LENALIDOMIDE
Λεναλιδοµίδη
### Φαρμακοδυναμικές ιδιότητες **Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία:** Άλλα ανοσοκατασταλτικά.
Εμπορικά Ονόματα
Ενδείξεις
Εγκεκριμένες ενδείξεις από το SPC, ομαδοποιημένες κατά ICD-10
-
D64 Άλλες αναιμίες
Περιλαμβάνει (όροι από SPC): Αναιμία
-
C85 Άλλοι και μη καθορισμένοι τύποι μη Hodgkin λεμφώματος
Περιλαμβάνει (όροι από SPC): Υποτροπιάζον ή ανθεκτικό λέμφωμα από κύτταρα του μανδύα
-
C82 Θυλακιώδες λέμφωμα
Περιλαμβάνει (όροι από SPC): Οζώδες λέμφωμα
-
D46 Μυελοδυσπλαστικά σύνδρομα
-
C90 Πολλαπλό μυέλωμα και κακοήθη νεοπλάσματα από πλασματοκύτταρα
Περιλαμβάνει (όροι από SPC): Πολλαπλό μυέλωμα
Πληροφορίες Συνταγογράφησης
Επιμελημένα δεδομένα από το SPC
medication
Δοσολογία
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Δοσολογία
- Οδός: Από του στόματος
- Χορήγηση: Μία φορά την ημέρα, περίπου την ίδια ώρα, με ή χωρίς φαγητό
- Δόση έναρξης: 25 mg
- Τιτλοποίηση: Για λεναλιδομίδη συντήρησης μετά από ASCT, η δόση μπορεί να αυξηθεί από 10 mg σε 15 mg μία φορά την ημέρα μετά από 3 κύκλους εάν είναι ανεκτή. Για πολλαπλό μυέλωμα με μέτρια νεφρική δυσλειτουργία, η δόση 10 mg μπορεί να αυξηθεί σε 15 mg μετά από 2 κύκλους εάν ο ασθενής δεν ανταποκρίνεται στη θεραπεία και ανέχεται τη θεραπεία. Για λέμφωμα από κύτταρα του μανδύα με μέτρια νεφρική δυσλειτουργία, η δόση 10 mg μπορεί να αυξηθεί σε 15 mg μετά από 2 κύκλους εάν ο ασθενής δεν ανταποκρίνεται στη θεραπεία και ανέχεται τη θεραπεία. Για οζώδες λέμφωμα με μέτρια νεφρική δυσλειτουργία, η δόση 10 mg μπορεί να αυξηθεί σε 15 mg μετά από 2 κύκλους εάν ο ασθενής έχει ανεχθεί τη θεραπεία.
-
Νεοδιαγνωσθέν πολλαπλό μυέλωμα (ΝΔΠΜ) - ασθενείς που δεν είναι κατάλληλοι για μεταμόσχευσηΗ θεραπεία με λεναλιδομίδη δεν πρέπει να ξεκινήσει εάν ο Απόλυτος Αριθμός Ουδετερόφιλων (ANC) είναι < 1,0 x 10^9/L, και/ή ο αριθμός των αιμοπεταλίων είναι < 50 x 10^9/L.
-
ΝΔΠΜ - ασθενείς που δεν είναι κατάλληλοι για μεταμόσχευση (Lenalidomide + Dexamethasone)ΔόσηΛεναλιδομίδη 25 mg από του στόματος μία φορά την ημέρα κατά τις ημέρες 1-21 επαναλαμβανόμενων κύκλων 28 ημερών. Δεξαμεθαζόνη 40 mg από του στόματος μία φορά την ημέρα κατά τις ημέρες 1, 8, 15 και 22 επαναλαμβανόμενων κύκλων 28 ημερών.Συνεχίζεται μέχρι την εξέλιξη της νόσου ή τη μη ανοχή.
-
ΝΔΠΜ - ασθενείς 75 ετών και άνω (με Lenalidomide + Dexamethasone)ΔόσηΔεξαμεθαζόνη 20 mg μία φορά την ημέρα κατά τις ημέρες 1, 8, 15 και 22 κάθε κύκλου θεραπείας 28 ημερών.
-
ΝΔΠΜ - ασθενείς που δεν είναι κατάλληλοι για μεταμόσχευση (Lenalidomide + Bortezomib + Dexamethasone, αρχική θεραπεία)ΔόσηΛεναλιδομίδη 25 mg από του στόματος μία φορά την ημέρα τις ημέρες 1-14 κάθε κύκλου 21 ημερών. Βορτεζομίμπη 1.3 mg/m^2 υποδόρια δύο φορές την εβδομάδα τις ημέρες 1, 4, 8 και 11 κάθε κύκλου 21 ημερών.Έως οκτώ κύκλοι θεραπείας 21 ημερών (24 εβδομάδες αρχικής θεραπείας).
-
ΝΔΠΜ - ασθενείς που δεν είναι κατάλληλοι για μεταμόσχευση (Lenalidomide + Dexamethasone, συνεχόμενη θεραπεία)ΔόσηΛεναλιδομίδη 25 mg από του στόματος μία φορά την ημέρα τις ημέρες 1-21 επαναλαμβανόμενων κύκλων 28 ημερών σε συνδυασμό με δεξαμεθαζόνη.Συνεχίζεται μέχρι την εξέλιξη της νόσου ή την εμφάνιση μη αποδεκτής τοξικότητας.
-
ΝΔΠΜ - ασθενείς που δεν είναι κατάλληλοι για μεταμόσχευση (Lenalidomide + Melphalan + Prednisone)ΔόσηΛεναλιδομίδη 10 mg από του στόματος μία φορά την ημέρα κατά τις ημέρες 1 έως 21 επαναλαμβανόμενων κύκλων 28 ημερών για έως και 9 κύκλους. Μελφαλάνη 0.18 mg/kg από του στόματος κατά τις ημέρες 1 έως 4 επαναλαμβανόμενων κύκλων 28 ημερών. Πρεδνιζόνη 2 mg/kg από του στόματος κατά τις ημέρες 1 έως 4 επαναλαμβανόμενων κύκλων 28 ημερών.Η θεραπεία με λεναλιδομίδη δεν πρέπει να ξεκινήσει εάν ο ANC είναι < 1.5 x 10^9/L, και/ή ο αριθμός των αιμοπεταλίων είναι < 75 x 10^9/L.
-
ΝΔΠΜ - ασθενείς 75 ετών και άνω (με Lenalidomide + Melphalan + Prednisone)Δεν προτείνεται προσαρμογή της δόσης.
-
ΝΔΠΜ - ασθενείς που έχουν υποβληθεί σε ASCT (Lenalidomide συντήρησης)Δόση10 mg λεναλιδομίδης από του στόματος μία φορά την ημέρα συνεχόμενα (κατά τις ημέρες 1 έως 28 σε επαναλαμβανόμενους κύκλους 28 ημερών).Μέγ. δόση15 mgΘα πρέπει να ξεκινά μετά από επαρκή αιματολογική αποκατάσταση μετά από ASCT σε ασθενείς χωρίς ένδειξη εξέλιξης. Η λεναλιδομίδη δεν πρέπει να ξεκινήσει εάν ο ANC είναι < 1.0 x 10^9/L, και/ή ο αριθμός των αιμοπεταλίων είναι < 75 x 10^9/L. Συνεχίζεται μέχρι την εξέλιξη της νόσου ή τη μη ανοχή.
-
Πολλαπλό μυέλωμα με τουλάχιστον μία προηγούμενη θεραπείαΔόσηΛεναλιδομίδη 25 mg από του στόματος μία φορά την ημέρα κατά τις ημέρες 1 έως 21 επαναλαμβανόμενων κύκλων 28 ημερών. Δεξαμεθαζόνη 40 mg από του στόματος μία φορά την ημέρα κατά τις ημέρες 1 έως 4, 9 έως 12 και 17 έως 20 κάθε κύκλου 28 ημερών για τους πρώτους 4 κύκλους θεραπείας και στη συνέχεια 40 mg μία φορά την ημέρα κατά τις ημέρες 1 έως 4 κάθε 28 ημέρες.Η θεραπεία με λεναλιδομίδη δεν πρέπει να ξεκινήσει εάν ο ANC είναι < 1.0 x 10^9/L, και/ή ο αριθμός των αιμοπεταλίων είναι < 75 x 10^9/L ή, ανάλογα με τη διήθηση του μυελού των οστών από πλασματοκύτταρα, αριθμός αιμοπεταλίων < 30 x 10^9/L.
-
Μυελοδυσπλαστικά σύνδρομα (ΜΔΣ)Δόση10 mg λεναλιδομίδης από του στόματος μία φορά την ημέρα κατά τις ημέρες 1 έως 21 επαναλαμβανόμενων κύκλων 28 ημερών.Η θεραπεία με λεναλιδομίδη δεν πρέπει να ξεκινήσει εάν ο ANC είναι < 0.5 x 10^9/L, και/ή ο αριθμός αιμοπεταλίων είναι < 25 x 10^9/L. Διακοπή εάν δεν υπάρχει τουλάχιστον ελάσσων ερυθροποιητική ανταπόκριση εντός 4 μηνών.
-
Λέμφωμα από κύτταρα του μανδύα (ΛΚΜ)Δόση25 mg λεναλιδομίδης από του στόματος μία φορά την ημέρα κατά τις ημέρες 1 έως 21 επαναλαμβανόμενων κύκλων 28 ημερών.
-
Οζώδες λέμφωμα (ΟΛ)ΔόσηΛεναλιδομίδη 20 mg από του στόματος μία φορά την ημέρα κατά τις ημέρες 1 έως 21 επαναλαμβανόμενων κύκλων 28 ημερών για έως 12 κύκλους θεραπείας. Ριτουξιμάμπη 375 mg/m^2 ενδοφλέβια (IV) κάθε εβδομάδα στον κύκλο 1 (ημέρες 1, 8, 15 και 22) και την ημέρα 1 κάθε κύκλου 28 ημερών για τους κύκλους 2 έως 5.Η θεραπεία με λεναλιδομίδη δεν πρέπει να ξεκινήσει εάν ο ANC είναι < 1 x 10^9/L, και/ή ο αριθμός αιμοπεταλίων είναι < 50 x 10^9/L, εκτός εάν αποτελεί επακόλουθο σε λέμφωμα διήθησης του μυελού των οστών.
-
Παιδιατρικός πληθυσμόςΔεν πρέπει να χρησιμοποιείται σε παιδιά και εφήβους από τη γέννηση έως την ηλικία κάτω των 18 ετών.
-
Ασθενείς με ήπια νεφρική δυσλειτουργία (CLcr 50-80 mL/min)Δεν απαιτούνται προσαρμογές της δόσης.
-
Πολλαπλό μυέλωμα - Μέτρια νεφρική δυσλειτουργία (30≤ CLcr <50 mL/min)Δόση10 mg μία φορά την ημέραΗ δόση μπορεί να αναπροσαρμοστεί σε 15 mg μία φορά την ημέρα μετά από 2 κύκλους, εάν ο ασθενής δεν ανταποκρίνεται στη θεραπεία και ανέχεται τη θεραπεία.
-
Πολλαπλό μυέλωμα - Σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία (CLcr <30 mL/min, δεν απαιτείται αιμοκάθαρση)Δόση7.5 mg μία φορά την ημέρα ή 15 mg κάθε δεύτερη μέρα
-
Πολλαπλό μυέλωμα - Νεφροπάθεια Τελικού Σταδίου (ESRD) (CLcr <30 mL/min, απαιτεί αιμοκάθαρση)Δόση5 mg μία φορά την ημέραΚατά τις ημέρες της αιμοκάθαρσης, η δόση πρέπει να χορηγείται μετά την αιμοκάθαρση.
-
Μυελοδυσπλαστικά σύνδρομα - Μέτρια νεφρική δυσλειτουργία (30≤ CLcr <50 mL/min)Δόση5 mg μία φορά την ημέρα (ημέρες 1 έως 21 επαναλαμβανόμενων κύκλων 28 ημερών)
-
Μυελοδυσπλαστικά σύνδρομα - Σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία (CLcr <30 mL/min, δεν απαιτείται αιμοκάθαρση)Δόση2.5 mg μία φορά την ημέρα (ημέρες 1 έως 21 επαναλαμβανόμενων κύκλων 28 ημερών)
-
Μυελοδυσπλαστικά σύνδρομα - Νεφροπάθεια Τελικού Σταδίου (ESRD) (CLcr <30 mL/min, απαιτεί αιμοκάθαρση)Δόση2.5 mg μία φορά την ημέρα (ημέρες 1 έως 21 επαναλαμβανόμενων κύκλων 28 ημερών)Κατά τις ημέρες της αιμοκάθαρσης, η δόση πρέπει να χορηγείται μετά την αιμοκάθαρση.
-
Λέμφωμα από κύτταρα του μανδύα - Μέτρια νεφρική δυσλειτουργία (30≤ CLcr <50 mL/min)Δόση10 mg μία φορά την ημέρα (ημέρες 1 έως 21 επαναλαμβανόμενων κύκλων 28 ημερών)Η δόση μπορεί να αναπροσαρμοστεί σε 15 mg μία φορά την ημέρα μετά από 2 κύκλους, εάν ο ασθενής δεν ανταποκρίνεται στη θεραπεία και ανέχεται τη θεραπεία.
-
Λέμφωμα από κύτταρα του μανδύα - Σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία (CLcr <30 mL/min, δεν απαιτείται αιμοκάθαρση)Δόση7,5 mg μία φορά την ημέρα ή 15 mg μια φορά κάθε δεύτερη μέρα
-
Λέμφωμα από κύτταρα του μανδύα - Νεφροπάθεια Τελικού Σταδίου (ESRD) (CLcr <30 mL/min, απαιτεί αιμοκάθαρση)Δόση5 mg μία φορά την ημέραΚατά τις ημέρες της αιμοκάθαρσης, η δόση πρέπει να χορηγείται μετά την αιμοκάθαρση.
-
Οζώδες λέμφωμα - Μέτρια νεφρική δυσλειτουργία (30≤ CLcr <60 mL/min)Δόση10 mg μία φορά την ημέρα (ημέρες 1 έως 21 επαναλαμβανόμενων κύκλων 28 ημερών)Η δόση μπορεί να αναπροσαρμοστεί σε 15 mg μία φορά την ημέρα μετά από 2 κύκλους, εάν ο ασθενής έχει ανεχθεί τη θεραπεία. Για ασθενείς σε δόση έναρξης 10 mg, σε περίπτωση μείωσης δόσης για την αντιμετώπιση της ουδετεροπενίας ή θρομβοπενίας Βαθμού 3 ή 4, ή άλλης τοξικότητας Βαθμού 3 ή 4, η οποία κρίνεται ότι σχετίζεται με τη λεναλιδομίδη, μη χορηγήσετε δόση μικρότερη των 5 mg κάθε δεύτερη ημέρα ή 2,5 mg μία φορά την ημέρα.
-
Ασθενείς με ηπατική δυσλειτουργίαΔεν υπάρχουν ειδικές δοσολογικές συστάσεις.
block
Αντενδείξεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Αντενδείξεις
-
Υπερευαισθησία στη δραστική ουσία ή σε κάποιο από τα έκδοχα
-
ΚύησηΠληθυσμόςΈγκυες γυναίκες
-
Δυνατότητα τεκνοποίησηςΠληθυσμόςΓυναίκες με δυνατότητα τεκνοποίησης εκτός εάν ικανοποιούνται όλες οι προϋποθέσεις του Προγράμματος Πρόληψης Κύησης
warning
Προειδοποιήσεις & Προφυλάξεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Προειδοποιήσεις & Προφυλάξεις
-
Θεραπεία συνδυασμούΠρέπει να συμβουλεύεστε την αντίστοιχη Περίληψη των Χαρακτηριστικών του Προϊόντος πριν από την έναρξη της θεραπείας.
-
Κίνδυνος τερατογένεσηςΣοβαρήΠληθυσμόςΆνθρωποιΕάν η λεναλιδομίδη ληφθεί κατά τη διάρκεια της Κύησης, η τερατογόνος επίδραση της λεναλιδομίδης είναι αναμενόμενη.
-
Πρόγραμμα Πρόληψης ΚύησηςΠληθυσμόςΓυναίκες με δυνατότητα τεκνοποίησηςΠρέπει να ικανοποιούνται όλες οι προϋποθέσεις του Προγράμματος Πρόληψης Κύησης, εκτός εάν υπάρχουν αξιόπιστα στοιχεία ότι η ασθενής δεν έχει δυνατότητα τεκνοποίησης.
-
Πρόγραμμα Πρόληψης ΚύησηςΠληθυσμόςΆνδρες ασθενείςΠρέπει να κατανοούν τον αναμενόμενο κίνδυνο τερατογόνου δράσης, την ανάγκη χρήσης προφυλακτικού (κατά τη διάρκεια της θεραπείας και για τουλάχιστον 7 ημέρες μετά τη διακοπή), και την ανάγκη άμεσης ενημέρωσης του ιατρού σε περίπτωση Κύησης της συντρόφου.
-
ΑντισύλληψηΠληθυσμόςΓυναίκες με δυνατότητα τεκνοποίησηςΠρέπει να χρησιμοποιούν τουλάχιστον μία αποτελεσματική μέθοδο αντισύλληψης για τουλάχιστον 4 εβδομάδες πριν, κατά τη διάρκεια και για 4 εβδομάδες μετά τη θεραπεία, εκτός από την απόλυτη και συνεχή αποχή. Τα από του στόματος συνδυασμένα αντισυλληπτικά χάπια δεν συνιστώνται.
-
Δοκιμασίες ΚύησηςΠληθυσμόςΓυναίκες με δυνατότητα τεκνοποίησηςΠρέπει να πραγματοποιούνται δοκιμασίες Κύησης υπό ιατρική επίβλεψη με ελάχιστη ευαισθησία 25 mIU/mL πριν την έναρξη, και τουλάχιστον κάθε 4 εβδομάδες κατά τη διάρκεια και για 4 εβδομάδες μετά την ολοκλήρωση της θεραπείας (εκτός επιβεβαιωμένης σαλπιγγικής στείρωσης).
-
Χειρισμός φαρμάκουΟι ασθενείς να μην δίνουν το φάρμακο σε άλλους και να επιστρέφουν τα μη χρησιμοποιημένα καψάκια. Οι επαγγελματίες υγείας και φροντιστές να φορούν γάντια. Έγκυες γυναίκες να μην χειρίζονται το καψάκιο.
-
ΑιμοδοσίαΠληθυσμόςΑσθενείςΟι ασθενείς δεν πρέπει να δώσουν αίμα κατά τη διάρκεια της θεραπείας ή για τουλάχιστον 7 ημέρες μετά τη διακοπή.
-
Έμφραγμα του μυοκαρδίουΣοβαρήΠληθυσμόςΑσθενείς με γνωστούς παράγοντες κινδύνου (συμπεριλαμβανομένης προηγούμενης θρόμβωσης)Να παρακολουθούνται στενά, να λαμβάνονται μέτρα για την ελαχιστοποίηση τροποποιήσιμων παραγόντων κινδύνου (κάπνισμα, υπέρταση, υπερλιπιδαιμία).
-
Φλεβικά και αρτηριακά θρομβοεμβολικά συμβάνταΣοβαρήΠληθυσμόςΑσθενείς με γνωστούς παράγοντες κινδύνου για θρομβοεμβολήΝα παρακολουθούνται στενά. Να λαμβάνονται μέτρα για την ελαχιστοποίηση τροποποιήσιμων παραγόντων κινδύνου. Προσοχή με ερυθροποιητικούς παράγοντες ή θεραπεία ορμονικής υποκατάστασης. Να συνιστάται η χρήση προφυλακτικών αντιθρομβωτικών φαρμάκων. Σε περίπτωση συμβάντος, διακοπή της θεραπείας και έναρξη αντιπηκτικής αγωγής. Μπορεί να επανεκκινηθεί η λεναλιδομίδη με συνεχιζόμενη αντιπηκτική αγωγή.
-
Πνευμονική υπέρτασηΣοβαρήΠληθυσμόςΑσθενείςΝα αξιολογούνται για σημεία και συμπτώματα υποκείμενης καρδιοπνευμονικής νόσου πριν από την έναρξη και κατά τη διάρκεια της θεραπείας.
-
Ουδετεροπενία και θρομβοπενίαΣοβαρήΠληθυσμόςΑσθενείςΝα διενεργείται πλήρες αιμοδιάγραμμα. Ενδέχεται να απαιτείται προσωρινή διακοπή ή/και μείωση της δόσης (βλ. Δοσολογία). Να εξετάζεται η χρήση αυξητικών παραγόντων σε ουδετεροπενία. Να αναφέρουν άμεσα τυχόν εμπύρετα επεισόδια. Να βρίσκονται σε εγρήγορση για σημεία αιμορραγίας, ειδικά σε ασθενείς που λαμβάνουν ταυτόχρονα φάρμακα που προκαλούν αιμορραγία.
-
Διαταραχές του θυρεοειδούςΠληθυσμόςΑσθενείςΣυνιστάται βέλτιστος έλεγχος συννοσηρών καταστάσεων πριν την έναρξη. Συνιστάται αρχική και συνεχιζόμενη παρακολούθηση της λειτουργίας του θυρεοειδούς.
-
Περιφερική νευροπάθειαΠληθυσμόςΑσθενείς που λαμβάνουν λεναλιδομίδη με ενδοφλέβια βορτεζομίμπη και δεξαμεθαζόνηΟ συνδυασμός σχετίζεται με υψηλότερη συχνότητα. Η συχνότητα ήταν χαμηλότερη όταν η βορτεζομίμπη χορηγήθηκε υποδόρια.
-
Αντίδραση αναζωπύρωσης όγκου (TFR) και σύνδρομο λύσης όγκου (TLS)ΣοβαρήΠληθυσμόςΑσθενείς με υψηλό φορτίο όγκου πριν από τη θεραπείαΝα δίνεται προσοχή. Να παρακολουθούνται στενά, ειδικά κατά τη διάρκεια του πρώτου κύκλου ή της κλιμάκωσης της δόσης, και να λαμβάνονται οι κατάλληλες προφυλάξεις.
-
Αντίδραση αναζωπύρωσης όγκου (TFR)ΠληθυσμόςΑσθενείς με λέμφωμα από κύτταρα του μανδύα (υψηλό MIPI ή ογκώδη νόσο)Συνιστάται προσεκτική παρακολούθηση και αξιολόγηση. Η απόφαση σχετικά με τη λήψη θεραπευτικών μέτρων για TFR θα πρέπει να γίνεται μετά από προσεκτική κλινική αξιολόγηση.
-
Αντίδραση αναζωπύρωσης όγκου (TFR)ΠληθυσμόςΑσθενείς με οζώδες λέμφωμαΣυνιστάται προσεκτική παρακολούθηση και αξιολόγηση. Η απόφαση σχετικά με τη λήψη θεραπευτικών μέτρων για TFR θα πρέπει να γίνεται μετά από προσεκτική κλινική αξιολόγηση.
-
Σύνδρομο λύσης όγκου (TLS)ΠληθυσμόςΑσθενείς με οζώδες λέμφωμαΣυνιστάται προσεκτική παρακολούθηση και αξιολόγηση. Οι ασθενείς πρέπει να είναι καλά ενυδατωμένοι και να λαμβάνουν προφυλακτική αγωγή.
-
Υψηλό φορτίο όγκουΣοβαρήΠληθυσμόςΑσθενείς με λέμφωμα από κύτταρα του μανδύαΔεν συνιστάται για τη θεραπεία εάν είναι διαθέσιμες εναλλακτικές. Να παρακολουθούνται στενά για ανεπιθύμητες ενέργειες, συμπεριλαμβανομένων των σημείων αντίδρασης αναζωπύρωσης όγκου (TFR).
-
Αλλεργικές αντιδράσεις και σοβαρές δερματικές αντιδράσειςΣοβαρήΠληθυσμόςΑσθενείςΝα ενημερώνονται για σημεία και συμπτώματα (αγγειοοίδημα, αναφυλακτική αντίδραση, SJS, TEN, DRESS) και να αναζητούν άμεσα ιατρική βοήθεια. Η θεραπεία πρέπει να διακόπτεται και να μην ξεκινά εκ νέου μετά από τέτοιες αντιδράσεις. Οι ασθενείς με ιστορικό σοβαρού εξανθήματος από θαλιδομίδη δεν πρέπει να λαμβάνουν λεναλιδομίδη.
-
Δεύτερες πρωτοπαθείς κακοήθειες (SPM)ΣοβαρήΠληθυσμόςΑσθενείςΑυξημένος κίνδυνος SPMs (αιματολογικές και συμπαγών όγκων) έχει παρατηρηθεί. Να λαμβάνεται υπόψη ο κίνδυνος πριν την έναρξη, ειδικά με μελφαλάνη ή μετά HDM/ASCT. Οι ιατροί να αξιολογούν προσεκτικά τους ασθενείς πριν και κατά τη διάρκεια της θεραπείας.
-
Εξέλιξη σε οξεία μυελογενή λευχαιμία (AML)ΠληθυσμόςΑσθενείς με μυελοδυσπλαστικά σύνδρομα (MDS) χαμηλού και μεσαίου-1 κινδύνουΟ κίνδυνος εξέλιξης σε AML σχετίζεται με τον καρυότυπο (σύνθετη κυτταρογενετική) και την κατάσταση του γονιδίου TP53.
-
Ηπατικές διαταραχέςΣοβαρήΠληθυσμόςΑσθενείςΣυνιστάται παρακολούθηση της ηπατικής λειτουργίας, ειδικά με ιστορικό ιογενούς λοίμωξης ή ταυτόχρονη χρήση ηπατοτοξικών φαρμάκων. Προσαρμογή δόσης σε νεφρική δυσλειτουργία.
-
ΛοίμωξηΠληθυσμόςΑσθενείςΟι ασθενείς με γνωστούς παράγοντες κινδύνου για λοιμώξεις να παρακολουθούνται στενά. Όλοι οι ασθενείς να αναζητούν άμεση ιατρική βοήθεια με την εμφάνιση του πρώτου σημείου λοίμωξης.
-
Ιική επανενεργοποίηση (έρπης ζωστήρας, HBV)ΣοβαρήΠληθυσμόςΑσθενείςΗ κατάσταση του ιού ηπατίτιδας Β θα πρέπει να καθοριστεί πριν από την έναρξη της θεραπείας. Για ασθενείς με θετική εξέταση για λοίμωξη από HBV, συνιστάται η συμβουλή ειδικού. Προσοχή σε ασθενείς με προηγούμενη λοίμωξη από HBV και στενή παρακολούθηση.
-
Προϊούσα πολυεστιακή λευκοεγκεφαλοπάθεια (ΠΠΛ)ΣοβαρήΠληθυσμόςΑσθενείςΟι γιατροί να παρακολουθούν τους ασθενείς και να εξετάζουν το ενδεχόμενο ύπαρξης ΠΠΛ σε νέα ή επιδεινούμενα νευρολογικά συμπτώματα. Σε υποψία, αναστολή χορήγησης μέχρι αποκλεισμού της ΠΠΛ. Εάν επιβεβαιωθεί, οριστική διακοπή.
-
Μη ανοχήΠληθυσμόςΑσθενείς με νεοδιαγνωσθέν πολλαπλό μυέλωμα (> 75 ετών, ISS σταδίου ΙΙΙ, ECOG ≥ 2 ή CLcr < 60 ml/min)Οι ασθενείς θα πρέπει να αξιολογούνται προσεκτικά για την ικανότητά τους να ανεχθούν τη λεναλιδομίδη σε συνδυασμό.
-
ΚαταρράκτηςΠληθυσμόςΑσθενείςΣυνιστάται τακτική παρακολούθηση της οπτικής ικανότητας.
-
Έκδοχα (λακτόζη)ΠληθυσμόςΑσθενείς με δυσανεξία στη γαλακτόζη, ολική ανεπάρκεια λακτάσης ή δυσαπορρόφηση γλυκόζη-γαλακτόζηΔεν πρέπει να λαμβάνουν αυτό το φάρμακο.
-
Έκδοχα (χρωστικές)ΠληθυσμόςΑσθενείς με ευαισθησία σε χρωστικέςΟι χρωστικές (Sunset yellow FCF (E110), Ταρτραζίνη (E102), Allura red AC (E129)) μπορεί να προκαλέσουν αλλεργικές αντιδράσεις.
swap_horiz
Αλληλεπιδράσεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
-
Ερυθροποιητικοί παράγοντεςπροσοχήΑυξημένος κίνδυνος θρόμβωσηςΣύστασηΘα πρέπει να χρησιμοποιούνται με προσοχή.
-
Θεραπεία ορμονικής υποκατάστασηςπροσοχήΑυξημένος κίνδυνος θρόμβωσηςΣύστασηΘα πρέπει να χρησιμοποιούνται με προσοχή.
-
Από του στόματος χορηγούμενα αντισυλληπτικάπροσοχήΜειωμένη αποτελεσματικότητα λόγω δεξαμεθαζόνηςΣύστασηΠρέπει να λαμβάνονται αποτελεσματικά μέτρα προς αποφυγή της κύησης.
-
παρακολούθησηΗ επίδραση της δεξαμεθαζόνης στη βαρφαρίνη είναι άγνωστη (ενζυμικός επαγωγέας).ΣύστασηΣυνιστάται στενή παρακολούθηση της συγκέντρωσης βαρφαρίνης.
-
παρακολούθησηΑύξηση της έκθεσης της διγοξίνης στο πλάσμα κατά 14%.ΣύστασηΣυνιστάται παρακολούθηση της συγκέντρωσης της διγοξίνης.
-
ΣτατίνεςπροσοχήΑυξημένος κίνδυνος ραβδομυόλυσης.ΣύστασηΑπαιτείται αυξημένη κλινική και εργαστηριακή παρακολούθηση κυρίως κατά τη διάρκεια των πρώτων εβδομάδων της θεραπείας.
-
Καμία κλινικά σημαντική επίδραση στη φαρμακοκινητική της λεναλιδομίδης.
-
Κινιδίνη (αναστολέας P-gp)Καμία κλινικά σημαντική επίδραση στη φαρμακοκινητική της λεναλιδομίδης.
-
Τεμσιρόλιμους (αναστολέας/υπόστρωμα P-gp)Καμία κλινικά σημαντική επίδραση στη φαρμακοκινητική της λεναλιδομίδης. Η λεναλιδομίδη δεν μεταβάλλει τη φαρμακοκινητική του τεμσιρόλιμους.
sick
Ανεπιθύμητες ενέργειες
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
- Πνευμονία
- Λοίμωξη του ανώτερου αναπνευστικού συστήματος
- Ουδετεροπενική λοίμωξη
- Βρογχίτιδα
- Γρίπη
- Γαστρεντερίτιδα
- Σηψαιμία
- Βακτηριαιμία
- Παραρρινοκολπίτιδα
- Λοίμωξη πνεύμονα
- Ρινοφαρυγγίτιδα
- Έρπης ζωστήρας
- Λοίμωξη
- Ουρολοίμωξη
- Κυτταρίτιδα
- Λοιμώδης εντεροκολίτιδα
- Φαρυγγίτιδα
- Ιογενείς λοιμώξεις
- Επανενεργοποίηση ιού έρπητα ζωστήρα
- Επανενεργοποίηση ηπατίτιδας Β
- Ρινίτιδα
- Πνευμονική εμβολή
- Δύσπνοια
- Βήχας
- Επίσταξη
- Ρινόρροια
- Δυσφωνία
- Αναπνευστική δυσχέρεια
- Υποξία
- Διάμεση πνευμονίτιδα
- Άλγος στοματοφάρυγγα
- Βακτηριακή λοίμωξη του κατώτερου αναπνευστικού συστήματος
- Μυελοδυσπλαστικό σύνδρομο
- Οξεία μυελογενής λευχαιμία
- Ουδετεροπενία
- Εμπύρετη ουδετεροπενία
- Θρομβοπενία
- Αναιμία
- Λευκοπενία
- Λεμφοπενία
- Πανκυτταροπενία
- Αιμολυτική αναιμία
- Αιμορραγική διαταραχή
- Υπερπηκτικότητα
- Διαταραχή στην πήξη του αίματος
- Αιμόλυση
- Επίκτητη αιμοφιλία
- Καρκίνωμα δέρματος από πλακώδες επιθήλιο
- Βασικοκυτταρικό καρκίνωμα
- Τ-λεμφοκυτταρική οξεία λευχαιμία
- Αντίδραση αναζωπύρωσης όγκου
- Σύνδρομο λύσης όγκου
- Υποκαλιαιμία
- Αφυδάτωση
- Υπεργλυκαιμία
- Υπογλυκαιμία
- Υπασβεστιαιμία
- Υπονατριαιμία
- Μειωμένη όρεξη
- Μειωμένο σωματικό βάρος
- Υπομαγνησιαιμία
- Υπερουριχαιμία
- Υπερασβεστιαιμία
- Υποφωσφαταιμία
- Ουρική αρθρίτιδα
- Σακχαρώδης διαβήτης
- Υπερφόρτωση σιδήρου
- Αυτοάνομη αιμολυτική αναιμία
- Υπερευαισθησία
- Αναφυλακτική αντίδραση
- Απόρριψη μοσχεύματος συμπαγούς οργάνου
- Φαρμακευτικό εξάνθημα με ηωσινοφιλία και συστηματικά συμπτώματα
- Υποθυρεοειδισμός
- Υπερθυρεοειδισμός
- Κατάθλιψη
- Αϋπνία
- Απώλεια γενετήσιας ορμής
- Μεταβολή διάθεσης
- Παραισθησία
- Κεφαλαλγία
- Περιφερική νευροπάθεια
- Ζάλη
- Τρόμος
- Δυσγευσία
- Αταξία
- Διαταραχή ισορροπίας
- Συγκοπή
- Νευραλγία
- Δυσαισθησία
- Αγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιο
- Ενδοκρανιακή αιμορραγία
- Παροδικό ισχαιμικό επεισόδιο
- Εγκεφαλική ισχαιμία
- Λήθαργος
- Ίλιγγος
- Καταρράκτης
- Θαμπή όραση
- Μειωμένη οπτική οξύτητα
- Τύφλωση
- Κώφωση
- Εμβοές
- Κολπική μαρμαρυγή
- Βραδυκαρδία
- Έμφραγμα του μυοκαρδίου
- Συμφορητική καρδιακή ανεπάρκεια
- Ταχυκαρδία
- Αρρυθμία
- Κολπικός πτερυγισμός
- Έκτακτες κοιλιακές συστολές
- Καρδιακή ανεπάρκεια
- Ισχαιμία μυοκαρδίου
- Οξύ έμφραγμα του μυοκαρδίου
- Παρατεταμένο διάστημα QT
- Αυξημένη ασπαρτική αμινοτρανσφεράση
- Αυξημένη C-αντιδρώσα πρωτεΐνη
- Αυξημένη χολερυθρίνη αίματος
- Φλεβικά θρομβοεμβολικά επεισόδια
- Υπόταση
- Υπέρταση
- Αγγειίτιδα
- Ισχαιμία
- Περιφερική ισχαιμία
- Θρόμβωση ενδοκρανιακού φλεβώδους κόλπου
- Αιμάτωμα
- Πνευμονική υπέρταση
- Εκχύμωση
- Εξάνθημα
- Ξηροδερμία
- Κνησμός
- Κνίδωση
- Υπεριδρωσία
- Υπέρχρωση δέρματος
- Έκζεμα
- Ερύθημα
- Δυσχρωματισμός δέρματος
- Αντίδραση φωτοευαισθησίας
- Αγγειοοίδημα
- Σύνδρομο Stevens-Johnson
- Τοξική επιδερμική νεκρόλυση
- Λευκοκυτταροκλαστική αγγειίτιδα
- Νυκτερινοί ιδρώτες
- Πλευριτικό άλγος
- Διάρροια
- Δυσκοιλιότητα
- Κοιλιακό άλγος
- Ναυτία
- Έμετος
- Δυσπεψία
- Ξηροστομία
- Στοματίτιδα
- Άλγος άνω κοιλιακής χώρας
- Αιμορραγία γαστρεντερικού σωλήνα
- Δυσφαγία
- Κολίτιδα
- Φλεγμονή τυφλού
- Οδονταλγία
- Παγκρεατίτιδα
- Διάτρηση γαστρεντερικού σωλήνα
- Αυξημένη αμινοτρανσφεράση της αλανίνης
- Ηπατοκυτταρική βλάβη
- Μη φυσιολογικές δοκιμασίες ηπατικής λειτουργίας
- Υπερχολερυθριναιμία
- Ηπατική ανεπάρκεια
- Χολόσταση
- Οξεία ηπατική ανεπάρκεια
- Τοξική ηπατίτιδα
- Κυτταρολυτική ηπατίτιδα
- Μικτή κυτταρολυτική/χολοστατική ηπατίτιδα
- Αυξημένη αλκαλική φωσφατάση αίματος
- Μυϊκοί σπασμοί
- Μυαλγία
- Μυοσκελετικός πόνος
- Οστικός πόνος
- Αρθραλγία
- Διόγκωση άρθρωσης
- Μυϊκή αδυναμία
- Οσφυαλγία
- Άλγος άκρου
- Ραβδομυόλυση
- Αυχεναλγία
- Πόνος και δυσανεξία του μυοσκελετικού συστήματος και του συνδετικού ιστού
- Νεφρική ανεπάρκεια
- Αιματουρία
- Κατακράτηση ούρων
- Ακράτεια ούρων
- Επίκτητο σύνδρομο Fanconi
- Οξεία νεφρική βλάβη
- Στυτική δυσλειτουργία
- Κόπωση
- Εξασθένιση
- Πυρεξία
- Γριπώδης συνδρομή
- Θωρακικό άλγος
- Κακουχία
- Ρίγη
- Οίδημα (περιλαμβανομένου περιφερικού οιδήματος)
- Πτώση
- Μώλωπες
Λεπτομέρειες κατά συχνότητα expand_more
-
Πολύ συχνέςΈμετοςΓαστρεντερικό
-
Πολύ συχνέςΑιμορραγική διαταραχήΑίμα
-
Πολύ συχνέςΑναιμίαΑίμα
-
Πολύ συχνέςΑντίδραση αναζωπύρωσης όγκουΝεοπλάσματα
-
Πολύ συχνέςΑρθραλγίαΜυοσκελετικό
-
Πολύ συχνέςΑυξημένη αλκαλική φωσφατάση αίματοςΉπαρ
-
Πολύ συχνέςΑυξημένη αμινοτρανσφεράση της αλανίνηςΉπαρ
-
Πολύ συχνέςΑυξημένη ασπαρτική αμινοτρανσφεράσηΕργαστηριακές
-
Πολύ συχνέςΑφυδάτωσηΜεταβολισμός
-
Πολύ συχνέςΑϋπνίαΨυχιατρικές
-
Πολύ συχνέςΒήχαςΑναπνευστικό
-
Πολύ συχνέςΒρογχίτιδαΛοιμώξεις
-
Πολύ συχνέςΓαστρεντερίτιδαΛοιμώξεις
-
Πολύ συχνέςΓρίπηΛοιμώξεις
-
Πολύ συχνέςΓριπώδης συνδρομήΓενικές
-
Πολύ συχνέςΔιάρροιαΓαστρεντερικό
-
Πολύ συχνέςΔυσγευσίαΝευρικό
-
Πολύ συχνέςΔυσκοιλιότηταΓαστρεντερικό
-
Πολύ συχνέςΔυσπεψίαΓαστρεντερικό
-
Πολύ συχνέςΔύσπνοιαΑναπνευστικό
-
Πολύ συχνέςΕμπύρετη ουδετεροπενίαΑίμα
-
Πολύ συχνέςΕξάνθημαΔέρμα
-
Πολύ συχνέςΕξασθένισηΓενικές
-
Πολύ συχνέςΕπίσταξηΑναπνευστικό
-
Πολύ συχνέςΖάληΝευρικό
-
Πολύ συχνέςΘαμπή όρασηΟφθαλμικές
-
Πολύ συχνέςΘρομβοπενίαΑίμα
-
Πολύ συχνέςΚατάθλιψηΨυχιατρικές
-
Πολύ συχνέςΚαταρράκτηςΟφθαλμικές
-
Πολύ συχνέςΚεφαλαλγίαΝευρικό
-
Πολύ συχνέςΚνησμόςΔέρμα
-
Πολύ συχνέςΚοιλιακό άλγοςΓαστρεντερικό
-
Πολύ συχνέςΚόπωσηΓενικές
-
Πολύ συχνέςΛεμφοπενίαΑίμα
-
Πολύ συχνέςΛευκοπενίαΑίμα
-
Πολύ συχνέςΛοίμωξη του ανώτερου αναπνευστικού συστήματοςΛοιμώξεις
-
Πολύ συχνέςΜειωμένη όρεξηΜεταβολισμός
-
Πολύ συχνέςΜειωμένο σωματικό βάροςΜεταβολισμός
-
Πολύ συχνέςΜη φυσιολογικές δοκιμασίες ηπατικής λειτουργίαςΉπαρ
-
Πολύ συχνέςΜυαλγίαΜυοσκελετικό
-
Πολύ συχνέςΜυοσκελετικός πόνοςΜυοσκελετικό
-
Πολύ συχνέςΜυϊκή αδυναμίαΜυοσκελετικό
-
Πολύ συχνέςΜυϊκοί σπασμοίΜυοσκελετικό
-
Πολύ συχνέςΝαυτίαΓαστρεντερικό
-
Πολύ συχνέςΝεφρική ανεπάρκειαΝεφρά/Ουροποιητικό
-
Πολύ συχνέςΞηροδερμίαΔέρμα
-
Πολύ συχνέςΞηροστομίαΓαστρεντερικό
-
Πολύ συχνέςΟίδημα (περιλαμβανομένου περιφερικού οιδήματος)Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
-
Πολύ συχνέςΟστικός πόνοςΜυοσκελετικό
-
Πολύ συχνέςΟσφυαλγίαΜυοσκελετικό
-
Πολύ συχνέςΟυδετεροπενίαΑίμα
-
Πολύ συχνέςΟυδετεροπενική λοίμωξηΛοιμώξεις
-
Πολύ συχνέςΠαραισθησίαΝευρικό
-
Πολύ συχνέςΠεριφερική νευροπάθειαΝευρικό
-
Πολύ συχνέςΠνευμονίαΛοιμώξεις
-
Πολύ συχνέςΠυρεξίαΓενικές
-
Πολύ συχνέςΠόνος και δυσανεξία του μυοσκελετικού συστήματος και του συνδετικού ιστούΔιαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και του συνδετικού ιστού
-
Πολύ συχνέςΡινίτιδαΑναπνευστικό
-
Πολύ συχνέςΡινοφαρυγγίτιδαΛοιμώξεις
-
Πολύ συχνέςΣτοματίτιδαΓαστρεντερικό
-
Πολύ συχνέςΤρόμοςΝευρικό
-
Πολύ συχνέςΥπασβεστιαιμίαΜεταβολισμός
-
Πολύ συχνέςΥπεργλυκαιμίαΜεταβολισμός
-
Πολύ συχνέςΥπογλυκαιμίαΜεταβολισμός
-
Πολύ συχνέςΥποθυρεοειδισμόςΕνδοκρινικό
-
Πολύ συχνέςΥποκαλιαιμίαΜεταβολισμός
-
Πολύ συχνέςΥπονατριαιμίαΜεταβολισμός
-
Πολύ συχνέςΥπότασηΑγγειακές
-
Πολύ συχνέςΦαρυγγίτιδαΛοιμώξεις
-
Πολύ συχνέςΦλεβικά θρομβοεμβολικά επεισόδιαΑγγειακές
-
ΣυχνέςΆλγος άκρουΜυοσκελετικό
-
ΣυχνέςΆλγος άνω κοιλιακής χώραςΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΆλγος στοματοφάρυγγαΑναπνευστικό
-
ΣυχνέςΈκζεμαΔέρμα
-
ΣυχνέςΈκτακτες κοιλιακές συστολέςΚαρδιά
-
ΣυχνέςΈμφραγμα του μυοκαρδίουΚαρδιά
-
ΣυχνέςΈρπης ζωστήραςΛοιμώξεις
-
ΣυχνέςΊλιγγοςΝευρικό
-
ΣυχνέςΑγγειίτιδαΑγγειακές
-
ΣυχνέςΑγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιοΝευρικό
-
ΣυχνέςΑιμάτωμαΑγγειακές
-
ΣυχνέςΑιματουρίαΝεφρά/Ουροποιητικό
-
ΣυχνέςΑιμολυτική αναιμίαΑίμα
-
ΣυχνέςΑιμορραγία γαστρεντερικού σωλήναΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΑκράτεια ούρωνΝεφρά/Ουροποιητικό
-
ΣυχνέςΑναπνευστική δυσχέρειαΑναπνευστικό
-
ΣυχνέςΑρρυθμίαΚαρδιά
-
ΣυχνέςΑταξίαΝευρικό
-
ΣυχνέςΑυξημένη C-αντιδρώσα πρωτεΐνηΕργαστηριακές
-
ΣυχνέςΑυξημένη χολερυθρίνη αίματοςΕργαστηριακές
-
ΣυχνέςΑυχεναλγίαΜυοσκελετικό
-
ΣυχνέςΒακτηριαιμίαΛοιμώξεις
-
ΣυχνέςΒακτηριακή λοίμωξη του κατώτερου αναπνευστικού συστήματοςΛοιμώξεις και παρασιτώσεις
-
ΣυχνέςΒασικοκυτταρικό καρκίνωμαΝεοπλάσματα
-
ΣυχνέςΒραδυκαρδίαΚαρδιά
-
ΣυχνέςΔιαταραχή ισορροπίαςΝευρικό
-
ΣυχνέςΔυσαισθησίαΝευρικό
-
ΣυχνέςΔυσφαγίαΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΔυσφωνίαΑναπνευστικό
-
ΣυχνέςΕκχύμωσηΔέρμα
-
ΣυχνέςΕμβοέςΑυτί
-
ΣυχνέςΕρύθημαΔέρμα
-
ΣυχνέςΗπατοκυτταρική βλάβηΉπαρ
-
ΣυχνέςΘωρακικό άλγοςΓενικές
-
ΣυχνέςΙσχαιμία μυοκαρδίουΚαρδιά
-
ΣυχνέςΚακουχίαΓενικές
-
ΣυχνέςΚαρδιακή ανεπάρκειαΚαρδιά
-
ΣυχνέςΚαρκίνωμα δέρματος από πλακώδες επιθήλιοΝεοπλάσματα
-
ΣυχνέςΚατακράτηση ούρωνΝεφρά/Ουροποιητικό
-
ΣυχνέςΚνίδωσηΔέρμα
-
ΣυχνέςΚολπική μαρμαρυγήΚαρδιά
-
ΣυχνέςΚολπικός πτερυγισμόςΚαρδιά
-
ΣυχνέςΚυτταρίτιδαΛοιμώξεις
-
ΣυχνέςΚώφωσηΑυτί
-
ΣυχνέςΛήθαργοςΝευρικό
-
ΣυχνέςΛοίμωξηΛοιμώξεις
-
ΣυχνέςΛοίμωξη πνεύμοναΛοιμώξεις
-
ΣυχνέςΛοιμώδης εντεροκολίτιδαΛοιμώξεις
-
ΣυχνέςΜειωμένη οπτική οξύτηταΟφθαλμικές
-
ΣυχνέςΜεταβολή διάθεσηςΨυχιατρικές
-
ΣυχνέςΜυελοδυσπλαστικό σύνδρομοΑίμα
-
ΣυχνέςΜώλωπεςΤραυματισμοί
-
ΣυχνέςΝευραλγίαΝευρικό
-
ΣυχνέςΝυκτερινοί ιδρώτεςΔέρμα
-
ΣυχνέςΟδονταλγίαΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΟξεία μυελογενής λευχαιμίαΑίμα
-
ΣυχνέςΟξεία νεφρική βλάβηΝεφρά/Ουροποιητικό
-
ΣυχνέςΟξύ έμφραγμα του μυοκαρδίουΚαρδιά
-
ΣυχνέςΟυρική αρθρίτιδαΜεταβολισμός
-
ΣυχνέςΟυρολοίμωξηΛοιμώξεις
-
ΣυχνέςΠανκυτταροπενίαΑίμα
-
ΣυχνέςΠαραρρινοκολπίτιδαΛοιμώξεις
-
ΣυχνέςΠαρατεταμένο διάστημα QTΕργαστηριακές
-
ΣυχνέςΠλευριτικό άλγοςΔιαταραχές του αναπνευστικού συστήματος, του θώρακα και του μεσοθωρακίου
-
ΣυχνέςΠνευμονική εμβολήΑναπνευστικό
-
ΣυχνέςΠτώσηΤραυματισμοί
-
ΣυχνέςΡίγηΓενικές
-
ΣυχνέςΡινόρροιαΑναπνευστικό
-
ΣυχνέςΣακχαρώδης διαβήτηςΜεταβολισμός
-
ΣυχνέςΣηψαιμίαΛοιμώξεις
-
ΣυχνέςΣτυτική δυσλειτουργίαΑναπαραγωγικό
-
ΣυχνέςΣυγκοπήΝευρικό
-
ΣυχνέςΣυμφορητική καρδιακή ανεπάρκειαΚαρδιά
-
ΣυχνέςΤαχυκαρδίαΚαρδιά
-
ΣυχνέςΥπέρτασηΑγγειακές
-
ΣυχνέςΥπέρχρωση δέρματοςΔέρμα
-
ΣυχνέςΥπερασβεστιαιμίαΜεταβολισμός
-
ΣυχνέςΥπερθυρεοειδισμόςΕνδοκρινικό
-
ΣυχνέςΥπεριδρωσίαΔέρμα
-
ΣυχνέςΥπερουριχαιμίαΜεταβολισμός
-
ΣυχνέςΥπερφόρτωση σιδήρουΜεταβολισμός
-
ΣυχνέςΥπερχολερυθριναιμίαΉπαρ
-
ΣυχνέςΥπομαγνησιαιμίαΜεταβολισμός
-
ΣυχνέςΥποξίαΑναπνευστικό
-
ΣυχνέςΥποφωσφαταιμίαΜεταβολισμός
-
ΣυχνέςΧολόστασηΉπαρ
-
Όχι συχνέςΑγγειοοίδημαΔέρμα
-
Όχι συχνέςΑιμόλυσηΑίμα
-
Όχι συχνέςΑντίδραση φωτοευαισθησίαςΔέρμα
-
Όχι συχνέςΑπώλεια γενετήσιας ορμήςΨυχιατρικές
-
Όχι συχνέςΑυτοάνοση αιμολυτική αναιμίαΑίμα
-
Όχι συχνέςΔιαταραχή στην πήξη του αίματοςΑίμα
-
Όχι συχνέςΔιόγκωση άρθρωσηςΜυοσκελετικό
-
Όχι συχνέςΔυσχρωματισμός δέρματοςΔέρμα
-
Όχι συχνέςΕγκεφαλική ισχαιμίαΝευρικό
-
Όχι συχνέςΕνδοκρανιακή αιμορραγίαΝευρικό
-
Όχι συχνέςΕπίκτητο σύνδρομο FanconiΝεφρά/Ουροποιητικό
-
Όχι συχνέςΗπατική ανεπάρκειαΉπαρ
-
Όχι συχνέςΘρόμβωση ενδοκρανιακού φλεβώδους κόλπουΑγγειακές
-
Όχι συχνέςΙσχαιμίαΑγγειακές
-
Όχι συχνέςΚολίτιδαΓαστρεντερικό
-
Όχι συχνέςΠαροδικό ισχαιμικό επεισόδιοΝευρικό
-
Όχι συχνέςΠεριφερική ισχαιμίαΑγγειακές
-
Όχι συχνέςΠνευμονική υπέρτασηΑγγειακές
-
Όχι συχνέςΤ-λεμφοκυτταρική οξεία λευχαιμίαΝεοπλάσματα
-
Όχι συχνέςΤύφλωσηΟφθαλμικές
-
Όχι συχνέςΥπερευαισθησίαΑνοσοποιητικό
-
Όχι συχνέςΥπερπηκτικότηταΑίμα
-
Όχι συχνέςΦλεγμονή τυφλούΓαστρεντερικό
-
ΣπάνιεςΑναφυλακτική αντίδρασηΑνοσοποιητικό
-
ΣπάνιεςΡαβδομυόλυσηΜυοσκελετικό
-
ΣπάνιεςΣύνδρομο Stevens-JohnsonΔέρμα
-
ΣπάνιεςΣύνδρομο λύσης όγκουΜεταβολισμός
-
ΣπάνιεςΤοξική επιδερμική νεκρόλυσηΔέρμα
-
Μη γνωστέςΑπόρριψη μοσχεύματος συμπαγούς οργάνουΑνοσοποιητικό
-
Μη γνωστέςΔιάμεση πνευμονίτιδαΑναπνευστικό
-
Μη γνωστέςΔιάτρηση γαστρεντερικού σωλήναΓαστρεντερικό
-
Μη γνωστέςΕπίκτητη αιμοφιλίαΑίμα
-
Μη γνωστέςΕπανενεργοποίηση ηπατίτιδας ΒΛοιμώξεις
-
Μη γνωστέςΕπανενεργοποίηση ιού έρπητα ζωστήραΛοιμώξεις
-
Μη γνωστέςΙογενείς λοιμώξειςΛοιμώξεις
-
Μη γνωστέςΚυτταρολυτική ηπατίτιδαΉπαρ
-
Μη γνωστέςΛευκοκυτταροκλαστική αγγειίτιδαΔέρμα
-
Μη γνωστέςΜικτή κυτταρολυτική/χολοστατική ηπατίτιδαΉπαρ
-
Μη γνωστέςΟξεία ηπατική ανεπάρκειαΉπαρ
-
Μη γνωστέςΠαγκρεατίτιδαΓαστρεντερικό
-
Μη γνωστέςΤοξική ηπατίτιδαΉπαρ
-
Μη γνωστέςΦαρμακευτικό εξάνθημα με ηωσινοφιλία και συστηματικά συμπτώματαΑνοσοποιητικό
pregnant_woman
Κύηση / Γαλουχία
ΠΧΠ (SPC)
Επίπεδο κινδύνου: Αντενδείκνυται
expand_more
Κύηση / Γαλουχία
-
ΚύησηΑντενδείκνυταιΗ λεναλιδομίδη σχετίζεται δομικά με τη θαλιδομίδη, μια γνωστή τερατογόνο ουσία. Προκάλεσε δυσπλασίες σε πιθήκους. Πρέπει να συνταγογραφείται στα πλαίσια Προγράμματος Πρόληψης Κύησης. Εάν προκύψει κύηση, η θεραπεία πρέπει να διακοπεί και η ασθενής να παραπεμφθεί σε ιατρό ειδικευμένο στις διαμαρτίες διάπλασης. Οι άνδρες ασθενείς πρέπει να χρησιμοποιούν προφυλακτικά καθ' όλη τη διάρκεια της θεραπείας και για 1 εβδομάδα μετά, εάν η σύντροφός τους είναι έγκυος ή έχει δυνατότητα τεκνοποίησης.
-
ΓαλουχίαΔιακόπτεταιΔεν είναι γνωστό εάν η λεναλιδομίδη απεκκρίνεται στο μητρικό γάλα. Ο θηλασμός πρέπει να διακόπτεται κατά τη διάρκεια της θεραπείας.
-
ΓονιμότηταΔεν επηρεάζειΣε μελέτη γονιμότητας σε αρουραίους με υψηλές δόσεις, δεν προκλήθηκαν ανεπιθύμητες ενέργειες στη γονιμότητα ούτε και γονική τοξικότητα.
e911_emergency
Υπερδοσολογία
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Υπερδοσολογία
- αιματολογική τοξικότητα
directions_car
Επίδραση στην οδήγηση
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Επίδραση στην οδήγηση
science
Έκδοχα
ΠΧΠ (SPC) §2 & §6.1
expand_more
Έκδοχα
biotech
Φαρμακολογία
Φαρμακοδυναμική & Φαρμακοκινητική
expand_more
Φαρμακολογία
Φαρμακοδυναμικές ιδιότητες
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: Άλλα ανοσοκατασταλτικά. Κωδικός ATC: L04AX04
Μηχανισμός δράσης
Η λεναλιδομίδη δεσμεύεται άμεσα με το cereblon, ένα συστατικό του ενζυμικού συμπλέγματος της Ε3 λιγάσης της ουβικουιτίνης, οδηγώντας στην ουβικουιτινοποίηση και αποικοδόμηση των πρωτεϊνών υποστρωμάτων Αίολος και Ίκαρος, με αποτέλεσμα άμεσες κυτταροτοξικές και ανοσορυθμιστικές επιδράσεις. Αναστέλλει τον πολλαπλασιασμό και ενισχύει την απόπτωση των καρκινικών κυττάρων, ενισχύει την ανοσία μέσω Τ και NK κυττάρων, και αυξάνει τον αριθμό τους. Επιπλέον, αναστέλλει την αγγειογένεση και προάγει την ερυθροποίηση.
Φαρμακοδυναμικές επιδράσεις
- Σε μυελοδυσπλαστικά σύνδρομα με απώλεια του μακρού σκέλους του χρωμοσώματος 5 (Del 5q): Αναστέλλει εκλεκτικά τον μη φυσιολογικό κλώνο αυξάνοντας την απόπτωση των κυττάρων με απώλεια του μακρού σκέλους του χρωμοσώματος 5 (Del 5q).
- Συνδυασμός λεναλιδομίδης και ριτουξιμάμπης: Αυξάνει την εξαρτώμενη από αντισώματα κυτταρομεσολαβούμενη κυτταροτοξικότητα (ADCC) και την άμεση απόπτωση των καρκινικών κυττάρων στα κύτταρα του οζώδους λεμφώματος.
- Αγγειογενετικές και ερυθροποιητικές ιδιότητες: Αναστέλλει την αγγειογένεση αποκλείοντας τη μετανάστευση και την προσκόλληση των ενδοθηλιακών κυττάρων και τη δημιουργία μικροαγγείων, επαυξάνει την παραγωγή εμβρυϊκής αιμοσφαιρίνης από τα αρχέγονα αιμοποιητικά κύτταρα CD34+, και αναστέλλει την παραγωγή κυτοκινών που προάγουν τη φλεγμονή (π.χ. TNF-α και IL-6) από τα μονοκύτταρα.
Φαρμακοκινητικές ιδιότητες
Η λεναλιδομίδη είναι ένα ρακεμικό μίγμα με ασύμμετρο άτομο άνθρακα. Είναι γενικά περισσότερο διαλυτή σε οργανικούς διαλύτες αλλά εμφανίζει τη μέγιστη διαλυτότητα σε διάλυμα 0,1 N HCl.
Απορρόφηση
- Απορροφάται γρήγορα μετά την από του στόματος χορήγηση, με μέγιστες συγκεντρώσεις στο πλάσμα να εμφανίζονται μεταξύ 0,5 και 2 ωρών.
- Η Cmax και η AUC αυξάνονται αναλογικά με τις αυξήσεις στη δόση.
- Οι πολλαπλές δόσεις δεν προκαλούν σημαντική συσσώρευση.
- Οι σχετικές εκθέσεις των S- και R-εναντιομέρων ήταν περίπου 56% και 44%, αντιστοίχως.
- Η συγχορήγηση με γεύμα υψηλό σε λίπος και θερμίδες μειώνει την AUC κατά περίπου 20% και τη Cmax κατά 50%. Ωστόσο, μπορεί να χορηγηθεί με ή χωρίς τροφή.
Κατανομή
- Η δέσμευση στις πρωτεΐνες πλάσματος είναι χαμηλή, με μέση δέσμευση 23% και 29% σε ασθενείς με πολλαπλό μυέλωμα και υγιείς εθελοντές, αντιστοίχως.
- Είναι παρούσα στο ανθρώπινο σπέρμα (< 0,01% της δόσης).
Βιομετασχηματισμός και αποβολή
- Δεν μεταβολίζεται από τα ένζυμα του κυτοχρώματος P450.
- Δεν έχει ανασταλτική δράση επί των CYP1A2, CYP2C9, CYP2C19, CYP2D6, CYP2E1, CYP3A ή UGT1A1.
- Δεν είναι υπόστρωμα της ανθρώπινης πρωτεΐνης αντίστασης καρκίνου του μαστού (BCRP), των πολυανθεκτικών σε φάρμακα πρωτεϊνών (MRP) μεταφορέων MRP1, MRP2 ή MRP3, των μεταφορέων οργανικών ανιόντων (OAT) OAT1 και OAT3, του πολυπεπτιδίου μεταφοράς οργανικών ανιόντων 1B1 (OATP1B1), των μεταφορέων οργανικών κατιόντων (OCT) OCT1 και OCT2, της πρωτεΐνης εξώθησης πολλαπλών φαρμάκων και τοξινών (MATE) MATE1 και των καινοτόμων μεταφορέων οργανικών κατιόντων (OCTN) OCTN1 και OCTN2.
- Δεν έχει ανασταλτική δράση επί της ανθρώπινης αντλίας απέκκρισης χολικών αλάτων (BSEP), της BCRP, της MRP2, του OAT1, του OAT3, του OATP1B1, του OATP1B3 και του OCT2.
- Το μεγαλύτερο μέρος της λεναλιδομίδης αποβάλλεται στα ούρα (90% της συνολικής κάθαρσης), με 4% να αποβάλλεται στα κόπρανα.
- Το 82% της δόσης απεκκρίνεται αμετάβλητο στα ούρα.
- Η νεφρική κάθαρση υπερβαίνει το ρυθμό σπειραματικής διήθησης, υποδηλώνοντας ενεργό έκκριση.
- Η υδροξυ-λεναλιδομίδη και η N-ακετυλο-λεναλιδομίδη αντιπροσωπεύουν το 4,59% και το 1,83% της απεκκρινόμενης δόσης, αντίστοιχα.
Ημίσεια ζωή
- Σε δόσεις 5-25 mg/ημέρα, η ημίσεια ζωή στο πλάσμα είναι περίπου 3 ώρες σε υγιείς εθελοντές και κυμαίνεται από 3 έως 5 ώρες σε ασθενείς με πολλαπλό μυέλωμα, μυελοδυσπλαστικά σύνδρομα ή λέμφωμα από κύτταρα του μανδύα.
Ειδικοί πληθυσμοί
- Ηλικιωμένοι: Η ηλικία δεν επηρεάζει την κάθαρση της λεναλιδομίδης. Συνιστάται παρακολούθηση της νεφρικής λειτουργίας.
- Νεφρική δυσλειτουργία: Καθώς η νεφρική λειτουργία μειώνεται (< 50 ml/min), η συνολική κάθαρση της λεναλιδομίδης μειώνεται αναλογικά.
- Η AUC αυξήθηκε κατά περίπου 2,5 φορές σε μέτρια δυσλειτουργία, 4 φορές σε σοβαρή και 5 φορές σε ESRD.
- Η ημίσεια ζωή αυξήθηκε από ~3,5 ώρες σε >9 ώρες σε άτομα με CLcr < 50 ml/min.
- Η αιμοκάθαρση απομακρύνει περίπου το 30% του φαρμάκου σε μια εφάπαξ 4ωρη συνεδρία.
- Ηπατική δυσλειτουργία: Η ήπια ηπατική δυσλειτουργία δεν επηρεάζει την κάθαρση της λεναλιδομίδης. Δεν υπάρχουν δεδομένα για μέτρια έως σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία.
- Άλλοι ενδογενείς παράγοντες: Το σωματικό βάρος, το φύλο, η φυλή και ο τύπος των αιματολογικών κακοηθειών δεν έχουν κλινικά σημαντική επίδραση στην κάθαρση της λεναλιδομίδης σε ενήλικες ασθενείς.
Φαρμακοδυναμικές ιδιότητες Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: Άλλα ανοσοκατασταλτικά. Κωδικός ATC: L04AX04 ### Μηχανισμός δράσης Η λεναλιδομίδη δεσμεύεται άμεσα με το cereblon, ένα συστατικό του ενζυμικού συμπλέγματος της Ε3 λιγάσης της ουβικουιτίνης,…
Φαρμακοκινητικές ιδιότητες Η λεναλιδομίδη είναι ένα ρακεμικό μίγμα με ασύμμετρο άτομο άνθρακα. Είναι γενικά περισσότερο διαλυτή σε οργανικούς διαλύτες αλλά εμφανίζει τη μέγιστη διαλυτότητα σε διάλυμα 0,1 N HCl. ### Απορρόφηση * Απορροφάται γρήγορα μετά…
Παρακολούθηση Αγωγής
Εργαστηριακοί & κλινικοί έλεγχοι από το SPC, ανά σύστημα
Αρχικός έλεγχος — πριν την έναρξη
- Ιός ηπατίτιδας Β (HBV) · Πριν την έναρξη της θεραπείας
Εργαστηριακές εξετάσεις (αίμα / ούρα)
| Έλεγχος | Σύστημα | Συχνότητα | Προϋπόθεση |
|---|---|---|---|
| Ηπατική λειτουργία | gastroenterologyΗπατική λειτουργία | — | Ιστορικό ή ταυτόχρονη ιογενής λοίμωξη ήπατος ή συγχορήγηση με ηπατοτοξικά φάρμακα |
| Γενική αίματος | bloodtypeΑιματολογικός έλεγχος | κατά την επίσκεψη αναφοράς, κάθε εβδομάδα για τις πρώτες 8 εβδομάδες, σε μηνιαία βάση εφεξής | Παρακολούθηση για κυτταροπενίες |
| κάθε 2 εβδομάδες στους κύκλους 3 και 4, και κατόπιν κατά την έναρξη κάθε κύκλου | Λέμφωμα από κύτταρα του μανδύα | ||
| κάθε εβδομάδα για τις πρώτες 3 εβδομάδες του κύκλου 1 (28 ημέρες), κάθε 2 εβδομάδες κατά τη διάρκεια των κύκλων 2 έως 4, και κατόπιν κατά την έναρξη κάθε κύκλου | Οζώδες λέμφωμα, για κυτταροπενίες | ||
| Βιοχημικός έλεγχος | scienceΗλεκτρολύτες & μεταβολικά | κάθε εβδομάδα κατά τη διάρκεια του πρώτου κύκλου ή με μεγαλύτερα χρονικά μεσοδιαστήματα | Οζώδες λέμφωμα, για σύνδρομο λύσης όγκου |
| Θυρεοειδική λειτουργία | endocrinologyΘυρεοειδής & ορμόνες | Αρχική και συνεχιζόμενη | — |
Κλινική εξέταση & ζωτικά
| Έλεγχος | Σύστημα | Συχνότητα | Προϋπόθεση |
|---|---|---|---|
| Οπτική ικανότητα | visibilityΟφθαλμολογικός έλεγχος | Τακτική | — |
Σκευάσματα & Τιμολόγηση
Μονογραφίες Πηγών
Αναλυτικό περιεχόμενο ανά πηγή για τεκμηρίωση και έλεγχο
DrugBank
Description
expand_more
Description
DrugBank
Indication
expand_more
Indication
DrugBank
Pharmacology
expand_more
Pharmacology
DrugBank
Mechanism of action
expand_more
Mechanism of action
DrugBank
Absorption
expand_more
Absorption
DrugBank
Half life
expand_more
Half life
DrugBank
Protein binding
expand_more
Protein binding
DrugBank
Route of elimination
expand_more
Route of elimination
DrugBank
Toxicity
expand_more
Toxicity
science
PubChem
Φαρμακοδυναμική
expand_more
Φαρμακοδυναμική
Φαρμακοδυναμική
Στις αιματολογικές κακοήθειες, το ανοσοποιητικό σύστημα είναι απορρυθμισμένο με τη μορφή αλλοιωμένων δικτύων κυτοκινών στο μικροπεριβάλλον του όγκου, διαταραγμένης ρύθμισης των Τ-κυττάρων στις ανοσολογικές αλληλεπιδράσεις ξενιστή-όγκου, και μειωμένης δραστηριότητας των NK κυττάρων. Η λεναλιδομίδη είναι ένας ανοσοτροποποιητικός παράγοντας με αντινεοπλασματικές, αντι-αγγειογενετικές και αντιφλεγμονώδεις ιδιότητες.
Η λεναλιδομίδη ασκεί άμεση κυτταροτοξικότητα αυξάνοντας την απόπτωση και αναστέλλοντας τον πολλαπλασιασμό των αιματολογικών κακοήθων κυττάρων. Καθυστερεί την ανάπτυξη όγκων σε μη κλινικά αιματολογικά μοντέλα όγκων in vivo, συμπεριλαμβανομένου του πολλαπλού μυελώματος.
Η λεναλιδομίδη επίσης εργάζεται για να περιορίσει την εισβολή ή μετάσταση των καρκινικών κυττάρων και αναστέλλει την αγγειογένεση.
Η λεναλιδομίδη μεσολαβεί επίσης έμμεσες αντικαρκινικές δράσεις μέσω των ανοσοτροποποιητικών της δράσεων: αναστέλλει την παραγωγή προφλεγμονωδών κυτοκινών, οι οποίες εμπλέκονται σε διάφορες αιματολογικές κακοήθειες. Η λεναλιδομίδη ενισχύει την ανοσία του ξενιστή διεγείροντας τον πολλαπλασιασμό των Τ-κυττάρων και ενισχύοντας τη δραστηριότητα των κυττάρων φυσικού φονέα (NK).
Η λεναλιδομίδη είναι περίπου 100–1000 φορές πιο δραστική στην τόνωση του πολλαπλασιασμού των Τ-κυττάρων από τη [θαλιδομίδη]. In vitro, ενισχύει την κυτταροτοξικότητα που εξαρτάται από αντισώματα (ADCC), η οποία είναι ακόμη πιο έντονη όταν χρησιμοποιείται σε συνδυασμό με ριτουξιμάμπη.
Λόγω των αντιφλεγμονωδών ιδιοτήτων της, η λεναλιδομίδη έχει διερευνηθεί στο πλαίσιο φλεγμονωδών και αυτοάνοσων νόσων, όπως η αμυοτροφική πλευρική σκλήρυνση.
neurology
PubChem
Μηχανισμός δράσης
expand_more
Μηχανισμός δράσης
Μηχανισμός Δράσης
Η λεναλιδομίδη είναι ένα φάρμακο με πολλαπλούς μηχανισμούς δράσης.
Η λεναλιδομίδη ασκεί ανοσοτροποποιητικά αποτελέσματα με την αλλαγή της παραγωγής κυτοκινών, τη ρύθμιση της συν-διέγερσης των Τ-κυττάρων και την ενίσχυση της κυτταροτοξικότητας που μεσολαβείται από τα NK κύτταρα.
Η λεναλιδομίδη αναστέλλει άμεσα το σύμπλεγμα E3 ουβικιτινο-λιγάσης του δακτυλίου της κυλλίνης: μετά τη σύνδεση με την κερβρελώνη, έναν προσαρμογέα υποστρώματος του συμπλέγματος, η λεναλιδομίδη τροποποιεί την εξειδίκευση του υποστρώματος του συμπλέγματος για να προσλάβει πρωτεΐνες υποστρώματα της λιγάσης, συμπεριλαμβανομένων των Ikaros (IKZF1), Aiolos (IKZF3) και CK1α. Αυτά τα υποστρώματα στη συνέχεια επισημαίνονται για ουβικιτινοποίηση και επακόλουθη πρωτεασωμική αποικοδόμηση.
Οι IKZF1 και IKZF3 είναι μεταγραφικοί παράγοντες Β-κυττάρων που είναι απαραίτητοι για τη διαφοροποίηση και την επιβίωση των κακοήθων κυττάρων. Η IKZF3 ρυθμίζει επίσης την έκφραση του ρυθμιστικού παράγοντα ιντερφερόνης 4 (IRF4), ο οποίος είναι ένας μεταγραφικός παράγοντας που ρυθμίζει το παθολογικό γονίδιο ειδικό για το μυέλωμα.
Οι ανοσοτροποποιητικές δράσεις της λεναλιδομίδης μπορούν να εξηγηθούν εν μέρει από την αποικοδόμηση της IKZF3, καθώς αυτή είναι καταστολέας του γονιδίου ιντερλευκίνης 2 (IL2): καθώς η λεναλιδομίδη μειώνει το επίπεδο της IKZF3, η παραγωγή IL-2 αυξάνεται, αυξάνοντας έτσι τον πολλαπλασιασμό των κυττάρων φυσικού φονέα (NK), NKT κυττάρων και CD4+ Τ-κυττάρων.
Η λεναλιδομίδη αναστέλλει την παραγωγή προφλεγμονωδών κυτοκινών TNF-α, IL-1, IL-6 και IL-12, ενώ αυξάνει την παραγωγή της αντιφλεγμονώδους κυτοκίνης IL-10.
Η λεναλιδομίδη δρα ως μόριο συν-διέγερσης Τ-κυττάρων που προάγει τον πολλαπλασιασμό των CD3 Τ-κυττάρων και αυξάνει την παραγωγή IL-2 και IFN-γ στα Τ-λεμφοκύτταρα, γεγονός που ενισχύει την κυτταροτοξικότητα των NK κυττάρων και την ADCC.
Αναστέλλει την έκφραση και τη λειτουργία των ρυθμιστικών Τ-κυττάρων, τα οποία είναι συχνά υπερβολικά σε ορισμένες αιματολογικές κακοήθειες.
Η λεναλιδομίδη ασκεί άμεσα αντικαρκινικά αποτελέσματα αναστέλλοντας τον πολλαπλασιασμό και επάγοντας την απόπτωση των καρκινικών κυττάρων. Η λεναλιδομίδη ενεργοποιεί την προ-αποπτωτική κασπασέ-8, ενισχύει την ευαισθησία των καρκινικών κυττάρων στην απόπτωση που επάγεται από το FAS και μειώνει την έκφραση του NF-κΒ, μιας αντι-αποπτωτικής πρωτεΐνης.
Ανεξάρτητα από τις ανοσοτροποποιητικές της δράσεις, η λεναλιδομίδη μεσολαβεί αντι-αγγειογενετικά αποτελέσματα αναστέλλοντας τους αγγειογενετικούς αυξητικούς παράγοντες που απελευθερώνονται από τα καρκινικά κύτταρα, όπως ο αγγειακός ενδοθηλιακός αυξητικός παράγοντας (VEGF), ο βασικός ινοβλαστικός αυξητικός παράγοντας (BFGF) και ο αυξητικός παράγοντας ηπατοκυττάρων.
In vitro, η λεναλιδομίδη αναστέλλει μόρια κυτταρικής προσκόλλησης όπως ICAM-1, LFA-1, β2 και β3 ιντεγκρίνες, καθώς και τη λειτουργία των χασμάτων, εμποδίζοντας έτσι τη μετάσταση των κακοήθων κυττάρων.
Το πολλαπλό μυέλωμα είναι μια κακοήθεια Β-κυττάρων που χαρακτηρίζεται από περίσσεια μονοκλωνικών πλασματοκυττάρων στον μυελό των οστών. Οι μοριακοί μηχανισμοί που εμπλέκονται στην πρόοδο της νόσου εξαρτώνται από την αλληλεπίδραση μεταξύ των κυττάρων του πολλαπλού μυελώματος και του οστέινου μικροπεριβάλλοντος. Επειδή αυτοί οι μηχανισμοί έχουν χαρακτηριστεί καλά, είναι δυνατόν να αναπτυχθούν σχήματα που είναι πιο ειδικά για τις οδούς που εμπλέκονται στην παθογένεση του πολλαπλού μυελώματος από ό,τι είναι τυπικό για τη συμβατική χημειοθεραπεία στη διαχείριση της νόσου. Η θαλιδομίδη και τα ανοσοτροποποιητικά φάρμακα (IMiDs) έχει αποδειχθεί ότι αποκλείουν πολλές οδούς που είναι σημαντικές για την πρόοδο της νόσου στο πολλαπλό μυέλωμα. Αρχικά καθιερωμένα ως παράγοντες με αντι-αγγειογενετικές ιδιότητες, η θαλιδομίδη και τα IMiDs αναστέλλουν την παραγωγή ιντερλευκίνης (IL)-6, η οποία είναι αυξητικός παράγοντας για τον πολλαπλασιασμό των κυττάρων μυελώματος. Επιπλέον, ενεργοποιούν τις αποπτωτικές οδούς μέσω κυτταρικού θανάτου που μεσολαβείται από την κασπασέη 8. Σε μιτοχονδριακό επίπεδο, είναι υπεύθυνα για την απελευθέρωση κυτοχρώματος-c και Smac στο κυτταρόπλασμα των κυττάρων που εξαρτάται από την c-jun τερματική κινάση (JNK), όπου ρυθμίζουν τη δραστηριότητα μορίων που επηρεάζουν την απόπτωση.
Ενεργοποιώντας τα Τ-κύτταρα για να παράγουν IL-2, η θαλιδομίδη και τα IMiDs τροποποιούν τον αριθμό και τη λειτουργία των κυττάρων φυσικού φονέα (NK), αυξάνοντας έτσι τη δραστηριότητα της κυτταροτοξικότητας που εξαρτάται από τα NK. Δεδομένα που περιγράφουν αυτά τα γεγονότα προέρχονται από πειράματα που έγιναν σε ανθεκτικές και ευαίσθητες κυτταρικές σειρές πολλαπλού μυελώματος. Παρόλο που η θαλιδομίδη και τα IMiDs επιδεικνύουν παρόμοιες βιολογικές δραστηριότητες, τα IMiDs είναι πιο δραστικά από τη θαλιδομίδη και επιτυγχάνουν αποκρίσεις σε χαμηλότερες δόσεις. Η λεναλιδομίδη, ένα παράγωγο της θαλιδομίδης, έχει επίσης αποδειχθεί ότι έχει διαφορετικό προφίλ τοξικότητας. Η κατανόησή μας για τον μηχανισμό δράσης αυτών των παραγόντων έχει παράσχει μια πλατφόρμα για συναρπαστικές κλινικές δοκιμές που αξιολογούν συνδυασμούς θαλιδομίδης και λεναλιδομίδης τόσο με συμβατική χημειοθεραπεία όσο και με νεότερους στοχευτικούς παράγοντες.
Η λεναλιδομίδη είναι ένα ανάλογο της θαλιδομίδης με ανοσοτροποποιητικές, αντι-αγγειογενετικές και αντινεοπλασματικές ιδιότητες. Η λεναλιδομίδη αναστέλλει τον πολλαπλασιασμό και επάγει την απόπτωση ορισμένων αιματολογικών καρκινικών κυττάρων, συμπεριλαμβανομένου του πολλαπλού μυελώματος, του λεμφώματος μανδύα και των μυελοδυσπλαστικών συνδρόμων με μετάλλαξη del(5q) in vitro. Η λεναλιδομίδη προκαλεί καθυστέρηση στην ανάπτυξη όγκων σε ορισμένα μη κλινικά αιματολογικά μοντέλα όγκων in vivo, συμπεριλαμβανομένου του πολλαπλού μυελώματος. Οι ανοσοτροποποιητικές ιδιότητες της λεναλιδομίδης περιλαμβάνουν την ενεργοποίηση των Τ-κυττάρων και των κυττάρων φυσικού φονέα (NK), την αύξηση του αριθμού των NKT κυττάρων και την αναστολή των προφλεγμονωδών κυτοκινών (π.χ., TNF-alpha και IL-6) από τα μονοκύτταρα. Στα κύτταρα του πολλαπλού μυελώματος, ο συνδυασμός λεναλιδομίδης και δεξαμεθαζόνης συνεργικά αναστέλλει τον πολλαπλασιασμό των κυττάρων και την επαγωγή της απόπτωσης.
Παρόλο που έχουν προταθεί πολλοί μηχανισμοί για να εξηγήσουν τη δράση της θαλιδομίδης, της λεναλιδομίδης και της πομαλιδομίδης στο πολλαπλό μυέλωμα (MM), συμπεριλαμβανομένων των αποδεδειγμένων αντι-αγγειογενετικών, αντι-πολλαπλασιαστικών και ανοσοτροποποιητικών επιδράσεων, οι ακριβείς κυτταρικοί στόχοι και οι μοριακοί μηχανισμοί έχουν γίνει σαφείς μόνο πρόσφατα. Μια ορόσημη μελέτη προσδιόρισε πρόσφατα την κερβρελώνη (CRBN) ως πρωταρχικό στόχο της τερατογένεσης της θαλιδομίδης. Στη συνέχεια αποδείχθηκε ότι η CRBN απαιτείται επίσης για την αντικαρκινική δράση της θαλιδομίδης και των σχετικών φαρμάκων, των λεγόμενων ανοσοτροποποιητικών φαρμάκων (IMiDs). Χαμηλή έκφραση CRBN βρέθηκε να συσχετίζεται με αντίσταση στα φάρμακα σε κυτταρικές σειρές MM και πρωτογενή κύτταρα MM. Ένας από τους κατάντη στόχους της CRBN που προσδιορίστηκε είναι ο ρυθμιστικός παράγοντας ιντερφερόνης 4 (IRF4), ο οποίος είναι κρίσιμος για την επιβίωση των κυττάρων μυελώματος και μειώνεται με τη θεραπεία με IMiD. Η CRBN εμπλέκεται επίσης σε διάφορες επιδράσεις των IMiDs, όπως η μείωση του παράγοντα νέκρωσης όγκων-άλφα (TNF-a) και η ανοσοτροποποιητική δράση των Τ-κυττάρων, αποδεικνύοντας ότι οι πλειοτροπικές δράσεις των IMiDs ξεκινούν με τη σύνδεση στην CRBN. Η μελλοντική ανάλυση της σηματοδότησης CRBN κατάντη θα βοηθήσει στην αποκρυπτογράφηση των υποκείμενων μηχανισμών δράσης των IMiD και τελικά θα οδηγήσει στην ανάπτυξη νέων φαρμάκων με πιο ειδικές αντικαρκινικές δράσεις. Μπορεί επίσης να παρέχει έναν βιοδείκτη για την πρόβλεψη της απόκρισης και της αντοχής στα IMiD.
Τα ανοσοτροποποιητικά φάρμακα λεναλιδομίδη και πομαλιδομίδη είναι συνθετικές ενώσεις που προέρχονται από την τροποποίηση της χημικής δομής της θαλιδομίδης για τη βελτίωση της δραστικότητας και τη μείωση των παρενεργειών της. Η λεναλιδομίδη είναι ένα παράγωγο 4-αμινο-γλουταμυλίου της θαλιδομίδης που στερείται των νευρολογικών παρενεργειών της καταστολής και της νευροπάθειας και έχει αναδειχθεί ως φάρμακο με δράση κατά διαφόρων αιματολογικών και συμπαγών κακοηθειών. Έχει εγκριθεί από τον FDA για κλινική χρήση σε μυελοδυσπλαστικά σύνδρομα με διαγραφή του χρωμοσώματος 5q και πολλαπλό μυέλωμα. Η λεναλιδομίδη έχει αποδειχθεί ότι είναι ένας ανοσοτροποποιητής, επηρεάζοντας τόσο τους κυτταρικούς όσο και τους χυμικούς κλάδους του ανοσοποιητικού συστήματος. Έχει επίσης αποδειχθεί ότι έχει αντι-αγγειογενετικές ιδιότητες. Νεότερες μελέτες δείχνουν τις επιδράσεις της στη μεταγωγή σήματος που μπορούν εν μέρει να εξηγήσουν την επιλεκτική της αποτελεσματικότητα σε υποομάδες MDS. Αν και οι ακριβείς μοριακοί στόχοι της λεναλιδομίδης δεν είναι καλά γνωστοί, η δράση της σε ένα φάσμα νεοπλασματικών καταστάσεων υπογραμμίζει την πιθανότητα πολλαπλών θέσεων στόχευσης δράσης.
Για περισσότερες πληροφορίες σχετικά με τον Μηχανισμό Δράσης (Πλήρης) για τη Λεναλιδομίδη (σύνολο 7), επισκεφθείτε τη σελίδα του αρχείου HSDB.
biotech
PubChem
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
expand_more
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
Απορρόφηση, Κατανομή & Απέκκριση
Μετά τη χορήγηση από το στόμα, η λεναλιδομίδη απορροφάται ταχέως με υψηλή βιοδιαθεσιμότητα. Έχει Tmax που κυμαίνεται από 0,5 έως 6 ώρες. Η λεναλιδομίδη παρουσιάζει γραμμικό φαρμακοκινητικό προφίλ, με την AUC και την Cmax να αυξάνονται αναλογικά με τη δόση. Η πολλαπλή χορήγηση δεν οδηγεί σε συσσώρευση του φαρμάκου. Σε υγιείς άνδρες, η Cmax ήταν 413 ± 77 ng/ml και η AUCinfinity ήταν 1319 ± 162 h x ng/ml.
Η λεναλιδομίδη απεκκρίνεται κυρίως μέσω νεφρικής απέκκρισης σε αμετάβλητη μορφή. Μετά τη χορήγηση από το στόμα 25 mg ραδιοσημασμένης λεναλιδομίδης σε υγιή άτομα, περίπου το 90% της δόσης (4,59% ως μεταβολίτες) απεκκρίθηκε στα ούρα και το 4% της δόσης (1,83% ως μεταβολίτες) απεκκρίθηκε στα κόπρανα εντός δέκα ημερών μετά τη δόση. Περίπου το 85% της δόσης απεκκρίθηκε ως λεναλιδομίδη στα ούρα εντός 24 ωρών.
Σε υγιείς άνδρες, ο φαινομενικός όγκος κατανομής ήταν 75,8 ± 7,3 L.
Η νεφρική κάθαρση της λεναλιδομίδης υπερβαίνει τον ρυθμό σπειραματικής διήθησης. Σε υγιείς άνδρες, η από του στόματος κάθαρση ήταν 318 ± 41 mL/min.
In vitro (14)C-λεναλιδομίδη η δέσμευση σε πρωτεΐνες πλάσματος είναι περίπου 30%.
Η χορήγηση μιας εφάπαξ δόσης 25 mg Revlimid με γεύμα πλούσιο σε λιπαρά σε υγιή άτομα μειώνει την έκταση της απορρόφησης, με περίπου 20% μείωση της AUC και 50% μείωση της Cmax. Στις δοκιμές όπου η αποτελεσματικότητα και η ασφάλεια του Revlimid ήταν καθιερωμένες, το φάρμακο χορηγήθηκε ανεξάρτητα από τη λήψη τροφής. Το Revlimid μπορεί να χορηγηθεί με ή χωρίς τροφή.
Η συστηματική έκθεση (AUC) της λεναλιδομίδης σε ασθενείς με πολλαπλό μυέλωμα (MM) και μυελοδυσπλαστικά σύνδρομα (MDS) με φυσιολογική ή ήπια νεφρική λειτουργία (CLcr = 60 mL/min) είναι περίπου 60% υψηλότερη σε σύγκριση με νεαρούς υγιείς άνδρες.
Η λεναλιδομίδη απορροφάται ταχέως μετά τη χορήγηση από το στόμα. Μετά από εφάπαξ και πολλαπλές δόσεις Revlimid σε ασθενείς με πολλαπλό μυέλωμα (MM) ή μυελοδυσπλαστικά σύνδρομα (MDS), οι μέγιστες συγκεντρώσεις στο πλάσμα σημειώθηκαν μεταξύ 0,5 και 6 ωρών μετά τη δόση. Η εφάπαξ και πολλαπλή δόση φαρμακοκινητικής διάταξης της λεναλιδομίδης είναι γραμμική με τις τιμές AUC και Cmax να αυξάνονται αναλογικά με τη δόση. Η πολλαπλή χορήγηση στην προτεινόμενη δόση-σχήμα δεν οδηγεί σε συσσώρευση του φαρμάκου.
Για περισσότερες πληροφορίες σχετικά με την Απορρόφηση, Κατανομή και Απέκκριση (Πλήρης) για τη Λεναλιδομίδη (σύνολο 9), επισκεφθείτε τη σελίδα του αρχείου HSDB.
water_drop
PubChem
Δέσμευση πρωτεϊνών
expand_more
Δέσμευση πρωτεϊνών
Δέσμευση Πρωτεϊνών
In vitro, περίπου το 30% της λεναλιδομίδης δεσμευόταν σε πρωτεΐνες πλάσματος.
hub
PubChem
Μεταβολισμός
expand_more
Μεταβολισμός
Μεταβολισμός
Η λεναλιδομίδη δεν υποβάλλεται σε εκτεταμένο ηπατικό μεταβολισμό που περιλαμβάνει ένζυμα CYP και ο μεταβολισμός συμβάλλει σε πολύ μικρό βαθμό στην κάθαρση της λεναλιδομίδης στους ανθρώπους. Η λεναλιδομίδη υδρολύεται στο ανθρώπινο πλάσμα σχηματίζοντας 5-υδροξυ-λεναλιδομίδη και N-ακετυλ-λεναλιδομίδη. Η αμετάβλητη λεναλιδομίδη είναι η κυρίαρχη μορφή του κυκλοφορούντος φαρμάκου, με τους μεταβολίτες να αντιστοιχούν σε λιγότερο από πέντε τοις εκατό των επιπέδων της μητρικής ουσίας στην κυκλοφορία.
Η λεναλιδομίδη υφίσταται περιορισμένο μεταβολισμό. Η αμετάβλητη λεναλιδομίδη είναι το κυρίαρχο κυκλοφορούν συστατικό στους ανθρώπους. Δύο προσδιορισμένοι μεταβολίτες είναι η υδροξυ-λεναλιδομίδη και η N-ακετυλ-λεναλιδομίδη· καθένας αποτελεί λιγότερο από 5% των μητρικών επιπέδων σε κυκλοφορία.
hourglass
PubChem
Ημίσεια ζωή
expand_more
Ημίσεια ζωή
Βιολογικός Χρόνος Ημίσειας Ζωής
Σε υγιή άτομα, ο μέσος χρόνος ημίσειας ζωής της λεναλιδομίδης είναι τρεις ώρες στο κλινικά σχετικό εύρος δόσης (5–50 mg). Ο χρόνος ημίσειας ζωής μπορεί να κυμαίνεται από τρεις έως πέντε ώρες σε ασθενείς με πολλαπλό μυέλωμα, μυελοδυσπλαστικά σύνδρομα ή λέμφωμα μανδύα.
Ο μέσος χρόνος ημίσειας ζωής της λεναλιδομίδης είναι 3 ώρες σε υγιή άτομα και 3 έως 5 ώρες σε ασθενείς με πολλαπλό μυέλωμα (MM), μυελοδυσπλαστικά σύνδρομα (MDS) ή λέμφωμα μανδύα (MCL).
category
PubChem
MeSH classification
expand_more
MeSH classification
Ταξινόμηση MeSH
Βιολογικώς δραστικές ουσίες των οποίων οι δράσεις επηρεάζουν ή παίζουν ρόλο στη λειτουργία του ανοσοποιητικού συστήματος.
Παράγοντες και ενδογενείς ουσίες που αντιτίθενται ή αναστέλλουν την ανάπτυξη νέων αιμοφόρων αγγείων.
fact_check
PubChem
FDA classification
expand_more
FDA classification
Ταξινόμηση FDA
F0P408N6V4
LENALIDOMIDE
Καθιερωμένη Φαρμακολογική Κατηγορία [EPC] - Ανάλογο Θαλιδομίδης
Η λεναλιδομίδη είναι ένα Ανάλογο Θαλιδομίδης.
Ημίσεια ζωή
Δέσμευση πρωτεϊνών
Απέκκριση
Επιστημονικό Προφίλ
expand_more
Ταξινόμηση MeSH
Βιολογικώς δραστικές ουσίες των οποίων οι δράσεις επηρεάζουν ή παίζουν ρόλο στη λειτουργία του ανοσοποιητικού συστήματος.
Παράγοντες και ενδογενείς ουσίες που αντιτίθενται ή αναστέλλουν την ανάπτυξη νέων αιμοφόρων αγγείων.