TOPIRAMATE
Τοπιραμάτη
Σκοπός της θεραπείας είναι ο έλεγχος των επιληπτικών κρίσεων με τη συνεχή διατήρηση δραστικών επιπέδων του φαρμάκου στο πλάσμα και από εκεί στον εγκεφαλικό ιστό. H δόση και η συχνότητα χορήγησής τους καθορίζονται από το χρόνο υποδιπλασιασμού, γι' αυτό και είναι σκόπιμος ο …
Εμπορικά Ονόματα
Κλινική Σύνοψη
Προτεραιότητα πηγών: SPC, ΕΟΦ, DrugBank
clinical_notes
ΕΟΦ
Ενδείξεις
expand_more
Ενδείξεις
medication
SPC-TOPIRAMATE
Δοσολογία
expand_more
Δοσολογία
- Οδός: από του στόματος
- Χορήγηση: ανεξάρτητα από τα γεύματα
- Δόση έναρξης: 25 mg το βράδυ (Ενήλικες, μονοθεραπεία/συμπληρωματική/ημικρανία)
- Τιτλοποίηση: Γενικά: αυξήσεις 25-50 mg/ημέρα σε διαστήματα 1-2 εβδομάδων. Σε παιδιά: 0,5-1 mg/kg/ημέρα ή 1-3 mg/kg/ημέρα. Η τιτλοποίηση καθοδηγείται από την κλινική απόκριση.
-
Ενήλικες (μονοθεραπεία επιληψίας)Δόση100 mg/ημέρα έως 200 mg/ημέρα σε δύο διαιρεμένες δόσειςΜέγ. δόση500 mg/ημέρα σε 2 διαιρεμένες δόσεις (1.000 mg/ημέρα σε ανθεκτικές περιπτώσεις)Τιτλοποίηση: ξεκινά με 25 mg το βράδυ για 1 εβδομάδα, μετά αύξηση 25-50 mg/ημέρα σε 1-2 εβδομάδες σε 2 διαιρεμένες δόσεις.
-
Παιδιά ηλικίας άνω των 6 ετών (μονοθεραπεία επιληψίας)Δόση100 mg/ημέρα (περίπου 2,0 mg/kg/ημέρα για 6-16 ετών)Τιτλοποίηση: ξεκινά με 0,5-1 mg/kg το βράδυ για 1 εβδομάδα, μετά αύξηση 0,5-1 mg/kg/ημέρα σε 1-2 εβδομάδες σε 2 διαιρεμένες δόσεις.
-
Ενήλικες (συμπληρωματική θεραπεία επιληψίας)Δόση200 - 400 mg σε δύο διαιρεμένες δόσειςΤιτλοποίηση: ξεκινά με 25-50 mg το βράδυ για 1 εβδομάδα, μετά αύξηση 25-50 mg/ημέρα ανά 1-2 εβδομάδες σε 2 διαιρεμένες δόσεις. Μικρότερες αρχικές δόσεις έχουν αναφερθεί αλλά δεν έχουν μελετηθεί.
-
Παιδιά ηλικίας 2 ετών και άνω (συμπληρωματική θεραπεία επιληψίας)Δόση5 έως 9 mg/kg/ημέρα σε δύο διαιρεμένες δόσειςΜέγ. δόση30 mg/kg/ημέραΤιτλοποίηση: ξεκινά με 25 mg (ή 1-3 mg/kg/ημέρα) κάθε βράδυ για 1 εβδομάδα, μετά αύξηση 1-3 mg/kg/ημέρα σε 1-2 εβδομάδες σε 2 διαιρεμένες δόσεις.
-
Ενήλικες (προφύλαξη ημικρανίας)Δόση100 mg/ημέρα σε δύο διαιρεμένες δόσειςΜέγ. δόση200 mg/ημέραΤιτλοποίηση: ξεκινά με 25 mg το βράδυ για 1 εβδομάδα, μετά αύξηση 25 mg/ημέρα με διάστημα 1 εβδομάδας. Ορισμένοι ασθενείς ωφελούνται από 50 mg/ημέρα.
-
Ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία (CLCR ≤ 70 ml/min)Χορηγείται με προσοχή. Συνιστάται μισή δόση έναρξης και συντήρησης. Σε τελικού σταδίου νεφρική ανεπάρκεια, χορηγείται συμπληρωματική δόση ίση με το μισό της ημερήσιας δόσης τις ημέρες αιμοκάθαρσης.
-
Ασθενείς με μέτρια έως σοβαρή ηπατική δυσλειτουργίαΧορηγείται με προσοχή.
-
ΗλικιωμένοιΔεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης υπό την προϋπόθεση ότι η νεφρική λειτουργία είναι ανέπαφη.
block
SPC-TOPIRAMATE
Αντενδείξεις
expand_more
Αντενδείξεις
-
Υπερευαισθησία στη δραστική ουσία, 200 mg: ερυθρό ή σε κάποιο από τα έκδοχα.
-
Προφύλαξη της ημικρανίας στην εγκυμοσύνη και σε γυναίκες που βρίσκονται σε αναπαραγωγική ηλικία εάν δεν χρησιμοποιούν αποτελεσματικές μεθόδους αντισύλληψης.
warning
SPC-TOPIRAMATE
Προειδοποιήσεις
expand_more
Προειδοποιήσεις
-
Διακοπή της τοπιραμάτηςΣημαντικόΣυστήνεται κατάλληλη παρακολούθηση
-
Αύξηση στη συχνότητα εμφάνισης κρίσεων ή εκδήλωση νέων τύπων κρίσεωνΠληθυσμόςΑσθενείςΜπορεί να είναι το επακόλουθο μιας υπερδοσολογίας, μιας μείωσης στις συγκεντρώσεις του πλάσματος των ταυτόχρονα χρησιμοποιούμενων αντιεπιληπτικών, της προόδου της ασθένειας ή μιας παράδοξης δράσης.
-
ΕνυδάτωσηΗ επαρκής ενυδάτωση είναι πολύ σημαντική. Μπορεί να ελαττώσει τον κίνδυνο νεφρολιθίασης. Η κατάλληλη ενυδάτωση πριν και κατά τη διάρκεια δραστηριοτήτων όπως άσκηση ή έκθεση σε υψηλές θερμοκρασίες μπορεί να μειώσει τον κίνδυνο ανεπιθύμητων αντιδράσεων που σχετίζονται με τη θερμοκρασία.
-
ΟλιγοίδρωσηΣημαντικόΜειωμένη εφίδρωση και υπερθερμία μπορεί να συμβεί, ιδιαίτερα σε μικρά παιδιά που εκτίθενται σε υψηλή θερμοκρασία περιβάλλοντος.
-
Διαταραχές της διάθεσης / κατάθλιψηΠαρατηρήθηκε αυξημένη συχνότητα εμφάνισης διαταραχών της διάθεσης και κατάθλιψης.
-
Αυτοκτονία / αυτοκτονικός ιδεασμόςΚίνδυνοςΟι ασθενείς πρέπει να παρακολουθούνται για σημεία αυτοκτονικού ιδεασμού και αυτοκτονικής συμπεριφοράς. Να λαμβάνεται υπόψη η κατάλληλη θεραπεία. Οι ασθενείς (και οι άνθρωποι που περιθάλπουν τους ασθενείς) πρέπει να συμβουλεύονται να αναζητούν ιατρική συμβουλή, σε περίπτωση που εμφανιστούν σημεία αυτοκτονικού ιδεασμού ή αυτοκτονικής συμπεριφοράς.
-
ΝεφρολιθίασηΟρισμένοι ασθενείς, ειδικότερα εκείνοι με προδιάθεση για νεφρολιθίαση, ενδέχεται να αντιμετωπίζουν μεγαλύτερο κίνδυνο σχηματισμού νεφρικών λίθων και εμφάνισης των σχετιζόμενων σημείων και συμπτωμάτων. Η χρόνια μεταβολική οξέωση αυξάνει τον κίνδυνο σχηματισμού νεφρόλιθου.
-
Μειωμένη νεφρική λειτουργίαΠληθυσμόςΑσθενείς με νεφρική δυσλειτουργία (CL CR ≤ 70 ml/min)Η τοπιραμάτη πρέπει να χορηγείται με προσοχή καθώς το πλάσμα και η νεφρική κάθαρση της τοπιραμάτης είναι μειωμένες.
-
Μειωμένη ηπατική λειτουργίαΠληθυσμόςΑσθενείς με μειωμένη ηπατική λειτουργίαΗ τοπιραμάτη θα πρέπει να χορηγείται με προσοχή καθώς η κάθαρση της τοπιραμάτης μπορεί να είναι μειωμένη.
-
Οξεία εμφάνιση μυωπίας και δευτερογενούς γλαυκώματος κλειστής γωνίαςΣε ασθενείς που λαμβάνουν τοπιραμάτη έχει αναφερθεί ένα σύνδρομο που αποτελείται από οξεία εμφάνιση μυωπίας σχετιζόμενης με δευτερογενές γλαύκωμα κλειστής γωνίας. Η θεραπεία περιλαμβάνει διακοπή της τοπιραμάτης, το συντομότερο δυνατό, σύμφωνα με την κρίση του θεράποντος ιατρού, και κατάλληλα μέτρα για τη μείωση της ενδοφθάλμιας πίεσης. Η αυξημένη ενδοφθάλμια πίεση οποιασδήποτε αιτιολογίας, αν δεν θεραπευτεί, μπορεί να οδηγήσει σε σοβαρά επακόλουθα, συμπεριλαμβανομένης της μόνιμης απώλειας της όρασης. Πρέπει να αποφασιστεί εάν οι ασθενείς με ιστορικό οφθαλμικών διαταραχών πρέπει να υπόκεινται σε θεραπεία με τοπιραμάτη.
-
Μεταβολική οξέωσηΥπερχλωραιμία, υπερχλωραιμική μεταβολική οξέωση (non-anion gap), μεταβολική οξέωση (δηλαδή μειωμένα διττανθρακικά στον ορό κάτω από τα φυσιολογικά όρια αναφοράς απουσία αναπνευστικής αλκάλωσης) σχετίζεται με τη θεραπεία με τοπιραμάτη. Η χρόνια μεταβολική οξέωση αυξάνει τον κίνδυνο σχηματισμού νεφρόλιθου και δυνητικά μπορεί να οδηγήσει σε οστεοπενία. Η χρόνια μεταβολική οξέωση σε παιδιατρικούς ασθενείς μπορεί να οδηγήσει σε μειωμένους ρυθμούς ανάπτυξης. Αν παρουσιαστούν σημεία ή συμπτώματα ενδεικτικά της μεταβολικής οξέωσης, συνιστάται η μέτρηση των διττανθρακικών στον ορό. Εάν εμφανιστεί και μεταβολική οξέωση η οποία επιμένει, θα πρέπει να ληφθεί υπόψη η δυνατότητα μείωσης της δόσης ή η διακοπή της θεραπείας με τοπιραμάτη (με σταδιακή διακοπή). Η τοπιραμάτη πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή σε ασθενείς με καταστάσεις ή θεραπείες που αποτελούν παράγοντα κινδύνου για την εμφάνιση μεταβολικής οξέωσης.
-
Απώλεια σωματικού βάρουςΣυνιστάται η παρακολούθηση των ασθενών που ακολουθούν θεραπεία με τοπιραμάτη για απώλεια σωματικού βάρους. Συμπλήρωμα διατροφής ή αυξημένη πρόσληψη τροφής θα πρέπει να ληφθεί υπόψη αν ο ασθενής χάνει βάρος ενώ λαμβάνει τοπιραμάτη.
-
Επηρεασμένη νοητική λειτουργίαΈχουν υπάρξει στη βιβλιογραφία αναφορές διαταραχής της νοητικής λειτουργίας σε ενήλικες υπό θεραπεία με τοπιραμάτη, όπου απαιτείται μείωση της δόσης ή διακοπή της θεραπείας. Ωστόσο, οι μελέτες που αφορούν τα γνωστικά αποτελέσματα σε παιδιά που έλαβαν θεραπεία με τοπιραμάτη είναι ανεπαρκείς και η επίδρασή της, εν προκειμένω, χρειάζεται ακόμη να διευκρινιστεί.
-
ΈκδοχαΑυτό το φαρμακευτικό προϊόν περιέχει λακτόζη: Οι ασθενείς με σπάνια κληρονομικά προβλήματα δυσανεξίας γαλακτόζης, ανεπάρκειας λακτάσης Lapp ή δυσαπορρόφηση γλυκόζης-γαλακτόζης δεν πρέπει να πάρουν αυτό το φάρμακο. 200 mg: Αυτό το φαρμακευτικό προϊόν περιέχει ερυθρό (E129) και ενδέχεται να προκαλέσει αλλεργικές αντιδράσεις.
swap_horiz
SPC-TOPIRAMATE
Αλληλεπιδράσεις
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
-
παρακολούθησηΗ προσθήκη τοπιραμάτης μπορεί να αυξήσει τις συγκεντρώσεις φαινυτοΐνης στο πλάσμα (σε σπάνιες περιπτώσεις). Η προσθήκη ή απόσυρση φαινυτοΐνης μπορεί να απαιτεί ρύθμιση της δόσης τοπιραμάτης.ΣύστασηΠαρακολούθηση επιπέδων φαινυτοΐνης σε ασθενείς με κλινικά σημεία τοξικότητας.
-
παρακολούθησηΗ προσθήκη ή απόσυρση καρβαμαζεπίνης μπορεί να απαιτεί ρύθμιση της δόσης τοπιραμάτης. Μειώνει τις συγκεντρώσεις τοπιραμάτης στο πλάσμα.
-
παρακολούθησηΔεν προκαλεί κλινικά σημαντικές αλλαγές στις συγκεντρώσεις τοπιραμάτης στο πλάσμα. Η ταυτόχρονη χορήγηση έχει συσχετιστεί με υπεραμμωνιαιμία με ή χωρίς εγκεφαλοπάθεια και υποθερμία.
-
παρακολούθησηΔεν μελετήθηκε η επίδραση στις συγκεντρώσεις τοπιραμάτης.
-
παρακολούθησηΔεν μελετήθηκε η επίδραση στις συγκεντρώσεις τοπιραμάτης.
-
παρακολούθησηΔεν επηρεάζει τις συγκεντρώσεις λαμοτριγίνης ή τοπιραμάτης στο πλάσμα.
-
παρακολούθησηΗ τοπιραμάτη αναστέλλει το CYP2C19 και μπορεί να παρεμποδίσει ουσίες που μεταβολίζονται μέσω αυτού.
-
παρακολούθησηΗ τοπιραμάτη αναστέλλει το CYP2C19 και μπορεί να παρεμποδίσει ουσίες που μεταβολίζονται μέσω αυτού.
-
παρακολούθησηΗ τοπιραμάτη αναστέλλει το CYP2C19 και μπορεί να παρεμποδίσει ουσίες που μεταβολίζονται μέσω αυτού.
-
παρακολούθησηΗ τοπιραμάτη αναστέλλει το CYP2C19 και μπορεί να παρεμποδίσει ουσίες που μεταβολίζονται μέσω αυτού.
-
παρακολούθησηΗ τοπιραμάτη αναστέλλει το CYP2C19 και μπορεί να παρεμποδίσει ουσίες που μεταβολίζονται μέσω αυτού.
-
παρακολούθησηΗ τοπιραμάτη μείωσε την AUC της διγοξίνης κατά 12% σε μελέτη μίας δόσης. Η κλινική σημασία δεν έχει διευκρινιστεί.ΣύστασηΙδιαίτερη προσοχή στον έλεγχο της διγοξίνης ορού κατά την προσθήκη ή απομάκρυνση της τοπιραμάτης.
-
Αλκοόλ / Κατασταλτικά ΚΝΣπροσοχήΗ ταυτόχρονη χορήγηση δεν έχει εκτιμηθεί.ΣύστασηΣυνιστάται η μη ταυτόχρονη χρήση.
-
Υπερικό/ Βαλσαμόχορτο St John’s WortπαρακολούθησηΚίνδυνος μειωμένων συγκεντρώσεων πλάσματος τοπιραμάτης με απώλεια αποτελεσματικότητας.
-
Από του στόματος χορηγούμενα αντισυλληπτικάπαρακολούθησηΜπορεί να μειωθεί η αποτελεσματικότητα των αντισυλληπτικών (ειδικά σε δόσεις 200-800 mg/ημέρα) με πιθανότητα αυξημένης αιμορραγίας εκ διαφυγής.ΣύστασηΟι ασθενείς πρέπει να ενημερώνονται για τη μειωμένη αντισυλληπτική αποτελεσματικότητα και να αναφέρουν αλλαγές στην αιμορραγία.
-
παρακολούθησηΠαρατηρήθηκε μείωση της έκθεσης στο λίθιο (18% AUC) με 200 mg/ημέρα τοπιραμάτης σε υγιείς εθελοντές. Παρατηρήθηκε αύξηση (26% AUC) με δόσεις έως 600 mg/ημέρα σε ασθενείς με διπολική διαταραχή.ΣύστασηΤα επίπεδα λιθίου πρέπει να παρακολουθούνται.
-
παρακολούθησηΜείωση στη συστηματική έκθεση στη ρισπεριδόνη (16-33% AUC) με τοπιραμάτη. Αυξημένη συχνότητα ανεπιθύμητων ενεργειών (υπνηλία, παραισθησία, ναυτία) μετά την προσθήκη τοπιραμάτης.
-
Υδροχλωροθειαζίδη (HCTZ)παρακολούθησηΗ HCTZ αύξησε την Cmax (+27%) και AUC (+29%) της τοπιραμάτης. Μειώσεις στο κάλιο ορού είναι μεγαλύτερες όταν χορηγούνται μαζί.ΣύστασηΜπορεί να απαιτείται προσαρμογή της δόσης τοπιραμάτης.
-
παρακολούθησηΗ μετφορμίνη αύξησε Cmax (+18%) και AUC (+25%) και μείωσε CL/F (-20%) της μετφορμίνης. Η τοπιραμάτη μπορεί να μειώσει την κάθαρση της τοπιραμάτης.ΣύστασηΤακτική παρακολούθηση για τον έλεγχο της διαβητικής κατάστασης.
-
παρακολούθησηΜείωση AUC και Cmax του υδρόξυ- και κετο-μεταβολίτη της πιογλιταζόνης. Κλινική σημασία άγνωστη.ΣύστασηΤακτική παρακολούθηση για τον έλεγχο της διαβητικής κατάστασης.
-
ΓλιβουρίδηπαρακολούθησηΗ τοπιραμάτη μείωσε την AUC της γλιβουρίδης κατά 25% και των μεταβολιτών της κατά 13-15%.ΣύστασηΤακτική παρακολούθηση για τον έλεγχο της διαβητικής κατάστασης.
-
Παράγοντες προδιάθεσης στη νεφρολιθίασηπροσοχήΜπορεί να αυξήσει τον κίνδυνο νεφρολιθίασης.ΣύστασηΑποφεύγονται.
sick
SPC-TOPIRAMATE
Ανεπιθύμητες ενέργειες
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
- Ρινοφαρυγγίτιδα
- Αναιμία
- Λευκοπενία
- Θρομβοπενία
- Λεμφαδενοπάθεια
- Ηωσινοφιλία
- Ουδετεροπενία
- Υπερευαισθησία
- Αλλεργικό οίδημα
- Οίδημα του επιπεφυκότα
- Ανορεξία
- Μειωμένη όρεξη
- Μεταβολική οξέωση
- Υποκαλιαιμία
- Αυξημένη όρεξη
- Πολυδιψία
- Υπερχλωραιμική οξέωση
- Κατάθλιψη
- Βραδυφρενία
- Αϋπνία
- Διαταραχή γλωσσικής εκφράσεως
- Άγχος
- Συγχυτική κατάσταση
- Αποπροσανατολισμός
- Επιθετικότητα
- Μεταβολή διάθεσης
- Διέγερση
- Διακυμάνσεις της συναισθηματικής διάθεσης
- Καταθλιπτική διάθεση
- Οργή
- Μη φυσιολογική συμπεριφορά
- Ιδεασμός αυτοκτονίας
- Απόπειρα αυτοκτονίας
- Ψευδαίσθηση
- Ψυχωσική διαταραχή
- Ακουστική ψευδαίσθηση
- Οπτική ψευδαίσθηση
- Απάθεια
- Απουσία αυθόρμητου λόγου
- Διαταραχή ύπνου
- Επίδραση στην ευστάθεια
- Γενετήσια ορμή μειωμένη
- Ανησυχία
- Κλάμα
- Δυσφημία
- Ευφορική συναισθηματική διάθεση
- Παράνοια
- Εμμονή
- Προσβολή πανικού
- Εύκολο κλάμα
- Διαταραχή διαβάσματος
- Αρχική αϋπνία
- Επίπεδο συναισθημα
- Σκέψη μη φυσιολογική
- Απώλεια της γενετήσιας ορμής
- Νωθρός
- Αϋπνία κατά τη μέση του ύπνου
- Εύκολη διάσπαση προσοχής
- Πολύ πρωινή αφύπνιση
- Αντίδραση πανικού
- Εξηρμένη συναισθηματική διάθεση
- Μανία
- Διαταραχή πανικού
- Αίσθημα απελπισίας
- Υπομανία
- Παραισθησία
- Υπνηλία
- Ζάλη
- Διαταραχή στην προσοχή
- Επηρεασμένη μνήμη
- Αμνησία
- Νοητική διαταραχή
- Επηρεασμένη διανοητική κατάσταση
- Επηρεασμένες ψυχοκινητικές ικανότητες
- Σπασμός
- Μη φυσιολογικός συντονισμός
- Τρόμος
- Λήθαργος
- Υποαισθησία
- Νυσταγμός
- Δυσγευσία
- Διαταραχή της ισορροπίας
- Δυσαρθρία
- Τρόμος κατά τις εκούσιες κινήσεις
- Καταστολή
- Επηρεασμένο επίπεδο συνείδησης
- Σπασμός γενικευμένης επιληψίας
- Έλλειμμα στα οπτικά πεδία
- Σύνθετες εστιακές επιληπτικές κρίσεις
- Διαταραχή λόγου
- Ψυχοκινητική υπερδραστηριότητα
- Συγκοπή
- Διαταραχή αισθητικότητας
- Ακουσία εκροή σιέλου από το στόμα
- Υπερβολικός ύπνος
- Αφασία
- Επαναλαμβανόμενη ομιλία
- Υποκινησία
- Δυσκινησία
- Ζάλη θέσης
- Πτωχή ποιότητα ύπνου
- Αίσθηση εγκαύματος
- Απώλεια αισθητικότητας
- Παρ οσμία
- Παρεγκεφαλιδικό σύνδρομο
- Δυσαισθησία
- Υπογευσία
- Αδεξιότητα
- Αύρα
- Αγευσία
- Δυσγραφία
- Δυσφασία
- Περιφερική νευροπάθεια
- Προσυγκοπή
- Δυστονία
- Μυρμηκίαση
- Απραξία
- Διαταραχή του κιρκαδιανού ρυθμού του ύπνου
- Υπεραισθησία
- Υποσμία
- Ανοσμία
- Ιδιοπαθής τρόμος
- Ακινησία
- Μη απόκριση σε ερεθίσματα
- Όραση θαμπή
- Διπλωπία
- Οπτική διαταραχή
- Οπτική οξύτητα μειωμένη
- Σκότωμα
- Μυωπία
- Μη φυσιολογικό αίσθημα στον οφθαλμό
- Ξηροφθαλμία
- Φωτοφοβία
- Βλεφαρόσπασμος
- Δακρύρροια αυξημένη
- Φωτοψία
- Μυδρίαση
- Πρεσβυωπία
- Ετερόπλευρη τύφλωση
- Παροδική τύφλωση
- Γλαύκωμα
- Διαταραχή της προσαρμογής
- Διαταραγμένη αντίληψη του οπτικού βάθους
- Σκιαστικό σκότωμα
- Οίδημα βλεφάρου
- Νυκταλωπία
- Αμβλυωπία
- Γλαύκωμα κλειστής γωνίας
- Ωχροπάθεια
- Διαταραχή κινητικότητας του οφθαλμού
- Ίλιγγος
- Εμβοές
- Ωταλγία
- Κώφωση
- Κώφωση ετερόπλευρη
- Κώφωση νευροαισθητήριος
- Δυσφορία του ωτός
- Έκπτωση της ακουστικής οξύτητας
- Βραδυκαρδία
- Φλεβοκομβική βραδυκαρδία
- Αίσθημα παλμών
- Υπόταση
- Ορθοστατική υπόταση
- Έξαψη
- Εξάψεις
- Φαινόμενο Raynaud
- Δύσπνοια
- Επίσταξη
- Ρινική συμφόρηση
- Ρινόρροια
- Δύσπνοια μετά κόπωσης
- Υπερέκκριση παραρρινίων κόλπων
- Δυσφωνία
- Βήχας
- Ναυτία
- Διάρροια
- Έμετος
- Δυσκοιλιότητα
- Άλγος άνω κοιλιακής χώρας
- Δυσπεψία
- Κοιλιακό άλγος
- Ξηροστομία
- Δυσφορία του στομάχου
- Στοματική παραισθησία
- Γαστρίτιδα
- Κοιλιακή δυσφορία
- Παγκρεατίτιδα
- Μετεωρισμός
- Γαστροοισοφαγική παλινδρόμηση
- Άλγος κάτω κοιλιακής χώρας
- Υπαισθησία στόματος
- Ουλορραγία
- Διάταση της κοιλίας
- Επιγαστρική δυσφορία
- Κοιλιακή ευαισθησία
- Υπερέκκριση σιέλου
- Άλγος του στόματος
- Απόπνοια
- Γλωσσοδυνία
- Ηπατίτιδα
- Ηπατική ανεπάρκεια
- Αλωπεκία
- Εξάνθημα
- Κνησμός
- Ανιδρωσία
- Υπαισθησία του προσώπου
- Κνίδωση
- Ερύθημα
- Γενικευμένος κνησμός
- Εξάνθημα κηλιδώδες
- Δυσχρωματισμός δέρματος
- Αλλεργική δερματίτιδα
- Οίδημα του προσώπου
- Σύνδρομο Stevens-Johnson
- Πολύμορφο ερύθημα
- Οσμή δέρματος μη φυσιολογική
- Περικογχικό οίδημα
- Εστιασμένη κνίδωση
- Τοξική επιδερμική νεκρόλυση
- Αρθραλγία
- Μυϊκοί σπασμοί
- Μυαλγία
- Μυϊκές δεσμιδώσεις
- Μυϊκή αδυναμία
- Μυοσκελετικός πόνος του θώρακα
- Διόγκωση άρθρωσης
- Μυοσκελετική δυσκαμψία
- Λαγόνιο άλγος
- Μυϊκή κόπωση
- Δυσφορία άκρου
- Νεφρολιθίαση
- Πολλακιουρία
- Δυσουρία
- Λιθίαση ουροφόρων οδών
- Ακράτεια ούρων
- Αιματουρία
- Ακράτεια
- Επιτακτική ούρηση
- Κωλικός νεφρού
- Άλγος νεφρού
- Λιθίαση ουρητήρα
- Νεφροσωληναριακή οξέωση
- Στυτική δυσλειτουργία
- Σεξουαλική δυσλειτουργία
- Κόπωση
- Πυρετός
- Εξασθένιση
- Ευερεθιστότητα
- Διαταραχή του βαδίσματος
- Αίσθημα μη φυσιολογική
- Αίσθημα κακουχίας
- Υπερθερμία
- Δίψα
- Γριππώδης συνδρομή
- Νωθρότητα
- Περιφερική ψυχρότητα
- Αίσθηση μέθης
- Αίσθηση εκνευρισμού
- Οίδημα προσώπου
- Ασβέστωση
- Σωματικό βάρος μειωμένο
- Σωματικό βάρος αυξημένο
- Παρουσία κρυστάλλων στα ούρα
- Μη φυσιολογική βάδιση σε διαδοχικές εξετάσεις
- Αριθμός λευκοκυττάρων μειωμένος
- Αύξηση των ηπατικών ενζύμων
- Διττανθρακικά αίματος μειωμένα
- Ανικανότητα μάθησης
Λεπτομέρειες κατά συχνότητα expand_more
-
Μη γνωστέςΡινοφαρυγγίτιδαΛοιμώξεις και παρασιτώσεις
-
ΣυχνέςΑναιμίαΔιαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος
-
Όχι συχνέςΛευκοπενίαΔιαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος
-
Όχι συχνέςΘρομβοπενίαΔιαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος
-
Όχι συχνέςΛεμφαδενοπάθειαΔιαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος
-
Όχι συχνέςΗωσινοφιλίαΔιαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος
-
ΣπάνιεςΟυδετεροπενίαΔιαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος
-
ΣυχνέςΥπερευαισθησίαΔιαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος
-
Όχι συχνέςΑλλεργικό οίδημαΔιαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος
-
Όχι συχνέςΟίδημα του επιπεφυκόταΔιαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος
-
Πολύ συχνέςΑνορεξίαΔιαταραχές του μεταβολισμού και της θρέψης
-
Πολύ συχνέςΜειωμένη όρεξηΔιαταραχές του μεταβολισμού και της θρέψης
-
ΣυχνέςΜεταβολική οξέωσηΔιαταραχές του μεταβολισμού και της θρέψης
-
ΣυχνέςΥποκαλιαιμίαΔιαταραχές του μεταβολισμού και της θρέψης
-
ΣυχνέςΑυξημένη όρεξηΔιαταραχές του μεταβολισμού και της θρέψης
-
ΣυχνέςΠολυδιψίαΔιαταραχές του μεταβολισμού και της θρέψης
-
Όχι συχνέςΥπερχλωραιμική οξέωσηΔιαταραχές του μεταβολισμού και της θρέψης
-
ΣυχνέςΚατάθλιψηΨυχιατρικές διαταραχές
-
Όχι συχνέςΒραδυφρενίαΨυχιατρικές διαταραχές
-
Όχι συχνέςΑϋπνίαΨυχιατρικές διαταραχές
-
Όχι συχνέςΔιαταραχή γλωσσικής εκφράσεωςΨυχιατρικές διαταραχές
-
Όχι συχνέςΆγχοςΨυχιατρικές διαταραχές
-
Όχι συχνέςΣυγχυτική κατάστασηΨυχιατρικές διαταραχές
-
Όχι συχνέςΑποπροσανατολισμόςΨυχιατρικές διαταραχές
-
Όχι συχνέςΕπιθετικότηταΨυχιατρικές διαταραχές
-
Όχι συχνέςΜεταβολή διάθεσηςΨυχιατρικές διαταραχές
-
Όχι συχνέςΔιέγερσηΨυχιατρικές διαταραχές
-
Όχι συχνέςΔιακυμάνσεις της συναισθηματικής διάθεσηςΨυχιατρικές διαταραχές
-
Όχι συχνέςΚαταθλιπτική διάθεσηΨυχιατρικές διαταραχές
-
Όχι συχνέςΟργήΨυχιατρικές διαταραχές
-
Όχι συχνέςΜη φυσιολογική συμπεριφοράΨυχιατρικές διαταραχές
-
ΣπάνιεςΙδεασμός αυτοκτονίαςΨυχιατρικές διαταραχές
-
ΣπάνιεςΑπόπειρα αυτοκτονίαςΨυχιατρικές διαταραχές
-
ΣπάνιεςΨευδαίσθησηΨυχιατρικές διαταραχές
-
ΣπάνιεςΨυχωσική διαταραχήΨυχιατρικές διαταραχές
-
ΣπάνιεςΑκουστική ψευδαίσθησηΨυχιατρικές διαταραχές
-
ΣπάνιεςΟπτική ψευδαίσθησηΨυχιατρικές διαταραχές
-
ΣπάνιεςΑπάθειαΨυχιατρικές διαταραχές
-
ΣπάνιεςΑπουσία αυθόρμητου λόγουΨυχιατρικές διαταραχές
-
ΣπάνιεςΔιαταραχή ύπνουΨυχιατρικές διαταραχές
-
ΣπάνιεςΕπίδραση στην ευστάθειαΨυχιατρικές διαταραχές
-
ΣπάνιεςΓενετήσια ορμή μειωμένηΨυχιατρικές διαταραχές
-
ΣπάνιεςΑνησυχίαΨυχιατρικές διαταραχές
-
ΣπάνιεςΚλάμαΨυχιατρικές διαταραχές
-
ΣπάνιεςΔυσφημίαΨυχιατρικές διαταραχές
-
ΣπάνιεςΕυφορική συναισθηματική διάθεσηΨυχιατρικές διαταραχές
-
ΣπάνιεςΠαράνοιαΨυχιατρικές διαταραχές
-
ΣπάνιεςΕμμονήΨυχιατρικές διαταραχές
-
ΣπάνιεςΠροσβολή πανικούΨυχιατρικές διαταραχές
-
ΣπάνιεςΕύκολο κλάμαΨυχιατρικές διαταραχές
-
ΣπάνιεςΔιαταραχή διαβάσματοςΨυχιατρικές διαταραχές
-
ΣπάνιεςΑρχική αϋπνίαΨυχιατρικές διαταραχές
-
ΣπάνιεςΕπίπεδο συναίσθημαΨυχιατρικές διαταραχές
-
ΣπάνιεςΣκέψη μη φυσιολογικήΨυχιατρικές διαταραχές
-
ΣπάνιεςΑπώλεια της γενετήσιας ορμήςΨυχιατρικές διαταραχές
-
ΣπάνιεςΝωθρόςΨυχιατρικές διαταραχές
-
ΣπάνιεςΑϋπνία κατά τη μέση του ύπνουΨυχιατρικές διαταραχές
-
ΣπάνιεςΕύκολη διάσπαση προσοχήςΨυχιατρικές διαταραχές
-
ΣπάνιεςΠολύ πρωινή αφύπνισηΨυχιατρικές διαταραχές
-
ΣπάνιεςΑντίδραση πανικούΨυχιατρικές διαταραχές
-
ΣπάνιεςΕξηρμένη συναισθηματική διάθεσηΨυχιατρικές διαταραχές
-
Μη γνωστέςΜανίαΨυχιατρικές διαταραχές
-
Μη γνωστέςΔιαταραχή πανικούΨυχιατρικές διαταραχές
-
Μη γνωστέςΑίσθημα απελπισίαςΨυχιατρικές διαταραχές
-
Μη γνωστέςΥπομανίαΨυχιατρικές διαταραχές
-
Πολύ συχνέςΠαραισθησίαΔιαταραχές του νευρικού συστήματος
-
Πολύ συχνέςΥπνηλίαΔιαταραχές του νευρικού συστήματος
-
Πολύ συχνέςΖάληΔιαταραχές του νευρικού συστήματος
-
ΣυχνέςΔιαταραχή στην προσοχήΔιαταραχές του νευρικού συστήματος
-
ΣυχνέςΕπηρεασμένη μνήμηΔιαταραχές του νευρικού συστήματος
-
ΣυχνέςΑμνησίαΔιαταραχές του νευρικού συστήματος
-
ΣυχνέςΝοητική διαταραχήΔιαταραχές του νευρικού συστήματος
-
ΣυχνέςΕπηρεασμένη διανοητική κατάστασηΔιαταραχές του νευρικού συστήματος
-
ΣυχνέςΕπηρεασμένες ψυχοκινητικές ικανότητεςΔιαταραχές του νευρικού συστήματος
-
ΣυχνέςΣπασμόςΔιαταραχές του νευρικού συστήματος
-
ΣυχνέςΜη φυσιολογικός συντονισμόςΔιαταραχές του νευρικού συστήματος
-
ΣυχνέςΤρόμοςΔιαταραχές του νευρικού συστήματος
-
ΣυχνέςΛήθαργοςΔιαταραχές του νευρικού συστήματος
-
ΣυχνέςΥποαισθησίαΔιαταραχές του νευρικού συστήματος
-
ΣυχνέςΝυσταγμόςΔιαταραχές του νευρικού συστήματος
-
ΣυχνέςΔυσγευσίαΔιαταραχές του νευρικού συστήματος
-
ΣυχνέςΔιαταραχή της ισορροπίαςΔιαταραχές του νευρικού συστήματος
-
ΣυχνέςΔυσαρθρίαΔιαταραχές του νευρικού συστήματος
-
ΣυχνέςΤρόμος κατά τις εκούσιες κινήσειςΔιαταραχές του νευρικού συστήματος
-
ΣυχνέςΚαταστολήΔιαταραχές του νευρικού συστήματος
-
Όχι συχνέςΕπηρεασμένο επίπεδο συνείδησηςΔιαταραχές του νευρικού συστήματος
-
Όχι συχνέςΣπασμός γενικευμένης επιληψίαςΔιαταραχές του νευρικού συστήματος
-
Όχι συχνέςΈλλειμμα στα οπτικά πεδίαΔιαταραχές του νευρικού συστήματος
-
Όχι συχνέςΣύνθετες εστιακές επιληπτικές κρίσειςΔιαταραχές του νευρικού συστήματος
-
Όχι συχνέςΔιαταραχή λόγουΔιαταραχές του νευρικού συστήματος
-
Όχι συχνέςΨυχοκινητική υπερδραστηριότηταΔιαταραχές του νευρικού συστήματος
-
Όχι συχνέςΣυγκοπήΔιαταραχές του νευρικού συστήματος
-
Όχι συχνέςΔιαταραχή αισθητικότηταςΔιαταραχές του νευρικού συστήματος
-
Όχι συχνέςΑκουσία εκροή σιέλου από το στόμαΔιαταραχές του νευρικού συστήματος
-
Όχι συχνέςΥπερβολικός ύπνοςΔιαταραχές του νευρικού συστήματος
-
Όχι συχνέςΑφασίαΔιαταραχές του νευρικού συστήματος
-
Όχι συχνέςΕπαναλαμβανόμενη ομιλίαΔιαταραχές του νευρικού συστήματος
-
Όχι συχνέςΥποκινησίαΔιαταραχές του νευρικού συστήματος
-
Όχι συχνέςΔυσκινησίαΔιαταραχές του νευρικού συστήματος
-
Όχι συχνέςΖάλη θέσηςΔιαταραχές του νευρικού συστήματος
-
Όχι συχνέςΠτωχή ποιότητα ύπνουΔιαταραχές του νευρικού συστήματος
-
Όχι συχνέςΑίσθηση εγκαύματοςΔιαταραχές του νευρικού συστήματος
-
Όχι συχνέςΑπώλεια αισθητικότηταςΔιαταραχές του νευρικού συστήματος
-
Όχι συχνέςΠαρ οσμίαΔιαταραχές του νευρικού συστήματος
-
Όχι συχνέςΠαρεγκεφαλιδικό σύνδρομοΔιαταραχές του νευρικού συστήματος
-
Όχι συχνέςΔυσαισθησίαΔιαταραχές του νευρικού συστήματος
-
Όχι συχνέςΥπογευσίαΔιαταραχές του νευρικού συστήματος
-
Όχι συχνέςΑδεξιότηταΔιαταραχές του νευρικού συστήματος
-
Όχι συχνέςΑύραΔιαταραχές του νευρικού συστήματος
-
Όχι συχνέςΑγευσίαΔιαταραχές του νευρικού συστήματος
-
Όχι συχνέςΔυσγραφίαΔιαταραχές του νευρικού συστήματος
-
Όχι συχνέςΔυσφασίαΔιαταραχές του νευρικού συστήματος
-
Όχι συχνέςΠεριφερική νευροπάθειαΔιαταραχές του νευρικού συστήματος
-
Όχι συχνέςΠροσυγκοπήΔιαταραχές του νευρικού συστήματος
-
Όχι συχνέςΔυστονίαΔιαταραχές του νευρικού συστήματος
-
Όχι συχνέςΜυρμηκίασηΔιαταραχές του νευρικού συστήματος
-
ΣπάνιεςΑπραξίαΔιαταραχές του νευρικού συστήματος
-
ΣπάνιεςΔιαταραχή του κιρκαδιανού ρυθμού του ύπνουΔιαταραχές του νευρικού συστήματος
-
ΣπάνιεςΥπεραισθησίαΔιαταραχές του νευρικού συστήματος
-
ΣπάνιεςΥποσμίαΔιαταραχές του νευρικού συστήματος
-
ΣπάνιεςΑνοσμίαΔιαταραχές του νευρικού συστήματος
-
ΣπάνιεςΙδιοπαθής τρόμοςΔιαταραχές του νευρικού συστήματος
-
ΣπάνιεςΑκινησίαΔιαταραχές του νευρικού συστήματος
-
ΣπάνιεςΜη απόκριση σε ερεθίσματαΔιαταραχές του νευρικού συστήματος
-
Πολύ συχνέςΘολή όρασηΟφθαλμικές διαταραχές
-
Πολύ συχνέςΔιπλωπίαΟφθαλμικές διαταραχές
-
ΣυχνέςΟπτική διαταραχήΟφθαλμικές διαταραχές
-
Όχι συχνέςΟπτική οξύτητα μειωμένηΟφθαλμικές διαταραχές
-
Όχι συχνέςΣκότωμαΟφθαλμικές διαταραχές
-
Όχι συχνέςΜυωπίαΟφθαλμικές διαταραχές
-
Όχι συχνέςΜη φυσιολογικό αίσθημα στον οφθαλμόΟφθαλμικές διαταραχές
-
Όχι συχνέςΞηροφθαλμίαΟφθαλμικές διαταραχές
-
Όχι συχνέςΦωτοφοβίαΟφθαλμικές διαταραχές
-
Όχι συχνέςΒλεφαρόσπασμοςΟφθαλμικές διαταραχές
-
Όχι συχνέςΔακρύρροια αυξημένηΟφθαλμικές διαταραχές
-
Όχι συχνέςΦωτοψίαΟφθαλμικές διαταραχές
-
Όχι συχνέςΜυδρίασηΟφθαλμικές διαταραχές
-
Όχι συχνέςΠρεσβυωπίαΟφθαλμικές διαταραχές
-
ΣπάνιεςΕτερόπλευρη τύφλωσηΟφθαλμικές διαταραχές
-
ΣπάνιεςΠαροδική τύφλωσηΟφθαλμικές διαταραχές
-
ΣπάνιεςΓλαύκωμαΟφθαλμικές διαταραχές
-
ΣπάνιεςΔιαταραχή της προσαρμογήςΟφθαλμικές διαταραχές
-
ΣπάνιεςΔιαταραγμένη αντίληψη του οπτικού βάθουςΟφθαλμικές διαταραχές
-
ΣπάνιεςΣκιαστικό σκότωμαΟφθαλμικές διαταραχές
-
ΣπάνιεςΟίδημα βλεφάρουΟφθαλμικές διαταραχές
-
ΣπάνιεςΝυκταλωπίαΟφθαλμικές διαταραχές
-
ΣπάνιεςΑμβλυωπίαΟφθαλμικές διαταραχές
-
Μη γνωστέςΓλαύκωμα κλειστής γωνίαςΟφθαλμικές διαταραχές
-
Μη γνωστέςΩχροπάθειαΟφθαλμικές διαταραχές
-
Μη γνωστέςΔιαταραχή κινητικότητας του οφθαλμούΟφθαλμικές διαταραχές
-
ΣυχνέςΊλιγγοςΔιαταραχές του ωτός και του λαβυρίνθου
-
ΣυχνέςΕμβοέςΔιαταραχές του ωτός και του λαβυρίνθου
-
ΣυχνέςΩταλγίαΔιαταραχές του ωτός και του λαβυρίνθου
-
Όχι συχνέςΚώφωσηΔιαταραχές του ωτός και του λαβυρίνθου
-
Όχι συχνέςΚώφωση ετερόπλευρηΔιαταραχές του ωτός και του λαβυρίνθου
-
Όχι συχνέςΚώφωση νευροαισθητήριοςΔιαταραχές του ωτός και του λαβυρίνθου
-
Όχι συχνέςΔυσφορία του ωτόςΔιαταραχές του ωτός και του λαβυρίνθου
-
Όχι συχνέςΈκπτωση της ακουστικής οξύτηταςΔιαταραχές του ωτός και του λαβυρίνθου
-
ΣυχνέςΒραδυκαρδίαΚαρδιακές διαταραχές
-
ΣυχνέςΦλεβοκομβική βραδυκαρδίαΚαρδιακές διαταραχές
-
ΣυχνέςΑίσθημα παλμώνΚαρδιακές διαταραχές
-
ΣυχνέςΥπότασηΑγγειακές διαταραχές
-
ΣυχνέςΟρθοστατική υπότασηΑγγειακές διαταραχές
-
ΣυχνέςΈξαψηΑγγειακές διαταραχές
-
ΣυχνέςΕξάψειςΑγγειακές διαταραχές
-
Όχι συχνέςΦαινόμενο RaynaudΑγγειακές διαταραχές
-
ΣυχνέςΔύσπνοιαΔιαταραχές του αναπνευστικού συστήματος, του θώρακα και του μεσοθωρακίου
-
ΣυχνέςΕπίσταξηΔιαταραχές του αναπνευστικού συστήματος, του θώρακα και του μεσοθωρακίου
-
ΣυχνέςΡινική συμφόρησηΔιαταραχές του αναπνευστικού συστήματος, του θώρακα και του μεσοθωρακίου
-
ΣυχνέςΡινόρροιαΔιαταραχές του αναπνευστικού συστήματος, του θώρακα και του μεσοθωρακίου
-
Όχι συχνέςΔύσπνοια μετά κόπωσηςΔιαταραχές του αναπνευστικού συστήματος, του θώρακα και του μεσοθωρακίου
-
Όχι συχνέςΥπερέκκριση παραρρινίων κόλπωνΔιαταραχές του αναπνευστικού συστήματος, του θώρακα και του μεσοθωρακίου
-
Όχι συχνέςΔυσφωνίαΔιαταραχές του αναπνευστικού συστήματος, του θώρακα και του μεσοθωρακίου
-
ΣπάνιεςΒήχαςΔιαταραχές του αναπνευστικού συστήματος, του θώρακα και του μεσοθωρακίου
-
Πολύ συχνέςΝαυτίαΔιαταραχές του γαστρεντερικού συστήματος
-
Πολύ συχνέςΔιάρροιαΔιαταραχές του γαστρεντερικού συστήματος
-
ΣυχνέςΈμετοςΔιαταραχές του γαστρεντερικού συστήματος
-
ΣυχνέςΔυσκοιλιότηταΔιαταραχές του γαστρεντερικού συστήματος
-
ΣυχνέςΆλγος άνω κοιλιακής χώραςΔιαταραχές του γαστρεντερικού συστήματος
-
ΣυχνέςΔυσπεψίαΔιαταραχές του γαστρεντερικού συστήματος
-
ΣυχνέςΚοιλιακό άλγοςΔιαταραχές του γαστρεντερικού συστήματος
-
ΣυχνέςΞηροστομίαΔιαταραχές του γαστρεντερικού συστήματος
-
ΣυχνέςΔυσφορία του στομάχουΔιαταραχές του γαστρεντερικού συστήματος
-
ΣυχνέςΣτοματική παραισθησίαΔιαταραχές του γαστρεντερικού συστήματος
-
ΣυχνέςΓαστρίτιδαΔιαταραχές του γαστρεντερικού συστήματος
-
ΣυχνέςΚοιλιακή δυσφορίαΔιαταραχές του γαστρεντερικού συστήματος
-
Όχι συχνέςΠαγκρεατίτιδαΔιαταραχές του γαστρεντερικού συστήματος
-
Όχι συχνέςΜετεωρισμόςΔιαταραχές του γαστρεντερικού συστήματος
-
Όχι συχνέςΓαστροοισοφαγική παλινδρόμησηΔιαταραχές του γαστρεντερικού συστήματος
-
Όχι συχνέςΆλγος κάτω κοιλιακής χώραςΔιαταραχές του γαστρεντερικού συστήματος
-
Όχι συχνέςΥπαισθησία στόματοςΔιαταραχές του γαστρεντερικού συστήματος
-
Όχι συχνέςΟυλορραγίαΔιαταραχές του γαστρεντερικού συστήματος
-
Όχι συχνέςΔιάταση της κοιλίαςΔιαταραχές του γαστρεντερικού συστήματος
-
Όχι συχνέςΕπιγαστρική δυσφορίαΔιαταραχές του γαστρεντερικού συστήματος
-
Όχι συχνέςΚοιλιακή ευαισθησίαΔιαταραχές του γαστρεντερικού συστήματος
-
Όχι συχνέςΥπερέκκριση σιέλουΔιαταραχές του γαστρεντερικού συστήματος
-
Όχι συχνέςΆλγος του στόματοςΔιαταραχές του γαστρεντερικού συστήματος
-
Όχι συχνέςΑπόπνοιαΔιαταραχές του γαστρεντερικού συστήματος
-
Όχι συχνέςΓλωσσοδυνίαΔιαταραχές του γαστρεντερικού συστήματος
-
ΣπάνιεςΗπατίτιδαΔιαταραχές του ήπατος και των χοληφόρων
-
ΣπάνιεςΗπατική ανεπάρκειαΔιαταραχές του ήπατος και των χοληφόρων
-
ΣυχνέςΑλωπεκίαΔιαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
-
ΣυχνέςΕξάνθημαΔιαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
-
ΣυχνέςΚνησμόςΔιαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
-
Όχι συχνέςΑνιδρωσίαΔιαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
-
Όχι συχνέςΥπαισθησία του προσώπουΔιαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
-
Όχι συχνέςΚνίδωσηΔιαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
-
Όχι συχνέςΕρύθημαΔιαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
-
Όχι συχνέςΓενικευμένος κνησμόςΔιαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
-
Όχι συχνέςΕξάνθημα κηλιδώδεςΔιαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
-
Όχι συχνέςΔυσχρωματισμός δέρματοςΔιαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
-
Όχι συχνέςΑλλεργική δερματίτιδαΔιαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
-
Όχι συχνέςΟίδημα του προσώπουΔιαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
-
ΣπάνιεςΣύνδρομο Stevens-JohnsonΔιαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
-
ΣπάνιεςΠολύμορφο ερύθημαΔιαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
-
ΣπάνιεςΟσμή δέρματος μη φυσιολογικήΔιαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
-
ΣπάνιεςΠερικογχικό οίδημαΔιαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
-
ΣπάνιεςΕστιασμένη κνίδωσηΔιαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
-
Μη γνωστέςΤοξική επιδερμική νεκρόλυσηΔιαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
-
ΣυχνέςΑρθραλγίαΔιαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και του συνδετικού ιστού
-
ΣυχνέςΜυϊκοί σπασμοίΔιαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και του συνδετικού ιστού
-
ΣυχνέςΜυαλγίαΔιαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και του συνδετικού ιστού
-
ΣυχνέςΜυϊκές δεσμιδώσειςΔιαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και του συνδετικού ιστού
-
ΣυχνέςΜυϊκή αδυναμίαΔιαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και του συνδετικού ιστού
-
ΣυχνέςΜυοσκελετικός πόνος του θώρακαΔιαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και του συνδετικού ιστού
-
Όχι συχνέςΔιόγκωση άρθρωσηςΔιαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και του συνδετικού ιστού
-
Όχι συχνέςΜυοσκελετική δυσκαμψίαΔιαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και του συνδετικού ιστού
-
Όχι συχνέςΛαγόνιο άλγοςΔιαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και του συνδετικού ιστού
-
Όχι συχνέςΜυϊκή κόπωσηΔιαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και του συνδετικού ιστού
-
Όχι συχνέςΔυσφορία άκρουΔιαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και του συνδετικού ιστού
-
ΣυχνέςΝεφρολιθίασηΔιαταραχές των νεφρών και των ουροφόρων οδών
-
ΣυχνέςΠολλακιουρίαΔιαταραχές των νεφρών και των ουροφόρων οδών
-
ΣυχνέςΔυσουρίαΔιαταραχές των νεφρών και των ουροφόρων οδών
-
Όχι συχνέςΛιθίαση ουροφόρων οδώνΔιαταραχές των νεφρών και των ουροφόρων οδών
-
Όχι συχνέςΑκράτεια ούρωνΔιαταραχές των νεφρών και των ουροφόρων οδών
-
Όχι συχνέςΑιματουρίαΔιαταραχές των νεφρών και των ουροφόρων οδών
-
Όχι συχνέςΑκράτειαΔιαταραχές των νεφρών και των ουροφόρων οδών
-
Όχι συχνέςΕπιτακτική ούρησηΔιαταραχές των νεφρών και των ουροφόρων οδών
-
Όχι συχνέςΚωλικός νεφρούΔιαταραχές των νεφρών και των ουροφόρων οδών
-
Όχι συχνέςΆλγος νεφρούΔιαταραχές των νεφρών και των ουροφόρων οδών
-
ΣπάνιεςΛιθίαση ουρητήραΔιαταραχές των νεφρών και των ουροφόρων οδών
-
ΣπάνιεςΝεφροσωληναριακή οξέωσηΔιαταραχές των νεφρών και των ουροφόρων οδών
-
ΣυχνέςΣτυτική δυσλειτουργίαΔιαταραχές του αναπαραγωγικού συστήματος και του μαστού
-
ΣυχνέςΣεξουαλική δυσλειτουργίαΔιαταραχές του αναπαραγωγικού συστήματος και του μαστού
-
Πολύ συχνέςΚόπωσηΓενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
-
ΣυχνέςΠυρετόςΓενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
-
ΣυχνέςΕξασθένισηΓενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
-
ΣυχνέςΕυερεθιστότηταΓενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
-
ΣυχνέςΔιαταραχή του βαδίσματοςΓενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
-
ΣυχνέςΑίσθημα μη φυσιολογικήΓενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
-
ΣυχνέςΑίσθημα κακουχίαςΓενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
-
Όχι συχνέςΥπερθερμίαΓενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
-
Όχι συχνέςΔίψαΓενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
-
Όχι συχνέςΓριππώδης συνδρομήΓενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
-
Όχι συχνέςΝωθρότηταΓενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
-
Όχι συχνέςΠεριφερική ψυχρότηταΓενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
-
Όχι συχνέςΑίσθηση μέθηςΓενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
-
Όχι συχνέςΑίσθηση εκνευρισμούΓενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
-
ΣπάνιεςΟίδημα προσώπουΓενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
-
ΣπάνιεςΑσβέστωσηΓενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
-
Πολύ συχνέςΣωματικό βάρος μειωμένοΠαρακλινικές εξετάσεις
-
ΣυχνέςΣωματικό βάρος αυξημένοΠαρακλινικές εξετάσεις
-
Όχι συχνέςΠαρουσία κρυστάλλων στα ούραΠαρακλινικές εξετάσεις
-
Όχι συχνέςΜη φυσιολογική βάδιση σε διαδοχικές εξετάσειςΠαρακλινικές εξετάσεις
-
Όχι συχνέςΑριθμός λευκοκυττάρων μειωμένοςΠαρακλινικές εξετάσεις
-
Όχι συχνέςΑύξηση των ηπατικών ενζύμωνΠαρακλινικές εξετάσεις
-
ΣπάνιεςΔιττανθρακικά αίματος μειωμέναΠαρακλινικές εξετάσεις
-
Πολύ συχνέςΑνικανότητα μάθησηςΚοινωνικές περιστάσεις
pregnant_woman
SPC-TOPIRAMATE
Κύηση / γαλουχία
Επίπεδο κινδύνου: Αποφεύγεται
expand_more
Κύηση / γαλουχία
-
ΚύησηΑποφεύγεταιΗ τοπιραμάτη ήταν τερατογόνος σε ποντίκια, αρουραίους και κουνέλια. Στους αρουραίους, η τοπιραμάτη διαπερνά το φράγμα του πλακούντα. Δεδομένα από το μητρώο κυήσεων του Ηνωμένου Βασιλείου και του μητρώου κυήσεων του North American Antiepileptic Drug (NAAED) υποδεικνύουν ότι τα βρέφη που εκτίθενται σε μονοθεραπεία με τοπιραμάτη κατά το πρώτο τρίμηνο διατρέχουν αυξημένο κίνδυνο συγγενών δυσπλασιών (π.χ., κρανιοπροσωπικά ελλείμματα, όπως λαγώχειλος/λυκόστομα, υποσπαδίας και ανωμαλίες στις οποίες εμπλέκονται διάφορα συστήματα του σώματος). Τα δεδομένα του μητρώου κυήσεων του NAAED για τη μονοθεραπεία με τοπιραμάτη έδειξαν περίπου 3 φορές υψηλότερη συχνότητα εμφάνισης σοβαρών συγγενών δυσπλασιών, σε σύγκριση με μια ομάδα αναφοράς που δε λάμβανε αντιεπιληπτικά φάρμακα. Επιπλέον, υπήρχε υψηλότερος επιπολασμός χαμηλού βάρους γέννησης (<2500 grams) μετά από θεραπεία με τοπιραμάτη σε σχέση με την ομάδα αναφοράς. Επιπλέον, τα δεδομένα υποδεικνύουν ότι, σε σύγκριση με τη μονοθεραπεία, μπορεί να υπάρχει αυξημένος κίνδυνος τερατογόνων επιδράσεων, οι οποίες σχετίζονται με τη χρήση αντιεπιληπτικών φαρμάκων σε συνδυαστική θεραπεία. Σε γυναίκες σε αναπαραγωγική ηλικία συνιστάται η χρήση αποτελεσματικής αντισύλληψης και η εξέταση εναλλακτικών θεραπευτικών επιλογών. Κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης, η τοπιραμάτη πρέπει να συνταγογραφείται μετά από πλήρη ενημέρωση της γυναίκας για τους γνωστούς κινδύνους της ανεξέλεγκτης επιληψίας στην εγκυμοσύνη και τους πιθανούς κινδύνους του φαρμακευτικού προϊόντος στο έμβρυο.
-
ΓαλουχίαΜε προσοχήΜελέτες σε ζώα έχουν δείξει έκκριση της τοπιραμάτης στο γάλα. Η έκκριση της τοπιραμάτης στο ανθρώπινο γάλα δεν έχει εκτιμηθεί σε ελεγχόμενες μελέτες. Περιορισμένες παρατηρήσεις σε ασθενείς υποδεικνύουν εκτενή έκκριση της τοπιραμάτης στο θηλάζον γάλα. Δεδομένου ότι πολλά φαρμακευτικά προϊόντα εκκρίνονται στο ανθρώπινο γάλα, πρέπει να παρθεί απόφαση για τη συνέχιση ή μη του θηλασμού ή για τη διακοπή/αποχή από τη θεραπεία με τοπιραμάτη λαμβάνοντας υπόψη τη σπουδαιότητα του φαρμακευτικού προϊόντος για τη μητέρα (παράγραφος 4.4).
neurology
DrugBank
Μηχανισμός δράσης
expand_more
Μηχανισμός δράσης
monitor_heart
SPC-TOPIRAMATE
Φαρμακοδυναμική
expand_more
Φαρμακοδυναμική
biotech
SPC-TOPIRAMATE
Φαρμακοκινητική
expand_more
Φαρμακοκινητική
hub
PubChem
Μεταβολισμός
expand_more
Μεταβολισμός
bloodtype
DrugBank
Απέκκριση
expand_more
Απέκκριση
Σκευάσματα & Τιμολόγηση
Μονογραφίες Πηγών
Αναλυτικό περιεχόμενο ανά πηγή για τεκμηρίωση και έλεγχο
medication
Δοσολογία
SPC-TOPIRAMATE
expand_more
Δοσολογία
Γενικά
Συνιστάται η θεραπεία να αρχίζει με μία χαμηλή δόση και να ακολουθεί εξατομίκευση της θεραπείας μέχρι τον προσδιορισμό της αποτελεσματικής δόσης. Η δόση και ο ρυθμός της εξατομίκευσης της θεραπείας θα πρέπει να ακολουθούν την κλινική απόκριση.
Η τοπιραμάτη διατίθεται σε δισκία επικαλυμμένα με λεπτό υμένιο και σε σκεύασμα σκληρού καψακίου. Το σκεύασμα σκληρού καψακίου παρέχεται γι’ αυτούς τους ασθενείς που δεν μπορούν να καταπιούν δισκία, π.χ. παιδιά και ηλικιωμένους.
Τα σκληρά καψάκια της τοπιραμάτης μπορούν να καταποθούν ολόκληρα ή μπορούν να χορηγηθούν μετά από προσεκτικό άνοιγμα του καψακίου και προσθήκη ολόκληρου του περιεχομένου τους σε μια μικρή ποσότητα (ένα κουταλάκι του τσαγιού) μαλακής τροφής. Αυτό το μίγμα φαρμακευτικού προϊόντος/τροφής πρέπει να καταποθεί αμέσως χωρίς να μασηθεί. Δεν πρέπει να φυλαχτεί για να χρησιμοποιηθεί αργότερα.
Δεν είναι απαραίτητη η παρακολούθηση των συγκεντρώσεων της τοπιραμάτης στο πλάσμα, προκειμένου να βελτιστοποιηθεί η θεραπεία με την τοπιραμάτη. Σε σπάνιες περιπτώσεις, η προσθήκη της τοπιραμάτης στη φαινυτοΐνη μπορεί να απαιτήσει προσαρμογή της δόσης της φαινυτοΐνης για την επίτευξη βέλτιστης κλινικής έκβασης. Η προσθήκη ή απόσυρση της φαινυτοΐνης και της καρβαμαζεπίνης στη συμπληρωματική θεραπεία με την τοπιραμάτη μπορεί να απαιτήσει προσαρμογή της δόσης της τοπιραμάτης.
Η τοπιραμάτη μπορεί να λαμβάνεται ανεξάρτητα από τα γεύματα.
Σε ασθενείς με ή χωρίς ιστορικό επιληπτικών κρίσεων ή επιληψίας, τα αντιεπιληπτικά φάρμακα, συμπεριλαμβανομένης της τοπιραμάτης, θα πρέπει να διακόπτονται σταδιακά ώστε να ελαχιστοποιείται ο κίνδυνος κρίσεων ή αυξανόμενης συχνότητας κρίσεων. Σε κλινικές δοκιμές, οι ημερήσιες δοσολογίες μειώθηκαν σε εβδομαδιαία διαστήματα κατά 50-100 mg σε ενήλικες με επιληψία και κατά 25-50 mg σε ενήλικες που έλαβαν τοπιραμάτη σε δόσεις έως και 100 mg/ημέρα για τη θεραπεία προφύλαξης για την ημικρανία. Σε παιδιατρικές κλινικές δοκιμές, η τοπιραμάτη διεκόπη σταδιακά σε μια περίοδο 2-8 εβδομάδων.
Μονοθεραπεία επιληψίας
Γενικά
Όταν η ταυτόχρονη χορήγηση αντιεπιληπτικών φαρμάκων (ΑΕΦ) διακοπεί για να επιτευχθεί μονοθεραπεία με τοπιραμάτη, θα πρέπει να ληφθούν υπόψη οι επιδράσεις που μπορεί να έχει αυτό στον έλεγχο των επιληπτικών κρίσεων. Αν δεν υφίστανται λόγοι ασφάλειας που απαιτούν απότομη διακοπή των συγχορηγούμενων ΑΕΦ, συνιστάται βαθμιαία διακοπή με ρυθμό περίπου το ένα τρίτο της δόσης του συγχορηγούμενου ΑΕΦ κάθε 2 εβδομάδες.
Όταν διακοπεί η χορήγηση φαρμακευτικών προϊόντων με ενζυμική επαγωγή, τα επίπεδα της τοπιραμάτης θα αυξηθούν. Μπορεί να χρειαστεί μείωση στη δοσολογία της τοπιραμάτης, εάν υπάρξει κλινική ένδειξη.
Ενήλικες
Η δόση και η τιτλοποίηση πρέπει να καθοδηγούνται από την κλινική ανταπόκριση. Η τιτλοποίηση της θεραπείας θα πρέπει να ξεκινά με 25 mg το βράδυ για μία εβδομάδα. Η δοσολογία πρέπει, κατόπιν, να αυξάνεται σε διάστημα μίας (1) έως δύο (2) εβδομάδων με αυξήσεις των 25 ή 50 mg/ημέρα, χορηγούμενες σε δύο διαιρεμένες δόσεις. Αν ο ασθενής δεν μπορεί να ανεχθεί το σχήμα της εξατομίκευσης, μπορούν να χρησιμοποιηθούν μικρότερες αυξήσεις ή μεγαλύτερα διαστήματα μεταξύ των αυξήσεων.
Η συνιστώμενη αρχική ημερήσια δόση-στόχος της τοπιραμάτης ως μονοθεραπεία για ενήλικες είναι 100 mg/ημέρα έως 200 mg/ημέρα χορηγούμενα σε δύο διαιρεμένες δόσεις. Η μέγιστη συνιστώμενη ημερήσια δόση είναι 500 mg/ημέρα σε 2 διαιρεμένες δόσεις. Ορισμένοι ασθενείς με ανθεκτικούς στη θεραπεία τύπους επιληψίας έχουν ανεχθεί μονοθεραπεία με τοπιραμάτη σε δόσεις 1.000 mg/ημέρα. Αυτές οι συνιστώμενες δοσολογίες εφαρμόζονται σε όλους τους ενήλικες, συμπεριλαμβανομένων των ηλικιωμένων, όταν δεν συνυπάρχει νεφρική πάθηση.
Παιδιατρικοί πληθυσμοί (παιδιά ηλικίας άνω των 6 ετών)
Η δόση και ο ρυθμός τιτλοποίησης στα παιδιά πρέπει να καθοδηγούνται από την κλινική έκβαση. Η θεραπεία των παιδιών ηλικίας άνω των 6 ετών πρέπει να αρχίζει με 0,5 έως 1 mg/kg το βράδυ για την πρώτη εβδομάδα. Η δοσολογία θα πρέπει, κατόπιν, να αυξάνεται σε διάστημα μίας (1) έως δύο (2) εβδομάδων με αυξήσεις των 0,5 έως 1 mg/kg/ημέρα, χορηγούμενη σε δύο διαιρεμένες δόσεις. Αν το παιδί δεν μπορεί να ανεχθεί το σχήμα εξατομίκευσης της θεραπείας, μπορούν να χρησιμοποιηθούν μικρότερες αυξήσεις ή μεγαλύτερα διαστήματα μεταξύ των αυξήσεων των δόσεων.
Το συνιστώμενο εύρος της αρχικής δόσης-στόχου για μονοθεραπεία με τοπιραμάτη σε παιδιά ηλικίας άνω των 6 ετών είναι 100 mg/ημέρα ανάλογα με την κλινική ανταπόκριση (αντιστοιχεί περίπου σε 2,0 mg/kg/ημέρα για παιδιά 6-16 ετών).
Συμπληρωματική θεραπεία επιληψίας (κρίσεις εστιακής επιληψίας με ή χωρίς δευτεροπαθή γενίκευση, πρωτοπαθείς γενικευμένες τονικο-κλονικές κρίσεις ή κρίσεις σχετιζόμενες με το σύνδρομο Lennox-Gastaut)
Ενήλικες
Η θεραπεία θα πρέπει να ξεκινά με 25 - 50 mg το βράδυ για μία εβδομάδα. Χρήση χαμηλότερων αρχικών δόσεων έχει αναφερθεί, αλλά δεν έχει μελετηθεί συστηματικά. Επομένως, ανά μία ή ανά δύο εβδομάδες, η δόση θα πρέπει να αυξάνεται κατά 25 - 50 mg/ημέρα και να λαμβάνεται σε δύο διαιρεμένες δόσεις. Ορισμένοι ασθενείς είναι δυνατό να επιτύχουν αποτελεσματικότητα με μία ημερήσια δόση.
Σε κλινικές μελέτες ως συμπληρωματική θεραπεία, η δόση των 200 mg ήταν η μικρότερη αποτελεσματική δόση. Η συνήθης ημερήσια δόση είναι 200 - 400 mg σε δύο διαιρεμένες δόσεις. Αυτές οι συνιστώμενες δοσολογίες εφαρμόζονται σε όλους τους ενήλικες, συμπεριλαμβανομένων των ηλικιωμένων, όταν δεν συνυπάρχει νεφρική πάθηση (βλέπε παράγραφο 4.4).
Παιδιατρικοί πληθυσμοί (παιδιά ηλικίας 2 ετών και άνω)
Η συνιστώμενη συνολική ημερήσια δόση της τοπιραμάτης ως συμπληρωματική θεραπεία είναι περίπου 5 έως 9 mg/kg/ημέρα σε δύο διαιρεμένες δόσεις. Η εξατομίκευση θα πρέπει να ξεκινά με 25 mg (ή λιγότερο, βάσει ενός διαστήματος εύρους από 1 έως 3mg/kg/ημέρα) κάθε βράδυ για την πρώτη εβδομάδα. Η δόση θα πρέπει, κατόπιν, να αυξάνεται σε διάστημα 1 έως 2 εβδομάδων με αυξήσεις των 1 έως 3 mg/kg/ημέρα (χορηγούμενες σε δύο διαιρεμένες δόσεις), ώστε να επιτευχθεί η βέλτιστη κλινική ανταπόκριση.
Ημερήσιες δόσεις έως και 30 mg/kg/ημέρα έχουν μελετηθεί και είναι γενικά καλά ανεκτές.
Ημικρανία
Ενήλικες
Η συνιστώμενη συνολική ημερήσια δόση της τοπιραμάτης για την προφύλαξη της ημικρανίας είναι 100 mg/ημέρα, χορηγούμενα σε δύο διαιρεμένες δόσεις. Η εξατομίκευση της θεραπείας θα πρέπει να ξεκινά με 25 mg το βράδυ για μία εβδομάδα. Η δοσολογία θα πρέπει, κατόπιν, να αυξάνεται με αυξήσεις των 25 mg/ημέρα με διάστημα 1 εβδομάδας. Αν ο ασθενής δεν μπορεί να ανεχθεί το σχήμα εξατομίκευσης, μπορούν να χρησιμοποιηθούν μεγαλύτερα διαστήματα μεταξύ των προσαρμογών της δόσης.
Ορισμένοι ασθενείς μπορεί να ωφεληθούν με συνολική ημερήσια δόση 50 mg/ημέρα. Ασθενείς έχουν λάβει συνολική ημερήσια δόση μέχρι και 200 mg/ημέρα. Παρόλο που αυτή η δόση μπορεί να είναι ωφέλιμη για ορισμένους ασθενείς, συνιστάται προσοχή λόγω μιας αυξημένης συχνότητας εμφάνισης ανεπιθύμητων ενεργειών.
Παιδιατρικός πληθυσμός
Η τοπιραμάτη δεν συνιστάται για τη θεραπεία ή την πρόληψη της ημικρανίας σε παιδιά λόγω ανεπαρκών δεδομένων αναφορικά με την ασφάλεια και την αποτελεσματικότητα.
Γενικές δοσολογικές συστάσεις για την τοπιραμάτη σε ειδικούς πληθυσμούς ασθενών
Νεφρική δυσλειτουργία
Σε ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία (CL CR ≤ 70 ml/min), η τοπιραμάτη πρέπει να χορηγείται με προσοχή καθώς το πλάσμα και η νεφρική κάθαρση της τοπιραμάτης είναι μειωμένες. Οι ασθενείς με γνωστή νεφρική δυσλειτουργία μπορεί να χρειάζονται μεγαλύτερο χρονικό διάστημα για να φτάσουν τη σταθεροποιημένη κατάσταση σε κάθε δόση. Συνιστάται το ήμισυ της συνήθους δόσης έναρξης και συντήρησης (βλέπε παράγραφο 5.2).
Στην περίπτωση ασθενών με νεφρική ανεπάρκεια τελικού σταδίου, από τη στιγμή που η τοπιραμάτη απομακρύνεται από το πλάσμα μέσω της αιμοκάθαρσης, θα πρέπει να χορηγείται μία συμπληρωματική δόση της τοπιραμάτης, ίση περίπου με το μισό της ημερήσιας δόσης, κατά τις ημέρες της αιμοκάθαρσης. Η συμπληρωματική δόση θα πρέπει να χορηγείται σε διαιρούμενες δόσεις κατά την αρχή και το τέλος της διαδικασίας της αιμοκάθαρσης. Η συμπληρωματική δόση ενδέχεται να διαφέρει ανάλογα με τα χαρακτηριστικά του εξοπλισμού που χρησιμοποιείται για την αιμοκάθαρση (βλέπε παράγραφο 5.2).
Ηπατική δυσλειτουργία
Σε ασθενείς με μέτρια έως σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία, η τοπιραμάτη πρέπει να χορηγείται με προσοχή καθώς η κάθαρση της τοπιραμάτης είναι μειωμένη.
Ηλικιωμένοι
Δεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης στον ηλικιωμένο πληθυσμό υπό την προϋπόθεση ότι η νεφρική λειτουργία είναι ανέπαφη.
block
Αντενδείξεις
SPC-TOPIRAMATE
expand_more
Αντενδείξεις
- Υπερευαισθησία στη δραστική ουσία, 200 mg: ερυθρό ή σε κάποιο από τα έκδοχα.
- Προφύλαξη της ημικρανίας στην εγκυμοσύνη και σε γυναίκες που βρίσκονται σε αναπαραγωγική ηλικία εάν δεν χρησιμοποιούν αποτελεσματικές μεθόδους αντισύλληψης.
warning
Προειδοποιήσεις
SPC-TOPIRAMATE
expand_more
Προειδοποιήσεις
Σε περιπτώσεις όπου απαιτείται ιατρικά γρήγορη διακοπή της τοπιραμάτης, συστήνεται κατάλληλη παρακολούθηση (βλέπε Δοσολογία για περαιτέρω λεπτομέρειες). Όπως με άλλα αντιεπιληπτικά φάρμακα, ορισμένοι ασθενείς μπορεί να παρουσιάσουν μια αύξηση στη συχνότητα εμφάνισης κρίσεων ή την εκδήλωση νέων τύπων κρίσεων με τοπιραμάτη. Αυτά τα φαινόμενα μπορεί να είναι το επακόλουθο μιας υπερδοσολογίας, μιας μείωσης στις συγκεντρώσεις του πλάσματος των ταυτόχρονα χρησιμοποιούμενων αντιεπιληπτικών, της προόδου της ασθένειας ή μιας παράδοξης δράσης. Η επαρκής ενυδάτωση είναι πολύ σημαντική κατά τη διάρκεια χρήσης της τοπιραμάτης. Η ενυδάτωση μπορεί να ελαττώσει τον κίνδυνο νεφρολιθίασης (βλέπε παρακάτω). Η κατάλληλη ενυδάτωση πριν και κατά τη διάρκεια δραστηριοτήτων όπως άσκηση ή έκθεση σε υψηλές θερμοκρασίες μπορεί να μειώσει τον κίνδυνο ανεπιθύμητων αντιδράσεων που σχετίζονται με τη θερμοκρασία (βλέπε Ανεπιθύμητες ενέργειες).
Ολιγοίδρωση
Ολιγοίδρωση (μειωμένη εφίδρωση) έχει αναφερθεί σε σχέση με τη χρήση τοπιραμάτης. Μειωµένη εφίδρωση και υπερθερμία (αύξηση της θερμοκρασίας του σώµατος) μπορεί να συμβεί, ιδιαίτερα σε μικρά παιδιά που εκτίθενται σε υψηλή θερμοκρασία περιβάλλοντος.
Διαταραχές της διάθεσης / κατάθλιψη
Κατά τη διάρκεια θεραπείας με τοπιραμάτη παρατηρήθηκε αυξημένη συχνότητα εμφάνισης διαταραχών της διάθεσης και κατάθλιψης.
Αυτοκτονία / αυτοκτονικός ιδεασμός
Αυτοκτονικός ιδεασμός και αυτοκτονική συμπεριφορά έχουν αναφερθεί σε ασθενείς, οι οποίοι θεραπεύτηκαν με αντι-επιληπτικούς παράγοντες σε αρκετές ενδείξεις. Μια μετα-ανάλυση των τυχαιοποιημένων, ελεγχόμενων με εικονικό φάρμακο μελετών των αντι-επιληπτικών φαρμάκων έχει δείξει ελάχιστα αυξημένο κίνδυνο αυτοκτονικού ιδεασμού και αυτοκτονικής συμπεριφοράς. Ο μηχανισμός αυτού του κινδύνου δεν είναι γνωστός και τα διαθέσιμα δεδομένα δεν αποκλείουν την πιθανότητα αυξημένου κινδύνου για την τοπιραμάτη. Σε διπλά τυφλές κλινικές δοκιμές, συμβάματα που σχετίζονται με αυτοκτονία (ιδεασμός αυτοκτονίας, απόπειρες αυτοκτονίας και αυτοκτονία) συμβαίνουν με μια συχνότητα 0,5% στους ασθενείς που υπόκεινται σε θεραπεία με τοπιραμάτη (46 από τους 8.652 ασθενείς που υπόκεινται σε θεραπεία) και περίπου σε τριπλάσια υψηλότερη συχνότητα εμφάνισης σε σχέση με αυτούς που τους χορηγήθηκε εικονικό φάρμακο (0,2%∙ 8 από τους 4.045 ασθενείς που υπόκεινται σε θεραπεία). Οι ασθενείς θα πρέπει, επομένως, να παρακολουθούνται για σημεία αυτοκτονικού ιδεασμού και αυτοκτονικής συμπεριφοράς, και θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη η κατάλληλη θεραπεία. Οι ασθενείς (και οι άνθρωποι που περιθάλπουν τους ασθενείς) θα πρέπει να συμβουλεύονται να αναζητούν ιατρική συμβουλή, σε περίπτωση που εμφανιστούν σημεία αυτοκτονικού ιδεασμού ή αυτοκτονικής συμπεριφοράς.
Νεφρολιθίαση
Ορισμένοι ασθενείς, ειδικότερα εκείνοι με προδιάθεση για νεφρολιθίαση, ενδέχεται να αντιμετωπίζουν μεγαλύτερο κίνδυνο σχηματισμού νεφρικών λίθων και εμφάνισης των σχετιζόμενων σημείων και συμπτωμάτων, όπως είναι ο κωλικός του νεφρού, ο νεφρικός πόνος ή ο λαγώνιος πόνος. Στους παράγοντες κινδύνου για εμφάνιση νεφρολιθίασης περιλαμβάνονται ο προηγούμενος σχηματισμός λίθου, το οικογενειακό ιστορικό νεφρολιθιάσεων και η υπερασβεστιουρία. Κανένας από αυτούς τους παράγοντες κινδύνου δεν μπορεί αξιόπιστα να προβλέψει τον σχηματισμό λίθων κατά τη διάρκεια θεραπείας με τοπιραμάτη. Επιπρόσθετα, οι ασθενείς, οι οποίοι λαμβάνουν άλλα φαρμακευτικά προϊόντα που σχετίζονται με νεφρολιθίαση ενδέχεται να αντιμετωπίζουν μεγαλύτερο κίνδυνο.
Μειωμένη νεφρική λειτουργία
Σε ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία (CL CR ≤ 70 ml/min), η τοπιραμάτη πρέπει να χορηγείται με προσοχή καθώς το πλάσμα και η νεφρική κάθαρση της τοπιραμάτης είναι μειωμένες. Για συγκεκριμένες δοσολογικές συστάσεις σε ασθενείς με μειωμένη νεφρική λειτουργία, βλέπε Δοσολογία, Νεφρική δυσλειτουργία.
Μειωμένη ηπατική λειτουργία
Σε ασθενείς με μειωμένη ηπατική λειτουργία, η τοπιραμάτη θα πρέπει να χορηγείται με προσοχή καθώς η κάθαρση της τοπιραμάτης μπορεί να είναι μειωμένη.
Οξεία εμφάνιση μυωπίας και δευτερογενούς γλαυκώματος κλειστής γωνίας
Σε ασθενείς που λαμβάνουν τοπιραμάτη έχει αναφερθεί ένα σύνδρομο που αποτελείται από οξεία εμφάνιση μυωπίας σχετιζόμενης με δευτερογενές γλαύκωμα κλειστής γωνίας. Τα συμπτώματα περιλαμβάνουν οξεία έναρξη μείωσης της οπτικής οξύτητας και/ή οφθαλμικό πόνο. Τα οφθαλμολογικά ευρήματα μπορεί να περιλαμβάνουν μυωπία, μείωση του βάθους του πρόσθιου θαλάμου, οφθαλμική υπεραιμία (ερυθρότητα) και αυξημένη ενδοφθάλμια πίεση. Μπορεί να παρουσιαστεί ή να μην παρουσιαστεί μυδρίαση. Το σύνδρομο αυτό μπορεί να σχετίζεται με συλλογή υγρού ύπερθεν του ακτινωτού σώματος που έχει σαν αποτέλεσμα την πρόσθια μετατόπιση του φακού και της ίριδας με αποτέλεσμα την ανάπτυξη δευτερογενούς γλαυκώματος κλειστής γωνίας. Τα συμπτώματα τυπικά εμφανίζονται μέσα στον 1 ο μήνα από την έναρξη της θεραπείας με τοπιραμάτη. Σε αντίθεση με το πρωτογενές γλαύκωμα ανοιχτής γωνίας, το οποίο είναι σπάνιο σε ηλικία κάτω των 40 ετών, το δευτερογενές γλαύκωμα κλειστής γωνίας που σχετίζεται με την τοπιραμάτη έχει αναφερθεί σε παιδιατρικούς ασθενείς, όπως και σε ενήλικες. Η θεραπεία περιλαμβάνει διακοπή της τοπιραμάτης, το συντομότερο δυνατό, σύμφωνα με την κρίση του θεράποντος ιατρού, και κατάλληλα μέτρα για τη μείωση της ενδοφθάλμιας πίεσης. Τα μέτρα αυτά γενικά οδηγούν στη μείωση της ενδοφθάλμιας πίεσης. Η αυξημένη ενδοφθάλμια πίεση οποιασδήποτε αιτιολογίας, αν δεν θεραπευτεί, μπορεί να οδηγήσει σε σοβαρά επακόλουθα, συμπεριλαμβανομένης της μόνιμης απώλειας της όρασης. Πρέπει να αποφασιστεί εάν οι ασθενείς με ιστορικό οφθαλμικών διαταραχών πρέπει να υπόκεινται σε θεραπεία με τοπιραμάτη.
Μεταβολική οξέωση
Υπερχλωραιμία, υπερχλωραιμική μεταβολική οξέωση (non-anion gap), μεταβολική οξέωση (δηλαδή μειωμένα διττανθρακικά στον ορό κάτω από τα φυσιολογικά όρια αναφοράς απουσία αναπνευστικής αλκάλωσης) σχετίζεται με τη θεραπεία με τοπιραμάτη.Αυτή η μείωση των διττανθρακικών στον ορό οφείλεται στην ανασταλτική δράση της τοπιραμάτης στη νεφρική καρβονική ανυδράση. Γενικά, η μείωση των διττανθρακικών παρουσιάζεται στην αρχή της θεραπείας παρόλο που μπορεί να εμφανιστεί οποιαδήποτε στιγμή κατά τη διάρκεια της θεραπείας. Αυτές οι μειώσεις είναι συνήθως ήπιες έως μέτριες (μέσος όρος μείωσης 4 mmol/l σε δόσεις των 100 mg/ημέρα ή περισσότερο σε ενήλικες και σε περίπου 6 mg/kg/ημέρα σε παιδιατρικούς ασθενείς). Σπάνια, οι ασθενείς εμφάνισαν μειώσεις σε τιμές κάτω των 10 mmol/l. Οι καταστάσεις ή οι θεραπείες που μπορεί να προδιαθέτουν την οξέωση (όπως νεφροπάθεια, σοβαρές αναπνευστικές διαταραχές, επιληψία, διάρροια, εγχείρηση, κετογενή δίαιτα ή συγκεκριμένα φαρμακευτικά προϊόντα) μπορεί να λειτουργήσουν αθροιστικά στη μείωση των διττανθρακικών λόγω της επίδρασης της τοπιραμάτης. Η χρόνια μεταβολική οξέωση αυξάνει τον κίνδυνο σχηματισμού νεφρόλιθου και δυνητικά μπορεί να οδηγήσει σε οστεοπενία. Η χρόνια μεταβολική οξέωση σε παιδιατρικούς ασθενείς μπορεί να οδηγήσει σε μειωμένους ρυθμούς ανάπτυξης. Η επίδραση της τοπιραμάτης στα επακόλουθα που σχετίζονται με τα οστά δεν έχει ερευνηθεί συστηματικά σε παιδιατρικούς πληθυσμούς ή πληθυσμούς ενηλίκων. Ανάλογα με τις υποκείμενες καταστάσεις, συνιστάται κατάλληλη αξιολόγηση, συμπεριλαμβανομένων των επιπέδων των διττανθρακικών στον ορό, κατά τη θεραπεία με τοπιραμάτη. Εάν παρουσιαστούν σημεία ή συμπτώματα (π.χ. βαθιά αναπνοή Kussmaul, δύσπνοια, ανορεξία, ναυτία, έμετος, υπερβολική κόπωση, ταχυκαρδία ή αρρυθμία) ενδεικτικά της μεταβολικής οξέωσης, συνιστάται η μέτρηση των διττανθρακικών στον ορό. Εάν εμφανιστεί και μεταβολική οξέωση η οποία επιμένει, θα πρέπει να ληφθεί υπόψη η δυνατότητα μείωσης της δόσης ή η διακοπή της θεραπείας με τοπιραμάτη (με σταδιακή διακοπή). Η τοπιραμάτη πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή σε ασθενείς με καταστάσεις ή θεραπείες που αποτελούν παράγοντα κινδύνου για την εμφάνιση μεταβολικής οξέωσης.
Διατροφικό συμπλήρωμα
Ορισμένοι ασθενείς μπορεί να παρουσιάσουν απώλεια σωματικού βάρους κατά τη διάρκεια θεραπείας με τοπιραμάτη. Συνιστάται η παρακολούθηση των ασθενών που ακολουθούν θεραπεία με τοπιραμάτη για απώλεια σωματικού βάρους. Συμπλήρωμα διατροφής ή αυξημένη πρόσληψη τροφής θα πρέπει να ληφθεί υπόψη αν ο ασθενής χάνει βάρος ενώ λαμβάνει τοπιραμάτη.
Επηρεασμένη νοητική λειτουργία
Η νοητική διαταραχή στην επιληψία είναι πολυπαραγοντική και μπορεί να οφείλεται σε υποκείμενη αιτιολογία, στην επιληψία ή στην αντιεπιληπτική θεραπεία. Έχουν υπάρξει στη βιβλιογραφία αναφορές διαταραχής της νοητικής λειτουργίας σε ενήλικες υπό θεραπεία με τοπιραμάτη, όπου απαιτείται μείωση της δόσης ή διακοπή της θεραπείας. Ωστόσο, οι μελέτες που αφορούν τα γνωστικά αποτελέσματα σε παιδιά που έλαβαν θεραπεία με τοπιραμάτη είναι ανεπαρκείς και η επίδρασή της, εν προκειμένω, χρειάζεται ακόμη να διευκρινιστεί.
Έκδοχα
Αυτό το φαρμακευτικό προϊόν περιέχει λακτόζη: Οι ασθενείς με σπάνια κληρονομικά προβλήματα δυσανεξίας γαλακτόζης, ανεπάρκειας λακτάσης Lapp ή δυσαπορρόφηση γλυκόζης-γαλακτόζης δεν πρέπει να πάρουν αυτό το φάρμακο. 200 mg: Αυτό το φαρμακευτικό προϊόν περιέχει ερυθρό (E129) και ενδέχεται να προκαλέσει αλλεργικές αντιδράσεις.
swap_horiz
Αλληλεπιδράσεις
SPC-TOPIRAMATE
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
Επιδράσεις της τοπιραμάτης σε άλλα αντιεπιληπτικά φαρμακευτικά προϊόντα
Η προσθήκη της τοπιραμάτης σε άλλα αντιεπιληπτικά φάρμακα (φαινυτοΐνη, καρβαμαζεπίνη, βαλπροϊκό οξύ, φαινοβαρβιτάλη, πριμιδόνη) δεν έχει καμία επίδραση στις συγκεντρώσεις σταθεροποιημένης κατάστασης στο πλάσμα, εκτός από τις περιστασιακές περιπτώσεις ασθενών, όπου η προσθήκη της τοπιραμάτης στη φαινυτοΐνη είναι δυνατό να προκαλέσει αύξηση των συγκεντρώσεων της φαινυτοΐνης στο πλάσμα. Αυτό πιθανόν οφείλεται στην αναστολή ενός ειδικού πολυμορφικού ισοενζύμου (CYP2C19). Συνεπώς, κάθε ασθενής σε θεραπεία με φαινυτοΐνη, ο οποίος εμφανίζει κλινικά σημεία ή συμπτώματα τοξικότητας, θα πρέπει να παρακολουθεί τα επίπεδα της φαινυτοΐνης.
Μια φαρμακοκινητική μελέτη αλληλεπίδρασης σε ασθενείς με επιληψία υπέδειξε ότι η προσθήκη τοπιραμάτης στη λαμοτριγίνη δεν είχε καμία επίδραση στη συγκέντρωση της λαμοτριγίνης στη σταθεροποιημένη κατάσταση με δόσεις τοπιραμάτης 100 έως 400 mg/ημέρα. Επίσης, δεν υπήρξε μεταβολή στη συγκέντρωση της τοπιραμάτης στο πλάσμα στη σταθεροποιημένη κατάσταση κατά τη διάρκεια ή μετά την απομάκρυνση της θεραπείας με λαμοτριγίνη (μέση δόση 327 mg/ημέρα).
Η τοπιραμάτη αναστέλλει το ένζυμο CYP2C19 και μπορεί να παρεμποδίζει άλλες ουσίες οι οποίες μεταβολίζονται μέσω αυτού του ενζύμου (π.χ., διαζεπάμη, ιμιπραμίνη, μοκλοβεμίδη, proguanil, ομεπραζόλη).
Επιδράσεις των άλλων αντιεπιληπτικών φαρμακευτικών προϊόντων στ ην τοπιραμάτη
Η φαινυτοΐνη και η καρβαμαζεπίνη μειώνουν τις συγκεντρώσεις της τοπιραμάτης στο πλάσμα. Η προσθήκη ή απόσυρση της φαινυτοΐνης ή της καρβαμαζεπίνης στη θεραπεία με τοπιραμάτη είναι δυνατό να απαιτεί τη ρύθμιση της δόσης του τελευταίου. Αυτό θα πρέπει να γίνει με τιτλοδότηση της θεραπείας μέχρι την εμφάνιση κλινικού αποτελέσματος. Η προσθήκη ή απόσυρση του βαλπροϊκού οξέος δεν προκαλεί κλινικά σημαντικές αλλαγές στις συγκεντρώσεις της τοπιραμάτης στο πλάσμα και, επομένως, δεν εγγυάται τη ρύθμιση της δοσολογίας της τοπιραμάτης. Τα αποτελέσματα αυτών των αλληλεπιδράσεων συνοψίζονται στον ακόλουθο πίνακα:
| Συγχορηγούμενα ΑΕΦ | Συγκέντρωση ΑΕΦ | Συγκέντρωση Τοπιραμάτης |
|---|---|---|
| Φαινυτοΐνη | ↔** | ↓ |
| Καρβαμαζεπίνη (CBZ) | ↔ | ↓ |
| Βαλπροϊκό οξύ | ↔ | ↔ |
| Λαμοτριγίνη | ↔ | ↔ |
| Φαινοβαρβιτάλη | ↔ | ΔΜ |
| Πριμιδόνη | ↔ | ΔΜ |
↔ = Καμία επίδραση στη συγκέντρωση του πλάσματος (≤ 15% μεταβολή) ** = Οι συγκεντρώσεις στο πλάσμα αυξάνουν σε μεμονωμένους ασθενείς ↓ = Μείωση των συγκεντρώσεων στο πλάσμα ΔΜ = Δεν μελετήθηκε ΑΕΦ = αντιεπιληπτικό φάρμακο
Άλλες αλληλεπιδράσεις φαρμακευτικού προϊόντος
Διγοξίνη
Σε μία μελέτη μίας δόσης, η περιοχή της διγοξίνης ορού κάτω από την καμπύλη συγκέντρωσης του πλάσματος (AUC) μειώθηκε κατά 12%, λόγω ταυτόχρονης χορήγησης της τοπιραμάτης. Η κλινική σημασία αυτής της παρατήρησης δεν έχει ακόμα διευκρινισθεί. Κατά την προσθήκη ή απομάκρυνση της τοπιραμάτης, σε ασθενείς που λαμβάνουν θεραπεία με διγοξίνη, θα πρέπει να δίνεται ιδιαίτερη προσοχή στο συνήθη έλεγχο της διγοξίνης ορού.
Κατασταλτικά του ΚΝΣ
Η ταυτόχρονη χορήγηση της τοπιραμάτης και αλκοόλ ή άλλων φαρμακευτικών προϊόντων κατασταλτικών του ΚΝΣ δεν έχει εκτιμηθεί σε κλινικές μελέτες. Συνιστάται η μη ταυτόχρονη χρήση της τοπιραμάτης με αλκοόλ ή άλλα φαρμακευτικά προϊόντα κατασταλτικά του ΚΝΣ.
Υπερικό/ Βαλσαμόχορτο St John’s Wort (Hypericum perforatum)
Με ταυτόχρονη χορήγηση τοπιραμάτης και υπερικού/ βαλσαμόχορτου St John’s Wort μπορεί να παρατηρηθεί ένας κίνδυνος μειωμένων συγκεντρώσεων του πλάσματος που έχει ως αποτέλεσμα την απώλεια της αποτελεσματικότητας. Δεν υπάρχουν κλινικές μελέτες που αξιολογούν αυτήν την πιθανή αλληλεπίδραση.
Από του στόματος χορηγούμενα αντισυλληπτικά
Σε μία φαρμακοκινητική μελέτη αλληλεπίδρασης σε υγιείς εθελοντές με ταυτόχρονη χορήγηση συνδυασμένου από του στόματος αντισυλληπτικού ιδιοσκευάσματος που περιείχε 1 mg νορεθινδρόνης (NET) και 35 μg αιθινυλοιστραδιόλης (ΕΕ), η τοπιραμάτη χορηγούμενη απουσία άλλων φαρμάκων σε δόσεις των 50 έως 200 mg/ημέρα, δεν συσχετίστηκε με στατιστικά σημαντικές αλλαγές στη μέση έκθεση (AUC) σε κάθε ένα από τα συστατικά του από του στόματος χορηγούμενου αντισυλληπτικού. Σε μία άλλη μελέτη, η έκθεση στην ΕΕ ήταν στατιστικά σημαντικά μειωμένη σε δόσεις των 200, 400 και 800 mg/ημέρα (18%, 21% και 30%, αντιστοίχως) όταν χορηγήθηκε ως συμπληρωματική θεραπεία σε επιληπτικούς ασθενείς που λάμβαναν βαλπροϊκό οξύ. Και στις δύο μελέτες, η τοπιραμάτη (50-200 mg/ημέρα σε υγιείς εθελοντές και 200-800 mg/ημέρα σε επιληπτικούς ασθενείς) δεν επέδρασε σημαντικά στην έκθεση στη ΝΕΤ. Παρόλο που υπήρχε μια δοσοεξαρτώμενη ελάττωση στην έκθεση στην ΕΕ για δόσεις μεταξύ 200-800mg/ημέρα (σε επιληπτικούς ασθενείς), δεν υπήρξε σημαντική δοσοεξαρτώμενη αλλαγή στην έκθεση στην ΕΕ για δόσεις των των 50-200mg/ημέρα (σε υγιείς εθελοντές). Η κλινική σημαντικότητα των αλλαγών που παρατηρήθηκαν δεν είναι γνωστή. Η πιθανότητα μειωμένης αντισυλληπτικής αποτελεσματικότητας και αυξημένης αιμορραγίας εκ διαφυγής θα πρέπει να ληφθεί υπ’ όψη σε ασθενείς που λαμβάνουν συνδυασμένη θεραπεία από του στόματος χορηγούμενων αντισυλληπτικών με τοπιραμάτη. Οι ασθενείς που λαμβάνουν αντισυλληπτικά που περιέχουν οιστρογόνα, θα πρέπει να ερωτώνται για να αναφέρουν οποιαδήποτε αλλαγή στο τύπο αιμορραγίας τους. Η αντισυλληπτική αποτελεσματικότητα μπορεί να μειωθεί ακόμα και σε απουσία αιμορραγίας εκ διαφυγής.
Λίθιο
Σε υγιείς εθελοντές, παρατηρήθηκε μείωση (18% για την AUC) στη συστηματική έκθεση για το λίθιο κατά τη διάρκεια της ταυτόχρονης χορήγησης με τοπιραμάτη 200 mg/ημέρα. Σε ασθενείς με διπολική διαταραχή, οι φαρμακοκινητικές ιδιότητες του λιθίου δεν επηρεάστηκαν κατά τη διάρκεια θεραπείας με τοπιραμάτη σε δόσεις των 200 mg/ημέρα. Παρόλα αυτά, παρατηρήθηκε αύξηση στη συστηματική έκθεση (26% για την AUC) μετά από δόσεις τοπιραμάτης έως και 600 mg/ημέρα. Τα επίπεδα του λιθίου θα πρέπει να παρακολουθούνται κατά τη συγχορήγηση με τοπιραμάτη.
Ρισπεριδόνη
Μελέτες αλληλεπίδρασης φαρμάκου- φαρμάκου, οι οποίες πραγματοποιήθηκαν υπό συνθήκες χορήγησης εφάπαξ δόσης σε υγιείς εθελοντές και πολλαπλών δόσεων σε ασθενείς με διπολική διαταραχή οδήγησαν σε παρόμοια αποτελέσματα. Όταν χορηγήθηκε ταυτόχρονα με την τοπιραμάτη σε κλιμακούμενες δόσεις των 100, 250 και 400 mg/ημέρα, εμφανίστηκε μείωση στη συστηματική έκθεση στη ρισπεριδόνη (χορηγούμενη σε δόσεις που ποικίλουν από 1 έως 6 mg/ημέρα) (16% και 33% για την AUC σταθεροποιημένης κατάστασης σε δόσεις των 250 και 400 mg/ημέρα, αντιστοίχως). Παρόλα αυτά, οι διαφορές στην AUC για την ολική ενεργή ποσότητα μεταξύ της θεραπείας μόνο με ρισπεριδόνη και της συνδυαστικής θεραπείας με τοπιραμάτη δεν ήταν στατιστικά σημαντικές. Παρατηρήθηκαν ελάχιστες τροποποιήσεις στις φαρμακοκινητικές ιδιότητες του συνολικού ενεργού τμήματος (ρισπεριδόνη συν 9-υδροξυρισπεριδόνη) και καμία τροποποίηση στην 9- υδροξυρισπεριδόνη. Δεν υπήρξαν σημαντικές αλλαγές στη συστηματική έκθεση του συνολικού ενεργού τμήματος της ρισπεριδόνης ή στην τοπιραμάτη. Όταν η τοπιραμάτη προστέθηκε σε ήδη υπάρχουσα θεραπεία με ρισπεριδόνη (1-6 mg/ημέρα), οι ανεπιθύμητες ενέργειες που αναφέρθηκαν ήταν συχνότερες σε σχέση με τις ανεπιθύμητες ενέργειες πριν την εισαγωγή της τοπιραμάτης (250- 400 mg/ημέρα) (90% και 54% αντίστοιχα). Οι πιο συχνά αναφερόμενες ανεπιθύμητες ενέργειες μετά την προσθήκη της τοπιραμάτης στη θεραπεία με ρισπεριδόνη ήταν: υπνηλία (27% και 12%), παραισθησία (22% και 0%) και ναυτία (18% και 9% αντίστοιχα).
Υδροχλωροθειαζίδη (HCTZ)
Μια μελέτη αλληλεπίδρασης μεταξύ φαρμάκων που έγινε σε υγιείς εθελοντές αξιολόγησε τη φαρμακοκινητική της HCTZ σε σταθεροποιημένη κατάσταση (25 mg q24h) και της τοπιραμάτης (19 mg q12h), χορηγούμενες χωριστά και ταυτόχρονα. Τα αποτελέσματα αυτής της μελέτης υποδεικνύουν ότι η C max της τοπιραμάτης αυξήθηκε κατά 27% και η AUC της τοπιραμάτης αυξήθηκε κατά 29%, όταν η HCTZ προστέθηκε στην τοπιραμάτη. Η κλινική σημασία αυτής της μεταβολής δεν είναι γνωστή. Η προσθήκη της HCTZ στη θεραπεία με τοπιραμάτη μπορεί να απαιτεί προσαρμογή της δόσης της τοπιραμάτης. Η φαρμακοκινητική της HCTZ σε σταθεροποιημένη κατάσταση δεν επηρεάστηκε σημαντικά από την ταυτόχρονη χορήγηση τοπιραμάτης. Τα κλινικά εργαστηριακά αποτελέσματα υπέδειξαν μειώσεις στο κάλιο του ορού μετά από χορήγηση τοπιραμάτης ή HCTZ, οι οποίες ήταν μεγαλύτερες όταν η HCTZ και η τοπιραμάτη χορηγήθηκαν σε συνδυασμό.
Μετφορμίνη
Μια μελέτη αλληλεπίδρασης μεταξύ φαρμάκων που έγινε σε υγιείς εθελοντές αξιολόγησε τη φαρμακοκινητική της μετφορμίνης και της τοπιραμάτης σε σταθεροποιημένη κατάσταση στο πλάσμα κατά τη χορήγηση μόνο μετφορμίνης και κατά την ταυτόχρονη χορήγηση μετφορμίνης και τοπιραμάτης. Τα αποτελέσματα αυτής της μελέτης υπέδειξαν ότι η μέση C max και η μέση AUC 0-12h της μετφορμίνης αυξήθηκαν κατά 18% και 25% αντίστοιχα, ενώ η μέση CL/F μειώθηκε κατά 20% όταν η μετφορμίνη χορηγήθηκε ταυτόχρονα με την τοπιραμάτη. Η τοπιραμάτη δεν επηρέασε το t max της μετφορμίνης. Η κλινική σημασία αυτής της επίδρασης της τοπιραμάτης στη φαρμακοκινητική της μετφορμίνης δεν είναι σαφής. Η κάθαρση της από του στόματος τοπιραμάτης στο πλάσμα φαίνεται να είναι μειωμένη όταν χορηγείται μαζί με τη μετφορμίνη. Η έκταση της αλλαγής στην κάθαρση δεν είναι γνωστή. Η κλινική σημασία αυτής της επίδρασης της μετφορμίνης στη φαρμακοκινητική της τοπιραμάτης δεν είναι σαφής. Κατά την προσθήκη ή απόσυρση της τοπιραμάτης σε ασθενείς που λαμβάνουν θεραπεία με μετφορμίνη, θα πρέπει να δίνεται ιδιαίτερη προσοχή στην τακτική παρακολούθηση για τον ικανοποιητικό έλεγχο της διαβητικής τους κατάστασης.
Πιογλιταζόνη
Μια μελέτη αλληλεπίδρασης μεταξύ φαρμάκων που έγινε σε υγιείς εθελοντές αξιολόγησε τη φαρμακοκινητική της τοπιραμάτης και της πιογλιταζόνης σε σταθεροποιημένη κατάσταση, χορηγούμενες χωριστά και ταυτόχρονα. Παρατηρήθηκε μια μείωση κατά 15% στην AUC τ,ss της πιογλιταζόνης χωρίς μεταβολή στη C max,ss . Αυτό το εύρημα δεν ήταν στατιστικά σημαντικό. Επίσης, παρατηρήθηκε μια μείωση κατά 13% και 16% στις C max,ss και AUC τ,ss αντιστοίχως, του ενεργού υδρόξυ-μεταβολίτη, όπως επίσης και μια μείωση κατά 60% στη C max,ss και AUC τ,ss του ενεργού κετο- μεταβολίτη. Η κλινική σημασία αυτών των ευρημάτων δεν είναι γνωστή. Κατά την προσθήκη της τοπιραμάτης σε θεραπεία με πιογλιταζόνη ή κατά την προσθήκη πιογλιταζόνης στη θεραπεία με την τοπιραμάτη, θα πρέπει να δίνεται ιδιαίτερη προσοχή στην τακτική παρακολούθηση για τον ικανοποιητικό έλεγχο της διαβητικής κατάστασης των ασθενών.
Γλιβουρίδη
Μια μελέτη αλληλεπίδρασης μεταξύ φαρμάκων, η οποία πραγματοποιήθηκε σε ασθενείς με διαβήτη τύπου 2 αξιολόγησε τις φαρμακοκινητικές ιδιότητες της γλιβουρίδης σε σταθεροποιημένη κατάσταση (5 mg/ημέρα) ως μονοθεραπεία, και ταυτόχρονα με την τοπιραμάτη (150 mg/ημέρα). Υπήρξε μείωση 25% στην AUC της γλιβουρίδης κατά τη διάρκεια χορήγησης της τοπιραμάτης. Η συστηματική έκθεση των ενεργών μεταβολιτών, 4-trans-hydroxy-glyburide (M1) και 3-cis-hydroxyglyburide (M2), μειώθηκε επίσης κατά 13% και 15%, αντιστοίχως. Οι φαρμακοκινητικές ιδιότητες της τοπιραμάτης σε σταθεροποιημένη κατάσταση δεν επηρεάστηκαν από την ταυτόχρονη χορήγηση της γλιβουρίδης. Κατά την προσθήκη της τοπιραμάτης στη θεραπεία με γλιβουρίδη ή κατά την προσθήκη γλιβουρίδης στη θεραπεία με τοπιραμάτη, θα πρέπει να δίνεται ιδιαίτερη προσοχή στην τακτική παρακολούθηση των ασθενών για ικανοποιητικό έλεγχο της διαβητικής τους κατάστασης.
Άλλες μορφές αλληλεπιδράσεων
Παράγοντες προδιάθεσης στη νεφρολιθίαση
Η τοπιραμάτη, όταν χρησιμοποιείται ταυτόχρονα με άλλους παράγοντες προδιάθεσης στη νεφρολιθίαση, μπορεί να αυξήσει τον κίνδυνο νεφρολιθίασης. Κατά τη διάρκεια χρήσης της τοπιραμάτης, παράγοντες σαν αυτούς θα πρέπει να αποφεύγονται καθώς μπορεί να δημιουργήσουν ένα φυσιολογικό περιβάλλον, το οποίο αυξάνει τον κίνδυνο σχηματισμού λίθων στα νεφρά.
Βαλπροϊκό οξύ
Η ταυτόχρονη χορήγηση τοπιραμάτης και βαλπροϊκού οξέος έχει συσχετιστεί με υπεραμμωνιαιμία με ή χωρίς εγκεφαλοπάθεια σε ασθενείς που έχουν δείξει ανοχή σε κάθε ένα από τα φαρμακευτικά προϊόντα ως μονοθεραπεία. Στις περισσότερες περιπτώσεις, τα συμπτώματα και τα σημεία υποχώρησαν με τη διακοπή κάθε ενός φαρμακευτικού προϊόντος. Αυτή η ανεπιθύμητη αντίδραση δεν οφείλεται σε φαρμακοκινητική αλληλεπίδραση. Δεν έχει τεκμηριωθεί συσχέτιση της υπεραμμωνιαιμίας με την τοπιραμάτη ως μονοθεραπεία ή ως ταυτόχρονη θεραπεία με άλλα αντι- επιληπτικά.
Υποθερμία, η οποία ορίζεται ως μια ακούσια πτώση της θερμοκρασίας του σώματος σε < 35°C, έχει αναφερθεί σε σχέση με την ταυτόχρονη χρήση τοπιραμάτης και βαλπροϊκού οξέος (VPA) τόσο σε συνδυασμό με υπεραμμωναιμία και ελλείψει υπεραμμωναιμίας. Αυτή η ανεπιθύμητη ενέργεια σε ασθενείς που χρησιμοποιούν ταυτόχρονα τοπιραμάτη και βαλπροϊκό μπορεί να συμβεί μετά την έναρξη της θεραπείας με τοπιραμάτη ή μετά την αύξηση της ημερήσιας δόσης της τοπιραμάτης.
Πρόσθετες φαρμακοκινητικές μελέτες αλληλεπίδρασης μεταξύ φαρμάκων
Έχουν πραγματοποιηθεί κλινικές μελέτες για να εκτιμηθεί η πιθανή φαρμακοκινητική αλληλεπίδραση μεταξύ της τοπιραμάτης και άλλων παραγόντων. Οι μεταβολές στη C max ή την AUC ως αποτέλεσμα των αλληλεπιδράσεων συνοψίζονται παρακάτω. Η δεύτερη στήλη (συγκέντρωση συγχορηγούμενου φαρμάκου) περιγράφει τι συμβαίνει στη συγκέντρωση του συγχορηγούμενου φαρμάκου που αναφέρεται στην πρώτη στήλη όταν προστίθεται η τοπιραμάτη. Η τρίτη στήλη (συγκέντρωση τοπιραμάτης) περιγράφει πως η συγχορήγηση του φαρμάκου που αναφέρεται στην πρώτη στήλη τροποποιεί τη συγκέντρωση της τοπιραμάτης.
Περίληψη των αποτελεσμάτων από τις πρόσθετες κλινικές φαρμακοκινητικές μελέτες αλληλεπίδρασης μεταξύ φαρμάκων
| Συγχορηγούμενο φάρμακο | Συγκέντρωση συγχορηγούμενου φαρμάκου a | Συγκέντρωση τοπιραμάτης
| a | ||
|---|---|---|
| Αμιτριπτυλίνη | ↔ | 20% αύξηση στη C |
| max | ||
| και | ||
| AUC του μεταβολίτη | ||
| νορτριπτιλίνη | ΔΜ | |
| Διϋδροεργοταμίνη (από του | ||
| στόματος και υποδόρια) | ↔ | ↔ |
| Αλοπεριδόλη | ↔ | 31% αύξηση στην AUC του |
| μειωμένου μεταβολίτη | ΔΜ | |
| Προπανολόλη | ↔ | 17% αύξηση στη C |
| max | ||
| της | ||
| 4-OH προπανολόλης | ||
| (τοπιραμάτη 50 mg q12h) | ||
| 9% και 16% αύξηση στη C | ||
| max | ||
| , | ||
| 9% και 17% αύξηση στην AUC | ||
| (40 και 80 mg προπανολόλη | ||
| q12h αντίστοιχα) | ||
| Σουματριπτάνη (από του | ||
| στόματος και υποδόρια) | ↔ | ΔΜ |
| Πιζοτιφένιο | ↔ | ↔ |
| Διλτιαζέμη | 25% μείωση στην AUC της | |
| διλτιαζέμης και 18% μείωση | ||
| στη DEA και ↔ για DEM* | ||
| 20% αύξηση στην AUC | ||
| Βενλαφαξίνη | ↔ | ↔ |
| Φλουναριζίνη | 16% αύξηση στην AUC (TPM | |
| 50 mg q12h) | ||
| b | ↔ |
a % οι τιμές υποδεικνύουν τις μεταβολές της μέσης C max ή AUC κατά τη διάρκεια της θεραπείας σε σχέση με τη μονοθεραπεία ↔ = Καμία επίδραση στη C max και AUC (≤ 15% μεταβολή) της μητρικής ουσίας ΔΜ = Δεν μελετήθηκε *DEA = des-acetyl diltiazem, DEM = N-demethyl diltiazem b Η AUC της φλουναριζίνης αυξήθηκε κατά 14% στους ασθενείς που έλαβαν μόνο φλουναριζίνη. Η αύξηση στην έκθεση μπορεί να αποδοθεί στη συγκέντρωση κατά την επίτευξη σταθερής κατάστασης.
sick
Ανεπιθύμητες ενέργειες
SPC-TOPIRAMATE
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
Η ασφάλεια της τοπιραμάτης αξιολογήθηκε από μια βάση δεδομένων κλινικών μελετών, η οποία αποτελείται από 4.111 ασθενείς (3.182 σε τοπιραμάτη και 929 σε εικονικό φάρμακο), οι οποίοι συμμετείχαν σε 20 διπλά τυφλές μελέτες και 2.847 ασθενείς, οι οποίοι συμμετείχαν σε 34 μελέτες ανοιχτού σχεδιασμού, αντιστοίχως, για την τοπιραμάτη ως συμπληρωματική θεραπεία των πρωτευόντων γενικευμένων τονικο-κλονικών κρίσεων, των κρίσεων εστιακής επιληψίας, των κρίσεων που σχετίζονται με το σύνδρομο Lennox-Gastaut, τη μονοθεραπεία για τη νέα ή πρόσφατα διαγνωσμένη επιληψία ή την προφύλαξη από την ημικρανία. Η πλειοψηφία των ΑΕ ήταν ήπια έως μέτρια σε σοβαρότητα. Οι ΑΕ που εντοπίστηκαν στις κλινικές μελέτες και κατά τη διάρκεια της εμπειρίας μετά από την κυκλοφορία (όπως υποδεικνύεται από το «*») αναφέρονται με βάση τη συχνότητά τους στις κλινικές μελέτες στον Πίνακα 1. Οι συχνότητες που έχουν καθοριστεί είναι οι εξής:
- Πολύ συχνές ≥1/10
- Συχνές ≥1/100 έως <1/10
- Όχι συχνές ≥1/1.000 έως <1/100
- Σπάνιες ≥1/10.000 έως <1/1.000
- Άγνωστης συχνότητας δεν μπορεί να εκτιμηθεί από τα διαθέσιμα δεδομένα
Οι περισσότερο συχνές ΑΕ (αυτές που εμφάνιζαν συχνότητα >5% και μεγαλύτερη από αυτή που παρατηρήθηκε στο εικονικό φάρμακο σε τουλάχιστον 1 ένδειξη σε διπλά τυφλές ελεγχόμενες μελέτες με τοπιραμάτη) περιλαμβάνουν: ανορεξία, μειωμένη όρεξη, βραδυφρενία, κατάθλιψη, διαταραχή της γλωσσικής έκφρασης, αϋπνία, μη φυσιολογικό συντονισμό, διαταραχή στην προσοχή, ζάλη, δυσαρθρία, δυσγευσία, υποαισθησία, λήθαργο, επηρεασμένη μνήμη, νυσταγμό, παραισθησία, υπνηλία, τρόμο, διπλωπία, θολή όραση, διάρροια, ναυτία, κόπωση, ευερεθιστότητα και μειωμένο σωματικό βάρος.
Παιδιατρικός πληθυσμός
Οι ΑΕ που αναφέρθηκαν συχνότερα (≥2πλάσιο) σε παιδιά απ’ ότι σε ενήλικες σε διπλά τυφλές ελεγχόμενες μελέτες περιλαμβάνουν:
- μειωμένη όρεξη,
- αυξημένη όρεξη,
- υπερχλωραιμική οξέωση,
- υποκαλιαιμία,
- μη φυσιολογική συμπεριφορά,
- επιθετικότητα,
- απάθεια,
- αρχική αϋπνία,
- αυτοκτονικό ιδεασμό,
- διαταραχή στην προσοχή,
- λήθαργο,
- διαταραχή του κιρκαδιανού ρυθμού του ύπνου,
- κακή ποιότητα ύπνου,
- αυξημένη δακρύρροια,
- φλεβοκομβική βραδυκαρδία,
- αίσθημα ασθένειας και
- ενόχληση στη βάδιση.
Οι ΑΕ που αναφέρθηκαν σε παιδιά αλλά όχι σε ενήλικες σε διπλά τυφλές ελεγχόμενες μελέτες περιλαμβάνουν:
- ηωσινοφιλία,
- ψυχοκινητική υπερδραστηριότητα,
- ίλιγγο,
- εμετό,
- υπερθερμία,
- πυρεξία, και
- ανικανότητα μάθησης.
Πίνακας 1: Ανεπιθύμητες Αντιδράσεις Φαρμάκου της Τοπιραμάτης
| Κατηγορία/Οργανι
| κό Σύστημα | Πολύ συχνές | Συχνές | Όχι συχνές | Σπάνιες | Μη γνωστές |
|---|---|---|---|---|---|
| Λοιμώξεις και | |||||
| παρασιτώσεις | Ρινοφαρυγγίτιδα * | ||||
| Διαταραχές του | |||||
| αιμοποιητικού και | |||||
| του λεμφικού | |||||
| συστήματος | Αναιμία | Λευκοπενία, | |||
| θρομβοπενία, | |||||
| λεμφαδενοπάθεια | |||||
| , ηωσινοφιλία | Ουδετεροπενία* | ||||
| Διαταραχές του | |||||
| ανοσοποιητικού | |||||
| συστήματος | Υπερευαισθησία | Αλλεργικό | |||
| οίδημα *, | |||||
| οίδημα του | |||||
| επιπεφυκότα |
-
| | | | Διαταραχές του μεταβολισμού και της θρέψης | Ανορεξία, μειωμένη όρεξη | Μεταβολική οξέωση, υποκαλιαιμία, αυξημένη όρεξη, πολυδιψία | Υπερχλωραιμική οξέωση | | | | Ψυχιατρικές διαταραχές | | Κατάθλιψη | Βραδυφρενία, αϋπνία, διαταραχή γλωσσικής εκφράσεως, άγχος, συγχυτική κατάσταση, αποπροσανα- τολισμός, επιθετικότητα, μεταβολή διάθεσης, διέγερση, διακυμάνσεις της συναισθηματική ς διάθεσης, καταθλιπτική διάθεση, οργή, μη φυσιολογική συμπεριφορά | Ιδεασμός αυτοκτονίας, απόπειρα αυτοκτονίας, ψευδαίσθηση, ψυχωσική διαταραχή, ακουστική ψευδαίσθηση, οπτική ψευδαίσθηση, απάθεια, απουσία αυθόρμητου λόγου, διαταραχή ύπνου, επίδραση στην ευστάθεια, γενετήσια ορμή μειωμένη, ανησυχία, κλάμα, δυσφημία, ευφορική συναισθηματική διάθεση, παράνοια, εμμονή, προσβολή πανικού, εύκολο κλάμα, διαταραχή διαβάσματος, αρχική αϋπνία, επίπεδο συναίσθημα, σκέψη μη φυσιολογική, απώλεια της γενετήσιας ορμής, νωθρός, αϋπνία κατά τη μέση του ύπνου, εύκολη διάσπαση προσοχής, πολύ πρωινή αφύπνιση, αντίδραση πανικού, εξηρμένη συναισθηματική διάθεση | Μανία, διαταραχή πανικού, αίσθημα απελπισίας*, υπομανία | | Διαταραχές του νευρικού συστήματος | Παραισθησία, υπνηλία, ζάλη | Διαταραχή στην προσοχή, επηρεασμένη μνήμη, αμνησία, νοητική διαταραχή, επηρεασμένη διανοητική κατάσταση, επηρεασμένες ψυχοκινητικές ικανότητες, σπασμός, μη φυσιολογικός συντονισμός, τρόμος, λήθαργος, υποαισθησία, νυσταγμός, δυσγευσία, διαταραχή της ισορροπίας, δυσαρθρία, τρόμος κατά τις εκούσιες κινήσεις, καταστολή | Επηρεασμένο επίπεδο συνείδησης, σπασμός γενικευμένης επιληψίας, έλλειμμα στα οπτικά πεδία, σύνθετες εστιακές επιληπτικές κρίσεις, διαταραχή λόγου, ψυχοκινητική υπερδραστηρι- ότητα, συγκοπή, διαταραχή αισθητικότητας, ακουσία εκροή σιέλου από το στόμα, υπερβολικός ύπνος, αφασία, επαναλαμβανόμε νη ομιλία, υποκινησία, δυσκινησία, ζάλη θέσης, πτωχή ποιότητα ύπνου, αίσθηση εγκαύματος, απώλεια αισθητικότητας, παροσμία, παρεγκεφαλιδικό σύνδρομο, δυσαισθησία, υπογευσία, λήθαργος, αδεξιότητα, αύρα, αγευσία, δυσγραφία, δυσφασία, περιφερική νευροπάθεια, προσυγκοπή, δυστονία, μυρμηκίαση | Απραξία, διαταραχή του κιρκαδιανού ρυθμού του ύπνου, υπεραισθησία, υποσμία, ανοσμία, ιδιοπαθής τρόμος, ακινησία, μη απόκριση σε ερεθίσματα | | Οφθαλμικές διαταραχές | Όραση θαμπή, διπλωπία, οπτική διαταραχή | Οπτική οξύτητα μειωμένη, σκότωμα, μυωπία*, μη φυσιολογικό αίσθημα στον οφθαλμό*, ξηροφθαλμία, φωτοφοβία, βλεφαρόσπασμος, δακρύρροια αυξημένη, φωτοψία, μυδρίαση, πρεσβυωπία | Ετερόπλευρη τύφλωση, παροδική τύφλωση, γλαύκωμα, διαταραχή της προσαρμογής, διαταραγμένη αντίληψη του οπτικού βάθους, σκιαστικό σκότωμα, οίδημα βλεφάρου*, νυκταλωπία, αμβλυωπία | Γλαύκωμα κλειστής γωνίας*, ωχροπάθεια*, διαταραχή κινητικότητα ς του οφθαλμού* | | Διαταραχές του ωτός και του λαβυρίνθου | Ίλιγγος, εμβοές, ωταλγία | Κώφωση, κώφωση ετερόπλευρη, κώφωση νευροαισθητήριος , δυσφορία του ωτός, έκπτωση της ακουστικής οξύτητας | | | | Καρδιακές διαταραχές | Βραδυκαρδία, φλεβοκομβική βραδυκαρδία, αίσθημα παλμών | | | | | Αγγειακές διαταραχές | Υπόταση, ορθοστατική υπόταση, έξαψη, εξάψεις | | Φαινόμενο Raynaud | | | Διαταραχές του αναπνευστικού συστήματος, του θώρακα και του μεσοθωρακίου | Δύσπνοια, επίσταξη, ρινική συμφόρηση, ρινόρροια | Δύσπνοια μετά κόπωσης, υπερέκκριση παραρρινίων κόλπων, δυσφωνία | Bήχας | | | | Διαταραχές του γαστρεντερικού συστήματος | Ναυτία, διάρροια | Έμετος, δυσκοιλιότητα, άλγος άνω κοιλιακής χώρας, δυσπεψία, κοιλιακό άλγος, ξηροστομία, δυσφορία του στομάχου, στοματική παραισθησία, γαστρίτιδα, κοιλιακή δυσφορία | Παγκρεατίτιδα, μετεωρισμός, γαστροοισοφαγικ ή παλινδρόμηση, άλγος κάτω κοιλιακής χώρας, υπαισθησία στόματος, ουλορραγία, διάταση της κοιλίας, επιγαστρική δυσφορία, κοιλιακή ευαισθησία, υπερέκκριση σιέλου, άλγος του στόματος, απόπνοια, γλωσσοδυνία | | | | Διαταραχές του ήπατος και των χοληφόρων | | | Ηπατίτιδα, ηπατική ανεπάρκεια | | | | Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού | Αλωπεκία, εξάνθημα, κνησμός | Ανιδρωσία, υπαισθησία του προσώπου, κνίδωση, ερύθημα, γενικευμένος κνησμός, εξάνθημα κηλιδώδες, δυσχρωματισμός δέρματος, αλλεργική δερματίτιδα, οίδημα του προσώπου | Σύνδρομο Stevens- Johnson*, πολύμορφο ερύθημα*, οσμή δέρματος μη φυσιολογική, περικογχικό οίδημα*, εστιασμένη κνίδωση | Τοξική επιδερμική νεκρόλυση* | | | Διαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και του συνδετικού ιστού | Αρθραλγία, μυϊκοί σπασμοί, μυαλγία, μυϊκές δεσμιδώσεις, μυϊκή αδυναμία, μυοσκελετικός πόνος του θώρακα | Διόγκωση άρθρωσης*, μυοσκελετική δυσκαμψία, λαγόνιο άλγος, μυϊκή κόπωση | Δυσφορία άκρου* | | | | Διαταραχές των νεφρών και των ουροφόρων οδών | Νεφρολιθίαση, πολλακιουρία, δυσουρία | Λιθίαση ουροφόρων οδών, ακράτεια ούρων, αιματουρία, ακράτεια, επιτακτική ούρηση, κωλικός νεφρού, άλγος νεφρού | Λιθίαση ουρητήρα, νεφροσωλη- ναριακή οξέωση* | | | | Διαταραχές του αναπαραγωγικού συστήματος και του μαστού | Στυτική δυσλειτουργία, σεξουαλική δυσλειτουργία | | | | | Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης | Κόπωση | Πυρεξία, εξασθένιση, ευερεθιστότητα, διαταραχή του βαδίσματος, αίσθημα μη φυσιολογική, αίσθημα κακουχίας | Υπερθερμία, δίψα, γριππώδης συνδρομή*, νωθρότητα, περιφερική ψυχρότητα, αίσθηση μέθης, αίσθηση εκνευρισμού | Οίδημα προσώπου, ασβέστωση | | | Παρακλινικές εξετάσεις | Σωματικό βάρος μειωμένο | Σωματικό βάρος αυξημένο * | Παρουσία κρυστάλλων στα ούρα, μη φυσιολογική βάδιση σε διαδοχικές εξετάσεις, αριθμός λευκοκυττάρων μειωμένος, αύξηση των ηπατικών ενζύμων | Διττανθρακικά αίματος μειωμένα | | | Κοινωνικές περιστάσεις | Ανικανότητα μάθησης | | | | |
-
ταυτοποιήθηκε ως ΑΕ από αυθόρμητες αναφορές μετά την κυκλοφορία του προϊόντος. Η συχνότητά της υπολογίστηκε με βάση τα δεδομένα κλινικών δοκιμών.
pregnant_woman
Κύηση / γαλουχία
SPC-TOPIRAMATE
expand_more
Κύηση / γαλουχία
Εγκυμοσύνη
Η τοπιραμάτη ήταν τερατογόνος σε ποντίκια, αρουραίους και κουνέλια. Στους αρουραίους, η τοπιραμάτη διαπερνά το φράγμα του πλακούντα. Δεδομένα από το μητρώο κυήσεων του Ηνωμένου Βασιλείου και του μητρώου κυήσεων του North American Antiepileptic Drug (NAAED) υποδεικνύουν ότι τα βρέφη που εκτίθενται σε μονοθεραπεία με τοπιραμάτη κατά το πρώτο τρίμηνο διατρέχουν αυξημένο κίνδυνο συγγενών δυσπλασιών (π.χ., κρανιοπροσωπικά ελλείμματα, όπως λαγώχειλος/λυκόστομα, υποσπαδίας και ανωμαλίες στις οποίες εμπλέκονται διάφορα συστήματα του σώματος). Τα δεδομένα του μητρώου κυήσεων του NAAED για τη μονοθεραπεία με τοπιραμάτη έδειξαν περίπου 3 φορές υψηλότερη συχνότητα εμφάνισης σοβαρών συγγενών δυσπλασιών, σε σύγκριση με μια ομάδα αναφοράς που δε λάμβανε αντιεπιληπτικά φάρμακα. Επιπλέον, υπήρχε υψηλότερος επιπολασμός χαμηλού βάρους γέννησης (<2500 grams) μετά από θεραπεία με τοπιραμάτη σε σχέση με την ομάδα αναφοράς. Επιπλέον, τα δεδομένα υποδεικνύουν ότι, σε σύγκριση με τη μονοθεραπεία, μπορεί να υπάρχει αυξημένος κίνδυνος τερατογόνων επιδράσεων, οι οποίες σχετίζονται με τη χρήση αντιεπιληπτικών φαρμάκων σε συνδυαστική θεραπεία. Σε γυναίκες σε αναπαραγωγική ηλικία συνιστάται η χρήση αποτελεσματικής αντισύλληψης και η εξέταση εναλλακτικών θεραπευτικών επιλογών.
Θηλασμός
Μελέτες σε ζώα έχουν δείξει έκκριση της τοπιραμάτης στο γάλα. Η έκκριση της τοπιραμάτης στο ανθρώπινο γάλα δεν έχει εκτιμηθεί σε ελεγχόμενες μελέτες. Περιορισμένες παρατηρήσεις σε ασθενείς υποδεικνύουν εκτενή έκκριση της τοπιραμάτης στο θηλάζον γάλα. Δεδομένου ότι πολλά φαρμακευτικά προϊόντα εκκρίνονται στο ανθρώπινο γάλα, πρέπει να παρθεί απόφαση για τη συνέχιση ή μη του θηλασμού ή για τη διακοπή/αποχή από τη θεραπεία με τοπιραμάτη λαμβάνοντας υπόψη τη σπουδαιότητα του φαρμακευτικού προϊόντος για τη μητέρα (παράγραφος 4.4).
Ένδειξη Επιληψίας
Κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης, η τοπιραμάτη πρέπει να συνταγογραφείται μετά από πλήρη ενημέρωση της γυναίκας για τους γνωστούς κινδύνους της ανεξέλεγκτης επιληψίας στην εγκυμοσύνη και τους πιθανούς κινδύνους του φαρμακευτικού προϊόντος στο έμβρυο.
Ένδειξη Προφύλαξης της Ημικρανίας
Η τοπιραμάτη αντενδείκνυται στην εγκυμοσύνη και σε γυναίκες που βρίσκονται σε αναπαραγωγική ηλικία εάν δεν χρησιμοποιείται μια αποτελεσματική μέθοδος αντισύλληψης (βλέπε παράγραφο 4.3 και 4.5 Αλληλεπιδράσεις με από του στόματος χορηγούμενα αντισυλληπτικά).
monitor_heart
Φαρμακοδυναμική
SPC-TOPIRAMATE
expand_more
Φαρμακοδυναμική
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: Άλλα αντιεπιληπτικά, παρασκευάσματα κατά της ημικρανίας κωδικός ATC: N03A X11
Η τοπιραμάτη ταξινομείται ως σουλφαματο-μονοσακχαρίτης. Ο ακριβής μηχανισμός σύμφωνα με τον οποίο η τοπιραμάτη ασκεί τις αντιεπιληπτικές επιδράσεις και τις επιδράσεις της για την προφύλαξη από την ημικρανία δεν είναι γνωστός. Ηλεκτροφυσιολογικές και βιοχημικές μελέτες σε καλλιεργημένους νευρώνες έχουν εντοπίσει τρεις ιδιότητες που μπορεί να συμβάλλουν στην αντιεπιληπτική αποτελεσματικότητα της τοπιραμάτης.
Δυναμικά ενέργειας που προκλήθηκαν επανειλημμένα από εμμένουσα αποπόλωση των νευρώνων ανεστάλησαν από την τοπιραμάτη κατά χρονο-εξαρτώμενο τρόπο, δηλωτικό μιας εξαρτώμενης από την κατάσταση δράσης αποκλεισμού του διαύλου του νατρίου. Η τοπιραμάτη αύξησε τη συχνότητα στην οποία η γ-aminobutyrate (GABA) ενεργοποίησε τους υποδοχείς GABA A , και βελτίωσε την ικανότητα των GABA να επάγουν ροή ιόντων του χλωρίου μέσα στους νευρώνες υποδηλώνοντας ότι η τοπιραμάτη ενισχύει τη δραστηριότητα αυτού του ανασταλτικού νευροδιαβιβαστή.
Η επίδραση αυτή δεν εμποδίστηκε από τη φλουμαζενίλη, έναν ανταγωνιστή των βενζοδιαζεπινών, ούτε αύξησε η τοπιραμάτη τη διάρκεια του χρόνου ανοίγματος ενός καναλιού, διαφοροποιώντας την τοπιραμάτη από τα βαρβιτουρικά, τα οποία ρυθμίζουν τους υποδοχείς GABA A .
Καθώς το αντιεπιληπτικό προφίλ της τοπιραμάτης διαφοροποιείται σημαντικά από αυτό των βενζοδιαζεπινών, μπορεί να ρυθμίζει έναν μη ευαίσθητο στις βενζοδιαζεπίνες υποτύπο του υποδοχέα GABA A . Η τοπιραμάτη ανταγωνίστηκε την ικανότητα της καινάτης στην ενεργοποίηση του υποτύπου kainate/AMPA (α -amino-3-hydroxy-5-methylisoxazole-4-propionic acid) του υποδοχέα του διεγερτικού αμινοξέος (γλουταμινικό), αλλά δεν είχε καμία εμφανή επίδραση στη δράση του Nmethyl-D-aspartate (NMDA) στον NMDA υπότυπο υποδοχέα. Αυτές οι επιδράσεις της τοπιραμάτης εξαρτιόνταν από τη συγκέντρωση σε εύρος 1 μM έως 200 μM, με ελάχιστη παρατηρηθείσα δραστηριότητα στα 1 μM έως 10 μM.
Επιπρόσθετα, η τοπιραμάτη αναστέλλει μερικά ισοένζυμα της καρβονικής ανυδράσης. Αυτή η φαρμακολογική επίδραση είναι πολύ ασθενέστερη από αυτή της ακεταζολαμίδης, γνωστού αναστολέα της καρβονικής ανυδράσης, και δεν φαίνεται να συνιστά σημαντικό κομμάτι της αντιεπιληπτικής δράσης της τοπιραμάτης.
Σε μελέτες σε ζώα, η τοπιραμάτη παρουσιάζει αντισπασμωδική δράση σε δοκιμασίες μεγίστης έκλυσης σπασμών με ηλεκτροσόκ σε αρουραίους και ποντικούς και είναι αποτελεσματική σε «επιληπτικά μοντέλα» τρωκτικών, τα οποία περιλαμβάνουν τονικές κρίσεις και κρίσεις τύπου αφαίρεσης στον αυθόρμητα επιληπτικό αρουραίο (SER) και τονικές και κλονικές κρίσεις που προξενούνται στους αρουραίους με διέγερση της αμυγδαλής ή με ολική ισχαιμία. Η τοπιραμάτη είναι μόνο ασθενώς δραστική στην αναστολή κλονικών κρίσεων που προκαλούνται από τον ανταγωνιστή του υποδοχέα GABA A , pentylenetetrazole.
Μελέτες σε ποντίκια που έλαβαν ταυτόχρονη χορήγηση τοπιραμάτης και καρβαμαζεπίνης ή φαινοβαρβιτάλης έδειξαν συνεργική αντιεπιληπτική δράση, ενώ ο συνδυασμός με φαινυτοΐνη έδειξε αθροιστική αντιεπιληπτική δράση. Σε καλά ελεγχόμενες μελέτες προσθήκης, δεν εμφανίστηκε συσχέτιση μεταξύ των συγκεντρώσεων της τοπιραμάτης στο πλάσμα και της κλινικής του αποτελεσματικότητας. Δεν έχουν εμφανιστεί ενδείξεις ανοχής στον άνθρωπο.
Κρίσεις αφαίρεσης
Τα αποτελέσματα δύο μελετών (CAPSS-326 και TOPMAT-ABS-001) σχετικά με κρίσεις αφαίρεσης, έδειξαν ότι η θεραπεία με τοπιραμάτη δεν ελαττώνει την συχνότητα των κρίσεων αφαίρεσης.
biotech
Φαρμακοκινητική
SPC-TOPIRAMATE
expand_more
Φαρμακοκινητική
Το επικαλυμμένο με λεπτό υμένιο δισκίο και το σκληρό καψάκιο είναι βιοϊσοδύναμα σκευάσματα.
Το φαρμακοκινητικό προφίλ της τοπιραμάτης συγκρινόμενο με άλλα αντιεπιληπτικά φάρμακα δείχνει ένα μακρύ χρόνο ημιζωής στο πλάσμα, γραμμική φαρμακοκινητική, επικρατούσα νεφρική κάθαρση, απουσία από σημαντική πρωτεϊνική σύνδεση και έλλειψη από κλινικά σχετικούς ενεργούς μεταβολίτες.
Η τοπιραμάτη δεν είναι ισχυρός επαγωγέας μεταβολιζόμενων από φάρμακο ενζύμων, μπορεί να χορηγηθεί ανεξάρτητα από τα γεύματα και δεν είναι απαραίτητη η τακτική παρακολούθηση των συγκεντρώσεων της τοπιραμάτης στο πλάσμα. Στις κλινικές μελέτες, δεν υπήρξε σαφής συσχέτιση μεταξύ των συγκεντρώσεων στο πλάσμα και της αποτελεσματικότητας ή των ανεπιθύμητων ενεργειών.
Απορρόφηση
Η απορρόφηση της τοπιραμάτης είναι καλή και ταχεία. Μετά από του στόματος χορήγηση 100 mg τοπιραμάτης σε υγιή άτομα, επιτεύχθηκε μέση ανώτερη συγκέντρωση στο πλάσμα (C max ) 1,5 μg/ml μέσα σε 2 έως 3 ώρες (T max ).
Με βάση την ανάκτηση της ραδιενέργειας από τα ούρα, το μέσο ποσοστό απορρόφησης μιας δόσης από 100 mg C- τοπιραμάτη ήταν τουλάχιστον 81%. Δεν παρατηρείται κλινικά σημαντική επίδραση της τροφής στη βιοδιαθεσιμότητα της τοπιραμάτης.
Κατανομή
Γενικά, το 13 έως 17% της τοπιραμάτης δεσμεύεται στην πρωτεΐνη του πλάσματος. Έχει παρατηρηθεί σημείο δέσμευσης μικρής ικανότητας για την τοπιραμάτη στα/πάνω στα ερυθροκύτταρα με κορεσμό πάνω από συγκεντρώσεις πλάσματος των 4 μg/ml. Ο όγκος της κατανομής ποικίλει αντίστροφα με τη δόση. Ο μέσος φαινόμενος όγκος κατανομής ήταν 0,80 έως 0,55 l/kg για απλές δόσεις εύρους από 100 έως 1200 mg. Εντοπίστηκε επίδραση του γένους στον όγκο κατανομής, με τις τιμές για τις γυναίκες να είναι περίπου 50% των αντίστοιχων για τους άνδρες. Αυτό αποδόθηκε στο μεγαλύτερο ποσοστό σωματικού λίπους στις γυναίκες ασθενείς και δεν έχει κλινικές συνέπειες.
Βιομετασχηματισμός
Η τοπιραμάτη δεν μεταβολίζεται εκτενώς (~ 20%) σε υγιείς εθελοντές. Μεταβολίζεται σε ποσοστό μέχρι 50% σε ασθενείς στους οποίους συγχορηγείται αντιεπιληπτική θεραπεία με γνωστούς επαγωγείς ενζύμων, οι οποίοι εμπλέκονται στο μεταβολισμό των φαρμάκων. Έξι μεταβολίτες, οι οποίοι σχηματίστηκαν μέσω υδροξυλίωσης, υδρόλυσης και γλυκουρονιδοποίησης έχουν απομονωθεί, χαρακτηριστεί και αναγνωριστεί από το πλάσμα, τα ούρα και τα κόπρανα των ανθρώπων. Ο κάθε μεταβολίτης αναπαριστά λιγότερο από το 3% της συνολικής ραδιενέργειας που εκκρίνεται μετά από τη χορήγηση C- τοπιραμάτη. Εξετάσθηκαν δύο μεταβολίτες, οι οποίοι διατήρησαν το μεγαλύτερο τμήμα της δομής της τοπιραμάτης, και βρέθηκε ότι έχουν μικρή ή καθόλου αντισπασμωδική δράση.
Απέκκριση
Στους ανθρώπους, η κύρια οδός απέκκρισης της αμετάβλητης τοπιραμάτης και των μεταβολιτών της είναι μέσω των νεφρών (τουλάχιστον 81% της δόσης). Το 66% περίπου μιας δόσης C- τοπιραμάτη εκκρίθηκε αμετάβλητο στα ούρα σε διάστημα τεσσάρων ημερών. Μετά από δοσολόγηση δις ημερησίως με 50 mg και 100 mg τοπιραμάτης, η μέση νεφρική κάθαρση ήταν περίπου 18 ml/min και 17 ml/min, αντιστοίχως. Υπάρχουν ενδείξεις νεφρικής σωληναριακής επαναρρόφησης της τοπιραμάτης. Αυτό υποστηρίχθηκε από μελέτες σε αρουραίους όπου η τοπιραμάτη συγχορηγήθηκε με προβενεσίδη και παρατηρήθηκε σημαντική αύξηση στη νεφρική κάθαρση της τοπιραμάτης. Συνολικά, η κάθαρση στο πλάσμα είναι περίπου 20 έως 30 ml/min στους ανθρώπους μετά από χορήγηση από του στόματος.
Η τοπιραμάτη παρουσιάζει χαμηλή μεταβλητότητα στις συγκεντρώσεις του πλάσματος μεταξύ των διαφόρων ατόμων, και έχει, επομένως, προβλέψιμη φαρμακοκινητική. Η φαρμακοκινητική της τοπιραμάτης είναι γραμμική με κάθαρση πλάσματος σταθερή και την περιοχή κάτω από την καμπύλη συγκέντρωσης στο πλάσμα να αυξάνει κατά δοσοεξαρτώμενο τρόπο σε ένα εύρος 100 έως 400 mg απλής από του στόματος δόσης σε υγιείς εθελοντές. Οι ασθενείς με φυσιολογική νεφρική λειτουργία είναι δυνατό να χρειαστούν 4 έως 8 ημέρες προκειμένου να φθάσουν σε επίπεδα σταθερής κατάστασης στο πλάσμα. Η μέση C max μετά από πολλαπλές, δύο φορές την ημέρα, από του στόματος λαμβανόμενες δόσεις των 100 mg σε υγιή άτομα ήταν 6,76 μg/ml. Μετά από χορήγηση πολλαπλών δόσεων από 50 και 100 mg τοπιραμάτης δύο φορές την ημέρα, η μέση ημιπερίοδος ζωής στο πλάσμα ήταν περίπου 21 ώρες.
Η ταυτόχρονη χορήγηση δόσεων τοπιραμάτης, 100 έως 400 mg δύο φορές την ημέρα, με φαινυτοΐνη ή καρβαμαζεπίνη δείχνει ανάλογες με τη δόση αυξήσεις στις συγκεντρώσεις στο πλάσμα της τοπαριμάτης.
Η κάθαρση της τοπιραμάτης από το πλάσμα και τους νεφρούς μειώνεται στους ασθενείς με διαταραγμένη νεφρική λειτουργία (CL CR ≤ 70 ml/min), όπως επίσης μειώνεται η κάθαρση από το πλάσμα στους ασθενείς σε τελικό στάδιο νεφροπάθειας. Ως εκ τούτου, αναμένονται υψηλότερες συγκεντρώσεις στο πλάσμα τοπιραμάτης σε σταθεροποιημένη κατάσταση για μια συγκεκριμένη δόση σε ασθενείς με διαταραγμένη νεφρική λειτουργία σε σύγκριση με αυτούς με φυσιολογική νεφρική λειτουργία. Η τοπιραμάτη απομακρύνεται αποτελεσματικά από το πλάσμα με αιμοκάθαρση.
Η κάθαρση της τοπιραμάτης στο πλάσμα μειώνεται στους ασθενείς με μέτρια έως σοβαρή ηπατική ανεπάρκεια.
Η κάθαρση της τοπιραμάτης από το πλάσμα δεν μεταβάλλεται στους ηλικιωμένους ασθενείς απουσία υποκείμενης νεφροπάθειας.
Παιδιατρικός πληθυσμός (φαρμακοκινητική, έως 12 ετών)
Η φαρμακοκινητική της τοπιραμάτης σε παιδιά, όπως και στους ενήλικες που λαμβάνουν επιπρόσθετη θεραπεία, είναι γραμμική, με κάθαρση ανεξάρτητη της δόσης και συγκεντρώσεις σταθερής κατάστασης στο πλάσμα, οι οποίες αυξάνονται κατ’ αναλογία με τη δόση. Τα παιδιά, παρόλα αυτά, έχουν μία υψηλότερη κάθαρση και βραχύτερη ημιπερίοδο ζωής. Συνεπώς, οι συγκεντρώσεις στο πλάσμα της τοπιραμάτης για την ίδια δόση σε mg/kg μπορεί να είναι χαμηλότερες στα παιδιά σε σύγκριση με τους ενήλικες. Όπως και στους ενήλικες, η επαγωγή αντιεπιληπτικών φαρμάκων από ηπατικά ένζυμα ελαττώνει τις συγκεντρώσεις σταθεροποιημένης κατάστασης στο πλάσμα.
ΕΟΦ · 4.5
Aντιεπιληπτικά
expand_more
Aντιεπιληπτικά
Σκοπός της θεραπείας είναι ο έλεγχος των επιληπτικών κρίσεων με τη συνεχή διατήρηση δραστικών επιπέδων του φαρμάκου στο πλάσμα και από εκεί στον εγκεφαλικό ιστό. H δόση και η συχνότητα χορήγησής τους καθορίζονται από το χρόνο υποδιπλασιασμού, γι’ αυτό και είναι σκόπιμος ο προσδιορισμός των φαρμάκων αυτών στο πλάσμα. Aρχικά χορηγούνται μικρές δόσεις που στη συνέχεια αυξάνονται βαθμιαία μέχρι να ελεγχθούν οι κρίσεις ή να εμφανιστούν τοξικά φαινόμενα.
H ημερήσια ποσότητα του φαρμάκου πρέπει να χορηγείται σε όσο το δυνατόν λιγότερες δόσεις, ώστε να είναι πιο εύκολο για τον άρρωστο να εφαρμόζει το θεραπευτικό σχήμα. Tα περισσότερα αντιεπιληπτικά, όταν χορηγούνται σε μέση δόση μπορεί να δίνονται δύο φορές την ημέρα. H φαινοβαρβιτάλη, που έχει μεγάλο χρόνο ημίσειας ζωής, μπορεί να δίνεται μόνο μια φορά την ημέρα πριν από τον ύπνο. Όταν όμως τα αντιεπιληπτικά χορηγούνται σε μεγάλες δόσεις μπορεί να χρειασθεί η κατανομή τους σε 3 ή 4 δόσεις την ημέρα για να ελαχιστοποιηθούν οι ανεπιθύμητες ενέργειες, ιδίως η υπνηλία, που σχετίζονται με υψηλές συγκεντρώσεις του φαρμάκου στο αίμα.
Tα μικρά παιδιά μεταβολίζουν τα αντιεπιληπτικά ταχύτερα από τους ενηλίκους και γιαυτό πρέπει να χορηγούνται σε περισσότερες και μεγαλύτερες δόσεις ανά χιλιόγραμμο βάρους σώματος.
H έναρξη της θεραπείας πρέπει να γίνεται κατά κανόνα με ένα φάρμακο, που στις περισσότερες περιπτώσεις αρκεί για τον έλεγχο των κρίσεων. Προσθήκη δεύτερου φαρμάκου δικαιολογείται μόνο όταν οι κρίσεις συνεχίζονται παρά τις υψηλές συγκεντρώσεις στο αίμα του πρώτου ή όταν εμφανιστούν τοξικά φαινόμενα. Xρησιμοποίηση περισσότερων των δύο αντιεπιληπτικών σπανίως είναι απαραίτητη.
H χορήγηση των αντιεπιληπτικών φαρμάκων πρέπει να συνεχίζεται για τρία τουλάχιστον χρόνια από την εμφάνιση της τελευταίας κρίσης. Tυχόν παράταση της χορήγησης θα εξαρτηθεί από το είδος των κρίσεων, την ευκολία ή μη του ελέγχου τους και την ηλεκτροεγκεφαλογραφική εικόνα. Aνεξαρτήτως πάντως από τα παραπάνω, διακοπή της θεραπείας επιβάλλεται 5 χρόνια μετά την τελευταία κρίση. Πιθανότητα υποτροπής υπάρχει στο 15% περίπου των περιπτώσεων. Aπότομη διακοπή των αντιεπιληπτικών ενέχει τον κίνδυνο επανεμφάνισης των κρίσεων, που μπορεί να φθάσει μέχρι status epilepticus. Για τον λόγο αυτό πρέπει να γίνεται βαθμιαίως σε διάστημα μηνών. Tο ίδιο ισχύει και στην περίπτωση αλλαγής από ένα φάρμακο σε άλλο που πρέπει επίσης να γίνεται βαθμιαίως σε διάστημα εβδομάδων. Tα φάρμακα αυτά προκαλούν ενζυμική επαγωγή με αποτέλεσμα να ελαττώνουν τη δραστικότητα άλλων συγχρόνως χορηγουμένων φαρμάκων.
Για ορισμένα αντιεπιληπτικά έχει αποδειχθεί τερατογόνος δράση στα πειραματόζωα. Στον άνθρωπο εντούτοις ο κίνδυνος πρόκλησης συγγενών ανωμαλιών του εμβρύου είναι πρακτικά μικρός. Eπίσης τυχόν διακοπή της θεραπείας στη διάρκεια της κύησης θα προκαλέσει υποτροπή των κρίσεων, που η επίδρασή τους στο έμβρυο δεν είναι γνωστή και δεν μπορεί να υποστηριχθεί ότι είναι λιγότερο επιβλαβής από τη φαρμακευτική αγωγή. Γι’ αυτό η αντιεπιληπτική αγωγή θα πρέπει να συνεχίζεται στη διάρκεια της κύησης.
Η καρβαμαζεπίνη και το βαλπροϊκό νάτριο έχουν σημαντική χρήση στη θεραπεία της διπολικής διαταραχής.
ΕΟΦ · 4.7.2
Λοιπά φάρμακα
expand_more
Λοιπά φάρμακα
DrugBank
Description
expand_more
Description
DrugBank
Indication
expand_more
Indication
DrugBank
Pharmacology
expand_more
Pharmacology
DrugBank
Mechanism of action
expand_more
Mechanism of action
DrugBank
Absorption
expand_more
Absorption
DrugBank
Half life
expand_more
Half life
DrugBank
Protein binding
expand_more
Protein binding
DrugBank
Route of elimination
expand_more
Route of elimination
DrugBank
Clearance
expand_more
Clearance
- Από του στόματος κάθαρση πλάσματος=20 - 30 mL/min [σε ανθρώπους μετά από από του στόματος χορήγηση]
DrugBank
Toxicity
expand_more
Toxicity
science
PubChem
Φαρμακοδυναμική
expand_more
Φαρμακοδυναμική
Φαρμακοδυναμική
Η τοπιραμάτη προλαμβάνει την εμφάνιση επιληπτικών κρίσεων και συμπτωμάτων ημικρανίας μειώνοντας την ευρεθιστότητα των νευρικών οδών. Είναι σημαντικό να σημειωθεί ότι αυτό το φάρμακο μπορεί να προκαλέσει μεταβολική οξέωση, αλλαγές στη διάθεση, αυτοκτονικό ιδεασμό και απόπειρες, καθώς και νεφρολιθίαση. Όταν η τοπιραμάτη συνδυάζεται με [βαλπροϊκό οξύ], είναι γνωστό ότι προκαλεί υποθερμία.
neurology
PubChem
Μηχανισμός δράσης
expand_more
Μηχανισμός δράσης
Μηχανισμός Δράσης
Μια επιληπτική κρίση είναι μια αφύσικη και ανεξέλεγκτη ηλεκτρική εκφόρτιση που συμβαίνει στον εγκέφαλο. Αυτό οδηγεί σε παροδική διακοπή της εγκεφαλικής λειτουργίας, που εκδηλώνεται με μειωμένη εγρήγορση, αφύσικες αισθήσεις και εστιακές ακούσιες κινήσεις ή σπασμούς. Υπάρχουν διάφοροι τύποι επιληπτικών κρίσεων, με κοινούς τύπους να περιλαμβάνουν τις τονικο-κλονικές κρίσεις και τις κρίσεις μερικής έναρξης. Οι ακριβείς μηχανισμοί με τους οποίους η τοπιραμάτη ασκεί φαρμακολογικές δράσεις στις επιληπτικές κρίσεις και τις ημικρανίες δεν έχουν ακόμη πλήρως χαρακτηριστεί. Αρκετές ιδιότητες αυτού του φαρμάκου, ωστόσο, πιθανώς συμβάλλουν στις θεραπευτικές του επιδράσεις. Η τοπιραμάτη έχει παρατηρηθεί ότι ασκεί δράσεις στους δυναμικούς εξαρτώμενους διαύλους νατρίου, τους υποδοχείς GABA και τους υποδοχείς γλουταμίνης. Η τοπιραμάτη διεγείρει τη δραστηριότητα του υποδοχέα GABA-A σε μη-βενζοδιαζεπινικά σημεία του εγκεφάλου και μειώνει τη δραστηριότητα της γλουταμίνης τόσο στους υποδοχείς AMPA όσο και στους καϊνικούς. Κανονικά, οι υποδοχείς GABA-A είναι ανασταλτικοί και οι γλουταμινεργικοί υποδοχείς είναι διεγερτικοί για τη νευρωνική δραστηριότητα. Αυξάνοντας τη δραστηριότητα του GABA και αναστέλλοντας τη δραστηριότητα της γλουταμίνης, η τοπιραμάτη μπλοκάρει την νευρωνική ευρεθιστότητα, προλαμβάνοντας τις επιληπτικές κρίσεις και τις ημικρανίες. Επιπλέον, μπλοκάρει τους δυναμικούς εξαρτώμενους διαύλους νατρίου, μπλοκάροντας περαιτέρω τη δραστηριότητα των επιληπτικών κρίσεων. Η τοπιραμάτη έχει αποδειχθεί ότι αναστέλλει διάφορες ισοένζυμες της καρβονικής ανυδράσης, αλλά η κλινική σημασία αυτού είναι άγνωστη αυτή τη στιγμή.
Ο ακριβής μηχανισμός δράσης είναι άγνωστος. Ηλεκτροφυσιολογικές και βιοχημικές μελέτες σε καλλιεργημένα νευρωνικά κύτταρα έδειξαν ότι η τοπιραμάτη μπλοκάρει τις δράσεις των δυναμικών που προκαλούνται επαναλαμβανόμενα από παρατεταμένη εκπόλωση των νευρώνων με χρονικά εξαρτώμενο τρόπο· αυτή η επίδραση υποδηλώνει δράση μπλοκαρίσματος διαύλων νατρίου εξαρτώμενη από την κατάσταση. Επίσης, η τοπιραμάτη αυξάνει τη συχνότητα με την οποία η γάμμα-αμινοβουτυρική (GABA) ενεργοποιεί τους υποδοχείς GABA-A, ενισχύοντας έτσι τη γαβανεποχούμεντη εισροή ιόντων χλωρίου στα νευρωνικά κύτταρα. Φαίνεται λοιπόν ότι η τοπιραμάτη ασκεί τις επιδράσεις της μέσω ενίσχυσης της δραστηριότητας του ανασταλτικού νευροδιαβιβαστή, GABA. Επιπλέον, η τοπιραμάτη ανταγωνίζεται την ικανότητα του καϊνικού να ενεργοποιεί τον υποδοχέα διέγερσης αμινοξέος (γλουταμίνη) τύπου καϊνικό/AMPA (άλφα-αμινο-3-υδροξυ-5-μεθυλοϊσοξαζόλη-4-προπιονικό οξύ· μη-NMDA), αλλά δεν έχει εμφανή επίδραση στη δραστηριότητα της Ν-μεθυλ-Δ-ασπαρτάμης (NMDA) στον υποδοχέα τύπου NMDA. Αυτές οι επιδράσεις της τοπιραμάτης εξαρτώνται από τη συγκέντρωση εντός του εύρους 1 έως 200 μικρομορίων.
Αν και ο ακριβής μηχανισμός δράσης της τοπιραμάτης είναι άγνωστος, δεδομένα από ηλεκτροφυσιολογικές και βιοχημικές μελέτες έχουν αποκαλύψει 4 ιδιότητες που μπορεί να συμβάλλουν στην αποτελεσματικότητα του φαρμάκου για διαταραχές επιληπτικών κρίσεων και προφύλαξη από ημικρανίες. Σε φαρμακολογικά σχετικές συγκεντρώσεις, η τοπιραμάτη μπλοκάρει τους δυναμικούς εξαρτώμενους διαύλους νατρίου· ενισχύει τη δραστηριότητα του γάμμα-αμινοβουτυρικού οξέος (GABA) σε ορισμένους υποτύπους του υποδοχέα GABA-A· ανταγωνίζεται τον υποδοχέα γλουταμίνης τύπου AMPA/καϊνικού· και αναστέλλει την καρβονική ανυδράση (ιδιαίτερα τις ισοένζυμες CA-II και CA-IV). Γενικά, πιστεύεται ότι τα αντιεπιληπτικά φάρμακα δρουν μέσω ενός ή περισσοτέρων από τους ακόλουθους μηχανισμούς: τροποποίηση των δυναμικών εξαρτώμενων διαύλων ιόντων (π.χ. νατρίου) που εμπλέκονται στη διάδοση δυναμικών ή τη δημιουργία εκρήξεων, ενίσχυση της ανασταλτικής δραστηριότητας του GABA ή/και αναστολή της δραστηριότητας των διεγερτικών νευροδιαβιβαστών αμινοξέων (π.χ. γλουταμίνη, ασπαρτικό οξύ).
Η τοπιραμάτη εμφανίζει επιδράσεις σε καλλιεργημένα νευρωνικά κύτταρα παρόμοιες με αυτές που παρατηρούνται με τη φαινυτοΐνη και την καρβαμαζεπίνη, και τέτοιες επιδράσεις υποδηλώνουν έναν αδρανή, εξαρτώμενο από την κατάσταση, αποκλεισμό των δυναμικών εξαρτώμενων διαύλων νατρίου. Η τοπιραμάτη μειώνει τη διάρκεια των επιληπτομορφικών εκρήξεων της νευρωνικής εκπόλωσης και μειώνει τον αριθμό των δυναμικών δράσης σε μελέτες καλλιεργημένων νευρώνων ιππόκαμπου αρουραίου με αυθόρμητη επιληπτομορφική δραστηριότητα εκπόλωσης. Η τοπιραμάτη επίσης μειώνει τη συχνότητα των δυναμικών δράσης που προκαλούνται από ηλεκτρικό ρεύμα εκπόλωσης σε καλλιεργημένους νευρώνες ιππόκαμπου αρουραίου. Η εκπόλωση και η εκπόλωση δυναμικού δράσης προκύπτουν από την ταχεία εισροή ιόντων νατρίου μέσω δυναμικών εξαρτώμενων διαύλων νατρίου στην κυτταρική μεμβράνη του νευρώνα. Μετά την εκπόλωση, ένας νευρώνας εισέρχεται σε μια περίοδο αδρανοποίησης κατά την οποία δεν μπορεί να εκπολώσει ξανά, ακόμη και αν ο δίαυλος νατρίου είναι ανοιχτός. Ένας αργός ρυθμός εκπόλωσης δυναμικού δράσης επιτρέπει στον νευρώνα επαρκή χρόνο για ανάκαμψη από την αδρανοποίηση, και η φυσιολογική περίοδος αδρανοποίησης έχει ελάχιστη επίδραση στην εκπόλωση χαμηλής συχνότητας. Κατά τη διάρκεια μιας μερικής επιληπτικής κρίσης, οι νευρώνες χαρακτηριστικά υφίστανται εκπόλωση υψηλής συχνότητας και εκπόλωση δυναμικών δράσης, κάτι που είναι ασυνήθιστο κατά τη φυσιολογική φυσιολογική νευρωνική δραστηριότητα. Ορισμένα αντιεπιληπτικά φάρμακα (π.χ. φαινυτοΐνη, καρβαμαζεπίνη) συνδέονται κατά προτίμηση με δυναμικούς εξαρτώμενους διαύλους νατρίου κατά την αδρανή τους κατάσταση, επιβραδύνουν τον ρυθμό ανάκαμψης των διαύλων νατρίου από την περίοδο αδρανοποίησής τους και περιορίζουν την ικανότητα του νευρώνα να εκπολωθεί και να εκπολώσει σε υψηλές συχνότητες.
Η τοπιραμάτη ενισχύει τη δραστηριότητα του ανασταλτικού νευροδιαβιβαστή GABA σε ένα μη-βενζοδιαζεπινικό σημείο στους υποδοχείς GABA-A. Η ενεργοποίηση του μετασυναπτικού υποδοχέα GABA-A από το GABA προκαλεί αναστολή αυξάνοντας την εισροή χλωριδικών ιόντων, οδηγώντας σε υπερπόλωση του μετασυναπτικού κυττάρου· σε δενδριτικά κύτταρα παρεγκεφαλίδας ποντικών ελλιπή χλωριδίων, θεραπευτικές συγκεντρώσεις τοπιραμάτης (σε συνδυασμό με GABA) ενισχύουν την γαβανεποχούμενη εισροή χλωριδικών ιόντων με τρόπο εξαρτώμενο από τη συγκέντρωση. Οι βενζοδιαζεπίνες δρουν στους υποδοχείς GABA-A για να ενισχύσουν τη γαβανεποχούμενη εισροή χλωριδικών ιόντων, αλλά ο ανταγωνιστής βενζοδιαζεπινών φλουμαζενίλ δεν φαίνεται να αναστέλλει την ενίσχυση της τοπιραμάτης στις γαβανεποχούμενες ρεύματα στους νευρωνικούς υποδοχείς GABA-A του φλοιού. Η τοπιραμάτη επίσης δεν φαίνεται να αυξάνει τη διάρκεια του ανοίγματος του δίαυλου χλωριδικών ιόντων. Επομένως, η τοπιραμάτη μπορεί να ενισχύει τη γαβανεποχούμενη ροή χλωριδίων μέσω ενός μηχανισμού άλλου από τη διαμόρφωση του υποδοχέα GABA-A.
Για περισσότερα δεδομένα Μηχανισμού Δράσης (Πλήρη) για την TOPIRAMATE (8 σύνολο), παρακαλώ επισκεφθείτε τη σελίδα αρχείου HSDB.
biotech
PubChem
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
expand_more
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
Απορρόφηση, Κατανομή & Απέκκριση
Μετά από δόση 400mg σε μια κλινική δοκιμή, η τοπιραμάτη έφτασε μέγιστες συγκεντρώσεις εντός 1,8-4,3 ωρών και κυμαινόταν από 1,73-28,7 μg/mL. Το φαγητό δεν επηρέασε σημαντικά την έκταση της απορρόφησης, παρόλο που καθυστέρησε τον χρόνο επίτευξης μέγιστης συγκέντρωσης. Σε ασθενείς με φυσιολογική κάθαρση κρεατινίνης, οι σταθερές συγκεντρώσεις επιτυγχάνονται εντός 4 ημερών. Η βιοδιαθεσιμότητα της τοπιραμάτης σε μορφή δισκίου είναι περίπου 80% σε σύγκριση με ένα διάλυμα τοπιραμάτης.
Η τοπιραμάτη αποβάλλεται κυρίως μέσω των νεφρών. Περίπου το 70-80% της αποβληθείσας δόσης βρίσκεται αμετάβλητο στα ούρα.
Ο μέσος φαινόμενος όγκος κατανομής της τοπιραμάτης κυμαίνεται από 0,6-0,8 L/kg όταν χορηγούνται δόσεις 100mg έως 1200mg. Η τοπιραμάτη διαπερνά εύκολα τον αιματοεγκεφαλικό φραγμό.
Η μέση από του στόματος κάθαρση πλάσματος της τοπιραμάτης κυμαίνεται από 22-36 mL/min, ενώ η νεφρική κάθαρση είναι 17-18 mL/min, σύμφωνα με μια φαρμακοκινητική μελέτη. Η ετικέτα της FDA για την τοπιραμάτη υποδεικνύει παρόμοια από του στόματος κάθαρση πλάσματος περίπου 20 έως 30 mL/min σε ενήλικες.
Η απορρόφηση της τοπιραμάτης είναι ταχεία. Η βιοδιαθεσιμότητα της μορφής δισκίου είναι περίπου 80% σε σύγκριση με αυτήν από ένα διάλυμα. Το φαγητό δεν επηρεάζει τη βιοδιαθεσιμότητα της τοπιραμάτης.
Η πρωτεϊνική σύνδεση της τοπιραμάτης είναι χαμηλή (13% έως 17% εντός του εύρους συγκέντρωσης 1 έως 250 μg ανά mL).
Ο χρόνος επίτευξης μέγιστης συγκέντρωσης είναι περίπου 2 ώρες μετά τη χορήγηση μιας δόσης 400 mg από του στόματος. Σε ασθενείς με φυσιολογική νεφρική λειτουργία, η σταθερή κατάσταση επιτυγχάνεται σε περίπου 4 ημέρες. Οι φαρμακοκινητικές της τοπιραμάτης είναι γραμμικές, με δοσοεξαρτώμενες αυξήσεις στις συγκεντρώσεις πλάσματος εντός του εύρους 200 έως 800 mg ημερησίως.
Η κατανομή της τοπιραμάτης στο ανθρώπινο γάλα δεν έχει αξιολογηθεί σε ελεγχόμενες μελέτες· ωστόσο, περιορισμένα δεδομένα υποδεικνύουν ότι το φάρμακο μπορεί να κατανέμεται εκτενώς στο γάλα σε ανθρώπους.
Για περισσότερα δεδομένα Απορρόφησης, Κατανομής και Απέκκρισης (Πλήρη) για την TOPIRAMATE (11 σύνολο), παρακαλώ επισκεφθείτε τη σελίδα αρχείου HSDB.
water_drop
PubChem
Δέσμευση πρωτεϊνών
expand_more
Δέσμευση πρωτεϊνών
Πρωτεϊνική Σύνδεση
Η τοπιραμάτη δεν συνδέεται έντονα με πρωτεΐνες πλάσματος, με εκτιμώμενη πρωτεϊνική σύνδεση πλάσματος 9-17% σύμφωνα με ορισμένες μελέτες. Η ετικέτα της FDA υποδεικνύει ότι η πρωτεϊνική σύνδεση της τοπιραμάτης είναι 15-41%.
hub
PubChem
Μεταβολισμός
expand_more
Μεταβολισμός
Μεταβολισμός
Οι μεταβολίτες της τοπιραμάτης δεν είναι γνωστό ότι είναι ενεργοί. Ο μεταβολισμός της τοπιραμάτης χαρακτηρίζεται από αντιδράσεις γλυκουρονιδίωσης, υδροξυλίωσης και υδρόλυσης που οδηγούν στην παραγωγή έξι μικρών μεταβολιτών. Μερικοί από τους μεταβολίτες της τοπιραμάτης περιλαμβάνουν την 2,3-δεσ-ισοπροπυλιδενοτοπιραμάτη, την 4,5-δεσ-ισοπροπυλιδενοτοπιραμάτη, την 9-υδροξυτοπιραμάτη και την 10-υδροξυτοπιραμάτη.
Η τοπιραμάτη δεν μεταβολίζεται εκτενώς. Έξι μικροί μεταβολίτες (που σχηματίζονται από υδροξυλίωση, υδρόλυση και γλυκουρονιδίωση) έχουν αναγνωριστεί σε ανθρώπους, με κανέναν να μην αποτελεί περισσότερο από 5% μιας χορηγηθείσας δόσης.
Η μεταβολική οδός και η απέκκριση της 2,3:4,5-δις-Ο-(1-μεθυλαιθυλιδενο)-β-D-φρουκτοφουρανόζης σουλφαμίδης (TOPAMAX, τοπιραμάτη, TPM) έχουν διερευνηθεί σε ζώα και ανθρώπους. Σημασμένη με ραδιοϊσότοπο [14C] TPM χορηγήθηκε από του στόματος σε ποντίκια, αρουραίους, κουνέλια, σκύλους και ανθρώπους. Συλλέχθηκαν και αναλύθηκαν δείγματα πλάσματος, ούρων και κοπράνων. Η TPM και συνολικά 12 μεταβολίτες απομονώθηκαν και ταυτοποιήθηκαν σε αυτά τα δείγματα. Οι μεταβολίτες σχηματίστηκαν με υδροξυλίωση στη μεθυλομάδα 7 ή 8 ενός ισοπροπυλιδενίου της TPM ακολουθούμενη από αναδιάταξη, υδροξυλίωση στη μεθυλομάδα 10 του άλλου ισοπροπυλιδενίου, υδρόλυση στο 2,3-Ο-ισοπροπυλιδένιο, υδρόλυση στο 4,5-Ο-ισοπροπυλιδένιο, διάσπαση στην ομάδα σουλφαμιδίου, συζεύξη με γλυκουρονίδιο και συζεύξη με θειικό άλας. Ένα μεγάλο ποσοστό αμετάβλητης TPM ανακτήθηκε σε ούρα ζώων και ανθρώπων. Ο πιο κυρίαρχος μεταβολίτης της TPM σε ποντίκια, αρσενικούς αρουραίους, κουνέλια και σκύλους φάνηκε να σχηματίζεται από την υδρόλυση της ομάδας 2,3-Ο-ισοπροπυλιδενίου.
Δεν μεταβολίζεται εκτενώς, το 70% της δόσης αποβάλλεται αμετάβλητο στα ούρα. Το υπόλοιπο 30% μεταβολίζεται ηπατικά σε έξι μεταβολίτες (που σχηματίζονται από υδροξυλίωση, υδρόλυση και γλυκουρονιδίωση), κανένας από τους οποίους δεν αποτελεί περισσότερο από 5% μιας χορηγηθείσας δόσης. Υπάρχουν ενδείξεις νεφρικής σωληναριακής επαναρρόφησης της τοπιραμάτης. Οδός Απέκκρισης: Η τοπιραμάτη δεν μεταβολίζεται εκτενώς και αποβάλλεται κυρίως αμετάβλητη στα ούρα (περίπου 70% της χορηγηθείσας δόσης).
hourglass
PubChem
Ημίσεια ζωή
expand_more
Ημίσεια ζωή
Βιολογικός Χρόνος Ημίσειας Ζωής
Ο χρόνος ημίσειας ζωής αποβολής αναφέρεται στο εύρος των 19-23 ωρών. Εάν η τοπιραμάτη χορηγείται μαζί με επαγωγείς ενζύμων, ο χρόνος ημίσειας ζωής μπορεί να μειωθεί σε 12-15 ώρες λόγω αυξημένου μεταβολισμού.
21 ώρες (μέσος όρος) μετά από εφάπαξ ή πολλαπλή χορήγηση.
category
PubChem
MeSH classification
expand_more
MeSH classification
Κατάταξη MeSH Φαρμακολογικής
Φάρμακα που χρησιμοποιούνται για την πρόληψη ΣΠΑΣΜΩΝ ή τη μείωση της σοβαρότητάς τους.
Ουσίες που μειώνουν τα επίπεδα σακχάρου στο αίμα.
fact_check
PubChem
FDA classification
expand_more
FDA classification
Κατάταξη FDA Φαρμακολογικής
0H73WJJ391
ΤΟΠΙΡΑΜΑΤΗ
Φυσιολογικές Επιδράσεις [PE] - Μειωμένη Αποδιοργανωμένη Ηλεκτρική Δραστηριότητα του Κεντρικού Νευρικού Συστήματος
Μηχανισμοί Δράσης [MoA] - Επαγωγείς Κυτοχρώματος P450 3A4
Μηχανισμοί Δράσης [MoA] - Αναστολείς Κυτοχρώματος P450 2C19
Ο μηχανισμός δράσης της τοπιραμάτης είναι ως Επαγωγέας του Κυτοχρώματος P450 3A4 και ως Αναστολέας του Κυτοχρώματος P450 2C19. Η φυσιολογική επίδραση της τοπιραμάτης είναι μέσω της Μείωσης της Αποδιοργανωμένης Ηλεκτρικής Δραστηριότητας του Κεντρικού Νευρικού Συστήματος.
ΤΟΠΙΡΑΜΑΤΗ
Αναστολείς Κυτοχρώματος P450 2C19 [MoA]· Μειωμένη Αποδιοργανωμένη Ηλεκτρική Δραστηριότητα Κεντρικού Νευρικού Συστήματος [PE]· Επαγωγείς Κυτοχρώματος P450 3A4 [MoA]
ΤΟΠΙΡΑΜΑΤΗ SPINKLE
Αναστολείς Κυτοχρώματος P450 2C19 [MoA]· Μειωμένη Αποδιοργανωμένη Ηλεκτρική Δραστηριότητα Κεντρικού Νευρικού Συστήματος [PE]· Επαγωγείς Κυτοχρώματος P450 3A4 [MoA]
Ημίσεια ζωή
Δέσμευση πρωτεϊνών
Βιοδιαθεσιμότητα
Απέκκριση
Scientific Profile
Κατάταξη MeSH Φαρμακολογικής
Φάρμακα που χρησιμοποιούνται για την πρόληψη ΣΠΑΣΜΩΝ ή τη μείωση της σοβαρότητάς τους.
Ουσίες που μειώνουν τα επίπεδα σακχάρου στο αίμα.
Σχετικά Εργαλεία
Πρωτόκολλα Συνταγογράφησης
Συνταγογραφείται εφόσον ο ασθενής εντάσσεται σε κάποιο από τα παρακάτω βήματα:
-
ΒΗΜΑ Α1 N03AX11Ενήλικες — Εστιακές κρίσεις: Μονοθεραπεία (1η/2η επιλογή)
- Εστιακής έναρξης κρίσεις με ή χωρίς αμφοτερόπλευρη επέκταση
- Ενήλικες > 16 ετών — αρχική αγωγή
Δοσολογία: Τιτλοποίηση · Συνεχής -
ΒΗΜΑ Β N03AX11Ενήλικες — Γενικευμένες τονικο-κλονικές κρίσεις
- Πρωτοπαθώς γενικευμένες ή αμφοτερόπλευρης έναρξης τονικο-κλονικές κρίσεις
Δοσολογία: Μονοθεραπεία · Συνεχής -
ΒΗΜΑ Γ N03AX11Ενήλικες — Αφαιρέσεις / Αφαιρετικά σύνδρομα
- Γενικευμένη επιληψία τύπου αφαιρέσεων
Δοσολογία: Μονοθεραπεία · Συνεχής -
ΒΗΜΑ Δ N03AX11Ενήλικες — Μυοκλονικές κρίσεις / Μυοκλονικά σύνδρομα
- Γενικευμένη επιληψία τύπου μυοκλονιών
Δοσολογία: Μονοθεραπεία · Συνεχής