CLINDAMYCIN
Κλινδαμυκίνη
Στην ομάδα των λινκοζαμιδών περιλαμβάνεται η κλινδαμυκίνη και η λινκομυκίνη. Tο αντιμικροβιακό τους φάσμα περιλαμβάνει: Gram+ κόκκους (στρεπτόκοκκοι, σταφυλόκοκκοι) και βακτηρίδια αερόβια (Bacillus anthracis, στελέχη Nocardia, Corynobacterium diphtheriae) ως και Gram+ και Gram- …
Εμπορικά Ονόματα
Κλινική Σύνοψη
Προτεραιότητα πηγών: SPC, ΕΟΦ, DrugBank
clinical_notes
ΕΟΦ
Ενδείξεις
expand_more
Ενδείξεις
medication
SPC-MEROPENEM-KABI
Δοσολογία
expand_more
Δοσολογία
- Οδός: Ενδοφλέβια
- Χορήγηση: κάθε 8 ώρες
- Δόση έναρξης: 500 mg
- Τιτλοποίηση: Δόσεις μέχρι 1g μπορούν να χορηγηθούν με ενδοφλέβια εφάπαξ ένεση διάρκειας περίπου 5 λεπτών. Σε παιδιά, δόσεις έως 20mg/kg μπορούν να χορηγηθούν ως ενδοφλέβια εφάπαξ δόση διάρκειας περίπου 5 λεπτών. Υπάρχουν περιορισμένα στοιχεία ασφάλειας για εφάπαξ δόση 2g σε ενήλικες και 40mg/kg σε παιδιά.
-
Ενήλικες και έφηβοι (γενικές οδηγίες)Δόσηέως 2g τρεις φορές την ημέραΜια δόση έως 2g τρεις φορές την ημέρα μπορεί να είναι ιδιαίτερα κατάλληλη κατά την θεραπεία ορισμένων τύπων λοιμώξεων, όπως λοιμώξεις που οφείλονται σε λιγότερο ευαίσθητα είδη βακτηρίων (π.χ. Enterobacteriaceae, Pseudomonas aeruginosa, Acinetobacter spp.), ή σε πολύ σοβαρές λοιμώξεις.
-
Παιδιά (γενικές οδηγίες)Δόσηέως 40mg/kg τρεις φορές την ημέραΜια δόση έως 40mg/kg τρεις φορές την ημέρα μπορεί να είναι ιδιαίτερα κατάλληλη κατά την θεραπεία ορισμένων τύπων λοιμώξεων, όπως λοιμώξεις που οφείλονται σε λιγότερο ευαίσθητα είδη βακτηρίων (π.χ. Enterobacteriaceae, Pseudomonas aeruginosa, Acinetobacter spp.), ή σε πολύ σοβαρές λοιμώξεις.
-
Ενήλικες και έφηβοι - Σοβαρή πνευμονία συμπεριλαμβανομένης της νοσοκομειακής και της σχετιζόμενης με αναπνευστήρα πνευμονίαςΔόση500 mg ή 1g
-
Ενήλικες και έφηβοι - Βρογχοπνευμονικές λοιμώξεις στην κυστική ίνωσηΔόση2g
-
Ενήλικες και έφηβοι - Επιπλεγμένες λοιμώξεις του ουροποιητικού συστήματοςΔόση500 mg ή 1 g
-
Ενήλικες και έφηβοι - Επιπλεγμένες ενδοκοιλιακές λοιμώξειςΔόση500 mg ή 1 g
-
Ενήλικες και έφηβοι - Λοιμώξεις κατά τη διάρκεια και μετά τον τοκετόΔόση500 mg ή 1 g
-
Ενήλικες και έφηβοι - Επιπλεγμένες λοιμώξεις του δέρματος και των μαλακών μορίωνΔόση500 mg ή 1 g
-
Ενήλικες και έφηβοι - Οξεία βακτηριακή μηνιγγίτιδαΔόση2g
-
Ενήλικες και έφηβοι - Διαχείριση θεραπείας εμπύρετων ουδετεροπενικών ασθενώνΔόση1g
-
Ασθενείς με νεφρική ανεπάρκεια (ενήλικες και έφηβοι)Δόσηπροσαρμογή δόσηςΌταν η κάθαρση της κρεατινίνης είναι μικρότερη από 51ml/min. Μία μονάδα δόσης κάθε 12 ώρες για CrCl 26-50 ml/min. Μισή μονάδα δόσης κάθε 12 ώρες για CrCl 10-25 ml/min. Μισή μονάδα δόσης κάθε 24 ώρες για CrCl <10 ml/min. Περιορισμένα στοιχεία για εφαρμογή τροποποιημένων δόσεων για εφάπαξ δόση 2 g.
-
Ασθενείς υπό αιμοδιύλισηΗ συνιστώμενη δόση θα πρέπει να χορηγείται μετά το τέλος του κύκλου της αιμοδιΰλισης.
-
Ασθενείς υπό περιτοναιοδιύλισηΔεν υπάρχει αποδεδειγμένη συνιστώμενη δόση.
-
Παιδιά ηλικίας κάτω των 3 μηνώνΔόση20mg/kg κάθε 8 ώρεςΠεριορισμένα φαρμακοκινητικά στοιχεία υποδεικνύουν ότι τα 20mg/kg κάθε 8 ώρες μπορεί να είναι ένα αποδεκτό δοσολογικό σχήμα. Η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα δεν έχουν καθορισθεί.
-
Παιδιά ηλικίας από 3 μηνών εως 11 χρονών και σωματικό βάρος εως 50 kg - Σοβαρή πνευμονία συμπεριλαμβανομένης της νοσοκομειακής και της σχετιζόμενης με αναπνευστήρα πνευμονίαςΔόση10 ή 20mg/kg
-
Παιδιά ηλικίας από 3 μηνών εως 11 χρονών και σωματικό βάρος εως 50 kg - Βρογχοπνευμονικές λοιμώξεις στην κυστική ίνωσηΔόση40 mg/kg
-
Παιδιά ηλικίας από 3 μηνών εως 11 χρονών και σωματικό βάρος εως 50 kg - Επιπλεγμένες λοιμώξεις του ουροποιητικού συστήματοςΔόση10 ή 20 mg/kg
-
Παιδιά ηλικίας από 3 μηνών εως 11 χρονών και σωματικό βάρος εως 50 kg - Επιπλεγμένες ενδοκοιλιακές λοιμώξειςΔόση10 ή 20 mg/kg
-
Παιδιά ηλικίας από 3 μηνών εως 11 χρονών και σωματικό βάρος εως 50 kg - Επιπλεγμένες λοιμώξεις του δέρματος και των μαλακών μορίωνΔόση10 ή 20 mg/kg
-
Παιδιά ηλικίας από 3 μηνών εως 11 χρονών και σωματικό βάρος εως 50 kg - Οξεία βακτηριακή μηνιγγίτιδαΔόση40 mg/kg
-
Παιδιά ηλικίας από 3 μηνών εως 11 χρονών και σωματικό βάρος εως 50 kg - Αντιμετώπιση των εμπύρετων ουδετεροπενικών ασθενώνΔόση20 mg/kg
-
Παιδιά με σωματικό βάρος άνω των 50 kgΔόσηδόση ενηλίκων
block
SPC-MEROPENEM-KABI
Αντενδείξεις
expand_more
Αντενδείξεις
-
Υπερευαισθησία στη δραστική ουσία ή σε κάποιο από τα έκδοχα που αναφέρονται στην παράγραφο 6.1.
-
Υπερευαισθησία σε οποιοδήποτε άλλο αντιβακτηριακό παράγοντα της καρμπαπενέμης.
-
Σοβαρή υπερευαισθησία (π.χ αναφυλακτική αντίδραση, σοβαρές δερματικές αντιδράσεις) σε κάθε άλλο τύπο αντιβακτηριακό παράγοντα της β-λακτάμης (π.χ πενικιλλίνες ή κεφαλοσπορίνες).
warning
SPC-MEROPENEM-KABI
Προειδοποιήσεις
expand_more
Προειδοποιήσεις
-
Καταλληλότητα χρήσης καρμπαπενέμηςΘα πρέπει να λαμβάνεται υπ' όψιν η σοβαρότητα της λοίμωξης, η συχνότητα της ανθεκτικότητας σε άλλους κατάλληλους αντιβακτηριακούς παράγοντες και ο κίνδυνος επιλογής σε βακτήρια ανθεκτικά στην καρμπαπενέμη.
-
Ανθεκτικότητα στις Enterobacteriaceae, Pseudomonas aeruginosa και Acinetobacter spp.Όσοι συνταγογραφούν φάρμακα συμβουλεύονται να λαμβάνουν υπόψη τον τοπικό επιπολασμό της ανθεκτικότητας αυτών των βακτηρίων στις πενέμες.
-
Αντιδράσεις υπερευαισθησίαςΣοβαρές και ενίοτε θανατηφόρεςΠριν ξεκινήσει η θεραπεία με meropenem πρέπει να πραγματοποιηθεί προσεκτική διερεύνηση τυχόν προηγούμενων αντιδράσεων υπερευαισθησίας στα αντιβιοτικά β-λακτάμης. Εάν συμβεί μια σοβαρή αλλεργική αντίδραση, το φαρμακευτικό προϊόν θα πρέπει να διακοπεί και να ληφθούν κατάλληλα μέτρα.
-
Κολίτιδα που οφείλεται σε αντιβιοτικάΔιακοπή της θεραπείας με meropenem και χορήγηση ειδικής θεραπείας για το Clostridium difficile θα πρέπει να λαμβάνεται υπ' όψιν. Φαρμακευτικά προϊόντα που αναστέλλουν την περισταλτικότητα δεν πρέπει να χορηγούνται.
-
ΣπασμοίΈχουν αναφερθεί σπάνια κατά τη διάρκεια θεραπείας με καρμπαπενέμες, συμπεριλαμβανομένης της meropenem (βλ. παράγραφο 4.8).
-
Παρακολούθηση ηπατικής λειτουργίαςΗ ηπατική λειτουργία θα πρέπει να παρακολουθείται στενά κατά τη διάρκεια της θεραπείας με meropenem λόγω του κινδύνου ηπατικής τοξικότητας. Σε ασθενείς με προϋπάρχουσες ηπατικές διαταραχές θα πρέπει να παρακολουθείται η ηπατική λειτουργία κατά τη διάρκεια της θεραπείας με την meropenem. Δεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης.
-
Ορομετατροπή άμεσης δοκιμασίας αντισφαιρίνης (Coombs test)Μπορεί να αναπτυχθεί μια θετική άμεση ή έμμεση εξέταση κατά Coombs κατά τη διάρκεια της θεραπείας με meropenem.
-
Ταυτόχρονη χρήση με βαλπροϊκό οξύ / βαλπροϊκό νάτριο /βαλπρομίδηΗ ταυτόχρονη χρήση της meropenem με βαλπροϊκό οξύ / βαλπροϊκό νάτριο δεν συνιστάται (βλ. παράγραφο 4.5).
-
Παιδιατρικός πληθυσμόςΤο Meropenem Kabi έχει εγκριθεί για παιδιά άνω των 3 μηνών. Δεν υπάρχει καμία ένδειξη αυξημένου κινδύνου ανεπιθύμητης ενέργειας του φαρμάκου σε παιδιά με βάση τα περιορισμένα διαθέσιμα δεδομένα. Όλες οι αναφορές που ελήφθησαν ήταν σύμφωνες με τα συμβάματα που παρατηρήθηκαν στον ενήλικο πληθυσμό.
-
Περιεκτικότητα σε νάτριοMeropenem Kabi 500mg: Το φαρμακευτικό αυτό προϊόν περιέχει περίπου 2,0 mEq νατρίου ανά δόση 500 mg το οποίο πρέπει να λαμβάνεται υπόψη σε ασθενείς που βρίσκονται σε δίαιτα χαμηλού νατρίου. Meropenem Kabi 1g: Το φαρμακευτικό αυτό προϊόν περιέχει περίπου 4,0 mEq νατρίου ανά δόση 1 g το οποίο πρέπει να λαμβάνεται υπόψη σε ασθενείς που βρίσκονται σε δίαιτα χαμηλού νατρίου.
swap_horiz
SPC-MEROPENEM-KABI
Αλληλεπιδράσεις
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
-
ΠροβενεσίδηΠροσοχήΑνταγωνίζεται την meropenem στην ενεργητική σωληναριακή έκκριση, αυξάνοντας τον χρόνο ημίσειας ζωής και τη συγκέντρωση στο πλάσμα.
-
ΑντένδειξηΜειώσεις στα επίπεδα του βαλπροϊκού οξέος στο αίμα (60-100%) εντός 2 ημερών.ΣύστασηΗ συγχορήγηση δεν θεωρείται εύκολη στη διαχείριση και θα πρέπει να αποφεύγεται.
-
Από του στόματος χορηγούμενα αντιπηκτικά (π.χ. βαρφαρίνη)ΠαρακολούθησηΕπαύξηση της αντιπηκτικής δράσης.ΣύστασηΣυνιστάται η συχνή παρακολούθηση του INR κατά τη διάρκεια και λίγο μετά τη συγχορήγηση.
sick
SPC-MEROPENEM-KABI
Ανεπιθύμητες ενέργειες
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
- στοματική και κολπική καντιδίαση
- Θρομβοκυτταραιμία
- ηωσινοφιλία, θρομβοπενία, λευκοπενία, ουδετεροπενία, ακοκκιοκυτταραιμία, αιμολυτική αναιμία
- αγγειοοίδημα, αναφυλαξία
- κεφαλαλγία
- παραισθησία
- σπασμοί
- διάρροια, έμετος, ναυτία, κοιλιακός πόνος
- κολίτιδα οφειλόμενη σε αντιβιοτικά
- Αύξηση των τρανσαμινασών, αύξηση της αλκαλικής φωσφατάσης στο αίμα, αύξηση της γαλακτικής διϋδρογενάσης στο αίμα
- Αύξηση της χολερυθρίνης του αίματος
- εξάνθημα, κνησμός
- Κνίδωση, τοξική επιδερμική νεκρόλυση, Σύνδρομο Stevens-Johnson, Πολύμορφο ερύθημα
- Αντίδραση σε φάρμακο με ηωσινοφιλία και συστηματικά συμπτώματα (DRESS Syndrome)
- Αύξηση της κρεατινίνης του αίματος, αύξηση της ουρίας του αίματος
- φλεγμονή, πόνος
- Θρομβοφλεβίτιδα, πόνος στο σημείο ένεσης
Λεπτομέρειες κατά συχνότητα expand_more
-
Όχι συχνέςστοματική και κολπική καντιδίασηΛοιμώξεις και παρασιτώσεις
-
ΣυχνέςΘρομβοκυτταραιμίαΔιαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος
-
Όχι συχνέςηωσινοφιλία, θρομβοπενία, λευκοπενία, ουδετεροπενία, ακοκκιοκυτταραιμία, αιμολυτική αναιμίαΔιαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος
-
Όχι συχνέςαγγειοοίδημα, αναφυλαξίαΔιαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος
-
ΣυχνέςκεφαλαλγίαΔιαταραχές του νευρικού συστήματος
-
Όχι συχνέςπαραισθησίαΔιαταραχές του νευρικού συστήματος
-
ΣπάνιεςσπασμοίΔιαταραχές του νευρικού συστήματος
-
Συχνέςδιάρροια, έμετος, ναυτία, κοιλιακός πόνοςΔιαταραχές του γαστρεντερικού συστήματος
-
Όχι συχνέςκολίτιδα οφειλόμενη σε αντιβιοτικάΔιαταραχές του γαστρεντερικού συστήματος
-
ΣυχνέςΑύξηση των τρανσαμινασών, αύξηση της αλκαλικής φωσφατάσης στο αίμα, αύξηση της γαλακτικής διϋδρογενάσης στο αίμαΔιαταραχές του ήπατος και των χοληφόρων
-
Όχι συχνέςΑύξηση της χολερυθρίνης του αίματοςΔιαταραχές του ήπατος και των χοληφόρων
-
Συχνέςεξάνθημα, κνησμόςΔιαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
-
Όχι συχνέςΚνίδωση, τοξική επιδερμική νεκρόλυση, Σύνδρομο Stevens-Johnson, Πολύμορφο ερύθημαΔιαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
-
Μη γνωστέςΑντίδραση σε φάρμακο με ηωσινοφιλία και συστηματικά συμπτώματα (DRESS Syndrome)Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
-
Όχι συχνέςΑύξηση της κρεατινίνης του αίματος, αύξηση της ουρίας του αίματοςΔιαταραχές των νεφρών και των ουροφόρων οδών
-
Συχνέςφλεγμονή, πόνοςΓενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
-
Όχι συχνέςΘρομβοφλεβίτιδα, πόνος στο σημείο ένεσηςΓενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
pregnant_woman
SPC-MEROPENEM-KABI
Κύηση / γαλουχία
Επίπεδο κινδύνου: Αποφεύγεται
expand_more
Κύηση / γαλουχία
-
ΚύησηΑποφεύγεταιΔεν υπάρχουν είτε υπάρχουν περιορισμένα στοιχεία από την χρήση της meropenem σε εγκύους. Μελέτες σε πειραματόζωα δεν έχουν δείξει άμεσες ή έμμεσες δυσμενείς επιδράσεις όσον αφορά την τοξικότητα του αναπαραγωγικού (βλ. Φαρμακολογία).
-
ΓαλουχίαΑποφεύγεταιΈχουν αναφερθεί μικρές ποσότητες meropenem να αποβάλλονται στο ανθρώπινο γάλα. Η meropenem δεν πρέπει να χρησιμοποιείται σε γυναίκες που θηλάζουν, εκτός εάν το δυνητικό όφελος για τη μητέρα δικαιολογεί τον πιθανό κίνδυνο για το έμβρυο.
neurology
DrugBank
Μηχανισμός δράσης
expand_more
Μηχανισμός δράσης
monitor_heart
SPC-MEROPENEM-KABI
Φαρμακοδυναμική
expand_more
Φαρμακοδυναμική
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: Αντιβακτηριακά για συστηματική χρήση, καρβαπενέμες κωδικός ATC: J01DH02 ### Μηχανισμός δράσης H meropenem ασκεί την βακτηριοκτόνο δράση της αναστέλλοντας την σύνθεση του βακτηριακού κυτταρικού τοιχώματος των Gram- θετικών…
biotech
SPC-MEROPENEM-KABI
Φαρμακοκινητική
expand_more
Φαρμακοκινητική
hub
PubChem
Μεταβολισμός
expand_more
Μεταβολισμός
bloodtype
DrugBank
Απέκκριση
expand_more
Απέκκριση
Σκευάσματα & Τιμολόγηση
Μονογραφίες Πηγών
Αναλυτικό περιεχόμενο ανά πηγή για τεκμηρίωση και έλεγχο
medication
Δοσολογία
SPC-MEROPENEM-KABI
expand_more
Δοσολογία
Δοσολογία
Οι πίνακες παρακάτω παρέχουν τις γενικές οδηγίες για τη δοσολογία. Η δόση για το meropenem που χορηγείται και η διάρκεια της θεραπείας θα πρέπει να λαμβάνει υπ’όψιν την υπό θεραπεία λοίμωξη, την σοβαρότητά της και τη κλινική απόκριση. Μια δόση έως 2g τρεις φορές την ημέρα σε ενήλικες και εφήβους και μια δόση έως 40mg/kg τρεις φορές την ημέρα σε παιδιά μπορεί να είναι ιδιαίτερα κατάλληλη κατά την θεραπεία ορισμένων τύπων λοιμώξεων, όπως λοιμώξεις που οφείλονται σε λιγότερο ευαίσθητα είδη βακτηρίων (π.χ. Enterobacteriaceae, Pseudomonas aeruginosa, Acinetobacter spp.), ή σε πολύ σοβαρές λοιμώξεις. Απαιτείται επιπλέον προσοχή στη δοσολογία κατά την θεραπεία ασθενών με νεφρική ανεπάρκεια (βλ. Ασθενείς με νεφρική ανεπάρκεια).
Ενήλικες και έφηβοι
| Λοίμωξη |
|---|
| Σοβαρή πνευμονία συμπεριλαμβανομένης της νοσοκομειακής και της σχετιζόμενης με αναπνευστήρα πνευμονίας. |
| Βρογχοπνευμονικές λοιμώξεις στην κυστική ίνωση |
| Επιπλεγμένες λοιμώξεις του ουροποιητικού συστήματος |
| Επιπλεγμένες ενδοκοιλιακές λοιμώξεις |
| Λοιμώξεις κατά τη διάρκεια και μετά τον τοκετό |
| Επιπλεγμένες λοιμώξεις του δέρματος και των μαλακών μορίων |
| Οξεία βακτηριακή μηνιγγίτιδα |
| Διαχείριση θεραπείας εμπύρετων ουδετεροπενικών ασθενών |
Το Meropenem χορηγείται συνήθως με ενδοφλέβια έγχυση διάρκειας περίπου 15 έως 30 λεπτών (βλ. παραγράφους 6.2, 6.3 και 6.6). Εναλλακτικά, δόσεις μέχρι 1g μπορούν να χορηγηθούν με ενδοφλέβια εφάπαξ ένεση διάρκειας περίπου 5 λεπτών. Υπάρχουν περιορισμένα στοιχεία ασφάλειας διαθέσιμα για να υποστηρίξουν την χορήγηση της δόσης των 2 g σε ενήλικες ως ενδοφλέβια εφάπαξ ένεση.
Ασθενείς με νεφρική ανεπάρκεια
Η δοσολογία σε ενήλικες και εφήβους θα πρέπει να προσαρμόζεται όταν η κάθαρση της κρεατινίνης είναι μικρότερη από 51ml/min όπως φαίνεται παρακάτω. Υπάρχουν περιορισμένα στοιχεία διαθέσιμα για να υποστηρίξουν την εφαρμογή αυτών των τροποποιημένων δόσεων για μια μοναδιαία δόση 2 g.
| Κάθαρση κρεατινίνης (ml/min) | Δόση (βάσει μονάδων δόσεων των 500 mg, 1 g ή 2 g) | Συχνότητα |
|---|---|---|
| 26 έως 50 | μία μονάδα δόσης | κάθε 12 ώρες |
| 10 έως 25 | μισή μονάδα δόσης | κάθε 12 ώρες |
| <10 | μισή μονάδα δόσης | κάθε 24 ώρες |
Το Meropenem απομακρύνεται με την αιμοδιύλιση και την αιμοδιήθηση. Η συνιστώμενη δόση θα πρέπει να χορηγείται μετά το τέλος του κύκλου της αιμοδιΰλισης. Δεν υπάρχει αποδεδειγμένη συνιστώμενη δόση σε ασθενείς υπό περιτοναιοδιύλιση.
Ασθενείς με ηπατική ανεπάρκεια
Δεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης σε ασθενείς με ηπατική ανεπάρκεια (βλ. παράγραφο 4.4).
Ηλικιωμένοι ασθενείς
Δεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης σε ηλικιωμένους με κανονική νεφρική λειτουργία ή κάθαρση κρεατινίνης με τιμές άνω των 50 ml/min.
Παιδιατρικός πληθυσμός
Παιδιά ηλικίας κάτω των 3 μηνών
Η ασφάλεια και ή αποτελεσματικότητα του meropenem σε παιδιά κάτω των 3 μηνών δεν έχει καθορισθεί και το αποδεκτό δοσολογικό σχήμα δεν έχει βρεθεί. Ωστόσο, περιορισμένα φαρμακοκινητικά στοιχεία υποδεικνύουν ότι τα 20mg/kg κάθε 8 ώρες είναι δυνατόν να είναι ένα αποδεκτό δοσολογικό σχήμα (βλ. παράγραφο 5.2).
Παιδιά ηλικίας από 3 μηνών εως 11 χρονών και σωματικό βάρος εως 50 kg
Τα συνιστώμενα δοσολογικά σχήματα φαίνονται στον παρακάτω πίνακα:
| Λοίμωξη |
|---|
| Σοβαρή πνευμονία συμπεριλαμβανομένης της νοσοκομειακής και της σχετιζόμενης με αναπνευστήρα πνευμονίας. |
| Βρογχοπνευμονικές λοιμώξεις στην κυστική ίνωση |
| Επιπλεγμένες λοιμώξεις του ουροποιητικού συστήματος |
| Επιπλεγμένες ενδοκοιλιακές λοιμώξεις |
| Επιπλεγμένες λοιμώξεις του δέρματος και των μαλακών μορίων |
| Οξεία βακτηριακή μηνιγγίτιδα |
| Αντιμετώπιση των εμπύρετων ουδετεροπενικών ασθενών |
Παιδιά με σωματικό βάρος άνω των 50 kg
Χορηγείται η δοσολογία ενηλίκων. Δεν υπάρχει εμπειρία σε παιδιά με νεφρική ανεπάρκεια.
Μέθοδος Χορήγησης
Το Meropenem χορηγείται συνήθως με ενδοφλέβια έγχυση διάρκειας 15 έως 30 λεπτών (βλ. τις παραγράφους 6.2, 6.3 και 6.6). Εναλλακτικά οι δόσεις της meropenem έως 20mg/kg μπορούν να χορηγηθούν ως ενδοφλέβια εφάπαξ δόση διάρκειας περίπου 5 λεπτών. Υπάρχουν περιορισμένα διαθέσιμα στοιχεία για να υποστηρίξουν την χορήγηση δόσης 40mg/kg σε παιδιά ως ενδοφλέβια εφάπαξ ένεση.
Πρέπει να λαμβάνονται προφυλάξεις πριν από τον χειρισμό ή την χορήγησης του φαρμακευτικού προϊόντος Για τις οδηγίες που αφορούν την ανασύσταση/αραίωση του φαρμακευτικού προϊόντος πριν τη χορήγηση, βλ. παράγραφο 6.6.
block
Αντενδείξεις
SPC-MEROPENEM-KABI
expand_more
Αντενδείξεις
warning
Προειδοποιήσεις
SPC-MEROPENEM-KABI
expand_more
Προειδοποιήσεις
swap_horiz
Αλληλεπιδράσεις
SPC-MEROPENEM-KABI
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
sick
Ανεπιθύμητες ενέργειες
SPC-MEROPENEM-KABI
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
Περίληψη του προφίλ ασφάλειας
Σε μια ανασκόπηση 4,872 ασθενών με 5,026 εκθέσεις στην θεραπεία με meropenem, οι πιο συχνές ανεπιθύμητες ενέργειες που αναφέρθηκαν και σχετίζονταν με την meropenem ήταν διάρροια (2,3%), εξάνθημα (1,4%), ναυτία/έμετος (1,4%) και φλεγμονή στο σημείο της ένεσης (1,1%). Οι πιο συχνά αναφερόμενες εργαστηριακές ανεπιθύμητες ενέργειες που σχετίζονταν με την meropenem ήταν η θρομβοκυττάρωση (1,6%) και η αύξηση των ηπατικών ενζύμων (1,5-4,3%).
Κατάλογος ανεπιθύμητων ενεργειών υπό μορφή πίνακα
Στον παρακάτω πίνακα καταγράφονται όλες οι ανεπιθύμητες ενέργειες ανά κατηγορία οργανικού συστήματος και συχνότητα: πολύ συχνές (≥1/10), συχνές (≥1/100 έως <1/10), όχι συχνές (≥1/1000 έως <1/100), σπάνιες (≥1/10000 έως <1/1000), πολύ σπάνιες (<1/10000)και Μη γνωστές συχνότητα (δεν μπορεί να εκτιμηθεί με βάση τα διαθέσιμα δεδομένα) Μέσα σε κάθε ομάδα συχνοτήτων, οι ανεπιθύμητες ενέργειες παρουσιάζονται με φθίνουσα σειρά σοβαρότητας.
Πίνακας 1
| Κατηγορία Οργανικού
| συστήματος | |
|---|---|
| Λοιμώξεις και | |
| παρασιτώσεις | |
| Διαταραχές του | |
| αιμοποιητικού και του | |
| λεμφικού συστήματος | |
| Διαταραχές του | |
| ανοσοποιητικού | |
| συστήματος | |
| Διαταραχές του νευρικού | |
| συστήματος | |
| Διαταραχές του | |
| γαστρεντερικού | |
| συστήματος | |
| Διαταραχές του ήπατος | |
| και των χοληφόρων | |
| Διαταραχές του δέρματος | |
| και του υποδόριου ιστού | |
| Διαταραχές των νεφρών | |
| και των ουροφόρων οδών | |
| Γενικές διαταραχές και | |
| καταστάσεις της οδού | |
| χορήγησης |
Παιδιατρικός πληθυσμός
Το Meropenem Kabi έχει εγκριθεί για παιδιά άνω των 3 μηνών. Δεν υπάρχει καμία ένδειξη αυξημένου κινδύνου τυχόν ανεπιθύμητης ενέργειας του φαρμάκου σε παιδιά με βάση τα περιορισμένα διαθέσιμα δεδομένα. Όλες οι αναφορές που ελήφθησαν ήταν σύμφωνες με τα συμβάματα που παρατηρήθηκαν στον ενήλικο πληθυσμό.
Αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών
Η αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών μετά από τη χορήγηση άδειας κυκλοφορίας του φαρμακευτικού προϊόντος είναι σημαντική. Επιτρέπει τη συνεχή παρακολούθηση της σχέσης οφέλους- κινδύνου του φαρμακευτικού προϊόντος. Ζητείται από τους επαγγελματίες του τομέα της υγειονομικής περίθαλψης να αναφέρουν οποιεσδήποτε πιθανολογούμενες ανεπιθύμητες ενέργειες για την Ελλάδα στον Εθνικό Οργανισμό Φαρμάκων, Μεσογείων 284, GR-15562 Χολαργός, Αθήνα, Τηλ: + 30 21 32040380/337, Φαξ: + 30 21 06549585, Ιστότοπος: http://www.eof.gr και για την Κύπρος στις Φαρμακευτικές Υπηρεσίες, Υπουργείο Υγείας, CY-1475 Λευκωσία, Φαξ: + 357 22608649, Ιστότοπος: www. moh. gov. cy / phs.
pregnant_woman
Κύηση / γαλουχία
SPC-MEROPENEM-KABI
expand_more
Κύηση / γαλουχία
Κύηση
Δεν υπάρχουν είτε υπάρχουν περιορισμένα στοιχεία από την χρήση της meropenem σε εγκύους. Μελέτες σε πειραματόζωα δεν έχουν δείξει άμεσες ή έμμεσες δυσμενείς επιδράσεις όσον αφορά την τοξικότητα του αναπαραγωγικού (βλ. παράγραφο 5.3). Ώς μέτρο προφύλαξης, είναι προτιμότερο να αποφεύγεται η χρήση της meropenem κατά την διάρκεια της κύησης.
Θηλασμός
Έχουν αναφερθεί μικρές ποσότητες meropenem να αποβάλλονται στο ανθρώπινο γάλα. Η meropenem δεν πρέπει να χρησιμοποιείται σε γυναίκες που θηλάζουν, εκτός εάν το δυνητικό όφελος για τη μητέρα δικαιολογεί τον πιθανό κίνδυνο για το έμβρυο.
monitor_heart
Φαρμακοδυναμική
SPC-MEROPENEM-KABI
expand_more
Φαρμακοδυναμική
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: Αντιβακτηριακά για συστηματική
χρήση, καρβαπενέμες κωδικός ATC: J01DH02
Μηχανισμός δράσης
H meropenem ασκεί την βακτηριοκτόνο δράση της αναστέλλοντας την σύνθεση του βακτηριακού κυτταρικού τοιχώματος των Gram- θετικών και Gram- αρνητικών βακτηρίων μέσω της σύνδεσής της με τις πρωτεΐνες που συνδέονται με την πενικιλίνη (PBPs).
Φαρμακοκινητική/ Φαρμακοδυναμική (PK / PD) σχέση
Παρόμοια με τους άλλους β-λακταμικούς αντιβακτηριακούς παράγοντες, ο χρόνος που οι συγκεντρώσεις της meropenem υπερβαίνουν τις ελάχιστες συγκεντρώσεις αναστολής MIC (Τ>ΜΙC) έδειξε ότι συσχετίζεται με την αποτελεσματικότητα. Σε προκλινικά μοντέλα η meropenem έδειξε δράση όταν οι συγκεντρώσεις στο πλάσμα υπερέβει το MIC του μολυσματικού μικροοργανισμού περίπου για 40% του χρονικού μεσοδιαστήματος. Αυτός ο στόχος δεν έχει κλινικά εδραιωθεί.
Μηχανισμός αντοχής
Η βακτηριακή αντίσταση στην meropenem ίσως οφείλεται: (1) μειωμένη διαπερατότητα της εξωτερικής μεμβράνης των Gram αρνητικών βακτηρίων (λόγω της μειωμένης παραγωγής πορίνων) (2) μειωμένη με τις στοχευμένες πρωτεΐνες που συνδέονται με την πενικιλλίνη PBPs (3) αυξημένη έκφραση των συστατικών εκροής της αντλίας, και (4) παραγωγή των β-λακταμασών οι οποίες είναι δυνατόν να υδρολύσουν τις καρμπαπενέμες. Τοπικές εστίες λοιμώξεων οφειλομένων σε βακτήρια που είναι ανθεκτικά στην καρβαπενέμη έχουν αναφερθεί στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Δεν παρατηρείται στοχευμένη διασταυρούμενη αντίδραση μεταξύ της meropenem και των παραγόντων της κινολόνης, των αμινογλυκοσιδών, των μακρολίδων και των τετρακλινών. Παρόλα αυτά τα βακτήρια μπορεί να αναπτύξουν αντοχή σε περισσότερες από μία κατηγορίες αντιβακτηριακών παραγόντων όταν ο εμπλεκόμενος μηχανισμός περιλαμβάνει αδιαπερατότητα και/ή μια αντλία εκροής.
Όρια
Τα κλινικά όρια MIC κατά την Ευρωπαική Επιτροπή για τον Έλεγχο της Αντιβακτηριακής Ευαισθησίας (EUCAST) παρουσιάζονται παρακάτω.
EUCAST κλινικά όρια MIC για την meropenem (2013-02-11, v 3.1)
| Οργανισμός |
|---|
| Enterobacteriaceae |
| Pseudomonas |
| Acinetobacter |
| Streptococcus groups A, B, C και G |
| Streptococcus pneumoniae |
| Viridans group streptococci |
| Enterococcus spp. |
| Staphylococcus spp. |
| Haemophilus influenzae και Moraxella |
| Neisseria meningitidis |
| Gram-θετικά αναερόβια εκτός από το Clostridium difficile |
| Gram-αρνητικά αναερόβια |
| Listeria monocytogenes |
| Κανένα είδος συσχετιζόμενο με τα οριακά σημεία |
Τα όρια ευαισθησίας της meropenem για τον Streptococcus pneumoniae και τον Haemophilus influenzae στην μηνιγγίτιδα είναι 0,25mg/l (Ευαίσθητο) και 1 mg/l (Ανθεκτικό). Απομονωμένα στελέχη με τιμές MIC πάνω από το όρια ευαισθησίας είναι πολύ σπάνια ή δεν έχουν αναφερθεί ακόμα. Η ταυτοποίηση και η δοκιμασία της αντιμικροβιακής ευαισθησίας σε τέτοια απομονωμένα στελέχη πρέπει να επαναλαμβάνονται και εάν το αποτέλεσμα επιβεβαιώνεται το απομονωμένο στέλεχος να στέλνεται σε ένα εργαστήριο αναφοράς. Μέχρι να υπάρξει αυτή η απόδειξη σχετικά με την κλινική ανταπόκριση για επιβεβαιωμένα απομονωμένα στελέχη με τιμές MIC πάνω από την ισχύουσα, τα τρέχοντα όρια ευαισθησίας θα πρέπει να αναφερθούν σαν σημεία ανθεκτικότητας. Η ευαισθησία των σταφυλοκόκκων στις καρβαπενέμες έχει συναχθεί από την ευαισθησία στην κεφοτιξίνη. Τα όρια ευαισθησίας αφορούν μόνο τη μηνιγγίτιδα. Τα μη σχετιζόμενα με είδη όρια έχουν καθορισθεί χρησιμοποιώντας τα PK/PD δεδομένα και είναι ανεξάρτητα από τις κατανομές του MIC για συγκεκριμένα είδη. Είναι για χρήση μόνο για οργανισμούς που δεν έχουν συγκεκριμένα όρια ευαισθησίας. Όρια ευαισθησίας που δεν συνδέονται με στελέχη βασίζονται στις ακόλουθες δοσολογίες: τα όρια ευαισθησίας κατά EUCAST ισχύουν για την μεροπενέμη 1000 mg x 3 ημερησίως χορηγούμενα ενδοφλεβίως σε διάστημα 30 λεπτών ως η χαμηλότερη δόση. 2 g x 3 ημερησίως έχει ληφθεί υπόψη για σοβαρές λοιμώξεις και στον προσδιορισμό των του ορίου ευαισθησίας I/R. Η ευαισθησία των ομάδων Α, Β, Γ και Δ στρεπτοκόκκων στις β- λακτάμες έχει συναχθεί από την ευαισθησία της πενικιλλίνης. – = Τεστ ευαισθησίας δεν συνιστάται όταν τα στελέχη είναι φτωχός στόχος για θεραπεία με το φάρμακο. Απομονωμένα στελέχη αναφέρονται ως Ανθεκτικά, χωρίς προηγούμενη δοκιμή. Η συχνότητα επίκτητης αντοχής μπορεί να ποικίλλει γεωγραφικά και χρονικά για επιλεγμένα είδη και οι τοπικές πληροφορίες για την αντοχή είναι επιθυμητές, ιδιαίτερα για την θεραπεία σοβαρών λοιμώξεων. Όπου είναι απαραίτητη, συμβουλή εμπειρογνώμονα θα πρέπει να ζητηθεί όπου η τοπική επίπτωση της αντοχής είναι τέτοια ώστε η χρήση του παράγοντα τουλάχιστον σε κάποιους τύπους λοιμώξεων είναι υπό αμφισβήτηση. Ο ακόλουθος πίνακας παθογόνων μικροβίων που είναι καταχωρημένος προέρχεται από την κλινική εμπειρία και τις θεραπευτικές οδηγίες.
Τα συνήθως ευαίσθητα είδη
Gram- θετικά αερόβια Enterococcus faecalis$ Staphylococcus aureus (ευαίσθητο στην μεθικιλλίνη)£ Staphylococcus species (ευαίσθητο στην μεθικιλλίνη) συμπεριλαμβάνοντας Staphylococcus epidermidis Streptococcus agalactiae (Group B) Streptococcus milleri group (S. anginosus, S. constellatus, and S. intermedius) Streptococcus pneumoniae Streptococcus pyogenes (Group A)
Gram- αρνητικά αερόβια Citrobacter freudii Citrobacter koseri Enterobacter aerogenes Enterobacter cloacae Escherichia coli Haemophilus influenzae Klebsiella oxytoca Klebsiella pneumoniae Morganella morganii Neisseria meningitidis Proteus mirabilis Proteus vulgaris Serratia marcescens
Gram- θετικά αναερόβια Clostridium perfringens Peptoniphilus asaccharolyticus Peptostreptococcus species (συμπεριλαμβάνοντας P. micros, P anaerobius, P. magnus)
Gram- αρνητικά αναερόβια Bacteroides caccae Bacteroides fragilis group Prevotella bivia Prevotella disiens
Είδος για το οποίο η επίκτητη ανθεκτικότητα ενδέχεται να είναι πρόβλημα
Gram- θετικά αερόβια Enterococcus faecium$†
Gram- αρνητικά αερόβια Acinetobacter species Burkholderia cepacia Pseudomonas aeruginosa
Οργανισμοί με εγγενή αντοχή
Gram- αρνητικά αερόβια Stenotrophomonas maltophilia Legionella species
Άλλοι μικροοργανισμοί Chlamydophila pneumoniae Chlamydophila psittaci Coxiella burnetii Mycoplasma pneumoniae
$ Στέλεχη που δείχνουν φυσική ενδιάμεση ευαισθησία. £ Όλοι οι σταφυλόκοκκοι που είναι ανθεκτικοί στην μεθικιλλίνη είναι ανθεκτικοί στην meropenem. † Βαθμός ανθεκτικότητας ≥50% σε μια ή περισσότερες χώρες της EΕ. Μάλις και μελιοείδωση: Η χρήση της meroepnem σε ανθρώπους βασίζεται σε δεδομένα ευαισθησίας σε in vitro B. mallei και B. pseudomallei και σε περιορισμένα στοιχεία από ανθρώπους. Οι θεράποντες ιατροί πρέπει να ανατρέχουν στα εθνικά και/ή διεθνή έγγραφα κοινής αποδοχής της μάλις και μελιοείδωσης.
biotech
Φαρμακοκινητική
SPC-MEROPENEM-KABI
expand_more
Φαρμακοκινητική
Σε υγιή άτομα ο μέσος χρόνος ημίσειας ζωής στο πλάσμα είναι περίπου 1 ώρα, ο μέσος όγκος κατανομής είναι περίπου 0,25 l/kg (11-27)l και η μέση κάθαρση είναι 287ml/min στα 250mg και μειώνεται στα 205 ml/min στα 2 g. Δόσεις των 500, 1000 και 2000mg που εγχύθηκαν σε διάστημα πάνω από 30 λεπτά δίνουν μέση τιμή μέγιστης συγκέντρωσης Cmax περίπου 23, 49 και 115μg/ml αντίστοιχα, και οι αντίστοιχες τιμές AUC τιμές ήταν 39,3, 62,3 και 153 μg.h/ml. Μετά από έγχυση άνω των 5 λεπτών οι τιμές Cmax είναι 52 και 112 μg/ml σε δόσεις 500 και 1000mg αντίστοιχα. Όταν χορηγούνται πολλαπλές δόσεις κάθε 8 ώρες σε άτομα με φυσιολογική νεφρική λειτουργία, δεν παρατηρείται συσσώρευση της meropenem. Σε μελέτη 12 ασθενών χορηγήθηκε meropenem 1000mg κάθε 8 ώρες μετεγχειρητικά για ενδοκοιλιακή λοίμωξη. Η μελέτη έδειξε συγκρίσιμο Cmax και ημίσεια ζωή με φυσιολογικά άτομα αλλά μεγαλύτερο όγκο κατανομής 27 l.
Κατανομή
H μέση σύνδεση της meropenem με την πρωτεΐνη του πλάσματος ήταν περίπου 2% και ήταν ανεξάρτητη από τη συγκέντρωση. Μετά τη ταχεία χορήγηση (5 λεπτά ή λιγότερο) η φαρμακοκινητική είναι δι-εκθετική αλλά αυτό είναι λιγότερο εμφανές μετά από 30 λεπτά έγχυσης. H meropenem έχει δείξει να διεισδύει καλά σε πολλά σωματικά υγρά και ιστούς: συμπεριλαμβανομένων των πνευμόνων, των βρογχικών εκκρίσεων, της χολής, του εγκεφαλονωτιαίου υγρού, των γυναικολογικών ιστών, του δέρματος, της περιτονίας, των μυών και του περιτοναϊκού υγρού.
Βιομετατροπή
Η meropenem μεταβολίζεται με υδρόλυση του δακτυλίου της β-λακτάμης σε έναν μικροβιολογικά ανενεργό μεταβολίτη. Ιn vitro η meropenem έδειξε μειωμένη ευαισθησία στην υδρόλυση από ανθρώπινη dehydropeptidase (DHP- I) σε σύγκριση με την imipenem και δεν είναι απαραίτητη η συγχορήγηση αναστολέα DHP-I.
Αποβολή
Η Meropenem κυρίως αποβάλλεται αναλλοίωτη πρωταρχικά από τα νεφρά, περίπου 70% (50-75%) της δόσης αποβάλλεται αναλλοίωτη μέσα σε 12 ώρες. Ένα επιπλέον 28% ανακτάται ως μικροβιολογικά ανενεργός μεταβολίτης. Η αποβολή από τα κόπρανα αντιπροσωπεύει μόνο περίπου το 2% της δόσης. Η μέτρηση της νεφρικής κάθαρσης και η επίδραση της προβενεσίδης δείχνουν ότι η meropenem υφίσταται διήθηση και σωληναριακή έκκριση.
Νεφρική ανεπάρκεια
Η νεφρική δυσλειτουργία έχει ως αποτέλεσμα υψηλότερο AUC στο πλάσμα και μεγαλύτερη διάρκεια ζωής για την meropenem. Η τιμή AUC αυξάνεται κατά 2,4 φορές σε ασθενείς με μέτρια δυσλειτουργία (CrCl 33- 74ml/min), 5 φορές σε σοβαρή δυσλειτουργία (CrCl 4-23ml/min) και 10 φορές σε ασθενείς που υποβάλλονται σε αιμοδιύλιση (CrCl <2ml/min) όταν συγκρίνονται με υγιή άτομα (CrCl>80ml/min). Το AUC του μικροβιολογικά ανενεργού μεταβολίτη με ανοικτό δακτύλιο είναι σημαντικά αυξημένο σε ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία. Συνιστάται προσαρμογή της δόσης συνιστάται σε ασθενείς με μέτρια έως σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία (βλ. παράγραφο 4.2). Η meropenem αποβάλλεται με την αιμοδιύλιση με κάθαρση κατά την διάρκεια της αιμοδιύλισης περίπου 4 φορές μεγαλύτερη από ότι σε ασθενείς με ανουρία.
Ηπατική ανεπάρκεια
Μια μελέτη σε ασθενείς με αλκοολική κίρρωση δεν έδειξε καμία επίδραση της ηπατικής νόσου στην φαρμακοκινητική της meropenem μετά από επαναλαμβανόμενες δόσεις.
Ενήλικες ασθενείς
Φαρμακοκινητικές μελέτες που διεξήχθησαν σε ασθενείς δεν έδειξαν σημαντικές φαρμακοκινητικές διαφορές σε σχέση με υγιή άτομα με ισοδύναμη νεφρική λειτουργία. Ένα πληθυσμιακό μοντέλο που αναπτύχθηκε από στοιχεία 70 ασθενών με ενδο-κοιλιακή λοίμωξη ή πνευμονία, έδειξε μια εξάρτηση του κεντρικού όγκου από το βάρος και της κάθαρσης από την κάθαρση κρεατινίνης και την ηλικία.
Παιδιά
Η φαρμακοκινητική στα βρέφη και στα παιδιά με λοίμωξη σε δόσεις των 10, 20 και 40 mg/kg έδειξε τιμές Cmax περίπου ίδιες με τους ενήλικες στις δόσεις 500, 1000 και 2000mg αντίστοιχα. Η σύγκριση έδειξε σταθερή φαρμακοκινητική μεταξύ των δόσεων και τον χρόνο ημίσειας ζωής παρόμοια με αυτή που παρατηρήθηκε στους ενήλικες αλλά και στα μικρότερα άτομα (<6μηνών t1/2 1,6 ώρες). Η μέση τιμή κάθαρσης της meropenem ήταν 5,8 ml/min/kg (6-12 ετών), 6,2 ml/min/kg (2-5 ετών), 5,3 ml/min/kg (6-23 μηνών) και 4,3 ml/min/kg (2-5 μηνών). Περίπου 60% της δόσης αποβάλλεται στα ούρα σε 12 ώρες σαν meropenem με ένα επιπλέον 12% ως μεταβολίτη. Οι συγκεντρώσεις της meropenem στο ΕΝΥ των παιδιών με μηνιγγίτιδα είναι περίπου 20% των ταυτόχρονων επιπέδων στο πλάσμα παρόλο που υπάρχει σημαντική ατομική μεταβλητότητα. Η φαρμακοκινητική της meropenem σε νεογνά που χρειάζονται αντιμικροβιακή θεραπεία έδειξαν μεγαλύτερη κάθαρση στα νεογνά με μεγαλύτερη χρονολογική ηλικία ή διάρκεια κύησης με συνολική ημίσεια ζωή 2,9 ώρες. Η εξομοιωτής Monte Carlo βασιζόμενος στο πληθυσμιακό μοντέλο PK έδειξε ότι με το δοσολογικό σχήμα 20 mg/kg κάθε 8 ώρες πέτυχε 60%Τ>ΜΙC για την P.aeruginosa σε 95% των πρόωρων και 91% των νεογνών με ολοκληρωμένο χρόνο κύησης
Ηλικιωμένοι
Φαρμακοκινητικές μελέτες σε υγιή ηλικιωμένα άτομα (65-80 ετών) έδειξαν μια μείωση στη κάθαρση του πλάσματος η οποία συσχετίστηκε με την μείωση της κάθαρσης της κρεατινίνης λόγω της ηλικίας και μια μικρότερη μείωση της εξωνεφρικής κάθαρσης. Δεν απαιτείται προσαρμογή δόσης σε ηλικιωμένους ασθενείς, εκτός από τις περιπτώσεις με μέτρια έως σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία (βλ. παράγραφο 4.2).
ΕΟΦ · 5.1.8
Λινκοζαμίδες
expand_more
Λινκοζαμίδες
ΕΟΦ · 7.5
Φάρμακα κατά τοπικών λοιμώξεων
expand_more
Φάρμακα κατά τοπικών λοιμώξεων
ΕΟΦ · 13.5
Φάρμακα κατά της ακμής
expand_more
Φάρμακα κατά της ακμής
ΕΟΦ · 13.5.1
Tοπικά φάρμακα
expand_more
Tοπικά φάρμακα
Xρησιμοποιούνται αντισηπτικά (βλ. 5.6), κερατολυτικά (τρετινοΐνη, υπεροξείδιο του βενζοϋλίου) και αντιβιοτικά. Aπό τα τελευταία προτιμώνται η κλινδαμυκίνη, η ερυθρομυκίνη και οι τετρακυκλίνες. Tα δύο πρώτα φαίνεται να υπερτερούν των τετρακυκλινών. Xρησιμοποιούνται σε αλκοολικά διαλύματα 1-2% και σε συνδυασμό με ρετινοϊκό οξύ θεωρείται ότι ενισχύεται η δράση τους.
Tο υπεροξείδιο του βενζοϋλίου είναι φαγεσωρολυτικό και παραλλήλως έχει αποφολιδωτική και μικροβιοκτόνο δράση. Tα ρετινοειδή (τρετινοΐνη και ισοτρετινοΐνη) είναι παράγωγα της βιταμίνης A και αποδείχθηκαν χρήσιμα στη θεραπεία της κοινής ακμής όπου ασκούν κερατολυτική και φαγεσωρολυτική δράση. Xορηγούμενα από το στόμα (κεφ. 13.5.2) επιδρούν ευνοϊκά σε βαριές μορφές ακμής ανθεκτικές σε άλλες θεραπείες.
H ανταπαλένη αποτελεί συνθετικό παράγωγο του ναφθοϊκού οξέος και είναι ουσία ανάλογη των ρετινοειδών. Η δράση της ανταπαλένης είναι παρόμοια της τρετινοΐνης, τόσο από πλευράς θεραπευτικών ενεργειών, όσο και ανεπιθυμήτων ενεργειών, περιλαμβανομένης και της τερατογενούς δράσεως.
Γενικώς στην ακμή σήμερα αντενδείκνυται η τοπική εφαρμογή σκευασμάτων θείου (υπάρχουν όμως ακόμα υποστηρικτές του), κορτικοστεροειδών, ρεσορκινόλης και σκευασμάτων με λιπαρή βάση (αλοιφές, φυράματα κλπ.).
DrugBank
Description
expand_more
Description
DrugBank
Indication
expand_more
Indication
DrugBank
Pharmacology
expand_more
Pharmacology
DrugBank
Mechanism of action
expand_more
Mechanism of action
DrugBank
Absorption
expand_more
Absorption
DrugBank
Half life
expand_more
Half life
DrugBank
Protein binding
expand_more
Protein binding
DrugBank
Route of elimination
expand_more
Route of elimination
DrugBank
Toxicity
expand_more
Toxicity
science
PubChem
Φαρμακοδυναμική
expand_more
Φαρμακοδυναμική
Φαρμακοδυναμική
Η κλινδαμυκίνη ασκεί τη βακτηριοστατική της δράση μέσω της αναστολής της μικροβιακής σύνθεσης πρωτεϊνών. Η κλινδαμυκίνη έχει σχετικά μικρό χρόνο μέγιστης συγκέντρωσης (Tmax) και χρόνο ημίσειας ζωής που απαιτεί χορήγηση κάθε έξι ώρες για να διασφαλιστούν επαρκείς αντιβιοτικές συγκεντρώσεις.
Διάρροια σχετιζόμενη με Clostridium difficile (CDAD) έχει παρατηρηθεί σε ασθενείς που λαμβάνουν κλινδαμυκίνη, κυμαινόμενη σε σοβαρότητα από ήπια διάρροια έως θανατηφόρο κολίτιδα, και περιστασιακά εμφανίζεται πάνω από δύο μήνες μετά τη διακοπή της αντιβιοτικής θεραπείας. Η υπερανάπτυξη του C. difficile ως αποτέλεσμα της χρήσης αντιβιοτικών, μαζί με την παραγωγή των τοξινών Α και Β, συμβάλλει στη νοσηρότητα και θνησιμότητα σε αυτούς τους ασθενείς. Λόγω των σχετιζόμενων κινδύνων, η κλινδαμυκίνη πρέπει να διατηρείται για σοβαρές λοιμώξεις για τις οποίες η χρήση λιγότερο τοξικών αντιμικροβιακών παραγόντων είναι ακατάλληλη.
Η κλινδαμυκίνη είναι δραστική έναντι αρκετών Gram-θετικών αερόβιων βακτηρίων, καθώς και έναντι αναερόβιων Gram-θετικών και Gram-αρνητικών. Αντοχή στην κλινδαμυκίνη μπορεί να αναπτυχθεί, και συνήθως οφείλεται σε τροποποίηση βάσης εντός του 23S ριβοσωμικού RNA. Η διασταυρούμενη αντοχή μεταξύ κλινδαμυκίνης και λινκομυκίνης είναι πλήρης, και μπορεί επίσης να εμφανιστεί μεταξύ κλινδαμυκίνης και μακρολιδικών αντιβιοτικών (π.χ. [ερυθρομυκίνη]) λόγω ομοιοτήτων στις θέσεις δέσμευσής τους. Καθώς τα πρότυπα αντιμικροβιακής ευαισθησίας είναι γεωγραφικά διακριτά, πρέπει να συμβουλεύονται τοπικά αντιβιογράμματα για να διασφαλιστεί επαρκής κάλυψη των σχετικών παθογόνων πριν από τη χρήση.
neurology
PubChem
Μηχανισμός δράσης
expand_more
Μηχανισμός δράσης
Μηχανισμός Δράσης
Η κλινδαμυκίνη αναστέλλει τη βακτηριακή σύνθεση πρωτεϊνών δεσμευόμενη στο 23S RNA της 50S υπομονάδας του βακτηριακού ριβοσώματος. Παρεμποδίζει τόσο τη συναρμολόγηση του ριβοσώματος όσο και τη διαδικασία της μετάφρασης. Ο μοριακός μηχανισμός μέσω του οποίου αυτό συμβαίνει θεωρείται ότι οφείλεται στην τρισδιάστατη δομή της κλινδαμυκίνης, η οποία μοιάζει στενά με τα 3’-άκρα του L-Pro-Met-tRNA και του αποακυλιωμένου tRNA κατά τη διάρκεια του κύκλου επιμήκυνσης του πεπτιδίου - ενεργώντας ως δομικό ανάλογο αυτών των μορίων tRNA, η κλινδαμυκίνη παρεμποδίζει την έναρξη της πεπτιδικής αλυσίδας και μπορεί να διεγείρει τη διάσπαση του πεπτιδυλ-tRNA από τα βακτηριακά ριβοσώματα.
Ο μηχανισμός μέσω του οποίου η τοπική κλινδαμυκίνη αντιμετωπίζει την ακμή Propionibacterium acnes είναι ασαφής, αλλά μπορεί να σχετίζεται με τη δράση της έναντι του Propionibacterium acnes, ενός βακτηρίου που έχει συνδεθεί με την ακμή.
Η κλινδαμυκίνη μπορεί να είναι βακτηριοστατική ή βακτηριοκτόνος δράσης, ανάλογα με τη συγκέντρωση του φαρμάκου που επιτυγχάνεται στον τόπο της λοίμωξης και την ευαισθησία του υπεύθυνου μικροοργανισμού. Η κλινδαμυκίνη παλμιτική υδροχλωρική και η κλινδαμυκίνη φωσφορική είναι ανενεργά μέχρι να υδρολυθούν σε ελεύθερη κλινδαμυκίνη. Αυτή η υδρόλυση συμβαίνει γρήγορα in vivo. Η κλινδαμυκίνη φαίνεται να αναστέλλει τη σύνθεση πρωτεϊνών σε ευαίσθητους οργανισμούς δεσμευόμενη στις 50S ριβοσωμικές υπομονάδες· η κύρια επίδραση είναι η αναστολή του σχηματισμού πεπτιδικών δεσμών. Η θέση δράσης φαίνεται να είναι η ίδια με αυτήν της ερυθρομυκίνης, της χλωραμφενικόλης και της λινκομυκίνης.
Η κλινδαμυκίνη δεσμεύεται αποκλειστικά στην 50S υπομονάδα των βακτηριακών ριβοσωμάτων και καταστέλλει τη σύνθεση πρωτεϊνών.
… Η κλινδαμυκίνη δεν αποτελεί υπόστρωμα για τις αντλίες εκροής μακρολιδών, και τα στελέχη που είναι ανθεκτικά στους μακρολίδες μέσω αυτού του μηχανισμού είναι ευαίσθητα στην κλινδαμυκίνη.
biotech
PubChem
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
expand_more
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
Απορρόφηση, Κατανομή & Απέκκριση
Η από του στόματος βιοδιαθεσιμότητα είναι σχεδόν πλήρης, περίπου 90%, και οι μέγιστες ολικές συγκεντρώσεις στο πλάσμα (Cmax) κατά μέσο όρο 2,50 µg/mL επιτυγχάνονται σε 0,75 ώρες (Tmax). Η AUC μετά από από του στόματος χορηγούμενη δόση 300 mg βρέθηκε να είναι περίπου 11 µg•hr/mL. Η συστημική έκθεση από τη χορήγηση κολπικών σκευασμάτων είναι 40 έως 50 φορές χαμηλότερη από αυτή που παρατηρείται μετά από παρεντερική χορήγηση και η Cmax που παρατηρήθηκε μετά τη χορήγηση κολπικών κρεμών ήταν 0,1% αυτής που παρατηρήθηκε μετά από παρεντερική χορήγηση.
Περίπου το 10% της βιολογικής δραστηριότητας της κλινδαμυκίνης απεκκρίνεται στα ούρα και 3,6% στα κόπρανα, με το υπόλοιπο να απεκκρίνεται ως ανενεργά μεταβολιτρώματα.
Η κλινδαμυκίνη κατανέμεται ευρέως στον οργανισμό, συμπεριλαμβανομένων των οστών, αλλά δεν κατανέμεται στο εγκεφαλονωτιαίο υγρό. Ο όγκος κατανομής έχει εκτιμηθεί μεταβλητά μεταξύ 43-74 L.
Η κάθαρση πλάσματος της κλινδαμυκίνης εκτιμάται σε 12,3-17,4 L/h, και μειώνεται σε ασθενείς με κίρρωση και μεταβάλλεται σε αυτούς με αναιμία.
Η κλινδαμυκίνη απορροφάται σχεδόν πλήρως μετά από από του στόματος χορήγηση. Οι μέγιστες συγκεντρώσεις στο πλάσμα 2 έως 3 µg/mL επιτυγχάνονται εντός 1 ώρας μετά την κατάποση 150 mg. Η παρουσία τροφής στο στομάχι δεν μειώνει την απορρόφηση. Ο χρόνος ημίσειας ζωής του αντιβιοτικού είναι περίπου 2,9 ώρες, και αναμένεται μια μέτρια συσσώρευση φαρμάκου εάν χορηγείται σε διαστήματα 6 ωρών.
Η κλινδαμυκίνη κατανέμεται ευρέως σε πολλά υγρά και ιστούς, συμπεριλαμβανομένων των οστών. Σημαντικές συγκεντρώσεις δεν επιτυγχάνονται στο εγκεφαλονωτιαίο υγρό, ακόμη και όταν οι μήνιγγες είναι φλεγμαίνουν. Επαρκείς συγκεντρώσεις για τη θεραπεία της εγκεφαλικής τοξοπλάσμωσης είναι εφικτές.. Το φάρμακο διαπερνά εύκολα τον πλακούντα. Το 90% ή περισσότερο της κλινδαμυκίνης δεσμεύεται στις πρωτεΐνες του πλάσματος. Η κλινδαμυκίνη συσσωρεύεται σε πολυμορφοπύρηνα λευκοκύτταρα, κυψελιδικά μακροφάγα και αποστήματα.
Ο χρόνος ημίσειας ζωής … παρατείνεται μόνο ελαφρώς σε ασθενείς με σημαντικά μειωμένη νεφρική λειτουργία …
Η κλινδαμυκίνη κατανέμεται σε πολλούς ιστούς και υγρά του σώματος, συμπεριλαμβανομένου του σάλιου, του ασκιτικού υγρού, του υπεζωκοτικού υγρού, του αρθρικού υγρού, των οστών και της χολής. Ωστόσο, ακόμη και παρουσία φλεγμαίνοντων μηνίγγων, μόνο μικρές ποσότητες του φαρμάκου διάγονται στο ΕΝΥ. Η συγκέντρωση της κλινδαμυκίνης στο αρθρικό υγρό και στα οστά αναφέρεται ότι είναι 60-80% των ταυτόχρονων συγκεντρώσεων του φαρμάκου στον ορό· ο βαθμός διείσδυσης δεν φαίνεται να επηρεάζεται από τη φλεγμονή των αρθρώσεων. Η κλινδαμυκίνη διαπερνά εύκολα τον πλακούντα, και οι συγκεντρώσεις του φαρμάκου στο αίμα του ομφαλίου λώρου έχουν αναφερθεί ότι είναι 46% των ταυτόχρονων συγκεντρώσεων στο μητρικό αίμα. Η κλινδαμυκίνη κατανέμεται στο γάλα.
Για περισσότερα δεδομένα Απορρόφησης, Κατανομής και Απέκκρισης (Πλήρη) για την ΚΛΙΝΔΑΜΥΚΙΝΗ (24 σύνολο), παρακαλούμε επισκεφθείτε τη σελίδα εγγραφής HSDB.
water_drop
PubChem
Δέσμευση πρωτεϊνών
expand_more
Δέσμευση πρωτεϊνών
Δέσμευση στις Πρωτεΐνες
Η δέσμευση της κλινδαμυκίνης στις πρωτεΐνες είναι εξαρτώμενη από τη συγκέντρωση και κυμαίνεται από 60-94%. Δεσμεύεται κυρίως στην α-1-όξινη γλυκοπρωτεΐνη στον ορό.
hub
PubChem
Μεταβολισμός
expand_more
Μεταβολισμός
Μεταβολισμός
Η κλινδαμυκίνη υφίσταται ηπατικό μεταβολισμό που μεσολαβείται κυρίως από το CYP3A4 και, σε μικρότερο βαθμό, το CYP3A5. Έχουν αναγνωριστεί δύο ανενεργά μεταβολιτρώματα - ένα οξειδωτικό μεταβολίτρωμα, η κλινδαμυκίνη σουλφοξείδιο, και ένα N-απομεθυλιωμένο μεταβολίτρωμα, η N-δεσμεθυλκλινδαμυκίνη.
Η κλινδαμυκίνη μεταβολίζεται μερικώς σε βιοδραστικά και ανενεργά μεταβολιτρώματα. Τα κύρια βιοδραστικά μεταβολιτρώματα είναι η κλινδαμυκίνη σουλφοξείδιο και η N-δεσμεθυλ-κλινδαμυκίνη, τα οποία απεκκρίνονται στα ούρα, τη χολή και τα κόπρανα. Εντός 24 ωρών, περίπου το 10% μιας από του στόματος δόσης κλινδαμυκίνης απεκκρίνεται στα ούρα και 3,6% στα κόπρανα ως ενεργό φάρμακο και μεταβολιτρώματα· το υπόλοιπο απεκκρίνεται ως ανενεργά μεταβολιτρώματα.
Μόνο περίπου το 10% της χορηγούμενης κλινδαμυκίνης απεκκρίνεται αμετάβλητη στα ούρα, και μικρές ποσότητες ανευρίσκονται στα κόπρανα … Η κλινδαμυκίνη αδρανοποιείται μέσω μεταβολισμού σε N-δεσμεθυλκλινδαμυκίνη και κλινδαμυκίνη σουλφοξείδιο, τα οποία απεκκρίνονται στα ούρα και τη χολή.
Η κλινδαμυκίνη έχει γνωστά ανθρώπινα μεταβολιτρώματα που περιλαμβάνουν την κλινδαμυκίνη σουλφοξείδιο και την N-δεσμεθυλκλινδαμυκίνη.
Ήπαρ Οδός Απέκκρισης: Περίπου το 10% της βιολογικής δραστηριότητας απεκκρίνεται στα ούρα και 3,6% στα κόπρανα· το υπόλοιπο απεκκρίνεται ως βιοανενεργά μεταβολιτρώματα. Χρόνος Ημίσειας Ζωής: 2,4 ώρες
hourglass
PubChem
Ημίσεια ζωή
expand_more
Ημίσεια ζωή
Βιολογικός Χρόνος Ημίσειας Ζωής
Ο χρόνος ημίσειας ζωής αποβολής της κλινδαμυκίνης είναι περίπου 3 ώρες σε ενήλικες και 2,5 ώρες σε παιδιά. Ο χρόνος ημίσειας ζωής αυξάνεται σε περίπου 4 ώρες στους ηλικιωμένους.
Ο χρόνος ημίσειας ζωής στον ορό της κλινδαμυκίνης είναι 2-3 ώρες σε ενήλικες και παιδιά με φυσιολογική νεφρική λειτουργία. Ο χρόνος ημίσειας ζωής αυξάνεται ελαφρώς σε ασθενείς με σημαντικά μειωμένη νεφρική ή ηπατική λειτουργία. Σε νεογνά, ο χρόνος ημίσειας ζωής στον ορό εξαρτάται από τη γεωστατική και χρονολογική ηλικία και το σωματικό βάρος. Ο χρόνος ημίσειας ζωής στον ορό αναφέρεται κατά μέσο όρο 8,7 και 3,6 ώρες σε πρόωρα και τελειόμηνα νεογνά, αντίστοιχα, και περίπου 3 ώρες σε βρέφη 4 εβδομάδων έως 1 έτους· ο χρόνος ημίσειας ζωής στον ορό ήταν μεγαλύτερος σε βρέφη που ζύγιζαν λιγότερο από 3,5 kg από ό,τι σε βαρύτερα βρέφη.
Ο χρόνος ημίσειας ζωής … /κλινδαμυκίνης/ είναι περίπου 2,9 ώρες …
Μετά από ενδοκολπική χορήγηση κρέμας κλινδαμυκίνης 2%, ο συστημικός χρόνος ημίσειας ζωής του φαρμάκου φαίνεται να είναι περίπου 1,5-2,6 ώρες. Μετά από ενδοκολπική χορήγηση κολπικών υπόθετων κλινδαμυκίνης, ο φαινόμενος χρόνος ημίσειας ζωής αποβολής κυμάνθηκε κατά μέσο όρο περίπου 11 ώρες (εύρος: 4-35 ώρες).
category
PubChem
MeSH classification
expand_more
MeSH classification
Ταξινόμηση MeSH
- Φαρμακολογική Ταξινόμηση: Ουσίες που αναστέλλουν τη σύνθεση πρωτεϊνών. Συνήθως είναι ΑΝΤΙΒΑΚΤΗΡΙΑΚΟΙ ΠΑΡΑΓΟΝΤΕΣ ή τοξίνες. Ο μηχανισμός δράσης της αναστολής περιλαμβάνει τη διακοπή της επιμήκυνσης της πεπτιδικής αλυσίδας, τον αποκλεισμό της Α θέσης των ριβοσωμάτων, την εσφαλμένη ανάγνωση του γενετικού κώδικα ή την παρεμπόδιση της προσκόλλησης των ολιγοσακχαριδικών πλευρικών αλυσίδων σε γλυκοπρωτεΐνες.
- Ουσίες που αναστέλλουν την ανάπτυξη ή την αναπαραγωγή ΒΑΚΤΗΡΙΩΝ.
fact_check
PubChem
FDA classification
expand_more
FDA classification
Ταξινόμηση FDA
3U02EL437C
CLINDAMYCIN
- Φυσιολογικές Επιπτώσεις [PE] - Μειωμένη Δραστηριότητα Σμηγματογόνων Αδένων
- Καθιερωμένη Φαρμακολογική Κατηγορία [EPC] - Λινκοσαμιδικό Αντιβακτηριακό
- Χημική Δομή [CS] - Λινκοσαμίδες
- Φυσιολογικές Επιπτώσεις [PE] - Νευρομυϊκός Αποκλεισμός
Η κλινδαμυκίνη είναι ένα Λινκοσαμιδικό Αντιβακτηριακό. Η φυσιολογική επίπτωση της κλινδαμυκίνης είναι μέσω της Μειωμένης Δραστηριότητας Σμηγματογόνων Αδένων και του Νευρομυϊκού Αποκλεισμού.
CLINDAMYCIN
Νευρομυϊκός Αποκλεισμός [PE]· Λινκοσαμιδικό Αντιβακτηριακό [EPC]· Λινκοσαμίδες [CS]· Μειωμένη Δραστηριότητα Σμηγματογόνων Αδένων [PE]
CLINDAMYCIN IN 5 PERCENT DEXTROSE
Μειωμένη Δραστηριότητα Σμηγματογόνων Αδένων [PE]· Νευρομυϊκός Αποκλεισμός [PE]· Λινκοσαμιδικό Αντιβακτηριακό [EPC]· Λινκοσαμίδες [CS]
CLINDAMYCIN IN PERCENT DEXTROSE
Μειωμένη Δραστηριότητα Σμηγματογόνων Αδένων [PE]· Νευρομυϊκός Αποκλεισμός [PE]· Λινκοσαμιδικό Αντιβακτηριακό [EPC]· Λινκοσαμίδες [CS]
Ημίσεια ζωή
Δέσμευση πρωτεϊνών
Βιοδιαθεσιμότητα
Απέκκριση
Scientific Profile
Ταξινόμηση MeSH
- Φαρμακολογική Ταξινόμηση: Ουσίες που αναστέλλουν τη σύνθεση πρωτεϊνών. Συνήθως είναι ΑΝΤΙΒΑΚΤΗΡΙΑΚΟΙ ΠΑΡΑΓΟΝΤΕΣ ή τοξίνες. Ο μηχανισμός δράσης της αναστολής περιλαμβάνει τη διακοπή της επιμήκυνσης της πεπτιδικής αλυσίδας, τον αποκλεισμό της Α θέσης των ριβοσωμάτων, την εσφαλμένη ανάγνωση του γενετικού κώδικα ή την παρεμπόδιση της προσκόλλησης των ολιγοσακχαριδικών πλευρικών αλυσίδων σε γλυκοπρωτεΐνες.
- Ουσίες που αναστέλλουν την ανάπτυξη ή την αναπαραγωγή ΒΑΚΤΗΡΙΩΝ.
Σχετικά Εργαλεία
Πρωτόκολλα Συνταγογράφησης
Συνταγογραφείται εφόσον ο ασθενής εντάσσεται σε κάποιο από τα παρακάτω βήματα:
-
ΒΗΜΑ 1B J01FF011ο ΒΗΜΑ — Με σοβαρή αλλεργία/δυσανεξία στα β-λακταμικά
- Centor ≥ 2 (πιθανή ή επιβεβαιωμένη GAS)
- Σοβαρή αλλεργία ή δυσανεξία στα β-λακταμικά
Δοσολογία: 300 mg × 3/ημέρα · 10 ημέρες -
ΒΗΜΑ 2 J01FF012ο ΒΗΜΑ — Υποτροπιάζοντα επεισόδια ή χρόνιος φορέας με ένδειξη εκκρίζωσης
- Πολλαπλά υποτροπιάζοντα συμπτωματικά επεισόδια
- Ή χρόνιος φορέας GAS με ένδειξη θεραπείας εκκρίζωσης
Δοσολογία: 300 mg × 3/ημέρα · 10 ημέρες
Συνταγογραφείται εφόσον ο ασθενής εντάσσεται σε κάποιο από τα παρακάτω βήματα:
-
ΒΗΜΑ 4 J01FF014ο ΒΗΜΑ — Πιθανότητα εισρόφησης
- Ασθενείς με πιθανότητα εισρόφησης (J69.0)
Δοσολογία: Cefuroxime axetil 500 mg × 2 + Clindamycin 300 mg × 3 · 7–10 ημέρες
Συνταγογραφείται εφόσον ο ασθενής εντάσσεται σε κάποιο από τα παρακάτω βήματα:
-
ΒΗΜΑ 1 J01FF01ΒΗΜΑ 1 — Χωρίς παράγοντες κινδύνου αντοχής
- Επιβεβαιωμένη ΟΒΡΚ χωρίς παράγοντες κινδύνου αντοχής
Δοσολογία: 300 mg × 3/ημέρα · 5-7 ημέρες