LANSOPRAZOLE
Λανσοπραζόλη
Oι ανταγωνιστές της αντλίας πρωτονίων αποτελούν, μετά τους H2-ανταγωνιστές, σημαντικό σταθμό στην εξέλιξη της θεραπείας του έλκους και της γαστροοισοφαγικής παλινδρόμησης. Tα σημαντικά τους πλεονεκτήματα, σε σχέση με τους H2-ανταγωνιστές, συνίστανται: - στην ισχυρότερη …
Εμπορικά Ονόματα
Κλινική Σύνοψη
Προτεραιότητα πηγών: SPC, ΕΟΦ, DrugBank
clinical_notes
ΕΟΦ
Ενδείξεις
expand_more
Ενδείξεις
medication
SPC-LANSOPRAZOLE-TEVA
Δοσολογία
expand_more
Δοσολογία
- Οδός: από του στόματος
- Χορήγηση: εφάπαξ ημερησίως το πρωί, εκτός εάν χρησιμοποιείται για την εκρίζωση του Η. pylori, οπότε δύο φορές την ημέρα, μία το πρωί και μία το απόγευμα. Τουλάχιστον 30 λεπτά πριν το φαγητό.
- Δόση έναρξης: 30 mg
- Τιτλοποίηση: Η δόση μπορεί να αυξηθεί μέχρι και 30 mg ημερησίως όπως απαιτείται για την προφύλαξη από οισοφαγίτιδα από παλινδρόμηση. Για σύνδρομο Zollinger-Ellison, η δόση πρέπει να εξατομικεύεται και έχουν χρησιμοποιηθεί δόσεις μέχρι και 180 mg ημερησίως. Εάν η απαιτούμενη ημερήσια δόση υπερβαίνει τα 120 mg, πρέπει να χορηγείται σε δύο διηρημένες δόσεις. Εάν η θεραπεία για την προφύλαξη από γαστρικά έλκη και δωδεκαδακτυλικά έλκη σχετιζόμενα με ΜΣΑΦ αποτύχει, πρέπει να χρησιμοποιηθεί η δόση των 30 mg εφάπαξ ημερησίως.
-
Θεραπεία δωδεκαδακτυλικού έλκουςΔόση30 mg εφάπαξ ημερησίως
-
Θεραπεία γαστρικού έλκουςΔόση30 mg εφάπαξ ημερησίως
-
Θεραπεία οισοφαγίτιδας από παλινδρόμησηΔόση30 mg εφάπαξ ημερησίως
-
Προφύλαξη από οισοφαγίτιδα από παλινδρόμησηΔόση15 mg εφάπαξ ημερησίωςΗ δόση μπορεί να αυξηθεί μέχρι και 30 mg ημερησίως όπως απαιτείται.
-
Εκρίζωση του Helicobacter pyloriΔόση30 mg λανσοπραζόλης δύο φορές ημερησίωςΓια 7 ημέρες σε συνδυασμό με κλαριθρομυκίνη 250-500 mg δύο φορές ημερησίως + αμοξυκιλλίνη 1 g δύο φορές ημερησίως, ή κλαριθρομυκίνη 250 mg δύο φορές ημερησίως + μετρονιδαζόλη 400-500 mg δύο φορές ημερησίως.
-
Θεραπεία καλοήθων γαστρικών και δωδεκαδακτυλικών ελκών σχετιζόμενων με ΜΣΑΦ σε ασθενείς που χρειάζονται συνεχή θεραπεία με ΜΣΑΦΔόση30 mg εφάπαξ ημερησίως
-
Προφύλαξη από γαστρικά έλκη και δωδεκαδακτυλικά έλκη σχετιζόμενα με ΜΣΑΦ σε ασθενείς σε κίνδυνοΔόση15 mg εφάπαξ ημερησίως
-
Συμπτωματική γαστροοισοφαγική παλινδρόμησηΔόση15 mg ή 30 mg ημερησίως
-
Σύνδρομο Zollinger-EllisonΔόση60 mg εφάπαξ ημερησίωςΗ δόση πρέπει να εξατομικεύεται. Έχουν χρησιμοποιηθεί δόσεις μέχρι και 180 mg ημερησίως. Εάν η απαιτούμενη ημερήσια δόση υπερβαίνει τα 120 mg, πρέπει να χορηγείται σε δύο διηρημένες δόσεις.
-
Διαταραχή της ηπατικής ή νεφρικής λειτουργίαςΔε χρειάζεται προσαρμογή της δοσολογίας σε ασθενείς με διαταραγμένη νεφρική λειτουργία. Ασθενείς με μέτρια ή σοβαρή ηπατική νόσο πρέπει να βρίσκονται υπό τακτική παρακολούθηση και συνιστάται μείωση της ημερήσιας δόσης κατά 50%.
-
ΗλικιωμένοιΔεν πρέπει να υπερβαίνεται η ημερήσια δόση των 30 mg, εκτός επί επιτακτικών κλινικών ενδείξεων.
block
SPC-LANSOPRAZOLE-TEVA
Αντενδείξεις
expand_more
Αντενδείξεις
-
Υπερευαισθησία στη δραστική ουσία ή σε κάποιο από τα έκδοχα.
-
Η λανσοπραζόλη δεν πρέπει να συγχορηγείται με atazanavirΠληθυσμόςβλέπε αλληλεπιδράσεις
warning
SPC-LANSOPRAZOLE-TEVA
Προειδοποιήσεις
expand_more
Προειδοποιήσεις
-
Κακοήθης γαστρικός όγκος
-
Ηπατική δυσλειτουργίαβλέπε Δοσολογία και ΦαρμακοκινητικέςΠληθυσμόςασθενείς με μέτρια και σοβαρή ηπατική δυσλειτουργίανα χρησιμοποιείται με προσοχή
-
Γαστρεντερικές λοιμώξειςΗ θεραπεία με λανσοπραζόλη μπορεί να οδηγήσει σε ελαφρώς αυξημένο κίνδυνο γαστρεντερικών λοιμώξεων, όπως οι Salmonella και Campylobacter.
-
Λοίμωξη από Η.pyloriΣε ασθενείς οι οποίοι πάσχουν από γαστρο-δωδεκαδακτυλικά έλκη, πρέπει να εξεταστεί η πιθανότητα λοίμωξης από Η.pylori ως αιτιολογικός παράγοντας.
-
Συνδυασμός με αντιβιοτικά για θεραπεία εκρίζωσης H. Pyloriπρέπει να ακολουθούνται επίσης οι οδηγίες χρήσης αυτών των αντιβιοτικών.
-
Θεραπεία συντήρησης > 1 έτοςΠληθυσμόςασθενείς σε θεραπεία συντήρησης για περισσότερο από 1 χρόνονα γίνεται τακτικά αναθεώρηση της θεραπείας και λεπτομερής εκτίμηση του κινδύνου/οφέλους.
-
ΚολίτιδαΣε περίπτωση σοβαρής και/ή επίμονης διάρροιας, πρέπει να εξετασθεί το ενδεχόμενο διακοπής της θεραπείας.
-
Πρόληψη πεπτικής εξέλκωσης σε ασθενείς που χρειάζονται συνεχή αγωγή με ΜΣΑΦΠληθυσμόςασθενείς υψηλού κινδύνου (π.χ. προηγούμενη γαστρεντερική αιμορραγία, διάτρηση ή έλκος, προχωρημένη ηλικία, σύγχρονη χρήση φαρμάκων τα οποία είναι γνωστό ότι αυξάνουν την πιθανότητα ανεπιθύμητων συμβαμάτων από τον ανώτερο γαστρεντερικό σωλήνα [π.χ. κορτικοστεροειδή ή αντιπηκτικά], παρουσία σοβαρού παράγοντα συν-νοσηρότητας ή παρατεταμένη χρήση ΜΣΑΦ στο μέγιστο των συνιστώμενων δόσεων).
-
Κάταγμα οστούΠληθυσμόςηλικιωμένους ή παρουσία άλλων αναγνωρισμένων παραγόντων κινδύνουΟι ασθενείς με κίνδυνο για οστεοπόρωση πρέπει να αντιμετωπίζονται σύμφωνα με τις τρέχουσες κλινικές κατευθυντήριες γραμμές και να λαμβάνουν επαρκή ποσότητα βιταμίνης D και ασβεστίου.
-
ΥπομαγνησιαιμίαΣτους περισσότερους ασθενείς που επηρεάζονται, η υπομαγνησιαιμία βελτιώθηκε μετά από αντικατάσταση μαγνησίου και διακοπή του αναστολέα της αντλίας πρωτονίων.
-
ΥπομαγνησιαιμίαΠληθυσμόςασθενείς οι οποίοι αναμένεται να λάβουν παρατεταμένη θεραπεία ή που λαμβάνουν αναστολείς της αντλίας πρωτονίων με διγοξίνη ή φάρμακα που μπορούν να προκαλέσουν υπομαγνησιαιμία (π.χ. διουρητικά)οι επαγγελματίες του τομέα υγειονομικής περίθαλψης πρέπει να εξετάζουν το ενδεχόμενο μέτρησης των επιπέδων μαγνησίου πριν από την έναρξη της θεραπείας με αναστολέα της αντλίας πρωτονίων και περιοδικά κατά τη διάρκεια της θεραπείας.
-
Έκδοχα (Λακτόζη)Οι ασθενείς με σπάνια κληρονομικά προβλήματα δυσανεξίας στη γαλακτόζη, έλλειψη λακτάσης Lapp ή κακή απορρόφηση γλυκόζης- γαλακτόζης δεν πρέπει να πάρουν αυτό το φάρμακο.
-
Έκδοχα (Σακχαρόζη)Ασθενείς με σπάνια κληρονομικά προβλήματα δυσανεξίας στη φρουκτόζη, δυσαπορρόφησης γλυκόζης-γαλακτόζης ή ανεπάρκειας σουκράσης-ισομαλτάσης, δεν πρέπει να λαμβάνουν αυτό το φάρμακο.
-
Έκδοχα (Φαινυλαλανίνη)Μπορεί να είναι βλαβερό για ανθρώπους με φαινυλκετονουρία.
swap_horiz
SPC-LANSOPRAZOLE-TEVA
Αλληλεπιδράσεις
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
-
αντένδειξηΣημαντική μείωση στην έκθεση στην atazanavir (περίπου 90% μείωση στις AUC και Cmax).ΣύστασηΗ λανσοπραζόλη δεν πρέπει να συγχορηγείται με atazanavir.
-
αντένδειξηΗ απορρόφηση μπορεί να οδηγήσει σε υπο-θεραπευτικές συγκεντρώσεις.ΣύστασηΟ συνδυασμός πρέπει να αποφεύγεται.
-
προσοχήΑυξημένα επίπεδα διγοξίνης στο πλάσμα.ΣύστασηΠαρακολούθηση επιπέδων διγοξίνης στο πλάσμα και προσαρμογή δόσης εφόσον απαιτείται.
-
Φάρμακα που μεταβολίζονται από το CYP3A4 (π.χ. Tacrolimus)προσοχήΑύξηση των συγκεντρώσεων στο πλάσμα.ΣύστασηΣυνιστάται προσοχή. Παρακολούθηση των συγκεντρώσεων tacrolimus στο πλάσμα όταν αρχίζει ή τελειώνει η συγχορήγηση.
-
προσοχήΜείωση της συγκέντρωσης στο πλάσμα, πιθανή μείωση κλινικής επίδρασης.ΣύστασηΣυνιστάται προσοχή.
-
Fluvoxamine (αναστολέας CYP2C19)παρακολούθησηΑύξηση συγκεντρώσεων λανσοπραζόλης στο πλάσμα μέχρι και 4 φορές.ΣύστασηΜπορεί να εξεταστεί το ενδεχόμενο μείωσης της δόσης.
-
Επαγωγείς των CYP2C19 και CYP3A4 (π.χ. ριφαμπικίνη, St John’s wort)παρακολούθησηΣημαντική μείωση των συγκεντρώσεων της λανσοπραζόλης στο πλάσμα.
-
Σουκραλφάτη, ΑντιόξιναπαρακολούθησηΜείωση βιοδιαθεσιμότητας λανσοπραζόλης.ΣύστασηΗ λανσοπραζόλη πρέπει να λαμβάνεται τουλάχιστον 1 ώρα μετά τη λήψη αυτών των φαρμάκων.
sick
SPC-LANSOPRAZOLE-TEVA
Ανεπιθύμητες ενέργειες
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
- Θρομβοπενία
- Ηωσινοφιλία
- Λευκοπενία
- Αναιμία
- Ακοκκιοκυτταραιμία
- Πανκυτταροπενία
- Αγγειοοίδημα
- Αναφυλακτική καταπληξία
- Ανορεξία
- Υπομαγνησιαιμία
- Κατάθλιψη
- Αϋπνία
- Ψευδαίσθηση
- Σύγχυση
- Κεφαλαλγία
- Ζάλη
- Ανησυχία
- Ίλιγγος
- Παραισθησία
- Υπνηλία
- Τρόμος
- Διαταραχές γεύσης
- Οπτικές διαταραχές
- Ναυτία
- Διάρροια
- Άλγος στομάχου
- Δυσκοιλιότητα
- Έμετος
- Μετεωρισμός
- Ξηροστομία ή ξηρότητα του φάρυγγα
- Γλωσσίτιδα
- Καντιντίαση του οισοφάγου
- Παγκρεατίτιδα
- Διαταραχές της γεύσης
- Κολίτιδα
- Στοματίτιδα
- Αύξηση στα επίπεδα ηπατικών ενζύμων
- Ηπατίτιδα
- Ίκτερος
- Κνίδωση
- Κνησμός
- Εξάνθημα
- Πετέχεια
- Πορφύρα
- Τριχόπτωση
- Σύνδρομο Stevens Johnson
- Πολύμορφο ερύθημα
- Φωτοευαισθησία
- Υπεριδρωσία
- Τοξική επιδερμική νεκρόλυση
- Αρθραλγία
- Μυαλγία
- Κάταγμα του ισχίου, του καρπού ή της σπονδυλικής στήλης
- Νεφρίτιδα διάμεση
- Γυναικομαστία
- Ανικανότητα
- Κόπωση
- Οίδημα
- Πυρετός
- Αύξηση στα επίπεδα χοληστερόλης και τριγλυκεριδίων
- Υπονατριαιμία
- Υπομαγνησιαιμία
Λεπτομέρειες κατά συχνότητα expand_more
-
Όχι συχνέςΘρομβοπενίαΑιμοποιητικό και λεμφικό σύστημα
-
Όχι συχνέςΗωσινοφιλίαΑιμοποιητικό και λεμφικό σύστημα
-
Όχι συχνέςΛευκοπενίαΑιμοποιητικό και λεμφικό σύστημα
-
ΣπάνιεςΑναιμίαΑιμοποιητικό και λεμφικό σύστημα
-
Πολύ σπάνιεςΑκοκκιοκυτταραιμίαΑιμοποιητικό και λεμφικό σύστημα
-
Πολύ σπάνιεςΠανκυτταροπενίαΑιμοποιητικό και λεμφικό σύστημα
-
ΣπάνιεςΑγγειοοίδημαΑνοσοποιητικό σύστημα
-
Πολύ σπάνιεςΑναφυλακτική καταπληξίαΑνοσοποιητικό σύστημα
-
Όχι συχνέςΑνορεξίαΜεταβολισμός και θρέψη
-
Πολύ σπάνιεςΥπομαγνησιαιμίαΜεταβολισμός και θρέψη
-
Όχι συχνέςΚατάθλιψηΨυχιατρικές διαταραχές
-
ΣπάνιεςΑϋπνίαΨυχιατρικές διαταραχές
-
ΣπάνιεςΨευδαίσθησηΨυχιατρικές διαταραχές
-
ΣπάνιεςΣύγχυσηΨυχιατρικές διαταραχές
-
ΣυχνέςΚεφαλαλγίαΝευρικό σύστημα
-
ΣυχνέςΖάληΝευρικό σύστημα
-
ΣπάνιεςΑνησυχίαΝευρικό σύστημα
-
ΣπάνιεςΊλιγγοςΝευρικό σύστημα
-
ΣπάνιεςΠαραισθησίαΝευρικό σύστημα
-
ΣπάνιεςΥπνηλίαΝευρικό σύστημα
-
ΣπάνιεςΤρόμοςΝευρικό σύστημα
-
ΣπάνιεςΔιαταραχές γεύσηςΝευρικό σύστημα
-
Πολύ σπάνιεςΟπτικές διαταραχέςΟφθαλμικές διαταραχές
-
ΣυχνέςΝαυτίαΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΔιάρροιαΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΆλγος στομάχουΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΔυσκοιλιότηταΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΈμετοςΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΜετεωρισμόςΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΞηροστομία ή ξηρότητα του φάρυγγαΓαστρεντερικό
-
Όχι συχνέςΓλωσσίτιδαΓαστρεντερικό
-
Όχι συχνέςΚαντιντίαση του οισοφάγουΓαστρεντερικό
-
Όχι συχνέςΠαγκρεατίτιδαΓαστρεντερικό
-
Όχι συχνέςΔιαταραχές της γεύσηςΓαστρεντερικό
-
ΣπάνιεςΚολίτιδαΓαστρεντερικό
-
ΣπάνιεςΣτοματίτιδαΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΑύξηση στα επίπεδα ηπατικών ενζύμωνΉπατος και χοληφόρων
-
ΣπάνιεςΗπατίτιδαΉπατος και χοληφόρων
-
ΣπάνιεςΊκτεροςΉπατος και χοληφόρων
-
ΣυχνέςΚνίδωσηΔέρματος και υποδόριου ιστού
-
ΣυχνέςΚνησμόςΔέρματος και υποδόριου ιστού
-
ΣυχνέςΕξάνθημαΔέρματος και υποδόριου ιστού
-
ΣπάνιεςΠετέχειαΔέρματος και υποδόριου ιστού
-
ΣπάνιεςΠορφύραΔέρματος και υποδόριου ιστού
-
ΣπάνιεςΤριχόπτωσηΔέρματος και υποδόριου ιστού
-
ΣπάνιεςΦωτοευαισθησίαΔέρματος και υποδόριου ιστού
-
ΣπάνιεςΥπεριδρωσίαΔέρματος και υποδόριου ιστού
-
Πολύ σπάνιεςΣύνδρομο Stevens JohnsonΔέρματος και υποδόριου ιστού
-
Πολύ σπάνιεςΠολύμορφο ερύθημαΔέρματος και υποδόριου ιστού
-
Πολύ σπάνιεςΤοξική επιδερμική νεκρόλυσηΔέρματος και υποδόριου ιστού
-
Όχι συχνέςΑρθραλγίαΜυοσκελετικό σύστημα και συνδετικός ιστός
-
Όχι συχνέςΜυαλγίαΜυοσκελετικό σύστημα και συνδετικός ιστός
-
ΣπάνιεςΚάταγμα του ισχίου, του καρπού ή της σπονδυλικής στήληςΜυοσκελετικό σύστημα και συνδετικός ιστός
-
Πολύ σπάνιεςΝεφρίτιδα διάμεσηΝεφρών και ουροφόρων οδών
-
ΣπάνιεςΓυναικομαστίαΑναπαραγωγικού συστήματος και μαστού
-
ΣπάνιεςΑνικανότηταΑναπαραγωγικού συστήματος και μαστού
-
ΣυχνέςΚόπωσηΓενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
-
Όχι συχνέςΟίδημαΓενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
-
ΣπάνιεςΠυρετόςΓενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
-
ΣυχνέςΑύξηση στα επίπεδα χοληστερόλης και τριγλυκεριδίωνΈρευνες
-
ΣυχνέςΥπονατριαιμίαΈρευνες
-
Όχι συχνέςΥπομαγνησιαιμίαΈρευνες
pregnant_woman
SPC-LANSOPRAZOLE-TEVA
Κύηση / γαλουχία
Επίπεδο κινδύνου: Αποφεύγεται
expand_more
Κύηση / γαλουχία
-
ΚύησηΑποφεύγεταιΔεν διατίθενται κλινικά δεδομένα σχετικά με έκθεση κατά την εγκυμοσύνη στη λανσοπραζόλη. Μελέτες σε ζώα δεν κατέδειξαν άμεσες ή έμμεσες επικίνδυνες επιπτώσεις στην εγκυμοσύνη, στην ανάπτυξη του κυήματος/εμβρύου, στον τοκετό ή στη μεταγεννητική ανάπτυξη.
-
ΓαλουχίαΜε προσοχήΔεν είναι γνωστό εάν η λανσοπραζόλη απεκκρίνεται στο μητρικό γάλα των ανθρώπων. Μελέτες σε ζώα κατέδειξαν απέκκριση της λανσοπραζόλης στο γάλα. Η απόφαση για το εάν συνεχιστεί/διακοπεί ο θηλασμός ή συνεχιστεί/διακοπεί η θεραπεία με λανσοπραζόλη πρέπει να ληφθεί λαμβάνοντας υπόψη το όφελος του θηλασμού για το παιδί και το όφελος της θεραπείας με λανσοπραζόλη για τη γυναίκα.
neurology
DrugBank
Μηχανισμός δράσης
expand_more
Μηχανισμός δράσης
monitor_heart
SPC-LANSOPRAZOLE-TEVA
Φαρμακοδυναμική
expand_more
Φαρμακοδυναμική
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία Αναστολείς αντλίας πρωτονίων, κωδικός ATC: Α02BC03 ### Μηχανισμός δράσης Η λανσοπραζόλη είναι ένας γαστρικός αναστολέας αντλίας πρωτονίων. Αναστέλλει το τελικό στάδιο σχηματισμού του γαστρικού οξέος αναστέλλοντας τη…
biotech
SPC-LANSOPRAZOLE-TEVA
Φαρμακοκινητική
expand_more
Φαρμακοκινητική
hub
PubChem
Μεταβολισμός
expand_more
Μεταβολισμός
bloodtype
DrugBank
Απέκκριση
expand_more
Απέκκριση
Σκευάσματα & Τιμολόγηση
Μονογραφίες Πηγών
Αναλυτικό περιεχόμενο ανά πηγή για τεκμηρίωση και έλεγχο
medication
Δοσολογία
SPC-LANSOPRAZOLE-TEVA
expand_more
Δοσολογία
Για από του στόματος χορήγηση. Για βέλτιστο αποτέλεσμα, η λανσοπραζόλη πρέπει να λαμβάνεται εφάπαξ ημερησίως το πρωί, εκτός εάν χρησιμοποιείται για την εκρίζωση του Η. pylori, οπότε η θεραπεία πρέπει να λαμβάνεται δύο φορές την ημέρα, μία το πρωί και μία το απόγευμα. Πρέπει να λαμβάνεται τουλάχιστον 30 λεπτά πριν το φαγητό (βλ. Φαρμακοκινητική). Το παρόν φαρμακευτικό προϊόν περιέχει βελτιωτικό γεύσης φράουλας και πρέπει να τοποθετείται πάνω στη γλώσσα και να εκμυζάται απαλά. Το δισκίο διασπείρεται ταχέως μέσα στο στόμα, απελευθερώνοντας τα γαστροανθεκτικά μικροκοκκία, τα οποία καταπίνονται με το σίελο του ασθενούς. Εναλλακτικά, το δισκίο μπορεί να καταπίνεται ολόκληρο με νερό. Τα δισκία διασπειρόμενα στο στόμα μπορούν να διασπαρθούν σε μικρή ποσότητα νερού και να χορηγηθούν μέσω σύριγγας από το στόμα.
Θεραπεία δωδεκαδακτυλικού έλκους
Η συνιστώμενη δόση είναι 30 mg εφάπαξ ημερησίως για 2 εβδομάδες. Σε ασθενείς οι οποίοι δεν επιτυγχάνουν πλήρη επούλωση εντός αυτού του χρονικού διαστήματος, η φαρμακευτική αγωγή συνεχίζεται στην ίδια δόση για άλλες δύο εβδομάδες.
Θεραπεία γαστρικού έλκους
Η συνιστώμενη δόση είναι 30 mg εφάπαξ ημερησίως για 4 εβδομάδες. Το έλκος συνήθως επουλώνεται εντός 4 εβδομάδων, αλλά σε ασθενείς οι οποίοι δεν επιτυγχάνουν πλήρη επούλωση εντός αυτού του χρονικού διαστήματος, η φαρμακευτική αγωγή μπορεί να συνεχιστεί στην ίδια δόση για άλλες 4 εβδομάδες.
Θεραπεία οισοφαγίτιδας από παλινδρόμηση
Η συνιστώμενη δόση είναι 30 mg εφάπαξ ημερησίως για 4 εβδομάδες. Σε ασθενείς οι οποίοι δεν επιτυγχάνουν πλήρη επούλωση εντός αυτού του χρονικού διαστήματος, η θεραπεία μπορεί να συνεχιστεί στην ίδια δόση για άλλες 4 εβδομάδες.
Προφύλαξη από οισοφαγίτιδα από παλινδρόμηση
15 mg εφάπαξ ημερησίως. Η δόση μπορεί να αυξηθεί μέχρι και 30 mg ημερησίως όπως απαιτείται.
Εκρίζωση του Helicobacter pylori
Όταν επιλέγεται κατάλληλη θεραπεία συνδυασμού, πρέπει να ληφθεί υπόψη η επίσημη τοπική οδηγία σχετικά με τη βακτηριακή αντίσταση, τη διάρκεια της θεραπείας, (συνηθέστερα 7 ημέρες αλλά μερικές φορές μέχρι και 14 ημέρες), και την κατάλληλη χρήση αντιβακτηριακών παραγόντων. Η συνιστώμενη δόση είναι 30 mg λανσοπραζόλης δύο φορές ημερησίως για 7 ημέρες σε συνδυασμό με ένα από τα παρακάτω:
- κλαριθρομυκίνη 250-500 mg δύο φορές ημερησίως + αμοξυκιλλίνη 1 g δύο φορές ημερησίως
- κλαριθρομυκίνη 250 mg δύο φορές ημερησίως + μετρονιδαζόλη 400-500 mg δύο φορές ημερησίως.
Τα ποσοστά εκρίζωσης του H.pylori, τα οποία επιτυγχάνονται όταν η κλαριθρομυκίνη συνδυάζεται είτε με αμοξυκιλλίνη είτε με μετρονιδαζόλη, ανέρχονται σε έως 90%, όταν χρησιμοποιούνται σε συνδυασμό με λανσοπραζόλη. Έξι μήνες μετά την επιτυχή θεραπεία εκρίζωσης, ο κίνδυνος επανα-λοίμωξης είναι χαμηλός και συνεπώς η υποτροπή είναι απίθανη. Έχει επίσης εξετασθεί η χρήση ενός δοσολογικού σχήματος το οποίο περιλαμβάνει λανσοπραζόλη 30 mg δύο φορές ημερησίως, αμοξυκιλλίνη 1 g δύο φορές ημερησίως και μετρονιδαζόλη 400-500 mg δύο φορές ημερησίως. Με τη χρήση αυτού του συνδυασμού παρατηρήθηκαν χαμηλότερα ποσοστά εκρίζωσης σε σχέση με τα δοσολογικά σχήματα τα οποία περιλαμβάνουν κλαριθρομυκίνη. Μπορεί να είναι κατάλληλο για εκείνους οι οποίοι δεν μπορούν να λάβουν κλαριθρομυκίνη ως μέρος μιας θεραπείας εκρίζωσης, όταν τα τοπικά ποσοστά αντοχής στη μετρονιδαζόλη είναι χαμηλά.
Θεραπεία καλοήθων γαστρικών και δωδεκαδακτυλικών ελκών σχετιζόμενων με ΜΣΑΦ σε ασθενείς που χρειάζονται συνεχή θεραπεία με ΜΣΑΦ
30 mg εφάπαξ ημερησίως για τέσσερις εβδομάδες. Σε ασθενείς οι οποίοι δεν επιτυγχάνουν πλήρη επούλωση η θεραπεία μπορεί να συνεχιστεί για άλλες τέσσερις εβδομάδες. Για ασθενείς σε κίνδυνο ή με έλκη τα οποία είναι δύσκολο να επουλωθούν, πρέπει πιθανώς να χρησιμοποιηθεί ένα μεγαλύτερης διάρκειας πρόγραμμα θεραπείας και/ή υψηλότερη δόση.
Προφύλαξη από γαστρικά έλκη και δωδεκαδακτυλικά έλκη σχετιζόμενα με ΜΣΑΦ σε ασθενείς σε κίνδυνο (όπως ηλικία ≥ 65 ετών ή ιστορικό γαστρικού ή δωδεκαδακτυλικού έλκους) οι οποίοι χρειάζονται παρατεταμένη θεραπεία με ΜΣΑΦ
15 mg εφάπαξ ημερησίως. Εάν η θεραπεία αποτύχει, πρέπει να χρησιμοποιηθεί η δόση των 30 mg εφάπαξ ημερησίως.
Συμπτωματική γαστροοισοφαγική παλινδρόμηση
Η συνιστώμενη δόση είναι 15 mg ή 30 mg ημερησίως. Η ανακούφιση από τα συμπτώματα επιτυγχάνεται γρήγορα. Πρέπει να ληφθεί υπόψη το ενδεχόμενο εξατομίκευσης της δοσολογίας. Εάν δεν υπάρξει ανακούφιση από τα συμπτώματα μέσα σε 4 εβδομάδες με μία ημερήσια δόση των 30 mg, συνιστώνται περαιτέρω εξετάσεις.
Σύνδρομο Zollinger-Ellison
Η συνιστώμενη αρχική δόση είναι 60 mg εφάπαξ ημερησίως. Η δόση πρέπει να εξατομικεύεται και η θεραπεία πρέπει να συνεχίζεται για όσο χρονικό διάστημα είναι απαραίτητο. Έχουν χρησιμοποιηθεί δόσεις μέχρι και 180 mg ημερησίως. Εάν η απαιτούμενη ημερήσια δόση υπερβαίνει τα 120 mg, πρέπει να χορηγείται σε δύο διηρημένες δόσεις.
Διαταραχή της ηπατικής ή νεφρικής λειτουργίας
Δε χρειάζεται προσαρμογή της δοσολογίας σε ασθενείς με διαταραγμένη νεφρική λειτουργία. Ασθενείς με μέτρια ή σοβαρή ηπατική νόσο πρέπει να βρίσκονται υπό τακτική παρακολούθηση και συνιστάται μείωση της ημερήσιας δόσης κατά 50% (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις και Φαρμακοκινητική).
Ηλικιωμένοι
Εξαιτίας της μειωμένης κάθαρσης της λανσοπραζόλης στους ηλικιωμένους, μπορεί να είναι απαραίτητη μία προσαρμογή της δόσης, βάσει των εξατομικευμένων απαιτήσεων. Δεν πρέπει να υπερβαίνεται η ημερήσια δόση των 30 mg στους ηλικιωμένους, εκτός επί επιτακτικών κλινικών ενδείξεων.
Παιδιά
Η λανσοπραζόλη δεν συνιστάται για χρήση σε παιδιά λόγω ανεπαρκών κλινικών στοιχείων (βλ. επίσης Φαρμακοκινητική). Πρέπει να αποφεύγεται η θεραπεία μικρών παιδιών ηλικίας κάτω του ενός έτους καθόσον διαθέσιμα στοιχεία δεν έχουν δείξει ευεργετικά αποτελέσματα στη θεραπεία της γαστροοισοφαγικής παλινδρόμησης.
block
Αντενδείξεις
SPC-LANSOPRAZOLE-TEVA
expand_more
Αντενδείξεις
Αντενδείξεις
- Υπερευαισθησία στη δραστική ουσία ή σε κάποιο από τα έκδοχα.
- Η λανσοπραζόλη δεν πρέπει να συγχορηγείται με atazanavir (βλέπε αλληλεπιδράσεις).
warning
Προειδοποιήσεις
SPC-LANSOPRAZOLE-TEVA
expand_more
Προειδοποιήσεις
Ειδικές προειδοποιήσεις και προφυλάξεις κατά τη χρήση
Όπως συμβαίνει με άλλες θεραπείες κατά του έλκους, πρέπει να αποκλειστεί η πιθανότητα κακοήθους γαστρικού όγκου κατά τη θεραπεία γαστρικού έλκους με λανσοπραζόλη, δεδομένου ότι η λανσοπραζόλη μπορεί να συγκαλύψει τα συμπτώματα και να καθυστερήσει τη διάγνωση.
Η λανσοπραζόλη πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή σε ασθενείς με μέτρια και σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία (βλέπε Δοσολογία και Φαρμακοκινητικές).
Μπορεί να αναμένεται ότι η μειωμένη γαστρική οξύτητα που οφείλεται στη λανσοπραζόλη αυξάνει το γαστρικό βακτηριακό φορτίο, το οποίο φυσιολογικά υπάρχει στο γαστρεντερικό σωλήνα. Η θεραπεία με λανσοπραζόλη μπορεί να οδηγήσει σε ελαφρώς αυξημένο κίνδυνο γαστρεντερικών λοιμώξεων, όπως οι Salmonella και Campylobacter.
Σε ασθενείς οι οποίοι πάσχουν από γαστρο-δωδεκαδακτυλικά έλκη, πρέπει να εξεταστεί η πιθανότητα λοίμωξης από Η.pylori ως αιτιολογικός παράγοντας.
Εάν η λανσοπραζόλη χρησιμοποιείται σε συνδυασμό με αντιβιοτικά για θεραπεία εκρίζωσης του H. Pylori, πρέπει να ακολουθούνται επίσης οι οδηγίες χρήσης αυτών των αντιβιοτικών.
Λόγω περιορισμένων στοιχείων ασφάλειας για ασθενείς σε θεραπεία συντήρησης για περισσότερο από 1 χρόνο, πρέπει, σε αυτούς τους ασθενείς, να γίνεται τακτικά αναθεώρηση της θεραπείας και λεπτομερής εκτίμηση του κινδύνου/οφέλους.
Έχουν αναφερθεί πολύ σπάνιες περιπτώσεις κολίτιδας σε ασθενείς που λαμβάνουν λανσοπραζόλη. Συνεπώς, σε περίπτωση σοβαρής και/ή επίμονης διάρροιας, πρέπει να εξετασθεί το ενδεχόμενο διακοπής της θεραπείας.
Η θεραπεία για την πρόληψη πεπτικής εξέλκωσης ασθενών, που χρειάζονται συνεχή αγωγή με ΜΣΑΦ, πρέπει να περιοριστεί σε ασθενείς υψηλού κινδύνου (π.χ. προηγούμενη γαστρεντερική αιμορραγία, διάτρηση ή έλκος, προχωρημένη ηλικία, σύγχρονη χρήση φαρμάκων τα οποία είναι γνωστό ότι αυξάνουν την πιθανότητα ανεπιθύμητων συμβαμάτων από τον ανώτερο γαστρεντερικό σωλήνα [π.χ. κορτικοστεροειδή ή αντιπηκτικά], παρουσία σοβαρού παράγοντα συν-νοσηρότητας ή παρατεταμένη χρήση ΜΣΑΦ στο μέγιστο των συνιστώμενων δόσεων).
Οι αναστολείς της αντλίας πρωτονίων, ιδιαίτερα αν χρησιμοποιούνται σε υψηλές δόσεις και για μεγάλη διάρκεια (>1 χρόνο), μπορούν να αυξήσουν ελαφρώς τον κίνδυνο για κάταγμα του ισχίου, του καρπού και της σπονδυλικής στήλης, κυρίως στους ηλικιωμένους ή παρουσία άλλων αναγνωρισμένων παραγόντων κινδύνου. Μελέτες παρατήρησης υποδεικνύουν ότι οι αναστολείς της αντλίας πρωτονίων μπορούν να αυξήσουν τον ολικό κίνδυνο κατάγματος κατά 10-40%. Μέρος αυτής της αύξησης μπορεί να οφείλεται σε άλλους παράγοντες κινδύνου. Οι ασθενείς με κίνδυνο για οστεοπόρωση πρέπει να αντιμετωπίζονται σύμφωνα με τις τρέχουσες κλινικές κατευθυντήριες γραμμές και να λαμβάνουν επαρκή ποσότητα βιταμίνης D και ασβεστίου.
Υπομαγνησιαιμία
Έχει αναφερθεί σοβαρή υπομαγνησιαιμία σε ασθενείς υπό θεραπεία με αναστολείς της αντλίας πρωτονίων όπως η λανσοπραζόλη για τουλάχιστον τρεις μήνες και στις περισσότερες περιπτώσεις για ένα χρόνο. Μπορούν να προκύψουν σοβαρές εκδηλώσεις της υπομαγνησιαιμίας όπως κόπωση, τετανία, παραλήρημα, σπασμοί, ζάλη και κοιλιακή αρρυθμία, αλλά η έναρξή τους μπορεί να είναι ύπουλη και να παραβλεφθούν. Στους περισσότερους ασθενείς που επηρεάζονται, η υπομαγνησιαιμία βελτιώθηκε μετά από αντικατάσταση μαγνησίου και διακοπή του αναστολέα της αντλίας πρωτονίων.
Στους ασθενείς οι οποίοι αναμένεται να λάβουν παρατεταμένη θεραπεία ή που λαμβάνουν αναστολείς της αντλίας πρωτονίων με διγοξίνη ή φάρμακα που μπορούν να προκαλέσουν υπομαγνησιαιμία (π.χ. διουρητικά), οι επαγγελματίες του τομέα υγειονομικής περίθαλψης πρέπει να εξετάζουν το ενδεχόμενο μέτρησης των επιπέδων μαγνησίου πριν από την έναρξη της θεραπείας με αναστολέα της αντλίας πρωτονίων και περιοδικά κατά τη διάρκεια της θεραπείας.
Το παρόν φαρμακευτικό προϊόν περιέχει λακτόζη. Οι ασθενείς με σπάνια κληρονομικά προβλήματα δυσανεξίας στη γαλακτόζη, έλλειψη λακτάσης Lapp ή κακή απορρόφηση γλυκόζης- γαλακτόζης δεν πρέπει να πάρουν αυτό το φάρμακο.
Το παρόν φαρμακευτικό προϊόν περιέχει σακχαρόζη. Ασθενείς με σπάνια κληρονομικά προβλήματα δυσανεξίας στη φρουκτόζη, δυσαπορρόφησης γλυκόζης-γαλακτόζης ή ανεπάρκειας σουκράσης-ισομαλτάσης, δεν πρέπει να λαμβάνουν αυτό το φάρμακο.
Το παρόν φαρμακευτικό προϊόν περιέχει πηγή φαινυλαλανίνης. Μπορεί να είναι βλαβερό για ανθρώπους με φαινυλκετονουρία.
swap_horiz
Αλληλεπιδράσεις
SPC-LANSOPRAZOLE-TEVA
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
Επιδράσεις της λανσοπραζόλης σε άλλα φάρμακα
Φαρμακευτικά προϊόντα των οποίων η απορρόφηση εξαρτάται από το pH
H λανσοπραζόλη μπορεί να παρεμβληθεί στην απορρόφηση φαρμάκων, όπου το γαστρικό pH είναι μείζονος σημασίας για τη βιοδιαθεσιμότητα.
- Atazanavir: Μία μελέτη κατέδειξε ότι η συγχορήγηση λανσοπραζόλης (60 mg εφάπαξ ημερησίως) με atazanavir 400 mg σε υγιείς εθελοντές είχε ως αποτέλεσμα μία σημαντική μείωση στην έκθεση στην atazanavir (περίπου 90% μείωση στις AUC και Cmax). Η λανσοπραζόλη δεν πρέπει να συγχορηγείται με atazanavir (βλ. Αντενδείξεις).
- Κετοκοναζόλη και ιτρακοναζόλη: Η απορρόφηση της κετοκοναζόλης και της ιτρακοναζόλης από το γαστρεντερικό σωλήνα ενισχύεται από την παρουσία γαστρικού οξέος. Η χορήγηση της λανσοπραζόλης μπορεί να οδηγήσει σε υπο-θεραπευτικές συγκεντρώσεις κετοκοναζόλης και ιτρακοναζόλης και ο συνδυασμός πρέπει να αποφεύγεται.
- Διγοξίνη: Η συγχορήγηση της λανσοπραζόλης με διγοξίνη μπορεί να οδηγήσει σε αυξημένα επίπεδα διγοξίνης στο πλάσμα. Τα επίπεδα διγοξίνης στο πλάσμα πρέπει συνεπώς να παρακολουθούνται και η δόση της διγοξίνης να προσαρμόζεται, εφόσον απαιτείται, κατά την έναρξη και το τέλος της θεραπείας με λανσοπραζόλη.
Φαρμακευτικά προϊόντα τα οποία μεταβολίζονται από τα ένζυμα P450
Η λανσοπραζόλη μπορεί να αυξήσει τις συγκεντρώσεις στο πλάσμα φαρμάκων τα οποία μεταβολίζονται από το CYP3A4. Συνιστάται προσοχή όταν συνδυάζεται η λανσοπραζόλη με φάρμακα τα οποία μεταβολίζονται από αυτό το ένζυμο και τα οποία έχουν στενό θεραπευτικό εύρος.
- Θεοφυλλίνη: Η λανσοπραζόλη μειώνει τη συγκέντρωση της θεοφυλλίνης στο πλάσμα, γεγονός το οποίο μπορεί να μειώσει την αναμενόμενη από τη δόση κλινική επίδραση. Συνιστάται προσοχή όταν συνδυάζονται τα δύο φάρμακα.
- Tacrolimus: Η συγχορήγηση λανσοπραζόλης αυξάνει τις συγκεντρώσεις στο πλάσμα του tacrolimus (ένα υπόστρωμα CYP3A και P-gp). H έκθεση στη λανσοπραζόλη αύξησε τη μέση έκθεση στο tacrolimus μέχρι και 81%. Συνιστάται η παρακολούθηση των συγκεντρώσεων του tacrolimus στο πλάσμα όταν αρχίζει ή τελειώνει η συγχορήγηση λανσοπραζόλης.
Φαρμακευτικά προϊόντα τα οποία μεταφέρονται από τη P-γλυκοπρωτεΐνη
Έχει παρατηρηθεί ότι η λανσοπραζόλη αναστέλλει την πρωτεΐνη μεταφοράς (P-gp) in vitro. Η κλινική σημασία αυτού είναι άγνωστη.
Επιδράσεις άλλων φαρμάκων στη λανσοπραζόλη
Φάρμακα τα οποία αναστέλλουν το CYP2C19
- Fluvoxamine: Μπορεί να εξεταστεί το ενδεχόμενο μείωσης της δόσης όταν η λανσοπραζόλη συνδυάζεται με τον αναστολέα του CYP2C19, fluvoxamine. Μια μελέτη έδειξε ότι οι συγκεντρώσεις της λανσοπραζόλης στο πλάσμα αυξάνονται μέχρι και 4 φορές.
Φάρμακα τα οποία επάγουν τα CYP2C19 και CYP3A4
Οι επαγωγείς των ενζύμων που επιδρούν στα CYP2C19 και CYP3A4 όπως η ριφαμπικίνη και το St John’s wort (Hypericum perforatum) μπορούν να μειώσουν σημαντικά τις συγκεντρώσεις της λανσοπραζόλης στο πλάσμα.
Άλλα
- Σουκραλφάτη/Αντιόξινα: Η σουκραλφάτη/τα αντιόξινα μπορούν να μειώσουν τη βιοδιαθεσιμότητα της λανσοπραζόλης. Η λανσοπραζόλη συνεπώς πρέπει να λαμβάνεται τουλάχιστον 1 ώρα μετά τη λήψη αυτών των φαρμάκων.
- Δεν έχουν καταδειχθεί κλινικά σημαντικές αλληλεπιδράσεις της λανσοπραζόλης με μη στεροειδή αντιφλεγμονώδη φάρμακα, εάν και δεν έχουν διεξαχθεί επίσημες μελέτες αλληλεπίδρασης.
sick
Ανεπιθύμητες ενέργειες
SPC-LANSOPRAZOLE-TEVA
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
Οι συχνότητες ορίζονται ως συχνές (>1/100 έως <1/10), όχι συχνές (>1/1.000 έως <1/100), σπάνιες (>1/10.000 έως <1/1.000), πολύ σπάνιες (<1/10.000), μη γνωστές (δε μπορούν να εκτιμηθούν με βάση τα διαθέσιμα δεδομένα).
| Κατηγορία ανεπιθύμητης ενέργειας | Συχνές (≥1/100, <1/10) | Όχι συχνές (≥1/1.000, <1/100) | Σπάνιες (≥1/10.000, <1/1.000) | Πολύ σπάνιες (<1/10.000) | Μη γνωστές (δε μπορούν να εκτιμηθούν με βάση τα διαθέσιμα
| δεδομένα) | |||||
|---|---|---|---|---|---|
| Διαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος | Θρομβοπενία, ηωσινοφιλία, λευκοπενία. | Αναιμία | Ακοκκιοκυτταραιμία, πανκυτταροπενία. | ||
| Διαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος | Αγγειοοίδημα | Αναφυλακτική καταπληξία | |||
| Διαταραχές του μεταβολισμού και της θρέψης | Ανορεξία | Υπομαγνησιαιμία (βλέπε παράγραφο 4.4) | |||
| Ψυχιατρικές διαταραχές | Κατάθλιψη. | Αϋπνία, ψευδαίσθηση, σύγχυση. | |||
| Διαταραχές του νευρικού συστήματος | Κεφαλαλγία, Ζάλη. | Ανησυχία, ίλιγγος, παραισθησία, υπνηλία, τρόμος, διαταραχές γεύσης. | |||
| Οφθαλμικές διαταραχές | Οπτικές διαταραχές. | ||||
| Διαταραχές του γαστρεντερικού | Ναυτία, διάρροια, άλγος στομάχου, δυσκοιλιότητα, έμετος, μετεωρισμός, ξηροστομία ή ξηρότητα του φάρυγγα. | Γλωσσίτιδα, καντιντίαση του οισοφάγου, παγκρεατίτιδα, διαταραχές της γεύσης. | Κολίτιδα, στοματίτιδα. | ||
| Διαταραχές του ήπατος και των χοληφόρων | Αύξηση στα επίπεδα ηπατικών ενζύμων. | Ηπατίτιδα, ίκτερος. | |||
| Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού | Κνίδωση, κνησμός, εξάνθημα. | Πετέχεια, πορφύρα, τριχόπτωση, φωτοευαισθησία, υπεριδρωσία | Σύνδρομο Stevens Johnson, πολύμορφο ερύθημα, τοξική επιδερμική νεκρόλυση. | ||
| Διαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και του συνδετικού ιστού | Αρθραλγία, μυαλγία | Κάταγμα του ισχίου, του καρπού ή της σπονδυλικής στήλης (βλέπε παράγραφο 4.4) | |||
| Διαταραχές των νεφρών και των ουροφόρων οδών | Νεφρίτιδα διάμεση. | ||||
| Διαταραχές του αναπαραγωγικού συστήματος και του μαστού | Γυναικομαστία, ανικανότητα. | ||||
| Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης | Κόπωση. | Οίδημα. | Πυρετός. | ||
| Έρευνες | Αύξηση στα επίπεδα χοληστερόλης και τριγλυκεριδίων, υπονατριαιμία. | Υπομαγνησιαιμία. |
Αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών Η αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών μετά από τη χορήγηση άδειας κυκλοφορίας του φαρμακευτικού προϊόντος είναι σημαντική. Επιτρέπει τη συνεχή παρακολούθηση της σχέσης οφέλους-κινδύνου του φαρμακευτικού προϊόντος. Ζητείται από τους επαγγελματίες του τομέα της υγειονομικής περίθαλψης να αναφέρουν οποιεσδήποτε πιθανολογούμενες ανεπιθύμητες ενέργειες:
pregnant_woman
Κύηση / γαλουχία
SPC-LANSOPRAZOLE-TEVA
expand_more
Κύηση / γαλουχία
Κύηση
Δεν διατίθενται κλινικά δεδομένα σχετικά με έκθεση κατά την εγκυμοσύνη στη λανσοπραζόλη. Μελέτες σε ζώα δεν κατέδειξαν άμεσες ή έμμεσες επικίνδυνες επιπτώσεις στην εγκυμοσύνη, στην ανάπτυξη του κυήματος/εμβρύου, στον τοκετό ή στη μεταγεννητική ανάπτυξη. Συνεπώς, δε συνιστάται η χρήση της λανσοπραζόλης κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης.
Θηλασμός
Δεν είναι γνωστό εάν η λανσοπραζόλη απεκκρίνεται στο μητρικό γάλα των ανθρώπων. Μελέτες σε ζώα κατέδειξαν απέκκριση της λανσοπραζόλης στο γάλα. Η απόφαση για το εάν συνεχιστεί/διακοπεί ο θηλασμός ή συνεχιστεί/διακοπεί η θεραπεία με λανσοπραζόλη πρέπει να ληφθεί λαμβάνοντας υπόψη το όφελος του θηλασμού για το παιδί και το όφελος της θεραπείας με λανσοπραζόλη για τη γυναίκα.
monitor_heart
Φαρμακοδυναμική
SPC-LANSOPRAZOLE-TEVA
expand_more
Φαρμακοδυναμική
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία
Αναστολείς αντλίας πρωτονίων, κωδικός ATC: Α02BC03
Μηχανισμός δράσης
Η λανσοπραζόλη είναι ένας γαστρικός αναστολέας αντλίας πρωτονίων. Αναστέλλει το τελικό στάδιο σχηματισμού του γαστρικού οξέος αναστέλλοντας τη δραστηριότητα της H+/K+ ATPάσης των τοιχωματικών κυττάρων στο στόμαχο. Η αναστολή είναι δοσοεξαρτώμενη και αναστρέψιμη και η δράση έχει εφαρμογή τόσο στη βασική όσο και στη διεγερθείσα έκκριση γαστρικού οξέος. Η λανσοπραζόλη συγκεντρώνεται στα τοιχωματικά κύτταρα και ενεργοποιείται στο όξινο περιβάλλον τους, όπου αντιδρά με τη σουλφυδριλική ομάδα της H+/K+ ATPάσης προκαλώντας αναστολή της ενζυμικής δραστηριότητας.
Φαρμακοδυναμικές επιδράσεις
Η λανσοπραζόλη είναι ένας εκλεκτικός αναστολέας της αντλίας πρωτονίων του τοιχωματικού κυττάρου. Μία εφάπαξ από του στόματος δόση λανσοπραζόλης αναστέλλει τη διεγερθείσα από την πενταγαστρίνη έκκριση γαστρικού οξέος κατά περίπου 80%. Μετά από επαναλαμβανόμενη καθημερινή χορήγηση για επτά ημέρες, επιτυγχάνεται αναστολή της έκκρισης γαστρικού οξέος κατά περίπου 90%. Έχει αντίστοιχη δράση στη βασική έκκριση γαστρικού οξέος. Μία εφάπαξ από του στόματος δόση των 30 mg μειώνει τη βασική έκκριση κατά 70% περίπου και συνεπώς οι ασθενείς ανακουφίζονται από τα συμπτώματα από την πρώτη κιόλας δόση. Μετά από οχτώ ημέρες επαναλαμβανόμενης χορήγησης η μείωση είναι περίπου 85%. Μία γρήγορη ανακούφιση από τα συμπτώματα επιτυγχάνεται με ένα δισκίο διασπειρόμενο στο στόμα (30 mg) ημερησίως, και οι περισσότεροι ασθενείς με δωδεκαδακτυλικό έλκος αναρρώνουν μέσα σε 2 εβδομάδες, ασθενείς με γαστρικό έλκος και οισοφαγίτιδα από παλινδρόμηση μέσα σε 4 εβδομάδες. Μειώνοντας τη γαστρική οξύτητα, η λανσοπραζόλη δημιουργεί ένα πρόσφορο περιβάλλον όπου τα κατάλληλα αντιβιοτικά μπορούν να είναι αποτελεσματικά έναντι του H.pylori.
biotech
Φαρμακοκινητική
SPC-LANSOPRAZOLE-TEVA
expand_more
Φαρμακοκινητική
H λανσοπραζόλη είναι ένα ρακεμικό μίγμα δύο ενεργών εναντιομερών, τα οποία βιομετατρέπονται στη δραστική μορφή στο όξινο περιβάλλον των τοιχωματικών κυττάρων. Επειδή η λανσοπραζόλη απενεργοποιείται γρήγορα από το γαστρικό οξύ, χορηγείται από του στόματος σε εντεροδιαλυτές μορφή(ές) για συστηματική απορρόφηση.
Απορρόφηση και κατανομή
Η λανσοπραζόλη παρουσιάζει υψηλή (80-90%) βιοδιαθεσιμότητα με μία εφάπαξ δόση. Τα μέγιστα επίπεδα στο πλάσμα παρατηρούνται μέσα σε 1,5 με 2,0 ώρες. Η πρόσληψη τροφής επιβραδύνει το ποσοστό απορρόφησης της λανσοπραζόλης και μειώνει τη βιοδιαθεσιμότητα κατά περίπου 50%. Η σύνδεση με τις πρωτεΐνες του πλάσματος είναι 97%. Μελέτες κατέδειξαν ότι τα δισκία διασπειρόμενα στο στόμα διεσπαρμένα σε μικρή ποσότητα νερού και χορηγούμενα μέσω σύριγγας απευθείας στο στόμα δίνουν ισοδύναμο AUC με το συνήθη τρόπο χορήγησης.
Μεταβολισμός και απομάκρυνση
Η λανσοπραζόλη μεταβολίζεται εκτενώς από το ήπαρ και οι μεταβολίτες εκκρίνονται από τόσο τη νεφρική οδό όσο και τις χοληφόρους οδούς. Ο μεταβολισμός της λανσοπραζόλης καταλύεται κυρίως από το ένζυμο CYP2C19. Το ένζυμο CYP3A4 συνεισφέρει επίσης στο μεταβολισμό. Η ημιπερίοδος ζωής απομάκρυνσης από το πλάσμα κυμαίνεται από 1 έως 2 ώρες μετά τη χορήγηση εφάπαξ ή πολλαπλών δόσεων σε υγιή άτομα. Δεν υπάρχουν ενδείξεις συσσώρευσης μετά τη χορήγηση πολλαπλών δόσεων σε υγιή άτομα. Έχουν εντοπισθεί στο πλάσμα σουλφονικά, σουλφιδικά και 5-υδροξυλικά παράγωγα της λανσοπραζόλης. Αυτοί οι μεταβολίτες έχουν πολύ μικρή ή καθόλου αντι-εκκριτική δραστικότητα. Μία μελέτη με επισημασμένη με 14C λανσοπραζόλη έδειξε ότι το ένα τρίτο περίπου της χορηγούμενης ραδιενέργειας εκκρίνεται στα ούρα και τα δύο τρίτα ανακτώνται στα κόπρανα.
Φαρμακοκινητική στους ηλικιωμένους ασθενείς
Η κάθαρση της λανσοπραζόλης μειώνεται στους ηλικιωμένους, με ημιπερίοδο ζωής απομάκρυνσης αυξημένη περίπου κατά 50% έως 100%. Τα μέγιστα επίπεδα στο πλάσμα δεν αυξήθηκαν στους ηλικιωμένους.
Φαρμακοκινητική στους παιδιατρικούς ασθενείς
Η εκτίμηση της φαρμακοκινητικής σε παιδιά ηλικίας 1-17 ετών έδειξε παρόμοια έκθεση σε σύγκριση με τους ενήλικες με δόσεις των 15 mg για εκείνα βάρους κάτω των 30 kg και 30 mg για εκείνα άνω των 30 kg. Η διερεύνηση μίας δόσης των 17 mg/m2 επιφάνειας σώματος ή 1 mg/kg βάρους σώματος είχε επίσης σαν αποτέλεσμα συγκρίσιμη έκθεση στη λανσοπραζόλη παιδιών ηλικίας 2-3 μηνών μέχρι και ενός έτους σε σχέση με τους ενήλικες. Υψηλότερη έκθεση στη λανσοπραζόλη σε σύγκριση με τους ενήλικες έχει παρατηρηθεί σε βρέφη κάτω από την ηλικία των 2-3 μηνών με δόσεις των 1,0 mg/kg και 0,5 mg/kg σωματικού βάρους χορηγούμενες ως εφάπαξ δόσεις.
Φαρμακοκινητική σε ηπατική ανεπάρκεια
Η έκθεση στη λανσοπραζόλη διπλασιάζεται σε ασθενείς με ήπια ηπατική δυσλειτουργία και αυξάνεται πολύ περισσότερο σε ασθενείς με μέτρια και σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία.
Ασθενώς μεταβολίζοντες το CYP2C19
Το CYP2C19 υπόκειται σε γενετικό πολυμορφισμό και 2-6% του πληθυσμού, οι οποίοι καλούνται ασθενώς μεταβολίζοντες (poor metabolisers, PMs), είναι ομόζυγοι ως προς ένα μεταλλαγμένο CYP2C19 αλληλόμορφο και για αυτό το λόγο δε διαθέτουν ένα λειτουργικό CYP2C19 ένζυμο. Η έκθεση στη λανσοπραζόλη είναι αρκετές φορές υψηλότερη στους PMs συγκριτικά με τους εκτενώς μεταβολίζοντες (extensive metabolises, ΕΜs).
ΕΟΦ · 1.1.2.4
Aναστολείς της αντλίας πρωτονίων
expand_more
Aναστολείς της αντλίας πρωτονίων
Oι ανταγωνιστές της αντλίας πρωτονίων αποτελούν, μετά τους H2-ανταγωνιστές, σημαντικό σταθμό στην εξέλιξη της θεραπείας του έλκους και της γαστροοισοφαγικής παλινδρόμησης. Tα σημαντικά τους πλεονεκτήματα, σε σχέση με τους H2-ανταγωνιστές, συνίστανται:
-
στην ισχυρότερη ανασταλτική τους δράση στην έκκριση του υδροχλωρικού οξέος,
-
στη σημαντική μείωση του χρόνου επούλωσης του έλκους και
-
στο γεγονός ότι, συνδυαζόμενα με αντιμικροβιακά φάρμακα, επιτυγχάνουν εκρίζωση του H.p. σε πάσχοντες από πεπτικό έλκος (βλ. 1.1.4).
Στη κατηγορία αυτή ανήκουν οι υποκατασταθείσες βενζιμιδαζόλες ομεπραζόλη, λανσοπραζόλη, παντοπραζόλη και ραμπεπραζόλη.
Oι ουσίες αυτές αποτελούν ισχυρούς αντιεκκριτικούς παράγοντες, αναστέλλοντας τη δράση του ενζύμου H+K+/ATPάση, που ευρίσκεται στη μεμβράνη των τοιχωματικών κυττάρων του στομάχου. Tο ένζυμο αυτό θεωρείται ως “αντλία οξέος” ή “αντλία πρωτονίων”, απ’ όπου και η ονομασία της κατηγορίας. H αντλία πρωτονίων αποτελεί το τελικό στάδιο στην έκκριση του υδροχλωρικού οξέος.
O μεταβολισμός τους γίνεται στο ήπαρ και επηρεάζεται από το κυτόχρωμα P-450. Σχετική, ίσως, εξαίρεση αποτελεί η παντοπραζόλη, που εμφανίζει μικρότερη συγγένεια με το τελευταίο. H σχέση τους με το κυτόχρωμα P-450 έχει σημασία για τις ενδεχόμενες αλληλεπιδράσεις με άλλα φάρμακα. Σε ηπατική ανεπάρκεια πάντως, όπως και σε ηλικιωμένους, δεν απαιτείται συνήθως μείωση της δόσης.
Eκτός της χρήσης τους στο πεπτικό έλκος οι ανταγωνιστές της αντλίας πρωτονίων χρησιμοποιούνται ως φάρμακα εκλογής σε βαριές οισοφαγίτιδες, που συνήθως, δεν ανταποκρίνονται στους H2-ανταγωνιστές.
Για χρήση τους στην εκρίζωση του H.p. βλ. 1.1.4.
DrugBank
Description
expand_more
Description
DrugBank
Indication
expand_more
Indication
DrugBank
Pharmacology
expand_more
Pharmacology
DrugBank
Mechanism of action
expand_more
Mechanism of action
DrugBank
Absorption
expand_more
Absorption
DrugBank
Half life
expand_more
Half life
DrugBank
Protein binding
expand_more
Protein binding
DrugBank
Route of elimination
expand_more
Route of elimination
DrugBank
Toxicity
expand_more
Toxicity
science
PubChem
Φαρμακοδυναμική
expand_more
Φαρμακοδυναμική
Φαρμακοδυναμική
Η λανσοπραζόλη μειώνει την έκκριση γαστρικού οξέος στοχεύοντας την H+,K+-ΑΤPάση, το ένζυμο που καταλύει το τελικό βήμα της οδού έκκρισης οξέος στα β-κύτταρα. Η λανσοπραζόλη, ανεξάρτητα από την ώρα της ημέρας που χορηγείται, μπορεί να αναστείλει τόσο την ημερήσια όσο και την νυκτερινή έκκριση οξέος. Ως αποτέλεσμα, η λανσοπραζόλη είναι αποτελεσματική στην επούλωση ελκών του δωδεκαδακτύλου, μειώνει τον πόνο που σχετίζεται με το έλκος και προσφέρει ανακούφιση από τα συμπτώματα της καούρας. Η λανσοπραζόλη μειώνει επίσης την έκκριση πεψίνης, καθιστώντας την χρήσιμη επιλογή θεραπείας για υπερεκκριτικές καταστάσεις όπως το σύνδρομο Zollinger-Ellison.
neurology
PubChem
Μηχανισμός δράσης
expand_more
Μηχανισμός δράσης
Μηχανισμός Δράσης
Ως PPI, η λανσοπραζόλη είναι προφάρμακο και απαιτεί πρωτονίωση μέσω όξινου περιβάλλοντος για να ενεργοποιηθεί. Μόλις πρωτονιωθεί, η λανσοπραζόλη αντιδρά με κατάλοιπα κυστεΐνης, συγκεκριμένα Cys813 και Cys321, στην παριεταλική H+,K+-ΑΤPάση, δημιουργώντας σταθερούς δισουλφιδικούς δεσμούς. Οι PPI γενικά παρέχουν παρατεταμένη αναστολή της έκκρισης οξέος λόγω της ικανότητάς τους να συνδέονται ομοιοπολικά με τους στόχους τους.
Η λανσοπραζόλη είναι ένας εκλεκτικός και μη αναστρέψιμος αναστολέας της αντλίας πρωτονίων. Στο όξινο περιβάλλον του γαστρικού παριεταλικού κυττάρου, η λανσοπραζόλη μετατρέπεται σε ενεργές σουλφεναμιδικές ενώσεις που συνδέονται με την σουλφυδρυλική ομάδα της (H+, K+)-αδενοσινοτριφωσφατάσης ((H+,K+)-ATPase), γνωστής και ως αντλία πρωτονίων. Η (H+,K+)-ATPase καταλύει το τελικό βήμα στην οδό έκκρισης γαστρικού οξέος. Η αναστολή της (H+,K+)-ATPase από τη λανσοπραζόλη οδηγεί στην αναστολή τόσο της κεντρικά όσο και περιφερικά διαμεσολαβημένης έκκρισης γαστρικού οξέος. Η ανασταλτική δράση είναι δοσοεξαρτώμενη. Η λανσοπραζόλη αναστέλλει την βασική και την διεγερμένη έκκριση γαστρικού οξέος, ανεξαρτήτως του ερεθίσματος.
biotech
PubChem
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
expand_more
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
Απορρόφηση, Κατανομή & Απέκκριση
Η από του στόματος βιοδιαθεσιμότητα της λανσοπραζόλης αναφέρεται ότι είναι 80-90% και η μέγιστη πλασματική συγκέντρωση (Cmax) επιτυγχάνεται περίπου 1,7 ώρες μετά τη χορήγηση από του στόματος. Το φαγητό μειώνει την απορρόφηση της λανσοπραζόλης (τόσο η Cmax όσο και η AUC μειώνονται κατά 50-70%). Ως εκ τούτου, οι ασθενείς πρέπει να λαμβάνουν τη λανσοπραζόλη πριν από τα γεύματα.
Ένα ποσοστό 14-23% της λανσοπραζόλης απεκκρίνεται στα ούρα, με αυτό το εύρος ποσοστών να περιλαμβάνει τόσο συζευγμένες όσο και μη συζευγμένες υδροξυλιωμένες μεταβολίτες.
Ο φαινομενικός όγκος κατανομής της λανσοπραζόλης είναι 0,4 L/kg.
Η αναφερόμενη κάθαρση της λανσοπραζόλης είναι 400-650 mL/min.
Πολύ υψηλή (περίπου 97%) δέσμευση στις πρωτεΐνες του πλάσματος. Η δέσμευση στις πρωτεΐνες παραμένει σταθερή στο εύρος συγκεντρώσεων 0,05 έως 5 μg/mL. Σε ασθενείς με νεφρική ανεπάρκεια, η δέσμευση στις πρωτεΐνες μπορεί να μειωθεί κατά 1 έως 1,5%.
Κατανέμεται στους ιστούς, ιδιαίτερα στα γαστρικά παριεταλικά κύτταρα. Ο φαινομενικός όγκος κατανομής μετά τη χορήγηση 30 mg λανσοπραζόλης είναι περίπου 0,5 L/kg.
Δεδομένου ότι η λανσοπραζόλη είναι ευαίσθητη στο οξύ, χορηγείται ως κάψουλα που περιέχει εντερικά επικαλυμμένα σφαιρίδια για την πρόληψη της γαστρικής αποσύνθεσης και την αύξηση της βιοδιαθεσιμότητας. Μόλις η λανσοπραζόλη εξέλθει από το στομάχι, η απορρόφηση είναι ταχεία και σχετικά πλήρης, με απόλυτη βιοδιαθεσιμότητα άνω του 80%. Η βιοδιαθεσιμότητα μπορεί να μειωθεί εάν η λανσοπραζόλη χορηγηθεί εντός 30 λεπτών από τη λήψη τροφής σε σύγκριση με την κατάσταση νηστείας. Η απορρόφηση μπορεί να καθυστερήσει σε ασθενείς με ηπατική κίρρωση.
Απέκκριση: Νεφρική: Περίπου 14 έως 25% μιας δόσης λανσοπραζόλης απεκκρίνεται στα ούρα, ως συζευγμένοι και μη συζευγμένοι υδροξυλιωμένοι μεταβολίτες. Λιγότερο από 1% αμετάβλητης λανσοπραζόλης ανιχνεύεται στα ούρα. Χολική/Κοπρανώδης: Περίπου τα δύο τρίτα μιας δόσης λανσοπραζόλης ανιχνεύονται ως μεταβολίτες στα κόπρανα. Σε αιμοκάθαρση: Η λανσοπραζόλη και οι μεταβολίτες της δεν διαλύονται σημαντικά. Κανένα αξιόλογο κλάσμα δεν απομακρύνεται με αιμοκάθαρση. Σημείωση: Η απέκκριση παρατείνεται σε υγιείς ηλικιωμένους, σε ενήλικες και ηλικιωμένους ασθενείς με ήπια νεφρική ανεπάρκεια και σε ασθενείς με σοβαρή ηπατική νόσο.
Για περισσότερα δεδομένα Απορρόφησης, Κατανομής και Απέκκρισης (Πλήρη) για τη LANSOPRAZOLE (σύνολο 6), παρακαλώ επισκεφθείτε τη σελίδα καταγραφής HSDB.
water_drop
PubChem
Δέσμευση πρωτεϊνών
expand_more
Δέσμευση πρωτεϊνών
Δέσμευση στις Πρωτεΐνες
Το 97% της λανσοπραζόλης δεσμεύεται στις πρωτεΐνες του πλάσματος.
hub
PubChem
Μεταβολισμός
expand_more
Μεταβολισμός
Μεταβολισμός
Η λανσοπραζόλη μεταβολίζεται κυρίως στο ήπαρ από τα ένζυμα CYP3A4 και CYP2C19. Οι κύριοι μεταβολίτες που προκύπτουν είναι η 5-υδροξυ λανσοπραζόλη και η σουλφονική παράγωγο της λανσοπραζόλης.
Η λανσοπραζόλη μεταβολίζεται εκτενώς στο ήπαρ σε δύο κύριους μεταβολίτες απέκκρισης που είναι ανενεργοί. Στο όξινο περιβάλλον του γαστρικού παριεταλικού κυττάρου, η λανσοπραζόλη μετατρέπεται σε δύο ενεργές ενώσεις που αναστέλλουν την έκκριση οξέος από την (H+,K+)-ATPase εντός του σωληναρίου του παριεταλικού κυττάρου, αλλά αυτές οι ενώσεις δεν υπάρχουν στη συστηματική κυκλοφορία.
hourglass
PubChem
Ημίσεια ζωή
expand_more
Ημίσεια ζωή
Βιολογικός Χρόνος Ημίσειας Ζωής
Μια πηγή αναφέρει ότι ο χρόνος ημίσειας ζωής της λανσοπραζόλης είναι 0,9 - 1,6 ώρες, ενώ μια άλλη πηγή αναφέρει 0,9 - 2,1 ώρες. Η γενική συμφωνία είναι ότι η λανσοπραζόλη έχει βραχύ χρόνο ημίσειας ζωής, περίπου 2 ώρες ή λιγότερο. Αυτοί οι αριθμοί μπορεί να είναι παραπλανητικοί, καθώς υποδηλώνουν ότι η λανσοπραζόλη έχει σύντομη διάρκεια δράσης, ενώ στην πράξη, η λανσοπραζόλη μπορεί να αναστέλλει αποτελεσματικά την έκκριση οξέος για ~24 ώρες λόγω του μηχανισμού δράσης της.
Απέκκριση: Φυσιολογική νεφρική λειτουργία: Περίπου 1,5 ώρες. Νεφρική δυσλειτουργία: Βραχύτερος χρόνος ημίσειας ζωής απέκκρισης. Ηλικιωμένοι ασθενείς: 1,9 έως 2,9 ώρες. Ηπατική δυσλειτουργία: 3,2 έως 7,2 ώρες.
category
PubChem
MeSH classification
expand_more
MeSH classification
MeSH Φαρμακολογική Ταξινόμηση
Διάφοροι παράγοντες με διαφορετικούς μηχανισμούς δράσης που χρησιμοποιούνται για τη θεραπεία ή την ανακούφιση του ΠΕΠΤΙΚΟΥ ΕΛΚΟΥΣ ή του ερεθισμού του γαστρεντερικού σωλήνα. Αυτοί περιλαμβάνουν ΑΝΤΙΒΙΟΤΙΚΑ για τη θεραπεία ΛΟΙΜΩΞΕΩΝ HELICOBACTER, ΑΝΤΑΓΩΝΙΣΤΕΣ ΙΣΤΑΜΙΝΗΣ H2 για τη μείωση της έκκρισης ΓΑΣΤΡΙΚΟΥ ΟΞΕΟΣ, και ΑΝΤΙΟΞΙΑ για συμπτωματική ανακούφιση.
Ενώσεις που αναστέλλουν την H(+)-K(+)-ΑΝΤΑΛΛΑΣΣΟΜΕΝΗ ΑΤPάση. Χρησιμοποιούνται ως ΑΝΤΙΕΛΚΩΤΙΚΟΙ ΠΑΡΑΓΟΝΤΕΣ και μερικές φορές αντί των ΑΝΤΑΓΩΝΙΣΤΩΝ ΙΣΤΑΜΙΝΗΣ H2 για τη ΓΑΣΤΡΟΟΙΣΟΦΑΓΙΚΗ ΠΑΛΙΝΔΡΟΜΗΣΗ.
fact_check
PubChem
FDA classification
expand_more
FDA classification
FDA Φαρμακολογική Ταξινόμηση
0K5C5T2QPG
LANSOPRAZOLE
Καθιερωμένη Φαρμακολογική Κατηγορία [EPC] - Αναστολέας Αντλίας Πρωτονίων
Μηχανισμοί Δράσης [MoA] - Αναστολείς Αντλίας Πρωτονίων
Φυσιολογικές Επιδράσεις [PE] - Αναστολή Έκκρισης Γαστρικού Οξέος
Η λανσοπραζόλη είναι Αναστολέας Αντλίας Πρωτονίων. Ο μηχανισμός δράσης της λανσοπραζόλης είναι ως Αναστολέας Αντλίας Πρωτονίων. Η φυσιολογική επίδραση της λανσοπραζόλης είναι μέσω της Αναστολής Έκκρισης Γαστρικού Οξέος.
LANSOPRAZOLE
Αναστολή Έκκρισης Γαστρικού Οξέος [PE]; Αναστολέας Αντλίας Πρωτονίων [EPC]; Αναστολείς Αντλίας Πρωτονίων [MoA]
LANSOPRAZOLE DR
Αναστολείς Αντλίας Πρωτονίων [MoA]; Αναστολέας Αντλίας Πρωτονίων [EPC]; Αναστολή Έκκρισης Γαστρικού Οξέος [PE]
Ημίσεια ζωή
Δέσμευση πρωτεϊνών
Βιοδιαθεσιμότητα
Απέκκριση
Scientific Profile
MeSH Φαρμακολογική Ταξινόμηση
Διάφοροι παράγοντες με διαφορετικούς μηχανισμούς δράσης που χρησιμοποιούνται για τη θεραπεία ή την ανακούφιση του ΠΕΠΤΙΚΟΥ ΕΛΚΟΥΣ ή του ερεθισμού του γαστρεντερικού σωλήνα. Αυτοί περιλαμβάνουν ΑΝΤΙΒΙΟΤΙΚΑ για τη θεραπεία ΛΟΙΜΩΞΕΩΝ HELICOBACTER, ΑΝΤΑΓΩΝΙΣΤΕΣ ΙΣΤΑΜΙΝΗΣ H2 για τη μείωση της έκκρισης ΓΑΣΤΡΙΚΟΥ ΟΞΕΟΣ, και ΑΝΤΙΟΞΙΑ για συμπτωματική ανακούφιση.
Ενώσεις που αναστέλλουν την H(+)-K(+)-ΑΝΤΑΛΛΑΣΣΟΜΕΝΗ ΑΤPάση. Χρησιμοποιούνται ως ΑΝΤΙΕΛΚΩΤΙΚΟΙ ΠΑΡΑΓΟΝΤΕΣ και μερικές φορές αντί των ΑΝΤΑΓΩΝΙΣΤΩΝ ΙΣΤΑΜΙΝΗΣ H2 για τη ΓΑΣΤΡΟΟΙΣΟΦΑΓΙΚΗ ΠΑΛΙΝΔΡΟΜΗΣΗ.
Σχετικά Εργαλεία
Πρωτόκολλα Συνταγογράφησης
Συνταγογραφείται εφόσον ο ασθενής εντάσσεται σε κάποιο από τα παρακάτω βήματα:
-
ΒΗΜΑ Gastroprotection A02BC03ΓαστροπροστασίαICD-10 T88.7 — Πρόληψη επιπλοκών ανωτέρου πεπτικού από ΜΣΑΦ/αντιαιμοπεταλιακά/κορτικοστεροειδήΔοσολογία: 30 mg × 1 · Όσο διαρκεί η αγωγή
-
ΒΗΜΑ GERD A02BC03Γαστροοισοφαγική Παλινδρόμηση (ΓΟΠΝ) — Εμπειρική ΘεραπείαICD-10 K20/K21 — τυπικά συμπτώματα ΓΟΠΝ χωρίς προηγούμενη γαστροσκόπησηΔοσολογία: 30 mg × 1 · 8 εβδομάδες