DIENOGEST
Διενογέστη
### Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία Προγεσταγόνα, κωδικός ATC: G03DΒ08.
Curated · Επιμελημένο Δεν προέρχεται από το SPC (ΠΧΠ). πηγή (curated): EMA/PRAC review of CHCs & VTE risk (2013–2014, final recommendations)· FSRH (Faculty of Sexual & Reproductive Healthcare) UK Guidance: CHC 2019· WHO MEC. Σχετικός κίνδυνος αναφέρεται έναντι levonorgestrel-COC.
Εμπορικά Ονόματα
Ενδείξεις
Εγκεκριμένες ενδείξεις από το SPC, ομαδοποιημένες κατά ICD-10
-
N80 Ενδομητρίωση
Πληροφορίες Συνταγογράφησης
Επιμελημένα δεδομένα από το SPC
medication
Μορφή & Εμφάνιση
ΠΧΠ (SPC) §3 · περιγραφή σκευάσματος VISANNETTE
expand_more
Μορφή & Εμφάνιση
medication
Δοσολογία
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Δοσολογία
- Οδός: Από του στόματος
- Χορήγηση: την ίδια ώρα κάθε ημέρα
- Δόση έναρξης: ένα δισκίο ημερησίως
-
ΕνήλικεςΔόσηένα δισκίο ημερησίωςΧωρίς διακοπή, λαμβανόμενο κατά προτίμηση την ίδια ώρα κάθε ημέρα με λίγο υγρό. Μπορεί να ληφθεί με ή χωρίς τροφή. Η θεραπεία μπορεί να ξεκινήσει οποιαδήποτε ημέρα του εμμηνορρυσιακού κύκλου. Οποιαδήποτε ορμονική αντισυλληπτική θεραπεία πρέπει να διακοπεί πριν από την έναρξη του Διενογέστη.
-
Παιδιατρικοί ασθενείςΔεν ενδείκνυται για χρήση σε παιδιά πριν την εμμηναρχή. Η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα ερευνήθηκε σε έφηβες κοπέλες (12-<18) με κλινικά υποπτευόμενη ή επιβεβαιωμένη ενδομητρίωση.
-
Γηριατρικός πληθυσμόςΔεν υπάρχει σχετική ένδειξη.
-
Ασθενείς με ηπατική δυσλειτουργίαΑντενδείκνυται σε ασθενείς με παρούσα ή προηγούμενη σοβαρή ηπατική νόσο.
-
Ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργίαΔεν υπάρχουν δεδομένα που να υποδηλώνουν την ανάγκη για προσαρμογή της δόσης.
block
Αντενδείξεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Αντενδείξεις
-
ενεργή φλεβική θρομβοεμβολική διαταραχή
-
παρουσία ή ιστορικό αρτηριακής και καρδιαγγειακής νόσου (π.χ. έμφραγμα του μυοκαρδίου, αγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιο, ισχαιμική καρδιακή νόσο)
-
σακχαρώδης διαβήτης με αγγειακές επιπλοκές
-
παρουσία ή ιστορικό σοβαρής ηπατικής νόσου, εφόσον οι τιμές της ηπατικής λειτουργίας δεν έχουν επανέλθει στο φυσιολογικό
-
παρουσία ή ιστορικό ηπατικών όγκων (καλοήθων ή κακοήθων)
-
γνωστές ή πιθανές ορμονοεξαρτώμενες κακοήθειες
-
αδιάγνωστη κολπική αιμορραγία
-
υπερευαισθησία στη δραστική ουσία ή σε κάποιο από τα έκδοχα (βλ. Λίστα εκδόχων)
warning
Προειδοποιήσεις & Προφυλάξεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Προειδοποιήσεις & Προφυλάξεις
-
Σοβαρή αιμορραγία της μήτραςΕάν η αιμορραγία είναι βαριά και συνεχής, μπορεί να οδηγήσει σε αναιμία. Σε περίπτωση αναιμίας, πρέπει να ληφθεί υπόψη η διακοπή του Διενογέστη.
-
Μεταβολές στο αιμορραγικό προφίλΠληθυσμόςπλειοψηφία των ασθενώνΠρέπει να παρακολουθούνται για μεταβολές στην καταμήνια αιμορραγία.
-
Διαταραχές του κυκλοφορικούΗ θεραπεία πρέπει να διακοπεί αμέσως εάν υπάρχουν συμπτώματα αρτηριακού ή φλεβικού θρομβωτικού συμβάματος ή υποψία αυτού.
-
Φλεβική θρομβοεμβολή (ΦΘΕ)Σε περίπτωση παρατεταμένης ακινητοποίησης, συνιστάται η διακοπή της λήψης του Διενογέστη (στην περίπτωση προγραμματισμένης χειρουργικής επέμβασης τουλάχιστον τέσσερις εβδομάδες πριν) και η επαναχορήγησή του τουλάχιστον δύο εβδομάδες μετά την πλήρη επανακινητοποίηση. Πρέπει επίσης να λαμβάνεται υπόψη ο αυξημένος κίνδυνος θρομβοεμβολής κατά τη λοχεία.
-
Καρκίνος του μαστούΠληθυσμόςγυναίκες που χρησιμοποιούν σκευάσματα οιστρογόνου - προγεσταγόνοΟ κίνδυνος καρκίνου του μαστού σε χρήστριες σκευασμάτων που περιέχουν μόνο προγεσταγόνο είναι πιθανώς όμοιου βαθμού με εκείνον που σχετίζεται με τα συνδυασμένα από του στόματος αντισυλληπτικά. Οι καρκίνοι του μαστού που διαγνώστηκαν σε χρήστριες από του στόματος αντισυλληπτικών τείνουν να είναι λιγότερο προχωρημένοι κλινικά.
-
Ηπατικοί όγκοιΠληθυσμόςχρήστριες ορμονικών ουσιώνΗ πιθανότητα ηπατικού όγκου θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη στη διαφορική διάγνωση σε περιπτώσεις έντονου πόνου στην άνω κοιλία, διόγκωσης του ήπατος ή σημείων ενδοκοιλιακής αιμορραγίας.
-
Μεταβολές στην οστική πυκνότητα (BMD)Πληθυσμόςέφηβοι (12 έως <18 ετών)Σε ασθενείς που διατρέχουν αυξημένο κίνδυνο οστεοπόρωσης, πρέπει να διενεργείται προσεκτική αξιολόγηση κινδύνου/οφέλους πριν από την έναρξη του Διενογέστη. Η επαρκής λήψη ασβεστίου και Βιταμίνης D είναι σημαντική για την υγεία των οστών των γυναικών όλων των ηλικιών.
-
ΚατάθλιψηΠληθυσμόςΑσθενείς με ιστορικό κατάθλιψηςΠρέπει να παρακολουθούνται προσεκτικά και το φάρμακο να διακόπτεται σε περίπτωση επανεμφάνισης της κατάθλιψης σε σοβαρό βαθμό.
-
ΥπέρτασηΕάν αναπτυχθεί εμμένουσα, κλινικά σημαντική υπέρταση, συνιστάται η απόσυρση του Διενογέστη και η αντιμετώπιση της υπέρτασης.
-
Χολοστατικός ίκτερος και/ή κνησμόςΕπανεμφάνιση χολοστατικού ίκτερου και/ή κνησμού που εκδηλώθηκε για πρώτη φορά κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης ή προηγούμενης χρήσης στεροειδών του φύλου καθιστά απαραίτητη τη διακοπή του Διενογέστη.
-
Σακχαρώδης διαβήτηςΠληθυσμόςδιαβητικές γυναίκες, ειδικά εκείνες με ιστορικό σακχαρώδους διαβήτη της κύησηςΠρέπει να παρακολουθούνται προσεκτικά κατά τη διάρκεια λήψης Διενογέστη.
-
ΧλόασμαΠληθυσμόςΓυναίκες με προδιάθεση για χλόασμαΠρέπει να αποφεύγουν την έκθεση στον ήλιο ή σε υπεριώδη ακτινοβολία ενώ λαμβάνουν Διενογέστη.
-
Έκτοπη κύησηΠληθυσμόςγυναίκες με ιστορικό εξωμήτριας κύησης ή διαταραχής της λειτουργίας των σαλπίγγωνΗ χρήση του Διενογέστη θα πρέπει να αποφασίζεται μόνο μετά από προσεκτική αξιολόγηση του οφέλους έναντι των κινδύνων.
-
Ωοθυλάκια (λειτουργικές κύστεις των ωοθηκών)Είναι πιθανό να παρουσιαστούν επίμονα ωοθυλάκια. Τα περισσότερα από αυτά είναι ασυμπτωματικά, αν και ορισμένα μπορεί να συνοδεύονται από πυελικό άλγος.
-
ΛακτόζηΠληθυσμόςΑσθενείς με σπάνια κληρονομικά προβλήματα δυσανεξίας στη γαλακτόζη, ένδεια λακτάσης ή δυσαπορρόφηση γλυκόζης-γαλακτόζηςΠρέπει να λαμβάνουν υπόψη την ποσότητα που περιέχεται στο Διενογέστη.
swap_horiz
Αλληλεπιδράσεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
-
προσοχήΜειωμένη αποτελεσματικότητα του Διενογέστη και πιθανές ανεπιθύμητες ενέργειες (π.χ. μεταβολές στο προφίλ της εμμηνορρυσίας) λόγω επαγωγής ενζύμων CYP3A4.
-
ΒαρβιτουρικάπροσοχήΜειωμένη αποτελεσματικότητα του Διενογέστη και πιθανές ανεπιθύμητες ενέργειες (π.χ. μεταβολές στο προφίλ της εμμηνορρυσίας) λόγω επαγωγής ενζύμων CYP3A4.
-
προσοχήΜειωμένη αποτελεσματικότητα του Διενογέστη και πιθανές ανεπιθύμητες ενέργειες (π.χ. μεταβολές στο προφίλ της εμμηνορρυσίας) λόγω επαγωγής ενζύμων CYP3A4.
-
προσοχήΜειωμένη αποτελεσματικότητα του Διενογέστη και πιθανές ανεπιθύμητες ενέργειες (π.χ. μεταβολές στο προφίλ της εμμηνορρυσίας) λόγω επαγωγής ενζύμων CYP3A4.
-
προσοχήΣημαντικές μειώσεις στις συγκεντρώσεις και συστηματικές εκθέσεις της διενογέστης (μείωση AUC 83%) και της οιστραδιόλης (μείωση AUC 44%) λόγω επαγωγής CYP3A4. Μειωμένη αποτελεσματικότητα του Διενογέστη και πιθανές ανεπιθύμητες ενέργειες (π.χ. μεταβολές στο προφίλ της εμμηνορρυσίας).
-
ΟξκαρβαζεπίνηπροσοχήΠιθανή μειωμένη αποτελεσματικότητα του Διενογέστη και ανεπιθύμητες ενέργειες (π.χ. μεταβολές στο προφίλ της εμμηνορρυσίας) λόγω επαγωγής ενζύμων.
-
προσοχήΠιθανή μειωμένη αποτελεσματικότητα του Διενογέστη και ανεπιθύμητες ενέργειες (π.χ. μεταβολές στο προφίλ της εμμηνορρυσίας) λόγω επαγωγής ενζύμων.
-
ΦελβαμάτηπροσοχήΠιθανή μειωμένη αποτελεσματικότητα του Διενογέστη και ανεπιθύμητες ενέργειες (π.χ. μεταβολές στο προφίλ της εμμηνορρυσίας) λόγω επαγωγής ενζύμων.
-
προσοχήΠιθανή μειωμένη αποτελεσματικότητα του Διενογέστη και ανεπιθύμητες ενέργειες (π.χ. μεταβολές στο προφίλ της εμμηνορρυσίας) λόγω επαγωγής ενζύμων.
-
Hypericum perforatum/υπερικό βαλσαμόχορτο (St. John’s wort)προσοχήΠιθανή μειωμένη αποτελεσματικότητα του Διενογέστη και ανεπιθύμητες ενέργειες (π.χ. μεταβολές στο προφίλ της εμμηνορρυσίας) λόγω επαγωγής ενζύμων.
-
Αναστολείς πρωτεάσης/HIV και μη νουκλεοσιδικοί αναστολείς της ανάστροφης μεταγραφάσης (συμπεριλαμβανομένων αναστολέων HCV)προσοχήΜπορεί να αυξήσουν ή να μειώσουν τις συγκεντρώσεις ορού των προγεστερόνων στο πλάσμα. Το καθαρό αποτέλεσμα μπορεί να είναι κλινικά σχετικό.
-
Κετοκοναζόλη (ισχυρός αναστολέας CYP3A4)προσοχήΑύξηση κατά 2,9 φορές της AUC (0-24h) σε σταθερή κατάσταση για τη διενογέστη. Πιθανές ανεπιθύμητες ενέργειες.
-
Ερυθρομυκίνη (μέτριος αναστολέας CYP3A4)προσοχήΑύξηση κατά 1,6 φορές της AUC (0-24h) της διενογέστης σε σταθερή κατάσταση. Πιθανές ανεπιθύμητες ενέργειες.
-
Τυπικό γεύμα υψηλών λιπαρώνκαμίαΔεν επηρεάζει τη βιοδιαθεσιμότητα του Διενογέστη.
-
Εργαστηριακές εξετάσεις (βιοχημικές παράμετροι ήπατος, θυρεοειδούς, επινεφριδίων, νεφρικής λειτουργίας, πρωτεϊνών πλάσματος, μεταβολισμού υδατανθράκων, πήξης και ινωδόλυσης)προσοχήΗ χρήση προγεσταγόνων μπορεί να επηρεάσει τα αποτελέσματα ορισμένων εργαστηριακών εξετάσεων. Οι μεταβολές γενικά παραμένουν εντός του φυσιολογικού εργαστηριακού εύρους.
sick
Ανεπιθύμητες ενέργειες
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
- Αναιμία
- Αύξηση βάρους
- Μείωση βάρους
- Αυξημένη όρεξη
- Καταθλιπτική διάθεση
- Διαταραχή ύπνου
- Νευρικότητα
- Απώλεια libido
- Μεταβολή διάθεσης
- Άγχος
- Κατάθλιψη
- Συναισθηματική αστάθεια
- Ευερεθιστότητα
- Κεφαλαλγία
- Ημικρανία
- Διαταραχή ισορροπίας αυτόνομου νευρικού συστήματος
- Διαταραχή στην προσοχή
- Ξηροφθαλμία
- Εμβοές
- Διαταραχή του κυκλοφορικού συστήματος
- Αίσθημα παλμών
- Υπόταση
- Εξάψεις
- Δύσπνοια
- Ναυτία
- Κοιλιακό άλγος
- Μετεωρισμός
- Κοιλιακή διάταση
- Έμετος
- Διάρροια
- Δυσκοιλιότητα
- Κοιλιακή δυσφορία
- Γαστρεντερική φλεγμονή
- Ουλίτιδα
- Ραχιαλγία
- Πόνος στα οστά
- Μυϊκοί σπασμοί
- Πόνος στα άκρα
- Αίσθημα βάρους στα άκρα
- Λοίμωξη ουροφόρων οδών
- Δυσφορία στους μαστούς
- Κύστη ωοθήκης
- Αιμορραγία μήτρας
- Αιμορραγία κόλπου
- Κολπική καντιντίαση
- Εκκρίσεις γεννητικών οργάνων
- Πυελικό άλγος
- Ατροφική αιδοιοκολπίτιδα
- Μάζα στο μαστό
- Ινοκυστική νόσος μαστού
- Σκλήρυνση του μαστού
- Αιδιοκολπική ξηρότητα
- Ασθενικές καταστάσεις
- Οίδημα
- Μείωση στην οστική πυκνότητα (L2-L4)
Λεπτομέρειες κατά συχνότητα expand_more
-
ΣυχνέςΈμετοςΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΑιμορραγία κόλπουΑναπαραγωγικό
-
ΣυχνέςΑιμορραγία μήτραςΑναπαραγωγικό
-
ΣυχνέςΑπώλεια libidoΨυχιατρικές
-
ΣυχνέςΑσθενικές καταστάσειςΓενικές
-
ΣυχνέςΑύξηση βάρουςΜεταβολισμός
-
ΣυχνέςΔιαταραχή ύπνουΨυχιατρικές
-
ΣυχνέςΔυσφορία στους μαστούςΑναπαραγωγικό
-
ΣυχνέςΕξάψειςΑγγειακές
-
ΣυχνέςΗμικρανίαΝευρικό
-
ΣυχνέςΚαταθλιπτική διάθεσηΨυχιατρικές
-
ΣυχνέςΚεφαλαλγίαΝευρικό
-
ΣυχνέςΚοιλιακή διάτασηΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΚοιλιακό άλγοςΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΚύστη ωοθήκηςΑναπαραγωγικό
-
ΣυχνέςΜεταβολή διάθεσηςΨυχιατρικές
-
ΣυχνέςΜετεωρισμόςΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΝαυτίαΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΝευρικότηταΨυχιατρικές
-
ΣυχνέςΡαχιαλγίαΜυοσκελετικό
-
Όχι συχνέςΆγχοςΨυχιατρικές
-
Όχι συχνέςΑίσθημα βάρους στα άκραΜυοσκελετικό
-
Όχι συχνέςΑίσθημα παλμώνΚαρδιά
-
Όχι συχνέςΑιδιοκολπική ξηρότηταΔιαταραχές του αναπαραγωγικού συστήματος και του μαστού
-
Όχι συχνέςΑναιμίαΑίμα
-
Όχι συχνέςΑτροφική αιδοιοκολπίτιδαΑναπαραγωγικό
-
Όχι συχνέςΑυξημένη όρεξηΜεταβολισμός
-
Όχι συχνέςΓαστρεντερική φλεγμονήΓαστρεντερικό
-
Όχι συχνέςΔιάρροιαΓαστρεντερικό
-
Όχι συχνέςΔιαταραχή ισορροπίας αυτόνομου νευρικού συστήματοςΝευρικό
-
Όχι συχνέςΔιαταραχή στην προσοχήΝευρικό
-
Όχι συχνέςΔιαταραχή του κυκλοφορικού συστήματοςΚαρδιά
-
Όχι συχνέςΔυσκοιλιότηταΓαστρεντερικό
-
Όχι συχνέςΔύσπνοιαΑναπνευστικό
-
Όχι συχνέςΕκκρίσεις γεννητικών οργάνωνΑναπαραγωγικό
-
Όχι συχνέςΕμβοέςΑυτί
-
Όχι συχνέςΕυερεθιστότηταΨυχιατρικές
-
Όχι συχνέςΙνοκυστική νόσος μαστούΑναπαραγωγικό
-
Όχι συχνέςΚατάθλιψηΨυχιατρικές
-
Όχι συχνέςΚοιλιακή δυσφορίαΓαστρεντερικό
-
Όχι συχνέςΚολπική καντιντίασηΑναπαραγωγικό
-
Όχι συχνέςΛοίμωξη ουροφόρων οδώνΛοιμώξεις
-
Όχι συχνέςΜάζα στο μαστόΑναπαραγωγικό
-
Όχι συχνέςΜείωση βάρουςΜεταβολισμός
-
Όχι συχνέςΜυϊκοί σπασμοίΜυοσκελετικό
-
Όχι συχνέςΞηροφθαλμίαΟφθαλμικές
-
Όχι συχνέςΟίδημαΓενικές
-
Όχι συχνέςΟυλίτιδαΓαστρεντερικό
-
Όχι συχνέςΠυελικό άλγοςΑναπαραγωγικό
-
Όχι συχνέςΠόνος στα άκραΜυοσκελετικό
-
Όχι συχνέςΠόνος στα οστάΜυοσκελετικό
-
Όχι συχνέςΣκλήρυνση του μαστούΑναπαραγωγικό
-
Όχι συχνέςΣυναισθηματική αστάθειαΨυχιατρικές
-
Όχι συχνέςΥπότασηΑγγειακές
-
Μη γνωστέςΜείωση στην οστική πυκνότητα (L2-L4)Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
pregnant_woman
Κύηση / Γαλουχία
ΠΧΠ (SPC)
Επίπεδο κινδύνου: Αντενδείκνυται
expand_more
Κύηση / Γαλουχία
-
ΚύησηΤο Διενογέστη δεν πρέπει να χορηγείται σε έγκυες γυναίκες διότι δεν υπάρχει ανάγκη θεραπείας της ενδομητρίωσης κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης.Υπάρχουν περιορισμένα στοιχεία από τη χρήση της διενογέστης σε γυναίκες κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης. Μελέτες σε ζώα δεν κατέδειξαν άμεσες ή έμμεσες βλαβερές επιδράσεις όσον αφορά στην τοξικότητα κατά την αναπαραγωγή (βλ. Προκλινικά δεδομένα).
-
ΓαλουχίαΗ θεραπεία με Διενογέστη κατά τη διάρκεια της γαλουχίας δεν συνιστάται. Πρέπει να αποφασιστεί εάν θα διακοπεί ο θηλασμός ή θα διακοπεί η θεραπεία με Διενογέστη, λαμβάνοντας υπόψη το όφελος του θηλασμού για το παιδί και το όφελος της θεραπείας για την γυναίκα.Δεν είναι γνωστό εάν η διενογέστη απεκκρίνεται στο ανθρώπινο μητρικό γάλα. Δεδομένα από μελέτες σε ζώα έδειξαν απέκκριση της διενογέστης στο γάλα αρουραίων.
-
ΓονιμότηταΗ ωορρηξία αναστέλλεται στην πλειοψηφία των ασθενών. Δεν είναι αντισυλληπτικό. Εάν απαιτείται αντισύλληψη, πρέπει να χρησιμοποιηθεί μια μη ορμονική μέθοδος (βλ. Δοσολογία).Ο εμμηνορρυσιακός κύκλος επιστρέφει στο φυσιολογικό εντός 2 μηνών μετά τη διακοπή της θεραπείας με Διενογέστη.
e911_emergency
Υπερδοσολογία
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Υπερδοσολογία
directions_car
Επίδραση στην οδήγηση
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Επίδραση στην οδήγηση
science
Έκδοχα
ΠΧΠ (SPC) §2 & §6.1
expand_more
Έκδοχα
biotech
Φαρμακολογία
Φαρμακοδυναμική & Φαρμακοκινητική
expand_more
Φαρμακολογία
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία
Προγεσταγόνα, κωδικός ATC: G03DΒ08.
Μηχανισμός δράσης
Η διενογέστη είναι ένα παράγωγο της νορτεστοστερόνης χωρίς ανδρογονική αλλά με αντιανδρογονική δραστηριότητα της τάξης περίπου ενός τρίτου εκείνης της οξικής κυπροτερόνης. Η διενογέστη συνδέεται στον υποδοχέα προγεστερόνης της ανθρώπινης μήτρας με μόνο 10% της σχετικής συγγένειας της προγεστερόνης. Παρά τη χαμηλή συγγένεια προς τον υποδοχέα προγεστερόνης, η διενογέστη έχει ισχυρή προγεσταγονική δράση in vivo. Η διενογέστη δεν έχει σημαντική ανδρογονική, αλατοκορτικοειδική ή γλυκοκορτικοειδική δράση in vivo.
Η διενογέστη επιδρά στην ενδομητρίωση μειώνοντας την ενδογενή παραγωγή οιστραδιόλης, καταστέλλοντας έτσι τις τροφικές επιδράσεις της οιστραδιόλης τόσο στο μη έκτοπο όσο και στο έκτοπο ενδομήτριο. Όταν χορηγείται συνεχώς, η διενογέστη οδηγεί σε υποοιστρογονικό, υπεργεσταγονικό ενδοκρινικό περιβάλλον, προκαλώντας αρχική φθαρτοποίηση του ιστού του ενδομητρίου ακολουθούμενη από ατροφία των βλαβών ενδομητρίωσης.
Δεδομένα για την αποτελεσματικότητα
Η ανωτερότητα του Διενογέστη έναντι εικονικού φαρμάκου καταδείχθηκε σε μια μελέτη διάρκειας 3 μηνών στην οποία συμπεριλήφθηκαν 198 ασθενείς με ενδομητρίωση. Ο σχετιζόμενος με την ενδομητρίωση πυελικός πόνος μετρήθηκε σε μια οπτική αναλογική κλίμακα (0-100 mm). Μετά από 3 μήνες θεραπείας με το Διενογέστη, καταδείχθηκε μια στατιστικά σημαντική διαφορά σε σύγκριση με το εικονικό φάρμακο ( = 12,3 mm, 95%CI: 6,4-18,1, p<0,0001) καθώς και μια κλινικά σημαντική μείωση του πόνου σε σύγκριση με τη μέτρηση αναφοράς (μέση μείωση = 27,4 mm ± 22,9).
Μετά από 3 μήνες θεραπείας, επετεύχθη μείωση του σχετιζόμενου με την ενδομητρίωση πυελικού πόνου κατά 50% ή περισσότερο, χωρίς σημαντική αύξηση των συνοδών αναλγητικών φαρμάκων, στο 37,3% των ασθενών που έπαιρναν Διενογέστη (εικονικό φάρμακο: 19,8%). Επετεύχθη μείωση του σχετιζόμενου με την ενδομητρίωση πυελικού πόνου κατά 75% ή περισσότερο, χωρίς σημαντική αύξηση των συνοδών αναλγητικών φαρμάκων, στο 18,6% των ασθενών που έπαιρναν Διενογέστη (εικονικό φάρμακο: 7,3%).
Η open-label φάση (φάση γνωστοποιημένου φαρμάκου) που ακολούθησε σε αυτή την ελεγχόμενη με εικονικό φάρμακο μελέτη υπέδειξε συνεχιζόμενη βελτίωση του σχετιζόμενου με την ενδομητρίωση πυελικού πόνου για διάρκεια θεραπείας έως και 15 μηνών.
Τα ελεγχόμενα με εικονικό φάρμακο αποτελέσματα υποστηρίχθηκαν από τα αποτελέσματα που ελήφθησαν σε μια ελεγχόμενη με ενεργό φάρμακο μελέτη, διάρκειας 6 μηνών, έναντι ενός GnRH αγωνιστή, στην οποία συμπεριλήφθηκαν 252 ασθενείς με ενδομητρίωση.
Τρεις μελέτες, στις οποίες συμπεριλήφθηκαν συνολικά 252 ασθενείς οι οποίες έλαβαν ημερήσια δόση 2 mg διενογέστης, κατέδειξαν ουσιαστική μείωση των βλαβών ενδομητρίωσης μετά από 6 μήνες θεραπείας.
Σε μια μικρή μελέτη (n=8 ανά ομάδα δόσης), ημερήσια δόση 1 mg διενογέστης καταδείχθηκε ότι επάγει μη ωοθυλακιορρηκτική κατάσταση μετά από 1 μήνα θεραπείας. Το Διενογέστη δεν έχει ελεγχθεί για αντισυλληπτική αποτελεσματικότητα σε ευρύτερες μελέτες.
Δεδομένα για την ασφάλεια
Τα ενδογενή επίπεδα οιστρογόνου καταστέλλονται μετρίως κατά τη διάρκεια της θεραπείας με Διενογέστη.
Επί του παρόντος, δεν υπάρχουν διαθέσιμα μακροχρόνια δεδομένα για την οστική πυκνότητα και τον κίνδυνο καταγμάτων σε χρήστριες του Διενογέστη. Η οστική πυκνότητα αξιολογήθηκε σε 21 ενήλικες ασθενείς πριν και μετά τους 6 μήνες θεραπείας με Διενογέστη και δεν παρατηρήθηκε μείωση της μέσης οστικής πυκνότητας. Σε 29 ασθενείς υπό θεραπεία με οξική λευπρορελίνη, παρατηρήθηκε μέση μείωση 4,04% ± 4,84% μετά από την ίδια περίοδο ( μεταξύ ομάδων = 4,29%, 95%CI: 1,93-6,66, p<0,0003).
Δεν παρατηρήθηκαν σημαντικές μεταβολές στις μέσες τιμές των τυπικών εργαστηριακών παραμέτρων (συμπεριλαμβανομένων αιματολογικών, χημείας αίματος, ηπατικών ενζύμων, λιπιδίων και HbA1C) κατά τη διάρκεια της θεραπείας με Διενογέστη για έως και 15 μήνες (n=168).
Ασφάλεια στους εφήβους: Η ασφάλεια του Διενογέστη ως προς την οστική πυκνότητα ερευνήθηκε σε μία μη ελεγχόμενη κλινική μελέτη για πάνω από 12 μήνες σε 111 έφηβες κοπέλες (12 έως <18 ετών) με κλινικά υποπτευόμενη ή επιβεβαιωμένη ενδομητρίωση. Η μέση σχετική μεταβολή στην BMD της οσφυϊκής μοίρας της σπονδυλικής στήλης (L2-L4) από την αρχική τιμή σε 103 ασθενείς με μέτρηση BMD ήταν -1,2%. Σε ένα υποσύνολο των ασθενών με μειωμένη BMD μία επακόλουθη μέτρηση πραγματοποιήθηκε 6 μήνες μετά το τέλος της θεραπείας και έδειξε μία αύξηση της BMD στο -0,6%.
Απορρόφηση
Η από του στόματος χορηγούμενη διενογέστη απορροφάται γρήγορα και σχεδόν πλήρως. Μέγιστες συγκεντρώσεις ορού 47 ng/ml επιτυγχάνονται περίπου 1,5 ώρα μετά από εφάπαξ κατάποση. Η βιοδιαθεσιμότητα είναι περίπου 91%. Οι φαρμακοκινητικές ιδιότητες της διενογέστης είναι ανάλογες της δόσης εντός του εύρους δοσολογίας 1-8 mg.
Κατανομή
Η διενογέστη συνδέεται με τη λευκωματίνη ορού και δεν συνδέεται με τη σφαιρίνη δέσμευσης των ορμονών του φύλλου (SHBG) ή με τη σφαιρίνη δέσμευσης κορτικοειδών (CBG). 10% της ολικής συγκέντρωσης του φαρμάκου στον ορό είναι παρόν ως ελεύθερο στεροειδές, 90% συνδέεται μη ειδικά με τη λευκωματίνη. Ο εμφανής όγκος κατανομής (Vd/F) της διενογέστης είναι 40 l.
Βιομετασχηματισμός
Η διενογέστη μεταβολίζεται πλήρως μέσω των γνωστών οδών μεταβολισμού στεροειδών, με δημιουργία ενδοκρινολογικά κυρίως αδρανών μεταβολιτών. Με βάση μελέτες in vitro και in vivo, το CYP3A4 είναι το κύριο ένζυμο που εμπλέκεται στο μεταβολισμό της διενογέστης. Οι μεταβολίτες απεκκρίνονται πολύ γρήγορα, έτσι ώστε στο πλάσμα η αμετάβλητη διενογέστη να αποτελεί το κύριο κλάσμα. Ο μεταβολικός ρυθμός κάθαρσης από τον ορό Cl/F είναι 64 ml/min.
Απέκκριση
Τα επίπεδα διενογέστης στον ορό μειώνονται σε δύο φάσεις. Η τελική φάση διάθεσης χαρακτηρίζεται από ημίσεια ζωή περίπου 9-10 ωρών. Η διενογέστη απεκκρίνεται με τη μορφή μεταβολιτών, οι οποίοι απεκκρίνονται μέσω των ούρων και των κοπράνων σε αναλογία 3:1 μετά την από του στόματος χορήγηση 0,1 mg/kg. Η ημίσεια ζωή απέκκρισης μεταβολιτών μέσω των ούρων είναι 14 ώρες. Μετά την από του στόματος χορήγηση, περίπου 86% της χορηγούμενης δόσης απεκκρίνεται εντός 6 ημερών, με το μεγαλύτερο μέρος να απεκκρίνεται εντός των πρώτων 24 ωρών, κυρίως μέσω των ούρων.
Συνθήκες σταθεροποιημένης κατάστασης
Οι φαρμακοκινητικές ιδιότητες της διενογέστης δεν επηρεάζονται από τα επίπεδα της SHBG. Μετά την ημερήσια κατάποση, τα επίπεδα του φαρμάκου στον ορό αυξάνονται περίπου κατά 1,24 φορές, φθάνοντας σε συνθήκες σταθεροποιημένης κατάστασης μετά από 4 ημέρες θεραπείας. Οι φαρμακοκινητικές ιδιότητες της διενογέστης μετά από επαναλαμβανόμενη χορήγηση του Διενογέστη μπορούν να προβλεφθούν από τις φαρμακοκινητικές ιδιότητες της μεμονωμένης δόσης.
Φαρμακοκινητικές ιδιότητες σε ειδικές ομάδες ασθενών
Το Διενογέστη δεν έχει μελετηθεί ειδικά σε ασθενείς με μειωμένη νεφρική λειτουργία. Το Διενογέστη δεν έχει μελετηθεί σε ασθενείς με μειωμένη ηπατική λειτουργία.
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία Προγεσταγόνα, κωδικός ATC: G03DΒ08. ### Μηχανισμός δράσης Η διενογέστη είναι ένα παράγωγο της νορτεστοστερόνης χωρίς ανδρογονική αλλά με αντιανδρογονική δραστηριότητα της τάξης περίπου ενός τρίτου εκείνης της οξικής…
Απορρόφηση Η από του στόματος χορηγούμενη διενογέστη απορροφάται γρήγορα και σχεδόν πλήρως. Μέγιστες συγκεντρώσεις ορού 47 ng/ml επιτυγχάνονται περίπου 1,5 ώρα μετά από εφάπαξ κατάποση. Η βιοδιαθεσιμότητα είναι περίπου 91%. Οι φαρμακοκινητικές ιδιότητες…
Παρακολούθηση Αγωγής
Εργαστηριακοί & κλινικοί έλεγχοι από το SPC, ανά σύστημα
Εργαστηριακές εξετάσεις (αίμα / ούρα)
| Έλεγχος | Σύστημα | Συχνότητα | Προϋπόθεση |
|---|---|---|---|
| Γλυκόζη αίματος | glucoseΓλυκαιμικός έλεγχος / διαβήτης | προσεκτικά | Διαβητικές γυναίκες, ειδικά με ιστορικό διαβήτη κύησης |
Κλινική εξέταση & ζωτικά
| Έλεγχος | Σύστημα | Συχνότητα | Προϋπόθεση |
|---|---|---|---|
| Συμπτώματα κατάθλιψης | neurologyΝευρολογικός / ψυχικός έλεγχος | προσεκτικά | Ιστορικό κατάθλιψης |
Σκευάσματα & Τιμολόγηση
Μονογραφίες Πηγών
Αναλυτικό περιεχόμενο ανά πηγή για τεκμηρίωση και έλεγχο
science
PubChem
Φαρμακοδυναμική
expand_more
Φαρμακοδυναμική
Φαρμακοδυναμική
Το διενογεστ εκδηλώνει πολύ ισχυρή προγεσταγονική δράση στο ενδομήτριο, προκαλώντας ατροφία του ενδομητρίου μετά από παρατεταμένη χρήση. Διαμεσολαβεί επίσης αντι-ανδρογονική δράση, η οποία είναι ισοδύναμη με περίπου το ένα τρίτο αυτής της κυπροτερόνηςης ακετάτης. Δόση 2 mg αναστέλλει την ανάπτυξη των ωοθηλακίων στα 10 mm και διατηρεί τη συγκέντρωση της προγεστερόνης σε χαμηλό επίπεδο, αλλά έχει ασθενή ανασταλτική επίδραση στην FSH και LH. 1mg/kg διενογεστ αναστέλλει άμεσα την ωορρηξία. Σε κλινικές δοκιμές σε ασθενείς με ενδομητρίωση, η θεραπεία με διενογεστ μείωσε αποτελεσματικά τα επώδυνα συμπτώματα και τις ενδομητριακές εστίες που σχετίζονται με τη διαταραχή. Το διενογεστ δεν εμφανίζει αντι-οιστρογονική δραστηριότητα, καθώς ούτε ενεργοποιεί τους οιστρογονικούς υποδοχείς (ER) α ούτε ERβ, και προκαλεί υπο-οιστρογονικά αποτελέσματα, καθώς μειώνει τη σχετική έκφραση των ERβ και ERα. Δεν έχει γλυκοκορτικοειδή ή αλατοκορτικοειδή αποτελέσματα. Σε συνδυαστικά από του στόματος αντισυλληπτικά χάπια (COCP) με αιθινυλαιστραδιόλη, η συνδυαστική θεραπεία με διενογεστ μειώνει αποτελεσματικά τα συμπτώματα της ακμής και της υπερτρίχωσης, καθώς και βελτιώνει την υπερβολικά βαριά ή παρατεταμένη εμμηνορροϊκή αιμορραγία.
neurology
PubChem
Μηχανισμός δράσης
expand_more
Μηχανισμός δράσης
Μηχανισμός Δράσης
Το διενογεστ δρα ως αγωνιστής στον υποδοχέα προγεστερόνης (PR) με ασθενή συγγένεια, συγκρίσιμη με αυτήν της προγεστερόνης, αλλά έχει πολύ ισχυρή προγεσταγονική δράση στο ενδομήτριο, προκαλώντας ατροφία του ενδομητρίου μετά από παρατεταμένη χρήση. Προάγει αντι-πολλαπλασιαστικά, ανοσολογικά και αντι-αγγειογενετικά αποτελέσματα στον ενδομητρικό ιστό. Το διενογεστ μειώνει το επίπεδο της ενδογενούς παραγωγής της οιστραδιόλης, καταστέλλοντας έτσι τις τροφικές επιδράσεις της οιστραδιόλης τόσο στο ευτοπικό όσο και στο εκτοπικό ενδομήτριο. Η συνεχής χορήγηση διενογεστ οδηγεί σε υπερπρογεσταγονικό και μετρίως υπο-οιστρογονικό ενδοκρινικό περιβάλλον, το οποίο προκαλεί αρχική αποδεκιδοποίηση του ενδομητρικού ιστού. Είναι ανταγωνιστής στους ανδρογονικούς υποδοχείς, βελτιώνοντας ανδρογονικά συμπτώματα όπως η ακμή και η υπερτρίχωση.
biotech
PubChem
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
expand_more
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
Απορρόφηση, Κατανομή & Απέκκριση
Το διενογεστ απορροφάται ταχέως μετά από από του στόματος χορήγηση, με βιοδιαθεσιμότητα 91%. Η μέγιστη πλασματική συγκέντρωση 47 ng/mL επιτυγχάνεται περίπου 1.5 ώρα μετά από εφάπαξ λήψη 2 mg. Οι σταθερές συγκεντρώσεις του φαρμάκου επιτυγχάνονται μετά από δύο ημέρες αρχικής θεραπείας.
Ο λόγος νεφρικής αποβολής προς απέκκριση στα κόπρανα του διενογεστ είναι 3:1, με το διενογεστ να απεκκρίνεται κυρίως με τη μορφή ανενεργών μεταβολιτών. Το μεγαλύτερο μέρος του από του στόματος χορηγούμενου φαρμάκου απεκκρίνεται στα ούρα εντός των πρώτων 24 ωρών από τη λήψη.
Ο φαινόμενος όγκος κατανομής (Vd/F) του διενογεστ είναι 40 L.
Ο ρυθμός μεταβολικής κάθαρσης από τον ορό (Cl/F) είναι 64 mL/min.
water_drop
PubChem
Δέσμευση πρωτεϊνών
expand_more
Δέσμευση πρωτεϊνών
Σύνδεση με Πρωτεΐνες
Το διενογεστ συνδέεται 90% μη ειδικά με την αλβουμίνη. Δεν εμφανίζει σύνδεση με τη σφαιρίνη που δεσμεύει τις ορμόνες του φύλου (SHBG) ή τη σφαιρίνη που δεσμεύει τα κορτικοειδή (CBG).
hub
PubChem
Μεταβολισμός
expand_more
Μεταβολισμός
Μεταβολισμός
Το διενογεστ υφίσταται πλήρη μεταβολισμό, ο οποίος διαμεσολαβείται κυρίως από το CYP3A4. Οι μεταβολίτες είναι φαρμακολογικά ανενεργοί και αποβάλλονται ταχέως από το πλάσμα.
hourglass
PubChem
Ημίσεια ζωή
expand_more
Ημίσεια ζωή
Βιολογικός Χρόνος Ημίσειας Ζωής
Ο χρόνος ημίσειας ζωής αποβολής του διενογεστ είναι περίπου 9-10 ώρες. Ο χρόνος ημίσειας ζωής απέκκρισης των ουρικών μεταβολιτών είναι 14 ώρες.
category
PubChem
MeSH classification
expand_more
MeSH classification
Ταξινόμηση MeSH
- Χημικές ουσίες ή παράγοντες με αντισυλληπτική δράση σε άνδρες. Χρήση για ανδρικούς αντισυλληπτικούς παράγοντες γενικά ή για τους οποίους δεν υπάρχει ειδικός όρος.
- Από του στόματος αντισυλληπτικά που οφείλουν την αποτελεσματικότητά τους σε ορμονικά παρασκευάσματα.
- Χημικές ουσίες που αναστέλλουν τη λειτουργία των ενδοκρινών αδένων, τη βιοσύνθεση των εκκρινόμενων ορμονών τους ή τη δράση των ορμονών στους ειδικούς υποδοχείς τους.
- Αντινεοπλασματικοί παράγοντες που χρησιμοποιούνται για τη θεραπεία ορμονοευαίσθητων όγκων. Οι ορμονοευαίσθητοι όγκοι μπορεί να είναι ορμονοεξαρτώμενοι, ορμονοανταποκρινόμενοι ή και οι δύο. Ένας ορμονοεξαρτώμενος όγκος υποχωρεί με την αφαίρεση του ορμονικού ερεθίσματος, μέσω χειρουργικής επέμβασης ή φαρμακολογικού αποκλεισμού. Οι ορμονοανταποκρινόμενοι όγκοι μπορεί να υποχωρήσουν όταν χορηγούνται φαρμακολογικές ποσότητες ορμονών, ανεξάρτητα από το εάν παρατηρήθηκαν προηγουμένως σημάδια ορμονικής ευαισθησίας. Τα κύρια ορμονοανταποκρινόμενα καρκινώματα περιλαμβάνουν καρκινώματα μαστού, προστάτη και ενδομητρίου, λεμφώματα και ορισμένες λευχαιμίες. (Από AMA Drug Evaluations Annual 1994, p2079)
fact_check
PubChem
FDA classification
expand_more
FDA classification
Ταξινόμηση FDA
46M3EV8HHE
DIENOGEST
Καθιερωμένη Φαρμακολογική Κατηγορία [EPC] - Προγεσταγόνο
Χημική Δομή [CS] - Συγγενή Προγεστερόνης
Το διενογεστ είναι ένα Προγεσταγόνο.
Ημίσεια ζωή
Δέσμευση πρωτεϊνών
Απέκκριση
Επιστημονικό Προφίλ
expand_more
Ταξινόμηση MeSH
- Χημικές ουσίες ή παράγοντες με αντισυλληπτική δράση σε άνδρες. Χρήση για ανδρικούς αντισυλληπτικούς παράγοντες γενικά ή για τους οποίους δεν υπάρχει ειδικός όρος.
- Από του στόματος αντισυλληπτικά που οφείλουν την αποτελεσματικότητά τους σε ορμονικά παρασκευάσματα.
- Χημικές ουσίες που αναστέλλουν τη λειτουργία των ενδοκρινών αδένων, τη βιοσύνθεση των εκκρινόμενων ορμονών τους ή τη δράση των ορμονών στους ειδικούς υποδοχείς τους.
- Αντινεοπλασματικοί παράγοντες που χρησιμοποιούνται για τη θεραπεία ορμονοευαίσθητων όγκων. Οι ορμονοευαίσθητοι όγκοι μπορεί να είναι ορμονοεξαρτώμενοι, ορμονοανταποκρινόμενοι ή και οι δύο. Ένας ορμονοεξαρτώμενος όγκος υποχωρεί με την αφαίρεση του ορμονικού ερεθίσματος, μέσω χειρουργικής επέμβασης ή φαρμακολογικού αποκλεισμού. Οι ορμονοανταποκρινόμενοι όγκοι μπορεί να υποχωρήσουν όταν χορηγούνται φαρμακολογικές ποσότητες ορμονών, ανεξάρτητα από το εάν παρατηρήθηκαν προηγουμένως σημάδια ορμονικής ευαισθησίας. Τα κύρια ορμονοανταποκρινόμενα καρκινώματα περιλαμβάνουν καρκινώματα μαστού, προστάτη και ενδομητρίου, λεμφώματα και ορισμένες λευχαιμίες. (Από AMA Drug Evaluations Annual 1994, p2079)