EPROSARTAN
Επροσαρτάνη
### Μηχανισμός δράσης **Επροσαρτάνη** Η επροσαρτάνη είναι ένας μη-πεπτιδικός, δραστικός από το στόμα μη-διφαινυλικός μη-τετραζολικός ανταγωνιστής των υποδοχέων της αγγειοτασίνης II, που συνδέεται εκλεκτικά με τον υποδοχέα ΑΤ1.
Εμπορικά Ονόματα
Πληροφορίες Συνταγογράφησης
Επιμελημένα δεδομένα από το SPC
medication
Δοσολογία
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Δοσολογία
- Οδός: Από του στόματος
- Χορήγηση: το πρωί
- Δόση έναρξης: ένα δισκίο Επροσαρτάνη PLUS 600 mg/12,5 mg μία φορά την ημέρα
- Τιτλοποίηση: Η μετάβαση από τη μονοθεραπεία με επροσαρτάνη στον σταθερό συνδυασμό μπορεί να αξιολογηθεί μετά από 8 εβδομάδες από την σταθεροποίηση της αρτηριακής πίεσης.
-
ΕνήλικεςΔόσηένα δισκίο Επροσαρτάνη PLUS 600 mg/12,5 mgμία φορά την ημέρα
-
ΗλικιωμένοιΔεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης
-
Παιδιά και έφηβοι κάτω των 18 ετώνΔεν συνιστάται
-
Ασθενείς με ήπια έως μέτρια ηπατική δυσλειτουργίαΔεν συνιστάται
-
Ασθενείς με σοβαρή ηπατική δυσλειτουργίαΑντενδείκνυται
block
Αντενδείξεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Αντενδείξεις
-
Υπερευαισθησία στην επροσαρτάνη, σε παράγωγα σουλφοναμίδης (όπως η υδροχλωροθειαζίδη), ή σε οποιοδήποτε από τα έκδοχα
-
ΚύησηΠληθυσμόςδεύτερο και τρίτο τρίμηνο
-
Γαλουχία
-
Σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία
-
Σοβαρή νεφρική δυσλειτουργίαΠληθυσμόςκάθαρση κρεατινίνης < 30 ml/min
-
Ανθεκτική σε θεραπεία υποκαλιαιμία ή υπερασβεστιαιμία
-
Χολόσταση και αποφρακτικές διαταραχές των χοληφόρων
-
Ανθεκτική στη θεραπεία υπονατριαιμία
-
Συμπτωματική υπερουριχαιμία / ουρική αρθρίτιδα
warning
Προειδοποιήσεις & Προφυλάξεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Προειδοποιήσεις & Προφυλάξεις
-
Νεφραγγειακή υπέρτασηπροσοχήΠληθυσμόςασθενείς με αγγειακό τόνο και νεφρική λειτουργία που εξαρτάται κυρίως από τη δράση του συστήματος ρενίνης-αγγειοτασίνης-αλδοστερόνης (π.χ. με μονόπλευρη ή αμφοτερόπλευρη στένωση της νεφρικής αρτηρίας και λειτουργικά μονήρη νεφρό)Η νεφρική λειτουργία πρέπει να παρακολουθείται στενά, διότι υπάρχει αυξημένος κίνδυνος για σοβαρή υπόταση και νεφρική ανεπάρκεια.
-
ΥπερκαλιαιμίαπροσοχήΠληθυσμόςασθενείς που κινδυνεύουν να αναπτύξουν υπερκαλιαιμία (νεφρική δυσλειτουργία, σακχαρώδη διαβήτη, συγχορήγηση καλιοσυντηρητικών διουρητικών, συμπληρωμάτων καλίου, υποκαταστατων άλατος που περιέχουν κάλιο ή άλλων φαρμακευτικών προϊόντων που μπορεί να οδηγήσουν σε αύξηση του καλίου στον ορό του αίματος)Συνιστάται προσοχή στη χορήγηση και τακτική παρακολούθηση του καλίου στον ορό και την οξεοβασική ισορροπία.
-
Στένωση της αορτικής και της μιτροειδούς βαλβίδας, αποφρακτική υπερτροφική μυοκαρδιοπάθειαπροσοχήΠληθυσμόςασθενείς με στένωση της αορτικής ή της μιτροειδούς βαλβίδας ή με αποφρακτική υπερτροφική μυοκαρδιοπάθειαΠρέπει να αντιμετωπίζονται με προσοχή.
-
Πρωτοπαθής υπεραλδοστερονισμόςαντένδειξηΠληθυσμόςασθενείς με πρωτοπαθή υπεραλδοστερονισμόΔεν αποκρίνονται επαρκώς σε αντιυπερτασικά που δρουν μέσω της αναστολής του συστήματος ρενίνης-αγγειοτασίνης-αλδοστερόνης και, κατά συνέπεια, δεν συνιστάται αγωγή με Επροσαρτάνη PLUS 600 mg/12,5 mg.
-
Αγγειακός τόνος και νεφρική λειτουργίαπροσοχήΠληθυσμόςασθενείς των οποίων ο αγγειακός τόνος και η νεφρική λειτουργία εξαρτώνται κυρίως από τη δράση του συστήματος ρενίνης-αγγειοτασίνης-αλδοστερόνης (π.χ. ασθενείς με σοβαρή καρδιακή ανεπάρκεια ή υπάρχουσα νεφρική πάθηση συμπεριλαμβανομένης της στένωσης της νεφρικής αρτηρίας)Η αγωγή με έναν αναστολέα-ΜΕΑ ή έναν ανταγωνιστή των υποδοχέων της Αγγειοτασίνης-ΙΙ θα επηρεάσει το σύστημα αυτό με εκδήλωση οξείας υπότασης (οξέος υποτασικού επεισοδίου), ουραιμίας, ολιγουρίας και σπανίως οξείας νεφρικής ανεπάρκειας.
-
Αποτελεσματικότητα σε άτομα της μαύρης φυλήςπληροφορίαΠληθυσμόςάτομα της μαύρης φυλήςΗ επροσαρτάνη είναι εμφανώς λιγότερο αποτελεσματική στη μείωση της αρτηριακής πιέσεως σε σχέση με άτομα των άλλων φυλών.
-
Υπερβολική μείωση της αρτηριακής πιέσεωςπροσοχήΠληθυσμόςασθενείς με ισχαιμική μυοκαρδιοπάθεια ή ισχαιμικό αγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιοΜπορεί να προκαλέσει έμφραγμα του μυοκαρδίου ή εγκεφαλικό επεισόδιο.
-
Νεφρική δυσλειτουργία και μεταμόσχευση νεφρούπροσοχήΠληθυσμόςασθενείς με μειωμένη νεφρική λειτουργίαΣυνιστάται τακτικός έλεγχος των επιπέδων του καλίου, της κρεατινίνης και του ουρικού οξέος στον ορό. Μπορεί να εκδηλωθεί ουραιμία σχετιζόμενη με την υδροχλωροθειαζίδη.
-
Ηπατική δυσλειτουργίαπροσοχήΠληθυσμόςασθενείς με ελαφρά έως μέτρια ηπατική ανεπάρκειαΠρέπει να χορηγείται με προσοχή. Μεταβολές στην ισορροπία υγρών και ηλεκτρολυτών μπορεί να επισπεύσουν την εμφάνιση ηπατικού κώματος.
-
Μεταβολικές και ενδοκρινικές διαταραχέςπροσοχήΗ υδροχλωροθειαζίδη μπορεί να επηρεάσει την ανοχή στη γλυκόζη και να απαιτήσει προσαρμογή της δόσης της αντιδιαβητικής αγωγής. Μπορεί να εκδηλωθεί λανθάνων διαβήτης. Παρατηρήθηκαν μόνο ήπιες μεταβολικές και ενδοκρινικές διαταραχές (αύξηση της χοληστερόλης και των τριγλυκεριδίων του ορού) σε δοσολογία 12,5 mg υδροχλωροθειαζίδης. Μπορεί να προκαλέσει υπερουριχαιμία ή ουρική αρθρίτιδα. Μπορεί να εκδηλωθεί ουραιμία σχετιζόμενη με την υδροχλωροθειαζίδη.
-
Διαταραχή της ισορροπίας των ηλεκτρολυτώνπροσοχήΜπορεί να προκαλέσει διαταραχή της ισορροπίας των υγρών ή των ηλεκτρολυτών (υποκαλιαιμία, υπονατριαιμία, υπερασβεστιαιμία, υπομαγνησιαιμία και υποχλωραιμική αλκάλωση). Πρέπει να εξετάζεται το ενδεχόμενο περιοδικού καθορισμού των ηλεκτρολυτών του ορού. Μπορεί να μειώσουν την νεφρική απέκκριση ασβεστίου και προσωρινά να προκαλέσουν αύξηση του επιπέδου του ασβεστίου του ορού. Πρέπει να διακόπτονται πριν τον έλεγχο της παραθυρεοειδικής λειτουργίας. Αυξάνουν την απέκκριση μαγνησίου με τα ούρα, οδηγώντας σε υπομαγνησιαιμία.
-
Αντιδράσεις υπερευαισθησίας στην υδροχλωροθειαζίδηπροσοχήΠληθυσμόςασθενείς με ή χωρίς ιστορικό αλλεργίας ή βρογχικού άσθματος (πιθανότερες σε ασθενείς με τέτοιο ιστορικό)Μπορεί να παρατηρηθούν αντιδράσεις υπερευαισθησίας.
-
Συστημικός ερυθηματώδης λύκοςπροσοχήΕίναι πιθανόν να επιδεινώσουν ή να ενεργοποιήσουν συστημικό ερυθηματώδη λύκο.
-
Δοκιμασία ανίχνευσης αναβολικών ουσιώνπροσοχήΜπορεί να οδηγήσει σε (ψευδώς) θετικό αποτέλεσμα.
-
Νεφρική δυσλειτουργίααντένδειξηΠληθυσμόςασθενείς με σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία (με κάθαρση κρεατινίνης < 30 ml/min)Δεν πρέπει να χορηγείται (βλ. Αντενδείξεις).
-
Μεταμόσχευση νεφρούπροσοχήΠληθυσμόςασθενείς με μεταμόσχευση νεφρούΔεν υπάρχει εμπειρία με το Επροσαρτάνη PLUS 600 mg/12,5 mg.
-
ΛίθιοαντένδειξηΗ συγχορήγηση του Επροσαρτάνη PLUS με λίθιο δεν συνιστάται (βλ. Αλληλεπιδράσεις).
-
Ηπατική δυσλειτουργίααντένδειξηΠληθυσμόςασθενείς με σοβαρή ηπατική δυσλειτουργίαΑντενδείκνυται (βλ. Αντενδείξεις).
-
ΥπότασηπροσοχήΠληθυσμόςασθενείς με υπονατριαιμία ή υποογκαιμία (π.χ. ως αποτέλεσμα υψηλών δόσεων διουρητικών, δίαιτας με περιορισμό άλατος, διάρροιας ή εμέτου)Συμπτωματική υπόταση μπορεί να παρατηρηθεί. Η υπονατριαιμία και/ή η υποογκαιμία πρέπει να αντιμετωπιστούν πριν την έναρξη αγωγής με Επροσαρτάνη PLUS 600 mg/12,5 mg.
-
Κληρονομικά προβλήματα δυσανεξίαςαντένδειξηΠληθυσμόςασθενείς με σπάνια κληρονομικά προβλήματα δυσανεξίας στη γαλακτόζη, ανεπάρκειας Lapp λακτάσης ή δυσαπορρόφησης γλυκόζης-γαλακτόζηςΔεν πρέπει να λαμβάνουν αυτό το φαρμακευτικό προϊόν.
swap_horiz
Αλληλεπιδράσεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
-
αντένδειξηΑύξηση συγκεντρώσεων λιθίου στον ορό και τοξικότητα, μείωση νεφρικής κάθαρσης λιθίουΣύστασηΔεν συνιστάται η χρήση. Εάν απαραίτητο, προσεχτική παρακολούθηση επιπέδων λιθίου στον ορό.
-
προσοχήΕνίσχυση αντιυπερτασικού αποτελέσματος
-
Μη-στεροειδή αντιφλεγμονώδη φαρμακευτικά προϊόντα (ΜΣΑΦ)προσοχήΕλάττωση αντιυπερτασικής δράσης, επιδείνωση νεφρικής λειτουργίας (ιδιαίτερα σε αφυδατωμένους/ηλικιωμένους)ΣύστασηΕπαρκής ενυδάτωση, παρακολούθηση νεφρικής λειτουργίας στην έναρξη και περιοδικά.
-
παρακολούθησηΕνίσχυση αντιυπερτασικού αποτελέσματος
-
Άλλα αντιυπερτασικά φάρμακαπαρακολούθησηΕνίσχυση αντιυπερτασικού αποτελέσματος
-
Αλκοόλη, βαρβιτουρικά, ναρκωτικά ή αντικαταθλιπτικάπαρακολούθησηΕνίσχυση ορθοστατικής υπότασης
-
Φαρμακευτικά προϊόντα που επηρεάζουν τα επίπεδα καλίου (επροσαρτάνη)αντένδειξηΑύξηση καλίου στον ορόΣύστασηΔεν συνιστάται η ταυτόχρονη χρήση. Εάν απαραίτητο, παρακολούθηση επιπέδων καλίου στο πλάσμα.
-
Φαρμακευτικά προϊόντα που επηρεάζουν τα επίπεδα καλίου (υδροχλωροθειαζίδη)αντένδειξηΕνίσχυση έκπλυσης καλίου, υποκαλιαιμίαΣύστασηΔεν συνιστάται η ταυτόχρονη χρήση.
-
Αλάτα ασβεστίουπροσοχήΑύξηση επιπέδων ασβεστίου ορού λόγω μειωμένης απέκκρισηςΣύστασηΠροσαρμογή δοσολογίας συμπληρωμάτων ασβεστίου και παρακολούθηση επιπέδων ασβεστίου ορού.
-
Ρητίνες χολεστυραμίνης και κολεστιπόληςπροσοχήΕλάττωση απορρόφησης υδροχλωροθειαζίδης
-
Καρδιακές γλυκοσίδεςπροσοχήΕυνοούν την εμφάνιση καρδιακής αρρυθμίας λόγω υποκαλιαιμίας/υπομαγνησιαιμίας
-
Φαρμακευτικά προϊόντα που επηρεάζονται από τις διαταραχές του καλίου στον ορόπροσοχήΚίνδυνος κοιλιακής ταχυκαρδίας δίκην ριπιδίουΣύστασηΠεριοδικοί έλεγχοι καλίου ορού και ηλεκτροκαρδιογράφημα.
-
Μη-αποπολωτικά μυοχαλαρωτικά των σκελετικών μυώνπροσοχήΕνίσχυση της δράσης τους
-
Αντιχολινεργικοί παράγοντεςπροσοχήΑύξηση βιοδιαθεσιμότητας θειαζιδικών διουρητικών
-
Αντιδιαβητικά φάρμακαπροσοχήΕπηρεασμός ανοχής στη γλυκόζηΣύστασηΜπορεί να απαιτηθεί προσαρμογή της δόσης του αντιδιαβητικού.
-
προσοχήΚίνδυνος γαλακτικής οξέωσηςΣύστασηΧρήση με προσοχή.
-
β-αποκλειστές, διαζοξείδηπροσοχήΑύξηση υπεργλυκαιμικής δράσης
-
Αμίνες που αυξάνουν την αρτηριακή πίεσηπροσοχήΕλάττωση της δράσης τους
-
Φαρμακευτικά προϊόντα για την ουρική αρθρίτιδαπροσοχήΑύξηση ουρικού οξέος ορού, αύξηση συχνότητας υπερευαισθησίας στην αλλοπουρινόληΣύστασηΊσως απαιτηθεί προσαρμογή της δόσης των ουρικοζουρικών.
-
προσοχήΑύξηση κινδύνου ανεπιθύμητων ενεργειών
-
Κυτταροτοξικές ουσίεςπροσοχήΜείωση νεφρικής απέκκρισης κυτταροτοξικών, ενίσχυση μυελοκατασταλτικών αποτελεσμάτων
-
ΤετρακυκλίνεςπροσοχήΑύξηση κινδύνου αύξησης της ουρίαςΣύστασηΠιθανώς δεν εφαρμόζεται στην δοξυκυκλίνη.
sick
Ανεπιθύμητες ενέργειες
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
- ανησυχία (Συχνές)
- άγχος (Όχι συχνές)
- Αϋπνία
- Κατάθλιψη
- Νευρικότητα
- Ανησυχία
- Διαταραχές ύπνου
- Ζάλη
- Κεφαλαλγία
- Παραισθησία
- Υπνηλία
- νευραλγία (Συχνές)
- Κόπωση
- Θωρακικό άλγος
- Αδυναμία
- Πυρετός
- Αρρυθμία
- Αίσθημα παλμών
- υπόταση, συμπεριλαμβανομένης της ορθοστατικής υπότασης (Πολύ σπάνιες)
- βρογχίτιδα (Συχνές)
- βήχας (Όχι συχνές)
- επίσταξη (Όχι συχνές)
- φαρυγγίτιδα (Όχι συχνές)
- ρινίτιδα (Όχι συχνές)
- λοίμωξη του ανωτέρου αναπνευστικού συστήματος (Όχι συχνές)
- Κοιλιακό άλγος
- Ξηροστομία
- Ερεθισμός στομάχου
- Ναυτία
- Έμετος
- Διάρροια
- Δυσκοιλιότητα
- Παγκρεατίτιδα
- γαστρεντερίτιδα (Όχι συχνές)
- ναυτία (Όχι συχνές)
- Εξάνθημα
- Φωτοευαισθησία
- Τοξική επιδερμική νέκρωση
- κνησμός (Πολύ σπάνιες)
- οστεοαρθρίτιδα (Συχνές)
- αρθρίτιδα (Όχι συχνές)
- Οσφυαλγία
- Αρθραλγία
- Μυϊκοί σπασμοί
- λευκωματινουρία (Συχνές)
- λοιμώξεις των ουροφόρων οδών (Συχνές)
- οίδημα περιφερικό (Όχι συχνές)
- πυρεξία (Όχι συχνές)
- υπερβολική εφίδρωση (Όχι συχνές)
- αυξημένες τρανσαμινάσες ορού (Συχνές)
- υπερκαλιαιμία (Συχνές)
- Υπεργλυκαιμία
- Υπερτριγλυκεριδαιμία
- Ουρική αρθρίτιδα
- Υπονατριαιμία
- Υποκαλιαιμία
- Υποχλωραιμία
- Υπερασβεστιαιμία
- Υπομαγνησιαιμία
- Υπερχοληστερολαιμία
- Λευκοκυττάρωση
- Λευκοπενία
- Ακοκκιοκυτταραιμία
- Θρομβοπενία
- Απλαστική αναιμία
- Αιμολυτική αναιμία
- Δύσπνοια
- Πνευμονίτιδα
- Πνευμονικό οίδημα
- σημαντική αύξηση καλίου ορού
- αύξηση ουρίας ορού (σπάνια)
- αυξήσεις ηπατικής λειτουργίας (σπάνια)
- κεφαλαλγία (σπάνια)
- ζάλη (σπάνια)
- ανησυχία (σπάνια)
- δερματικές επιδράσεις (εξάνθημα, κνησμός, κνίδωση) (σπάνια)
- υπόταση, συμπεριλαμβανομένης της ορθοστατικής (πολύ σπάνια)
- οίδημα προσώπου (πολύ σπάνια)
- αγγειοοίδημα (πολύ σπάνια)
- απώλεια όρεξης
- κοιλιακές κράμπες
- ίκτερος (ενδοηπατική χολόσταση)
- υπόταση, συμπεριλαμβανομένης της ορθοστατικής
- υπεουριχαιμία
- σεξουαλική δυσλειτουργία και/ή αλλαγές στη γενετήσια ορμή
- Διαταραχές όρασης
- Νεφρική δυσλειτουργία
- Διάμεση νεφρίτιδα
- Οξεία νεφρική ανεπάρκεια
- Αγγειίτιδα
- Συστηματικός ερυθηματώδης λύκος
- Αναφυλακτικές αντιδράσεις
pregnant_woman
Κύηση / Γαλουχία
ΠΧΠ (SPC)
Επίπεδο κινδύνου: Αντενδείκνυται
expand_more
Κύηση / Γαλουχία
-
ΚύησηΑντενδείκνυταιΓια προληπτικούς λόγους δεν θα πρέπει να χρησιμοποιείται κατά το πρώτο τρίμηνο της κύησης. Η χρήση αντενδείκνυται κατά το δεύτερο και κατά το τρίτο τρίμηνο της εγκυμοσύνης. Η επροσαρτάνη έχει επιδείξει εμβρυοτοξικότητα. Οι θειαζίδες μπορεί να προκαλέσουν ηλεκτρολυτικές διαταραχές, θρομβοπενία, ίκτερο στο έμβρυο/νεογνό.
-
ΓαλουχίαΑντενδείκνυταιΔεν είναι γνωστό αν η επροσαρτάνη απεκκρίνεται στο μητρικό γάλα. Η υδροχλωροθειαζίδη απεκκρίνεται στο μητρικό γάλα. Λόγω της πιθανότητας ανεπιθύμητων ενεργειών στο νεογνό που θηλάζει, το Επροσαρτάνη PLUS αντενδείκνυται κατά τη διάρκεια της γαλουχίας.
biotech
Φαρμακολογία
Φαρμακοδυναμική & Φαρμακοκινητική
expand_more
Φαρμακολογία
Μηχανισμός δράσης
Επροσαρτάνη Η επροσαρτάνη είναι ένας μη-πεπτιδικός, δραστικός από το στόμα μη-διφαινυλικός μη-τετραζολικός ανταγωνιστής των υποδοχέων της αγγειοτασίνης II, που συνδέεται εκλεκτικά με τον υποδοχέα ΑΤ1. Η αγγειοτασίνη II παίζει κύριο λόγο στη παθοφυσιολογία της υπέρτασης. Είναι η πρωτεύουσα δραστική ορμόνη του συστήματος ρενίνης-αγγειοτασίνης-αλδοστερόνης και ένα ισχυρό αγγειοσυσταλτικό. Η επροσαρτάνη ανταγωνίζεται τη δράση της αγγειοτασίνης II στην αρτηριακή πίεση, στην αιματική ροή του νεφρού και στην έκκριση αλδοστερόνης στον άνθρωπο. Ο έλεγχος της αρτηριακής πίεσης διατηρείται επί 24ωρης βάσεως χωρίς φαινόμενα ορθοστατικής υπότασης πρώτης δόσεως ή αντανακλαστικής ταχυκαρδίας. Η διακοπή της αγωγής επροσαρτάνης δεν οδηγεί σε φαινόμενο ταχείας ανάδρομης αύξησης της αρτηριακής πίεσης. Η επροσαρτάνη δεν θίγει τους αυτορυθμιστικούς μηχανισμούς του νεφρού. Η έρευνα σε υγιείς άρρενες ενήλικες έχει δείξει ότι η επροσαρτάνη αυξάνει τη μέση αποτελεσματική νεφρική ροή πλάσματος. Η επροσαρτάνη δεν ενισχύει επιδράσεις σχετικές με τη βραδυκινίνη (μέσω της δράσης του ΜΕΑ) π.χ. το βήχα.
Υδροχλωροθειαζίδη Η υδροχλωροθειαζίδη είναι ένα καθιερωμένο θειαζιδικό διουρητικό. Οι θειαζίδες επιδρούν στους μηχανισμούς επαναπορροφήσεως ηλεκτρολυτών των νεφρικών σωληναρίων, αυξάνοντας την απέκκριση υγρών, νατρίου και χλωρίου. Η διουρητική δράση της υδροχλωροθειαζίδης ελαττώνει τον όγκο του πλάσματος, αυξάνει τη δράση της ρενίνης πλάσματος και την απέκκριση αλδοστερόνης, και κατά συνέπεια αυξάνει το κάλιο των ούρων και την απώκκριση διττανθρακικών και ελαττώνει το κάλιο του ορού. Η αντιυπερτασική δράση της υδροχλωροθειαζίδης φαίνεται να οφείλεται στο συνδυασμό των μηχανισμών διούρησης και αμέσου αγγειακής δραστηριότητας (μείωση της αντιστάσεως των αγγείων).
Φαρμακοδυναμικές επιδράσεις
Επροσαρτάνη PLUS 600 mg/12,5 mg Κλινική μελέτη 8 εβδομάδων ελεγχόμενη με εικονικό φάρμακο, σε 473 ασθενείς με ιδιοπαθή υπέρταση, έδειξε ότι ο συνδυασμός των 600 mg επροσαρτάνης και 12,5 mg υδροχλωροθειαζίδης είναι καλά ανεκτός και αποτελεσματικός. Το Επροσαρτάνη PLUS 600 mg/12,5 mg ελάττωσε τη συστολική και διαστολική αρτηριακή πίεση σε κλινικά σημαντικό βαθμό και η μείωση ήταν στατιστικά σημαντικά ανώτερη αυτής καθενός από τα επιμέρους συστατικά και του εικονικού φαρμάκου, παρά την υψηλή ανταπόκριση στο εικονικό φάρμακο (p=0,008 σε σύγκριση με μονοθεραπεία επροσαρτάνης και εικονικού φαρμάκου). Η ανοχή ήταν η ίδια και για το συνδυασμό επροσαρτάνης / υδροχλωροθειαζίδης 600 mg/12,5 mg, και για την επροσαρτάνη με εικονικό φάρμακο. Σε άλλη κλινική μελέτη ασθενείς με διαστολική αρτηριακή πίεση μεταξύ 98 και 114 mmHg, που δεν αποκρίθηκαν επαρκώς στην μονοθεραπεία 3 εβδομάδων με επροσαρτάνη 600 mg, έλαβαν είτε συνδυασμό επροσαρτάνης / υδροχλωροθειαζίδης 600 mg/12,5 mg είτε μονοθεραπεία επροσαρτάνης 600 mg για 8 εβδομάδες. Σε ασθενείς χωρίς επαρκή απόκριση στην μονοθεραπεία επροσαρτάνης, ο συνδυασμός προκάλεσε στατιστικά σημαντική και κλινικά αξιολογήσιμη περαιτέρω μείωση στη συστολική και διαστολική αρτηριακή πίεση. Η ανοχή ήταν εξίσου ικανοποιητική και για το συνδυασμό και για την μονοθεραπεία. Για ασθενείς άνω των 80 ετών είναι διαθέσιμα μόνον περιορισμένα δεδομένα. Η επίδραση του συνδυασμού επροσαρτάνης και υδροχλωροθειαζίδης στη νοσηρότητα και τη θνησιμότητα δεν ερευνήθηκε. Επιδημιολογικές μελέτες έδειξαν ότι η παρατεταμένη αγωγή με υδροχλωροθειαζίδη μειώνει τον κίνδυνο για καρδιαγγειακή θνησιμότητα και νοσηρότητα.
Επροσαρτάνη
Η απόλυτη βιοδιαθεσιμότητα της επροσαρτάνης μετά την από του στόματος χορήγηση είναι περίπου 13%. Οι μέγιστες συγκεντρώσεις επροσαρτάνης στο πλάσμα παρατηρούνται σε 1-2 ώρες από τη χορήγηση της δόσης σε κατάσταση νηστείας. Ο τελικός χρόνος ημίσειας ζωής της επροσαρτάνης είναι τυπικά 5-9 ώρες. Κατά τη χρόνια χρήση επροσαρτάνης παρατηρείται μια περιορισμένης έκτασης άθροιση (14%). Η χορήγηση της επροσαρτάνης μαζί με τροφή επιβραδύνει την απορρόφηση αλλά δεν μειώνει την βιοδιαθεσιμότητα.
Στο δοσολογικό εύρος από 100 έως 800 mg, η ελαφριά αύξηση στην έκθεση στην επροσαρτάνη είναι μικρότερη της αναλογούσας δόσης και κατά πάσα πιθανότητα οφείλεται στις φυσικοχημικές ιδιότητες του φαρμακευτικού σκευάσματος.
Η σύνδεση της επροσαρτάνης με τις πρωτεΐνες του πλάσματος είναι 98% και δεν επηρεάζεται από το φύλο, την ηλικία, την τυχόν ύπαρξη ηπατικής δυσλειτουργίας ή ελαφράς ως μέτριας νεφρικής δυσλειτουργίας. Σε έναν μικρό αριθμό ασθενών με σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία η σύνδεση (της επροσαρτάνης με τις πρωτεΐνες του πλάσματος) μειώνεται.
Ο όγκος κατανομής της επροσαρτάνης είναι περίπου 13 λίτρα. Η ολική κάθαρση του πλάσματος είναι περίπου 130 ml/min. Μετά την από του στόματος χορήγηση επροσαρτάνης σημασμένης με C, περίπου το 90% της ραδιενέργειας ανιχνεύθηκε στα κόπρανα ενώ περίπου το 7% αποβλήθηκε με τα ούρα, του οποίου το 80% ήταν ραδιοσημασμένη επροσαρτάνη. Στους ηλικιωμένους οι τιμές AUC και μέγιστης συγκέντρωσης (Cmax) της επροσαρτάνης είναι και οι δύο υψηλότερες (κατά μέσο όρο διπλάσιες) αλλά δεν απαιτούν προσαρμογή της δόσης. Οι τιμές AUC (αλλά όχι της Cmax) της επροσαρτάνης αυξάνονται κατά μέσο όρο κατά 40% σε ασθενείς με ηπατική δυσλειτουργία αλλά αυτό δεν καθιστά αναγκαία την προσαρμογή της δοσολογίας.
Σε σύγκριση με τα άτομα φυσιολογικής νεφρικής λειτουργίας, οι μέσες τιμές της AUC και της Cmax ήταν περίπου 30% υψηλότερες σε ασθενείς με μέτρια νεφρική δυσλειτουργία (κάθαρση κρεατινίνης 30-59 ml/min), και περίπου 50% υψηλότερες σε ασθενείς με σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία (κάθαρση κρεατινίνης 5-29 ml/min). Δεν υπάρχει διαφορά στη φαρμακοκινητική της επροσαρτάνης μεταξύ ανδρών και γυναικών.
In vitro, έχει δειχθεί ότι η επροσαρτάνη δεν αναστέλλει τα ισοένζυμα CYP1A, 2A6, 2C9/8, 2C19, 2D6, 2E και 3A του ανθρώπινου κυτοχρώματος P450.
Υδροχλωροθειαζίδη
Η απορρόφηση της υδροχλωροθειαζίδης μετά την από του στόματος χορήγηση είναι σχετικά ταχεία. Όταν χορηγείται σε κατάσταση νηστείας, ο μέσος χρόνος ημίσειας ζωής είναι 5-15 ώρες. Η υδροχλωροθειαζίδη δεν μεταβολίζεται και απεκκρίνεται ταχέως από τους νεφρούς. Τουλάχιστον το 61% της από του στόματος χορηγούμενης δόσης απεκκρίνεται αμετάβλητη εντός 24 ωρών. Η υδροχλωροθειαζίδη διαπερνά τον πλακούντα αλλά όχι τον αιματοεγκεφαλικό φραγμό και απεκκρίνεται στο μητρικό γάλα.
Επροσαρτάνη PLUS 600 mg/12,5 mg
Η συγχορήγηση επροσαρτάνης και υδροχλωροθειαζίδης δεν έχει κλινικά σημαντική επίδραση στη φαρμακοκινητική οποιασδήποτε από τις δύο δραστικές ουσίες. Η βιοδιαθεσιμότητα της επροσαρτάνης και της υδροχλωροθειαζίδης δεν επηρεάζεται από την τροφή, αλλά η απορρόφησή τους καθυστερεί. Οι μέγιστες συγκεντρώσεις στο πλάσμα επιτυγχάνονται μετά από 4 ώρες για την επροσαρτάνη και μετά από 3 ώρες για την υδροχλωροθειαζίδη.
Μηχανισμός δράσης Επροσαρτάνη Η επροσαρτάνη είναι ένας μη-πεπτιδικός, δραστικός από το στόμα μη-διφαινυλικός μη-τετραζολικός ανταγωνιστής των υποδοχέων της αγγειοτασίνης II, που συνδέεται εκλεκτικά με τον υποδοχέα ΑΤ1. Η αγγειοτασίνη II παίζει κύριο…
Επροσαρτάνη Η απόλυτη βιοδιαθεσιμότητα της επροσαρτάνης μετά την από του στόματος χορήγηση είναι περίπου 13%. Οι μέγιστες συγκεντρώσεις επροσαρτάνης στο πλάσμα παρατηρούνται σε 1-2 ώρες από τη χορήγηση της δόσης σε κατάσταση νηστείας. Ο τελικός…
Παρακολούθηση Αγωγής
Εργαστηριακοί & κλινικοί έλεγχοι από το SPC, ανά σύστημα
Εργαστηριακές εξετάσεις (αίμα / ούρα)
| Έλεγχος | Σύστημα | Συχνότητα | Προϋπόθεση |
|---|---|---|---|
| Κρεατινίνη ορού | water_dropΝεφρική λειτουργία | τακτικός έλεγχος | Μειωμένη νεφρική λειτουργία |
| Νεφρική λειτουργία | water_dropΝεφρική λειτουργία | στενά | Αγγειακός τόνος και νεφρική λειτουργία εξαρτώμενη από ΣΡΑΑ |
| Ηλεκτρολύτες ορού | scienceΗλεκτρολύτες & μεταβολικά | περιοδικός καθορισμός | Αγωγή με διουρητικά |
| Κάλιο ορού (K⁺) | scienceΗλεκτρολύτες & μεταβολικά | τακτική | Κίνδυνος υπερκαλιαιμίας |
| τακτικός έλεγχος | Μειωμένη νεφρική λειτουργία | ||
| Οξεοβασική ισορροπία | scienceΗλεκτρολύτες & μεταβολικά | τακτική | Κίνδυνος υπερκαλιαιμίας |
| Ουρικό οξύ ορού | scienceΗλεκτρολύτες & μεταβολικά | τακτικός έλεγχος | Μειωμένη νεφρική λειτουργία |
Σκευάσματα & Τιμολόγηση
Μονογραφίες Πηγών
Αναλυτικό περιεχόμενο ανά πηγή για τεκμηρίωση και έλεγχο
DrugBank
Description
expand_more
Description
DrugBank
Indication
expand_more
Indication
DrugBank
Pharmacology
expand_more
Pharmacology
DrugBank
Mechanism of action
expand_more
Mechanism of action
DrugBank
Absorption
expand_more
Absorption
DrugBank
Half life
expand_more
Half life
DrugBank
Protein binding
expand_more
Protein binding
DrugBank
Toxicity
expand_more
Toxicity
science
PubChem
Φαρμακοδυναμική
expand_more
Φαρμακοδυναμική
Φαρμακοδυναμική
Η αγγειοτενσίνη II (AII), ο κύριος αγγειοσυσταλτικός παράγοντας του συστήματος ρενίνης-αγγειοτενσίνης, σχηματίζεται από την αγγειοτενσίνη I μέσω αντίδρασης που καταλύεται από το μετατρεπτικό ένζυμο της αγγειοτενσίνης (κινινάση II). Είναι υπεύθυνη για δράσεις όπως η αγγειοσύσπαση, η διέγερση της σύνθεσης και απελευθέρωσης αλδοστερόνης, η καρδιακή διέγερση και η νεφρική επαναρρόφηση νατρίου.
Ο Eprosartan αποκλείει επιλεκτικά την πρόσδεση της αγγειοτενσίνης II στον υποδοχέα AT1, οδηγώντας σε πολλαπλές δράσεις, όπως αγγειοδιαστολή, μείωση της έκκρισης βαζοπρεσσίνης και μείωση της παραγωγής και έκκρισης αλδοστερόνης. Το αποτέλεσμα είναι η μείωση της αρτηριακής πίεσης.
neurology
PubChem
Μηχανισμός δράσης
expand_more
Μηχανισμός δράσης
Μηχανισμός Δράσης
Ο Eprosartan αναστέλλει τις αγγειοσυσπαστικές δράσεις και τις δράσεις απελευθέρωσης αλδοστερόνης της αγγειοτενσίνης II, αποκλείοντας επιλεκτικά την πρόσδεση της αγγειοτενσίνης II στον υποδοχέα AT1 που βρίσκεται σε πολλούς ιστούς (π.χ., λείες μυϊκές ίνες αγγείων, επινεφρίδια). Υπάρχει επίσης ο υποδοχέας AT2 σε πολλούς ιστούς, αλλά δεν είναι γνωστό ότι σχετίζεται με την καρδιαγγειακή ομοιόσταση.
Ο Eprosartan δεν παρουσιάζει καμία μερική αγωνιστική δράση στον υποδοχέα AT1. Η συγγένειά του για τον υποδοχέα AT1 είναι 1.000 φορές μεγαλύτερη από αυτήν για τον υποδοχέα AT2. Μελέτες πρόσδεσης in vitro δείχνουν ότι ο eprosartan είναι ένας αναστρέψιμος, ανταγωνιστικός αναστολέας του υποδοχέα AT1. Έχει επίσης αποδειχθεί ότι ο eprosartan προσδένεται στους υποδοχείς AT1 τόσο προ-συναπτικά όσο και συναπτικά. Η δράση του στους προ-συναπτικούς υποδοχείς AT1 οδηγεί στην αναστολή της διεγερμένης από συμπαθητικό νευρικό σύστημα απελευθέρωσης νοραδρεναλίνης.
Σε αντίθεση με τους αναστολείς του μετατρεπτικού ενζύμου της αγγειοτενσίνης (ACE inhibitors), ο eprosartan και άλλοι αποκλειστές υποδοχέων αγγειοτενσίνης (ARBs) δεν παρεμβαίνουν στην αντίδραση με βραδυκινίνη και ουσία P, γεγονός που εξηγεί την απουσία ανεπιθύμητων ενεργειών που παρατηρούνται με τους ACE inhibitors (π.χ. ξηρός βήχας).
Οι αποκλειστές υποδοχέων αγγειοτενσίνης II (AII) προσφέρουν μια εναλλακτική μέθοδο αποκλεισμού του συστήματος ρενίνης-αγγειοτενσίνης-αλδοστερόνης (RAAS) σε σχέση με τους αναστολείς του μετατρεπτικού ενζύμου της αγγειοτενσίνης (ACE inhibitors). Όντας ιδιαίτερα εκλεκτικοί ως προς τον υπότυπο AT(1) των υποδοχέων AII, οι αποκλειστές υποδοχέων AII μπορεί να αποφύγουν τις ανεπιθύμητες ενέργειες που σχετίζονται με τη θεραπεία με ACE inhibitors, όπως ο βήχας.
Ο Eprosartan είναι ένας ανταγωνιστής μη-διφαινυλίου, μη-τετραζολίου, ανταγωνιστικός, ο οποίος διαφέρει χημικά από άλλους αποκλειστές υποδοχέων AII, γεγονός που μπορεί να εξηγήσει τις διαφορές στις φαρμακολογικές του ιδιότητες. Προκαλεί διπλό αποκλεισμό των υποδοχέων AT(1) τόσο προ-συναπτικά όσο και μετα-συναπτικά, μειώνοντας τη δραστηριότητα των συμπαθητικών νεύρων σε σημαντικά μεγαλύτερο βαθμό από άλλους αποκλειστές υποδοχέων AT(1).
Η αγγειοτενσίνη II (που σχηματίζεται από την αγγειοτενσίνη I σε αντίδραση που καταλύεται από το μετατρεπτικό ένζυμο της αγγειοτενσίνης (κινινάση II)), ένας ισχυρός αγγειοσυσπαστικός παράγοντας, είναι ο κύριος παράγοντας πίεσης του συστήματος ρενίνης-αγγειοτενσίνης. Η αγγειοτενσίνη II διεγείρει επίσης τη σύνθεση και έκκριση αλδοστερόνης από τον φλοιό των επινεφριδίων, την καρδιακή σύσπαση, την επαναρρόφηση νατρίου από τους νεφρούς, τη δραστηριότητα του συμπαθητικού νευρικού συστήματος και την ανάπτυξη των κυττάρων των λείων μυών.
Ο Eprosartan αναστέλλει τις αγγειοσυσπαστικές δράσεις και τις δράσεις απελευθέρωσης αλδοστερόνης της αγγειοτενσίνης II, αποκλείοντας επιλεκτικά την πρόσδεση της αγγειοτενσίνης II στον υποδοχέα AT1 που βρίσκεται σε πολλούς ιστούς (π.χ., λείες μυϊκές ίνες αγγείων, επινεφρίδια). Υπάρχει επίσης ο υποδοχέας AT2 σε πολλούς ιστούς, αλλά δεν είναι γνωστό ότι σχετίζεται με την καρδιαγγειακή ομοιόσταση.
Ο Eprosartan δεν παρουσιάζει καμία μερική αγωνιστική δράση στον υποδοχέα AT1. Η συγγένειά του για τον υποδοχέα AT1 είναι 1.000 φορές μεγαλύτερη από αυτήν για τον υποδοχέα AT2. Μελέτες πρόσδεσης in vitro δείχνουν ότι ο eprosartan είναι ένας αναστρέψιμος, ανταγωνιστικός αναστολέας του υποδοχέα AT1. Ο αποκλεισμός του υποδοχέα AT1 αίρει την αρνητική ανάδραση της αγγειοτενσίνης II στην έκκριση ρενίνης, αλλά η αυξημένη δραστικότητα ρενίνης στο πλάσμα και η κυκλοφορούσα αγγειοτενσίνη II που προκύπτουν δεν υπερνικούν την επίδραση του eprosartan στην αρτηριακή πίεση.
Το Teveten δεν αναστέλλει την κινινάση II, το ένζυμο που μετατρέπει την αγγειοτενσίνη I σε αγγειοτενσίνη II και αποικοδομεί τη βραδυκινίνη· δεν είναι γνωστό αν αυτό έχει κλινική σημασία. Δεν προσδένεται ούτε αποκλείει άλλους ορμονικούς υποδοχείς ή ιοντικούς διαύλους που είναι γνωστοί για τη σημασία τους στην καρδιαγγειακή ρύθμιση.
Ο επιλεκτικός αποκλεισμός του υποδοχέα AT1 της αγγειοτενσίνης II αντιπροσωπεύει έναν νέο μηχανισμό για τη διακοπή του συστήματος ρενίνης-αγγειοτενσίνης χωρίς να αλλοιώνει τα πιθανά οφέλη της διέγερσης του υποδοχέα AT2. Αυτή η επιλεκτική αναστολή δεν προκαλεί κανένα από τα μειονεκτήματα που σχετίζονται με τη μειωμένη μεταβολισμό της βραδυκινίνης και την παραγωγή αγγειοτενσίνης II μέσω μη-μετατρεπτικών ενζύμων της αγγειοτενσίνης οδών.
Ο Eprosartan είναι ένας ισχυρός (1.4 nmol/L) ανταγωνιστής του υποδοχέα AT1 που αναστέλλει ανταγωνιστικά τη συστολή των αγγείων που προκαλείται από την αγγειοτενσίνη II. Σε διάφορα ζωικά μοντέλα νόσων, συμπεριλαμβανομένης της υπέρτασης και του εγκεφαλικού, ο eprosartan είναι αποτελεσματικός στη μείωση της εξέλιξης της νόσου.
Ο Eprosartan έχει επίσης συμπαθοανασταλτική δράση, όπως αποδεικνύεται από την αναστολή των πιεστικών αποκρίσεων που προκαλούνται από τη διέγερση της συμπαθητικής εξόδου μέσω διέγερσης του νωτιαίου μυελού σε αρουραίους. Αντίθετα, ορισμένοι από τους άλλους ανταγωνιστές υποδοχέων αγγειοτενσίνης II, όπως η λοζαρτάνη, σε ισοδύναμες δόσεις αποκλεισμού της αγγειοτενσίνης II, δεν έχουν επίδραση στη δραστηριότητα του συμπαθητικού νευρικού συστήματος.
Επειδή ο eprosartan μπορεί να αναστέλλει τόσο τις άμεσες όσο και τις έμμεσες επιδράσεις της αγγειοτενσίνης II που μεσολαβούνται από ενισχυμένη συμπαθητική νευροδιαβίβαση, αυτό μπορεί να αποτελέσει μια σημαντική πρόοδο στη θεραπεία της αυξημένης συστολικής αρτηριακής πίεσης.
Αν και αυτοί οι παράγοντες /ανταγωνιστές υποδοχέων αγγειοτενσίνης II/ είναι παρόμοιοι με τους ACE inhibitors στο ότι μειώνουν τις επιδράσεις της αγγειοτενσίνης II, αντί να μειώνουν τον σχηματισμό της αγγειοτενσίνης II, τα φάρμακα ανταγωνίζονται την αγγειοτενσίνη II στον υποδοχέα τύπου Ι της αγγειοτενσίνης. Αυτό επιτρέπει στα φάρμακα να αναστέλλουν τις αγγειοσυσπαστικές δράσεις και τις δράσεις προώθησης αλδοστερόνης της αγγειοτενσίνης II χωρίς να παρεμβαίνουν στην αποικοδόμηση της βραδυκινίνης, μειώνοντας σημαντικά τις ανεπιθύμητες ενέργειες όπως ο βήχας και το αγγειοοίδημα που παρατηρούνται με τη θεραπεία με ACE inhibitor.
biotech
PubChem
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
expand_more
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
Απορρόφηση, Κατανομή & Απέκκριση
Η απόλυτη βιοδιαθεσιμότητα μετά από μία εφάπαξ από του στόματος δόση 300 mg eprosartan είναι περίπου 13%. Η χορήγηση eprosartan με τροφή καθυστερεί την απορρόφηση.
Ο Eprosartan απεκκρίνεται στο μητρικό γάλα ζώων· δεν είναι γνωστό αν ο eprosartan απεκκρίνεται στο ανθρώπινο γάλα.
Η πρόσδεση του eprosartan στις πρωτεΐνες του πλάσματος είναι υψηλή (περίπου 98%) και σταθερή εντός του εύρους συγκεντρώσεων που επιτυγχάνεται με θεραπευτικές δόσεις. Η συνδυασμένη ανάλυση φαρμακοκινητικής του πληθυσμού από δύο μελέτες Φάσης 3 σε 299 άνδρες και 172 γυναίκες με ήπια έως μέτρια υπέρταση (ηλικίας 20 έως 93 ετών) έδειξε ότι ο eprosartan παρουσίασε μια μέση καθαρή κάθαρση από του στόματος (CL/F) για έναν μέσο ασθενή 60 ετών 48.5 L/hr. Ο μέσος όγκος κατανομής σε κατάσταση ισορροπίας (Vss/F) ήταν 308 L. Οι φαρμακοκινητικές του eprosartan δεν επηρεάστηκαν από το βάρος, τη φυλή, το φύλο ή τη σοβαρότητα της υπέρτασης στην αρχική φάση. Η κάθαρση από του στόματος έδειξε να είναι γραμμική συνάρτηση της ηλικίας, με το CL/F να μειώνεται κατά 0.62 L/hr για κάθε έτος αύξησης.
Ο Eprosartan αποβάλλεται μέσω χολικής και νεφρικής απέκκρισης, κυρίως ως αμετάβλητη ουσία. Λιγότερο από 2% μιας από του στόματος δόσης απεκκρίνεται στα ούρα ως γλυκουρονίδιο. Δεν υπάρχουν ενεργά μεταβολιταί μετά από χορήγηση από του στόματος και ενδοφλέβια χορήγηση με (14C) eprosartan σε ανθρώπους. Ο Eprosartan ήταν η μοναδική ουσία που σχετίζεται με το φάρμακο και βρέθηκε στο πλάσμα και τα κόπρανα. Μετά από ενδοφλέβια χορήγηση (14C) eprosartan, περίπου το 61% της ουσίας ανακτήθηκε στα κόπρανα και περίπου το 37% στα ούρα. Μετά από από του στόματος δόση (14C) eprosartan, περίπου το 90% ανακτήθηκε στα κόπρανα και περίπου το 7% στα ούρα.
Η απόλυτη βιοδιαθεσιμότητα μετά από μία εφάπαξ από του στόματος δόση 300 mg eprosartan είναι περίπου 13%. Οι συγκεντρώσεις eprosartan στο πλάσμα κορυφώνονται 1 έως 2 ώρες μετά από από του στόματος δόση σε νηστεία. Η χορήγηση eprosartan με τροφή καθυστερεί την απορρόφηση και προκαλεί μεταβλητές αλλαγές (<25%) στις τιμές Cmax και AUC που δεν φαίνονται κλινικά σημαντικές. Οι συγκεντρώσεις eprosartan στο πλάσμα αυξάνονται σε ελαφρώς λιγότερο από την αναλογία της δόσης σε όλο το εύρος δόσεων 100 mg έως 800 mg. Ο μέσος τελικός χρόνος ημίσειας ζωής αποβολής του eprosartan μετά από πολλαπλές από του στόματος δόσεις 600 mg ήταν περίπου 20 ώρες. Ο Eprosartan δεν συσσωρεύεται σημαντικά με χρόνια χρήση.
Για περισσότερα δεδομένα Απορρόφησης, Κατανομής και Απέκκρισης (Πλήρη) για το EPROSARTAN (6 σύνολο), παρακαλώ επισκεφθείτε τη σελίδα εγγραφής HSDB.
water_drop
PubChem
Δέσμευση πρωτεϊνών
expand_more
Δέσμευση πρωτεϊνών
Πρόσδεση στις Πρωτεΐνες
Η πρόσδεση του eprosartan στις πρωτεΐνες του πλάσματος είναι υψηλή (περίπου 98%) και σταθερή εντός του εύρους συγκεντρώσεων που επιτυγχάνεται με θεραπευτικές δόσεις.
hub
PubChem
Μεταβολισμός
expand_more
Μεταβολισμός
Μεταβολισμός
Ο Eprosartan δεν μεταβολίζεται από το σύστημα κυτοχρώματος P450. Απεκκρίνεται κυρίως ως αμετάβλητο φάρμακο. Λιγότερο από 2% μιας από του στόματος δόσης απεκκρίνεται στα ούρα ως γλυκουρονίδιο.
Μετά από από του στόματος δόση (14C) eprosartan, περίπου το 90% ανακτήθηκε στα κόπρανα και περίπου το 7% στα ούρα. Περίπου το 20% της ραδιενέργειας που απεκκρίθηκε στα ούρα ήταν ακυλογλυκουρονίδιο του eprosartan, με το υπόλοιπο 80% να είναι αμετάβλητο eprosartan.
hourglass
PubChem
Ημίσεια ζωή
expand_more
Ημίσεια ζωή
Βιολογικός Χρόνος Ημίσειας Ζωής
Ο τελικός χρόνος ημίσειας ζωής αποβολής του eprosartan μετά από από του στόματος χορήγηση είναι συνήθως 5 έως 9 ώρες.
… Ο μέσος τελικός χρόνος ημίσειας ζωής αποβολής του eprosartan μετά από πολλαπλές από του στόματος δόσεις 600 mg ήταν περίπου 20 ώρες. …
Μετά από από του στόματος χορήγηση eprosartan σε υγιείς εθελοντές … ο τελικός χρόνος ημίσειας ζωής του φαρμάκου είναι συνήθως 5-9 ώρες μετά από από του στόματος χορήγηση. …
category
PubChem
MeSH classification
expand_more
MeSH classification
MeSH Φαρμακολογική Ταξινόμηση
Φάρμακα που χρησιμοποιούνται στη θεραπεία της οξείας ή χρόνιας αγγειακής ΥΠΕΡΤΑΣΗΣ ανεξαρτήτως φαρμακολογικού μηχανισμού. Μεταξύ των αντιυπερτασικών παραγόντων περιλαμβάνονται τα ΔΙΟΥΡΗΤΙΚΑ (ειδικά τα ΔΙΟΥΡΗΤΙΚΑ, ΘΕΙΑΖΙΔΙΚΑ)· Β-ΑΔΡΕΝΕΡΓΙΚΟΙ ΑΝΤΑΓΩΝΙΣΤΕΣ· Α-ΑΔΡΕΝΕΡΓΙΚΟΙ ΑΝΤΑΓΩΝΙΣΤΕΣ· ΑΝΑΣΤΟΛΕΙΣ ΤΟΥ ΜΕΤΑΤΡΕΠΤΙΚΟΥ ΕΝΖΥΜΟΥ ΤΗΣ ΑΓΓΕΙΟΤΕΝΣΙΝΗΣ· ΑΝΑΡΓΩΝΙΣΤΕΣ ΔΙΟΔΩΝ ΑΣΒΕΣΤΙΟΥ· ΑΝΑΡΓΩΝΙΣΤΕΣ ΓΑΓΓΛΙΩΝ· και ΑΓΓΕΙΟΔΙΑΣΤΟΛΙΚΟΙ ΠΑΡΑΓΟΝΤΕΣ.
Παράγοντες που ανταγωνίζονται τον ΥΠΟΔΟΧΕΑ ΤΥΠΟΥ 2 ΤΗΣ ΑΓΓΕΙΟΤΕΝΣΙΝΗΣ II.
fact_check
PubChem
FDA classification
expand_more
FDA classification
FDA Φαρμακολογική Ταξινόμηση
2KH13Z0S0Y
EPROSARTAN
Μηχανισμοί Δράσης [MoA] - Ανταγωνιστές Υποδοχέων Αγγειοτενσίνης 2
Καθιερωμένη Φαρμακολογική Κατηγορία [EPC] - Αποκλειστής Υποδοχέων Αγγειοτενσίνης 2
Ο Eprosartan είναι Αποκλειστής Υποδοχέων Αγγειοτενσίνης 2. Ο μηχανισμός δράσης του eprosartan είναι ως Ανταγωνιστής Υποδοχέων Αγγειοτενσίνης 2.
Ημίσεια ζωή
Δέσμευση πρωτεϊνών
Βιοδιαθεσιμότητα
Απέκκριση
Επιστημονικό Προφίλ
expand_more
MeSH Φαρμακολογική Ταξινόμηση
Φάρμακα που χρησιμοποιούνται στη θεραπεία της οξείας ή χρόνιας αγγειακής ΥΠΕΡΤΑΣΗΣ ανεξαρτήτως φαρμακολογικού μηχανισμού. Μεταξύ των αντιυπερτασικών παραγόντων περιλαμβάνονται τα ΔΙΟΥΡΗΤΙΚΑ (ειδικά τα ΔΙΟΥΡΗΤΙΚΑ, ΘΕΙΑΖΙΔΙΚΑ)· Β-ΑΔΡΕΝΕΡΓΙΚΟΙ ΑΝΤΑΓΩΝΙΣΤΕΣ· Α-ΑΔΡΕΝΕΡΓΙΚΟΙ ΑΝΤΑΓΩΝΙΣΤΕΣ· ΑΝΑΣΤΟΛΕΙΣ ΤΟΥ ΜΕΤΑΤΡΕΠΤΙΚΟΥ ΕΝΖΥΜΟΥ ΤΗΣ ΑΓΓΕΙΟΤΕΝΣΙΝΗΣ· ΑΝΑΡΓΩΝΙΣΤΕΣ ΔΙΟΔΩΝ ΑΣΒΕΣΤΙΟΥ· ΑΝΑΡΓΩΝΙΣΤΕΣ ΓΑΓΓΛΙΩΝ· και ΑΓΓΕΙΟΔΙΑΣΤΟΛΙΚΟΙ ΠΑΡΑΓΟΝΤΕΣ.
Παράγοντες που ανταγωνίζονται τον ΥΠΟΔΟΧΕΑ ΤΥΠΟΥ 2 ΤΗΣ ΑΓΓΕΙΟΤΕΝΣΙΝΗΣ II.