Σκευάσματα & Τιμολόγηση
| Σκεύασμα | Περιεκτικότητα | Λιανική |
|---|---|---|
| 160+1.5 / TAB | 9.46 € | |
| 80+1.5 / TAB | 8.43 € |
Ενδείξεις
Εγκεκριμένες ενδείξεις όπως αναγράφονται στην ΠΧΠ (§4.1)
-
Θεραπεία της ιδιοπαθούς υπέρτασης
σε: ενήλικες
- I10 Ιδιοπαθής υπέρταση
-
Θεραπεία υπέρτασης
σε: ασθενείς
Η αρτηριακή πίεση δεν ελέγχεται ικανοποιητικά με μονοθεραπεία βαλσαρτάνης ή υδροχλωροθειαζίδης.
- I10 Ιδιοπαθής υπέρταση
VALOMINDO — Πληροφορίες Συνταγογράφησης
Περίληψη Χαρακτηριστικών Προϊόντος (ΠΧΠ), ανά ενότητα
medication
Δοσολογία
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Δοσολογία
- Οδός: Από του στόματος
- Χορήγηση: μία φορά ημερησίως
- Δόση έναρξης: Ένα επικαλυμμένο με λεπτό υμένιο δισκίο Co-Valsareta (80 mg+12,5 mg, 160 mg+12,5 mg, 160 mg+25 mg, 320 mg+12,5 mg ή 320 mg+25 mg)
- Τιτλοποίηση: Συνιστάται τιτλοποίηση της δόσης με τα μεμονωμένα συστατικά. Η προς τα πάνω τιτλοποίηση των μεμονωμένων συστατικών στην επόμενη δόση πρέπει να παρακολουθείται ώστε να μειωθεί ο κίνδυνος υπότασης και άλλων ανεπιθύμητων ενεργειών. Μπορεί να εξεταστεί το ενδεχόμενο απευθείας μετάβασης από μονοθεραπεία σε συνδυασμό σταθερής δόσης, εφόσον ακολουθείται η συνιστώμενη διαδοχική τιτλοποίηση της δόσης των μεμονωμένων συστατικών. Η δόση μπορεί να αυξηθεί αυξάνοντας κάθε ένα από τα συστατικά έως μια μέγιστη δόση βαλσαρτάνης/υδροχλωροθειαζίδης 320 mg+25 mg. Μέγιστη δράση εντός 4 εβδομάδων, μερικές φορές 4-8 εβδομάδες.
-
ΕνήλικεςΔόσηΈνα επικαλυμμένο με λεπτό υμένιο δισκίο Co-Valsareta (80 mg+12,5 mg, 160 mg+12,5 mg, 160 mg+25 mg, 320 mg+12,5 mg ή 320 mg+25 mg)Μέγ. δόση320 mg βαλσαρτάνης + 25 mg υδροχλωροθειαζίδηςΜία φορά ημερησίως. Η κλινική απόκριση πρέπει να αξιολογείται μετά την έναρξη της θεραπείας. Η δόση μπορεί να αυξηθεί αυξάνοντας κάθε ένα από τα συστατικά έως τη μέγιστη δόση.
-
Ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργίαΔεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης σε ασθενείς με ήπια έως μέτρια νεφρική δυσλειτουργία (GFR ≥ 30 ml/min).
-
Ασθενείς με ήπια έως μέτρια ηπατική δυσλειτουργία χωρίς χολόστασηΜέγ. δόση80 mg βαλσαρτάνηςΗ δόση της βαλσαρτάνης δεν πρέπει να υπερβαίνει τα 80 mg. Δεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης της υδροχλωροθειαζίδης.
-
Ηλικιωμένοι ασθενείςΔεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης.
-
Παιδιατρικός πληθυσμόςΔεν ενδείκνυται για χρήση σε παιδιά ηλικίας κάτω των 18 ετών.
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
block
Αντενδείξεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Αντενδείξεις
-
Υπερευαισθησία στις δραστικές ουσίες, σε άλλα φαρμακευτικά προϊόντα που είναι παράγωγα σουλφοναμιδών ή σε κάποιο από τα έκδοχα που αναφέρονται στην παράγραφο 6.1
-
Δεύτερο και τρίτο τρίμηνο κύησης
-
Σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία, χολική κίρρωση και χολόσταση
-
Σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία (κάθαρση κρεατινίνης <30 ml/min), ανουρία
-
Ανθιστάμενη στη θεραπεία υποκαλιαιμία, υπονατριαιμία, υπερασβεστιαιμία, και συμπτωματική υπερουριχαιμία
-
Ταυτόχρονη χρήση Co-Valsareta με προϊόντα που περιέχουν αλισκιρένηΠληθυσμόςασθενείς με σακχαρώδη διαβήτη ή με νεφρική δυσλειτουργία (GFR < 60 ml/min/1,73 m2)
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
warning
Προειδοποιήσεις & Προφυλάξεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Προειδοποιήσεις & Προφυλάξεις
-
Μεταβολές ηλεκτρολυτών ορούπροσοχήΗ ταυτόχρονη χρήση βαλσαρτάνης με συμπληρώματα καλίου, καλιοσυντηρητικά διουρητικά, υποκατάστατα άλατος που περιέχουν κάλιο, ή άλλους παράγοντες που ενδέχεται να αυξήσουν τα επίπεδα καλίου (ηπαρίνη, κ.λπ.) δεν συνιστάται.
-
Υπονατριαιμία και/ή υποογκαιμίαπροσοχήΠληθυσμόςΑσθενείς με σοβαρή υπονατριαιμία και/ή υποογκαιμία, όπως αυτοί που λαμβάνουν υψηλές δόσεις διουρητικώνΗ υπονατριαιμία και/ή υποογκαιμία πρέπει να διορθώνονται πριν την έναρξη της θεραπείας με συνδυασμό βαλσαρτάνης και υδροχλωροθειαζίδης.
-
Σοβαρή χρόνια καρδιακή ανεπάρκεια ή άλλες καταστάσεις διέγερσης του συστήματος ρενίνης-αγγειοτενσίνης-αλδοστερόνηςαντένδειξηΠληθυσμόςΑσθενείς των οποίων η νεφρική λειτουργία μπορεί να εξαρτάται από τη δραστηριότητα του συστήματος ρενίνης-αγγειοτενσίνης-αλδοστερόνης (π.χ. ασθενείς με σοβαρή συμφορητική καρδιακή ανεπάρκεια)Το Co-Valsareta δεν πρέπει να χρησιμοποιείται σε αυτούς τους ασθενείς.
-
Στένωση των νεφρικών αρτηριώναντένδειξηΠληθυσμόςΑσθενείς με ετερόπλευρη ή αμφοτερόπλευρη στένωση των νεφρικών αρτηριών ή στένωση αρτηρίας σε μονήρες νεφρόΤο Co-Valsareta δεν πρέπει να χρησιμοποιείται για τη θεραπεία της υπέρτασης.
-
Πρωτοπαθής υπεραλδοστερονισμόςαντένδειξηΠληθυσμόςΑσθενείς με πρωτοπαθή υπεραλδοστερονισμόςΔεν πρέπει να λαμβάνουν θεραπεία με Co-Valsareta.
-
Στένωση της αορτικής και μιτροειδούς βαλβίδας, υπερτροφική αποφρακτική μυοκαρδιοπάθειαμε προσοχήΠληθυσμόςΑσθενείς που πάσχουν από στένωση της αορτικής ή της μιτροειδούς βαλβίδας, ή από υπερτροφική αποφρακτική μυοκαρδιοπάθεια (HOCM)Συνιστάται ειδική προσοχή.
-
Νεφρική δυσλειτουργίαχωρίς προσαρμογήΠληθυσμόςΑσθενείς με νεφρική δυσλειτουργία με κάθαρση κρεατινίνης ≥30 ml/minΔεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης.
-
Μεταμόσχευση νεφρούΠληθυσμόςΑσθενείς που έχουν πρόσφατα υποβληθεί σε μεταμόσχευση νεφρούΔεν υπάρχει εμπειρία σχετικά με την ασφαλή χορήγηση του Co-Valsareta.
-
Ηπατική δυσλειτουργίαμε προσοχήΠληθυσμόςΑσθενείς με ήπια έως μέτρια ηπατική δυσλειτουργία χωρίς χολόστασηΤο Co-Valsareta πρέπει να χορηγείται με προσοχή.
-
Ηπατική δυσλειτουργίαμε προσοχήΠληθυσμόςΑσθενείς με έκπτωση της ηπατικής λειτουργίας ή εξελισσόμενη ηπατική νόσοΟι θειαζίδες πρέπει να χρησιμοποιούνται με προσοχή, καθώς μικρές μεταβολές του ισοζυγίου υγρών και ηλεκτρολυτών μπορεί να προκαλέσουν ηπατικό κώμα.
-
Ιστορικό αγγειοοιδήματοςαντένδειξηΠληθυσμόςΑσθενείς που εμφανίζουν αγγειοοίδημα (συμπεριλαμβανομένου του οιδήματος του λάρυγγα και της γλωττίδας, του προσώπου, των χειλέων, του φάρυγγα και/ή της γλώσσας)Το Co-Valsareta πρέπει να διακόπτεται άμεσα και δεν πρέπει να επαναχορηγείται.
-
Συστηματικός ερυθηματώδης λύκοςΈχει αναφερθεί παρόξυνση ή ενεργοποίηση του συστηματικού ερυθηματώδους λύκου κατά τη χορήγηση θειαζιδικών διουρητικών.
-
Μεταβολικές διαταραχές: Ανοχή στη γλυκόζηπροσοχήΠληθυσμόςΔιαβητικοί ασθενείςΜπορεί να απαιτηθεί προσαρμογή της δοσολογίας της ινσουλίνης ή των από του στόματος υπογλυκαιμικών παραγόντων.
-
Μεταβολικές διαταραχές: Επίπεδα χοληστερόλης, τριγλυκεριδίων και ουρικού οξέοςπροσοχήΤα θειαζιδικά διουρητικά μπορεί να αυξήσουν τα επίπεδα της χοληστερόλης, των τριγλυκεριδίων, και του ουρικού οξέος στον ορό.
-
Μεταβολικές διαταραχές: ΑσβέστιοπροσοχήΗ χορήγηση θειαζιδών πρέπει να διακόπτεται πριν από την πραγματοποίηση των εξετάσεων της λειτουργίας του παραθυρεοειδούς αδένα εάν υπάρχει σημαντική υπερασβεστιαιμία.
-
ΦωτοευαισθησίαπροσοχήΕάν η αντίδραση φωτοευαισθησίας εμφανισθεί, συνιστάται η διακοπή της θεραπείας. Εφόσον κριθεί σκόπιμη η επαναχορήγηση, συνιστάται η προφύλαξη από τον ήλιο ή τεχνητή υπεριώδη ακτινοβολία (UVA).
-
ΚύησηαντένδειξηΠληθυσμόςΓυναίκες που προγραμματίζουν εγκυμοσύνηΗ θεραπεία με Ανταγωνιστές των Υποδοχέων της Αγγειοτενσίνης II (AΥΑΙΙ) δεν πρέπει να ξεκινά. Πρέπει να μεταβαίνουν σε εναλλακτικές αντιυπερτασικές θεραπείες.
-
ΚύησηαντένδειξηΠληθυσμόςΓυναίκες με διαγνωσμένη εγκυμοσύνηΗ θεραπεία με AΥΑΙΙ πρέπει να διακόπτεται αμέσως και, εάν είναι κατάλληλο, πρέπει να ξεκινά εναλλακτική θεραπεία.
-
Γενική υπερευαισθησίαμε προσοχήΠληθυσμόςΑσθενείς που έχουν παρουσιάσει στο παρελθόν υπερευαισθησία σε άλλους ανταγωνιστές των υποδοχέων της αγγειοτενσίνης IIΠρέπει να δίνεται προσοχή.
-
Αποκόλληση του χοριοειδούς, οξεία εμφάνιση μυωπίας και δευτερογενούς γλαυκώματος κλειστής γωνίαςσημαντικήΗ κύρια θεραπεία είναι η διακοπή της λήψης του φαρμάκου όσο το δυνατόν ταχύτερα. Εάν η ενδοφθάλμια πίεση παραμένει ανεξέλεγκτη ενδεχομένως να χρειαστεί να εξεταστεί η χορήγηση έγκαιρης ιατρικής ή χειρουργικής θεραπείας.
-
Διπλός Αποκλεισμός του Συστήματος Ρενίνης-Αγγειοτενσίνης-Αλδοστερόνης (ΣΡΑΑ)αντένδειξηΟ διπλός αποκλεισμός του ΣΡΑΑ μέσω της συνδυασμένης χρήσης αναστολέων ΜΕΑ, αποκλειστών των υποδοχέων της αγγειοτενσίνης ΙΙ ή αλισκιρένης δεν συνιστάται.
-
Διπλός Αποκλεισμός του Συστήματος Ρενίνης-Αγγειοτενσίνης-Αλδοστερόνης (ΣΡΑΑ)αντένδειξηΠληθυσμόςΑσθενείς με διαβητική νεφροπάθειαΟι αναστολείς ΜΕΑ και οι αποκλειστές των υποδοχέων της αγγειοτενσίνης ΙΙ δεν πρέπει να χρησιμοποιούνται ταυτόχρονα.
-
Μη μελανωματικός καρκίνος του δέρματοςπροσοχήΠληθυσμόςΑσθενείς που λαμβάνουν υδροχλωροθειαζίδηΠρέπει να ενημερώνονται για τον κίνδυνο, να ελέγχουν τακτικά το δέρμα τους, να αναφέρουν άμεσα ύποπτες βλάβες, να λαμβάνουν προληπτικά μέτρα (περιορισμένη έκθεση στον ήλιο, χρήση προστασίας).
-
Μη μελανωματικός καρκίνος του δέρματοςπροσοχήΠληθυσμόςΑσθενείς που έχουν εμφανίσει μη μελανωματικό καρκίνο του δέρματος στο παρελθόνΘα πρέπει ενδεχομένως να επανεξεταστεί η χρήση της υδροχλωροθειαζίδης.
-
Οξεία αναπνευστική τοξικότητα (ARDS)σημαντικήΕάν πιθανολογείται διάγνωση ARDS, το Co-Valsareta θα πρέπει να διακόπτεται και να χορηγείται η κατάλληλη θεραπεία.
-
Οξεία αναπνευστική τοξικότητα (ARDS)αντένδειξηΠληθυσμόςΑσθενείς οι οποίοι είχαν προηγουμένως παρουσιάσει ARDS μετά τη λήψη υδροχλωροθειαζίδηςΗ υδροχλωροθειαζίδη δεν θα πρέπει να χορηγείται.
-
Περιεκτικότητα σε λακτόζηαντένδειξηΠληθυσμόςΑσθενείς με σπάνια κληρονομικά προβλήματα δυσανεξίας στη γαλακτόζη, πλήρη ανεπάρκεια λακτάσης ή δυσαπορρόφηση γλυκόζης-γαλακτόζηςΔεν πρέπει να παίρνουν αυτό το φάρμακο.
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
swap_horiz
Αλληλεπιδράσεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
-
προσοχήΑύξηση συγκεντρώσεων λιθίου στον ορό και τοξικότηταΣύστασηΔεν συνιστάται. Εάν απαραίτητο, προσεκτικός έλεγχος επιπέδων λιθίου ορού.
-
Άλλοι αντιυπερτασικοί παράγοντες (γουανεθιδίνη, μεθυλντόπα, αγγειοδιασταλτικά, αναστολείς ΜΕΑ, αποκλειστές των υποδοχέων της αγγειοτενσίνης ΙΙ, β-αποκλειστές, αποκλειστές των διαύλων ασβεστίου και αναστολείς επαναπρόσληψης ντοπαμίνης)προσοχήΕνίσχυση αντιυπερτασικής δράσης
-
Αγγειοσυσπαστικές αμίνες (νοραδρεναλίνη, αδρεναλίνη)προσοχήΠιθανή μειωμένη απόκριση
-
Μη-στεροειδή αντιφλεγμονώδη φάρμακα (ΜΣΑΦ), εκλεκτικοί αναστολείς COX-2, ακετυλοσαλικυλικό οξύ (> 3 g/ημέρα), μη-εκλεκτικά ΜΣΑΦπροσοχήΕξασθένηση αντιυπερτασικής δράσης, επιδείνωση νεφρικής λειτουργίας, αύξηση καλίου ορούΣύστασηΠαρακολούθηση νεφρικής λειτουργίας και επαρκής ενυδάτωση του ασθενή κατά την έναρξη της θεραπείας.
-
Αναστολείς ΜΕΑ, αποκλειστές των υποδοχέων της αγγειοτενσίνης ΙΙ, αλισκιρένη (διπλός αποκλεισμός ΣΡΑΑ)αντένδειξηΑυξημένος κίνδυνος υπότασης, υπερκαλιαιμίας, μειωμένης νεφρικής λειτουργίας (οξεία νεφρική ανεπάρκεια)ΣύστασηΔεν πρέπει να χρησιμοποιούνται ταυτόχρονα σε ασθενείς με διαβητική νεφροπάθεια.
-
Καλιοσυντηρητικά διουρητικά, συμπληρώματα καλίου, υποκατάστατα άλατος που περιέχουν κάλιο και άλλες ουσίες που μπορεί να αυξήσουν τα επίπεδα του καλίουπροσοχήΑύξηση επιπέδων καλίου στο πλάσμαΣύστασηΕάν κρίνεται απαραίτητο, συνιστάται παρακολούθηση των επιπέδων καλίου στο πλάσμα.
-
Αναστολείς μεταφορέα ηπατικής πρόσληψης (ριφαμπικίνη, κυκλοσπορίνη)προσοχήΜπορεί να αυξήσει τη συστηματική έκθεση στη βαλσαρτάνηΣύστασηΝα δίνεται η απαραίτητη προσοχή κατά την έναρξη ή λήξη της ταυτόχρονης θεραπείας.
-
Αναστολείς μεταφορέα ηπατικής εκροής (ριτοναβίρη)προσοχήΜπορεί να αυξήσει τη συστηματική έκθεση στη βαλσαρτάνηΣύστασηΝα δίνεται η απαραίτητη προσοχή κατά την έναρξη ή λήξη της ταυτόχρονης θεραπείας.
-
Φαρμακευτικά προϊόντα που επηρεάζουν το επίπεδο καλίου στον ορό (καλιουρητικά διουρητικά, κορτικοστεροειδή, καθαρτικά, ACTH, αμφοτερικίνη, καρβενοξολόνη, πενικιλλίνη G, σαλικυλικό οξύ, παράγωγα)προσοχήΑύξηση υποκαλιαιμικής δράσης της υδροχλωροθειαζίδηςΣύστασηΣυνιστάται παρακολούθηση των επιπέδων καλίου στο πλάσμα.
-
Φαρμακευτικά προϊόντα που θα μπορούσαν να προκαλέσουν κοιλιακή ταχυκαρδία δίκην ριπιδίου (αντιαρρυθμικά τάξης Ια και τάξης ΙΙΙ και ορισμένα αντιψυχωσικά)προσοχήΚίνδυνος υποκαλιαιμίας, η οποία ευνοεί καρδιακές αρρυθμίεςΣύστασηΧορήγηση με προσοχή.
-
Φαρμακευτικά προϊόντα που επηρεάζουν το επίπεδο νατρίου στον ορό (αντικαταθλιπτικά, αντιψυχωσικά, αντιεπιληπτικά)προσοχήΕνταση υπονατριαιμικής δράσης των διουρητικώνΣύστασηΕνδείκνυται ιδιαίτερη προσοχή κατά τη μακροχρόνια χορήγηση.
-
Γλυκοσίδες δακτυλίτιδαςπροσοχήΥποκαλιαιμία ή υπομαγνησιαιμία μπορεί να προκαλέσει καρδιακές αρρυθμίες από δακτυλίτιδα
-
Άλατα ασβεστίου και βιταμίνη DπροσοχήΕνίσχυση αύξησης του ασβεστίου στον ορό, πιθανή υπερασβεστιαιμία
-
Αντιδιαβητικοί παράγοντες (από στόματος και ινσουλίνη)προσοχήΟι θειαζίδες μπορεί να μεταβάλλουν την ανοχή στη γλυκόζη. Μπορεί να χρειαστεί προσαρμογή της δόσης. Μετφορμίνη: κίνδυνος γαλακτικής οξέωσης.ΣύστασηΠροσαρμογή δόσης αντιδιαβητικού. Μετφορμίνη με προσοχή.
-
β-αποκλειστέςπροσοχήΑύξηση κινδύνου υπεργλυκαιμίας
-
ΔιαζοξίδηπροσοχήΕνίσχυση υπεργλυκαιμικής δράσης
-
Φαρμακευτικά προϊόντα για τη θεραπεία της ουρικής αρθρίτιδας (προβενεσίδη, σουλφινπυραζόνη, αλλοπουρινόλη)προσοχήΑύξηση ουρικού οξέος ορού, πιθανή αύξηση δοσολογίας ουρικοζουρικών, αύξηση αντιδράσεων υπερευαισθησίας στην αλλοπουρινόληΣύστασηΠροσαρμογή δόσης ουρικοζουρικών.
-
Αντιχολινεργικοί παράγοντες (ατροπίνη, βιπεριδένη)προσοχήΑύξηση βιοδιαθεσιμότητας διουρητικών θειαζιδικού τύπου
-
Προκινητικές ουσίες (σισαπρίδη)προσοχήΜείωση βιοδιαθεσιμότητας διουρητικών θειαζιδικού τύπου
-
προσοχήΑύξηση κινδύνου για ανεπιθύμητες ενέργειες από αμανταδίνη
-
Ρητίνες ανταλλαγής ιόνων (χολεστυραμίνη, κολεστιπόλη)προσοχήΜείωση απορρόφησης θειαζιδικών διουρητικών, υποθεραπευτικές δράσειςΣύστασηΧορήγηση υδροχλωροθειαζίδης τουλάχιστον 4 ώρες πριν ή 4-6 ώρες μετά τις ρητίνες.
-
Κυτταροτοξικοί παράγοντες (κυκλοφωσφαμίδη, μεθοτρεξάτη)προσοχήΜείωση νεφρικής απέκκρισης κυτταροτοξικών, ενίσχυση μυελοκατασταλτικών επιδράσεων
-
Μη εκπολωτικά χαλαρωτικά σκελετικών μυών (τουβοκουραρίνη)προσοχήΕνίσχυση δράσης μυοσκελετικών χαλαρωτικών
-
προσοχήΑύξηση κινδύνου υπεουριχαιμίας και επιπλοκών τύπου ουρικής αρθρίτιδας
-
Οινόπνευμα, βαρβιτουρικά ή ναρκωτικάπροσοχήΕνίσχυση ορθοστατικής υπότασης
-
ΜεθυλντόπαπροσοχήΑιμολυτική αναιμία
-
Σκιαγραφικά μέσα ιωδίουπροσοχήΑυξημένος κίνδυνος οξείας νεφρικής ανεπάρκειας σε αφυδάτωσηΣύστασηΕπανυδάτωση ασθενών πριν τη χορήγηση.
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
sick
Ανεπιθύμητες ενέργειες
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
- Αφυδάτωση
- Υποκαλιαιμία
- Υπονατριαιμία
- Αύξηση καλίου ορού
- Υπομαγνησιαιμία
- Υπερασβεστιαιμία
- Υπεργλυκαιμία
- Γλυκοζουρία
- Απώλεια όρεξης
- Ζάλη
- Παραισθησία
- Συγκοπή
- Ίλιγγος
- Κεφαλαλγία
- Θαμπή όραση
- Οπτική διαταραχή
- Εμβοές
- Υπόταση
- Αγγειίτιδα
- Ορθοστατική υπόταση
- Βήχας
- Μη καρδιογενές πνευμονικό οίδημα
- Διάρροια
- Κοιλιακό άλγος
- Δυσκοιλιότητα
- Γαστρεντερική δυσφορία
- Παγκρεατίτιδα
- Μυαλγία
- Αρθραλγία
- Μυϊκός σπασμός
- Διαταραχή νεφρικής λειτουργίας
- Κόπωση
- Πυρεξία
- Εξασθένιση
- Αυξημένο ουρικό οξύ ορού
- Αυξημένη χολερυθρίνη ορού και κρεατινίνη ορού
- Αύξηση Αζώτου Ουρίας Αίματος
- Ουδετεροπενία
- Μείωση αιμοσφαιρίνης
- Θρομβοπενία
- Πορφύρα
- Ακοκκιοκυτταραιμία
- Λευκοπενία
- Αιμολυτική αναιμία
- Απλαστική αναιμία
- μείωση αιματοκρίτη
- ανεπάρκεια μυελού των οστών
- Άλλες αντιδράσεις υπερευαισθησίας/αλλεργικές αντιδράσεις συμπεριλαμβανομένης ορονοσίας
- Αύξηση τιμών ηπατικής λειτουργίας
- Αγγειοοίδημα
- Εξάνθημα
- Κνησμός
- Φωτοευαισθησία
- Πολύμορφο ερύθημα
- Νεφρική ανεπάρκεια
- Νεφρική δυσλειτουργία
- Οξεία νεφρική ανεπάρκεια
- Μη μελανωματικός καρκίνος του δέρματος
- Αντιδράσεις υπερευαισθησίας
- αυξημένα λιπίδια αίματος (κυρίως σε υψηλότερες δόσεις)
- υπεουριχαιμία
- επιδείνωση διαβητικής μεταβολικής κατάστασης
- Υποχλωραιμική αλκάλωση
- Κατάθλιψη
- Διαταραχές ύπνου
- Οξύ γλαύκωμα κλειστής γωνίας
- αποκόλληση του χοριοειδούς
- Καρδιακές αρρυθμίες
- Αναπνευστική δυσχέρεια συμπεριλαμβανομένης πνευμονίτιδας και πνευμονικού οιδήματος
- σύνδρομο οξείας αναπνευστικής δυσχέρειας (ARDS)
- ήπια ναυτία και έμετος
- Ενδοηπατική χολόσταση
- Ίκτερος
- Κνίδωση και άλλων μορφών εξανθήματα
- Νεκρωτική αγγειίτιδα και τοξική επιδερμική νεκρόλυση
- αντιδράσεις προσομοιάζουσες με δερματικό ερυθηματώδη λύκο
- επανενεργοποίηση δερματικού ερυθηματώδους λύκου
- Ανικανότητα
Λεπτομέρειες κατά συχνότητα expand_more
-
Πολύ συχνέςΑυξημένα λιπίδια αίματος (κυρίως σε υψηλότερες δόσεις)Διαταραχές του μεταβολισμού και της θρέψης
-
Πολύ συχνέςΥποκαλιαιμία (Valsartan And Diuretics)Διαταραχές του μεταβολισμού και της θρέψης
-
ΣυχνέςΈμετοςΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΑνικανότηταΑναπαραγωγικό
-
ΣυχνέςΑπώλεια όρεξηςΜεταβολισμός
-
ΣυχνέςΚνίδωση και άλλων μορφών εξανθήματαΔιαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
-
ΣυχνέςΝαυτίαΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΟρθοστατική υπότασηΑγγειακές
-
ΣυχνέςΥπερουριχαιμίαΜεταβολισμός
-
ΣυχνέςΥπομαγνησιαιμίαΜεταβολισμός
-
ΣυχνέςΥπονατριαιμία (Valsartan And Diuretics)Διαταραχές του μεταβολισμού και της θρέψης
-
Όχι συχνέςΊλιγγοςΝευρικό
-
Όχι συχνέςΑφυδάτωσηΜεταβολισμός
-
Όχι συχνέςΒήχαςΑναπνευστικό
-
Όχι συχνέςΕμβοέςΑυτί
-
Όχι συχνέςΘαμπή όρασηΟφθαλμικές
-
Όχι συχνέςΚοιλιακό άλγοςΓαστρεντερικό
-
Όχι συχνέςΚόπωσηΓενικές
-
Όχι συχνέςΜυαλγίαΜυοσκελετικό
-
Όχι συχνέςΠαραισθησίαΝευρικό
-
Όχι συχνέςΥπότασηΑγγειακές
-
ΣπάνιεςΊκτεροςΉπαρ
-
ΣπάνιεςΓαστρεντερική δυσφορίαΓαστρεντερικό
-
ΣπάνιεςΓλυκοζουρίαΝεφρά/Ουροποιητικό
-
ΣπάνιεςΔιάρροια (Valsartan And Diuretics)Διαταραχές του γαστρεντερικού
-
ΣπάνιεςΔιαταραχές ύπνουΨυχιατρικές
-
ΣπάνιεςΔυσκοιλιότηταΓαστρεντερικό
-
ΣπάνιεςΕνδοηπατική χολόστασηΉπαρ
-
ΣπάνιεςΕπιδείνωση διαβητικής μεταβολικής κατάστασηςΔιαταραχές του μεταβολισμού και της θρέψης
-
ΣπάνιεςΖάλη (Valsartan And Diuretics)Διαταραχές του νευρικού συστήματος
-
ΣπάνιεςΘρομβοπενίαΑίμα
-
ΣπάνιεςΚαρδιακές αρρυθμίεςΚαρδιά
-
ΣπάνιεςΚατάθλιψηΨυχιατρικές
-
ΣπάνιεςΚεφαλαλγίαΝευρικό
-
ΣπάνιεςΟπτική διαταραχήΟφθαλμικές
-
ΣπάνιεςΠαραισθησία (Valsartan And Diuretics)Διαταραχές του νευρικού συστήματος
-
ΣπάνιεςΠορφύραΑίμα
-
ΣπάνιεςΥπερασβεστιαιμίαΜεταβολισμός
-
ΣπάνιεςΥπεργλυκαιμίαΜεταβολισμός
-
ΣπάνιεςΦωτοευαισθησίαΔέρμα
-
Πολύ σπάνιεςΑιμολυτική αναιμίαΑίμα
-
Πολύ σπάνιεςΑκοκκιοκυτταραιμίαΑίμα
-
Πολύ σπάνιεςΑναπνευστική δυσχέρεια συμπεριλαμβανομένης πνευμονίτιδας και πνευμονικού οιδήματοςΔιαταραχές του αναπνευστικού συστήματος, του θώρακα και του μεσοθωρακίου
-
Πολύ σπάνιεςΑνεπάρκεια μυελού των οστώνΑίμα
-
Πολύ σπάνιεςΑντιδράσεις προσομοιάζουσες με δερματικό ερυθηματώδη λύκοΔιαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
-
Πολύ σπάνιεςΑντιδράσεις υπερευαισθησίαςΑνοσοποιητικό
-
Πολύ σπάνιεςΑρθραλγίαΜυοσκελετικό
-
Πολύ σπάνιεςΔιάρροιαΓαστρεντερικό
-
Πολύ σπάνιεςΕπανενεργοποίηση δερματικού ερυθηματώδους λύκουΔέρμα
-
Πολύ σπάνιεςΖάληΝευρικό
-
Πολύ σπάνιεςΛευκοπενίαΑίμα
-
Πολύ σπάνιεςΝεκρωτική αγγειίτιδαΑγγειακές
-
Πολύ σπάνιεςΠαγκρεατίτιδαΓαστρεντερικό
-
Πολύ σπάνιεςΣύνδρομο οξείας αναπνευστικής δυσχέρειαςΑναπνευστικό
-
Πολύ σπάνιεςΤοξική επιδερμική νεκρόλυσηΔέρμα
-
Πολύ σπάνιεςΥποχλωραιμική αλκάλωσηΔιαταραχές του μεταβολισμού και της θρέψης
-
Μη γνωστέςΆλλες αντιδράσεις υπερευαισθησίας/αλλεργικές αντιδράσεις συμπεριλαμβανομένης ορονοσίαςΔιαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος
-
Μη γνωστέςΑγγειίτιδαΑγγειακές
-
Μη γνωστέςΑγγειοοίδημαΔέρμα
-
Μη γνωστέςΑπλαστική αναιμίαΑίμα
-
Μη γνωστέςΑποκόλληση χοριοειδούςΟφθαλμικές
-
Μη γνωστέςΑυξημένη χολερυθρίνη ορού και κρεατινίνη ορούΠαρακλινικές εξετάσεις
-
Μη γνωστέςΑυξημένο ουρικό οξύ ορούΠαρακλινικές εξετάσεις
-
Μη γνωστέςΑύξηση Αζώτου Ουρίας ΑίματοςΠαρακλινικές εξετάσεις
-
Μη γνωστέςΑύξηση καλίου ορούΜεταβολισμός
-
Μη γνωστέςΑύξηση τιμών ηπατικής λειτουργίαςΕργαστηριακές
-
Μη γνωστέςΔιαταραχή νεφρικής λειτουργίαςΔιαταραχές των νεφρών και των ουροφόρων οδών
-
Μη γνωστέςΕξάνθημα (Valsartan)Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
-
Μη γνωστέςΕξασθένισηΓενικές
-
Μη γνωστέςΘρομβοπενία (Valsartan)Διαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος
-
Μη γνωστέςΚνησμόςΔέρμα
-
Μη γνωστέςΜείωση αιματοκρίτηΕργαστηριακές
-
Μη γνωστέςΜείωση αιμοσφαιρίνηςΑίμα
-
Μη γνωστέςΜη καρδιογενές πνευμονικό οίδημαΑναπνευστικό
-
Μη γνωστέςΜη μελανωματικός καρκίνος του δέρματοςΝεοπλάσματα
-
Μη γνωστέςΜυϊκός σπασμόςΜυοσκελετικό
-
Μη γνωστέςΝεφρική ανεπάρκεια (Valsartan)Διαταραχές των νεφρών και των ουροφόρων οδών
-
Μη γνωστέςΝεφρική δυσλειτουργία (Valsartan And Diuretics)Διαταραχές των νεφρών και των ουροφόρων οδών
-
Μη γνωστέςΟξεία νεφρική ανεπάρκειαΝεφρά/Ουροποιητικό
-
Μη γνωστέςΟξύ γλαύκωμα κλειστής γωνίαςΟφθαλμικές διαταραχές
-
Μη γνωστέςΟυδετεροπενίαΑίμα
-
Μη γνωστέςΠολύμορφο ερύθημαΔέρμα
-
Μη γνωστέςΠυρεξίαΓενικές
-
Μη γνωστέςΣυγκοπήΝευρικό
-
Μη γνωστέςΥποκαλιαιμίαΜεταβολισμός
-
Μη γνωστέςΥπονατριαιμίαΜεταβολισμός
-
Μη γνωστέςΥπονατριαιμία (Valsartan)Διαταραχές του μεταβολισμού και της θρέψης
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
pregnant_woman
Κύηση / Γαλουχία
ΠΧΠ (SPC)
Επίπεδο κινδύνου: Αντενδείκνυται
expand_more
Κύηση / Γαλουχία
-
ΚύησηΑντενδείκνυταιΗ χρήση των ΑΥΑΙΙ δεν συνιστάται κατά το πρώτο τρίμηνο της εγκυμοσύνης. Αντενδείκνυται κατά το δεύτερο και τρίτο τρίμηνο της εγκυμοσύνης λόγω εμβρυοτοξικότητας (μειωμένη νεφρική λειτουργία, ολιγοϋδράμνιο, επιβράδυνση οστεοποίησης του κρανίου) και νεογνικής τοξικότητας (νεφρική ανεπάρκεια, υπόταση, υπερκαλιαιμία). Σε περίπτωση έκθεσης, συνιστάται υπερηχογραφικός έλεγχος της νεφρικής λειτουργίας και του κρανίου. Τα βρέφη πρέπει να παρακολουθούνται για υπόταση. Η υδροχλωροθειαζίδη διαπερνά τον πλακούντα και μπορεί να προκαλέσει ίκτερο, διαταραχή του ισοζυγίου των ηλεκτρολυτών και θρομβοπενία.
-
ΓαλουχίαΔεν συνιστάταιΔεν υπάρχουν πληροφορίες για τη βαλσαρτάνη. Η υδροχλωροθειαζίδη απεκκρίνεται στο ανθρώπινο γάλα. Προτιμώνται εναλλακτικές θεραπείες, ειδικά για νεογέννητα ή πρόωρα βρέφη.
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
e911_emergency
Υπερδοσολογία
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Υπερδοσολογία
- εκσεσημασμένη υπόταση
- μειωμένα επίπεδα συνείδησης
- κυκλοφορική κατέρρειψη
- καταπληξία
- ναυτία
- υπνηλία
- υποογκαιμία
- διαταραχές ηλεκτρολυτών
- καρδιακές αρρυθμίες
- μυϊκοί σπασμοί
directions_car
Επίδραση στην οδήγηση
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Επίδραση στην οδήγηση
science
Έκδοχα
ΠΧΠ (SPC) §2 & §6.1
expand_more
Έκδοχα
biotech
Φαρμακολογία
Φαρμακοδυναμική & Φαρμακοκινητική
expand_more
Φαρμακολογία
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία
Ανταγωνιστές της αγγειοτενσίνης ΙΙ και διουρητικά, κωδικός ATC: C09DA03.
Βαλσαρτάνη/υδροχλωροθειαζίδη
Σε κλινικές μελέτες, ο συνδυασμός βαλσαρτάνης/υδροχλωροθειαζίδης έχει δείξει σημαντικά μεγαλύτερες πτώσεις της μέσης συστολικής/διαστολικής αρτηριακής πίεσης και μεγαλύτερο ποσοστό ανταπόκρισης σε ασθενείς με μη επαρκώς ελεγχόμενη αρτηριακή πίεση, συγκριτικά με τη μονοθεραπεία των συστατικών ή το εικονικό φάρμακο. Παρατηρήθηκαν δοσοεξαρτώμενες μειώσεις του καλίου ορού, με τη καλιοπροστατευτική επίδραση της βαλσαρτάνης να εξασθενεί την επίδραση μείωσης του καλίου της υδροχλωροθειαζίδης. Οι επωφελείς επιδράσεις του συνδυασμού στην καρδιαγγειακή θνησιμότητα και νοσηρότητα είναι επί του παρόντος άγνωστες, αν και επιδημιολογικές μελέτες έχουν δείξει ότι η μακροχρόνια θεραπεία με υδροχλωροθειαζίδη μειώνει τον κίνδυνο καρδιαγγειακής θνησιμότητας και νοσηρότητας.
Βαλσαρτάνη
Μηχανισμός δράσης Η βαλσαρτάνη είναι ένας χορηγούμενος από στόματος δραστικός και ειδικός ανταγωνιστής των υποδοχέων της αγγειοτενσίνης II (Ang II). Δρα εκλεκτικά στον υποδοχέα υποτύπου AT1, που είναι υπεύθυνος για τις γνωστές δράσεις της αγγειοτενσίνης ΙΙ. Τα αυξημένα επίπεδα της αγγειοτενσίνης ΙΙ στο πλάσμα μετά από αποκλεισμό του υποδοχέα AT1 με βαλσαρτάνη μπορεί να διεγείρουν τον μη αποκλεισμένο υποδοχέα AT2, ο οποίος φαίνεται ότι αντισταθμίζει τη δράση του υποδοχέα AT1. Η βαλσαρτάνη δεν επιδεικνύει καμία μερική αγωνιστική δράση στον υποδοχέα AT1 και έχει πολύ μεγαλύτερη (περίπου 20.000 φορές) συγγένεια για τον υποδοχέα AT1 απ’ ότι για τον υποδοχέα AT2. Δεν είναι γνωστό η βαλσαρτάνη να δεσμεύεται ή να αποκλείει άλλους υποδοχείς ορμονών ή διαύλους ιόντων που είναι γνωστό ότι παίζουν σημαντικό ρόλο στη ρύθμιση του καρδιαγγειακού συστήματος. Η βαλσαρτάνη δεν αναστέλλει το ΜΕΑ, γνωστό επίσης και ως κινινάση II, το οποίο μετατρέπει την αγγειοτενσίνη I σε αγγειοτενσίνη IΙ και αποικοδομεί τη βραδυκινίνη. Καθώς δεν υπάρχει επίδραση στο ΜΕΑ και καμία ενίσχυση της βραδυκινίνης ή της ουσίας P, οι ανταγωνιστές της αγγειοτενσίνης ΙΙ είναι απίθανο να σχετίζονται με βήχα.
Φαρμακοδυναμικές επιδράσεις Η χορήγηση βαλσαρτάνης σε ασθενείς με υπέρταση οδηγεί σε πτώση της αρτηριακής πίεσης χωρίς να επηρεάζει τον καρδιακό ρυθμό. Η έναρξη της αντιυπερτασικής δράσης παρουσιάζεται εντός 2 ωρών, η μέγιστη πτώση της αρτηριακής πίεσης επιτυγχάνεται εντός 4-6 ωρών, και η δράση διατηρείται για 24 ώρες. Κατά την επαναλαμβανόμενη χορήγηση, η μέγιστη πτώση της αρτηριακής πίεσης επιτυγχάνεται γενικά εντός 2-4 εβδομάδων και διατηρείται κατά τη διάρκεια της μακροχρόνιας θεραπείας. Η απότομη διακοπή δεν συσχετίζεται με απότομη αντανακλαστική υπέρταση (rebound). Σε υπερτασικούς ασθενείς με διαβήτη τύπου 2 και μικρολευκωματουρία, η βαλσαρτάνη μειώνει την απέκκριση της λευκωματίνης στα ούρα.
Ο διπλός αποκλεισμός του Συστήματος Ρενίνης-Αγγειοτενσίνης-Αλδοστερόνης (ΣΡΑΑ) με αναστολέα ΜΕΑ και αποκλειστή υποδοχέων αγγειοτενσίνης ΙΙ ή αλισκιρένη, έχει συσχετιστεί με αυξημένο κίνδυνο ανεπιθύμητων ενεργειών και δεν συνιστάται, ειδικά σε ασθενείς με διαβητική νεφροπάθεια.
Υδροχλωροθειαζίδη
Μηχανισμός δράσης Το πρωταρχικό σημείο δράσης των θειαζιδικών διουρητικών είναι το άπω εσπειραμένο νεφρικό σωληνάριο. Ο τρόπος δράσης των θειαζιδών είναι μέσω αναστολής της συμμεταφοράς των Na+ Clˉ, πιθανώς μέσω ανταγωνισμού για την περιοχή του Clˉ, επηρεάζοντας, ως εκ τούτου, τους μηχανισμούς επαναρρόφησης των ηλεκτρολυτών: άμεσα αυξάνοντας την αποβολή νατρίου και χλωρίου σχεδόν στον ίδιο βαθμό και έμμεσα, μέσω αυτής της διουρητικής δράσης, μειώνοντας τον όγκο του πλάσματος, με επακόλουθες αυξήσεις της δραστικότητας της ρενίνης του πλάσματος, της έκκρισης αλδοστερόνης και της απώλειας καλίου μέσω των ούρων και με μία μείωση του καλίου στον ορό. Ο σύνδεσμος ρενίνης-αλδοστερόνης πραγματοποιείται με τη μεσολάβηση της αγγειοτενσίνης ΙΙ, έτσι με τη συγχορήγηση της βαλσαρτάνης η μείωση του καλίου στον ορό είναι λιγότερο έντονη από αυτή που παρατηρείται στη μονοθεραπεία με υδροχλωροθειαζίδη.
Μη μελανωματικός καρκίνος του δέρματος: Επιδημιολογικές μελέτες έχουν δείξει συσχέτιση μεταξύ της υδροχλωροθειαζίδης και του μη μελανωματικού καρκίνου του δέρματος (βασικοκυτταρικό καρκίνωμα και καρκίνωμα πλακώδους επιθηλίου) εξαρτώμενη από αθροιστική δόση. Παρατηρήθηκε σαφής σχέση αθροιστικής δόσης-απόκρισης, με αυξημένο κίνδυνο για υψηλότερες αθροιστικές δόσεις.
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
Βαλσαρτάνη/υδροχλωροθειαζίδη
Η συστηματική διαθεσιμότητα της υδροχλωροθειαζίδης μειώνεται κατά 30% περίπου όταν συγχορηγείται με βαλσαρτάνη. Η κινητική της βαλσαρτάνης δεν επηρεάζεται έντονα από την συγχορήγηση με υδροχλωροθειαζίδη. Αυτή η παρατηρούμενη αλληλεπίδραση δεν έχει καμία επίπτωση στη συνδυασμένη χρήση της βαλσαρτάνης και της υδροχλωροθειαζίδης, εφόσον ελεγχόμενες κλινικές δοκιμές έχουν δείξει μία σαφή αντιυπερτασική δράση, μεγαλύτερη από αυτή που επιτυγχάνεται με τη μονοθεραπεία κάθε δραστικού συστατικού ή με το εικονικό φάρμακο.
Βαλσαρτάνη
Απορρόφηση
Μετά την από στόματος χορήγηση, οι μέγιστες συγκεντρώσεις της βαλσαρτάνης στο πλάσμα επιτυγχάνονται σε 2-4 ώρες. Η μέση απόλυτη βιοδιαθεσιμότητα είναι 23%. Η τροφή μειώνει την έκθεση (AUC) κατά 40% περίπου και τη μέγιστη συγκέντρωση (Cmax) κατά 50% περίπου, αλλά αυτό δεν συνοδεύεται από κλινικά σημαντική μείωση του θεραπευτικού αποτελέσματος. Μπορεί να χορηγείται με ή χωρίς τροφή.
Κατανομή
Ο όγκος κατανομής στη σταθεροποιημένη κατάσταση μετά από ενδοφλέβια χορήγηση είναι περίπου 17 λίτρα. Δεσμεύεται σε μεγάλο βαθμό στις πρωτεΐνες ορού (94-97%), κυρίως στη λευκωματίνη του ορού.
Βιομετασχηματισμός
Δεν βιομετασχηματίζεται σε μεγάλο βαθμό, με μόνο περίπου 20% της δόσης να ανακτάται σε μορφή μεταβολιτών. Ένας φαρμακολογικά αδρανής υδροξέος μεταβολίτης έχει εντοπιστεί σε χαμηλές συγκεντρώσεις.
Αποβολή
Εμφανίζει πολυεκθετική κινητική απομάκρυνσης (t½α <1 ώρα και t½β περίπου 9 ώρες). Αποβάλλεται κατά κύριο λόγο από τα κόπρανα (περίπου 83% της δόσης) και τα ούρα (περίπου 13% της δόσης), κυρίως ως αμετάβλητο φάρμακο. Η κάθαρση στο πλάσμα είναι περίπου 2 l/h και η νεφρική κάθαρση 0,62 l/h. Ο χρόνος ημίσειας ζωής είναι 6 ώρες.
Υδροχλωροθειαζίδη
Απορρόφηση
Η απορρόφηση είναι ταχεία (tmax περίπου 2 ώρες). Η αύξηση της μέσης AUC είναι γραμμική και ανάλογη της δόσης. Η επίδραση της τροφής έχει ελάχιστη κλινική σημασία. Η απόλυτη βιοδιαθεσιμότητα είναι 70%.
Κατανομή
Ο φαινόμενος όγκος κατανομής είναι 4-8 l/kg. Δεσμεύεται με τις πρωτεΐνες ορού (40-70%), κυρίως με τη λευκωματίνη του ορού. Συσσωρεύεται επίσης στα ερυθροκύτταρα.
Αποβολή
Αποβάλλεται κυρίως ως αμετάβλητο φάρμακο. Ο χρόνος ημίσειας ζωής κατά την τελική φάση αποβολής είναι 6 έως 15 ώρες. Η συσσώρευση είναι ελάχιστη με άπαξ ημερησίως δοσολογία. Περισσότερο από 95% της απορροφηθείσας δόσης απεκκρίνεται στα ούρα ως αμετάβλητη ουσία. Η νεφρική κάθαρση πραγματοποιείται μέσω παθητικής διήθησης και ενεργητικής απέκκρισης.
Ειδικοί πληθυσμοί
Ηλικιωμένοι
Σε μερικούς ηλικιωμένους ασθενείς παρατηρήθηκε μια κατά τι υψηλότερη συστηματική έκθεση στη βαλσαρτάνη, χωρίς κλινική σημασία. Περιορισμένα στοιχεία υποδηλώνουν ότι η συστηματική κάθαρση της υδροχλωροθειαζίδης μειώνεται σε ηλικιωμένα άτομα.
Νεφρική δυσλειτουργία
Δεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης για ασθενείς με GFR 30-70 ml/min. Δεν υπάρχουν δεδομένα για GFR <30 ml/min ή ασθενείς σε αιμοκάθαρση. Η βαλσαρτάνη δεν απομακρύνεται με αιμοκάθαρση. Η κάθαρση της υδροχλωροθειαζίδης θα επιτευχθεί με αιμοκάθαρση. Σε νεφρική δυσλειτουργία, αυξάνονται οι Cmax και AUC της υδροχλωροθειαζίδης (3-πλάσια σε ήπια/μέτρια, 8-πλάσια σε σοβαρή). Η υδροχλωροθειαζίδη αντενδείκνυται σε σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία.
Ηπατική δυσλειτουργία
Σε ασθενείς με ήπια έως μέτρια ηπατική δυσλειτουργία, η έκθεση στη βαλσαρτάνη αυξήθηκε περίπου 2 φορές. Δεν υπάρχουν δεδομένα για σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία. Η ηπατική νόσος δεν επηρεάζει σημαντικά τη φαρμακοκινητική της υδροχλωροθειαζίδης.