EMTRICITABINE
Εμτρισιταβίνη
• Σε συνδυασμό με άλλους αντιρετροϊκούς παράγοντες, ενδείκεται για τη θεραπεία της λοίμωξης HIV-1 σε ενήλικες και για προφύλαξη μετά από έκθεση σε HIV (postexposure prophylaxis) σε υγειονομικούς υπαλλήλους και άλλους εκτεθειμένους επαγγελματικά ή μη επαγγελματικά μέσω …
Κλινική Σύνοψη
Προτεραιότητα πηγών: SPC, ΕΟΦ, DrugBank
clinical_notes
DrugBank
Ενδείξεις
expand_more
Ενδείξεις
medication
SPC-ARGIODIN
Δοσολογία
expand_more
Δοσολογία
- Οδός: από του στόματος
- Χορήγηση: μία φορά ημερησίως μαζί με τροφή
- Δόση έναρξης: ένα δισκίο μία φορά ημερησίως
- Τιτλοποίηση: Εάν ο ασθενής κάνει εμετό εντός 1 ώρας από τη λήψη του ARGIODIN, πρέπει να πάρει ένα άλλο δισκίο. Εάν ο ασθενής κάνει εμετό αφού περάσει περισσότερο από 1 ώρα μετά τη λήψη του ARGIODIN, δεν χρειάζεται να πάρει άλλη δόση. Εάν παραλειφθεί δόση εντός 12 ωρών, λήψη μόλις θυμηθεί. Εάν παραλειφθεί δόση για >12 ώρες, παράλειψη της δόσης και συνέχιση του κανονικού σχήματος.
-
ΕνήλικεςΔόσηένα δισκίο μία φορά ημερησίως
-
ΗλικιωμένοιΔεν υπάρχουν διαθέσιμα στοιχεία βάσει των οποίων να προταθεί δόση για ασθενείς ηλικίας μεγαλύτερης των 65 ετών. Εν τούτοις, δεν πρέπει να απαιτείται προσαρμογή στη συνιστώμενη ημερήσια δόση για ενήλικες, εκτός εάν υπάρχουν ενδείξεις νεφρικής ανεπάρκειας.
-
Νεφρική δυσλειτουργίαΧρήση μόνο εάν τα ενδεχόμενα οφέλη υπερσκελίζουν τους ενδεχόμενους κινδύνους. Στενή παρακολούθηση της νεφρικής λειτουργίας.
-
Ήπια νεφρική δυσλειτουργία (κάθαρση κρεατινίνης 50-80 ml / min)Δόσηεφάπαξ δόση ημερησίως
-
Μέτρια νεφρική δυσλειτουργία (κάθαρση κρεατινίνης 30-49 ml / min)Δόσηκάθε 48 ώρες
-
Σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία (κάθαρση κρεατινίνης < 30 ml / min) και ασθενείς υπό αιμοκάθαρσηδεν ενδείκνυται
-
Ηπατική δυσλειτουργίαΔεν απαιτείται αναπροσαρμογή της δόσης.
-
Παιδιατρικός πληθυσμόςΗ ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα δεν έχουν τεκμηριωθεί.
block
SPC-ARGIODIN
Αντενδείξεις
expand_more
Αντενδείξεις
-
Υπερευαισθησία στις δραστικές ουσίες ή σε κάποιο από τα έκδοχα.
warning
SPC-ARGIODIN
Προειδοποιήσεις
expand_more
Προειδοποιήσεις
-
Συγχορήγηση άλλων φαρμακευτικών προϊόντωνΤο ARGIODIN δεν πρέπει να συγχορηγείται με άλλα φαρμακευτικά προϊόντα που περιέχουν εμτρισιταβίνη, τενοφοβίρη δισοπρόξιλη ή άλλα ανάλογα κυτιδίνης, όπως η λαμιβουδίνη (βλ. Δοσολογία). Το ARGIODIN δεν πρέπει να συγχορηγείται με αδεφοβίρη διπιβοξίλη.
-
Συγχορήγηση της τενοφοβίρης δισοπρόξιλης με διδανοσίνηΔεν συνιστάται. Η συγχορήγηση τενοφοβίρης δισοπρόξιλης με διδανοσίνη οδηγεί σε κατά 40-60% αυξημένη συστηματική έκθεση στη διδανοσίνη, που μπορεί να αυξήσει τον κίνδυνο ανεπιθύμητων ενεργειών συσχετιζόμενων με τη διδανοσίνη (βλ. Δοσολογία). Σπάνια, έχουν αναφερθεί παγκρεατίτιδα και γαλακτική οξέωση, ενίοτε μοιραία. Η συγχορήγηση της τενοφοβίρης δισοπρόξιλης με διδανοσίνη σε δόση 400 mg ημερησίως συσχετίστηκε με σημαντική μείωση του αριθμού κυττάρων CD4, πιθανώς λόγω ενδοκυττάριας αλληλεπίδρασης εξ αιτίας της οποίας αυξήθηκε η φωσφορυλιωμένη (δηλ. η δραστική) διδανοσίνη. Μειωμένη δόση 250 mg διδανοσίνης συγχορηγούμενης με θεραπεία με τενοφοβίρη δισοπρόξιλη συσχετίστηκε με αναφορές υψηλού ποσοστού ιολογικής αποτυχίας με τους διάφορους συνδυασμούς που δοκιμάστηκαν.
-
Αγωγή τριπλού συνδυασμού νουκλεοσιδίωνΈχουν υπάρξει αναφορές με υψηλό ποσοστό ιολογικής αποτυχίας και ανάπτυξης αντοχής σε πρώιμο στάδιο, όταν η τενοφοβίρη δισοπρόξιλη συνδυάστηκε με λαμιβουδίνη και αβακαβίρη, όπως επίσης και με λαμιβουδίνη και διδανοσίνη ως θεραπευτικό σχήμα εφ’ άπαξ ημερησίως. Υπάρχει στενή ομοιότητα από πλευράς δομής μεταξύ λαμιβουδίνης και εμτρισιταβίνης ως επίσης και φαρμακοκινητικές και φαρμακοδυναμικές ομοιότητες μεταξύ αυτών των δύο φαρμάκων. Επομένως, μπορεί να παρατηρηθούν τα ίδια προβλήματα, αν ο συνδυασμός της εμτρισιταβίνης και της τενοφοβίρης δισοπρόξιλης χορηγηθεί με ένα τρίτο νουκλεοσιδικό ανάλογο.
-
Ευκαιριακές λοιμώξειςΑσθενείς οι οποίοι ελάμβαναν εμτρισιταβίνη και τενοφοβίρη δισοπρόξιλη ή οποιαδήποτε άλλη αντιρετροϊκή αγωγή μπορεί να εξακολουθούν να αναπτύσσουν ευκαιριακές λοιμώξεις και άλλες επιπλοκές της HIV λοίμωξης και συνεπώς πρέπει να παραμένουν υπό στενή ιατρική παρακολούθηση από γιατρούς με εμπειρία στη θεραπεία ασθενών με νόσους συσχετιζόμενες με τον ιό HIV.
-
Μετάδοση του HIVΑν και η αποτελεσματική ιολογική καταστολή με αντιρετροϊκή θεραπεία έχει αποδειχθεί ότι μειώνει σημαντικά τον κίνδυνο μετάδοσης του ιού με σεξουαλική επαφή, δεν μπορεί να αποκλειστεί υπολειπόμενος κίνδυνος. Θα πρέπει να λαμβάνονται προφυλάξεις σύμφωνα με τις εθνικές κατευθυντήριες οδηγίες.
-
Νεφρική δυσλειτουργίαΗ εμτρισιταβίνη και η τενοφοβίρη απεκκρίνονται κυρίως από τους νεφρούς, μέσω σπειραματικής διήθησης και ενεργού σωληναριακής απέκκρισης. Νεφρική έκπτωση, νεφρική δυσλειτουργία, αυξημένη κρεατινίνη, υποφωσφαταιμία και κεντρική σωληναριοπάθεια (συμπεριλαμβανομένου του συνδρόμου Fanconi), έχουν αναφερθεί στην κλινική πράξη με τη χρήση της τενοφοβίρης δισοπρόξιλης (βλ. Ανεπιθύμητες ενέργειες). Συνιστάται ο υπολογισμός της κάθαρσης κρεατινίνης σε όλους τους ασθενείς πριν την έναρξη της αγωγής με εμτρισιταβίνη και τενοφοβίρη δισοπρόξιλη ως επίσης και η παρακολούθηση της νεφρικής λειτουργίας (κάθαρση κρεατινίνης και φώσφορος ορού) μετά από δύο έως τέσσερις εβδομάδες αγωγής, μετά από τρεις μήνες αγωγής και στη συνέχεια κάθε τρεις έως έξι μήνες σε ασθενείς χωρίς νεφρικούς παράγοντες κινδύνου. Σε ασθενείς με κίνδυνο για νεφρική δυσλειτουργία, απαιτείται συχνότερη παρακολούθηση της νεφρικής λειτουργίας. Ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία (κάθαρση κρεατινίνης < 80 ml / min), συμπεριλαμβανομένων ασθενών υπό αιμοκάθαρση: Η νεφρική ασφάλεια με την εμτρισιταβίνη και τενοφοβίρη δισοπρόξιλη έχει μελετηθεί μόνο σε πολύ περιορισμένο βαθμό σε ασθενείς με έκπτωση της νεφρικής λειτουργίας (κάθαρση κρεατινίνης < 80 ml/min). Αναπροσαρμογές του δοσολογικού μεσοδιαστήματος συνιστώνται για ασθενείς με κάθαρση κρεατινίνης μεταξύ 30 και 49 ml/min (βλ. Δοσολογία). Περιορισμένα δεδομένα από κλινικές μελέτες καταδεικνύουν ότι το παρατεταμένο δοσολογικό μεσοδιάστημα δεν είναι ιδανικό και θα μπορούσε να έχει ως αποτέλεσμα αυξημένη τοξικότητα και ενδεχομένως ανεπαρκή ανταπόκριση. Επιπλέον, σε μία μικρή κλινική μελέτη, μία υποομάδα ασθενών με κάθαρση κρεατινίνης μεταξύ 50 και 60 ml/min οι οποίοι έλαβαν τενοφοβίρη δισοπρόξιλη σε συνδυασμό με εμτρισιταβίνη κάθε 24 ώρες, είχαν 2-4 φορές μεγαλύτερη έκθεση στη τενοφοβίρη και επιδείνωση της νεφρικής λειτουργίας (βλ. Φαρμακοκινητικές). Ως εκ τούτου, απαιτείται μία προσεκτική εκτίμηση οφέλους-κινδύνου όταν ο συνδυασμός εμτρισιταβίνης και τενοφοβίρης δισοπρόξιλης χρησιμοποιείται σε ασθενείς με κάθαρση κρεατινίνης < 60 ml/min και η νεφρική λειτουργία πρέπει να παρακολουθείται στενά. Επιπλέον, η κλινική ανταπόκριση στην αγωγή πρέπει να παρακολουθείται στενά σε ασθενείς που λαμβάνουν εμτρισιταβίνη και τενοφοβίρη δισοπρόξιλη για παρατεταμένο δοσολογικό μεσοδιάστημα. Η χρήση εμτρισιταβίνης και τενοφοβίρης δισοπρόξιλης δεν συνιστάται σε ασθενείς με σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία (κάθαρση κρεατινίνης < 30 ml/min) και σε ασθενείς που χρειάζονται αιμοκάθαρση, εφόσον με το δισκίο συνδυασμού δεν μπορούν να επιτευχθούν οι κατάλληλες μειώσεις στη δόση (βλ. Δοσολογία και Φαρμακοκινητικές). Αν τα επίπεδα φωσφόρου ορού είναι < 1,5 mg/dl (0,48 mmol/l) ή η κάθαρση κρεατινίνης μειώνεται σε < 50 ml/min σε οποιονδήποτε ασθενή λαμβάνει εμτρισιταβίνη και τενοφοβίρη δισοπρόξιλη, η νεφρική λειτουργία πρέπει να επαναξιολογείται εντός μιας εβδομάδας, συμπεριλαμβανομένων και μετρήσεων των συγκεντρώσεων γλυκόζης αίματος, καλίου αίματος και γλυκόζης ούρων (βλ. Ανεπιθύμητες ενέργειες, κεντρική σωληναριοπάθεια). Θα πρέπει επίσης να ληφθεί υπόψη η διακοπή της θεραπείας με εμτρισιταβίνη και τενοφοβίρη δισοπρόξιλη σε ασθενείς με κάθαρση κρεατινίνης < 50 ml/min ή μείωση του φωσφόρου ορού σε < 1,0 mg/dl (0,32 mmol/l). Η διακοπή της θεραπείας με εμτρισιταβίνη και τενοφοβίρη δισοπρόξιλη θα πρέπει επίσης να ληφθεί υπόψη στην περίπτωση προοδευτικής μείωσης της νεφρικής λειτουργίας όταν δεν έχει αναγνωριστεί κάποια άλλη αιτία. Η χρήση εμτρισιταβίνης και τενοφοβίρης δισοπρόξιλης πρέπει να αποφεύγεται με συγχορήγηση ή πρόσφατη χρήση νεφροτοξικού φαρμακευτικού προϊόντος (βλ. Δοσολογία). Αν η ταυτόχρονη χορήγηση εμτρισιταβίνης και τενοφοβίρης δισοπρόξιλης με νεφροτοξικές ουσίες είναι αναπόφευκτη, η νεφρική λειτουργία των ασθενών θα πρέπει να παρακολουθείται σε εβδομαδιαία βάση. Περιπτώσεις οξείας νεφρικής ανεπάρκειας μετά την έναρξη υψηλής δόσης ή πολλαπλών μη στεροειδών αντιφλεγμονωδών φαρμάκων (ΜΣΑΦ) έχουν αναφερθεί σε ασθενείς οι οποίοι έλαβαν θεραπεία με τενοφοβίρη δισοπρόξιλη και με παράγοντες κινδύνου για νεφρική δυσλειτουργία. Εάν η εμτρισιταβίνη και τενοφοβίρη δισοπρόξιλη συγχορηγείται με ένα ΜΣΑΦ, η νεφρική λειτουργία θα πρέπει να παρακολουθείται επαρκώς. Υψηλότερος κίνδυνος νεφρικής δυσλειτουργίας έχει αναφερθεί σε ασθενείς που έλαβαν τενοφοβίρη δισοπρόξιλη σε συνδυασμό με αναστολέα πρωτεάσης ενισχυμένο με ριτοναβίρη ή κομπισιστάτη. Απαιτείται στενή παρακολούθηση της νεφρικής λειτουργίας σε αυτούς τους ασθενείς (βλ. Δοσολογία). Σε ασθενείς με νεφρικούς παράγοντες κινδύνου, η συγχορήγηση της τενοφοβίρης δισοπρόξιλης με ενισχυμένο αναστολέα πρωτεάσης θα πρέπει να αξιολογείται προσεκτικά.
-
Ασθενείς με HIV -1 λοίμωξη και με στελέχη που περιλαμβάνουν μεταλλάξειςΗ εμτρισιταβίνη και τενοφοβίρη δισοπρόξιλη πρέπει να αποφεύγεται σε ασθενείς που έχουν λάβει προηγουμένως αντιρετροϊκή θεραπεία με HIV-1 λοίμωξη και με στελέχη που περιλαμβάνουν την K65R μετάλλαξη (βλ. Φαρμακοδυναμικές).
-
Επιδράσεις στα οστάΣε ελεγχόμενη κλινική μελέτη διάρκειας 144 εβδομάδων κατά την οποία συγκρίθηκαν η τενοφοβίρη δισοπρόξιλη με τη σταβουδίνη χορηγούμενα σε συνδυασμό με λαμιβουδίνη και εφαβιρένζη σε πρωτοθεραπευόμενους με αντιρετροϊκή θεραπεία ασθενείς, παρατηρήθηκαν μικρές μειώσεις της οστικής πυκνότητας στο ισχίο και στη σπονδυλική στήλη και στις δύο ομάδες θεραπείας. Οι μειώσεις της οστικής πυκνότητας στη σπονδυλική στήλη και οι μεταβολές των βιοχημικών δεικτών των οστών από την έναρξη της μελέτης, ήταν σημαντικά μεγαλύτερες στην ομάδα θεραπείας με την τενοφοβίρη δισοπρόξιλη την 144η εβδομάδα. Οι μειώσεις της οστικής πυκνότητας στο ισχίο ήταν σημαντικά μεγαλύτερες στην ομάδα αυτή μέχρι την 96η εβδομάδα. Εν τούτοις, δεν υπήρξε αυξημένος κίνδυνος καταγμάτων ή ένδειξη για κλινικά συσχετιζόμενες οστικές διαταραχές καθ’ όλη την περίοδο των 144 εβδομάδων. Σε άλλες μελέτες (προοπτικές και συγχρονικές), οι πιο έντονες μειώσεις στην οστική πυκνότητα (ΟΠ) παρατηρήθηκαν σε ασθενείς που υποβλήθηκαν σε θεραπεία με τενοφοβίρη δισοπρόξιλη ως μέρος ενός θεραπευτικού σχήματος που περιείχε ενισχυμένο αναστολέα πρωτεάσης. Θα πρέπει να εξετάζονται εναλλακτικά θεραπευτικά σχήματα για τους ασθενείς με οστεοπόρωση οι οποίοι έχουν υψηλό κίνδυνο για κατάγματα. Οστικές διαταραχές (που συμβάλλουν όχι συχνά σε κατάγματα) μπορεί να σχετίζονται με κεντρική νεφρική σωληναριοπάθεια (βλ. Ανεπιθύμητες ενέργειες). Επί υπόνοιας οστικών διαταραχών πρέπει να διενεργείται η κατάλληλη εξέταση.
-
Ασθενείς με συνυπάρχουσα λοίμωξη από τον ιό HIV και τον ιό της ηπατίτιδας Β ή CΑσθενείς με χρόνια ηπατίτιδα Β ή C οι οποίοι λαμβάνουν αντιρετροϊκή αγωγή έχουν αυξημένο κίνδυνο εμφάνισης σοβαρών και δυνητικά θανατηφόρων ηπατικών ανεπιθύμητων ενεργειών. Οι γιατροί πρέπει να ανατρέχουν στις τρέχουσες κατευθυντήριες οδηγίες των αγωγών κατά του HIV για τη βέλτιστη διαχείριση της HIV λοίμωξης σε ασθενείς με συνυπάρχουσα λοίμωξη από τον ιό της ηπατίτιδας Β (HBV). Σε περίπτωση συγχορήγησης αντιρετροϊκής αγωγής για ηπατίτιδα Β ή C, παρακαλώ, ανατρέξτε επίσης στις σχετικές με τα φαρμακευτικά αυτά προϊόντα Περιλήψεις Χαρακτηριστικών του Προϊόντος. Η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα της εμτρισιταβίνης και τενοφοβίρης δισοπρόξιλης όσον αφορά την αντιμετώπιση της χρόνιας HBV λοίμωξης δεν έχουν αποδειχθεί. Η εμτρισιταβίνη και η τενοφοβίρη δισοπρόξιλη μεμονωμένα και σε συνδυασμό έχουν επιδείξει δράση κατά του ιού HBV σε φαρμακοδυναμικές μελέτες (βλ. Φαρμακοδυναμικές). Η έως τώρα περιορισμένη κλινική εμπειρία υποδεικνύει ότι η εμτρισιταβίνη και η τενοφοβίρη δισοπρόξιλη εμφανίζουν δράση κατά του ιού HBV όταν χρησιμοποιούνται ως συνδυασμένη αντιρετροϊκή αγωγή κατά της HIV λοίμωξης. Η διακοπή της αγωγής με εμτρισιταβίνη και τενοφοβίρη δισοπρόξιλη σε ασθενείς με συνυπάρχουσα λοίμωξη από τον ιό HIV και τον ιό HBV μπορεί να συσχετισθεί με σοβαρές, οξείες εξάρσεις ηπατίτιδας. Ασθενείς με συνυπάρχουσα λοίμωξη από τον ιό HIV και τον ιό HBV που διακόπτουν την εμτρισιταβίνη και τενοφοβίρη δισοπρόξιλη πρέπει να παρακολουθούνται στενά με κλινικό και εργαστηριακό επακόλουθο έλεγχο για τουλάχιστον αρκετούς μήνες μετά τη διακοπή της αγωγής. Εάν χρειάζεται, μπορεί να δικαιολογείται η συνέχιση της θεραπείας για ηπατίτιδα B. Σε ασθενείς με προχωρημένη ηπατική νόσο ή κίρρωση, η διακοπή της θεραπείας δεν συνιστάται, εφόσον η έξαρση της ηπατίτιδας μετά τη θεραπεία μπορεί να οδηγήσει σε έλλειψη ηπατικής αντιρρόπησης.
-
Ηπατική νόσοςΗ ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα της εμτρισιταβίνης και τενοφοβίρης δισοπρόξιλης σε ασθενείς με σημαντικές υποκείμενες ηπατικές διαταραχές δεν έχουν αποδειχθεί. Η φαρμακοκινητική της εμτρισιταβίνης και τενοφοβίρης δισοπρόξιλης και της εμτρισιταβίνης δεν έχει μελετηθεί σε ασθενείς με ηπατική δυσλειτουργία. Η φαρμακοκινητική της τενοφοβίρης έχει μελετηθεί σε ασθενείς με ηπατική δυσλειτουργία και δεν απαιτείται αναπροσαρμογή της δόσης στους ασθενείς αυτούς. Με βάση τον ελάχιστο ηπατικό μεταβολισμό της εμτρισιταβίνης και τη νεφρική οδό απομάκρυνσής της, δεν είναι πιθανή η ανάγκη αναπροσαρμογής της δόσης σε ασθενείς με ηπατική δυσλειτουργία (βλ. Φαρμακοκινητικές). Κατά τη διάρκεια συνδυασμένης αντιρετροϊκής αγωγής (CART), ασθενείς με προϋπάρχουσα ηπατική δυσλειτουργία συμπεριλαμβανομένης της χρόνιας ενεργού ηπατίτιδας έχουν αυξημένη συχνότητα εμφάνισης διαταραχών της ηπατικής λειτουργίας και πρέπει να παρακολουθούνται σύμφωνα με την καθιερωμένη πρακτική. Σε περίπτωση επιδείνωσης της ηπατικής νόσου στην κατηγορία αυτή των ασθενών, πρέπει να εξετάζεται η διακοπή ή η οριστική παύση της αγωγής.
-
Σωματικό βάρος και μεταβολικές παράμετροιΚατά τη διάρκεια της αντιρετροϊκής αγωγής μπορεί να παρατηρηθεί αύξηση του σωματικού βάρους και των επιπέδων των λιπιδίων στο αίμα. οι αλλαγές αυτές μπορεί, εν μέρει, να συνδέονται με τον έλεγχο της νόσου και τον τρόπο ζωής. Αναφορικά με τα λιπίδια, σε ορισμένες περιπτώσεις υπάρχουν ενδείξεις για επίδραση της θεραπείας, ενώ όσον αφορά την αύξηση του σωματικού βάρους δεν υπάρχουν ισχυρές ενδείξεις που να τη συσχετίζουν με οποιαδήποτε συγκεκριμένη θεραπεία. Η παρακολούθηση των λιπιδίων και της γλυκόζης του αίματος πρέπει να βασίζεται στις καθιερωμένες κατευθυντήριες οδηγίες θεραπείας του HIV. Οι διαταραχές των λιπιδίων θα πρέπει να αντιμετωπίζονται όπως ενδείκνυται κλινικά.
-
Μιτοχονδριακή δυσλειτουργίαΈχει δειχθεί ότι τα νουκλεοσιδικά και νουκλεοτιδικά ανάλογα μπορεί να προκαλέσουν in vivo και in vitro μιτοχονδριακές βλάβες ποικίλου βαθμού. Έχει αναφερθεί μιτοχονδριακή δυσλειτουργία σε HIV αρνητικά βρέφη τα οποία είχαν εκτεθεί in utero ή/και μετά τη γέννηση σε νουκλεοσιδικά ανάλογα. Οι κύριες ανεπιθύμητες ενέργειες οι οποίες αναφέρθηκαν, είναι αιματολογικές διαταραχές (αναιμία, ουδετεροπενία), μεταβολικές διαταραχές (υψηλά επίπεδα γαλακτικού οξέος στο αίμα, υψηλά επίπεδα λιπάσης στο αίμα). Οι ενέργειες αυτές είναι συνήθως παροδικές. Έχουν αναφερθεί κάποιες νευρολογικές διαταραχές όψιμης έναρξης (υπερτονία, σπασμοί, μη φυσιολογική συμπεριφορά). Δεν είναι επί του παρόντος γνωστό, αν οι νευρολογικές διαταραχές είναι παροδικές ή μόνιμες. Οποιοδήποτε παιδί, ακόμη και αν είναι HIV αρνητικό, που εκτέθηκε in utero σε νουκλεοσιδικά και νουκλεοτιδικά ανάλογα, πρέπει να παρακολουθείται εργαστηριακά και να διερευνάται πλήρως για πιθανή μιτοχονδριακή δυσλειτουργία σε περίπτωση εμφάνισης συναφών σημείων και συμπτωμάτων. Τα ευρήματα αυτά δεν επηρεάζουν τις παρούσες εθνικές συστάσεις για τη χρήση αντιρετροϊκής αγωγής σε έγκυες γυναίκες, προκειμένου να προληφθεί η κάθετη μετάδοση του ιού HIV.
-
Σύνδρομο Επανεργοποίησης του Ανοσοποιητικού ΣυστήματοςΣε HIV οροθετικούς ασθενείς με σοβαρή ανοσολογική ανεπάρκεια ενδέχεται να εμφανιστεί, κατά την έναρξη της CART, μία φλεγμονώδης αντίδραση σε ασυμπτωματικά ή υπολειμματικά ευκαιριακά παθογόνα και να προκληθούν σοβαρές κλινικές καταστάσεις ή επιδείνωση των συμπτωμάτων. Τέτοιες αντιδράσεις έχουν τυπικά παρουσιαστεί εντός των πρώτων εβδομάδων ή μηνών από την έναρξη της CART. Σχετικά παραδείγματα είναι η αμφιβληστροειδίτιδα από κυτταρομεγαλοϊό και πνευμονία οφειλόμενη σε Pneumocystis jirovecii. Αυτοάνοσες διαταραχές (όπως η νόσος του Graves) έχουν επίσης αναφερθεί ότι συμβαίνουν κατά τη ρύθμιση της επανεργοποίησης του ανοσοποιητικού συστήματος. Ωστόσο, ο αναφερόμενος χρόνος έως την έναρξη είναι περισσότερο μεταβλητός και αυτά τα γεγονότα μπορεί να συμβούν πολλούς μήνες μετά την έναρξη της θεραπείας. Οι HIV οροθετικοί ασθενείς με συνυπάρχουσα λοίμωξη από τον ιό της ηπατίτιδας Β ενδέχεται να βιώσουν οξείες εξάρσεις ηπατίτιδας, συσχετιζόμενες με το σύνδρομο επανεργοποίησης του ανοσοποιητικού συστήματος, το οποίο ακολουθεί την έναρξη της αντιρετροϊκής αγωγής.
-
ΟστεονέκρωσηΑναφέρθηκαν περιπτώσεις οστεονέκρωσης κυρίως σε ασθενείς με προχωρημένη λοίμωξη HIV και/ή μακράς διάρκειας έκθεση σε CART αν και η αιτιολογία θεωρείται πολυπαραγοντική (συμπεριλαμβάνονται η χρήση κορτικοστεροειδών, η κατανάλωση αλκοόλ, η σοβαρή ανοσοκαταστολή, ο υψηλότερος δείκτης μάζας σώματος). Οι ασθενείς θα πρέπει να ζητούν ιατρική συμβουλή εάν παρουσιάζουν ενοχλήσεις και άλγος στις αρθρώσεις, δυσκαμψία άρθρωσης ή δυσκολία στην κίνηση.
-
ΗλικιωμένοιΗ εμτρισιταβίνη και τενοφοβίρη δισοπρόξιλη δεν έχει μελετηθεί σε ασθενείς ηλικίας πάνω από 65. Οι ηλικιωμένοι ασθενείς είναι πιο πιθανό να έχουν μειωμένη νεφρική λειτουργία, ως εκ τούτου απαιτείται προσοχή κατά τη θεραπεία ηλικιωμένων ασθενών με εμτρισιταβίνη και τενοφοβίρη δισοπρόξιλη.
-
Σημαντικές πληροφορίες για τα έκδοχαΤο ARGIODIN περιέχει μονοϋδρική λακτόζη. Συνεπώς, ασθενείς με σπάνια κληρονομικά νοσήματα δυσανεξίας στη γαλακτόζη, ανεπάρκεια λακτάσης του Lapp ή δυσαπορρόφηση γλυκόζης-γαλακτόζης, δεν πρέπει να λαμβάνουν αυτό το φάρμακο.
swap_horiz
SPC-ARGIODIN
Αλληλεπιδράσεις
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
-
αντένδειξηΛόγω ομοιοτήτων με την εμτρισιταβίνη, το ARGIODIN δεν πρέπει να συγχορηγείται.
-
αντένδειξηΤο ARGIODIN δεν πρέπει να συγχορηγείται.
-
αντένδειξηΑυξημένη έκθεση στη διδανοσίνη, κίνδυνος ανεπιθύμητων ενεργειών, παγκρεατίτιδα, γαλακτική οξέωση, μείωση CD4, ιολογική αποτυχία.
-
Φαρμακευτικά προϊόντα που μειώνουν τη νεφρική λειτουργία ή ανταγωνίζονται για την ενεργό σωληναριακή απέκκριση (π.χ. σιδοφοβίρη)προσοχήΑύξηση συγκεντρώσεων εμτρισιταβίνης, τενοφοβίρης ή/και συγχορηγούμενων φαρμάκων.ΣύστασηΑποφεύγεται η συγχορήγηση ή η πρόσφατη χρήση νεφροτοξικού φαρμάκου. Παρακολούθηση νεφρικής λειτουργίας.
-
παρακολούθησηΜείωση συγκεντρώσεων εμτρισιταβίνης. Αύξηση συγκεντρώσεων τενοφοβίρης.ΣύστασηΔεν συνιστάται αναπροσαρμογή δόσης. Αυξημένη έκθεση τενοφοβίρης μπορεί να ενισχύσει ανεπιθύμητες ενέργειες, συμπεριλαμβανομένων νεφρικών διαταραχών. Παρακολούθηση νεφρικής λειτουργίας.
-
Αύξηση συγκεντρώσεων τενοφοβίρης.ΣύστασηΔεν συνιστάται αναπροσαρμογή δόσης. Αυξημένη έκθεση τενοφοβίρης μπορεί να ενισχύσει ανεπιθύμητες ενέργειες, συμπεριλαμβανομένων νεφρικών διαταραχών. Παρακολούθηση νεφρικής λειτουργίας.
-
Lopinavir, RitonavirπαρακολούθησηΑύξηση συγκεντρώσεων τενοφοβίρης.ΣύστασηΔεν συνιστάται αναπροσαρμογή δόσης. Αυξημένη έκθεση τενοφοβίρης μπορεί να ενισχύσει ανεπιθύμητες ενέργειες, συμπεριλαμβανομένων νεφρικών διαταραχών. Παρακολούθηση νεφρικής λειτουργίας.
sick
SPC-ARGIODIN
Ανεπιθύμητες ενέργειες
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
pregnant_woman
SPC-ARGIODIN
Κύηση / γαλουχία
Επίπεδο κινδύνου: Με προσοχή
expand_more
Κύηση / γαλουχία
-
Κύησηεάν αυτή κρίνεται απαραίτητη
-
Γαλουχίαδεν πρέπει να χρησιμοποιείται
-
ΓονιμότηταΔεν υπάρχουν διαθέσιμα δεδομένα
neurology
DrugBank
Μηχανισμός δράσης
expand_more
Μηχανισμός δράσης
monitor_heart
SPC-ARGIODIN
Φαρμακοδυναμική
expand_more
Φαρμακοδυναμική
biotech
SPC-ARGIODIN
Φαρμακοκινητική
expand_more
Φαρμακοκινητική
hub
PubChem
Μεταβολισμός
expand_more
Μεταβολισμός
bloodtype
DrugBank
Απέκκριση
expand_more
Απέκκριση
Σκευάσματα & Τιμολόγηση
Μονογραφίες Πηγών
Αναλυτικό περιεχόμενο ανά πηγή για τεκμηρίωση και έλεγχο
medication
Δοσολογία
SPC-ARGIODIN
expand_more
Δοσολογία
Την έναρξη θεραπείας πρέπει να αναλαμβάνει γιατρός με εμπειρία στο χειρισμό λοιμώξεων από τον ιό HIV.
Δοσολογία
Ενήλικες: Η συνιστώμενη δόση ARGIODIN είναι ένα δισκίο λαμβανόμενο από του στόματος, μία φορά ημερησίως.
Προκειμένου να βελτιστοποιηθεί η απορρόφηση της τενοφοβίρης, συνιστάται το ARGIODIN να λαμβάνεται μαζί με τροφή. Ακόμη και ένα ελαφρύ γεύμα βελτιώνει την απορρόφηση της τενοφοβίρης από το δισκίο συνδυασμού (βλ. Φαρμακοκινητική §5.2).
Όταν κρίνεται σκόπιμη η διακοπή της αγωγής με κάποιο από τα συστατικά του ARGIODIN ή όταν απαιτείται τροποποίηση των δόσεων, διατίθενται μεμονωμένα σκευάσματα της εμτρισιταβίνης και της τενοφοβίρης δισοπρόξιλης. Παρακαλώ, ανατρέξτε στην Περίληψη των Χαρακτηριστικών του Προϊόντος για τα φαρμακευτικά αυτά προϊόντα.
Διαχείριση παράλειψης δόσης:
- Εάν ένας ασθενής παραλείψει κάποια δόση του ARGIODIN εντός 12 ωρών από την κανονική ώρα λήψης της δόσης, ο ασθενής πρέπει να πάρει το ARGIODIN μαζί με τροφή όσο το δυνατό γρηγορότερα και να συνεχίσει το κανονικό του δοσολογικό πρόγραμμα.
- Εάν ένας ασθενής παραλείψει κάποια δόση του ARGIODIN για περισσότερο από 12 ώρες και πλησιάζει η ώρα για την επόμενη δόση, ο ασθενής δεν πρέπει να πάρει τη δόση που παρέλειψε, αλλά απλά να συνεχίσει το κανονικό δοσολογικό πρόγραμμα.
Διαχείριση εμετού:
- Εάν ο ασθενής κάνει εμετό εντός 1 ώρας από τη λήψη του ARGIODIN, πρέπει να πάρει ένα άλλο δισκίο.
- Εάν ο ασθενής κάνει εμετό αφού περάσει περισσότερο από 1 ώρα μετά τη λήψη του ARGIODIN, δεν χρειάζεται να πάρει άλλη δόση.
Ειδικοί πληθυσμοί
Ηλικιωμένοι: Δεν υπάρχουν διαθέσιμα στοιχεία βάσει των οποίων να προταθεί δόση για ασθενείς ηλικίας μεγαλύτερης των 65 ετών. Εν τούτοις, δεν πρέπει να απαιτείται προσαρμογή στη συνιστώμενη ημερήσια δόση για ενήλικες, εκτός εάν υπάρχουν ενδείξεις νεφρικής ανεπάρκειας.
Νεφρική δυσλειτουργία: Η εμτρισιταβίνη και η τενοφοβίρη απομακρύνονται με νεφρική απέκκριση και η έκθεση στην εμτρισιταβίνη και στην τενοφοβίρη αυξάνεται σε ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία. Υπάρχουν περιορισμένα δεδομένα για την ασφάλεια και την αποτελεσματικότητα της εμτρισιταβίνης και τενοφοβίρης δισοπρόξιλης σε ασθενείς με μέτρια και σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία (κάθαρση κρεατινίνης < 50 ml/min) και τα μακροπρόθεσμα δεδομένα ασφάλειας δεν έχουν αξιολογηθεί για ήπια νεφρική δυσλειτουργία (κάθαρση κρεατινίνης 50-80 ml/min) (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις §4.4).
- Ήπια νεφρική δυσλειτουργία (κάθαρση κρεατινίνης 50-80 ml / min): Περιορισμένα δεδομένα από κλινικές μελέτες υποστηρίζουν την εφάπαξ δόση εμτρισιταβίνης και τενοφοβίρης δισοπρόξιλης ημερησίως σε ασθενείς με ήπια νεφρική δυσλειτουργία (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις §4.4).
- Μέτρια νεφρική δυσλειτουργία (κάθαρση κρεατινίνης 30-49 ml / min): Συνιστάται η χορήγηση εμτρισιταβίνης και τενοφοβίρης δισοπρόξιλης κάθε 48 ώρες, με βάση τη διαμόρφωση των φαρμακοκινητικών δεδομένων για την εμτρισιταβίνη και την τενοφοβίρη δισοπρόξιλη από τη χορήγηση μονήρους δόσης σε άτομα χωρίς HIV λοίμωξη με διαφορετικό βαθμό νεφρικής δυσλειτουργίας (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις §4.4 και Φαρμακοκινητική §5.2).
- Σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία (κάθαρση κρεατινίνης < 30 ml / min) και ασθενείς υπό αιμοκάθαρση: Η εμτρισιταβίνη και τενοφοβίρη δισοπρόξιλη δεν ενδείκνυται για ασθενείς με σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία (κάθαρση κρεατινίνης < 30 ml/min) και για ασθενείς που χρειάζονται αιμοδιαπίδυση, καθ’ ότι με το δισκίο συνδυασμού δεν μπορούν να επιτευχθούν οι κατάλληλες μειώσεις στη δόση.
Ηπατική δυσλειτουργία: Η φαρμακοκινητική της εμτρισιταβίνης και τενοφοβίρης δισοπρόξιλης και της εμτρισιταβίνης δεν έχει μελετηθεί σε ασθενείς με ηπατική δυσλειτουργία. Η φαρμακοκινητική της τενοφοβίρης έχει μελετηθεί σε ασθενείς με ηπατική δυσλειτουργία και δεν απαιτείται αναπροσαρμογή της δόσης της τενοφοβίρης δισοπρόξιλης σε αυτούς τους ασθενείς. Με βάση τον ελάχιστο ηπατικό μεταβολισμό της εμτρισιταβίνης και τη νεφρική οδό απομάκρυνσής της, δεν είναι πιθανή η ανάγκη αναπροσαρμογής της δόσης της εμτρισιταβίνης και τενοφοβίρης δισοπρόξιλης σε ασθενείς με ηπατική δυσλειτουργία (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις §4.4 και Φαρμακοκινητική §5.2).
Αν η εμτρισιταβίνη και τενοφοβίρη δισοπρόξιλη διακοπεί σε ασθενείς με συνυπάρχουσα λοίμωξη από τον ιό HIV και από τον ιό της ηπατίτιδας Β (HBV), οι ασθενείς αυτοί πρέπει να παρακολουθούνται στενά για ένδειξη έξαρσης της ηπατίτιδας (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις §4.4).
Παιδιατρικός πληθυσμός: Η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα της εμτρισιταβίνης και τενοφοβίρης δισοπρόξιλης σε παιδιά ηλικίας κάτω των 18 ετών δεν έχουν ακόμα τεκμηριωθεί (βλ. Φαρμακοκινητική §5.2).
Τρόπος χορήγησης
Τα δισκία ARGIODIN πρέπει να λαμβάνονται από του στόματος, μία φορά ημερησίως μαζί με τροφή.
Αν οι ασθενείς παρουσιάζουν δυσκολία στην κατάποση, το ARGIODIN μπορεί να διαλυθεί σε τουλάχιστον 100 ml ύδατος, χυμού πορτοκαλιού ή σταφυλιού και να ληφθεί αμέσως.
block
Αντενδείξεις
SPC-ARGIODIN
expand_more
Αντενδείξεις
- Υπερευαισθησία στις δραστικές ουσίες ή σε κάποιο από τα έκδοχα που αναφέρονται στην παράγραφο 6.1.
warning
Προειδοποιήσεις
SPC-ARGIODIN
expand_more
Προειδοποιήσεις
Συγχορήγηση άλλων φαρμακευτικών προϊόντων
Το ARGIODIN δεν πρέπει να συγχορηγείται με άλλα φαρμακευτικά προϊόντα που περιέχουν εμτρισιταβίνη, τενοφοβίρη δισοπρόξιλη ή άλλα ανάλογα κυτιδίνης, όπως η λαμιβουδίνη (βλ. παράγραφο 4.5). Το ARGIODIN δεν πρέπει να συγχορηγείται με αδεφοβίρη διπιβοξίλη.
Συγχορήγηση της τενοφοβίρης δισοπρόξιλης με διδανοσίνη
Δεν συνιστάται. Η συγχορήγηση τενοφοβίρης δισοπρόξιλης με διδανοσίνη οδηγεί σε κατά 40-60% αυξημένη συστηματική έκθεση στη διδανοσίνη, που μπορεί να αυξήσει τον κίνδυνο ανεπιθύμητων ενεργειών συσχετιζόμενων με τη διδανοσίνη (βλ. παράγραφο 4.5). Σπάνια, έχουν αναφερθεί παγκρεατίτιδα και γαλακτική οξέωση, ενίοτε μοιραία. Η συγχορήγηση της τενοφοβίρης δισοπρόξιλης με διδανοσίνη σε δόση 400 mg ημερησίως συσχετίστηκε με σημαντική μείωση του αριθμού κυττάρων CD4, πιθανώς λόγω ενδοκυττάριας αλληλεπίδρασης εξ αιτίας της οποίας αυξήθηκε η φωσφορυλιωμένη (δηλ. η δραστική) διδανοσίνη. Μειωμένη δόση 250 mg διδανοσίνης συγχορηγούμενης με θεραπεία με τενοφοβίρη δισοπρόξιλη συσχετίστηκε με αναφορές υψηλού ποσοστού ιολογικής αποτυχίας με τους διάφορους συνδυασμούς που δοκιμάστηκαν.
Αγωγή τριπλού συνδυασμού νουκλεοσιδίων
Έχουν υπάρξει αναφορές με υψηλό ποσοστό ιολογικής αποτυχίας και ανάπτυξης αντοχής σε πρώιμο στάδιο, όταν η τενοφοβίρη δισοπρόξιλη συνδυάστηκε με λαμιβουδίνη και αβακαβίρη, όπως επίσης και με λαμιβουδίνη και διδανοσίνη ως θεραπευτικό σχήμα εφ’ άπαξ ημερησίως. Υπάρχει στενή ομοιότητα από πλευράς δομής μεταξύ λαμιβουδίνης και εμτρισιταβίνης ως επίσης και φαρμακοκινητικές και φαρμακοδυναμικές ομοιότητες μεταξύ αυτών των δύο φαρμάκων. Επομένως, μπορεί να παρατηρηθούν τα ίδια προβλήματα, αν ο συνδυασμός της εμτρισιταβίνης και της τενοφοβίρης δισοπρόξιλης χορηγηθεί με ένα τρίτο νουκλεοσιδικό ανάλογο.
Ευκαιριακές λοιμώξεις
Ασθενείς οι οποίοι ελάμβαναν εμτρισιταβίνη και τενοφοβίρη δισοπρόξιλη ή οποιαδήποτε άλλη αντιρετροϊκή αγωγή μπορεί να εξακολουθούν να αναπτύσσουν ευκαιριακές λοιμώξεις και άλλες επιπλοκές της HIV λοίμωξης και συνεπώς πρέπει να παραμένουν υπό στενή ιατρική παρακολούθηση από γιατρούς με εμπειρία στη θεραπεία ασθενών με νόσους συσχετιζόμενες με τον ιό HIV.
Μετάδοση του HIV
Αν και η αποτελεσματική ιολογική καταστολή με αντιρετροϊκή θεραπεία έχει αποδειχθεί ότι μειώνει σημαντικά τον κίνδυνο μετάδοσης του ιού με σεξουαλική επαφή, δεν μπορεί να αποκλειστεί υπολειπόμενος κίνδυνος. Θα πρέπει να λαμβάνονται προφυλάξεις σύμφωνα με τις εθνικές κατευθυντήριες οδηγίες.
Νεφρική δυσλειτουργία
Η εμτρισιταβίνη και η τενοφοβίρη απεκκρίνονται κυρίως από τους νεφρούς, μέσω σπειραματικής διήθησης και ενεργού σωληναριακής απέκκρισης. Νεφρική έκπτωση, νεφρική δυσλειτουργία, αυξημένη κρεατινίνη, υποφωσφαταιμία και κεντρική σωληναριοπάθεια (συμπεριλαμβανομένου του συνδρόμου Fanconi), έχουν αναφερθεί στην κλινική πράξη με τη χρήση της τενοφοβίρης δισοπρόξιλης (βλ. παράγραφο 4.8). Συνιστάται ο υπολογισμός της κάθαρσης κρεατινίνης σε όλους τους ασθενείς πριν την έναρξη της αγωγής με εμτρισιταβίνη και τενοφοβίρη δισοπρόξιλη ως επίσης και η παρακολούθηση της νεφρικής λειτουργίας (κάθαρση κρεατινίνης και φώσφορος ορού) μετά από δύο έως τέσσερις εβδομάδες αγωγής, μετά από τρεις μήνες αγωγής και στη συνέχεια κάθε τρεις έως έξι μήνες σε ασθενείς χωρίς νεφρικούς παράγοντες κινδύνου. Σε ασθενείς με κίνδυνο για νεφρική δυσλειτουργία, απαιτείται συχνότερη παρακολούθηση της νεφρικής λειτουργίας. Ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία (κάθαρση κρεατινίνης < 80 ml / min), συμπεριλαμβανομένων ασθενών υπό αιμοκάθαρση: Η νεφρική ασφάλεια με την εμτρισιταβίνη και τενοφοβίρη δισοπρόξιλη έχει μελετηθεί μόνο σε πολύ περιορισμένο βαθμό σε ασθενείς με έκπτωση της νεφρικής λειτουργίας (κάθαρση κρεατινίνης < 80 ml/min). Αναπροσαρμογές του δοσολογικού μεσοδιαστήματος συνιστώνται για ασθενείς με κάθαρση κρεατινίνης μεταξύ 30 και 49 ml/min (βλ. παράγραφο 4.2). Περιορισμένα δεδομένα από κλινικές μελέτες καταδεικνύουν ότι το παρατεταμένο δοσολογικό μεσοδιάστημα δεν είναι ιδανικό και θα μπορούσε να έχει ως αποτέλεσμα αυξημένη τοξικότητα και ενδεχομένως ανεπαρκή ανταπόκριση. Επιπλέον, σε μία μικρή κλινική μελέτη, μία υποομάδα ασθενών με κάθαρση κρεατινίνης μεταξύ 50 και 60 ml/min οι οποίοι έλαβαν τενοφοβίρη δισοπρόξιλη σε συνδυασμό με εμτρισιταβίνη κάθε 24 ώρες, είχαν 2-4 φορές μεγαλύτερη έκθεση στη τενοφοβίρη και επιδείνωση της νεφρικής λειτουργίας (βλ. παράγραφο 5.2). Ως εκ τούτου, απαιτείται μία προσεκτική εκτίμηση οφέλους-κινδύνου όταν ο συνδυασμός εμτρισιταβίνης και τενοφοβίρης δισοπρόξιλης χρησιμοποιείται σε ασθενείς με κάθαρση κρεατινίνης < 60 ml/min και η νεφρική λειτουργία πρέπει να παρακολουθείται στενά. Επιπλέον, η κλινική ανταπόκριση στην αγωγή πρέπει να παρακολουθείται στενά σε ασθενείς που λαμβάνουν εμτρισιταβίνη και τενοφοβίρη δισοπρόξιλη για παρατεταμένο δοσολογικό μεσοδιάστημα. Η χρήση εμτρισιταβίνης και τενοφοβίρης δισοπρόξιλης δεν συνιστάται σε ασθενείς με σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία (κάθαρση κρεατινίνης < 30 ml/min) και σε ασθενείς που χρειάζονται αιμοδιαπίδυση, εφόσον με το δισκίο συνδυασμού δεν μπορούν να επιτευχθούν οι κατάλληλες μειώσεις στη δόση (βλ. παραγράφους 4.2 και 5.2). Αν τα επίπεδα φωσφόρου ορού είναι < 1,5 mg/dl (0,48 mmol/l) ή η κάθαρση κρεατινίνης μειώνεται σε < 50 ml/min σε οποιονδήποτε ασθενή λαμβάνει εμτρισιταβίνη και τενοφοβίρη δισοπρόξιλη, η νεφρική λειτουργία πρέπει να επαναξιολογείται εντός μιας εβδομάδας, συμπεριλαμβανομένων και μετρήσεων των συγκεντρώσεων γλυκόζης αίματος, καλίου αίματος και γλυκόζης ούρων (βλ. παράγραφο 4.8, κεντρική σωληναριοπάθεια). Θα πρέπει επίσης να ληφθεί υπόψη η διακοπή της θεραπείας με εμτρισιταβίνη και τενοφοβίρη δισοπρόξιλη σε ασθενείς με κάθαρση κρεατινίνης < 50 ml/min ή μείωση του φωσφόρου ορού σε < 1,0 mg/dl (0,32 mmol/l). Η διακοπή της θεραπείας με εμτρισιταβίνη και τενοφοβίρη δισοπρόξιλη θα πρέπει επίσης να ληφθεί υπόψη στην περίπτωση προοδευτικής μείωσης της νεφρικής λειτουργίας όταν δεν έχει αναγνωριστεί κάποια άλλη αιτία. Η χρήση εμτρισιταβίνης και τενοφοβίρης δισοπρόξιλης πρέπει να αποφεύγεται με συγχορήγηση ή πρόσφατη χρήση νεφροτοξικού φαρμακευτικού προϊόντος (βλ. παράγραφο 4.5). Αν η ταυτόχρονη χορήγηση εμτρισιταβίνης και τενοφοβίρης δισοπρόξιλης με νεφροτοξικές ουσίες είναι αναπόφευκτη, η νεφρική λειτουργία των ασθενών θα πρέπει να παρακολουθείται σε εβδομαδιαία βάση. Περιπτώσεις οξείας νεφρικής ανεπάρκειας μετά την έναρξη υψηλής δόσης ή πολλαπλών μη στεροειδών αντιφλεγμονωδών φαρμάκων (ΜΣΑΦ) έχουν αναφερθεί σε ασθενείς οι οποίοι έλαβαν θεραπεία με τενοφοβίρη δισοπρόξιλη και με παράγοντες κινδύνου για νεφρική δυσλειτουργία. Εάν η εμτρισιταβίνη και τενοφοβίρη δισοπρόξιλη συγχορηγείται με ένα ΜΣΑΦ, η νεφρική λειτουργία θα πρέπει να παρακολουθείται επαρκώς. Υψηλότερος κίνδυνος νεφρικής δυσλειτουργίας έχει αναφερθεί σε ασθενείς που έλαβαν τενοφοβίρη δισοπρόξιλη σε συνδυασμό με αναστολέα πρωτεάσης ενισχυμένο με ριτοναβίρη ή κομπισιστάτη. Απαιτείται στενή παρακολούθηση της νεφρικής λειτουργίας σε αυτούς τους ασθενείς (βλ. παράγραφο 4.5). Σε ασθενείς με νεφρικούς παράγοντες κινδύνου, η συγχορήγηση της τενοφοβίρης δισοπρόξιλης με ενισχυμένο αναστολέα πρωτεάσης θα πρέπει να αξιολογείται προσεκτικά.
Ασθενείς με HIV -1 λοίμωξη και με στελέχη που περιλαμβάνουν μεταλλάξεις
Η εμτρισιταβίνη και τενοφοβίρη δισοπρόξιλη πρέπει να αποφεύγεται σε ασθενείς που έχουν λάβει προηγουμένως αντιρετροϊκή θεραπεία με HIV-1 λοίμωξη και με στελέχη που περιλαμβάνουν την K65R μετάλλαξη (βλ. παράγραφο 5.1).
Επιδράσεις στα οστά
Σε ελεγχόμενη κλινική μελέτη διάρκειας 144 εβδομάδων κατά την οποία συγκρίθηκαν η τενοφοβίρη δισοπρόξιλη με τη σταβουδίνη χορηγούμενα σε συνδυασμό με λαμιβουδίνη και εφαβιρένζη σε πρωτοθεραπευόμενους με αντιρετροϊκή θεραπεία ασθενείς, παρατηρήθηκαν μικρές μειώσεις της οστικής πυκνότητας στο ισχίο και στη σπονδυλική στήλη και στις δύο ομάδες θεραπείας. Οι μειώσεις της οστικής πυκνότητας στη σπονδυλική στήλη και οι μεταβολές των βιοχημικών δεικτών των οστών από την έναρξη της μελέτης, ήταν σημαντικά μεγαλύτερες στην ομάδα θεραπείας με την τενοφοβίρη δισοπρόξιλη την 144η εβδομάδα. Οι μειώσεις της οστικής πυκνότητας στο ισχίο ήταν σημαντικά μεγαλύτερες στην ομάδα αυτή μέχρι την 96η εβδομάδα. Εν τούτοις, δεν υπήρξε αυξημένος κίνδυνος καταγμάτων ή ένδειξη για κλινικά συσχετιζόμενες οστικές διαταραχές καθ’ όλη την περίοδο των 144 εβδομάδων. Σε άλλες μελέτες (προοπτικές και συγχρονικές), οι πιο έντονες μειώσεις στην οστική πυκνότητα (ΟΠ) παρατηρήθηκαν σε ασθενείς που υποβλήθηκαν σε θεραπεία με τενοφοβίρη δισοπρόξιλη ως μέρος ενός θεραπευτικού σχήματος που περιείχε ενισχυμένο αναστολέα πρωτεάσης. Θα πρέπει να εξετάζονται εναλλακτικά θεραπευτικά σχήματα για τους ασθενείς με οστεοπόρωση οι οποίοι έχουν υψηλό κίνδυνο για κατάγματα. Οστικές διαταραχές (που συμβάλλουν όχι συχνά σε κατάγματα) μπορεί να σχετίζονται με κεντρική νεφρική σωληναριοπάθεια (βλ. παράγραφο 4.8). Επί υπόνοιας οστικών διαταραχών πρέπει να διενεργείται η κατάλληλη εξέταση.
Ασθενείς με συνυπάρχουσα λοίμωξη από τον ιό HIV και τον ιό της
ηπατίτιδας Β ή C Ασθενείς με χρόνια ηπατίτιδα Β ή C οι οποίοι λαμβάνουν αντιρετροϊκή αγωγή έχουν αυξημένο κίνδυνο εμφάνισης σοβαρών και δυνητικά θανατηφόρων ηπατικών ανεπιθύμητων ενεργειών. Οι γιατροί πρέπει να ανατρέχουν στις τρέχουσες κατευθυντήριες οδηγίες των αγωγών κατά του HIV για τη βέλτιστη διαχείριση της HIV λοίμωξης σε ασθενείς με συνυπάρχουσα λοίμωξη από τον ιό της ηπατίτιδας Β (HBV). Σε περίπτωση συγχορήγησης αντιρετροϊκής αγωγής για ηπατίτιδα Β ή C, παρακαλώ, ανατρέξτε επίσης στις σχετικές με τα φαρμακευτικά αυτά προϊόντα Περιλήψεις Χαρακτηριστικών του Προϊόντος. Η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα της εμτρισιταβίνης και τενοφοβίρης δισοπρόξιλης όσον αφορά την αντιμετώπιση της χρόνιας HBV λοίμωξης δεν έχουν αποδειχθεί. Η εμτρισιταβίνη και η τενοφοβίρη δισοπρόξιλη μεμονωμένα και σε συνδυασμό έχουν επιδείξει δράση κατά του ιού HBV σε φαρμακοδυναμικές μελέτες (βλ. παράγραφο 5.1). Η έως τώρα περιορισμένη κλινική εμπειρία υποδεικνύει ότι η εμτρισιταβίνη και η τενοφοβίρη δισοπρόξιλη εμφανίζουν δράση κατά του ιού HBV όταν χρησιμοποιούνται ως συνδυασμένη αντιρετροϊκή αγωγή κατά της HIV λοίμωξης. Η διακοπή της αγωγής με εμτρισιταβίνη και τενοφοβίρη δισοπρόξιλη σε ασθενείς με συνυπάρχουσα λοίμωξη από τον ιό HIV και τον ιό HBV μπορεί να συσχετισθεί με σοβαρές, οξείες εξάρσεις ηπατίτιδας. Ασθενείς με συνυπάρχουσα λοίμωξη από τον ιό HIV και τον ιό HBV που διακόπτουν την εμτρισιταβίνη και τενοφοβίρη δισοπρόξιλη πρέπει να παρακολουθούνται στενά με κλινικό και εργαστηριακό επακόλουθο έλεγχο για τουλάχιστον αρκετούς μήνες μετά τη διακοπή της αγωγής. Εάν χρειάζεται, μπορεί να δικαιολογείται η συνέχιση της θεραπείας για ηπατίτιδα B. Σε ασθενείς με προχωρημένη ηπατική νόσο ή κίρρωση, η διακοπή της θεραπείας δεν συνιστάται, εφόσον η έξαρση της ηπατίτιδας μετά τη θεραπεία μπορεί να οδηγήσει σε έλλειψη ηπατικής αντιρρόπησης.
Ηπατική νόσος
Η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα της εμτρισιταβίνης και τενοφοβίρης δισοπρόξιλης σε ασθενείς με σημαντικές υποκείμενες ηπατικές διαταραχές δεν έχουν αποδειχθεί. Η φαρμακοκινητική της εμτρισιταβίνης και τενοφοβίρης δισοπρόξιλης και της εμτρισιταβίνης δεν έχει μελετηθεί σε ασθενείς με ηπατική δυσλειτουργία. Η φαρμακοκινητική της τενοφοβίρης έχει μελετηθεί σε ασθενείς με ηπατική δυσλειτουργία και δεν απαιτείται αναπροσαρμογή της δόσης στους ασθενείς αυτούς. Με βάση τον ελάχιστο ηπατικό μεταβολισμό της εμτρισιταβίνης και τη νεφρική οδό απομάκρυνσής της, δεν είναι πιθανή η ανάγκη αναπροσαρμογής της δόσης σε ασθενείς με ηπατική δυσλειτουργία (βλ. παράγραφο 5.2). Κατά τη διάρκεια συνδυασμένης αντιρετροϊκής αγωγής (CART), ασθενείς με προϋπάρχουσα ηπατική δυσλειτουργία συμπεριλαμβανομένης της χρόνιας ενεργού ηπατίτιδας έχουν αυξημένη συχνότητα εμφάνισης διαταραχών της ηπατικής λειτουργίας και πρέπει να παρακολουθούνται σύμφωνα με την καθιερωμένη πρακτική. Σε περίπτωση επιδείνωσης της ηπατικής νόσου στην κατηγορία αυτή των ασθενών, πρέπει να εξετάζεται η διακοπή ή η οριστική παύση της αγωγής.
Σωματικό βάρος και μεταβολικές παράμετροι
Κατά τη διάρκεια της αντιρετροϊκής αγωγής μπορεί να παρατηρηθεί αύξηση του σωματικού βάρους και των επιπέδων των λιπιδίων στο αίμα. οι αλλαγές αυτές μπορεί, εν μέρει, να συνδέονται με τον έλεγχο της νόσου και τον τρόπο ζωής. Αναφορικά με τα λιπίδια, σε ορισμένες περιπτώσεις υπάρχουν ενδείξεις για επίδραση της θεραπείας, ενώ όσον αφορά την αύξηση του σωματικού βάρους δεν υπάρχουν ισχυρές ενδείξεις που να τη συσχετίζουν με οποιαδήποτε συγκεκριμένη θεραπεία. Η παρακολούθηση των λιπιδίων και της γλυκόζης του αίματος πρέπει να βασίζεται στις καθιερωμένες κατευθυντήριες οδηγίες θεραπείας του HIV. Οι διαταραχές των λιπιδίων θα πρέπει να αντιμετωπίζονται όπως ενδείκνυται κλινικά.
Μιτοχονδριακή δυσλειτουργία
Έχει δειχθεί ότι τα νουκλεοσιδικά και νουκλεοτιδικά ανάλογα μπορεί να προκαλέσουν in vivo και in vitro μιτοχονδριακές βλάβες ποικίλου βαθμού. Έχει αναφερθεί μιτοχονδριακή δυσλειτουργία σε HIV αρνητικά βρέφη τα οποία είχαν εκτεθεί in utero ή/και μετά τη γέννηση σε νουκλεοσιδικά ανάλογα. Οι κύριες ανεπιθύμητες ενέργειες οι οποίες αναφέρθηκαν, είναι αιματολογικές διαταραχές (αναιμία, ουδετεροπενία), μεταβολικές διαταραχές (υψηλά επίπεδα γαλακτικού οξέος στο αίμα, υψηλά επίπεδα λιπάσης στο αίμα). Οι ενέργειες αυτές είναι συνήθως παροδικές. Έχουν αναφερθεί κάποιες νευρολογικές διαταραχές όψιμης έναρξης (υπερτονία, σπασμοί, μη φυσιολογική συμπεριφορά). Δεν είναι επί του παρόντος γνωστό, αν οι νευρολογικές διαταραχές είναι παροδικές ή μόνιμες. Οποιοδήποτε παιδί, ακόμη και αν είναι HIV αρνητικό, που εκτέθηκε in utero σε νουκλεοσιδικά και νουκλεοτιδικά ανάλογα, πρέπει να παρακολουθείται εργαστηριακά και να διερευνάται πλήρως για πιθανή μιτοχονδριακή δυσλειτουργία σε περίπτωση εμφάνισης συναφών σημείων και συμπτωμάτων. Τα ευρήματα αυτά δεν επηρεάζουν τις παρούσες εθνικές συστάσεις για τη χρήση αντιρετροϊκής αγωγής σε έγκυες γυναίκες, προκειμένου να προληφθεί η κάθετη μετάδοση του ιού HIV.
Σύνδρομο Επανεργοποίησης του Ανοσοποιητικού Συστήματος
Σε HIV οροθετικούς ασθενείς με σοβαρή ανοσολογική ανεπάρκεια ενδέχεται να εμφανιστεί, κατά την έναρξη της CART, μία φλεγμονώδης αντίδραση σε ασυμπτωματικά ή υπολειμματικά ευκαιριακά παθογόνα και να προκληθούν σοβαρές κλινικές καταστάσεις ή επιδείνωση των συμπτωμάτων. Τέτοιες αντιδράσεις έχουν τυπικά παρουσιαστεί εντός των πρώτων εβδομάδων ή μηνών από την έναρξη της CART. Σχετικά παραδείγματα είναι η αμφιβληστροειδίτιδα από κυτταρομεγαλοϊό και πνευμονία οφειλόμενη σε Pneumocystis jirovecii. Αυτοάνοσες διαταραχές (όπως η νόσος του Graves) έχουν επίσης αναφερθεί ότι συμβαίνουν κατά τη ρύθμιση της επανεργοποίησης του ανοσοποιητικού συστήματος. Ωστόσο, ο αναφερόμενος χρόνος έως την έναρξη είναι περισσότερο μεταβλητός και αυτά τα γεγονότα μπορεί να συμβούν πολλούς μήνες μετά την έναρξη της θεραπείας. Οι HIV οροθετικοί ασθενείς με συνυπάρχουσα λοίμωξη από τον ιό της ηπατίτιδας Β ενδέχεται να βιώσουν οξείες εξάρσεις ηπατίτιδας, συσχετιζόμενες με το σύνδρομο επανεργοποίησης του ανοσοποιητικού συστήματος, το οποίο ακολουθεί την έναρξη της αντιρετροϊκής αγωγής.
Οστεονέκρωση
Αναφέρθηκαν περιπτώσεις οστεονέκρωσης κυρίως σε ασθενείς με προχωρημένη λοίμωξη HIV και/ή μακράς διάρκειας έκθεση σε CART αν και η αιτιολογία θεωρείται πολυπαραγοντική (συμπεριλαμβάνονται η χρήση κορτικοστεροειδών, η κατανάλωση αλκοόλ, η σοβαρή ανοσοκαταστολή, ο υψηλότερος δείκτης μάζας σώματος). Οι ασθενείς θα πρέπει να ζητούν ιατρική συμβουλή εάν παρουσιάζουν ενοχλήσεις και άλγος στις αρθρώσεις, δυσκαμψία άρθρωσης ή δυσκολία στην κίνηση.
Ηλικιωμένοι
Η εμτρισιταβίνη και τενοφοβίρη δισοπρόξιλη δεν έχει μελετηθεί σε ασθενείς ηλικίας πάνω από 65. Οι ηλικιωμένοι ασθενείς είναι πιο πιθανό να έχουν μειωμένη νεφρική λειτουργία, ως εκ τούτου απαιτείται προσοχή κατά τη θεραπεία ηλικιωμένων ασθενών με εμτρισιταβίνη και τενοφοβίρη δισοπρόξιλη. Το ARGIODIN περιέχει μονοϋδρική λακτόζη. Συνεπώς, ασθενείς με σπάνια κληρονομικά νοσήματα δυσανεξίας στη γαλακτόζη, ανεπάρκεια λακτάσης του Lapp ή δυσαπορρόφηση γλυκόζης-γαλακτόζης, δεν πρέπει να λαμβάνουν αυτό το φάρμακο.
swap_horiz
Αλληλεπιδράσεις
SPC-ARGIODIN
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
Εφόσον ο συνδυασμός εμτρισιταβίνης και τενοφοβίρης δισοπρόξιλης περιέχει εμτρισιταβίνη και τενοφοβίρη δισοπρόξιλη, οποιεσδήποτε αλληλεπιδράσεις έχουν αναγνωριστεί μεμονωμένα με αυτές τις ουσίες ενδέχεται να εμφανιστούν και με το συνδυασμό εμτρισιταβίνης και τενοφοβίρης δισοπρόξιλης. Μελέτες αλληλεπιδράσεων έχουν πραγματοποιηθεί μόνο σε ενήλικες.
Η φαρμακοκινητική της εμτρισιταβίνης και της τενοφοβίρης κατά τη σταθεροποιημένη κατάσταση όταν η εμτρισιταβίνη και η τενοφοβίρη δισοπρόξιλη χορηγήθηκαν ταυτόχρονα ήταν ίδια με τη φαρμακοκινητική αυτών των φαρμακευτικών προϊόντων κατά τη μεμονωμένη χορήγησή τους.
Κλινικές και in vitro μελέτες φαρμακοκινητικής αλληλεπίδρασης έδειξαν ότι το ενδεχόμενο των μέσω του CYP450 αλληλεπιδράσεων που εμπλέκουν την εμτρισιταβίνη και την τενοφοβίρη δισοπρόξιλη με άλλα φαρμακευτικά προϊόντα, είναι χαμηλό.
Η συγχορήγηση δεν συνιστάται
- Λόγω ομοιοτήτων με την εμτρισιταβίνη, το ARGIODIN δεν πρέπει να συγχορηγείται με άλλα ανάλογα κυτιδίνης, όπως το lamivudine (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις §4.4).
- Ως σταθερός συνδυασμός, το ARGIODIN δεν πρέπει να συγχορηγείται με άλλα φαρμακευτικά προϊόντα που περιέχουν οποιαδήποτε από τις ενώσεις, εμτρισιταβίνη ή τενοφοβίρη δισοπρόξιλη.
- Το ARGIODIN δεν πρέπει να συγχορηγείται με adefovir dipivoxil.
- Διδανοσίνη: Η συγχορήγηση της εμτρισιταβίνης και τενοφοβίρης δισοπρόξιλης με διδανοσίνη δεν συνιστάται (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις §4.4 και Πίνακα 1).
Φαρμακευτικά προϊόντα που απεκκρίνονται από τη νεφρική οδό:
Εφόσον η εμτρισιταβίνη και η τενοφοβίρη απεκκρίνονται κυρίως από τους νεφρούς, η συγχορήγηση της εμτρισιταβίνης και τενοφοβίρης δισοπρόξιλης με φαρμακευτικά προϊόντα που ελαττώνουν τη νεφρική λειτουργία ή ανταγωνίζονται για την ενεργό σωληναριακή απέκκριση (π.χ. σιδοφοβίρη) μπορεί να αυξήσει τις συγκεντρώσεις της εμτρισιταβίνης, της τενοφοβίρης και/ή των συγχορηγούμενων φαρμακευτικών προϊόντων.
Η χρήση της εμτρισιταβίνης και τενοφοβίρης δισοπρόξιλης πρέπει να αποφεύγεται με συγχορήγηση ή πρόσφατη χρήση νεφροτοξικού φαρμακευτικού προϊόντος. Ορισμένα παραδείγματα συμπεριλαμβάνουν, αλλά χωρίς να περιορίζονται σε αυτά, αμινογλυκοσίδες, αμφοτερικίνη Β, φωσκαρνέτη, γκανσικλοβίρη, πενταμιδίνη, βανκομυκίνη, σιδοφοβίρη ή ιντερλευκίνη-2 (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις §4.4).
Άλλες αλληλεπιδράσεις
Οι αλληλεπιδράσεις μεταξύ των συστατικών της εμτρισιταβίνης και τενοφοβίρης δισοπρόξιλης και αναστολέων πρωτεασών και των νουκλεοσιδικών αναστολέων της ανάστροφης μεταγραφάσης παρατίθενται στον Πίνακα 1 παρακάτω (η αύξηση υποδεικνύεται ως «↑», η μείωση ως «↓», καμία μεταβολή ως «↔», δύο φορές ημερησίως ως «b.i.d.» και μία φορά ημερησίως ως «q.d.»). Εάν είναι διαθέσιμα, τα διαστήματα εμπιστοσύνης 90% δίνονται σε παρενθέσεις.
Πίνακας 1: Αλληλεπιδράσεις μεταξύ των μεμονωμένων συστατικών του ARGIODIN και άλλων φαρμακευτικών προϊόντων
| Φαρμακευτικό προϊόν ανά θεραπευτική περιοχή | Επιδράσεις στα επίπεδα φαρμάκου | Μέση ποσοστιαία μεταβολή στις τιμές AUC, Cmax, Cmin με 90% διαστήματα εμπιστοσύνης, εφόσον είναι διαθέσιμα (μηχανισμός) | Σύσταση σχετικά με τη συγχορήγηση με (εμτρισιταβίνη 200 mg, τενοφοβίρη δισοπρόξιλη 245 mg) |
|---|---|---|---|
| Αντιρετροϊκά | |||
| Αναστολείς πρωτεασών | |||
| Atazanavir/ Ritonavir / Tenofovir disoproxil (300 mg q.d./100 mg q.d./245 mg q.d.) | Emtricitabine: AUC: 25% (↓ 2 έως ↓ 42) Cmax: 28% (↓ 2 έως ↓ 50) Cmin: 26% (↓ 2 έως ↓ 46) Tenofovir: AUC: 37% ↑ Cmax: 34% ↑ Cmin: 29% ↑ | Δεν συνιστάται αναπροσαρμογή της δόσης. Η αυξημένη έκθεση της τενοφοβίρης θα μπορούσε να ενισχύσει τις σχετιζόμενες με τη τενοφοβίρη ανεπιθύμητες ενέργειες συμπεριλαμβανομένων και των νεφρικών διαταραχών. Η νεφρική λειτουργία πρέπει να παρακολουθείται στενά (βλ. παράγραφο 4.4). | |
| Darunavir/Ritonavir/Tenofovir disoproxil (300 mg q.d./100 mg q.d./300 mg q.d.) | Atazanavir: AUC: ↔ Cmin: ↔ Tenofovir: AUC: ↑ 22% Cmin: 37%↑ | Δεν συνιστάται αναπροσαρμογή της δόσης. Η αυξημένη έκθεση της τενοφοβίρης θα μπορούσε να ενισχύσει τις σχετιζόμενες με τη τενοφοβίρη ανεπιθύμητες ενέργειες συμπεριλαμβανομένων και των νεφρικών διαταραχών. Η νεφρική λειτουργία πρέπει να παρακολουθείται στενά (βλ. παράγραφο 4.4). | |
| Lopinavir/Ritonavir /Tenofovir disoproxil (400 mg b.i.d./100 mg b.i.d./300 mg q.d.) | Lopinavir/Ritonavir: AUC: ↔ Cmax: ↔ Cmin: ↔ Tenofovir: AUC: 32% (↑ 25 έως ↑ 38) ↑ Cmax: ↔ Cmin: 51% (↑ 37 έως ↑ 66) | Δεν συνιστάται αναπροσαρμογή της δόσης. Η αυξημένη έκθεση της τενοφοβίρης θα μπορούσε να ενισχύσει τις σχετιζόμενες με τη τενοφοβίρη ανεπιθύμητες ενέργειες συμπεριλαμβανομένων και των νεφρικών διαταραχών. Η νεφρική λειτουργία πρέπει να παρακολουθείται στενά (βλ. παράγραφο 4.4). | |
| NRTIs | |||
| Didanosine / Tenofovir disoproxil | Η συγχορήγηση τενοφοβίρης δισοπρόξιλης με διδανοσίνη οδηγεί σε κατά 40-60% αυξημένη συστηματική έκθεση στη διδανοσίνη, που μπορεί να αυξήσει τον κίνδυνο ανεπιθύμητων ενεργειών συσχετιζόμενων με τη διδανοσίνη. Σπάνια, έχουν αναφερθεί παγκρεατίτιδα και γαλακτική οξέωση, ενίοτε μοιραία. Η συγχορήγηση της τενοφοβίρης δισοπρόξιλης με διδανοσίνη σε δόση 400 mg ημερησίως συσχετίστηκε με σημαντική μείωση του αριθμού κυττάρων CD4, πιθανώς λόγω ενδοκυττάριας αλληλεπίδρασης εξ αιτίας της οποίας αυξήθηκε το φωσφορυλιωμένο (δηλ. η δραστική) διδανοσίνη. Μια μειωμένη δόση των 250 mg διδανοσίνη συγχορηγούμενης με θεραπεία τενοφοβίρης δισοπρόξιλης συσχετίστηκε με αναφορές υψηλού ποσοστού ιολογικής αποτυχίας με τους διάφορους συνδυασμούς που δοκιμάστηκαν για τη θεραπεία της λοίμωξης από τον ιό HIV-1. | Η συγχορήγηση της εμτρισιταβίνης και τενοφοβίρης δισοπρόξιλης με διδανοσίνη δεν συνιστάται (βλ. παράγραφο 4.4). |
Μελέτες που διενεργήθηκαν με άλλα φαρμακευτικά προϊόντα
- Εμτρισιταβίνη: In vitro, η εμτρισιταβίνη δεν αναστέλλει το μεταβολισμό φαρμάκων που διενεργείται μέσω κάποιες από τις ακόλουθες ισομορφές του ανθρώπινου CYP450: 1A2, 2A6, 2B6, 2C9, 2C19, 2D6 και 3A4. Η εμτρισιταβίνη δεν αναστέλλει το ένζυμο που ευθύνεται για τη γλυκουρονιδίωση. Δεν υπάρχουν κλινικά σημαντικές φαρμακοκινητικές αλληλεπιδράσεις κατά τη συγχορήγηση της εμτρισιταβίνης με indinavir, zidovudine, stavudine ή famciclovir.
- Τενοφοβίρη δισοπρόξιλη: Η συγχορήγηση των λαμιβουδίνης, ινδιναβίρης, εφαβιρένζης, νελφιναβίρης ή σακιναβίρης (ενισχυμένης με ριτοναβίρη), μεθαδόνης, ριμπαβιρίνης, ριφαμπικίνης, αδεφοβίρης διπιβοξίλης ή του ορμονικού αντισυλληπτικού νοργεστιμάτης/αιθυνυλοιστραδιόλης με την τενοφοβίρη δισοπρόξιλη δεν κατέληξε σε καμία κλινικά σημαντική φαρμακοκινητική αλληλεπίδραση.
- Εμτρισιταβίνη και τενοφοβίρη δισοπρόξιλη: Η συγχορήγηση του τακρόλιμους με το προϊόν εμτρισιταβίνη και τενοφοβίρη δισοπρόξιλη δεν κατέληξε σε καμία κλινικά σημαντική φαρμακοκινητική αλληλεπίδραση.
sick
Ανεπιθύμητες ενέργειες
SPC-ARGIODIN
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
pregnant_woman
Κύηση / γαλουχία
SPC-ARGIODIN
expand_more
Κύηση / γαλουχία
Κύηση
Τα δεδομένα από σχετικά περιορισμένο αριθμό εγκύων γυναικών (περιπτώσεις έκβασης εγκυμοσύνης μεταξύ 300-1.000) δεν καταδεικνύουν την ύπαρξη συγγενών διαμαρτιών ή τοξικότητας στο έμβρυο/νεογνό σχετιζόμενης με την εμτρισιταβίνη και την τενοφοβίρη δισοπρόξιλη. Μελέτες σε ζώα με την εμτρισιταβίνη και την τενοφοβίρη δισοπρόξιλη δεν κατέδειξαν αναπαραγωγική τοξικότητα (βλ. παράγραφο 5.3). Συνεπώς η χρήση της εμτρισιταβίνης και τενοφοβίρης δισοπρόξιλης θα μπορούσε να αποφασιστεί κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης, εάν αυτή κρίνεται απαραίτητη.
Θηλασμός
Η εμτρισιταβίνη και η τενοφοβίρη έχει αποδειχθεί ότι απεκκρίνονται στο ανθρώπινο γάλα. Υπάρχουν ανεπαρκείς πληροφορίες σχετικά με την επίδραση της εμτρισιταβίνης και της τενοφοβίρης στα νεογέννητα/βρέφη. Συνεπώς το ARGIODIN δεν πρέπει να χρησιμοποιείται κατά την διάρκεια του θηλασμού.
Ως γενικός κανόνας, δεν συνιστάται σε καμία περίπτωση σε γυναίκες που έχουν προσβληθεί από τον ιό HIV να θηλάζουν τα βρέφη τους, προκειμένου να αποφευχθεί η μετάδοση του ιού HIV στο βρέφος.
Γονιμότητα
Δεν υπάρχουν διαθέσιμα δεδομένα για ανθρώπους σχετικά με τις επιπτώσεις της εμτρισιταβίνης και τενοφοβίρης δισοπρόξιλης. Μελέτες σε ζώα δεν κατέδειξαν επικίνδυνες επιπτώσεις της εμτρισιταβίνης ή της τενοφοβίρης δισοπρόξιλης στη γονιμότητα.
monitor_heart
Φαρμακοδυναμική
SPC-ARGIODIN
expand_more
Φαρμακοδυναμική
biotech
Φαρμακοκινητική
SPC-ARGIODIN
expand_more
Φαρμακοκινητική
DrugBank
Description
expand_more
Description
DrugBank
Indication
expand_more
Indication
DrugBank
Pharmacology
expand_more
Pharmacology
DrugBank
Mechanism of action
expand_more
Mechanism of action
DrugBank
Absorption
expand_more
Absorption
DrugBank
Half life
expand_more
Half life
DrugBank
Protein binding
expand_more
Protein binding
DrugBank
Route of elimination
expand_more
Route of elimination
DrugBank
Clearance
expand_more
Clearance
DrugBank
Toxicity
expand_more
Toxicity
science
PubChem
Φαρμακοδυναμική
expand_more
Φαρμακοδυναμική
neurology
PubChem
Μηχανισμός δράσης
expand_more
Μηχανισμός δράσης
Η εμτ cicitabine είναι ένα ανάλογο κυτιδίνης που, αφού φωσφορυλιωθεί σε εμτ cicitabine 5’-τριφωσφορική, ανταγωνίζεται τη δεοξυκιτιδίνη 5’-τριφωσφορική για την αντίστροφη μεταγραφάση του HIV-1. Καθώς η αντίστροφη μεταγραφάση του HIV-1 ενσωματώνει την εμτ cicitabine στις σχηματιζόμενες αλυσίδες DNA, τα νέα νουκλεοτίδια δεν μπορούν να ενσωματωθούν, οδηγώντας σε τερματισμό της αλυσίδας DNA του ιού. Η αναστολή της αντίστροφης μεταγραφάσης εμποδίζει τη μεταγραφή του ιού RNA σε DNA, επομένως ο ιός δεν μπορεί να ενσωματώσει το DNA του στο DNA του ξενιστή και να πολλαπλασιαστεί χρησιμοποιώντας τον μηχανισμό του κυττάρου ξενιστή. Αυτό μειώνει το ιικό φορτίο.
Η εμτ cicitabine, ένα συνθετικό ανάλογο νουκλεοσίδης της κυτοσίνης, φωσφορυλιώνεται από κυτταρικά ένζυμα για να σχηματίσει εμτ cicitabine 5’-τριφωσφορική. Η εμτ cicitabine 5’-τριφωσφορική αναστέλλει τη δραστηριότητα της αντίστροφης μεταγραφάσης του HIV-1 ανταγωνιζόμενη το φυσικό υπόστρωμα δεοξυκιτιδίνη 5’-τριφωσφορική και ενσωματούμενη στο νεοσύστατο ιικό DNA, το οποίο οδηγεί σε τερματισμό της αλυσίδας. Η εμτ cicitabine 5’-τριφωσφορική είναι ασθενής αναστολέας της μαζικής παραγωγής DNA πολυμεράσης άλφα, βήτα, έψιλον και της μιτοχονδριακής DNA πολυμεράσης γάμμα.
biotech
PubChem
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
expand_more
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
Η εμτ cicitabine φτάνει σε Cmax 1.8±0.7µg/mL με Tmax 1-2 ώρες, και έχει AUC 10±3.1µg*hr/mL. Η βιοδιαθεσιμότητα των καψουλών εμτ cicitabine είναι 93% και η βιοδιαθεσιμότητα του πόσιμου διαλύματος είναι 75%. Η λήψη εμτ cicitabine με τροφή μειώνει την Cmax κατά 29%.
Η εμτ cicitabine ανακτήθηκε κατά 86% στα ούρα και 14% στα κόπρανα. Το 13% της δόσης ανακτήθηκε στα ούρα ως μεταβολίτες· 9% ως 3’-σουλφοξείδια διαστερεομερή και 4% ως 2’-Ο-γλυκουρονίδιο.
Ο φαινομενικός κεντρικός όγκος κατανομής είναι 42.3L και ο περιφερικός όγκος κατανομής είναι 55.4L.
Η εμτ cicitabine έχει φαινομενικό ρυθμό κάθαρσης 15.1L/h. Αυτός ο ρυθμός συνδέεται στενά με την κάθαρση κρεατινίνης.
Η εμτ cicitabine απορροφάται ταχέως και εκτενώς μετά από από του στόματος χορήγηση, με τις μέγιστες συγκεντρώσεις στο πλάσμα να παρατηρούνται 1 έως 2 ώρες μετά τη δόση. Μετά από πολλαπλές από του στόματος χορηγήσεις του emtriva σε 20 ασθενείς με HIV, η (μέση ± Τυπική Απόκλιση) σταθερή μέγιστη συγκέντρωση εμτ cicitabine στο πλάσμα (Cmax) ήταν 1.8 ± 0.7 ug/mL και η περιοχή κάτω από την καμπύλη συγκέντρωσης-χρόνου στο πλάσμα για ένα διάστημα 24 ωρών (AUC) ήταν 10.0 ± 3.1 hr/ug/mL. Η μέση σταθερή συγκέντρωση κορύφωσης στο πλάσμα στις 24 ώρες μετά τη δόση ήταν 0.09 ug/mL. Η μέση απόλυτη βιοδιαθεσιμότητα του emtriva ήταν 93%.
Η in vitro σύνδεση της εμτ cicitabine με τις πρωτεΐνες του ανθρώπινου πλάσματος ήταν <4% και ανεξάρτητη της συγκέντρωσης στο εύρος 0.02 έως 200 ug/mL. Στην μέγιστη συγκέντρωση στο πλάσμα, ο μέσος λόγος συγκέντρωσης πλάσματος προς αίμα ήταν περίπου 1.0 και ο μέσος λόγος συγκέντρωσης σπέρματος προς πλάσμα ήταν περίπου 4.0.
Χρόνος για μέγιστη συγκέντρωση: 1 έως 2 ώρες μετά τη δόση
Η εμτ cicitabine κατανέμεται στο ανθρώπινο γάλα σε χαμηλές συγκεντρώσεις.
Για περισσότερα δεδομένα Απορρόφησης, Κατανομής και Απέκκρισης (Πλήρες) για την EMTRICITABINE (σύνολο 6), επισκεφθείτε τη σελίδα του αρχείου HSDB.
water_drop
PubChem
Δέσμευση πρωτεϊνών
expand_more
Δέσμευση πρωτεϊνών
hub
PubChem
Μεταβολισμός
expand_more
Μεταβολισμός
Η εμτ cicitabine είναι περίπου 86% μη μεταβολισμένη. Περίπου το 9% μιας δόσης μεταβολίζεται σε 3’-σουλφοξείδια διαστερεομερή, 4% σε 2’-Ο-γλυκουρονίδιο, και μια μικρή ποσότητα μετατρέπεται σε 5-φθοροκυτοσίνη.
Ο βιομετασχηματισμός της εμτ cicitabine περιλαμβάνει την οξείδωση της θειολικής ομάδας για να σχηματιστούν τα 3’-σουλφοξείδια διαστερεομερή (περίπου 9% της δόσης) και συζεύξη με γλυκουρονικό οξύ για να σχηματιστεί 2’-Ο-γλυκουρονίδιο (περίπου 4% της δόσης). Δεν αναγνωρίστηκαν άλλοι μεταβολίτες. Η εμτ cicitabine δεν μεταβολίζεται από ηπατικά ένζυμα.
hourglass
PubChem
Ημίσεια ζωή
expand_more
Ημίσεια ζωή
Ο χρόνος ημίσειας ζωής της εμτ cicitabine είναι περίπου 10 ώρες.
Ο χρόνος ημίσειας ζωής της εμτ cicitabine στο πλάσμα είναι περίπου 10 ώρες.
category
PubChem
MeSH classification
expand_more
MeSH classification
Παράγοντες που χρησιμοποιούνται στην πρόληψη ή θεραπεία των ΙΟΓΕΝΩΝ ΝΟΣΩΝ. Ορισμένοι από τους τρόπους δράσης τους μπορεί να περιλαμβάνουν την πρόληψη της ιικής αναπαραγωγής με αναστολή της ιικής DNA πολυμεράσης· σύνδεση με ειδικούς υποδοχείς κυτταρικής επιφάνειας και αναστολή της ιικής διείσδυσης ή απομάκρυνσης του περιβλήματος· αναστολή της ιικής πρωτεϊνοσύνθεσης· ή αποκλεισμό των τελικών σταδίων της ιικής συναρμολόγησης.
Αναστολείς της αντίστροφης μεταγραφάσης (RNA-ΚΑΤΕΥΘΥΝΟΜΕΝΗ DNA ΠΟΛΥΜΕΡΑΣΗ), ένα ένζυμο που συνθέτει DNA σε ένα πρότυπο RNA.
Παράγοντες που χρησιμοποιούνται για τη θεραπεία του AIDS ή/και τη διακοπή της εξάπλωσης της λοίμωξης από τον HIV. Αυτοί δεν περιλαμβάνουν φάρμακα που χρησιμοποιούνται για τη θεραπεία συμπτωμάτων ή ευκαιριακών λοιμώξεων που σχετίζονται με το AIDS.
fact_check
PubChem
FDA classification
expand_more
FDA classification
G70B4ETF4S
EMTRICITABINE
Καθιερωμένη Φαρμακολογική Κλάση [EPC] - Ανάλογο Νουκλεοσιδίου Αντίστροφης Μεταγραφάσης του Ιού της Ανθρώπινης Ανοσοανεπάρκειας
Χημική Δομή [CS] - Νουκλεοσίδια
Μηχανισμοί Δράσης [MoA] - Αναστολείς Αντίστροφης Μεταγραφάσης Νουκλεοσιδίων
Η εμτ cicitabine είναι ένας Αναστολέας Αντίστροφης Μεταγραφάσης Νουκλεοσιδίου του Ιού της Ανθρώπινης Ανοσοανεπάρκειας. Ο μηχανισμός δράσης της εμτ cicitabine είναι ως Αναστολέας Αντίστροφης Μεταγραφάσης Νουκλεοσιδίου.
EMTRICITABINE
Νουκλεοσίδια [CS]· Αναστολείς Αντίστροφης Μεταγραφάσης Νουκλεοσιδίων [MoA]· Ανάλογο Νουκλεοσιδίου Αντίστροφης Μεταγραφάσης του Ιού της Ανθρώπινης Ανοσοανεπάρκειας [EPC]
Ημίσεια ζωή
Δέσμευση πρωτεϊνών
Βιοδιαθεσιμότητα
Απέκκριση
Scientific Profile
Παράγοντες που χρησιμοποιούνται στην πρόληψη ή θεραπεία των ΙΟΓΕΝΩΝ ΝΟΣΩΝ. Ορισμένοι από τους τρόπους δράσης τους μπορεί να περιλαμβάνουν την πρόληψη της ιικής αναπαραγωγής με αναστολή της ιικής DNA πολυμεράσης· σύνδεση με ειδικούς υποδοχείς κυτταρικής επιφάνειας και αναστολή της ιικής διείσδυσης ή απομάκρυνσης του περιβλήματος· αναστολή της ιικής πρωτεϊνοσύνθεσης· ή αποκλεισμό των τελικών σταδίων της ιικής συναρμολόγησης.
Αναστολείς της αντίστροφης μεταγραφάσης (RNA-ΚΑΤΕΥΘΥΝΟΜΕΝΗ DNA ΠΟΛΥΜΕΡΑΣΗ), ένα ένζυμο που συνθέτει DNA σε ένα πρότυπο RNA.
Παράγοντες που χρησιμοποιούνται για τη θεραπεία του AIDS ή/και τη διακοπή της εξάπλωσης της λοίμωξης από τον HIV. Αυτοί δεν περιλαμβάνουν φάρμακα που χρησιμοποιούνται για τη θεραπεία συμπτωμάτων ή ευκαιριακών λοιμώξεων που σχετίζονται με το AIDS.