Clinio Logo
Clinio
ΔΡΑΣΤΙΚΗ ΟΥΣΙΑ D10AF01 SPC ΕΟΦ DrugBank PubChem Σκευάσματα

CLINDAMYCIN

Κλινδαμυκίνη

Στην ομάδα των λινκοζαμιδών περιλαμβάνεται η κλινδαμυκίνη και η λινκομυκίνη. Tο αντιμικροβιακό τους φάσμα περιλαμβάνει: Gram+ κόκκους (στρεπτόκοκκοι, σταφυλόκοκκοι) και βακτηρίδια αερόβια (Bacillus anthracis, στελέχη Nocardia, Corynobacterium diphtheriae) ως και Gram+ και Gram- …

Chemical structure of CLINDAMYCIN

Κλινική Σύνοψη

Προτεραιότητα πηγών: SPC, ΕΟΦ, DrugBank

Curated
clinical_notes
ΕΟΦ

Ενδείξεις

expand_more
Σταφυλοκοκκικές λοιμώξεις (π.χ. οστεομυελίτιδα, σηπτική αρθρίτιδα), πνεύμονος, στρεπτοκοκκικές, λοιμώξεις από αναερόβια, κυρίως Bacteroides fragilis. Εγκεφαλική τοξοπλάσμωση σε ασθενείς με AIDS σε συνδυασμό με πυ- 5.1 AΝΤΙΜΙΚΡΟΒΙΑΚΑ ριμεθαμίνη, πνευμονία από…
medication
SPC-MEROPENEM-KABI

Δοσολογία

expand_more
Οδός:
Ενδοφλέβια
Χορήγηση:
κάθε 8 ώρες
Δόση έναρξης:
500 mg
Τιτλοποίηση:
Δόσεις μέχρι 1g μπορούν να χορηγηθούν με ενδοφλέβια εφάπαξ ένεση διάρκειας περίπου 5 λεπτών. Σε παιδιά, δόσεις έως 20mg/kg μπορούν να χορηγηθούν ως ενδοφλέβια εφάπαξ δόση διάρκειας περίπου 5 λεπτών. Υπάρχουν περιορισμένα στοιχεία ασφάλειας για εφάπαξ δόση 2g σε ενήλικες και 40mg/kg σε παιδιά.
  • Ενήλικες και έφηβοι (γενικές οδηγίες)
    Δόσηέως 2g τρεις φορές την ημέρα
    Μια δόση έως 2g τρεις φορές την ημέρα μπορεί να είναι ιδιαίτερα κατάλληλη κατά την θεραπεία ορισμένων τύπων λοιμώξεων, όπως λοιμώξεις που οφείλονται σε λιγότερο ευαίσθητα είδη βακτηρίων (π.χ. Enterobacteriaceae, Pseudomonas aeruginosa, Acinetobacter spp.), ή σε πολύ σοβαρές λοιμώξεις.
  • Παιδιά (γενικές οδηγίες)
    Δόσηέως 40mg/kg τρεις φορές την ημέρα
    Μια δόση έως 40mg/kg τρεις φορές την ημέρα μπορεί να είναι ιδιαίτερα κατάλληλη κατά την θεραπεία ορισμένων τύπων λοιμώξεων, όπως λοιμώξεις που οφείλονται σε λιγότερο ευαίσθητα είδη βακτηρίων (π.χ. Enterobacteriaceae, Pseudomonas aeruginosa, Acinetobacter spp.), ή σε πολύ σοβαρές λοιμώξεις.
  • Ενήλικες και έφηβοι - Σοβαρή πνευμονία συμπεριλαμβανομένης της νοσοκομειακής και της σχετιζόμενης με αναπνευστήρα πνευμονίας
    Δόση500 mg ή 1g
  • Ενήλικες και έφηβοι - Βρογχοπνευμονικές λοιμώξεις στην κυστική ίνωση
    Δόση2g
  • Ενήλικες και έφηβοι - Επιπλεγμένες λοιμώξεις του ουροποιητικού συστήματος
    Δόση500 mg ή 1 g
  • Ενήλικες και έφηβοι - Επιπλεγμένες ενδοκοιλιακές λοιμώξεις
    Δόση500 mg ή 1 g
  • Ενήλικες και έφηβοι - Λοιμώξεις κατά τη διάρκεια και μετά τον τοκετό
    Δόση500 mg ή 1 g
  • Ενήλικες και έφηβοι - Επιπλεγμένες λοιμώξεις του δέρματος και των μαλακών μορίων
    Δόση500 mg ή 1 g
  • Ενήλικες και έφηβοι - Οξεία βακτηριακή μηνιγγίτιδα
    Δόση2g
  • Ενήλικες και έφηβοι - Διαχείριση θεραπείας εμπύρετων ουδετεροπενικών ασθενών
    Δόση1g
  • Ασθενείς με νεφρική ανεπάρκεια (ενήλικες και έφηβοι)
    Δόσηπροσαρμογή δόσης
    Όταν η κάθαρση της κρεατινίνης είναι μικρότερη από 51ml/min. Μία μονάδα δόσης κάθε 12 ώρες για CrCl 26-50 ml/min. Μισή μονάδα δόσης κάθε 12 ώρες για CrCl 10-25 ml/min. Μισή μονάδα δόσης κάθε 24 ώρες για CrCl <10 ml/min. Περιορισμένα στοιχεία για εφαρμογή τροποποιημένων δόσεων για εφάπαξ δόση 2 g.
  • Ασθενείς υπό αιμοδιύλιση
    Η συνιστώμενη δόση θα πρέπει να χορηγείται μετά το τέλος του κύκλου της αιμοδιΰλισης.
  • Ασθενείς υπό περιτοναιοδιύλιση
    Δεν υπάρχει αποδεδειγμένη συνιστώμενη δόση.
  • Παιδιά ηλικίας κάτω των 3 μηνών
    Δόση20mg/kg κάθε 8 ώρες
    Περιορισμένα φαρμακοκινητικά στοιχεία υποδεικνύουν ότι τα 20mg/kg κάθε 8 ώρες μπορεί να είναι ένα αποδεκτό δοσολογικό σχήμα. Η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα δεν έχουν καθορισθεί.
  • Παιδιά ηλικίας από 3 μηνών εως 11 χρονών και σωματικό βάρος εως 50 kg - Σοβαρή πνευμονία συμπεριλαμβανομένης της νοσοκομειακής και της σχετιζόμενης με αναπνευστήρα πνευμονίας
    Δόση10 ή 20mg/kg
  • Παιδιά ηλικίας από 3 μηνών εως 11 χρονών και σωματικό βάρος εως 50 kg - Βρογχοπνευμονικές λοιμώξεις στην κυστική ίνωση
    Δόση40 mg/kg
  • Παιδιά ηλικίας από 3 μηνών εως 11 χρονών και σωματικό βάρος εως 50 kg - Επιπλεγμένες λοιμώξεις του ουροποιητικού συστήματος
    Δόση10 ή 20 mg/kg
  • Παιδιά ηλικίας από 3 μηνών εως 11 χρονών και σωματικό βάρος εως 50 kg - Επιπλεγμένες ενδοκοιλιακές λοιμώξεις
    Δόση10 ή 20 mg/kg
  • Παιδιά ηλικίας από 3 μηνών εως 11 χρονών και σωματικό βάρος εως 50 kg - Επιπλεγμένες λοιμώξεις του δέρματος και των μαλακών μορίων
    Δόση10 ή 20 mg/kg
  • Παιδιά ηλικίας από 3 μηνών εως 11 χρονών και σωματικό βάρος εως 50 kg - Οξεία βακτηριακή μηνιγγίτιδα
    Δόση40 mg/kg
  • Παιδιά ηλικίας από 3 μηνών εως 11 χρονών και σωματικό βάρος εως 50 kg - Αντιμετώπιση των εμπύρετων ουδετεροπενικών ασθενών
    Δόση20 mg/kg
  • Παιδιά με σωματικό βάρος άνω των 50 kg
    Δόσηδόση ενηλίκων
block
SPC-MEROPENEM-KABI

Αντενδείξεις

expand_more
  • Υπερευαισθησία στη δραστική ουσία ή σε κάποιο από τα έκδοχα που αναφέρονται στην παράγραφο 6.1.
  • Υπερευαισθησία σε οποιοδήποτε άλλο αντιβακτηριακό παράγοντα της καρμπαπενέμης.
  • Σοβαρή υπερευαισθησία (π.χ αναφυλακτική αντίδραση, σοβαρές δερματικές αντιδράσεις) σε κάθε άλλο τύπο αντιβακτηριακό παράγοντα της β-λακτάμης (π.χ πενικιλλίνες ή κεφαλοσπορίνες).
warning
SPC-MEROPENEM-KABI

Προειδοποιήσεις

expand_more
  • Καταλληλότητα χρήσης καρμπαπενέμης
    Θα πρέπει να λαμβάνεται υπ' όψιν η σοβαρότητα της λοίμωξης, η συχνότητα της ανθεκτικότητας σε άλλους κατάλληλους αντιβακτηριακούς παράγοντες και ο κίνδυνος επιλογής σε βακτήρια ανθεκτικά στην καρμπαπενέμη.
  • Ανθεκτικότητα στις Enterobacteriaceae, Pseudomonas aeruginosa και Acinetobacter spp.
    Όσοι συνταγογραφούν φάρμακα συμβουλεύονται να λαμβάνουν υπόψη τον τοπικό επιπολασμό της ανθεκτικότητας αυτών των βακτηρίων στις πενέμες.
  • Αντιδράσεις υπερευαισθησίας
    Σοβαρές και ενίοτε θανατηφόρες
    Πριν ξεκινήσει η θεραπεία με meropenem πρέπει να πραγματοποιηθεί προσεκτική διερεύνηση τυχόν προηγούμενων αντιδράσεων υπερευαισθησίας στα αντιβιοτικά β-λακτάμης. Εάν συμβεί μια σοβαρή αλλεργική αντίδραση, το φαρμακευτικό προϊόν θα πρέπει να διακοπεί και να ληφθούν κατάλληλα μέτρα.
  • Κολίτιδα που οφείλεται σε αντιβιοτικά
    Διακοπή της θεραπείας με meropenem και χορήγηση ειδικής θεραπείας για το Clostridium difficile θα πρέπει να λαμβάνεται υπ' όψιν. Φαρμακευτικά προϊόντα που αναστέλλουν την περισταλτικότητα δεν πρέπει να χορηγούνται.
  • Σπασμοί
    Έχουν αναφερθεί σπάνια κατά τη διάρκεια θεραπείας με καρμπαπενέμες, συμπεριλαμβανομένης της meropenem (βλ. παράγραφο 4.8).
  • Παρακολούθηση ηπατικής λειτουργίας
    Η ηπατική λειτουργία θα πρέπει να παρακολουθείται στενά κατά τη διάρκεια της θεραπείας με meropenem λόγω του κινδύνου ηπατικής τοξικότητας. Σε ασθενείς με προϋπάρχουσες ηπατικές διαταραχές θα πρέπει να παρακολουθείται η ηπατική λειτουργία κατά τη διάρκεια της θεραπείας με την meropenem. Δεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης.
  • Ορομετατροπή άμεσης δοκιμασίας αντισφαιρίνης (Coombs test)
    Μπορεί να αναπτυχθεί μια θετική άμεση ή έμμεση εξέταση κατά Coombs κατά τη διάρκεια της θεραπείας με meropenem.
  • Ταυτόχρονη χρήση με βαλπροϊκό οξύ / βαλπροϊκό νάτριο /βαλπρομίδη
    Η ταυτόχρονη χρήση της meropenem με βαλπροϊκό οξύ / βαλπροϊκό νάτριο δεν συνιστάται (βλ. παράγραφο 4.5).
  • Παιδιατρικός πληθυσμός
    Το Meropenem Kabi έχει εγκριθεί για παιδιά άνω των 3 μηνών. Δεν υπάρχει καμία ένδειξη αυξημένου κινδύνου ανεπιθύμητης ενέργειας του φαρμάκου σε παιδιά με βάση τα περιορισμένα διαθέσιμα δεδομένα. Όλες οι αναφορές που ελήφθησαν ήταν σύμφωνες με τα συμβάματα που παρατηρήθηκαν στον ενήλικο πληθυσμό.
  • Περιεκτικότητα σε νάτριο
    Meropenem Kabi 500mg: Το φαρμακευτικό αυτό προϊόν περιέχει περίπου 2,0 mEq νατρίου ανά δόση 500 mg το οποίο πρέπει να λαμβάνεται υπόψη σε ασθενείς που βρίσκονται σε δίαιτα χαμηλού νατρίου. Meropenem Kabi 1g: Το φαρμακευτικό αυτό προϊόν περιέχει περίπου 4,0 mEq νατρίου ανά δόση 1 g το οποίο πρέπει να λαμβάνεται υπόψη σε ασθενείς που βρίσκονται σε δίαιτα χαμηλού νατρίου.
swap_horiz
SPC-MEROPENEM-KABI

Αλληλεπιδράσεις

expand_more
  • Προβενεσίδη
    Προσοχή
    Ανταγωνίζεται την meropenem στην ενεργητική σωληναριακή έκκριση, αυξάνοντας τον χρόνο ημίσειας ζωής και τη συγκέντρωση στο πλάσμα.
  • Βαλπροϊκό οξύ, βαλπροϊκό νάτριο, βαλπρομίδιο
    Αντένδειξη
    Μειώσεις στα επίπεδα του βαλπροϊκού οξέος στο αίμα (60-100%) εντός 2 ημερών.
    ΣύστασηΗ συγχορήγηση δεν θεωρείται εύκολη στη διαχείριση και θα πρέπει να αποφεύγεται.
  • Από του στόματος χορηγούμενα αντιπηκτικά (π.χ. βαρφαρίνη)
    Παρακολούθηση
    Επαύξηση της αντιπηκτικής δράσης.
    ΣύστασηΣυνιστάται η συχνή παρακολούθηση του INR κατά τη διάρκεια και λίγο μετά τη συγχορήγηση.
sick
SPC-MEROPENEM-KABI

Ανεπιθύμητες ενέργειες

expand_more
Λοιμώξεις και παρασιτώσεις
  • στοματική και κολπική καντιδίαση
Διαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος
  • Θρομβοκυτταραιμία
  • ηωσινοφιλία, θρομβοπενία, λευκοπενία, ουδετεροπενία, ακοκκιοκυτταραιμία, αιμολυτική αναιμία
Διαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος
  • αγγειοοίδημα, αναφυλαξία
Διαταραχές του νευρικού συστήματος
  • κεφαλαλγία
  • παραισθησία
  • σπασμοί
Διαταραχές του γαστρεντερικού συστήματος
  • διάρροια, έμετος, ναυτία, κοιλιακός πόνος
  • κολίτιδα οφειλόμενη σε αντιβιοτικά
Διαταραχές του ήπατος και των χοληφόρων
  • Αύξηση των τρανσαμινασών, αύξηση της αλκαλικής φωσφατάσης στο αίμα, αύξηση της γαλακτικής διϋδρογενάσης στο αίμα
  • Αύξηση της χολερυθρίνης του αίματος
Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
  • εξάνθημα, κνησμός
  • Κνίδωση, τοξική επιδερμική νεκρόλυση, Σύνδρομο Stevens-Johnson, Πολύμορφο ερύθημα
  • Αντίδραση σε φάρμακο με ηωσινοφιλία και συστηματικά συμπτώματα (DRESS Syndrome)
Διαταραχές των νεφρών και των ουροφόρων οδών
  • Αύξηση της κρεατινίνης του αίματος, αύξηση της ουρίας του αίματος
Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
  • φλεγμονή, πόνος
  • Θρομβοφλεβίτιδα, πόνος στο σημείο ένεσης
Λεπτομέρειες κατά συχνότητα expand_more
  • στοματική και κολπική καντιδίαση
    Λοιμώξεις και παρασιτώσεις
    Όχι συχνές
  • Θρομβοκυτταραιμία
    Διαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος
    Συχνές
  • ηωσινοφιλία, θρομβοπενία, λευκοπενία, ουδετεροπενία, ακοκκιοκυτταραιμία, αιμολυτική αναιμία
    Διαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος
    Όχι συχνές
  • αγγειοοίδημα, αναφυλαξία
    Διαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος
    Όχι συχνές
  • κεφαλαλγία
    Διαταραχές του νευρικού συστήματος
    Συχνές
  • παραισθησία
    Διαταραχές του νευρικού συστήματος
    Όχι συχνές
  • σπασμοί
    Διαταραχές του νευρικού συστήματος
    Σπάνιες
  • διάρροια, έμετος, ναυτία, κοιλιακός πόνος
    Διαταραχές του γαστρεντερικού συστήματος
    Συχνές
  • κολίτιδα οφειλόμενη σε αντιβιοτικά
    Διαταραχές του γαστρεντερικού συστήματος
    Όχι συχνές
  • Αύξηση των τρανσαμινασών, αύξηση της αλκαλικής φωσφατάσης στο αίμα, αύξηση της γαλακτικής διϋδρογενάσης στο αίμα
    Διαταραχές του ήπατος και των χοληφόρων
    Συχνές
  • Αύξηση της χολερυθρίνης του αίματος
    Διαταραχές του ήπατος και των χοληφόρων
    Όχι συχνές
  • εξάνθημα, κνησμός
    Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
    Συχνές
  • Κνίδωση, τοξική επιδερμική νεκρόλυση, Σύνδρομο Stevens-Johnson, Πολύμορφο ερύθημα
    Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
    Όχι συχνές
  • Αντίδραση σε φάρμακο με ηωσινοφιλία και συστηματικά συμπτώματα (DRESS Syndrome)
    Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
    Μη γνωστές
  • Αύξηση της κρεατινίνης του αίματος, αύξηση της ουρίας του αίματος
    Διαταραχές των νεφρών και των ουροφόρων οδών
    Όχι συχνές
  • φλεγμονή, πόνος
    Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
    Συχνές
  • Θρομβοφλεβίτιδα, πόνος στο σημείο ένεσης
    Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
    Όχι συχνές
pregnant_woman
SPC-MEROPENEM-KABI

Κύηση / γαλουχία

Επίπεδο κινδύνου: Αποφεύγεται expand_more
  • Κύηση
    Αποφεύγεται
    Δεν υπάρχουν είτε υπάρχουν περιορισμένα στοιχεία από την χρήση της meropenem σε εγκύους. Μελέτες σε πειραματόζωα δεν έχουν δείξει άμεσες ή έμμεσες δυσμενείς επιδράσεις όσον αφορά την τοξικότητα του αναπαραγωγικού (βλ. Φαρμακολογία).
  • Γαλουχία
    Αποφεύγεται
    Έχουν αναφερθεί μικρές ποσότητες meropenem να αποβάλλονται στο ανθρώπινο γάλα. Η meropenem δεν πρέπει να χρησιμοποιείται σε γυναίκες που θηλάζουν, εκτός εάν το δυνητικό όφελος για τη μητέρα δικαιολογεί τον πιθανό κίνδυνο για το έμβρυο.
neurology
DrugBank

Μηχανισμός δράσης

expand_more
Μηχανισμός δράσης: Ο συστηματικός/κλινδαμυκίνη δεσμεύεται στις υπομονάδες 50S του ριβοσώματος των βακτηρίων, αναστέλλοντας τη σύνθεση πρωτεϊνών. Συγκεκριμένα, δεσμεύεται κυρίως στην υπομονάδα RNA 23S. Η τοπική κλινδαμυκίνη μειώνει τα ελεύθερα λιπαρά οξέα…
monitor_heart
SPC-MEROPENEM-KABI

Φαρμακοδυναμική

expand_more

Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: Αντιβακτηριακά για συστηματική χρήση, καρβαπενέμες κωδικός ATC: J01DH02 ### Μηχανισμός δράσης H meropenem ασκεί την βακτηριοκτόνο δράση της αναστέλλοντας την σύνθεση του βακτηριακού κυτταρικού τοιχώματος των Gram- θετικών…

biotech
SPC-MEROPENEM-KABI

Φαρμακοκινητική

expand_more
Σε υγιή άτομα ο μέσος χρόνος ημίσειας ζωής στο πλάσμα είναι περίπου 1 ώρα, ο μέσος όγκος κατανομής είναι περίπου 0,25 l/kg (11-27)l και η μέση κάθαρση είναι 287ml/min στα 250mg και μειώνεται στα 205 ml/min στα 2 g. Δόσεις των 500, 1000 και 2000mg που…
hub
PubChem

Μεταβολισμός

expand_more
Μεταβολισμός Η κλινδαμυκίνη υφίσταται ηπατικό μεταβολισμό που μεσολαβείται κυρίως από το CYP3A4 και, σε μικρότερο βαθμό, το CYP3A5. Έχουν αναγνωριστεί δύο ανενεργά μεταβολιτρώματα - ένα οξειδωτικό μεταβολίτρωμα, η κλινδαμυκίνη σουλφοξείδιο, και ένα…
bloodtype
DrugBank

Απέκκριση

expand_more
Νεφρά/Κόπρανα

Σκευάσματα & Τιμολόγηση

Δεδομένα ΕΟΦ (04/2026)
Φόρτωση...

Μονογραφίες Πηγών

Αναλυτικό περιεχόμενο ανά πηγή για τεκμηρίωση και έλεγχο

medication

Δοσολογία

SPC-MEROPENEM-KABI
expand_more

Δοσολογία

Οι πίνακες παρακάτω παρέχουν τις γενικές οδηγίες για τη δοσολογία. Η δόση για το meropenem που χορηγείται και η διάρκεια της θεραπείας θα πρέπει να λαμβάνει υπ’όψιν την υπό θεραπεία λοίμωξη, την σοβαρότητά της και τη κλινική απόκριση. Μια δόση έως 2g τρεις φορές την ημέρα σε ενήλικες και εφήβους και μια δόση έως 40mg/kg τρεις φορές την ημέρα σε παιδιά μπορεί να είναι ιδιαίτερα κατάλληλη κατά την θεραπεία ορισμένων τύπων λοιμώξεων, όπως λοιμώξεις που οφείλονται σε λιγότερο ευαίσθητα είδη βακτηρίων (π.χ. Enterobacteriaceae, Pseudomonas aeruginosa, Acinetobacter spp.), ή σε πολύ σοβαρές λοιμώξεις. Απαιτείται επιπλέον προσοχή στη δοσολογία κατά την θεραπεία ασθενών με νεφρική ανεπάρκεια (βλ. Ασθενείς με νεφρική ανεπάρκεια).

Ενήλικες και έφηβοι

Λοίμωξη
Σοβαρή πνευμονία συμπεριλαμβανομένης της νοσοκομειακής και της σχετιζόμενης με αναπνευστήρα πνευμονίας.
Βρογχοπνευμονικές λοιμώξεις στην κυστική ίνωση
Επιπλεγμένες λοιμώξεις του ουροποιητικού συστήματος
Επιπλεγμένες ενδοκοιλιακές λοιμώξεις
Λοιμώξεις κατά τη διάρκεια και μετά τον τοκετό
Επιπλεγμένες λοιμώξεις του δέρματος και των μαλακών μορίων
Οξεία βακτηριακή μηνιγγίτιδα
Διαχείριση θεραπείας εμπύρετων ουδετεροπενικών ασθενών

Το Meropenem χορηγείται συνήθως με ενδοφλέβια έγχυση διάρκειας περίπου 15 έως 30 λεπτών (βλ. παραγράφους 6.2, 6.3 και 6.6). Εναλλακτικά, δόσεις μέχρι 1g μπορούν να χορηγηθούν με ενδοφλέβια εφάπαξ ένεση διάρκειας περίπου 5 λεπτών. Υπάρχουν περιορισμένα στοιχεία ασφάλειας διαθέσιμα για να υποστηρίξουν την χορήγηση της δόσης των 2 g σε ενήλικες ως ενδοφλέβια εφάπαξ ένεση.

Ασθενείς με νεφρική ανεπάρκεια

Η δοσολογία σε ενήλικες και εφήβους θα πρέπει να προσαρμόζεται όταν η κάθαρση της κρεατινίνης είναι μικρότερη από 51ml/min όπως φαίνεται παρακάτω. Υπάρχουν περιορισμένα στοιχεία διαθέσιμα για να υποστηρίξουν την εφαρμογή αυτών των τροποποιημένων δόσεων για μια μοναδιαία δόση 2 g.

Κάθαρση κρεατινίνης (ml/min) Δόση (βάσει μονάδων δόσεων των 500 mg, 1 g ή 2 g) Συχνότητα
26 έως 50 μία μονάδα δόσης κάθε 12 ώρες
10 έως 25 μισή μονάδα δόσης κάθε 12 ώρες
<10 μισή μονάδα δόσης κάθε 24 ώρες

Το Meropenem απομακρύνεται με την αιμοδιύλιση και την αιμοδιήθηση. Η συνιστώμενη δόση θα πρέπει να χορηγείται μετά το τέλος του κύκλου της αιμοδιΰλισης. Δεν υπάρχει αποδεδειγμένη συνιστώμενη δόση σε ασθενείς υπό περιτοναιοδιύλιση.

Ασθενείς με ηπατική ανεπάρκεια

Δεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης σε ασθενείς με ηπατική ανεπάρκεια (βλ. παράγραφο 4.4).

Ηλικιωμένοι ασθενείς

Δεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης σε ηλικιωμένους με κανονική νεφρική λειτουργία ή κάθαρση κρεατινίνης με τιμές άνω των 50 ml/min.

Παιδιατρικός πληθυσμός

Παιδιά ηλικίας κάτω των 3 μηνών

Η ασφάλεια και ή αποτελεσματικότητα του meropenem σε παιδιά κάτω των 3 μηνών δεν έχει καθορισθεί και το αποδεκτό δοσολογικό σχήμα δεν έχει βρεθεί. Ωστόσο, περιορισμένα φαρμακοκινητικά στοιχεία υποδεικνύουν ότι τα 20mg/kg κάθε 8 ώρες είναι δυνατόν να είναι ένα αποδεκτό δοσολογικό σχήμα (βλ. παράγραφο 5.2).

Παιδιά ηλικίας από 3 μηνών εως 11 χρονών και σωματικό βάρος εως 50 kg

Τα συνιστώμενα δοσολογικά σχήματα φαίνονται στον παρακάτω πίνακα:

Λοίμωξη
Σοβαρή πνευμονία συμπεριλαμβανομένης της νοσοκομειακής και της σχετιζόμενης με αναπνευστήρα πνευμονίας.
Βρογχοπνευμονικές λοιμώξεις στην κυστική ίνωση
Επιπλεγμένες λοιμώξεις του ουροποιητικού συστήματος
Επιπλεγμένες ενδοκοιλιακές λοιμώξεις
Επιπλεγμένες λοιμώξεις του δέρματος και των μαλακών μορίων
Οξεία βακτηριακή μηνιγγίτιδα
Αντιμετώπιση των εμπύρετων ουδετεροπενικών ασθενών

Παιδιά με σωματικό βάρος άνω των 50 kg

Χορηγείται η δοσολογία ενηλίκων. Δεν υπάρχει εμπειρία σε παιδιά με νεφρική ανεπάρκεια.

Μέθοδος Χορήγησης

Το Meropenem χορηγείται συνήθως με ενδοφλέβια έγχυση διάρκειας 15 έως 30 λεπτών (βλ. τις παραγράφους 6.2, 6.3 και 6.6). Εναλλακτικά οι δόσεις της meropenem έως 20mg/kg μπορούν να χορηγηθούν ως ενδοφλέβια εφάπαξ δόση διάρκειας περίπου 5 λεπτών. Υπάρχουν περιορισμένα διαθέσιμα στοιχεία για να υποστηρίξουν την χορήγηση δόσης 40mg/kg σε παιδιά ως ενδοφλέβια εφάπαξ ένεση.

Πρέπει να λαμβάνονται προφυλάξεις πριν από τον χειρισμό ή την χορήγησης του φαρμακευτικού προϊόντος Για τις οδηγίες που αφορούν την ανασύσταση/αραίωση του φαρμακευτικού προϊόντος πριν τη χορήγηση, βλ. παράγραφο 6.6.

block

Αντενδείξεις

SPC-MEROPENEM-KABI
expand_more
Υπερευαισθησία στη δραστική ουσία ή σε κάποιο από τα έκδοχα που αναφέρονται στην παράγραφο 6.1. Υπερευαισθησία σε οποιοδήποτε άλλο αντιβακτηριακό παράγοντα της καρμπαπενέμης. Σοβαρή υπερευαισθησία (π.χ αναφυλακτική αντίδραση, σοβαρές δερματικές αντιδράσεις) σε κάθε άλλο τύπο αντιβακτηριακό παράγοντα της β-λακτάμης (π.χ πενικιλλίνες ή κεφαλοσπορίνες).
warning

Προειδοποιήσεις

SPC-MEROPENEM-KABI
expand_more
Στην επιλογή της meropenem για τη θεραπεία κάθε ασθενή θα πρέπει να λαμβάνεται υπ’ όψιν η καταλληλότητα της χρήσης ενός αντιβακτηριακού παράγοντα της καρμπαπενέμης και να βασίζεται σε παράγοντες όπως η σοβαρότητα της λοίμωξης, η συχνότητα της ανθεκτικότητας σε άλλους κατάλληλους αντιβακτηριακούς παράγοντες και τον κίνδυνο επιλογής σε βακτήρια ανθεκτικά στην καρμπαπενέμη. Ανθεκτικότητα στα Enterobacteriaceae, Pseudomonas aeruginosa και Acinetobacter spp. Η ανθεκτικότητα στις πενέμες των Enterobacteriaceae, Pseudomonas aeruginosa, Acinetobacter spp. ποικίλει στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Όσοι συνταγογραφούν φάρμακα συμβουλεύονται να λαμβάνουν υπόψη τον τοπικό επιπολασμό της ανθεκτικότητας αυτών των βακτηρίων στις πενέμες. Αντιδράσεις υπερευαισθησίας Όπως και με τα άλλα β-λακταμικά αντιβιοτικά, σοβαρές και ενίοτε θανατηφόρες αντιδράσεις υπερευαισθησίας έχουν αναφερθεί (βλ. παραγράφους 4.3 και 4.8). Ασθενείς που έχουν ιστορικό υπερευαισθησίας στις καρμπαπενέμες, πενικιλλίνες ή άλλα β-λακταμικά αντιβιοτικά μπορεί επίσης να εμφανίσουν υπερευαισθησία στην meropenem. Πριν ξεκίνησει η θεραπεία με την meropenem πρέπει να πραγματοποιηθεί προσεκτική διερεύνηση τυχόν προηγούμενων αντιδράσεων υπερευαισθησίας στα αντιβιοτικά β-1 λακτάμης. Εάν συμβεί μια σοβαρή αλλεργική αντίδραση, το φαρμακευτικό προϊόν θα πρέπει να διακοπεί και να ληφθούν κατάλληλα μέτρα. Κολίτιδα που οφείλεται σε αντιβιοτικά Η κολίτιδα που οφείλεται σε αντιβιοτικά και η ψευδομεμβρανώδης κολίτιδα έχουν αναφερθεί με όλους σχεδόν τους αντιβακτηριακούς παράγοντες συμπεριλαμβανομένης της meropenem και είναι δυνατόν να κυμαίνεται στην σοβαρότητά της από ήπια έως απειλητική για τη ζωή.Για αυτό το λόγο είναι σημαντικό να ληφθεί υπόψη αυτή τη διάγνωση σε ασθενείς που εμφανίζουν διάρροια κατά τη διάρκεια ή μετά την χορήγηση της meropenem (βλ. παράγραφο 4.8). Διακοπή της θεραπείας με την meropenem και τη χορήγηση ειδικής θεραπείας για το Clostridium difficile θα πρέπει να λαμβάνεται υπ’ όψιν. Φαρμακευτικά προϊόντα που αναστέλλουν την περισταλτικότητα δεν πρέπει να χορηγούνται. Σπασμοί Σπασμοί έχουν αναφερθεί σπάνια κατά τη διάρκεια θεραπείας με καρμπαπενέμες, συμπεριλαμβανομένης της meropenem (βλ. παράγραφο 4.8). Παρακολούθηση ηπατικής λειτουργίας Η ηπατική λειτουργία θα πρέπει να παρακολουθείται στενά κατά τη διάρκεια της θεραπείας με meropenem λόγω του κινδύνου ηπατικής τοξικότητας (ηπατική δυσλειτουργία με χολόσταση και κυτταρόλυση) (βλ. παράγραφο 4.8). Χορήγηση σε ασθενείς με ηπατική νόσο: σε ασθενείς με προϋπάρχουσες ηπατικές διαταραχές θα πρέπει να παρακολουθείται η ηπατική λειτουργία κατά τη διάρκεια της θεραπείας με την meropenem. Δεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης (βλ. παράγραφο 4.2). Ορομετατροπή άμεσης δοκιμασίας αντισφαιρίνης (Coombs test) Μπορεί να αναπτυχθεί μια θετική άμεση ή έμμεση εξέταση κατά Coombs κατά τη διάρκεια της θεραπείας με meropenem. Ταυτόχρονη χρήση με βαλπροϊκό οξύ / βαλπροϊκό νάτριο /βαλπρομίδη H ταυτόχρονη χρήση της meropenem με βαλπροϊκό οξύ / βαλπροϊκό νάτριο δεν συνιστάται (βλ. παράγραφο 4.5). Παιδιατρικός πληθυσμός Το Meropenem Kabi έχει εγκριθεί για παιδιά άνω των 3 μηνών. Δεν υπάρχει καμία ένδειξη αυξημένου κινδύνου ανεπιθύμητης ενέργειας του φαρμάκου σε παιδιά με βάση τα περιορισμένα διαθέσιμα δεδομένα. Όλες οι αναφορές που ελήφθησαν ήταν σύμφωνες με τα συμβάματα που παρατηρήθηκαν στον ενήλικο πληθυσμό. Το Meropenem Kabi περιέχει νάτριο. Meropenem Kabi 500mg: Το φαρμακευτικό αυτό προϊόν περιέχει περίπου 2,0 mEq νατρίου ανά δόση 500 mg το οποίο πρέπει να λαμβάνεται υπόψη σε ασθενείς που βρίσκονται σε δίαιτα χαμηλού νατρίου. Meropenem Kabi 1g: Το φαρμακευτικό αυτό προϊόν περιέχει περίπου 4,0 mEq νατρίου ανά δόση 1 g το οποίο πρέπει να λαμβάνεται υπόψη σε ασθενείς που βρίσκονται σε δίαιτα χαμηλού νατρίου.
swap_horiz

Αλληλεπιδράσεις

SPC-MEROPENEM-KABI
expand_more
Δεν έχουν πραγματοποιηθεί μελέτες αλληλεπιδράσεων με άλλα φαρμακευτικά προϊόντα παρά μόνο με την προβενεσίδη. H προβενεσίδη ανταγωνίζεται την meropenem στην ενεργητική σωληναριακή έκκριση αναστέλλοντας έτσι την νεφρική απέκκριση, με αποτέλεσμα να αυξάνει το χρόνο ημίσειας ζωής της meropenem και τη συγκέντρωσή της στο πλάσμα. Απαιτείται προσοχή εάν η προβενεσίδη συγχορηγείται με την meropenem. H πιθανή επίδραση της meropenem στη σύνδεση με τις πρωτεΐνες ή στο μεταβολισμό άλλων φαρμάκων δεν έχει μελετηθεί. Ωστόσο η σύνδεση της meropenem με τις πρωτεΐνες είναι τόσο μικρή ώστε δεν αναμένονται αλληλεπιδράσεις με άλλες ενώσεις βάσει αυτού του μηχανισμού. Έχουν αναφερθεί μειώσεις στα επίπεδα του βαλπροϊκού οξέος στο αίμα όταν συγχορηγείται με παράγοντες καρμπαπενέμης με αποτέλεσμα την κατά 60-100% μείωση στα επίπεδα του βαλπροϊκού οξέος μέσα σε 2 μέρες περίπου. Λόγω της ταχείας έναρξης και του εύρους της μείωσης, η συγχορήγηση του βαλπροϊκού οξέως/βαλπροϊκού νατρίου/βαλπρομιδίου με παράγοντες καρμπαπενέμης δεν θεωρείται εύκολη στη διαχείριση και επομένως θα πρέπει να αποφεύγεται (βλ. παράγραφο 4.4). Από του στόματος χορηγούμενα αντιπηκτικά Ταυτόχρονη χορήγηση αντιβιοτικών μαζί με βαρφαρίνη μπορεί να επαυξάνει την αντιπηκτική της δράση. Έχουν γίνει πολλές αναφορές αύξησης της αντιθρομβωτικής δράσης των από του στόματος χορηγούμενων αντιθρομβωτικών, συμπεριλαμβανομένης της βαρφαρίνης σε ασθενείς που λαμβάνουν ταυτόχρονα αντιβακτηριδιακούς παράγοντες. Ο κίνδυνος μπορεί να διαφέρει ανάλογα με την υποβόσκουσα λοίμωξη, την ηλικία και την γενική κατάσταση του ασθενούς έτσι ώστε η συμμετοχή του αντιβιοτικού στην αύξηση του INR (international normalized ratio) να είναι δύσκολο να καθοριστεί. Συνιστάται η συχνή παρακολούθηση του INR κατά τη διάρκεια και λίγο μετά την συγχορήγηση αντιβιοτικών και από του στόματος χορηγούμενων αντιπηκτικών.
sick

Ανεπιθύμητες ενέργειες

SPC-MEROPENEM-KABI
expand_more

Περίληψη του προφίλ ασφάλειας

Σε μια ανασκόπηση 4,872 ασθενών με 5,026 εκθέσεις στην θεραπεία με meropenem, οι πιο συχνές ανεπιθύμητες ενέργειες που αναφέρθηκαν και σχετίζονταν με την meropenem ήταν διάρροια (2,3%), εξάνθημα (1,4%), ναυτία/έμετος (1,4%) και φλεγμονή στο σημείο της ένεσης (1,1%). Οι πιο συχνά αναφερόμενες εργαστηριακές ανεπιθύμητες ενέργειες που σχετίζονταν με την meropenem ήταν η θρομβοκυττάρωση (1,6%) και η αύξηση των ηπατικών ενζύμων (1,5-4,3%).

Κατάλογος ανεπιθύμητων ενεργειών υπό μορφή πίνακα

Στον παρακάτω πίνακα καταγράφονται όλες οι ανεπιθύμητες ενέργειες ανά κατηγορία οργανικού συστήματος και συχνότητα: πολύ συχνές (≥1/10), συχνές (≥1/100 έως <1/10), όχι συχνές (≥1/1000 έως <1/100), σπάνιες (≥1/10000 έως <1/1000), πολύ σπάνιες (<1/10000)και Μη γνωστές συχνότητα (δεν μπορεί να εκτιμηθεί με βάση τα διαθέσιμα δεδομένα) Μέσα σε κάθε ομάδα συχνοτήτων, οι ανεπιθύμητες ενέργειες παρουσιάζονται με φθίνουσα σειρά σοβαρότητας.

Πίνακας 1

| Κατηγορία Οργανικού

συστήματος
Λοιμώξεις και
παρασιτώσεις
Διαταραχές του
αιμοποιητικού και του
λεμφικού συστήματος
Διαταραχές του
ανοσοποιητικού
συστήματος
Διαταραχές του νευρικού
συστήματος
Διαταραχές του
γαστρεντερικού
συστήματος
Διαταραχές του ήπατος
και των χοληφόρων
Διαταραχές του δέρματος
και του υποδόριου ιστού
Διαταραχές των νεφρών
και των ουροφόρων οδών
Γενικές διαταραχές και
καταστάσεις της οδού
χορήγησης

Παιδιατρικός πληθυσμός

Το Meropenem Kabi έχει εγκριθεί για παιδιά άνω των 3 μηνών. Δεν υπάρχει καμία ένδειξη αυξημένου κινδύνου τυχόν ανεπιθύμητης ενέργειας του φαρμάκου σε παιδιά με βάση τα περιορισμένα διαθέσιμα δεδομένα. Όλες οι αναφορές που ελήφθησαν ήταν σύμφωνες με τα συμβάματα που παρατηρήθηκαν στον ενήλικο πληθυσμό.

Αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών

Η αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών μετά από τη χορήγηση άδειας κυκλοφορίας του φαρμακευτικού προϊόντος είναι σημαντική. Επιτρέπει τη συνεχή παρακολούθηση της σχέσης οφέλους- κινδύνου του φαρμακευτικού προϊόντος. Ζητείται από τους επαγγελματίες του τομέα της υγειονομικής περίθαλψης να αναφέρουν οποιεσδήποτε πιθανολογούμενες ανεπιθύμητες ενέργειες για την Ελλάδα στον Εθνικό Οργανισμό Φαρμάκων, Μεσογείων 284, GR-15562 Χολαργός, Αθήνα, Τηλ: + 30 21 32040380/337, Φαξ: + 30 21 06549585, Ιστότοπος: http://www.eof.gr και για την Κύπρος στις Φαρμακευτικές Υπηρεσίες, Υπουργείο Υγείας, CY-1475 Λευκωσία, Φαξ: + 357 22608649, Ιστότοπος: www. moh. gov. cy / phs.

pregnant_woman

Κύηση / γαλουχία

SPC-MEROPENEM-KABI
expand_more

Κύηση

Δεν υπάρχουν είτε υπάρχουν περιορισμένα στοιχεία από την χρήση της meropenem σε εγκύους. Μελέτες σε πειραματόζωα δεν έχουν δείξει άμεσες ή έμμεσες δυσμενείς επιδράσεις όσον αφορά την τοξικότητα του αναπαραγωγικού (βλ. παράγραφο 5.3). Ώς μέτρο προφύλαξης, είναι προτιμότερο να αποφεύγεται η χρήση της meropenem κατά την διάρκεια της κύησης.

Θηλασμός

Έχουν αναφερθεί μικρές ποσότητες meropenem να αποβάλλονται στο ανθρώπινο γάλα. Η meropenem δεν πρέπει να χρησιμοποιείται σε γυναίκες που θηλάζουν, εκτός εάν το δυνητικό όφελος για τη μητέρα δικαιολογεί τον πιθανό κίνδυνο για το έμβρυο.

monitor_heart

Φαρμακοδυναμική

SPC-MEROPENEM-KABI
expand_more

Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: Αντιβακτηριακά για συστηματική

χρήση, καρβαπενέμες κωδικός ATC: J01DH02

Μηχανισμός δράσης

H meropenem ασκεί την βακτηριοκτόνο δράση της αναστέλλοντας την σύνθεση του βακτηριακού κυτταρικού τοιχώματος των Gram- θετικών και Gram- αρνητικών βακτηρίων μέσω της σύνδεσής της με τις πρωτεΐνες που συνδέονται με την πενικιλίνη (PBPs).

Φαρμακοκινητική/ Φαρμακοδυναμική (PK / PD) σχέση

Παρόμοια με τους άλλους β-λακταμικούς αντιβακτηριακούς παράγοντες, ο χρόνος που οι συγκεντρώσεις της meropenem υπερβαίνουν τις ελάχιστες συγκεντρώσεις αναστολής MIC (Τ>ΜΙC) έδειξε ότι συσχετίζεται με την αποτελεσματικότητα. Σε προκλινικά μοντέλα η meropenem έδειξε δράση όταν οι συγκεντρώσεις στο πλάσμα υπερέβει το MIC του μολυσματικού μικροοργανισμού περίπου για 40% του χρονικού μεσοδιαστήματος. Αυτός ο στόχος δεν έχει κλινικά εδραιωθεί.

Μηχανισμός αντοχής

Η βακτηριακή αντίσταση στην meropenem ίσως οφείλεται: (1) μειωμένη διαπερατότητα της εξωτερικής μεμβράνης των Gram αρνητικών βακτηρίων (λόγω της μειωμένης παραγωγής πορίνων) (2) μειωμένη με τις στοχευμένες πρωτεΐνες που συνδέονται με την πενικιλλίνη PBPs (3) αυξημένη έκφραση των συστατικών εκροής της αντλίας, και (4) παραγωγή των β-λακταμασών οι οποίες είναι δυνατόν να υδρολύσουν τις καρμπαπενέμες. Τοπικές εστίες λοιμώξεων οφειλομένων σε βακτήρια που είναι ανθεκτικά στην καρβαπενέμη έχουν αναφερθεί στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Δεν παρατηρείται στοχευμένη διασταυρούμενη αντίδραση μεταξύ της meropenem και των παραγόντων της κινολόνης, των αμινογλυκοσιδών, των μακρολίδων και των τετρακλινών. Παρόλα αυτά τα βακτήρια μπορεί να αναπτύξουν αντοχή σε περισσότερες από μία κατηγορίες αντιβακτηριακών παραγόντων όταν ο εμπλεκόμενος μηχανισμός περιλαμβάνει αδιαπερατότητα και/ή μια αντλία εκροής.

Όρια

Τα κλινικά όρια MIC κατά την Ευρωπαική Επιτροπή για τον Έλεγχο της Αντιβακτηριακής Ευαισθησίας (EUCAST) παρουσιάζονται παρακάτω.

EUCAST κλινικά όρια MIC για την meropenem (2013-02-11, v 3.1)

Οργανισμός
Enterobacteriaceae
Pseudomonas
Acinetobacter
Streptococcus groups A, B, C και G
Streptococcus pneumoniae
Viridans group streptococci
Enterococcus spp.
Staphylococcus spp.
Haemophilus influenzae και Moraxella
Neisseria meningitidis
Gram-θετικά αναερόβια εκτός από το Clostridium difficile
Gram-αρνητικά αναερόβια
Listeria monocytogenes
Κανένα είδος συσχετιζόμενο με τα οριακά σημεία

Τα όρια ευαισθησίας της meropenem για τον Streptococcus pneumoniae και τον Haemophilus influenzae στην μηνιγγίτιδα είναι 0,25mg/l (Ευαίσθητο) και 1 mg/l (Ανθεκτικό). Απομονωμένα στελέχη με τιμές MIC πάνω από το όρια ευαισθησίας είναι πολύ σπάνια ή δεν έχουν αναφερθεί ακόμα. Η ταυτοποίηση και η δοκιμασία της αντιμικροβιακής ευαισθησίας σε τέτοια απομονωμένα στελέχη πρέπει να επαναλαμβάνονται και εάν το αποτέλεσμα επιβεβαιώνεται το απομονωμένο στέλεχος να στέλνεται σε ένα εργαστήριο αναφοράς. Μέχρι να υπάρξει αυτή η απόδειξη σχετικά με την κλινική ανταπόκριση για επιβεβαιωμένα απομονωμένα στελέχη με τιμές MIC πάνω από την ισχύουσα, τα τρέχοντα όρια ευαισθησίας θα πρέπει να αναφερθούν σαν σημεία ανθεκτικότητας. Η ευαισθησία των σταφυλοκόκκων στις καρβαπενέμες έχει συναχθεί από την ευαισθησία στην κεφοτιξίνη. Τα όρια ευαισθησίας αφορούν μόνο τη μηνιγγίτιδα. Τα μη σχετιζόμενα με είδη όρια έχουν καθορισθεί χρησιμοποιώντας τα PK/PD δεδομένα και είναι ανεξάρτητα από τις κατανομές του MIC για συγκεκριμένα είδη. Είναι για χρήση μόνο για οργανισμούς που δεν έχουν συγκεκριμένα όρια ευαισθησίας. Όρια ευαισθησίας που δεν συνδέονται με στελέχη βασίζονται στις ακόλουθες δοσολογίες: τα όρια ευαισθησίας κατά EUCAST ισχύουν για την μεροπενέμη 1000 mg x 3 ημερησίως χορηγούμενα ενδοφλεβίως σε διάστημα 30 λεπτών ως η χαμηλότερη δόση. 2 g x 3 ημερησίως έχει ληφθεί υπόψη για σοβαρές λοιμώξεις και στον προσδιορισμό των του ορίου ευαισθησίας I/R. Η ευαισθησία των ομάδων Α, Β, Γ και Δ στρεπτοκόκκων στις β- λακτάμες έχει συναχθεί από την ευαισθησία της πενικιλλίνης. – = Τεστ ευαισθησίας δεν συνιστάται όταν τα στελέχη είναι φτωχός στόχος για θεραπεία με το φάρμακο. Απομονωμένα στελέχη αναφέρονται ως Ανθεκτικά, χωρίς προηγούμενη δοκιμή. Η συχνότητα επίκτητης αντοχής μπορεί να ποικίλλει γεωγραφικά και χρονικά για επιλεγμένα είδη και οι τοπικές πληροφορίες για την αντοχή είναι επιθυμητές, ιδιαίτερα για την θεραπεία σοβαρών λοιμώξεων. Όπου είναι απαραίτητη, συμβουλή εμπειρογνώμονα θα πρέπει να ζητηθεί όπου η τοπική επίπτωση της αντοχής είναι τέτοια ώστε η χρήση του παράγοντα τουλάχιστον σε κάποιους τύπους λοιμώξεων είναι υπό αμφισβήτηση. Ο ακόλουθος πίνακας παθογόνων μικροβίων που είναι καταχωρημένος προέρχεται από την κλινική εμπειρία και τις θεραπευτικές οδηγίες.

Τα συνήθως ευαίσθητα είδη

Gram- θετικά αερόβια Enterococcus faecalis$ Staphylococcus aureus (ευαίσθητο στην μεθικιλλίνη)£ Staphylococcus species (ευαίσθητο στην μεθικιλλίνη) συμπεριλαμβάνοντας Staphylococcus epidermidis Streptococcus agalactiae (Group B) Streptococcus milleri group (S. anginosus, S. constellatus, and S. intermedius) Streptococcus pneumoniae Streptococcus pyogenes (Group A)

Gram- αρνητικά αερόβια Citrobacter freudii Citrobacter koseri Enterobacter aerogenes Enterobacter cloacae Escherichia coli Haemophilus influenzae Klebsiella oxytoca Klebsiella pneumoniae Morganella morganii Neisseria meningitidis Proteus mirabilis Proteus vulgaris Serratia marcescens

Gram- θετικά αναερόβια Clostridium perfringens Peptoniphilus asaccharolyticus Peptostreptococcus species (συμπεριλαμβάνοντας P. micros, P anaerobius, P. magnus)

Gram- αρνητικά αναερόβια Bacteroides caccae Bacteroides fragilis group Prevotella bivia Prevotella disiens

Είδος για το οποίο η επίκτητη ανθεκτικότητα ενδέχεται να είναι πρόβλημα

Gram- θετικά αερόβια Enterococcus faecium$†

Gram- αρνητικά αερόβια Acinetobacter species Burkholderia cepacia Pseudomonas aeruginosa

Οργανισμοί με εγγενή αντοχή

Gram- αρνητικά αερόβια Stenotrophomonas maltophilia Legionella species

Άλλοι μικροοργανισμοί Chlamydophila pneumoniae Chlamydophila psittaci Coxiella burnetii Mycoplasma pneumoniae

$ Στέλεχη που δείχνουν φυσική ενδιάμεση ευαισθησία. £ Όλοι οι σταφυλόκοκκοι που είναι ανθεκτικοί στην μεθικιλλίνη είναι ανθεκτικοί στην meropenem. † Βαθμός ανθεκτικότητας ≥50% σε μια ή περισσότερες χώρες της EΕ. Μάλις και μελιοείδωση: Η χρήση της meroepnem σε ανθρώπους βασίζεται σε δεδομένα ευαισθησίας σε in vitro B. mallei και B. pseudomallei και σε περιορισμένα στοιχεία από ανθρώπους. Οι θεράποντες ιατροί πρέπει να ανατρέχουν στα εθνικά και/ή διεθνή έγγραφα κοινής αποδοχής της μάλις και μελιοείδωσης.

biotech

Φαρμακοκινητική

SPC-MEROPENEM-KABI
expand_more

Σε υγιή άτομα ο μέσος χρόνος ημίσειας ζωής στο πλάσμα είναι περίπου 1 ώρα, ο μέσος όγκος κατανομής είναι περίπου 0,25 l/kg (11-27)l και η μέση κάθαρση είναι 287ml/min στα 250mg και μειώνεται στα 205 ml/min στα 2 g. Δόσεις των 500, 1000 και 2000mg που εγχύθηκαν σε διάστημα πάνω από 30 λεπτά δίνουν μέση τιμή μέγιστης συγκέντρωσης Cmax περίπου 23, 49 και 115μg/ml αντίστοιχα, και οι αντίστοιχες τιμές AUC τιμές ήταν 39,3, 62,3 και 153 μg.h/ml. Μετά από έγχυση άνω των 5 λεπτών οι τιμές Cmax είναι 52 και 112 μg/ml σε δόσεις 500 και 1000mg αντίστοιχα. Όταν χορηγούνται πολλαπλές δόσεις κάθε 8 ώρες σε άτομα με φυσιολογική νεφρική λειτουργία, δεν παρατηρείται συσσώρευση της meropenem. Σε μελέτη 12 ασθενών χορηγήθηκε meropenem 1000mg κάθε 8 ώρες μετεγχειρητικά για ενδοκοιλιακή λοίμωξη. Η μελέτη έδειξε συγκρίσιμο Cmax και ημίσεια ζωή με φυσιολογικά άτομα αλλά μεγαλύτερο όγκο κατανομής 27 l.

Κατανομή

H μέση σύνδεση της meropenem με την πρωτεΐνη του πλάσματος ήταν περίπου 2% και ήταν ανεξάρτητη από τη συγκέντρωση. Μετά τη ταχεία χορήγηση (5 λεπτά ή λιγότερο) η φαρμακοκινητική είναι δι-εκθετική αλλά αυτό είναι λιγότερο εμφανές μετά από 30 λεπτά έγχυσης. H meropenem έχει δείξει να διεισδύει καλά σε πολλά σωματικά υγρά και ιστούς: συμπεριλαμβανομένων των πνευμόνων, των βρογχικών εκκρίσεων, της χολής, του εγκεφαλονωτιαίου υγρού, των γυναικολογικών ιστών, του δέρματος, της περιτονίας, των μυών και του περιτοναϊκού υγρού.

Βιομετατροπή

Η meropenem μεταβολίζεται με υδρόλυση του δακτυλίου της β-λακτάμης σε έναν μικροβιολογικά ανενεργό μεταβολίτη. Ιn vitro η meropenem έδειξε μειωμένη ευαισθησία στην υδρόλυση από ανθρώπινη dehydropeptidase (DHP- I) σε σύγκριση με την imipenem και δεν είναι απαραίτητη η συγχορήγηση αναστολέα DHP-I.

Αποβολή

Η Meropenem κυρίως αποβάλλεται αναλλοίωτη πρωταρχικά από τα νεφρά, περίπου 70% (50-75%) της δόσης αποβάλλεται αναλλοίωτη μέσα σε 12 ώρες. Ένα επιπλέον 28% ανακτάται ως μικροβιολογικά ανενεργός μεταβολίτης. Η αποβολή από τα κόπρανα αντιπροσωπεύει μόνο περίπου το 2% της δόσης. Η μέτρηση της νεφρικής κάθαρσης και η επίδραση της προβενεσίδης δείχνουν ότι η meropenem υφίσταται διήθηση και σωληναριακή έκκριση.

Νεφρική ανεπάρκεια

Η νεφρική δυσλειτουργία έχει ως αποτέλεσμα υψηλότερο AUC στο πλάσμα και μεγαλύτερη διάρκεια ζωής για την meropenem. Η τιμή AUC αυξάνεται κατά 2,4 φορές σε ασθενείς με μέτρια δυσλειτουργία (CrCl 33- 74ml/min), 5 φορές σε σοβαρή δυσλειτουργία (CrCl 4-23ml/min) και 10 φορές σε ασθενείς που υποβάλλονται σε αιμοδιύλιση (CrCl <2ml/min) όταν συγκρίνονται με υγιή άτομα (CrCl>80ml/min). Το AUC του μικροβιολογικά ανενεργού μεταβολίτη με ανοικτό δακτύλιο είναι σημαντικά αυξημένο σε ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία. Συνιστάται προσαρμογή της δόσης συνιστάται σε ασθενείς με μέτρια έως σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία (βλ. παράγραφο 4.2). Η meropenem αποβάλλεται με την αιμοδιύλιση με κάθαρση κατά την διάρκεια της αιμοδιύλισης περίπου 4 φορές μεγαλύτερη από ότι σε ασθενείς με ανουρία.

Ηπατική ανεπάρκεια

Μια μελέτη σε ασθενείς με αλκοολική κίρρωση δεν έδειξε καμία επίδραση της ηπατικής νόσου στην φαρμακοκινητική της meropenem μετά από επαναλαμβανόμενες δόσεις.

Ενήλικες ασθενείς

Φαρμακοκινητικές μελέτες που διεξήχθησαν σε ασθενείς δεν έδειξαν σημαντικές φαρμακοκινητικές διαφορές σε σχέση με υγιή άτομα με ισοδύναμη νεφρική λειτουργία. Ένα πληθυσμιακό μοντέλο που αναπτύχθηκε από στοιχεία 70 ασθενών με ενδο-κοιλιακή λοίμωξη ή πνευμονία, έδειξε μια εξάρτηση του κεντρικού όγκου από το βάρος και της κάθαρσης από την κάθαρση κρεατινίνης και την ηλικία.

Παιδιά

Η φαρμακοκινητική στα βρέφη και στα παιδιά με λοίμωξη σε δόσεις των 10, 20 και 40 mg/kg έδειξε τιμές Cmax περίπου ίδιες με τους ενήλικες στις δόσεις 500, 1000 και 2000mg αντίστοιχα. Η σύγκριση έδειξε σταθερή φαρμακοκινητική μεταξύ των δόσεων και τον χρόνο ημίσειας ζωής παρόμοια με αυτή που παρατηρήθηκε στους ενήλικες αλλά και στα μικρότερα άτομα (<6μηνών t1/2 1,6 ώρες). Η μέση τιμή κάθαρσης της meropenem ήταν 5,8 ml/min/kg (6-12 ετών), 6,2 ml/min/kg (2-5 ετών), 5,3 ml/min/kg (6-23 μηνών) και 4,3 ml/min/kg (2-5 μηνών). Περίπου 60% της δόσης αποβάλλεται στα ούρα σε 12 ώρες σαν meropenem με ένα επιπλέον 12% ως μεταβολίτη. Οι συγκεντρώσεις της meropenem στο ΕΝΥ των παιδιών με μηνιγγίτιδα είναι περίπου 20% των ταυτόχρονων επιπέδων στο πλάσμα παρόλο που υπάρχει σημαντική ατομική μεταβλητότητα. Η φαρμακοκινητική της meropenem σε νεογνά που χρειάζονται αντιμικροβιακή θεραπεία έδειξαν μεγαλύτερη κάθαρση στα νεογνά με μεγαλύτερη χρονολογική ηλικία ή διάρκεια κύησης με συνολική ημίσεια ζωή 2,9 ώρες. Η εξομοιωτής Monte Carlo βασιζόμενος στο πληθυσμιακό μοντέλο PK έδειξε ότι με το δοσολογικό σχήμα 20 mg/kg κάθε 8 ώρες πέτυχε 60%Τ>ΜΙC για την P.aeruginosa σε 95% των πρόωρων και 91% των νεογνών με ολοκληρωμένο χρόνο κύησης

Ηλικιωμένοι

Φαρμακοκινητικές μελέτες σε υγιή ηλικιωμένα άτομα (65-80 ετών) έδειξαν μια μείωση στη κάθαρση του πλάσματος η οποία συσχετίστηκε με την μείωση της κάθαρσης της κρεατινίνης λόγω της ηλικίας και μια μικρότερη μείωση της εξωνεφρικής κάθαρσης. Δεν απαιτείται προσαρμογή δόσης σε ηλικιωμένους ασθενείς, εκτός από τις περιπτώσεις με μέτρια έως σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία (βλ. παράγραφο 4.2).

query_stats Κρίσιμα Στοιχεία

Ημίσεια ζωή

2.4 ώρες
DrugBank

Δέσμευση πρωτεϊνών

92-94%
DrugBank

Βιοδιαθεσιμότητα

90%
DrugBank

Απέκκριση

Νεφρά/Κόπρανα
DrugBank
science

Scientific Profile

CID
446598
Μοριακός τύπος
C18H33ClN2O5S
Μοριακό βάρος
425.0
IUPAC
(2S,4R)-N-[(1S,2S)-2-chloro-1-[(2R,3R,4S,5R,6R)-3,4,5-trihydroxy-6-methylsulfanyloxan-2-yl]propyl]-1-methyl-4-propylpyrrolidine-2-carboxamide
InChIKey
KDLRVYVGXIQJDK-AWPVFWJPSA-N
Κατάταξη MeSH

Ταξινόμηση MeSH

  • Φαρμακολογική Ταξινόμηση: Ουσίες που αναστέλλουν τη σύνθεση πρωτεϊνών. Συνήθως είναι ΑΝΤΙΒΑΚΤΗΡΙΑΚΟΙ ΠΑΡΑΓΟΝΤΕΣ ή τοξίνες. Ο μηχανισμός δράσης της αναστολής περιλαμβάνει τη διακοπή της επιμήκυνσης της πεπτιδικής αλυσίδας, τον αποκλεισμό της Α θέσης των ριβοσωμάτων, την εσφαλμένη ανάγνωση του γενετικού κώδικα ή την παρεμπόδιση της προσκόλλησης των ολιγοσακχαριδικών πλευρικών αλυσίδων σε γλυκοπρωτεΐνες.
  • Ουσίες που αναστέλλουν την ανάπτυξη ή την αναπαραγωγή ΒΑΚΤΗΡΙΩΝ.

Σχετικά Εργαλεία

Πρωτόκολλα Συνταγογράφησης

📋 Οξεία Φαρυγγοαμυγδαλίτιδα Υπουργείο Υγείας — Επιστημονική Ομάδα Λοιμώξεων
🧮 Εργαλείο

Συνταγογραφείται εφόσον ο ασθενής εντάσσεται σε κάποιο από τα παρακάτω βήματα:

  • ΒΗΜΑ 1B J01FF01
    1ο ΒΗΜΑ — Με σοβαρή αλλεργία/δυσανεξία στα β-λακταμικά
    • Centor ≥ 2 (πιθανή ή επιβεβαιωμένη GAS)
    • Σοβαρή αλλεργία ή δυσανεξία στα β-λακταμικά
    Δοσολογία: 300 mg × 3/ημέρα · 10 ημέρες
  • ΒΗΜΑ 2 J01FF01
    2ο ΒΗΜΑ — Υποτροπιάζοντα επεισόδια ή χρόνιος φορέας με ένδειξη εκκρίζωσης
    • Πολλαπλά υποτροπιάζοντα συμπτωματικά επεισόδια
    • Ή χρόνιος φορέας GAS με ένδειξη θεραπείας εκκρίζωσης
    Δοσολογία: 300 mg × 3/ημέρα · 10 ημέρες
📋 Πνευμονία Κοινότητας Υπουργείο Υγείας — Επιστημονική Ομάδα Λοιμώξεων
🧮 Εργαλείο

Συνταγογραφείται εφόσον ο ασθενής εντάσσεται σε κάποιο από τα παρακάτω βήματα:

  • ΒΗΜΑ 4 J01FF01
    4ο ΒΗΜΑ — Πιθανότητα εισρόφησης
    • Ασθενείς με πιθανότητα εισρόφησης (J69.0)
    Δοσολογία: Cefuroxime axetil 500 mg × 2 + Clindamycin 300 mg × 3 · 7–10 ημέρες
📋 Οξεία Ρινοκολπίτιδα Υπουργείο Υγείας — Επιστημονική Ομάδα Εργασίας Λοιμώξεων
🧮 Εργαλείο

Συνταγογραφείται εφόσον ο ασθενής εντάσσεται σε κάποιο από τα παρακάτω βήματα:

  • ΒΗΜΑ 1 J01FF01
    ΒΗΜΑ 1 — Χωρίς παράγοντες κινδύνου αντοχής
    • Επιβεβαιωμένη ΟΒΡΚ χωρίς παράγοντες κινδύνου αντοχής
    Δοσολογία: 300 mg × 3/ημέρα · 5-7 ημέρες