Σκευάσματα & Τιμολόγηση
| Σκεύασμα | Περιεκτικότητα | Λιανική |
|---|---|---|
|
BUDEMAR 100 MC/DOSE
Διακοπή
|
100 / DOSE | 4.35 € |
Ενδείξεις
Εγκεκριμένες ενδείξεις όπως αναγράφονται στην ΠΧΠ (§4.1)
-
Βρογχικό άσθμα
σε: Ασθενείς
- J45 Άσθμα
-
Χρόνια αποφρακτική πνευμονοπάθεια (ΧΑΠ)
σε: Ασθενείς
Η συστηματική χρήση μπορεί βραχυχρόνια να περιορίσει την προοδευτική μείωση του FEV.
- J44 Άλλη χρόνια αποφρακτική πνευμονοπάθεια
BUDEMAR — Πληροφορίες Συνταγογράφησης
Περίληψη Χαρακτηριστικών Προϊόντος (ΠΧΠ), ανά ενότητα
medication
Δοσολογία
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Δοσολογία
- Οδός: εισπνοή
- Χορήγηση: δύο φορές ημερησίως, άπαξ ημερησίως, 3-4 χορηγήσεις κατά τη διάρκεια της ημέρας
- Δόση έναρξης: 100-400 mcg δύο φορές ημερησίως ή 200-400 mcg άπαξ ημερησίως
- Τιτλοποίηση: Μετά από την επίτευξη του θεραπευτικού αποτελέσματος, η δόση συντήρησης θα πρέπει να ελαττώνεται προοδευτικά μέχρι την μικρότερη εκείνη που είναι αναγκαία για τον έλεγχο των συμπτωμάτων. Κατά τη διάρκεια της μετάτασης από του στόματος χορηγούμενων κορτικοειδών σε Βουδεσονίδη Turbuhaler, ο ασθενής πρέπει να είναι σε σχετικά σταθερή φάση. Μια υψηλή δόση Βουδεσονίδη Turbuhaler δίνεται τότε, σε συνδυασμό με την από του στόματος δόση των στεροειδών που ήδη χρησιμοποιείται, για περίπου 10 ημέρες. Μετά από αυτό, η από του στόματος δόση στεροειδών πρέπει να μειώνεται σταδιακά (για παράδειγμα από 2,5 χιλιοστόγραμμα πρεδνιζολόνης ή το ισοδύναμο κάθε μήνα) στο χαμηλότερο δυνατό επίπεδο. Σε πολλές περιπτώσεις, το από του στόματος στεροειδές είναι δυνατόν να υποκατασταθεί πλήρως με το Βουδεσονίδη Turbuhaler.
-
ΕνήλικεςΔόση100-1.600 mcg ημερησίωςΔόση συντήρησης
-
Παιδιά ηλικίας από 5 ετών και άνωΔόση100-800 mcg ημερησίωςΔόση συντήρησης
-
Ενήλικες (Χρόνια αποφρακτική πνευμονoπάθεια)Δόση400 mcgδύο φορές ημερησίως
-
Ασθενείς με βαρύ άσθμα και παροξυσμούςΔόσηΗ ημερήσια δόση κατανέμεται σε 3-4 χορηγήσεις
-
Ενήλικες με ήπιο έως μέτριο άσθμα που λαμβάνουν δόση συντήρησης 100-400 mcg δύο φορές ημερησίωςΔόσηΜπορεί να εξεταστεί η άπαξ ημερήσια χορήγησηΜπορεί να χορηγηθεί το πρωί ή το βράδυ
-
Παιδιά ηλικίας από πέντε ετών και άνω με ήπιο έως μέτριο άσθμα που λαμβάνουν δόση συντήρησης 100-200 mcg δύο φορές ημερησίωςΔόσηΜπορεί να εξεταστεί η άπαξ ημερήσια χορήγησηΜπορεί να χορηγηθεί το πρωί ή το βράδυ
-
Ασθενείς που υποβάλλονται σε θεραπεία με μη-στεροειδή φάρμακα και ασθενείς που ελέγχονται επαρκώς με εισπνεόμενα γλυκοκορτικοστεροειδήΔόσηΜπορεί να δοθεί άπαξ ημερήσια χορήγηση
-
Ασθενείς που δεν ανταποκρίνονται ικανοποιητικά στη δόση έναρξης (Βρογχικό άσθμα)ΔόσηΥψηλότερες δόσειςΜπορούν να εξασφαλίσουν επιπρόσθετο όφελος
-
Μικρά παιδιάΘα πρέπει να βρίσκονται υπό επίβλεψη και να διασφαλίζεται ότι μπορούν ν' ακολουθήσουν τις οδηγίες χρήσης.
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
block
Αντενδείξεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Αντενδείξεις
-
Υπερευαισθησία στη δραστική ουσία βουδεσονίδη
-
Γαστροδωδεκαδακτυλικό έλκος
-
Απλός έρπητας οφθαλμών
-
Γλαύκωμα
-
Εκσεσημασμένη οστεοπόρωση
-
Σακχαρώδης διαβήτης
-
Ψυχώσεις
-
Αμέσως πριν και μετά από προφυλακτικό εμβολιασμό
-
Καρδιοπάθεια ή υπέρταση με συμφορητική καρδιακή ανεπάρκεια
-
Συστηματική μυκητίαση
-
Φυματίωση
-
Βαριά νεφροπάθεια
-
Λοιμώδη νοσήματα
-
Αιμορραγική διάθεση
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
warning
Προειδοποιήσεις & Προφυλάξεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Προειδοποιήσεις & Προφυλάξεις
-
Επινεφριδιακή ανεπάρκεια και συμπτώματα διακοπής από του στόματος κορτικοειδώνΠληθυσμόςΑσθενείς εξαρτημένοι με από του στόματος χορηγούμενα κορτικοειδή κατά τη μετάταση σε Βουδεσονίδη TurbuhalerΣυνέχιση θεραπείας με Βουδεσονίδη Turbuhaler, έλεγχος για κλινικά σημεία επινεφριδιακής ανεπάρκειας. Σταδιακή αύξηση δόσης από του στόματος κορτικοειδών αν ένδειξη ανεπάρκειας, μετά πιο αργός ρυθμός διακοπής. Χορήγηση συμπληρωματικής θεραπείας από του στόματος κορτικοειδών σε περιόδους σωματικής καταπόνησης ή σοβαρής ασθματικής κρίσης. Εξειδικευμένη θεραπεία για αλλεργικά/αρθριτικά συμπτώματα. Παροδική αύξηση δόσης από του στόματος γλυκοκορτικοειδών για κόπωση, κεφαλαλγία, ναυτία, έμετο. Καθοδήγηση ασθενών να φέρουν κάρτα προειδοποίησης χορήγησης στεροειδών. Η θεραπεία δεν πρέπει να διακόπτεται απότομα.
-
Συστηματικές επιδράσεις εισπνεόμενων κορτικοστεροειδώνΛιγότερο πιθανές από τα από του στόματος χορηγούμενα κορτικοειδήΠληθυσμόςΑσθενείς που λαμβάνουν υψηλές δόσεις για μεγάλες χρονικές περιόδουςΡύθμιση δόσης εισπνεόμενου κορτικοστεροειδούς στη μικρότερη δόση που διατηρεί τον αποτελεσματικό έλεγχο του άσθματος.
-
Οξείες εξάρσεις του άσθματοςΠληθυσμόςΑσθενείς με άσθμαΜπορεί να χρειαστεί αύξηση της δόσης του Βουδεσονίδη Turbuhaler, ή επιπρόσθετη θεραπεία με από του στόματος κορτικοειδή ή/και αντιβιοτική αγωγή. Χρήση βραχείας δράσης εισπνεόμενου βρογχοδιασταλτικού ως θεραπεία διάσωσης. Αν αναποτελεσματικότητα/αύξηση χρήσης βρογχοδιασταλτικού, αναζήτηση ιατρικής συμβουλής για πιθανή αύξηση δόσης βουδεσονίδης, προσθήκη μακράς δράσης β-αγωνιστή ή χορήγηση από του στόματος γλυκοκορτικοστεροειδούς. Το Βουδεσονίδη Turbuhaler δεν προορίζεται για άμεση ανακούφιση οξέων επεισοδίων.
-
Λοιμώξεις (πνευμονική φυματίωση, μυκητιασικές ή ιογενείς)ΠληθυσμόςΑσθενείς με ενεργή ή λανθάνουσα πνευμονική φυματίωση, μυκητιασικές ή ιογενούς αιτιολογίας λοιμώξεις των αεραγωγώνΙδιαίτερη προσοχή κατά τη χορήγηση. Συνέχιση τακτικής αντιασθματικής θεραπείας σε ιογενή λοίμωξη ανώτερου αναπνευστικού. Εξέταση χορήγησης από του στόματος κορτικοειδούς για βραχύ διάστημα σε άτομα με ταχεία επιδείνωση άσθματος κατά τη διάρκεια ιογενούς λοίμωξης.
-
Καντιντίαση στόματοςΠληθυσμόςΑσθενείς που λαμβάνουν εισπνεόμενα κορτικοστεροειδήΚατάλληλη αντιμυκητιασική θεραπεία. Σε κάποιους ασθενείς μπορεί να κριθεί απαραίτητη η διακοπή της θεραπείας (βλ. Δοσολογία). Ξέπλυμα στόματος με νερό μετά τη λήψη της δόσης για ελαχιστοποίηση πιθανοτήτων.
-
Παράδοξος βρογχόσπασμοςΆμεση επιδείνωση συριγμούΔιακοπή θεραπείας με εισπνεόμενη βουδεσονίδη αμέσως. Αξιολόγηση ασθενούς και έναρξη εναλλακτικής θεραπείας αν απαραίτητο.
-
Πνευμονία σε ασθενείς με ΧΑΠΑυξημένος κίνδυνοςΠληθυσμόςΑσθενείς με ΧΑΠ που λαμβάνουν εισπνεόμενα κορτικοστεροειδήΟι γιατροί θα πρέπει να παραμένουν σε εγρήγορση για πιθανή ανάπτυξη πνευμονίας, ειδικά σε ασθενείς με παράγοντες κινδύνου (κάπνισμα, μεγαλύτερη ηλικία, χαμηλό ΔΜΣ, σοβαρή ΧΑΠ).
-
Επίδραση στην ανάπτυξη (παιδιατρικός πληθυσμός)Καθυστέρηση της ανάπτυξηςΠληθυσμόςΠαιδιά που λαμβάνουν μακροχρόνια θεραπεία με εισπνεόμενα κορτικοστεροειδήΕάν η ανάπτυξη επιβραδύνεται, αξιολόγηση θεραπείας με στόχο τη μείωση της δόσης του εισπνεόμενου κορτικοστεροειδούς. Στάθμιση οφέλους/κινδύνου. Εξέταση παραπομπής σε ειδικό για το αναπνευστικό σύστημα παιδίατρο.
-
Ηπατική δυσλειτουργίαΑυξημένη συστηματική έκθεσηΠληθυσμόςΑσθενείς με μειωμένη ηπατική λειτουργία, ειδικά σοβαρήΕγρήγορση για πιθανές συστηματικές ανεπιθύμητες ενέργειες. Αποφυγή ταυτόχρονης χρήσης κετοκοναζόλης, ιτρακοναζόλης, αναστολέων της HIV πρωτεάσης ή άλλων ισχυρών αναστολέων CYP3A4. Αν όχι εφικτό, μεγαλύτερη περίοδος μεταξύ θεραπειών και εξέταση μείωσης της δόσης της βουδεσονίδης (βλ. Αλληλεπιδράσεις).
-
Λοιμώξεις σε ανοσοκατασταλμένους ασθενείς (ανεμοβλογιά, ιλαρά)Σοβαρή ή θανατηφόρα πορείαΠληθυσμόςΠαιδιά και ενήλικες υπό ανοσοκατασταλτική θεραπεία ή χωρίς ανοσία σε ανεμοβλογιά/ιλαράΑποφυγή έκθεσης σε λοίμωξη. Σε περίπτωση έκθεσης, ενδοφλέβια χορήγηση ανοσοσφαιρίνης έναντι ανεμοβλογιάς/ζωστήρα ή συλλεγμένης από πολλά άτομα ανοσοσφαιρίνης. Σε περίπτωση εμφάνισης ανεμοβλογιάς, θεραπεία με αντιικά.
-
Καταστολή άξονα Υποθάλαμος - Υπόφυση - Επινεφρίδια (ΥΥΕ) / Σύνδρομο στέρησηςΟξεία φλοιοεπινεφριδιακή ανεπάρκειαΠληθυσμόςΑσθενείς που λαμβάνουν μακροχρόνια γλυκοκορτικοειδήΑποφυγή αιφνίδιας ή απότομης μείωσης της δόσης των γλυκοκορτικοστεροειδών.
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
swap_horiz
Αλληλεπιδράσεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
-
Κετοκοναζόλη, Ιτρακοναζόλη (ισχυροί αναστολείς CYP3A4)προσοχήΑύξηση συστηματικής έκθεσης στη βουδεσονίδη (αρκετές φορές). Αξιοσημείωτες αυξήσεις στα επίπεδα του πλάσματος (κατά μέσο όρο τέσσερις φορές) με ιτρακοναζόλη 200 mg ημερησίως και βουδεσονίδη 1.000 μg εφάπαξ δόση.ΣύστασηΠρέπει να αποφεύγεται ο συνδυασμός. Εάν δεν είναι δυνατό, το χρονικό διάστημα μεταξύ των θεραπειών πρέπει να είναι όσο το δυνατόν μεγαλύτερο και πρέπει να εξεταστεί η μείωση της δόσης της βουδεσονίδης.
-
Άλλοι ισχυροί αναστολείς CYP3A4 ή αναστολείς της HIV πρωτεάσηςπροσοχήΠιθανή σημαντική αύξηση των επιπέδων της βουδεσονίδης στο πλάσμα.ΣύστασηΊδια σύσταση με κετοκοναζόλη/ιτρακοναζόλη (αποφυγή ή μείωση δόσης βουδεσονίδης).
-
Οιστρογόνα και αντισυλληπτικά στεροειδήπαρακολούθησηΠαρατηρήθηκαν αυξημένες συγκεντρώσεις στο πλάσμα και ενισχυμένες επιδράσεις των κορτικοστεροειδών (γενικά). Δεν παρατηρήθηκαν επιδράσεις με βουδεσονίδη και ταυτόχρονη λήψη συνδυασμού χαμηλής δόσης από του στόματος αντισυλληπτικών.
-
ACTH stimulation testπροσοχήΨευδή αποτελέσματα (χαμηλές τιμές) για τη διάγνωση της υποφυσιακής ανεπάρκειας λόγω καταστολής της λειτουργίας των επινεφριδίων.ΣύστασηΝα λαμβάνεται υπόψη κατά τη διενέργεια του τεστ.
-
προσοχήΜείωση της δραστικότητας των κορτικοειδών.
-
Οινόπνευμα, Μη στεροειδή αντιφλεγμονώδη (ΜΣΑΦ)προσοχήΕνίσχυση της ελκογόνου δράσης των κορτικοειδών.
-
Καλιοπενικά διουρητικάπροσοχήΕνίσχυση της υποκαλιαιμίας.
-
ΔακτυλίτιδαπροσοχήΑύξηση του κινδύνου τοξικού δακτυλιδισμού (λόγω υποκαλιαιμίας).
-
Κουμαρινικά αντιπηκτικάπαρακολούθησηΜείωση ή ενίσχυση της δράσης τους.ΣύστασηΠαρακολούθηση INR/PT.
-
Ινσουλίνη ή αντιδιαβητικά από του στόματοςπροσοχήΑπαιτείται αύξηση των δόσεων τους.ΣύστασηΑύξηση δόσεων ινσουλίνης ή αντιδιαβητικών από του στόματος.
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
sick
Ανεπιθύμητες ενέργειες
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
- Καντιντίαση του στοματοφάρυγγα (Συχνές)
- Πνευμονία (σε ασθενείς με ΧΑΠ) (Συχνές)
- Ευαισθησία στις λοιμώξεις και εξάπλωση μικροβιακών φλεγμονών (Μη γνωστές)
- Άμεσες και όψιμες αντιδράσεις υπερευαισθησίας, συμπεριλαμβανομένου του εξανθήματος, της δερματίτιδας εξ επαφής, της κνίδωσης, του αγγειοοιδήματος και των αναφυλακτικών αντιδράσεων (Σπάνιες)
- Σημεία και συμπτώματα συστηματικών αντιδράσεων των κορτικοστεροειδών, συμπεριλαμβανομένης της καταστολής των επινεφριδίων και της καθυστερημένης ανάπτυξης (Σπάνιες)
- Ιατρογενές σύνδρομο Cushing (Μη γνωστές)
- Τρόμος
- Καλοήθης ενδοκρανιακή υπέρταση (Μη γνωστές)
- Γλαύκωμα
- Καταρράκτης (Όχι συχνές)
- Αύξηση ενδοφθάλμιας πίεσης (Μη γνωστές)
- Άγχος
- Κατάθλιψη
- Ψυχοκινητική υπερδραστηριότητα (Σπάνιες)
- Διαταραχές ύπνου (Σπάνιες)
- Επιθετικότητα (Σπάνιες)
- Διαταραχές της συμπεριφοράς (κυρίως στα παιδιά) (Σπάνιες)
- Ψυχωσικές εκδηλώσεις (νευρικότητα, ανησυχία) (Μη γνωστές)
- Βήχας
- Βρογχόσπασμος
- Βράγχος φωνής (Συχνές)
- Ερεθισμός του λαιμού (Συχνές)
- Δυσφωνία (Σπάνιες)
- Βράγχος φωνής (παιδιατρικός πληθυσμός) (Σπάνιες)
- Παράδοξος βρογχόσπασμος (Πολύ σπάνιες)
- Μώλωπες (Σπάνιες)
- Μυϊκός σπασμός
- Αρνητικό ισοζύγιο αζώτου και ασβεστίου με οστεοπόρωση (Μη γνωστές)
- Κατακράτηση νατρίου και ύδατος (Μη γνωστές)
- Απορύθμιση σακχαρώδη διαβήτη (Μη γνωστές)
- Υποκαλιαιμία
- Υπέρταση
- Πεπτικό έλκος (Μη γνωστές)
- Συγκάλυψη οξείας χειρουργικής κοιλίας (αθόρυβη περιτονίτιδα σε περιπτώσεις διάτρησης) (Μη γνωστές)
Λεπτομέρειες κατά συχνότητα expand_more
-
ΣυχνέςΒήχαςΑναπνευστικό
-
ΣυχνέςΒράγχος φωνήςΑναπνευστικό
-
ΣυχνέςΕρεθισμός του λαιμούΑναπνευστικό
-
ΣυχνέςΚαντιντίαση στοματοφάρυγγαΛοιμώξεις
-
ΣυχνέςΠνευμονίαΛοιμώξεις
-
Όχι συχνέςΆγχοςΨυχιατρικές
-
Όχι συχνέςΚατάθλιψηΨυχιατρικές
-
Όχι συχνέςΚαταρράκτηςΟφθαλμικές
-
Όχι συχνέςΜυϊκός σπασμόςΜυοσκελετικό
-
Όχι συχνέςΤρόμοςΝευρικό
-
ΣπάνιεςΆμεσες και όψιμες αντιδράσεις υπερευαισθησίας (εξάνθημα, δερματίτιδα εξ επαφής, κνίδωση, αγγειοοίδημα, αναφυλακτικές αντιδράσεις)Διαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος
-
ΣπάνιεςΒρογχόσπασμοςΑναπνευστικό
-
ΣπάνιεςΔιαταραχές συμπεριφοράςΨυχιατρικές
-
ΣπάνιεςΔιαταραχές ύπνουΨυχιατρικές
-
ΣπάνιεςΔυσφωνίαΑναπνευστικό
-
ΣπάνιεςΕπιθετικότηταΨυχιατρικές
-
ΣπάνιεςΜώλωπεςΤραυματισμοί
-
ΣπάνιεςΣημεία και συμπτώματα συστηματικών αντιδράσεων των κορτικοστεροειδών (καταστολή των επινεφριδίων, καθυστερημένη ανάπτυξη)Διαταραχές του ενδοκρινικού συστήματος
-
ΣπάνιεςΨυχοκινητική υπερδραστηριότηταΨυχιατρικές
-
Πολύ σπάνιεςΠαράδοξος βρογχόσπασμοςΑναπνευστικό
-
Μη γνωστέςΑθόρυβη περιτονίτιδαΓαστρεντερικό
-
Μη γνωστέςΑπορύθμιση σακχαρώδη διαβήτηΔιαταραχές του μεταβολισμού και της θρέψης
-
Μη γνωστέςΑρνητικό ισοζύγιο αζώτου και ασβεστίου με οστεοπόρωσηΔιαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και του συνδετικού ιστού
-
Μη γνωστέςΑύξηση ενδοφθάλμιας πίεσηςΟφθαλμικές
-
Μη γνωστέςΓλαύκωμαΟφθαλμικές
-
Μη γνωστέςΔιάτρησηΓαστρεντερικό
-
Μη γνωστέςΕξάπλωση μικροβιακών φλεγμονώνΛοιμώξεις
-
Μη γνωστέςΕυαισθησία στις λοιμώξειςΛοιμώξεις
-
Μη γνωστέςΙατρογενές σύνδρομο CushingΔιαταραχές του ενδοκρινικού συστήματος
-
Μη γνωστέςΚαλοήθης ενδοκρανιακή υπέρτασηΝευρικό
-
Μη γνωστέςΚατακράτηση νατρίουΜεταβολισμός
-
Μη γνωστέςΚατακράτηση ύδατοςΝεφρά/Ουροποιητικό
-
Μη γνωστέςΠεπτικό έλκοςΓαστρεντερικό
-
Μη γνωστέςΣυγκάλυψη οξείας χειρουργικής κοιλίαςΓαστρεντερικό
-
Μη γνωστέςΥπέρτασηΑγγειακές
-
Μη γνωστέςΥποκαλιαιμίαΜεταβολισμός
-
Μη γνωστέςΨυχωσικές εκδηλώσεις (νευρικότητα, ανησυχία)Ψυχιατρικές διαταραχές
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
pregnant_woman
Κύηση / Γαλουχία
ΠΧΠ (SPC)
Επίπεδο κινδύνου: Με προσοχή
expand_more
Κύηση / Γαλουχία
-
ΚύησηΠρέπει να αξιολογείται τακτικά και να διατηρείται στη χαμηλότερη αποτελεσματική δόση. Το όφελος χορήγησης για τη μητέρα πρέπει να εκτιμάται έναντι των κινδύνων για το βρέφος.Τα περισσότερα αποτελέσματα από προοπτικές επιδημιολογικές μελέτες και από την εμπειρία μετά την κυκλοφορία του προϊόντος δεν ήταν σε θέση να επιβεβαιώσουν αυξημένο κίνδυνο ανεπιθύμητων ενεργειών για το έμβρυο και το νεογνό. Μελέτες σε πειραματόζωα έχουν δείξει ότι τα γλυκοκορτικοστεροειδή προκαλούν δυσπλασίες, αλλά αυτό δεν είναι πιθανόν να έχει σχέση με τις συνιστώμενες δόσεις στους ανθρώπους. Αν η θεραπεία με γλυκοκορτικοστεροειδή κριθεί αναπόφευκτη, προτιμώνται τα εισπνεόμενα λόγω ασθενέστερης συστηματικής δράσης.
-
ΓαλουχίαΜπορεί να χρησιμοποιηθεί κατά τη διάρκεια του θηλασμού.Η βουδεσονίδη απεκκρίνεται στο μητρικό γάλα, αλλά όταν το Βουδεσονίδη Turbuhaler χορηγείται σε θεραπευτικές δόσεις δεν αναμένονται επιδράσεις στα παιδιά που θηλάζουν. Η θεραπεία συντήρησης με εισπνεόμενη βουδεσονίδη (200 ή 400 mcg δύο φορές ημερησίως) οδηγεί σε αμελητέα συστηματική έκθεση των βρεφών. Η εκτιμώμενη ημερήσια δόση στα νεογνά ήταν 0,3% της μητρικής δόσης και η μέση συγκέντρωση στο πλάσμα σε βρέφη εκτιμάται ότι είναι 1/600ο των συγκεντρώσεων της μητέρας.
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
e911_emergency
Υπερδοσολογία
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Υπερδοσολογία
- καταστολή της λειτουργίας του άξονα υποθάλαμου-υπόφυσης-επινεφριδίων
directions_car
Επίδραση στην οδήγηση
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Επίδραση στην οδήγηση
science
Έκδοχα
ΠΧΠ (SPC) §2 & §6.1
expand_more
Έκδοχα
biotech
Φαρμακολογία
Φαρμακοδυναμική & Φαρμακοκινητική
expand_more
Φαρμακολογία
Μηχανισμός δράσης
Η βουδεσονίδη είναι γλυκοκορτικοστεροειδές με ισχυρή τοπική αντιφλεγμονώδη δράση, με χαμηλότερη συχνότητα και σοβαρότητα ανεπιθύμητων ενεργειών από εκείνες που παρατηρούνται με τα από του στόματος κορτικοστεροειδή.
Ο ακριβής μηχανισμός δράσης των γλυκοκορτικοστεροειδών στη θεραπεία του άσθματος και της χρόνιας αποφρακτικής πνευμονοπάθειας δεν είναι πλήρως κατανοητός. Οι αντιφλεγμονώδεις δράσεις, όπως η αναστολή της απελευθέρωσης των μεσολαβητών της φλεγμονής και η αναστολή της ανοσολογικής απάντησης που υποκινείται από την μεσολάβηση των κυτοκινών, είναι πιθανόν σημαντικές. Η ενδογενής δραστικότητα της βουδεσονίδης, μετρούμενη σαν βαθμός χημικής συγγένειας με τους υποδοχείς των γλυκοκορτικοειδών, είναι περίπου 15 φορές υψηλότερη από εκείνη της πρεδνιζολόνης.
Μία κλινική μελέτη σε ασθματικούς ασθενείς που συνέκρινε την εισπνεόμενη και συστηματικά χορηγούμενη βουδεσονίδη με εικονικό φάρμακο έδειξε στατιστικά σημαντική αποτελεσματικότητα της εισπνεόμενης βουδεσονίδης και όχι της συστηματικά χορηγούμενης. Έτσι το θεραπευτικό αποτέλεσμα που επιτυγχάνεται, όταν χορηγούνται οι συνήθεις δόσεις εισπνεόμενης βουδεσονίδης, εξηγείται κυρίως από την απ’ ευθείας δράση τους στο αναπνευστικό σύστημα.
Η βουδεσονίδη έδειξε αντιαναφυλακτική και αντιφλεγμονώδη δράση σε μελέτες πρόκλησης επί πειραματόζωων και ασθενών, που εκδηλώθηκαν με μειωμένη βρογχική απόφραξη, τόσο κατά την άμεση όσο και κατά τη βραδεία φάση της αλλεργικής αντίδρασης.
Φαρμακοδυναμικές επιδράσεις
Αντιδραστικότητα αεραγωγών Η βουδεσονίδη φάνηκε επίσης ότι ελαττώνει την αντιδραστικότητα των αεραγωγών στην ισταμίνη και τη μεταχολίνη, σε υπερευαίσθητους ασθενείς.
Άσθμα προκαλούμενο από άσκηση Η θεραπεία με βουδεσονίδη σε εισπνοές, χορηγούμενη δύο φορές ημερησίως, έχει χρησιμοποιηθεί αποτελεσματικά για την πρόληψη του άσθματος μετά από άσκηση.
Παροξυσμοί άσθματος Η εισπνεόμενη βουδεσονίδη, χορηγούμενη δύο φορές ημερησίως, έχει δείξει ότι επιδρά αποτελεσματικά στην πρόληψη των παροξυσμών του άσθματος σε παιδιά και ενήλικες.
Χρόνια αποφρακτική πνευμονοπάθεια Σε ενήλικες ασθενείς με ηπίου έως μετρίου βαθμού χρόνια αποφρακτική πνευμονοπάθεια, η αγωγή με Βουδεσονίδη Turbuhaler 400 mcg δύο φορές ημερησίως έδειξε, συγκριτικά με το εικονικό φάρμακο βραχυχρόνια επιβράδυνση της προοδευτικής μείωσης της FEV1.
Κλινική ασφάλεια
Παιδιατρικός πληθυσμός Εξετάσεις με συσκευή οπτικών ινών πραγματοποιήθηκαν σε 157 παιδιά (ηλικίας 5-16 ετών), που λάμβαναν μια μέση ημερήσια δόση των 504 μg για 3-6 χρόνια. Η εισπνεόμενη βουδεσονίδη δε συσχετίστηκε με αυξημένη εμφάνιση του οπίσθιου υποκαψικού καταρράκτη.
Επίδραση στη συγκέντρωση της κορτιζόλης στο πλάσμα Μελέτες σε υγιείς εθελοντές με Βουδεσονίδη Turbuhaler έδειξαν δοσοεξαρτώμενες επιδράσεις στα επίπεδα της κορτιζόλης του πλάσματος και των ούρων. Στις συνιστώμενες δόσεις, το Βουδεσονίδη Turbuhaler προκαλεί σημαντικά μικρότερη επίδραση στη λειτουργία των επινεφριδίων απ’ ότι η πρεδνιζολόνη 10 mg, όπως φάνηκε από μελέτες διέγερσης των επινεφριδίων μετά από χορήγηση ACTH.
Ανάπτυξη Έχει παρατηρηθεί στην αρχή μια μικρή αλλά γενικά παροδική μείωση στην ανάπτυξη (περίπου 1 cm), η οποία συνήθως παρουσιάζεται μέσα στον πρώτο χρόνο θεραπείας. Μακροχρόνιες μελέτες σε κλινικό περιβάλλον υποδεικνύουν ότι τα παιδιά και οι έφηβοι που έλαβαν εισπνεόμενη βουδεσονίδη επιτυγχάνουν κατά μέσο όρο το αναμενόμενο ύψος ως ενήλικες. Ωστόσο, σε μια μακροχρόνια διπλή-τυφλή μελέτη, στην οποία η δόση της βουδεσονίδης δεν τιτλοποιήθηκε γενικά στην χαμηλότερη αποτελεσματική δόση (χορήγηση εισπνεόμενης βουδεσονίδης 400 mcg ημερησίως επί έως 6 έτη), τα παιδιά και οι έφηβοι που έλαβαν εισπνεόμενη βουδεσονίδη υπολείπονταν ως προς το ύψος κατά μέσο όρο 1,2 cm ως ενήλικες από εκείνους που τυχαιοποιήθηκαν σε εικονικό φάρμακο. (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις) σχετικά με την τιτλοποίηση στη χαμηλότερη αποτελεσματική δόση και την παρακολούθηση της ανάπτυξης των παιδιών.
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
Απορρόφηση
Μετά από την εισπνοή μέσω του Turbuhaler, η μέγιστη συγκέντρωση βουδεσονίδης στο πλάσμα (4,0 nmol/L μετά από μία δόση 800 μg) επιτυγχάνεται μέσα σε 30 λεπτά. Η μέγιστη συγκέντρωση στο πλάσμα και η επιφάνεια κάτω από το προφίλ της συγκέντρωσης πλάσματος-χρόνου (AUC) αυξάνονται γραμμικά με τη δόση, αλλά είναι ελαφρώς υψηλότερες (20-30%) μετά από επαναλαμβανόμενες δόσεις (θεραπεία 3 εβδομάδων) από ότι μετά από εφάπαξ δόση. Η εναπόθεση στους πνεύμονες σε υγιείς εθελοντές υπολογίστηκε σε 34% ± 10% της μετρούμενης δόσης (αριθμητικός μέσος όρος ± SD), ενώ 22% προσλήφθηκε στο επιστόμιο. Το υπόλοιπο (περίπου το 45% της μετρούμενης δόσης) καταπόθηκε. Η μέγιστη συγκέντρωση στο πλάσμα μετά από εισπνοή 1mg βουδεσονίδης είναι περίπου 3,5 nmol/L και επιτυγχάνεται σε διάστημα περίπου 20 λεπτών.
Κατανομή
Ο όγκος κατανομής της βουδεσονίδης είναι περίπου 3 L/kg. Η σύνδεση με τις πρωτεΐνες του πλάσματος κυμαίνεται μεταξύ 85-90%.
Βιομετασχηματισμός
Η ουσία υφίσταται εκτεταμένο βιομετασχηματισμό πρώτης διόδου (περίπου 90%) στο ήπαρ σε μεταβολίτες χαμηλής γλυκοκορτικοειδούς δραστικότητας. Η γλυκοκορτικοειδική δραστικότητα των κυριότερων μεταβολιτών της βουδεσονίδης, δηλ. της 6β-hydroxybudesonide και της 16α-hydroxy-prednisolone, είναι μικρότερη του 1% της μητρικής τους ουσίας. Η βουδεσονίδη απομακρύνεται μέσω μεταβολισμού και διασπάται κυρίως από το ένζυμο CYP3A4, μιας υποομάδας του κυτοχρώματος Ρ450.
Αποβολή
Οι μεταβολίτες της βουδεσονίδης απεκκρίνονται αμετάβλητοι ή σε συζευγμένη μορφή κυρίως από τους νεφρούς. Δεν έχει ανιχνευθεί στα ούρα αμετάβλητη βουδεσονίδη. Η βουδεσονίδη έχει υψηλή συστηματική κάθαρση (περίπου 1,2L/min) σε υγιείς ενήλικες και ο τελικός χρόνος ημίσειας ζωής της στο πλάσμα μετά από ενδοφλέβια χορήγηση είναι μεταξύ 2-3 ωρών.
Γραμμικότητα
Η κινητική της βουδεσονίδης στις κλινικά σημαντικές δόσεις είναι δοσοεξαρτώμενη.
Παιδιατρικός πληθυσμός
Η συστηματική κάθαρση της βουδεσονίδης είναι περίπου 0,5 L/min σε παιδιά ηλικίας 4 έως 6 ετών με άσθμα. Η κάθαρση ανά kg σωματικού βάρους των παιδιών είναι περίπου 50% μεγαλύτερη από αυτή των ενηλίκων. Ο τελικός χρόνος ημίσειας ζωής της βουδεσονίδης μετά την εισπνοή σε παιδιά με άσθμα είναι περίπου 2,3 ώρες. Περίπου ο ίδιος χρόνος ισχύει και στους υγιείς ενήλικες. Σε ασθματικά παιδιά που έλαβαν θεραπεία με Βουδεσονίδη Turbuhaler (800 μg εφάπαξ δόση), η συγκέντρωση στο πλάσμα έφτασε τη Cmax (4,85 nmol/L) 13,8 λεπτά μετά την εισπνοή, και στη συνέχεια μειώθηκε γρήγορα. Η AUC ήταν 10,3 nmol·h/L. Η τιμή για την AUC είναι γενικά συγκρίσιμη με αυτή που παρατηρήθηκε σε ενήλικες στην ίδια δόση, ωστόσο η τιμή Cmax τείνει να είναι υψηλότερη στα παιδιά. Η εναπόθεση στους πνεύμονες των παιδιών (31% της ονομαστικής δόσης) είναι παρόμοια με εκείνη που μετρήθηκε σε υγιείς ενήλικες (34% της ονομαστικής της δόσης).