ημερησίως) 400 mg/ ημερησίως 200 mg/ ημερησίως Διατηρήστε αυτή τη δόση (200 mg/ ημερησίως) Προσθήκη επαγωγέων της γλυκουρονίδωσης της λαμοτριγίνης σε ασθενείς που ΔΕΝ λαμβάνουν βαλπροϊκό (βλέπε την παράγραφο 4.5), εξαρτώμενη από την αρχική δόση της λαμοτριγίνης: Αυτό το δοσολογικό σχήμα θα πρέπει να εφαρμόζεται όταν προστίθενται τα παρακάτω χωρίς βαλπροϊκό: φαινυτοΐνη καρβαμαζεπίνη φαινοβαρβιτόνη πριμιδόνη ριφαμπικίνη λοπιναβίρη/ριτοναβί ρη 200 mg/ ημερησίως 200 mg/ ημερησίως 300 mg/ ημερησίως 400 mg/ ημερησίως 150 mg/ ημερησίως 150 mg/ ημερησίως 225 mg/ ημερησίως 300 mg/ ημερησίως 100 mg/ ημερησίως 100 mg/ ημερησίως 150 mg/ ημερησίως 200 mg/ ημερησίως Προσθήκη φαρμακευτικών προϊόντων που ΔΕΝ αναστέλλουν ή επάγουν σημαντικά τη γλυκουρονίδωση της λαμοτριγίνης (βλέπε παράγραφο 4.5): Αυτό το δοσολογικό σχήμα θα πρέπει να εφαρμόζεται όταν προστίθεται άλλα φαρμακευτικά προϊόντα που δεν αναστέλλουν ή επάγουν σημαντικά τη γλυκουρονίδωση της λαμοτριγίνης Διατηρήστε τη δόση που έχει επιτευχθεί μετά από αύξηση της δοσολογίας (200 mg/ ημερησίως, δοσολογικό εύρος 100-400 mg/ημερησίως) Σε ασθενείς που λαμβάνουν φαρμακευτικά προϊόντα των οποίων οι φαρμακοκινητικές αλληλεπιδράσεις με τη λαμοτριγίνη δεν είναι γνωστές (βλέπε παράγραφο 4.5), θα πρέπει να εφαρμόζεται το δοσολογικό σχήμα που συνιστάται στην ταυτόχρονη θεραπεία με λαμοτριγίνη και βαλπροϊκό. Διακοπή της θεραπείας με Lamictal σε ασθενείς με διπολική διαταραχή Δεν παρατηρήθηκε αύξηση της συχνότητας εμφάνισης, της σοβαρότητας ή της μορφής των ανεπιθύμητων ενεργειών μετά την απότομη διακοπή της λαμοτριγίνης σε κλινικές μελέτες, σε σύγκριση με εικονικό φάρμακο. Για το λόγο αυτό οι ασθενείς μπορούν να διακόψουν τη θεραπεία με Lamictal χωρίς να προηγηθεί προοδευτική μείωση της δόσης. Παιδιά και έφηβοι κάτω των 18 ετών Το Lamictal δεν συνιστάται για χρήση σε παιδιά και εφήβους κάτω των 18 ετών γιατί μια τυχαιοποιημένη μελέτη απόσυρσης δεν έδειξε σημαντική αποτελεσματικότητα και έδειξε αυξημένη αναφορά αυτοκτονικότητας (βλέπε παραγράφους 4.4 και 5.1). Γενικές δοσολογικές συστάσεις για τη χρήση του Lamictal σε ειδικούς πληθυσμούς ασθενών Γυναίκες που λαμβάνουν ορμονικά αντισυλληπτικά Η χρήση συνδυασμού αιθυνυλοιστραδιόλης/λεβονοργεστρέλης (30 μg/150 μg) αυξάνει την κάθαρση της λαμοτριγίνης κατά δύο φορές περίπου, οδηγώντας σε μειωμένα επίπεδα λαμοτριγίνης. Μετά από τιτλοποίηση και προκειμένου να διατηρηθεί το βέλτιστο θεραπευτικό αποτέλεσμα είναι πιθανό να πρέπει να αυξηθούν οι δόσεις συντήρησης της λαμοτριγίνης (μέχρι δύο φορές). Κατά τη διάρκεια της εβδομάδας κατά την οποία η ασθενής δεν λαμβάνει αντισυλληπτικό χάπι, έχει παρατηρηθεί διπλασιασμός των επιπέδων της λαμοτριγίνης. Δεν μπορεί να αποκλειστεί η εμφάνιση ανεπιθύμητων συμβάντων που σχετίζονται με τη χορηγούμενη δόση. Για το λόγο αυτό, σαν θεραπεία πρώτης γραμμής, θα πρέπει να λαμβάνεται σοβαρά υπόψιν το ενδεχόμενο χρήσης αντισυλληπτικών χαπιών που δεν περιλαμβάνουν «εβδομάδα χωρίς χάπι» (για παράδειγμα, συνεχή ορμονικά αντισυλληπτικά ή μη ορμονικές μέθοδοι, βλέπε παραγράφους 4.4 και 4.5). Έναρξη ορμονικών αντισυλληπτικών σε ασθενείς που ήδη λαμβάνουν δόσεις συντήρησης λαμοτριγίνης αλλά ΟΧΙ επαγωγείς της γλυκουρονίδωσης της λαμοτριγίνης Η δόση συντήρησης της λαμοτριγίνης θα πρέπει στις περισσότερες περιπτώσεις να διπλασιαστεί (βλέπε παραγράφους 4.4 και 4.5). Ταυτόχρονα με την έναρξη της λήψης ορμονικών αντισυλληπτικών συνιστάται αύξηση της δόσης της λαμοτριγίνης κατά 50 έως 100 mg την εβδομάδα, ανάλογα με την κλινική ανταπόκριση του κάθε ασθενούς. Η αύξηση της δοσολογίας δεν θα πρέπει να υπερβεί το ρυθμό αυτό, εκτός εάν από την κλινική ανταπόκριση του ασθενούς κρίνεται απαραίτητη η ακόμα μεγαλύτερη αύξηση της. Προκειμένου να επιβεβαιωθεί ότι η βασική συγκέντρωση της λαμοτριγίνης στον ορό του αίματος δεν μεταβάλλεται, συνιστάται, τόσο πριν όσο και μετά την έναρξη της λήψης ορμονικών αντισυλληπτικών, η μέτρηση των επιπέδων της λαμοτριγίνης. Αν είναι απαραίτητο η δόση θα πρέπει να προσαρμοστεί. Σε γυναίκες που λαμβάνουν ορμονικά αντισυλληπτικά που περιλαμβάνουν μια εβδομάδα ανενεργούς θεραπείας («εβδομάδα χωρίς χάπι») η μέτρηση των επιπέδων της λαμοτριγίνης πρέπει να πραγματοποιείται κατά τη διάρκεια της 3ης εβδομάδας της ενεργούς θεραπείας, δηλαδή από την 15η έως την 21η μέρα λήψης του χαπιού. Επομένως θα πρέπει να εξετασθεί το ενδεχόμενο χρήσης αντισύλληψης χωρίς εβδομάδα ελεύθερης χαπιού, ως πρώτης γραμμής θεραπείας (για παράδειγμα, συνεχή ορμονική αντισύλληψη ή εφαρμογή μη ορμονικών μεθόδων, βλέπε παραγράφους 4.4 και 4.5). Διακοπή της λήψης ορμονικών αντισυλληπτικών σε ασθενείς που λαμβάνουν ήδη δόσεις συντήρησης της λαμοτριγίνης αλλά ΟΧΙ επαγωγείς της γλυκουρονίδωσης της λαμοτριγίνης. Η δόση συντήρησης της λαμοτριγίνης θα πρέπει στις περισσότερες περιπτώσεις να μειωθεί μέχρι 50% (βλέπε παραγράφους 4.4 και 4.5). Συνιστάται η σταδιακή μείωση της ημερήσιας δόσης της λαμοτριγίνης κατά 50-100 mg την εβδομάδα σε χρονικό διάστημα 3 εβδομάδων (με ρυθμό που δεν ξεπερνά το 25% την ολικής ημερήσιας δόσης ανά εβδομάδα), εκτός αν από την κλινική ανταπόκριση της ασθενούς απαιτείται διαφορετική προσέγγιση. Προκειμένου να επιβεβαιωθεί ότι η βασική συγκέντρωση της λαμοτριγίνης στον όρο του αίματος δεν μεταβάλλεται, συνιστάται η μέτρηση των επιπέδων της λαμοτριγίνης τόσο πριν όσο και μετά την έναρξη της λήψης ορμονικών αντισυλληπτικών. Σε γυναίκες που επιθυμούν να διακόψουν τη λήψη ενός ορμονικού αντισυλληπτικού που περιλαμβάνει μια εβδομάδα ανενεργούς θεραπείας («εβδομάδα χωρίς χάπι») η μέτρηση των επιπέδων της λαμοτριγίνης πρέπει να πραγματοποιείται κατά τη διάρκεια της 3ης εβδομάδας της ενεργούς θεραπείας, δηλαδή από την 15η έως την 21η μέρα λήψης του χαπιού. Δείγματα για τη μέτρηση των επιπέδων της λαμοτριγίνης μετά την οριστική διακοπή του αντισυλληπτικού χαπιού δεν πρέπει να συλλέγονται κατά τη διάρκεια της πρώτης εβδομάδας μετά τη διακοπή του χαπιού. Έναρξη της λαμοτριγίνης σε ασθενείς που ήδη λαμβάνουν ορμονικά αντισυλληπτικά Η αύξηση της δοσολογίας θα πρέπει να ακολουθεί τις γενικές συστάσεις που περιγράφονται στους πίνακες. Έναρξη και διακοπή της λήψης ορμονικών αντισυλληπτικών σε ασθενείς που ήδη λαμβάνουν δόσεις συντήρησης της λαμοτριγίνης ΜΑΖΙ ΜΕ επαγωγείς της γλυκουρονίδωσης της λαμοτριγίνης Είναι πιθανό να μην είναι απαραίτητη η προσαρμογή της δόσης της λαμοτριγίνης στη συνιστώμενη δόση συντήρησης. Χρήση με αταζαναβίρη/ριτοναβίρη Δεν είναι απαραίτητη η προσαρμογή της δόσης στη συνιστώμενη αύξηση της δοσολογίας της λαμοτριγίνης όταν η λαμοτριγίνη προστίθεται σε υπάρχουσα θεραπεία αταζαναβίρης/ριτοναβίρης. Σε ασθενείς που λαμβάνουν ήδη δόσεις συντήρησης λαμοτριγίνης και δεν λαμβάνουν επαγωγείς γλουκουρονιδωσης, η δόση της λαμοτριγίνης μπορεί να χρειαστεί αύξηση εάν προστεθεί αταζαναβίρη/ριτοναβίρη, ή μείωση εάν διακοπεί η αταζαναβίρη/ριτοναβίρη. Τα επίπεδα λαμοτριγίνης στο πλάσμα πρέπει να παρακολουθούνται πριν και κατά τη διάρκεια 2 εβδομάδων μετά την έναρξη ή τη διακοπή της αταζαναβίρης/ριτοναβίρης, για να διαπιστωθεί εάν χρειάζεται ρύθμιση της δόσης (βλέπε παράγραφο 4.5). Χρήση με λοπιναβίρη/ριτοναβίρη Δεν είναι απαραίτητη η προσαρμογή της δόσης στη συνιστώμενη αύξηση της δοσολογίας της λαμοτριγίνης όταν η λαμοτριγίνη προστίθεται σε υπάρχουσα θεραπεία λοπιναβίρης/ριτοναβίρης. Σε ασθενείς που λαμβάνουν ήδη δόσεις συντήρησης λαμοτριγίνης και δεν λαμβάνουν επαγωγείς γλουκουρονιδωσης, η δόση της λαμοτριγίνης μπορεί να χρειαστεί αύξηση εάν προστεθεί λοπιναβίρη/ριτοναβίρη, ή μείωση εάν διακοπεί η λοπιναβίρη/ριτοναβίρη. Τα επίπεδα λαμοτριγίνης στο πλάσμα πρέπει να παρακολουθούνται πριν και κατά τη διάρκεια 2 εβδομάδων μετά την έναρξη ή τη διακοπή της λοπιναβίρης/ριτοναβίρης, για να διαπιστωθεί εάν χρειάζεται ρύθμιση της δόσης (βλέπε παράγραφο 4.5). Ηλικιωμένοι (άνω των 65 ετών) Δεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης που να παρεκκλίνει του συνιστώμενου προγράμματος. Η φαρμακοκινητική της λαμοτριγίνης δεν διαφέρει σημαντικά ανάμεσα σε ασθενείς αυτής της ηλικιακής ομάδας και σε νεώτερους ηλικιακά πληθυσμούς (βλέπε παράγραφο 5.2). Νεφρική ανεπάρκεια Η χορήγηση του Lamictal σε ασθενείς με νεφρική ανεπάρκεια πρέπει να πραγματοποιείται με ιδιαίτερη προσοχή. Οι αρχικές δόσεις της λαμοτριγίνης σε ασθενείς που βρίσκονται στο τελικό στάδιο νεφρικής ανεπάρκειας θα πρέπει να χορηγούνται ανάλογα με τα συγχορηγούμενα φάρμακα που λαμβάνουν οι ασθενείς. Μειωμένες δόσεις λαμοτριγίνης μπορεί να είναι αποτελεσματικές σε ασθενείς με σοβαρή νεφρική ανεπάρκεια (βλέπε παραγράφους 4.4 και 5.2). Ηπατική ανεπάρκεια Σε ασθενείς με μέτρια (βαθμός Β κατά Child-Pugh) και σοβαρή (βαθμός C κατά Child-Pugh) ηπατική ανεπάρκεια, η αρχική δόση, η δόση συντήρησης και αύξηση της δοσολογίας της λαμοτριγίνης θα πρέπει να μειωθούν κατά 50% και 75% περίπου, αντίστοιχα. Η αύξηση της δοσολογίας και οι δόσεις συντήρησης θα πρέπει να προσαρμόζονται ανάλογα με την κλινική ανταπόκριση των ασθενών (βλέπε παράγραφο 5.2).
block
Αντενδείξεις
SPC-LAMICTAL
expand_more
Αντενδείξεις
Αντενδείξεις
Υπερευαισθησία στη δραστική ουσία ή σε κάποιο από τα έκδοχα που αναφέρονται στο τμήμα 6.1.
warning
Προειδοποιήσεις
SPC-LAMICTAL
expand_more
Προειδοποιήσεις
Ειδικές προειδοποιήσεις και προφυλάξεις κατά τη χρήση
Δερματικό εξάνθημα
Υπάρχουν αναφορές ανεπιθύμητων δερματικών αντιδράσεων, οι οποίες έχουν παρατηρηθεί κατά τη διάρκεια των οκτώ πρώτων εβδομάδων μετά την έναρξη της θεραπείας με λαμοτριγίνη. Η πλειονότητα των εξανθημάτων αφορά σε ήπια και παροδικά εξανθήματα, αν και έχουν αναφερθεί και περιστατικά σοβαρών εξανθημάτων που απαίτησαν την εισαγωγή του ασθενούς στο νοσοκομείο και τη διακοπή της θεραπείας με λαμοτριγίνη. Τα περιστατικά αυτά περιελάμβαναν εξανθήματα απειλητικά για τη ζωή, όπως το σύνδρομο Stevens-Johnson (SJS), η τοξική επιδερμική νεκρόλυση (TEN) και Φαρμακευτική Αντίδραση με Ηωσινοφιλία (DRESS - Drug Reaction with Eosinophilia and Systemic Symptoms), επίσης γνωστό ως σύνδρομο υπερευαισθησίας (HSS) (βλέπε Ανεπιθύμητες ενέργειες).
Σε ασθενείς που συμμετείχαν σε μελέτες, οι οποίες έκαναν χρήση των ισχυουσών συστάσεων για τις δόσεις λαμοτριγίνης, η εμφάνιση σοβαρών εξανθημάτων σε ασθενείς με επιληψία παρουσιάζει συχνότητα 1 στους 500. Περίπου τα μισά από τα περιστατικά αυτά έχουν καταγραφεί σαν σύνδρομο Stevens-Johnson (1 στα 1000). Σε κλινικές μελέτες με ασθενείς με διπολική διαταραχή, η συχνότητα εμφάνισης σοβαρών δερματικών εξανθημάτων είναι περίπου 1 στα 1000.
Ο κίνδυνος εμφάνισης σοβαρών δερματικών εξανθημάτων είναι μεγαλύτερος στα παιδιά από ό,τι στους ενήλικες. Διαθέσιμα δεδομένα από διάφορες κλινικές μελέτες δείχνουν ότι η εμφάνιση εξανθημάτων που σχετίζεται με εισαγωγή επιληπτικών παιδιών στο νοσοκομείο κυμαίνεται από 1 στα 300 έως 1 στα 100.
Στα παιδιά η αρχική εμφάνιση εξανθήματος μπορεί να εκληφθεί ως λοίμωξη, γι’ αυτό το λόγο οι γιατροί θα πρέπει να λαμβάνουν υπόψιν τους την πιθανότητα αντίδρασης στη θεραπεία με λαμοτριγίνη κατά την εκδήλωση εξανθήματος και πυρετού τις οκτώ πρώτες εβδομάδες.
Γενικότερα, ο κίνδυνος εμφάνισης εξανθήματος φαίνεται να συνδέεται στενά με:
- αυξημένες αρχικές δόσεις λαμοτριγίνης και υπέρβαση του δοσολογικού σχήματος αύξησης της λαμοτριγίνης (βλέπε Δοσολογία)
- συγχορήγηση βαλπροϊκού (βλέπε Δοσολογία)
Ιδιαίτερη προσοχή εφιστάται επίσης και κατά τη θεραπεία ασθενών με ιστορικό αλλεργίας ή εξανθημάτων σε άλλα ΑΕΦ, εφόσον η συχνότητα μη σοβαρών εξανθημάτων μετά τη θεραπεία με λαμοτριγίνη σε αυτούς τους ασθενείς ήταν περίπου τρεις φορές μεγαλύτερη από ό,τι σε ασθενείς χωρίς παρόμοιο ιστορικό.
Όλοι οι ασθενείς (παιδιά και ενήλικες) που παρουσιάζουν εξάνθημα πρέπει να παρακολουθούνται έγκαιρα και η θεραπεία με Lamictal να διακοπεί άμεσα, εκτός εάν είναι βέβαιο ότι το εξάνθημα δεν σχετίζεται με τη θεραπεία με λαμοτριγίνη. Δεν συνιστάται η επανέναρξη της θεραπείας με Lamictal σε ασθενείς που διέκοψαν την αγωγή εξαιτίας της εμφάνισης εξανθήματος, παρά μόνο εάν τα πιθανά οφέλη υπερτερούν των κινδύνων. Εάν ο ασθενής έχει αναπτύξει SJS, TEN ή DRESS με τη χρήση λαμοτριγίνης η θεραπεία με λαμοτριγίνη δεν θα πρέπει να χορηγηθεί σε αυτόν τον ασθενή ποτέ.
Έχει επίσης αναφερθεί η εμφάνιση εξανθήματος στο πλαίσιο συνδρόμου υπερευαισθησίας, το οποίο εκδηλώνεται με ποικίλα συστηματικά συμπτώματα που περιλαμβάνουν πυρετό, λεμφαδενοπάθεια, οίδημα του προσώπου, αιματολογικές και ηπατικές διαταραχές και άσηπτη μηνιγγίτιδα (βλέπε Ανεπιθύμητες ενέργειες). Το σύνδρομο υπερευαισθησίας παρουσιάζει ένα πλατύ εύρος κλινικής σοβαρότητας και μπορεί σπάνια να οδηγήσει σε διάχυτη ενδαγγειακή πήξη και πολυοργανική ανεπάρκεια.
Είναι σημαντικό να τονιστεί ότι οι αρχικές ενδείξεις υπερευαισθησίας (για παράδειγμα πυρετός, λεμφαδενοπάθεια) μπορεί να εκδηλωθούν χωρίς να έχει εμφανιστεί εξάνθημα. Στην περίπτωση που τέτοιες ενδείξεις και συμπτώματα κάνουν την εμφάνιση τους πρέπει να εκτιμηθεί άμεσα η κατάσταση του ασθενούς και να διακοπεί η θεραπεία με Lamictal στην περίπτωση που δεν υπάρχει εναλλακτική αιτιολογία.
Η άσηπτη μηνιγγίτιδα ήταν αναστρέψιμη με τη διακοπή του φαρμάκου στις περισσότερες περιπτώσεις, αλλά επανεμφανίσθηκε σε ορισμένες περιπτώσεις κατά την επανέκθεση σε λαμοτριγίνη. Η επανέκθεση είχε ως αποτέλεσμα ταχεία επανεμφάνιση των συμπτωμάτων που συχνά ήταν σοβαρότερα. Η λαμοτριγίνη δεν πρέπει να επαναχορηγείται σε ασθενείς, οι οποίοι την έχουν διακόψει λόγω άσηπτης μηνιγγίτιδας σχετιζόμενης με προηγούμενη θεραπεία με λαμοτριγίνη.
Κλινική επιδείνωση και κίνδυνος αυτοκτονίας
Αυτοκτονικός ιδεασμός και συμπεριφορά έχουν αναφερθεί σε ασθενείς υπό αγωγή με αντιεπιληπτικούς παράγοντες για διάφορες ενδείξεις. Μία μετά ανάλυση τυχαιοποιημένων ελεγχόμενων με εικονικό φάρμακο κλινικών μελετών αντιεπηλιπτικών φαρμάκων έχει επίσης δείξει μικρή αύξηση του κινδύνου εκδήλωσης αυτοκτονικού ιδεασμού και συμπεριφοράς (βλέπε Φαρμακοδυναμικές). Οι μηχανισμοί ανάπτυξης αυτού του κινδύνου δεν είναι γνωστοί και τα διαθέσιμα δεδομένα δεν αποκλείουν την πιθανότητα εμφάνισης αυξημένου κινδύνου για τη λαμοτριγίνη.
Κατά συνέπεια οι ασθενείς πρέπει να παρακολουθούνται για συμπτώματα αυτοκτονικού ιδεασμού και συμπεριφορών και να εφαρμόζεται η κατάλληλη θεραπεία. Συνιστάται στους ασθενείς (και στους περιθάλποντες τους ασθενείς) να αναζητούν ιατρική συμβουλή σε περίπτωση εμφάνισης συμπτωμάτων αυτοκτονικού ιδεασμού ή συμπεριφοράς.
Σε ασθενείς με διπολική διαταραχή, η επιδείνωση των καταθλιπτικών συμπτωμάτων και/ή η εμφάνιση αυτοκτονικότητας μπορεί να εμφανισθεί ανεξάρτητα αν λαμβάνουν ή όχι φάρμακα για την διπολική διαταραχή, περιλαμβανομένου του Lamictal. Επομένως οι ασθενείς που λαμβάνουν Lamictal για διπολική διαταραχή, θα πρέπει να παρακολουθούνται στενά για κλινική επιδείνωση (περιλαμβανομένης της ανάπτυξης νέων συμπτωμάτων) και αυτοκτονικότητα, ιδιαίτερα στην αρχή της θεραπείας ή κατά τη διάρκεια μεταβολών της δόσης. Ορισμένοι ασθενείς όπως αυτοί με ιστορικό αυτοκτονικής συμπεριφοράς ή σκέψεων, νεαροί ενήλικες και ασθενείς που εμφάνισαν σημαντικού βαθμού ιδεασμό αυτοκτονίας πριν από την έναρξη της θεραπείας, μπορεί να βρίσκονται σε μεγαλύτερο κίνδυνο αυτοκτονικών σκέψεων ή αποπειρών αυτοκτονίας και πρέπει να παρακολουθούνται προσεκτικά κατά τη διάρκεια της θεραπείας.
Πρέπει να εξετάζεται το ενδεχόμενο αλλαγής του θεραπευτικού σχήματος περιλαμβανομένης της πιθανότητας διακοπής της θεραπείας, σε ασθενείς που παρουσιάζουν κλινική επιδείνωση (περιλαμβανομένης της ανάπτυξης νέων συμπτωμάτων) και/ή εμφάνιση αυτοκτονικού ιδεασμού/συμπεριφοράς, ιδιαίτερα εάν αυτά τα συμπτώματα είναι σοβαρά, απότομα ως προς την έναρξη, ή δεν ήταν μέρος των συμπτωμάτων με τα οποία εμφανίσθηκε ο ασθενής.
Ορμονικά αντισυλληπτικά
- Επιδράσεις των ορμονικών αντισυλληπτικών στην αποτελεσματικότητα της λαμοτριγίνης
- Η χρήση συνδυασμού αιθυνυλοιστραδιόλης/λεβονοργεστρέλης (30 μg/150 μg) αυξάνει την κάθαρση της λαμοτριγίνης κατά δύο φορές περίπου, οδηγώντας σε μειωμένα επίπεδα λαμοτριγίνης (βλέπε Αλληλεπιδράσεις). Η μείωση των επιπέδων της λαμοτριγίνης έχει συσχετιστεί με απώλεια του ελέγχου των επιληπτικών κρίσεων. Μετά από τιτλοποίηση είναι πιθανό να πρέπει να αυξηθούν οι δόσεις συντήρησης της λαμοτριγίνης (μέχρι δύο φορές) προκειμένου να διατηρηθεί το βέλτιστο θεραπευτικό αποτέλεσμα. Μετά τη διακοπή της λήψης ορμονικών αντισυλληπτικών η κάθαρση της λαμοτριγίνης μπορεί να υποδιπλασιαστεί. Αυξημένες συγκεντρώσεις λαμοτριγίνης μπορεί να σχετίζονται με δοσοεξαρτώμενες ανεπιθύμητες ενέργειες. Λαμβάνοντας υπόψη αυτό το γεγονός οι ασθενείς θα πρέπει να παρακολουθούνται.
- Σε γυναίκες που δεν λαμβάνουν επαγωγέα της γλυκουρονίδωσης της λαμοτριγίνης, αλλά λαμβάνουν ορμονικό αντισυλληπτικό που περιλαμβάνει μια εβδομάδα ανενεργούς θεραπείας (για παράδειγμα μια «εβδομάδα χωρίς χάπι») μπορεί να εμφανιστούν κατά την εβδομάδα της ανενεργούς θεραπείας σταδιακές παροδικές αυξήσεις των επιπέδων της λαμοτριγίνης (βλέπε Δοσολογία). Μεταβολές των επιπέδων της λαμοτριγίνης αυτού του μεγέθους μπορεί να σχετίζονται με ανεπιθύμητες αντιδράσεις. Επομένως, ως θεραπεία πρώτης γραμμής, θα πρέπει να λαμβάνεται σοβαρά υπόψιν το ενδεχόμενο χρήσης αντισυλληπτικών χαπιών που δεν περιλαμβάνουν «εβδομάδα χωρίς χάπι», (για παράδειγμα, συνεχή ορμονικά αντισυλληπτικά ή μη ορμονικές μέθοδοι.
- Η αλληλεπίδραση μεταξύ άλλων χορηγούμενων από του στόματος αντισυλληπτικών ή θεραπειών ορμονικής υποκατάστασης και της λαμοτριγίνης δεν έχουν μελετηθεί, αν και είναι πιθανόν οι θεραπείες αυτές να επηρεάζουν με τον ίδιο τρόπο τις φαρμακοκινητικές παραμέτρους της λαμοτριγίνης.
- Επιδράσεις της λαμοτριγίνης στην αποτελεσματικότητα των ορμονικών αντισυλληπτικών
- Μια μελέτη αλληλεπίδρασης σε 16 υγιείς εθελοντές έδειξε ότι η συνδυαστική χρήση λαμοτριγίνης και ορμονικού αντισυλληπτικού (συνδυασμός αιθυνυλοιστραδιόλης/λεβονοργεστρέλης) έχει σαν αποτέλεσμα ήπια αύξηση της κάθαρσης της λεβονοργεστρέλης και αλλαγές στην FSH και LH του ορού (βλέπε Αλληλεπιδράσεις). Η επίδραση των αλλαγών αυτών στον ωορρηκτικό κύκλο των ωοθηκών δεν είναι γνωστή. Ωστόσο δεν μπορεί να αποκλειστεί η πιθανότητα οι παραπάνω αλλαγές σε ασθενείς που λαμβάνουν ορμονικά σκευάσματα μαζί με λαμοτριγίνη, να έχουν σαν αποτέλεσμα τη μειωμένη αποτελεσματικότητα των αντισυλληπτικών. Για το λόγο αυτό οι ασθενείς θα πρέπει να αναφέρουν άμεσα οποιεσδήποτε αλλαγές στον τύπο της εμμήνου ρύσεως, π.χ. αιμορραγία μεταξύ των κύκλων.
Διυδροφολική ρεδουκτάση
Η λαμοτριγίνη αναστέλλει σε μικρό βαθμό τη δράση της διυδροφολική ρεδουκτάσης και για το λόγο αυτό παρατεταμένη θεραπεία με λαμοτριγίνη μπορεί να επηρεάσει το μεταβολισμό του φολικού (βλέπε Κύηση και γαλουχία). Ωστόσο, παρατεταμένη θεραπεία με λαμοτριγίνη δεν προκάλεσε μέσα σε 1 χρόνο σημαντικές αλλαγές στη συγκέντρωση της αιμοσφαιρίνης, στο μέσο όγκο των ερυθρών αιμοσφαιρίων ή στη συγκέντρωση του φολικού στον ορό και στα ερυθρά αιμοσφαίρια ή μέσα σε 5 χρόνια αλλαγές στη συγκέντρωση του φολικού στα ερυθρά αιμοσφαίρια.
Νεφρική ανεπάρκεια
Σε μελέτες εφάπαξ δόσης σε ασθενείς με νεφρική ανεπάρκεια τελικού σταδίου, οι συγκεντρώσεις της λαμοτριγίνης στο πλάσμα δεν παρουσίασαν σημαντικές αλλαγές. Ωστόσο και εφόσον αναμένεται συσσώρευση του μεταβολίτη της γλυκουρονιδωσης, συνίσταται ιδιαίτερη προσοχή στη θεραπεία ασθενών με νεφρική ανεπάρκεια.
Ασθενείς που λαμβάνουν και άλλα φαρμακευτικά προϊόντα που περιέχουν λαμοτριγίνη
Το Lamictal δεν πρέπει να χορηγείται σε ασθενείς που λαμβάνουν ταυτόχρονα και άλλα φαρμακευτικά προϊόντα που περιέχουν λαμοτριγίνη, χωρίς τη συμβουλή του θεράποντος ιατρού.
Δισκία 25, 50, 100 και 200 mg:
- Έκδοχα των δισκίων Lamictal
- Τα δισκία Lamictal περιέχουν μονοϋδρική λακτόζη. Ασθενείς με σπάνια κληρονομικά προβλήματα δυσανεξίας στη λακτόζη, ανεπάρκεια λακτάσης Lapp ή δυσαπορρόφηση γλυκόζης-γαλακτόζης δεν θα πρέπει να λαμβάνουν αυτό το φάρμακο.
Ανάπτυξη στα παιδιά
Δεν υπάρχουν δεδομένα για την επίδραση της λαμοτριγίνης στην ανάπτυξη, την σεξουαλική ωρίμανση και την νοητική και συναισθηματική ανάπτυξη και την ανάπτυξη της συμπεριφοράς στα παιδιά.
Προφυλάξεις που σχετίζονται με επιληπτικούς ασθενείς.
Όπως και με άλλα ΑΕΦ, η απότομη διακοπή του Lamictal μπορεί να οδηγήσει σε επανεμφάνιση επιληπτικών κρίσεων. Εκτός από την περίπτωση που για λόγους ασφαλείας (π.χ. εμφάνιση εξανθήματος) απαιτείται απότομη διακοπή του Lamictal, η δόση του Lamictal πρέπει να ελαττώνεται σταδιακά μέσα σε χρονικό διάστημα δύο εβδομάδων.
Υπάρχουν βιβλιογραφικές αναφορές σοβαρών σπασμωδικών κρίσεων, συμπεριλαμβανομένου του status epilepticus που μπορεί να οδηγήσουν σε ραβδομυόλυση,πολυοργανική δυσλειτουργία και διάχυτη ενδαγγειακή πήξη, με θανατηφόρα πολλάκις έκβαση. Παρόμοια περιστατικά έχουν συσχετιστεί με τη χρήση της λαμοτριγίνης.
Μπορεί να παρατηρηθεί κλινικά σημαντική επιδείνωση της συχνότητας των κρίσεων αντί της βελτίωσης. Σε ασθενείς με περισσότερες του ενός ειδών επιληπτικών κρίσεων, το παρατηρούμενο όφελος του ελέγχου για ένα είδος κρίσης πρέπει να ζυγίζεται έναντι οποιασδήποτε παρατηρούμενης επιδείνωσης σε κάποιο άλλο είδος κρίσης.
Οι μυοκλονικοί σπασμοί μπορεί να επιδεινωθούν με τη λαμοτριγίνη.
Τα στοιχεία υποδεικνύουν ότι οι ανταποκρίσεις στο συνδυασμό με ενζυμικούς επαγωγείς είναι μικρότερες από τον συνδυασμό με μη ενζυμικούς αντιεπιληπτικούς παράγοντες. Ο λόγος δεν είναι σαφής.
Στα παιδιά που λαμβάνουν λαμοτριγίνη για την αντιμετώπιση των τυπικών αφαιρέσεων, η αποτελεσματικότητα μπορεί να μην διατηρείται σε όλους τους ασθενείς.
Προφυλάξεις που σχετίζονται με τη διπολική διαταραχή
- Παιδιά και έφηβοι κάτω των 18 ετών
- Η θεραπεία με αντικαταθλιπτικά φάρμακα παιδιών και εφήβων με μείζονα καταθλιπτική και άλλες ψυχιατρικές διαταραχές σχετίζεται με αυξημένες αυτοκτονικές σκέψεις και αυτοκτονική συμπεριφορά.
swap_horiz
Αλληλεπιδράσεις
SPC-LAMICTAL
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
Μελέτες αλληλεπίδρασης έχουν πραγματοποιηθεί μόνο σε ενήλικες. Οι UDP-γλυκουρωνιλ-τρανσφεράσες έχουν ταυτοποιηθεί σαν τα ένζυμα που είναι υπεύθυνα για το μεταβολισμό της λαμοτριγίνης. Δεν υπάρχουν ενδείξεις ότι η λαμοτριγίνη προκαλεί κλινικά σημαντική αύξηση ή αναστολή των ηπατικών οξειδωτικών ενζύμων που μεταβολίζουν φάρμακα και οι αλληλεπιδράσεις της λαμοτριγίνης και των φαρμάκων που μεταβολίζονται από τα ένζυμα του κυτοχρώματος Ρ450 δεν είναι πιθανές. Η λαμοτριγίνη μπορεί να επάγει τον ίδιο το μεταβολισμό της, αλλά η επίδραση αυτή είναι ήπια και απίθανο να επιφέρει σημαντικές κλινικές συνέπειες. Πίνακας 6: Επιδράσεις άλλων φαρμάκων στη γλυκουρονίδωση της λαμοτριγίνης Φάρμακα που αναστέλλουν σημαντικά τη γλυκουρονίδωση της λαμοτριγίνης Φάρμακα που επάγουν σημαντικά τη γλυκουρονίδωση της λαμοτριγίνης Φάρμακα που δεν αναστέλλουν ή επάγουν σημαντικά τη γλυκουρονίδωση της λαμοτριγίνης Βαλπροϊκό Φαινυτοΐνη Οξυκαρβαζεπίνη Καρβαμαζεπίνη Φελβαμίδιο Φαινοβαρβιτόνη Γκαμπαπεντίνη Πριμιδόνη Λεβετιρακετάμη Ριφαμπικίνη Πρεγαβαλίνη Λοπιναβίρη/ριτοναβίρη Τοπιραμίδη Συνδυασμός αιθυνυλοιστραδιόλης/ λεβονοργεστρέλης** Ζονισαμίδη Αταζαναβίρη/ριτοναβίρη* Λίθιο Βουπροπιόνη Ολανζαπίνη Αριπιπραζόλη
- Για καθοδήγηση σχετικά με την δοσολογία (βλέπε παράγραφο 4.2) ** Δεν έχουν μελετηθεί άλλα χορηγούμενα από του στόματος αντισυλληπτικά και HRT θεραπείες, αν και μπορεί να επηρεάζουν τις φαρμακοκινητικές παραμέτρους της λαμοτριγίνης με παρόμοιο τρόπο (βλέπε παραγράφους 4.2 και 4.4) Αλληλεπιδράσεις με αντιεπιληπτικά φάρμακα Το βαλπροϊκό, το οποίο αναστέλλει τη γλυκουρονίδωση της λαμοτριγίνης, μειώνει το μεταβολισμό της και σχεδόν διπλασιάζει το μέσο χρόνο ημίσειας ζωής της. Σε ασθενείς που λαμβάνουν ταυτόχρονα θεραπεία με βαλπροϊκό, πρέπει να εφαρμόζεται το κατάλληλο δοσολογικό σχήμα (βλέπε παράγραφο 4.2). Συγκεκριμένα ΑΕΦ (όπως η φαινυτοΐνη, η καρβαμαζεπίνη, η φαινοβαρβιτόνη και η πυριμιδόνη), τα οποία ενεργοποιούν ηπατικά ένζυμα του μεταβολισμού των φαρμάκων επάγουν τη γλυκουρονίδωση της λαμοτριγίνης και ενισχύουν το μεταβολισμό της. Σε ασθενείς που λαμβάνουν ταυτόχρονα θεραπεία με φαινυτοΐνη, καρβαμαζεπίνη, φαινοβαρβιτόνη ή πριμιδόνη, πρέπει να εφαρμόζεται το κατάλληλο δοσολογικό σχήμα (βλέπε παράγραφο 4.2). Σε ασθενείς που λαμβάνουν καρβαμαζεπίνη και μετά την έναρξη της θεραπείας με λαμοτριγίνη υπάρχουν αναφορές ανεπιθύμητων ενεργειών του κεντρικού νευρικού συστήματος. όπως ζάλη, αταξία, διπλωπία, θολή όραση και ναυτία. Οι αντιδράσεις αυτές συνήθως εξαφανίζονται μετά τη μείωση της δόσης της καρβαμαζεπίνης. Παρόμοιες αντιδράσεις έχουν παρατηρηθεί και κατά τη διάρκεια μιας μελέτης για τη λαμοτριγίνη και την οξυκαρβαζεπίνη σε υγιείς ενήλικες εθελοντές, αλλά τα αποτελέσματα μείωσης της δοσολογίας δεν μελετήθηκαν. Υπάρχουν βιβλιογραφικές αναφορές μειωμένων επιπέδων λαμοτριγίνης, όταν η λαμοτριγίνη χορηγήθηκε σε συνδυασμό με οξυκαρβαζεπίνη. Ωστόσο, σε μια προοπτική μελέτη με υγιείς ενήλικες εθελοντές που λάμβαναν δόσεις 200 mg λαμοτριγίνης και 1200 mg οξυκαρβαζεπίνης, η οξυκαρβαζεπίνη δεν επηρέασε το μεταβολισμό της λαμοτριγίνης και η λαμοτριγίνη δεν επηρέασε τον μεταβολισμό της οξυκαρβαζεπίνης. Επομένως σε ασθενείς που λαμβάνουν ταυτόχρονη θεραπεία οξυκαρβαθεπίνης, θα πρέπει να χρησιμοποιείται το θεραπευτικό σχήμα για συμπληρωματική θεραπεία λαμοτριγίνης χωρίς βαλπροϊκό και χωρίς επαγωγείς της γλυκουρονίδωσης της λαμοτριγίνης (βλέπε παράγραφο 4.2). Σε μια μελέτη με υγιείς εθελοντές, η ταυτόχρονη χορήγηση felbamate (1200 mg δύο φορές ημερησίως) και λαμοτριγίνης (100 mg δύο φορές ημερησίως για 10 ημέρες) δεν φάνηκε να έχει κλινικά σημαντική επίδραση στη φαρμακοκινητική της λαμοτριγίνης. Με βάση μια αναδρομική ανάλυση των επιπέδων της λαμοτριγίνης στο πλάσμα ασθενών που λάμβαναν λαμοτριγίνη με και χωρίς γκαμπαμπεντίνη, η γκαμπαμπεντίνη δεν φαίνεται να μεταβάλει την κάθαρση της λαμοτριγίνης. Οι πιθανές αλληλεπιδράσεις της λεβετιρακετάμης και της λαμοτριγίνης εκτιμήθηκαν μελετώντας τα επίπεδα και των δύο αυτών παραγόντων στον ορό, κατά τη διάρκεια ελεγχόμενων με εικονικό φάρμακο κλινικών μελετών. Τα δεδομένα αυτά υποδηλώνουν ότι η λαμοτριγίνη δεν επηρεάζει τη φαρμακοκινητική της λεβετιρακετάμης και ότι η λεβετιρακετάμη δεν επηρεάζει τη φαρμακοκινητική της λαμοτριγίνης. Οι ελάχιστες συγκεντρώσεις σταθεροποιημένης κατάστασης της λαμοτριγίνης δεν επηρεάζονται από ταυτόχρονη χορήγηση πρεγκαμπαλίνης (200 mg 3 φορές ημερησίως). Δεν υπάρχουν φαρμακοκινητικές αλληλεπιδράσεις ανάμεσα στη λαμοτριγίνη και στην πρεγκαμπαλίνη. Η τοπιραμάτη δεν επιφέρει μεταβολή στη συγκέντρωση της λαμοτριγίνης στο πλάσμα. Η χορήγηση της λαμοτριγίνης έχει σαν αποτέλεσμα την αύξηση της συγκέντρωσης του τοπιραμοϊκού κατά 15%. Σε μια μελέτη με ασθενείς με επιληψία, η ταυτόχρονη χορήγηση ζονισαμίδης (200 έως 400 mg/ημερησίως) και λαμοτριγίνης (150 έως 500 mg/ημερησίως) για 35 ημέρες δεν επηρέασε σημαντικά τη φαρμακοκινητική της λαμοτριγίνης. Αν και έχουν αναφερθεί αλλαγές στις συγκεντρώσεις άλλων ΑΕΦ στο πλάσμα, ελεγχόμενες μελέτες δεν έχουν δείξει οποιαδήποτε στοιχεία ότι η λαμοτριγίνη επηρεάζει τις συγκεντρώσεις συγχορηγούμενων ΑΕΦ στο πλάσμα. Δεδομένα από μελέτες in vitro δείχνουν ότι η λαμοτριγίνη δεν εκτοπίζει άλλα ΑΕΦ από τις θέσεις πρόσδεσης σε πρωτεΐνες. Αλληλεπιδράσεις με άλλους ψυχοδραστικούς παράγοντες Η φαρμακοκινητική του λιθίου σε 20 υγιείς εθελοντές που λάμβαναν 2 g άνυδρου γλυκονικού λιθίου δύο φορές ημερησίως επί 6 ημέρες, δεν επηρεάστηκε από ταυτόχρονη λήψη 100 mg λαμοτριγίνης ημερησίως. Πολλαπλές χορηγούμενες εκ του στόματος δόσεις βουπροπριόνης δεν είχαν στατιστικώς σημαντική επίδραση στη φαρμακοκινητική εφάπαξ δόσης λαμοτριγίνης σε 12 άτομα και οδήγησαν σε μικρή αύξηση του AUC του γλυκουρονιδίου της λαμοτριγίνης. Σε μια μελέτη με υγιείς ενήλικες εθελοντές, 15 mg ολανζαπίνης οδήγησαν σε μείωση του AUC και Cmax της λαμοτριγίνης κατά 24% και 20% κατά μέσο όρο, αντίστοιχα. Μια επίδραση αυτού του μεγέθους δεν είναι αναμενόμενο να έχει κλινική σχετικότητα. Η χορήγηση 200 mg λαμοτριγίνης δεν επηρεάζει τη φαρμακοκινητική της ολανζαπίνης. Πολλαπλές χορηγούμενες από του στόματος δόσεις λαμοτριγίνης 400 mg ημερησίως σε 14 υγιείς ενήλικες εθελοντές δεν φάνηκε να επηρεάζουν σημαντικά τη φαρμακοκινητική εφάπαξ δόσης 2 mg ρισπεριδόνης. Μετά την ταυτόχρονη χορήγηση 2mg ρισπεριδόνης και λαμοτριγίνης, 12 από τους 14 εθελοντές παρουσίασαν υπνηλία, ενώ 1 από τους 20 ασθενείς που έλαβαν μόνο ρισπεριδόνη και κανένας από αυτούς που έλαβαν μόνο λαμοτριγίνη δεν εμφάνισε υπνηλία. Σε μία μελέτη με 18 ενήλικες ασθενείς με διπολική διαταραχή Ι, που ελάμβαναν καθιερωμένο σχήμα λαμοτριγίνης (100-400 mg/ημέρα), οι δόσεις της αριπιπραζόλης αυξήθηκαν από 10 mg/ημέρα προς ένα στόχο 30 mg/ημέρα σε περίοδο 7 ημερών και συνέχισαν άπαξ ημερησίως για επιπλέον 7 ημέρες. Παρατηρήθηκε μία μέση μείωση περίπου 10% στην Cmax και AUC της λαμοτριγίνης. Μία δράση αυτού του μεγέθους δεν αναμένεται να έχει κλινικές επιπτώσεις. In vitro μελέτες δείχνουν ότι ο σχηματισμός του κύριου μεταβολίτη της λαμοτριγίνης, του 2-Ν-γλυκουρονιδίου, αναστέλλεται μερικώς μετά από ταυτόχρονη επώαση με αμιτριπτυλίνη, βουπροπιόνη, κλοναζεπάμη, αλοπεριδόλη ή λοραζεπάμη. Τα πειράματα αυτά απέδειξαν επίσης ότι ο μεταβολισμός της λαμοτριγίνης δεν είναι πιθανόν να αναστέλλεται από την κλοζαπίνη, τη φλουοξετίνη, τη φαινελζίνη, τη ρισπεριδόνη, τη σερτραλίνη ή την τραζοδόνη. Επιπρόσθετα, μια μελέτη του μεταβολισμού της βουφουραλόλης στην οποία χρησιμοποιήθηκαν παρασκευάσματα μικροσωμάτων ανθρώπινου ήπατος έδειξαν ότι η λαμοτριγίνη δεν οδηγεί σε μείωση της κάθαρσης των φαρμάκων που μεταβολίζονται κατά κύριο λόγο από το CYP2D6. Αλληλεπιδράσεις με ορμονικά αντισυλληπτικά Επίδραση ορμονικών αντισυλληπτικών στη φαρμακοκινητική της λαμοτριγίνης Σε μια μελέτη με 16 γυναίκες εθελοντές, η χορήγηση συνδυαστικής δόσης 30 μg αιθυνυλοιστραδιόλης/150 μg λεβονοργεστρέλης σε ένα χορηγούμενο από του στόματος αντισυλληπτικό χάπι είχε σαν αποτέλεσμα το διπλασιασμό της κάθαρσης της λαμοτριγίνης, με συνέπεια τη μείωση των AUC και Cmax της κατά 52% και 39%, αντίστοιχα. Η συγκέντρωση της λαμοτριγίνης στον ορό του αίματος αυξήθηκε κατά τη διάρκεια της εβδομάδας της ανενεργούς θεραπείας (συμπεριλαμβανομένης της «εβδομάδας χωρίς χάπι»), κατά την οποία παρατηρήθηκε διπλάσια συγκέντρωση της λαμοτριγίνης πριν από τη λήψη της δόσης στο τέλος της εβδομάδας της ανενεργούς θεραπείας από ότι κατά τη διάρκεια της συγχορήγησης (βλέπε παράγραφο 4.4). Δεν απαιτείται προσαρμογή των οδηγιών κλιμάκωσης της συνιστώμενης δόσης της λαμοτριγίνης αποκλειστικά με βάση τη χρήση ορμονικών αντισυλληπτικών, ωστόσο, η δόση συντήρησης της λαμοτριγίνης θα πρέπει στις περισσότερες περιπτώσεις να αυξηθεί ή να μειωθεί κατά την έναρξη ή τη διακοπή της λήψης ορμονικών αντισυλληπτικών (βλέπε παράγραφο 4.2). Επίδραση της λαμοτριγίνης στη φαρμακοκινητική των ορμονικών αντισυλληπτικών Σε μια μελέτη με 16 γυναίκες εθελοντές, η χορήγηση δόσης 300 mg λαμοτριγίνης σε σταθεροποιημένη κατάσταση δεν επηρέασε τη φαρμακοκινητική της αιθυνυλοιστραδιόλης, η οποία αποτελεί συστατικό των συνδυασμένων από του στόματος χορηγούμενων αντισυλληπτικών χαπιών. Παρατηρήθηκε μέτρια αύξηση στην από του στόματος κάθαρση της λεβονοργεστρέλης με αποτέλεσμα τη μείωση των AUC και Cmax της λεβονοργεστρέλης κατά 19% και 12%, αντίστοιχα. Η μέτρηση της FSH, της LH και της οιστραδιόλης του ορού κατά τη διάρκεια της μελέτης υπέδειξε μερική απώλεια της καταστολής της ορμονικής δραστηριότητας των ωοθηκών μερικών γυναικών, αν και η μέτρηση της προγεστερόνης του ορού υποδεικνύει ότι δεν υπάρχει καμία ορμονική ένδειξη ωορρηξίας σε καμία από τις 16 αυτές γυναίκες. Η επίδραση της μέτριαςαυτής αύξησης της κάθαρσης της λεβονοργεστρέλης και των αλλαγών στα επίπεδα της FSH και LH του ορού στην ωορρηκτική δραστηριότητα των ωοθηκών είναι άγνωστη (βλέπε παράγραφο 4.4). Η επίδραση άλλων δόσεων της λαμοτριγίνης εκτός από 300 mg ημερησίως δεν έχει μελετηθεί και δεν έχουν πραγματοποιηθεί μελέτες με άλλα ορμονικά σκευάσματα για γυναίκες. Αλληλεπιδράσεις με άλλα φαρμακευτικά προϊόντα Σε μια μελέτη με 10 άνδρες εθελοντές, παρατηρήθηκε ότι η ριφαμπικίνη αυξάνει την κάθαρση της λαμοτριγίνης και ο μειωμένος χρόνος ημίσειας ζωής της λαμοτριγίνης οφείλεται στην ενεργοποίηση των ηπατικών ενζύμων που είναι υπεύθυνα για τη γλυκουρονίδωσή της. Σε ασθενείς που λαμβάνουν ταυτόχρονα θεραπεία με ριφαμπικίνη, πρέπει να εφαρμοστεί το κατάλληλο δοσολογικό σχήμα (βλέπε παράγραφο 4.2). Σε μια μελέτη με υγιείς εθελοντές, η λοπιναβίρη/ριτοναβίρη είχαν σαν αποτέλεσμα τον υποδιπλασιασμό των συγκεντρώσεων της λαμοτριγίνης στο πλάσμα, πιθανότατα λόγω ενεργοποίησης της γλυκουρονιδωσης. Σε ασθενείς που λαμβάνουν ταυτόχρονα θεραπεία με λοπιναβίρη/ριτοναβίρη, πρέπει να εφαρμοστεί το κατάλληλο δοσολογικό σχήμα (βλέπε παράγραφο 4.2). Σε μία μελέτη υγιών ενηλίκων εθελοντών, η αταζαναβίρη /ριτοναβίρη (300 mg/100 mg) χορηγούμενη για 9 ημέρες μείωσε την AUC και την Cmax της λαμοτριγίνης στο πλάσμα (μονή δόση 100 mg) κατά μέσο όρο 32% και 6% αντίστοιχα. Σε ασθενείς που λαμβάνουν ταυτόχρονη θεραπεία με αταζαναβίρη/ριτοναβίρη, πρέπει να χρησιμοποιείται το κατάλληλο θεραπευτικό σχήμα (βλέπε παράγραφο 4.2). Δεδομένα από in vitro αξιολόγηση υποδεικνύουν ότι η λαμοτριγίνη, αλλά όχι ο N(2)-γλουκουρονιδικός μεταβολίτης, είναι αναστολέας του Οργανικού Μεταφορέα 2 (OCT 2) σε δυνητικά κλινικά σημαντικές συγκεντρώσεις. Τα δεδομένα αυτά υποδεικνύουν ότι η λαμοτριγίνη είναι ένας αναστολέας του OCT 2, με τιμή IC 53,8 µM. Η συγχορήγηση λαμοτριγίνης με φαρμακευτικά προϊόντα που απεκκρίνονται από τα νεφρά και τα οποία είναι υποστρώματα του OCT 2 (π.χ μετφορμίνη, γκαμπαπεντίνη και βαρενικλίνη) μπορεί να οδηγήσει σε αυξημένα επίπεδα πλάσματος αυτών των φαρμακευτικών προϊόντων. Η κλινική σημασία αυτού δεν έχει καθορισθεί σαφώς, ωστόσο χρειάζεται προσοχή σε ασθενείς στους οποίους συγχορηγούνται αυτά τα φαρμακευτικά προϊόντα.
sick
Ανεπιθύμητες ενέργειες
SPC-LAMICTAL
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
Οι ανεπιθύμητες ενέργειες για τις ενδείξεις επιληψία και διπολική διαταραχή βασίζονται στα επι του παρόντος διαθέσιμα δεδομένα από ελεγχόμενες κλινικές μελέτες και άλλη κλινική εμπειρία και παρατίθενται στον παρακάτω πίνακα. Οι κατηγορίες συχνοτήτων παρήχθησαν από ελεγχόμενες κλινικές μελέτες (μονοθεραπεία σε επιληψία (προσδιορίζονται με † ) και διπολική διαταραχή (προσδιορίζονται με § ). Όπου οι κατηγορίες συχνοτήτων διαφέρουν μεταξύ στοιχείων από κλινικές δοκιμές μεταξύ επιληψίας και διπολικής διαταραχής, παρουσιάζεται η πιο συντηρητική συχνότητα. Ωστόσο, δεν είναι διαθέσιμα δεδομένα από ελεγχόμενες κλινικές δοκιμές, οι κατηγορίες συχνοτήτων έχουν ληφθεί από άλλη κλινική εμπειρία. Η παρακάτω συνθήκη χρησιμοποιείται για την κατηγοριοποίηση των ανεπιθύμητων ενεργειών: πολύ συχνές (>1/10), συχνές (>1/100 έως <1/10), όχι συχνές (>1/1000 έως <1/100), σπάνιες (>1/10.000 έως <1/1000), πολύ σπάνιες (<1/10.000), μη γνωστές (δεν μπορούν να εκτιμηθούν από τα διαθέσιμα δεδομένα). 30 31 Κατηγορία Οργάνου Συστήματος Ανεπιθύμητη Ενέργεια Συχνότητα Διαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος Αιματολογικές ανωμαλίες συμπεριλαμβανομένης της ουδετεροπενίας, λευκοπενίας, αναιμίας, θρομβοπενίας, πανκυτταροπενίας, απλαστικής αναιμίας, ακοκκιοκυταραιμίας Λεμφαδενοπάθεια Πολύ σπάνιες Μη γνωστές Διαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος Σύνδρομο υπερευαισθησίας (περιλαμβανομένων συμπτωμάτων όπως πυρετός, λεμφαδενοπάθεια, οίδημα του προσώπου, ανωμαλίες του αίματος και του ήπατος, διάχυτη ενδαγγειακή πήξη, πολυοργανική ανεπάρκεια) Πολύ σπάνιες Ψυχιατρικές διαταραχές Επιθετικότητα, ευερεθιστότητα Σύγχυση, ψευδαισθήσεις, τικ Εφιάλτες Συχνές Πολύ σπάνιες Μη γνωστές Διαταραχές του νευρικού συστήματος Κεφαλαλγία † § Υπνηλία † § , ζάλη † § , τρόμος † , αϋπνία † , επιθετικότητα § Αταξία † Νυσταγμός † Αστάθεια, κινητικές διαταραχές, επιδείνωση νόσου του Πάρκινσον , εξωπυραμιδικές διαταραχές, χορειοαθέτωση † , αύξηση συχνότητας επιληπτικών κρίσεων Άσηπτη μηνιγγίτιδα (βλέπε παράγραφο 4.4) Πολύ συχνές Συχνές Όχι συχνές Σπάνιες Πολύ σπάνιες Σπάνιες Οφθαλμικές διαταραχές Διπλωπία † , θάμβος οράσεως † Επιπεφυκίτιδα Όχι συχνές Σπάνιες Διαταραχές του γαστρεντερικού Ναυτία † , έμετος † , διάρροια † , ξηροστομία § Συχνές Διαταραχές του ήπατος και των χοληφόρων Ηπατική ανεπάρκεια, ηπατική δυσλειτουργία , αυξημένες τιμές σε δοκιμασίες ηπατικής λειτουργίας Πολύ σπάνιες Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού Δερματικό εξάνθημα 5 † § Αλωπεκία Σύνδρομο Stevens-Johnson § Πολύ συχνές Όχι συχνές Σπάνιες Περιγραφή επιλεγμένων ανεπιθύμητων ενεργειών Οι αιματολογικές ανωμαλίες και η λεμφαδενοπάθεια μπορεί να σχετίζονται ή όχι με το σύνδρομο υπερευαισθησίας (βλέπε Διαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος ) Η εμφάνιση εξανθήματος έχει επίσης αναφερθεί ως μέρος συνδρόμου υπερευαισθησίας, το οποίο εκδηλώνεται με ποικίλα συστηματικά συμπτώματα που περιλαμβάνουν πυρετό, λεμφαδενοπάθεια, οίδημα του προσώπου και αιματολογικές και ηπατικές διαταραχές. Το σύνδρομο παρουσιάζει ένα ευρύ φάσμα κλινικής σοβαρότητας και μπορεί σπάνια να οδηγήσει σε διάχυτη ενδαγγειακή πήξη και πολυοργανική ανεπάρκεια. Είναι σημαντικό να τονιστεί ότι οι αρχικές ενδείξεις υπερευαισθησίας (για παράδειγμα πυρετός, λεμφαδενοπάθεια) μπορεί να εκδηλωθούν χωρίς να έχει εμφανιστεί εξάνθημα. Στην περίπτωση που εμφανιστούν τέτοια σημεία και συμπτώματα η κατάσταση του ασθενούς πρέπει να εκτιμηθεί άμεσα και αν δεν υπάρχει εναλλακτική αιτιολογία να διακοπεί η θεραπεία με Lamictal. Αυτές οι δράσεις έχουν αναφερθεί κατά τη διάρκεια άλλης κλινικής εμπειρίας. Σε ασθενείς με προϋπάρχουσα νόσο του Parkinson υπάρχουν αναφορές ότι η λαμοτριγίνη μπορεί να οδηγήσει σε επιδείνωση των συμπτωμάτων της ασθένειας, καθώς και μεμονωμένες αναφορές εξωπυραμιδικών διαταραχών και χορειοαθέτωσης σε ασθενείς χωρίς την υποκείμενη αυτή κατάσταση. Ηπατική δυσλειτουργία συνήθως σχετίζεται με αντιδράσεις υπερευαισθησίας, αλλά έχουν αναφερθεί και μεμονωμένες περιπτώσεις χωρίς εμφανή συμπτώματα υπερευαισθησίας. Σε κλινικές μελέτες σε ενήλικες, δερματικά εξανθήματα παρατηρήθηκαν στο έως 8-12% των ασθενών που λάμβαναν λαμοτριγίνη και στο 5-6% των ασθενών που λάμβαναν εικονικό φάρμακο. Τα δερματικά εξανθήματα οδήγησαν στη διακοπή της θεραπείας με λαμοτριγίνη στο 2% των ασθενών. Το εξάνθημα, συνήθως κηλιδοβλατιδώδες ως προς την εμφάνιση, γενικά εμφανίζεται εντός των οκτώ πρώτων εβδομάδων της θεραπεία με λαμοτριγίνη και αποδράμει μετά τη διακοπή της λήψης του Lamictal (βλέπε παράγραφο 4.4). Έχουν αναφερθεί σοβαρά δυνητικά απειλητικά για τη ζωή δερματικά εξανθήματα, συμπεριλαμβανομένου του συνδρόμου Stevens-Johnson και της τοξικής επιδερμικής νεκρόλυσης (σύνδρομο Lyell) και φαρμακευτική αντίδραση με ηωσινοφιλία και συστηματικά συμπτώματα (DRESS). Αν και η πλειονότητα των ασθενών επανακάμπτουν μετά την διακοπή της θεραπείας με λαμοτριγίνη, μερικοί ασθενείς παρουσίασαν μη αναστρέψιμες ουλές και υπάρχουν σπάνιες αναφορές σχετιζόμενων θανάτων (βλέπε παράγραφο 4.4). Ο συνολικός κίνδυνος εμφάνισης εξανθήματος φαίνεται να συνδέεται ισχυρά με:
- αυξημένες αρχικές δόσεις λαμοτριγίνης και υπέρβαση του συνιστώμενου σχήματος προοδευτικής αύξησης της δόσης της λαμοτριγίνης (βλέπε παράγραφο 4.2)
- συγχορήγηση βαλπροϊκού (βλέπε παράγραφο 4.2) Η εμφάνιση εξανθήματος έχει επίσης αναφερθεί στο πλαίσιο συνδρόμου υπερευαισθησίας, το οποίο εκδηλώνεται με ποικίλα συστηματικά συμπτώματα (βλέπε Διαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος). Υπάρχουν αναφορές για μειωμένη οστική πυκνότητα, οστεοπενία, οστεοπόρωση και κατάγματα σε ασθενείς σε μακροχρόνια θεραπεία με λαμοτριγίνη. Ο μηχανισμός με τον οποίο η λαμοτριγίνη επηρεάζει τον μεταβολισμό των οστών δεν έχει αναγνωρισθεί. Αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών Η αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών μετά από τη χορήγηση άδειας κυκλοφορίας του φαρμακευτικού προϊόντος είναι σημαντική. Επιτρέπει τη συνεχή παρακολούθηση της σχέσης οφέλους- κινδύνου του φαρμακευτικού προϊόντος. Ζητείται από τους επαγγελματίες του τομέα της υγειονομικής περίθαλψης να αναφέρουν οποιεσδήποτε πιθανολογούμενες ανεπιθύμητες ενέργειες στον Εθνικό Οργανισμό Φαρμάκων (Μεσογείων 284, GR-15562 Χολαργός, Αθήνα, Τηλ:
- 30 21 32040380/337, Φαξ: + 30 21 06549585, Ιστότοπος: http:// www. eof. gr).
pregnant_woman
Κύηση / γαλουχία
SPC-LAMICTAL
expand_more
Κύηση / γαλουχία
Κίνδυνοι που σχετίζονται γενικότερα με αντιεπιληπτικά φάρμακα
Γυναίκες που υπάρχει πιθανότητα να μείνουν έγκυες πρέπει να λάβουν συμβουλή από ειδικούς. Η αντιεπιληπτική θεραπεία πρέπει να επανεξετάζεται στην περίπτωση που μια γυναίκα σκοπεύει να μείνει έγκυος. Σε γυναίκες που λαμβάνουν θεραπεία για την επιληψία με ΑΕΦ, θα πρέπει να αποφεύγεται η απότομη διακοπή της θεραπείας με ΑΕΦ καθώς αυτό μπορεί να οδηγήσει σε επιληπτικές κρίσεις με σοβαρές συνέπειες τόσο για τη γυναίκα όσο και για το κυοφορούμενο έμβρυο. Η μονοθεραπεία πρέπει να προτιμάται όπου είναι δυνατόν επειδή η θεραπεία με πολλά ΑΕΦ μπορεί να σχετίζεται με αυξημένο κίνδυνο εμφάνισης συγγενών δυσπλασιών σε σχέση με τη μονοθεραπεία ανάλογα με τα χορηγούμενα αντιεπιληπτικά.
Κίνδυνοι σχετιζόμενοι με τη λαμοτριγίνη
Κύηση
Ένας μεγάλος αριθμός δεδομένων από έγκυες γυναίκες που εκτέθηκαν σε μονοθεραπεία με λαμοτριγίνη κατά τη διάρκεια του πρώτου τριμήνου της εγκυμοσύνης (περισσότερες από 8700) δεν υποδεικνύει σημαντική αύξηση του κινδύνου για μείζονες συγγενείς διαμαρτίες περιλαμβανομένων των ανωμαλιών της στοματικής κοιλότητας. Μελέτες σε ζώα κατέδειξαν τοξικότητα στην ανάπτυξη (βλέπε παράγραφο 5.3).
Αν η θεραπεία με Lamictal κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης είναι απαραίτητη, συνιστάται η χρήση της χαμηλότερης δυνατής θεραπευτικής δόσης.
Η λαμοτριγίνη αναστέλλει ήπια τη δραστικότητα της ρεδουκτάσης του διυδροφολικού οξέος και θα μπορούσε για το λόγο αυτό θεωρητικά να οδηγήσει σε αυξημένο κίνδυνο εμβρυϊκής βλάβης λόγω μείιωσης των επιπέδων του διυδροφολικού οξέος. Η λήψη φολικού οξέος κατά το σχεδιασμό της εγκυμοσύνης αλλά και στην αρχή της πρέπει να εξετάζεται.
Φυσιολογικές αλλαγές κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης μπορεί να επηρεάσουν τα επίπεδα της λαμοτριγίνης και /ή το θεραπευτικό αποτέλεσμα. Υπάρχουν αναφορές μειωμένων επιπέδων της λαμοτριγίνης στο πλάσμα κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης με πιθανό κίνδυνο απώλειας του ελέγχου των επιληπτικών κρίσεων. Μετά τον τοκετό τα επίπεδα της λαμοτριγίνης μπορεί να αυξηθούν ραγδαία με αποτέλεσμα την εμφάνιση δοσοεξαρτώμενων ανεπιθύμητων ενεργειών. Για το λόγο αυτό τα επίπεδα της λαμοτριγίνης θα πρέπει να παρακολουθούνται πριν, κατά τη διάρκεια και μετά την εγκυμοσύνη αλλά και λίγο μετά τον τοκετό. Αν κριθεί απαραίτητο, η δόση θα πρέπει να προσαρμοστεί ώστε να διατηρηθεί η συγκέντρωση της λαμοτριγίνης στον ορό στα επίπεδα στα οποία βρισκόταν πριν την εγκυμοσύνη ή ανάλογα με την κλινική ανταπόκριση. Επιπρόσθετα, δοσοεξαρτώμενες ανεπιθύμητες ενέργειες θα πρέπει να παρακολουθούνται στενά μετά τον τοκετό.
Γαλουχία
Η λαμοτριγίνη αναφέρθηκε ότι διέρχεται στο μητρικό γάλα σε εξαιρετικά ευμετάβλητες συγκεντρώσεις, με αποτέλεσμα συνολικά επίπεδα λαμοτριγίνης σε νεογνά έως περίπου 50% της μητέρας. Επομένως σε ορισμένα νεογνά που θηλάζουν, οι συγκεντρώσεις λαμοτριγίνης στον ορό μπορεί να προσεγγίσουν επίπεδα στα οποία εμφανίζονται φαρμακολογικές δράσεις. Σε μία περιορισμένη ομάδα εκτεθέντων νεογνών, δεν παρατηρήθηκαν ανεπιθύμητες δράσεις.
Τα πιθανά οφέλη του θηλασμού θα πρέπει να σταθμίζονται έναντι των πιθανών βλαβερών επιδράσεων στο βρέφος. Αν μια γυναίκα που υποβάλλεται σε θεραπεία με λαμοτριγίνη αποφασίσει να θηλάσει, το βρέφος θα πρέπει να παρακολουθείται για την εμφάνιση ανεπιθύμητων ενεργειών.
Γονιμότητα
Πειράματα σε ζώα δεν απεκάλυψαν έκπτωση γονιμότητας προκαλούμενη από τη λαμοτριγίνη (βλέπε παράγραφο 5.3).
monitor_heart
Φαρμακοδυναμική
SPC-LAMICTAL
expand_more
Φαρμακοδυναμική
biotech
Φαρμακοκινητική
SPC-LAMICTAL
expand_more
Φαρμακοκινητική
ΕΟΦ · 4.5
Aντιεπιληπτικά
expand_more
Aντιεπιληπτικά
Σκοπός της θεραπείας είναι ο έλεγχος των επιληπτικών κρίσεων με τη συνεχή διατήρηση δραστικών επιπέδων του φαρμάκου στο πλάσμα και από εκεί στον εγκεφαλικό ιστό. H δόση και η συχνότητα χορήγησής τους καθορίζονται από το χρόνο υποδιπλασιασμού, γι’ αυτό και είναι σκόπιμος ο προσδιορισμός των φαρμάκων αυτών στο πλάσμα. Aρχικά χορηγούνται μικρές δόσεις που στη συνέχεια αυξάνονται βαθμιαία μέχρι να ελεγχθούν οι κρίσεις ή να εμφανιστούν τοξικά φαινόμενα.
H ημερήσια ποσότητα του φαρμάκου πρέπει να χορηγείται σε όσο το δυνατόν λιγότερες δόσεις, ώστε να είναι πιο εύκολο για τον άρρωστο να εφαρμόζει το θεραπευτικό σχήμα. Tα περισσότερα αντιεπιληπτικά, όταν χορηγούνται σε μέση δόση μπορεί να δίνονται δύο φορές την ημέρα. H φαινοβαρβιτάλη, που έχει μεγάλο χρόνο ημίσειας ζωής, μπορεί να δίνεται μόνο μια φορά την ημέρα πριν από τον ύπνο. Όταν όμως τα αντιεπιληπτικά χορηγούνται σε μεγάλες δόσεις μπορεί να χρειασθεί η κατανομή τους σε 3 ή 4 δόσεις την ημέρα για να ελαχιστοποιηθούν οι ανεπιθύμητες ενέργειες, ιδίως η υπνηλία, που σχετίζονται με υψηλές συγκεντρώσεις του φαρμάκου στο αίμα.
Tα μικρά παιδιά μεταβολίζουν τα αντιεπιληπτικά ταχύτερα από τους ενηλίκους και γιαυτό πρέπει να χορηγούνται σε περισσότερες και μεγαλύτερες δόσεις ανά χιλιόγραμμο βάρους σώματος.
H έναρξη της θεραπείας πρέπει να γίνεται κατά κανόνα με ένα φάρμακο, που στις περισσότερες περιπτώσεις αρκεί για τον έλεγχο των κρίσεων. Προσθήκη δεύτερου φαρμάκου δικαιολογείται μόνο όταν οι κρίσεις συνεχίζονται παρά τις υψηλές συγκεντρώσεις στο αίμα του πρώτου ή όταν εμφανιστούν τοξικά φαινόμενα. Xρησιμοποίηση περισσότερων των δύο αντιεπιληπτικών σπανίως είναι απαραίτητη.
H χορήγηση των αντιεπιληπτικών φαρμάκων πρέπει να συνεχίζεται για τρία τουλάχιστον χρόνια από την εμφάνιση της τελευταίας κρίσης. Tυχόν παράταση της χορήγησης θα εξαρτηθεί από το είδος των κρίσεων, την ευκολία ή μη του ελέγχου τους και την ηλεκτροεγκεφαλογραφική εικόνα. Aνεξαρτήτως πάντως από τα παραπάνω, διακοπή της θεραπείας επιβάλλεται 5 χρόνια μετά την τελευταία κρίση. Πιθανότητα υποτροπής υπάρχει στο 15% περίπου των περιπτώσεων. Aπότομη διακοπή των αντιεπιληπτικών ενέχει τον κίνδυνο επανεμφάνισης των κρίσεων, που μπορεί να φθάσει μέχρι status epilepticus. Για τον λόγο αυτό πρέπει να γίνεται βαθμιαίως σε διάστημα μηνών. Tο ίδιο ισχύει και στην περίπτωση αλλαγής από ένα φάρμακο σε άλλο που πρέπει επίσης να γίνεται βαθμιαίως σε διάστημα εβδομάδων. Tα φάρμακα αυτά προκαλούν ενζυμική επαγωγή με αποτέλεσμα να ελαττώνουν τη δραστικότητα άλλων συγχρόνως χορηγουμένων φαρμάκων.
Για ορισμένα αντιεπιληπτικά έχει αποδειχθεί τερατογόνος δράση στα πειραματόζωα. Στον άνθρωπο εντούτοις ο κίνδυνος πρόκλησης συγγενών ανωμαλιών του εμβρύου είναι πρακτικά μικρός. Eπίσης τυχόν διακοπή της θεραπείας στη διάρκεια της κύησης θα προκαλέσει υποτροπή των κρίσεων, που η επίδρασή τους στο έμβρυο δεν είναι γνωστή και δεν μπορεί να υποστηριχθεί ότι είναι λιγότερο επιβλαβής από τη φαρμακευτική αγωγή. Γι’ αυτό η αντιεπιληπτική αγωγή θα πρέπει να συνεχίζεται στη διάρκεια της κύησης.
Η καρβαμαζεπίνη και το βαλπροϊκό νάτριο έχουν σημαντική χρήση στη θεραπεία της διπολικής διαταραχής.
DrugBank
Description
expand_more
Description
DrugBank
Indication
expand_more
Indication
DrugBank
Pharmacology
expand_more
Pharmacology
DrugBank
Mechanism of action
expand_more
Mechanism of action
DrugBank
Absorption
expand_more
Absorption
DrugBank
Half life
expand_more
Half life
DrugBank
Protein binding
expand_more
Protein binding
DrugBank
Volume of distribution
expand_more
Volume of distribution
DrugBank
Clearance
expand_more
Clearance
DrugBank
Toxicity
expand_more
Toxicity
science
PubChem
Φαρμακοδυναμική
expand_more
Φαρμακοδυναμική
Φαρμακοδυναμική
Η λαμοτριγίνη πιθανώς προλαμβάνει τις κρίσεις και τα συμπτώματα της διάθεσης σταθεροποιώντας τις προοδευτικές νευρωνικές μεμβράνες και αποτρέποντας την απελευθέρωση διεγερτικών νευροδιαβιβαστών όπως η γλουταμίνη, οι οποίοι συμβάλλουν στη δραστηριότητα των κρίσεων.
Σημείωση για καρδιαγγειακές επιδράσεις
Ο μεταβολίτης της λαμοτριγίνης, ο 2-Ν-μεθυλ μεταβολίτης (που σχηματίζεται με γλυκουρονιδίωση), αναφέρεται ότι προκαλεί εξαρτώμενες από τη δόση παρατάσεις του διαστήματος PR, διεύρυνση του συμπλέγματος QRS και σε υψηλότερες δόσεις, πλήρες κολποκοιλιακό αποκλεισμό. Παρόλο που αυτός ο επιβλαβής μεταβολίτης βρίσκεται μόνο σε ιχνοποσότητες στους ανθρώπους, οι συγκεντρώσεις στο πλάσμα μπορεί να αυξηθούν σε καταστάσεις που προκαλούν μειωμένη γλυκουρονιδίωση του φαρμάκου, όπως η ηπατική νόσος.
neurology
PubChem
Μηχανισμός δράσης
expand_more
Μηχανισμός δράσης
Μηχανισμός Δράσης
Ο ακριβής μηχανισμός δράσης της λαμοτριγίνης δεν έχει πλήρως διευκρινιστεί, καθώς μπορεί να ασκεί κυτταρικές δραστηριότητες που συμβάλλουν στην αποτελεσματικότητά της σε μια σειρά καταστάσεων. Παρόλο που δεν σχετίζεται χημικά, οι δράσεις της λαμοτριγίνης μοιάζουν με αυτές της φαινυτοΐνης και της καρβαμαζεπίνης, αναστέλλοντας τους τασεοεξαρτώμενους διαύλους νατρίου, σταθεροποιώντας τις νευρωνικές μεμβράνες, ρυθμίζοντας έτσι την απελευθέρωση διεγερτικών νευροδιαβιβαστών.
Η λαμοτριγίνη πιθανώς δρα αναστέλλοντας τα ρεύματα νατρίου με επιλεκτική σύνδεση στον ανενεργό δίαυλο νατρίου, καταστέλλοντας την απελευθέρωση του διεγερτικού αμινοξέος, γλουταμίνης. Ο μηχανισμός δράσης της λαμοτριγίνης στη μείωση της αντιεπιληπτικής δραστηριότητας είναι πιθανώς ο ίδιος με τη διαχείριση της διπολικής διαταραχής. Μελέτες στη λαμοτριγίνη έχουν εντοπίσει τη σύνδεσή της με διαύλους νατρίου με τρόπο παρόμοιο με τα τοπικά αναισθητικά, γεγονός που θα μπορούσε να εξηγήσει το αποδεδειγμένο κλινικό όφελος της λαμοτριγίνης σε ορισμένες καταστάσεις νευροπαθητικού πόνου.
Η λαμοτριγίνη εμφανίζει ιδιότητες σύνδεσης με πολλούς διαφορετικούς υποδοχείς. Σε δοκιμασίες σύνδεσης στο εργαστήριο, εμφανίζει ασθενή ανασταλτική δράση στον υποδοχέα σεροτονίνης 5-HT3. Η λαμοτριγίνη συνδέεται επίσης ασθενώς με υποδοχείς Αδενοσίνης Α1/Α2, αδρενεργικούς υποδοχείς α1/α2/β, υποδοχείς ντοπαμίνης D1/D2, υποδοχείς GABA A/B, υποδοχείς ισταμίνης H1, υποδοχέα κ-οπιοειδών (KOR), υποδοχείς mACh και υποδοχείς σεροτονίνης 5-HT2 με IC50>100 µM. Παρατηρήθηκαν ασθενείς ανασταλτικές δράσεις στους υποδοχείς σίγμα οπιοειδών. Μια μελέτη in vivo αποκάλυψε στοιχεία ότι η λαμοτριγίνη αναστέλλει τα ρεύματα ασβεστίου Cav2.3 (R-type), τα οποία μπορεί επίσης να συμβάλλουν στις αντιεπιληπτικές της δράσεις.
Η φασματοφωτομετρία με τη χρωστική ευαίσθητη στο Ca(++) fura-2 χρησιμοποιήθηκε για τη μελέτη της επίδρασης της λαμοτριγίνης (LAG) στη ροή ασβεστίου που προκαλείται από αποπόλωση στα απομονωμένα νευρώνες της βασοπλευρικής αμυγδαλής. Η αποπόλωση των νευρώνων με υψηλή Κ+ οδήγησε σε αύξηση της ενδοκυτταρικής συγκέντρωσης Ca++ [Ca++]i με εξαρτώμενο τρόπο από τη συγκέντρωση. Η ροή Ca++ που προκαλείται από Κ+ εμποδίστηκε πλήρως σε διάλυμα χωρίς Ca(++) ή με Cd++, υποδεικνύοντας ότι οι αυξήσεις της [Ca++]i που προκαλούνται από αποπόλωση πυροδοτήθηκαν σε μεγάλο βαθμό, αν όχι πλήρως, από την είσοδο Ca++ από τον εξωκυττάριο χώρο και η είσοδος Ca++ συνέβη μέσω εξαρτώμενων από την τάση διαύλων Ca++.
Η εφαρμογή LAG μείωσε τη ροή ασβεστίου που προκαλείται από αποπόλωση με εξαρτώμενο τρόπο από τη συγκέντρωση. Η επίδραση της LAG μειώθηκε σημαντικά στην παρουσία αναστολέα διαύλων Ca++ τύπου Ν, ωμέγα-κονιοτοξίνης-GVIA (omega-CgTX). Αυτά τα αποτελέσματα υποδηλώνουν ότι η δράση της LAG μεσολαβείται, τουλάχιστον εν μέρει, μέσω της ρύθμισης των διαύλων Ca++ τύπου N.
Η λαμοτριγίνη (LAG) είναι ένα αντιεπιληπτικό φάρμακο που πιστεύεται ότι καταστέλλει τις κρίσεις αναστέλλοντας την απελευθέρωση διεγερτικών νευροδιαβιβαστών. Η παρούσα μελέτη είχε ως στόχο τη διερεύνηση της επίδρασης της LAG στην απελευθέρωση γλουταμίνης που προκαλείται από 4-αμινοπυριδίνη (4AP) σε νευρικές απολήξεις εγκεφαλικού φλοιού (συναπτοσώματα). Η LAG ανέστειλε την απελευθέρωση γλουταμίνης που προκαλείται από 4AP με εξαρτώμενο τρόπο από τη συγκέντρωση. Αυτή η ανασταλτική επίδραση συσχετίστηκε με μείωση της αύξησης της κυτταροπλασματικής ελεύθερης συγκέντρωσης Ca2+ ([Ca2+]C) που προκαλείται από αποπόλωση. Επιπλέον, η LAG δεν άλλαξε το δυναμικό ηρεμίας της συναπτοσωμικής μεμβράνης ή την αποπόλωση που προκαλείται από 4AP. Επιπλέον, η απελευθέρωση γλουταμίνης που προκαλείται από ιονωμυκίνη δεν επηρεάστηκε από την LAG. Με βάση αυτά τα αποτελέσματα, προτείνουμε ότι ο αποκλεισμός της προσρόφησης ασβεστίου από τους προσυναπτικούς νευρώνες και η αναστολή της απελευθέρωσης γλουταμίνης μπορεί να αποτελούν τη βάση του μηχανισμού δράσης της LAG. Αυτές οι δράσεις μπορεί επίσης να συμβάλλουν στις νευροπροστατευτικές τους ιδιότητες σε εκτοτοξική βλάβη.
biotech
PubChem
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
expand_more
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
Απορρόφηση, Κατανομή & Απέκκριση
Η λαμοτριγίνη απορροφάται γρήγορα και πλήρως με ελάχιστες επιδράσεις πρώτης διόδου, με βιοδιαθεσιμότητα που εκτιμάται στο 98%. Η Cmax επιτυγχάνεται στο διάστημα 1,4 έως 4,8 ώρες μετά τη δόση, αλλά αυτό εξαρτάται από τη χορηγούμενη δόση, τις συγχορηγούμενες φαρμακευτικές αγωγές και την επιληπτική κατάσταση. Ο ρυθμός και η έκταση απορρόφησης της λαμοτριγίνης θεωρούνται ισοδύναμοι μεταξύ της μορφής επικαλυμμένου δισκίου που λαμβάνεται με νερό και των μασητικών διασπειρόμενων δισκίων, που λαμβάνονται με ή χωρίς νερό.
Η λαμοτριγίνη απεκκρίνεται τόσο στα ούρα όσο και στα κόπρανα. Μετά από από του στόματος χορήγηση 240 mg λαμοτριγίνης με ραδιοσημάνση, περίπου το 94% του συνολικού φαρμάκου και των μεταβολιτών του που χορηγήθηκε ανακτήθηκε στα ούρα και το 2% στα κόπρανα. Μια φαρμακοκινητική μελέτη ανέκτησε 43% έως 87% μιας δόσης λαμοτριγίνης στα ούρα κυρίως ως γλυκουρονιδωμένοι μεταβολίτες. Το 2-Ν-γλυκουρονίδιο απεκκρίνεται κυρίως στα ούρα.
Ο μέσος φαινόμενος όγκος κατανομής (Vd/F) της λαμοτριγίνης μετά από από του στόματος χορήγηση κυμαίνεται από 0,9 έως 1,3 L/kg και είναι ανεξάρτητος από τη χορηγούμενη δόση. Η λαμοτριγίνη συσσωρεύεται στους νεφρούς του αρσενικού αρουραίου, και πιθανώς συμπεριφέρεται παρόμοια στους ανθρώπους. Η λαμοτριγίνη συνδέεται επίσης με ιστούς που περιέχουν μελανίνη, όπως τα μάτια και το μελαγχρωματικό δέρμα.
Η μέση φαινόμενη κάθαρση πλάσματος (Cl/F) κυμαίνεται από 0,18 έως 1,21 mL/min/kg. Οι τιμές ποικίλλουν ανάλογα με το σχήμα δοσολογίας, τις συγχορηγούμενες αντιεπιληπτικές φαρμακευτικές αγωγές και την κατάσταση της νόσου του ατόμου. Σε μια μελέτη, υγιείς εθελοντές με μονοθεραπεία λαμοτριγίνης έδειξαν κάθαρση περίπου 0,44 mL/min/kg μετά από μία εφάπαξ δόση.
/ΓΑΛΑ/ Η λαμοτριγίνη κατανέμεται στο γάλα. Λόγω της πιθανότητας σοβαρών ανεπιθύμητων αντιδράσεων στη λαμοτριγίνη στα βρέφη που θηλάζουν, θα πρέπει να ληφθεί απόφαση είτε για διακοπή του θηλασμού είτε του φαρμάκου, λαμβάνοντας υπόψη τη σημασία του φαρμάκου για τη γυναίκα.
/ΓΑΛΑ/ Διερεύνηση της φαρμακοκινητικής της λαμοτριγίνης (LTG) κατά τον τοκετό, την περιγεννητική περίοδο και τον θηλασμό. Χρησιμοποιήθηκε χρωματογραφία υγρών υψηλής απόδοσης για τον προσδιορισμό των επιπέδων LTG στο πλάσμα και το γάλα σε εννέα έγκυες γυναίκες με επιληψία που έλαβαν αγωγή με LTG, και των επιπέδων στο πλάσμα στα 10 βρέφη τους. Δείγματα ελήφθησαν κατά τον τοκετό, τις πρώτες 3 ημέρες μετά τον τοκετό και κατά τον θηλασμό 2-3 εβδομάδες μετά τον τοκετό.
Κατά τον τοκετό, οι μητρικές συγκεντρώσεις LTG στο πλάσμα ήταν παρόμοιες με αυτές του ομφαλίου λώρου, υποδεικνύοντας εκτεταμένη πλακουντιακή μεταφορά της LTG. Υπήρχε αργή μείωση της συγκέντρωσης LTG στο πλάσμα του νεογνού. Στις 72 ώρες μετά τον τοκετό, τα διάμεσα επίπεδα LTG στο πλάσμα των βρεφών ήταν 75% των επιπέδων του πλάσματος του ομφαλίου λώρου (εύρος, 50-100%). Ο διάμεσος λόγος συγκέντρωσης γάλακτος/μητρικού πλάσματος ήταν 0,61 (εύρος, 0,47-0,77) 2-3 εβδομάδες μετά τον τοκετό, και τα βρέφη που θήλαζαν διατήρησαν συγκεντρώσεις LTG στο πλάσμα περίπου 30% (διάμεσος, εύρος 23-50%) των μητρικών επιπέδων πλάσματος. Οι μητρικές συγκεντρώσεις LTG στο πλάσμα αυξήθηκαν σημαντικά κατά τις πρώτες 2 εβδομάδες μετά τον τοκετό, με τον διάμεσο λόγο συγκέντρωσης πλάσματος/δόσης να είναι 170%.
Η λαμοτριγίνη συνδέεται με μελανο-περιέχοντα οφθαλμικό ιστό σε χρωματιστούς αρουραίους και πιθήκους cynomolgus, αλλά στοιχεία αυτής της εκδήλωσης δεν έχουν αναφερθεί σε ανθρώπους… η παρατεταμένη χορήγηση του φαρμάκου θα μπορούσε δυνητικά να οδηγήσει στη συσσώρευσή του και σε πιθανές τοξικές επιδράσεις σε μελανο-πλούσιους ιστούς, συμπεριλαμβανομένων εκείνων των ματιών, και ότι οι κλινικοί γιατροί θα πρέπει να γνωρίζουν πιθανές οφθαλμολογικές ανεπιθύμητες ενέργειες που συμβαίνουν ως αποτέλεσμα της σύνδεσης του φαρμάκου με τη μελανίνη.
Προσδιορισμός της σχετικής βιοδιαθεσιμότητας των μασητικών διασπειρόμενων δισκίων λαμοτριγίνης (LTG) μετά από ορθική χορήγηση. Διπλής φάσης, σταυρωτή μελέτη με περίοδο αποχής 2 εβδομάδων μεταξύ των περιόδων δοσολογίας. Δώδεκα υγιείς ενήλικοι εθελοντές. Χορηγήθηκαν 100 mg ενός μασητικού διασπειρόμενου δισκίου LTG από του στόματος και ορθικά. Συλλέχθηκαν δείγματα πλάσματος πριν και έως 120 ώρες μετά τη χορήγηση του φαρμάκου. Τα δείγματα αναλύθηκαν για LTG με χρωματογραφία υγρών υψηλής απόδοσης, και προσδιορίστηκε η σχετική βιοδιαθεσιμότητα. Οι συγκεντρώσεις του φαρμάκου ήταν χαμηλότερες μετά από ορθική από ό,τι μετά από από του στόματος χορήγηση. Η σχετική βιοδιαθεσιμότητα (F = AUC(ορθική)/AUC(από του στόματος)) ήταν 0,52 +/- 0,23 (SD). Το φάρμακο που παρασκευάστηκε από μασητικά διασπειρόμενα δισκία LTG απορροφάται ορθικά, αν και όχι στον ίδιο βαθμό όπως όταν χορηγείται από του στόματος. Η ορθική χορήγηση εναιωρήματος αυτών των δισκίων μπορεί να αποτελέσει αποδεκτή οδό χορήγησης.
Για περισσότερα δεδομένα Απορρόφησης, Κατανομής και Απέκκρισης (Πλήρη) για τη ΛΑΜΟΤΡΙΓΙΝΗ (9 σύνολο), παρακαλώ επισκεφθείτε τη σελίδα του αρχείου HSDB.
water_drop
PubChem
Δέσμευση πρωτεϊνών
expand_more
Δέσμευση πρωτεϊνών
Σύνδεση με Πρωτεΐνες
Η σύνδεση της λαμοτριγίνης με τις πρωτεΐνες του πλάσματος εκτιμάται στο 55%. Αυτό το φάρμακο δεν αναμένεται να υποστεί κλινικά σημαντικές αλληλεπιδράσεις με άλλα φάρμακα μέσω ανταγωνισμού για τις θέσεις σύνδεσης πρωτεϊνών, λόγω της χαμηλότερης σύνδεσής του με πρωτεΐνες.
hub
PubChem
Μεταβολισμός
expand_more
Μεταβολισμός
Μεταβολισμός
Η λαμοτριγίνη κυρίως γλυκουρονιδιώνεται, σχηματίζοντας το συζυγές 2-Ν-γλυκουρονίδιο, έναν φαρμακολογικά ανενεργό μεταβολίτη. Η συνολική ραδιενέργεια που ανιχνεύθηκε μετά από ραδιοσημασμένη δόση 240mg λαμοτριγίνης κατά τη διάρκεια κλινικών δοκιμών ήταν η εξής: λαμοτριγίνη ως αμετάβλητο φάρμακο (10%), ένα 2-Ν-γλυκουρονίδιο (76%), ένα 5-Ν-γλυκουρονίδιο (10%), ένας 2-Ν-μεθυλ μεταβολίτης (0,14%), καθώς και διάφοροι άλλοι ελάσσονες μεταβολίτες (4%).
Οι μεταβολίτες της [(14)C]λαμοτριγίνης (78 µmol/kg, iv) σε ενήλικους αρσενικούς αρουραίους Wistar χαρακτηρίστηκαν με ιδιαίτερη αναφορά σε θειοαιθερικές παραγώγους ενός ενδιάμεσου εποξειδίου. Η χολική ανάκτηση ραδιενέργειας από αναισθητοποιημένα και καθετηριασμένα ζώα ήταν 7,3 +/- 3,0% (μέσος όρος +/- SD, n = 4) της δόσης σε 4 ώρες. 5,5 +/- 0,5% ανακτήθηκε στα ούρα της κύστης μετά από 4 ώρες. Η χολή περιείχε [(14)C]λαμοτριγίνη (1,4 +/- 0,3%), ένα συζυγές γλουταθειόνης της [(14)C]διυδροξυλαμοτριγίνης (1,8 +/- 0,3%), δηλαδή ένα συζυγές οξειδίου αρένιο, και συζυγές γλουταθειόνης (1,5 +/- 0,7%), κυστεϊνυλογλυκίνης (1,9 +/- 0,5%) και Ν-ακετυλκυστεΐνης (0,4 +/- 0,2%) της [(14)C]λαμοτριγίνης. Ο σχηματισμός των θειοαιθερικών μεταβολιτών εμποδίστηκε μερικώς από τον αναστολέα του κυτοχρώματος P450, κετοκοναζόλη. Τα ούρα περιείχαν [(14)C]λαμοτριγίνη (4,5 +/- 0,5%) και [(14)C]λαμοτριγίνη Ν-οξείδιο (0,9 +/- 0,2%). Το ραδιοσημασμένο υλικό στο δέρμα (15,6 +/- 1,4%) ήταν σχεδόν εξ ολοκλήρου [(14)C]λαμοτριγίνη.
Η λαμοτριγίνη μεταβολίζεται κυρίως με σύζευξη γλυκουρονικού οξέος. Ο κύριος μεταβολίτης είναι ένα ανενεργό συζυγές 2-Ν-γλυκουρονίδιο. Η απέκκριση γίνεται στα ούρα και τα κόπρανα με αμετάβλητη λαμοτριγίνη (10%), το 2-Ν-γλυκουρονίδιο (76%), ένα 5-Ν-γλυκουρονίδιο (10%), έναν 2-Ν-μεθυλ μεταβολίτη (0,14%), και άλλους μη αναγνωρισμένους ελάσσονες μεταβολίτες (4%). (A308)
Χρόνος Ημιζωής: 25 +/- 10 ώρες (υγιή άτομα). 42,9 ώρες (χρόνια νεφρική ανεπάρκεια).
hourglass
PubChem
Ημίσεια ζωή
expand_more
Ημίσεια ζωή
Βιολογικός Χρόνος Ημιζωής
Ο μέσος χρόνος ημιζωής αποβολής της λαμοτριγίνης κυμαίνεται από περίπου 14-59 ώρες. Η τιμή εξαρτάται από τη χορηγούμενη δόση, τη συγχορηγούμενη φαρμακευτική αγωγή, καθώς και την κατάσταση της νόσου. Μια φαρμακοκινητική μελέτη αποκάλυψε χρόνο ημιζωής 22,8 έως 37,4 ώρες σε υγιείς εθελοντές. Ανέφερε επίσης ότι οι επιδράσεις που προκαλούν ένζυμα αντιεπιληπτικά φάρμακα όπως η φαινοβαρβιτάλη, η φαινυτοΐνη ή η καρβαμαζεπίνη μειώνουν τον χρόνο ημιζωής της λαμοτριγίνης. Από την άλλη πλευρά, το βαλπροϊκό οξύ αυξάνει τον χρόνο ημιζωής της λαμοτριγίνης (στο εύρος των 48-59 ωρών).
/Ερευνητές/ περιγράφουν τα ευρήματα σε έναν ασθενή μετά από εσκεμμένη κατάποση μεγάλης ποσότητας λαμοτριγίνης (αναφερόμενη 4,5 g, εκτιμώμενη απορρόφηση 2,9 g) … Η μέγιστη μετρούμενη συγκέντρωση λαμοτριγίνης ήταν 35,8 mg/L και ο χρόνος ημιζωής 19,5 ώρες, υποδηλώνοντας γραμμική κινητική σε υπερδοσολογία.
Ο χρόνος ημιζωής στο πλάσμα μιας εφάπαξ δόσης είναι 24 έως 35 ώρες. Η χορήγηση φαινυτοΐνης, καρβαμαζεπίνης, φαινοβαρβιτάλης ή πριμιδόνης μειώνει τον χρόνο ημιζωής της λαμοτριγίνης σε περίπου 15 ώρες και μειώνει τις συγκεντρώσεις λαμοτριγίνης στο πλάσμα.
category
PubChem
MeSH classification
expand_more
MeSH classification
Φαρμακολογική Ταξινόμηση MeSH
- Φάρμακα που χρησιμοποιούνται για την πρόληψη ΣΠΑΣΜΩΝ ή τη μείωση της σοβαρότητάς τους.
- Κατηγορία φαρμάκων που δρουν με επιλεκτική αναστολή της εισόδου ασβεστίου μέσω κυτταρικών μεμβρανών.
- Παράγοντες που ελέγχουν την ταραγμένη ψυχωσική συμπεριφορά, ανακουφίζουν από οξείες ψυχωσικές καταστάσεις, μειώνουν τα ψυχωσικά συμπτώματα και ασκούν ηρεμιστική επίδραση. Χρησιμοποιούνται σε ΣΧΙΖΟΦΡΕΝΕΙΑ, γεροντική άνοια, παροδική ψύχωση μετά από χειρουργική επέμβαση, ή ΚΑΡΔΙΑΚΟ ΕΜΦΡΑΓΜΑ, κ.λπ. Αυτά τα φάρμακα αναφέρονται συχνά ως νευροληπτικά, υπαινισσόμενα την τάση να προκαλούν νευρολογικές παρενέργειες, αλλά δεν προκαλούν όλες οι αντιψυχωσικές ουσίες τέτοιες επιδράσεις. Πολλά από αυτά τα φάρμακα μπορεί επίσης να είναι αποτελεσματικά κατά της ναυτίας, του εμέτου και του κνησμού.
- Κατηγορία φαρμάκων που δρουν με αναστολή της εισόδου νατρίου μέσω κυτταρικών μεμβρανών. Ο αποκλεισμός των διαύλων νατρίου επιβραδύνει τον ρυθμό και το πλάτος της αρχικής ταχείας εκπόλωσης, μειώνει την κυτταρική διεγερσιμότητα και μειώνει την ταχύτητα αγωγιμότητας.
fact_check
PubChem
FDA classification
expand_more
FDA classification
Φαρμακολογική Ταξινόμηση FDA
U3H27498KS
LAMOTRIGINE
Καθιερωμένη Φαρμακολογική Κατηγορία [EPC] - Αντι-επιληπτικό Φάρμακο
Φυσιολογικές Επιδράσεις [PE] - Μειωμένη Αποδιοργανωμένη Ηλεκτρική Δραστηριότητα Κεντρικού Νευρικού Συστήματος
Καθιερωμένη Φαρμακολογική Κατηγορία [EPC] - Σταθεροποιητής Διάθεσης
Μηχανισμοί Δράσης [MoA] - Αναστολείς Μεταφορέα Οργανικών Κατιόντων 2
Μηχανισμοί Δράσης [MoA] - Αναστολείς Διυδροφωλικής Αναγωγάσης
Η λαμοτριγίνη είναι Αντι-επιληπτικό Φάρμακο και Σταθεροποιητής Διάθεσης. Ο μηχανισμός δράσης της λαμοτριγίνης είναι ως Αναστολέας Μεταφορέα Οργανικών Κατιόντων 2 και Αναστολέας Διυδροφωλικής Αναγωγάσης. Η φυσιολογική επίδραση της λαμοτριγίνης είναι μέσω Μειωμένης Αποδιοργανωμένης Ηλεκτρικής Δραστηριότητας Κεντρικού Νευρικού Συστήματος.
LAMOTRIGINE
Αναστολείς Μεταφορέα Οργανικών Κατιόντων 2 [MoA]. Μειωμένη Αποδιοργανωμένη Ηλεκτρική Δραστηριότητα Κεντρικού Νευρικού Συστήματος [PE]. Αντι-επιληπτικό Φάρμακο [EPC]. Σταθεροποιητής Διάθεσης [EPC]. Αναστολείς Διυδροφωλικής Αναγωγάσης [MoA]
LAMOTRIGINE
Αναστολείς Μεταφορέα Οργανικών Κατιόντων 2 [MoA]. Μειωμένη Αποδιοργανωμένη Ηλεκτρική Δραστηριότητα Κεντρικού Νευρικού Συστήματος [PE]. Αντι-επιληπτικό Φάρμακο [EPC]. Σταθεροποιητής Διάθεσης [EPC]. Αναστολείς Διυδροφωλικής Αναγωγάσης [MoA]
LAMOTRIGINE CHEWABLE DISPERSIBLE
Αναστολείς Διυδροφωλικής Αναγωγάσης [MoA]. Σταθεροποιητής Διάθεσης [EPC]. Αντι-επιληπτικό Φάρμακο [EPC]. Μειωμένη Αποδιοργανωμένη Ηλεκτρική Δραστηριότητα Κεντρικού Νευρικού Συστήματος [PE]. Αναστολείς Μεταφορέα Οργανικών Κατιόντων 2 [MoA]
LAMOTRIGINE ER
Μειωμένη Αποδιοργανωμένη Ηλεκτρική Δραστηριότητα Κεντρικού Νευρικού Συστήματος [PE]. Αναστολείς Μεταφορέα Οργανικών Κατιόντων 2 [MoA]. Αναστολείς Διυδροφωλικής Αναγωγάσης [MoA]. Σταθεροποιητής Διάθεσης [EPC]. Αντι-επιληπτικό Φάρμακο [EPC]
LAMOTRIGINE EXTENDED RELEASE
Μειωμένη Αποδιοργανωμένη Ηλεκτρική Δραστηριότητα Κεντρικού Νευρικού Συστήματος [PE]. Αναστολείς Μεταφορέα Οργανικών Κατιόντων 2 [MoA]. Αναστολείς Διυδροφωλικής Αναγωγάσης [MoA]. Σταθεροποιητής Διάθεσης [EPC]. Αντι-επιληπτικό Φάρμακο [EPC]
LAMOTRIGINE EXTENDED-RELEASE
Αναστολείς Μεταφορέα Οργανικών Κατιόντων 2 [MoA]. Μειωμένη Αποδιοργανωμένη Ηλεκτρική Δραστηριότητα Κεντρικού Νευρικού Συστήματος [PE]. Αντι-επιληπτικό Φάρμακο [EPC]. Αναστολείς Διυδροφωλικής Αναγωγάσης [MoA]. Σταθεροποιητής Διάθεσης [EPC]
Ημίσεια ζωή
Δέσμευση πρωτεϊνών
Βιοδιαθεσιμότητα
Απέκκριση
Scientific Profile
Φαρμακολογική Ταξινόμηση MeSH
- Φάρμακα που χρησιμοποιούνται για την πρόληψη ΣΠΑΣΜΩΝ ή τη μείωση της σοβαρότητάς τους.
- Κατηγορία φαρμάκων που δρουν με επιλεκτική αναστολή της εισόδου ασβεστίου μέσω κυτταρικών μεμβρανών.
- Παράγοντες που ελέγχουν την ταραγμένη ψυχωσική συμπεριφορά, ανακουφίζουν από οξείες ψυχωσικές καταστάσεις, μειώνουν τα ψυχωσικά συμπτώματα και ασκούν ηρεμιστική επίδραση. Χρησιμοποιούνται σε ΣΧΙΖΟΦΡΕΝΕΙΑ, γεροντική άνοια, παροδική ψύχωση μετά από χειρουργική επέμβαση, ή ΚΑΡΔΙΑΚΟ ΕΜΦΡΑΓΜΑ, κ.λπ. Αυτά τα φάρμακα αναφέρονται συχνά ως νευροληπτικά, υπαινισσόμενα την τάση να προκαλούν νευρολογικές παρενέργειες, αλλά δεν προκαλούν όλες οι αντιψυχωσικές ουσίες τέτοιες επιδράσεις. Πολλά από αυτά τα φάρμακα μπορεί επίσης να είναι αποτελεσματικά κατά της ναυτίας, του εμέτου και του κνησμού.
- Κατηγορία φαρμάκων που δρουν με αναστολή της εισόδου νατρίου μέσω κυτταρικών μεμβρανών. Ο αποκλεισμός των διαύλων νατρίου επιβραδύνει τον ρυθμό και το πλάτος της αρχικής ταχείας εκπόλωσης, μειώνει την κυτταρική διεγερσιμότητα και μειώνει την ταχύτητα αγωγιμότητας.
Σχετικά Εργαλεία
Πρωτόκολλα Συνταγογράφησης
Συνταγογραφείται εφόσον ο ασθενής εντάσσεται σε κάποιο από τα παρακάτω βήματα:
-
ΒΗΜΑ Α1 N03AX09Ενήλικες — Εστιακές κρίσεις: Μονοθεραπεία (1η/2η επιλογή)
- Εστιακής έναρξης κρίσεις με ή χωρίς αμφοτερόπλευρη επέκταση
- Ενήλικες > 16 ετών — αρχική αγωγή
Δοσολογία: Βραδεία τιτλοποίηση · Συνεχής -
ΒΗΜΑ Β N03AX09Ενήλικες — Γενικευμένες τονικο-κλονικές κρίσεις
- Πρωτοπαθώς γενικευμένες ή αμφοτερόπλευρης έναρξης τονικο-κλονικές κρίσεις
Δοσολογία: Μονοθεραπεία · Συνεχής -
ΒΗΜΑ Γ N03AX09Ενήλικες — Αφαιρέσεις / Αφαιρετικά σύνδρομα
- Γενικευμένη επιληψία τύπου αφαιρέσεων
Δοσολογία: Μονοθεραπεία · Συνεχής -
ΒΗΜΑ Δ N03AX09Ενήλικες — Μυοκλονικές κρίσεις / Μυοκλονικά σύνδρομα
- Γενικευμένη επιληψία τύπου μυοκλονιών
Δοσολογία: Μονοθεραπεία · Συνεχής⚠ Ενδέχεται να επιδεινώσει μυοκλονίες ή αφαιρέσεις.