EPROSARTAN(Επροσαρτάνη)
Ημίσεια ζωή
Ο χρόνος στον οποίο η συγκέντρωση του φαρμάκου στο πλάσμα πέφτει στο μισό. Από αυτόν προκύπτει κάθε πότε δίνεται: το μεσοδιάστημα των δόσεων ακολουθεί χονδρικά την ημιζωή, οπότε μικρή ημιζωή σημαίνει πολλές δόσεις την ημέρα και μεγάλη ημιζωή μία δόση ημερησίως ή αραιότερα. Σταθερά επίπεδα στο αίμα επιτυγχάνονται μετά από 4-5 ημιζωές. Ο κανόνας είναι ενδεικτικός — οι μορφές παρατεταμένης αποδέσμευσης και η εγκεκριμένη δοσολογία της ΠΧΠ υπερισχύουν.
Κατά την πηγή: 5 ως 9 ώρες
- DrugBank: 5 έως 9 ώρες
- PubChem: 5-9 ώρες
Δέσμευση πρωτεϊνών
Το ποσοστό του φαρμάκου που κυκλοφορεί δεσμευμένο σε πρωτεΐνες του πλάσματος. Δρα μόνο το ελεύθερο κλάσμα, γι' αυτό η υψηλή δέσμευση αυξάνει τον κίνδυνο αλληλεπιδράσεων εκτόπισης.
Βιοδιαθεσιμότητα
Το ποσοστό της χορηγούμενης δόσης που φτάνει αναλλοίωτο στη συστηματική κυκλοφορία.
Απέκκριση
Η κύρια οδός αποβολής του φαρμάκου. Δείχνει πού χρειάζεται προσαρμογή δόσης — σε νεφρική ή σε ηπατική ανεπάρκεια.
Καθαρίζει (~5×t½)
Φαρμακοκινητική εκτίμηση, όχι κλινικός κανόνας. Μετά από 5 ημιζωές έχει αποβληθεί πάνω από το 95% της ουσίας από το πλάσμα. Ο αριθμός προκύπτει αυτόματα από τη μεγαλύτερη ημιζωή που αναφέρει η πηγή — συχνά την τελική φάση αποβολής ή την κατανομή στους ιστούς — γι' αυτό μπορεί να δείχνει εβδομάδες ή μήνες. ΔΕΝ είναι το διάστημα διακοπής πριν από επέμβαση ή πριν από φάρμακο που αλληλεπιδρά: αυτό καθορίζεται από τη φαρμακοδυναμική (η ασπιρίνη δρα στα αιμοπετάλια αφού φύγει από το πλάσμα), τους ενεργούς μεταβολίτες, τις μορφές depot, τη νεφρική και ηπατική λειτουργία, τον κίνδυνο της επέμβασης και τον λόγο της αγωγής. Ακολουθήστε την ΠΧΠ και το πρωτόκολλο της επέμβασης.
Σκευάσματα και τιμές
Ενδείξεις κατά έγγραφο
Ατομικές ενδείξεις όπως δηλώνονται στα πιστοποιημένα κείμενα των SPC, με τεκμηρίωση
- Φόρτωση…
Πληροφορίες Συνταγογράφησης
Επιμελημένα δεδομένα από το SPC
clinical_notes
Ενδείξεις
ΠΧΠ (SPC) §4.1
expand_more
Ενδείξεις
-
Θεραπεία της ιδιοπαθούς υπέρτασης
- I10 Ιδιοπαθής υπέρταση
medication
Μορφή & Εμφάνιση
ΠΧΠ (SPC) §3 · περιγραφή σκευάσματος TEVETEN
expand_more
Μορφή & Εμφάνιση
medication
Δοσολογία
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Δοσολογία
- Οδός: Από του στόματος
- Χορήγηση: Μία φορά την ημέρα
- Δόση έναρξης: 600 mg μία φορά την ημέρα
-
ΕνήλικεςΔόση600 mg
-
Γηριατρικοί ασθενείςΔεν απαιτείται προσαρμογή της δοσολογίας.
-
Ασθενείς με ηπατική ανεπάρκειαΠεριορισμένη εμπειρία.
-
Παιδιατρικοί ασθενείςΔεν συνιστάται λόγω έλλειψης δεδομένων ασφάλειας και αποτελεσματικότητας.
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
block
Αντενδείξεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Αντενδείξεις
-
Γνωστή υπερευαισθησία στην επροσαρτάνη ή σε οποιοδήποτε από τα έκδοχα
-
Σοβαρή ηπατική ανεπάρκεια
-
ΚύησηΠληθυσμόςΔεύτερο και τρίτο τρίμηνο
-
Αιμοδυναμικά σημαντική αμφοτερόπλευρη νεφραγγειακή νόσος ή σοβαρή στένωση μονήρους λειτουργικού νεφρού
-
Ταυτόχρονη χρήση με προϊόντα που περιέχουν αλισκιρένηΠληθυσμόςΑσθενείς με σακχαρώδη διαβήτη ή νεφρική δυσλειτουργία (GFR < 60 ml/min/1,73 m²)
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
warning
Προειδοποιήσεις & Προφυλάξεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Προειδοποιήσεις & Προφυλάξεις
-
Ηπατική ανεπάρκειαΠροσοχήΠληθυσμόςΑσθενείς με ήπια έως μέτρια ηπατική ανεπάρκειαΑπαιτείται ιδιαίτερη προσοχή εξαιτίας της περιορισμένης εμπειρίας σε αυτόν τον πληθυσμό ασθενών.
-
Νεφρική ανεπάρκειαΠροσοχήΠληθυσμόςΑσθενείς με κάθαρση κρεατινίνης <30ml/min ή σε ασθενείς που υποβάλλονται σε αιμοκάθαρσηΣυνιστάται προσοχή.
-
Ασθενείς που εξαρτώνται από το σύστημα ρενίνης-αγγειοτενσίνης-αλδοστερόνηςΠροσοχήΠληθυσμόςΑσθενείς των οποίων η νεφρική λειτουργία εξαρτάται από τη συνεχή εγγενή δράση του συστήματος ρενίνης-αγγειοτενσίνης-αλδοστερόνης (π.χ. ασθενείς με σοβαρή καρδιακή ανεπάρκεια (ΝΥΗΑ - κατάταξη: τάξη IV), αμφοτερόπλευρη στένωση νεφρικής αρτηρίας ή στένωση νεφρικής αρτηρίας μονήρους νεφρού), ιδιαίτερα αν βρίσκονται ταυτόχρονα σε αγωγή με διουρητικό.Κίνδυνος ολιγουρίας, προοδευτικής αζωθαιμίας και οξείας νεφρικής ανεπάρκειας. Επανεκτίμηση αγωγής εάν παρατηρηθεί επιβάρυνση νεφρικής λειτουργίας.
-
ΥπερκαλιαιμίαΠροσοχήΠληθυσμόςΑσθενείς με νεφρική ανεπάρκεια και/ή καρδιακή ανεπάρκεια, κατά τη διάρκεια αγωγής μαζί με άλλα φαρμακευτικά προϊόντα που επηρεάζουν το σύστημα ρενίνης-αγγειοτενσίνης-αλδοστερόνης.Μπορεί να προκύψει υπερκαλιαιμία. Ταυτόχρονη χορήγηση καλιοσυντηρητικών διουρητικών, συμπληρωμάτων καλίου, υποκατάστατων άλατος που περιέχουν κάλιο ή άλλων φαρμακευτικών προϊόντων που μπορεί να ανεβάσουν το επίπεδο του καλίου (π.χ. ηπαρίνη) πρέπει να γίνεται με προσοχή.
-
Διπλός αποκλεισμός του συστήματος ρενίνης - αγγειοτενσίνης - αλδοστερόνης (RASS)ΑποφεύγεταιΗ ταυτόχρονη χρήση αναστολέων ΜΕΑ, αποκλειστών των υποδοχέων αγγειοτενσίνης ΙΙ ή αλισκιρένης αυξάνει τον κίνδυνο υπότασης, υπερκαλιαιμίας και μειωμένης νεφρικής λειτουργίας. Δεν συνιστάται. Εάν κρίνεται απαραίτητο, υπό επίβλεψη ειδικού.
-
Διπλός αποκλεισμός του συστήματος ρενίνης - αγγειοτενσίνης - αλδοστερόνης (RASS)ΑντένδειξηΠληθυσμόςΑσθενείς με διαβητική νεφροπάθειαΟι αναστολείς ΜΕΑ και οι αποκλειστές των υποδοχέων αγγειοτενσίνης ΙΙ δεν θα πρέπει να χρησιμοποιούνται ταυτόχρονα.
-
Πρωτοπαθής υπεραλδοστερονισμόςΑποφεύγεταιΠληθυσμόςΑσθενείς με πρωτοπαθή υπεραλδοστερονισμόΔεν συνιστάται η χορήγηση επροσαρτάνης.
-
ΥπότασηΠροσοχήΠληθυσμόςΑσθενείς με σοβαρή μείωση του όγκου του αίματος και/ή του άλατος (π.χ. επί θεραπείας με υψηλές δόσεις διουρητικών)Μπορεί να παρουσιασθεί συμπτωματική υπόταση. Αυτές οι καταστάσεις πρέπει να αποκατασταθούν πριν την έναρξη της θεραπείας.
-
Στεφανιαία νόσοςΠροσοχήΠληθυσμόςΑσθενείς με στεφανιαία νόσοΠεριορισμένη εμπειρία.
-
Στένωση αορτικής και μιτροειδούς βαλβίδος/Υπερτροφική μυοκαρδιοπάθειαΠροσοχήΠληθυσμόςΑσθενείς με στένωση αορτικής και μιτροειδούς βαλβίδος ή με υπερτροφική μυοκαρδιοπάθειαΠρέπει να χορηγείται με προσοχή.
-
Μεταμόσχευση νεφρούΠροσοχήΠληθυσμόςΑσθενείς που υποβλήθηκαν προσφάτως σε μεταμόσχευση νεφρούΔεν υπάρχει εμπειρία.
-
ΚύησηΑντενδείκνυταιΠληθυσμόςΓυναίκες σε κύηση ή που σχεδιάζουν να μείνουν έγκυεςΗ αγωγή με αποκλειστές των υποδοχέων της αγγειοτενσίνης ΙΙ δεν θα πρέπει να ξεκινά κατά την κύηση. Οι ασθενείς που σχεδιάζουν να μείνουν έγκυες θα πρέπει να αλλάξουν σε εναλλακτική αγωγή. Όταν διαπιστωθεί κύηση, η αγωγή θα πρέπει να σταματήσει αμέσως.
-
Εθνικότητα (Μαύρη φυλή)ΠληθυσμόςΆτομα της μαύρης φυλήςΕίναι εμφανώς λιγότερο αποτελεσματικοί στη μείωση της αρτηριακής πιέσεως.
-
Σπάνια κληρονομικά προβλήματα δυσανεξίας (γαλακτόζη)ΑντένδειξηΠληθυσμόςΑσθενείς με σπάνια κληρονομικά προβλήματα δυσανεξίας στη γαλακτόζη, όπως Lapp ανεπάρκεια λακτάσης ή δυσαπορρόφηση γλυκόζης-γαλακτόζης.Δεν πρέπει να λαμβάνουν αυτό το φαρμακευτικό ιδιοσκεύασμα.
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
swap_horiz
Αλληλεπιδράσεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
-
προσοχήΑύξηση του καλίου του ορού (υπερκαλιαιμία)ΣύστασηΠαρακολούθηση των επιπέδων καλίου
-
Αναστολείς ΜΕΑ, αποκλειστές των υποδοχέων αγγειοτενσίνης ΙΙ (άλλη ARB), αλισκιρένη (διπλός αποκλεισμός RAAS)αντένδειξηΥπόταση, υπερκαλιαιμία, μειωμένη νεφρική λειτουργία (οξεία νεφρική ανεπάρκεια)ΣύστασηΔεν θα πρέπει να χρησιμοποιούνται ταυτόχρονα, ειδικά σε ασθενείς με διαβητική νεφροπάθεια
-
Άλλα αντιυπερτασικάπαρακολούθησηΕνίσχυση του αντιυπερτασικού αποτελέσματος
-
προσοχήΤοξικά φαινόμενα, αναστρέψιμη αύξηση των συγκεντρώσεων λιθίου στον ορόΣύστασηΠροσεκτική παρακολούθηση των επιπέδων λιθίου στον ορό
-
ΜΣΑΦ (π.χ. ινδομεθακίνη)προσοχήΑύξηση του κινδύνου επιδείνωσης της νεφρικής λειτουργίας (οξεία νεφρική ανεπάρκεια), αύξηση του καλίου στον ορό, μείωση της αποτελεσματικότητας των αποκλειστών των υποδοχέων της αγγειοτενσίνης ΙΙΣύστασηΧορήγηση με προσοχή (ιδιαίτερα σε ηλικιωμένους). Επαρκής ενυδάτωση και περιοδική παρακολούθηση της νεφρικής λειτουργίας.
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
sick
Ανεπιθύμητες ενέργειες
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
- Υπερευαισθησία
- Κεφαλαλγία
- Ζάλη
- Υπόταση
- Ρινίτιδα
- Αλλεργικές δερματικές αντιδράσεις (π.χ. εξάνθημα, κνησμός)
- Αγγειοοίδημα
- Γενικές γαστρεντερικές ενοχλήσεις (π.χ. ναυτία, διάρροια, έμετος)
- Εξασθένιση
- Μειωμένη νεφρική λειτουργία συμπεριλαμβανομένης νεφρικής ανεπάρκειας σε ασθενείς σε κίνδυνο (π.χ. στένωση νεφρικής αρτηρίας)
Λεπτομέρειες κατά συχνότητα expand_more
-
Πολύ συχνέςΚεφαλαλγίαΝευρικό
-
ΣυχνέςΓενικές γαστρεντερικές ενοχλήσεις (π.χ. ναυτία, διάρροια, έμετος)Διαταραχές του γαστρεντερικού συστήματος
-
Όχι συχνέςΑγγειοοίδημαΔέρμα
-
Όχι συχνέςΑλλεργικές δερματικές αντιδράσεις (π.χ. εξάνθημα, κνησμός)Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
-
Όχι συχνέςΕξασθένισηΓενικές
-
Όχι συχνέςΖάληΝευρικό
-
Όχι συχνέςΡινίτιδαΑναπνευστικό
-
Όχι συχνέςΥπερευαισθησίαΑνοσοποιητικό
-
Όχι συχνέςΥπότασηΑγγειακές
-
Μη γνωστέςΜειωμένη νεφρική λειτουργία συμπεριλαμβανομένης νεφρικής ανεπάρκειας σε ασθενείς σε κίνδυνο (π.χ. στένωση νεφρικής αρτηρίας)Διαταραχές των νεφρών και των ουροφόρων οδών
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
pregnant_woman
Κύηση / Γαλουχία
ΠΧΠ (SPC)
Επίπεδο κινδύνου: Αντενδείκνυται
expand_more
Κύηση / Γαλουχία
-
ΚύησηΑντενδείκνυταιΗ χρήση αποκλειστών των υποδοχέων της αγγειοτενσίνης ΙΙ δεν συνιστάται κατά τη διάρκεια του πρώτου τριμήνου της κύησης (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις). Η χρήση αποκλειστών των υποδοχέων της αγγειοτενσίνης ΙΙ αντενδείκνυται κατά τη διάρκεια του δεύτερου και του τρίτου τριμήνου της κύησης (βλ. Αντενδείξεις και Ειδικές προειδοποιήσεις). Επιδημιολογικά στοιχεία αναφορικά με τον κίνδυνο τερατογόνου δράσης μετά από έκθεση σε αναστολείς ΜΕΑ κατά το πρώτο τρίμηνο της κύησης δεν έδωσαν σαφή συμπεράσματα, εν τούτοις μία μικρή αύξηση του κινδύνου δεν μπορεί να αποκλεισθεί. Αν και δεν υπάρχουν επιδημιολογικά στοιχεία από ελεγχόμενες μελέτες αναφορικά με τον κίνδυνο με τους αποκλειστές των υποδοχέων της αγγειοτενσίνης ΙΙ, παρόμοιοι κίνδυνοι μπορεί να υπάρχουν και για αυτή την κατηγορία των φαρμάκων. Εκτός εάν η συνέχιση της θεραπείας με αποκλειστές των υποδοχέων της αγγειοτενσίνης ΙΙ κρίνεται αναγκαία, οι ασθενείς που σχεδιάζουν να μείνουν έγκυες θα πρέπει να αλλάξουν σε εναλλακτικά σχήματα αντιυπερτασικής αγωγής που να διαθέτουν ένα καθιερωμένο προφίλ ασφαλείας για χρήση σε εγκυμοσύνη. Όταν διαπιστωθεί κύηση, η αγωγή με αποκλειστές των υποδοχέων της αγγειοτενσίνης ΙΙ θα πρέπει να σταματήσει αμέσως και, εάν απαιτείται, πρέπει να ξεκινήσει εναλλακτική θεραπεία. Έκθεση σε θεραπεία με αποκλειστές των υποδοχέων της αγγειοτενσίνης ΙΙ κατά τη διάρκεια του δεύτερου και του τρίτου τριμήνου της κύησης είναι γνωστό πως επάγει φαινόμενα τοξικότητας στο έμβρυο (μειωμένη νεφρική λειτουργία, ολιγοϋδράμνιο, καθυστέρηση κρανιακής οστεοποίησης) και στο νεογνό (νεφρική ανεπάρκεια, υπόταση, υπερκαλιαιμία) (βλέπε Προκλινικά δεδομένα). Σε περίπτωση που έχει υπάρξει έκθεση στους αποκλειστές των υποδοχέων της αγγειοτενσίνης ΙΙ από το δεύτερο τρίμηνο της κύησης και μετά, συνιστάται ο υπερηχογραφικός έλεγχος της νεφρικής λειτουργίας και του κρανίου. Βρέφη των οποίων οι μητέρες έλαβαν αποκλειστές των υποδοχέων της αγγειοτενσίνης ΙΙ θα πρέπει να παρακολουθούνται στενά για υπόταση (βλέπε Αντενδείξεις και Ειδικές προειδοποιήσεις).
-
ΓαλουχίαΑποφεύγεταιΚαθώς δεν υπάρχουν διαθέσιμες πληροφορίες αναφορικά με τη χρήση του Επροσαρτάνη κατά τη γαλουχία, το Επροσαρτάνη δεν συνιστάται κατά τη γαλουχία - ιδιαίτερα όταν θηλάζει νεογέννητο ή πρόωρο νήπιο - και είναι προτιμότερα εναλλακτικά σχήματα αγωγής με καλύτερο προφίλ ασφαλείας.
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
e911_emergency
Υπερδοσολογία
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Υπερδοσολογία
- κατάρρευση του κυκλοφορικού
- υπόταση
directions_car
Επίδραση στην οδήγηση
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Επίδραση στην οδήγηση
biotech
Φαρμακολογία
Φαρμακοδυναμική & Φαρμακοκινητική
expand_more
Φαρμακολογία
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία
Επροσαρτάνη, Κωδικός ATC: C09CA02
Μηχανισμός δράσης
Η επροσαρτάνη είναι ένας συνθετικός, δραστικός από το στόμα, μη-διφαινυλικός μη-τετραζολικός αποκλειστής των υποδοχέων της αγγειοτενσίνης ΙΙ. Η αγγειοτενσίνη ΙΙ είναι ένα ισχυρό αγγειοσυσταλτικό και πρωταρχικά δρώσα ορμόνη του συστήματος ρενίνης-αγγειοτενσίνης-αλδοστερόνης, με κύριο ρόλο στην παθοφυσιολογία της υπέρτασης. Η επροσαρτάνη ανταγωνίζεται τη δράση της αγγειοτενσίνης ΙΙ στην αρτηριακή πίεση, στην αιματική ροή του νεφρού και την έκκριση της αλδοστερόνης σε φυσιολογικούς εθελοντές.
Φαρμακοδυναμικές επιδράσεις
Η ρύθμιση της αρτηριακής πίεσης διατηρείται με σταθερό και ομαλό τρόπο για χρονικό διάστημα 24 ωρών χωρίς ορθοστατικό υποτασικό φαινόμενο πρώτης δόσης ή αντιδραστική ταχυκαρδία. Η διακοπή της θεραπείας με την επροσαρτάνη δεν οδηγεί σε φαινόμενο ταχείας ανάδρομης αύξησης (rebound) της αρτηριακής πίεσης.
Η επροσαρτάνη αξιολογήθηκε σε ασθενείς με ήπια έως μέτρια υπέρταση (διαστολική αρτηριακή πίεση σε καθιστή θέση ≥ 95mmHg και < 115 mmHg) και σοβαρή υπέρταση (διαστολική αρτηριακή πίεση σε καθιστή θέση ≥ 115mmHg και ≤125 mmHg).
Σε κλινικές μελέτες, δόσεις μέχρι 1200 mg ημερησίως για διάστημα 8 εβδομάδων, έχει αποδειχθεί πως είναι αποτελεσματικές, χωρίς να υπάρχει εμφανής σχέση μεταξύ των δόσεων και της συχνότητας εμφάνισης των ανεπιθυμήτων ενεργειών που αναφέρθηκαν.
Σε ασθενείς με υπέρταση, η ελάττωση της αρτηριακής πίεσης δεν προκάλεσε μεταβολή της καρδιακής συχνότητας.
Μελέτη MOSES
Στη μελέτη MOSES (morbidity and mortality after stroke, eprosartan compared with nitrendipine for secondary prevention - νοσηρότητα και θνητότητα μετά από εγκεφαλικό επεισόδιο, σύγκριση επροσαρτάνης και νιτρενδιπίνης στη δευτερογενή πρόληψη) σε 1.405 υπερτασικούς ασθενείς με ιστορικό αγγειακών εγκεφαλικών επεισοδίων δόθηκε αγωγή είτε επροσαρτάνης είτε νιτρενδιπίνης. Στην ομάδα της επροσαρτάνης, το 78% των ασθενών έλαβε 600 mg εφ’άπαξ ημερησίως και το 12% μέχρι και 800 mg ημερησίως, όταν στην ομάδα της νιτρενδιπίνης το 47% έλαβε 10 mg και το 42% 20 mg ημερησίως (το 11% μέχρι και 40 mg) με ανοικτό, τυφλής αξιολόγησης τυχαιοποιημένο προοπτικό σχεδιασμό. Το πρωτεύον σύνθετο καταληκτικό σημείο συμπεριελάμβανε ολική θνησιμότητα, αγγειακά εγκεφαλικά επεισόδια (ΤΙΑ - παροδικό ισχαιμικό επεισόδιο, PRIND - παρατεταμένη νευρολογική διαταραχή, αγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιο) και καρδιαγγειακά συμβάματα (ασταθή στηθάγχη, έμφραγμα του μυοκαρδίου, καρδιακή ανεπάρκεια, πνευμονική εμβολή, θανατηφόρο καρδιακή αρρυθμία) συμπεριλαμβανομένων και υποτροπιαζόντων συμβαμάτων. Οι στόχοι για την αρτηριακή πίεση επληρώθηκαν καλώς και στα δύο σκέλη της αγωγής και διατηρήθηκαν καθ’ όλη τη διάρκεια της μελέτης. Για το πρωτεύον καταληκτικό σημείο επιδείχθηκαν σημαντικά καλύτερα αποτελέσματα για την ομάδα της επροσαρτάνης (μείωση του κινδύνου κατά 21%). Η ανάλυση του πρώτου συμβάματος έδωσε αριθμητική μείωση κατά 12% για το καταληκτικό σημείο των αγγειακών εγκεφαλικών επεισοδίων και 30% για το καταληκτικό σημείο των καρδιαγγειακών συμβαμάτων. Αυτά τα αποτελέσματα προέκυψαν κυρίως από μείωση της συχνότητας εμφάνισης των ΤΙΑ/ PRIND, ασταθούς στηθάγχης και καρδιακής ανεπάρκειας. Η ολική θνησιμότητα ήταν αριθμητικά ευνοϊκότερη για την νιτρενδιπίνη: στην ομάδα της επροσαρτάνης απεβίωσαν 57 από τους 681 ασθενείς έναντι 52 από τους 671 ασθενείς της ομάδας της νιτρενδιπίνης (λόγος κινδύνου 1,07 και 95% διάστημα εμπιστοσύνης 0,73-1,56 με p=0,725). Θανατηφόρα και μη θανατηφόρα εμφράγματα του μυοκαρδίου σημειώθηκαν σε 18 έναντι 20 ασθενών και αγγειακά εγκεφαλικά επεισόδια σε 36 έναντι 42 ασθενών, δηλ. αριθμητικά ευνοήθηκε η επροσαρτάνη. Για το πρωτεύον καταληκτικό σημείο, η επίδραση της επροσαρτάνης φαίνεται να είναι πιο σαφής σε ασθενείς που δεν ελάμβαναν βήτα-αποκλειστές.
Νεφρική λειτουργία
Η επροσαρτάνη δεν θίγει τους αυτορρυθμιστικούς μηχανισμούς του νεφρού. Σε φυσιολογικούς άρρενες ενήλικες η επροσαρτάνη αποδείχτηκε ότι αυξάνει τη μέση αποτελεσματική ροή του πλάσματος στο νεφρό. Η επροσαρτάνη δεν επιβαρύνει την νεφρική λειτουργία σε ασθενείς με ιδιοπαθή υπέρταση και σε ασθενείς με νεφρική ανεπάρκεια. Η επροσαρτάνη δεν ελαττώνει την ταχύτητα της σπειραματικής διήθησης σε φυσιολογικούς άρρενες, σε ασθενείς με υπέρταση ή σε ασθενείς με διαφόρου βαθμού νεφρική ανεπάρκεια. Η επροσαρτάνη έχει νατριοδιουρητικό αποτέλεσμα σε φυσιολογικά άτομα που έχουν τεθεί σε άναλο δίαιτα. Η επροσαρτάνη μπορεί να χορηγηθεί με ασφάλεια σε ασθενείς με ιδιοπαθή υπέρταση και σε ασθενείς με διαφόρου βαθμού νεφρική ανεπάρκεια χωρίς να προκαλεί κατακράτηση νατρίου ή επιδείνωση της νεφρικής λειτουργίας.
Ουρικό οξύ
Η επροσαρτάνη δεν επηρεάζει σημαντικά την απέκκριση του ουρικού οξέος στα ούρα.
Βήχας και αναστολείς ΜΕΑ
Η επροσαρτάνη δεν ενισχύει μηχανισμούς που σχετίζονται με τη βραδυκινίνη (μέσω της δράσης του μετατρεπτικού ενζύμου της αγγειοτενσίνης-ΜΕΑ), π.χ. τον βήχα. Σε μία μελέτη που σχεδιάστηκε ειδικά για να συγκρίνει τη συχνότητα του βήχα σε ασθενείς που υποβάλλονταν σε θεραπεία με την επροσαρτάνη σε σύγκριση με εκείνους που ελάμβαναν έναν αναστολέα του μετατρεπτικού ενζύμου της αγγειοτενσίνης, η συχνότητα του ξηρού, επίμονου βήχα σε ασθενείς που ελάμβαναν την επροσαρτάνη (1,5%) ήταν σημαντικά χαμηλότερη (p<0,05) από εκείνη που παρατηρήθηκε σε ασθενείς που ελάμβαναν τον αναστολέα του μετατρεπτικού ενζύμου της αγγειοτενσίνης (5,4%). Σε μία άλλη μελέτη που ερεύνησε τη συχνότητα του βήχα σε ασθενείς που έβηχαν προηγουμένως, ενώ τους χορηγούνταν ένας αναστολέας του ΜΕΑ, η συχνότητα του ξηρού, επίμονου βήχα με την επροσαρτάνη ήταν 2,6%, ενώ με το εικονικό φάρμακο 2,7% και με ένα αναστολέα του ΜΕΑ 25,0% (p<0.01 για την επροσαρτάνη έναντι του αναστολέα του ΜΕΑ).
Σύγκριση με εναλαπρίλη
Σε τρεις κλινικές μελέτες (ν=791 ασθενείς) η αντιυπερτασική δράση της επροσαρτάνης αποδείχτηκε τουλάχιστον εξ ίσου αποτελεσματική με αυτήν της εναλαπρίλης (αναστολέα του ΜΕΑ), με μία μελέτη σε βαριά υπέρταση να δείχνει στατιστικώς σημαντικά μεγαλύτερη ελάττωση της συστολικής πίεσης σε καθιστή και όρθια θέση για την επροσαρτάνη συγκριτικά με την εναλαπρίλη.
Μελέτες ONTARGET, VA NEPHRON-D και ALTITUDE
Δύο μεγάλες τυχαιοποιημένες, ελεγχόμενες μελέτες (η ONTARGET (ONgoing Telmisartan Alone and in combination with Ramipril Global Endpoint Trial) και η VA NEPHRON-D (The Veterans Affairs Nephropathy in Diabetes)) έχουν εξετάσει τη χρήση του συνδυασμού ενός αναστολέα ΜΕΑ με έναν αποκλειστή των υποδοχέων αγγειοτενσίνης II. Αυτές οι μελέτες δεν έχουν δείξει σημαντικά ωφέλιμη επίδραση στις νεφρικές και/ή στις καρδιαγγειακές εκβάσεις και τη θνησιμότητα, ενώ παρατηρήθηκε ένας αυξημένος κίνδυνος υπερκαλιαιμίας, οξείας νεφρικής βλάβης και/ή υπότασης σε σύγκριση με τη μονοθεραπεία. Δεδομένων των παρόμοιων φαρμακοδυναμικών ιδιοτήτων, αυτά τα αποτελέσματα είναι επίσης σχετικά για άλλους αναστολείς ΜΕΑ και αποκλειστές των υποδοχέων αγγειοτενσίνης ΙΙ. Ως εκ τούτου οι αναστολείς ΜΕΑ και οι αποκλειστές των υποδοχεών αγγειοτενσίνης ΙΙ δεν θα πρέπει να χρησιμοποιούνται ταυτόχρονα σε ασθενείς με διαβητική νεφροπάθεια.
Η ALTITUDE (Aliskiren Trial in Type 2 Diabetes Using Cardiovascular and Renal Disease Endpoints) ήταν μία μελέτη σχεδιασμένη να ελέγξει το όφελος της προσθήκης αλισκιρένης σε μία πρότυπη θεραπεία με έναν αναστολέα ΜΕΑ ή έναν αποκλειστή υποδοχέων αγγειοτενσίνης ΙΙ σε ασθενείς με σακχαρώδη διαβήτη τύπου 2 και χρόνια νεφρική νόσο, καρδιαγγειακή νόσο ή και τα δύο. Η μελέτη διεκόπη πρόωρα λόγω ενός αυξημένου κινδύνου ανεπιθύμητων εκβάσεων. Ο καρδιαγγειακός θάνατος και το εγκεφαλικό επεισόδιο ήταν και τα δύο αριθμητικά συχνότερα στην ομάδα της αλισκιρένης από ότι στην ομάδα του εικονικού φαρμάκου και τα ανεπιθύμητα συμβάντα και τα σοβαρά ανεπιθύμητα συμβάντα ενδιαφέροντος (υπερκαλιαιμία, υπόταση και νεφρική δυσλειτουργία) αναφέρθηκαν συχνότερα στην ομάδα της αλισκιρένης από ότι στην ομάδα του εικονικού φαρμάκου.
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
Γενικά Φαρμακοκινητικά χαρακτηριστικά
Η απόλυτη βιοδιαθεσιμότητα μετά την από του στόματος εφάπαξ χορήγηση 300mg επροσαρτάνης είναι περίπου 13%, λόγω της περιορισμένης από του στόματος απορρόφησης. Η μέγιστη συγκέντρωση της επροσαρτάνης στο πλάσμα επιτυγχάνεται σε 1 έως 2 ώρες μετά την από του στόματος χορήγησή της σε νηστικά άτομα. Οι συγκεντρώσεις πλάσματος είναι ευθέως ανάλογες των χορηγούμενων δόσεων για εύρος δόσεων 100 ως 200 mg, αλλά αναλογικά μικρότερες για εύρος δόσεων 400 ως 800 mg. Ο τελικός χρόνος ημίσειας ζωής της αποβολής της επροσαρτάνης μετά την από του στόματος χορήγησή της είναι συνήθως 5 ως 9 ώρες. Η επροσαρτάνη δεν αθροίζεται σημαντικά κατά τη χρόνια χορήγηση. Η χορήγηση της επροσαρτάνης μαζί με τροφή καθυστερεί την απορρόφηση της πρώτης με μικρές μεταβολές (<25%) να παρατηρούνται στις Cmax και AUC, χωρίς κλινικές συνέπειες.
Η σύνδεση της επροσαρτάνης με τις πρωτεΐνες του πλάσματος είναι υψηλή (περίπου 98%) και σταθερή για το εύρος των συγκεντρώσεων που επιτυγχάνονται με τις θεραπευτικές δόσεις. Η έκταση της σύνδεσης με τις πρωτεΐνες του πλάσματος δεν επηρεάζεται από το φύλο, την ηλικία, την ηπατική δυσλειτουργία ή την ελαφρά ως μέτριας βαρύτητας νεφρική ανεπάρκεια, αλλά έχει αποδειχθεί πως ελαττώνεται σε μικρό αριθμό ασθενών με βαριά νεφρική ανεπάρκεια.
Μετά την ενδοφλέβια χορήγηση επισημασμένης με [14C] επροσαρτάνης, περίπου 61% της ραδιενέργειας ανιχνεύθηκε στα κόπρανα και περίπου 37% στα ούρα. Μετά την από του στόματος χορήγηση [14C] επροσαρτάνης, περίπου 90% της ραδιενέργειας ανιχνεύθηκε στα κόπρανα και περίπου 7% στα ούρα.
Μετά την από του στόματος και την ενδοφλέβια χορήγηση [14C] επροσαρτάνης στον άνθρωπο, η επροσαρτάνη ήταν η μόνη ουσία από το χορηγηθέν φάρμακο που ανευρέθηκε στο πλάσμα και τα κόπρανα. Στα ούρα, ποσοστό περίπου 20% της ραδιενέργειας που απεκκρίθηκε ήταν ένα ακύλιο του γλυκουρονιδίου της επροσαρτάνης, ενώ το υπόλοιπο 80% ήταν αμετάβλητη επροσαρτάνη.
Ο όγκος κατανομής της επροσαρτάνης είναι περίπου 13 λίτρα. Η ολική κάθαρση του πλάσματος είναι περίπου 130 ml/min. Η χοληφόρος και νεφρική απέκκριση συμβάλλουν στην αποβολή της επροσαρτάνης.
Φαρμακοκινητική σε ειδικούς πληθυσμούς
Οι τιμές των AUC και Cmax για την επροσαρτάνη αυξάνονται στους υπερήλικες (κατά μέσον όρο περίπου στο διπλάσιο) αλλά τούτο δεν απαιτεί μεταβολές στη δοσολογία.
Μετά τη χορήγηση εφ’ άπαξ δόσης 100 mg επροσαρτάνης, οι τιμές AUC για την επροσαρτάνη (αλλά όχι και για τη Cmax) αυξάνονται κατά μέσο όρο περίπου 40% σε ασθενείς με ηπατική ανεπάρκεια.
Σε σύγκριση με τα άτομα με φυσιολογική νεφρική λειτουργία, οι μέσες τιμές των AUC και Cmax ήταν περίπου κατά 30% υψηλότερες σε ασθενείς με μετρίου βαθμού νεφρική ανεπάρκεια (κάθαρση κρεατινίνης 30-59 ml/min), περίπου κατά 50% υψηλότερες σε ένα μικρό αριθμό ασθενών με βαριά νεφρική ανεπάρκεια (κάθαρση κρεατινίνης 5-29 ml/min) και περίπου κατά 60% σε ασθενείς που υποβάλλονται σε αιμοδιύλιση.
Δεν υπάρχει καμία διαφορά στη φαρμακοκινητική της επροσαρτάνης μεταξύ ανδρών και γυναικών.
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία Επροσαρτάνη, Κωδικός ATC: C09CA02 ### Μηχανισμός δράσης Η επροσαρτάνη είναι ένας συνθετικός, δραστικός από το στόμα, μη-διφαινυλικός μη-τετραζολικός αποκλειστής των υποδοχέων της αγγειοτενσίνης ΙΙ. Η αγγειοτενσίνη ΙΙ…
Γενικά Φαρμακοκινητικά χαρακτηριστικά Η απόλυτη βιοδιαθεσιμότητα μετά την από του στόματος εφάπαξ χορήγηση 300mg επροσαρτάνης είναι περίπου 13%, λόγω της περιορισμένης από του στόματος απορρόφησης. Η μέγιστη συγκέντρωση της επροσαρτάνης στο πλάσμα…
Παρακολούθηση Αγωγής
Εργαστηριακοί & κλινικοί έλεγχοι από το SPC, ανά σύστημα
Αρχικός έλεγχος — πριν την έναρξη
-
Νεφρική λειτουργία
· πριν την έναρξη της αγωγής με επροσαρτάνη και κατά διαστήματα στη διάρκεια της θεραπείας
Νεφρική ανεπάρκεια
Εργαστηριακές εξετάσεις (αίμα / ούρα)
| Έλεγχος | Σύστημα | Συχνότητα | Προϋπόθεση |
|---|---|---|---|
| Νεφρική λειτουργία | water_dropΝεφρική λειτουργία | συχνή στενή | Θεραπεία διπλού αποκλεισμού του RASS |
| Ηλεκτρολύτες ορού | scienceΗλεκτρολύτες & μεταβολικά | συχνή στενή | Θεραπεία διπλού αποκλεισμού του RASS |
| Κάλιο ορού (K⁺) | scienceΗλεκτρολύτες & μεταβολικά | τακτική | ασθενείς που υπόκεινται σε κίνδυνο υπερκαλιαιμίας (νεφρική ανεπάρκεια και/ή καρδιακή ανεπάρκεια, ταυτόχρονη αγωγή με φαρμακευτικά προϊόντα που επηρεάζουν το σύστημα ρενίνης-αγγειοτενσίνης-αλδοστερόνης) |
Κλινική εξέταση & ζωτικά
| Έλεγχος | Σύστημα | Συχνότητα | Προϋπόθεση |
|---|---|---|---|
| Αρτηριακή πίεση | monitor_heartΑρτηριακή πίεση & ζωτικά σημεία | συχνή στενή | Θεραπεία διπλού αποκλεισμού του RASS |
Μονογραφίες Πηγών
Αναλυτικό περιεχόμενο ανά πηγή για τεκμηρίωση και έλεγχο
DrugBank
Description
expand_more
Description
DrugBank
Indication
expand_more
Indication
DrugBank
Pharmacology
expand_more
Pharmacology
DrugBank
Mechanism of action
expand_more
Mechanism of action
DrugBank
Absorption
expand_more
Absorption
DrugBank
Half life
expand_more
Half life
DrugBank
Protein binding
expand_more
Protein binding
DrugBank
Toxicity
expand_more
Toxicity
science
PubChem
Φαρμακοδυναμική
expand_more
Φαρμακοδυναμική
Φαρμακοδυναμική
Η αγγειοτενσίνη II (AII), ο κύριος αγγειοσυσταλτικός παράγοντας του συστήματος ρενίνης-αγγειοτενσίνης, σχηματίζεται από την αγγειοτενσίνη I μέσω αντίδρασης που καταλύεται από το μετατρεπτικό ένζυμο της αγγειοτενσίνης (κινινάση II). Είναι υπεύθυνη για δράσεις όπως η αγγειοσύσπαση, η διέγερση της σύνθεσης και απελευθέρωσης αλδοστερόνης, η καρδιακή διέγερση και η νεφρική επαναρρόφηση νατρίου.
Ο Eprosartan αποκλείει επιλεκτικά την πρόσδεση της αγγειοτενσίνης II στον υποδοχέα AT1, οδηγώντας σε πολλαπλές δράσεις, όπως αγγειοδιαστολή, μείωση της έκκρισης βαζοπρεσσίνης και μείωση της παραγωγής και έκκρισης αλδοστερόνης. Το αποτέλεσμα είναι η μείωση της αρτηριακής πίεσης.
neurology
PubChem
Μηχανισμός δράσης
expand_more
Μηχανισμός δράσης
Μηχανισμός Δράσης
Ο Eprosartan αναστέλλει τις αγγειοσυσπαστικές δράσεις και τις δράσεις απελευθέρωσης αλδοστερόνης της αγγειοτενσίνης II, αποκλείοντας επιλεκτικά την πρόσδεση της αγγειοτενσίνης II στον υποδοχέα AT1 που βρίσκεται σε πολλούς ιστούς (π.χ., λείες μυϊκές ίνες αγγείων, επινεφρίδια). Υπάρχει επίσης ο υποδοχέας AT2 σε πολλούς ιστούς, αλλά δεν είναι γνωστό ότι σχετίζεται με την καρδιαγγειακή ομοιόσταση.
Ο Eprosartan δεν παρουσιάζει καμία μερική αγωνιστική δράση στον υποδοχέα AT1. Η συγγένειά του για τον υποδοχέα AT1 είναι 1.000 φορές μεγαλύτερη από αυτήν για τον υποδοχέα AT2. Μελέτες πρόσδεσης in vitro δείχνουν ότι ο eprosartan είναι ένας αναστρέψιμος, ανταγωνιστικός αναστολέας του υποδοχέα AT1. Έχει επίσης αποδειχθεί ότι ο eprosartan προσδένεται στους υποδοχείς AT1 τόσο προ-συναπτικά όσο και συναπτικά. Η δράση του στους προ-συναπτικούς υποδοχείς AT1 οδηγεί στην αναστολή της διεγερμένης από συμπαθητικό νευρικό σύστημα απελευθέρωσης νοραδρεναλίνης.
Σε αντίθεση με τους αναστολείς του μετατρεπτικού ενζύμου της αγγειοτενσίνης (ACE inhibitors), ο eprosartan και άλλοι αποκλειστές υποδοχέων αγγειοτενσίνης (ARBs) δεν παρεμβαίνουν στην αντίδραση με βραδυκινίνη και ουσία P, γεγονός που εξηγεί την απουσία ανεπιθύμητων ενεργειών που παρατηρούνται με τους ACE inhibitors (π.χ. ξηρός βήχας).
Οι αποκλειστές υποδοχέων αγγειοτενσίνης II (AII) προσφέρουν μια εναλλακτική μέθοδο αποκλεισμού του συστήματος ρενίνης-αγγειοτενσίνης-αλδοστερόνης (RAAS) σε σχέση με τους αναστολείς του μετατρεπτικού ενζύμου της αγγειοτενσίνης (ACE inhibitors). Όντας ιδιαίτερα εκλεκτικοί ως προς τον υπότυπο AT(1) των υποδοχέων AII, οι αποκλειστές υποδοχέων AII μπορεί να αποφύγουν τις ανεπιθύμητες ενέργειες που σχετίζονται με τη θεραπεία με ACE inhibitors, όπως ο βήχας.
Ο Eprosartan είναι ένας ανταγωνιστής μη-διφαινυλίου, μη-τετραζολίου, ανταγωνιστικός, ο οποίος διαφέρει χημικά από άλλους αποκλειστές υποδοχέων AII, γεγονός που μπορεί να εξηγήσει τις διαφορές στις φαρμακολογικές του ιδιότητες. Προκαλεί διπλό αποκλεισμό των υποδοχέων AT(1) τόσο προ-συναπτικά όσο και μετα-συναπτικά, μειώνοντας τη δραστηριότητα των συμπαθητικών νεύρων σε σημαντικά μεγαλύτερο βαθμό από άλλους αποκλειστές υποδοχέων AT(1).
Η αγγειοτενσίνη II (που σχηματίζεται από την αγγειοτενσίνη I σε αντίδραση που καταλύεται από το μετατρεπτικό ένζυμο της αγγειοτενσίνης (κινινάση II)), ένας ισχυρός αγγειοσυσπαστικός παράγοντας, είναι ο κύριος παράγοντας πίεσης του συστήματος ρενίνης-αγγειοτενσίνης. Η αγγειοτενσίνη II διεγείρει επίσης τη σύνθεση και έκκριση αλδοστερόνης από τον φλοιό των επινεφριδίων, την καρδιακή σύσπαση, την επαναρρόφηση νατρίου από τους νεφρούς, τη δραστηριότητα του συμπαθητικού νευρικού συστήματος και την ανάπτυξη των κυττάρων των λείων μυών.
Ο Eprosartan αναστέλλει τις αγγειοσυσπαστικές δράσεις και τις δράσεις απελευθέρωσης αλδοστερόνης της αγγειοτενσίνης II, αποκλείοντας επιλεκτικά την πρόσδεση της αγγειοτενσίνης II στον υποδοχέα AT1 που βρίσκεται σε πολλούς ιστούς (π.χ., λείες μυϊκές ίνες αγγείων, επινεφρίδια). Υπάρχει επίσης ο υποδοχέας AT2 σε πολλούς ιστούς, αλλά δεν είναι γνωστό ότι σχετίζεται με την καρδιαγγειακή ομοιόσταση.
Ο Eprosartan δεν παρουσιάζει καμία μερική αγωνιστική δράση στον υποδοχέα AT1. Η συγγένειά του για τον υποδοχέα AT1 είναι 1.000 φορές μεγαλύτερη από αυτήν για τον υποδοχέα AT2. Μελέτες πρόσδεσης in vitro δείχνουν ότι ο eprosartan είναι ένας αναστρέψιμος, ανταγωνιστικός αναστολέας του υποδοχέα AT1. Ο αποκλεισμός του υποδοχέα AT1 αίρει την αρνητική ανάδραση της αγγειοτενσίνης II στην έκκριση ρενίνης, αλλά η αυξημένη δραστικότητα ρενίνης στο πλάσμα και η κυκλοφορούσα αγγειοτενσίνη II που προκύπτουν δεν υπερνικούν την επίδραση του eprosartan στην αρτηριακή πίεση.
Το Teveten δεν αναστέλλει την κινινάση II, το ένζυμο που μετατρέπει την αγγειοτενσίνη I σε αγγειοτενσίνη II και αποικοδομεί τη βραδυκινίνη· δεν είναι γνωστό αν αυτό έχει κλινική σημασία. Δεν προσδένεται ούτε αποκλείει άλλους ορμονικούς υποδοχείς ή ιοντικούς διαύλους που είναι γνωστοί για τη σημασία τους στην καρδιαγγειακή ρύθμιση.
Ο επιλεκτικός αποκλεισμός του υποδοχέα AT1 της αγγειοτενσίνης II αντιπροσωπεύει έναν νέο μηχανισμό για τη διακοπή του συστήματος ρενίνης-αγγειοτενσίνης χωρίς να αλλοιώνει τα πιθανά οφέλη της διέγερσης του υποδοχέα AT2. Αυτή η επιλεκτική αναστολή δεν προκαλεί κανένα από τα μειονεκτήματα που σχετίζονται με τη μειωμένη μεταβολισμό της βραδυκινίνης και την παραγωγή αγγειοτενσίνης II μέσω μη-μετατρεπτικών ενζύμων της αγγειοτενσίνης οδών.
Ο Eprosartan είναι ένας ισχυρός (1.4 nmol/L) ανταγωνιστής του υποδοχέα AT1 που αναστέλλει ανταγωνιστικά τη συστολή των αγγείων που προκαλείται από την αγγειοτενσίνη II. Σε διάφορα ζωικά μοντέλα νόσων, συμπεριλαμβανομένης της υπέρτασης και του εγκεφαλικού, ο eprosartan είναι αποτελεσματικός στη μείωση της εξέλιξης της νόσου.
Ο Eprosartan έχει επίσης συμπαθοανασταλτική δράση, όπως αποδεικνύεται από την αναστολή των πιεστικών αποκρίσεων που προκαλούνται από τη διέγερση της συμπαθητικής εξόδου μέσω διέγερσης του νωτιαίου μυελού σε αρουραίους. Αντίθετα, ορισμένοι από τους άλλους ανταγωνιστές υποδοχέων αγγειοτενσίνης II, όπως η λοζαρτάνη, σε ισοδύναμες δόσεις αποκλεισμού της αγγειοτενσίνης II, δεν έχουν επίδραση στη δραστηριότητα του συμπαθητικού νευρικού συστήματος.
Επειδή ο eprosartan μπορεί να αναστέλλει τόσο τις άμεσες όσο και τις έμμεσες επιδράσεις της αγγειοτενσίνης II που μεσολαβούνται από ενισχυμένη συμπαθητική νευροδιαβίβαση, αυτό μπορεί να αποτελέσει μια σημαντική πρόοδο στη θεραπεία της αυξημένης συστολικής αρτηριακής πίεσης.
Αν και αυτοί οι παράγοντες /ανταγωνιστές υποδοχέων αγγειοτενσίνης II/ είναι παρόμοιοι με τους ACE inhibitors στο ότι μειώνουν τις επιδράσεις της αγγειοτενσίνης II, αντί να μειώνουν τον σχηματισμό της αγγειοτενσίνης II, τα φάρμακα ανταγωνίζονται την αγγειοτενσίνη II στον υποδοχέα τύπου Ι της αγγειοτενσίνης. Αυτό επιτρέπει στα φάρμακα να αναστέλλουν τις αγγειοσυσπαστικές δράσεις και τις δράσεις προώθησης αλδοστερόνης της αγγειοτενσίνης II χωρίς να παρεμβαίνουν στην αποικοδόμηση της βραδυκινίνης, μειώνοντας σημαντικά τις ανεπιθύμητες ενέργειες όπως ο βήχας και το αγγειοοίδημα που παρατηρούνται με τη θεραπεία με ACE inhibitor.
biotech
PubChem
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
expand_more
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
Απορρόφηση, Κατανομή & Απέκκριση
Η απόλυτη βιοδιαθεσιμότητα μετά από μία εφάπαξ από του στόματος δόση 300 mg eprosartan είναι περίπου 13%. Η χορήγηση eprosartan με τροφή καθυστερεί την απορρόφηση.
Ο Eprosartan απεκκρίνεται στο μητρικό γάλα ζώων· δεν είναι γνωστό αν ο eprosartan απεκκρίνεται στο ανθρώπινο γάλα.
Η πρόσδεση του eprosartan στις πρωτεΐνες του πλάσματος είναι υψηλή (περίπου 98%) και σταθερή εντός του εύρους συγκεντρώσεων που επιτυγχάνεται με θεραπευτικές δόσεις. Η συνδυασμένη ανάλυση φαρμακοκινητικής του πληθυσμού από δύο μελέτες Φάσης 3 σε 299 άνδρες και 172 γυναίκες με ήπια έως μέτρια υπέρταση (ηλικίας 20 έως 93 ετών) έδειξε ότι ο eprosartan παρουσίασε μια μέση καθαρή κάθαρση από του στόματος (CL/F) για έναν μέσο ασθενή 60 ετών 48.5 L/hr. Ο μέσος όγκος κατανομής σε κατάσταση ισορροπίας (Vss/F) ήταν 308 L. Οι φαρμακοκινητικές του eprosartan δεν επηρεάστηκαν από το βάρος, τη φυλή, το φύλο ή τη σοβαρότητα της υπέρτασης στην αρχική φάση. Η κάθαρση από του στόματος έδειξε να είναι γραμμική συνάρτηση της ηλικίας, με το CL/F να μειώνεται κατά 0.62 L/hr για κάθε έτος αύξησης.
Ο Eprosartan αποβάλλεται μέσω χολικής και νεφρικής απέκκρισης, κυρίως ως αμετάβλητη ουσία. Λιγότερο από 2% μιας από του στόματος δόσης απεκκρίνεται στα ούρα ως γλυκουρονίδιο. Δεν υπάρχουν ενεργά μεταβολιταί μετά από χορήγηση από του στόματος και ενδοφλέβια χορήγηση με (14C) eprosartan σε ανθρώπους. Ο Eprosartan ήταν η μοναδική ουσία που σχετίζεται με το φάρμακο και βρέθηκε στο πλάσμα και τα κόπρανα. Μετά από ενδοφλέβια χορήγηση (14C) eprosartan, περίπου το 61% της ουσίας ανακτήθηκε στα κόπρανα και περίπου το 37% στα ούρα. Μετά από από του στόματος δόση (14C) eprosartan, περίπου το 90% ανακτήθηκε στα κόπρανα και περίπου το 7% στα ούρα.
Η απόλυτη βιοδιαθεσιμότητα μετά από μία εφάπαξ από του στόματος δόση 300 mg eprosartan είναι περίπου 13%. Οι συγκεντρώσεις eprosartan στο πλάσμα κορυφώνονται 1 έως 2 ώρες μετά από από του στόματος δόση σε νηστεία. Η χορήγηση eprosartan με τροφή καθυστερεί την απορρόφηση και προκαλεί μεταβλητές αλλαγές (<25%) στις τιμές Cmax και AUC που δεν φαίνονται κλινικά σημαντικές. Οι συγκεντρώσεις eprosartan στο πλάσμα αυξάνονται σε ελαφρώς λιγότερο από την αναλογία της δόσης σε όλο το εύρος δόσεων 100 mg έως 800 mg. Ο μέσος τελικός χρόνος ημίσειας ζωής αποβολής του eprosartan μετά από πολλαπλές από του στόματος δόσεις 600 mg ήταν περίπου 20 ώρες. Ο Eprosartan δεν συσσωρεύεται σημαντικά με χρόνια χρήση.
Για περισσότερα δεδομένα Απορρόφησης, Κατανομής και Απέκκρισης (Πλήρη) για το EPROSARTAN (6 σύνολο), παρακαλώ επισκεφθείτε τη σελίδα εγγραφής HSDB.
water_drop
PubChem
Δέσμευση πρωτεϊνών
expand_more
Δέσμευση πρωτεϊνών
Πρόσδεση στις Πρωτεΐνες
Η πρόσδεση του eprosartan στις πρωτεΐνες του πλάσματος είναι υψηλή (περίπου 98%) και σταθερή εντός του εύρους συγκεντρώσεων που επιτυγχάνεται με θεραπευτικές δόσεις.
hub
PubChem
Μεταβολισμός
expand_more
Μεταβολισμός
Μεταβολισμός
Ο Eprosartan δεν μεταβολίζεται από το σύστημα κυτοχρώματος P450. Απεκκρίνεται κυρίως ως αμετάβλητο φάρμακο. Λιγότερο από 2% μιας από του στόματος δόσης απεκκρίνεται στα ούρα ως γλυκουρονίδιο.
Μετά από από του στόματος δόση (14C) eprosartan, περίπου το 90% ανακτήθηκε στα κόπρανα και περίπου το 7% στα ούρα. Περίπου το 20% της ραδιενέργειας που απεκκρίθηκε στα ούρα ήταν ακυλογλυκουρονίδιο του eprosartan, με το υπόλοιπο 80% να είναι αμετάβλητο eprosartan.
hourglass
PubChem
Ημίσεια ζωή
expand_more
Ημίσεια ζωή
Βιολογικός Χρόνος Ημίσειας Ζωής
Ο τελικός χρόνος ημίσειας ζωής αποβολής του eprosartan μετά από από του στόματος χορήγηση είναι συνήθως 5 έως 9 ώρες.
… Ο μέσος τελικός χρόνος ημίσειας ζωής αποβολής του eprosartan μετά από πολλαπλές από του στόματος δόσεις 600 mg ήταν περίπου 20 ώρες. …
Μετά από από του στόματος χορήγηση eprosartan σε υγιείς εθελοντές … ο τελικός χρόνος ημίσειας ζωής του φαρμάκου είναι συνήθως 5-9 ώρες μετά από από του στόματος χορήγηση. …
category
PubChem
MeSH classification
expand_more
MeSH classification
MeSH Φαρμακολογική Ταξινόμηση
Φάρμακα που χρησιμοποιούνται στη θεραπεία της οξείας ή χρόνιας αγγειακής ΥΠΕΡΤΑΣΗΣ ανεξαρτήτως φαρμακολογικού μηχανισμού. Μεταξύ των αντιυπερτασικών παραγόντων περιλαμβάνονται τα ΔΙΟΥΡΗΤΙΚΑ (ειδικά τα ΔΙΟΥΡΗΤΙΚΑ, ΘΕΙΑΖΙΔΙΚΑ)· Β-ΑΔΡΕΝΕΡΓΙΚΟΙ ΑΝΤΑΓΩΝΙΣΤΕΣ· Α-ΑΔΡΕΝΕΡΓΙΚΟΙ ΑΝΤΑΓΩΝΙΣΤΕΣ· ΑΝΑΣΤΟΛΕΙΣ ΤΟΥ ΜΕΤΑΤΡΕΠΤΙΚΟΥ ΕΝΖΥΜΟΥ ΤΗΣ ΑΓΓΕΙΟΤΕΝΣΙΝΗΣ· ΑΝΑΡΓΩΝΙΣΤΕΣ ΔΙΟΔΩΝ ΑΣΒΕΣΤΙΟΥ· ΑΝΑΡΓΩΝΙΣΤΕΣ ΓΑΓΓΛΙΩΝ· και ΑΓΓΕΙΟΔΙΑΣΤΟΛΙΚΟΙ ΠΑΡΑΓΟΝΤΕΣ.
Παράγοντες που ανταγωνίζονται τον ΥΠΟΔΟΧΕΑ ΤΥΠΟΥ 2 ΤΗΣ ΑΓΓΕΙΟΤΕΝΣΙΝΗΣ II.
fact_check
PubChem
FDA classification
expand_more
FDA classification
FDA Φαρμακολογική Ταξινόμηση
2KH13Z0S0Y
EPROSARTAN
Μηχανισμοί Δράσης [MoA] - Ανταγωνιστές Υποδοχέων Αγγειοτενσίνης 2
Καθιερωμένη Φαρμακολογική Κατηγορία [EPC] - Αποκλειστής Υποδοχέων Αγγειοτενσίνης 2
Ο Eprosartan είναι Αποκλειστής Υποδοχέων Αγγειοτενσίνης 2. Ο μηχανισμός δράσης του eprosartan είναι ως Ανταγωνιστής Υποδοχέων Αγγειοτενσίνης 2.
Επιστημονικό Προφίλ
expand_more
MeSH Φαρμακολογική Ταξινόμηση
Φάρμακα που χρησιμοποιούνται στη θεραπεία της οξείας ή χρόνιας αγγειακής ΥΠΕΡΤΑΣΗΣ ανεξαρτήτως φαρμακολογικού μηχανισμού. Μεταξύ των αντιυπερτασικών παραγόντων περιλαμβάνονται τα ΔΙΟΥΡΗΤΙΚΑ (ειδικά τα ΔΙΟΥΡΗΤΙΚΑ, ΘΕΙΑΖΙΔΙΚΑ)· Β-ΑΔΡΕΝΕΡΓΙΚΟΙ ΑΝΤΑΓΩΝΙΣΤΕΣ· Α-ΑΔΡΕΝΕΡΓΙΚΟΙ ΑΝΤΑΓΩΝΙΣΤΕΣ· ΑΝΑΣΤΟΛΕΙΣ ΤΟΥ ΜΕΤΑΤΡΕΠΤΙΚΟΥ ΕΝΖΥΜΟΥ ΤΗΣ ΑΓΓΕΙΟΤΕΝΣΙΝΗΣ· ΑΝΑΡΓΩΝΙΣΤΕΣ ΔΙΟΔΩΝ ΑΣΒΕΣΤΙΟΥ· ΑΝΑΡΓΩΝΙΣΤΕΣ ΓΑΓΓΛΙΩΝ· και ΑΓΓΕΙΟΔΙΑΣΤΟΛΙΚΟΙ ΠΑΡΑΓΟΝΤΕΣ.
Παράγοντες που ανταγωνίζονται τον ΥΠΟΔΟΧΕΑ ΤΥΠΟΥ 2 ΤΗΣ ΑΓΓΕΙΟΤΕΝΣΙΝΗΣ II.