Clinio Logo
Clinio
Εμπορική Ονομασία ΕΚΤΟΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ

MICROVIBRATE

doxycycline

μηcροβημπρατε

Σκευάσματα & Τιμολόγηση

Δεδομένα ΕΟΦ
Σκεύασμα Περιεκτικότητα Λιανική
MICROVIBRATE 100MG/CAP Διακοπή
100 / CAP 1.64 €
MICROVIBRATE 100MG/CAP Διακοπή
100 / CAP 6.84 €
MICROVIBRATE 50MG/CAP Διακοπή
50 / CAP 1.41 €

Ενδείξεις

Εγκεκριμένες ενδείξεις όπως αναγράφονται στην ΠΧΠ (§4.1)

  1. Κηλιδώδης πυρετός των Βραχωδών Ορέων

    που οφείλεται σε Rickettsiae

    • A77 Κηλιδώδης πυρετός
  2. Επιδημικός τύφος

    που οφείλεται σε Rickettsiae

    • A75 Τύφος και άλλες λοιμώξεις από Rickettsia
  3. Πυρετός της ομάδας των τύφων

    που οφείλεται σε Rickettsiae

    • A01 Τύφος και παρατύφος
  4. Πυρετός Q

    που οφείλεται σε Rickettsiae

    • A78 Πυρετός Q
  5. Ρικετσιακή ευλογιά

    που οφείλεται σε Rickettsiae

    • A79 Άλλες ρικετσιώσεις
  6. Πυρετός από κροτώνες (τσιμπούρια)

    που οφείλεται σε Rickettsiae

    • A79 Άλλες ρικετσιώσεις
  7. Αναπνευστικές λοιμώξεις

    που οφείλονται στο Mycoplasma pneumoniae

    • J98 Άλλες διαταραχές του αναπνευστικού συστήματος
  8. Ψιττάκωσις

    που οφείλεται στο Chlamydia psittaci

    • A70 Ψιττάκωση
  9. Αφροδίσιο λεμφοκοκκίωμα

    που οφείλεται στο Chlamydia trachomatis

    • A55 Αφροδίσιο λεμφοκοκκίωμα
  10. Μη επιπλεγμένες ουρηθρικές, ενδοτραχηλικές λοιμώξεις, όπως και λοιμώξεις του ορθού

    σε: ενήλικες

    που οφείλονται στο Chlamydia trachomatis

    • N34 Ουρηθρίτιδα και σύνδρομο ουρήθρας
    • N72 Φλεγμονώδης νόσος του τραχήλου της μήτρας
    • K62 Άλλες παθήσεις του πρωκτού και του ορθού
  11. Τράχωμα

    που οφείλεται στο Chlamydia trachomatis παρόλο που ο αιτιολογικός παράγοντας δεν εκριζώνεται πάντα, όπως έχει αποδειχθεί με ανοσοφθορισμό

    • A71 Τράχωμα
  12. Επιπεφυκίτιδα με έγκλειστα

    που οφείλεται στο Chlamydia trachomatis, μπορεί να θεραπευτεί με VIBRAMYCIN από του στόματος, μόνo είτε σε συνδυασμό με τοπικούς θεραπευτικούς παράγοντες

    • A71 Τράχωμα
  13. Bουβωνικό λεμφοκοκκίωμα (donovanosis)

    που οφείλεται στο Calymmatobacterium granulomatis

    • A58 Βουβωνικό λεμφοκοκκίωμα
  14. Πρώιμα στάδια (Στάδια 1 και 2) της νόσου του Lyme

    που οφείλεται στη Borrelia burgdorferi

    • A69 Άλλες λοιμώξεις από σπειροχαίτες
  15. Υπόστροφος πυρετός από ψείρες

    που οφείλεται στη Borrelia recurrentis

    • A68 Υπόστροφος πυρετός
  16. Υπόστροφος πυρετός από κρότωνες (τσιμπούρια)

    που οφείλεται στη Borrelia duttonii

    • A68 Υπόστροφος πυρετός
  17. Μη γονοκοκκική ουρηθρίτιδα (NGU)

    που οφείλεται στο Ureaplasma urealyticum (T-Mycoplasma) (10% των στελεχών είναι ανθεκτικά)

    • N34 Ουρηθρίτιδα και σύνδρομο ουρήθρας
  18. Λοιμώξεις

    που οφείλονται σε Είδη Acinetobacter. Δεδομένου ότι πολλά στελέχη έχουν δείξει αντοχή στις τετρακυκλίνες, συνιστάται καλλιέργεια και δοκιμασία ευαισθησίας. Ειδικά για τα είδη Acinetobacter, το ποσοστό αντοχής είναι εξαιρετικά υψηλό όταν τα στελέχη αυτά είναι νοσοκομειακά.

    • B99 Άλλες λοιμώδεις νόσοι
  19. Βρουκέλλωση

    που οφείλεται σε είδη Brucella (σε συνδυασμό με στρεπτομυκίνη). Δεδομένου ότι πολλά στελέχη έχουν δείξει αντοχή στις τετρακυκλίνες, συνιστάται καλλιέργεια και δοκιμασία ευαισθησίας.

    • A23 Βρουκέλλωση
  20. Πανώλη

    που οφείλεται στη Yersinia pestis. Δεδομένου ότι πολλά στελέχη έχουν δείξει αντοχή στις τετρακυκλίνες, συνιστάται καλλιέργεια και δοκιμασία ευαισθησίας.

    • A20 Πανώλης
  21. Τουλαραιμία

    που οφείλεται στη Francisella tularensis. Δεδομένου ότι πολλά στελέχη έχουν δείξει αντοχή στις τετρακυκλίνες, συνιστάται καλλιέργεια και δοκιμασία ευαισθησίας.

    • A21 Τουλαραιμία
  22. Περουβιανή ακροχορδόνωση (μπαρτονέλλωση)

    που οφείλεται στη Bartonella bacilliformis. Δεδομένου ότι πολλά στελέχη έχουν δείξει αντοχή στις τετρακυκλίνες, συνιστάται καλλιέργεια και δοκιμασία ευαισθησίας.

    • A95 Κίτρινος πυρετός
    • A44 Μπαρτονέλλωση
  23. Λοιμώξεις

    που οφείλονται σε Campylobacter fetus. Δεδομένου ότι πολλά στελέχη έχουν δείξει αντοχή στις τετρακυκλίνες, συνιστάται καλλιέργεια και δοκιμασία ευαισθησίας.

    • B99 Άλλες λοιμώδεις νόσοι
  24. Λοιμώξεις

    που οφείλονται σε Είδη Shigella, όταν το αντιβιόγραμμα δείχνει ευαισθησία προς το φάρμακο.

    • B99 Άλλες λοιμώδεις νόσοι
  25. Μη επιπλεγμένη γονόρροια

    που οφείλεται στη Neisseria gonorrhoeae, όταν το αντιβιόγραμμα δείχνει ευαισθησία προς το φάρμακο.

    • A54 Γονοκοκκική λοίμωξη
  26. Αναπνευστικές λοιμώξεις

    που οφείλονται στον Haemophilus influenzae, όταν το αντιβιόγραμμα δείχνει ευαισθησία προς το φάρμακο.

    • J98 Άλλες διαταραχές του αναπνευστικού συστήματος
  27. Λοιμώξεις

    που οφείλονται σε είδη Klebsiella, όταν το αντιβιόγραμμα δείχνει ευαισθησία προς το φάρμακο. Ειδικά για τα είδη Klebsiella, το ποσοστό αντοχής είναι εξαιρετικά υψηλό όταν τα στελέχη αυτά είναι νοσοκομειακά.

    • B99 Άλλες λοιμώδεις νόσοι
  28. Λοιμώξεις

    που οφείλονται σε Escherichia coli, όταν το αντιβιόγραμμα δείχνει ευαισθησία προς το φάρμακο.

    • B99 Άλλες λοιμώδεις νόσοι
  29. Λοιμώξεις

    που οφείλονται σε Enterobacter aerogenes, όταν το αντιβιόγραμμα δείχνει ευαισθησία προς το φάρμακο. Ειδικά για τα είδη Enterobacter, το ποσοστό αντοχής είναι εξαιρετικά υψηλό όταν τα στελέχη αυτά είναι νοσοκομειακά.

    • B99 Άλλες λοιμώδεις νόσοι
  30. Λοιμώξεις

    που οφείλονται σε Moraxella catarrhalis, όταν το αντιβιόγραμμα δείχνει ευαισθησία προς το φάρμακο.

    • B99 Άλλες λοιμώδεις νόσοι
  31. Λοιμώξεις

    που οφείλονται σε είδη Bacteroides non fragilis και Fusobacterium (μπορεί να είναι ευαίσθητα στο VIBRAMYCIN).

    • B99 Άλλες λοιμώδεις νόσοι
  32. Λοιμώξεις του ανωτέρου αναπνευστικού

    που οφείλονται στο Streptococcus pneumoniae, όταν το αντιβιόγραμμα δείχνει ευαισθησία προς το φάρμακο.

    • J06 Οξείες λοιμώξεις ανώτερου αναπνευστικού πολλαπλών και απροσδιόριστων θέσεων
  33. Λοιμώξεις

    που οφείλονται σε είδη Streptococcus (Σημαντικό ποσοστό στελεχών Streptococcus pyogenes και Streptococcus faecalis έχουν βρεθεί να είναι ανθεκτικά στις τετρακυκλίνες. Oι τετρακυκλίνες δεν πρέπει να χρησιμοποιούνται για τη θεραπεία στρεπτοκοκκικών λοιμώξεων εκτός αν ο υπεύθυνος μικροοργανισμός έχει αποδειχθεί ευαίσθητος. Στις λοιμώξεις του ανωτέρου αναπνευστικού που οφείλονται σε στελέχη της ομάδας Α του β-αιμολυτικού στρεπτόκοκκου, η πενικιλλίνη είναι το σύνηθες φάρμακο εκλογής, συμπεριλαμβανομένης και της προφύλαξης από το ρευματικό πυρετό).

    • B99 Άλλες λοιμώδεις νόσοι
  34. Αναπνευστικές λοιμώξεις και λοιμώξεις του δέρματος και των μαλακών μορίων

    που οφείλονται στο Staphylococcus aureus. Οι τετρακυκλίνες δεν αποτελούν φάρμακα εκλογής στη θεραπεία σταφυλοκοκκικών λοιμώξεων.

    • J98 Άλλες διαταραχές του αναπνευστικού συστήματος
    • L08 Άλλες τοπικές λοιμώξεις του δέρματος και του υποδόριου ιστού
  35. Άνθρακας, συμπεριλαμβανομένου του πνευμονικού άνθρακα (μετά την έκθεση)

    που οφείλεται στο Bacillus anthracis: για τη μείωση της συχνότητας εμφάνισης ή της προόδου της νόσου μετά την έκθεση στην εισπνεόμενη μορφή του Bacillus anthracis.

    • A22 Άνθρακας
  36. Ακτινομυκητίαση

    που οφείλεται σε είδη Actinomyces (Όταν αντενδείκνυται η πενικιλλίνη, το VIBRAMYCIN αποτελεί εναλλακτικό φάρμακο).

    • A42 Ακτινομυκητίαση
  37. Λοιμώξεις

    που οφείλονται σε είδη Clostridium (Όταν αντενδείκνυται η πενικιλλίνη, το VIBRAMYCIN αποτελεί εναλλακτικό φάρμακο).

    • B99 Άλλες λοιμώδεις νόσοι
  38. Σύφιλη

    που οφείλεται στο Treponema pallidum (Όταν αντενδείκνυται η πενικιλλίνη, το VIBRAMYCIN αποτελεί εναλλακτικό φάρμακο).

    • A53 Άλλη σύφιλη και μη καθορισμένη σύφιλη
  39. Τροπική μόρωση

    που οφείλεται στο Treponema pertenue (Όταν αντενδείκνυται η πενικιλλίνη, το VIBRAMYCIN αποτελεί εναλλακτικό φάρμακο).

    • B50 Ελονοσία από Plasmodium falciparum
  40. Λιστερίωση

    που οφείλεται στη Listeria monocytogenes (Όταν αντενδείκνυται η πενικιλλίνη, το VIBRAMYCIN αποτελεί εναλλακτικό φάρμακο).

    • A32 Λιστερίωση
  41. Λοίμωξη Vincent (οξεία νεκρωτική ελκώδης ουλίτιδα)

    που οφείλεται στη Leptotrichia buccalis (πρώην Fusobacterium fusiform) (Όταν αντενδείκνυται η πενικιλλίνη, το VIBRAMYCIN αποτελεί εναλλακτικό φάρμακο).

    • A69 Άλλες λοιμώξεις από σπειροχαίτες
    • K05 Ουλίτιδα και περιοδοντική νόσος
  42. Οξεία εντερική αμοιβάδωση

    Το VIBRAMYCIN μπορεί να αποδειχθεί χρήσιμο συμπλήρωμα, σε συνδυασμό με αμοιβαδοκτόνα.

    • A06 Αμοιβάδωση
  43. Σοβαρή ακμή (Acne vulgaris)

    Το VIBRAMYCIN μπορεί να αποτελέσει χρήσιμη συμπληρωματική θεραπεία.

    • L70 Ακμή
  44. Ελονοσία

    που οφείλεται στο Plasmodium falciparum (σε περιοχές με ανθεκτικά στη χλωροκίνη στελέχη του P. falciparum). Ενδείκνυται για την προφύλαξη και τη θεραπεία.

    • B54 Ελονοσία μη καθορισμένη
  45. Λεπτοσπείρωση

    που οφείλεται στο γένος Leptospira. Ενδείκνυται για την προφύλαξη και τη θεραπεία.

    • A27 Λεπτοσπείρωση
  46. Χολέρα

    που οφείλεται στο Vibrio cholerae. Ενδείκνυται για την προφύλαξη και τη θεραπεία.

    • A00 Χολέρα
  47. Πυρετός από ακάρεα

    που οφείλεται στη Rickettsia tsutsugamushi. Ενδείκνυται για προφυλακτική χορήγηση.

    • A79 Άλλες ρικετσιώσεις
  48. Διάρροια των ταξιδιωτών

    σε: άτομα στα οποία η διάρροια θα έχει σοβαρές επιπτώσεις όχι μόνο για την υγεία τους, αλλά και επαγγελματικές

    που οφείλεται σε Escerichia coli που παράγει εντεροτοξίνη. Ενδείκνυται για προφυλακτική χορήγηση.

    • A09 Διάρροια και γαστρεντερίτιδα πιθανώς λοιμώδους αιτιολογίας
    • K52 Άλλη μη λοιμώδης γαστρεντερίτιδα και κολίτιδα (πληθυσμός)

Πορτοκαλί = ο κωδικός προέρχεται από τον πληθυσμό της ένδειξης, όχι από το κείμενό της.

Αναζήτηση φαρμάκων ανά ένδειξη

MICROVIBRATE — Πληροφορίες Συνταγογράφησης

Περίληψη Χαρακτηριστικών Προϊόντος (ΠΧΠ), ανά ενότητα

medication

Δοσολογία

ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Οδός:
από του στόματος
Δόση έναρξης:
200 mg την πρώτη ημέρα (εφ'άπαξ ή σε δόση 100 mg ανά 12ωρο)
  • Ενήλικες (Συνήθης δοσολογία)
    Δόση200 mg την πρώτη ημέρα (εφ'άπαξ ή 100 mg ανά 12ωρο), ακολουθούμενη από 100 mg ημερησίως εφ’άπαξ
    Για τη θεραπεία βαρύτερων λοιμώξεων (ειδικά σε χρόνιες λοιμώξεις του ουροποιητικού συστήματος), πρέπει να χορηγούνται 200 mg την ημέρα σε όλη τη διάρκεια της θεραπείας.
  • Παιδιά άνω των 8 ετών (≤50 kg)
    Δόση4 mg/kg βάρους την πρώτη ημέρα (εφ' άπαξ ή διηρημένη σε δύο δόσεις ανά 12ωρο), ακολουθούμενη από 2 mg/kg βάρους ημερησίως (εφ' άπαξ ή διηρημένη σε 2 δόσεις)
    Μέγ. δόση4 mg/kg βάρους
    Για τη θεραπεία βαρύτερων λοιμώξεων μπορούν να χορηγηθούν έως 4 mg/kg βάρους.
  • Παιδιά άνω των 8 ετών (>50 kg)
    χορηγείται η ίδια δόση με τους ενήλικες (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις)
  • Υπόστροφοι πυρετοί από ψείρες και τσιμπούρια, φθειρογενής τυφοειδής πυρετός
    Δόση100 ή 200 mg εφάπαξ από του στόματος
    Για τη μείωση του κινδύνου του επίμονου ή υποτροπιάζοντος υπόστροφου πυρετού από κρότωνες, συνιστάται η χορήγηση 100 mg Δοξυκυκλίνη κάθε 12 ώρες επί επτά ημέρες.
  • Πρώιμα στάδια (Στάδια 1 και 2) της νόσου του Lyme
    Δόση100 mg από του στόματος, δύο φορές ημερησίως, για 10-60 ημέρες
    ανάλογα με τα κλινικά σημεία και συμπτώματα και την ανταπόκριση των ασθενών.
  • Μη επιπλεγμένες ουρηθρικές, ενδοτραχηλικές ή λοιμώξεις του ορθού επί ενηλίκων που οφείλονται στο Chlamydia trachomatis
    Δόση100 mg από του στόματος, δύο φορές την ημέρα επί επτά ημέρες
  • Οξεία επιδιδυμοορχίτιδα που οφείλεται στο C. trachomatis ή στο N. gonorrhoeae
    Δόση100 mg από του στόματος δύο φορές ημερησίως επί 10 ημέρες
    σε συνδυασμό με 250 mg κεφτριαξόνης ενδομυϊκώς ή κάποιας άλλης κατάλληλης κεφαλοσπορίνης ως εφάπαξ δόση.
  • Μη γονοκοκκική ουρηθρίτιδα (NGU) που οφείλεται στο Chlamydia trachomatis ή στο Ureaplasma urealyticum
    Δόση100 mg από του στόματος, δύο φορές ημερησίως επί επτά ημέρες
  • Αφροδίσιο λεμφοκοκκίωμα που οφείλεται στο Chlamydia trachomatis
    Δόση100 mg από του στόματος, δύο φορές ημερησίως, επί 21 ημέρες τουλάχιστον
  • Μη επιπλεγμένες γονοκοκκικές λοιμώξεις του τραχήλου, ορθού ή ουρήθρας
    Δόση100 mg από του στόματος, δύο φορές την ημέρα, επί επτά ημέρες
    όταν ο γονόκοκκος παραμένει πλήρως ευαίσθητος. Επιπλέον συνιστάται η ταυτόχρονη θεραπεία με μια κατάλληλη κεφαλοσπορίνη ή κινολόνη (π.χ. κεφιξίμη 400 mg εφ’άπαξ, κεφτριαξόνη 125 mg ΙΜ εφ’άπαξ, σιπροφλοξασίνη 500 mg εφ’άπαξ, οφλοξασίνη 400 mg εφ’άπαξ).
  • Μη επιπλεγμένες γονοκοκκικές λοιμώξεις του φάρυγγα
    Δόση100 mg από του στόματος, δύο φορές ημερησίως, επί επτά ημέρες
    όταν ο γονόκοκκος παραμένει πλήρως ευαίσθητος. Επιπλέον συνιστάται ταυτόχρονη θεραπεία με μια κατάλληλη κεφαλοσπορίνη ή κινολόνη (π.χ. κεφτριαξόνη 125 mg ΙΜ εφ’άπαξ, σιπροφλοξασίνη 500 mg εφάπαξ, οφλοξασίνη 400 mg εφ’άπαξ).
  • Πρωτοπαθής ή δευτεροπαθής σύφιλη
    Δόση100 mg από του στόματος, δύο φορές ημερησίως, επί δύο εβδομάδες
    σε ασθενείς αλλεργικούς στην πενικιλλίνη, στους οποίους έχει αποκλειστεί η εγκυμοσύνη, ως εναλλακτική θεραπεία της πενικιλλίνης.
  • Λανθάνουσα και τριτογόνος σύφιλη
    Δόση100 mg από του στόματος, δύο φορές ημερησίως, επί δύο εβδομάδες
    σε ασθενείς αλλεργικούς στην πενικιλλίνη, στους οποίους έχει αποκλειστεί η εγκυμοσύνη, εφόσον η διάρκεια της λοίμωξης είναι εξακριβωμένα μικρότερη του ενός έτους. Σε αντίθετη περίπτωση, το Δοξυκυκλίνη πρέπει να χορηγείται επί τέσσερις εβδομάδες.
  • Οξεία φλεγμονώδης νόσος της πυέλου (PID) - Εσωτερικοί ασθενείς
    Δόση100 mg κάθε 12 ώρες
    και επιπλέον 2g κεφοξιτίνης χορηγούμενης ενδοφλεβίως (IV) κάθε έξι ώρες το λιγότερο επί τέσσερις ημέρες και επί 24 έως 48 ώρες τουλάχιστον μετά τη βελτίωση της κατάστασης του ασθενούς. Στη συνέχεια 100 mg από του στόματος, δύο φορές ημερησίως, ώστε να ολοκληρωθεί συνολική θεραπεία 14 ημερών.
  • Οξεία φλεγμονώδης νόσος της πυέλος (PID) - Εξωτερικοί ασθενείς
    Δόση100 mg από του στόματος, δύο φορές ημερησίως, επί 14 ημέρες
    ως συμπληρωματική θεραπεία με κεφτριαξόνη 250 mg IM ως εφ’ άπαξ δόση ή κάποιας άλλης παρεντερικώς χορηγούμενης κεφαλοσπορίνης τρίτης γενιάς (π.χ., κεφοταξίμης).
  • Κοινή ακμή
    Δόση50-100 mg την ημέρα
    για χρονικό διάστημα μέχρι και 12 εβδομάδες.
  • Ανθεκτική στη χλωροκίνη ελονοσία που οφείλεται στο P. falciparum
    Δόση200 mg ημερησίως επί επτά ημέρες τουλάχιστον
    Η κινίνη ή άλλα ταχέως δρώντα σχιστοκτόνα φάρμακα πρέπει να χορηγούνται πάντα σε συνδυασμό με το Δοξυκυκλίνη λόγω της βαρύτητας της λοίμωξης.
  • Προφύλαξη από την ελονοσία (Ενήλικες)
    Δόση100 mg την ημέρα
    Αρχίζει 1-2 ημέρες προ της αναχώρησης, συνεχίζεται καθ’ όλη τη διάρκεια της επίσκεψης και επί τέσσερις εβδομάδες μετά την αναχώρηση.
  • Προφύλαξη από την ελονοσία (Παιδιά άνω των 8 ετών)
    Δόση2 mg/kg σωματικού βάρους, μία φορά την ημέρα
    Μέγ. δόσηδόση των ενηλίκων
    μέχρι τη δόση των ενηλίκων το ανώτερο. Αρχίζει 1-2 ημέρες προ της αναχώρησης, συνεχίζεται καθ’ όλη τη διάρκεια της επίσκεψης και επί τέσσερις εβδομάδες μετά την αναχώρηση.
  • Θεραπεία και εκλεκτική προφύλαξη από τη χολέρα (Ενήλικες)
    Δόση300 mg εφ’άπαξ από του στόματος
  • Προφύλαξη από τον τύφο από ακάρεα
    Δόση200 mg εφ’άπαξ από του στόματος
  • Προφύλαξη από τη διάρροια των ταξιδιωτών (Ενήλικες)
    Δόση200 mg την πρώτη μέρα (εφ’άπαξ ή 2 δόσεις των 100 mg ανά 12ωρο) και κατόπιν 100 mg την ημέρα
    Δεν υπάρχουν δεδομένα όσον αφορά στην προφυλακτική χρήση του φαρμάκου πέραν των 21 ημερών.
  • Προφύλαξη από τη λεπτοσπείρωση
    Δόση200 mg από του στόματος μία φορά την εβδομάδα καθ’ όλη τη διάρκεια παραμονής στην περιοχή και μία δόση 200 mg επιπλέον στο τέλος του ταξιδιού
    Δεν υπάρχουν δεδομένα για την προφυλακτική χρήση του φαρμάκου πέραν των 21 ημερών.
  • Θεραπεία της λεπτοσπείρωσης
    Δόση100 mg από του στόματος δύο φορές την ημέρα επί επτά ημέρες
  • Πνευμονικός άνθρακας (μετά την έκθεση) - Ενήλικες
    Δόση100 mg από του στόματος, δύο φορές την ημέρα για 60 ημέρες
  • Πνευμονικός άνθρακας (μετά την έκθεση) - Παιδιά (<45 kg)
    Δόση2,2 mg/kg σωματικού βάρους, από του στόματος δύο φορές την ημέρα για 60 ημέρες
  • Πνευμονικός άνθρακας (μετά την έκθεση) - Παιδιά (≥45 kg)
    Πρέπει να λαμβάνουν την δόση των ενηλίκων (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις).
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
Φόρτωση…
block

Αντενδείξεις

ΠΧΠ (SPC)
expand_more
  • Υπερευαισθησία στη δοξυκυκλίνη, σε οποιοδήποτε από τα έκδοχα του φαρμάκου ή σε οποιαδήποτε από τις τετρακυκλίνες
  • Κύηση
  • Παιδιά κάτω των 8 ετών
  • Διαταραχές του οισοφάγου ή άλλοι παράγοντες που καθυστερούν την κένωση του οισοφάγου, όπως ουλές και αχαλασία
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
Φόρτωση…
warning

Προειδοποιήσεις & Προφυλάξεις

ΠΧΠ (SPC)
expand_more
  • Σχηματισμός συμπλόκων με ασβέστιο
    Πληθυσμόςπαιδιά
    Η δοξυκυκλίνη σχηματίζει σταθερά σύμπλοκα με το ασβέστιο σε οστεοποιό ιστό
  • Επιβράδυνση ανάπτυξης περόνης
    Πληθυσμόςπρόωρα
    Έχει παρατηρηθεί μετά από χορήγηση τετρακυκλίνης (25 mg/kg από του στόματος, ανά 6ωρο) και ήταν αναστρέψιμη με τη διακοπή
  • Μόνιμος αποχρωματισμός δοντιών και υποπλασία αδαμαντίνης
    Πληθυσμόςπαιδιά (δεύτερο μισό της εγκυμοσύνης, βρεφική και παιδική ηλικία μέχρι 8 ετών)
    Το Δοξυκυκλίνη δεν πρέπει να χρησιμοποιείται, εκτός εάν άλλα φάρμακα δεν είναι διαθέσιμα, δεν είναι δραστικά ή αντενδείκνυνται. Μπορεί να χρησιμοποιηθεί σε λοίμωξη από άνθρακα (πνευμονικό) μετά από έκθεση.
  • Χρήση σε ηλικιωμένους
    Πληθυσμόςηλικιωμένοι
    Συνταγογραφείται στις συνήθεις δόσεις χωρίς ειδικές προφυλάξεις. Δεν απαιτείται ρύθμιση της δόσης σε νεφρική ανεπάρκεια. Αναμένεται αύξηση ανεπιθύμητων ενεργειών αν υπερβαίνεται η συνιστώμενη δόση.
  • Αντιαναβολική δράση
    Πληθυσμόςεξασθενημένα ηλικιωμένα άτομα
    Αντιαναβολική δράση έχει παρατηρηθεί
  • Προβολή πηγών κρανίου και καλοήθης ενδοκρανιακή υπέρταση
    Πληθυσμόςβρέφη (προβολή πηγών) και ενήλικες (ενδοκρανιακή υπέρταση)
    Η θεραπεία πρέπει να διακόπτεται αν υπάρχει ένδειξη εμφάνισης αυξημένης ενδοκρανιακής πίεσης. Οι αντιδράσεις εξαφανίζονται μετά τη διακοπή.
  • Ψευδομεμβρανώδης κολίτιδα
    Είναι σημαντικό να τεθεί υποψία αυτής της διάγνωσης σε περίπτωση που παρουσιαστεί διάρροια σε ασθενείς, μετά από χορήγηση αντιμικροβιακών παραγόντων.
  • Υπερανάπτυξη μη ευαίσθητων μικροοργανισμών
    Αν εμφανιστεί ανθεκτικός μικροοργανισμός, το αντιβιοτικό πρέπει να διακοπεί και να ληφθούν τα κατάλληλα θεραπευτικά μέτρα.
  • Παραμονή στερεών μορφών στον οισοφάγο
    Απαιτείται προσοχή κατά την κατάποση. Εάν συμβεί τραυματισμός οισοφάγου (δυσφαγία, άλγος κατάποσης/οπισθοστερνικό, επιδείνωση οπισθοστερνικού καύσου), διακοπή και επανεξέταση από ιατρό.
  • Αντιαναβολική δράση τετρακυκλινών
    Πληθυσμόςασθενείς με επηρεασμένη νεφρική λειτουργία
    Οι υπάρχουσες μελέτες υποδεικνύουν ότι η αντιαναβολική αυτή δράση (αύξηση ουρίας ορού) δεν παρατηρείται με τη χρήση του Δοξυκυκλίνη.
  • Περιεκτικότητα σε μεταδιθειώδες νάτριο
    Το έτοιμο προς χρήση σιρόπι του Δοξυκυκλίνη περιέχει μεταδιθειώδες νάτριο, μία θειώδη ένωση.
  • Διαταραχές ηπατικής λειτουργίας
    Έχουν σπανίως αναφερθεί μετά τη χορήγηση τετρακυκλινών (από του στόματος και παρεντερικώς).
  • Φωτοευαισθησία
    Πληθυσμόςασθενείς που είναι πιθανό να εκτεθούν απευθείας σε ηλιακό φως ή υπεριώδη ακτινοβολία
    Οι ασθενείς πρέπει να είναι ενήμεροι και να διακόψουν τη θεραπεία με την πρώτη εκδήλωση δερματικού ερυθήματος.
  • Αφροδίσια νοσήματα με υποψία σύφιλης
    Πρέπει να εκτελούνται οι κατάλληλες διαγνωστικές δοκιμασίες, περιλαμβανομένης της εξέτασης σε σκοτεινό πεδίο. Ορολογικές δοκιμασίες πρέπει να πραγματοποιούνται κάθε μήνα επί τέσσερις τουλάχιστον μήνες.
  • Διάρκεια θεραπείας για λοιμώξεις από ομάδα Α β-αιμολυτικού στρεπτοκόκκου
    Πρέπει να θεραπεύονται επί δέκα ημέρες τουλάχιστον.
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
Φόρτωση…
swap_horiz

Αλληλεπιδράσεις

ΠΧΠ (SPC)
expand_more
  • Βαρφαρίνη (και αντιπηκτικά φάρμακα)
    προσοχή
    Παράταση του χρόνου προθρομβίνης, μείωση της δραστικότητας της προθρομβίνης του πλάσματος
    ΣύστασηΜείωση του δοσολογικού σχήματος της αντιπηκτικής αγωγής.
  • Πενικιλλίνη
    αντένδειξη
    Επηρεάζει τη βακτηριοκτόνο δράση της πενικιλλίνης
    ΣύστασηΑποφυγή ταυτόχρονης χρήσης.
  • Αντιόξινα (που περιέχουν αργίλιο, ασβέστιο, μαγνήσιο), σκευάσματα σιδήρου, σκευάσματα αλάτων βισμουθίου
    προσοχή
    Επηρεάζεται η απορρόφηση των τετρακυκλινών
  • Οινόπνευμα, βαρβιτουρικά, καρβαμαζεπίνη, φαινυτοΐνη
    προσοχή
    Ελαττώνουν τον χρόνο ημιζωής της δοξυκυκλίνης στο αίμα
  • Μεθοξυφλουράνιο
    αντένδειξη
    Θανατηφόρος νεφρική βλάβη
  • Από του στόματος αντισυλληπτικά
    προσοχή
    Μείωση της δράσης των από του στόματος αντισυλληπτικών
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
Φόρτωση…
sick

Ανεπιθύμητες ενέργειες

ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Αίμα
  • Αιμολυτική αναιμία
  • Θρομβοπενία
  • Ουδετεροπενία
  • Ηωσινοφιλία
Ανοσοποιητικό
  • Αντιδράσεις υπερευαισθησίας
  • Αναφυλακτικό shock
  • Αναφυλαξία
  • Αναφυλακτοειδείς αντιδράσεις
  • Αναφυλακτοειδής πορφύρα
  • Έξαρση συστηματικού ερυθηματώδη λύκου
  • Ορονοσία
Αγγειακές
  • Υπόταση
  • Έξαψη
Καρδιά
  • Περικαρδίτιδα
  • Ταχυκαρδία
Δέρμα
  • Αγγειοοίδημα
  • Κνίδωση
  • Φλεγμονώδεις βλάβες πρωκτογεννητικής περιοχής
  • Εξάνθημα
  • Αντίδραση φωτοευαισθησίας
  • Φωτοονυχόλυση
  • Αποφολιδωτική δερματίτιδα
  • Πολύμορφο ερύθημα
  • Σύνδρομο Stevens-Johnson
  • Τοξική επιδερμική νεκρόλυση
Αναπνευστικό
  • Δύσπνοια
Γενικές
  • Περιφερικό οίδημα
Διαταραχές του ενδοκρινικού συστήματος
  • καφέ-μαύρο μικροσκοπικό αποχρωματισμό των ιστών του θυρεοειδούς αδένα (μετά από μακρόχρονη χρήση)
Μεταβολισμός
  • Ανορεξία
Νευρικό
  • Κεφαλαλγία
  • Προβολή των πηγών στα βρέφη
Ψυχιατρικές διαταραχές
  • καλοήθης ενδοκρανιακή υπέρταση στους ενήλικες
Αυτί
  • Εμβοές
Γαστρεντερικό
  • Κοιλιακό άλγος
  • Ναυτία
  • Έμετος
  • Διάρροια
  • Γλωσσίτιδα
  • Στοματίτιδα
  • Δυσφαγία
  • Δυσπεψία
  • Εντεροκολίτιδα
  • Ψευδομεμβρανώδης κολίτιδα
  • Οισοφαγίτιδα
  • Εξελκώσεις οισοφάγου
Λοιμώξεις
  • Διάρροια από C. difficile
Ήπαρ
  • Διαταραχές ηπατικής λειτουργίας
  • Ηπατίτιδα
  • Ηπατοτοξική δράση
Μυοσκελετικό
  • Αρθραλγία
  • Μυαλγία
Εργαστηριακές
  • Αύξηση ουρίας ορού
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
Φόρτωση…
pregnant_woman

Κύηση / Γαλουχία

ΠΧΠ (SPC)
Επίπεδο κινδύνου: Αντενδείκνυται expand_more
  • Κύηση
    Δεν πρέπει να χρησιμοποιείται σε έγκυες γυναίκες.
    Μελέτες σε πειραματόζωα υποδεικνύουν ότι οι τετρακυκλίνες περνάνε το φραγμό του πλακούντα και ανιχνεύονται στους εμβρυϊκούς ιστούς όπου μπορούν να έχουν τοξικές επιδράσεις στο αναπτυσσόμενο έμβρυο (επιβράδυνση της ανάπτυξης των οστών). Εμβρυοτοξική δράση έχει παρατηρηθεί σε πειραματόζωα που θεραπεύτηκαν κατά τα αρχικά στάδια της κύησης. Αναφέρεται οξεία κίτρινη ατροφία του ήπατος και οξεία λιπώδης εκφύλιση του ήπατος με θανατηφόρο έκβαση.
  • Γαλουχία
    Η χορήγηση του Δοξυκυκλίνη θα πρέπει να αποφεύγεται στις θηλάζουσες μητέρες.
    Οι τετρακυκλίνες, συμπεριλαμβανομένης της δοξυκυκλίνης, ανευρίσκονται στο γάλα θηλαζουσών γυναικών. Σχηματίζουν σταθερά σύμπλοκα με το ασβέστιο σε οστεοποιό ιστό. Έχει παρατηρηθεί επιβράδυνση της ανάπτυξης της περόνης σε πρόωρα βρέφη μετά από χορήγηση τετρακυκλίνης, η οποία ήταν αναστρέψιμη.
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
Φόρτωση…
e911_emergency

Υπερδοσολογία

ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Αντιμετώπιση
Διακοπή της χορήγησης του φαρμάκου, πλύση στομάχου, συμπτωματική και υποστηρικτική θεραπεία.
ΑιμοκάθαρσηΌχι
directions_car

Επίδραση στην οδήγηση

ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Επηρεάζει την οδήγησηΌχι
Η επίδραση της δοξυκυκλίνης στην ικανότητα οδήγησης και χειρισμού βαρέων μηχανημάτων δεν έχει μελετηθεί. Δεν υπάρχουν στοιχεία που να συνηγορούν στο ότι η δοξυκυκλίνη μπορεί να επηρεάσει αυτές τις ικανότητες.
science

Έκδοχα

ΠΧΠ (SPC) §2 & §6.1
expand_more
Καψάκιο τύπου κελύφους
Ζελατίνη
Σιδήρου οξείδιο µέλαν
Σιδήρου οξείδιο ερυθρό
Σιδήρου οξείδιο κίτρινο
∆ιοξείδιο τιτανίου
Μελάνες εκτύπωσης
Κόµµεα λάκκας
Προπυλενογλυκόλη
Σιδήρου οξείδιο µέλαν
Ινδικοκαρµίνη
Κόκκινο τροφίµων (Ε129)
Λαµπρό κυανό FCF
D & C κίτρινο No. 10
Περιεχόµενα καψακίου
Υπροµελλόζη
Συµπολυµερές µεθακρυλικού οξέος-ακρυλικού αιθυλεστέρα (1:1)
Κιτρικό τριαιθύλιο
Τάλκης
Υπροµελλόζη 3cP/6cP, διοξείδιο τιτανίου, πολυαιθυλενογλυκόλη 400, σιδήρου οξείδιο
κίτρινο, σιδήρου οξείδιο ερυθρό, Πολυσορβικό 80
Σφαιρίδια σακχαρόζης (άµυλο αραβοσίτου, σακχαρόζη)
6.2 Ασυµβατότητες
∆εν εφαρµόζεται.
6.3 ∆ιάρκεια ζωής
2 χρόνια
biotech

Φαρμακολογία

Φαρμακοδυναμική & Φαρμακοκινητική
expand_more
Φαρμακοδυναμική

Μηχανισμός δράσης

Η δοξυκυκλίνη είναι βασικά βακτηριοστατική και θεωρείται ότι ασκεί την αντιμικροβιακή της δράση μέσω της αναστολής της πρωτεϊνικής σύνθεσης. Η δοξυκυκλίνη είναι δραστική έναντι ευρέος φάσματος θετικών και αρνητικών κατά Gram μικροοργανισμών.

description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
Φόρτωση…
Φαρμακοκινητική
Οι τετρακυκλίνες απορροφώνται εύκολα και συνδέονται με τις πρωτεΐνες του πλάσματος σε ποικίλο βαθμό. Μεταφέρονται από το ήπαρ στη χολή και απεκκρίνονται σε υψηλές συγκεντρώσεις και υπό βιολογικά ενεργό μορφή από τα ούρα και τα κόπρανα. Η δοξυκυκλίνη ουσιαστικά απορροφάται πλήρως μετά από του στόματος χορήγηση. Οι μέχρι σήμερα δημοσιευθείσες μελέτες δείχνουν ότι η απορρόφηση της δοξυκυκλίνης, σε αντίθεση με άλλες τετρακυκλίνες, δεν επηρεάζεται σημαντικά από τη λήψη τροφής ή γάλακτος. Δόση 200 mg δοξυκυκλίνης από του στόματος σε υγιείς ενήλικες εθελοντές, έδωσε μέσα μέγιστα επίπεδα στο αίμα 2,6 mcg/ml μετά δύο ώρες, μειούμενα σε 1,45 mcg/ml μετά από 24 ώρες. Η απέκκριση της δοξυκυκλίνης από τους νεφρούς είναι περίπου 40% σε 72 ώρες, σε άτομα με φυσιολογική νεφρική λειτουργία (κάθαρση κρεατινίνης περίπου 75 ml/min). Το παραπάνω ποσοστό απέκκρισης μπορεί να μειωθεί σε επίπεδα τόσο χαμηλά όσο 1-5% σε 72 ώρες, σε άτομα με βαριά νεφρική ανεπάρκεια (κάθαρση κρεατινίνης μικρότερη των 10 ml/min). Μελέτες έχουν δείξει ότι δεν υπάρχει σημαντική διαφορά στον χρόνο ημιζωής της δοξυκυκλίνης στον ορό (εύρος τιμών: 18-22 ώρες) μεταξύ ατόμων με φυσιολογική νεφρική λειτουργία και ατόμων με σοβαρή νεφρική ανεπάρκεια.
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
Φόρτωση…
Μηχανισμός δράσης
Μηχανισμός Δράσης Η δοξυκυκλίνη, όπως η μινοκυκλίνη, είναι λιπόφιλη και μπορεί να διαπεράσει το λιπιδικό διπλοστρώμα των βακτηρίων. Η δοξυκυκλίνη συνδέεται αναστρέψιμα με τις υπομονάδες 30S των ριβοσωμάτων και πιθανώς με τις υπομονάδες 50S, αναστέλλοντας…
Φαρμακοδυναμική

Μηχανισμός δράσης Η δοξυκυκλίνη είναι βασικά βακτηριοστατική και θεωρείται ότι ασκεί την αντιμικροβιακή της δράση μέσω της αναστολής της πρωτεϊνικής σύνθεσης. Η δοξυκυκλίνη είναι δραστική έναντι ευρέος φάσματος θετικών και αρνητικών κατά Gram…

Φαρμακοκινητική
Οι τετρακυκλίνες απορροφώνται εύκολα και συνδέονται με τις πρωτεΐνες του πλάσματος σε ποικίλο βαθμό. Μεταφέρονται από το ήπαρ στη χολή και απεκκρίνονται σε υψηλές συγκεντρώσεις και υπό βιολογικά ενεργό μορφή από τα ούρα και τα κόπρανα. Η δοξυκυκλίνη…
Απέκκριση
Νεφρά/Ήπαρ