Clinio Logo
Clinio
ΔΡΑΣΤΙΚΗ ΟΥΣΙΑ A02BC03 SPC ΕΟΦ DrugBank PubChem Σκευάσματα

LANSOPRAZOLE

Λανσοπραζόλη

Oι ανταγωνιστές της αντλίας πρωτονίων αποτελούν, μετά τους H2-ανταγωνιστές, σημαντικό σταθμό στην εξέλιξη της θεραπείας του έλκους και της γαστροοισοφαγικής παλινδρόμησης. Tα σημαντικά τους πλεονεκτήματα, σε σχέση με τους H2-ανταγωνιστές, συνίστανται: - στην ισχυρότερη …

Chemical structure of LANSOPRAZOLE

Κλινική Σύνοψη

Προτεραιότητα πηγών: SPC, ΕΟΦ, DrugBank

Curated
clinical_notes
ΕΟΦ

Ενδείξεις

expand_more
Eνεργό γαστροδωδεκαδακτυλικό έλκος. Θεραπεία και προφύλαξη γαστροοισοφαγικής παλινδρόμησης. Συμπτωματική γαστροοισοφαγική παλιν- δρομική νόσος. Σύνδρομο Zollinger-Ellison. Εκρίζωση του H.pylori σε ασθενείς με έλκος δωδεκαδακτύλου σε συνδυασμό με αντιβιοτικά….
medication
SPC-LANSOPRAZOLE-TEVA

Δοσολογία

expand_more
Οδός:
από του στόματος
Χορήγηση:
εφάπαξ ημερησίως το πρωί, εκτός εάν χρησιμοποιείται για την εκρίζωση του Η. pylori, οπότε δύο φορές την ημέρα, μία το πρωί και μία το απόγευμα. Τουλάχιστον 30 λεπτά πριν το φαγητό.
Δόση έναρξης:
30 mg
Τιτλοποίηση:
Η δόση μπορεί να αυξηθεί μέχρι και 30 mg ημερησίως όπως απαιτείται για την προφύλαξη από οισοφαγίτιδα από παλινδρόμηση. Για σύνδρομο Zollinger-Ellison, η δόση πρέπει να εξατομικεύεται και έχουν χρησιμοποιηθεί δόσεις μέχρι και 180 mg ημερησίως. Εάν η απαιτούμενη ημερήσια δόση υπερβαίνει τα 120 mg, πρέπει να χορηγείται σε δύο διηρημένες δόσεις. Εάν η θεραπεία για την προφύλαξη από γαστρικά έλκη και δωδεκαδακτυλικά έλκη σχετιζόμενα με ΜΣΑΦ αποτύχει, πρέπει να χρησιμοποιηθεί η δόση των 30 mg εφάπαξ ημερησίως.
  • Θεραπεία δωδεκαδακτυλικού έλκους
    Δόση30 mg εφάπαξ ημερησίως
  • Θεραπεία γαστρικού έλκους
    Δόση30 mg εφάπαξ ημερησίως
  • Θεραπεία οισοφαγίτιδας από παλινδρόμηση
    Δόση30 mg εφάπαξ ημερησίως
  • Προφύλαξη από οισοφαγίτιδα από παλινδρόμηση
    Δόση15 mg εφάπαξ ημερησίως
    Η δόση μπορεί να αυξηθεί μέχρι και 30 mg ημερησίως όπως απαιτείται.
  • Εκρίζωση του Helicobacter pylori
    Δόση30 mg λανσοπραζόλης δύο φορές ημερησίως
    Για 7 ημέρες σε συνδυασμό με κλαριθρομυκίνη 250-500 mg δύο φορές ημερησίως + αμοξυκιλλίνη 1 g δύο φορές ημερησίως, ή κλαριθρομυκίνη 250 mg δύο φορές ημερησίως + μετρονιδαζόλη 400-500 mg δύο φορές ημερησίως.
  • Θεραπεία καλοήθων γαστρικών και δωδεκαδακτυλικών ελκών σχετιζόμενων με ΜΣΑΦ σε ασθενείς που χρειάζονται συνεχή θεραπεία με ΜΣΑΦ
    Δόση30 mg εφάπαξ ημερησίως
  • Προφύλαξη από γαστρικά έλκη και δωδεκαδακτυλικά έλκη σχετιζόμενα με ΜΣΑΦ σε ασθενείς σε κίνδυνο
    Δόση15 mg εφάπαξ ημερησίως
  • Συμπτωματική γαστροοισοφαγική παλινδρόμηση
    Δόση15 mg ή 30 mg ημερησίως
  • Σύνδρομο Zollinger-Ellison
    Δόση60 mg εφάπαξ ημερησίως
    Η δόση πρέπει να εξατομικεύεται. Έχουν χρησιμοποιηθεί δόσεις μέχρι και 180 mg ημερησίως. Εάν η απαιτούμενη ημερήσια δόση υπερβαίνει τα 120 mg, πρέπει να χορηγείται σε δύο διηρημένες δόσεις.
  • Διαταραχή της ηπατικής ή νεφρικής λειτουργίας
    Δε χρειάζεται προσαρμογή της δοσολογίας σε ασθενείς με διαταραγμένη νεφρική λειτουργία. Ασθενείς με μέτρια ή σοβαρή ηπατική νόσο πρέπει να βρίσκονται υπό τακτική παρακολούθηση και συνιστάται μείωση της ημερήσιας δόσης κατά 50%.
  • Ηλικιωμένοι
    Δεν πρέπει να υπερβαίνεται η ημερήσια δόση των 30 mg, εκτός επί επιτακτικών κλινικών ενδείξεων.
block
SPC-LANSOPRAZOLE-TEVA

Αντενδείξεις

expand_more
  • Υπερευαισθησία στη δραστική ουσία ή σε κάποιο από τα έκδοχα.
  • Η λανσοπραζόλη δεν πρέπει να συγχορηγείται με atazanavir
    Πληθυσμόςβλέπε αλληλεπιδράσεις
warning
SPC-LANSOPRAZOLE-TEVA

Προειδοποιήσεις

expand_more
  • Κακοήθης γαστρικός όγκος
  • Ηπατική δυσλειτουργία
    βλέπε Δοσολογία και Φαρμακοκινητικές
    Πληθυσμόςασθενείς με μέτρια και σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία
    να χρησιμοποιείται με προσοχή
  • Γαστρεντερικές λοιμώξεις
    Η θεραπεία με λανσοπραζόλη μπορεί να οδηγήσει σε ελαφρώς αυξημένο κίνδυνο γαστρεντερικών λοιμώξεων, όπως οι Salmonella και Campylobacter.
  • Λοίμωξη από Η.pylori
    Σε ασθενείς οι οποίοι πάσχουν από γαστρο-δωδεκαδακτυλικά έλκη, πρέπει να εξεταστεί η πιθανότητα λοίμωξης από Η.pylori ως αιτιολογικός παράγοντας.
  • Συνδυασμός με αντιβιοτικά για θεραπεία εκρίζωσης H. Pylori
    πρέπει να ακολουθούνται επίσης οι οδηγίες χρήσης αυτών των αντιβιοτικών.
  • Θεραπεία συντήρησης > 1 έτος
    Πληθυσμόςασθενείς σε θεραπεία συντήρησης για περισσότερο από 1 χρόνο
    να γίνεται τακτικά αναθεώρηση της θεραπείας και λεπτομερής εκτίμηση του κινδύνου/οφέλους.
  • Κολίτιδα
    Σε περίπτωση σοβαρής και/ή επίμονης διάρροιας, πρέπει να εξετασθεί το ενδεχόμενο διακοπής της θεραπείας.
  • Πρόληψη πεπτικής εξέλκωσης σε ασθενείς που χρειάζονται συνεχή αγωγή με ΜΣΑΦ
    Πληθυσμόςασθενείς υψηλού κινδύνου (π.χ. προηγούμενη γαστρεντερική αιμορραγία, διάτρηση ή έλκος, προχωρημένη ηλικία, σύγχρονη χρήση φαρμάκων τα οποία είναι γνωστό ότι αυξάνουν την πιθανότητα ανεπιθύμητων συμβαμάτων από τον ανώτερο γαστρεντερικό σωλήνα [π.χ. κορτικοστεροειδή ή αντιπηκτικά], παρουσία σοβαρού παράγοντα συν-νοσηρότητας ή παρατεταμένη χρήση ΜΣΑΦ στο μέγιστο των συνιστώμενων δόσεων).
  • Κάταγμα οστού
    Πληθυσμόςηλικιωμένους ή παρουσία άλλων αναγνωρισμένων παραγόντων κινδύνου
    Οι ασθενείς με κίνδυνο για οστεοπόρωση πρέπει να αντιμετωπίζονται σύμφωνα με τις τρέχουσες κλινικές κατευθυντήριες γραμμές και να λαμβάνουν επαρκή ποσότητα βιταμίνης D και ασβεστίου.
  • Υπομαγνησιαιμία
    Στους περισσότερους ασθενείς που επηρεάζονται, η υπομαγνησιαιμία βελτιώθηκε μετά από αντικατάσταση μαγνησίου και διακοπή του αναστολέα της αντλίας πρωτονίων.
  • Υπομαγνησιαιμία
    Πληθυσμόςασθενείς οι οποίοι αναμένεται να λάβουν παρατεταμένη θεραπεία ή που λαμβάνουν αναστολείς της αντλίας πρωτονίων με διγοξίνη ή φάρμακα που μπορούν να προκαλέσουν υπομαγνησιαιμία (π.χ. διουρητικά)
    οι επαγγελματίες του τομέα υγειονομικής περίθαλψης πρέπει να εξετάζουν το ενδεχόμενο μέτρησης των επιπέδων μαγνησίου πριν από την έναρξη της θεραπείας με αναστολέα της αντλίας πρωτονίων και περιοδικά κατά τη διάρκεια της θεραπείας.
  • Έκδοχα (Λακτόζη)
    Οι ασθενείς με σπάνια κληρονομικά προβλήματα δυσανεξίας στη γαλακτόζη, έλλειψη λακτάσης Lapp ή κακή απορρόφηση γλυκόζης- γαλακτόζης δεν πρέπει να πάρουν αυτό το φάρμακο.
  • Έκδοχα (Σακχαρόζη)
    Ασθενείς με σπάνια κληρονομικά προβλήματα δυσανεξίας στη φρουκτόζη, δυσαπορρόφησης γλυκόζης-γαλακτόζης ή ανεπάρκειας σουκράσης-ισομαλτάσης, δεν πρέπει να λαμβάνουν αυτό το φάρμακο.
  • Έκδοχα (Φαινυλαλανίνη)
    Μπορεί να είναι βλαβερό για ανθρώπους με φαινυλκετονουρία.
swap_horiz
SPC-LANSOPRAZOLE-TEVA

Αλληλεπιδράσεις

expand_more
  • αντένδειξη
    Σημαντική μείωση στην έκθεση στην atazanavir (περίπου 90% μείωση στις AUC και Cmax).
    ΣύστασηΗ λανσοπραζόλη δεν πρέπει να συγχορηγείται με atazanavir.
  • Η απορρόφηση μπορεί να οδηγήσει σε υπο-θεραπευτικές συγκεντρώσεις.
    ΣύστασηΟ συνδυασμός πρέπει να αποφεύγεται.
  • προσοχή
    Αυξημένα επίπεδα διγοξίνης στο πλάσμα.
    ΣύστασηΠαρακολούθηση επιπέδων διγοξίνης στο πλάσμα και προσαρμογή δόσης εφόσον απαιτείται.
  • Φάρμακα που μεταβολίζονται από το CYP3A4 (π.χ. Tacrolimus)
    προσοχή
    Αύξηση των συγκεντρώσεων στο πλάσμα.
    ΣύστασηΣυνιστάται προσοχή. Παρακολούθηση των συγκεντρώσεων tacrolimus στο πλάσμα όταν αρχίζει ή τελειώνει η συγχορήγηση.
  • προσοχή
    Μείωση της συγκέντρωσης στο πλάσμα, πιθανή μείωση κλινικής επίδρασης.
    ΣύστασηΣυνιστάται προσοχή.
  • Fluvoxamine (αναστολέας CYP2C19)
    παρακολούθηση
    Αύξηση συγκεντρώσεων λανσοπραζόλης στο πλάσμα μέχρι και 4 φορές.
    ΣύστασηΜπορεί να εξεταστεί το ενδεχόμενο μείωσης της δόσης.
  • Επαγωγείς των CYP2C19 και CYP3A4 (π.χ. ριφαμπικίνη, St John’s wort)
    παρακολούθηση
    Σημαντική μείωση των συγκεντρώσεων της λανσοπραζόλης στο πλάσμα.
  • Σουκραλφάτη, Αντιόξινα
    παρακολούθηση
    Μείωση βιοδιαθεσιμότητας λανσοπραζόλης.
    ΣύστασηΗ λανσοπραζόλη πρέπει να λαμβάνεται τουλάχιστον 1 ώρα μετά τη λήψη αυτών των φαρμάκων.
sick
SPC-LANSOPRAZOLE-TEVA

Ανεπιθύμητες ενέργειες

expand_more
Αιμοποιητικό και λεμφικό σύστημα
  • Θρομβοπενία
  • Ηωσινοφιλία
  • Λευκοπενία
  • Αναιμία
  • Ακοκκιοκυτταραιμία
  • Πανκυτταροπενία
Ανοσοποιητικό σύστημα
  • Αγγειοοίδημα
  • Αναφυλακτική καταπληξία
Μεταβολισμός και θρέψη
  • Ανορεξία
  • Υπομαγνησιαιμία
Ψυχιατρικές διαταραχές
  • Κατάθλιψη
  • Αϋπνία
  • Ψευδαίσθηση
  • Σύγχυση
Νευρικό σύστημα
  • Κεφαλαλγία
  • Ζάλη
  • Ανησυχία
  • Ίλιγγος
  • Παραισθησία
  • Υπνηλία
  • Τρόμος
  • Διαταραχές γεύσης
Οφθαλμικές διαταραχές
  • Οπτικές διαταραχές
Γαστρεντερικό
  • Ναυτία
  • Διάρροια
  • Άλγος στομάχου
  • Δυσκοιλιότητα
  • Έμετος
  • Μετεωρισμός
  • Ξηροστομία ή ξηρότητα του φάρυγγα
  • Γλωσσίτιδα
  • Καντιντίαση του οισοφάγου
  • Παγκρεατίτιδα
  • Διαταραχές της γεύσης
  • Κολίτιδα
  • Στοματίτιδα
Ήπατος και χοληφόρων
  • Αύξηση στα επίπεδα ηπατικών ενζύμων
  • Ηπατίτιδα
  • Ίκτερος
Δέρματος και υποδόριου ιστού
  • Κνίδωση
  • Κνησμός
  • Εξάνθημα
  • Πετέχεια
  • Πορφύρα
  • Τριχόπτωση
  • Σύνδρομο Stevens Johnson
  • Πολύμορφο ερύθημα
  • Φωτοευαισθησία
  • Υπεριδρωσία
  • Τοξική επιδερμική νεκρόλυση
Μυοσκελετικό σύστημα και συνδετικός ιστός
  • Αρθραλγία
  • Μυαλγία
  • Κάταγμα του ισχίου, του καρπού ή της σπονδυλικής στήλης
Νεφρών και ουροφόρων οδών
  • Νεφρίτιδα διάμεση
Αναπαραγωγικού συστήματος και μαστού
  • Γυναικομαστία
  • Ανικανότητα
Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
  • Κόπωση
  • Οίδημα
  • Πυρετός
Έρευνες
  • Αύξηση στα επίπεδα χοληστερόλης και τριγλυκεριδίων
  • Υπονατριαιμία
  • Υπομαγνησιαιμία
Λεπτομέρειες κατά συχνότητα expand_more
  • Θρομβοπενία
    Αιμοποιητικό και λεμφικό σύστημα
    Όχι συχνές
  • Ηωσινοφιλία
    Αιμοποιητικό και λεμφικό σύστημα
    Όχι συχνές
  • Λευκοπενία
    Αιμοποιητικό και λεμφικό σύστημα
    Όχι συχνές
  • Αναιμία
    Αιμοποιητικό και λεμφικό σύστημα
    Σπάνιες
  • Ακοκκιοκυτταραιμία
    Αιμοποιητικό και λεμφικό σύστημα
    Πολύ σπάνιες
  • Πανκυτταροπενία
    Αιμοποιητικό και λεμφικό σύστημα
    Πολύ σπάνιες
  • Αγγειοοίδημα
    Ανοσοποιητικό σύστημα
    Σπάνιες
  • Αναφυλακτική καταπληξία
    Ανοσοποιητικό σύστημα
    Πολύ σπάνιες
  • Ανορεξία
    Μεταβολισμός και θρέψη
    Όχι συχνές
  • Υπομαγνησιαιμία
    Μεταβολισμός και θρέψη
    Πολύ σπάνιες
  • Κατάθλιψη
    Ψυχιατρικές διαταραχές
    Όχι συχνές
  • Αϋπνία
    Ψυχιατρικές διαταραχές
    Σπάνιες
  • Ψευδαίσθηση
    Ψυχιατρικές διαταραχές
    Σπάνιες
  • Σύγχυση
    Ψυχιατρικές διαταραχές
    Σπάνιες
  • Κεφαλαλγία
    Νευρικό σύστημα
    Συχνές
  • Ζάλη
    Νευρικό σύστημα
    Συχνές
  • Ανησυχία
    Νευρικό σύστημα
    Σπάνιες
  • Ίλιγγος
    Νευρικό σύστημα
    Σπάνιες
  • Παραισθησία
    Νευρικό σύστημα
    Σπάνιες
  • Υπνηλία
    Νευρικό σύστημα
    Σπάνιες
  • Τρόμος
    Νευρικό σύστημα
    Σπάνιες
  • Διαταραχές γεύσης
    Νευρικό σύστημα
    Σπάνιες
  • Οπτικές διαταραχές
    Οφθαλμικές διαταραχές
    Πολύ σπάνιες
  • Ναυτία
    Γαστρεντερικό
    Συχνές
  • Διάρροια
    Γαστρεντερικό
    Συχνές
  • Άλγος στομάχου
    Γαστρεντερικό
    Συχνές
  • Δυσκοιλιότητα
    Γαστρεντερικό
    Συχνές
  • Έμετος
    Γαστρεντερικό
    Συχνές
  • Μετεωρισμός
    Γαστρεντερικό
    Συχνές
  • Ξηροστομία ή ξηρότητα του φάρυγγα
    Γαστρεντερικό
    Συχνές
  • Γλωσσίτιδα
    Γαστρεντερικό
    Όχι συχνές
  • Καντιντίαση του οισοφάγου
    Γαστρεντερικό
    Όχι συχνές
  • Παγκρεατίτιδα
    Γαστρεντερικό
    Όχι συχνές
  • Διαταραχές της γεύσης
    Γαστρεντερικό
    Όχι συχνές
  • Κολίτιδα
    Γαστρεντερικό
    Σπάνιες
  • Στοματίτιδα
    Γαστρεντερικό
    Σπάνιες
  • Αύξηση στα επίπεδα ηπατικών ενζύμων
    Ήπατος και χοληφόρων
    Συχνές
  • Ηπατίτιδα
    Ήπατος και χοληφόρων
    Σπάνιες
  • Ίκτερος
    Ήπατος και χοληφόρων
    Σπάνιες
  • Κνίδωση
    Δέρματος και υποδόριου ιστού
    Συχνές
  • Κνησμός
    Δέρματος και υποδόριου ιστού
    Συχνές
  • Εξάνθημα
    Δέρματος και υποδόριου ιστού
    Συχνές
  • Πετέχεια
    Δέρματος και υποδόριου ιστού
    Σπάνιες
  • Πορφύρα
    Δέρματος και υποδόριου ιστού
    Σπάνιες
  • Τριχόπτωση
    Δέρματος και υποδόριου ιστού
    Σπάνιες
  • Φωτοευαισθησία
    Δέρματος και υποδόριου ιστού
    Σπάνιες
  • Υπεριδρωσία
    Δέρματος και υποδόριου ιστού
    Σπάνιες
  • Σύνδρομο Stevens Johnson
    Δέρματος και υποδόριου ιστού
    Πολύ σπάνιες
  • Πολύμορφο ερύθημα
    Δέρματος και υποδόριου ιστού
    Πολύ σπάνιες
  • Τοξική επιδερμική νεκρόλυση
    Δέρματος και υποδόριου ιστού
    Πολύ σπάνιες
  • Αρθραλγία
    Μυοσκελετικό σύστημα και συνδετικός ιστός
    Όχι συχνές
  • Μυαλγία
    Μυοσκελετικό σύστημα και συνδετικός ιστός
    Όχι συχνές
  • Κάταγμα του ισχίου, του καρπού ή της σπονδυλικής στήλης
    Μυοσκελετικό σύστημα και συνδετικός ιστός
    Σπάνιες
  • Νεφρίτιδα διάμεση
    Νεφρών και ουροφόρων οδών
    Πολύ σπάνιες
  • Γυναικομαστία
    Αναπαραγωγικού συστήματος και μαστού
    Σπάνιες
  • Ανικανότητα
    Αναπαραγωγικού συστήματος και μαστού
    Σπάνιες
  • Κόπωση
    Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
    Συχνές
  • Οίδημα
    Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
    Όχι συχνές
  • Πυρετός
    Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
    Σπάνιες
  • Αύξηση στα επίπεδα χοληστερόλης και τριγλυκεριδίων
    Έρευνες
    Συχνές
  • Υπονατριαιμία
    Έρευνες
    Συχνές
  • Υπομαγνησιαιμία
    Έρευνες
    Όχι συχνές
pregnant_woman
SPC-LANSOPRAZOLE-TEVA

Κύηση / γαλουχία

Επίπεδο κινδύνου: Αποφεύγεται expand_more
  • Κύηση
    Αποφεύγεται
    Δεν διατίθενται κλινικά δεδομένα σχετικά με έκθεση κατά την εγκυμοσύνη στη λανσοπραζόλη. Μελέτες σε ζώα δεν κατέδειξαν άμεσες ή έμμεσες επικίνδυνες επιπτώσεις στην εγκυμοσύνη, στην ανάπτυξη του κυήματος/εμβρύου, στον τοκετό ή στη μεταγεννητική ανάπτυξη.
  • Γαλουχία
    Με προσοχή
    Δεν είναι γνωστό εάν η λανσοπραζόλη απεκκρίνεται στο μητρικό γάλα των ανθρώπων. Μελέτες σε ζώα κατέδειξαν απέκκριση της λανσοπραζόλης στο γάλα. Η απόφαση για το εάν συνεχιστεί/διακοπεί ο θηλασμός ή συνεχιστεί/διακοπεί η θεραπεία με λανσοπραζόλη πρέπει να ληφθεί λαμβάνοντας υπόψη το όφελος του θηλασμού για το παιδί και το όφελος της θεραπείας με λανσοπραζόλη για τη γυναίκα.
neurology
DrugBank

Μηχανισμός δράσης

expand_more
Ο Lansoprazole ανήκει σε μια κατηγορία αντιεκκριτικών ενώσεων, τις υποκατασταμένες βενζιμιδαζόλες, που δεν εμφανίζουν αντιχολινεργικές ιδιότητες ούτε ιδιότητες ανταγωνιστών υποδοχέων ισταμίνης H2, αλλά καταστέλλουν τη γαστρική έκκριση οξέος μέσω ειδικής…
monitor_heart
SPC-LANSOPRAZOLE-TEVA

Φαρμακοδυναμική

expand_more

Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία Αναστολείς αντλίας πρωτονίων, κωδικός ATC: Α02BC03 ### Μηχανισμός δράσης Η λανσοπραζόλη είναι ένας γαστρικός αναστολέας αντλίας πρωτονίων. Αναστέλλει το τελικό στάδιο σχηματισμού του γαστρικού οξέος αναστέλλοντας τη…

biotech
SPC-LANSOPRAZOLE-TEVA

Φαρμακοκινητική

expand_more
H λανσοπραζόλη είναι ένα ρακεμικό μίγμα δύο ενεργών εναντιομερών, τα οποία βιομετατρέπονται στη δραστική μορφή στο όξινο περιβάλλον των τοιχωματικών κυττάρων. Επειδή η λανσοπραζόλη απενεργοποιείται γρήγορα από το γαστρικό οξύ, χορηγείται από του στόματος σε…
hub
PubChem

Μεταβολισμός

expand_more
Μεταβολισμός Η λανσοπραζόλη μεταβολίζεται κυρίως στο ήπαρ από τα ένζυμα CYP3A4 και CYP2C19. Οι κύριοι μεταβολίτες που προκύπτουν είναι η 5-υδροξυ λανσοπραζόλη και η σουλφονική παράγωγο της λανσοπραζόλης. Η λανσοπραζόλη μεταβολίζεται εκτενώς στο ήπαρ σε…
bloodtype
DrugBank

Απέκκριση

expand_more
Κόπρανα

Σκευάσματα & Τιμολόγηση

Δεδομένα ΕΟΦ (04/2026)
Φόρτωση...

Μονογραφίες Πηγών

Αναλυτικό περιεχόμενο ανά πηγή για τεκμηρίωση και έλεγχο

medication

Δοσολογία

SPC-LANSOPRAZOLE-TEVA
expand_more

Για από του στόματος χορήγηση. Για βέλτιστο αποτέλεσμα, η λανσοπραζόλη πρέπει να λαμβάνεται εφάπαξ ημερησίως το πρωί, εκτός εάν χρησιμοποιείται για την εκρίζωση του Η. pylori, οπότε η θεραπεία πρέπει να λαμβάνεται δύο φορές την ημέρα, μία το πρωί και μία το απόγευμα. Πρέπει να λαμβάνεται τουλάχιστον 30 λεπτά πριν το φαγητό (βλ. Φαρμακοκινητική). Το παρόν φαρμακευτικό προϊόν περιέχει βελτιωτικό γεύσης φράουλας και πρέπει να τοποθετείται πάνω στη γλώσσα και να εκμυζάται απαλά. Το δισκίο διασπείρεται ταχέως μέσα στο στόμα, απελευθερώνοντας τα γαστροανθεκτικά μικροκοκκία, τα οποία καταπίνονται με το σίελο του ασθενούς. Εναλλακτικά, το δισκίο μπορεί να καταπίνεται ολόκληρο με νερό. Τα δισκία διασπειρόμενα στο στόμα μπορούν να διασπαρθούν σε μικρή ποσότητα νερού και να χορηγηθούν μέσω σύριγγας από το στόμα.

Θεραπεία δωδεκαδακτυλικού έλκους

Η συνιστώμενη δόση είναι 30 mg εφάπαξ ημερησίως για 2 εβδομάδες. Σε ασθενείς οι οποίοι δεν επιτυγχάνουν πλήρη επούλωση εντός αυτού του χρονικού διαστήματος, η φαρμακευτική αγωγή συνεχίζεται στην ίδια δόση για άλλες δύο εβδομάδες.

Θεραπεία γαστρικού έλκους

Η συνιστώμενη δόση είναι 30 mg εφάπαξ ημερησίως για 4 εβδομάδες. Το έλκος συνήθως επουλώνεται εντός 4 εβδομάδων, αλλά σε ασθενείς οι οποίοι δεν επιτυγχάνουν πλήρη επούλωση εντός αυτού του χρονικού διαστήματος, η φαρμακευτική αγωγή μπορεί να συνεχιστεί στην ίδια δόση για άλλες 4 εβδομάδες.

Θεραπεία οισοφαγίτιδας από παλινδρόμηση

Η συνιστώμενη δόση είναι 30 mg εφάπαξ ημερησίως για 4 εβδομάδες. Σε ασθενείς οι οποίοι δεν επιτυγχάνουν πλήρη επούλωση εντός αυτού του χρονικού διαστήματος, η θεραπεία μπορεί να συνεχιστεί στην ίδια δόση για άλλες 4 εβδομάδες.

Προφύλαξη από οισοφαγίτιδα από παλινδρόμηση

15 mg εφάπαξ ημερησίως. Η δόση μπορεί να αυξηθεί μέχρι και 30 mg ημερησίως όπως απαιτείται.

Εκρίζωση του Helicobacter pylori

Όταν επιλέγεται κατάλληλη θεραπεία συνδυασμού, πρέπει να ληφθεί υπόψη η επίσημη τοπική οδηγία σχετικά με τη βακτηριακή αντίσταση, τη διάρκεια της θεραπείας, (συνηθέστερα 7 ημέρες αλλά μερικές φορές μέχρι και 14 ημέρες), και την κατάλληλη χρήση αντιβακτηριακών παραγόντων. Η συνιστώμενη δόση είναι 30 mg λανσοπραζόλης δύο φορές ημερησίως για 7 ημέρες σε συνδυασμό με ένα από τα παρακάτω:

  • κλαριθρομυκίνη 250-500 mg δύο φορές ημερησίως + αμοξυκιλλίνη 1 g δύο φορές ημερησίως
  • κλαριθρομυκίνη 250 mg δύο φορές ημερησίως + μετρονιδαζόλη 400-500 mg δύο φορές ημερησίως.

Τα ποσοστά εκρίζωσης του H.pylori, τα οποία επιτυγχάνονται όταν η κλαριθρομυκίνη συνδυάζεται είτε με αμοξυκιλλίνη είτε με μετρονιδαζόλη, ανέρχονται σε έως 90%, όταν χρησιμοποιούνται σε συνδυασμό με λανσοπραζόλη. Έξι μήνες μετά την επιτυχή θεραπεία εκρίζωσης, ο κίνδυνος επανα-λοίμωξης είναι χαμηλός και συνεπώς η υποτροπή είναι απίθανη. Έχει επίσης εξετασθεί η χρήση ενός δοσολογικού σχήματος το οποίο περιλαμβάνει λανσοπραζόλη 30 mg δύο φορές ημερησίως, αμοξυκιλλίνη 1 g δύο φορές ημερησίως και μετρονιδαζόλη 400-500 mg δύο φορές ημερησίως. Με τη χρήση αυτού του συνδυασμού παρατηρήθηκαν χαμηλότερα ποσοστά εκρίζωσης σε σχέση με τα δοσολογικά σχήματα τα οποία περιλαμβάνουν κλαριθρομυκίνη. Μπορεί να είναι κατάλληλο για εκείνους οι οποίοι δεν μπορούν να λάβουν κλαριθρομυκίνη ως μέρος μιας θεραπείας εκρίζωσης, όταν τα τοπικά ποσοστά αντοχής στη μετρονιδαζόλη είναι χαμηλά.

Θεραπεία καλοήθων γαστρικών και δωδεκαδακτυλικών ελκών σχετιζόμενων με ΜΣΑΦ σε ασθενείς που χρειάζονται συνεχή θεραπεία με ΜΣΑΦ

30 mg εφάπαξ ημερησίως για τέσσερις εβδομάδες. Σε ασθενείς οι οποίοι δεν επιτυγχάνουν πλήρη επούλωση η θεραπεία μπορεί να συνεχιστεί για άλλες τέσσερις εβδομάδες. Για ασθενείς σε κίνδυνο ή με έλκη τα οποία είναι δύσκολο να επουλωθούν, πρέπει πιθανώς να χρησιμοποιηθεί ένα μεγαλύτερης διάρκειας πρόγραμμα θεραπείας και/ή υψηλότερη δόση.

Προφύλαξη από γαστρικά έλκη και δωδεκαδακτυλικά έλκη σχετιζόμενα με ΜΣΑΦ σε ασθενείς σε κίνδυνο (όπως ηλικία ≥ 65 ετών ή ιστορικό γαστρικού ή δωδεκαδακτυλικού έλκους) οι οποίοι χρειάζονται παρατεταμένη θεραπεία με ΜΣΑΦ

15 mg εφάπαξ ημερησίως. Εάν η θεραπεία αποτύχει, πρέπει να χρησιμοποιηθεί η δόση των 30 mg εφάπαξ ημερησίως.

Συμπτωματική γαστροοισοφαγική παλινδρόμηση

Η συνιστώμενη δόση είναι 15 mg ή 30 mg ημερησίως. Η ανακούφιση από τα συμπτώματα επιτυγχάνεται γρήγορα. Πρέπει να ληφθεί υπόψη το ενδεχόμενο εξατομίκευσης της δοσολογίας. Εάν δεν υπάρξει ανακούφιση από τα συμπτώματα μέσα σε 4 εβδομάδες με μία ημερήσια δόση των 30 mg, συνιστώνται περαιτέρω εξετάσεις.

Σύνδρομο Zollinger-Ellison

Η συνιστώμενη αρχική δόση είναι 60 mg εφάπαξ ημερησίως. Η δόση πρέπει να εξατομικεύεται και η θεραπεία πρέπει να συνεχίζεται για όσο χρονικό διάστημα είναι απαραίτητο. Έχουν χρησιμοποιηθεί δόσεις μέχρι και 180 mg ημερησίως. Εάν η απαιτούμενη ημερήσια δόση υπερβαίνει τα 120 mg, πρέπει να χορηγείται σε δύο διηρημένες δόσεις.

Διαταραχή της ηπατικής ή νεφρικής λειτουργίας

Δε χρειάζεται προσαρμογή της δοσολογίας σε ασθενείς με διαταραγμένη νεφρική λειτουργία. Ασθενείς με μέτρια ή σοβαρή ηπατική νόσο πρέπει να βρίσκονται υπό τακτική παρακολούθηση και συνιστάται μείωση της ημερήσιας δόσης κατά 50% (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις και Φαρμακοκινητική).

Ηλικιωμένοι

Εξαιτίας της μειωμένης κάθαρσης της λανσοπραζόλης στους ηλικιωμένους, μπορεί να είναι απαραίτητη μία προσαρμογή της δόσης, βάσει των εξατομικευμένων απαιτήσεων. Δεν πρέπει να υπερβαίνεται η ημερήσια δόση των 30 mg στους ηλικιωμένους, εκτός επί επιτακτικών κλινικών ενδείξεων.

Παιδιά

Η λανσοπραζόλη δεν συνιστάται για χρήση σε παιδιά λόγω ανεπαρκών κλινικών στοιχείων (βλ. επίσης Φαρμακοκινητική). Πρέπει να αποφεύγεται η θεραπεία μικρών παιδιών ηλικίας κάτω του ενός έτους καθόσον διαθέσιμα στοιχεία δεν έχουν δείξει ευεργετικά αποτελέσματα στη θεραπεία της γαστροοισοφαγικής παλινδρόμησης.

block

Αντενδείξεις

SPC-LANSOPRAZOLE-TEVA
expand_more

Αντενδείξεις

  • Υπερευαισθησία στη δραστική ουσία ή σε κάποιο από τα έκδοχα.
  • Η λανσοπραζόλη δεν πρέπει να συγχορηγείται με atazanavir (βλέπε αλληλεπιδράσεις).
warning

Προειδοποιήσεις

SPC-LANSOPRAZOLE-TEVA
expand_more

Ειδικές προειδοποιήσεις και προφυλάξεις κατά τη χρήση

Όπως συμβαίνει με άλλες θεραπείες κατά του έλκους, πρέπει να αποκλειστεί η πιθανότητα κακοήθους γαστρικού όγκου κατά τη θεραπεία γαστρικού έλκους με λανσοπραζόλη, δεδομένου ότι η λανσοπραζόλη μπορεί να συγκαλύψει τα συμπτώματα και να καθυστερήσει τη διάγνωση.

Η λανσοπραζόλη πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή σε ασθενείς με μέτρια και σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία (βλέπε Δοσολογία και Φαρμακοκινητικές).

Μπορεί να αναμένεται ότι η μειωμένη γαστρική οξύτητα που οφείλεται στη λανσοπραζόλη αυξάνει το γαστρικό βακτηριακό φορτίο, το οποίο φυσιολογικά υπάρχει στο γαστρεντερικό σωλήνα. Η θεραπεία με λανσοπραζόλη μπορεί να οδηγήσει σε ελαφρώς αυξημένο κίνδυνο γαστρεντερικών λοιμώξεων, όπως οι Salmonella και Campylobacter.

Σε ασθενείς οι οποίοι πάσχουν από γαστρο-δωδεκαδακτυλικά έλκη, πρέπει να εξεταστεί η πιθανότητα λοίμωξης από Η.pylori ως αιτιολογικός παράγοντας.

Εάν η λανσοπραζόλη χρησιμοποιείται σε συνδυασμό με αντιβιοτικά για θεραπεία εκρίζωσης του H. Pylori, πρέπει να ακολουθούνται επίσης οι οδηγίες χρήσης αυτών των αντιβιοτικών.

Λόγω περιορισμένων στοιχείων ασφάλειας για ασθενείς σε θεραπεία συντήρησης για περισσότερο από 1 χρόνο, πρέπει, σε αυτούς τους ασθενείς, να γίνεται τακτικά αναθεώρηση της θεραπείας και λεπτομερής εκτίμηση του κινδύνου/οφέλους.

Έχουν αναφερθεί πολύ σπάνιες περιπτώσεις κολίτιδας σε ασθενείς που λαμβάνουν λανσοπραζόλη. Συνεπώς, σε περίπτωση σοβαρής και/ή επίμονης διάρροιας, πρέπει να εξετασθεί το ενδεχόμενο διακοπής της θεραπείας.

Η θεραπεία για την πρόληψη πεπτικής εξέλκωσης ασθενών, που χρειάζονται συνεχή αγωγή με ΜΣΑΦ, πρέπει να περιοριστεί σε ασθενείς υψηλού κινδύνου (π.χ. προηγούμενη γαστρεντερική αιμορραγία, διάτρηση ή έλκος, προχωρημένη ηλικία, σύγχρονη χρήση φαρμάκων τα οποία είναι γνωστό ότι αυξάνουν την πιθανότητα ανεπιθύμητων συμβαμάτων από τον ανώτερο γαστρεντερικό σωλήνα [π.χ. κορτικοστεροειδή ή αντιπηκτικά], παρουσία σοβαρού παράγοντα συν-νοσηρότητας ή παρατεταμένη χρήση ΜΣΑΦ στο μέγιστο των συνιστώμενων δόσεων).

Οι αναστολείς της αντλίας πρωτονίων, ιδιαίτερα αν χρησιμοποιούνται σε υψηλές δόσεις και για μεγάλη διάρκεια (>1 χρόνο), μπορούν να αυξήσουν ελαφρώς τον κίνδυνο για κάταγμα του ισχίου, του καρπού και της σπονδυλικής στήλης, κυρίως στους ηλικιωμένους ή παρουσία άλλων αναγνωρισμένων παραγόντων κινδύνου. Μελέτες παρατήρησης υποδεικνύουν ότι οι αναστολείς της αντλίας πρωτονίων μπορούν να αυξήσουν τον ολικό κίνδυνο κατάγματος κατά 10-40%. Μέρος αυτής της αύξησης μπορεί να οφείλεται σε άλλους παράγοντες κινδύνου. Οι ασθενείς με κίνδυνο για οστεοπόρωση πρέπει να αντιμετωπίζονται σύμφωνα με τις τρέχουσες κλινικές κατευθυντήριες γραμμές και να λαμβάνουν επαρκή ποσότητα βιταμίνης D και ασβεστίου.

Υπομαγνησιαιμία

Έχει αναφερθεί σοβαρή υπομαγνησιαιμία σε ασθενείς υπό θεραπεία με αναστολείς της αντλίας πρωτονίων όπως η λανσοπραζόλη για τουλάχιστον τρεις μήνες και στις περισσότερες περιπτώσεις για ένα χρόνο. Μπορούν να προκύψουν σοβαρές εκδηλώσεις της υπομαγνησιαιμίας όπως κόπωση, τετανία, παραλήρημα, σπασμοί, ζάλη και κοιλιακή αρρυθμία, αλλά η έναρξή τους μπορεί να είναι ύπουλη και να παραβλεφθούν. Στους περισσότερους ασθενείς που επηρεάζονται, η υπομαγνησιαιμία βελτιώθηκε μετά από αντικατάσταση μαγνησίου και διακοπή του αναστολέα της αντλίας πρωτονίων.

Στους ασθενείς οι οποίοι αναμένεται να λάβουν παρατεταμένη θεραπεία ή που λαμβάνουν αναστολείς της αντλίας πρωτονίων με διγοξίνη ή φάρμακα που μπορούν να προκαλέσουν υπομαγνησιαιμία (π.χ. διουρητικά), οι επαγγελματίες του τομέα υγειονομικής περίθαλψης πρέπει να εξετάζουν το ενδεχόμενο μέτρησης των επιπέδων μαγνησίου πριν από την έναρξη της θεραπείας με αναστολέα της αντλίας πρωτονίων και περιοδικά κατά τη διάρκεια της θεραπείας.

Το παρόν φαρμακευτικό προϊόν περιέχει λακτόζη. Οι ασθενείς με σπάνια κληρονομικά προβλήματα δυσανεξίας στη γαλακτόζη, έλλειψη λακτάσης Lapp ή κακή απορρόφηση γλυκόζης- γαλακτόζης δεν πρέπει να πάρουν αυτό το φάρμακο.

Το παρόν φαρμακευτικό προϊόν περιέχει σακχαρόζη. Ασθενείς με σπάνια κληρονομικά προβλήματα δυσανεξίας στη φρουκτόζη, δυσαπορρόφησης γλυκόζης-γαλακτόζης ή ανεπάρκειας σουκράσης-ισομαλτάσης, δεν πρέπει να λαμβάνουν αυτό το φάρμακο.

Το παρόν φαρμακευτικό προϊόν περιέχει πηγή φαινυλαλανίνης. Μπορεί να είναι βλαβερό για ανθρώπους με φαινυλκετονουρία.

swap_horiz

Αλληλεπιδράσεις

SPC-LANSOPRAZOLE-TEVA
expand_more

Επιδράσεις της λανσοπραζόλης σε άλλα φάρμακα

Φαρμακευτικά προϊόντα των οποίων η απορρόφηση εξαρτάται από το pH

H λανσοπραζόλη μπορεί να παρεμβληθεί στην απορρόφηση φαρμάκων, όπου το γαστρικό pH είναι μείζονος σημασίας για τη βιοδιαθεσιμότητα.

  • Atazanavir: Μία μελέτη κατέδειξε ότι η συγχορήγηση λανσοπραζόλης (60 mg εφάπαξ ημερησίως) με atazanavir 400 mg σε υγιείς εθελοντές είχε ως αποτέλεσμα μία σημαντική μείωση στην έκθεση στην atazanavir (περίπου 90% μείωση στις AUC και Cmax). Η λανσοπραζόλη δεν πρέπει να συγχορηγείται με atazanavir (βλ. Αντενδείξεις).
  • Κετοκοναζόλη και ιτρακοναζόλη: Η απορρόφηση της κετοκοναζόλης και της ιτρακοναζόλης από το γαστρεντερικό σωλήνα ενισχύεται από την παρουσία γαστρικού οξέος. Η χορήγηση της λανσοπραζόλης μπορεί να οδηγήσει σε υπο-θεραπευτικές συγκεντρώσεις κετοκοναζόλης και ιτρακοναζόλης και ο συνδυασμός πρέπει να αποφεύγεται.
  • Διγοξίνη: Η συγχορήγηση της λανσοπραζόλης με διγοξίνη μπορεί να οδηγήσει σε αυξημένα επίπεδα διγοξίνης στο πλάσμα. Τα επίπεδα διγοξίνης στο πλάσμα πρέπει συνεπώς να παρακολουθούνται και η δόση της διγοξίνης να προσαρμόζεται, εφόσον απαιτείται, κατά την έναρξη και το τέλος της θεραπείας με λανσοπραζόλη.

Φαρμακευτικά προϊόντα τα οποία μεταβολίζονται από τα ένζυμα P450

Η λανσοπραζόλη μπορεί να αυξήσει τις συγκεντρώσεις στο πλάσμα φαρμάκων τα οποία μεταβολίζονται από το CYP3A4. Συνιστάται προσοχή όταν συνδυάζεται η λανσοπραζόλη με φάρμακα τα οποία μεταβολίζονται από αυτό το ένζυμο και τα οποία έχουν στενό θεραπευτικό εύρος.

  • Θεοφυλλίνη: Η λανσοπραζόλη μειώνει τη συγκέντρωση της θεοφυλλίνης στο πλάσμα, γεγονός το οποίο μπορεί να μειώσει την αναμενόμενη από τη δόση κλινική επίδραση. Συνιστάται προσοχή όταν συνδυάζονται τα δύο φάρμακα.
  • Tacrolimus: Η συγχορήγηση λανσοπραζόλης αυξάνει τις συγκεντρώσεις στο πλάσμα του tacrolimus (ένα υπόστρωμα CYP3A και P-gp). H έκθεση στη λανσοπραζόλη αύξησε τη μέση έκθεση στο tacrolimus μέχρι και 81%. Συνιστάται η παρακολούθηση των συγκεντρώσεων του tacrolimus στο πλάσμα όταν αρχίζει ή τελειώνει η συγχορήγηση λανσοπραζόλης.

Φαρμακευτικά προϊόντα τα οποία μεταφέρονται από τη P-γλυκοπρωτεΐνη

Έχει παρατηρηθεί ότι η λανσοπραζόλη αναστέλλει την πρωτεΐνη μεταφοράς (P-gp) in vitro. Η κλινική σημασία αυτού είναι άγνωστη.

Επιδράσεις άλλων φαρμάκων στη λανσοπραζόλη

Φάρμακα τα οποία αναστέλλουν το CYP2C19

  • Fluvoxamine: Μπορεί να εξεταστεί το ενδεχόμενο μείωσης της δόσης όταν η λανσοπραζόλη συνδυάζεται με τον αναστολέα του CYP2C19, fluvoxamine. Μια μελέτη έδειξε ότι οι συγκεντρώσεις της λανσοπραζόλης στο πλάσμα αυξάνονται μέχρι και 4 φορές.

Φάρμακα τα οποία επάγουν τα CYP2C19 και CYP3A4

Οι επαγωγείς των ενζύμων που επιδρούν στα CYP2C19 και CYP3A4 όπως η ριφαμπικίνη και το St John’s wort (Hypericum perforatum) μπορούν να μειώσουν σημαντικά τις συγκεντρώσεις της λανσοπραζόλης στο πλάσμα.

Άλλα

  • Σουκραλφάτη/Αντιόξινα: Η σουκραλφάτη/τα αντιόξινα μπορούν να μειώσουν τη βιοδιαθεσιμότητα της λανσοπραζόλης. Η λανσοπραζόλη συνεπώς πρέπει να λαμβάνεται τουλάχιστον 1 ώρα μετά τη λήψη αυτών των φαρμάκων.
  • Δεν έχουν καταδειχθεί κλινικά σημαντικές αλληλεπιδράσεις της λανσοπραζόλης με μη στεροειδή αντιφλεγμονώδη φάρμακα, εάν και δεν έχουν διεξαχθεί επίσημες μελέτες αλληλεπίδρασης.
sick

Ανεπιθύμητες ενέργειες

SPC-LANSOPRAZOLE-TEVA
expand_more

Οι συχνότητες ορίζονται ως συχνές (>1/100 έως <1/10), όχι συχνές (>1/1.000 έως <1/100), σπάνιες (>1/10.000 έως <1/1.000), πολύ σπάνιες (<1/10.000), μη γνωστές (δε μπορούν να εκτιμηθούν με βάση τα διαθέσιμα δεδομένα).

| Κατηγορία ανεπιθύμητης ενέργειας | Συχνές (≥1/100, <1/10) | Όχι συχνές (≥1/1.000, <1/100) | Σπάνιες (≥1/10.000, <1/1.000) | Πολύ σπάνιες (<1/10.000) | Μη γνωστές (δε μπορούν να εκτιμηθούν με βάση τα διαθέσιμα

δεδομένα)
Διαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος Θρομβοπενία, ηωσινοφιλία, λευκοπενία. Αναιμία Ακοκκιοκυτταραιμία, πανκυτταροπενία.
Διαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος Αγγειοοίδημα Αναφυλακτική καταπληξία
Διαταραχές του μεταβολισμού και της θρέψης Ανορεξία Υπομαγνησιαιμία (βλέπε παράγραφο 4.4)
Ψυχιατρικές διαταραχές Κατάθλιψη. Αϋπνία, ψευδαίσθηση, σύγχυση.
Διαταραχές του νευρικού συστήματος Κεφαλαλγία, Ζάλη. Ανησυχία, ίλιγγος, παραισθησία, υπνηλία, τρόμος, διαταραχές γεύσης.
Οφθαλμικές διαταραχές Οπτικές διαταραχές.
Διαταραχές του γαστρεντερικού Ναυτία, διάρροια, άλγος στομάχου, δυσκοιλιότητα, έμετος, μετεωρισμός, ξηροστομία ή ξηρότητα του φάρυγγα. Γλωσσίτιδα, καντιντίαση του οισοφάγου, παγκρεατίτιδα, διαταραχές της γεύσης. Κολίτιδα, στοματίτιδα.
Διαταραχές του ήπατος και των χοληφόρων Αύξηση στα επίπεδα ηπατικών ενζύμων. Ηπατίτιδα, ίκτερος.
Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού Κνίδωση, κνησμός, εξάνθημα. Πετέχεια, πορφύρα, τριχόπτωση, φωτοευαισθησία, υπεριδρωσία Σύνδρομο Stevens Johnson, πολύμορφο ερύθημα, τοξική επιδερμική νεκρόλυση.
Διαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και του συνδετικού ιστού Αρθραλγία, μυαλγία Κάταγμα του ισχίου, του καρπού ή της σπονδυλικής στήλης (βλέπε παράγραφο 4.4)
Διαταραχές των νεφρών και των ουροφόρων οδών Νεφρίτιδα διάμεση.
Διαταραχές του αναπαραγωγικού συστήματος και του μαστού Γυναικομαστία, ανικανότητα.
Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης Κόπωση. Οίδημα. Πυρετός.
Έρευνες Αύξηση στα επίπεδα χοληστερόλης και τριγλυκεριδίων, υπονατριαιμία. Υπομαγνησιαιμία.

Αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών Η αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών μετά από τη χορήγηση άδειας κυκλοφορίας του φαρμακευτικού προϊόντος είναι σημαντική. Επιτρέπει τη συνεχή παρακολούθηση της σχέσης οφέλους-κινδύνου του φαρμακευτικού προϊόντος. Ζητείται από τους επαγγελματίες του τομέα της υγειονομικής περίθαλψης να αναφέρουν οποιεσδήποτε πιθανολογούμενες ανεπιθύμητες ενέργειες:

pregnant_woman

Κύηση / γαλουχία

SPC-LANSOPRAZOLE-TEVA
expand_more

Κύηση

Δεν διατίθενται κλινικά δεδομένα σχετικά με έκθεση κατά την εγκυμοσύνη στη λανσοπραζόλη. Μελέτες σε ζώα δεν κατέδειξαν άμεσες ή έμμεσες επικίνδυνες επιπτώσεις στην εγκυμοσύνη, στην ανάπτυξη του κυήματος/εμβρύου, στον τοκετό ή στη μεταγεννητική ανάπτυξη. Συνεπώς, δε συνιστάται η χρήση της λανσοπραζόλης κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης.

Θηλασμός

Δεν είναι γνωστό εάν η λανσοπραζόλη απεκκρίνεται στο μητρικό γάλα των ανθρώπων. Μελέτες σε ζώα κατέδειξαν απέκκριση της λανσοπραζόλης στο γάλα. Η απόφαση για το εάν συνεχιστεί/διακοπεί ο θηλασμός ή συνεχιστεί/διακοπεί η θεραπεία με λανσοπραζόλη πρέπει να ληφθεί λαμβάνοντας υπόψη το όφελος του θηλασμού για το παιδί και το όφελος της θεραπείας με λανσοπραζόλη για τη γυναίκα.

monitor_heart

Φαρμακοδυναμική

SPC-LANSOPRAZOLE-TEVA
expand_more

Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία

Αναστολείς αντλίας πρωτονίων, κωδικός ATC: Α02BC03

Μηχανισμός δράσης

Η λανσοπραζόλη είναι ένας γαστρικός αναστολέας αντλίας πρωτονίων. Αναστέλλει το τελικό στάδιο σχηματισμού του γαστρικού οξέος αναστέλλοντας τη δραστηριότητα της H+/K+ ATPάσης των τοιχωματικών κυττάρων στο στόμαχο. Η αναστολή είναι δοσοεξαρτώμενη και αναστρέψιμη και η δράση έχει εφαρμογή τόσο στη βασική όσο και στη διεγερθείσα έκκριση γαστρικού οξέος. Η λανσοπραζόλη συγκεντρώνεται στα τοιχωματικά κύτταρα και ενεργοποιείται στο όξινο περιβάλλον τους, όπου αντιδρά με τη σουλφυδριλική ομάδα της H+/K+ ATPάσης προκαλώντας αναστολή της ενζυμικής δραστηριότητας.

Φαρμακοδυναμικές επιδράσεις

Η λανσοπραζόλη είναι ένας εκλεκτικός αναστολέας της αντλίας πρωτονίων του τοιχωματικού κυττάρου. Μία εφάπαξ από του στόματος δόση λανσοπραζόλης αναστέλλει τη διεγερθείσα από την πενταγαστρίνη έκκριση γαστρικού οξέος κατά περίπου 80%. Μετά από επαναλαμβανόμενη καθημερινή χορήγηση για επτά ημέρες, επιτυγχάνεται αναστολή της έκκρισης γαστρικού οξέος κατά περίπου 90%. Έχει αντίστοιχη δράση στη βασική έκκριση γαστρικού οξέος. Μία εφάπαξ από του στόματος δόση των 30 mg μειώνει τη βασική έκκριση κατά 70% περίπου και συνεπώς οι ασθενείς ανακουφίζονται από τα συμπτώματα από την πρώτη κιόλας δόση. Μετά από οχτώ ημέρες επαναλαμβανόμενης χορήγησης η μείωση είναι περίπου 85%. Μία γρήγορη ανακούφιση από τα συμπτώματα επιτυγχάνεται με ένα δισκίο διασπειρόμενο στο στόμα (30 mg) ημερησίως, και οι περισσότεροι ασθενείς με δωδεκαδακτυλικό έλκος αναρρώνουν μέσα σε 2 εβδομάδες, ασθενείς με γαστρικό έλκος και οισοφαγίτιδα από παλινδρόμηση μέσα σε 4 εβδομάδες. Μειώνοντας τη γαστρική οξύτητα, η λανσοπραζόλη δημιουργεί ένα πρόσφορο περιβάλλον όπου τα κατάλληλα αντιβιοτικά μπορούν να είναι αποτελεσματικά έναντι του H.pylori.

biotech

Φαρμακοκινητική

SPC-LANSOPRAZOLE-TEVA
expand_more

H λανσοπραζόλη είναι ένα ρακεμικό μίγμα δύο ενεργών εναντιομερών, τα οποία βιομετατρέπονται στη δραστική μορφή στο όξινο περιβάλλον των τοιχωματικών κυττάρων. Επειδή η λανσοπραζόλη απενεργοποιείται γρήγορα από το γαστρικό οξύ, χορηγείται από του στόματος σε εντεροδιαλυτές μορφή(ές) για συστηματική απορρόφηση.

Απορρόφηση και κατανομή

Η λανσοπραζόλη παρουσιάζει υψηλή (80-90%) βιοδιαθεσιμότητα με μία εφάπαξ δόση. Τα μέγιστα επίπεδα στο πλάσμα παρατηρούνται μέσα σε 1,5 με 2,0 ώρες. Η πρόσληψη τροφής επιβραδύνει το ποσοστό απορρόφησης της λανσοπραζόλης και μειώνει τη βιοδιαθεσιμότητα κατά περίπου 50%. Η σύνδεση με τις πρωτεΐνες του πλάσματος είναι 97%. Μελέτες κατέδειξαν ότι τα δισκία διασπειρόμενα στο στόμα διεσπαρμένα σε μικρή ποσότητα νερού και χορηγούμενα μέσω σύριγγας απευθείας στο στόμα δίνουν ισοδύναμο AUC με το συνήθη τρόπο χορήγησης.

Μεταβολισμός και απομάκρυνση

Η λανσοπραζόλη μεταβολίζεται εκτενώς από το ήπαρ και οι μεταβολίτες εκκρίνονται από τόσο τη νεφρική οδό όσο και τις χοληφόρους οδούς. Ο μεταβολισμός της λανσοπραζόλης καταλύεται κυρίως από το ένζυμο CYP2C19. Το ένζυμο CYP3A4 συνεισφέρει επίσης στο μεταβολισμό. Η ημιπερίοδος ζωής απομάκρυνσης από το πλάσμα κυμαίνεται από 1 έως 2 ώρες μετά τη χορήγηση εφάπαξ ή πολλαπλών δόσεων σε υγιή άτομα. Δεν υπάρχουν ενδείξεις συσσώρευσης μετά τη χορήγηση πολλαπλών δόσεων σε υγιή άτομα. Έχουν εντοπισθεί στο πλάσμα σουλφονικά, σουλφιδικά και 5-υδροξυλικά παράγωγα της λανσοπραζόλης. Αυτοί οι μεταβολίτες έχουν πολύ μικρή ή καθόλου αντι-εκκριτική δραστικότητα. Μία μελέτη με επισημασμένη με 14C λανσοπραζόλη έδειξε ότι το ένα τρίτο περίπου της χορηγούμενης ραδιενέργειας εκκρίνεται στα ούρα και τα δύο τρίτα ανακτώνται στα κόπρανα.

Φαρμακοκινητική στους ηλικιωμένους ασθενείς

Η κάθαρση της λανσοπραζόλης μειώνεται στους ηλικιωμένους, με ημιπερίοδο ζωής απομάκρυνσης αυξημένη περίπου κατά 50% έως 100%. Τα μέγιστα επίπεδα στο πλάσμα δεν αυξήθηκαν στους ηλικιωμένους.

Φαρμακοκινητική στους παιδιατρικούς ασθενείς

Η εκτίμηση της φαρμακοκινητικής σε παιδιά ηλικίας 1-17 ετών έδειξε παρόμοια έκθεση σε σύγκριση με τους ενήλικες με δόσεις των 15 mg για εκείνα βάρους κάτω των 30 kg και 30 mg για εκείνα άνω των 30 kg. Η διερεύνηση μίας δόσης των 17 mg/m2 επιφάνειας σώματος ή 1 mg/kg βάρους σώματος είχε επίσης σαν αποτέλεσμα συγκρίσιμη έκθεση στη λανσοπραζόλη παιδιών ηλικίας 2-3 μηνών μέχρι και ενός έτους σε σχέση με τους ενήλικες. Υψηλότερη έκθεση στη λανσοπραζόλη σε σύγκριση με τους ενήλικες έχει παρατηρηθεί σε βρέφη κάτω από την ηλικία των 2-3 μηνών με δόσεις των 1,0 mg/kg και 0,5 mg/kg σωματικού βάρους χορηγούμενες ως εφάπαξ δόσεις.

Φαρμακοκινητική σε ηπατική ανεπάρκεια

Η έκθεση στη λανσοπραζόλη διπλασιάζεται σε ασθενείς με ήπια ηπατική δυσλειτουργία και αυξάνεται πολύ περισσότερο σε ασθενείς με μέτρια και σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία.

Ασθενώς μεταβολίζοντες το CYP2C19

Το CYP2C19 υπόκειται σε γενετικό πολυμορφισμό και 2-6% του πληθυσμού, οι οποίοι καλούνται ασθενώς μεταβολίζοντες (poor metabolisers, PMs), είναι ομόζυγοι ως προς ένα μεταλλαγμένο CYP2C19 αλληλόμορφο και για αυτό το λόγο δε διαθέτουν ένα λειτουργικό CYP2C19 ένζυμο. Η έκθεση στη λανσοπραζόλη είναι αρκετές φορές υψηλότερη στους PMs συγκριτικά με τους εκτενώς μεταβολίζοντες (extensive metabolises, ΕΜs).

query_stats Κρίσιμα Στοιχεία

Ημίσεια ζωή

1.5 ± 1.0 ώρες
DrugBank

Δέσμευση πρωτεϊνών

97%
DrugBank

Βιοδιαθεσιμότητα

πάνω από 80%
DrugBank

Απέκκριση

Κόπρανα
DrugBank
science

Scientific Profile

CID
3883
Μοριακός τύπος
C16H14F3N3O2S
Μοριακό βάρος
369.4
IUPAC
2-[[3-methyl-4-(2,2,2-trifluoroethoxy)-2-pyridinyl]methylsulfinyl]-1H-benzimidazole
InChIKey
MJIHNNLFOKEZEW-UHFFFAOYSA-N
Κατάταξη MeSH

MeSH Φαρμακολογική Ταξινόμηση

Διάφοροι παράγοντες με διαφορετικούς μηχανισμούς δράσης που χρησιμοποιούνται για τη θεραπεία ή την ανακούφιση του ΠΕΠΤΙΚΟΥ ΕΛΚΟΥΣ ή του ερεθισμού του γαστρεντερικού σωλήνα. Αυτοί περιλαμβάνουν ΑΝΤΙΒΙΟΤΙΚΑ για τη θεραπεία ΛΟΙΜΩΞΕΩΝ HELICOBACTER, ΑΝΤΑΓΩΝΙΣΤΕΣ ΙΣΤΑΜΙΝΗΣ H2 για τη μείωση της έκκρισης ΓΑΣΤΡΙΚΟΥ ΟΞΕΟΣ, και ΑΝΤΙΟΞΙΑ για συμπτωματική ανακούφιση.

Ενώσεις που αναστέλλουν την H(+)-K(+)-ΑΝΤΑΛΛΑΣΣΟΜΕΝΗ ΑΤPάση. Χρησιμοποιούνται ως ΑΝΤΙΕΛΚΩΤΙΚΟΙ ΠΑΡΑΓΟΝΤΕΣ και μερικές φορές αντί των ΑΝΤΑΓΩΝΙΣΤΩΝ ΙΣΤΑΜΙΝΗΣ H2 για τη ΓΑΣΤΡΟΟΙΣΟΦΑΓΙΚΗ ΠΑΛΙΝΔΡΟΜΗΣΗ.

Σχετικά Εργαλεία

Εργαλεία & Οδηγίες Όλα →

Πρωτόκολλα Συνταγογράφησης

📋 Αναστολείς Αντλίας Πρωτονίων (PPIs) Υπουργείο Υγείας — Επιστημονική Ομάδα Γαστρεντερολογικών Παθήσεων
🧮 Εργαλείο

Συνταγογραφείται εφόσον ο ασθενής εντάσσεται σε κάποιο από τα παρακάτω βήματα:

  • ΒΗΜΑ Gastroprotection A02BC03
    Γαστροπροστασία
    ICD-10 T88.7 — Πρόληψη επιπλοκών ανωτέρου πεπτικού από ΜΣΑΦ/αντιαιμοπεταλιακά/κορτικοστεροειδή
    Δοσολογία: 30 mg × 1 · Όσο διαρκεί η αγωγή
  • ΒΗΜΑ GERD A02BC03
    Γαστροοισοφαγική Παλινδρόμηση (ΓΟΠΝ) — Εμπειρική Θεραπεία
    ICD-10 K20/K21 — τυπικά συμπτώματα ΓΟΠΝ χωρίς προηγούμενη γαστροσκόπηση
    Δοσολογία: 30 mg × 1 · 8 εβδομάδες