TEVETEN(τεβετεν)
eprosartan
Σκευάσματα και τιμές TEVETEN
| Σκεύασμα | Περιεκτικότητα | Λιανική |
|---|---|---|
|
TEVETEN 400MG/TAB
Διακοπή
|
400 / TAB | 8.01 € |
| 600 / TAB | 13.46 € |
Σχετικά σκευάσματα ίδιας σειράς
TEVETEN — Πληροφορίες Συνταγογράφησης
Περίληψη Χαρακτηριστικών Προϊόντος (ΠΧΠ), ανά ενότητα
clinical_notes
Ενδείξεις
ΠΧΠ (SPC) §4.1
expand_more
Ενδείξεις
-
Θεραπεία της ιδιοπαθούς υπέρτασης
- I10 Ιδιοπαθής υπέρταση
medication
Μορφή & Εμφάνιση
ΠΧΠ (SPC) §3
expand_more
Μορφή & Εμφάνιση
medication
Δοσολογία
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Δοσολογία
- Οδός: Από του στόματος
- Χορήγηση: Μία φορά την ημέρα
- Δόση έναρξης: 600 mg μία φορά την ημέρα
-
ΕνήλικεςΔόση600 mg
-
Γηριατρικοί ασθενείςΔεν απαιτείται προσαρμογή της δοσολογίας.
-
Ασθενείς με ηπατική ανεπάρκειαΠεριορισμένη εμπειρία.
-
Παιδιατρικοί ασθενείςΔεν συνιστάται λόγω έλλειψης δεδομένων ασφάλειας και αποτελεσματικότητας.
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
block
Αντενδείξεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Αντενδείξεις
-
Γνωστή υπερευαισθησία στην επροσαρτάνη ή σε οποιοδήποτε από τα έκδοχα
-
Σοβαρή ηπατική ανεπάρκεια
-
ΚύησηΠληθυσμόςΔεύτερο και τρίτο τρίμηνο
-
Αιμοδυναμικά σημαντική αμφοτερόπλευρη νεφραγγειακή νόσος ή σοβαρή στένωση μονήρους λειτουργικού νεφρού
-
Ταυτόχρονη χρήση με προϊόντα που περιέχουν αλισκιρένηΠληθυσμόςΑσθενείς με σακχαρώδη διαβήτη ή νεφρική δυσλειτουργία (GFR < 60 ml/min/1,73 m²)
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
warning
Προειδοποιήσεις & Προφυλάξεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Προειδοποιήσεις & Προφυλάξεις
-
Ηπατική ανεπάρκειαΠροσοχήΠληθυσμόςΑσθενείς με ήπια έως μέτρια ηπατική ανεπάρκειαΑπαιτείται ιδιαίτερη προσοχή εξαιτίας της περιορισμένης εμπειρίας σε αυτόν τον πληθυσμό ασθενών.
-
Νεφρική ανεπάρκειαΠροσοχήΠληθυσμόςΑσθενείς με κάθαρση κρεατινίνης <30ml/min ή σε ασθενείς που υποβάλλονται σε αιμοκάθαρσηΣυνιστάται προσοχή.
-
Ασθενείς που εξαρτώνται από το σύστημα ρενίνης-αγγειοτενσίνης-αλδοστερόνηςΠροσοχήΠληθυσμόςΑσθενείς των οποίων η νεφρική λειτουργία εξαρτάται από τη συνεχή εγγενή δράση του συστήματος ρενίνης-αγγειοτενσίνης-αλδοστερόνης (π.χ. ασθενείς με σοβαρή καρδιακή ανεπάρκεια (ΝΥΗΑ - κατάταξη: τάξη IV), αμφοτερόπλευρη στένωση νεφρικής αρτηρίας ή στένωση νεφρικής αρτηρίας μονήρους νεφρού), ιδιαίτερα αν βρίσκονται ταυτόχρονα σε αγωγή με διουρητικό.Κίνδυνος ολιγουρίας, προοδευτικής αζωθαιμίας και οξείας νεφρικής ανεπάρκειας. Επανεκτίμηση αγωγής εάν παρατηρηθεί επιβάρυνση νεφρικής λειτουργίας.
-
ΥπερκαλιαιμίαΠροσοχήΠληθυσμόςΑσθενείς με νεφρική ανεπάρκεια και/ή καρδιακή ανεπάρκεια, κατά τη διάρκεια αγωγής μαζί με άλλα φαρμακευτικά προϊόντα που επηρεάζουν το σύστημα ρενίνης-αγγειοτενσίνης-αλδοστερόνης.Μπορεί να προκύψει υπερκαλιαιμία. Ταυτόχρονη χορήγηση καλιοσυντηρητικών διουρητικών, συμπληρωμάτων καλίου, υποκατάστατων άλατος που περιέχουν κάλιο ή άλλων φαρμακευτικών προϊόντων που μπορεί να ανεβάσουν το επίπεδο του καλίου (π.χ. ηπαρίνη) πρέπει να γίνεται με προσοχή.
-
Διπλός αποκλεισμός του συστήματος ρενίνης - αγγειοτενσίνης - αλδοστερόνης (RASS)ΑποφεύγεταιΗ ταυτόχρονη χρήση αναστολέων ΜΕΑ, αποκλειστών των υποδοχέων αγγειοτενσίνης ΙΙ ή αλισκιρένης αυξάνει τον κίνδυνο υπότασης, υπερκαλιαιμίας και μειωμένης νεφρικής λειτουργίας. Δεν συνιστάται. Εάν κρίνεται απαραίτητο, υπό επίβλεψη ειδικού.
-
Διπλός αποκλεισμός του συστήματος ρενίνης - αγγειοτενσίνης - αλδοστερόνης (RASS)ΑντένδειξηΠληθυσμόςΑσθενείς με διαβητική νεφροπάθειαΟι αναστολείς ΜΕΑ και οι αποκλειστές των υποδοχέων αγγειοτενσίνης ΙΙ δεν θα πρέπει να χρησιμοποιούνται ταυτόχρονα.
-
Πρωτοπαθής υπεραλδοστερονισμόςΑποφεύγεταιΠληθυσμόςΑσθενείς με πρωτοπαθή υπεραλδοστερονισμόΔεν συνιστάται η χορήγηση επροσαρτάνης.
-
ΥπότασηΠροσοχήΠληθυσμόςΑσθενείς με σοβαρή μείωση του όγκου του αίματος και/ή του άλατος (π.χ. επί θεραπείας με υψηλές δόσεις διουρητικών)Μπορεί να παρουσιασθεί συμπτωματική υπόταση. Αυτές οι καταστάσεις πρέπει να αποκατασταθούν πριν την έναρξη της θεραπείας.
-
Στεφανιαία νόσοςΠροσοχήΠληθυσμόςΑσθενείς με στεφανιαία νόσοΠεριορισμένη εμπειρία.
-
Στένωση αορτικής και μιτροειδούς βαλβίδος/Υπερτροφική μυοκαρδιοπάθειαΠροσοχήΠληθυσμόςΑσθενείς με στένωση αορτικής και μιτροειδούς βαλβίδος ή με υπερτροφική μυοκαρδιοπάθειαΠρέπει να χορηγείται με προσοχή.
-
Μεταμόσχευση νεφρούΠροσοχήΠληθυσμόςΑσθενείς που υποβλήθηκαν προσφάτως σε μεταμόσχευση νεφρούΔεν υπάρχει εμπειρία.
-
ΚύησηΑντενδείκνυταιΠληθυσμόςΓυναίκες σε κύηση ή που σχεδιάζουν να μείνουν έγκυεςΗ αγωγή με αποκλειστές των υποδοχέων της αγγειοτενσίνης ΙΙ δεν θα πρέπει να ξεκινά κατά την κύηση. Οι ασθενείς που σχεδιάζουν να μείνουν έγκυες θα πρέπει να αλλάξουν σε εναλλακτική αγωγή. Όταν διαπιστωθεί κύηση, η αγωγή θα πρέπει να σταματήσει αμέσως.
-
Εθνικότητα (Μαύρη φυλή)ΠληθυσμόςΆτομα της μαύρης φυλήςΕίναι εμφανώς λιγότερο αποτελεσματικοί στη μείωση της αρτηριακής πιέσεως.
-
Σπάνια κληρονομικά προβλήματα δυσανεξίας (γαλακτόζη)ΑντένδειξηΠληθυσμόςΑσθενείς με σπάνια κληρονομικά προβλήματα δυσανεξίας στη γαλακτόζη, όπως Lapp ανεπάρκεια λακτάσης ή δυσαπορρόφηση γλυκόζης-γαλακτόζης.Δεν πρέπει να λαμβάνουν αυτό το φαρμακευτικό ιδιοσκεύασμα.
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
swap_horiz
Αλληλεπιδράσεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
-
προσοχήΑύξηση του καλίου του ορού (υπερκαλιαιμία)ΣύστασηΠαρακολούθηση των επιπέδων καλίου
-
Αναστολείς ΜΕΑ, αποκλειστές των υποδοχέων αγγειοτενσίνης ΙΙ (άλλη ARB), αλισκιρένη (διπλός αποκλεισμός RAAS)αντένδειξηΥπόταση, υπερκαλιαιμία, μειωμένη νεφρική λειτουργία (οξεία νεφρική ανεπάρκεια)ΣύστασηΔεν θα πρέπει να χρησιμοποιούνται ταυτόχρονα, ειδικά σε ασθενείς με διαβητική νεφροπάθεια
-
Άλλα αντιυπερτασικάπαρακολούθησηΕνίσχυση του αντιυπερτασικού αποτελέσματος
-
προσοχήΤοξικά φαινόμενα, αναστρέψιμη αύξηση των συγκεντρώσεων λιθίου στον ορόΣύστασηΠροσεκτική παρακολούθηση των επιπέδων λιθίου στον ορό
-
ΜΣΑΦ (π.χ. ινδομεθακίνη)προσοχήΑύξηση του κινδύνου επιδείνωσης της νεφρικής λειτουργίας (οξεία νεφρική ανεπάρκεια), αύξηση του καλίου στον ορό, μείωση της αποτελεσματικότητας των αποκλειστών των υποδοχέων της αγγειοτενσίνης ΙΙΣύστασηΧορήγηση με προσοχή (ιδιαίτερα σε ηλικιωμένους). Επαρκής ενυδάτωση και περιοδική παρακολούθηση της νεφρικής λειτουργίας.
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
sick
Ανεπιθύμητες ενέργειες
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
- Υπερευαισθησία
- Κεφαλαλγία
- Ζάλη
- Υπόταση
- Ρινίτιδα
- Αλλεργικές δερματικές αντιδράσεις (π.χ. εξάνθημα, κνησμός)
- Αγγειοοίδημα
- Γενικές γαστρεντερικές ενοχλήσεις (π.χ. ναυτία, διάρροια, έμετος)
- Εξασθένιση
- Μειωμένη νεφρική λειτουργία συμπεριλαμβανομένης νεφρικής ανεπάρκειας σε ασθενείς σε κίνδυνο (π.χ. στένωση νεφρικής αρτηρίας)
Λεπτομέρειες κατά συχνότητα expand_more
-
Πολύ συχνέςΚεφαλαλγίαΝευρικό
-
ΣυχνέςΓενικές γαστρεντερικές ενοχλήσεις (π.χ. ναυτία, διάρροια, έμετος)Διαταραχές του γαστρεντερικού συστήματος
-
Όχι συχνέςΑγγειοοίδημαΔέρμα
-
Όχι συχνέςΑλλεργικές δερματικές αντιδράσεις (π.χ. εξάνθημα, κνησμός)Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
-
Όχι συχνέςΕξασθένισηΓενικές
-
Όχι συχνέςΖάληΝευρικό
-
Όχι συχνέςΡινίτιδαΑναπνευστικό
-
Όχι συχνέςΥπερευαισθησίαΑνοσοποιητικό
-
Όχι συχνέςΥπότασηΑγγειακές
-
Μη γνωστέςΜειωμένη νεφρική λειτουργία συμπεριλαμβανομένης νεφρικής ανεπάρκειας σε ασθενείς σε κίνδυνο (π.χ. στένωση νεφρικής αρτηρίας)Διαταραχές των νεφρών και των ουροφόρων οδών
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
pregnant_woman
Κύηση / Γαλουχία
ΠΧΠ (SPC)
Επίπεδο κινδύνου: Αντενδείκνυται
expand_more
Κύηση / Γαλουχία
-
ΚύησηΑντενδείκνυταιΗ χρήση αποκλειστών των υποδοχέων της αγγειοτενσίνης ΙΙ δεν συνιστάται κατά τη διάρκεια του πρώτου τριμήνου της κύησης (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις). Η χρήση αποκλειστών των υποδοχέων της αγγειοτενσίνης ΙΙ αντενδείκνυται κατά τη διάρκεια του δεύτερου και του τρίτου τριμήνου της κύησης (βλ. Αντενδείξεις και Ειδικές προειδοποιήσεις). Επιδημιολογικά στοιχεία αναφορικά με τον κίνδυνο τερατογόνου δράσης μετά από έκθεση σε αναστολείς ΜΕΑ κατά το πρώτο τρίμηνο της κύησης δεν έδωσαν σαφή συμπεράσματα, εν τούτοις μία μικρή αύξηση του κινδύνου δεν μπορεί να αποκλεισθεί. Αν και δεν υπάρχουν επιδημιολογικά στοιχεία από ελεγχόμενες μελέτες αναφορικά με τον κίνδυνο με τους αποκλειστές των υποδοχέων της αγγειοτενσίνης ΙΙ, παρόμοιοι κίνδυνοι μπορεί να υπάρχουν και για αυτή την κατηγορία των φαρμάκων. Εκτός εάν η συνέχιση της θεραπείας με αποκλειστές των υποδοχέων της αγγειοτενσίνης ΙΙ κρίνεται αναγκαία, οι ασθενείς που σχεδιάζουν να μείνουν έγκυες θα πρέπει να αλλάξουν σε εναλλακτικά σχήματα αντιυπερτασικής αγωγής που να διαθέτουν ένα καθιερωμένο προφίλ ασφαλείας για χρήση σε εγκυμοσύνη. Όταν διαπιστωθεί κύηση, η αγωγή με αποκλειστές των υποδοχέων της αγγειοτενσίνης ΙΙ θα πρέπει να σταματήσει αμέσως και, εάν απαιτείται, πρέπει να ξεκινήσει εναλλακτική θεραπεία. Έκθεση σε θεραπεία με αποκλειστές των υποδοχέων της αγγειοτενσίνης ΙΙ κατά τη διάρκεια του δεύτερου και του τρίτου τριμήνου της κύησης είναι γνωστό πως επάγει φαινόμενα τοξικότητας στο έμβρυο (μειωμένη νεφρική λειτουργία, ολιγοϋδράμνιο, καθυστέρηση κρανιακής οστεοποίησης) και στο νεογνό (νεφρική ανεπάρκεια, υπόταση, υπερκαλιαιμία) (βλέπε Προκλινικά δεδομένα). Σε περίπτωση που έχει υπάρξει έκθεση στους αποκλειστές των υποδοχέων της αγγειοτενσίνης ΙΙ από το δεύτερο τρίμηνο της κύησης και μετά, συνιστάται ο υπερηχογραφικός έλεγχος της νεφρικής λειτουργίας και του κρανίου. Βρέφη των οποίων οι μητέρες έλαβαν αποκλειστές των υποδοχέων της αγγειοτενσίνης ΙΙ θα πρέπει να παρακολουθούνται στενά για υπόταση (βλέπε Αντενδείξεις και Ειδικές προειδοποιήσεις).
-
ΓαλουχίαΑποφεύγεταιΚαθώς δεν υπάρχουν διαθέσιμες πληροφορίες αναφορικά με τη χρήση του Επροσαρτάνη κατά τη γαλουχία, το Επροσαρτάνη δεν συνιστάται κατά τη γαλουχία - ιδιαίτερα όταν θηλάζει νεογέννητο ή πρόωρο νήπιο - και είναι προτιμότερα εναλλακτικά σχήματα αγωγής με καλύτερο προφίλ ασφαλείας.
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
e911_emergency
Υπερδοσολογία
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Υπερδοσολογία
- κατάρρευση του κυκλοφορικού
- υπόταση
directions_car
Επίδραση στην οδήγηση
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Επίδραση στην οδήγηση
biotech
Φαρμακολογία
Φαρμακοδυναμική & Φαρμακοκινητική
expand_more
Φαρμακολογία
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία
Επροσαρτάνη, Κωδικός ATC: C09CA02
Μηχανισμός δράσης
Η επροσαρτάνη είναι ένας συνθετικός, δραστικός από το στόμα, μη-διφαινυλικός μη-τετραζολικός αποκλειστής των υποδοχέων της αγγειοτενσίνης ΙΙ. Η αγγειοτενσίνη ΙΙ είναι ένα ισχυρό αγγειοσυσταλτικό και πρωταρχικά δρώσα ορμόνη του συστήματος ρενίνης-αγγειοτενσίνης-αλδοστερόνης, με κύριο ρόλο στην παθοφυσιολογία της υπέρτασης. Η επροσαρτάνη ανταγωνίζεται τη δράση της αγγειοτενσίνης ΙΙ στην αρτηριακή πίεση, στην αιματική ροή του νεφρού και την έκκριση της αλδοστερόνης σε φυσιολογικούς εθελοντές.
Φαρμακοδυναμικές επιδράσεις
Η ρύθμιση της αρτηριακής πίεσης διατηρείται με σταθερό και ομαλό τρόπο για χρονικό διάστημα 24 ωρών χωρίς ορθοστατικό υποτασικό φαινόμενο πρώτης δόσης ή αντιδραστική ταχυκαρδία. Η διακοπή της θεραπείας με την επροσαρτάνη δεν οδηγεί σε φαινόμενο ταχείας ανάδρομης αύξησης (rebound) της αρτηριακής πίεσης.
Η επροσαρτάνη αξιολογήθηκε σε ασθενείς με ήπια έως μέτρια υπέρταση (διαστολική αρτηριακή πίεση σε καθιστή θέση ≥ 95mmHg και < 115 mmHg) και σοβαρή υπέρταση (διαστολική αρτηριακή πίεση σε καθιστή θέση ≥ 115mmHg και ≤125 mmHg).
Σε κλινικές μελέτες, δόσεις μέχρι 1200 mg ημερησίως για διάστημα 8 εβδομάδων, έχει αποδειχθεί πως είναι αποτελεσματικές, χωρίς να υπάρχει εμφανής σχέση μεταξύ των δόσεων και της συχνότητας εμφάνισης των ανεπιθυμήτων ενεργειών που αναφέρθηκαν.
Σε ασθενείς με υπέρταση, η ελάττωση της αρτηριακής πίεσης δεν προκάλεσε μεταβολή της καρδιακής συχνότητας.
Μελέτη MOSES
Στη μελέτη MOSES (morbidity and mortality after stroke, eprosartan compared with nitrendipine for secondary prevention - νοσηρότητα και θνητότητα μετά από εγκεφαλικό επεισόδιο, σύγκριση επροσαρτάνης και νιτρενδιπίνης στη δευτερογενή πρόληψη) σε 1.405 υπερτασικούς ασθενείς με ιστορικό αγγειακών εγκεφαλικών επεισοδίων δόθηκε αγωγή είτε επροσαρτάνης είτε νιτρενδιπίνης. Στην ομάδα της επροσαρτάνης, το 78% των ασθενών έλαβε 600 mg εφ’άπαξ ημερησίως και το 12% μέχρι και 800 mg ημερησίως, όταν στην ομάδα της νιτρενδιπίνης το 47% έλαβε 10 mg και το 42% 20 mg ημερησίως (το 11% μέχρι και 40 mg) με ανοικτό, τυφλής αξιολόγησης τυχαιοποιημένο προοπτικό σχεδιασμό. Το πρωτεύον σύνθετο καταληκτικό σημείο συμπεριελάμβανε ολική θνησιμότητα, αγγειακά εγκεφαλικά επεισόδια (ΤΙΑ - παροδικό ισχαιμικό επεισόδιο, PRIND - παρατεταμένη νευρολογική διαταραχή, αγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιο) και καρδιαγγειακά συμβάματα (ασταθή στηθάγχη, έμφραγμα του μυοκαρδίου, καρδιακή ανεπάρκεια, πνευμονική εμβολή, θανατηφόρο καρδιακή αρρυθμία) συμπεριλαμβανομένων και υποτροπιαζόντων συμβαμάτων. Οι στόχοι για την αρτηριακή πίεση επληρώθηκαν καλώς και στα δύο σκέλη της αγωγής και διατηρήθηκαν καθ’ όλη τη διάρκεια της μελέτης. Για το πρωτεύον καταληκτικό σημείο επιδείχθηκαν σημαντικά καλύτερα αποτελέσματα για την ομάδα της επροσαρτάνης (μείωση του κινδύνου κατά 21%). Η ανάλυση του πρώτου συμβάματος έδωσε αριθμητική μείωση κατά 12% για το καταληκτικό σημείο των αγγειακών εγκεφαλικών επεισοδίων και 30% για το καταληκτικό σημείο των καρδιαγγειακών συμβαμάτων. Αυτά τα αποτελέσματα προέκυψαν κυρίως από μείωση της συχνότητας εμφάνισης των ΤΙΑ/ PRIND, ασταθούς στηθάγχης και καρδιακής ανεπάρκειας. Η ολική θνησιμότητα ήταν αριθμητικά ευνοϊκότερη για την νιτρενδιπίνη: στην ομάδα της επροσαρτάνης απεβίωσαν 57 από τους 681 ασθενείς έναντι 52 από τους 671 ασθενείς της ομάδας της νιτρενδιπίνης (λόγος κινδύνου 1,07 και 95% διάστημα εμπιστοσύνης 0,73-1,56 με p=0,725). Θανατηφόρα και μη θανατηφόρα εμφράγματα του μυοκαρδίου σημειώθηκαν σε 18 έναντι 20 ασθενών και αγγειακά εγκεφαλικά επεισόδια σε 36 έναντι 42 ασθενών, δηλ. αριθμητικά ευνοήθηκε η επροσαρτάνη. Για το πρωτεύον καταληκτικό σημείο, η επίδραση της επροσαρτάνης φαίνεται να είναι πιο σαφής σε ασθενείς που δεν ελάμβαναν βήτα-αποκλειστές.
Νεφρική λειτουργία
Η επροσαρτάνη δεν θίγει τους αυτορρυθμιστικούς μηχανισμούς του νεφρού. Σε φυσιολογικούς άρρενες ενήλικες η επροσαρτάνη αποδείχτηκε ότι αυξάνει τη μέση αποτελεσματική ροή του πλάσματος στο νεφρό. Η επροσαρτάνη δεν επιβαρύνει την νεφρική λειτουργία σε ασθενείς με ιδιοπαθή υπέρταση και σε ασθενείς με νεφρική ανεπάρκεια. Η επροσαρτάνη δεν ελαττώνει την ταχύτητα της σπειραματικής διήθησης σε φυσιολογικούς άρρενες, σε ασθενείς με υπέρταση ή σε ασθενείς με διαφόρου βαθμού νεφρική ανεπάρκεια. Η επροσαρτάνη έχει νατριοδιουρητικό αποτέλεσμα σε φυσιολογικά άτομα που έχουν τεθεί σε άναλο δίαιτα. Η επροσαρτάνη μπορεί να χορηγηθεί με ασφάλεια σε ασθενείς με ιδιοπαθή υπέρταση και σε ασθενείς με διαφόρου βαθμού νεφρική ανεπάρκεια χωρίς να προκαλεί κατακράτηση νατρίου ή επιδείνωση της νεφρικής λειτουργίας.
Ουρικό οξύ
Η επροσαρτάνη δεν επηρεάζει σημαντικά την απέκκριση του ουρικού οξέος στα ούρα.
Βήχας και αναστολείς ΜΕΑ
Η επροσαρτάνη δεν ενισχύει μηχανισμούς που σχετίζονται με τη βραδυκινίνη (μέσω της δράσης του μετατρεπτικού ενζύμου της αγγειοτενσίνης-ΜΕΑ), π.χ. τον βήχα. Σε μία μελέτη που σχεδιάστηκε ειδικά για να συγκρίνει τη συχνότητα του βήχα σε ασθενείς που υποβάλλονταν σε θεραπεία με την επροσαρτάνη σε σύγκριση με εκείνους που ελάμβαναν έναν αναστολέα του μετατρεπτικού ενζύμου της αγγειοτενσίνης, η συχνότητα του ξηρού, επίμονου βήχα σε ασθενείς που ελάμβαναν την επροσαρτάνη (1,5%) ήταν σημαντικά χαμηλότερη (p<0,05) από εκείνη που παρατηρήθηκε σε ασθενείς που ελάμβαναν τον αναστολέα του μετατρεπτικού ενζύμου της αγγειοτενσίνης (5,4%). Σε μία άλλη μελέτη που ερεύνησε τη συχνότητα του βήχα σε ασθενείς που έβηχαν προηγουμένως, ενώ τους χορηγούνταν ένας αναστολέας του ΜΕΑ, η συχνότητα του ξηρού, επίμονου βήχα με την επροσαρτάνη ήταν 2,6%, ενώ με το εικονικό φάρμακο 2,7% και με ένα αναστολέα του ΜΕΑ 25,0% (p<0.01 για την επροσαρτάνη έναντι του αναστολέα του ΜΕΑ).
Σύγκριση με εναλαπρίλη
Σε τρεις κλινικές μελέτες (ν=791 ασθενείς) η αντιυπερτασική δράση της επροσαρτάνης αποδείχτηκε τουλάχιστον εξ ίσου αποτελεσματική με αυτήν της εναλαπρίλης (αναστολέα του ΜΕΑ), με μία μελέτη σε βαριά υπέρταση να δείχνει στατιστικώς σημαντικά μεγαλύτερη ελάττωση της συστολικής πίεσης σε καθιστή και όρθια θέση για την επροσαρτάνη συγκριτικά με την εναλαπρίλη.
Μελέτες ONTARGET, VA NEPHRON-D και ALTITUDE
Δύο μεγάλες τυχαιοποιημένες, ελεγχόμενες μελέτες (η ONTARGET (ONgoing Telmisartan Alone and in combination with Ramipril Global Endpoint Trial) και η VA NEPHRON-D (The Veterans Affairs Nephropathy in Diabetes)) έχουν εξετάσει τη χρήση του συνδυασμού ενός αναστολέα ΜΕΑ με έναν αποκλειστή των υποδοχέων αγγειοτενσίνης II. Αυτές οι μελέτες δεν έχουν δείξει σημαντικά ωφέλιμη επίδραση στις νεφρικές και/ή στις καρδιαγγειακές εκβάσεις και τη θνησιμότητα, ενώ παρατηρήθηκε ένας αυξημένος κίνδυνος υπερκαλιαιμίας, οξείας νεφρικής βλάβης και/ή υπότασης σε σύγκριση με τη μονοθεραπεία. Δεδομένων των παρόμοιων φαρμακοδυναμικών ιδιοτήτων, αυτά τα αποτελέσματα είναι επίσης σχετικά για άλλους αναστολείς ΜΕΑ και αποκλειστές των υποδοχέων αγγειοτενσίνης ΙΙ. Ως εκ τούτου οι αναστολείς ΜΕΑ και οι αποκλειστές των υποδοχεών αγγειοτενσίνης ΙΙ δεν θα πρέπει να χρησιμοποιούνται ταυτόχρονα σε ασθενείς με διαβητική νεφροπάθεια.
Η ALTITUDE (Aliskiren Trial in Type 2 Diabetes Using Cardiovascular and Renal Disease Endpoints) ήταν μία μελέτη σχεδιασμένη να ελέγξει το όφελος της προσθήκης αλισκιρένης σε μία πρότυπη θεραπεία με έναν αναστολέα ΜΕΑ ή έναν αποκλειστή υποδοχέων αγγειοτενσίνης ΙΙ σε ασθενείς με σακχαρώδη διαβήτη τύπου 2 και χρόνια νεφρική νόσο, καρδιαγγειακή νόσο ή και τα δύο. Η μελέτη διεκόπη πρόωρα λόγω ενός αυξημένου κινδύνου ανεπιθύμητων εκβάσεων. Ο καρδιαγγειακός θάνατος και το εγκεφαλικό επεισόδιο ήταν και τα δύο αριθμητικά συχνότερα στην ομάδα της αλισκιρένης από ότι στην ομάδα του εικονικού φαρμάκου και τα ανεπιθύμητα συμβάντα και τα σοβαρά ανεπιθύμητα συμβάντα ενδιαφέροντος (υπερκαλιαιμία, υπόταση και νεφρική δυσλειτουργία) αναφέρθηκαν συχνότερα στην ομάδα της αλισκιρένης από ότι στην ομάδα του εικονικού φαρμάκου.
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
Γενικά Φαρμακοκινητικά χαρακτηριστικά
Η απόλυτη βιοδιαθεσιμότητα μετά την από του στόματος εφάπαξ χορήγηση 300mg επροσαρτάνης είναι περίπου 13%, λόγω της περιορισμένης από του στόματος απορρόφησης. Η μέγιστη συγκέντρωση της επροσαρτάνης στο πλάσμα επιτυγχάνεται σε 1 έως 2 ώρες μετά την από του στόματος χορήγησή της σε νηστικά άτομα. Οι συγκεντρώσεις πλάσματος είναι ευθέως ανάλογες των χορηγούμενων δόσεων για εύρος δόσεων 100 ως 200 mg, αλλά αναλογικά μικρότερες για εύρος δόσεων 400 ως 800 mg. Ο τελικός χρόνος ημίσειας ζωής της αποβολής της επροσαρτάνης μετά την από του στόματος χορήγησή της είναι συνήθως 5 ως 9 ώρες. Η επροσαρτάνη δεν αθροίζεται σημαντικά κατά τη χρόνια χορήγηση. Η χορήγηση της επροσαρτάνης μαζί με τροφή καθυστερεί την απορρόφηση της πρώτης με μικρές μεταβολές (<25%) να παρατηρούνται στις Cmax και AUC, χωρίς κλινικές συνέπειες.
Η σύνδεση της επροσαρτάνης με τις πρωτεΐνες του πλάσματος είναι υψηλή (περίπου 98%) και σταθερή για το εύρος των συγκεντρώσεων που επιτυγχάνονται με τις θεραπευτικές δόσεις. Η έκταση της σύνδεσης με τις πρωτεΐνες του πλάσματος δεν επηρεάζεται από το φύλο, την ηλικία, την ηπατική δυσλειτουργία ή την ελαφρά ως μέτριας βαρύτητας νεφρική ανεπάρκεια, αλλά έχει αποδειχθεί πως ελαττώνεται σε μικρό αριθμό ασθενών με βαριά νεφρική ανεπάρκεια.
Μετά την ενδοφλέβια χορήγηση επισημασμένης με [14C] επροσαρτάνης, περίπου 61% της ραδιενέργειας ανιχνεύθηκε στα κόπρανα και περίπου 37% στα ούρα. Μετά την από του στόματος χορήγηση [14C] επροσαρτάνης, περίπου 90% της ραδιενέργειας ανιχνεύθηκε στα κόπρανα και περίπου 7% στα ούρα.
Μετά την από του στόματος και την ενδοφλέβια χορήγηση [14C] επροσαρτάνης στον άνθρωπο, η επροσαρτάνη ήταν η μόνη ουσία από το χορηγηθέν φάρμακο που ανευρέθηκε στο πλάσμα και τα κόπρανα. Στα ούρα, ποσοστό περίπου 20% της ραδιενέργειας που απεκκρίθηκε ήταν ένα ακύλιο του γλυκουρονιδίου της επροσαρτάνης, ενώ το υπόλοιπο 80% ήταν αμετάβλητη επροσαρτάνη.
Ο όγκος κατανομής της επροσαρτάνης είναι περίπου 13 λίτρα. Η ολική κάθαρση του πλάσματος είναι περίπου 130 ml/min. Η χοληφόρος και νεφρική απέκκριση συμβάλλουν στην αποβολή της επροσαρτάνης.
Φαρμακοκινητική σε ειδικούς πληθυσμούς
Οι τιμές των AUC και Cmax για την επροσαρτάνη αυξάνονται στους υπερήλικες (κατά μέσον όρο περίπου στο διπλάσιο) αλλά τούτο δεν απαιτεί μεταβολές στη δοσολογία.
Μετά τη χορήγηση εφ’ άπαξ δόσης 100 mg επροσαρτάνης, οι τιμές AUC για την επροσαρτάνη (αλλά όχι και για τη Cmax) αυξάνονται κατά μέσο όρο περίπου 40% σε ασθενείς με ηπατική ανεπάρκεια.
Σε σύγκριση με τα άτομα με φυσιολογική νεφρική λειτουργία, οι μέσες τιμές των AUC και Cmax ήταν περίπου κατά 30% υψηλότερες σε ασθενείς με μετρίου βαθμού νεφρική ανεπάρκεια (κάθαρση κρεατινίνης 30-59 ml/min), περίπου κατά 50% υψηλότερες σε ένα μικρό αριθμό ασθενών με βαριά νεφρική ανεπάρκεια (κάθαρση κρεατινίνης 5-29 ml/min) και περίπου κατά 60% σε ασθενείς που υποβάλλονται σε αιμοδιύλιση.
Δεν υπάρχει καμία διαφορά στη φαρμακοκινητική της επροσαρτάνης μεταξύ ανδρών και γυναικών.