Σκευάσματα & Τιμολόγηση
| Σκεύασμα | Περιεκτικότητα | Λιανική |
|---|---|---|
|
MONTELUKAST/GENERICS 10MG/TAB
Διακοπή
|
10 / TAB | 11.10 € |
|
MONTELUKAST/GENERICS 4MG/TAB
Διακοπή
|
4 / TAB | 11.34 € |
|
MONTELUKAST/GENERICS 5MG/TAB
Διακοπή
|
5 / TAB | 11.07 € |
Ενδείξεις
Εγκεκριμένες ενδείξεις από το SPC, ομαδοποιημένες κατά ICD-10
-
J45 Άσθμα
MONTELUKAST-GENERICS — Πληροφορίες Συνταγογράφησης
Περίληψη Χαρακτηριστικών Προϊόντος (ΠΧΠ), ανά ενότητα
medication
Δοσολογία
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Δοσολογία
- Οδός: Από του στόματος
- Χορήγηση: το βράδυ, ανεξάρτητα από το χρόνο λήψης της τροφής
- Δόση έναρξης: 10 mg
-
Παιδιατρικοί ασθενείς ηλικίας 6 μηνών έως 5 ετώνΔόσηένας φακελίσκος με κοκκία 4 mgημερησίως, λαμβάνεται το βράδυ. Δεν απαιτείται προσαρμογή της δοσολογίας εντός της συγκεκριμένης ηλικιακής ομάδας.
-
Παιδιά ηλικίας μικρότερης των 6 μηνώνΝα μην χορηγείται. Η ασφάλεια και αποτελεσματικότητα δεν έχει τεκμηριωθεί.
-
Ενήλικες και έφηβοι ηλικίας 15 ετών και άνωΔόση10 mgΕπικαλυμμένα με λεπτό υμένιο δισκία 10 mg είναι διαθέσιμα.
-
Παιδιατρικοί ασθενείς ηλικίας 6 έως 14 ετώνΔόση5 mgΜασώμενα δισκία 5 mg είναι διαθέσιμα.
-
Παιδιατρικοί ασθενείς ηλικίας 2 έως 5 ετώνΔόση4 mgΜασώμενα δισκία 4 mg είναι διαθέσιμα ως εναλλακτική φαρμακοτεχνική μορφή.
block
Αντενδείξεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Αντενδείξεις
-
Υπερευαισθησία στη δραστική ουσία ή σε κάποιο από τα έκδοχα
warning
Προειδοποιήσεις & Προφυλάξεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Προειδοποιήσεις & Προφυλάξεις
-
Διάγνωση επιμένοντος άσθματοςΠληθυσμόςπολύ μικρά παιδιά (ηλικίας 6 μηνών -2 ετών)πρέπει να γίνεται από ένα παιδίατρο ή πνευμονολόγο
-
Οξεία κρίση άσθματοςΠληθυσμόςΑσθενείςΝα μη χρησιμοποιούν ποτέ μοντελουκάστη από το στόμα για την αντιμετώπιση οξείας κρίσης άσθματος. Να έχουν τα συνήθη κατάλληλα φάρμακα διάσωσης άμεσα διαθέσιμα. Εάν εμφανισθεί οξεία κρίση άσθματος, να χρησιμοποιηθεί ένας εισπνεόμενος βραχείας δράσης β-αγωνιστής. Να αναζητήσουν συμβουλή του γιατρού τους εάν χρειασθούν περισσότερες από τις συνήθεις εισπνοές β-αγωνιστή βραχείας δράσης.
-
Υποκατάσταση κορτικοστεροειδώνΠληθυσμόςΑσθενείςΗ μοντελουκάστη δεν πρέπει να υποκαταστήσει απότομα εισπνεόμενα ή από του στόματος χορηγούμενα κορτικοστεροειδή. Δεν υπάρχουν δεδομένα που να υποδεικνύουν ότι τα από του στόματος χορηγούμενα κορτικοστεροειδή μπορούν να μειωθούν όταν χορηγείται ταυτόχρονα μοντελουκάστη.
-
Συστηματική ηωσινοφιλία / Σύνδρομο Churg-StraussΠληθυσμόςασθενείς σε θεραπεία με αντιασθματικούς παράγοντες συμπεριλαμβανομένης της μοντελουκάστηςΟι θεράποντες γιατροί πρέπει να είναι σε εγρήγορση για την περίπτωση εμφάνισης ηωσινοφιλίας, εξανθήματος λόγω αγγειίτιδας, επιδείνωσης των πνευμονικών συμπτωμάτων, καρδιακών επιπλοκών και/ή της εμφάνισης νευροπάθειας. Οι ασθενείς που εμφανίζουν αυτά τα συμπτώματα πρέπει να επαναξιολογηθούν και να εκτιμηθούν τα θεραπευτικά σχήματά τους.
-
Ευαισθησία στην ασπιρίνηΠληθυσμόςασθενείς με άσθμα ευαίσθητο ως προς την ασπιρίνηΗ θεραπεία με μοντελουκάστη δεν μεταβάλλει την ανάγκη των ασθενών να αποφεύγουν τη λήψη ασπιρίνης και άλλων μη στεροειδών αντι-φλεγμονωδών φαρμάκων.
swap_horiz
Αλληλεπιδράσεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
-
Θεοφυλλίνη, Πρεδνιζόνη, Πρεδνιζολόνη, από του στόματος αντισυλληπτικά (αιθινυλική οιστραδιόλη, νορεθινδρόνη 35, 1), Τερφεναδίνη, Διγοξίνη, ΒαρφαρίνηπαρακολούθησηΔεν έχουν κλινικώς σημαντικές επιδράσεις στην φαρμακοκινητική της μοντελουκάστης.
-
προσοχήΜείωση της AUC της μοντελουκάστης κατά περίπου 40%.ΣύστασηΑπαιτείται προσοχή, ειδικά στα παιδιά.
-
προσοχήΜείωση της συστηματικής έκθεσης της μοντελουκάστης.ΣύστασηΑπαιτείται προσοχή, ειδικά στα παιδιά.
-
Rosiglitazone (υπόστρωμα CYP2C8), άλλα φαρμακευτικά προϊόντα που μεταβολίζονται πρωταρχικά μέσω του συστήματος CYP2C8 (π.χ. πακλιταξέλη, ρεπαγλινίδη)παρακολούθησηΗ μοντελουκάστη δεν αναμένεται να αλλάξει σημαντικά τον μεταβολισμό τους in vivo.
-
Γεμφιβροζίλη (αναστολέας CYP 2C8 και 2C9)προσοχήΑύξηση της συστηματικής έκθεσης της μοντελουκάστης κατά 4,4 φορές.ΣύστασηΔεν απαιτείται προσαρμογή της δοσολογίας ρουτίνας, αλλά ο γιατρός θα πρέπει να γνωρίζει το ενδεχόμενο αύξησης των ανεπιθύμητων αντιδράσεων.
-
Λιγότερο ισχυροί αναστολείς του CYP 2C8 (π.χ. τριμεθοπρίμη)παρακολούθησηΔεν αναμένονται κλινικά σημαντικές αλληλεπιδράσεις.
-
Ιτρακοναζόλη (ισχυρός αναστολέας CYP 3A4)παρακολούθησηΔεν οδήγησε σε σημαντική αύξηση της συστηματικής έκθεσης της μοντελουκάστης.
sick
Ανεπιθύμητες ενέργειες
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
- Λοίμωξη του ανώτερου αναπνευστικού συστήματος
- Αυξημένη τάση για αιμορραγία
- Αντιδράσεις υπερευαισθησίας, συμπεριλαμβανομένης της αναφυλαξίας
- Ηπατική ηωσινοφιλική διήθηση
- Μη φυσιολογικά όνειρα συμπεριλαμβανομένων των εφιαλτών
- Διέγερση συμπεριλαμβανομένης της επιθετικής συμπεριφοράς ή εχθρότητας
- Ψυχοκινητική υπερδραστηριότητα (συμπεριλαμβανομένων ευερεθιστότητας, ανησυχίας, τρόμου)
- Αυτοκτονική σκέψη και αυτοκτονική συμπεριφορά (αυτοκτονικός ιδεασμός)
- Αϋπνία
- Υπνοβασία
- Άγχος
- Κατάθλιψη
- Ψευδαισθήσεις
- Αποπροσανατολισμός
- Υπερκινητικότητα
- Διαταραχή προσοχής
- Επηρεασμένη μνήμη
- Κεφαλαλγία
- Ζάλη
- Υπνηλία
- Σπασμός
- Παραισθησία/υπαισθησία
- Αίσθημα παλμών
- Άσθμα
- Επίσταξη
- Πνευμονική ηωσινοφιλία
- Σύνδρομο Churg-Strauss (CSS)
- Κοιλιακό άλγος
- Διάρροια
- Ναυτία
- Εμετός
- Ξηροστομία
- Δυσπεψία
- Αυξημένα επίπεδα των τρανσαμινασών του ορού (ALT, AST)
- Ηπατίτιδα (συμπεριλαμβανομένης της χολοστατικής, ηπαττοκυτταρικής και μικτού τύπου ηπατικής βλάβης)
- Εκζεματώδης δερματίτιδα
- Εξάνθημα
- Κνίδωση
- Κνησμός
- Αγγειοοίδημα
- Οζώδες ερύθημα
- Πολύμορφο ερύθημα
- Μώλωπες
- Αρθραλγία
- Μυαλγία συμπεριλαμβανομένων των μυϊκών κραμπών
- Δίψα
- Πυρεξία
- Εξασθένηση
- Κόπωση
- Αίσθημα κακουχίας
- Οίδημα
Λεπτομέρειες κατά συχνότητα expand_more
-
ΣυχνέςΆσθμαΑναπνευστικό
-
ΣυχνέςΑυξημένα επίπεδα των τρανσαμινασών του ορού (ALT, AST)Διαταραχές του ήπατος και των χοληφόρων
-
ΣυχνέςΔίψαΓενικές
-
ΣυχνέςΔιάρροιαΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΕκζεματώδης δερματίτιδαΔιαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
-
ΣυχνέςΕμετόςΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΕξάνθημαΔέρμα
-
ΣυχνέςΚεφαλαλγίαΝευρικό
-
ΣυχνέςΚοιλιακό άλγοςΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΝαυτίαΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΠυρεξίαΓενικές
-
ΣυχνέςΥπερκινητικότηταΨυχιατρικές
-
ΣπάνιεςΑίσθημα παλμώνΚαρδιά
-
ΣπάνιεςΑγγειοοίδημαΔέρμα
-
ΣπάνιεςΑυξημένη τάση για αιμορραγίαΔιαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος
-
ΣπάνιεςΔιαταραχή προσοχήςΝευρικό
-
ΣπάνιεςΕπηρεασμένη μνήμηΝευρικό
-
Όχι ΣυχνέςΆγχοςΨυχιατρικές
-
Όχι ΣυχνέςΑίσθημα κακουχίαςΓενικές
-
Όχι ΣυχνέςΑντιδράσεις υπερευαισθησίας, συμπεριλαμβανομένης της αναφυλαξίαςΔιαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος
-
Πολύ ΣπάνιεςΑποπροσανατολισμόςΨυχιατρικές
-
Όχι ΣυχνέςΑρθραλγίαΜυοσκελετικό
-
Πολύ ΣπάνιεςΑυτοκτονική σκέψη και αυτοκτονική συμπεριφορά (αυτοκτονικός ιδεασμός)Ψυχιατρικές διαταραχές
-
Όχι ΣυχνέςΑϋπνίαΨυχιατρικές
-
Όχι ΣυχνέςΔιέγερση συμπεριλαμβανομένης της επιθετικής συμπεριφοράς ή εχθρότηταςΨυχιατρικές διαταραχές
-
Όχι ΣυχνέςΔυσπεψίαΓαστρεντερικό
-
Όχι ΣυχνέςΕξασθένησηΓενικές
-
Όχι ΣυχνέςΕπίσταξηΑναπνευστικό
-
Όχι ΣυχνέςΖάληΝευρικό
-
Πολύ ΣπάνιεςΗπατίτιδα (συμπεριλαμβανομένης της χολοστατικής, ηπαττοκυτταρικής και μικτού τύπου ηπατικής βλάβης)Διαταραχές του ήπατος και των χοληφόρων
-
Πολύ ΣπάνιεςΗπατική ηωσινοφιλική διήθησηΔιαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος
-
Όχι ΣυχνέςΚατάθλιψηΨυχιατρικές
-
Όχι ΣυχνέςΚνίδωσηΔέρμα
-
Όχι ΣυχνέςΚνησμόςΔέρμα
-
Όχι ΣυχνέςΚόπωσηΓενικές
-
Πολύ ΣυχνέςΛοίμωξη του ανώτερου αναπνευστικού συστήματοςΛοιμώξεις
-
Όχι ΣυχνέςΜη φυσιολογικά όνειρα συμπεριλαμβανομένων των εφιαλτώνΨυχιατρικές διαταραχές
-
Όχι ΣυχνέςΜυαλγία συμπεριλαμβανομένων των μυϊκών κραμπώνΔιαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και του συνδετικού ιστού
-
Όχι ΣυχνέςΜώλωπεςΤραυματισμοί
-
Όχι ΣυχνέςΞηροστομίαΓαστρεντερικό
-
Όχι ΣυχνέςΟίδημαΓενικές
-
Πολύ ΣπάνιεςΟζώδες ερύθημαΔέρμα
-
Όχι ΣυχνέςΠαραισθησία/υπαισθησίαΔιαταραχές του νευρικού συστήματος
-
Πολύ ΣπάνιεςΠνευμονική ηωσινοφιλίαΑναπνευστικό
-
Πολύ ΣπάνιεςΠολύμορφο ερύθημαΔέρμα
-
Όχι ΣυχνέςΣπασμόςΝευρικό
-
Πολύ ΣπάνιεςΣύνδρομο Churg-Strauss (CSS)Διαταραχές του αναπνευστικού συστήματος, του θώρακα και του μεσοθωράκιου
-
Όχι ΣυχνέςΥπνηλίαΝευρικό
-
Όχι ΣυχνέςΥπνοβασίαΨυχιατρικές
-
Πολύ ΣπάνιεςΨευδαισθήσειςΨυχιατρικές
-
Όχι ΣυχνέςΨυχοκινητική υπερδραστηριότητα (συμπεριλαμβανομένων ευερεθιστότητας, ανησυχίας, τρόμου)Ψυχιατρικές διαταραχές
pregnant_woman
Κύηση / Γαλουχία
ΠΧΠ (SPC)
Επίπεδο κινδύνου: Με προσοχή
expand_more
Κύηση / Γαλουχία
-
ΚύησηΤο Μοντελουκάστη μπορεί να χορηγηθεί κατά τη διάρκεια της κύησης μόνο εάν θεωρηθεί ότι είναι απολύτως απαραίτητο.Μελέτες σε ζώα δεν έδειξαν επιβλαβείς επιδράσεις σχετικά με τις επιδράσεις στην κύηση ή στην εμβρυονική/εμβρυϊκή ανάπτυξη. Περιορισμένα στοιχεία από διαθέσιμες βάσεις δεδομένων σχετικές με την κύηση δεν υποστηρίζουν αιτιολογική συσχέτιση μεταξύ του Μοντελουκάστη και των δυσμορφιών (π.χ. ελλείψεις άκρων) που έχουν αναφερθεί σπάνια κατά την εμπειρία διεθνώς μετά την κυκλοφορία του φαρμάκου.
-
ΓαλουχίαΤο Μοντελουκάστη μπορεί να χορηγηθεί σε μητέρες που θηλάζουν μόνο εάν θεωρηθεί ότι είναι απολύτως απαραίτητο.Μελέτες σε αρουραίους έδειξαν ότι η μοντελουκάστη εκκρίνεται στο γάλα (βλ. Προκλινικά δεδομένα). Είναι άγνωστο εάν η μοντελουκάστη/μεταβολίτες εκκρίνονται στο ανθρώπινο γάλα.
e911_emergency
Υπερδοσολογία
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Υπερδοσολογία
- κοιλιακό άλγος
- υπνημία
- δίψα
- κεφαλαλγία
- έμετο
- ψυχοκινητική υπερδραστηριότητα
directions_car
Επίδραση στην οδήγηση
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Επίδραση στην οδήγηση
science
Έκδοχα
ΠΧΠ (SPC) §2 & §6.1
expand_more
Έκδοχα
biotech
Φαρμακολογία
Φαρμακοδυναμική & Φαρμακοκινητική
expand_more
Φαρμακολογία
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: Ανταγωνιστής υποδοχέων λευκοτριενίων
Κωδικός ΑΤC: R03D C03
Μηχανισμός δράσης
Τα κυστεϊνυλικά λευκοτριένια (LTC,LTD,LTE), είναι ισχυρά εικοσανοειδή που προκαλούν φλεγμονή και απελευθερώνονται από διάφορα κύτταρα, συμπεριλαμβανομένων των μαστοκυττάρων και των ηωσινοφίλων. Αυτοί οι σημαντικοί προ-ασθματικοί μεταβιβαστές συνδέονται με τους κυστεϊνυλικούς υποδοχείς των λευκοτριενίων (CysLT) που βρίσκονται στους ανθρώπινους αεραγωγούς και προκαλούν αντιδράσεις που προέρχονται από αυτούς, συμπεριλαμβανομένων βρογχόσπασμου, έκκρισης βλέννας, αγγειακής διαπερατότητας και συσσώρευσης ηωσινοφίλων.
Φαρμακοδυναμικές επιδράσεις
Η μοντελουκάστη είναι μία από του στόματος χορηγούμενη ενεργός ένωση που συνδέεται με υψηλή συγγένεια και εκλεκτικότητα με τον υποδοχέα CysLT. Σε κλινικές μελέτες η μοντελουκάστη αναστέλλει σε χαμηλές δόσεις έως 5mg τη βρογχοσύσπαση από εισπνοή LTD4. Bρογχοδιαστολή παρατηρήθηκε εντός 2 ωρών μετά την από του στόματος χορήγηση. Η προκαλούμενη βρογχοδιασταλτική επίδραση από ένα β-αγωνιστή ήταν αθροιστική σε αυτή που προκλήθηκε από την μοντελουκάστη. H θεραπεία με μοντελουκάστη αναστέλλει τόσο την πρώιμη όσο και την όψιμη φάση της βρογχοσύσπασης που προκαλείται από αντιγόνο. Η μοντελουκάστη συγκρινόμενη με εικονικό φάρμακο, μείωσε την περιφερική συγκέντρωση ηωσινοφίλων στο αίμα σε ενήλικες και παιδιατρικούς ασθενείς. Σε μία ξεχωριστή μελέτη, η θεραπεία με μοντελουκάστη μείωσε σημαντικά τα ηωσινόφιλα στους αεραγωγούς (όπως μετρήθηκαν στα πτύελα). Σε ενήλικες και παιδιατρικούς ασθενείς ηλικίας 2 έως14 ετών, η μοντελουκάστη, συγκρινόμενη με εικονικό φάρμακο, μείωσε την περιφερική συγκέντρωση ηωσινοφίλων στο αίμα, ενώ βελτίωσε τον κλινικό έλεγχο του άσθματος.
Κλινική αποτελεσματικότητα και ασφάλεια
Σε μελέτες με ενήλικες, η μοντελουκάστη 10 mg εφάπαξ ημερησίως, συγκρινόμενη με εικονικό φάρμακο, επέδειξε σημαντικές βελτιώσεις στην πρωινή FEV (10,4% έναντι 2,7% μεταβολή από το αρχικό στάδιο), στην ΠΜ μέγιστη εκπνευστική ροή (PEFR) (24,5 L/min έναντι 3,3 L/min μεταβολή από το αρχικό στάδιο) και σημαντική μείωση στη συνολική χορήγηση β-αγωνιστών (-26,1% έναντι -4,6% μεταβολή από το αρχικό στάδιο). Η βελτίωση στη βαθμολογία συμπτωμάτων κατά την ημέρα και τη νύχτα όπως αναφέρθηκαν από τους ασθενείς ήταν σημαντικά καλύτερη από το εικονικό φάρμακο. Μελέτες σε ενήλικες επέδειξαν την ικανότητα της μοντελουκάστης να δρα αθροιστικά στην κλινική επίδραση των εισπνεόμενων κορτικοστεροειδών (% μεταβολή από το αρχικό στάδιο για εισπνεόμενη βεκλομεθαζόνη συν μοντελουκάστη έναντι βεκλομεθαζόνης, έδειξαν αντίστοιχα για την FEV : 5,43% έναντι 1,04%, χρήση β-αγωνιστών: -8,70% έναντι 2,64%). Συγκρινόμενο με την εισπνεόμενη βεκλομεθαζόνη (200μg δύο φορές την ημέρα χορηγούμενη με δοσιμετρική συσκευή), η μοντελουκάστη επέδειξε μια πιο γρήγορη αρχική ανταπόκριση, παρόλο που κατά τη διάρκεια της μελέτης 12 εβδομάδων η βεκλομεθαζόνη παρείχε μια μεγαλύτερη μέση θεραπευτική επίδραση (% μεταβολή από το αρχικό στάδιο για την μοντελουκάστη έναντι της βεκλομεθαζόνης, αντίστοιχα για την FEV : 7,49% έναντι 13,3%, χρήση β-αγωνιστή: -28,28 έναντι -43,89%). Παρ’όλα αυτά συγκρινόμενο με τη βεκλομεθαζόνη, ένα μεγάλο ποσοστό ασθενών που θεραπεύονταν με μοντελουκάστη είχαν παρόμοιες κλινικές ανταποκρίσεις (π.χ 50% των ασθενών που τους χορηγήθηκε βεκλομεθαζόνη επέτυχαν μία βελτίωση από το αρχικό στάδιο στην FEV κατά 11% περίπου ή και περισσότερο, ενώ περίπου 42% των ασθενών που τους χορηγήθηκε μοντελουκάστη επέτυχαν την ίδια ανταπόκριση). Σε μία μελέτη 8 εβδομάδων σε παιδιατρικούς ασθενείς ηλικίας 6 έως 14 ετών, η μοντελουκάστη 5mg εφάπαξ ημερησίως, συγκρινόμενη με εικονικό φάρμακο, βελτίωσε σημαντικά την αναπνευστική λειτουργία (FEV : 8,71% έναντι 4,16% μεταβολή από το αρχικό στάδιο, ΠΜ PEFR 27,9 L/min έναντι 17,8 L/min μεταβολή από το αρχικό στάδιο) και μείωσε τη χορήγηση β-αγωνιστή “όταν χρειάζεται” (-11,7% έναντι +8,2% μεταβολή από το αρχικό στάδιο). Σε μία μελέτη 12 μηνών που συνέκρινε την αποτελεσματικότητα της μοντελουκάστης έναντι του εισπνεόμενου |uticasone σχετικά με τον έλεγχο του άσθματος σε παιδιατρικούς ασθενείς ηλικίας 6 ως 14 ετών με ήπιο επιμένον άσθμα, η μοντελουκάστη δεν ήταν κατώτερο του |uticasone ως προς την αύξηση του ποσοστού των ημερών χωρίς θεραπεία διάσωσης (ΗΧΘΔ) για το άσθμα, τον πρωταρχικό στόχο. Κατά μέσο όρο, στη διάρκεια μίας περιόδου θεραπείας 12 μηνών, το ποσοστό των ΗΧΘΔ για το άσθμα αυξήθηκε από 61,6 σε 84,0 στην ομάδα με μοντελουκάστη και από 60,9 σε 86,7 στην ομάδα με |uticasone. Η διαφορά μεταξύ των ομάδων υπολογισμένη με βάση τις ευθείες ελαχίστων τετραγώνων (LS), ως προς την κατά μέσο όρο αύξηση του ποσοστού των ημερών ΗΧΘΔ για το άσθμα ήταν στατιστικά σημαντική (- 2,8 με 95% Διάστημα Εμπιστοσύνης (ΔΕ) μεταξύ -4,7 και -0,9), αλλά μέσα στα όρια που προκαθορίζονται ώστε να μην υπάρχει κλινικά κατωτερότητα. Τόσο η μοντελουκάστη όσο και το |uticasone βελτίωσαν επίσης τον έλεγχο του άσθματος ως προς τους δευτερεύοντες παράγοντες που αξιολογήθηκαν κατά την περίοδο θεραπείας 12 μηνών: Το FEV αυξήθηκε από 1,83 L σε 2,09 L στην ομάδα της μοντελουκάστης και από 1,85 L σε 2,14 L στην ομάδα του |uticasone. Η διαφορά μεταξύ των ομάδων υπολογισμένη με βάση τις ευθείες ελαχίστων τετραγώνων (LS), ως προς την μέση αύξηση του FEV ήταν -0,02 L με 95% ΔΕ μεταξύ -0,06 και 0,02. Η μέση προβλεπόμενη αύξηση του FEV σε σύγκριση με την αρχική τιμή σε εκατοστιαία μεταβολή% ήταν 0,6% στην ομάδα θεραπείας με μοντελουκάστη και 2,7% στην ομάδα θεραπείας με |uticasone. Η διαφορά των μέσων τιμών LS (με βάση τις ευθείες ελαχίστων τετραγώνων LS) ως προς την μεταβολή σε σύγκριση με την αρχική τιμή του ποσοστού% του προβλεπόμενου FEV , ήταν σημαντική: -2,2% με μία 95% ΔΕ μεταξύ -3,6,και -0,7. Το ποσοστό των ημερών με χρήση β-αγωνιστή μειώθηκε από 38,0 σε 15,4 στην ομάδα της μοντελουκάστης, και από 38,5% σε 12,8% στην ομάδα του |uticasone. Η διαφορά των μέσων τιμών LS (με βάση τις ευθείες ελαχίστων τετραγώνων LS) μεταξύ των ομάδων ως προς το ποσοστό των ημερών με χρήση β-αγωνιστή ήταν σημαντική: 2,7% με 95% ΔΕ μεταξύ 0,9 και 4,5. Το ποσοστό των ασθενών με ένα ασθματικό επεισόδιο (ένα ασθματικό επεισόδιο ορίζεται ως η περίοδος επιδείνωσης του άσθματος, κατά την οποία απαιτείται από του στόματος χορήγηση στεροειδών, μία όχι προγραμματισμένη επίσκεψη στο γιατρό, επίσκεψη του τμήματος πρώτων βοηθειών, ή εισαγωγή στο νοσοκομείο) ήταν 32,2 στην ομάδα της μοντελουκάστης και 25,6 στην ομάδα του |uticasone. Ο λόγος των πιθανοτήτων (με 95% ΔΕ) ήταν σημαντικός και ίσος με 1,38 (μεταξύ 1,04 και 1,84). Το ποσοστό των ασθενών με συστηματική (κυρίως από το στόμα) χρήση κορτικοστεροειδών κατά την διάρκεια της μελέτης ήταν 17,8% στην ομάδα της μοντελουκάστης και 10,5% στην ομάδα του |uticasone. Η διαφορά των μέσων τιμών LS (με βάση τις ευθείες ελαχίστων τετραγώνων LS) μεταξύ των ομάδων ήταν σημαντική: 7,3% με 95% ΔΕ μεταξύ 2,9 και 11,7. Σε μία μελέτη 12 εβδομάδων, ελεγχόμενη με εικονικό φάρμακο σε παιδιατρικούς ασθενείς ηλικίας 2 έως 5 ετών, η μοντελουκάστη 4 mg εφάπαξ ημερησίως, βελτίωσε τις παραμέτρους ελέγχου του άσθματος συγκριτικά με το εικονικό φάρμακο, ανεξάρτητα από την ταυτόχρονη θεραπεία ελέγχου (εισπνεόμενα/χορηγούμενα με εκνεφωτή κορτικοστεροειδή ή εισπνεόμενο/χορηγούμενο με εκνεφωτή χρωμογλυκικό νάτριο). Το εξήντα τοις εκατό των ασθενών δεν ελάμβαναν άλλη θεραπεία ελέγχου. Η μοντελουκάστη βελτίωσε τα συμπτώματα κατά τη διάρκεια της ημέρας (συμπεριλαμβανομένου του βήχα, του συριγμού, της δυσκολίας στην αναπνοή και της περιορισμένης δραστηριότητας) και τα συμπτώματα της νύχτας σε σύγκριση με εικονικό φάρμακο. Η μοντελουκάστη επίσης μείωσε τη χορήγηση β-αγωνιστή “όταν χρειάζεται” και την θεραπεία διαφυγής κρίσεως με κορτικοστεροειδή κατά την επιδείνωση του άσθματος, συγκρινόμενο με το εικονικό φάρμακο. Oι ασθενείς που ελάμβαναν μοντελουκάστη είχαν σημαντικά περισσότερες ημέρες χωρίς άσθμα από ότι αυτοί που ελάμβαναν εικονικό φάρμακο. Η θεραπευτική δράση επιτεύχθηκε μετά την πρώτη δόση. Σε μία μελέτη 12 μηνών, ελεγχόμενη με εικονικό φάρμακο σε παιδιατρικούς ασθενείς ηλικίας 2 έως 5 ετών με ήπιο άσθμα και επεισοδιακές εξάρσεις, η μοντελουκάστη 4 mg μία φορά ημερησίως μείωσε σημαντικά (p ≤ 0,001) την ετήσια συχνότητα των επεισοδίων έξαρσης του άσθματος (ΕΕ) σε σύγκριση με το εικονικό φάρμακο (1,60 ΕΕ έναντι 2,34 ΕΕ, αντίστοιχα), ΕΕ ορίζεται ως 3 συνεχόμενες ημέρες με ημερήσια συμπτώματα για τα οποία απαιτήθηκε χρήση β-αγωνιστή ή κορτικοστεροειδή (από του στόματος ή εισπνεόμενα), ή εισαγωγή σε νοσοκομείο για το άσθμα. Η ποσοστιαία μείωση ως προς την ετήσια συχνότητα ΕΕ ήταν 31,9%, με 95% ΔΕ μεταξύ 16,9 και 44,1. Σε μία μελέτη ελεγχόμενη με εικονικό φάρμακο σε παιδιατρικούς ασθενείς ηλικίας 6 μηνών έως 5 ετών, οι οποίοι είχαν διαλείπον άσθμα αλλά δεν είχαν επιμένον άσθμα, χορηγήθηκε θεραπεία με μοντελουκάστη για διάστημα 12 μηνών, είτε ως δοσολογικό σχήμα 4 mg χορηγούμενο μία φορά ημερησίως ή ως θεραπευτικά σχήματα 12 ημερών από τα οποία το καθένα ξεκινούσε όταν άρχιζε ένα επεισόδιο με συμπτώματα διαλείποντος άσθματος. Δεν παρατηρήθηκε σημαντική διαφορά μεταξύ των ασθενών που έλαβαν μοντελουκάστη 4 mg ή εικονικό φάρμακο σχετικά με τον αριθμό των επεισοδίων άσθματος που οδηγούν σε κρίση άσθματος, που χαρακτηρίζεται ως επεισόδιο άσθματος κατά το οποίο απαιτείται περίθαλψη από ιατρικό προσωπικό, όπως μία μη προγραμματισμένη επίσκεψη στο γραφείο του γιατρού, σε χώρο πρώτων βοηθειών, ή σε νοσοκομείο, είτε θεραπεία με κορτικοστεροειδές χορηγούμενο από το στόμα, ενδοφλέβια, ή ενδομυϊκά. Η αποτελεσματικότητα της μοντελουκάστης σε παιδιατρικούς ασθενείς ηλικίας 6 μηνών έως 2 ετών υποστηρίζεται με αναγωγή (extrapolation) των δεδομένων ασφάλειας από ασθενείς με άσθμα ηλικίας 2 ετών και άνω, και βασίζεται σε παρόμοια φαρμακοκινητικά δεδομένα, καθώς και στο γεγονός ότι η πορεία της ασθένειας, η παθοφυσιολογία και η δράση του φαρμάκου είναι ουσιαστικά παρόμοια ανάμεσα σε αυτούς τους πληθυσμούς. Σημαντική μείωση του βρογχόσπασμου που προκαλείται από άσκηση (ΕΙΒ) έδειξε μία μελέτη 12 εβδομάδων σε ενήλικες (μέγιστη πτώση στη FEV 22,33% για τη μοντελουκάστη έναντι 32,40% για το εικονικό φάρμακο, χρόνος επαναφοράς εντός του 5% από τις αρχικές τιμές της FEV 44,22 min έναντι 60,64 min). Αυτή η επίδραση ήταν σταθερή σε όλη τη διάρκεια της μελέτης 12 εβδομάδων της μελέτης. Η μείωση του ΕΙΒ αποδείχτηκε επίσης σε μια μελέτη βραχείας διάρκειας σε παιδιατρικούς ασθενείς ηλικίας 6 έως 14 ετών (μέγιστη πτώση στην FEV 18,27% έναντι 26,11%, χρόνος επαναφοράς εντός 5% από τις αρχικές τιμές της FEV 17,76 min έναντι 27,98 min). Και στις δύο μελέτες η επίδραση παρουσιάσθηκε στο τέλος του διαστήματος της εφάπαξ ημερησίας δόσης. Σε ευαίσθητους στην ασπιρίνη ασθματικούς ασθενείς που ελάμβαναν ταυτόχρονα εισπνεόμενα και/ή από του στόματος κορτικοστεροειδή, η θεραπεία με μοντελουκάστη συγκρινόμενη με το εικονικό φάρμακο, είχε αποτέλεσμα τη σημαντική βελτίωση στον έλεγχο του άσθματος (FEV 8,55% έναντι -1,74% μεταβολή από το αρχικό στάδιο και μείωση στη συνολική χρήση β-αγωνιστή -27,78% έναντι 2,09% μεταβολή από το αρχικό στάδιο).
Απορρόφηση
Η μοντελουκάστη απορροφάται γρήγορα ύστερα από χορήγηση από το στόμα. Για τα επικαλυμμένα με λεπτό υμένιο δισκία των 10 mg, η μέση μέγιστη συγκέντρωση στο πλάσμα (Cmax) επιτυγχάνεται 3 ώρες (Tmax) ύστερα από τη χορήγησή τους σε ενήλικες που δεν τους έχει χορηγηθεί τροφή. Η μέση βιοδιαθεσιμότητα μετά από του στόματος χορήγηση είναι 64%. Η βιοδιαθεσιμότητα μετά από του στόματος χορήγηση και η Cmax δεν επηρεάζονται από ένα συνηθισμένο γεύμα. Η ασφάλεια και αποτελεσματικότητα αποδείχθηκαν σε κλινικές μελέτες όπου η χορήγηση επικαλυμμένων με λεπτό υμένιο δισκίων των 10 mg έγινε χωρίς να δίνεται σημασία στο χρόνο της τροφής. Για τα μασώμενα δισκία των 5 mg, η Cmax επιτυγχάνεται σε 2 ώρες μετά από τη χορήγηση τους σε ενήλικες που δεν τους έχει χορηγηθεί τροφή. Η μέση βιοδιαθεσιμότητα μετά την από του στόματος χορήγηση είναι 73% και μειώνεται στο 63% ύστερα από τη χορήγηση συνηθισμένου γεύματος. Μετά από χορήγηση του μασώμενου δισκίου των 4 mg, σε παιδιατρικούς ασθενείς ηλικίας 2 έως 5 ετών, η Cmax επιτυγχάνεται σε 2 ώρες μετά από τη χορήγηση. Η μέση Cmax είναι 66% υψηλότερη ενώ η μέση Cmin είναι μικρότερη από ότι στους ενήλικες που λαμβάνουν δισκίο των 10 mg. H φαρμακοτεχνική μορφή των κοκκίων 4 mg είναι βιοϊσοδύναμη με το μασώμενο δισκίο 4 mg όταν χορηγήθηκε σε ενήλικες ασθενείς που δεν τους έχει χορηγηθεί τροφή. Στους παιδιατρικούς ασθενείς ηλικίας 6 μηνών έως 2 ετών, η Cmax επιτυγχάνεται 2 ώρες μετά από την χορήγηση της φαρμακοτεχνικής μορφής των κοκκίων 4 mg. Η Cmax είναι σχεδόν διπλάσια από αυτήν των ενηλίκων που έλαβαν το δισκίο των 10 mg. Η συγχορήγηση των κοκκίων με κρέμα μήλου ή με γεύμα με υψηλή περιεκτικότητα σε λιπαρά δεν είχε κλινικά σημαντική επίδραση στην φαρμακοκινητική της μοντελουκάστης όπως καθορίζεται από την AUC (1.225,7 vs 1.223,1 ng.hr/ml με ή χωρίς κρέμα μήλου, αντίστοιχα, και 1.191,8 vs 1.148,5 ng.hr/ml με η χωρίς συνηθισμένο γεύμα υψηλών λιπαρών, αντίστοιχα).
Κατανομή
Η μοντελουκάστη συνδέεται σε ποσοστό μεγαλύτερο του 99% με τις πρωτεΐνες του πλάσματος. Ο όγκος κατανομής της μοντελουκάστης σε συνθήκες σταθεροποιημένης κατάστασης κυμαίνεται από 8 - 11 λίτρα. Μελέτες σε αρουραίους με ραδιοσημασμένη μοντελουκάστη έδειξαν ελάχιστη κατανομή κατά μήκος του αιματο-εγκεφαλικού φραγμού. Επιπλέον, οι συγκεντρώσεις του ραδιοσημασμένου υλικού 24 ώρες μετά τη χορήγηση της δόσης, ήταν ελάχιστες σε όλους τους υπόλοιπους ιστούς.
Βιομετασχηματισμός
Η μοντελουκάστη μεταβολίζεται εκτεταμένα. Σε μελέτες με χορήγηση θεραπευτικών δόσεων, οι συγκεντρώσεις των μεταβολιτών της μοντελουκάστης στο πλάσμα δεν ανιχνεύονται σε συνθήκες σταθεροποιημένης κατάστασης σε ενήλικες και παιδιά. To κυτόχρωμα Ρ450 2C8 είναι το κύριο ένζυμο για το μεταβολισμό της μοντελουκάστης. Επιπρόσθετα τα CYP 3Α4 και 2C9 μπορεί να έχουν μικρή συμβολή, αν και η ιτρακοναζόλη, ένας αναστολέας του CYP 3A4 έχει αποδειχθεί ότι δεν μεταβάλλει τις φαρμακοκινητικές μεταβλητές της μοντελουκάστης σε υγιή άτομα που λάμβαναν 10 mg μοντελουκάστη ημερησίως. Οι θεραπευτικές συγκεντρώσεις της μοντελουκάστης στο πλάσμα δεν αναστέλλουν τα κυτοχρώματα P450 3A4, 2C9, 1Α2, 2A6, 2C19 ή 2D6 σύμφωνα με in vitro αποτελέσματα σε μικροσώματα του ανθρώπινου ήπατος. Η συνεισφορά των μεταβολιτών στη θεραπευτική επίδραση της μοντελουκάστης είναι ελάχιστη.
Αποβολή
Η κάθαρση της μοντελουκάστης από το πλάσμα είναι κατά μέσο όρο 45 ml/min σε υγιείς ενήλικες. Μετά από του στόματος χορήγηση δόσης ραδιοσημασμένης μοντελουκάστης, 86% της ραδιενέργειας ανακτήθηκε σε συλλογές κοπράνων διάρκειας 5 ημερών και ποσοστό < 0,2% ανακτήθηκε στα ούρα. Σε συνδυασμό με εκτιμήσεις της βιοδιαθεσιμότητας της μοντελουκάστης που χορηγείται από το στόμα, φαίνεται ότι η μοντελουκάστη και οι μεταβολίτες της εκκρίνονται σχεδόν αποκλειστικά μέσω της χολής.
Χαρακτηριστικά σε ασθενείς
Δεν απαιτείται τροποποίηση της δοσολογίας για ηλικιωμένους ή σε ήπια έως μέτρια ηπατική ανεπάρκεια. Μελέτες σε ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία δεν έχουν διεξαχθεί. Επειδή η μοντελουκάστη και οι μεταβολίτες της απομακρύνονται μέσω της χοληφόρου οδού δεν αναμένεται να είναι απαραίτητη κάποια προσαρμογή στη δοσολογία σε ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία. Δεν υπάρχουν δεδομένα για τη φαρμακοκινητική της μοντελουκάστης σε ασθενείς με σοβαρή ηπατική ανεπάρκεια (βαθμολογία Child-Pugh>9). Με υψηλές δόσεις μοντελουκάστης (20 και 60 φορές τη συνιστώμενη δοσολογία ενηλίκων), παρατηρήθηκε μια μείωση στη συγκέντρωση της θεοφυλλίνης στο πλάσμα. Η επίδραση αυτή δεν έχει εμφανισθεί με τη συνιστώμενη δοσολογία των 10 mg εφάπαξ ημερησίως.