EPROSARTAN
Επροσαρτάνη
Τα φάρμακα της κατηγορίας αυτής είναι ειδικοί ανταγωνιστές των υποδοχέων της αγγειοτασίνης ΙΙ και έχουν ιδιότητες παρόμοιες με των α-ΜΕΑ. Αντίθετα από τους α-ΜΕΑ δεν αναστέλλουν την αποδόμηση της βραδυκινίνης και άλλων κινινών και για το λόγο αυτό δεν φαίνεται να προκαλούν το …
Εμπορικά Ονόματα
Κλινική Σύνοψη
Προτεραιότητα πηγών: SPC, ΕΟΦ, DrugBank
clinical_notes
ΕΟΦ
Ενδείξεις
expand_more
Ενδείξεις
medication
SPC-EPRATENZ PLUS
Δοσολογία
expand_more
Δοσολογία
- Οδός: από το στόμα
- Χορήγηση: μία φορά την ημέρα, το πρωί
- Δόση έναρξης: 600 mg/12,5 mg
- Τιτλοποίηση: Η μετάβαση από τη μονοθεραπεία με επροσαρτάνη στον σταθερό συνδυασμό μπορεί να αξιολογηθεί μετά από 8 εβδομάδες από την σταθεροποίηση της αρτηριακής πίεσης.
-
ΗλικιωμένοιΔεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης.
-
Παιδιά και έφηβοι κάτω των 18 ετώνΔεν συνιστάται αγωγή.
-
Ασθενείς με ήπια έως μέτρια ηπατική δυσλειτουργίαΔεν συνιστάται η χρήση.
-
Ασθενείς με σοβαρή ηπατική δυσλειτουργίαΑντενδείκνυται.
-
Ασθενείς με ήπια έως μέτρια νεφρική δυσλειτουργία (κάθαρση κρεατινίνης > 30 ml/min)Δεν είναι αναγκαία η προσαρμογή της δόσης.
-
Ασθενείς με σοβαρή νεφρική δυσλειτουργίαΑντενδείκνυται.
block
SPC-EPRATENZ PLUS
Αντενδείξεις
expand_more
Αντενδείξεις
-
Ιστορικό υπερευαισθησίας στην επροσαρτάνη, σε παράγωγα σουλφοναμίδης (όπως η υδροχλωροθειαζίδη), ή σε οποιοδήποτε από τα έκδοχα.
-
Δεύτερο και τρίτο τρίμηνο της κύησηςΠληθυσμός(βλ. Δοσολογία)
-
Γαλουχία.
-
Σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία.
-
Σοβαρή νεφρική δυσλειτουργίαΠληθυσμός(κάθαρση κρεατινίνης < 30 ml/min)
-
Ανθεκτική σε θεραπεία υποκαλιαιμία ή υπερασβεστιαιμία.
-
Χολόσταση και αποφρακτικές διαταραχές των χοληφόρων.
-
Ανθεκτική στη θεραπεία υπονατριαιμία.
-
Συμπτωματική υπερουριχαιμία / ουρική αρθρίτιδα.
warning
SPC-EPRATENZ PLUS
Προειδοποιήσεις
expand_more
Προειδοποιήσεις
-
Νεφραγγειακή υπέρτασηΠληθυσμόςΣε ασθενείς με αγγειακό τόνο και νεφρική λειτουργία που εξαρτάται κυρίως από τη δράση του συστήματος ρενίνης-αγγειοτασίνης-αλδοστερόνης, π.χ. σε ασθενείς με μονόπλευρη ή αμφοτερόπλευρη στένωση της νεφρικής αρτηρίας και λειτουργικά μονήρη νεφρό
-
ΥπερκαλιαιμίαΣυνιστάται προσοχή στη χορήγηση και τακτική παρακολούθηση του καλίου στον ορό και την οξεοβασική ισορροπία
-
Στένωση της αορτικής και της μιτροειδούς βαλβίδας, αποφρακτική υπερτροφική μυοκαρδιοπάθειαπρέπει να αντιμετωπίζονται με προσοχή
-
Πρωτοπαθής υπεραλδοστερονισμόςδεν συνιστάται αγωγή με EPRATENZ PLUS 600 mg/12,5 mg.
-
Γενικές πληροφορίεςΠληθυσμόςΣε ασθενείς των οποίων ο αγγειακός τόνος και η νεφρική λειτουργία εξαρτώνται κυρίως από τη δράση του συστήματος ρενίνης-αγγειοτασίνης-αλδοστερόνης (π.χ. ασθενείς με σοβαρή καρδιακή ανεπάρκεια ή υπάρχουσα νεφρική πάθηση συμπεριλαμβανομένης της στένωσης της νεφρικής αρτηρίας)
-
Φυλήη επροσαρτάνη είναι εμφανώς λιγότερο αποτελεσματική στη μείωση της αρτηριακής πιέσεως σε άτομα της μαύρης φυλής σε σχέση με άτομα των άλλων φυλών.
-
Ισχαιμική καρδιοπάθεια ή ισχαιμικό αγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιουπερβολική μείωση της αρτηριακής πιέσεως μπορεί να προκαλέσει έμφραγμα του μυοκαρδίου ή εγκεφαλικό επεισόδιο.
-
Νεφρική δυσλειτουργία και μεταμόσχευση νεφρούΠληθυσμόςΣε ασθενείς με μειωμένη νεφρική λειτουργίασυνιστάται τακτικός έλεγχος των επιπέδων του καλίου, της κρεατινίνης και του ουρικού οξέος στον ορό.
-
Ηπατική δυσλειτουργίαΠληθυσμόςσε ασθενείς με ελαφρά έως μέτρια ηπατική ανεπάρκειανα χορηγείται με προσοχή
-
Μεταβολικές και ενδοκρινικές διαταραχέςμπορεί να απαιτήσει προσαρμογή της δόσης της αντιδιαβητικής αγωγής.
-
Διαταραχή της ισορροπίας των ηλεκτρολυτώνπρέπει να εξετάζεται το ενδεχόμενο περιοδικού καθορισμού των ηλεκτρολυτών του ορού.
-
Αντιδράσεις υπερευαισθησίας στην υδροχλωροθειαζίδηπιθανότερες σε ασθενείς με τέτοιο ιστορικόΠληθυσμόςσε ασθενείς με ή χωρίς ιστορικό αλλεργίας ή βρογχικού άσθματος
-
Συστημικός ερυθηματώδης λύκοςΤα θειαζιδικά διουρητικά είναι πιθανόν να επιδεινώσουν ή να ενεργοποιήσουν.
-
Αναβολικές ουσίεςΗ υδροχλωροθειαζίδη μπορεί να οδηγήσει την δοκιμασία ανίχνευσης αναβολικών ουσιών σε (ψευδώς) θετικό αποτέλεσμα.
-
Νεφρική δυσλειτουργία και μεταμόσχευση νεφρούΠληθυσμόςσε ασθενείς με σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία (με κάθαρση κρεατινίνης < 30 ml/min - βλ. επίσης Αντενδείξεις).
-
Λίθιοη συγχορήγηση του EPRATENZ PLUS με λίθιο δεν συνιστάται (βλ. Αλληλεπιδράσεις).
-
ΥπότασηΗ υπονατριαιμία και/ή η υποογκαιμία πρέπει να αντιμετωπιστούν πριν την έναρξη αγωγής με EPRATENZ PLUS 600 mg/12,5 mg.
-
Δυσανεξία στη γαλακτόζηΑσθενείς με σπάνια κληρονομικά προβλήματα δυσανεξίας στη γαλακτόζη, ανεπάρκειας Lapp λακτάσης ή δυσαπορρόφησης γλυκόζης-γαλακτόζης, δεν πρέπει να λαμβάνουν αυτό το φαρμακευτικό προϊόν.
swap_horiz
SPC-EPRATENZ PLUS
Αλληλεπιδράσεις
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
-
Δεν συνιστάταιΑύξηση συγκεντρώσεων λιθίου στον ορό και τοξικότητα. Αυξημένος κίνδυνος τοξικότητας από το λίθιο.ΣύστασηΣυνιστάται προσεχτική παρακολούθηση των επιπέδων του λιθίου στον ορό εάν ο συνδυασμός αποδειχθεί απαραίτητος.
-
Χρήζει προσοχήςΕνίσχυση του αντιυπερτασικού αποτελέσματος.
-
Μη-στεροειδή αντιφλεγμονώδη φαρμακευτικά προϊόντα (ΜΣΑΦ)Χρήζει προσοχήςΜείωση της αντιυπερτασικής δράσης των θειαζιδικών διουρητικών και των ανταγωνιστών της αγγειοτασίνης ΙΙ. Περαιτέρω επιδείνωση της νεφρικής λειτουργίας, συμπεριλαμβανομένης πιθανής οξείας νεφρικής ανεπάρκειας.ΣύστασηΧορηγείται με προσοχή, κυρίως στους ηλικιωμένους. Επαρκής ενυδάτωση των ασθενών. Παρακολούθηση της νεφρικής λειτουργίας κατά την έναρξη και περιοδικά στη συνέχεια.
-
Πρέπει να λαμβάνεται υπ' όψηΕνίσχυση του αντιυπερτασικού αποτελέσματος.
-
Άλλα αντιυπερτασικά φάρμακαΠρέπει να λαμβάνεται υπ' όψηΕνίσχυση του αντιυπερτασικού αποτελέσματος.
-
Αλκοόλη, βαρβιτουρικά, ναρκωτικά ή αντικαταθλιπτικάΠρέπει να λαμβάνεται υπ' όψηΕνίσχυση της ορθοστατικής υπότασης.
-
Φαρμακευτικά προϊόντα που επηρεάζουν τα επίπεδα καλίου (π.χ. καλιοσυντηρητικά διουρητικά, συμπληρώματα καλίου, υποκατάστατα άλατος που περιέχουν κάλιο, ηπαρίνη, αναστολείς ΜΕΑ)Δεν συνιστάταιΑύξηση του καλίου στον ορό.ΣύστασηΣυνιστάται η παρακολούθηση των επιπέδων καλίου στο πλάσμα.
-
Φαρμακευτικά προϊόντα που σχετίζονται με απώλεια καλίου, υποκαλιαιμία (π.χ. άλλα καλιουρητικά διουρητικά, καθαρτικά, κορτικοστεροειδή, ACTH, αμφοτερικίνη, καρβενοξολόνη, πενικιλλίνη G, παράγωγα του νατρίου ή του σαλικυλικού οξέος)Δεν συνιστάταιΕνίσχυση της δράσης της υδροχλωροθειαζίδης στην έκπλυση του καλίου.
-
Αλάτα ασβεστίουΧρήζει προσοχήςΑύξηση των επιπέδων του ασβεστίου του ορού.ΣύστασηΠροσαρμογή της δοσολογίας συμπληρωμάτων ασβεστίου και παρακολούθηση των επιπέδων του ασβεστίου του ορού.
-
Ρητίνες χολεστυραμίνης και κολεστιπόληςΧρήζει προσοχήςΕλάττωση της απορρόφησης της υδροχλωροθειαζίδης.
-
Καρδιακές γλυκοσίδεςΧρήζει προσοχήςΗ υποκαλιαιμία ή υπομαγνησιαιμία μπορεί να ευνοούν την εμφάνιση καρδιακής αρρυθμίας που προκαλείται από τη δακτυλίτιδα.
-
Φαρμακευτικά προϊόντα που επηρεάζονται από τις διαταραχές του καλίου στον ορό (π.χ. γλυκοσίδες της δακτυλίτιδας, αντιαρρυθμικά, ορισμένα αντιψυχωσικά)Χρήζει προσοχήςΗ υποκαλιαιμία αποτελεί προδιαθεσικό παράγοντα για κοιλιακή ταχυκαρδία δίκην ριπιδίου (torsades de pointes).ΣύστασηΠεριοδικός έλεγχος του καλίου στον ορό και ηλεκτροκαρδιογράφημα.
-
Μη-αποπολωτικά μυοχαλαρωτικά των σκελετικών μυώνΧρήζει προσοχήςΕνίσχυση της δράσης.
-
Αντιχολινεργικοί παράγοντεςΧρήζει προσοχήςΑύξηση της βιοδιαθεσιμότητας των διουρητικών τύπου θειαζίδης.
-
Αντιδιαβητικά φάρμακα (χορηγούμενων από του στόματος και ινσουλίνης)Χρήζει προσοχήςΕπηρεάζεται η ανοχή στη γλυκόζη.ΣύστασηΜπορεί να απαιτηθεί προσαρμογή της δόσης του αντιδιαβητικού φαρμακευτικού ιδιοσκευάσματος.
-
Χρήζει προσοχήςΚίνδυνος γαλακτικής οξέωσης προκαλούμενη από πιθανή λειτουργική νεφρική ανεπάρκεια.
-
β-αποκλειστές, διαζοξείδηΧρήζει προσοχήςΕνίσχυση της υπεργλυκαιμικής δράσης.
-
Αμίνες που αυξάνουν την αρτηριακή πίεσηΧρήζει προσοχήςΕλάττωση της δράσης.
-
Φαρμακευτικά προϊόντα που χρησιμοποιούνται σε αγωγή για την ουρική αρθρίτιδα (προβενεσίδη, σουλφινπυραζόνη, αλλοπουρινόλη)Χρήζει προσοχήςΑύξηση του επιπέδου του ουρικού οξέος του ορού. Πιθανή αύξηση συχνότητας αντιδράσεων υπερευαισθησίας στην αλλοπουρινόλη.ΣύστασηΊσως να είναι απαραίτητη η προσαρμογή της δόσης των ουρικοζουρικών φαρμακευτικών προϊόντων. Ίσως να είναι αναγκαία η αύξηση της δόσης της προβενεσίδης ή της σουλφινπυραζόνης.
-
Χρήζει προσοχήςΑύξηση του κινδύνου των ανεπιθυμήτων ενεργειών.
-
Κυτταροτοξικές ουσίες (π.χ. κυκλοφωσφαμίδη, μεθοτρεξάτη)Χρήζει προσοχήςΜείωση της νεφρικής απέκκρισης και ενίσχυση των μυελοκατασταλτικών αποτελεσμάτων.
-
ΤετρακυκλίνεςΧρήζει προσοχήςΑύξηση του κινδύνου αύξησης της ουρίας (πιθανώς όχι στην δοξυκυκλίνη).
sick
SPC-EPRATENZ PLUS
Ανεπιθύμητες ενέργειες
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
- ανησυχία
- αϋπνία
- κατάθλιψη
- άγχος
- νευρικότητα
- ζάλη
- κεφαλαλγία
- νευραλγία
- παραισθησία
- κόπωση
- αρρυθμία
- υπόταση, συμπεριλαμβανομένης της ορθοστατικής υπότασης
- βρογχίτιδα
- βήχας
- επίσταξη
- φαρυγγίτιδα
- ρινίτιδα
- λοίμωξη του ανωτέρου αναπνευστικού συστήματος
- κοιλιακό άλγος
- γαστρεντερίτιδα
- ναυτία
- εξάνθημα
- κνησμός
- οστεοαρθρίτιδα
- οσφυαλγία
- αρθραλγία
- αρθρίτιδα
- λευκωματινουρία
- λοιμώξεις των ουροφόρων οδών
- οίδημα περιφερικό
- πυρεξία
- ξηροστομία
- υπερβολική εφίδρωση
- αυξημένες τρανσαμινάσες ορού
- υπερκαλιαιμία
- υπεργλυκαιμία
- λευκοκυττάρωση
- δύσπνοια
- σημαντική αύξηση στα επίπεδα καλίου του ορού
- Υπερτριγλυκεριδαιμία
- θωρακικό άλγος
- αίσθημα παλμών
- αύξηση του επιπέδου της ουρίας στον ορό
- Αυξήσεις των τιμών της ηπατικής λειτουργίας
- Κεφαλαλγία
- ζάλη
- ανησυχία
- δερματικές επιδράσεις (εξάνθημα, κνησμός, κνίδωση)
- Υπόταση, συμπεριλαμβανομένης της ορθοστατικής
- οίδημα προσώπου και/ή αγγειοοίδημα
- απώλεια όρεξης
- ερεθισμός του στομάχου
- ναυτία
- έμετος
- κοιλιακές κράμπες
- διάρροια
- δυσκοιλιότητα
- ίκτερος (ενδοηπατική χολόσταση)
- παγκρεατίτιδα
- υπνηλία
- ζάλη
- διαταραχές όρασης
- παραισθησία
- κεφαλαλγία
- ανησυχία
- διαταραχές ύπνου
- υπόταση, συμπεριλαμβανομένης της ορθοστατικής
- αρρυθμία
- λευκοπενία
- ακοκκιοκυτταραιμία
- θρομβοπενία
- απλαστική αναιμία
- αιμολυτική αναιμία
- υπεργλυκαιμία
- υπερουριχαιμία
- ουρική αρθρίτιδα
- υπονατριαιμία
- υποκαλιαιμία
- υποχλωραιμία
- υπερασβεστιαιμία
- υπομαγνησιαιμία
- υπερχοληστερολαιμία
- υπερτριγλυκεριδαιμία
- νεφρική δυσλειτουργία
- διάμεση νεφρίτιδα
- οξεία νεφρική ανεπάρκεια
- πνευμονίτιδα
- πνευμονικό οίδημα
- φωτοευαισθησία
- εξάνθημα
- αγγειίτιδα
- τοξική επιδερμική νέκρωση
- συστηματικός ερυθηματώδης λύκος
- μυϊκοί σπασμοί
- αδυναμία
- σεξουαλική δυσλειτουργία και/ή αλλαγές στη γενετήσια ορμή
- πυρετός
- αναφυλακτικές αντιδράσεις
Λεπτομέρειες κατά συχνότητα expand_more
-
ΣυχνέςανησυχίαΨυχιατρικές διαταραχές
-
ΣυχνέςαϋπνίαΨυχιατρικές διαταραχές
-
ΣυχνέςκατάθλιψηΨυχιατρικές διαταραχές
-
Όχι συχνέςάγχοςΨυχιατρικές διαταραχές
-
Όχι συχνέςνευρικότηταΨυχιατρικές διαταραχές
-
ΣυχνέςζάληΔιαταραχές του νευρικού συστήματος
-
ΣυχνέςκεφαλαλγίαΔιαταραχές του νευρικού συστήματος
-
ΣυχνέςνευραλγίαΔιαταραχές του νευρικού συστήματος
-
ΣυχνέςπαραισθησίαΔιαταραχές του νευρικού συστήματος
-
ΣυχνέςκόπωσηΔιαταραχές του νευρικού συστήματος
-
Όχι συχνέςαρρυθμίαΚαρδιακές διαταραχές
-
Πολύ σπάνιεςυπόταση, συμπεριλαμβανομένης της ορθοστατικής υπότασηςΑγγειακές διαταραχές
-
ΣυχνέςβρογχίτιδαΔιαταραχές του αναπνευστικού συστήματος, του θώρακα και του μεσοθωρακίου
-
Όχι συχνέςβήχαςΔιαταραχές του αναπνευστικού συστήματος, του θώρακα και του μεσοθωρακίου
-
Όχι συχνέςεπίσταξηΔιαταραχές του αναπνευστικού συστήματος, του θώρακα και του μεσοθωρακίου
-
Όχι συχνέςφαρυγγίτιδαΔιαταραχές του αναπνευστικού συστήματος, του θώρακα και του μεσοθωρακίου
-
Όχι συχνέςρινίτιδαΔιαταραχές του αναπνευστικού συστήματος, του θώρακα και του μεσοθωρακίου
-
Όχι συχνέςλοίμωξη του ανωτέρου αναπνευστικού συστήματοςΔιαταραχές του αναπνευστικού συστήματος, του θώρακα και του μεσοθωρακίου
-
Συχνέςκοιλιακό άλγοςΔιαταραχές του γαστρεντερικού συστήματος
-
Όχι συχνέςγαστρεντερίτιδαΔιαταραχές του γαστρεντερικού συστήματος
-
Όχι συχνέςναυτίαΔιαταραχές του γαστρεντερικού συστήματος
-
Όχι συχνέςεξάνθημαΔιαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
-
Πολύ σπάνιεςκνησμόςΔιαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
-
ΣυχνέςοστεοαρθρίτιδαΔιαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και του συνδετικού ιστού
-
ΣυχνέςοσφυαλγίαΔιαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και του συνδετικού ιστού
-
Όχι συχνέςαρθραλγίαΔιαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και του συνδετικού ιστού
-
Όχι συχνέςαρθρίτιδαΔιαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και του συνδετικού ιστού
-
ΣυχνέςλευκωματινουρίαΔιαταραχές των νεφρών και των ουροφόρων οδών
-
Συχνέςλοιμώξεις των ουροφόρων οδώνΔιαταραχές των νεφρών και των ουροφόρων οδών
-
Όχι συχνέςοίδημα περιφερικόΓενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
-
Όχι συχνέςπυρεξίαΓενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
-
Όχι συχνέςξηροστομίαΓενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
-
Όχι συχνέςυπερβολική εφίδρωσηΓενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
-
Συχνέςαυξημένες τρανσαμινάσες ορούΕργαστηριακά ευρήματα
-
ΣυχνέςυπερκαλιαιμίαΕργαστηριακά ευρήματα
-
ΣυχνέςυπεργλυκαιμίαΕργαστηριακά ευρήματα
-
ΣυχνέςλευκοκυττάρωσηΕργαστηριακά ευρήματα
-
1,2%δύσπνοιαΕπροσαρτάνη
-
0,9%σημαντική αύξηση στα επίπεδα καλίου του ορούΕπροσαρτάνη
-
1,2%ΥπερτριγλυκεριδαιμίαΕπροσαρτάνη
-
Συχνάθωρακικό άλγοςΕπροσαρτάνη
-
Συχνάαίσθημα παλμώνΕπροσαρτάνη
-
Σπάνιεςαύξηση του επιπέδου της ουρίας στον ορόΕπροσαρτάνη
-
ΣπάνιαΑυξήσεις των τιμών της ηπατικής λειτουργίαςΕπροσαρτάνη
-
ΣπάνιαΚεφαλαλγίαΕπροσαρτάνη
-
ΣπάνιαζάληΕπροσαρτάνη
-
ΣπάνιαανησυχίαΕπροσαρτάνη
-
Σπάνιαδερματικές επιδράσεις (εξάνθημα, κνησμός, κνίδωση)Επροσαρτάνη
-
Πολύ σπάνιαΥπόταση, συμπεριλαμβανομένης της ορθοστατικήςΕπροσαρτάνη
-
Πολύ σπάνιαοίδημα προσώπου και/ή αγγειοοίδημαΕπροσαρτάνη
-
Όχι προσδιορισμένηαπώλεια όρεξηςΥδροχλωροθειαζίδη
-
Όχι προσδιορισμένηερεθισμός του στομάχουΥδροχλωροθειαζίδη
-
Όχι προσδιορισμένηέμετοςΥδροχλωροθειαζίδη
-
Όχι προσδιορισμένηκοιλιακές κράμπεςΥδροχλωροθειαζίδη
-
Όχι προσδιορισμένηδιάρροιαΥδροχλωροθειαζίδη
-
Όχι προσδιορισμένηδυσκοιλιότηταΥδροχλωροθειαζίδη
-
Όχι προσδιορισμένηίκτερος (ενδοηπατική χολόσταση)Υδροχλωροθειαζίδη
-
Όχι προσδιορισμένηπαγκρεατίτιδαΥδροχλωροθειαζίδη
-
Όχι προσδιορισμένηυπνηλίαΥδροχλωροθειαζίδη
-
Όχι προσδιορισμένηδιαταραχές όρασηςΥδροχλωροθειαζίδη
-
Όχι προσδιορισμένηδιαταραχές ύπνουΥδροχλωροθειαζίδη
-
Όχι προσδιορισμένηυπόταση, συμπεριλαμβανομένης της ορθοστατικήςΥδροχλωροθειαζίδη
-
Όχι προσδιορισμένηλευκοπενίαΥδροχλωροθειαζίδη
-
Όχι προσδιορισμένηακοκκιοκυτταραιμίαΥδροχλωροθειαζίδη
-
Όχι προσδιορισμένηθρομβοπενίαΥδροχλωροθειαζίδη
-
Όχι προσδιορισμένηαπλαστική αναιμίαΥδροχλωροθειαζίδη
-
Όχι προσδιορισμένηαιμολυτική αναιμίαΥδροχλωροθειαζίδη
-
Όχι προσδιορισμένηυπεργλυκαιμίαΥδροχλωροθειαζίδη
-
Όχι προσδιορισμένηυπερουριχαιμίαΥδροχλωροθειαζίδη
-
Όχι προσδιορισμένηουρική αρθρίτιδαΥδροχλωροθειαζίδη
-
Όχι προσδιορισμένηυπονατριαιμίαΥδροχλωροθειαζίδη
-
Όχι προσδιορισμένηυποκαλιαιμίαΥδροχλωροθειαζίδη
-
Όχι προσδιορισμένηυποχλωραιμίαΥδροχλωροθειαζίδη
-
Όχι προσδιορισμένηυπερασβεστιαιμίαΥδροχλωροθειαζίδη
-
Όχι προσδιορισμένηυπομαγνησιαιμίαΥδροχλωροθειαζίδη
-
Όχι προσδιορισμένηυπερχοληστερολαιμίαΥδροχλωροθειαζίδη
-
Όχι προσδιορισμένηυπερτριγλυκεριδαιμίαΥδροχλωροθειαζίδη
-
Όχι προσδιορισμένηνεφρική δυσλειτουργίαΥδροχλωροθειαζίδη
-
Όχι προσδιορισμένηδιάμεση νεφρίτιδαΥδροχλωροθειαζίδη
-
Όχι προσδιορισμένηοξεία νεφρική ανεπάρκειαΥδροχλωροθειαζίδη
-
Όχι προσδιορισμένηπνευμονίτιδαΥδροχλωροθειαζίδη
-
Όχι προσδιορισμένηπνευμονικό οίδημαΥδροχλωροθειαζίδη
-
Όχι προσδιορισμένηφωτοευαισθησίαΥδροχλωροθειαζίδη
-
Όχι προσδιορισμένηεξάνθημαΥδροχλωροθειαζίδη
-
Όχι προσδιορισμένηαγγειίτιδαΥδροχλωροθειαζίδη
-
Όχι προσδιορισμένητοξική επιδερμική νέκρωσηΥδροχλωροθειαζίδη
-
Όχι προσδιορισμένησυστηματικός ερυθηματώδης λύκοςΥδροχλωροθειαζίδη
-
Όχι προσδιορισμένημυϊκοί σπασμοίΥδροχλωροθειαζίδη
-
Όχι προσδιορισμένηαδυναμίαΥδροχλωροθειαζίδη
-
Όχι προσδιορισμένησεξουαλική δυσλειτουργία και/ή αλλαγές στη γενετήσια ορμήΥδροχλωροθειαζίδη
-
Όχι προσδιορισμένηπυρετόςΥδροχλωροθειαζίδη
-
Όχι προσδιορισμένηαναφυλακτικές αντιδράσειςΥδροχλωροθειαζίδη
pregnant_woman
SPC-EPRATENZ PLUS
Κύηση / γαλουχία
Επίπεδο κινδύνου: Αντενδείκνυται
expand_more
Κύηση / γαλουχία
-
ΚύησηΑποφεύγεταιΓια προληπτικούς λόγους το EPRATENZ PLUS δεν θα πρέπει να χρησιμοποιείται κατά το πρώτο τρίμηνο της κύησης. Εάν διαπιστωθεί εγκυμοσύνη, το EPRATENZ PLUS πρέπει να διακοπεί το ταχύτερο δυνατόν. Η χρήση EPRATENZ PLUS αντενδείκνυται κατά το δεύτερο και κατά το τρίτο τρίμηνο της εγκυμοσύνης.
-
ΓαλουχίαΑντενδείκνυταιΔεν είναι γνωστό αν η επροσαρτάνη απεκκρίνεται στο μητρικό γάλα. Η υδροχλωροθειαζίδη απεκκρίνεται στο μητρικό γάλα. Εξ’ αιτίας της πιθανότητας εκδήλωσης ανεπιθύμητων δράσεων στο νεογνό που θηλάζει, το EPRATENZ PLUS αντενδείκνυται κατά τη διάρκεια της γαλουχίας και πρέπει να ληφθεί απόφαση διακοπής είτε του θηλασμού είτε του φαρμάκου, λαμβάνοντας υπ’ όψιν την σημασία της αγωγής για τη μητέρα.
neurology
DrugBank
Μηχανισμός δράσης
expand_more
Μηχανισμός δράσης
monitor_heart
SPC-EPRATENZ PLUS
Φαρμακοδυναμική
expand_more
Φαρμακοδυναμική
biotech
SPC-EPRATENZ PLUS
Φαρμακοκινητική
expand_more
Φαρμακοκινητική
Επροσαρτάνη Η απόλυτη βιοδιαθεσιμότητα της επροσαρτάνης μετά την από του στόματος χορήγηση είναι περίπου 13%. Οι μέγιστες συγκεντρώσεις επροσαρτάνης στο πλάσμα παρατηρούνται σε 1-2 ώρες από τη χορήγηση της δόσης σε κατάσταση νηστείας. Ο τελικός χρόνος…
hub
PubChem
Μεταβολισμός
expand_more
Μεταβολισμός
bloodtype
PubChem
Απέκκριση
expand_more
Απέκκριση
Σκευάσματα & Τιμολόγηση
Μονογραφίες Πηγών
Αναλυτικό περιεχόμενο ανά πηγή για τεκμηρίωση και έλεγχο
medication
Δοσολογία
SPC-EPRATENZ PLUS
expand_more
Δοσολογία
Η συνιστώμενη δόση είναι ένα δισκίο EPRATENZ PLUS 600 mg/12,5 mg μία φορά την ημέρα, που θα πρέπει να λαμβάνεται το πρωί. Η μετάβαση από τη μονοθεραπεία με επροσαρτάνη στον σταθερό συνδυασμό μπορεί να αξιολογηθεί μετά από 8 εβδομάδες από την σταθεροποίηση της αρτηριακής πίεσης. Το EPRATENZ PLUS 600 mg/12,5 mg μπορεί να λαμβάνεται με ή χωρίς τροφή.
Ηλικιωμένοι
Δεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης στους ηλικιωμένους, παρ’ ότι διατίθενται περιορισμένες πληροφορίες για τον πληθυσμό αυτόν.
Παιδιά
Επειδή η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα της χορηγήσεως στα παιδιά δεν έχουν καθιερωθεί, δεν συνιστάται αγωγή με EPRATENZ PLUS 600 mg/12,5 mg σε παιδιά και εφήβους κάτω των 18 ετών.
Ηπατική δυσλειτουργία
Δεν συνιστάται η χρήση του EPRATENZ PLUS σε ασθενείς με ήπια έως μέτρια ηπατική δυσλειτουργία, καθώς σε αυτή την ομάδα ασθενών υπάρχει επί του παρόντος περιορισμένη μόνον εμπειρία με την eprosartan mesylate. Σε ασθενείς με σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία το EPRATENZ PLUS αντενδείκνυται (βλ. Παραγράφους 4.3 και 4.4).
Νεφρική δυσλειτουργία
Στους ασθενείς με ήπια έως μέτρια νεφρική δυσλειτουργία (κάθαρση κρεατινίνης > 30 ml/min) δεν είναι αναγκαία η προσαρμογή της δόσης. Το EPRATENZ PLUS αντενδείκνυται σε ασθενείς με σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία (βλ. Παραγράφους 4.3 και 4.4).
block
Αντενδείξεις
SPC-EPRATENZ PLUS
expand_more
Αντενδείξεις
- Ιστορικό υπερευαισθησίας στην επροσαρτάνη, σε παράγωγα σουλφοναμίδης (όπως η υδροχλωροθειαζίδη), ή σε οποιοδήποτε από τα έκδοχα.
- Δεύτερο και τρίτο τρίμηνο της κύησης (βλ. Δοσολογία).
- Γαλουχία.
- Σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία.
- Σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία (κάθαρση κρεατινίνης < 30 ml/min)
- Ανθεκτική σε θεραπεία υποκαλιαιμία ή υπερασβεστιαιμία.
- Χολόσταση και αποφρακτικές διαταραχές των χοληφόρων.
- Ανθεκτική στη θεραπεία υπονατριαιμία.
- Συμπτωματική υπερουριχαιμία / ουρική αρθρίτιδα.
warning
Προειδοποιήσεις
SPC-EPRATENZ PLUS
expand_more
Προειδοποιήσεις
Επροσαρτάνη
Νεφραγγειακή υπέρταση Σε ασθενείς με αγγειακό τόνο και νεφρική λειτουργία που εξαρτάται κυρίως από τη δράση του συστήματος ρενίνης-αγγειοτασίνης-αλδοστερόνης, π.χ. σε ασθενείς με μονόπλευρη ή αμφοτερόπλευρη στένωση της νεφρικής αρτηρίας και λειτουργικά μονήρη νεφρό, η νεφρική λειτουργία πρέπει να παρακολουθείται στενά, διότι στους ασθενείς αυτούς υπάρχει αυξημένος κίνδυνος για σοβαρή υπόταση και νεφρική ανεπάρκεια.
Υπερκαλιαιμία Κατά τη διάρκεια αγωγής μαζί με άλλα φαρμακευτικά προϊόντα που επηρεάζουν το σύστημα ρενίνης-αγγειοτασίνης-αλδοστερόνης μπορεί να σημειωθεί υπερκαλιαιμία, ειδικά όταν υπάρχει νεφρική δυσλειτουργία και / ή καρδιακή ανεπάρκεια. Συνιστάται προσοχή στη χορήγηση και τακτική παρακολούθηση του καλίου στον ορό και την οξεοβασική ισορροπία σε ασθενείς που κινδυνεύουν να αναπτύξουν υπερκαλιαιμία: ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία, σακχαρώδη διαβήτη, συγχορήγηση καλιοσυντηρητικών διουρητικών, συμπληρωμάτων καλίου, υποκαταστάτων άλατος που περιέχουν κάλιο ή άλλων φαρμακευτικών προϊόντων που μπορεί να οδηγήσουν σε αύξηση του καλίου στον ορό του αίματος (βλ. Αλληλεπιδράσεις).
Στένωση της αορτικής και της μιτροειδούς βαλβίδας, αποφρακτική υπερτροφική μυοκαρδιοπάθεια Όπως συμβαίνει και με άλλα αγγειοδιασταλτικά, οι ασθενείς με στένωση της αορτικής ή της μιτροειδούς βαλβίδας ή με αποφρακτική υπερτροφική μυοκαρδιοπάθεια πρέπει να αντιμετωπίζονται με προσοχή.
Πρωτοπαθής υπεραλδοστερονισμός Οι ασθενείς με πρωτοπαθή υπεραλδοστερονισμό δεν αποκρίνονται επαρκώς σε αντιυπερτασικά που δρουν μέσω της αναστολής του συστήματος ρενίνης-αγγειοτασίνης- αλδοστερόνης και, κατά συνέπεια, δεν συνιστάται αγωγή με EPRATENZ PLUS 600 mg/12,5 mg.
Γενικές πληροφορίες Σε ασθενείς των οποίων ο αγγειακός τόνος και η νεφρική λειτουργία εξαρτώνται κυρίως από τη δράση του συστήματος ρενίνης-αγγειοτασίνης-αλδοστερόνης (π.χ. ασθενείς με σοβαρή καρδιακή ανεπάρκεια ή υπάρχουσα νεφρική πάθηση συμπεριλαμβανομένης της στένωσης της νεφρικής αρτηρίας) η αγωγή με έναν αναστολέα-ΜΕΑ ή έναν ανταγωνιστή των υποδοχέων της Αγγειοτασίνης-ΙΙ θα επηρεάσει το σύστημα αυτό με εκδήλωση οξείας υπότασης (οξέος υποτασικού επεισοδίου), ουραιμίας, ολιγουρίας και σπανίως οξείας νεφρικής ανεπάρκειας. Όπως παρατηρήθηκε για όλους τους αναστολείς-ΜΕΑ και τους ανταγωνιστές των υποδοχέων της Αγγειοτασίνης-ΙΙ, η επροσαρτάνη είναι εμφανώς λιγότερο αποτελεσματική στη μείωση της αρτηριακής πιέσεως σε άτομα της μαύρης φυλής σε σχέση με άτομα των άλλων φυλών. Όπως συμβαίνει με όλους τους αντιυπερτασικούς παράγοντες, υπερβολική μείωση της αρτηριακής πιέσεως σε ασθενείς με ισχαιμική μυοκαρδιοπάθεια ή ισχαιμικό αγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιο, μπορεί να προκαλέσει έμφραγμα του μυοκαρδίου ή εγκεφαλικό επεισόδιο.
Υδροχλωροθειαζίδη
Νεφρική δυσλειτουργία και μεταμόσχευση νεφρού Σε ασθενείς με μειωμένη νεφρική λειτουργία, συνιστάται τακτικός έλεγχος των επιπέδων του καλίου, της κρεατινίνης και του ουρικού οξέος στον ορό. Σε ασθενείς με επιβαρημένη νεφρική λειτουργία μπορεί να εκδηλωθεί ουραιμία σχετιζόμενη με την υδροχλωροθειαζίδη.
Ηπατική δυσλειτουργία Επειδή η υδροχλωροθειαζίδη μπορεί να προκαλέσει ενδοηπατική χολόσταση πρέπει να χορηγείται με προσοχή μόνον σε ασθενείς με ελαφρά έως μέτρια ηπατική ανεπάρκεια. Μεταβολές στην ισορροπία υγρών και ηλεκτρολυτών μπορεί να επισπεύσουν την εμφάνιση ηπατικού κώματος.
Μεταβολικές και ενδοκρινικές διαταραχές Η υδροχλωροθειαζίδη μπορεί να επηρεάσει την ανοχή στη γλυκόζη και κατά συνέπεια μπορεί να απαιτήσει προσαρμογή της δόσης της αντιδιαβητικής αγωγής. Κατά τη διάρκεια της αγωγής με EPRATENZ PLUS 600 mg/12,5 mg μπορεί να εκδηλωθεί λανθάνων διαβήτης. Σε δοσολογία 12,5 mg υδροχλωροθειαζίδης, ποσότητα που περιέχεται στο EPRATENZ PLUS 600 mg/12,5 mg, παρατηρήθηκαν μόνο ήπιες μεταβολικές και ενδοκρινικές διαταραχές (αύξηση της χοληστερόλης και των τριγλυκεριδίων του ορού). Σε ορισμένους ασθενείς η θεραπεία με υδροχλωροθειαζίδη μπορεί να προκαλέσει υπερουριχαιμία ή ουρική αρθρίτιδα. Σε ασθενείς με επιβαρημένη νεφρική λειτουργία μπορεί να εκδηλωθεί ουραιμία σχετιζόμενη με την υδροχλωροθειαζίδη.
Διαταραχή της ισορροπίας των ηλεκτρολυτών Η υδροχλωροθειαζίδη μπορεί να προκαλέσει διαταραχή της ισορροπίας των υγρών ή των ηλεκτρολυτών (υποκαλιαιμία, υπονατριαιμία, υπερασβεστιαιμία, υπομαγνησιαιμία και υποχλωραιμική αλκάλωση). Όπως για κάθε ασθενή που λαμβάνει αγωγή με διουρητικά, πρέπει να εξετάζεται το ενδεχόμενο περιοδικού καθορισμού των ηλεκτρολυτών του ορού. Τα θειαζιδικά διουρητικά μπορεί να μειώσουν την νεφρική απέκκριση ασβεστίου και προσωρινά να προκαλέσουν αύξηση του επιπέδου του ασβεστίου του ορού, ακόμη και σε ασθενείς χωρίς ιστορικό διαταραχών στο μεταβολισμό του ασβεστίου. Η έκδηλη υπερασβεστιαιμία μπορεί να είναι το πρώτο σύμπτωμα ενός λανθάνοντα υπερπαραθυρεοειδισμού. Τα θειαζιδικά διουρητικά πρέπει να διακόπτονται πριν τον έλεγχο της παραθυρεοειδικής λειτουργίας. Τα θειαζιδικά διουρητικά αυξάνουν την απέκκριση μαγνησίου με τα ούρα. Αυτό μπορεί να οδηγήσει σε υπομαγνησιαιμία. Αντιδράσεις υπερευαισθησίας στην υδροχλωροθειαζίδη μπορεί να παρατηρηθούν σε ασθενείς με ή χωρίς ιστορικό αλλεργίας ή βρογχικού άσθματος, αλλά είναι πιθανότερες σε ασθενείς με τέτοιο ιστορικό. Τα θειαζιδικά διουρητικά είναι πιθανόν να επιδεινώσουν ή να ενεργοποιήσουν συστημικό ερυθηματώδη λύκο. Η υδροχλωροθειαζίδη μπορεί να οδηγήσει την δοκιμασία ανίχνευσης αναβολικών ουσιών σε (ψευδώς) θετικό αποτέλεσμα.
Συνδυασμός Επροσαρτάνης / Υδροχλωροθειαζίδης
Νεφρική δυσλειτουργία και μεταμόσχευση νεφρού Το EPRATENZ PLUS 600 mg/12,5 mg δεν πρέπει να χορηγείται σε ασθενείς με σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία (με κάθαρση κρεατινίνης < 30 ml/min - βλ. επίσης Αντενδείξεις). Δεν υπάρχει εμπειρία με το EPRATENZ PLUS 600 mg/12,5 mg σε ασθενείς με μεταμόσχευση νεφρού.
Λίθιο Όπως και με άλλα φαρμακευτικά προϊόντα που περιέχουν συνδυασμό ανταγωνιστών της αγγειοτασίνης II και θειαζίδης, η συγχορήγηση του EPRATENZ PLUS με λίθιο δεν συνιστάται (βλ. Αλληλεπιδράσεις).
Ηπατική δυσλειτουργία Το EPRATENZ PLUS 600 mg/12,5 mg αντενδείκνυται σε σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία (βλ. Αντενδείξεις).
Υπόταση Συμπτωματική υπόταση μπορεί να παρατηρηθεί σε ασθενείς με υπονατριαιμία ή υποογκαιμία, π.χ. ως αποτέλεσμα υψηλών δόσεων διουρητικών, δίαιτας με περιορισμό άλατος, διάρροιας ή εμέτου. Η υπονατριαιμία και/ή η υποογκαιμία πρέπει να αντιμετωπιστούν πριν την έναρξη αγωγής με EPRATENZ PLUS 600 mg/12,5 mg.
Δυσανεξία στη γαλακτόζη Ασθενείς με σπάνια κληρονομικά προβλήματα δυσανεξίας στη γαλακτόζη, ανεπάρκειας Lapp λακτάσης ή δυσαπορρόφησης γλυκόζης-γαλακτόζης, δεν πρέπει να λαμβάνουν αυτό το φαρμακευτικό προϊόν.
swap_horiz
Αλληλεπιδράσεις
SPC-EPRATENZ PLUS
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
Πιθανές αλληλεπιδράσεις που σχετίζονται και με την επροσαρτάνη και την υδροχλωροθειαζίδη:
Δεν συνιστάται η ταυτόχρονη χρήση
- Λιθίου: Έχουν αναφερθεί αναστρέψιμες αυξήσεις στις συγκεντρώσεις του λιθίου στον ορό και τοξικότητα κατά την διάρκεια ταυτόχρονης χορήγησης λιθίου με αναστολείς του μετατρεπτικού ενζύμου της αγγειοτασίνης και, σπάνια, με ανταγωνιστές της αγγειοτασίνης ΙΙ. Επιπρόσθετα, η νεφρική κάθαρση του λιθίου μειώνεται από τις θειαζίδες και συνεπώς μπορεί να αυξηθεί ο κίνδυνος τοξικότητας από το λίθιο. Επομένως, δεν συνιστάται η χρήση του EPRATENZ PLUS σε συνδυασμό με λίθιο (βλ. παράγραφο 4.4). Εάν η χρήση του συνδυασμού αποδειχθεί απαραίτητη, συνιστάται προσεχτική παρακολούθηση των επιπέδων του λιθίου στον ορό.
Χρήζει προσοχής η ταυτόχρονη χρήση
- Βακλοφαίνης: Μπορεί να υπάρξει ενίσχυση του αντιυπερτασικού αποτελέσματος.
- Μη-στεροειδών αντιφλεγμονώδη φαρμακευτικά προϊόντα (ΜΣΑΦ): Τα ΜΣΑΦ [π.χ. ακετυλoσαλικυλικό οξύ (>3 g/ημέρα), αναστολείς COX-2 και μη-εκλεκτικά ΜΣΑΦ] μπορεί να ελαττώσουν την αντιυπερτασική δράση των θειαζιδικών διουρητικών και των ανταγωνιστών της αγγειοτασίνης ΙΙ. Σε κάποιους ασθενείς με ελαττωμένη νεφρική λειτουργία (π.χ. αφυδατωμένους ασθενείς ή ηλικιωμένους ασθενείς με ελαττωμένη νεφρική λειτουργία) η συγχορήγηση ανταγωνιστών της αγγειοτασίνης ΙΙ και παραγόντων που αναστέλλουν την κυκλο- οξυγενάση, μπορεί να οδηγήσει σε περαιτέρω επιδείνωση της νεφρικής λειτουργίας, συμπεριλαμβανομένης πιθανής - συνήθως αναστρέψιμης - οξείας νεφρικής ανεπάρκειας. Επομένως, ο συνδυασμός θα πρέπει να χορηγείται με προσοχή, κυρίως στους ηλικιωμένους. Οι ασθενείς θα πρέπει να ενυδατώνονται επαρκώς και θα πρέπει να δίνεται προσοχή στην παρακολούθηση της νεφρικής λειτουργίας τόσο κατά την έναρξη της αγωγής του συνδυασμού όσο και περιοδικά στη συνέχειά της.
Πρέπει να λαμβάνεται υπ’όψη η ταυτόχρονη χρήση
- Αμιφοστίνη: Μπορεί να υπάρξει ενίσχυση του αντιυπερτασικού αποτελέσματος.
- Άλλα αντιυπερτασικά φάρμακα: To αντιυπερτασικό αποτέλεσμα του EPRATENZ PLUS μπορεί να ενισχυθεί με ταυτόχρονη χρήση άλλων αντιυπερτασικών φαρμακευτικών προϊόντων.
- Αλκοόλη, βαρβιτουρικά, ναρκωτικά ή αντικαταθλιπτικά: Μπορεί να υπάρξει ενίσχυση της ορθοστατικής υπότασης.
Πιθανές αλληλεπιδράσεις που σχετίζονται με την επροσαρτάνη:
Δεν συνιστάται η ταυτόχρονη χρήση
- Φαρμακευτικά προϊόντα που επηρεάζουν τα επίπεδα καλίου: Με βάση την εμπειρία με χρήση άλλων φαρμακευτικών προϊόντων που επηρεάζουν το σύστημα ρενίνης-αγγειοτασίνης, η ταυτόχρονη χρήση καλιοσυντηρητικών διουρητικών, συμπληρωμάτων καλίου, υποκαταστάτων άλατος που περιέχουν κάλιο ή άλλων φαρμακευτικών προϊόντων που μπορεί να αυξήσουν τα επίπεδα καλίου στον ορό (π.χ. ηπαρίνη, αναστολείς ΜΕΑ) μπορεί να οδηγήσει σε αύξηση του καλίου στον ορό. Εάν πρόκειται να συνταγογραφηθούν σε συνδυασμό με EPRATENZ PLUS και φαρμακευτικά προϊόντα που επηρεάζουν τα επίπεδα καλίου, τότε συνιστάται η παρακολούθηση των επιπέδων καλίου στο πλάσμα (βλ. παράγραφο 4.4).
Πιθανές αλληλεπιδράσεις που σχετίζονται με την υδροχλωροθειαζίδη:
Δεν συνιστάται η ταυτόχρονη χρήση
- Φαρμακευτικά προϊόντα που επηρεάζουν τα επίπεδα καλίου: Η δράση της υδροχλωροθειαζίδης στην έκπλυση του καλίου μπορεί να ενισχυθεί με την συγχορήγηση άλλων φαρμακευτικών προϊόντων που σχετίζονται με απώλεια καλίου και υποκαλιαιμία (π.χ. άλλα καλιουρητικά διουρητικά, καθαρτικά, κορτικοστεροειδή, ACTH, αμφοτερικίνη, καρβενοξολόνη, πενικιλλίνη G, παράγωγα του νατρίου ή του σαλικυλικού οξέος). Επομένως, δεν συνιστάται τέτοια συγχορήγηση (βλ. παράγραφο 4.4).
Χρήζει προσοχής η ταυτόχρονη χρήση
- Αλάτα ασβεστίου: Τα θειαζιδικά διουρητικά μπορεί να προκαλέσουν αύξηση των επιπέδων του ασβεστίου του ορού, λόγω μειωμένης απέκκρισης. Αν πρέπει να συνταγογραφηθούν συμπληρώματα ασβεστίου, τότε πρέπει να προσαρμόζεται κατάλληλα η δοσολογία τους και να παρακολουθούνται τα επίπεδα του ασβεστίου του ορού.
- Ρητίνες χολεστυραμίνης και κολεστιπόλης: Η απορρόφηση της υδροχλωροθειαζίδης ελαττώνεται από την παρουσία ανιονικών ιοντοανταλλακτικών ρητίνων.
- Καρδιακές γλυκοσίδες: Η υποκαλιαιμία ή υπομαγνησιαιμία που προκαλούνται από τη θειαζίδη, μπορεί να ευνοούν την εμφάνιση καρδιακής αρρυθμίας που προκαλείται από τη δακτυλίτιδα.
- Φαρμακευτικά προϊόντα που επηρεάζονται από τις διαταραχές του καλίου στον ορό: Καθώς η υποκαλιαιμία αποτελεί προδιαθεσικό παράγοντα για κοιλιακή ταχυκαρδία δίκην ριπιδίου (torsades de pointes), συνιστώνται περιοδικά έλεγχος του καλίου στον ορό και ηλεκτροκαρδιογράφημα, όταν το EPRATENZ PLUS χορηγείται μαζί με φάρμακα που επηρεάζονται από τις διαταραχές του καλίου στον ορό (π.χ. γλυκοσίδες της δακτυλίτιδας και αντιαρρυθμικά) καθώς και με τα κάτωθι φάρμακα που επάγουν κοιλιακή ταχυκαρδία δίκην ριπιδίου (τα οποία συμπεριλαμβάνουν κάποια αντιαρρυθμικά):
- Αντιαρρυθμικά τάξης Ia (π.χ. κινιδίνη, υδροκινιδίνη, δισοπυραμίδη).
- Αντιαρρυθμικά τάξης ΙΙΙ (π.χ. αμιωδαρόνη, σοταλόλη, δοφετιλίδη, ιμπουτιλίδη)
- Ορισμένα αντιψυχωσικά (π.χ. θειοριδαζίνη, χλωροπρομαζίνη, λεβομεπρομαζίνη, τριφθοριοπεραζίνη, κυαμεμαζίνη, σουλπιρίδη, σουλτοπρίδη, αμισουλπρίδη, τιαπρίδη, πιμοζίδη, αλοπεριδόλη, δροπεριδόλη).
- Άλλα (π.χ. βεπριδίλη, σισαπρίδη, διφαιμανίλη, ερυθρομυκίνη IV, αλοφαντρίνη, μιζολαστίνη, πενταμιδίνη, τερφεναδίνη, βινκαμίνη IV).
- Μη-αποπολωτικά μυοχαλαρωτικά των σκελετικών μυών (π.χ. τουβοκουραρίνη): Η δράση των μη-αποπολωτικών μυοχαλαρωτικών των σκελετικών μυών μπορεί να ενισχυθεί από την υδροχλωροθειαζίδη.
- Αντιχολινεργικοί παράγοντες (π.χ. ατροπίνη, βιπεριδένη): Αύξηση της βιοδιαθεσιμότητας των διουρητικών τύπου θειαζίδης με μείωση της γαστρεντερικής κινητικότητας και του ρυθμού των γαστρικών κενώσεων.
- Αντιδιαβητικά φάρμακα (χορηγούμενων από του στόματος και ινσουλίνης): Η αγωγή με θειαζίδη μπορεί να επηρεάσει την ανοχή στη γλυκόζη. Μπορεί να απαιτηθεί προσαρμογή της δόσης του αντιδιαβητικού φαρμακευτικού ιδιοσκευάσματος (βλ. παράγραφο 4.4).
- Μετφορμίνης: Η μετφορμίνη πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή εξαιτίας του κινδύνου γαλακτικής οξέωσης προκαλούμενη από πιθανή λειτουργική νεφρική ανεπάρκεια που σχετίζεται με την υδροχλωροθειαζίδη.
- β-αποκλειστές και διαζοξείδη: Η υπεργλυκαιμική δράση των β-αποκλειστών και της διαζοξείδης μπορεί να αυξηθεί από τη θειαζίδη.
- Αμινών που αυξάνουν την αρτηριακή πίεση (π.χ. νοραδρεναλίνη): Η δράση των αμινών που αυξάνουν την αρτηριακή πίεση μπορεί να ελαττωθεί.
- Φαρμακευτικά προϊόντα που χρησιμοποιούνται σε αγωγή για την ουρική αρθρίτιδα (προβενεσίδη, σουλφινπυραζόνη και αλλοπουρινόλη): Η προσαρμογή της δόσης των ουρικοζουρικών φαρμακευτικών προϊόντων ίσως να είναι απαραίτητη, καθώς η υδροχλωροθειαζίδη μπορεί να αυξήσει το επίπεδο του ουρικού οξέος του ορού. Μπορεί να είναι αναγκαία, επίσης, η αύξηση της δόσης της προβενεσίδης ή της σουλφινπυραζόνης. Η συγχορήγηση ενός θειαζιδικού μπορεί να αυξήσει την συχνότητα εμφάνισης αντιδράσεων υπερευαισθησίας στην αλλοπουρινόλη.
- Αμανταδίνη: Οι θειαζίδες μπορεί να αυξήσουν το κίνδυνο των ανεπιθυμήτων ενεργειών που προκαλούνται από την αμανταδίνη.
- Κυτταροτοξικές ουσίες (π.χ. κυκλοφωσφαμίδη και μεθοτρεξάτη): Οι θειαζίδες μπορεί να μειώσουν την νεφρική απέκκριση κυτταροτοξικών φαρμακευτικών προϊόντων και να ενισχύσουν τα μυελοκατασταλτικά αποτελέσματά τους.
- Τετρακυκλίνες: Ταυτόχρονη χορήγηση τετρακυκλίνων και θειαζίδων αυξάνει τον κίνδυνο αύξησης της ουρίας εξ’αιτίας της τετρακυκλίνης. Αυτή η αλληλεπίδραση πιθανώς δεν βρίσκει εφαρμογή στην δοξυκυκλίνη.
sick
Ανεπιθύμητες ενέργειες
SPC-EPRATENZ PLUS
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
Σε κλινικές μελέτες ελεγχόμενες με εικονικό φάρμακο, σε 628 ασθενείς εκ των οποίων οι 268 έλαβαν επροσαρτάνη σε συνδυασμό με υδροχλωροθειαζίδη, αναφέρθηκαν οι κάτωθι ανεπιθύμητες επιδράσεις με τις ακόλουθες συχνότητες: πολύ συχνές (>1/10) . συχνές (>1/100, <1/10) . όχι συχνές (>1/1.000, <1/100) . σπάνιες (>1/10.000, <1/1.000) . πολύ σπάνιες (<1/10.000) συμπεριλαμβανομένων των μεμονωμένων αναφορών.
Ψυχιατρικές διαταραχές:
Συχνές: ανησυχία, αϋπνία, κατάθλιψη Όχι συχνές: άγχος, νευρικότητα
Διαταραχές του νευρικού συστήματος:
Συχνές: ζάλη, κεφαλαλγία, νευραλγία, παραισθησία, κόπωση.
Καρδιακές διαταραχές:
Όχι συχνές: αρρυθμία
Αγγειακές διαταραχές:
Πολύ σπάνιες: υπόταση, συμπεριλαμβανομένης της ορθοστατικής υπότασης
Διαταραχές του αναπνευστικού συστήματος, του θώρακα και του μεσοθωρακίου:
Συχνές: βρογχίτιδα. Όχι συχνές: βήχας, επίσταξη, φαρυγγίτιδα, ρινίτιδα, λοίμωξη του ανωτέρου αναπνευστικού συστήματος
Διαταραχές του γαστρεντερικού συστήματος:
Συχνές: κοιλιακό άλγος. Όχι συχνές: γαστρεντερίτιδα, ναυτία
Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού:
Όχι συχνές: εξάνθημα Πολύ σπάνιες: κνησμός
Διαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και του συνδετικού ιστού:
Συχνές: οστεοαρθρίτιδα, οσφυαλγία Όχι συχνές: αρθραλγία, αρθρίτιδα
Διαταραχές των νεφρών και των ουροφόρων οδών:
Συχνές: λευκωματινουρία, λοιμώξεις των ουροφόρων οδών.
Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης:
Όχι συχνές: οίδημα περιφερικό, πυρεξία, ξηροστομία, υπερβολική εφίδρωση
Εργαστηριακά ευρήματα
Συχνές: αυξημένες τρανσαμινάσες ορού, υπερκαλιαιμία, υπεργλυκαιμία, λευκοκυττάρωση
Επροσαρτάνη Τα ακόλουθα ευρήματα παρατηρήθηκαν κατά τη διάρκεια της μονοθεραπείας με επροσαρτάνη: Σε κλινικές μελέτες ελεγχόμενες με εικονικό φάρμακο η συχνότητα των ανεπιθύμητων συμβάντων που παρατηρήθηκαν κατά την αγωγή με επροσαρτάνη ήταν συγκρίσιμη με εκείνη της αγωγής με εικονικό φάρμακο. Οι ανεπιθύμητες ενέργειες ήταν συνήθως ήπιες και παροδικής φύσεως και οδήγησαν σε διακοπή της αγωγής λόγω ανεπιθύμητων αντιδράσεων στο 4,1% των περιστατικών που βρίσκονταν σε αγωγή με επροσαρτάνη έναντι 6,5% των περιστατικών που βρίσκονταν σε αγωγή με εικονικό φάρμακο. Σε ελεγχόμενες κλινικές μελέτες το 1,2% των ασθενών που βρίσκονταν σε αγωγή με επροσαρτάνη ανέφεραν δύσπνοια (0,6% για το εικονικό φάρμακο). Σε κλινικές μελέτες ελεγχόμενες με εικονικό φάρμακο παρατηρήθηκε σημαντική αύξηση στα επίπεδα καλίου του ορού στο 0,9% των ασθενών που ελάμβαναν επροσαρτάνη και στο 0,3% των ασθενών που ελάμβαναν εικονικό φάρμακο. Υπερτριγλυκεριδαιμία παρατηρήθηκε στο 1,2% των ασθενών που ελάμβαναν αγωγή επροσαρτάνης (0% για το εικονικό φάρμακο). Αναφέρθηκε συχνά θωρακικό άλγος και αίσθημα παλμών. Σε σπάνιες περιπτώσεις αναφέρθηκε αύξηση του επιπέδου της ουρίας στον ορό κατά τη διάρκεια της αγωγής με επροσαρτάνη. Αυξήσεις των τιμών της ηπατικής λειτουργίας παρατηρήθηκαν σπάνια αλλά δεν θεωρήθηκε ότι σχετίζονται με την αγωγή επροσαρτάνης. Κεφαλαλγία, ζάλη, ανησυχία και δερματικές επιδράσεις (εξάνθημα, κνησμός, κνίδωση) αναφέρθηκαν σπάνια. Υπόταση, συμπεριλαμβανομένης της ορθοστατικής, οίδημα προσώπου και/ή αγγειοοίδημα αναφέρθηκαν πολύ σπάνια.
Υδροχλωροθειαζίδη Οι ακόλουθες ανεπιθύμητες ενέργειες αναφέρθηκαν σε ασθενείς που έλαβαν αγωγή αποκλειστικά με θειαζιδικά διουρητικά (συμπεριλαμβανομένης της υδροχλωροθειαζίδης), κυρίως σε υψηλότερες δόσεις απ’ ότι με το EPRATENZ PLUS 600 mg/12,5 mg: απώλεια όρεξης, ερεθισμός του στομάχου, ναυτία, έμετος, κοιλιακές κράμπες, διάρροια, δυσκοιλιότητα, ίκτερος (ενδοηπατική χολόσταση), παγκρεατίτιδα, υπνηλία, ζάλη, διαταραχές όρασης, παραισθησία, κεφαλαλγία, ανησυχία, διαταραχές ύπνου, υπόταση, συμπεριλαμβανομένης της ορθοστατικής, αρρυθμία, λευκοπενία, ακοκκιοκυτταραιμία, θρομβοπενία, απλαστική αναιμία, αιμολυτική αναιμία, υπεργλυκαιμία, υπερουριχαιμία, ουρική αρθρίτιδα, υπονατριαιμία, υποκαλιαιμία, υποχλωραιμία, υπερασβεστιαιμία, υπομαγνησιαιμία, υπερχοληστερολαιμία, υπερτριγλυκεριδαιμία, νεφρική δυσλειτουργία, διάμεση νεφρίτιδα, οξεία νεφρική ανεπάρκεια, πνευμονίτιδα, πνευμονικό οίδημα, φωτοευαισθησία, εξάνθημα, αγγειίτιδα, τοξική επιδερμική νέκρωση, συστηματικός ερυθηματώδης λύκος, μυϊκοί σπασμοί, αδυναμία, σεξουαλική δυσλειτουργία και/ή αλλαγές στη γενετήσια ορμή, πυρετός, αναφυλακτικές αντιδράσεις.
pregnant_woman
Κύηση / γαλουχία
SPC-EPRATENZ PLUS
expand_more
Κύηση / γαλουχία
Κύηση:
Για προληπτικούς λόγους το EPRATENZ PLUS δεν θα πρέπει να χρησιμοποιείται κατά το πρώτο τρίμηνο της κύησης. Η αλλαγή στην κατάλληλη εναλλακτική αγωγή θα πρέπει να λάβει χώρα πριν από μία προγραμματισμένη εγκυμοσύνη. Εάν διαπιστωθεί εγκυμοσύνη, το EPRATENZ PLUS πρέπει να διακοπεί το ταχύτερο δυνατόν. Δεν υπάρχει εμπειρία στη χρήση του EPRATENZ PLUS από εγκύους. Από τις μελέτες σε πειραματόζωα με συνδυασμό επροσαρτάνης/υδροχλωροθειαζίδης δεν υπάρχουν ενδέιξεις τερατογόνου επίδρασης. Ωστόσο, η επροσαρτάνη έχει επιδείξει εμβρυοτοξικότητα (βλ. παράγραφο 5.3). Η χρήση EPRATENZ PLUS αντενδείκνυται κατά το δεύτερο και κατά το τρίτο τρίμηνο της εγκυμοσύνης (βλ. παράγραφο 4.3). Κατά το δεύτερο και κατά το τρίτο τρίμηνο της εγκυμοσύνης, οι φαρμακευτικές ουσίες που επενεργούν στο σύστημα ρενίνης-αγγειοτασίνης μπορεί να προκαλέσουν βλάβες (υπόταση, βλάβη της νεφρικής λειτουργίας, ολιγουρία ή/και ανουρία, μείωση του αμνιακού υγρού, κρανιακή υποπλασία, καθυστέρηση ενδομήτριας ανάπτυξης) και να επιφέρουν το θάνατο σε έμβρυα και σε νεογνά. Επίσης, έχουν αναφερθεί περιστατικά πνευμονικής υποπλασίας, δυσμορφιών του προσώπου και συσπάσεις των άκρων. Οι θειαζίδες διαπερνούν τον φραγμό του πλακούντα και εμφανίζονται στο αίμα του ομφάλιου λώρου. Αυτές μπορεί να προκαλέσουν ηλεκτρολυτικές διαταραχές στο έμβρυο και πιθανώς άλλες αντιδράσεις που έχουν σημειωθεί στους ενήλικες. Έχουν αναφερθεί περιστατικά θρομβοπενίας των νεογνών, όπως και περιστατικά ικτέρου των εμβρύων ή των νεογνών μετά από θεραπεία της μητέρας με θειαζίδες. Αν διαπιστωθεί κύηση κατά τη διάρκεια της αγωγής, το EPRATENZ PLUS 600 mg/12,5 mg πρέπει να διακοπεί το συντομότερο δυνατόν και, εφ’ όσον - εν αγνοία - η αγωγή έχει χορηγηθεί επί μακρόν, να ελεγχθούν ηχογραφικά η κρανιακή και νεφρική λειτουργία του εμβρύου (βλ. παράγραφο 4.3).
Γαλουχία:
Δεν είναι γνωστό αν η επροσαρτάνη απεκκρίνεται στο μητρικό γάλα. Σημαντικά επίπεδα επροσαρτάνης ανιχνεύτηκαν στο γάλα του επίμυος. Η υδροχλωροθειαζίδη απεκκρίνεται στο μητρικό γάλα. Εξ’ αιτίας της πιθανότητας εκδήλωσης ανεπιθύμητων δράσεων στο νεογνό που θηλάζει, το EPRATENZ PLUS αντενδείκνυται κατά τη διάρκεια της γαλουχίας (βλ. παράγραφο 4.3.) και πρέπει να ληφθεί απόφαση διακοπής είτε του θηλασμού είτε του φαρμάκου, λαμβάνοντας υπ’ όψιν την σημασία της αγωγής για τη μητέρα.
monitor_heart
Φαρμακοδυναμική
SPC-EPRATENZ PLUS
expand_more
Φαρμακοδυναμική
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: Επροσαρτάνη και διουρητικά: Κωδικός κατά ATC: C09DA02
Επροσαρτάνη Η επροσαρτάνη είναι ένας μη-πεπτιδικός, δραστικός από το στόμα μη-διφαινυλικός μη- τετραζολικός ανταγωνιστής των υποδοχέων της αγγειοτασίνης II, που συνδέεται εκλεκτικά με τον υποδοχέα ΑΤ. Η αγγειοτασίνη II παίζει κύριο λόγο στη παθοφυσιολογία της υπέρτασης. Είναι η πρωτεύουσα δραστική ορμόνη του συστήματος ρενίνης-αγγειοτασίνης-αλδοστερόνης και ένα ισχυρό αγγειοσυσταλτικό. Η επροσαρτάνη ανταγωνίζεται τη δράση της αγγειοτασίνης II στην αρτηριακή πίεση, στην αιματική ροή του νεφρού και στην έκκριση αλδοστερόνης στον άνθρωπο. Ο έλεγχος της αρτηριακής πίεσης διατηρείται επί 24ωρης βάσεως χωρίς φαινόμενα ορθοστατικής υπότασης πρώτης δόσεως ή αντανακλαστικής ταχυκαρδίας. Η διακοπή της αγωγής επροσαρτάνης δεν οδηγεί σε φαινόμενο ταχείας ανάδρομης αύξησης της αρτηριακής πίεσης. Η επροσαρτάνη δεν θίγει τους αυτορυθμιστικούς μηχανισμούς του νεφρού. Η έρευνα σε υγιείς άρρενες ενήλικες έχει δείξει ότι η επροσαρτάνη αυξάνει τη μέση αποτελεσματική νεφρική ροή πλάσματος. Η επροσαρτάνη δεν ενισχύει επιδράσεις σχετικές με τη βραδυκινίνη (μέσω της δράσης του ΜΕΑ) π.χ. το βήχα.
Υδροχλωροθειαζίδη Η υδροχλωροθειαζίδη είναι ένα καθιερωμένο θειαζιδικό διουρητικό. Οι θειαζίδες επιδρούν στους μηχανισμούς επαναπορροφήσεως ηλεκτρολυτών των νεφρικών σωληναρίων, αυξάνοντας την απέκκριση υγρών, νατρίου και χλωρίου. Η διουρητική δράση της υδροχλωροθειαζίδης ελαττώνει τον όγκο του πλάσματος, αυξάνει τη δράση της ρενίνης πλάσματος και την απέκκριση αλδοστερόνης, και κατά συνέπεια αυξάνει το κάλιο των ούρων και την απώλεια διττανθρακικών και ελαττώνει το κάλιο του ορού. Η αντιυπερτασική δράση της υδροχλωροθειαζίδης φαίνεται να οφείλεται στο συνδυασμό των μηχανισμών διούρησης και αμέσου αγγειακής δραστηριότητας (μείωση της αντιστάσεως των αγγείων).
EPRATENZ PLUS 600 mg/12,5 mg Κλινική μελέτη 8 εβδομάδων ελεγχόμενη με εικονικό φάρμακο, σε 473 ασθενείς με ιδιοπαθή υπέρταση, έδειξε ότι ο συνδυασμός των 600 mg επροσαρτάνης και 12,5 mg υδροχλωροθειαζίδης είναι καλά ανεκτός και αποτελεσματικός. Το EPRATENZ PLUS 600 mg/12,5 mg ελάττωσε τη συστολική και διαστολική αρτηριακή πίεση σε κλινικά σημαντικό βαθμό και η μείωση ήταν στατιστικά σημαντικά ανώτερη αυτής καθενός από τα επιμέρους συστατικά και του εικονικού φαρμάκου, παρά την υψηλή ανταπόκριση στο εικονικό φάρμακο (p=0,008 σε σύγκριση με μονοθεραπεία επροσαρτάνης και εικονικού φαρμάκου). Η ανοχή ήταν η ίδια και για το συνδυασμό επροσαρτάνης / υδροχλωροθειαζίδης 600 mg/12,5 mg, και για την επροσαρτάνη με εικονικό φάρμακο. Σε άλλη κλινική μελέτη ασθενείς με διαστολική αρτηριακή πίεση μεταξύ 98 και 114 mmHg, που δεν αποκρίθηκαν επαρκώς στην μονοθεραπεία 3 εβδομάδων με επροσαρτάνη 600 mg, έλαβαν είτε συνδυασμό επροσαρτάνης / υδροχλωροθειαζίδης 600 mg/12,5 mg είτε μονοθεραπεία επροσαρτάνης 600 mg για 8 εβδομάδες. Σε ασθενείς χωρίς επαρκή απόκριση στην μονοθεραπεία επροσαρτάνης, ο συνδυασμός προκάλεσε στατιστικά σημαντική και κλινικά αξιολογήσιμη περαιτέρω μείωση στη συστολική και διαστολική αρτηριακή πίεση. Η ανοχή ήταν εξίσου ικανοποιητική και για το συνδυασμό και για την μονοθεραπεία. Για ασθενείς άνω των 80 ετών είναι διαθέσιμα μόνον περιορισμένα δεδομένα. Η επίδραση του συνδυασμού επροσαρτάνης και υδροχλωροθειαζίδης στη νοσηρότητα και τη θνησιμότητα δεν ερευνήθηκε. Επιδημιολογικές μελέτες έδειξαν ότι η παρατεταμένη αγωγή με υδροχλωροθειαζίδη μειώνει τον κίνδυνο για καρδιαγγειακή θνησιμότητα και νοσηρότητα.
biotech
Φαρμακοκινητική
SPC-EPRATENZ PLUS
expand_more
Φαρμακοκινητική
Επροσαρτάνη
Η απόλυτη βιοδιαθεσιμότητα της επροσαρτάνης μετά την από του στόματος χορήγηση είναι περίπου 13%. Οι μέγιστες συγκεντρώσεις επροσαρτάνης στο πλάσμα παρατηρούνται σε 1-2 ώρες από τη χορήγηση της δόσης σε κατάσταση νηστείας. Ο τελικός χρόνος ημίσειας ζωής της επροσαρτάνης είναι τυπικά 5-9 ώρες. Κατά τη χρόνια χρήση επροσαρτάνης παρατηρείται μια περιορισμένης έκτασης άθροιση (14%). Η χορήγηση της επροσαρτάνης μαζί με τροφή επιβραδύνει την απορρόφηση αλλά δεν μειώνει την βιοδιαθεσιμότητα. Στο δοσολογικό εύρος από 100 έως 800 mg, η ελαφριά αύξηση στην έκθεση στην επροσαρτάνη είναι μικρότερη της αναλογούσας δόσης και κατά πάσα πιθανότητα οφείλεται στις φυσικοχημικές ιδιότητες του φαρμακευτικού σκευάσματος. Η σύνδεση της επροσαρτάνης με τις πρωτεΐνες του πλάσματος είναι 98% και δεν επηρεάζεται από το φύλο, την ηλικία, την τυχόν ύπαρξη ηπατικής δυσλειτουργίας ή ελαφράς ως μέτριας νεφρικής δυσλειτουργίας. Σε έναν μικρό αριθμό ασθενών με σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία η σύνδεση (της επροσαρτάνης με τις πρωτεΐνες του πλάσματος) μειώνεται. Ο όγκος κατανομής της επροσαρτάνης είναι περίπου 13 λίτρα. Η ολική κάθαρση του πλάσματος είναι περίπου 130 ml/min. Μετά την από του στόματος χορήγηση επροσαρτάνης σημασμένης με C, περίπου το 90% της ραδιενέργειας ανιχνεύθηκε στα κόπρανα ενώ περίπου το 7% αποβλήθηκε με τα ούρα, του οποίου το 80% ήταν ραδιοσημασμένη επροσαρτάνη. Στους ηλικιωμένους οι τιμές AUC και μέγιστης συγκέντρωσης (C max ) της επροσαρτάνης είναι και οι δύο υψηλότερες (κατά μέσο όρο διπλάσιες) αλλά δεν απαιτούν προσαρμογή της δόσης. Οι τιμές AUC (αλλά όχι της C max ) της επροσαρτάνης αυξάνονται κατά μέσο όρο κατά 40% σε ασθενείς με ηπατική δυσλειτουργία αλλά αυτό δεν καθιστά αναγκαία την προσαρμογή της δοσολογίας. Σε σύγκριση με τα άτομα φυσιολογικής νεφρικής λειτουργίας, οι μέσες τιμές της AUC και της C max ήταν περίπου 30% υψηλότερες σε ασθενείς με μέτρια νεφρική δυσλειτουργία (κάθαρση κρεατινίνης 30-59 ml/min), και περίπου 50% υψηλότερες σε ασθενείς με σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία (κάθαρση κρεατινίνης 5-29 ml/min). Δεν υπάρχει διαφορά στη φαρμακοκινητική της επροσαρτάνης μεταξύ ανδρών και γυναικών. In vitro, έχει δειχθεί ότι η επροσαρτάνη δεν αναστέλλει τα ισοένζυμα CYP1A, 2A6, 2C9/8, 2C19, 2D6, 2E και 3A του ανθρώπινου κυτοχρώματος P450.
Υδροχλωροθειαζίδη
Η απορρόφηση της υδροχλωροθειαζίδης μετά την από του στόματος χορήγηση είναι σχετικά ταχεία. Όταν χορηγείται σε κατάσταση νηστείας, ο μέσος χρόνος ημίσειας ζωής είναι 5-15 ώρες. Η υδροχλωροθειαζίδη δεν μεταβολίζεται και απεκκρίνεται ταχέως από τους νεφρούς. Τουλάχιστον το 61% της από του στόματος χορηγούμενης δόσης απεκκρίνεται αμετάβλητη εντός 24 ωρών. Η υδροχλωροθειαζίδη διαπερνά τον πλακούντα αλλά όχι τον αιματοεγκεφαλικό φραγμό και απεκκρίνεται στο μητρικό γάλα.
EPRATENZ PLUS 600 mg/12,5 mg
Η συγχορήγηση επροσαρτάνης και υδροχλωροθειαζίδης δεν έχει κλινικά σημαντική επίδραση στη φαρμακοκινητική οποιασδήποτε από τις δύο δραστικές ουσίες. Η βιοδιαθεσιμότητα της επροσαρτάνης και της υδροχλωροθειαζίδης δεν επηρεάζεται από την τροφή, αλλά η απορρόφησή τους καθυστερεί. Οι μέγιστες συγκεντρώσεις στο πλάσμα επιτυγχάνονται μετά από 4 ώρες για την επροσαρτάνη και μετά από 3 ώρες για την υδροχλωροθειαζίδη.
ΕΟΦ · 2.5.2
Ανταγωνιστές των υποδοχέων της αγγειοτασίνης ΙΙ
expand_more
Ανταγωνιστές των υποδοχέων της αγγειοτασίνης ΙΙ
DrugBank
Description
expand_more
Description
DrugBank
Indication
expand_more
Indication
DrugBank
Pharmacology
expand_more
Pharmacology
DrugBank
Mechanism of action
expand_more
Mechanism of action
DrugBank
Absorption
expand_more
Absorption
DrugBank
Half life
expand_more
Half life
DrugBank
Protein binding
expand_more
Protein binding
DrugBank
Toxicity
expand_more
Toxicity
science
PubChem
Φαρμακοδυναμική
expand_more
Φαρμακοδυναμική
Φαρμακοδυναμική
Η αγγειοτενσίνη II (AII), ο κύριος αγγειοσυσταλτικός παράγοντας του συστήματος ρενίνης-αγγειοτενσίνης, σχηματίζεται από την αγγειοτενσίνη I μέσω αντίδρασης που καταλύεται από το μετατρεπτικό ένζυμο της αγγειοτενσίνης (κινινάση II). Είναι υπεύθυνη για δράσεις όπως η αγγειοσύσπαση, η διέγερση της σύνθεσης και απελευθέρωσης αλδοστερόνης, η καρδιακή διέγερση και η νεφρική επαναρρόφηση νατρίου.
Ο Eprosartan αποκλείει επιλεκτικά την πρόσδεση της αγγειοτενσίνης II στον υποδοχέα AT1, οδηγώντας σε πολλαπλές δράσεις, όπως αγγειοδιαστολή, μείωση της έκκρισης βαζοπρεσσίνης και μείωση της παραγωγής και έκκρισης αλδοστερόνης. Το αποτέλεσμα είναι η μείωση της αρτηριακής πίεσης.
neurology
PubChem
Μηχανισμός δράσης
expand_more
Μηχανισμός δράσης
Μηχανισμός Δράσης
Ο Eprosartan αναστέλλει τις αγγειοσυσπαστικές δράσεις και τις δράσεις απελευθέρωσης αλδοστερόνης της αγγειοτενσίνης II, αποκλείοντας επιλεκτικά την πρόσδεση της αγγειοτενσίνης II στον υποδοχέα AT1 που βρίσκεται σε πολλούς ιστούς (π.χ., λείες μυϊκές ίνες αγγείων, επινεφρίδια). Υπάρχει επίσης ο υποδοχέας AT2 σε πολλούς ιστούς, αλλά δεν είναι γνωστό ότι σχετίζεται με την καρδιαγγειακή ομοιόσταση.
Ο Eprosartan δεν παρουσιάζει καμία μερική αγωνιστική δράση στον υποδοχέα AT1. Η συγγένειά του για τον υποδοχέα AT1 είναι 1.000 φορές μεγαλύτερη από αυτήν για τον υποδοχέα AT2. Μελέτες πρόσδεσης in vitro δείχνουν ότι ο eprosartan είναι ένας αναστρέψιμος, ανταγωνιστικός αναστολέας του υποδοχέα AT1. Έχει επίσης αποδειχθεί ότι ο eprosartan προσδένεται στους υποδοχείς AT1 τόσο προ-συναπτικά όσο και συναπτικά. Η δράση του στους προ-συναπτικούς υποδοχείς AT1 οδηγεί στην αναστολή της διεγερμένης από συμπαθητικό νευρικό σύστημα απελευθέρωσης νοραδρεναλίνης.
Σε αντίθεση με τους αναστολείς του μετατρεπτικού ενζύμου της αγγειοτενσίνης (ACE inhibitors), ο eprosartan και άλλοι αποκλειστές υποδοχέων αγγειοτενσίνης (ARBs) δεν παρεμβαίνουν στην αντίδραση με βραδυκινίνη και ουσία P, γεγονός που εξηγεί την απουσία ανεπιθύμητων ενεργειών που παρατηρούνται με τους ACE inhibitors (π.χ. ξηρός βήχας).
Οι αποκλειστές υποδοχέων αγγειοτενσίνης II (AII) προσφέρουν μια εναλλακτική μέθοδο αποκλεισμού του συστήματος ρενίνης-αγγειοτενσίνης-αλδοστερόνης (RAAS) σε σχέση με τους αναστολείς του μετατρεπτικού ενζύμου της αγγειοτενσίνης (ACE inhibitors). Όντας ιδιαίτερα εκλεκτικοί ως προς τον υπότυπο AT(1) των υποδοχέων AII, οι αποκλειστές υποδοχέων AII μπορεί να αποφύγουν τις ανεπιθύμητες ενέργειες που σχετίζονται με τη θεραπεία με ACE inhibitors, όπως ο βήχας.
Ο Eprosartan είναι ένας ανταγωνιστής μη-διφαινυλίου, μη-τετραζολίου, ανταγωνιστικός, ο οποίος διαφέρει χημικά από άλλους αποκλειστές υποδοχέων AII, γεγονός που μπορεί να εξηγήσει τις διαφορές στις φαρμακολογικές του ιδιότητες. Προκαλεί διπλό αποκλεισμό των υποδοχέων AT(1) τόσο προ-συναπτικά όσο και μετα-συναπτικά, μειώνοντας τη δραστηριότητα των συμπαθητικών νεύρων σε σημαντικά μεγαλύτερο βαθμό από άλλους αποκλειστές υποδοχέων AT(1).
Η αγγειοτενσίνη II (που σχηματίζεται από την αγγειοτενσίνη I σε αντίδραση που καταλύεται από το μετατρεπτικό ένζυμο της αγγειοτενσίνης (κινινάση II)), ένας ισχυρός αγγειοσυσπαστικός παράγοντας, είναι ο κύριος παράγοντας πίεσης του συστήματος ρενίνης-αγγειοτενσίνης. Η αγγειοτενσίνη II διεγείρει επίσης τη σύνθεση και έκκριση αλδοστερόνης από τον φλοιό των επινεφριδίων, την καρδιακή σύσπαση, την επαναρρόφηση νατρίου από τους νεφρούς, τη δραστηριότητα του συμπαθητικού νευρικού συστήματος και την ανάπτυξη των κυττάρων των λείων μυών.
Ο Eprosartan αναστέλλει τις αγγειοσυσπαστικές δράσεις και τις δράσεις απελευθέρωσης αλδοστερόνης της αγγειοτενσίνης II, αποκλείοντας επιλεκτικά την πρόσδεση της αγγειοτενσίνης II στον υποδοχέα AT1 που βρίσκεται σε πολλούς ιστούς (π.χ., λείες μυϊκές ίνες αγγείων, επινεφρίδια). Υπάρχει επίσης ο υποδοχέας AT2 σε πολλούς ιστούς, αλλά δεν είναι γνωστό ότι σχετίζεται με την καρδιαγγειακή ομοιόσταση.
Ο Eprosartan δεν παρουσιάζει καμία μερική αγωνιστική δράση στον υποδοχέα AT1. Η συγγένειά του για τον υποδοχέα AT1 είναι 1.000 φορές μεγαλύτερη από αυτήν για τον υποδοχέα AT2. Μελέτες πρόσδεσης in vitro δείχνουν ότι ο eprosartan είναι ένας αναστρέψιμος, ανταγωνιστικός αναστολέας του υποδοχέα AT1. Ο αποκλεισμός του υποδοχέα AT1 αίρει την αρνητική ανάδραση της αγγειοτενσίνης II στην έκκριση ρενίνης, αλλά η αυξημένη δραστικότητα ρενίνης στο πλάσμα και η κυκλοφορούσα αγγειοτενσίνη II που προκύπτουν δεν υπερνικούν την επίδραση του eprosartan στην αρτηριακή πίεση.
Το Teveten δεν αναστέλλει την κινινάση II, το ένζυμο που μετατρέπει την αγγειοτενσίνη I σε αγγειοτενσίνη II και αποικοδομεί τη βραδυκινίνη· δεν είναι γνωστό αν αυτό έχει κλινική σημασία. Δεν προσδένεται ούτε αποκλείει άλλους ορμονικούς υποδοχείς ή ιοντικούς διαύλους που είναι γνωστοί για τη σημασία τους στην καρδιαγγειακή ρύθμιση.
Ο επιλεκτικός αποκλεισμός του υποδοχέα AT1 της αγγειοτενσίνης II αντιπροσωπεύει έναν νέο μηχανισμό για τη διακοπή του συστήματος ρενίνης-αγγειοτενσίνης χωρίς να αλλοιώνει τα πιθανά οφέλη της διέγερσης του υποδοχέα AT2. Αυτή η επιλεκτική αναστολή δεν προκαλεί κανένα από τα μειονεκτήματα που σχετίζονται με τη μειωμένη μεταβολισμό της βραδυκινίνης και την παραγωγή αγγειοτενσίνης II μέσω μη-μετατρεπτικών ενζύμων της αγγειοτενσίνης οδών.
Ο Eprosartan είναι ένας ισχυρός (1.4 nmol/L) ανταγωνιστής του υποδοχέα AT1 που αναστέλλει ανταγωνιστικά τη συστολή των αγγείων που προκαλείται από την αγγειοτενσίνη II. Σε διάφορα ζωικά μοντέλα νόσων, συμπεριλαμβανομένης της υπέρτασης και του εγκεφαλικού, ο eprosartan είναι αποτελεσματικός στη μείωση της εξέλιξης της νόσου.
Ο Eprosartan έχει επίσης συμπαθοανασταλτική δράση, όπως αποδεικνύεται από την αναστολή των πιεστικών αποκρίσεων που προκαλούνται από τη διέγερση της συμπαθητικής εξόδου μέσω διέγερσης του νωτιαίου μυελού σε αρουραίους. Αντίθετα, ορισμένοι από τους άλλους ανταγωνιστές υποδοχέων αγγειοτενσίνης II, όπως η λοζαρτάνη, σε ισοδύναμες δόσεις αποκλεισμού της αγγειοτενσίνης II, δεν έχουν επίδραση στη δραστηριότητα του συμπαθητικού νευρικού συστήματος.
Επειδή ο eprosartan μπορεί να αναστέλλει τόσο τις άμεσες όσο και τις έμμεσες επιδράσεις της αγγειοτενσίνης II που μεσολαβούνται από ενισχυμένη συμπαθητική νευροδιαβίβαση, αυτό μπορεί να αποτελέσει μια σημαντική πρόοδο στη θεραπεία της αυξημένης συστολικής αρτηριακής πίεσης.
Αν και αυτοί οι παράγοντες /ανταγωνιστές υποδοχέων αγγειοτενσίνης II/ είναι παρόμοιοι με τους ACE inhibitors στο ότι μειώνουν τις επιδράσεις της αγγειοτενσίνης II, αντί να μειώνουν τον σχηματισμό της αγγειοτενσίνης II, τα φάρμακα ανταγωνίζονται την αγγειοτενσίνη II στον υποδοχέα τύπου Ι της αγγειοτενσίνης. Αυτό επιτρέπει στα φάρμακα να αναστέλλουν τις αγγειοσυσπαστικές δράσεις και τις δράσεις προώθησης αλδοστερόνης της αγγειοτενσίνης II χωρίς να παρεμβαίνουν στην αποικοδόμηση της βραδυκινίνης, μειώνοντας σημαντικά τις ανεπιθύμητες ενέργειες όπως ο βήχας και το αγγειοοίδημα που παρατηρούνται με τη θεραπεία με ACE inhibitor.
biotech
PubChem
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
expand_more
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
Απορρόφηση, Κατανομή & Απέκκριση
Η απόλυτη βιοδιαθεσιμότητα μετά από μία εφάπαξ από του στόματος δόση 300 mg eprosartan είναι περίπου 13%. Η χορήγηση eprosartan με τροφή καθυστερεί την απορρόφηση.
Ο Eprosartan απεκκρίνεται στο μητρικό γάλα ζώων· δεν είναι γνωστό αν ο eprosartan απεκκρίνεται στο ανθρώπινο γάλα.
Η πρόσδεση του eprosartan στις πρωτεΐνες του πλάσματος είναι υψηλή (περίπου 98%) και σταθερή εντός του εύρους συγκεντρώσεων που επιτυγχάνεται με θεραπευτικές δόσεις. Η συνδυασμένη ανάλυση φαρμακοκινητικής του πληθυσμού από δύο μελέτες Φάσης 3 σε 299 άνδρες και 172 γυναίκες με ήπια έως μέτρια υπέρταση (ηλικίας 20 έως 93 ετών) έδειξε ότι ο eprosartan παρουσίασε μια μέση καθαρή κάθαρση από του στόματος (CL/F) για έναν μέσο ασθενή 60 ετών 48.5 L/hr. Ο μέσος όγκος κατανομής σε κατάσταση ισορροπίας (Vss/F) ήταν 308 L. Οι φαρμακοκινητικές του eprosartan δεν επηρεάστηκαν από το βάρος, τη φυλή, το φύλο ή τη σοβαρότητα της υπέρτασης στην αρχική φάση. Η κάθαρση από του στόματος έδειξε να είναι γραμμική συνάρτηση της ηλικίας, με το CL/F να μειώνεται κατά 0.62 L/hr για κάθε έτος αύξησης.
Ο Eprosartan αποβάλλεται μέσω χολικής και νεφρικής απέκκρισης, κυρίως ως αμετάβλητη ουσία. Λιγότερο από 2% μιας από του στόματος δόσης απεκκρίνεται στα ούρα ως γλυκουρονίδιο. Δεν υπάρχουν ενεργά μεταβολιταί μετά από χορήγηση από του στόματος και ενδοφλέβια χορήγηση με (14C) eprosartan σε ανθρώπους. Ο Eprosartan ήταν η μοναδική ουσία που σχετίζεται με το φάρμακο και βρέθηκε στο πλάσμα και τα κόπρανα. Μετά από ενδοφλέβια χορήγηση (14C) eprosartan, περίπου το 61% της ουσίας ανακτήθηκε στα κόπρανα και περίπου το 37% στα ούρα. Μετά από από του στόματος δόση (14C) eprosartan, περίπου το 90% ανακτήθηκε στα κόπρανα και περίπου το 7% στα ούρα.
Η απόλυτη βιοδιαθεσιμότητα μετά από μία εφάπαξ από του στόματος δόση 300 mg eprosartan είναι περίπου 13%. Οι συγκεντρώσεις eprosartan στο πλάσμα κορυφώνονται 1 έως 2 ώρες μετά από από του στόματος δόση σε νηστεία. Η χορήγηση eprosartan με τροφή καθυστερεί την απορρόφηση και προκαλεί μεταβλητές αλλαγές (<25%) στις τιμές Cmax και AUC που δεν φαίνονται κλινικά σημαντικές. Οι συγκεντρώσεις eprosartan στο πλάσμα αυξάνονται σε ελαφρώς λιγότερο από την αναλογία της δόσης σε όλο το εύρος δόσεων 100 mg έως 800 mg. Ο μέσος τελικός χρόνος ημίσειας ζωής αποβολής του eprosartan μετά από πολλαπλές από του στόματος δόσεις 600 mg ήταν περίπου 20 ώρες. Ο Eprosartan δεν συσσωρεύεται σημαντικά με χρόνια χρήση.
Για περισσότερα δεδομένα Απορρόφησης, Κατανομής και Απέκκρισης (Πλήρη) για το EPROSARTAN (6 σύνολο), παρακαλώ επισκεφθείτε τη σελίδα εγγραφής HSDB.
water_drop
PubChem
Δέσμευση πρωτεϊνών
expand_more
Δέσμευση πρωτεϊνών
Πρόσδεση στις Πρωτεΐνες
Η πρόσδεση του eprosartan στις πρωτεΐνες του πλάσματος είναι υψηλή (περίπου 98%) και σταθερή εντός του εύρους συγκεντρώσεων που επιτυγχάνεται με θεραπευτικές δόσεις.
hub
PubChem
Μεταβολισμός
expand_more
Μεταβολισμός
Μεταβολισμός
Ο Eprosartan δεν μεταβολίζεται από το σύστημα κυτοχρώματος P450. Απεκκρίνεται κυρίως ως αμετάβλητο φάρμακο. Λιγότερο από 2% μιας από του στόματος δόσης απεκκρίνεται στα ούρα ως γλυκουρονίδιο.
Μετά από από του στόματος δόση (14C) eprosartan, περίπου το 90% ανακτήθηκε στα κόπρανα και περίπου το 7% στα ούρα. Περίπου το 20% της ραδιενέργειας που απεκκρίθηκε στα ούρα ήταν ακυλογλυκουρονίδιο του eprosartan, με το υπόλοιπο 80% να είναι αμετάβλητο eprosartan.
hourglass
PubChem
Ημίσεια ζωή
expand_more
Ημίσεια ζωή
Βιολογικός Χρόνος Ημίσειας Ζωής
Ο τελικός χρόνος ημίσειας ζωής αποβολής του eprosartan μετά από από του στόματος χορήγηση είναι συνήθως 5 έως 9 ώρες.
… Ο μέσος τελικός χρόνος ημίσειας ζωής αποβολής του eprosartan μετά από πολλαπλές από του στόματος δόσεις 600 mg ήταν περίπου 20 ώρες. …
Μετά από από του στόματος χορήγηση eprosartan σε υγιείς εθελοντές … ο τελικός χρόνος ημίσειας ζωής του φαρμάκου είναι συνήθως 5-9 ώρες μετά από από του στόματος χορήγηση. …
category
PubChem
MeSH classification
expand_more
MeSH classification
MeSH Φαρμακολογική Ταξινόμηση
Φάρμακα που χρησιμοποιούνται στη θεραπεία της οξείας ή χρόνιας αγγειακής ΥΠΕΡΤΑΣΗΣ ανεξαρτήτως φαρμακολογικού μηχανισμού. Μεταξύ των αντιυπερτασικών παραγόντων περιλαμβάνονται τα ΔΙΟΥΡΗΤΙΚΑ (ειδικά τα ΔΙΟΥΡΗΤΙΚΑ, ΘΕΙΑΖΙΔΙΚΑ)· Β-ΑΔΡΕΝΕΡΓΙΚΟΙ ΑΝΤΑΓΩΝΙΣΤΕΣ· Α-ΑΔΡΕΝΕΡΓΙΚΟΙ ΑΝΤΑΓΩΝΙΣΤΕΣ· ΑΝΑΣΤΟΛΕΙΣ ΤΟΥ ΜΕΤΑΤΡΕΠΤΙΚΟΥ ΕΝΖΥΜΟΥ ΤΗΣ ΑΓΓΕΙΟΤΕΝΣΙΝΗΣ· ΑΝΑΡΓΩΝΙΣΤΕΣ ΔΙΟΔΩΝ ΑΣΒΕΣΤΙΟΥ· ΑΝΑΡΓΩΝΙΣΤΕΣ ΓΑΓΓΛΙΩΝ· και ΑΓΓΕΙΟΔΙΑΣΤΟΛΙΚΟΙ ΠΑΡΑΓΟΝΤΕΣ.
Παράγοντες που ανταγωνίζονται τον ΥΠΟΔΟΧΕΑ ΤΥΠΟΥ 2 ΤΗΣ ΑΓΓΕΙΟΤΕΝΣΙΝΗΣ II.
fact_check
PubChem
FDA classification
expand_more
FDA classification
FDA Φαρμακολογική Ταξινόμηση
2KH13Z0S0Y
EPROSARTAN
Μηχανισμοί Δράσης [MoA] - Ανταγωνιστές Υποδοχέων Αγγειοτενσίνης 2
Καθιερωμένη Φαρμακολογική Κατηγορία [EPC] - Αποκλειστής Υποδοχέων Αγγειοτενσίνης 2
Ο Eprosartan είναι Αποκλειστής Υποδοχέων Αγγειοτενσίνης 2. Ο μηχανισμός δράσης του eprosartan είναι ως Ανταγωνιστής Υποδοχέων Αγγειοτενσίνης 2.
Ημίσεια ζωή
Δέσμευση πρωτεϊνών
Βιοδιαθεσιμότητα
Απέκκριση
Scientific Profile
MeSH Φαρμακολογική Ταξινόμηση
Φάρμακα που χρησιμοποιούνται στη θεραπεία της οξείας ή χρόνιας αγγειακής ΥΠΕΡΤΑΣΗΣ ανεξαρτήτως φαρμακολογικού μηχανισμού. Μεταξύ των αντιυπερτασικών παραγόντων περιλαμβάνονται τα ΔΙΟΥΡΗΤΙΚΑ (ειδικά τα ΔΙΟΥΡΗΤΙΚΑ, ΘΕΙΑΖΙΔΙΚΑ)· Β-ΑΔΡΕΝΕΡΓΙΚΟΙ ΑΝΤΑΓΩΝΙΣΤΕΣ· Α-ΑΔΡΕΝΕΡΓΙΚΟΙ ΑΝΤΑΓΩΝΙΣΤΕΣ· ΑΝΑΣΤΟΛΕΙΣ ΤΟΥ ΜΕΤΑΤΡΕΠΤΙΚΟΥ ΕΝΖΥΜΟΥ ΤΗΣ ΑΓΓΕΙΟΤΕΝΣΙΝΗΣ· ΑΝΑΡΓΩΝΙΣΤΕΣ ΔΙΟΔΩΝ ΑΣΒΕΣΤΙΟΥ· ΑΝΑΡΓΩΝΙΣΤΕΣ ΓΑΓΓΛΙΩΝ· και ΑΓΓΕΙΟΔΙΑΣΤΟΛΙΚΟΙ ΠΑΡΑΓΟΝΤΕΣ.
Παράγοντες που ανταγωνίζονται τον ΥΠΟΔΟΧΕΑ ΤΥΠΟΥ 2 ΤΗΣ ΑΓΓΕΙΟΤΕΝΣΙΝΗΣ II.