EVIPLERA(εβηπλερα)
emtricitabine, tenofovir disoproxil and rilpivirine
Σκευάσματα και τιμές EVIPLERA
| Σκεύασμα | Περιεκτικότητα | Λιανική |
|---|---|---|
| 200+25+45 / TAB | 493.47 € |
EVIPLERA — Πληροφορίες Συνταγογράφησης
Περίληψη Χαρακτηριστικών Προϊόντος (ΠΧΠ), ανά ενότητα
clinical_notes
Ενδείξεις
ΠΧΠ (SPC) §4.1
expand_more
Ενδείξεις
-
Θεραπεία ενηλίκων που έχουν μολυνθεί από τον ιό της ανθρώπινης ανοσοανεπάρκειας τύπου 1 (HIV-1)
σε: Ενήλικες
χωρίς γνωστές μεταλλάξεις σχετιζόμενες με την αντοχή στην κατηγορία των μη νουκλεοσιδικών αναστολέων της ανάστροφης μεταγραφάσης (NNRTI), στο tenofovir ή στην emtricitabine και με ιικό φορτίο HIV-1 RNA ≤100.000 αντίγραφα/ml
- B20 Νόσος από τον ιό της ανθρώπινης ανοσοανεπάρκειας (HIV), με εκδηλώσεις λοιμώδους και παρασιτικής νόσου
-
Η χρήση του Eviplera πρέπει να καθοδηγείται από γονοτυπική δοκιμασία ελέγχου αντοχής ή/και δεδομένα αντοχής ιστορικού
medication
Δοσολογία
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Δοσολογία
- Οδός: από του στόματος
- Χορήγηση: μία φορά ημερησίως μαζί με την τροφή
- Δόση έναρξης: ένα δισκίο λαμβανόμενο από του στόματος, μία φορά ημερησίως
- Τιτλοποίηση: Εάν το Emtricitabine, Tenofovir Disoproxil And Rilpivirine συγχορηγείται με ριφαμπουτίνη, συνιστάται να λαμβάνεται ένα πρόσθετο δισκίο ριλπιβιρίνης των 25 mg την ημέρα ταυτόχρονα με το Emtricitabine, Tenofovir Disoproxil And Rilpivirine, για τη διάρκεια της συγχορήγησης ριφαμπουτίνης.
-
ΕνήλικεςΔόσηένα δισκίοΕάν παραλείψετε δόση εντός 12 ωρών, λάβετε την δόση με τροφή. Εάν παραλείψετε δόση για περισσότερο από 12 ώρες, μην λάβετε την χαμένη δόση. Εάν κάνετε εμετό εντός 4 ωρών, λάβετε άλλο δισκίο με τροφή. Εάν κάνετε εμετό μετά από 4 ώρες, δεν χρειάζεται άλλη δόση.
-
ΗλικιωμένοιΝα χορηγείται με προσοχή. Δεν έχει μελετηθεί σε ασθενείς >65 ετών.
-
Νεφρική δυσλειτουργίαΣε ήπια νεφρική δυσλειτουργία (CrCl 50-80 ml/min), να χρησιμοποιείται μόνο εάν τα οφέλη υπερτερούν των κινδύνων. Δεν συνιστάται για μέτρια ή σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία (CrCl <50 ml/min) λόγω ανάγκης προσαρμογής δοσολογικού μεσοδιαστήματος των μεμονωμένων συστατικών.
-
Ηπατική δυσλειτουργίαΔεν απαιτείται αναπροσαρμογή της δόσης σε ήπια ή μέτρια ηπατική δυσλειτουργία (CPT Βαθμολογία A ή B), αλλά να χρησιμοποιείται με προσοχή σε μέτρια. Δεν συνιστάται σε ασθενείς με σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία (CPT Βαθμολογία C).
-
Παιδιατρικός πληθυσμόςΗ ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα δεν έχουν τεκμηριωθεί σε παιδιά <18 ετών. Δεν μπορεί να γίνει σύσταση για τη δοσολογία.
-
ΚύησηΝα παρακολουθείται στενά το ιικό φορτίο λόγω χαμηλότερων εκθέσεων ριλπιβιρίνης. Μπορεί να εξεταστεί αλλαγή σε άλλη αντιρετροϊική αγωγή.
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
block
Αντενδείξεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Αντενδείξεις
-
Υπερευαισθησία στις δραστικές ουσίες ή σε κάποιο από τα έκδοχα
-
Συγχορήγηση με καρβαμαζεπίνη
-
Συγχορήγηση με οξκαρβαζεπίνη
-
Συγχορήγηση με φαινοβαρβιτάλη
-
Συγχορήγηση με φαινυτοΐνη
-
Συγχορήγηση με ριφαμπικίνη
-
Συγχορήγηση με ριφαπεντίνη
-
Συγχορήγηση με ομεπραζόλη
-
Συγχορήγηση με εσομεπραζόλη
-
Συγχορήγηση με λανσοπραζόλη
-
Συγχορήγηση με παντοπραζόλη
-
Συγχορήγηση με ραβεπραζόλη
-
Συγχορήγηση με δεξαμεθαζόνη (με την εξαίρεση της θεραπείας με εφάπαξ δόση)
-
Συγχορήγηση με St. John’s wort (Hypericum perforatum)
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
warning
Προειδοποιήσεις & Προφυλάξεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Προειδοποιήσεις & Προφυλάξεις
-
Ιολογική αποτυχία και ανάπτυξη αντοχήςΑποφυγήΠληθυσμόςΑσθενείς με προηγούμενη ιολογική αποτυχία σε οποιαδήποτε άλλη αντιρετροϊική θεραπείαΤο Emtricitabine, Tenofovir Disoproxil And Rilpivirine δεν έχει αξιολογηθεί. Δεν υπάρχουν επαρκή δεδομένα που να δικαιολογούν τη χρήση.
-
Ιολογική αποτυχία και ανάπτυξη αντοχήςΥψηλός κίνδυνοςΠληθυσμόςΑσθενείς με ιικό φορτίο κατά την έναρξη της μελέτης HIV-1 RNA >100.000 αντίγραφα/mlΈχουν μεγαλύτερο κίνδυνο ιολογικής αποτυχίας και υψηλότερο ποσοστό ανάπτυξης αντοχής στη θεραπεία NNRTI.
-
Καρδιαγγειακές επιδράσεις (παράταση QT)Με προσοχήΤο Emtricitabine, Tenofovir Disoproxil And Rilpivirine πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή όταν συγχορηγείται με φαρμακευτικά προϊόντα που έχουν γνωστό κίνδυνο για Torsade de Pointes.
-
Συγχορήγηση άλλων φαρμακευτικών προϊόντωνΑντένδειξηΔεν πρέπει να συγχορηγείται με άλλα φαρμακευτικά προϊόντα που περιέχουν emtricitabine, tenofovir disoproxil, tenofovir alafenamide ή άλλα ανάλογα κυτιδίνης, όπως η λαμιβουδίνη.
-
Συγχορήγηση άλλων φαρμακευτικών προϊόντωνΑντένδειξηΔεν πρέπει να συγχορηγείται με υδροχλωρική ριλπιβιρίνη εκτός εάν χρειάζεται για αναπροσαρμογή της δόσης με τη ριφαμπουτίνη.
-
Συγχορήγηση άλλων φαρμακευτικών προϊόντωνΑντένδειξηΔεν πρέπει να συγχορηγείται με adefovir dipivoxil.
-
Συγχορήγηση άλλων φαρμακευτικών προϊόντωνΑποφυγήΗ συγχορήγηση του Emtricitabine, Tenofovir Disoproxil And Rilpivirine με διδανοσίνη δεν συνιστάται.
-
Νεφρική δυσλειτουργίαΑποφυγήΠληθυσμόςΑσθενείς με μέτρια ή σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία (CrCl <50 ml/min)Δεν συνιστάται.
-
Νεφρική δυσλειτουργίαΑποφυγήΠληθυσμόςΑσθενείς με ταυτόχρονη ή πρόσφατη χρήση νεφροτοξικού φαρμακευτικού προϊόντοςΗ χρήση του Emtricitabine, Tenofovir Disoproxil And Rilpivirine πρέπει να αποφεύγεται.
-
Νεφρική δυσλειτουργία (ΜΣΑΦ)ΠροσοχήΠληθυσμόςΑσθενείς που έλαβαν θεραπεία με tenofovir disoproxil και με παράγοντες κινδύνου για νεφρική δυσλειτουργία, συγχορηγούμενοι με ΜΣΑΦΗ νεφρική λειτουργία θα πρέπει να παρακολουθείται επαρκώς.
-
Επιδράσεις στα οστάΠροσοχήΠληθυσμόςΑσθενείς με οστεοπόρωση ή με ιστορικό καταγμάτων των οστώνΘα πρέπει να εξετάζονται εναλλακτικά θεραπευτικά σχήματα.
-
Επιδράσεις στα οστάΠαρακολούθησηΠληθυσμόςΑσθενείς με υπόνοια ή ανίχνευση οστικών διαταραχώνΠρέπει να διενεργείται η κατάλληλη εξέταση.
-
Συνυπάρχουσα λοίμωξη από τον ιό HIV και τον ιό της ηπατίτιδας Β ή CΠροσοχήΠληθυσμόςΑσθενείς με χρόνια ηπατίτιδα Β ή C οι οποίοι λαμβάνουν αντιρετροϊική αγωγήΈχουν αυξημένο κίνδυνο εμφάνισης σοβαρών και δυνητικά θανατηφόρων ηπατικών ανεπιθύμητων ενεργειών. Οι γιατροί πρέπει να ανατρέφουν στις τρέχουσες κατευθυντήριες οδηγίες.
-
Διακοπή αγωγής σε συνυπάρχουσα HBV λοίμωξηΠαρακολούθησηΠληθυσμόςΑσθενείς με συνυπάρχουσα λοίμωξη από τον ιό HIV και τον ιό της ηπατίτιδας Β που διακόπτουν το Emtricitabine, Tenofovir Disoproxil And RilpivirineΠρέπει να παρακολουθούνται στενά με κλινικό και εργαστηριακό επακόλουθο έλεγχο για τουλάχιστον αρκετούς μήνες μετά τη διακοπή της αγωγής.
-
Ηπατική νόσοςΜε προσοχήΠληθυσμόςΑσθενείς με μέτρια ηπατική δυσλειτουργία (CPT Βαθμολογία B)Το Emtricitabine, Tenofovir Disoproxil And Rilpivirine πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή.
-
Ηπατική νόσοςΑποφυγήΠληθυσμόςΑσθενείς με σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία (CPT Βαθμολογία C)Δεν συνιστάται.
-
Ηπατική νόσος κατά τη CARTΠαρακολούθησηΠληθυσμόςΑσθενείς με προϋπάρχουσα ηπατική δυσλειτουργία συμπεριλαμβανομένης της χρόνιας ενεργού ηπατίτιδας κατά τη διάρκεια συνδυασμένης αντιρετροϊικής αγωγής (CART)Έχουν αυξημένη συχνότητα εμφάνισης διαταραχών της ηπατικής λειτουργίας και πρέπει να παρακολουθούνται.
-
Σοβαρές δερματικές αντιδράσειςΆμεση διακοπήΜόλις παρατηρηθούν σοβαρές δερματικές ή/και βλεννογονικές αντιδράσεις, το Emtricitabine, Tenofovir Disoproxil And Rilpivirine πρέπει να διακοπεί και να ξεκινήσει η κατάλληλη αγωγή.
-
Μιτοχονδριακή δυσλειτουργία μετά από έκθεση in uteroΠροσοχήΠληθυσμόςHIV αρνητικά βρέφη που είχαν εκτεθεί in utero σε νουκλεοσ(τ)ιδικά ανάλογα και παρουσιάζουν σοβαρά κλινικά ευρήματα αγνώστου αιτιολογίας, ιδίως νευρολογικά ευρήματαΤα ευρήματα αυτά θα πρέπει να λαμβάνονται υπόψη.
-
ΟστεονέκρωσηΠαρακολούθησηΟι ασθενείς θα πρέπει να ζητούν ιατρική συμβουλή εάν παρουσιάζουν ενοχλήσεις και άλγος στις αρθρώσεις, δυσκαμψία άρθρωσης ή δυσκολία στην κίνηση.
-
ΗλικιωμένοιΜε προσοχήΠληθυσμόςΑσθενείς ηλικίας πάνω από 65 ετώνΑπαιτείται προσοχή κατά τη θεραπεία λόγω μειωμένης νεφρικής λειτουργίας.
-
ΚύησηΠαρακολούθησηΠληθυσμόςΈγκυες γυναίκεςΘα πρέπει να παρακολουθείται στενά το ιικό φορτίο. Εναλλακτικά, μπορεί να εξεταστεί το ενδεχόμενο της αλλαγής σε άλλη αντιρετροϊική αγωγή.
-
Έκδοχα (λακτόζη)ΑντένδειξηΠληθυσμόςΑσθενείς με σπάνια κληρονομικά νοσήματα δυσανεξίας στη γαλακτόζη, ολική ανεπάρκεια λακτάσης ή δυσαπορρόφηση γλυκόζης-γαλακτόζηςΔεν πρέπει να λαμβάνουν αυτό το φαρμακευτικό προϊόν.
-
Έκδοχα (sunset yellow aluminium lake (Ε110))ΠροσοχήΗ χρωστική μπορεί να προκαλέσει αλλεργικές αντιδράσεις.
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
swap_horiz
Αλληλεπιδράσεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
-
Φαρμακευτικά προϊόντα που επάγουν το CYP3AαντένδειξηΜείωση συγκεντρώσεων ριλπιβιρίνης στο πλάσμαΣύστασηΠιθανή απώλεια θεραπευτικής δράσης.
-
Αναστολείς της αντλίας πρωτονίωναντένδειξηΜείωση συγκεντρώσεων ριλπιβιρίνης στο πλάσμα λόγω αύξησης γαστρικού pHΣύστασηΠιθανή απώλεια θεραπευτικής δράσης.
-
Άλλα φαρμακευτικά προϊόντα που περιέχουν emtricitabine, tenofovir disoproxil ή tenofovir alafenamideπροσοχήΑύξηση έκθεσης στα συστατικάΣύστασηΔεν πρέπει να συγχορηγείται.
-
Υδροχλωρική ριλπιβιρίνη (μεμονωμένη)προσοχήΑύξηση έκθεσης στην ριλπιβιρίνηΣύστασηΔεν πρέπει να συγχορηγείται εκτός εάν χρειάζεται για αναπροσαρμογή της δόσης με ριφαμπουτίνη.
-
Άλλα ανάλογα της κυτιδίνης (π.χ. λαμιβουδίνη)προσοχήΛόγω ομοιοτήτων με την emtricitabineΣύστασηΔεν πρέπει να συγχορηγείται.
-
προσοχήΣύστασηΔεν πρέπει να συγχορηγείται.
-
προσοχήΑύξηση συστηματικής έκθεσης στη διδανοσίνη (40-60% με tenofovir disoproxil), κίνδυνος ανεπιθύμητων ενεργειών διδανοσίνης, μείωση κυττάρων CD4+, υψηλό ποσοστό ιολογικής αποτυχίαςΣύστασηΔεν συνιστάται η συγχορήγηση.
-
Νεφροτοξικά φαρμακευτικά προϊόντα (π.χ. αμινογλυκοσίδες, αμφοτερικίνη Β, φοσκαρνέτη, γκανσικλοβίρη, πενταμιδίνη, βανκομυκίνη, cidofovir, ιντερλευκίνη-2)προσοχήΕλάττωση νεφρικής λειτουργίας, ανταγωνισμός ενεργούς σωληναριακής απέκκρισης, αύξηση συγκεντρώσεων emtricitabine/tenofovirΣύστασηΗ χρήση του Emtricitabine, Tenofovir Disoproxil And Rilpivirine πρέπει να αποφεύγεται με ταυτόχρονη ή πρόσφατη χρήση.
-
Άλλοι NNRTIsπροσοχήΣύστασηΔεν συνιστάται η συγχορήγηση.
-
Φαρμακευτικά προϊόντα που αναστέλλουν τη δραστικότητα του ενζύμου CYP3AπροσοχήΑύξηση συγκεντρώσεων ριλπιβιρίνης στο πλάσμα
-
Φαρμακευτικά προϊόντα που επιμηκύνουν το QT (με γνωστό κίνδυνο Torsade de Pointes)προσοχήΕπιμήκυνση του διαστήματος QTcΣύστασηΤο Emtricitabine, Tenofovir Disoproxil And Rilpivirine πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή.
-
Υποστρώματα της P-γλυκοπρωτεΐνης (π.χ. ετεξιλική δαβιγατράνη)προσοχήΠιθανή αύξηση της έκθεσης σε αυτά τα φάρμακαΣύστασηΔεν μπορεί να αποκλεισθεί ότι η ριλπιβιρίνη μπορεί να αυξήσει την έκθεση σε άλλα φαρμακευτικά προϊόντα που μεταφέρονται από την P-gp τα οποία είναι πιο ευαίσθητα στην αναστολή της εντερικής P-gp.
-
παρακολούθησηΜείωση Atazanavir (AUC:↓25%, Cmax:↓28%, Cmin:↓26%), Αύξηση Tenofovir (AUC:↑37%, Cmax:↑34%, Cmin:↑29%)ΣύστασηΔεν απαιτείται αναπροσαρμογή της δόσης.
-
παρακολούθησηΜείωση Darunavir (Cmin:↓11%), Αύξηση Ριλπιβιρίνη (AUC:↑130%, Cmin:↑178%, Cmax:↑79%)
-
παρακολούθησηΑύξηση Tenofovir (AUC:↑22%, Cmin:↑37%)ΣύστασηΔεν απαιτείται αναπροσαρμογή της δόσης.
-
παρακολούθησηΜείωση Lopinavir (Cmin:↓11%), Αύξηση Ριλπιβιρίνη (AUC:↑52%, Cmin:↑74%, Cmax:↑29%)
-
παρακολούθησηΑύξηση Tenofovir (AUC:↑32%, Cmin:↑51%)ΣύστασηΔεν απαιτείται αναπροσαρμογή της δόσης.
-
παρακολούθησηMaraviroc: AUC↔, Cmax↔ΣύστασηΔεν απαιτείται αναπροσαρμογή της δόσης. Δεν αναμένονται κλινικά σημαντικές αλληλεπιδράσεις.
-
παρακολούθησηΑύξηση Raltegravir (AUC:↑9%, Cmin:↑27%, Cmax:↑10%)ΣύστασηΔεν απαιτείται αναπροσαρμογή της δόσης.
-
παρακολούθησηΑύξηση Raltegravir (AUC:↑49%, Cmax:↑64%), Μείωση Tenofovir (AUC:↓10%, Cmax:↓23%)ΣύστασηΔεν απαιτείται αναπροσαρμογή της δόσης.
-
παρακολούθησηΑύξηση Tenofovir (AUC:↑40%, Cmin:↑91%)ΣύστασηΔεν συνιστάται αναπροσαρμογή της δόσης. Παρακολούθηση νεφρικής λειτουργίας.
-
παρακολούθησηΑύξηση Tenofovir (AUC:↑40%, Cmax:↑44%, Cmin:↑84%)ΣύστασηΔεν συνιστάται αναπροσαρμογή της δόσης. Παρακολούθηση νεφρικής λειτουργίας.
-
παρακολούθησηΑύξηση Tenofovir (AUC:↑, Cmax:↑, Cmin:↑)ΣύστασηΔεν συνιστάται αναπροσαρμογή της δόσης. Παρακολούθηση νεφρικής λειτουργίας.
-
παρακολούθησηΑύξηση Sofosbuvir (Cmax:↑21%)ΣύστασηΔεν απαιτείται αναπροσαρμογή της δόσης.
-
παρακολούθησηΡιμπαβιρίνη: AUC↔, Cmax↔ΣύστασηΔεν απαιτείται αναπροσαρμογή της δόσης.
-
παρακολούθησηΦαμσικλοβίρη: AUC↔, Cmax↔. Emtricitabine: AUC↔, Cmax↔ΣύστασηΔεν απαιτείται αναπροσαρμογή της δόσης.
-
προσοχήΜείωση Κετοκοναζόλη (AUC:↓24%, Cmin:↓66%), Αύξηση Ριλπιβιρίνη (AUC:↑49%, Cmin:↑76%, Cmax:↑30%)ΣύστασηΔεν απαιτείται αναπροσαρμογή της δόσης για 25 mg ριλπιβιρίνης. Η συγχορήγηση μπορεί να προκαλέσει αύξηση στις συγκεντρώσεις ριλπιβιρίνης.
-
προσοχήΑύξηση συγκεντρώσεων ριλπιβιρίνης στο πλάσμα (αναστολή CYP3A)ΣύστασηΗ συγχορήγηση μπορεί να προκαλέσει αύξηση στις συγκεντρώσεις ριλπιβιρίνης.
-
προσοχήΜείωση Ριλπιβιρίνη (AUC:↓42%, Cmin:↓48%, Cmax:↓31%) με 25mg ριλπιβιρίνη. Αύξηση Ριλπιβιρίνη (AUC:↑16%, Cmax:↑43%) με 50mg ριλπιβιρίνη.ΣύστασηΣυνιστάται ένα πρόσθετο δισκίο ριλπιβιρίνης 25 mg την ημέρα ταυτόχρονα με το Emtricitabine, Tenofovir Disoproxil And Rilpivirine.
-
αντένδειξηΣημαντικές μειώσεις στις συγκεντρώσεις ριλπιβιρίνης στο πλάσμα (AUC:↓80%, Cmin:↓89%, Cmax:↓69%)ΣύστασηΔεν πρέπει να χρησιμοποιείται σε συνδυασμό λόγω απώλειας θεραπευτικής δράσης.
-
αντένδειξηΣημαντικές μειώσεις στις συγκεντρώσεις ριλπιβιρίνης στο πλάσμαΣύστασηΔεν πρέπει να χρησιμοποιείται σε συνδυασμό λόγω απώλειας θεραπευτικής δράσης.
-
Κλαριθρομυκίνη, Ερυθρομυκίνη (μακρολιδικά αντιβιοτικά)προσοχήΑύξηση συγκεντρώσεων ριλπιβιρίνης στο πλάσμα (αναστολή CYP3A)ΣύστασηΝα εξετάζεται η χρήση εναλλακτικών ουσιών (π.χ. αζιθρομυκίνη).
-
αντένδειξηΣημαντικές μειώσεις στις συγκεντρώσεις ριλπιβιρίνης στο πλάσμα (επαγωγή CYP3A)ΣύστασηΔεν πρέπει να χρησιμοποιείται σε συνδυασμό λόγω απώλειας θεραπευτικής δράσης.
-
Συστηματική δεξαμεθαζόνη (εκτός εφάπαξ δόσης)αντένδειξηΣημαντικές, δοσοεξαρτώμενες μειώσεις στις συγκεντρώσεις ριλπιβιρίνης στο πλάσμα (επαγωγή CYP3A)ΣύστασηΔεν πρέπει να χρησιμοποιείται σε συνδυασμό. Εξέταση εναλλακτικών, ειδικά για μακροχρόνια χρήση.
-
αντένδειξηΣημαντικές μειώσεις στις συγκεντρώσεις ριλπιβιρίνης στο πλάσμα (μειωμένη απορρόφηση, αύξηση γαστρικού pH)ΣύστασηΔεν πρέπει να χρησιμοποιείται σε συνδυασμό λόγω απώλειας θεραπευτικής δράσης.
-
προσοχήΣημαντικές μειώσεις στις συγκεντρώσεις ριλπιβιρίνης στο πλάσμα (μειωμένη απορρόφηση, αύξηση γαστρικού pH)ΣύστασηΝα χρησιμοποιούνται μόνο ανταγωνιστές H2 μία φορά ημερησίως, τουλάχιστον 12 ώρες πριν ή 4 ώρες μετά το Emtricitabine, Tenofovir Disoproxil And Rilpivirine.
-
Αντιόξινα (π.χ. υδροξείδιο του αργιλίου ή του μαγνησίου, ανθρακικό ασβέστιο)προσοχήΣημαντικές μειώσεις στις συγκεντρώσεις ριλπιβιρίνης στο πλάσμα (μειωμένη απορρόφηση, αύξηση γαστρικού pH)ΣύστασηΝα χρησιμοποιούνται τουλάχιστον 2 ώρες πριν ή 4 ώρες μετά το Emtricitabine, Tenofovir Disoproxil And Rilpivirine.
-
παρακολούθησηΜείωση R(-) μεθαδόνης (AUC:↓16%, Cmin:↓22%, Cmax:↓14%)ΣύστασηΔεν απαιτείται αναπροσαρμογή δόσης Emtricitabine, Tenofovir Disoproxil And Rilpivirine, αλλά συνιστάται κλινική παρακολούθηση για πιθανή αναπροσαρμογή μεθαδόνης.
-
παρακολούθησηΑύξηση Ριλπιβιρίνη (Cmin:↑26%)ΣύστασηΔεν απαιτείται αναπροσαρμογή της δόσης.
-
παρακολούθησηΑύξηση Αιθινυλοιστραδιόλη (Cmax:↑17%)ΣύστασηΔεν απαιτείται αναπροσαρμογή της δόσης.
-
παρακολούθησηΔιγοξίνη: AUC↔, Cmax↔ΣύστασηΔεν απαιτείται αναπροσαρμογή της δόσης.
-
Ετεξιλική δαβιγατράνηπροσοχήΚίνδυνος για αυξήσεις στις συγκεντρώσεις δαβιγατράνης στο πλάσμα (αναστολή εντερικής P-gp)ΣύστασηΟ συνδυασμός πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή.
-
παρακολούθησηTacrolimus: AUC↔, Cmax↔. Emtricitabine: AUC↔, Cmax↔. Tenofovir: AUC↔, Cmax↔ΣύστασηΔεν απαιτείται αναπροσαρμογή της δόσης.
-
παρακολούθησηΜετφορμίνη: AUC↔, Cmax↔ΣύστασηΔεν απαιτείται αναπροσαρμογή της δόσης.
-
St. John’s wort (Hypericum perforatum)αντένδειξηΣημαντικές μειώσεις στις συγκεντρώσεις ριλπιβιρίνης στο πλάσμαΣύστασηΔεν πρέπει να χρησιμοποιείται σε συνδυασμό λόγω απώλειας θεραπευτικής δράσης.
-
παρακολούθησηΑύξηση Ατορβαστατίνη (Cmax:↑35%), Μείωση Ατορβαστατίνη (Cmin:↓15%), Μείωση Ριλπιβιρίνη (Cmax:↓9%)ΣύστασηΔεν απαιτείται αναπροσαρμογή της δόσης.
-
παρακολούθησηΣιλδεναφίλη: AUC↔, Cmax↔ΣύστασηΔεν απαιτείται αναπροσαρμογή της δόσης.
-
Βαρδεναφίλη, Τανταλαφίλη (αναστολείς PDE-5)παρακολούθησηΣύστασηΔεν απαιτείται αναπροσαρμογή της δόσης.
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
sick
Ανεπιθύμητες ενέργειες
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
- Ουδετεροπενία
- Μειωμένος αριθμός αιμοπεταλίων
- Αναιμία
- μειωμένος αριθμός λευκών αιμοσφαιρίων
- μειωμένα επίπεδα αιμοσφαιρίνης
- Αλλεργική αντίδραση
- Σύνδρομο επανενεργοποίησης ανοσοποιητικού συστήματος
- αυξημένα επίπεδα ολικής χοληστερόλης (νηστείας)
- αυξημένα επίπεδα LDL χοληστερόλης (νηστείας)
- Υποφωσφαταιμία
- Υπερτριγλυκεριδαιμία
- Υπεργλυκαιμία
- Μειωμένη όρεξη
- Υποκαλιαιμία
- Γαλακτική οξέωση
- Αϋπνία
- Κατάθλιψη
- Καταθλιπτική διάθεση
- Διαταραχές ύπνου
- Μη φυσιολογικά όνειρα
- Κεφαλαλγία
- Ζάλη
- Υπνηλία
- αυξημένα επίπεδα παγκρεατικής αμυλάσης
- αυξημένα επίπεδα αμυλάσης συμπεριλαμβανομένης της παγκρεατικής αμυλάσης
- Έμετος
- Διάρροια
- Ναυτία
- Κοιλιακό άλγος
- Κοιλιακή δυσφορία
- Κοιλιακή διάταση
- Δυσπεψία
- Μετεωρισμός
- Ξηροστομία
- Παγκρεατίτιδα
- Αυξημένη λιπάση
- Αυξημένη κρεατινίνη
- αυξημένα επίπεδα τρανσαμινασών (AST ή/και ALT)
- αυξημένα επίπεδα χολερυθρίνης
- Ηπατίτιδα
- Ηπατική στεάτωση
- Εξάνθημα
- Κυστικό-φυσαλλιδώδες εξάνθημα
- Φλυκταινώδες εξάνθημα
- Υπερμελάγχρωση δέρματος
- Κηλιδοβλατιδώδες εξάνθημα
- Κνησμός
- Αγγειοοίδημα
- ουρτικάρια
- σοβαρές δερματικές αντιδράσεις με συστηματικά συμπτώματα
- αυξημένα επίπεδα κινάσης της κρεατινίνης
- μειωμένη οστική πυκνότητα
- μυϊκή αδυνασία
- οστεομαλακία (που εκδηλώνεται ως οστικό άλγος και συμβάλλει όχι συχνά σε κατάγματα)
- Ραβδομυόλυση
- Μυοπάθεια
- κεντρική νεφρική σωληναριοπάθεια, συμπεριλαμβανομένου του συνδρόμου Fanconi
- νεφρίτις (συμπεριλαμβανομένης διάμεσης νεφρίτιδας)
- Πρωτεϊνουρία
- Νεφρική ανεπάρκεια
- Οξεία σωληναριακή νέκρωση
- Νεφρογενής άποιος διαβήτης
- Καταβολή
- Πόνος
- Κόπωση
Λεπτομέρειες κατά συχνότητα expand_more
-
Πολύ συχνέςΈμετοςΓαστρεντερικό
-
Πολύ συχνέςΑϋπνίαΨυχιατρικές
-
Πολύ συχνέςΔιάρροιαΓαστρεντερικό
-
Πολύ συχνέςΕξάνθημαΔέρμα
-
Πολύ συχνέςΖάληΝευρικό
-
Πολύ συχνέςΚαταβολήΓενικές
-
Πολύ συχνέςΚεφαλαλγίαΝευρικό
-
Πολύ συχνέςΝαυτίαΓαστρεντερικό
-
Πολύ συχνέςΥποφωσφαταιμίαΜεταβολισμός
-
Πολύ συχνέςαυξημένα επίπεδα LDL χοληστερόλης (νηστείας)Διαταραχές του μεταβολισμού και της θρέψης
-
Πολύ συχνέςαυξημένα επίπεδα κινάσης της κρεατινίνηςΔιαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και του συνδετικού ιστού
-
Πολύ συχνέςαυξημένα επίπεδα ολικής χοληστερόλης (νηστείας)Διαταραχές του μεταβολισμού και της θρέψης
-
Πολύ συχνέςαυξημένα επίπεδα παγκρεατικής αμυλάσηςΔιαταραχές του γαστρεντερικού
-
Πολύ συχνέςαυξημένα επίπεδα τρανσαμινασών (AST ή/και ALT)Διαταραχές του ήπατος και των χοληφόρων
-
ΣυχνέςΑλλεργική αντίδρασηΑνοσοποιητικό
-
ΣυχνέςΑυξημένη λιπάσηΕργαστηριακές
-
ΣυχνέςΔιαταραχές ύπνουΨυχιατρικές
-
ΣυχνέςΔυσπεψίαΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΚατάθλιψηΨυχιατρικές
-
ΣυχνέςΚαταθλιπτική διάθεσηΨυχιατρικές
-
ΣυχνέςΚηλιδοβλατιδώδες εξάνθημαΔέρμα
-
ΣυχνέςΚνησμόςΔέρμα
-
ΣυχνέςΚοιλιακή διάτασηΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΚοιλιακή δυσφορίαΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΚοιλιακό άλγοςΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΚυστικό-φυσαλλιδώδες εξάνθημαΔέρμα
-
ΣυχνέςΚόπωσηΓενικές
-
ΣυχνέςΜειωμένη όρεξηΜεταβολισμός
-
ΣυχνέςΜειωμένος αριθμός αιμοπεταλίωνΑίμα
-
ΣυχνέςΜετεωρισμόςΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΜη φυσιολογικά όνειραΨυχιατρικές
-
ΣυχνέςΞηροστομίαΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΟυδετεροπενίαΑίμα
-
ΣυχνέςΠόνοςΓενικές
-
ΣυχνέςΥπεργλυκαιμίαΜεταβολισμός
-
ΣυχνέςΥπερμελάγχρωση δέρματοςΔέρμα
-
ΣυχνέςΥπερτριγλυκεριδαιμίαΜεταβολισμός
-
ΣυχνέςΥπνηλίαΝευρικό
-
ΣυχνέςΦλυκταινώδες εξάνθημαΔέρμα
-
Συχνέςαυξημένα επίπεδα αμυλάσης συμπεριλαμβανομένης της παγκρεατικής αμυλάσηςΔιαταραχές του γαστρεντερικού
-
Συχνέςαυξημένα επίπεδα χολερυθρίνηςΔιαταραχές του ήπατος και των χοληφόρων
-
Συχνέςμειωμένα επίπεδα αιμοσφαιρίνηςΔιαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος
-
Συχνέςμειωμένη οστική πυκνότηταΔιαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και του συνδετικού ιστού
-
Συχνέςμειωμένος αριθμός λευκών αιμοσφαιρίωνΔιαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος
-
ΣυχνέςουρτικάριαΔιαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
-
Όχι συχνέςΑγγειοοίδημαΔέρμα
-
Όχι συχνέςΑναιμίαΑίμα
-
Όχι συχνέςΑυξημένη κρεατινίνηΕργαστηριακές
-
Όχι συχνέςΠαγκρεατίτιδαΓαστρεντερικό
-
Όχι συχνέςΠρωτεϊνουρίαΝεφρά/Ουροποιητικό
-
Όχι συχνέςΡαβδομυόλυσηΜυοσκελετικό
-
Όχι συχνέςΣύνδρομο επανενεργοποίησης ανοσοποιητικού συστήματοςΑνοσοποιητικό
-
Όχι συχνέςΥποκαλιαιμίαΜεταβολισμός
-
Όχι συχνέςκεντρική νεφρική σωληναριοπάθεια, συμπεριλαμβανομένου του συνδρόμου FanconiΔιαταραχές των νεφρών και των ουροφόρων οδών
-
Όχι συχνέςμυϊκή αδυνασίαΔιαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και του συνδετικού ιστού
-
Όχι συχνέςσοβαρές δερματικές αντιδράσεις με συστηματικά συμπτώματαΔιαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
-
ΣπάνιεςΓαλακτική οξέωσηΜεταβολισμός
-
ΣπάνιεςΗπατίτιδαΉπαρ
-
ΣπάνιεςΗπατική στεάτωσηΉπαρ
-
ΣπάνιεςΜυοπάθειαΜυοσκελετικό
-
ΣπάνιεςΝεφρική ανεπάρκειαΝεφρά/Ουροποιητικό
-
ΣπάνιεςΝεφρογενής άποιος διαβήτηςΝεφρά/Ουροποιητικό
-
ΣπάνιεςΟξεία σωληναριακή νέκρωσηΝεφρά/Ουροποιητικό
-
Σπάνιεςνεφρίτις (συμπεριλαμβανομένης διάμεσης νεφρίτιδας)Διαταραχές των νεφρών και των ουροφόρων οδών
-
Σπάνιεςοστεομαλακία (που εκδηλώνεται ως οστικό άλγος και συμβάλλει όχι συχνά σε κατάγματα)Διαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και του συνδετικού ιστού
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
pregnant_woman
Κύηση / Γαλουχία
ΠΧΠ (SPC)
Επίπεδο κινδύνου: Αποφεύγεται
expand_more
Κύηση / Γαλουχία
-
ΚύησηΑποφεύγεταιΔεν έχουν πραγματοποιηθεί επαρκείς και καλά ελεγχόμενες μελέτες του Emtricitabine, Tenofovir Disoproxil And Rilpivirine ή των συστατικών του σε έγκυες γυναίκες. Είναι περιορισμένα τα δεδομένα (περιπτώσεις έκβασης κύησης λιγότερες από 300) από τη χρήση ριλπιβιρίνης στις έγκυες γυναίκες (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις, Φαρμακοδυναμικές και Φαρμακοκινητικές). Κατά τη διάρκεια της κύησης παρατηρήθηκαν χαμηλότερες εκθέσεις της ριλπιβιρίνης, συνεπώς θα πρέπει να παρακολουθείται στενά το ιικό φορτίο. Ένας μεγάλος αριθμός δεδομένων σε έγκυες γυναίκες (περιπτώσεις έκβασης κύησης περισσότερες από 1.000) καταδεικνύουν τη μη ύπαρξη συγγενών διαμαρτιών ή τοξικότητας στο έμβρυο/νεογνό σχετιζόμενης με την emtricitabine και το tenofovir disoproxil. Μελέτες σε ζώα δεν κατέδειξαν άμεση ή έμμεση τοξικότητα στην αναπαραγωγική ικανότητα (βλ. Προκλινικά δεδομένα) από τα συστατικά του Emtricitabine, Tenofovir Disoproxil And Rilpivirine.
-
ΓαλουχίαΑντενδείκνυταιΗ emtricitabine και το tenofovir disoproxil απεκκρίνονται στο ανθρώπινο γάλα. Δεν είναι γνωστό εάν η ριλπιβιρίνη απεκκρίνεται στο ανθρώπινο γάλα. Υπάρχουν ανεπαρκείς πληροφορίες σχετικά με την επίδραση του Emtricitabine, Tenofovir Disoproxil And Rilpivirine στα νεογέννητα/βρέφη. Ο θηλασμός πρέπει να διακόπτεται κατά τη διάρκεια της θεραπείας με Emtricitabine, Tenofovir Disoproxil And Rilpivirine. Προκειμένου να αποφευχθεί η μετάδοση του ιού HIV στο βρέφος, δεν συνιστάται σε καμία περίπτωση σε γυναίκες που έχουν προσβληθεί από τον ιό HIV να θηλάζουν τα βρέφη τους.
-
ΓονιμότηταΆγνωστοΔεν υπάρχουν διαθέσιμα δεδομένα για ανθρώπους σχετικά με τις επιπτώσεις του Emtricitabine, Tenofovir Disoproxil And Rilpivirine στη γονιμότητα. Μελέτες σε ζώα δεν κατέδειξαν επικίνδυνες επιπτώσεις της emtricitabine, της υδροχλωρικής ριλπιβιρίνης ή του tenofovir disoproxil στη γονιμότητα.
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
e911_emergency
Υπερδοσολογία
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Υπερδοσολογία
- αυξημένος κίνδυνος ανεπιθύμητων ενεργειών σχετιζόμενων με το Eviplera και τα μεμονωμένα συστατικά του
directions_car
Επίδραση στην οδήγηση
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Επίδραση στην οδήγηση
science
Έκδοχα
ΠΧΠ (SPC) §2 & §6.1
expand_more
Έκδοχα
biotech
Φαρμακολογία
Φαρμακοδυναμική & Φαρμακοκινητική
expand_more
Φαρμακολογία
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: Αντιικό για συστηματική χρήση, αντιικά για τη θεραπεία των HIV λοιμώξεων, συνδυασμοί. Κωδικός ATC: J05AR08.
Μηχανισμός δράσης και φαρμακοδυναμικές επιδράσεις
H emtricitabine είναι νουκλεοσιδικό ανάλογο της κυτιδίνης. Το tenofovir disoproxil μετατρέπεται in vivo σε tenofovir, ένα ανάλογο μονοφωσφορικού νουκλεοσιδίου (νουκλεοτίδιο) της μονοφωσφορικής αδενοσίνης. Τόσο η emtricitabine όσο και το tenofovir εμφανίζουν εξειδικευμένη δράση έναντι των HIV-1, HIV-2 και HBV.
Η ριλπιβιρίνη είναι μια διαρυλ-πυριμιδίνη NNRTI του HIV-1. Η δραστηριότητα της ριλπιβιρίνης μεσολαβείται από τη μη ανταγωνιστική αναστολή της ανάστροφης μεταγραφάσης (RT) του HIV-1.
Η emtricitabine και το tenofovir φωσφορυλιώνονται από κυτταρικά ένζυμα και σχηματίζουν τριφωσφορική emtricitabine και διφωσφορικό tenofovir, αντίστοιχα. Μελέτες in vitro έδειξαν ότι τόσο η emtricitabine όσο και το tenofovir μπορούν να φωσφορυλιωθούν πλήρως όταν βρίσκονται ταυτόχρονα σε συνδυασμό μέσα στο κύτταρο. Η τριφωσφορική emtricitabine και το διφωσφορικό tenofovir αναστέλλουν ανταγωνιστικά την ανάστροφη μεταγραφάση (RT) του HIV-1, με αποτέλεσμα τον τερματισμό της αλύσου του DNA.
Η τριφωσφορική emtricitabine και το διφωσφορικό tenofovir είναι ασθενείς αναστολείς των DNA πολυμερασών των θηλαστικών και δεν υπήρξε ένδειξη για τοξικότητα στα μιτοχόνδρια είτε in vitro είτε in vivo. Η ριλπιβιρίνη δεν αναστέλλει τις ανθρώπινες κυτταρικές DNA πολυμεράσες α, β και τη μιτοχονδριακή DNA πολυμεράση γ.
Αντιιική δραστικότητα in vitro
Ο τριπλός συνδυασμός emtricitabine, ριλπιβιρίνη και tenofovir κατέδειξε συνεργική αντιιική δράση σε κυτταρική καλλιέργεια.
Η αντιιική δράση της emtricitabine κατά εργαστηριακών και κλινικών απομονωμάτων του HIV-1 αξιολογήθηκε σε λεμφοβλαστοειδείς κυτταρικές σειρές, στην MAGI-CCR5 κυτταρική σειρά και σε μονοπύρηνα κύτταρα του περιφερικού αίματος. Οι τιμές 50% αποτελεσματικής συγκέντρωσης (EC50) για την emtricitabine ήταν στο εύρος από 0,0013 έως 0,64 μM.
H emtricitabine κατέδειξε αντιιική δράση σε κυτταρική καλλιέργεια κατά των HIV-1 υποτύπων A, B, C, D, E, F και G (τιμές EC50 στο εύρος από 0,007 έως 0,075 μM) και κατέδειξε ειδική για το στέλεχος δράση κατά του HIV-2 (τιμές EC50 στο εύρος από 0,007 έως 1,5 μM).
Σε μελέτες συνδυασμού της emtricitabine με NRTIs (abacavir, διδανοσίνη, λαμιβουδίνη, σταβουδίνη, tenofovir και ζιδοβουδίνη), NNRTIs (δελαβιρδίνη, εφαβιρένζη, νεβιραπίνη και ριλπιβιρίνη) και PIs (αμπρεναβίρη, νελφιναβίρη, ριτοναβίρη και σακιναβίρη), παρατηρήθηκαν αθροιστικά έως συνεργικά αποτελέσματα.
Η ριλπιβιρίνη κατέδειξε δράση κατά εργαστηριακών στελεχών μη μεταλλαγμένου HIV-1 σε μια οξέως μολυσμένη T-κυτταρική σειρά με διάμεση τιμή EC50 για HIV-1/IIIB 0,73 nM (0,27 ng/ml). Αν και η ριλπιβιρίνη κατέδειξε περιορισμένη in vitro δράση κατά του HIV-2 με τιμές EC50 στο εύρος από 2.510 έως 10.830 nM (920 έως 3.970 ng/ml), η θεραπεία της λοίμωξης από τον HIV-2 με υδροχλωρική ριλπιβιρίνη δεν συνιστάται απουσία κλινικών δεδομένων.
Η ριλπιβιρίνη κατέδειξε επίσης αντιιική δράση κατά μιας ευρείας σειράς κύριων απομονωμάτων του HIV-1 ομάδας M (υποτύπος A, B, C, D, F, G, H) με τιμές EC50 στο εύρος από 0,07 έως 1,01 nM (0,03 έως 0,37 ng/ml) και κύριων απομονωμάτων ομάδας O με τιμές EC50 στο εύρος από 2,88 έως 8,45 nM (1,06 έως 3,10 ng/ml).
Η αντιιική δράση του tenofovir κατά εργαστηριακών και κλινικών απομονωμάτων του HIV-1 αξιολογήθηκε σε λεμφοβλαστοειδείς κυτταρικές σειρές, πρωτογενή μονοκύτταρα/μακροφάγα κύτταρα και λεμφοκύτταρα του περιφερικού αίματος. Οι τιμές EC50 για το tenofovir ήταν στο εύρος από 0,04 έως 8,5 μM.
Το tenofovir κατέδειξε αντιιική δράση σε κυτταρική καλλιέργεια κατά των HIV-1 υποτύπων A, B, C, D, E, F, G και O (τιμές EC50 στο εύρος από 0,5 έως 2,2 μM) και ειδική για το στέλεχος δράση κατά του HIV-2 (τιμές EC50 στο εύρος από 1,6 έως 5,5 μM).
Σε μελέτες συνδυασμού του tenofovir με NRTIs (abacavir, διδανοσίνη, emtricitabine, λαμιβουδίνη, σταβουδίνη και ζιδοβουδίνη), NNRTIs (δελαβιρδίνη, εφαβιρένζη, νεβιραπίνη και ριλπιβιρίνη) και PIs (αμπρεναβίρη, ινδιναβίρη, νελφιναβίρη, ριτοναβίρη και σακιναβίρη), παρατηρήθηκαν αθροιστικά έως συνεργικά αποτελέσματα.
Αντοχή
Λαμβάνοντας υπόψη όλα τα διαθέσιμα in vitro δεδομένα και τα δεδομένα που παρατηρήθηκαν σε ασθενείς που δεν είχαν υποβληθεί σε προηγούμενη θεραπεία, οι ακόλουθες σχετιζόμενες με την αντοχή μεταλλάξεις στην RT του HIV-1, όταν είναι παρούσες κατά την έναρξη της μελέτης, μπορεί να επηρεάσουν τη δράση του Emtricitabine, Tenofovir Disoproxil And Rilpivirine: K65R, K70E, K101E, K101P, E138A, E138G, E138K, E138Q, E138R, V179L, Y181C, Y181I, Y181V, M184I, M184V, Y188L, H221Y, F227C, M230I, M230L και ο συνδυασμός L100I και K103N.
Μια αρνητική επίδραση από τις μεταλλάξεις NNRTI διαφορετική από εκείνες που παρατίθενται παραπάνω (π.χ. μεταλλάξεις K103N ή L100I ως μεμονωμένες μεταλλάξεις) δεν μπορεί να αποκλεισθεί, δεδομένου ότι αυτό δεν μελετήθηκε in vivo σε επαρκή αριθμό ασθενών.
Όπως και με άλλα αντιρετροϊικά φαρμακευτικά προϊόντα, δοκιμασία ελέγχου αντοχής ή/και δεδομένα αντοχής ιστορικού θα πρέπει να καθοδηγούν τη χρήση του Emtricitabine, Tenofovir Disoproxil And Rilpivirine (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις).
Σε κυτταρική καλλιέργεια Παρατηρήθηκε αντοχή στην emtricitabine ή στο tenofovir in vitro και σε ορισμένους ασθενείς προσβεβλημένους από τον ιό HIV-1 λόγω της ανάπτυξης της M184V ή M184I υποκατάστασης στην RT (reverse transcriptase, RT= ανάστροφη μεταγραφάση) με την emtricitabine ή της K65R υποκατάστασης στην RT με το tenofovir. Επιπλέον, μια K70E υποκατάσταση στην RT του HIV-1 έχει επιλεγεί από το tenofovir και προκαλεί μειωμένη ευαισθησία χαμηλού επιπέδου στο abacavir, στην emtricitabine, στο tenofovir και στη λαμιβουδίνη. Δεν εντοπίστηκαν άλλες οδοί για την ανάπτυξη αντοχής στην emtricitabine ή στο tenofovir. Ιοί ανθεκτικοί στην emtricitabine που έφεραν τη μετάλλαξη M184V/I, εμφάνισαν διασταυρούμενη αντοχή στη λαμιβουδίνη, αλλά διατήρησαν την ευαισθησία τους στη διδανοσίνη, τη σταβουδίνη, το tenofovir, τη ζαλσιταβίνη και τη ζιδοβουδίνη. Η μετάλλαξη K65R μπορεί να επιλεγεί και με το abacavir ή τη διδανοσίνη και προκαλεί μειωμένη ευαισθησία σε αυτούς τους παράγοντες ως και στη λαμιβουδίνη, την emtricitabine και στο tenofovir. Το tenofovir disoproxil πρέπει να αποφεύγεται σε ασθενείς με εμπειρία προηγούμενης αντιρετροϊικής θεραπείας με στελέχη του HIV-1 που περιλαμβάνουν την K65R μετάλλαξη. Στελέχη του HIV-1 με μεταλλάξεις K65R, M184V και K65R+M184V παραμένουν πλήρως ευαίσθητα στη ριλπιβιρίνη.
Στελέχη ανθεκτικά στη ριλπιβιρίνη επιλέχθηκαν σε κυτταρική καλλιέργεια ξεκινώντας από μη μεταλλαγμένο HIV-1 διαφορετικών προελεύσεων και υποτύπων, καθώς και NNRTI-ανθεκτικό HIV-1. Οι συχνότερα παρατηρούμενες σχετικές με την αντοχή μεταλλάξεις που εμφανίστηκαν συμπεριλάμβαναν τις L100I, K101E, V108I, E138K, V179F, Y181C, H221Y, F227C και M230I.
Σε πρωτοθεραπευόμενους ασθενείς με HIV-1 λοίμωξη Για τις αναλύσεις αντοχής, χρησιμοποιήθηκε ένας ευρύτερος ορισμός της ιολογικής αποτυχίας από ό,τι στην κύρια ανάλυση αποτελεσματικότητας. Στη σωρευτική συγκεντρωτική ανάλυση αντοχής κατά την εβδομάδα 96 για ασθενείς που έλαβαν ριλπιβιρίνη σε συνδυασμό με emtricitabine/tenofovir disoproxil, παρατηρήθηκε μεγαλύτερος κίνδυνος ιολογικής αποτυχίας για ασθενείς στο σκέλος ριλπιβιρίνης εντός των πρώτων 48 εβδομάδων αυτών των μελετών (11,5% στο σκέλος ριλπιβιρίνης και 4,2% στο σκέλος efavirenz) ενώ χαμηλά ποσοστά ιολογικής αποτυχίας, παρόμοια μεταξύ των σκελών θεραπείας, παρατηρήθηκαν από την ανάλυση της εβδομάδας 48 έως την εβδομάδα 96 (15 ασθενείς ή 2,7% στο σκέλος ριλπιβιρίνης και 14 ασθενείς ή 2,6% στο σκέλος efavirenz). Από αυτές τις ιολογικές αποτυχίες 5/15 (ριλπιβιρίνη) και 5/14 (efavirenz) ήταν σε ασθενείς με ιικό φορτίο κατά την έναρξη της μελέτης ≤100.000 αντίγραφα/ml.
Στη συγκεντρωτική ανάλυση αντοχής της εβδομάδας 96 για ασθενείς που έλαβαν emtricitabine/tenofovir disoproxil + υδροχλωρική ριλπιβιρίνη στις κλινικές μελέτες Φάσης III C209 και C215, υπήρξαν 78 ιολογικές αποτυχίες ασθενών, με διαθέσιμες πληροφορίες γονοτυπικής αντοχής για 71 από αυτούς τους ασθενείς. Σε αυτήν την ανάλυση, οι σχετιζόμενες με την αντοχή στον NNRTI μεταλλάξεις οι οποίες αναπτύχθηκαν συχνότερα σε αυτούς τους ασθενείς ήταν: V90I, K101E, E138K/Q, V179I, Y181C, V189I, H221Y και F227C. Οι πιο συχνές μεταλλάξεις ήταν οι ίδιες στις αναλύσεις της εβδομάδας 48 και της εβδομάδας 96. Στις μελέτες, η παρουσία των μεταλλάξεων V90I και V189I κατά την έναρξη της μελέτης δεν επηρέασε την ανταπόκριση. Η E138K υποκατάσταση εμφανίστηκε πιο συχνά κατά τη διάρκεια της θεραπείας με ριλπιβιρίνη, συχνά σε συνδυασμό με την M184I υποκατάσταση. Το 52% των ασθενών με ιολογική αποτυχία στο σκέλος ριλπιβιρίνης ανέπτυξε ταυτόχρονες μεταλλάξεις NNRTI και NRTI. Οι μεταλλάξεις που συσχετίστηκαν με την αντοχή στον NRTI οι οποίες αναπτύχθηκαν σε 3 ή περισσότερους ασθενείς ήταν: K65R, K70E, M184V/I και K219E κατά τη διάρκεια της θεραπείας.
Μέχρι την εβδομάδα 96, λιγότεροι ασθενείς στο σκέλος ριλπιβιρίνης με ιικό φορτίο κατά την έναρξη της μελέτης ≤100.000 αντίγραφα/ml εμφάνισαν σχετιζόμενες με την αντοχή υποκαταστάσεις ή/και φαινοτυπική αντοχή στη ριλπιβιρίνη (7/288) από ό,τι ασθενείς με ιικό φορτίο κατά την έναρξη της μελέτης >100.000 αντίγραφα/ml (30/262). Μεταξύ εκείνων των ασθενών που ανέπτυξαν αντοχή στη ριλπιβιρίνη, 4/7 ασθενείς με ιικό φορτίο κατά την έναρξη της μελέτης ≤100.000 αντίγραφα/ml και 28/30 ασθενείς με ιικό φορτίο κατά την έναρξη της μελέτης >100.000 αντίγραφα/ml είχαν διασταυρούμενη αντοχή σε άλλους NNRTIs.
Σε ιολογικά κατεσταλμένους ασθενείς με HIV-1 λοίμωξη Μελέτη GS-US-264-0106 Από τους 469 ασθενείς που υποβλήθηκαν σε θεραπεία με Emtricitabine, Tenofovir Disoproxil And Rilpivirine [317 ασθενείς που άλλαξαν σε Emtricitabine, Tenofovir Disoproxil And Rilpivirine κατά την έναρξη της μελέτης (σκέλος Emtricitabine, Tenofovir Disoproxil And Rilpivirine) και 152 ασθενείς που άλλαξαν κατά την εβδομάδα 24 (σκέλος καθυστερημένης αλλαγής)], ένα σύνολο 7 ασθενών αναλύθηκαν για ανάπτυξη αντοχής και όλοι είχαν γονοτυπικά και φαινοτυπικά δεδομένα διαθέσιμα. Μέχρι την εβδομάδα 24, δύο ασθενείς οι οποίοι άλλαξαν σε Emtricitabine, Tenofovir Disoproxil And Rilpivirine κατά την έναρξη της μελέτης (2 από 317 ασθενείς, 0,6%) και ένας ασθενής ο οποίος διατήρησε τη βασισμένη σε PI ενισχυμένο με ritonavir αγωγή του [σκέλος παραμονής στην αγωγή έναρξης της μελέτης (SBR, Stayed on Baseline Regimen)] (1 από 159 ασθενείς, 0,6%) ανέπτυξαν γονοτυπική ή/και φαινοτυπική αντοχή στα φάρμακα της μελέτης. Μετά από την εβδομάδα 24, ο HIV-1 από 2 επιπλέον ασθενείς στο σκέλος Emtricitabine, Tenofovir Disoproxil And Rilpivirine ανέπτυξε αντοχή κατά την εβδομάδα 48 (σύνολο 4 από 469 ασθενείς, 0,9%). Οι υπόλοιποι 3 ασθενείς που υποβλήθηκαν σε θεραπεία με Emtricitabine, Tenofovir Disoproxil And Rilpivirine δεν είχαν ανάπτυξη αντοχής.
Οι πιο συχνές μεταλλάξεις ανάπτυξης αντοχής σε ασθενείς που υποβλήθηκαν σε θεραπεία με Emtricitabine, Tenofovir Disoproxil And Rilpivirine ήταν οι M184V/I και E138K στην RT. Όλοι οι ασθενείς παρέμειναν ευαίσθητοι στο tenofovir. Από τους 24 ασθενείς που υποβλήθηκαν σε θεραπεία με Emtricitabine, Tenofovir Disoproxil And Rilpivirine οι οποίοι είχαν τη σχετιζόμενη με NNRTI K103N υποκατάσταση προϋπάρχουσα κατά την έναρξη της μελέτης στον HIV-1 τους, 17 από 18 ασθενείς στο σκέλος Emtricitabine, Tenofovir Disoproxil And Rilpivirine και 5 από 6 ασθενείς στο σκέλος SBR διατήρησαν την ιολογική καταστολή μετά την αλλαγή σε Emtricitabine, Tenofovir Disoproxil And Rilpivirine μέχρι 48 εβδομάδες και 24 εβδομάδες θεραπείας, αντίστοιχα. Ένας ασθενής με προϋπάρχουσα K103N κατά την έναρξη της μελέτης είχε ιολογική αποτυχία με πρόσθετη ανάπτυξη αντοχής κατά την εβδομάδα 48.
Μελέτη GS-US-264-0111 Μέχρι την εβδομάδα 48, δεν παρατηρήθηκε ανάπτυξη αντοχής στους 2 ασθενείς που απέτυχαν ιολογικά μεταξύ των ασθενών οι οποίοι άλλαξαν σε Emtricitabine, Tenofovir Disoproxil And Rilpivirine από εφαβιρένζη/emtricitabine/tenofovir disoproxil (0 από 49 ασθενείς).
Διασταυρούμενη αντοχή
Δεν καταδείχθηκε σημαντική διασταυρούμενη αντοχή μεταξύ ανθεκτικών στη ριλπιβιρίνη παραλλαγών του HIV-1 και της emtricitabine ή του tenofovir, ή μεταξύ ανθεκτικών στην emtricitabine ή στο tenofovir παραλλαγών και της ριλπιβιρίνης.
Σε κυτταρική καλλιέργεια Emtricitabine Ανθεκτικοί στην emtricitabine ιοί με την υποκατάσταση M184V/I εμφάνισαν διασταυρούμενη αντοχή στη λαμιβουδίνη, αλλά διατήρησαν την ευαισθησία στη διδανοσίνη, στη σταβουδίνη, στο tenofovir και στη ζιδοβουδίνη.
Ιοί που περιλαμβάνουν υποκαταστάσεις οι οποίες επιφέρουν μειωμένη ευαισθησία στη σταβουδίνη και τη ζιδοβουδίνη - μεταλλάξεις που σχετίζονται με ανάλογα θυμιδίνης - TAMs (M41L, D67N, K70R, L210W, T215Y/F, K219Q/E) ή τη διδανοσίνη (L74V) παρέμειναν ευαίσθητοι στην emtricitabine. HIV-1 που περιέχει την υποκατάσταση K103N ή άλλες υποκαταστάσεις που σχετίζονται με την αντοχή στη ριλπιβιρίνη και άλλους NNRTIs ήταν ευαίσθητος στην emtricitabine.
Υδροχλωρική ριλπιβιρίνη Σε μια σειρά 67 ανασυνδυασμένων εργαστηριακών στελεχών του HIV-1 με μία σχετιζόμενη με την αντοχή μετάλλαξη στις θέσεις RT που σχετίζονται με την αντοχή στους NNRTI, συμπεριλαμβανομένων των συχνότερα απαντώμενων K103N και Y181C, η ριλπιβιρίνη κατέδειξε αντιιική δράση κατά 64 (96%) από αυτά τα στελέχη. Οι μεμονωμένες σχετιζόμενες με την αντοχή μεταλλάξεις που συσχετίζονται με απώλεια της ευαισθησίας στη ριλπιβιρίνη ήταν: K101P και Y181V/I. Η K103N υποκατάσταση από μόνη της δεν οδήγησε σε μειωμένη ευαισθησία στη ριλπιβιρίνη, αλλά ο συνδυασμός των K103N και L100I οδήγησε σε 7-πλάσια μειωμένη ευαισθησία στη ριλπιβιρίνη. Σε μια άλλη μελέτη, η Y188L υποκατάσταση είχε ως αποτέλεσμα 9-πλάσια μειωμένη ευαισθησία στη ριλπιβιρίνη για κλινικά απομονώματα και 6-πλάσια για στελέχη με τοποκατευθυνόμενες μεταλλάξεις.
Tenofovir disoproxil Η υποκατάσταση K65R και επίσης η K70E έχουν ως αποτέλεσμα μειωμένη ευαισθησία στο abacavir, στη διδανοσίνη, στη λαμιβουδίνη, στην emtricitabine και στο tenofovir, αλλά διατηρούν την ευαισθησία στη ζιδοβουδίνη.
Ασθενείς με HIV-1 που εμφανίζουν 3 ή περισσότερες TAMs και περιλαμβάνουν την M41L ή L210W υποκατάσταση της RT, επέδειξαν μειωμένη ανταπόκριση στην αγωγή με tenofovir disoproxil.
Η ιολογική ανταπόκριση στο tenofovir disoproxil δεν μειώθηκε σε ασθενείς με HIV-1 με έκφραση της σχετιζόμενης με την αντοχή στο abacavir/emtricitabine/λαμιβουδίνη M184V υποκατάστασης.
Ο HIV-1 που περιέχει υποκαταστάσεις με αντοχή στους NNRTIs, όπως την Κ103Ν, την Y181C ή τη σχετιζόμενη με τη ριλπιβιρίνη υποκατάσταση, ήταν ευαίσθητος στο tenofovir.
Σε πρωτοθεραπευόμενους ασθενείς Οι εκβάσεις αντοχής, συμπεριλαμβανομένης της διασταυρούμενης αντοχής σε άλλους NNRTIs, σε ασθενείς που λάμβαναν υδροχλωρική ριλπιβιρίνη σε συνδυασμό με emtricitabine/tenofovir disoproxil στις μελέτες Φάσης III (συγκεντρωτικά δεδομένα C209 και C215) και εμφάνισαν ιολογική αποτυχία, παρουσιάζονται στον Πίνακα 3 παρακάτω.
Πίνακας 3: Εκβάσεις φαινοτυπικής αντοχής και διασταυρούμενης αντοχής από τις μελέτες C209 και C215 (συγκεντρωτικά δεδομένα) για ασθενείς που λάμβαναν υδροχλωρική ριλπιβιρίνη σε συνδυασμό με emtricitabine/tenofovir disoproxil κατά την εβδομάδα 96 (με βάση την ανάλυση αντοχής)
| Σε ασθενείς με φαινοτυπικά δεδομένα (n = 66) | Σε ασθενείς με ιικό φορτίο κατά την έναρξη της μελέτης ≤100.000 αντίγραφα/ml (n = 22) | Σε ασθενείς με ιικό φορτίο κατά την έναρξη της μελέτης >100.000 αντίγραφα/ml (n = 44) | |
|---|---|---|---|
| Αντοχή στη ριλπιβιρίνη | 31/66 | 4/22 | 27/44 |
| Διασταυρούμενη αντοχή στην ετραβιρίνη | 28/31 | 3/4 | 25/27 |
| Διασταυρούμενη αντοχή στην εφαβιρένζη | 27/31 | 3/4 | 24/27 |
| Διασταυρούμενη αντοχή στην νεβιραπίνη | 13/31 | 1/4 | 12/27 |
| Αντοχή στην emtricitabine/λαμιβουδίνη (M184I/V) | 40/66 | 9/22 | 31/44 |
| Αντοχή στο tenofovir (K65R) | 2/66 | 0/22 | 2/44 |
Σε ιολογικά κατεσταλμένους ασθενείς με HIV-1 λοίμωξη Στη μελέτη GS-US-264-0106, 4 από τους 469 ασθενείς οι οποίοι άλλαξαν από αγωγή βασισμένη σε ενισχυμένο αναστολέα πρωτεάσης (PI) με ritonavir σε Emtricitabine, Tenofovir Disoproxil And Rilpivirine είχαν HIV-1 με μειωμένη ευαισθησία σε τουλάχιστον ένα συστατικό του Emtricitabine, Tenofovir Disoproxil And Rilpivirine μέχρι την εβδομάδα 48. De novo αντοχή στην emtricitabine/λαμιβουδίνη παρατηρήθηκε σε 4 περιπτώσεις και επίσης στη ριλπιβιρίνη σε 2 περιπτώσεις, με επακόλουθη διασταυρούμενη αντοχή στο efavirenz (2/2), στη νεβιραπίνη (2/2) και στην ετραβιρίνη (1/2).
Επιδράσεις στο ηλεκτροκαρδιογράφημα
Η επίδραση της υδροχλωρικής ριλπιβιρίνης στη συνιστώμενη δόση των 25 mg μία φορά ημερησίως στο διάστημα QTcF αξιολογήθηκε σε μια τυχαιοποιημένη, ελεγχόμενη με εικονικό φάρμακο και ενεργά (μοξιφλοξασίνη 400 mg μία φορά ημερησίως) διασταυρούμενη μελέτη σε 60 υγιείς ενήλικες, με 13 μετρήσεις σε μια περίοδο 24 ωρών σε σταθεροποιημένη κατάσταση. H υδροχλωρική ριλπιβιρίνη, στη συνιστώμενη δόση των 25 mg μία φορά ημερησίως, δεν συσχετίζεται με κλινικά σχετιζόμενη επίδραση στο QTc.
Όταν υπερθεραπευτικές δόσεις υδροχλωρικής ριλπιβιρίνης των 75 mg μία φορά ημερησίως και 300 mg μία φορά ημερησίως μελετήθηκαν σε υγιείς ενήλικες, οι μέγιστες μέσες αντιστοιχισμένες με το χρόνο (95% άνω όριο εμπιστοσύνης) διαφορές στο διάστημα QTcF από το εικονικό φάρμακο μετά τη διόρθωση γραμμής βάσης ήταν 10,7 (15,3) και 23,3 (28,4) ms, αντίστοιχα. Η χορήγηση σε σταθεροποιημένη κατάσταση υδροχλωρικής ριλπιβιρίνης 75 mg μία φορά ημερησίως και 300 mg μία φορά ημερησίως είχε ως αποτέλεσμα μια μέση Cmax περίπου 2,6 φορές και 6,7 φορές, αντίστοιχα, υψηλότερη από τη μέση Cmax σταθεροποιημένης κατάστασης που παρατηρείται με τη συνιστώμενη δόση υδροχλωρικής ριλπιβιρίνης των 25 mg μία φορά ημερησίως.
Κλινική εμπειρία
Πρωτοθεραπευόμενοι ασθενείς με HIV-1 λοίμωξη Η αποτελεσματικότητα του Emtricitabine, Tenofovir Disoproxil And Rilpivirine βασίζεται στις αναλύσεις δεδομένων 96 εβδομάδων από δύο τυχαιοποιημένες, διπλές-τυφλές, ελεγχόμενες μελέτες, C209 και C215. Εντάχθηκαν πρωτοθεραπευόμενοι με αντιρετροϊική θεραπεία ασθενείς με HIV-1 λοίμωξη (n = 1.368) οι οποίοι είχαν HIV-1 RNA πλάσματος ≥5.000 αντίγραφα/ml και επιλέχθηκαν για ευαισθησία στον N(t)RTI και για απουσία ειδικών σχετιζόμενων με την αντοχή στον NNRTI μεταλλάξεων. Οι μελέτες είναι ταυτόσημες στο σχεδιασμό με εξαίρεση την αγωγή υποβάθρου (background regimen, BR). Οι ασθενείς τυχαιοποιήθηκαν σε αναλογία 1:1 για να λάβουν είτε υδροχλωρική ριλπιβιρίνη 25 mg (n = 686) μία φορά ημερησίως είτε εφαβιρένζη 600 mg (n = 682) μία φορά ημερησίως επιπρόσθετα σε μια BR. Στη μελέτη C209 (n = 690), η BR ήταν emtricitabine/tenofovir disoproxil. Στη μελέτη C215 (n = 678), η BR περιλάμβανε 2 επιλεγμένους από τους ερευνητές N(t)RTIs: emtricitabine/tenofovir disoproxil (60%, n = 406) ή λαμιβουδίνη/ζιδοβουδίνη (30%, n = 204) ή abacavir συν λαμιβουδίνη (10%, n = 68).
Στη συγκεντρωτική ανάλυση για τις C209 και C215 των ασθενών που έλαβαν αγωγή υποβάθρου με emtricitabine/tenofovir disoproxil, τα δημογραφικά και κατά την έναρξη της μελέτης χαρακτηριστικά ήταν ισορροπημένα μεταξύ των σκελών ριλπιβιρίνης και εφαβιρένζης. Ο Πίνακας 4 εμφανίζει τα δημογραφικά και κατά την έναρξη της μελέτης χαρακτηριστικά της νόσου. Το διάμεσο HIV-1 RNA πλάσματος ήταν 5,0 και 5,0 log10 αντίγραφα/ml και ο διάμεσος αριθμός CD4+ ήταν 247 x 106 κύτταρα/l και 261 x 106 κύτταρα/l για τους τυχαιοποιημένους στο σκέλος ριλπιβιρίνης και εφαβιρένζης ασθενείς, αντίστοιχα.
Πίνακας 4: Δημογραφικά και κατά την έναρξη της μελέτης χαρακτηριστικά των πρωτοθεραπευόμενων με αντιρετροϊική αγωγή ενηλίκων ασθενών με HIV-1 λοίμωξη στις μελέτες C209 και C215 (συγκεντρωτικά δεδομένα για ασθενείς που έλαβαν υδροχλωρική ριλπιβιρίνη ή efavirenz σε συνδυασμό με emtricitabine/tenofovir disoproxil) κατά την εβδομάδα 96
| Δημογραφικά χαρακτηριστικά | Ριλπιβιρίνη + Emtricitabine/Tenofovir disoproxil n = 550 | Efavirenz + Emtricitabine/Tenofovir disoproxil n = 546 |
|---|---|---|
| Διάμεση ηλικία (εύρος), έτη | 36,0 (18-78) | 36,0 (19-69) |
| Φύλο | ||
| Άνδρας | 78% | 79% |
| Γυναίκα | 22% | 21% |
| Εθνικότητα | ||
| Λευκός | 64% | 61% |
| Μαύρος/Αφροαμερικανός | 25% | 23% |
| Ασιάτης | 10% | 13% |
| Άλλο | 1% | 1% |
| Δεν επιτράπηκε να ερωτηθεί σύμφωνα με τους τοπικούς κανονισμούς | 1% | 1% |
| Χαρακτηριστικά της νόσου κατά την έναρξη της μελέτης | Ριλπιβιρίνη + Emtricitabine/Tenofovir disoproxil n = 550 | Efavirenz + Emtricitabine/Tenofovir disoproxil n = 546 |
|---|---|---|
| Διάμεσος HIV-1 RNA log10 αντιγράφων/ml (εύρος), στο πλάσμα κατά την έναρξη της μελέτης | 5,0 (2-7) | 5,0 (3-7) |
| Διάμεσος αριθμός κυττάρων CD4+ (εύρος) κατά την έναρξη της μελέτης, x 106 κύτταρα/l | 247 (1-888) | 261 (1-857) |
| Ποσοστό ασθενών με συνυπάρχουσα λοίμωξη από τον HBV/HCV | 7,7% | 8,1% |
Μια ανάλυση υποομάδων της ιολογικής ανταπόκρισης (<50 HIV-1 RNA αντίγραφα/ml) τόσο στις 48 εβδομάδες όσο και στις 96 εβδομάδες, και ιολογικής αποτυχίας ανά ιικό φορτίο κατά την έναρξη της μελέτης (συγκεντρωτικά δεδομένα από δύο κλινικές μελέτες Φάσης III (C209 και C215), για ασθενείς που έλαβαν την αγωγή υποβάθρου emtricitabine/tenofovir disoproxil) παρουσιάζεται στον Πίνακα 5. Το ποσοστό ανταπόκρισης (επιβεβαιωμένο μη ανιχνεύσιμο ιικό φορτίο <50 HIV-1 RNA αντίγραφα/ml) κατά την εβδομάδα 96 ήταν συγκρίσιμο μεταξύ του σκέλους ριλπιβιρίνης και του σκέλους efavirenz. Η επίπτωση της ιολογικής αποτυχίας ήταν υψηλότερη στο σκέλος ριλπιβιρίνης από ό,τι στο σκέλος efavirenz κατά την εβδομάδα 96. Ωστόσο, οι περισσότερες ιολογικές αποτυχίες εμφανίστηκαν εντός των πρώτων 48 εβδομάδων της θεραπείας. Οι διακοπές λόγω ανεπιθύμητων ενεργειών ήταν υψηλότερες στο σκέλος efavirenz κατά την εβδομάδα 96 από ό,τι στο σκέλος ριλπιβιρίνης.
Πίνακας 5: Ιολογικές εκβάσεις τυχαιοποιημένης θεραπείας των μελετών C209 και C215 (συγκεντρωτικά δεδομένα για ασθενείς που έλαβαν υδροχλωρική ριλπιβιρίνη ή efavirenz σε συνδυασμό με emtricitabine/tenofovir disoproxil) κατά την εβδομάδα 48 (κύρια) και κατά την εβδομάδα 96
| Εβδομάδα 48 | Εβδομάδα 96 | |
|---|---|---|
| Ριλπιβιρίνη + Emtricitabine/Tenofovir disoproxil n = 550 | Efavirenz + Emtricitabine/Tenofovir disoproxil n = 546 | |
| Συνολική ανταπόκριση (HIV-1 RNA <50 αντίγραφα/ml (TLOVRα))β | 83,5% (459/550) (80,4; 86,6) | 82,4% (450/546) (79,2; 85,6) |
| Ανά ιικό φορτίο κατά την έναρξη της μελέτης (αντίγραφα/ml) | ||
| ≤100.000 | 89,6% (258/288) (86,1; 93,1) | 84,8% (217/256) (80,4; 89,2) |
| >100.000 | 76,7% (201/262) (71,6; 81,8) | 80,3% (233/290) (75,8; 84,9) |
| Ανά αριθμό κυττάρων CD4+ κατά την έναρξη της μελέτης (x 106 κύτταρα/l) | ||
| <50 | 51,7% (15/29) (33,5; 69,9) | 79,3% (23/29) (64,6; 94,1) |
| ≥50-200 | 80,9% (123/152) (74,7; 87,2) | 80,7% (109/135) (74,1; 87,4) |
| ≥200-350 | 86,3% (215/249) (82,1; 90,6) | 82,3% (205/249) (77,6; 87,1) |
| ≥350 | 89,1% (106/119) (83,5; 94,7) | 85,0% (113/133) (78,9; 91,0) |
| Καμία ανταπόκριση | ||
| Ιολογική αποτυχία (όλοι οι ασθενείς) | 9,5% (52/550) | 4,2% (23/546) |
| Ανά ιικό φορτίο κατά την έναρξη της μελέτης (αντίγραφα/ml) | ||
| ≤100.000 | 4,2% (12/288) | 2,3% (6/256) |
| >100.000 | 15,3% (40/262) | 5,9% (17/290) |
| Θάνατος | 0 | 0,2% (1/546) |
| Διακοπή λόγω ανεπιθύμητης ενέργειας (AE) | 2,2% (12/550) | 7,1% (39/546) |
| Διακοπή για αιτία διαφορετική από AEε | 4,9% (27/550) | 6,0% (33/546) |
Emtricitabine/tenofovir disoproxil + υδροχλωρική ριλπιβιρίνη καταδείχθηκε ότι είναι μη κατώτερο στην επίτευξη HIV-1 RNA <50 αντιγράφων/ml σε σύγκριση με emtricitabine/tenofovir disoproxil + efavirenz.
Κατά την εβδομάδα 96 οι μέσες μεταβολές στον αριθμό κυττάρων CD4+ από την έναρξη της μελέτης ήταν +226 x 106 κύτταρα/l και +222 x 106 κύτταρα/l για τα σκέλη θεραπείας ριλπιβιρίνης και efavirenz, αντίστοιχα, των ασθενών που έλαβαν την αγωγή υποβάθρου emtricitabine/tenofovir disoproxil.
Δεν υπήρξαν νέα μοτίβα διασταυρούμενης αντοχής κατά την εβδομάδα 96 σε σύγκριση με την εβδομάδα 48. Η έκβαση αντοχής για ασθενείς με ιολογική αποτυχία και φαινοτυπική αντοχή, όπως προσδιορίζονται από το πρωτόκολλο, κατά την εβδομάδα 96 παρουσιάζεται στον Πίνακα 6:
Πίνακας 6: Εκβάσεις φαινοτυπικής αντοχής από τις μελέτες C209 και C215 (συγκεντρωτικά δεδομένα για ασθενείς που έλαβαν υδροχλωρική ριλπιβιρίνη ή efavirenz σε συνδυασμό με emtricitabine/tenofovir disoproxil) κατά την εβδομάδα 96 (με βάση την ανάλυση αντοχής)
| Ριλπιβιρίνη + Emtricitabine/Tenofovir disoproxil n = 550 | Efavirenz + Emtricitabine/Tenofovir disoproxil n = 546 | |
|---|---|---|
| Αντοχή στην emtricitabine/λαμιβουδίνη | 7,3% (40/550) | 0,9% (5/546) |
| Αντοχή στη ριλπιβιρίνη | 5,6% (31/550) | 0 |
| Αντοχή στο efavirenz | 5,1% (28/550) | 2,2% (12/546) |
Σε εκείνους τους ασθενείς που απέτυχαν με τη θεραπεία με Emtricitabine, Tenofovir Disoproxil And Rilpivirine και οι οποίοι ανέπτυξαν αντοχή στο Emtricitabine, Tenofovir Disoproxil And Rilpivirine, παρατηρήθηκε γενικά διασταυρούμενη αντοχή σε άλλους εγκεκριμένους NNRTIs (ετραβιρίνη, efavirenz, νεβιραπίνη).
Ιολογικά κατεσταλμένοι ασθενείς με HIV-1 λοίμωξη Μελέτη GS-US-264-0106 Η αποτελεσματικότητα και η ασφάλεια της αλλαγής από έναν PI ενισχυμένο με ritonavir σε συνδυασμό με δύο NRTIs σε STR Emtricitabine, Tenofovir Disoproxil And Rilpivirine αξιολογήθηκε σε μια τυχαιοποιημένη, ανοικτής επισήμανσης μελέτη σε ιολογικά κατεσταλμένους ενήλικες με HIV-1 λοίμωξη. Οι ασθενείς έπρεπε να είναι είτε στην πρώτη είτε στη δεύτερη αντιρετροϊική αγωγή τους χωρίς ιστορικό ιολογικής αποτυχίας, να μην έχουν παρουσία ή ιστορικό αντοχής σε οποιοδήποτε από τα τρία συστατικά του Emtricitabine, Tenofovir Disoproxil And Rilpivirine και έπρεπε να είναι σταθερά κατεσταλμένοι (HIV-1 RNA <50 αντίγραφα/ml) για τουλάχιστον 6 μήνες πριν από τη διαλογή. Οι ασθενείς τυχαιοποιήθηκαν σε αναλογία 2:1 είτε σε αλλαγή σε Emtricitabine, Tenofovir Disoproxil And Rilpivirine κατά την έναρξη της μελέτης (σκέλος Emtricitabine, Tenofovir Disoproxil And Rilpivirine, n = 317) είτε σε παραμονή στην αντιρετροϊική αγωγή έναρξης της μελέτης για 24 εβδομάδες (σκέλος SBR, n = 159) πριν την αλλαγή σε Emtricitabine, Tenofovir Disoproxil And Rilpivirine για επιπλέον 24 εβδομάδες (σκέλος καθυστερημένης αλλαγής, n = 152). Οι ασθενείς είχαν μέση ηλικία 42 έτη (εύρος 19-73), 88% ήταν άνδρες, 77% ήταν Λευκοί, 17% ήταν Μαύροι και 17% ήταν Ισπανόφωνοι/Λατίνοι. Ο μέσος αριθμός κυττάρων CD4 κατά την έναρξη της μελέτης ήταν 584 x 106 κύτταρα/l (εύρος 42-1.484). Η τυχαιοποίηση στρωματοποιήθηκε μέσω της χρήσης tenofovir disoproxil ή/και lopinavir/ritonavir στην αγωγή έναρξης της μελέτης.
Οι εκβάσεις της θεραπείας μέχρι τις 24 εβδομάδες παρουσιάζονται στον Πίνακα 7.
Πίνακας 7: Εκβάσεις τυχαιοποιημένης θεραπείας στη μελέτη GS-US-264-0106 κατά την εβδομάδα 24α
| Σκέλος Emtricitabine, Tenofovir Disoproxil And Rilpivirine n = 317 | Σκέλος παραμονής στην αγωγή έναρξης της μελέτης (SBR) n = 159 | |
|---|---|---|
| Ιολογική επιτυχία μετά από 24 εβδομάδες θεραπείαςβ (HIV-1 RNA <50 αντίγραφα/ml) | 94% (297/317) | 90% (143/159) |
| Ιολογική αποτυχίαγ | 1% (3/317) | 5% (8/159) |
| Χωρίς ιολογικά δεδομένα στο παράθυρο της εβδομάδας 24 | ||
| Διακοπή του φαρμάκου της μελέτης λόγω AE ή θανάτουδ | 2% (6/317) | 0% |
| Διακοπή του φαρμάκου της μελέτης λόγω διαφορετικής αιτίας και τελευταίο διαθέσιμο HIV-1 RNA <50 αντίγραφα/mlε | 3% (11/317) | 3% (5/159) |
| Ελλιπή δεδομένα κατά τη διάρκεια του παραθύρου αλλά συνεχίζουν το φάρμακο της μελέτης | 0% | 2% (3/159) |
| Διάμεση αύξηση CD4+ από την έναρξη της μελέτης (x 106 κύτταρα/l) | +22 | +10 |
Η αλλαγή σε Emtricitabine, Tenofovir Disoproxil And Rilpivirine ήταν μη κατώτερη στη διατήρηση HIV-1 RNA <50 αντιγράφων/ml σε σύγκριση με ασθενείς οι οποίοι παρέμειναν σε έναν PI ενισχυμένο με ritonavir σε συνδυασμό με δύο NRTIs [διαφορά θεραπείας (95% CI): + 3,8% (−1,6% έως 9,1%)].
Μεταξύ των ασθενών στο σκέλος SBR οι οποίοι διατήρησαν την αγωγή έναρξης της μελέτης για 24 εβδομάδες και στη συνέχεια άλλαξαν σε Emtricitabine, Tenofovir Disoproxil And Rilpivirine, 92% (140/152) των ασθενών είχαν HIV-1 RNA <50 αντίγραφα/ml μετά από 24 εβδομάδες Emtricitabine, Tenofovir Disoproxil And Rilpivirine, σύμφωνο με τα αποτελέσματα της εβδομάδας 24 για ασθενείς που άλλαξαν σε Emtricitabine, Tenofovir Disoproxil And Rilpivirine κατά την έναρξη της μελέτης.
Κατά την εβδομάδα 48, 89% (283/317) των ασθενών οι οποίοι τυχαιοποιήθηκαν για αλλαγή σε Emtricitabine, Tenofovir Disoproxil And Rilpivirine κατά την έναρξη της μελέτης (σκέλος Emtricitabine, Tenofovir Disoproxil And Rilpivirine) είχαν HIV-1 RNA <50 αντίγραφα/ml, 3% (8/317) θεωρήθηκαν ως ιολογικές αποτυχίες (HIV RNA ≥50 αντίγραφα/ml) και 8% (26/317) δεν είχαν διαθέσιμα δεδομένα στο παράθυρο της εβδομάδας 48. Από τους 26 ασθενείς χωρίς διαθέσιμα δεδομένα στο παράθυρο της εβδομάδας 48, 7 ασθενείς διέκοψαν λόγω ανεπιθύμητης ενέργειας (AE) ή θανάτου, 16 ασθενείς διέκοψαν για άλλη αιτία και 3 ασθενείς δεν είχαν δεδομένα αλλά παρέμεναν στο φάρμακο της μελέτης. Η διάμεση μεταβολή στον αριθμό κυττάρων CD4 κατά την εβδομάδα 48 ήταν +17 x 106 κύτταρα/l, στην ανάλυση των ασθενών που ολοκλήρωσαν τη θεραπεία.
Υπήρξαν 7/317 ασθενείς (2%) στο σκέλος Emtricitabine, Tenofovir Disoproxil And Rilpivirine και 6/152 ασθενείς (4%) στο σκέλος καθυστερημένης αλλαγής οι οποίοι διέκοψαν μόνιμα το φάρμακο της μελέτης λόγω ανεπιθύμητης ενέργειας κατά τη διάρκεια της θεραπείας (TEAE, treatment-emergent adverse event). Κανένας ασθενής δεν διέκοψε από τη μελέτη λόγω TEAE στο σκέλος SBR.
Μελέτη GS-US-264-0111 Η αποτελεσματικότητα, η ασφάλεια και η φαρμακοκινητική της αλλαγής από STR εφαβιρένζης/emtricitabine/tenofovir disoproxil σε STR Emtricitabine, Tenofovir Disoproxil And Rilpivirine αξιολογήθηκαν σε μια μελέτη ανοικτής επισήμανσης σε ιολογικά κατεσταλμένους ενήλικες με HIV-1 λοίμωξη. Οι ασθενείς έπρεπε να έχουν προηγουμένως λάβει μόνο εφαβιρένζη/emtricitabine/tenofovir disoproxil ως την πρώτη αντιρετροϊική αγωγή τους για τουλάχιστον τρεις μήνες και επιθυμούσαν να αλλάξουν αγωγές λόγω δυσανεξίας στο efavirenz. Οι ασθενείς έπρεπε να είναι σταθερά κατεσταλμένοι για τουλάχιστον 8 εβδομάδες πριν από την ένταξη στη μελέτη, να μην έχουν παρουσία ή ιστορικό αντοχής σε οποιοδήποτε από τα τρία συστατικά του Emtricitabine, Tenofovir Disoproxil And Rilpivirine και να έχουν HIV-1 RNA <50 αντίγραφα/ml κατά τη διαλογή. Οι ασθενείς άλλαξαν από εφαβιρένζη/emtricitabine/tenofovir disoproxil σε Emtricitabine, Tenofovir Disoproxil And Rilpivirine χωρίς περίοδο έκπλυσης του φαρμάκου. Μεταξύ των 49 ασθενών οι οποίοι έλαβαν τουλάχιστον μία δόση Emtricitabine, Tenofovir Disoproxil And Rilpivirine, 100% των ασθενών παρέμεναν κατεσταλμένοι (HIV-1 RNA <50 αντίγραφα/ml) κατά την εβδομάδα 12 και κατά την εβδομάδα 24. Κατά την εβδομάδα 48, 94% (46/49) των ασθενών παρέμεναν κατεσταλμένοι και 4% (2/49) θεωρήθηκαν ως ιολογικές αποτυχίες (HIV-1 RNA ≥50 αντίγραφα/ml). Ένας ασθενής (2%) δεν είχε διαθέσιμα δεδομένα στο παράθυρο της εβδομάδας 48 και το φάρμακο της μελέτης διακόπηκε λόγω παραβίασης του πρωτοκόλλου (δηλ. αιτία διαφορετική από AE ή θάνατο) και το τελευταίο διαθέσιμο HIV-1 RNA ήταν <50 αντίγραφα/ml.
Παιδιατρικός πληθυσμός
Ο Ευρωπαϊκός Οργανισμός Φαρμάκων έχει δώσει απαλλαγή από την υποχρέωση υποβολής των αποτελεσμάτων των μελετών με το Emtricitabine, Tenofovir Disoproxil And Rilpivirine σε όλες τις υποκατηγορίες του παιδιατρικού πληθυσμού στη θεραπεία του HIV-1 (βλ. Δοσολογία για πληροφορίες σχετικά με την παιδιατρική χρήση).
Κύηση
Η ριλπιβιρίνη (η οποία ελήφθη ως Emtricitabine, Tenofovir Disoproxil And Rilpivirine σε 16 από 19 ασθενείς και ως μία άλλη αγωγή υποβάθρου σε 3 από 19 ασθενείς) αξιολογήθηκε στη μελέτη TMC114HIV3015 σε έγκυες γυναίκες κατά τη διάρκεια του 2ου και του 3ου τριμήνου, και μετά τον τοκετό. Τα φαρμακοκινητικά δεδομένα καταδεικνύουν ότι η συνολική έκθεση (AUC) στη ριλπιβιρίνη ως μέρος αντιρετροϊικής αγωγής ήταν περίπου 30% χαμηλότερη κατά τη διάρκεια της κύησης σε σύγκριση με το διάστημα μετά τον τοκετό (6-12 εβδομάδες). Η ιολογική ανταπόκριση διατηρήθηκε γενικά κατά τη διάρκεια της μελέτης: από τις 12 ασθενείς που ολοκλήρωσαν τη μελέτη, οι 10 ασθενείς ήταν κατεσταλμένες στο τέλος της μελέτης. Στις άλλες 2 ασθενείς παρατηρήθηκε μία αύξηση στο ιικό φορτίο μόνο μετά τον τοκετό, για τουλάχιστον 1 ασθενή λόγω υποψίας μειωμένης συμμόρφωσης. Δεν υπήρξε μεταφορά από μητέρα σε παιδί σε κανένα από τα 10 βρέφη που γεννήθηκαν από μητέρες που ολοκλήρωσαν τη μελέτη και για τις οποίες ήταν διαθέσιμη η κατάσταση του HIV. Η ριλπιβιρίνη ήταν καλά ανεκτή κατά τη διάρκεια της κύησης και μετά τον τοκετό. Δεν υπήρξαν νέα ευρήματα ασφάλειας σε σύγκριση με το γνωστό προφίλ ασφάλειας της ριλπιβιρίνης σε ενήλικες με λοίμωξη από τον ιό HIV-1 (βλ. Δοσολογία, Κύηση και γαλουχία και Φαρμακοκινητικές).
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
Απορρόφηση
Η βιοϊσοδυναμία ενός επικαλυμμένου με λεπτό υμένιο δισκίου Emtricitabine, Tenofovir Disoproxil And Rilpivirine με ένα σκληρό καψάκιο emtricitabine 200 mg, ένα επικαλυμμένο με λεπτό υμένιο δισκίο ριλπιβιρίνης (ως υδροχλωρική) 25 mg και ένα επικαλυμμένο με λεπτό υμένιο δισκίο tenofovir disoproxil 245 mg απεδείχθη μετά από χορήγηση μονήρους δόσης σε υγιή άτομα μετά από γεύμα. Μετά την από του στόματος χορήγηση του Emtricitabine, Tenofovir Disoproxil And Rilpivirine με την τροφή, η emtricitabine απορροφάται ταχέως και εκτεταμένα με τις μέγιστες συγκεντρώσεις στο πλάσμα να εμφανίζονται εντός 2,5 ωρών μετά τη δόση. Οι μέγιστες συγκεντρώσεις tenofovir παρατηρούνται στο πλάσμα εντός 2 ωρών και οι μέγιστες συγκεντρώσεις ριλπιβιρίνης στο πλάσμα επιτυγχάνονται γενικά εντός 4-5 ωρών. Μετά την από του στόματος χορήγηση του tenofovir disoproxil σε ασθενείς με HIV λοίμωξη, το tenofovir disoproxil απορροφάται ταχέως και μετατρέπεται σε tenofovir. Η απόλυτη βιοδιαθεσιμότητα της emtricitabine από τα σκληρά καψάκια 200 mg εκτιμήθηκε ότι είναι 93%. Η από του στόματος βιοδιαθεσιμότητα του tenofovir από τα δισκία tenofovir disoproxil σε ασθενείς σε κατάσταση νηστείας ήταν περίπου 25%. Η απόλυτη βιοδιαθεσιμότητα της ριλπιβιρίνης είναι άγνωστη. Η χορήγηση του Emtricitabine, Tenofovir Disoproxil And Rilpivirine σε υγιή ενήλικα άτομα είτε με ένα ελαφρύ γεύμα (390 kcal) είτε με ένα κανονικό γεύμα (540 kcal) οδήγησε σε αυξημένες εκθέσεις στην ριλπιβιρίνη και στο tenofovir σε σχέση με την κατάσταση νηστείας. Η Cmax και η AUC της ριλπιβιρίνης αυξήθηκαν κατά 34% και 9% (ελαφρύ γεύμα) και κατά 26% και 16% (κανονικό γεύμα), αντίστοιχα. Η Cmax και η AUC για το tenofovir αυξήθηκαν κατά 12% και 28% (ελαφρύ γεύμα) και κατά 32% και 38% (κανονικό γεύμα), αντίστοιχα. Οι εκθέσεις στην emtricitabine δεν επηρεάστηκαν από την τροφή. Το Emtricitabine, Tenofovir Disoproxil And Rilpivirine πρέπει να χορηγείται μαζί με την τροφή προκειμένου να διασφαλιστεί η βέλτιστη απορρόφηση (βλ. Δοσολογία).
Κατανομή
Μετά από ενδοφλέβια χορήγηση ο όγκος κατανομής των μεμονωμένων συστατικών emtricitabine και tenofovir σε σταθεροποιημένη κατάσταση υπολογίσθηκε περίπου στα 1.400 ml/kg και 800 ml/kg, αντίστοιχα. Μετά την από του στόματος χορήγηση των μεμονωμένων συστατικών emtricitabine και tenofovir disoproxil, το tenofovir κατανέμεται σε όλο το σώμα. Η in vitro σύνδεση της emtricitabine με τις πρωτεΐνες του ανθρώπινου πλάσματος ήταν <4% και ανεξάρτητη της συγκέντρωσης άνω του εύρους 0,02-200 μg/ml. Η in vitro σύνδεση της ριλπιβιρίνης με τις ανθρώπινες πρωτεΐνες του πλάσματος είναι περίπου 99,7%, κυρίως με τη λευκωματίνη. Η in vitro σύνδεση του tenofovir με τις πρωτεΐνες του πλάσματος ή του ορού ήταν <0,7% και 7,2%, αντιστοίχως, σε εύρος συγκεντρώσεων του tenofovir από 0,01 έως 25 μg/ml.
Βιομετασχηματισμός
Ο μεταβολισμός της emtricitabine είναι περιορισμένος. Η βιομετατροπή της emtricitabine περιλαμβάνει την οξείδωση του δακτυλίου των θειολών και το σχηματισμό των 3’-sulfoxide διαστερεομερών (περίπου το 9% της δόσης) και τη σύζευξη με γλυκουρονικό οξύ για να σχηματίσει το 2’-O-γλυκουρονίδιο (περίπου το 4% της δόσης). In vitro πειράματα υποδεικνύουν ότι η υδροχλωρική ριλπιβιρίνη κυρίως υπόκειται σε οξειδωτικό μεταβολισμό που μεσολαβείται από το σύστημα του CYP3A. Σε μελέτες in vitro διαπιστώθηκε ότι ούτε το tenofovir disoproxil ούτε το tenofovir αποτελούν υπόστρωμα των ενζύμων CYP450. Ούτε η emtricitabine ούτε το tenofovir ανέστειλε in vitro το μεταβολισμό φαρμάκων που επιτελείται από όλες τις μείζονες ισομορφές του ανθρώπινου CYP450, οι οποίες συμμετέχουν στη βιομετατροπή των φαρμάκων. Επίσης, η emtricitabine δεν αναστέλλει την ουριδινο-5’-διφωσφογλυκουρονυλική τρανσφεράση, το ένζυμο που είναι υπεύθυνο για τη γλυκουρονιδίωση.
Αποβολή
Η emtricitabine απεκκρίνεται πρωταρχικά μέσω των νεφρών με πλήρη ανάκτηση της δόσης από τα ούρα (περίπου το 86%) και στα κόπρανα (περίπου το 14%). Το 13% της δόσης της emtricitabine ανακτήθηκε στα ούρα με τη μορφή τριών μεταβολιτών. Ο μέσος όρος της συστηματικής κάθαρσης της emtricitabine ήταν 307 ml/min. Μετά την από του στόματος χορήγηση, ο χρόνος ημίσειας ζωής για την απομάκρυνση της emtricitabine ήταν περίπου 10 ώρες.
Η ημίσεια ζωή τελικής απέκκρισης της ριλπιβιρίνης είναι περίπου 45 ώρες. Μετά την από του στόματος χορήγηση εφάπαξ δόσης [14C-]ριλπιβιρίνης, κατά μέσο όρο 85% και 6,1% της ραδιενέργειας ήταν δυνατό να ανακτηθεί στα κόπρανα και στα ούρα, αντίστοιχα. Στα κόπρανα, η αμετάβλητη ριλπιβιρίνη αποτελούσε κατά μέσο όρο το 25% της χορηγηθείσας δόσης. Μόνο ιχνοποσότητες αμετάβλητης ριλπιβιρίνης (<1% της δόσης) ανιχνεύθηκαν στα ούρα.
Το tenofovir απεκκρίνεται κυρίως μέσω των νεφρών μέσω διήθησης και ενός ενεργού συστήματος σωληναριακής μεταφοράς (ανθρώπινος οργανικός ανιονικός μεταφορέας 1 [hOAT1]) με περίπου 70−80% της δόσης να απεκκρίνεται αμετάβλητη στα ούρα μετά από ενδοφλέβια χορήγηση. Ο μέσος όρος της φαινόμενης κάθαρσης του tenofovir ήταν περίπου 307 ml/min. Η νεφρική κάθαρση έχει υπολογισθεί περίπου στα 210 ml/min, που είναι πέραν του ρυθμού σπειραματικής διήθησης. Αυτό υποδεικνύει ότι η ενεργός σωληναριακή απέκκριση συνιστά σημαντικό μέρος της απέκκρισης του tenofovir. Μετά την από του στόματος χορήγηση, ο χρόνος ημίσειας ζωής για την απομάκρυνση του tenofovir ήταν περίπου 12 έως 18 ώρες.
Φαρμακοκινητική σε ειδικούς πληθυσμούς
Ηλικιωμένοι Μια πληθυσμιακή φαρμακοκινητική ανάλυση σε ασθενείς με HIV λοίμωξη κατέδειξε ότι η φαρμακοκινητική της ριλπιβιρίνης δεν διαφέρει εντός του ηλικιακού εύρους (18 έως 78 έτη) που αξιολογήθηκε, με μόνο 2 ασθενείς ηλικίας 65 ετών και άνω.
Φύλο Η φαρμακοκινητική της emtricitabine και του tenofovir είναι παρόμοια σε άνδρες και σε γυναίκες ασθενείς. Δεν παρατηρήθηκαν κλινικά σχετικές διαφορές στη φαρμακοκινητική της ριλπιβιρίνης μεταξύ ανδρών και γυναικών.
Εθνικότητα Δεν έχουν εντοπισθεί κλινικά σημαντικές διαφορές στη φαρμακοκινητική όσον αφορά την εθνικότητα.
Παιδιατρικός πληθυσμός Γενικά η φαρμακοκινητική της emtricitabine σε βρέφη, παιδιά και εφήβους (ηλικίας από 4 μηνών έως 18 ετών) είναι παρόμοια με αυτή των ενηλίκων. Η φαρμακοκινητική της ριλπιβιρίνης και του tenofovir disoproxil σε παιδιά και σε εφήβους είναι υπό διερεύνηση. Δεν μπορούν να γίνουν δοσολογικές συστάσεις για παιδιατρικούς ασθενείς λόγω ανεπαρκών δεδομένων (βλ. Δοσολογία).
Νεφρική δυσλειτουργία Περιορισμένα δεδομένα από κλινικές μελέτες υποστηρίζουν την μία φορά ημερησίως δοσολογία του Emtricitabine, Tenofovir Disoproxil And Rilpivirine σε ασθενείς με ήπια νεφρική δυσλειτουργία (CrCl 50-80 ml/min). Ωστόσο, τα μακροχρόνια δεδομένα ασφάλειας για τα συστατικά emtricitabine και tenofovir disoproxil του Emtricitabine, Tenofovir Disoproxil And Rilpivirine δεν έχουν αξιολογηθεί σε ασθενείς με ήπια νεφρική δυσλειτουργία. Ως εκ τούτου, σε ασθενείς με ήπια νεφρική δυσλειτουργία το Emtricitabine, Tenofovir Disoproxil And Rilpivirine πρέπει να χρησιμοποιείται μόνο εάν τα ενδεχόμενα οφέλη από την θεραπεία θεωρείται ότι υπερέχουν των ενδεχόμενων κινδύνων (βλ. Δοσολογία και Ειδικές προειδοποιήσεις).
Το Emtricitabine, Tenofovir Disoproxil And Rilpivirine δεν συνιστάται για ασθενείς με μέτρια ή σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία (CrCl <50 ml/min). Ασθενείς με μέτρια ή σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία απαιτούν αναπροσαρμογή του δοσολογικού μεσοδιαστήματος της emtricitabine και του tenofovir disoproxil, η οποία δεν μπορεί να επιτευχθεί με το δισκίο συνδυασμού (βλ. Δοσολογία και Ειδικές προειδοποιήσεις).
Οι φαρμακοκινητικές παράμετροι προσδιορίστηκαν κυρίως μετά τη χορήγηση μίας δόσης emtricitabine 200 mg ή tenofovir disoproxil 245 mg σε ασθενείς χωρίς HIV λοίμωξη και με διάφορο βαθμό νεφρικής δυσλειτουργίας. Ο βαθμός της νεφρικής δυσλειτουργίας προσδιορίστηκε κατά την έναρξη της μελέτης σύμφωνα με την CrCl (φυσιολογική νεφρική λειτουργία όταν CrCl >80 ml/min, ήπια με CrCl = 50-79 ml/min, μέτρια με CrCl = 30-49 ml/min και σοβαρή με CrCl = 10-29 ml/min).
Η μέση έκθεση στην emtricitabine (% CV) αυξήθηκε από 12 (25%) μg-h/ml σε ασθενείς με φυσιολογική νεφρική λειτουργία σε 20 (6%) μg-h/ml, 25 (23%) μg-h/ml και 34 (6%) μg-h/ml, σε ασθενείς με ήπια, μέτρια και σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία αντίστοιχα.
Η μέση έκθεση σε tenofovir (% CV) αυξήθηκε από 2.185 (12%) ng-h/ml σε άτομα με φυσιολογική νεφρική λειτουργία σε 3.064 (30%) ng-h/ml, 6.009 (42%) ng-h/ml και 15.985 (45%) ng-h/ml, σε ασθενείς με ήπια, μέτρια και σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία αντίστοιχα.
Σε ασθενείς με νεφρική νόσο τελικού σταδίου (ΝΝΤΣ) που χρειάζονται αιμοδιύλυση, μεταξύ των συνεδριών η έκθεση στο φάρμακο αυξήθηκε σημαντικά εντός 72 ωρών φτάνοντας τα 53 μg-h/ml (19%) emtricitabine και εντός 48 ωρών φτάνοντας τα 42.857 ng-h/ml (29%) tenofovir.
Η φαρμακοκινητική της ριλπιβιρίνης δεν έχει μελετηθεί σε ασθενείς με νεφρική ανεπάρκεια. Η νεφρική απέκκριση της ριλπιβιρίνης είναι αμελητέα. Σε ασθενείς με σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία ή ΝΝΤΣ, οι συγκεντρώσεις πλάσματος μπορεί να είναι αυξημένες λόγω μεταβολής της απορρόφησης του φαρμάκου, της κατανομής ή/και του μεταβολισμού δευτερογενείς στη νεφρική δυσλειτουργία. Δεδομένου ότι η ριλπιβιρίνη συνδέεται με τις πρωτεΐνες πλάσματος σε μεγάλο βαθμό, δεν είναι πιθανό ότι θα απομακρυνθεί σημαντικά με αιμοδιύλυση ή περιτοναϊκή κάθαρση (βλ. Υπερδοσολογία).
Ηπατική δυσλειτουργία Δεν προτείνεται αναπροσαρμογή της δόσης του Emtricitabine, Tenofovir Disoproxil And Rilpivirine αλλά συνιστάται προσοχή σε ασθενείς με μέτρια ηπατική δυσλειτουργία. Το Emtricitabine, Tenofovir Disoproxil And Rilpivirine δεν έχει μελετηθεί σε ασθενείς με σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία (CPT Βαθμολογία C). Συνεπώς, το Emtricitabine, Tenofovir Disoproxil And Rilpivirine δεν συνιστάται σε ασθενείς με σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία (βλ. Δοσολογία και Ειδικές προειδοποιήσεις).
Η φαρμακοκινητική της emtricitabine δεν έχει μελετηθεί σε ασθενείς με ποικίλλοντες βαθμούς ηπατικής ανεπάρκειας.
H υδροχλωρική ριλπιβιρίνη μεταβολίζεται και απεκκρίνεται κυρίως από το ήπαρ. Σε μια μελέτη που συνέκρινε 8 ασθενείς με ήπια ηπατική δυσλειτουργία (CPT Βαθμολογία A) με 8 ταιριαστούς μάρτυρες και 8 ασθενείς με μέτρια ηπατική δυσλειτουργία (CPT Βαθμολογία B) με 8 ταιριαστούς μάρτυρες, η έκθεση πολλαπλών δόσεων της ριλπιβιρίνης ήταν 47% υψηλότερη σε ασθενείς με ήπια ηπατική δυσλειτουργία και 5% υψηλότερη σε ασθενείς με μέτρια ηπατική δυσλειτουργία. Η ριλπιβιρίνη δεν έχει μελετηθεί σε ασθενείς με σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία (CPT Βαθμολογία C) (βλ. Δοσολογία). Εντούτοις, δεν μπορεί να αποκλεισθεί ότι η έκθεση σε φαρμακολογικά ενεργή, αδέσμευτη ριλπιβιρίνη είναι σημαντικά αυξημένη στη μέτρια δυσλειτουργία.
Σε άτομα χωρίς HIV λοίμωξη με ποικίλου βαθμού ηπατική δυσλειτουργία, χορηγήθηκε άπαξ δόση 245 mg tenofovir disoproxil σύμφωνα με την κατάταξη CPT. Η φαρμακοκινητική του tenofovir δεν μεταβλήθηκε σημαντικά σε άτομα με ηπατική δυσλειτουργία, υποδεικνύοντας ότι στα άτομα αυτά δεν απαιτείται αναπροσαρμογή της δόσης. Οι μέσες τιμές (% CV) Cmax και AUC0-∞ του tenofovir ήταν 223 (34,8%) ng/ml και 2.050 (50,8%) ng-h/ml αντίστοιχα, σε φυσιολογικά άτομα σε σύγκριση με τις τιμές 289 (46,0%) ng/ml και 2.310 (43,5%) ng-h/ml σε άτομα με μέτρια ηπατική δυσλειτουργία και 305 (24,8%) ng/ml και 2.740 (44,0%) ng-h/ml σε άτομα με σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία.
Συνυπάρχουσα λοίμωξη από τον ιό της ηπατίτιδας B ή/και ηπατίτιδας C Γενικά, η φαρμακοκινητική της emtricitabine σε ασθενείς με HBV λοίμωξη ήταν παρόμοια με αυτή σε υγιή άτομα και σε ασθενείς με HIV λοίμωξη.
Η πληθυσμιακή φαρμακοκινητική ανάλυση υπέδειξε ότι η συνυπάρχουσα λοίμωξη από τον ιό της ηπατίτιδας B ή/και C δεν είχε κλινικά σημαντική επίδραση στην έκθεση στη ριλπιβιρίνη.
Αλλαγή από αγωγή με βάση την εφαβιρένζη Τα δεδομένα αποτελεσματικότητας από τη μελέτη GS-US-264-0111 (βλ. Φαρμακοδυναμικές) υποδεικνύουν ότι η σύντομη περίοδος χαμηλότερης έκθεσης στη ριλπιβιρίνη δεν επηρεάζει την αντιική αποτελεσματικότητα του Emtricitabine, Tenofovir Disoproxil And Rilpivirine. Λόγω της μείωσης στα επίπεδα της εφαβιρένζης στο πλάσμα, η επαγωγική δράση μειώθηκε και οι συγκεντρώσεις της ριλπιβιρίνης άρχισαν να κανονικοποιούνται. Κατά τη διάρκεια της χρονικής περιόδου της μείωσης των επιπέδων εφαβιρένζης στο πλάσμα και της αύξησης των επιπέδων ριλπιβιρίνης στο πλάσμα μετά την αλλαγή, κανένας από τους ασθενείς δεν είχε επίπεδα εφαβιρένζης ή ριλπιβιρίνης κάτω από τα αντίστοιχα επίπεδα IC90 επίπεδα ταυτόχρονα. Δεν απαιτείται αναπροσαρμογή της δόσης μετά την αλλαγή από μια αγωγή που περιέχει εφαβιρένζη.
Κύηση και διάστημα μετά τον τοκετό Μετά τη λήψη ριλπιβιρίνης 25 mg μία φορά ημερησίως ως μέρος μίας αντιρετροϊικής αγωγής, η συνολική έκθεση στη ριλπιβιρίνη ήταν χαμηλότερη κατά τη διάρκεια της κύησης (παρόμοια για το 2ο και το 3ο τρίμηνο) σε σύγκριση με το διάστημα μετά τον τοκετό. Η μείωση στην έκθεση στο αδέσμευτο ελεύθερο κλάσμα της ριλπιβιρίνης (δηλ., το ενεργό) κατά τη διάρκεια της κύησης σε σύγκριση με το διάστημα μετά τον τοκετό ήταν λιγότερο εκσεσημασμένη σε σχέση με τη συνολική έκθεση της ριλπιβιρίνης. Σε γυναίκες που έλαβαν ριλπιβιρίνη 25 mg μία φορά ημερησίως κατά τη διάρκεια του 2ου τριμήνου της κύησης, οι μέσες ενδο-ατομικές τιμές για τις συνολικές τιμές των Cmax, AUC24h και Cmin της ριλπιβιρίνης ήταν 21%, 29% και 35% χαμηλότερες, αντίστοιχα, σε σύγκριση με το διάστημα μετά τον τοκετό. Κατά τη διάρκεια του 3ου τριμήνου της κύησης, οι τιμές των Cmax, AUC24h και Cmin ήταν 20%, 31% και 42% χαμηλότερες, αντίστοιχα, σε σύγκριση με το διάστημα μετά τον τοκετό.