ERAVACYCLINE
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: Αντιβακτηριακά για συστημική χρήση, τετρακυκλίνες, κωδικός ATC: J01AA13.
Ενδείξεις
Εγκεκριμένες ενδείξεις από το SPC, ομαδοποιημένες κατά ICD-10
-
K65 Περιτονίτιδα και οπισθοπεριτοναϊκά αποστήματα
Περιλαμβάνει (όροι από SPC): Επιπλεγμένες ενδοκοιλιακές λοιμώξεις
Πληροφορίες Συνταγογράφησης
Επιμελημένα δεδομένα από το SPC
medication
Δοσολογία
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Δοσολογία
- Οδός: Ενδοφλέβια
- Χορήγηση: κάθε 12 ώρες
- Δόση έναρξης: 1 mg/kg σωματικού βάρους
-
ΕνήλικεςΔόση1 mg/kg σωματικού βάρουςκάθε 12 ώρες για 4 έως 14 ημέρες
-
Ασθενείς με συγχορήγηση ισχυρών επαγωγέων του CYP3A4Δόση1 mg/kg σωματικού βάρουςκάθε 12 ώρες για 4 έως 14 ημέρες (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις και Αλληλεπιδράσεις)
-
Ηλικιωμένοι (≥ 65 ετών)Δεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης (βλ. Φαρμακοκινητικές)
-
Ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία ή σε αιμοκάθαρσηΔεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης. Η εραβακυκλίνη μπορεί να χορηγείται ανεξάρτητα από τον χρόνο της αιμοκάθαρσης (βλ. Φαρμακοκινητικές).
-
Ασθενείς με ηπατική δυσλειτουργίαΔεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις, Αλληλεπιδράσεις και Φαρμακοκινητικές).
-
Παιδιά και έφηβοι ηλικίας κάτω των 18 ετώνΗ ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα δεν έχουν τεκμηριωθεί. Δεν υπάρχουν διαθέσιμα δεδομένα.
-
Παιδιά ηλικίας κάτω των 8 ετώνΔεν πρέπει να χρησιμοποιείται λόγω αποχρωματισμού των δοντιών (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις και Κύηση και γαλουχία).
block
Αντενδείξεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Αντενδείξεις
-
Υπερευαισθησία στη δραστική ουσία ή σε κάποιο από τα έκδοχα που αναφέρονται στην παράγραφο 6.1
-
Υπερευαισθησία στα αντιβιοτικά της ομάδας των τετρακυκλινών
warning
Προειδοποιήσεις & Προφυλάξεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Προειδοποιήσεις & Προφυλάξεις
-
Αναφυλακτικές αντιδράσειςΣε περίπτωση αντιδράσεων υπερευαισθησίας, η θεραπεία με εραβακυκλίνη πρέπει να διακόπτεται αμέσως και να λαμβάνονται τα κατάλληλα μέτρα έκτακτης ανάγκης.
-
Διάρροια σχετιζόμενη με Clostridioides difficileΠληθυσμόςασθενείς που εμφανίζουν διάρροια κατά τη διάρκεια ή μετά τη θεραπεία με εραβακυκλίνηΠρέπει να μελετάται το ενδεχόμενο διακοπής της εραβακυκλίνης και χρήσης υποστηρικτικών μέτρων σε συνδυασμό με τη χορήγηση ειδικής θεραπείας για το Clostridioides difficile. Δεν πρέπει να χορηγούνται φαρμακευτικά προϊόντα που αναστέλλουν τον περισταλτισμό.
-
Αντιδράσεις στο σημείο της έγχυσηςΣε περίπτωση σοβαρών αντιδράσεων, η εραβακυκλίνη πρέπει να διακόπτεται έως ότου υπάρξει νέο σημείο ενδοφλέβιας πρόσβασης. Τα επιπλέον μέτρα για τη μείωση της εμφάνισης και της σοβαρότητας των αντιδράσεων στο σημείο έγχυσης περιλαμβάνουν τη μείωση του ρυθμού χορήγησης ή/και της συγκέντρωσης της εραβακυκλίνης.
-
Μη ευαίσθητοι μικροοργανισμοίΑν παρουσιαστεί επιλοίμωξη κατά τη διάρκεια της θεραπείας, μπορεί να απαιτείται διακοπή της αγωγής. Πρέπει να λαμβάνονται άλλα κατάλληλα μέτρα, ενώ θα πρέπει να εξετάζεται το ενδεχόμενο εναλλακτικής αντιμικροβιακής αγωγής σύμφωνα με τις υφιστάμενες θεραπευτικές κατευθυντήριες γραμμές.
-
ΠαγκρεατίτιδαΑν πιθανολογείται παγκρεατίτιδα, η εραβακυκλίνη πρέπει να διακόπτεται.
-
Παιδιατρικός πληθυσμόςΠληθυσμόςπαιδιά ηλικίας κάτω των 8 ετών, κατά τη διάρκεια του 2ου και 3ου τριμήνου της κύησηςΤο Eravacycline δεν πρέπει να χρησιμοποιείται κατά την ανάπτυξη των δοντιών, καθώς μπορεί να προκαλέσει μόνιμο αποχρωματισμό των δοντιών (κίτρινο-γκρίζο-καφέ).
-
Ταυτόχρονη χρήση ισχυρών επαγωγέων του CYP3A4Η συγχορήγηση ενός ισχυρού επαγωγέα του CYP3A4 (όπως η φαινοβαρβιτάλη, η ριφαμπικίνη, η καρβαμαζεπίνη, η φαινυτοΐνη, βαλσαμόχορτο [St. John’s Wort]) αναμένεται να μειώσει την επίδραση της εραβακυκλίνης.
-
Ασθενείς με σοβαρή ηπατική δυσλειτουργίαΠληθυσμόςΑσθενείς με σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία (κατηγορία C κατά Child-Pugh), ιδιαίτερα αν είναι παχύσαρκοι ή/και υποβάλλονται σε θεραπεία με ισχυρούς αναστολείς του CYP3AΠρέπει να παρακολουθούνται για ανεπιθύμητες ενέργειες. Σε αυτές τις περιπτώσεις δεν μπορεί να γίνει σύσταση για τη δοσολογία.
-
Περιορισμοί των κλινικών δεδομένωνΛάβετε υπόψη τους περιορισμούς των κλινικών δεδομένων, καθώς σε κλινικές δοκιμές των cIAI, δεν υπήρχαν ανοσοκατεσταλμένοι ασθενείς και η πλειονότητα των ασθενών (80%) είχε βαθμολογίες APACHE II <10 κατά την έναρξη. Το 5,4% των ασθενών είχε συνοδό βακτηριαιμία κατά την έναρξη, ενώ το 34% των ασθενών είχε επιπλεγμένη σκωληκοειδίτιδα.
-
Διαταραφή της πηκτικότηταςΟι παράμετροι πήξης του αίματος όπως ο χρόνος προθρομβίνης (PT) ή άλλη κατάλληλη αντιπηκτική δοκιμασία, συμπεριλαμβανομένου του ινωδογόνου του αίματος, θα πρέπει να παρακολουθούνται πριν από την έναρξη της θεραπείας με εραβακυκλίνη και τακτικά κατά τη διάρκεια της θεραπείας.
swap_horiz
Αλληλεπιδράσεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
-
ριφαμπικίνη ή άλλοι ισχυροί επαγωγείς του CYP3A (όπως φαινοβαρβιτάλη, καρβαμαζεπίνη, φαινυτοΐνη, βαλσαμόχορτο)προσοχήΜείωση έκθεσης εραβακυκλίνης (κατά περίπου 32%), αύξηση κάθαρσης (κατά περίπου 54%).ΣύστασηΗ δόση της εραβακυκλίνης πρέπει να αυξάνεται κατά περίπου 50% (1,5 mg/kg σωματικού βάρους ενδοφλεβίως κάθε 12 ώρες) όταν συγχορηγείται με αυτά τα φάρμακα (βλ. Δοσολογία και Ειδικές προειδοποιήσεις).
-
ιτρακοναζόλη ή άλλοι ισχυροί αναστολείς του CYP3A (π.χ. ριτοναβίρη, κλαριθρομυκίνη)παρακολούθησηΑύξηση Cmax κατά περίπου 5% και AUC0-24 κατά περίπου 23%. Μείωση κάθαρσης. Η αυξημένη έκθεση δεν είναι πιθανό να είναι κλινικά σημαντική.ΣύστασηΔεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης. Ωστόσο, ασθενείς που λαμβάνουν ισχυρούς αναστολείς του CYP3A με συνδυασμό παραγόντων που ενδέχεται να αυξάνουν την έκθεση (όπως σοβαρής μορφής ηπατική δυσλειτουργία ή/και παχυσαρκία) θα πρέπει να παρακολουθούνται για τυχόν εμφάνιση ανεπιθύμητων ενεργειών (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις και Ανεπιθύμητες ενέργειες).
-
παρακολούθησηΜπορεί να αυξήσει τη συγκέντρωση της εραβακυκλίνης στο πλάσμα.
sick
Ανεπιθύμητες ενέργειες
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
- Υποϊνωδογοναιμία (Συχνές)
- Αυξημένο διεθνές κανονικοποιημένο πηλίκο (INR) (Όχι συχνές)
- Παρατεταμένος χρόνος ενεργοποιημένης μερικής θρομβοπλαστίνης (aPTT) (Όχι συχνές)
- Παρατεταμένος χρόνος προθρομβίνης (PT) (Όχι συχνές)
- Υπερευαισθησία
- Ζάλη
- Κεφαλαλγία
- Θρομβοφλεβίτιδα (Συχνές)
- Φλεβίτιδα
- Ναυτία
- Έμετος
- Διάρροια
- Παγκρεατίτιδα
- Αυξημένη ασπαρτική αμινοτρανσφεράση (AST) (Όχι συχνές)
- Αυξημένη αλανινική αμινοτρανσφεράση (ALT) (Όχι συχνές)
- Υπερχολερυθριναιμία (Όχι συχνές)
- Εξάνθημα
- Υπεριδρωσία
- Αντίδραση στο σημείο έγχυσης (Συχνές)
Λεπτομέρειες κατά συχνότητα expand_more
-
ΣυχνέςΈμετοςΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΑντίδραση στο σημείο έγχυσηςΓενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
-
ΣυχνέςΔιάρροιαΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΕξάνθημαΔέρμα
-
ΣυχνέςΖάληΝευρικό
-
ΣυχνέςΘρομβοφλεβίτιδαΑγγειακές
-
ΣυχνέςΚεφαλαλγίαΝευρικό
-
ΣυχνέςΝαυτίαΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΥπεριδρωσίαΔέρμα
-
ΣυχνέςΥποϊνωδογοναιμίαΑίμα
-
ΣυχνέςΦλεβίτιδαΑγγειακές
-
Όχι συχνέςΑυξημένη αλανινική αμινοτρανσφεράση (ALT)Εργαστηριακές
-
Όχι συχνέςΑυξημένη ασπαρτική αμινοτρανσφεράση (AST)Εργαστηριακές
-
Όχι συχνέςΑυξημένο διεθνές κανονικοποιημένο πηλίκο (INR)Διαταραχές του αίματος και του λεμφικού συστήματος
-
Όχι συχνέςΠαγκρεατίτιδαΓαστρεντερικό
-
Όχι συχνέςΠαρατεταμένος χρόνος ενεργοποιημένης μερικής θρομβοπλαστίνης (aPTT)Διαταραχές του αίματος και του λεμφικού συστήματος
-
Όχι συχνέςΠαρατεταμένος χρόνος προθρομβίνης (PT)Διαταραχές του αίματος και του λεμφικού συστήματος
-
Όχι συχνέςΥπερευαισθησίαΑνοσοποιητικό
-
Όχι συχνέςΥπερχολερυθριναιμίαΉπαρ
-
Μη γνωστέςΑντιαναβολική δράση (προκαλώντας αυξημένο άζωτο ουρίας αίματος, αζωθαιμία, οξέωση και υπερφωσφαταιμία)
-
Μη γνωστέςΥπερανάπτυξη μη ευαίσθητων οργανισμών, συμπεριλαμβανομένων των μυκήτων
-
Μη γνωστέςΦωτοευαισθησίαΔέρμα
-
Μη γνωστέςΨευδομεμβρανώδη κολίτιδα
-
Μη γνωστέςΨευδοόγκος εγκεφάλου (pseudotumor cerebri)
pregnant_woman
Κύηση / Γαλουχία
ΠΧΠ (SPC)
Επίπεδο κινδύνου: Αποφεύγεται
expand_more
Κύηση / Γαλουχία
-
ΚύησηΑποφεύγεταιΥπάρχουν περιορισμένα δεδομένα για τη χρήση της εραβακυκλίνης σε έγκυες γυναίκες. Μελέτες σε πειραματόζωα έχουν δείξει τοξικότητα του αναπαραγωγικού συστήματος (βλ. Προκλινικά δεδομένα). Ο δυνητικός κίνδυνος για τον άνθρωπο είναι άγνωστος. Όπως ισχύει για άλλα αντιβιοτικά της ομάδας των τετρακυκλινών, η εραβακυκλίνη μπορεί να επάγει μόνιμες οδοντικές βλάβες (αποχρωματισμό και βλάβες της αδαμαντίνης) και καθυστέρηση των διεργασιών οστεοποίησης στα έμβρυα που εκτίθενται in utero κατά το 2ο και το 3ο τρίμηνο της κύησης, λόγω της συσσώρευσης ασβεστίου υψηλού βαθμού μεταβολισμού στους ιστούς και σχηματισμού χηλικών συμπλεγμάτων ασβεστίου (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις και Προκλινικά δεδομένα). Το Eravacycline δεν πρέπει να χρησιμοποιείται κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης, εκτός εάν η κλινική κατάσταση της γυναίκας απαιτεί θεραπεία με εραβακυκλίνη.
-
Γυναίκες σε αναπαραγωγική ηλικίαΑποφεύγεταιΟι γυναίκες σε αναπαραγωγική ηλικία πρέπει να αποφεύγουν να μένουν έγκυες κατά τη διάρκεια θεραπείας με εραβακυκλίνη.
-
ΘηλασμόςΜε προσοχήΕίναι άγνωστο εάν η εραβακυκλίνη και οι μεταβολίτες της απεκκρίνονται στο ανθρώπινο γάλα. Μελέτες σε ζώα έχουν καταδείξει απέκκριση της εραβακυκλίνης και των μεταβολιτών της στο μητρικό γάλα (βλ. Προκλινικά δεδομένα). Η μακροπρόθεσμη χρήση άλλων τετρακυκλινών κατά τον θηλασμό μπορεί να οδηγήσει σε σημαντική απορρόφηση από το θηλάζον βρέφος και δεν συνιστάται λόγω του κινδύνου αποχρωματισμού των δοντιών και καθυστέρησης των διεργασιών οστεοποίησης του θηλάζοντος βρέφους. Η απόφαση για τη συνέχιση/διακοπή του θηλασμού ή τη συνέχιση/διακοπή της θεραπείας με το Eravacycline, πρέπει να λαμβάνεται κατόπιν αξιολόγησης του οφέλους του θηλασμού για το παιδί και του οφέλους της θεραπείας για τη γυναίκα.
-
ΓονιμότηταΆγνωστοΔεν υπάρχουν δεδομένα σχετικά με την επίδραση της εραβακυκλίνης στη γονιμότητα του ανθρώπου. Η εραβακυκλίνη επηρέασε το ζευγάρωμα και τη γονιμότητα σε αρσενικούς αρουραίους σε κλινικά συναφείς εκθέσεις (βλ. Προκλινικά δεδομένα).
e911_emergency
Υπερδοσολογία
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Υπερδοσολογία
- ναυτίας
- εμέτου
directions_car
Επίδραση στην οδήγηση
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Επίδραση στην οδήγηση
science
Έκδοχα
ΠΧΠ (SPC) §2 & §6.1
expand_more
Έκδοχα
biotech
Φαρμακολογία
Φαρμακοδυναμική & Φαρμακοκινητική
expand_more
Φαρμακολογία
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: Αντιβακτηριακά για συστημική χρήση, τετρακυκλίνες, κωδικός ATC: J01AA13.
Μηχανισμός δράσης
Ο μηχανισμός δράσης της εραβακυκλίνης περιλαμβάνει τη διακοπή της σύνθεσης βακτηριακών πρωτεϊνών μέσω της δέσμευσής της στη ριβοσωμική υπομονάδα 30S. Με αυτόν τον τρόπο αναστέλλεται η ενσωμάτωση υπολειμμάτων αμινοξέων και, κατ’ επέκταση, η επιμήκυνση των πεπτιδικών αλυσίδων. Οι υποκαταστάσεις των C-7 και C-9 στην εραβακυκλίνη δεν απαντούν σε καμία φυσική ή ημισυνθετική τετρακυκλίνη, ενώ το μοντέλο υποκατάστασης προσδίδει μικροβιολογικές δράσεις, συμπεριλαμβανομένης της διατήρησης της in vitro δραστικότητας έναντι θετικών κατά Gram και αρνητικών κατά Gram στελεχών που εκφράζουν μηχανισμό(ούς) αντοχής ειδικά για την τετρακυκλίνη (δηλ. εκροή μεσολαβούμενη από τα γονίδια tet(A), tet(B) και tet(K), ριβοσωμική προστασία όπως κωδικοποιείται από τα γονίδια tet(M) και tet(Q)). Η εραβακυκλίνη δεν αποτελεί υπόστρωμα της αντλίας MepA στον Staphylococcus aureus που έχει περιγραφεί ως μηχανισμός ανάπτυξης ανθεκτικότητας στην τιγεκυκλίνη. Επίσης, η εραβακυκλίνη δεν επηρεάζεται ούτε από τα ένζυμα που αδρανοποιούν ή τροποποιούν τις αμινογλυκοσίδες.
Μηχανισμός ανάπτυξης ανθεκτικότητας
Ανθεκτικότητα στην εραβακυκλίνη έχει παρατηρηθεί σε Enterococcus που περιλαμβάνει μεταλλάξεις στο γονίδιο rpsJ. Δεν υπάρχει διασταυρούμενη ανάπτυξη ανθεκτικότητας με βάση την περιοχή-στόχο μεταξύ της εραβακυκλίνης και άλλων ομάδων αντιβιοτικών, όπως οι κινολόνες, οι πενικιλίνες, οι κεφαλοσπορίνες και οι καρβαπενέμες. Άλλοι βακτηριακοί μηχανισμοί ανάπτυξης ανθεκτικότητας που θα μπορούσαν δυνητικά να επηρεάσουν την εραβακυκλίνη συσχετίζονται με ρυθμιζόμενη προς τα άνω, μη ειδική, εγγενή πολυανθεκτική (MDR) εκροή.
Όρια δοκιμής της ευαισθησίας
Τα όρια της ελάχιστης ανασταλτικής συγκέντρωσης (MIC) όπως καθορίστηκαν από την Ευρωπαϊκή επιτροπή δοκιμής της ευαισθησίας σε αντιμικροβιακούς παράγοντες (European Committee on Antimicrobial Susceptibility Testing, EUCAST) για την εραβακυκλίνη έχουν ως εξής:
Πίνακας 2 Όρια ελάχιστης ανασταλτικής συγκέντρωσης της εραβακυκλίνης για διαφορετικά παθογόνα
| Παθογόνο | Όρια MIC (µg/ml)Ευαίσθητο (S ≤) | Όρια MIC (µg/ml)Ανθεκτικό (R >) |
|---|---|---|
| Escherichia coli | 0,5 | 0,5 |
| Staphylococcus aureus | 0,25 | 0,25 |
| Enterococcus spp. | 0,125 | 0,125 |
| Viridans Streptococcus spp. | 0,125 | 0,125 |
Φαρμακοκινητική/φαρμακοδυναμική σχέση
Έχει αποδειχθεί ότι η περιοχή κάτω από την καμπύλη συγκέντρωσης στο πλάσμα σε συνάρτηση με τον χρόνο (AUC) διαιρούμενη με την ελάχιστη ανασταλτική συγκέντρωση (MIC) της εραβακυκλίνης αποτελεί τον καλύτερο προγνωστικό παράγοντα της αποτελεσματικότητάς της in vitro, με χρήση έκθεσης σταθερής κατάστασης του ανθρώπου σε χημειοστάτη και επιβεβαίωση in vivo σε ζωικά μοντέλα λοίμωξης.
Κλινική αποτελεσματικότητα έναντι συγκεκριμένων παθογόνων
Η αποτελεσματικότητα έχει καταδειχθεί σε κλινικές δοκιμές έναντι των ακόλουθων παθογόνων για τις cIAI, τα οποία ήταν ευαίσθητα στην εραβακυκλίνη in vitro:
- Escherichia coli
- Klebsiella pneumoniae
- Staphylococcus aureus
- Enterococcus faecalis
- Enterococcus faecium
- Viridans Streptococcus spp.
Αντιβακτηριακή δράση έναντι άλλων σχετικών παθογόνων
Δεδομένα in vitro υποδεικνύουν ότι το ακόλουθο παθογόνο δεν είναι ευαίσθητο στην εραβακυκλίνη:
- Pseudomonas aeruginosa
Παιδιατρικός πληθυσμός
Ο Ευρωπαϊκός Οργανισμός Φαρμάκων έχει δώσει αναβολή από την υποχρέωση υποβολής των αποτελεσμάτων των δοκιμών με το Eravacycline σε μία ή περισσότερες υποκατηγορίες του παιδιατρικού πληθυσμού με cIAI (βλ. Δοσολογία για πληροφορίες σχετικά με την παιδιατρική χρήση).
Απορρόφηση
Η εραβακυκλίνη χορηγείται ενδοφλεβίως και, συνεπώς, η βιοδιαθεσιμότητά της είναι 100%.
Οι μέσες φαρμακοκινητικές παράμετροι της εραβακυκλίνης μετά από εφάπαξ και πολλαπλές ενδοφλέβιες εγχύσεις (60 λεπτά) 1 mg/kg χορηγούμενες σε υγιείς ενήλικες κάθε 12 ώρες παρουσιάζονται στον Πίνακα 3.
Πίνακας 3 Μέσες (%CV) φαρμακοκινητικές παράμετροι της εραβακυκλίνης στο πλάσμα μετά από εφάπαξ και πολλαπλές ενδοφλέβιες εγχύσεις σε υγιείς ενήλικες
| Δοσολογία εραβακυκλίνης1,0 mg/kg σωματικού βάρους του ασθενούς ενδοφλεβίως κάθε 12 ώρες (n=6) | Ημέρα 1αριθμητικός μέσος όρος (%CV) | Ημέρα 10αριθμητικός μέσος όρος (%CV) |
|---|---|---|
| Cmax (ng/ml) | 2125 (15) | 1825 (16) |
| tmaxα (h) | 1,0 (1,0-1,0) | 1,0 (1,0-1,0) |
| AUC0-12β (ng*h/ml) | 4305 (14) | 6309 (15) |
| t1/2 (h) | 9 (21) | 39 (32) |
α Μέση αντιπροσωπευόμενη τιμή (εύρος) β AUC της Ημέρας 1 = AUC0-12 μετά από την πρώτη δόση και AUC της Ημέρας 10 = AUC0- 12 σταθερής κατάστασης
Κατανομή
Η in vitro δέσμευση της εραβακυκλίνης στις πρωτεΐνες ανθρώπινου πλάσματος αυξάνεται με την αύξηση των συγκεντρώσεων, ήτοι σε 79%, 86% και 90% (δεσμευμένη) με 0,1, 1 και 10 g/ml, αντίστοιχα. Ο μέσος (%CV) όγκος κατανομής σε σταθερή κατάσταση σε υγιείς φυσιολογικούς εθελοντές μετά από χορήγηση 1 mg/kg κάθε 12 ώρες είναι περίπου 321 L (6,35), ο οποίος είναι μεγαλύτερος από τον συνολικό όγκο νερού του σώματος.
Βιομετασχηματισμός
Η αμετάβλητη εραβακυκλίνη αποτεύει το κύριο σχετιζόμενο με το φαρμακευτικό προϊόν συστατικό στο ανθρώπινο πλάσμα και τα ούρα. Η εραβακυκλίνη μεταβολίζεται κατά κύριο λόγο από τη μεσολαβούμενη από το CYP3A4 και την FMO οξείδωση του δακτυλίου πυρρολιδίνης σε TP-6208, και από τον χημικό επιμερισμό του C-4 σε TP-498. Επιπλέον, ελάσσονος σημασίας μεταβολίτες σχηματίζονται με γλυκουρονιδίωση, οξείδωση και υδρόλυση. Οι TP-6208 και TP-498 δεν θεωρούνται φαρμακολογικά δραστικοί μεταβολίτες. Η εραβακυκλίνη αποτεύει υπόστρωμα των μεταφορέων P-gp, OATP1B1 και OATP1B3, αλλά όχι της πρωτεΐνης BCRP.
Αποβολή
Η εραβακυκλίνη αποβάλλεται τόσο στα ούρα όσο και στα κόπρανα. Η νεφρική κάθαρση, καθώς και η χολική και η άμεση εντερική απέκκριση αντιπροσωπεύουν περίπου το 35% και το 48% της συνολικής κάθαρσης του οργανισμού μετά από χορήγηση εφάπαξ ενδοφλέβιας δόσης 60 mg 14C-εραβακυκλίνης, αντίστοιχα.
Γραμμικότητα/μη γραμμικότητα
Οι τιμές Cmax και AUC της εραβακυκλίνης σε υγιείς ενήλικες αυξάνονται περίπου αναλογικά με την αύξηση της δόσης. Υπάρχει περίπου 45% συσσώρευση μετά από ενδοφλέβια χορήγηση δόσης 1 mg/kg κάθε 12 ώρες. Εντός του εύρους των πολλαπλών ενδοφλέβιων δόσεων εραβακυκλίνης που μελετήθηκαν κλινικά, οι φαρμακοκινητικές παράμετροι AUC και Cmax καταδεικνύουν γραμμικότητα, αλλά με την αύξηση των δόσεων, η αύξηση τόσο της AUC όσο και της Cmax είναι ελαφρώς λιγότερο αναλογική της δόσης.
Πιθανές αλληλεπιδράσεις μεταξύ φαρμάκων
Η εραβακυκλίνη και οι μεταβολίτες της δεν αποτελούν αναστολείς των CYP1A2, CYP2B6, CYP2C8, CYP2C9, CYP2C19, CYP2D6 ή CYP3A4 in vitro. Η εραβακυκλίνη, οι μεταβολίτες TP-498 και TP6208 δεν αποτελούν επαγωγείς των CYP1A2, CYP2B6 ή CYP3A4. Η εραβακυκλίνη, οι μεταβολίτες TP-498 και TP-6208 δεν αποτελούν αναστολείς των μεταφορέων BCRP, BSEP, OATP1B1, OATP1B3, OAT1, OAT3, OCT1, OCT2, MATE1 ή MATE2-K. Οι μεταβολίτες TP-498 και TP-6208 δεν αποτελούν αναστολείς της P-gp in vitro.
Ειδικοί πληθυσμοί
Νεφρική δυσλειτουργία
Η Cmax των γεωμετρικών μέσων ελάχιστων τετραγώνων της εραβακυκλίνης αυξήθηκε κατά 8,8% στους συμμετέχοντες με νεφροπάθεια τελικού σταδίου (ESRD) έναντι των υγιών συμμετεχόντων (με ΔΕ (διάστημα εμπιστοσύνης) 90%: 19,4, 45,2). Η AUC0-inf των γεωμετρικών μέσων ελάχιστων τετραγώνων της εραβακυκλίνης μειώθηκε κατά 4,0% στους συμμετέχοντες με ESRD έναντι των υγιών συμμετεχόντων (με ΔΕ 90%: 14,0, 12,3).
Ηπατική δυσλειτουργία
Η γεωμετρική μέση Cmax της εραβακυκλίνης αυξήθηκε κατά 13,9%, 16,3% και 19,7% στους συμμετέχοντες με ήπια (κατηγορία Α κατά Child-Pugh), μέτρια (κατηγορία Β κατά Child-Pugh) και σοβαρή (κατηγορία C κατά Child-Pugh) ηπατική δυσλειτουργία έναντι των υγιών συμμετεχόντων, αντίστοιχα. Η γεωμετρική μέση AUC0-inf της εραβακυκλίνης αυξήθηκε κατά 22,9%, 37,9% και 110,3% στους συμμετέχοντες με ήπια, μέτρια και σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία έναντι των υγιών συμμετεχόντων, αντίστοιχα.
Φύλο
Σε φαρμακοκινητική ανάλυση του πληθυσμού στον οποίο χορηγήθηκε εραβακυκλίνη δεν παρατηρήθηκαν κλινικά σημαντικές διαφορές στην AUC της εραβακυκλίνης ανά φύλο.
Ηλικιωμένοι (≥ 65 ετών)
Σε φαρμακοκινητική ανάλυση του πληθυσμού στον οποίο χορηγήθηκε εραβακυκλίνη δεν παρατηρήθηκαν κλινικά σημαντικές διαφορές στη φαρμακοκινητική της εραβακυκλίνης βάσει της ηλικίας.
Σωματικό βάρος
Σε φαρμακοκινητική ανάλυση του πληθυσμού στον οποίο χορηγήθηκε εραβακυκλίνη, καταδείχθηκε ότι η διάθεση της εραβακυκλίνης (κάθαρση και όγκος) ήταν εξαρτώμενη από το σωματικό βάρος. Ωστόσο, η προκύπτουσα διαφορά της έκθεσης στην εραβακυκλίνη σε ό,τι αφορά την AUC δεν δικαιολογεί προσαρμογές της δόσης στο εύρος σωματικού βάρους που μελετήθηκε. Δεν υπάρχουν διαθέσιμα δεδομένα για ασθενείς που ζυγίζουν πάνω από 137 kg. Η δυνητική επίδραση της σοβαρής παχυσαρκίας στην έκθεση της εραβακυκλίνης δεν έχει μελετηθεί.
Απορρόφηση Η εραβακυκλίνη χορηγείται ενδοφλεβίως και, συνεπώς, η βιοδιαθεσιμότητά της είναι 100%. Οι μέσες φαρμακοκινητικές παράμετροι της εραβακυκλίνης μετά από εφάπαξ και πολλαπλές ενδοφλέβιες εγχύσεις (60 λεπτά) 1 mg/kg χορηγούμενες σε υγιείς ενήλικες…
Παρακολούθηση Αγωγής
Εργαστηριακοί & κλινικοί έλεγχοι από το SPC, ανά σύστημα
Εργαστηριακές εξετάσεις (αίμα / ούρα)
| Έλεγχος | Σύστημα | Συχνότητα | Προϋπόθεση |
|---|---|---|---|
| Ινωδογόνο | water_dropΠηκτικότητα αίματος | πριν από την έναρξη της θεραπείας και τακτικά κατά τη διάρκεια της θεραπείας | — |
| Χρόνος μερικής θρομβοπλαστίνης (aPTT) | water_dropΠηκτικότητα αίματος | πριν από την έναρξη της θεραπείας και τακτικά κατά τη διάρκεια της θεραπείας | — |
| Χρόνος προθρομβίνης (PT/INR) | water_dropΠηκτικότητα αίματος | πριν από την έναρξη της θεραπείας και τακτικά κατά τη διάρκεια της θεραπείας | — |
Κλινική εξέταση & ζωτικά
| Έλεγχος | Σύστημα | Συχνότητα | Προϋπόθεση |
|---|---|---|---|
| Κλινική παρακολούθηση | stethoscopeΚλινική παρακολούθηση (γενική) | — | Σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία (Child-Pugh κατηγορία C), παχυσαρκία ή/και συγχορήγηση ισχυρών αναστολέων CYP3A |