MONTELUKAST
Μοντελουκάστη
**Ενδείξεις** Για τη θεραπεία του άσθματος
Εμπορικά Ονόματα
Κλινική Σύνοψη
Προτεραιότητα πηγών: SPC, ΕΟΦ, DrugBank
clinical_notes
DrugBank
Ενδείξεις
expand_more
Ενδείξεις
medication
SPC-SINGULAIR
Δοσολογία
expand_more
Δοσολογία
- Οδός: Από του στόματος χρήση
-
Παιδιατρικοί ασθενείς ηλικίας 6 μηνών έως 5 ετώνΔόσηένας φακελίσκος με κοκκία 4 mg ημερησίως
-
Ενήλικες και έφηβοι ηλικίας 15 ετών και άνωΔόσηΔισκία 10 mg
-
Παιδιατρικοί ασθενείς ηλικίας 6 έως 14 ετώνΔόσηΜασώμενα δισκία 5 mg
-
Παιδιατρικοί ασθενείς ηλικίας 2 έως 5 ετώνΔόσηΜασώμενα δισκία 4 mg
block
SPC-SINGULAIR
Αντενδείξεις
expand_more
Αντενδείξεις
-
Υπερευαισθησία στη δραστική ουσία ή σε κάποιο από τα έκδοχα που αναφέρονται στην παράγραφο 6.1.
warning
SPC-SINGULAIR
Προειδοποιήσεις
expand_more
Προειδοποιήσεις
-
Διάγνωση του επιμένοντος άσθματος σε πολύ μικρά παιδιά (ηλικίας 6 μηνών -2 ετών)πρέπει να γίνεται από ένα παιδίατρο ή πνευμονολόγο.
-
Αντιμετώπιση οξείας κρίσης άσθματοςΟι ασθενείς θα πρέπει να είναι ενημερωμένοι ώστε να μη χρησιμοποιούν ποτέ μοντελουκάστη από το στόμα αλλά να έχουν τα συνήθη κατάλληλα φάρμακα διάσωσης άμεσα διαθέσιμα γι’ αυτή την περίπτωση. Εάν εμφανισθεί οξεία κρίση άσθματος, θα πρέπει να χρησιμοποιηθεί ένας εισπνεόμενος βραχείας δράσης β-αγωνιστής. Οι ασθενείς πρέπει να αναζητήσουν την συμβουλή του γιατρού τους το συντομότερο δυνατόν, εάν χρειασθούν περισσότερες από τις συνήθεις εισπνοές β-αγωνιστή βραχείας δράσης.
-
Υποκατάσταση εισπνεόμενων ή από του στόματος χορηγούμενων κορτικοστεροειδώνΗ μοντελουκάστη δεν πρέπει να υποκαταστήσει απότομα εισπνεόμενα ή από του στόματος χορηγούμενα κορτικοστεροειδή.
-
Μείωση δόσης κορτικοστεροειδώνΔεν υπάρχουν δεδομένα που να υποδεικνύουν ότι τα από του στόματος χορηγούμενα κορτικοστεροειδή μπορούν να μειωθούν όταν χορηγείται ταυτόχρονα μοντελουκάστη.
-
Σύνδρομο Churg-StraussΠληθυσμόςΑσθενείς σε θεραπεία με αντιασθματικούς παράγοντες συμπεριλαμβανομένης της μοντελουκάστηςΣε σπάνιες περιπτώσεις, μπορεί να εμφανίσουν συστηματική ηωσινοφιλία, η οποία μερικές φορές εμφανίζεται με τα κλινικά συμπτώματα αγγειίτιδας συμβατής με το σύνδρομο Churg-Strauss, μία κατάσταση η οποία συνήθως αντιμετωπίζεται με τη συστηματική χορήγηση κορτικοστεροειδών. Οι περιπτώσεις αυτές έχουν συσχετισθεί μερικές φορές με την μείωση ή τη διακοπή της θεραπείας των από του στόματος χορηγούμενων κορτικοστεροειδών. Παρόλο που δεν έχει τεκμηριωθεί αιτιολογική συσχέτιση με ανταγωνισμό υποδοχέων λευκοτριενίων, οι θεράποντες γιατροί πρέπει να είναι σε εγρήγορση για την περίπτωση εμφάνισης ηωσινοφιλίας, εξανθήματος λόγω αγγειίτιδας, επιδείνωσης των πνευμονικών συμπτωμάτων, καρδιακών επιπλοκών και/ή της εμφάνισης νευροπάθειας στους ασθενείς αυτούς. Οι ασθενείς που εμφανίζουν αυτά τα συμπτώματα πρέπει να επαναξιολογηθούν και να εκτιμηθούν τα θεραπευτικά σχήματά τους.
-
Ασθενείς με άσθμα ευαίσθητο ως προς την ασπιρίνηH θεραπεία με μοντελουκάστη δεν μεταβάλλει την ανάγκη των ασθενών με άσθμα ευαίσθητο ως προς την ασπιρίνη να αποφεύγουν τη λήψη ασπιρίνης και άλλων μη στεροειδών αντι-φλεγμονωδών φαρμάκων.
swap_horiz
SPC-SINGULAIR
Αλληλεπιδράσεις
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
-
θεοφυλλίνη, πρεδνιζόνη, πρεδνιζoλόνη, αντισυλληπτικά χορηγούμενα από το στόμα (αιθινυλική οιστραδιόλη, νορεθινδρόνη 35, 1) τερφεναδίνη, διγοξίνη, βαρφαρίνηπαρακολούθησηΗ συνιστώμενη κλινική δόση της μοντελουκάστης δεν έχει κλινικώς σημαντικές επιδράσεις στην φαρμακοκινητική τους
-
προσοχήΜείωση της AUC της μοντελουκάστης στο πλάσμα κατά περίπου 40%
-
προσοχήΑπαιτείται προσοχή, ειδικά σε παιδιά
-
rosiglitazone (δοκιμαστικό υπόστρωμα CYP2C8)παρακολούθησηΗ μοντελουκάστη δεν αναστέλλει το CYP2C8 in vivo, δεν αναμένεται σημαντική αλλαγή στο μεταβολισμό τους
-
γεμφιβροζίλη (ισχυρός αναστολέας CYP 2C8 και 2C9)προσοχήΑύξηση της συστηματικής έκθεσης της μοντελουκάστης κατά 4,4 φορές
-
λιγότερο ισχυροί αναστολείς του CYP 2C8 (π.χ. τριμεθοπρίμη)παρακολούθησηΔεν αναμένονται κλινικά σημαντικές αλληλεπιδράσεις
-
ιτρακοναζόλη (ισχυρός αναστολέας CYP 3A4)παρακολούθησηΔεν οδήγησε σε σημαντική αύξηση της συστηματικής έκθεσης της μοντελουκάστης
sick
SPC-SINGULAIR
Ανεπιθύμητες ενέργειες
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
- κεφαλαλγία
- υπερκινητικότητα
- άσθμα
- κοιλιακό άλγος
- διάρροια
- εκζεματώδης δερματίτιδα
- εξάνθημα
- δίψα
Λεπτομέρειες κατά συχνότητα expand_more
-
Πολύ Συχνέςλοίμωξη του ανώτερου αναπνευστικού συστήματοςΛοιμώξεις και παρασιτώσεις
-
Σπάνιεςαυξημένη τάση για αιμορραγίαΔιαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος
-
Όχι Συχνέςαντιδράσεις υπερευαισθησίας, συμπεριλαμβανομένης της αναφυλαξίαςΔιαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος
-
Πολύ Σπάνιεςηπατική ηωσινοφιλική διήθησηΔιαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος
-
Όχι Συχνέςμη φυσιολογικά όνειρα συμπεριλαμβανομένων των εφιαλτών, αϋπνία, υπνοβασία, άγχος, διέγερση συμπεριλαμβανομένης της επιθετικής συμπεριφοράς ή εχθρότητας, κατάθλιψη, ψυχοκινητική υπερδραστηριότητα (συμπεριλαμβανομένων ευερεθιστότητας, ανησυχίας, τρόμουΨυχιατρικές διαταραχές
-
Σπάνιεςδιαταραχή της προσοχής, επηρεασμένη μνήμηΨυχιατρικές διαταραχές
-
Πολύ Σπάνιεςψευδαισθήσεις, αποπροσανατολισμός, αυτοκτονική σκέψη και αυτοκτονική συμπεριφορά (αυτοκτονικός ιδεασμός)Ψυχιατρικές διαταραχές
-
Όχι Συχνέςζάλη, υπνηλία, παραισθησία/υπαισθησία, σπασμόςΔιαταραχές του νευρικού συστήματος
-
Σπάνιεςαίσθημα παλμώνΚαρδιακές διαταραχές
-
Όχι ΣυχνέςεπίσταξηΔιαταραχές του αναπνευστικού συστήματος, του θώρακα και του μεσοθωράκιου
-
Πολύ Σπάνιεςσύνδρομο Churg-Strauss (CSS)Διαταραχές του αναπνευστικού συστήματος, του θώρακα και του μεσοθωράκιου
-
Πολύ Σπάνιεςπνευμονική ηωσινοφιλίαΔιαταραχές του αναπνευστικού συστήματος, του θώρακα και του μεσοθωράκιου
-
ΣυχνέςδιάρροιαΔιαταραχές του γαστρεντερικού
-
ΣυχνέςναυτίαΔιαταραχές του γαστρεντερικού
-
ΣυχνέςεμετόςΔιαταραχές του γαστρεντερικού
-
Όχι ΣυχνέςξηροστομίαΔιαταραχές του γαστρεντερικού
-
Όχι ΣυχνέςδυσπεψίαΔιαταραχές του γαστρεντερικού
-
Συχνέςαυξημένα επίπεδα των τρανσαμινασών του ορού (ALT, AST)Διαταραχές του ήπατος και των χοληφόρων
-
Πολύ Σπάνιεςηπατίτιδα (συμπεριλαμβανομένης της χολοστατικής, ηπαττοκυτταρικής και μικτού τύπου ηπατικής βλάβης)Διαταραχές του ήπατος και των χοληφόρων
-
ΣυχνέςεξάνθημαΔιαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
-
Όχι ΣυχνέςμώλωπεςΔιαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
-
Όχι ΣυχνέςκνίδωσηΔιαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
-
Όχι ΣυχνέςκνησμόςΔιαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
-
ΣπάνιεςαγγειοοίδημαΔιαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
-
Πολύ Σπάνιεςοζώδες ερύθημαΔιαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
-
Πολύ Σπάνιεςπολύμορφο ερύθημαΔιαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
-
Όχι ΣυχνέςαρθραλγίαΔιαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και του συνδετικού ιστού
-
Όχι Συχνέςμυαλγία συμπεριλαμβανομένων των μυϊκών κραμπώνΔιαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και του συνδετικού ιστού
-
ΣυχνέςπυρεξίαΓενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
-
Όχι Συχνέςεξασθένιση/κόπωσηΓενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
-
Όχι Συχνέςαίσθημα κακουχίαςΓενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
-
Όχι ΣυχνέςοίδημαΓενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
pregnant_woman
SPC-SINGULAIR
Κύηση / γαλουχία
Επίπεδο κινδύνου: Με προσοχή
expand_more
Κύηση / γαλουχία
-
ΚύησηΜε απόλυτη προσοχήΤο Singulair μπορεί να χορηγηθεί κατά τη διάρκεια της κύησης μόνο εάν θεωρηθεί ότι είναι απολύτως απαραίτητο.
-
ΓαλουχίαΜε απόλυτη προσοχήΕίναι άγνωστο εάν η μοντελουκάστη/μεταβολίτες εκκρίνονται στο ανθρώπινο γάλα. Το Singulair μπορεί να χορηγηθεί σε μητέρες που θηλάζουν μόνο εάν θεωρηθεί ότι είναι απολύτως απαραίτητο.
neurology
DrugBank
Μηχανισμός δράσης
expand_more
Μηχανισμός δράσης
monitor_heart
SPC-SINGULAIR
Φαρμακοδυναμική
expand_more
Φαρμακοδυναμική
biotech
SPC-SINGULAIR
Φαρμακοκινητική
expand_more
Φαρμακοκινητική
Απορρόφηση Η μοντελουκάστη απορροφάται γρήγορα ύστερα από χορήγηση από το στόμα. Για τα επικαλυμμένα με λεπτό υμένιο δισκία των 10 mg, η μέση μέγιστη συγκέντρωση στο πλάσμα (C max ) επιτυγχάνεται 3 ώρες (Τ max ) ύστερα από τη χορήγησή τους σε ενήλικες…
hub
PubChem
Μεταβολισμός
expand_more
Μεταβολισμός
bloodtype
DrugBank
Απέκκριση
expand_more
Απέκκριση
Σκευάσματα & Τιμολόγηση
Μονογραφίες Πηγών
Αναλυτικό περιεχόμενο ανά πηγή για τεκμηρίωση και έλεγχο
medication
Δοσολογία
SPC-SINGULAIR
expand_more
Δοσολογία
Δοσολογία
Η συνιστώμενη δοσολογία για παιδιατρικούς ασθενείς ηλικίας 6 μηνών έως 5 ετών είναι ένας φακελίσκος με κοκκία 4 mg ημερησίως που λαμβάνεται το βράδυ. Δεν απαιτείται προσαρμογή της δοσολογίας εντός της συγκεκριμένης ηλικιακής ομάδας. Οι ασθενείς πρέπει να αξιολογούνται μετά από 2 έως 4 εβδομάδες για την ανταπόκριση στη θεραπεία με μοντελουκάστη. Η θεραπεία πρέπει να διακόπτεται εάν έχει παρατηρηθεί έλλειψη ανταπόκρισης. Η φαρμακοτεχνική μορφή του Singulair 4 mg κοκκία δεν συνιστάται για ηλικίες μικρότερες των 6 μηνών.
Χορήγηση των κοκκίων Singulair:
Τα κοκκία Singulair μπορεί να χορηγηθούν είτε απευθείας στο στόμα είτε αναμεμειγμένα με μια κουταλιά μαλακής τροφής θερμοκρασίας ψυγείου ή δωματίου (για παράδειγμα, κρέμα μήλου, παγωτό, καρότα και ρύζι). Ο φακελίσκος δεν πρέπει να ανοιχθεί παρά μόνο όταν είναι η ώρα για χρήση. Μετά το άνοιγμα του φακελίσκου, ολόκληρη η δόση των κοκκίων Singulair πρέπει να χορηγηθεί άμεσα (εντός 15 λεπτών). Εάν αναμιχθούν με το φαγητό, τα κοκκία Singulair δεν πρέπει να φυλαχθούν για μελλοντική χρήση. Τα κοκκία Singulair δεν προορίζονται να διαλυθούν σε κάποιο υγρό για να χορηγηθούν. Παρόλα αυτά, μπορεί να ληφθούν υγρά μετά τη χορήγηση των κοκκίων. Τα κοκκία Singulair μπορεί να λαμβάνονται ανεξάρτητα από το χρόνο λήψης της τροφής.
Γενικές συστάσεις
Το θεραπευτικό αποτέλεσμα του Singulair στον έλεγχο των παραμέτρων του άσθματος, εμφανίζεται εντός μίας ημέρας. Πρέπει να συνιστάται στους ασθενείς να συνεχίζουν τη λήψη Singulair ακόμη και αν το άσθμα τους είναι υπό έλεγχο καθώς και στις περιόδους έξαρής του.
Δεν είναι απαραίτητη η προσαρμογή της δοσολογίας για ασθενείς με νεφρική ανεπάρκεια ή ασθενείς με ήπιου έως μέτριου βαθμού ηπατική δυσλειτουργία. Δεν υπάρχουν στοιχεία για ασθενείς με σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία. Η δοσολογία είναι η ίδια για άνδρες και γυναίκες ασθενείς.
Το Singulair ως εναλλακτική επιλογή θεραπείας έναντι των χαμηλών δόσεων εισπνεόμενων κορτικοστεροειδών για ήπιο, επιμένον άσθμα
Η μοντελουκάστη δεν συνιστάται ως μονοθεραπεία σε ασθενείς με μέτριο επιμένον άσθμα. Η χρήση της μοντελουκάστης ως εναλλακτική επιλογή θεραπείας έναντι των χαμηλών δόσεων εισπνεόμενων κορτικοστεροειδών σε παιδιά ηλικίας 2 ως 5 ετών με ήπιο επιμένον άσθμα θα πρέπει να εξετασθεί μόνον για ασθενείς, οι οποίοι δεν έχουν ιστορικό πρόσφατων σοβαρών ασθματικών επεισοδίων, όπου να απαιτήθηκε από του στόματος χρήση κορτικοστεροειδών, και για τους οποίους έχει αποδειχθεί ότι δεν είναι ικανοί να χρησιμοποιούν εισπνεόμενα κορτικοστεροειδή (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις). Το ήπιο επιμένον άσθμα ορίζεται ως συμπτώματα άσθματος περισσότερο από μια φορά την εβδομάδα αλλά λιγότερο από μία φορά την ημέρα, συμπτώματα κατά την νύκτα περισσότερο από δύο φορές το μήνα αλλά λιγότερο από μία φορά την εβδομάδα, φυσιολογική λειτουργία των πνευμόνων μεταξύ των επεισοδίων. Εάν δεν επιτευχθεί ικανοποιητικός έλεγχος του άσθματος κατά τον επανέλεγχο, (συνήθως εντός ενός μηνός), θα πρέπει να εξετασθεί η ανάγκη για μία επιπρόσθετη ή διαφορετική αντιφλεγμονώδη θεραπεία βασιζόμενη στο σύστημα σταδιακής θεραπευτικής αντιμετώπισης του άσθματος. Οι ασθενείς πρέπει να αξιολογούνται περιοδικά για τον έλεγχο του άσθματος.
Το Singulair ως προφύλαξη από το άσθμα για ασθενείς ηλικίας 2 έως 5 ετών στους οποίους ο επικρατέστερος παράγοντας είναι βρογχόσπασμος προκαλούμενος από άσκηση
Σε ασθενείς ηλικίας 2 έως 5 ετών ο βρογχόσπασμος προκαλούμενος από άσκηση μπορεί να είναι η επικρατέστερη εκδήλωση του επιμένοντος άσθματος όπου απαιτείται θεραπεία με εισπνεόμενα κορτικοστεροειδή. Οι ασθενείς πρέπει να αξιολογούνται μετά από 2 έως 4 εβδομάδες θεραπείας με μοντελουκάστη. Εάν δεν έχει επιτευχθεί ικανοποιητική ανταπόκριση, πρέπει να εξετασθεί το ενδεχόμενο μίας επιπρόσθετης ή διαφορετικής θεραπείας.
Θεραπεία με Singulair σε σχέση με άλλες θεραπείες για το άσθμα
Εάν η θεραπεία με Singulair χρησιμοποιείται ως θεραπεία που προστίθεται στα εισπνεόμενα κορτικοστεροειδή, το Singulair δεν πρέπει απότομα να υποκαταστήσει εισπνεόμενα κορτικοστεροειδή (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις).
Επικαλυμμένα με λεπτό υμένιο δισκία 10 mg είναι διαθέσιμα για ενήλικες και έφηβους ηλικίας 15 ετών και άνω.
Παιδιατρικός πληθυσμός
Να μην χορηγείται το Singulair 4 mg κοκκία σε παιδιά ηλικίας μικρότερης των 6 μηνών. Η ασφάλεια και αποτελεσματικότητα του Singulair 4 mg κοκκία σε παιδιά ηλικίας μικρότερης των 6 μηνών δεν έχει τεκμηριωθεί.
Μασώμενα δισκία 5 mg είναι διαθέσιμα για παιδιατρικούς ασθενείς ηλικίας 6 έως 14 ετών.
Μασώμενα δισκία 4 mg είναι διαθέσιμα ως εναλλακτική φαρμακοτεχνική μορφή για παιδιατρικούς ασθενείς ηλικίας 2 έως 5 ετών.
Τρόπος χορήγησης
Από του στόματος χρήση.
block
Αντενδείξεις
SPC-SINGULAIR
expand_more
Αντενδείξεις
warning
Προειδοποιήσεις
SPC-SINGULAIR
expand_more
Προειδοποιήσεις
swap_horiz
Αλληλεπιδράσεις
SPC-SINGULAIR
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
Η μοντελουκάστη μπορεί να χορηγηθεί ταυτόχρονα με άλλες θεραπείες που χρησιμοποιούνται συνήθως για την προφύλαξη και τη χρόνια θεραπεία του άσθματος. Σε μελέτες αλληλεπίδρασης φαρμάκων η συνιστώμενη κλινική δόση της μοντελουκάστης δεν έχει κλινικώς σημαντικές επιδράσεις στην φαρμακοκινητική των ακόλουθων φαρμακευτικών προϊόντων: θεοφυλλίνη, πρεδνιζόνη, πρεδνιζoλόνη, αντισυλληπτικά χορηγούμενα από το στόμα (αιθινυλική οιστραδιόλη/νορεθινδρόνη 35/1) τερφεναδίνη, διγοξίνη και βαρφαρίνη.
Η περιοχή κάτω από την καμπύλη (ΑUC) της συγκέντρωσης της μοντελουκάστης στο πλάσμα μειώθηκε περίπου κατά 40% σε άτομα που έπαιρναν ταυτόχρονα φαινοβαρβιτάλη. Επειδή η μοντελουκάστη μεταβολίζεται από το CYP 3A4, 2C8 και 2C9, απαιτείται προσοχή ειδικά στα παιδιά, όταν η μοντελουκάστη συγχορηγείται με επαγωγείς του CYP 3A4, 2C8 και 2C9, όπως η φαινυτοΐνη, η φαινοβαρβιτάλη και η ριφαμπικίνη.
Μελέτες in vitro έδειξαν ότι η μοντελουκάστη είναι ισχυρός αναστολέας του συστήματος CYP 2C8. Ωστόσο, τα στοιχεία από μία κλινική μελέτη αλληλεπίδρασης φαρμάκου σε φάρμακο που συμπεριλάμβανε μοντελουκάστη και rosiglitazone (ένα δοκιμαστικό υπόστρωμα αντιπροσωπευτικό για τα φαρμακευτικά προϊόντα που μεταβολίζονται πρωταρχικά μέσω του συστήματος CYP2C8) έδειξαν ότι η μοντελουκάστη δεν αναστέλλει το σύστημα CYP2C8 in vivo. Γι’αυτό, η μοντελουκάστη δεν αναμένεται να αλλάξει σημαντικά το μεταβολισμό των φαρμακευτικών προϊόντων που μεταβολίζονται μέσω αυτού του ενζύμου (π.χ. πακλιταξέλη, ροσιγλιταζόνη, και ρεπαγλινίδη).
Μελέτες in vitro έδειξαν ότι η μοντελουκάστη είναι ένα υπόστρωμα του CYP 2C8 και σε λιγότερο σημαντικό βαθμό του 2C9 και του 3A4. Σε μία κλινική μελέτη αλληλεπίδρασης φαρμάκου-φαρμάκου που συμπεριλάμβανε μοντελουκάστη και γεμφιβροζίλη (ένας αναστολέας τόσο του CYP 2C8 όσο και του 2C9), η γεμφιβροζίλη αύξησε τη συστηματική έκθεση της μοντελουκάστης κατά 4,4 φορές. Δεν απαιτείται προσαρμογή της δοσολογίας ρουτίνας της μοντελουκάστης κατά τη συγχορήγηση με τη γεμφιβροζίλη ή άλλους ισχυρούς αναστολείς του CYP 2C8, αλλά ο γιατρός θα πρέπει να γνωρίζει το ενδεχόμενο αύξησης των ανεπιθύμητων αντιδράσεων.
Με βάση τα in vitro δεδομένα, δεν αναμένονται κλινικά σημαντικές αλληλεπιδράσεις φαρμάκου με λιγότερο ισχυρούς αναστολείς του CYP 2C8 (π.χ. τριμεθοπρίμη). Η συγχορήγηση της μοντελουκάστης με ιτρακοναζόλη, έναν ισχυρό αναστολέα του CYP 3A4, δεν οδήγησε σε σημαντική αύξηση της συστηματικής έκθεσης της μοντελουκάστης.
sick
Ανεπιθύμητες ενέργειες
SPC-SINGULAIR
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
Η μοντελουκάστη έχει αξιολογηθεί σε κλινικές μελέτες σε ασθενείς με επιμένον άσθμα ως εξής: ● Tα επικαλυμμένα με λεπτό υμένιο δισκία 10 mg σε 4.000 περίπου ενήλικες και εφήβους ασθενείς, ηλικίας 15 ετών και άνω ● Tα μασώμενα δισκία 5 mg σε 1.750 περίπου παιδιατρικούς ασθενείς ηλικίας 6 έως 14 ετών ● Τα μασώμενα δισκία 4 mg σε 851 παιδιατρικούς ασθενείς ηλικίας 2 έως 5 ετών και ● Τα κοκκία 4 mg σε 175 παιδιατρικούς ασθενείς ηλικίας 6 μηνών έως 2 ετών. Η μοντελουκάστη έχει αξιολογηθεί σε μία κλινική μελέτη σε ασθενείς με διαλείπον άσθμα ως εξής: ● Τα κοκκία και τα μασώμενα δισκία 4 mg σε 1.038 παιδιατρικούς ασθενείς ηλικίας 6 μηνών έως 5 ετών
Οι ακόλουθες σχετιζόμενες με το φάρμακο ανεπιθύμητες ενέργειες κατά τη διάρκεια κλινικών μελετών αναφέρθηκαν συχνά (≥1/100 έως <1/10) στους ασθενείς που έλαβαν θεραπεία με μοντελουκάστη και με μεγαλύτερη επίπτωση σε σχέση με τους ασθενείς που έλαβαν εικονικό φάρμακο:
| Κατηγορία/ Οργανικό Σύστημα | Ενήλικες και ΄Εφηβοι Ασθενείς ηλικίας 15 ετών και άνω (δύο μελέτες 12-εβδομάδων, n=795) | Παιδιατρικοί Ασθενείς ηλικίας 6 έως 14 ετών (μία μελέτη 8 εβδομάδων, n=201) (δύο μελέτες διάρκειας 56 εβδομάδων, n=615) | Παιδιατρικοί Ασθενείς ηλικίας 2 έως 5 ετών (μία μελέτη εβδομάδων, n=461) (μία μελέτη εβδομάδων, n=278) | Παιδιατρικοί Ασθενείς ηλικίας 6 μηνών έως 2 ετών (μία μελέτη 6 εβδομάδων, n=175) |
|---|---|---|---|---|
| Διαταραχές του νευρικού συστήματος | κεφαλαλγία | κεφαλαλγία | υπερκινητικότητα | |
| Διαταραχές του αναπνευστικού συστήματος, του θώρακα και του μεσοθωράκιου | άσθμα | |||
| Διαταραχές του γαστρεντερικού συστήματος | κοιλιακό άλγος | κοιλιακό άλγος | διάρροια | |
| Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού | εκζεματώδης δερματίτιδα, εξάνθημα | |||
| Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης | δίψα |
Το προφίλ ασφάλειας δεν άλλαξε σε κλινικές μελέτες παρατεταμένης θεραπείας με περιορισμένο αριθμό ασθενών διάρκειας έως 2 έτη σε ενήλικες, και έως 12 μήνες σε παιδιατρικούς ασθενείς ηλικίας 6 έως 14 ετών.
Συνολικά, 502 παιδιατρικοί ασθενείς ηλικίας 2 έως 5 ετών έλαβαν θεραπεία με μοντελουκάστη τουλάχιστον για 3 μήνες, 338 για 6 μήνες ή περισσότερο, και 534 ασθενείς για 12 μήνες ή περισσότερο. Με παρατεταμένη θεραπεία, το προφίλ ασφάλειας δεν άλλαξε ούτε γι’αυτές τις ομάδες ασθενών.
Το προφίλ ασφάλειας στους παιδιατρικούς ασθενείς ηλικίας 6 μηνών έως 2 ετών δεν άλλαξε μετά από θεραπεία έως και 3 μήνες.
Συνοπτικός Πίνακας ανεπιθύμητων ενεργειών
Οι ανεπιθύμητες ενέργειες που έχουν αναφερθεί κατά τη χρήση μετά την κυκλοφορία του φαρμάκου, παρατίθενται στον παρακάτω πίνακα ανά Κατηγορία/Οργανικό Σύστημα και ειδικές Ανεπιθύμητες Ενέργειες. Οι Κατηγορίες συχνότητας εκτιμήθηκαν με βάση σχετικές κλινικές μελέτες.
| Κατηγορία/Οργανικό Σύστημα | Ανεπιθύμητες Ενέργειες | Κατηγορία Συχνότητας* |
|---|---|---|
| Λοιμώξεις και παρασιτώσεις | λοίμωξη του ανώτερου αναπνευστικού συστήματος † | Πολύ Συχνές |
| Διαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος | αυξημένη τάση για αιμορραγία | Σπάνιες |
| Διαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος | αντιδράσεις υπερευαισθησίας, συμπεριλαμβανομένης της αναφυλαξίας | Όχι Συχνές |
| ηπατική ηωσινοφιλική διήθηση | Πολύ Σπάνιες | |
| Ψυχιατρικές διαταραχές | μη φυσιολογικά όνειρα συμπεριλαμβανομένων των εφιαλτών, αϋπνία, υπνοβασία, άγχος, διέγερση συμπεριλαμβανομένης της επιθετικής συμπεριφοράς ή εχθρότητας, κατάθλιψη, ψυχοκινητική υπερδραστηριότητα (συμπεριλαμβανομένων ευερεθιστότητας, ανησυχίας, τρόμου §) | Όχι Συχνές |
| διαταραχή της προσοχής, επηρεασμένη μνήμη | Σπάνιες | |
| ψευδαισθήσεις, αποπροσανατολισμός, αυτοκτονική σκέψη και αυτοκτονική συμπεριφορά (αυτοκτονικός ιδεασμός) | Πολύ Σπάνιες | |
| Διαταραχές του νευρικού συστήματος | ζάλη, υπνηλία, παραισθησία/υπαισθησία, σπασμός | Όχι Συχνές |
| Καρδιακές διαταραχές | αίσθημα παλμών | Σπάνιες |
| Διαταραχές του αναπνευστικού συστήματος, του θώρακα και του μεσοθωράκιου | επίσταξη | Όχι Συχνές |
| σύνδρομο Churg-Strauss (CSS) (βλέπε παράγραφο 4.4) | Πολύ Σπάνιες | |
| πνευμονική ηωσινοφιλία | Πολύ Σπάνιες | |
| Διαταραχές του γαστρεντερικού | διάρροια ‡, ναυτία ‡, εμετός ‡, ξηροστομία, δυσπεψία | Συχνές, Όχι Συχνές |
| Διαταραχές του ήπατος και των χοληφόρων | αυξημένα επίπεδα των τρανσαμινασών του ορού (ALT, AST) | Συχνές |
| ηπατίτιδα (συμπεριλαμβανομένης της χολοστατικής, ηπαττοκυτταρικής και μικτού τύπου ηπατικής βλάβης) | Πολύ Σπάνιες | |
| Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού | εξάνθημα ‡ | Συχνές |
| μώλωπες, κνίδωση, κνησμός | Όχι Συχνές | |
| αγγειοοίδημα | Σπάνιες | |
| οζώδες ερύθημα, πολύμορφο ερύθημα | Πολύ Σπάνιες | |
| Διαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και του συνδετικού ιστού | αρθραλγία, μυαλγία συμπεριλαμβανομένων των μυϊκών κραμπών | Όχι Συχνές |
| Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης | πυρεξία ‡, εξασθένιση/κόπωση, αίσθημα κακουχίας, οίδημα | Συχνές, Όχι Συχνές |
*Κατηγορία Συχνότητας: Ορίζεται για κάθε Ανεπιθύμητη Ενέργεια από την επίπτωση που αναφέρεται στη βάση δεδομένων των κλινικών μελετών: Πολύ Συχνές (≥1/10), Συχνές (≥1/100 έως <1/10), Όχι Συχνές (≥1/1.000 έως <1/100), Σπάνιες (≥1/10.000 έως <1/1.000), Πολύ Σπάνιες (<1/10.000). † Αυτή η Ανεπιθύμητη Ενέργεια, η οποία αναφέρεται ως Πολύ Συχνή στους ασθενείς οι οποίοι έλαβαν μοντελουκάστη, έχει αναφερθεί επίσης ως Πολύ Συχνή σε ασθενείς οι οποίοι έλαβαν εικονικό φάρμακο στις κλινικές μελέτες. ‡ Αυτή η Ανεπιθύμητη Ενέργεια, η οποία αναφέρεται ως Συχνή στους ασθενείς οι οποίοι έλαβαν μοντελουκάστη, έχει αναφερθεί επίσης ως Συχνή σε ασθενείς οι οποίοι έλαβαν εικονικό φάρμακο στις κλινικές μελέτες. § Κατηγορία Συχνότητας: Σπάνιες
Αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών
Η αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών μετά από τη χορήγηση άδειας κυκλοφορίας του φαρμακευτικού προϊόντος είναι σημαντική. Επιτρέπει τη συνεχή παρακολούθηση της σχέσης οφέλους/κινδύνου του φαρμακευτικού προϊόντος. Ζητείται από τους επαγγελματίες του τομέα της υγειονομικής περίθαλψης να αναφέρουν οποιεσδήποτε πιθανολογούμενες ανεπιθύμητες ενέργειες μέσω του εθνικού συστήματος αναφορας: Ελλάδα Εθνικός Οργανισμός Φαρμάκων Μεσογείων 284 GR-15562 Χολαργός, Αθήνα Τηλ: + 30 21 32040380/337 Φαξ: + 30 21 06549585 Ιστότοπος: http://www.eof.gr Κύπρος Φαρμακευτικές Υπηρεσίες Υπουργείο Υγείας CY-1475 Λευκωσία Φαξ: + 357 22608649 Ιστότοπος: www.moh.gov.cy/phs
pregnant_woman
Κύηση / γαλουχία
SPC-SINGULAIR
expand_more
Κύηση / γαλουχία
Κύηση
Μελέτες σε ζώα δεν έδειξαν επιβλαβείς επιδράσεις σχετικά με τις επιδράσεις στην κύηση ή στην εμβρυονική/εμβρυϊκή ανάπτυξη.
Περιορισμένα στοιχεία από διαθέσιμες βάσεις δεδομένων σχετικές με την κύηση δεν υποστηρίζουν αιτιολογική συσχέτιση μεταξύ του Singulair και των δυσμορφιών (π.χ. ελλείψεις άκρων) που έχουν αναφερθεί σπάνια κατά την εμπειρία διεθνώς μετά την κυκλοφορία του φαρμάκου.
Το Singulair μπορεί να χορηγηθεί κατά τη διάρκεια της κύησης μόνο εάν θεωρηθεί ότι είναι απολύτως απαραίτητο.
Θηλασμός
Μελέτες σε αρουραίους έδειξαν ότι η μοντελουκάστη εκκρίνεται στο γάλα (βλ. παράγραφο 5.3).
Είναι άγνωστο εάν η μοντελουκάστη/μεταβολίτες εκκρίνονται στο ανθρώπινο γάλα.
Το Singulair μπορεί να χορηγηθεί σε μητέρες που θηλάζουν μόνο εάν θεωρηθεί ότι είναι απολύτως απαραίτητο.
monitor_heart
Φαρμακοδυναμική
SPC-SINGULAIR
expand_more
Φαρμακοδυναμική
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: Ανταγωνιστής υποδοχέων λευκοτριενίων Κωδικός ΑΤC: R03D C03
Μηχανισμός δράσης
Τα κυστεϊνυλικά λευκοτριένια (LTC 4 ,LTD 4 ,LTE 4 ), είναι ισχυρά εικοσανοειδή που προκαλούν φλεγμονή και απελευθερώνονται από διάφορα κύτταρα, συμπεριλαμβανομένων των μαστοκυττάρων και των ηωσινοφίλων. Αυτοί οι σημαντικοί προ-ασθματικοί μεταβιβαστές συνδέονται με τους κυστεϊνυλικούς υποδοχείς των λευκοτριενίων (CysLT) που βρίσκονται στους ανθρώπινους αεραγωγούς και προκαλούν αντιδράσεις που προέρχονται από αυτούς, συμπεριλαμβανομένων βρογχόσπασμου, έκκρισης βλέννας, αγγειακής διαπερατότητας και συσσώρευσης ηωσινοφίλων.
Φαρμακοδυναμικές επιδράσεις
Η μοντελουκάστη είναι μία από του στόματος χορηγούμενη ενεργός ένωση που συνδέεται με υψηλή συγγένεια και εκλεκτικότητα με τον υποδοχέα CysLT 1 . Σε κλινικές μελέτες η μοντελουκάστη αναστέλλει σε χαμηλές δόσεις έως 5mg τη βρογχοσύσπαση από εισπνοή LTD4.
Bρογχοδιαστολή παρατηρήθηκε εντός 2 ωρών μετά την από του στόματος χορήγηση. Η προκαλούμενη βρογχοδιασταλτική επίδραση από ένα β-αγωνιστή ήταν αθροιστική σε αυτή που προκλήθηκε από την μοντελουκάστη. H θεραπεία με μοντελουκάστη αναστέλλει τόσο την πρώιμη όσο και την όψιμη φάση της βρογχοσύσπασης που προκαλείται από αντιγόνο. Η μοντελουκάστη συγκρινόμενη με εικονικό φάρμακο, μείωσε την περιφερική συγκέντρωση ηωσινοφίλων στο αίμα σε ενήλικες και παιδιατρικούς ασθενείς. Σε μία ξεχωριστή μελέτη, η θεραπεία με μοντελουκάστη μείωσε σημαντικά τα ηωσινόφιλα στους αεραγωγούς (όπως μετρήθηκαν στα πτύελα). Σε ενήλικες και παιδιατρικούς ασθενείς ηλικίας 2 έως14 ετών, η μοντελουκάστη, συγκρινόμενη με εικονικό φάρμακο, μείωσε την περιφερική συγκέντρωση ηωσινοφίλων στο αίμα, ενώ βελτίωσε τον κλινικό έλεγχο του άσθματος.
Κλινική αποτελεσματικότητα και ασφάλεια
Σε μελέτες με ενήλικες, η μοντελουκάστη 10 mg εφάπαξ ημερησίως, συγκρινόμενη με εικονικό φάρμακο, επέδειξε σημαντικές βελτιώσεις στην πρωινή FEV 1 (10,4% έναντι 2,7% μεταβολή από το αρχικό στάδιο), στην ΠΜ μέγιστη εκπνευστική ροή (PEFR) (24,5 L/min έναντι 3,3 L/min μεταβολή από το αρχικό στάδιο) και σημαντική μείωση στη συνολική χορήγηση β-αγωνιστών (-26,1% έναντι -4,6% μεταβολή από το αρχικό στάδιο). Η βελτίωση στη βαθμολογία συμπτωμάτων κατά την ημέρα και τη νύχτα όπως αναφέρθηκαν από τους ασθενείς ήταν σημαντικά καλύτερη από το εικονικό φάρμακο.
- Μελέτες σε ενήλικες επέδειξαν την ικανότητα της μοντελουκάστης να δρα αθροιστικά στην κλινική επίδραση των εισπνεόμενων κορτικοστεροειδών (% μεταβολή από το αρχικό στάδιο για εισπνεόμενη βεκλομεθαζόνη συν μοντελουκάστη έναντι βεκλομεθαζόνης, έδειξαν αντίστοιχα για την FEV
- 1
- 5,43% έναντι 1,04%, χρήση β-αγωνιστών: -8,70% έναντι 2,64%). Συγκρινόμενο με την εισπνεόμενη βεκλομεθαζόνη (200μg δύο φορές την ημέρα χορηγούμενη με δοσιμετρική συσκευή), η μοντελουκάστη επέδειξε μια πιο γρήγορη αρχική ανταπόκριση, παρόλο που κατά τη διάρκεια της μελέτης 12 εβδομάδων η βεκλομεθαζόνη παρείχε μια μεγαλύτερη μέση θεραπευτική επίδραση (% μεταβολή από το αρχικό στάδιο για την μοντελουκάστη έναντι της βεκλομεθαζόνης, αντίστοιχα για την FEV 1
- 7,49% έναντι 13,3%, χρήση β-αγωνιστή: -28,28 έναντι -43,89%). Παρ’όλα αυτά συγκρινόμενο με τη βεκλομεθαζόνη, ένα μεγάλο ποσοστό ασθενών που θεραπεύονταν με μοντελουκάστη είχαν παρόμοιες κλινικές ανταποκρίσεις (π.χ 50% των ασθενών που τους χορηγήθηκε βεκλομεθαζόνη επέτυχαν μία βελτίωση από το αρχικό στάδιο στην FEV 1 κατά 11% περίπου ή και περισσότερο, ενώ περίπου 42% των ασθενών που τους χορηγήθηκε μοντελουκάστη επέτυχαν την ίδια ανταπόκριση).
- Σε μία μελέτη 8 εβδομάδων σε παιδιατρικούς ασθενείς ηλικίας 6 έως 14 ετών, η μοντελουκάστη 5mg εφάπαξ ημερησίως, συγκρινόμενη με εικονικό φάρμακο, βελτίωσε σημαντικά την αναπνευστική λειτουργία (FEV
- 1
- 8,71% έναντι 4,16% μεταβολή από το αρχικό στάδιο, ΠΜ PEFR 27,9 L/min έναντι 17,8 L/min μεταβολή από το αρχικό στάδιο) και μείωσε τη χορήγηση β-αγωνιστή “όταν χρειάζεται” (-11,7% έναντι +8,2% μεταβολή από το αρχικό στάδιο).
Σε μία μελέτη 12 μηνών που συνέκρινε την αποτελεσματικότητα της μοντελουκάστης έναντι του εισπνεόμενου |uticasone σχετικά με τον έλεγχο του άσθματος σε παιδιατρικούς ασθενείς ηλικίας 6 ως 14 ετών με ήπιο επιμένον άσθμα, η μοντελουκάστη δεν ήταν κατώτερο του |uticasone ως προς την αύξηση του ποσοστού των ημερών χωρίς θεραπεία διάσωσης (ΗΧΘΔ) για το άσθμα, τον πρωταρχικό στόχο. Κατά μέσο όρο, στη διάρκεια μίας περιόδου θεραπείας 12 μηνών, το ποσοστό των ΗΧΘΔ για το άσθμα αυξήθηκε από 61,6 σε 84,0 στην ομάδα με μοντελουκάστη και από 60,9 σε 86,7 στην ομάδα με |uticasone. Η διαφορά μεταξύ των ομάδων υπολογισμένη με βάση τις ευθείες ελαχίστων τετραγώνων (LS), ως προς την κατά μέσο όρο αύξηση του ποσοστού των ημερών ΗΧΘΔ για το άσθμα ήταν στατιστικά σημαντική (- 2,8 με 95% Διάστημα Εμπιστοσύνης (ΔΕ) μεταξύ -4,7 και -0,9), αλλά μέσα στα όρια που προκαθορίζονται ώστε να μην υπάρχει κλινικά κατωτερότητα.
Τόσο η μοντελουκάστη όσο και το |uticasone βελτίωσαν επίσης τον έλεγχο του άσθματος ως προς τους δευτερεύοντες παράγοντες που αξιολογήθηκαν κατά την περίοδο θεραπείας 12 μηνών:
Το FEV 1 αυξήθηκε από 1,83 L σε 2,09 L στην ομάδα της μοντελουκάστης και από 1,85 L σε 2,14 L στην ομάδα του |uticasone. Η διαφορά μεταξύ των ομάδων υπολογισμένη με βάση τις ευθείες ελαχίστων τετραγώνων (LS), ως προς την μέση αύξηση του FEV 1 ήταν -0,02 L με 95% ΔΕ μεταξύ -0,06 και 0,02. Η μέση προβλεπόμενη αύξηση του FEV 1 σε σύγκριση με την αρχική τιμή σε εκατοστιαία μεταβολή% ήταν 0,6% στην ομάδα θεραπείας με μοντελουκάστη και 2,7% στην ομάδα θεραπείας με |uticasone. Η διαφορά των μέσων τιμών LS (με βάση τις ευθείες ελαχίστων τετραγώνων LS) ως προς την μεταβολή σε σύγκριση με την αρχική τιμή του ποσοστού% του προβλεπόμενου FEV 1 , ήταν σημαντική: -2,2% με μία 95% ΔΕ μεταξύ -3,6,και -0,7.
Το ποσοστό των ημερών με χρήση β-αγωνιστή μειώθηκε από 38,0 σε 15,4 στην ομάδα της μοντελουκάστης, και από 38,5% σε 12,8% στην ομάδα του |uticasone. Η διαφορά των μέσων τιμών LS (με βάση τις ευθείες ελαχίστων τετραγώνων LS) μεταξύ των ομάδων ως προς το ποσοστό των ημερών με χρήση β-αγωνιστή ήταν σημαντική: 2,7% με 95% ΔΕ μεταξύ 0,9 και 4,5.
Το ποσοστό των ασθενών με ένα ασθματικό επεισόδιο (ένα ασθματικό επεισόδιο ορίζεται ως η περίοδος επιδείνωσης του άσθματος, κατά την οποία απαιτείται από του στόματος χορήγηση στεροειδών, μία όχι προγραμματισμένη επίσκεψη στο γιατρό, επίσκεψη του τμήματος πρώτων βοηθειών, ή εισαγωγή στο νοσοκομείο) ήταν 32,2 στην ομάδα της μοντελουκάστης και 25,6 στην ομάδα του |uticasone. Ο λόγος των πιθανοτήτων (με 95% ΔΕ) ήταν σημαντικός και ίσος με 1,38 (μεταξύ 1,04 και 1,84).
Το ποσοστό των ασθενών με συστηματική (κυρίως από το στόμα) χρήση κορτικοστεροειδών κατά την διάρκεια της μελέτης ήταν 17,8% στην ομάδα της μοντελουκάστης και 10,5% στην ομάδα του |uticasone. Η διαφορά των μέσων τιμών LS (με βάση τις ευθείες ελαχίστων τετραγώνων LS) μεταξύ των ομάδων ήταν σημαντική: 7,3% με 95% ΔΕ μεταξύ 2,9 και 11,7.
Σε μία μελέτη 12 εβδομάδων, ελεγχόμενη με εικονικό φάρμακο σε παιδιατρικούς ασθενείς ηλικίας 2 έως 5 ετών, η μοντελουκάστη 4 mg εφάπαξ ημερησίως, βελτίωσε τις παραμέτρους ελέγχου του άσθματος συγκριτικά με το εικονικό φάρμακο, ανεξάρτητα από την ταυτόχρονη θεραπεία ελέγχου (εισπνεόμενα/χορηγούμενα με εκνεφωτή κορτικοστεροειδή ή εισπνεόμενο/χορηγούμενο με εκνεφωτή χρωμογλυκικό νάτριο). Το εξήντα τοις εκατό των ασθενών δεν ελάμβαναν άλλη θεραπεία ελέγχου. Η μοντελουκάστη βελτίωσε τα συμπτώματα κατά τη διάρκεια της ημέρας (συμπεριλαμβανομένου του βήχα, του συριγμού, της δυσκολίας στην αναπνοή και της περιορισμένης δραστηριότητας) και τα συμπτώματα της νύχτας σε σύγκριση με εικονικό φάρμακο. Η μοντελουκάστη επίσης μείωσε τη χορήγηση β-αγωνιστή “όταν χρειάζεται” και την θεραπεία διαφυγής κρίσεως με κορτικοστεροειδή κατά την επιδείνωση του άσθματος, συγκρινόμενο με το εικονικό φάρμακο. Oι ασθενείς που ελάμβαναν μοντελουκάστη είχαν σημαντικά περισσότερες ημέρες χωρίς άσθμα από ότι αυτοί που ελάμβαναν εικονικό φάρμακο. Η θεραπευτική δράση επιτεύχθηκε μετά την πρώτη δόση.
Σε μία μελέτη 12 μηνών, ελεγχόμενη με εικονικό φάρμακο σε παιδιατρικούς ασθενείς ηλικίας 2 έως 5 ετών με ήπιο άσθμα και επεισοδιακές εξάρσεις, η μοντελουκάστη 4 mg μία φορά ημερησίως μείωσε σημαντικά (p ≤ 0,001) την ετήσια συχνότητα των επεισοδίων έξαρσης του άσθματος (ΕΕ) σε σύγκριση με το εικονικό φάρμακο (1,60 ΕΕ έναντι 2,34 ΕΕ, αντίστοιχα), ΕΕ ορίζεται ως 3 συνεχόμενες ημέρες με ημερήσια συμπτώματα για τα οποία απαιτήθηκε χρήση β-αγωνιστή ή κορτικοστεροειδών (από του στόματος ή εισπνεόμενα), ή εισαγωγή σε νοσοκομείο για το άσθμα. Η ποσοστιαία μείωση ως προς την ετήσια συχνότητα ΕΕ ήταν 31,9%, με 95% ΔΕ μεταξύ 16,9 και 44,1.
Σε μία μελέτη ελεγχόμενη με εικονικό φάρμακο σε παιδιατρικούς ασθενείς ηλικίας 6 μηνών έως 5 ετών, οι οποίοι είχαν διαλείπον άσθμα αλλά δεν είχαν επιμένον άσθμα, χορηγήθηκε θεραπεία με μοντελουκάστη για διάστημα 12 μηνών, είτε ως δοσολογικό σχήμα 4 mg χορηγούμενο μία φορά ημερησίως ή ως θεραπευτικά σχήματα 12 ημερών από τα οποία το καθένα ξεκινούσε όταν άρχιζε ένα επεισόδιο με συμπτώματα διαλείποντος άσθματος. Δεν παρατηρήθηκε σημαντική διαφορά μεταξύ των ασθενών που έλαβαν μοντελουκάστη 4 mg ή εικονικό φάρμακο σχετικά με τον αριθμό των επεισοδίων άσθματος που οδηγούν σε κρίση άσθματος, που χαρακτηρίζεται ως επεισόδιο άσθματος κατά το οποίο απαιτείται περίθαλψη από ιατρικό προσωπικό, όπως μία μη προγραμματισμένη επίσκεψη στο γραφείο του γιατρού, σε χώρο πρώτων βοηθειών, ή σε νοσοκομείο, είτε θεραπεία με κορτικοστεροειδές χορηγούμενο από το στόμα, ενδοφλέβια, ή ενδομυϊκά.
Η αποτελεσματικότητα της μοντελουκάστης σε παιδιατρικούς ασθενείς ηλικίας 6 μηνών έως 2 ετών υποστηρίζεται με αναγωγή (extrapolation) των δεδομένων ασφάλειας από ασθενείς με άσθμα ηλικίας 2 ετών και άνω, και βασίζεται σε παρόμοια φαρμακοκινητικά δεδομένα, καθώς και στο γεγονός ότι η πορεία της ασθένειας, η παθοφυσιολογία και η δράση του φαρμάκου είναι ουσιαστικά παρόμοια ανάμεσα σε αυτούς τους πληθυσμούς.
Σημαντική μείωση του βρογχόσπασμου που προκαλείται από άσκηση (ΕΙΒ) έδειξε μία μελέτη 12 εβδομάδων σε ενήλικες (μέγιστη πτώση στη FEV 1 22,33% για τη μοντελουκάστη έναντι 32,40% για το εικονικό φάρμακο, χρόνος επαναφοράς εντός του 5% από τις αρχικές τιμές της FEV 1 44,22 min έναντι 60,64 min). Αυτή η επίδραση ήταν σταθερή σε όλη τη διάρκεια της μελέτης 12 εβδομάδων της μελέτης. Η μείωση του ΕΙΒ αποδείχτηκε επίσης σε μια μελέτη βραχείας διάρκειας σε παιδιατρικούς ασθενείς ηλικίας 6 έως 14 ετών (μέγιστη πτώση στην FEV 1 18,27% έναντι 26,11%, χρόνος επαναφοράς εντός 5% από τις αρχικές τιμές της FEV 1 17,76 min έναντι 27,98 min). Και στις δύο μελέτες η επίδραση παρουσιάσθηκε στο τέλος του διαστήματος της εφάπαξ ημερησίας δόσης.
Σε ευαίσθητους στην ασπιρίνη ασθματικούς ασθενείς που ελάμβαναν ταυτόχρονα εισπνεόμενα και/ή από του στόματος κορτικοστεροειδή, η θεραπεία με μοντελουκάστη συγκρινόμενη με το εικονικό φάρμακο, είχε αποτέλεσμα τη σημαντική βελτίωση στον έλεγχο του άσθματος (FEV 1 8,55% έναντι -1,74% μεταβολή από το αρχικό στάδιο και μείωση στη συνολική χρήση β-αγωνιστή -27,78% έναντι 2,09% μεταβολή από το αρχικό στάδιο).
biotech
Φαρμακοκινητική
SPC-SINGULAIR
expand_more
Φαρμακοκινητική
Απορρόφηση
Η μοντελουκάστη απορροφάται γρήγορα ύστερα από χορήγηση από το στόμα. Για τα επικαλυμμένα με λεπτό υμένιο δισκία των 10 mg, η μέση μέγιστη συγκέντρωση στο πλάσμα (C max ) επιτυγχάνεται 3 ώρες (Τ max ) ύστερα από τη χορήγησή τους σε ενήλικες που δεν τους έχει χορηγηθεί τροφή. Η μέση βιοδιαθεσιμότητα μετά από του στόματος χορήγηση είναι 64%. Η βιοδιαθεσιμότητα μετά από του στόματος χορήγηση και η C max δεν επηρεάζονται από ένα συνηθισμένο γεύμα. Η ασφάλεια και αποτελεσματικότητα αποδείχθηκαν σε κλινικές μελέτες όπου η χορήγηση επικαλυμμένων με λεπτό υμένιο δισκίων των 10 mg έγινε χωρίς να δίνεται σημασία στο χρόνο της τροφής.
Για τα μασώμενα δισκία των 5 mg, η C max επιτυγχάνεται σε 2 ώρες μετά από τη χορήγηση τους σε ενήλικες που δεν τους έχει χορηγηθεί τροφή. Η μέση βιοδιαθεσιμότητα μετά την από του στόματος χορήγηση είναι 73% και μειώνεται στο 63% ύστερα από τη χορήγηση συνηθισμένου γεύματος.
Μετά από χορήγηση του μασώμενου δισκίου των 4 mg, σε παιδιατρικούς ασθενείς ηλικίας 2 έως 5 ετών, η C max επιτυγχάνεται σε 2 ώρες μετά από τη χορήγηση. Η μέση C max είναι 66% υψηλότερη ενώ η μέση C min είναι μικρότερη από ότι στους ενήλικες που λαμβάνουν δισκίο των 10 mg.
H φαρμακοτεχνική μορφή των κοκκίων 4 mg είναι βιοϊσοδύναμη με το μασώμενο δισκίο 4 mg όταν χορηγήθηκε σε ενήλικες ασθενείς που δεν τους έχει χορηγηθεί τροφή. Στους παιδιατρικούς ασθενείς ηλικίας 6 μηνών έως 2 ετών, η C max επιτυγχάνεται 2 ώρες μετά από την χορήγηση της φαρμακοτεχνικής μορφής των κοκκίων 4 mg. Η C max είναι σχεδόν διπλάσια από αυτήν των ενηλίκων που έλαβαν το δισκίο των 10 mg. Η συγχορήγηση των κοκκίων με κρέμα μήλου ή με γεύμα με υψηλή περιεκτικότητα σε λιπαρά δεν είχε κλινικά σημαντική επίδραση στην φαρμακοκινητική της μοντελουκάστης όπως καθορίζεται από την AUC (1.225,7 vs 1.223,1 ng.hr/ml με ή χωρίς κρέμα μήλου, αντίστοιχα, και 1.191,8 vs 1.148,5 ng.hr/ml με η χωρίς συνηθισμένο γεύμα υψηλών λιπαρών, αντίστοιχα).
Κατανομή
Η μοντελουκάστη συνδέεται σε ποσοστό μεγαλύτερο του 99% με τις πρωτεΐνες του πλάσματος. Ο όγκος κατανομής της μοντελουκάστης σε συνθήκες σταθεροποιημένης κατάστασης κυμαίνεται από 8 - 11 λίτρα. Μελέτες σε αρουραίους με ραδιοσημασμένη μοντελουκάστη έδειξαν ελάχιστη κατανομή κατά μήκος του αιματο-εγκεφαλικού φραγμού. Επιπλέον, οι συγκεντρώσεις του ραδιοσημασμένου υλικού 24 ώρες μετά τη χορήγηση της δόσης, ήταν ελάχιστες σε όλους τους υπόλοιπους ιστούς.
Βιομετασχηματισμός
Η μοντελουκάστη μεταβολίζεται εκτεταμένα. Σε μελέτες με χορήγηση θεραπευτικών δόσεων, οι συγκεντρώσεις των μεταβολιτών της μοντελουκάστης στο πλάσμα δεν ανιχνεύονται σε συνθήκες σταθεροποιημένης κατάστασης σε ενήλικες και παιδιά.
To κυτόχρωμα Ρ450 2C8 είναι το κύριο ένζυμο για το μεταβολισμό της μοντελουκάστης. Επιπρόσθετα τα CYP 3Α4 και 2C9 μπορεί να έχουν μικρή συμβολή, αν και η ιτρακοναζόλη, ένας αναστολέας του CYP 3A4 έχει αποδειχθεί ότι δεν μεταβάλλει τις φαρμακοκινητικές μεταβλητές της μοντελουκάστης σε υγιή άτομα που λάμβαναν 10 mg μοντελουκάστη ημερησίως. Οι θεραπευτικές συγκεντρώσεις της μοντελουκάστης στο πλάσμα δεν αναστέλλουν τα κυτοχρώματα P450 3A4, 2C9, 1Α2, 2A6, 2C19 ή 2D6 σύμφωνα με in vitro αποτελέσματα σε μικροσώματα του ανθρώπινου ήπατος. Η συνεισφορά των μεταβολιτών στη θεραπευτική επίδραση της μοντελουκάστης είναι ελάχιστη.
Αποβολή
Η κάθαρση της μοντελουκάστης από το πλάσμα είναι κατά μέσο όρο 45 ml/min σε υγιείς ενήλικες. Μετά από του στόματος χορήγηση δόσης ραδιοσημασμένης μοντελουκάστης, 86% της ραδιενέργειας ανακτήθηκε σε συλλογές κοπράνων διάρκειας 5 ημερών και ποσοστό < 0,2% ανακτήθηκε στα ούρα. Σε συνδυασμό με εκτιμήσεις της βιοδιαθεσιμότητας της μοντελουκάστης που χορηγείται από το στόμα, φαίνεται ότι η μοντελουκάστη και οι μεταβολίτες της εκκρίνονται σχεδόν αποκλειστικά μέσω της χολής.
Χαρακτηριστικά σε ασθενείς
Δεν απαιτείται τροποποίηση της δοσολογίας για ηλικιωμένους ή σε ήπια έως μέτρια ηπατική ανεπάρκεια. Μελέτες σε ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία δεν έχουν διεξαχθεί. Επειδή η μοντελουκάστη και οι μεταβολίτες της απομακρύνονται μέσω της χοληφόρου οδού δεν αναμένεται να είναι απαραίτητη κάποια προσαρμογή στη δοσολογία σε ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία. Δεν υπάρχουν δεδομένα για τη φαρμακοκινητική της μοντελουκάστης σε ασθενείς με σοβαρή ηπατική ανεπάρκεια (βαθμολογία Child-Pugh>9).
Με υψηλές δόσεις μοντελουκάστης (20 και 60 φορές τη συνιστώμενη δοσολογία ενηλίκων), παρατηρήθηκε μια μείωση στη συγκέντρωση της θεοφυλλίνης στο πλάσμα. Η επίδραση αυτή δεν έχει εμφανισθεί με τη συνιστώμενη δοσολογία των 10 mg εφάπαξ ημερησίως.
DrugBank
Description
expand_more
Description
Περιγραφή
Η μοντελουκάστη είναι ανταγωνιστής υποδοχέα λευκοτριενίων (LTRA) που χρησιμοποιείται για τη συντήρηση της θεραπείας του άσθματος και την ανακούφιση των συμπτωμάτων των εποχιακών αλλεργιών. Συνήθως χορηγείται από το στόμα. Η μοντελουκάστη αναστέλλει τη δράση της λευκοτριενίου D4 στον υποδοχέα κυστινυλολευκοτριενίων CysLT1 στους πνεύμονες και τους βρόγχους, δεσμευόμενη σε αυτόν. Αυτό μειώνει τη βρογχοσυστολή που προκαλείται διαφορετικά από το λευκοτριένιο και οδηγεί σε λιγότερη φλεγμονή. Λόγω του τρόπου λειτουργίας της, δεν είναι αποτελεσματική για τη θεραπεία οξέων κρίσεων άσθματος. Επίσης, λόγω της πολύ ειδικής θέσης δράσης της, δεν αλληλεπιδρά με άλλα φάρμακα για αλλεργίες, όπως η θεοφυλλίνη. Η μοντελουκάστη διατίθεται στην αγορά στις Ηνωμένες Πολιτείες και σε πολλές άλλες χώρες από την Merck & Co. με την εμπορική ονομασία Singulair®. Είναι διαθέσιμη σε από του στόματος δισκία, μασώμενα δισκία και από του στόματος κόκκους. Στην Ινδία και σε άλλες χώρες, διατίθεται επίσης στην αγορά με την εμπορική ονομασία Montair®, που παράγεται από την ινδική εταιρεία Cipla.
DrugBank
Indication
expand_more
Indication
Ενδείξεις
Για τη θεραπεία του άσθματος
DrugBank
Pharmacology
expand_more
Pharmacology
Φαρμακολογία
Η μοντελουκάστη, όπως η ζαφιρλουκάστη, είναι ένας ανταγωνιστής υποδοχέα λευκοτριενίων που χρησιμοποιείται ως εναλλακτική λύση σε αντιφλεγμονώδη φάρμακα στη διαχείριση και τη χρόνια θεραπεία του άσθματος και του βρογχόσπασμου που προκαλείται από άσκηση (EIB). Σε αντίθεση με τη ζαφιρλουκάστη, η μοντελουκάστη δεν αναστέλλει τις CYP2C9 ή CYP3A4 και, επομένως, δεν αναμένεται να επηρεάσει την ηπατική κάθαρση φαρμάκων που μεταβολίζονται από αυτά τα ένζυμα.
DrugBank
Mechanism of action
expand_more
Mechanism of action
Μηχανισμός Δράσης
Η μοντελουκάστη ανταγωνίζεται εκλεκτικά την D4 λευκοτριένιο (LTD4) στον υποδοχέα κυστινυλολευκοτριενίων, CysLT1, στον ανθρώπινο αεραγωγό. Η μοντελουκάστη αναστέλλει τις δράσεις της LTD4 στον υποδοχέα CysLT1, αποτρέποντας το οίδημα των αεραγωγών, τη συστολή των λείων μυών και την αυξημένη έκκριση παχύρρευστου, παχύρρευστου βλέννας.
DrugBank
Absorption
expand_more
Absorption
Απορρόφηση
Απορροφάται ταχέως μετά από από του στόματος χορήγηση (βιοδιαθεσιμότητα 64%)
DrugBank
Half life
expand_more
Half life
Χρόνος Ημίσειας Ζωής
2,7-5,5 ώρες
DrugBank
Protein binding
expand_more
Protein binding
Σύνδεση με Πρωτεΐνες
99% (με πρωτεΐνες πλάσματος)
DrugBank
Route of elimination
expand_more
Route of elimination
Οδός Απέκκρισης
Σε συνδυασμό με εκτιμήσεις της από του στόματος βιοδιαθεσιμότητας της μοντελουκάστης, αυτό υποδεικνύει ότι η μοντελουκάστη και οι μεταβολίτες της απεκκρίνονται σχεδόν αποκλειστικά μέσω της χολής.
DrugBank
Volume of distribution
expand_more
Volume of distribution
Όγκος Κατανομής
- 8 έως 11 L
DrugBank
Clearance
expand_more
Clearance
Κάθαρση
- 45 mL/min [υγιείς ενήλικες]
DrugBank
Toxicity
expand_more
Toxicity
Τοξικότητα
Οι παρενέργειες περιλαμβάνουν πονοκέφαλο, κοιλιακό ή στομαχικό άλγος, βήχα, οδοντικό άλγος, ζάλη, πυρετό, καούρα, εξάνθημα, ρινική συμφόρηση, αδυναμία ή ασυνήθιστη κόπωση.
science
PubChem
Φαρμακοδυναμική
expand_more
Φαρμακοδυναμική
Φαρμακοδυναμική
Η μοντελουκάστη είναι ένας ανταγωνιστής υποδοχέων λευκοτριενίων που επιδεικνύει σημαντική συγγένεια και εκλεκτικότητα για τον υποδοχέα λευκοτριενίων κυστεΐνης τύπου 1, προτιμώντας τον έναντι πολλών άλλων κρίσιμων υποδοχέων των αεραγωγών, όπως οι υποδοχείς προστανοειδών, χολινεργικών ή βήτα-αδρενεργικών. Ως αποτέλεσμα, το φάρμακο μπορεί να προκαλέσει σημαντική αναστολή της βρογχοσυστολής που προκαλείται από τα λευκοτριένια LTD4, με δόσεις μόλις 5 mg. Επιπλέον, μια ελεγχόμενη με εικονικό φάρμακο, διασταυρούμενη μελέτη (n=12) έδειξε ότι η μοντελουκάστη είναι ικανή να αναστέλλει την πρώιμη και την όψιμη φάση της βρογχοσυστολής που προκαλείται από πρόκληση αντιγόνου κατά 75% και 57% αντίστοιχα. Ειδικότερα, έχει τεκμηριωθεί ότι η μοντελουκάστη μπορεί να προκαλέσει βρογχοδιαστολή εντός 2 ωρών από τη χορήγηση από το στόμα. Αυτή η δράση μπορεί επίσης να είναι προσθετική στη βρογχοδιαστολή που προκαλείται από τη συνδυασμένη χρήση βήτα-αγωνιστή. Ωστόσο, κλινικές έρευνες που έγιναν σε ενήλικες 15 ετών και άνω αποκάλυψαν ότι δεν επιτυγχάνεται πρόσθετο κλινικό όφελος όταν χρησιμοποιούνται δόσεις μοντελουκάστης μεγαλύτερες από 10 mg την ημέρα. Επιπλέον, σε κλινικές δοκιμές με ενήλικες και παιδιατρικούς ασθενείς με άσθμα ηλικίας 6 έως 14 ετών, προσδιορίστηκε επίσης ότι η μοντελουκάστη μπορεί να μειώσει τα μέση περιφερικά αιμοσφαιρίνια ηωσινόφιλων κατά περίπου 13% έως 15% από την αρχική τιμή σε σύγκριση με το εικονικό φάρμακο κατά τη διάρκεια διπλά-τυφλών περιόδων θεραπείας. Ταυτόχρονα, σε ασθενείς ηλικίας 15 ετών και άνω που παρουσίαζαν εποχική αλλεργική ρινίτιδα, η χρήση μοντελουκάστης προκάλεσε διάμεση μείωση 13% στους αριθμούς περιφερικών ηωσινόφιλων αίματος σε σύγκριση με το εικονικό φάρμακο.
- Αποτελεσματικότητα: Αναστολή βρογχοσυστολής, μείωση ηωσινόφιλων.
- Στόχος: Υποδοχέας λευκοτριενίων κυστεΐνης τύπου 1 (CysLT1).
- Χρόνος Έναρξης Δράσης: Έως και 2 ώρες για βρογχοδιαστολή.
neurology
PubChem
Μηχανισμός δράσης
expand_more
Μηχανισμός δράσης
Μηχανισμός Δράσης
Τα λευκοτριένια κυστεΐνης (CysLT) όπως το LTC4, LTD4 και LTE4, μεταξύ άλλων, είναι εικοσανοειδή που απελευθερώνονται από διάφορα κύτταρα όπως τα μαστοκύτταρα και τα ηωσινόφιλα. Όταν τέτοια CysLT συνδέονται με τους αντίστοιχους υποδοχείς CysLT, όπως οι υποδοχείς CysLT τύπου 1 που βρίσκονται στα κύτταρα των λείων μυών των αεραγωγών, στα μακροφάγα των αεραγωγών και σε διάφορα φλεγμονώδη κύτταρα όπως τα ηωσινόφιλα και ορισμένα ειδικά μυελοειδή βλαστοκύτταρα, διεγείρονται δραστηριότητες που διευκολύνουν την παθοφυσιολογία του άσθματος και της αλλεργικής ρινίτιδας. Ειδικότερα, η βρογχοσυστολή που προκαλείται από CysLT, η απόφραξη από βλεννώδη έκκριση, η αγγειακή διαπερατότητα και η πρόσκληση ηωσινόφιλων είναι όλοι τύποι επιδράσεων που διευκολύνουν το άσθμα. Εναλλακτικά, στην αλλεργική ρινίτιδα, τα CysLT απελευθερώνονται από τον ρινικό βλεννογόνο όταν εκτίθεται σε αλλεργιογόνα κατά τη διάρκεια τόσο των πρώιμης όσο και των όψιμης φάσης αντιδράσεων και συμμετέχουν στην πρόκληση συμπτωμάτων αλλεργικής ρινίτιδας όπως η συμφόρηση της μύτης και των αεραγωγών. Στη συνέχεια, η μοντελουκάστη είναι ένας ανταγωνιστής υποδοχέων λευκοτριενίων που συνδέεται με υψηλή συγγένεια και εκλεκτικότητα στον υποδοχέα CysLT τύπου 1, ο οποίος κατά συνέπεια βοηθά στην αναστολή οποιωνδήποτε φυσιολογικών δράσεων των CysLT όπως το LTC4, LTD4 και LTE4 στον υποδοχέα που μπορεί να διευκολύνουν το άσθμα ή την αλλεργική ρινίτιδα.
Η μοντελουκάστη αναστέλλει τη βρογχοσυστολή λόγω πρόκλησης αντιγόνου. Η μοντελουκάστη είναι ένας εκλεκτικός ανταγωνιστής υποδοχέων λευκοτριενίων του υποδοχέα λευκοτριενίων κυστεΐνης CysLT1. Τα λευκοτριένια κυστεΐνης (LTC4, LTD4, LTE4) είναι προϊόντα του μεταβολισμού του αραχιδονικού οξέος που απελευθερώνονται από διάφορα κύτταρα, συμπεριλαμβανομένων των μαστοκυττάρων και των ηωσινόφιλων. Συνδέονται με τους υποδοχείς λευκοτριενίων κυστεΐνης (CysLT) που βρίσκονται στους ανθρώπινους αεραγωγούς. Η σύνδεση των λευκοτριενίων κυστεΐνης με τους υποδοχείς λευκοτριενίων έχει συσχετιστεί με την παθοφυσιολογία του άσθματος, συμπεριλαμβανομένου του οιδήματος των αεραγωγών, της σύσπασης των λείων μυών και της αλλοιωμένης κυτταρικής δραστηριότητας που σχετίζεται με τη φλεγμονώδη διαδικασία, παράγοντες που συμβάλλουν στα σημεία και συμπτώματα του άσθματος. Η σύνδεση της μοντελουκάστης με τον υποδοχέα CysLT1 είναι υψηλής συγγένειας και εκλεκτική, προτιμώντας τον υποδοχέα CysLT1 έναντι άλλων φαρμακολογικά σημαντικών υποδοχέων των αεραγωγών, όπως οι υποδοχείς προστανοειδών, χολινεργικών ή βήτα-αδρενεργικών. Η μοντελουκάστη αναστέλλει τις φυσιολογικές δράσεις του LTD4 στους υποδοχείς CysLT1, χωρίς καμία αγωνιστική δραστηριότητα.
Λόγω του ρόλου των λευκοτριενίων στην παθογένεση του άσθματος, η τροποποίηση της δραστηριότητας των λευκοτριενίων μπορεί να χρησιμοποιηθεί για τη μείωση των συμπτωμάτων των αεραγωγών, τη μείωση του τόνου των λείων μυών των αεραγωγών και τη βελτίωση του ελέγχου του άσθματος. Η αναστολή των φαινομένων που μεσολαβούνται από λευκοτριένια μπορεί να επιτευχθεί με φάρμακα που διακόπτουν τη δραστηριότητα της 5-λιποξυγενάσης και εμποδίζουν το σχηματισμό λευκοτριενίων (π.χ., ζιλεουτόν) ή με ανταγωνισμό της δραστηριότητας των λευκοτριενίων σε συγκεκριμένες θέσεις υποδοχέων στους αεραγωγούς (π.χ., μοντελουκάστη, ζαφιρλουκάστη). Η ανταγωνιστική δράση της μοντελουκάστης είναι εκλεκτική, ανταγωνιστική και αναστρέψιμη. Η μοντελουκάστη αναστέλλει ανταγωνιστικά τη δράση του LTD4 σε μια υποομάδα υποδοχέων CysLT (CysLT1) στους λείους μυς των αεραγωγών. In vitro, η μοντελουκάστη έχει συγγένεια για τον υποδοχέα CysLT1 παρόμοια με αυτή του LTD4. Σε in vitro μελέτες, η μοντελουκάστη ανέστειλε τη σύσπαση απομονωμένων λείων μυών ζώων που προκλήθηκε από LTD4, αλλά δεν ανέστειλε τη σύσπαση που προκλήθηκε από LTC4. Σε μελέτες σε ζώα, η μοντελουκάστη ανέστειλε τη σύσπαση των λείων μυών των αεραγωγών που προκλήθηκε από LTD4 ή αντιγόνο.
- Επισκόπηση: Η μοντελουκάστη είναι ένας ανταγωνιστής υποδοχέων λευκοτριενίων κυστεΐνης (CysLT1).
- Δράση: Αναστέλλει την προσκόλληση λευκοτριενίων (LTC4, LTD4, LTE4) στους υποδοχείς CysLT1, αναστέλλοντας τις παθοφυσιολογικές επιδράσεις τους στο άσθμα και την αλλεργική ρινίτιδα.
- Εκλεκτικότητα: Υψηλή συγγένεια και εκλεκτικότητα για τον CysLT1 έναντι άλλων υποδοχέων.
biotech
PubChem
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
expand_more
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
Απορρόφηση, Κατανομή & Απέκκριση
Απορρόφηση:
- Η μοντελουκάστη απορροφάται ταχέως μετά από χορήγηση από το στόμα.
- Η βιοδιαθεσιμότητα από το στόμα είναι 64% για τα δισκία των 10 mg και 73% για τα μασώμενα δισκία των 5 mg (σε νηστεία).
- Η λήψη γεύματος (ακόμη και υψηλών λιπαρών) δεν επηρεάζει σημαντικά την απορρόφηση, αν και μπορεί να παρατείνει τον χρόνο επίτευξης μέγιστων συγκεντρώσεων και να μειώσει ελαφρώς τις μέγιστες συγκεντρώσεις.
- Οι μέγιστες συγκεντρώσεις στο πλάσμα επιτυγχάνονται εντός 2-4 ωρών.
Κατανομή:
- Ο σταθερός όγκος κατανομής της μοντελουκάστης είναι περίπου 8-11 λίτρα.
Απέκκριση:
-
Η μοντελουκάστη και οι μεταβολίτες της απεκκρίνονται σχεδόν αποκλειστικά μέσω της χολής στα κόπρανα.
-
Η κάθαρση του πλάσματος στους υγιείς ενήλικες είναι περίπου 45 mL/min.
-
Βασικά Σημεία:
-
Ταχεία απορρόφηση από το γαστρεντερικό σωλήνα.
-
Υψηλή βιοδιαθεσιμότητα από το στόμα (περίπου 64-73%).
-
Αμελητέα επίδραση τροφής στην απορρόφηση (με προσοχή στο χρόνο επίτευξης Cmax).
-
Κατανομή σε εξωκυττάριο χώρο.
-
Κύρια οδός απέκκρισης τα κόπρανα (μέσω χολής).
water_drop
PubChem
Δέσμευση πρωτεϊνών
expand_more
Δέσμευση πρωτεϊνών
Σύνδεση με Πρωτεΐνες
Η πρωτεϊνική δέσμευση της μοντελουκάστης στις πρωτεΐνες του πλάσματος υπερβαίνει το 99%.
hub
PubChem
Μεταβολισμός
expand_more
Μεταβολισμός
Μεταβολισμός
Η μοντελουκάστη υφίσταται εκτενή μεταβολισμό, κυρίως μέσω των ισοενζύμων του κυτοχρώματος P450 CYP3A4, CYP2C8 και CYP2C9. Το ένζυμο CYP2C8 φαίνεται να παίζει σημαντικό ρόλο. Ωστόσο, σε θεραπευτικές δόσεις, οι συγκεντρώσεις των μεταβολιτών στο πλάσμα είναι αχνές ή μη ανιχνεύσιμες σε κατάσταση ισορροπίας.
- Κύριοι μεταβολικοί δρόμοι:
- Οξείδωση (κυρίως από CYP3A4 και CYP2C9).
- Ακυλογλυκουρονιδίωση.
- Κύριοι μεταβολίτες:
- 21-υδροξυ-μοντελουκάστη
- 36-υδροξυ-μοντελουκάστη
- Μοντελουκάστη σουλφοξείδιο
Σημείωση: Η βιομεταμόρφωση είναι ηπατική και εκτεταμένη.
hourglass
PubChem
Ημίσεια ζωή
expand_more
Ημίσεια ζωή
Βιολογικός Χρόνος Ημίσειας Ζωής
Ο μέσος χρόνος ημίσειας ζωής της μοντελουκάστης στο πλάσμα κυμαίνεται:
- Σε υγιείς νεαρούς ενήλικες: 2.7 έως 5.5 ώρες.
- Σε παιδιά (6-14 ετών): 3.4 έως 4.2 ώρες.
- Σε ηλικιωμένους (65-73 ετών): ελαφρώς παρατεταμένος (π.χ., 6.6 ώρες).
- Σε ασθενείς με ήπια έως μέτρια ηπατική δυσλειτουργία: ελαφρώς παρατεταμένος (π.χ., 7.4 ώρες).
Σημείωση: Δεν απαιτείται προσαρμογή δοσολογίας σε ηλικιωμένους ή σε ασθενείς με ήπια έως μέτρια ηπατική δυσλειτουργία.
category
PubChem
MeSH classification
expand_more
MeSH classification
Ταξινόμηση MeSH
- Φάρμακα που χρησιμοποιούνται για τη θεραπεία του άσθματος.
- Κατηγορία φαρμάκων που σχεδιάστηκαν για την πρόληψη της σύνθεσης ή της δραστηριότητας των λευκοτριενίων, μπλοκάροντας τη σύνδεση στο επίπεδο των υποδοχέων.
- Φάρμακα και ενώσεις που προκαλούν τη σύνθεση του CYTOCHROME P450 CYP1A2.
fact_check
PubChem
FDA classification
expand_more
FDA classification
Ταξινόμηση FDA
- MHM278SD3E
- MONTELUKAST
- Καθιερωμένη Φαρμακολογική Κατηγορία (EPC): Ανταγωνιστής Υποδοχέων Λευκοτριενίων
- Μηχανισμός Δράσης (MoA): Ανταγωνιστές Υποδοχέων Λευκοτριενίων
Η μοντελουκάστη είναι Ανταγωνιστής Υποδοχέων Λευκοτριενίων. Ο μηχανισμός δράσης της μοντελουκάστης είναι ως Ανταγωνιστής Υποδοχέων Λευκοτριενίων.
Ημίσεια ζωή
Δέσμευση πρωτεϊνών
Βιοδιαθεσιμότητα
Απέκκριση
Scientific Profile
Ταξινόμηση MeSH
- Φάρμακα που χρησιμοποιούνται για τη θεραπεία του άσθματος.
- Κατηγορία φαρμάκων που σχεδιάστηκαν για την πρόληψη της σύνθεσης ή της δραστηριότητας των λευκοτριενίων, μπλοκάροντας τη σύνδεση στο επίπεδο των υποδοχέων.
- Φάρμακα και ενώσεις που προκαλούν τη σύνθεση του CYTOCHROME P450 CYP1A2.
Σχετικά Εργαλεία
Πρωτόκολλα Συνταγογράφησης
Το φάρμακο περιλαμβάνεται στο φαρμακευτικό οπλοστάσιο (Ανταγωνιστές Λευκοτριενίων (LTRA)) του πρωτοκόλλου. Δείτε την πλήρη οδηγία για τα κριτήρια συνταγογράφησης.