BUDESONIDE(Βουδεσονίδη)
Ημίσεια ζωή
Ο χρόνος στον οποίο η συγκέντρωση του φαρμάκου στο πλάσμα πέφτει στο μισό. Από αυτόν προκύπτει κάθε πότε δίνεται: το μεσοδιάστημα των δόσεων ακολουθεί χονδρικά την ημιζωή, οπότε μικρή ημιζωή σημαίνει πολλές δόσεις την ημέρα και μεγάλη ημιζωή μία δόση ημερησίως ή αραιότερα. Σταθερά επίπεδα στο αίμα επιτυγχάνονται μετά από 4-5 ημιζωές. Ο κανόνας είναι ενδεικτικός — οι μορφές παρατεταμένης αποδέσμευσης και η εγκεκριμένη δοσολογία της ΠΧΠ υπερισχύουν.
Κατά την πηγή: 2-3 ωρών
- DrugBank: 2.0 και 3.6 ώρες
- PubChem: 2-3.6 ώρες
Δέσμευση πρωτεϊνών
Το ποσοστό του φαρμάκου που κυκλοφορεί δεσμευμένο σε πρωτεΐνες του πλάσματος. Δρα μόνο το ελεύθερο κλάσμα, γι' αυτό η υψηλή δέσμευση αυξάνει τον κίνδυνο αλληλεπιδράσεων εκτόπισης.
Απέκκριση
Η κύρια οδός αποβολής του φαρμάκου. Δείχνει πού χρειάζεται προσαρμογή δόσης — σε νεφρική ή σε ηπατική ανεπάρκεια.
Καθαρίζει (~5×t½)
Φαρμακοκινητική εκτίμηση, όχι κλινικός κανόνας. Μετά από 5 ημιζωές έχει αποβληθεί πάνω από το 95% της ουσίας από το πλάσμα. Ο αριθμός προκύπτει αυτόματα από τη μεγαλύτερη ημιζωή που αναφέρει η πηγή — συχνά την τελική φάση αποβολής ή την κατανομή στους ιστούς — γι' αυτό μπορεί να δείχνει εβδομάδες ή μήνες. ΔΕΝ είναι το διάστημα διακοπής πριν από επέμβαση ή πριν από φάρμακο που αλληλεπιδρά: αυτό καθορίζεται από τη φαρμακοδυναμική (η ασπιρίνη δρα στα αιμοπετάλια αφού φύγει από το πλάσμα), τους ενεργούς μεταβολίτες, τις μορφές depot, τη νεφρική και ηπατική λειτουργία, τον κίνδυνο της επέμβασης και τον λόγο της αγωγής. Ακολουθήστε την ΠΧΠ και το πρωτόκολλο της επέμβασης.
Σκευάσματα και τιμές
Ενδείξεις κατά έγγραφο
Ατομικές ενδείξεις όπως δηλώνονται στα πιστοποιημένα κείμενα των SPC, με τεκμηρίωση
- Φόρτωση…
Πληροφορίες Συνταγογράφησης
Επιμελημένα δεδομένα από το SPC
clinical_notes
Ενδείξεις
ΠΧΠ (SPC) §4.1
expand_more
Ενδείξεις
-
Βρογχικό άσθμα
σε: Ασθενείς
- J45 Άσθμα
-
Χρόνια αποφρακτική πνευμονοπάθεια (ΧΑΠ)
σε: Ασθενείς
Η συστηματική χρήση μπορεί βραχυχρόνια να περιορίσει την προοδευτική μείωση του FEV.
- J44 Άλλη χρόνια αποφρακτική πνευμονοπάθεια
medication
Μορφή & Εμφάνιση
ΠΧΠ (SPC) §3 · περιγραφή σκευάσματος PULMICORT
expand_more
Μορφή & Εμφάνιση
medication
Δοσολογία
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Δοσολογία
- Οδός: εισπνοή
- Χορήγηση: δύο φορές ημερησίως, άπαξ ημερησίως, 3-4 χορηγήσεις κατά τη διάρκεια της ημέρας
- Δόση έναρξης: 100-400 mcg δύο φορές ημερησίως ή 200-400 mcg άπαξ ημερησίως
- Τιτλοποίηση: Μετά από την επίτευξη του θεραπευτικού αποτελέσματος, η δόση συντήρησης θα πρέπει να ελαττώνεται προοδευτικά μέχρι την μικρότερη εκείνη που είναι αναγκαία για τον έλεγχο των συμπτωμάτων. Κατά τη διάρκεια της μετάτασης από του στόματος χορηγούμενων κορτικοειδών σε Βουδεσονίδη Turbuhaler, ο ασθενής πρέπει να είναι σε σχετικά σταθερή φάση. Μια υψηλή δόση Βουδεσονίδη Turbuhaler δίνεται τότε, σε συνδυασμό με την από του στόματος δόση των στεροειδών που ήδη χρησιμοποιείται, για περίπου 10 ημέρες. Μετά από αυτό, η από του στόματος δόση στεροειδών πρέπει να μειώνεται σταδιακά (για παράδειγμα από 2,5 χιλιοστόγραμμα πρεδνιζολόνης ή το ισοδύναμο κάθε μήνα) στο χαμηλότερο δυνατό επίπεδο. Σε πολλές περιπτώσεις, το από του στόματος στεροειδές είναι δυνατόν να υποκατασταθεί πλήρως με το Βουδεσονίδη Turbuhaler.
-
ΕνήλικεςΔόση100-1.600 mcg ημερησίωςΔόση συντήρησης
-
Παιδιά ηλικίας από 5 ετών και άνωΔόση100-800 mcg ημερησίωςΔόση συντήρησης
-
Ενήλικες (Χρόνια αποφρακτική πνευμονοπάθεια)Δόση400 mcgδύο φορές ημερησίως
-
Ασθενείς με βαρύ άσθμα και παροξυσμούςΔόσηΗ ημερήσια δόση κατανέμεται σε 3-4 χορηγήσεις
-
Ενήλικες με ήπιο έως μέτριο άσθμα που λαμβάνουν δόση συντήρησης 100-400 mcg δύο φορές ημερησίωςΔόσηΜπορεί να εξεταστεί η άπαξ ημερήσια χορήγησηΜπορεί να χορηγηθεί το πρωί ή το βράδυ
-
Παιδιά ηλικίας από πέντε ετών και άνω με ήπιο έως μέτριο άσθμα που λαμβάνουν δόση συντήρησης 100-200 mcg δύο φορές ημερησίωςΔόσηΜπορεί να εξεταστεί η άπαξ ημερήσια χορήγησηΜπορεί να χορηγηθεί το πρωί ή το βράδυ
-
Ασθενείς που υποβάλλονται σε θεραπεία με μη-στεροειδή φάρμακα και ασθενείς που ελέγχονται επαρκώς με εισπνεόμενα γλυκοκορτικοστεροειδήΔόσηΜπορεί να δοθεί άπαξ ημερήσια χορήγηση
-
Ασθενείς που δεν ανταποκρίνονται ικανοποιητικά στη δόση έναρξης (Βρογχικό άσθμα)ΔόσηΥψηλότερες δόσειςΜπορούν να εξασφαλίσουν επιπρόσθετο όφελος
-
Μικρά παιδιάΘα πρέπει να βρίσκονται υπό επίβλεψη και να διασφαλίζεται ότι μπορούν ν' ακολουθήσουν τις οδηγίες χρήσης.
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
block
Αντενδείξεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Αντενδείξεις
-
Υπερευαισθησία στη δραστική ουσία βουδεσονίδη
-
Γαστροδωδεκαδακτυλικό έλκος
-
Απλός έρπητας οφθαλμών
-
Γλαύκωμα
-
Εκσεσημασμένη οστεοπόρωση
-
Σακχαρώδης διαβήτης
-
Ψυχώσεις
-
Αμέσως πριν και μετά από προφυλακτικό εμβολιασμό
-
Καρδιοπάθεια ή υπέρταση με συμφορητική καρδιακή ανεπάρκεια
-
Συστηματική μυκητίαση
-
Φυματίωση
-
Βαριά νεφροπάθεια
-
Λοιμώδη νοσήματα
-
Αιμορραγική διάθεση
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
warning
Προειδοποιήσεις & Προφυλάξεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Προειδοποιήσεις & Προφυλάξεις
-
Επινεφριδιακή ανεπάρκεια και συμπτώματα διακοπής από του στόματος κορτικοειδώνΠληθυσμόςΑσθενείς εξαρτημένοι με από του στόματος χορηγούμενα κορτικοειδή κατά τη μετάταση σε Βουδεσονίδη TurbuhalerΣυνέχιση θεραπείας με Βουδεσονίδη Turbuhaler, έλεγχος για κλινικά σημεία επινεφριδιακής ανεπάρκειας. Σταδιακή αύξηση δόσης από του στόματος κορτικοειδών αν ένδειξη ανεπάρκειας, μετά πιο αργός ρυθμός διακοπής. Χορήγηση συμπληρωματικής θεραπείας από του στόματος κορτικοειδών σε περιόδους σωματικής καταπόνησης ή σοβαρής ασθματικής κρίσης. Εξειδικευμένη θεραπεία για αλλεργικά/αρθριτικά συμπτώματα. Παροδική αύξηση δόσης από του στόματος γλυκοκορτικοειδών για κόπωση, κεφαλαλγία, ναυτία, έμετο. Καθοδήγηση ασθενών να φέρουν κάρτα προειδοποίησης χορήγησης στεροειδών. Η θεραπεία δεν πρέπει να διακόπτεται απότομα.
-
Συστηματικές επιδράσεις εισπνεόμενων κορτικοστεροειδώνΛιγότερο πιθανές από τα από του στόματος χορηγούμενα κορτικοειδήΠληθυσμόςΑσθενείς που λαμβάνουν υψηλές δόσεις για μεγάλες χρονικές περιόδουςΡύθμιση δόσης εισπνεόμενου κορτικοστεροειδούς στη μικρότερη δόση που διατηρεί τον αποτελεσματικό έλεγχο του άσθματος.
-
Οξείες εξάρσεις του άσθματοςΠληθυσμόςΑσθενείς με άσθμαΜπορεί να χρειαστεί αύξηση της δόσης του Βουδεσονίδη Turbuhaler, ή επιπρόσθετη θεραπεία με από του στόματος κορτικοειδή ή/και αντιβιοτική αγωγή. Χρήση βραχείας δράσης εισπνεόμενου βρογχοδιασταλτικού ως θεραπεία διάσωσης. Αν αναποτελεσματικότητα/αύξηση χρήσης βρογχοδιασταλτικού, αναζήτηση ιατρικής συμβουλής για πιθανή αύξηση δόσης βουδεσονίδης, προσθήκη μακράς δράσης β-αγωνιστή ή χορήγηση από του στόματος γλυκοκορτικοστεροειδούς. Το Βουδεσονίδη Turbuhaler δεν προορίζεται για άμεση ανακούφιση οξέων επεισοδίων.
-
Λοιμώξεις (πνευμονική φυματίωση, μυκητιασικές ή ιογενείς)ΠληθυσμόςΑσθενείς με ενεργή ή λανθάνουσα πνευμονική φυματίωση, μυκητιασικές ή ιογενούς αιτιολογίας λοιμώξεις των αεραγωγώνΙδιαίτερη προσοχή κατά τη χορήγηση. Συνέχιση τακτικής αντιασθματικής θεραπείας σε ιογενή λοίμωξη ανώτερου αναπνευστικού. Εξέταση χορήγησης από του στόματος κορτικοειδούς για βραχύ διάστημα σε άτομα με ταχεία επιδείνωση άσθματος κατά τη διάρκεια ιογενούς λοίμωξης.
-
Καντιντίαση στόματοςΠληθυσμόςΑσθενείς που λαμβάνουν εισπνεόμενα κορτικοστεροειδήΚατάλληλη αντιμυκητιασική θεραπεία. Σε κάποιους ασθενείς μπορεί να κριθεί απαραίτητη η διακοπή της θεραπείας (βλ. Δοσολογία). Ξέπλυμα στόματος με νερό μετά τη λήψη της δόσης για ελαχιστοποίηση πιθανοτήτων.
-
Παράδοξος βρογχόσπασμοςΆμεση επιδείνωση συριγμούΔιακοπή θεραπείας με εισπνεόμενη βουδεσονίδη αμέσως. Αξιολόγηση ασθενούς και έναρξη εναλλακτικής θεραπείας αν απαραίτητο.
-
Πνευμονία σε ασθενείς με ΧΑΠΑυξημένος κίνδυνοςΠληθυσμόςΑσθενείς με ΧΑΠ που λαμβάνουν εισπνεόμενα κορτικοστεροειδήΟι γιατροί θα πρέπει να παραμένουν σε εγρήγορση για πιθανή ανάπτυξη πνευμονίας, ειδικά σε ασθενείς με παράγοντες κινδύνου (κάπνισμα, μεγαλύτερη ηλικία, χαμηλό ΔΜΣ, σοβαρή ΧΑΠ).
-
Επίδραση στην ανάπτυξη (παιδιατρικός πληθυσμός)Καθυστέρηση της ανάπτυξηςΠληθυσμόςΠαιδιά που λαμβάνουν μακροχρόνια θεραπεία με εισπνεόμενα κορτικοστεροειδήΕάν η ανάπτυξη επιβραδύνεται, αξιολόγηση θεραπείας με στόχο τη μείωση της δόσης του εισπνεόμενου κορτικοστεροειδούς. Στάθμιση οφέλους/κινδύνου. Εξέταση παραπομπής σε ειδικό για το αναπνευστικό σύστημα παιδίατρο.
-
Ηπατική δυσλειτουργίαΑυξημένη συστηματική έκθεσηΠληθυσμόςΑσθενείς με μειωμένη ηπατική λειτουργία, ειδικά σοβαρήΕγρήγορση για πιθανές συστηματικές ανεπιθύμητες ενέργειες. Αποφυγή ταυτόχρονης χρήσης κετοκοναζόλης, ιτρακοναζόλης, αναστολέων της HIV πρωτεάσης ή άλλων ισχυρών αναστολέων CYP3A4. Αν όχι εφικτό, μεγαλύτερη περίοδος μεταξύ θεραπειών και εξέταση μείωσης της δόσης της βουδεσονίδης (βλ. Αλληλεπιδράσεις).
-
Λοιμώξεις σε ανοσοκατασταλμένους ασθενείς (ανεμοβλογιά, ιλαρά)Σοβαρή ή θανατηφόρα πορείαΠληθυσμόςΠαιδιά και ενήλικες υπό ανοσοκατασταλτική θεραπεία ή χωρίς ανοσία σε ανεμοβλογιά/ιλαράΑποφυγή έκθεσης σε λοίμωξη. Σε περίπτωση έκθεσης, ενδοφλέβια χορήγηση ανοσοσφαιρίνης έναντι ανεμοβλογιάς/ζωστήρα ή συλλεγμένης από πολλά άτομα ανοσοσφαιρίνης. Σε περίπτωση εμφάνισης ανεμοβλογιάς, θεραπεία με αντιικά.
-
Καταστολή άξονα Υποθάλαμος - Υπόφυση - Επινεφρίδια (ΥΥΕ) / Σύνδρομο στέρησηςΟξεία φλοιοεπινεφριδιακή ανεπάρκειαΠληθυσμόςΑσθενείς που λαμβάνουν μακροχρόνια γλυκοκορτικοειδήΑποφυγή αιφνίδιας ή απότομης μείωσης της δόσης των γλυκοκορτικοστεροειδών.
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
swap_horiz
Αλληλεπιδράσεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
-
Κετοκοναζόλη, Ιτρακοναζόλη (ισχυροί αναστολείς CYP3A4)προσοχήΑύξηση συστηματικής έκθεσης στη βουδεσονίδη (αρκετές φορές). Αξιοσημείωτες αυξήσεις στα επίπεδα του πλάσματος (κατά μέσο όρο τέσσερις φορές) με ιτρακοναζόλη 200 mg ημερησίως και βουδεσονίδη 1.000 μg εφάπαξ δόση.ΣύστασηΠρέπει να αποφεύγεται ο συνδυασμός. Εάν δεν είναι δυνατό, το χρονικό διάστημα μεταξύ των θεραπειών πρέπει να είναι όσο το δυνατόν μεγαλύτερο και πρέπει να εξεταστεί η μείωση της δόσης της βουδεσονίδης.
-
Άλλοι ισχυροί αναστολείς CYP3A4 ή αναστολείς της HIV πρωτεάσηςπροσοχήΠιθανή σημαντική αύξηση των επιπέδων της βουδεσονίδης στο πλάσμα.ΣύστασηΊδια σύσταση με κετοκοναζόλη/ιτρακοναζόλη (αποφυγή ή μείωση δόσης βουδεσονίδης).
-
Οιστρογόνα και αντισυλληπτικά στεροειδήπαρακολούθησηΠαρατηρήθηκαν αυξημένες συγκεντρώσεις στο πλάσμα και ενισχυμένες επιδράσεις των κορτικοστεροειδών (γενικά). Δεν παρατηρήθηκαν επιδράσεις με βουδεσονίδη και ταυτόχρονη λήψη συνδυασμού χαμηλής δόσης από του στόματος αντισυλληπτικών.
-
ACTH stimulation testπροσοχήΨευδή αποτελέσματα (χαμηλές τιμές) για τη διάγνωση της υποφυσιακής ανεπάρκειας λόγω καταστολής της λειτουργίας των επινεφριδίων.ΣύστασηΝα λαμβάνεται υπόψη κατά τη διενέργεια του τεστ.
-
προσοχήΜείωση της δραστικότητας των κορτικοειδών.
-
Οινόπνευμα, Μη στεροειδή αντιφλεγμονώδη (ΜΣΑΦ)προσοχήΕνίσχυση της ελκογόνου δράσης των κορτικοειδών.
-
Καλιοπενικά διουρητικάπροσοχήΕνίσχυση της υποκαλιαιμίας.
-
ΔακτυλίτιδαπροσοχήΑύξηση του κινδύνου τοξικού δακτυλιδισμού (λόγω υποκαλιαιμίας).
-
Κουμαρινικά αντιπηκτικάπαρακολούθησηΜείωση ή ενίσχυση της δράσης τους.ΣύστασηΠαρακολούθηση INR/PT.
-
Ινσουλίνη ή αντιδιαβητικά από του στόματοςπροσοχήΑπαιτείται αύξηση των δόσεων τους.ΣύστασηΑύξηση δόσεων ινσουλίνης ή αντιδιαβητικών από του στόματος.
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
sick
Ανεπιθύμητες ενέργειες
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
- Καντιντίαση του στοματοφάρυγγα (Συχνές)
- Πνευμονία (σε ασθενείς με ΧΑΠ) (Συχνές)
- Ευαισθησία στις λοιμώξεις και εξάπλωση μικροβιακών φλεγμονών (Μη γνωστές)
- Άμεσες και όψιμες αντιδράσεις υπερευαισθησίας, συμπεριλαμβανομένου του εξανθήματος, της δερματίτιδας εξ επαφής, της κνίδωσης, του αγγειοοιδήματος και των αναφυλακτικών αντιδράσεων (Σπάνιες)
- Σημεία και συμπτώματα συστηματικών αντιδράσεων των κορτικοστεροειδών, συμπεριλαμβανομένης της καταστολής των επινεφριδίων και της καθυστερημένης ανάπτυξης (Σπάνιες)
- Ιατρογενές σύνδρομο Cushing (Μη γνωστές)
- Τρόμος
- Καλοήθης ενδοκρανιακή υπέρταση (Μη γνωστές)
- Γλαύκωμα
- Καταρράκτης (Όχι συχνές)
- Αύξηση ενδοφθάλμιας πίεσης (Μη γνωστές)
- Άγχος
- Κατάθλιψη
- Ψυχοκινητική υπερδραστηριότητα (Σπάνιες)
- Διαταραχές ύπνου (Σπάνιες)
- Επιθετικότητα (Σπάνιες)
- Διαταραχές της συμπεριφοράς (κυρίως στα παιδιά) (Σπάνιες)
- Ψυχωσικές εκδηλώσεις (νευρικότητα, ανησυχία) (Μη γνωστές)
- Βήχας
- Βρογχόσπασμος
- Βράγχος φωνής (Συχνές)
- Ερεθισμός του λαιμού (Συχνές)
- Δυσφωνία (Σπάνιες)
- Βράγχος φωνής (παιδιατρικός πληθυσμός) (Σπάνιες)
- Παράδοξος βρογχόσπασμος (Πολύ σπάνιες)
- Μώλωπες (Σπάνιες)
- Μυϊκός σπασμός
- Αρνητικό ισοζύγιο αζώτου και ασβεστίου με οστεοπόρωση (Μη γνωστές)
- Κατακράτηση νατρίου και ύδατος (Μη γνωστές)
- Απορύθμιση σακχαρώδη διαβήτη (Μη γνωστές)
- Υποκαλιαιμία
- Υπέρταση
- Πεπτικό έλκος (Μη γνωστές)
- Συγκάλυψη οξείας χειρουργικής κοιλίας (αθόρυβη περιτονίτιδα σε περιπτώσεις διάτρησης) (Μη γνωστές)
Λεπτομέρειες κατά συχνότητα expand_more
-
ΣυχνέςΒήχαςΑναπνευστικό
-
ΣυχνέςΒράγχος φωνήςΑναπνευστικό
-
ΣυχνέςΕρεθισμός του λαιμούΑναπνευστικό
-
ΣυχνέςΚαντιντίαση στοματοφάρυγγαΛοιμώξεις
-
ΣυχνέςΠνευμονίαΛοιμώξεις
-
Όχι συχνέςΆγχοςΨυχιατρικές
-
Όχι συχνέςΚατάθλιψηΨυχιατρικές
-
Όχι συχνέςΚαταρράκτηςΟφθαλμικές
-
Όχι συχνέςΜυϊκός σπασμόςΜυοσκελετικό
-
Όχι συχνέςΤρόμοςΝευρικό
-
ΣπάνιεςΆμεσες και όψιμες αντιδράσεις υπερευαισθησίας (εξάνθημα, δερματίτιδα εξ επαφής, κνίδωση, αγγειοοίδημα, αναφυλακτικές αντιδράσεις)Διαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος
-
ΣπάνιεςΒρογχόσπασμοςΑναπνευστικό
-
ΣπάνιεςΔιαταραχές συμπεριφοράςΨυχιατρικές
-
ΣπάνιεςΔιαταραχές ύπνουΨυχιατρικές
-
ΣπάνιεςΔυσφωνίαΑναπνευστικό
-
ΣπάνιεςΕπιθετικότηταΨυχιατρικές
-
ΣπάνιεςΜώλωπεςΤραυματισμοί
-
ΣπάνιεςΣημεία και συμπτώματα συστηματικών αντιδράσεων των κορτικοστεροειδών (καταστολή των επινεφριδίων, καθυστερημένη ανάπτυξη)Διαταραχές του ενδοκρινικού συστήματος
-
ΣπάνιεςΨυχοκινητική υπερδραστηριότηταΨυχιατρικές
-
Πολύ σπάνιεςΠαράδοξος βρογχόσπασμοςΑναπνευστικό
-
Μη γνωστέςΑθόρυβη περιτονίτιδαΓαστρεντερικό
-
Μη γνωστέςΑπορύθμιση σακχαρώδη διαβήτηΔιαταραχές του μεταβολισμού και της θρέψης
-
Μη γνωστέςΑρνητικό ισοζύγιο αζώτου και ασβεστίου με οστεοπόρωσηΔιαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και του συνδετικού ιστού
-
Μη γνωστέςΑύξηση ενδοφθάλμιας πίεσηςΟφθαλμικές
-
Μη γνωστέςΓλαύκωμαΟφθαλμικές
-
Μη γνωστέςΔιάτρησηΓαστρεντερικό
-
Μη γνωστέςΕξάπλωση μικροβιακών φλεγμονώνΛοιμώξεις
-
Μη γνωστέςΕυαισθησία στις λοιμώξειςΛοιμώξεις
-
Μη γνωστέςΙατρογενές σύνδρομο CushingΔιαταραχές του ενδοκρινικού συστήματος
-
Μη γνωστέςΚαλοήθης ενδοκρανιακή υπέρτασηΝευρικό
-
Μη γνωστέςΚατακράτηση νατρίουΜεταβολισμός
-
Μη γνωστέςΚατακράτηση ύδατοςΝεφρά/Ουροποιητικό
-
Μη γνωστέςΠεπτικό έλκοςΓαστρεντερικό
-
Μη γνωστέςΣυγκάλυψη οξείας χειρουργικής κοιλίαςΓαστρεντερικό
-
Μη γνωστέςΥπέρτασηΑγγειακές
-
Μη γνωστέςΥποκαλιαιμίαΜεταβολισμός
-
Μη γνωστέςΨυχωσικές εκδηλώσεις (νευρικότητα, ανησυχία)Ψυχιατρικές διαταραχές
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
pregnant_woman
Κύηση / Γαλουχία
ΠΧΠ (SPC)
Επίπεδο κινδύνου: Με προσοχή
expand_more
Κύηση / Γαλουχία
-
ΚύησηΠρέπει να αξιολογείται τακτικά και να διατηρείται στη χαμηλότερη αποτελεσματική δόση. Το όφελος χορήγησης για τη μητέρα πρέπει να εκτιμάται έναντι των κινδύνων για το βρέφος.Τα περισσότερα αποτελέσματα από προοπτικές επιδημιολογικές μελέτες και από την εμπειρία μετά την κυκλοφορία του προϊόντος δεν ήταν σε θέση να επιβεβαιώσουν αυξημένο κίνδυνο ανεπιθύμητων ενεργειών για το έμβρυο και το νεογνό. Μελέτες σε πειραματόζωα έχουν δείξει ότι τα γλυκοκορτικοστεροειδή προκαλούν δυσπλασίες, αλλά αυτό δεν είναι πιθανόν να έχει σχέση με τις συνιστώμενες δόσεις στους ανθρώπους. Αν η θεραπεία με γλυκοκορτικοστεροειδή κριθεί αναπόφευκτη, προτιμώνται τα εισπνεόμενα λόγω ασθενέστερης συστηματικής δράσης.
-
ΓαλουχίαΜπορεί να χρησιμοποιηθεί κατά τη διάρκεια του θηλασμού.Η βουδεσονίδη απεκκρίνεται στο μητρικό γάλα, αλλά όταν το Βουδεσονίδη Turbuhaler χορηγείται σε θεραπευτικές δόσεις δεν αναμένονται επιδράσεις στα παιδιά που θηλάζουν. Η θεραπεία συντήρησης με εισπνεόμενη βουδεσονίδη (200 ή 400 mcg δύο φορές ημερησίως) οδηγεί σε αμελητέα συστηματική έκθεση των βρεφών. Η εκτιμώμενη ημερήσια δόση στα νεογνά ήταν 0,3% της μητρικής δόσης και η μέση συγκέντρωση στο πλάσμα σε βρέφη εκτιμάται ότι είναι 1/600ο των συγκεντρώσεων της μητέρας.
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
e911_emergency
Υπερδοσολογία
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Υπερδοσολογία
- καταστολή της λειτουργίας του άξονα υποθάλαμου-υπόφυσης-επινεφριδίων
directions_car
Επίδραση στην οδήγηση
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Επίδραση στην οδήγηση
science
Έκδοχα
ΠΧΠ (SPC) §2 & §6.1
expand_more
Έκδοχα
biotech
Φαρμακολογία
Φαρμακοδυναμική & Φαρμακοκινητική
expand_more
Φαρμακολογία
Μηχανισμός δράσης
Η βουδεσονίδη είναι γλυκοκορτικοστεροειδές με ισχυρή τοπική αντιφλεγμονώδη δράση, με χαμηλότερη συχνότητα και σοβαρότητα ανεπιθύμητων ενεργειών από εκείνες που παρατηρούνται με τα από του στόματος κορτικοστεροειδή.
Ο ακριβής μηχανισμός δράσης των γλυκοκορτικοστεροειδών στη θεραπεία του άσθματος και της χρόνιας αποφρακτικής πνευμονοπάθειας δεν είναι πλήρως κατανοητός. Οι αντιφλεγμονώδεις δράσεις, όπως η αναστολή της απελευθέρωσης των μεσολαβητών της φλεγμονής και η αναστολή της ανοσολογικής απάντησης που υποκινείται από την μεσολάβηση των κυτοκινών, είναι πιθανόν σημαντικές. Η ενδογενής δραστικότητα της βουδεσονίδης, μετρούμενη σαν βαθμός χημικής συγγένειας με τους υποδοχείς των γλυκοκορτικοειδών, είναι περίπου 15 φορές υψηλότερη από εκείνη της πρεδνιζολόνης.
Μία κλινική μελέτη σε ασθματικούς ασθενείς που συνέκρινε την εισπνεόμενη και συστηματικά χορηγούμενη βουδεσονίδη με εικονικό φάρμακο έδειξε στατιστικά σημαντική αποτελεσματικότητα της εισπνεόμενης βουδεσονίδης και όχι της συστηματικά χορηγούμενης. Έτσι το θεραπευτικό αποτέλεσμα που επιτυγχάνεται, όταν χορηγούνται οι συνήθεις δόσεις εισπνεόμενης βουδεσονίδης, εξηγείται κυρίως από την απ’ ευθείας δράση τους στο αναπνευστικό σύστημα.
Η βουδεσονίδη έδειξε αντιαναφυλακτική και αντιφλεγμονώδη δράση σε μελέτες πρόκλησης επί πειραματόζωων και ασθενών, που εκδηλώθηκαν με μειωμένη βρογχική απόφραξη, τόσο κατά την άμεση όσο και κατά τη βραδεία φάση της αλλεργικής αντίδρασης.
Φαρμακοδυναμικές επιδράσεις
Αντιδραστικότητα αεραγωγών Η βουδεσονίδη φάνηκε επίσης ότι ελαττώνει την αντιδραστικότητα των αεραγωγών στην ισταμίνη και τη μεταχολίνη, σε υπερευαίσθητους ασθενείς.
Άσθμα προκαλούμενο από άσκηση Η θεραπεία με βουδεσονίδη σε εισπνοές, χορηγούμενη δύο φορές ημερησίως, έχει χρησιμοποιηθεί αποτελεσματικά για την πρόληψη του άσθματος μετά από άσκηση.
Παροξυσμοί άσθματος Η εισπνεόμενη βουδεσονίδη, χορηγούμενη δύο φορές ημερησίως, έχει δείξει ότι επιδρά αποτελεσματικά στην πρόληψη των παροξυσμών του άσθματος σε παιδιά και ενήλικες.
Χρόνια αποφρακτική πνευμονοπάθεια Σε ενήλικες ασθενείς με ηπίου έως μετρίου βαθμού χρόνια αποφρακτική πνευμονοπάθεια, η αγωγή με Βουδεσονίδη Turbuhaler 400 mcg δύο φορές ημερησίως έδειξε, συγκριτικά με το εικονικό φάρμακο βραχυχρόνια επιβράδυνση της προοδευτικής μείωσης της FEV1.
Κλινική ασφάλεια
Παιδιατρικός πληθυσμός Εξετάσεις με συσκευή οπτικών ινών πραγματοποιήθηκαν σε 157 παιδιά (ηλικίας 5-16 ετών), που λάμβαναν μια μέση ημερήσια δόση των 504 μg για 3-6 χρόνια. Η εισπνεόμενη βουδεσονίδη δε συσχετίστηκε με αυξημένη εμφάνιση του οπίσθιου υποκαψικού καταρράκτη.
Επίδραση στη συγκέντρωση της κορτιζόλης στο πλάσμα Μελέτες σε υγιείς εθελοντές με Βουδεσονίδη Turbuhaler έδειξαν δοσοεξαρτώμενες επιδράσεις στα επίπεδα της κορτιζόλης του πλάσματος και των ούρων. Στις συνιστώμενες δόσεις, το Βουδεσονίδη Turbuhaler προκαλεί σημαντικά μικρότερη επίδραση στη λειτουργία των επινεφριδίων απ’ ότι η πρεδνιζολόνη 10 mg, όπως φάνηκε από μελέτες διέγερσης των επινεφριδίων μετά από χορήγηση ACTH.
Ανάπτυξη Έχει παρατηρηθεί στην αρχή μια μικρή αλλά γενικά παροδική μείωση στην ανάπτυξη (περίπου 1 cm), η οποία συνήθως παρουσιάζεται μέσα στον πρώτο χρόνο θεραπείας. Μακροχρόνιες μελέτες σε κλινικό περιβάλλον υποδεικνύουν ότι τα παιδιά και οι έφηβοι που έλαβαν εισπνεόμενη βουδεσονίδη επιτυγχάνουν κατά μέσο όρο το αναμενόμενο ύψος ως ενήλικες. Ωστόσο, σε μια μακροχρόνια διπλή-τυφλή μελέτη, στην οποία η δόση της βουδεσονίδης δεν τιτλοποιήθηκε γενικά στην χαμηλότερη αποτελεσματική δόση (χορήγηση εισπνεόμενης βουδεσονίδης 400 mcg ημερησίως επί έως 6 έτη), τα παιδιά και οι έφηβοι που έλαβαν εισπνεόμενη βουδεσονίδη υπολείπονταν ως προς το ύψος κατά μέσο όρο 1,2 cm ως ενήλικες από εκείνους που τυχαιοποιήθηκαν σε εικονικό φάρμακο. (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις) σχετικά με την τιτλοποίηση στη χαμηλότερη αποτελεσματική δόση και την παρακολούθηση της ανάπτυξης των παιδιών.
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
Απορρόφηση
Μετά από την εισπνοή μέσω του Turbuhaler, η μέγιστη συγκέντρωση βουδεσονίδης στο πλάσμα (4,0 nmol/L μετά από μία δόση 800 μg) επιτυγχάνεται μέσα σε 30 λεπτά. Η μέγιστη συγκέντρωση στο πλάσμα και η επιφάνεια κάτω από το προφίλ της συγκέντρωσης πλάσματος-χρόνου (AUC) αυξάνονται γραμμικά με τη δόση, αλλά είναι ελαφρώς υψηλότερες (20-30%) μετά από επαναλαμβανόμενες δόσεις (θεραπεία 3 εβδομάδων) από ότι μετά από εφάπαξ δόση. Η εναπόθεση στους πνεύμονες σε υγιείς εθελοντές υπολογίστηκε σε 34% ± 10% της μετρούμενης δόσης (αριθμητικός μέσος όρος ± SD), ενώ 22% προσλήφθηκε στο επιστόμιο. Το υπόλοιπο (περίπου το 45% της μετρούμενης δόσης) καταπόθηκε. Η μέγιστη συγκέντρωση στο πλάσμα μετά από εισπνοή 1mg βουδεσονίδης είναι περίπου 3,5 nmol/L και επιτυγχάνεται σε διάστημα περίπου 20 λεπτών.
Κατανομή
Ο όγκος κατανομής της βουδεσονίδης είναι περίπου 3 L/kg. Η σύνδεση με τις πρωτεΐνες του πλάσματος κυμαίνεται μεταξύ 85-90%.
Βιομετασχηματισμός
Η ουσία υφίσταται εκτεταμένο βιομετασχηματισμό πρώτης διόδου (περίπου 90%) στο ήπαρ σε μεταβολίτες χαμηλής γλυκοκορτικοειδούς δραστικότητας. Η γλυκοκορτικοειδική δραστικότητα των κυριότερων μεταβολιτών της βουδεσονίδης, δηλ. της 6β-hydroxybudesonide και της 16α-hydroxy-prednisolone, είναι μικρότερη του 1% της μητρικής τους ουσίας. Η βουδεσονίδη απομακρύνεται μέσω μεταβολισμού και διασπάται κυρίως από το ένζυμο CYP3A4, μιας υποομάδας του κυτοχρώματος Ρ450.
Αποβολή
Οι μεταβολίτες της βουδεσονίδης απεκκρίνονται αμετάβλητοι ή σε συζευγμένη μορφή κυρίως από τους νεφρούς. Δεν έχει ανιχνευθεί στα ούρα αμετάβλητη βουδεσονίδη. Η βουδεσονίδη έχει υψηλή συστηματική κάθαρση (περίπου 1,2L/min) σε υγιείς ενήλικες και ο τελικός χρόνος ημίσειας ζωής της στο πλάσμα μετά από ενδοφλέβια χορήγηση είναι μεταξύ 2-3 ωρών.
Γραμμικότητα
Η κινητική της βουδεσονίδης στις κλινικά σημαντικές δόσεις είναι δοσοεξαρτώμενη.
Παιδιατρικός πληθυσμός
Η συστηματική κάθαρση της βουδεσονίδης είναι περίπου 0,5 L/min σε παιδιά ηλικίας 4 έως 6 ετών με άσθμα. Η κάθαρση ανά kg σωματικού βάρους των παιδιών είναι περίπου 50% μεγαλύτερη από αυτή των ενηλίκων. Ο τελικός χρόνος ημίσειας ζωής της βουδεσονίδης μετά την εισπνοή σε παιδιά με άσθμα είναι περίπου 2,3 ώρες. Περίπου ο ίδιος χρόνος ισχύει και στους υγιείς ενήλικες. Σε ασθματικά παιδιά που έλαβαν θεραπεία με Βουδεσονίδη Turbuhaler (800 μg εφάπαξ δόση), η συγκέντρωση στο πλάσμα έφτασε τη Cmax (4,85 nmol/L) 13,8 λεπτά μετά την εισπνοή, και στη συνέχεια μειώθηκε γρήγορα. Η AUC ήταν 10,3 nmol·h/L. Η τιμή για την AUC είναι γενικά συγκρίσιμη με αυτή που παρατηρήθηκε σε ενήλικες στην ίδια δόση, ωστόσο η τιμή Cmax τείνει να είναι υψηλότερη στα παιδιά. Η εναπόθεση στους πνεύμονες των παιδιών (31% της ονομαστικής δόσης) είναι παρόμοια με εκείνη που μετρήθηκε σε υγιείς ενήλικες (34% της ονομαστικής της δόσης).
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
Μηχανισμός δράσης Η βουδεσονίδη είναι γλυκοκορτικοστεροειδές με ισχυρή τοπική αντιφλεγμονώδη δράση, με χαμηλότερη συχνότητα και σοβαρότητα ανεπιθύμητων ενεργειών από εκείνες που παρατηρούνται με τα από του στόματος κορτικοστεροειδή. Ο ακριβής…
Απορρόφηση Μετά από την εισπνοή μέσω του Turbuhaler, η μέγιστη συγκέντρωση βουδεσονίδης στο πλάσμα (4,0 nmol/L μετά από μία δόση 800 μg) επιτυγχάνεται μέσα σε 30 λεπτά. Η μέγιστη συγκέντρωση στο πλάσμα και η επιφάνεια κάτω από το προφίλ της…
Παρακολούθηση Αγωγής
Εργαστηριακοί & κλινικοί έλεγχοι από το SPC, ανά σύστημα
Κλινική εξέταση & ζωτικά
| Έλεγχος | Σύστημα | Συχνότητα | Προϋπόθεση |
|---|---|---|---|
| Ύψος | monitor_weightΣωματομετρικά (βάρος/ΔΜΣ) | Τακτικά | Παιδιά υπό μακροχρόνια θεραπεία με εισπνεόμενα κορτικοστεροειδή |
| Λειτουργία του άξονα Υποθαλάμου-Υπόφυσης-Επινεφριδίων | more_horizΆλλο / λοιπά | Τακτικά | Μετάταση ασθενών από θεραπεία με από του στόματος στεροειδή (κίνδυνος μειωμένης επινεφριδιακής λειτουργίας) |
Μονογραφίες Πηγών
Αναλυτικό περιεχόμενο ανά πηγή για τεκμηρίωση και έλεγχο
DrugBank
Description
expand_more
Description
DrugBank
Indication
expand_more
Indication
DrugBank
Pharmacology
expand_more
Pharmacology
DrugBank
Mechanism of action
expand_more
Mechanism of action
DrugBank
Absorption
expand_more
Absorption
DrugBank
Half life
expand_more
Half life
DrugBank
Protein binding
expand_more
Protein binding
DrugBank
Route of elimination
expand_more
Route of elimination
DrugBank
Volume of distribution
expand_more
Volume of distribution
- 3 L/kg [παιδιά με άσθμα 4 έως 6 ετών]
DrugBank
Clearance
expand_more
Clearance
- 0.5 L/min [παιδιά με άσθμα 4 έως 6 ετών]
DrugBank
Toxicity
expand_more
Toxicity
science
PubChem
Φαρμακοδυναμική
expand_more
Φαρμακοδυναμική
neurology
PubChem
Μηχανισμός δράσης
expand_more
Μηχανισμός δράσης
Οι βραχυπρόθεσμες επιδράσεις των κορτικοστεροειδών είναι η μειωμένη αγγειοδιαστολή και διαπερατότητα των τριχοειδών, καθώς και η μειωμένη μετανάστευση λευκοκυττάρων σε θέσεις φλεγμονής. Η δέσμευση των κορτικοστεροειδών στον υποδοχέα γλυκοκορτικοειδών διαμεσολαβεί αλλαγές στην έκφραση των γονιδίων που οδηγούν σε πολλαπλές δευτερογενείς επιδράσεις σε διάστημα ωρών έως ημερών. Τα γλυκοκορτικοειδή αναστέλλουν την απόπτωση και την απομάκρυνση των ουδετερόφιλων, αναστέλλουν τη φωσφολιπάση Α2, μειώνοντας το σχηματισμό παραγώγων του αραχιδονικού οξέος, αναστέλλουν τον NF-Kappa B και άλλους φλεγμονώδεις μεταγραφικούς παράγοντες, και προάγουν φλεγμονώδη γονίδια όπως η ιντερλευκίνη-10. Χαμηλότερες δόσεις κορτικοστεροειδών παρέχουν αντιφλεγμονώδη δράση, ενώ υψηλότερες δόσεις είναι ανοσοκατασταλτικές. Υψηλές δόσεις γλυκοκορτικοειδών για παρατεταμένη περίοδο δεσμεύονται στον υποδοχέα αλατοκορτικοειδών, αυξάνοντας τα επίπεδα νατρίου και μειώνοντας τα επίπεδα καλίου.
Για τη διερεύνηση των ρόλων της μεταγωγής σήματος και του ενεργοποιητή μεταγραφής 6 (STAT6) και της οροσμοειδούς 1-όμοιας 3 (ORMDL3) στην αναδιαμόρφωση των αεραγωγών σε ποντίκια με άσθμα και για την παρατήρηση των επιδράσεων της βουδεσονίδης (BUD) στην έκφρασή τους, τριάντα ποντίκια χωρίστηκαν τυχαία σε ομάδα ελέγχου, ομάδα άσθματος και ομάδα παρέμβασης με BUD. Τα ποντίκια ευαισθητοποιήθηκαν και προκλήθηκαν με ωοαλβουμίνη (OVA) για τη δημιουργία μοντέλου άσθματος σε ποντίκια. Η ομάδα παρέμβασης με BUD έλαβε εισπνοή αερολύματος BUD διαλυμένης σε φυσιολογικό ορό 30 λεπτά πριν από κάθε πρόκληση με OVA, ενώ χρησιμοποιήθηκε φυσιολογικός ορός αντί για διάλυμα OVA στην ομάδα ελέγχου. Οι παθολογικές αλλοιώσεις στους αεραγωγούς παρατηρήθηκαν με χρώση αιματοξυλίνης-ωοσίνης και χρώση Masson. Το επίπεδο της ιντερλευκίνης-13 (IL-13) στο ομογενοποιημένο πνεύμονα μετρήθηκε με ELISA. Η έκφραση mRNA των STAT6 και ORMDL3 μετρήθηκε με RT-PCR. Η ομάδα άσθματος εμφάνισε περισσότερες παθολογικές αλλοιώσεις στους αεραγωγούς από τις ομάδες ελέγχου και παρέμβασης με BUD, και η ομάδα παρέμβασης με BUD είχε μειωμένες παθολογικές αλλοιώσεις στους αεραγωγούς σε σύγκριση με την ομάδα άσθματος. Οι ομάδες άσθματος και παρέμβασης με BUD είχαν σημαντικά υψηλότερα επίπεδα IL-13 και έκφραση mRNA των STAT6 και ORMDL3 από την ομάδα ελέγχου (P<0.05), και αυτοί οι δείκτες ήταν σημαντικά υψηλότεροι στην ομάδα άσθματος από ό,τι στην ομάδα παρέμβασης με BUD (P<0.05). Η ανάλυση συσχέτισης Pearson έδειξε ότι η έκφραση mRNA του STAT6 συσχετίστηκε θετικά με την έκφραση mRNA του ORMDL3 (r=0.676, P=0.032). Τα STAT6 και ORMDL3 ενδέχεται να εμπλέκονται στην αναδιαμόρφωση των αεραγωγών ποντικών, και η BUD μπορεί να μειώσει την αναδιαμόρφωση των αεραγωγών σε ποντίκια με άσθμα, πιθανώς μέσω της μείωσης της έκφρασης mRNA των STAT6 και ORMDL3.
Η υπερπαραγωγή βλέννας από το επιθήλιο των αεραγωγών είναι χαρακτηριστικό γνώρισμα σοβαρού άσθματος. Τα γλυκοκορτικοειδή (GCs) μπορεί να καταστέλλουν την παραγωγή βλέννας και να μειώνουν την επιβλαβή απόφραξη των αεραγωγών. Διερευνήσαμε την ικανότητα των GCs να καταστέλλουν την έκφραση mRNA και τη σύνθεση πρωτεϊνών ενός γονιδίου που κωδικοποιεί τη μουσίνη, MUC5AC, που προκαλείται από τον αυξητικό παράγοντα μεταμόρφωσης (TGF)-άλφα σε ανθρώπινα κύτταρα βλεννωδοεπιδερμοειδούς καρκινώματος (NCI-H292) και τους μοριακούς μηχανισμούς που υποκρύπτουν την καταστολή. Προσδιορίσαμε εάν τα GCs όπως η δεξαμεθαζόνη (DEX), η βουδεσονίδη (BUD) και η φλουτικαζόνη (FP) μπορούσαν να καταστείλουν την παραγωγή MUC5AC που προκαλείται από συνδυασμό TGF-άλφα και δίκλωνου RNA, πολυινοsινικού-πολυκυτιδυλικού οξέος (polyI:C). Αξιολογήθηκαν η έκφραση mRNA MUC5AC και η παραγωγή πρωτεΐνης MUC5AC. Δοκιμάστηκαν οι σηματοδοτικές οδοί που ενεργοποιούνται από το TGF-άλφα και η αναστολή τους από τα GCs χρησιμοποιώντας δοκιμασία φωσφοπρωτεΐνης και δοκιμασία προαγωγέα MUC5AC. Η DEX κατέστειλε σημαντικά την έκφραση mRNA MUC5AC και πρωτεΐνης MUC5AC που προκαλείται από το TGF-άλφα. Η ενεργοποίηση του προαγωγέα MUC5AC από το TGF-άλφα αναστέλλεται σημαντικά από την DEX. Η DEX δεν επηρέασε την ενεργοποίηση των κατωφερών οδών του υποδοχέα EGF ή τη σταθερότητα του mRNA των μεταγραφών MUC5AC. Η DEX, η BUD και η FP κατέστειλαν την έκφραση πρωτεΐνης MUC5AC που προκαλείται από συνδυασμό TGF-άλφα και polyI:C με δοσοεξαρτώμενο τρόπο. Τα GCs κατέστειλαν την παραγωγή MUC5AC που προκαλείται από TGF-άλφα μόνο του ή από συνδυασμό TGF-άλφα και polyI:C· η καταστολή μπορεί να διαμεσολαβείται σε μεταγραφικό αλλά όχι σε μετα-μεταγραφικό επίπεδο.
biotech
PubChem
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
expand_more
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
Οι κάψουλες παρατεταμένης αποδέσμευσης έχουν βιοδιαθεσιμότητα 9-21%. Μια δόση 9mg φτάνει σε Cmax 1.50±0.79ng/mL με Tmax 2-8h και AUC 7.33nghr/mL. Ένα γεύμα πλούσιο σε λιπαρά αυξάνει το Tmax κατά 2.3h αλλά κατά τα άλλα δεν επηρεάζει τη φαρμακοκινητική της βουδεσονίδης. 180-360μg εισπνεόμενων δόσεων βουδεσονίδης με αεροθάλαμο εναποτίθενται κατά 34% στους πνεύμονες, είναι 39% βιοδιαθέσιμες και φτάνουν σε Cmax 0.6-1.6nmol/L με Tmax 10 λεπτά. Μια νεφελοποιημένη δόση 1mg είναι 6% βιοδιαθέσιμη, φτάνοντας σε Cmax 2.6nmol/L με Tmax 20 λεπτά. Ένα από του στόματος δισκίο παρατεταμένης αποδέσμευσης 9mg φτάνει σε Cmax 1.35±0.96ng/mL με Tmax 13.3±5.9h και AUC 16.43±10.52nghr/mL. Ορθική αφρός βουδεσονίδης 2mg δύο φορές ημερησίως έχει AUC 4.31ng*hr/mL.
Περίπου το 60% μιας δόσης βουδεσονίδης ανακτάται στα ούρα ως οι κύριοι μεταβολίτες 6beta-υδροξυβουδεσονίδη, 16alpha-υδροξυπρεδνιζολόνη και τα συζεύγη τους. Δεν ανακτάται αμετάβλητη βουδεσονίδη στα ούρα.
Ο όγκος κατανομής της βουδεσονίδης είναι 2.2-3.9L/kg.
Η βουδεσονίδη έχει κάθαρση πλάσματος 0.9-1.8L/min. Η μορφή 22R έχει κάθαρση 1.4L/min ενώ η μορφή 22S έχει κάθαρση 1.0L/min. Η κάθαρση σε παιδιά με άσθμα 4-6 ετών είναι 0.5L/min.
/ΓΑΛΑ/ Δεν είναι γνωστό εάν η βουδεσονίδη κατανέμεται στο γάλα.
Όταν χορηγείται βουδεσονίδη ενδορρινικά, περίπου το 34% της δόσης φτάνει στη συστηματική κυκλοφορία. Οι μέσες μέγιστες συγκεντρώσεις βουδεσονίδης στο πλάσμα επιτυγχάνονται σε περίπου 0.7 ώρες.
Οι εισπνεόμενα κορτικοστεροειδή (ICS) αποτελούν ακρογωνιαίο λίθο της θεραπείας του άσθματος και της χρόνιας αποφρακτικής πνευμονοπάθειας. Ωστόσο, τα υψηλής λιποφιλικότητας ICS συσσωρεύονται στους συστηματικούς ιστούς, γεγονός που μπορεί να οδηγήσει σε δυσμενείς συστηματικές επιδράσεις. Η συσσώρευση ενός νέου, υψηλής λιποφιλικότητας ICS, της σικλεσονίδης και του ενεργού μεταβολίτη της (des-CIC) δεν έχει ακόμη αναφερθεί. Εδώ, συγκρίναμε τη συσσώρευση ιστών της des-CIC και ενός ICS μέτριας λιποφιλικότητας, της βουδεσονίδης (BUD), μετά από 14 ημέρες ημερήσιας εφάπαξ χορήγησης σε ποντίκια. Μία, τρεις ή 14 ημερήσιες δόσεις [(3)H]-des-CIC ή [(3)H]-BUD χορηγήθηκαν υποδόρια σε αρσενικά CD1 αλμπίνο ποντίκια, τα οποία θανατώθηκαν 4 ώρες, 24 ώρες ή 5 ημέρες μετά την τελευταία δόση. Το πρότυπο κατανομής ραδιενέργειας μελετήθηκε με ποσοτική αυγογραφία ολόκληρου του σώματος. Το πρότυπο κατανομής ραδιενέργειας σε ιστούς στους περισσότερους ιστούς ήταν παρόμοιο και για τα δύο κορτικοστεροειδή μετά από εφάπαξ καθώς και μετά από επαναλαμβανόμενη χορήγηση. Ωστόσο, η συγκέντρωση ραδιενέργειας στους ιστούς διέφερε μεταξύ des-CIC και BUD. Μετά από εφάπαξ δόση, οι συγκεντρώσεις ραδιενέργειας και για τα δύο κορτικοστεροειδή ήταν χαμηλές για τους περισσότερους ιστούς, αλλά αυξήθηκαν με τις ημερήσιες δόσεις για 14 ημέρες. Η ραδιενέργεια στους ιστούς της des-CIC 24 ώρες και 5 ημέρες μετά τη 14η δόση ήταν 2-3 φορές υψηλότερη από αυτή της BUD στην πλειονότητα των ιστών. Η συσσώρευση ιστών, όπως εκτιμήθηκε από τη συγκέντρωση ραδιενέργειας στους ιστούς 5 ημέρες μετά την 14η έναντι της 3ης δόσης, έδειξε μέσο λόγο 5.2 για την des-CIC και 2.7 για την BUD (p < 0.0001). Συμπερασματικά, η des-CIC συσσωρεύτηκε σημαντικά περισσότερο από την BUD. Η συστηματική συσσώρευση μπορεί να οδηγήσει σε αυξημένο κίνδυνο δυσμενών συστηματικών παρενεργειών κατά τη μακροχρόνια θεραπεία.
water_drop
PubChem
Δέσμευση πρωτεϊνών
expand_more
Δέσμευση πρωτεϊνών
hub
PubChem
Μεταβολισμός
expand_more
Μεταβολισμός
Η βουδεσονίδη μεταβολίζεται κατά 80-90% κατά την πρώτη διέλευση. Η βουδεσονίδη μεταβολίζεται από το CYP3A στους 2 κύριους μεταβολίτες της, την 6beta-υδροξυβουδεσονίδη και την 16alpha-υδροξυπρεδνιζολόνη. Η γλυκοκορτικοειδική δράση αυτών των μεταβολιτών είναι αμελητέα (<1/100) σε σχέση με αυτή της μητρικής ένωσης. Το CYP3A4 είναι ο ισχυρότερος μεταβολιστής της βουδεσονίδης, ακολουθούμενο από το CYP3A5 και το CYP3A7.
Η βουδεσονίδη μεταβολίζεται στο ήπαρ από το ισοένζυμο 3Α4 του κυτοχρώματος P-450 (CYP). Οι 2 κύριοι μεταβολίτες έχουν λιγότερο από το 1% της συγγένειας για τους υποδοχείς γλυκοκορτικοειδών σε σχέση με τη μητρική ένωση. Η βουδεσονίδη απεκκρίνεται στα ούρα και τα κόπρανα ως μεταβολίτες.
Το άσθμα είναι μία από τις πιο διαδεδομένες ασθένειες παγκοσμίως, για την οποία η κύρια θεραπεία αποτελούν τα εισπνεόμενα γλυκοκορτικοειδή (GCs). Παρά τη ευρεία χρήση αυτών των φαρμάκων, περίπου το 30% των πασχόντων από άσθμα εμφανίζουν κάποιο βαθμό στεροειδικής αναλγησίας ή είναι ανθεκτικοί στα εισπνεόμενα GCs. Μια υπόθεση για την εξήγηση αυτού του φαινομένου είναι η δια-ασθενής μεταβλητότητα στην κάθαρση αυτών των ενώσεων. Ο στόχος αυτής της έρευνας είναι να προσδιοριστεί πώς ο μεταβολισμός των GCs από τα ένζυμα της οικογένειας CYP3A μπορεί να επηρεάσει την αποτελεσματικότητά τους σε ασθενείς με άσθμα. Σε αυτήν την εργασία, μελετήθηκε ο μεταβολισμός τεσσάρων συχνά συνταγογραφούμενων εισπνεόμενων GCs, τριαμκινολόνης ακετονίδης, φλουνισολίδης, βουδεσονίδης και φλουτικασόνης προπιονάτης, από τα ένζυμα της οικογένειας CYP3A για να προσδιοριστούν οι διαφορές στους ρυθμούς κάθαρσής τους και να προσδιοριστούν οι μεταβολίτες τους. Παρατηρήθηκε μετα-ενζυμική και δια-φαρμακευτική μεταβλητότητα στους ρυθμούς μεταβολισμού και τη μεταβολική έκβαση. Το CYP3A4 ήταν ο πιο αποτελεσματικός μεταβολικός καταλύτης για όλες τις ενώσεις, και το CYP3A7 είχε τους βραδύτερους ρυθμούς. Το CYP3A5, το οποίο είναι ιδιαίτερα σχετικό με το μεταβολισμό των GCs στους πνεύμονες, μετέβαλε αποτελεσματικά επίσης την τριαμκινολόνη ακετονίδη, τη βουδεσονίδη και τη φλουτικασόνη προπιονάτη. Αντιθέτως, η φλουνισολίδη μεταβολίστηκε μόνο μέσω του CYP3A4, χωρίς σημαντική μετατόπιση από το CYP3A5 ή το CYP3A7. Κοινοί μεταβολίτες περιλάμβαναν 6-βήτα-υδροξυλίωση και Δέλτα(6)-αφυδρογόνωση για την τριαμκινολόνη ακετονίδη, τη βουδεσονίδη και τη φλουνισολίδη. Η δομή της Δέλτα(6)-φλουνισολίδης προσδιορίστηκε αδιαμφισβήτητα με ανάλυση NMR. Ο μεταβολισμός συνέβη επίσης σε υποκαταστάτες του δακτυλίου D, συμπεριλαμβανομένων των 21-καρβοξυ μεταβολιτών για την τριαμκινολόνη ακετονίδη και τη φλουνισολίδη. Ο νέος μεταβολίτης 21-νορτριαμκινολόνη ακετονίδη αναγνωρίστηκε επίσης με υγρή χρωματογραφία-φασματομετρία μάζας και ανάλυση NMR.
hourglass
PubChem
Ημίσεια ζωή
expand_more
Ημίσεια ζωή
category
PubChem
MeSH classification
expand_more
MeSH classification
Ουσίες που μειώνουν ή καταστέλλουν τη ΦΛΕΓΜΟΝΗ.
Παράγοντες που προκαλούν αύξηση της διαστολής ενός βρόγχου ή βρογχικών σωλήνων.
Ομάδα ΚΟΡΤΙΚΟΣΤΕΡΟΕΙΔΩΝ που επηρεάζουν το μεταβολισμό των υδατανθράκων (ΓΛΥΚΟΝΕΟΓΕΝΕΣΗ, εναπόθεση ηπατικού γλυκογόνου, αύξηση ΣΑΚΧΑΡΟΥ ΑΙΜΑΤΟΣ), αναστέλλουν την έκκριση ΑΔΡΕΝΟΚΟΡΤΙΚΟΤΡΟΠΙΚΗΣ ΟΡΜΟΝΗΣ και έχουν έντονη αντιφλεγμονώδη δράση. Παίζουν επίσης ρόλο στο μεταβολισμό λιπών και πρωτεϊνών, στη διατήρηση της αρτηριακής πίεσης, στην τροποποίηση της αντίδρασης των συνδετικών ιστών στην τραυματική βλάβη, στη μείωση του αριθμού των κυκλοφορούντων λεμφοκυττάρων και στη λειτουργία του κεντρικού νευρικού συστήματος.
fact_check
PubChem
FDA classification
expand_more
FDA classification
Q3OKS62Q6X
BUDESONIDE
Καθιερωμένη Φαρμακολογική Κατηγορία [EPC] - Κορτικοστεροειδές
Μηχανισμοί Δράσης [MoA] - Αγωνιστές Υποδοχέα Ορμόνης Κορτικοστεροειδών
Η βουδεσονίδη είναι ένα κορτικοστεροειδές. Ο μηχανισμός δράσης της βουδεσονίδης είναι ως αγωνιστής υποδοχέα ορμόνης κορτικοστεροειδών.
BUDESONIDE
Κορτικοστεροειδές [EPC]; Αγωνιστές Υποδοχέα Ορμόνης Κορτικοστεροειδών [MoA]
BUDESONIDE INHALATION
Αγωνιστές Υποδοχέα Ορμόνης Κορτικοστεροειδών [MoA]; Κορτικοστεροειδές [EPC]
Πρωτόκολλα Συνταγογράφησης
Συνταγογραφείται εφόσον ο ασθενής εντάσσεται σε κάποιο από τα παρακάτω βήματα:
-
ΒΗΜΑ 1-ICS R03BA021ο ΒΗΜΑ — Εισπνεόμενα κορτικοειδή (εναλλακτικά)Εναλλακτικά των βρογχοδιασταλτικώνΔοσολογία: 200 mcg × 2 (Pulmicort turbohaler) · Όσο διαρκεί η κρίση
Το φάρμακο περιλαμβάνεται στο φαρμακευτικό οπλοστάσιο (Εισπνεόμενα Κορτικοστεροειδή (ICS) — Χαμηλή/Μέτρια/Υψηλή Δόση) του πρωτοκόλλου. Δείτε την πλήρη οδηγία για τα κριτήρια συνταγογράφησης.
Το φάρμακο περιλαμβάνεται στο φαρμακευτικό οπλοστάσιο (Εισπνεόμενα Κορτικοστεροειδή (ICS)) του πρωτοκόλλου. Δείτε την πλήρη οδηγία για τα κριτήρια συνταγογράφησης.
Συνταγογραφείται εφόσον ο ασθενής εντάσσεται σε κάποιο από τα παρακάτω βήματα:
-
ΒΗΜΑ 1-mild A07EA06Τελική ειλεΐτιδα — ήπια προσβολήL1, ήπια έξαρσηΔοσολογία: 9 mg/ημέρα (3 mg ×3 ή 9 mg ×1) × 6–8 εβδ → 6 mg × 6–8 εβδ → 3 mg × 1–2 εβδ · Σταδιακή απόσυρση
-
ΒΗΜΑ 1-moderate A07EA06Τελική ειλεΐτιδα — μέτρια προσβολήL1, μέτρια έξαρσηΔοσολογία: 9 mg/ημέρα × 6–8 εβδ · Σταδιακή απόσυρση
Συνταγογραφείται εφόσον ο ασθενής εντάσσεται σε κάποιο από τα παρακάτω βήματα:
-
ΒΗΜΑ Β1 A07EA06Αριστερόπλευρη ή εκτεταμένη — ήπια προσβολή
-
ΒΗΜΑ Β2 A07EA06Αριστερόπλευρη ή εκτεταμένη — μέτρια προσβολή
Απόσυρση / Deprescribing
Κορτικοστεροειδή – εισπνεόμενα
Μείωση δόσης αργά (κατά 25-50% κάθε 3 μήνες) εάν ο ενήλικας είναι ασυμπτωματικός και συμμετέχει στην απόφαση.
⚠ Τα κορτικοστεροειδή συνδέονται συνήθως με ανεπιθύμητες ενέργειες εάν διακοπούν απότομα και απαιτούν αργή μείωση. Εάν ένας ενήλικας λαμβάνει υψηλές δόσεις εισπνεόμενου κορτικοστεροειδούς (>800 μικρογραμμάρια βουδεσονίδης ή ισοδύναμο) ή/και πολλά φάρμακα για το άσθμα, συζητήστε τη διακοπή με ειδικό. Εάν διακόπτεται ένα συνδυαστικό προϊόν, μπορεί να απαιτηθεί μετάβαση σε εναλλακτικό προϊόν. Σημειώστε ότι ενώ οι συνδυαστικοί εισπνευστήρες πρέπει να συνταγογραφούνται με βάση την επωνυμία, τα εισπνεόμενα κορτικοστεροειδή δεν είναι άμεσα εναλλάξιμα.
Επιστημονικό Προφίλ
expand_more
Ουσίες που μειώνουν ή καταστέλλουν τη ΦΛΕΓΜΟΝΗ.
Παράγοντες που προκαλούν αύξηση της διαστολής ενός βρόγχου ή βρογχικών σωλήνων.
Ομάδα ΚΟΡΤΙΚΟΣΤΕΡΟΕΙΔΩΝ που επηρεάζουν το μεταβολισμό των υδατανθράκων (ΓΛΥΚΟΝΕΟΓΕΝΕΣΗ, εναπόθεση ηπατικού γλυκογόνου, αύξηση ΣΑΚΧΑΡΟΥ ΑΙΜΑΤΟΣ), αναστέλλουν την έκκριση ΑΔΡΕΝΟΚΟΡΤΙΚΟΤΡΟΠΙΚΗΣ ΟΡΜΟΝΗΣ και έχουν έντονη αντιφλεγμονώδη δράση. Παίζουν επίσης ρόλο στο μεταβολισμό λιπών και πρωτεϊνών, στη διατήρηση της αρτηριακής πίεσης, στην τροποποίηση της αντίδρασης των συνδετικών ιστών στην τραυματική βλάβη, στη μείωση του αριθμού των κυκλοφορούντων λεμφοκυττάρων και στη λειτουργία του κεντρικού νευρικού συστήματος.