PROGESTERONE
Προγεστερόνη
Βλ. Δοσολογία.
Εμπορικά Ονόματα
Κλινική Σύνοψη
Προτεραιότητα πηγών: SPC, ΕΟΦ, DrugBank
clinical_notes
ΕΟΦ
Ενδείξεις
expand_more
Ενδείξεις
medication
SPC-ATORVASTATIN-GENERICS
Δοσολογία
expand_more
Δοσολογία
- Οδός: από του στόματος
- Χορήγηση: οποιαδήποτε ώρα της ημέρας, με ή χωρίς τη συνοδεία τροφής
- Δόση έναρξης: 10 mg μία φορά την ημέρα
- Τιτλοποίηση: Τροποποίηση της δοσολογίας ανά μεσοδιαστήματα 4 εβδομάδων ή μεγαλύτερα.
-
Γενικός πληθυσμός (Πρωτοπαθής υπερχοληστερολαιμία και συνδυασμένη (μικτή) υπερλιπιδαιμία)Δόση10 mg άπαξ ημερησίωςΜέγιστη ανταπόκριση σε 4 εβδομάδες.
-
Ετερόζυγος οικογενής υπερχοληστερολαιμίαΔόση10 mg ημερησίωςΜέγ. δόση80 mg ημερησίωςΑναπροσαρμογή κάθε 4 εβδομάδες. Δοσολογία 40 mg ημερησίως σε συνδυασμό με ρητίνη ανταλλαγής ιόντων.
-
Ομόζυγος οικογενής υπερχοληστερολαιμίαΔόση10-80 mg ημερησίωςΩς συμπλήρωμα σε άλλες υπολιπιδαιμικές θεραπείες ή όταν αυτές δεν είναι διαθέσιμες.
-
Πρόληψη καρδιαγγειακής νόσουΔόση10 mg/ημέραΥψηλότερες δόσεις μπορεί να είναι απαραίτητες.
-
Ασθενείς με νεφρική ανεπάρκειαΔεν απαιτείται τροποποίηση της δοσολογίας.
-
Ηλικιωμένοι (>70 ετών)Ίδια αποτελεσματικότητα και ασφάλεια με τον γενικό πληθυσμό στις συνιστώμενες δόσεις.
-
Παιδιατρικός πληθυσμός (4-17 ετών, σοβαρές δυσλιπιδαιμίες)Δόση10 mg ημερησίωςΜέγ. δόση80 mg ημερησίωςΕμπειρία περιορισμένη. Δόσεις >20 mg/ημέρα δεν έχουν διερευνηθεί σε <18 ετών. Δεδομένα ασφάλειας για ανάπτυξη δεν έχουν αξιολογηθεί.
block
SPC-ATORVASTATIN-GENERICS
Αντενδείξεις
expand_more
Αντενδείξεις
-
Υπερευαισθησία στη δραστική ουσία ή σε κάποιο από τα έκδοχα
-
Ενεργό ηπατική νόσο ή ανεξήγητη, επιμένουσα αύξηση των τρανσαμινασών του ορού μεγαλύτερη από το 3πλάσιο των ανώτατων φυσιολογικών ορίων
-
Μυοπάθεια
-
Κατά τη διάρκεια της κύησης, κατά τη διάρκεια της γαλουχίας και σε γυναίκες αναπαραγωγικής ηλικίας που δε χρησιμοποιούν τα κατάλληλα αντισυλληπτικά μέτρα (βλέπε Κύηση και γαλουχία)
warning
SPC-ATORVASTATIN-GENERICS
Προειδοποιήσεις
expand_more
Προειδοποιήσεις
-
Επιδράσεις από το ήπαρΣυνιστάται να εκτελούνται ηπατικές δοκιμασίες πριν από την έναρξη της θεραπείας και στη συνέχεια περιοδικά.
-
Επιδράσεις από το ήπαρΟι ασθενείς που παρουσιάζουν οποιοδήποτε σημείο ή σύμπτωμα ενδεικτικό ηπατικής βλάβης θα πρέπει να υποβάλλονται σε έλεγχο της ηπατικής λειτουργίας.
-
Επιδράσεις από το ήπαρΟι ασθενείς που εμφανίζουν αυξημένα επίπεδα τρανσαμινασών θα πρέπει να παρακολουθούνται μέχρις ότου η διαταραχή (ές) αποκατασταθούν. Αν μία αύξηση των τιμών των τρανσαμινασών, μεγαλύτερη του 3πλάσιου των ανώτερων φυσιολογικών τιμών, επιμένει, συνιστάται μείωση της δόσης ή απόσυρση της αγωγής με το Atorvastatin/Generics (βλέπε Ανεπιθύμητες ενέργειες).
-
Επιδράσεις από το ήπαρΤο Atorvastatin/Generics πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή σε ασθενείς που καταναλώνουν σημαντικές ποσότητες οινοπνεύματος και/ή έχουν ιστορικό ηπατικής νόσου.
-
Πρόληψη Αγγειακού Εγκεφαλικού Επεισοδίου μέσω Επιθετικής Μείωσης των Επιπέδων της Χοληστερόλης (Stroke Prevention by Aggressive Reduction in Cholesterol Levels, SPARCL)Η επίπτωση του αιμορραγικού αγγειακού εγκεφαλικού επεισοδίου ήταν υψηλότερη στους ασθενείς που ξεκίνησαν αγωγή με ατορβαστατίνη 80 mg σε σύγκριση με το εικονικό φάρμακο. Η αύξηση του κινδύνου ήταν ιδιαίτερα έντονη στους ασθενείς οι οποίοι είχαν στο παρελθόν εμφανίσει αιμορραγικό αγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιο ή βοθριωτό έμφρακτο κατά την εισαγωγή στη μελέτη. Για τους ασθενείς που είχαν εμφανίσει αιμορραγικό αγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιο ή βοθριωτό έμφρακτο, το ισοζύγιο μεταξύ των κινδύνων και των ωφελειών από τη χορήγηση της ατορβαστατίνης στη δόση των 80 mg δεν είναι σαφές και ο δυνητικός κίνδυνος εμφάνισης ενός αιμορραγικού αγγειακού εγκεφαλικού επεισοδίου θα πρέπει να λαμβάνεται σοβαρά υπ’ όψιν πριν να ξεκινήσει η αγωγή (βλέπε Φαρμακοδυναμικές).
-
Επίδραση στους μυςΘα πρέπει να εξετάζεται το ενδεχόμενο μυοπάθειας σε κάθε ασθενή που λαμβάνει αγωγή στατίνης και εμφανίζει αγνώστου αιτιολογίας μυϊκά συμπτώματα όπως άλγος ή ευαισθησία, μυϊκή αδυναμία ή μυϊκές κράμπες. Σε αυτές τις περιπτώσεις, θα πρέπει να προσδιορίζονται τα επίπεδα της κινάσης της κρεατίνης (CK).
-
Πριν την έναρξη της θεραπείαςΗ ατορβαστατίνη πρέπει να χορηγείται με προσοχή σε ασθενείς με προδιαθεσικούς παράγοντες για εμφάνιση ραβδομυόλυσης. Στις καταστάσεις που ακολουθούν πρέπει να προσδιορίζονται τα επίπεδα της φωσφοκινάσης της κρεατίνης (CPK) πριν την έναρξη της θεραπείας με στατίνες:
-
Πριν την έναρξη της θεραπείαςΣε αυτές τις καταστάσεις, θα πρέπει να σταθμίζεται ο δυνητικός κίνδυνος σε σχέση με το πιθανό όφελος της θεραπείας και συνιστάται κλινική παρακολούθηση. Εάν τα επίπεδα της CΡΚ είναι σημαντικά αυξημένα (> 5 φορές τα ανώτατα φυσιολογικά όρια) πριν την έναρξη της θεραπείας, η θεραπεία δεν πρέπει να ξεκινά.
-
Προσδιορισμός της φωσφοκινάσης της κρεατίνηςΗ φωσφοκινάση της κρεατίνης (CΡΚ) δεν πρέπει να προσδιορίζεται μετά από εντατική άσκηση ή παρουσία οποιασδήποτε άλλης εύλογης αιτίας αύξησης της CΡΚ, γιατί αυτό δυσκολεύει την ερμηνεία των αποτελεσμάτων. Εάν τα επίπεδα της CΡΚ, πριν την έναρξη της θεραπείας, είναι σημαντικά αυξημένα (> 5 φορές τα ανώτατα φυσιολογικά όρια), τα επίπεδα πρέπει να προσδιορίζονται εκ νέου 5 έως 7 ημέρες αργότερα για την επιβεβαίωση των αποτελεσμάτων.
-
Κατά τη διάρκεια της θεραπείαςΠρέπει να ζητείται από τους ασθενείς να αναφέρουν αμέσως μυϊκούς πόνους, κράμπες ή αδυναμία, ιδιαίτερα εάν αυτά συνοδεύονται από αίσθημα κακουχίας ή από πυρετό.
-
Κατά τη διάρκεια της θεραπείαςΕάν εμφανιστούν τέτοια συμπτώματα, ενώ ένας ασθενής βρίσκεται υπό θεραπεία με ατορβαστατίνη, πρέπει να προσδιορίζονται τα επίπεδα της CΡΚ. Εάν διαπιστωθεί ότι τα επίπεδα αυτά είναι σημαντικώς αυξημένα (> 5 x τα ανώτατα φυσιολογικά όρια), η θεραπεία θα πρέπει να σταματήσει.
-
Κατά τη διάρκεια της θεραπείαςΕάν τα μυϊκά συμπτώματα είναι σοβαρά και προκαλούν καθημερινή δυσφορία, ακόμα και αν τα επίπεδα CΡΚ είναι αυξημένα σε ≤ 5 x ανώτατα φυσιολογικά όρια, πρέπει να εξετάζεται η ανάγκη διακοπής της θεραπείας.
-
Κατά τη διάρκεια της θεραπείαςΕάν τα συμπτώματα υποχωρήσουν και τα επίπεδα της CΡΚ επανέλθουν στο φυσιολογικό, τότε μπορεί να εξεταστεί το ενδεχόμενο επαναχορήγησης της ατορβαστατίνης ή η χορήγηση μιας άλλης στατίνης στη χαμηλότερη δόση και υπό στενό έλεγχο.
-
Κατά τη διάρκεια της θεραπείαςΗ ατορβαστατίνη πρέπει να διακοπεί εάν σημειωθεί κλινικά σημαντική αύξηση στα επίπεδα της CΡΚ (υψηλότερα από 10 φορές τα ανώτατα φυσιολογικά όρια) ή εάν διαγνωσθεί ή υπάρχει υπόνοια ραβδομυόλυσης.
-
Κατά τη διάρκεια της θεραπείαςΟ κίνδυνος εμφάνισης ραβδομυόλυσης αυξάνεται όταν η ατορβαστατίνη χορηγείται ταυτόχρονα με ορισμένα φαρμακευτικά προϊόντα που μπορεί να αυξήσουν τη συγκέντρωση της ατορβαστατίνης στο πλάσμα όπως: κυκλοσπορίνη, ερυθρομυκίνη, κλαριθρομυκίνη, ιτρακοναζόλη, κετοκοναζόλη, νεφαζοδόνη, νιασίνη, γεμφιβροζίλη, άλλα παράγωγα φιβρικού οξέος ή αναστολείς της ΗΙV πρωτεάσης. Ο κίνδυνος εμφάνισης μυοπάθειας είναι επίσης πιθανό να είναι αυξημένος λόγω της ταυτόχρονης χρήσης της εζετιμίβης. Εάν αυτό είναι δυνατό, θα πρέπει να εξετάζεται το ενδεχόμενο χορήγησης εναλλακτικών (μη αλληλεπιδρώντων) θεραπειών σε αντικατάσταση αυτών των φαρμακευτικών αγωγών. Στις περιπτώσεις όπου είναι απαραίτητη η συγχορήγηση αυτών των φαρμακευτικών παραγόντων και της ατορβαστατίνης, θα πρέπει να εξετάζεται με προσοχή το όφελος και ο κίνδυνος που ενέχει η ταυτόχρονη θεραπευτική αγωγή.
-
Κατά τη διάρκεια της θεραπείαςΣε ασθενείς που λαμβάνουν φάρμακα, τα οποία αυξάνουν τη συγκέντρωση της ατορβαστατίνης στο πλάσμα, συνιστάται χαμηλότερη εναρκτήρια δόση ατορβαστατίνης. Στην περίπτωση της κυκλοσπορίνης, της κλαριθρομυκίνης και της ιτρακοναζόλης, η μέγιστη χορηγούμενη δόση της ατορβαστατίνης ενδέχεται να πρέπει να μειωθεί (βλέπε Αλληλεπιδράσεις).
-
ΈκδοχαΟι ασθενείς με σπάνια κληρονομικά προβλήματα δυσανεξίας στη γαλακτόζη, ανεπάρκειας Lapp λακτάσης ή δυσαπορρόφηση γλυκόζης-γαλακτόζης δε θα πρέπει να λαμβάνουν αυτή τη φαρμακευτική αγωγή.
-
Διάμεση πνευμονοπάθειαΈχουν αναφερθεί μεμονωμένες περιπτώσεις διάμεσης πνευμονοπάθειας με τη χρήση μερικών στατινών, ιδιαίτερα με τη μακροχρόνια θεραπεία (βλέπε Ανεπιθύμητες ενέργειες). Τα χαρακτηριστικά με τα οποία αυτή εκδηλώνεται μπορεί να περιλαμβάνουν δύσπνοια, μη παραγωγικό βήχα και επιδείνωση της γενικής κατάστασης της υγείας (κόπωση, απώλεια βάρους και πυρετός). Εάν υπάρχει υποψία πως κάποιος ασθενής έχει εμφανίσει διάμεση πνευμονοπάθεια, η θεραπεία με την στατίνη θα πρέπει να διακοπεί.
-
Διάμεση πνευμονοπάθειαΚατά τη διάρκεια της θεραπείας φουσιδικού οξέος μπορεί να ενδείκνυται η προσωρινή διακοπή της ατορβαστατίνης (βλέπε Αλληλεπιδράσεις).
swap_horiz
SPC-ATORVASTATIN-GENERICS
Αλληλεπιδράσεις
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
-
προσοχήΑυξημένος κίνδυνος μυοπάθειας, ραβδομυόλυσης με δευτεροπαθή νεφρική δυσλειτουργία. Αύξηση έκθεσης στην ατορβαστατίνη (7,7 φορές με 5,2 mg/kg/ημέρα).ΣύστασηΜέγιστη δόση ατορβαστατίνης 10 mg. Στενή κλινική παρακολούθηση.
-
παράγωγα φιβρικού οξέος (π.χ. γεμφιβροζίλη)προσοχήΑυξημένος κίνδυνος μυοπάθειας. Αύξηση έκθεσης στην ατορβαστατίνη (24% με 600 mg γεμφιβροζίλης x2/ημέρα).ΣύστασηΣτενή κλινική παρακολούθηση (βλ. 4.4).
-
μακρολιδικά αντιβιοτικά (π.χ. ερυθρομυκίνη, κλαριθρομυκίνη)προσοχήΑυξημένος κίνδυνος μυοπάθειας. Αύξηση συγκεντρώσεων ατορβαστατίνης στο πλάσμα. Αύξηση έκθεσης (33% με 80mg ατορβαστατίνης και 500mg ερυθρομυκίνης x4/ημέρα; 3,4 φορές με 10mg ατορβαστατίνης και 500mg κλαριθρομυκίνης x2/ημέρα).ΣύστασηΧαμηλότερες δόσεις συντήρησης ατορβαστατίνης. Κλινική παρακολούθηση αν δόση ατορβαστατίνης >40mg.
-
αντιμυκητιασικά της ομάδας των αζολών (π.χ. ιτρακοναζόλη)προσοχήΑυξημένος κίνδυνος μυοπάθειας. Αύξηση έκθεσης στην ατορβαστατίνη (1,5-2,3 φορές με 20-40mg ατορβαστατίνης και 200mg ιτρακοναζόλης/ημέρα).ΣύστασηΧαμηλότερες δόσεις συντήρησης ατορβαστατίνης. Κλινική παρακολούθηση αν δόση ατορβαστατίνης >40mg.
-
αναστολείς της HIV πρωτεάσηςπροσοχήΑυξημένος κίνδυνος μυοπάθειας. Αυξημένες συγκεντρώσεις ατορβαστατίνης στο πλάσμα.ΣύστασηΣτενή κλινική παρακολούθηση (βλ. 4.4).
-
νιασίνηπροσοχήΑυξημένος κίνδυνος μυοπάθειας.
-
προσοχήΑυξημένες συγκεντρώσεις ατορβαστατίνης στο πλάσμα.ΣύστασηΣτενή κλινική παρακολούθηση (βλ. 4.4).
-
υδροχλωρική διλτιαζέμηπαρακολούθησηΑύξηση έκθεσης στην ατορβαστατίνη (51% με 40mg ατορβαστατίνης και 240mg διλτιαζέμης).ΣύστασηΚλινική παρακολούθηση κατά την έναρξη ή αναπροσαρμογή της διλτιαζέμης.
-
εζετιμίβηπροσοχήΑυξημένος κίνδυνος μυοπάθειας.
-
χυμός γκρέιπφρουτπροσοχήΑύξηση AUC ατορβαστατίνης (37%) και μείωση AUC μεταβολίτη (20,4%) με 240ml. Μεγάλες ποσότητες (>1,2L/ημέρα για 5 ημέρες) αύξηση AUC ατορβαστατίνης (2,5 φορές) και δραστικών (1,3 φορές).ΣύστασηΔεν συνιστάται η ταυτόχρονη λήψη μεγάλων ποσοτήτων.
-
επαγωγείς του κυτοχρώματος P450 3Α4 (π.χ. εφαβιρένζη, ριφαμπίνη, St. John's Wort)παρακολούθησηΜείωση συγκεντρώσεων ατορβαστατίνης στο πλάσμα.ΣύστασηΣυνιστάται η ταυτόχρονη συγχορήγηση ατορβαστατίνης και ριφαμπίνης, αλλά η όψιμη χορήγηση ατορβαστατίνης μετά από ριφαμπίνη έχει συσχετισθεί με σημαντική μείωση των συγκεντρώσεων.
-
παρακολούθησηΠιθανή αύξηση έκθεσης στην ατορβαστατίνη (αναστολή CYP3A4).
-
παρακολούθησηΠιθανή αύξηση έκθεσης στην ατορβαστατίνη (αναστολή CYP3A4).
-
παρακολούθησηΑύξηση συγκεντρώσεων διγοξίνης (~20%) με 80mg ατορβαστατίνης.ΣύστασηΠαρακολούθηση ασθενών που λαμβάνουν διγοξίνη.
-
από του στόματος αντισυλληπτικά (νοραιθυνδρόνη/αιθυνυλ-οιστραδιόλη)παρακολούθησηΑύξηση συγκεντρώσεων νοραιθυνδρόνης και αιθυνυλ-οιστραδιόλης στο πλάσμα.ΣύστασηΛήψη υπόψη κατά την επιλογή δόσεων αντισυλληπτικών.
-
παρακολούθησηΑύξηση έκθεσης στην ατορβαστατίνη (18% με 80mg ατορβαστατίνης και 10mg αµλοδιπίνης).
-
αντιόξινα (Mg(OH)2/Al(OH)3)παρακολούθησηΜείωση επιπέδων ατορβαστατίνης και μεταβολιτών (~35%), χωρίς επίδραση στη μείωση της LDL-C.
-
παρακολούθησηΜικρή μείωση χρόνου προθρομβίνης τις πρώτες ημέρες, επανέρχεται στο φυσιολογικό.ΣύστασηΣτενή παρακολούθηση ασθενών που λαμβάνουν βαρφαρίνη.
-
κολεστιπόληπαρακολούθησηΜείωση συγκεντρώσεων ατορβαστατίνης και μεταβολιτών (~25%). Μεγαλύτερη μείωση λιπιδίων όταν χορηγούνται μαζί.
-
προσοχήΣοβαρά μυϊκά προβλήματα, ραβδομυόλυση.ΣύστασηΣτενή παρακολούθηση, μέτρηση CPK, πιθανή προσωρινή διακοπή ατορβαστατίνης.
sick
SPC-ATORVASTATIN-GENERICS
Ανεπιθύμητες ενέργειες
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
- Αλλεργικές αντιδράσεις
- Αναφυλαξία
- Αλωπεκία
- Υπεργλυκαιμία
- Υπογλυκαιμία
- Παγκρεατίτιδα
- Αϋπνία
- Αμνησία
- Κατάθλιψη
- Κεφαλαλγία
- Ζάλη
- Παραισθησία
- Υπαισθησία
- Περιφερική νευροπάθεια
- Αμνησία
- Δυσγευσία (διαταραχή γεύσης)
- Οπτικές διαταραχές
- Απώλεια ακοής
- Δυσκοιλιότητα
- Μετεωρισμός
- Δυσπεψία
- Ναυτία
- Διάρροια
- Ανορεξία
- Έμετος
- Ηπατίτιδα
- Χολοστατικός ίκτερος
- Ηπατική ανεπάρκεια
- Δερματικό εξάνθημα
- Κνησμός
- Κνίδωση
- Αγγειονευρωτικό οίδημα
- Πομφολιγγώδες δερματικό εξάνθημα (που περιλαμβάνει πολύμορφο ερύθημα, σύνδρομο Stevens-Johnson και τοξική επιδερμική νεκρόλυση)
- Μυαλγία
- Αρθραλγία
- Μυοπάθεια
- Μυοσίτιδα
- Ραβδομυόλυση
- Μυϊκές κράμπες
- Ρήξη τένοντος
- Ανικανότητα
- Γυναικομαστία
- Εξασθένηση
- Θωρακικό άλγος
- Οσφυαλγία
- Περιφερικό οίδημα
- Κόπωση
- Αίσθημα κακουχίας
- Αύξηση σωματικού βάρους
- Διαταραχές ύπνου που περιλαμβάνουν εφιάλτες
- Διάμεση πνευμονοπάθεια
Λεπτομέρειες κατά συχνότητα expand_more
-
Συχνές (≥1/100, <1/10)ΚεφαλαλγίαΔιαταραχές του νευρικού συστήματος
-
Συχνές (≥1/100, <1/10)ΕξασθένησηΓενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
-
Συχνές (≥1/100, <1/10)Κοιλιακό άλγοςΔιαταραχές του γαστρεντερικού συστήματος
-
Συχνές (≥1/100, <1/10)ΔυσπεψίαΔιαταραχές του γαστρεντερικού συστήματος
-
Συχνές (≥1/100, <1/10)ΝαυτίαΔιαταραχές του γαστρεντερικού συστήματος
-
Συχνές (≥1/100, <1/10)ΜετεωρισμόςΔιαταραχές του γαστρεντερικού συστήματος
-
Συχνές (≥1/100, <1/10)ΔυσκοιλιότηταΔιαταραχές του γαστρεντερικού συστήματος
-
Συχνές (≥1/100, <1/10)ΔιάρροιαΔιαταραχές του γαστρεντερικού συστήματος
-
Συχνές (≥1/100, <1/10)ΑϋπνίαΨυχιατρικές διαταραχές
-
Συχνές (≥1/100, <1/10)ΜυαλγίαΔιαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και του συνδετικού ιστού
-
0,7%Αύξηση τρανσαμινασών ορού (>3 φορές)Παρακλινικές εξετάσεις
-
0,8%Αύξηση τρανσαμινασών ορού (>3 φορές)Παρακλινικές εξετάσεις
-
2,5%Αύξηση CΡΚ (>3πλάσιο)Παρακλινικές εξετάσεις
-
0,4%Αύξηση CΡΚ (10 φορές)Παρακλινικές εξετάσεις
-
0,1%Μυϊκό άλγος, κόπωση ή αδυναμία (ταυτόχρονα με αύξηση CPK)Διαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και του συνδετικού ιστού
-
Όχι Συχνές (≥1/1000, <1/100)ΑλωπεκίαΔιαταραχές του ενδοκρινικού συστήματος
-
Όχι Συχνές (≥1/1000, <1/100)ΥπεργλυκαιμίαΔιαταραχές του ενδοκρινικού συστήματος
-
Όχι Συχνές (≥1/1000, <1/100)ΥπογλυκαιμίαΔιαταραχές του ενδοκρινικού συστήματος
-
Όχι Συχνές (≥1/1000, <1/100)ΠαγκρεατίτιδαΔιαταραχές του ενδοκρινικού συστήματος
-
Όχι Συχνές (≥1/1000, <1/100)ΑμνησίαΨυχιατρικές διαταραχές
-
Όχι Συχνές (≥1/1000, <1/100)ΖάληΔιαταραχές του νευρικού συστήματος
-
Όχι Συχνές (≥1/1000, <1/100)ΠαραισθησίαΔιαταραχές του νευρικού συστήματος
-
Όχι Συχνές (≥1/1000, <1/100)ΥπαισθησίαΔιαταραχές του νευρικού συστήματος
-
Σπάνιες (≥1/10000, <1/1000)Περιφερική νευροπάθειαΔιαταραχές του νευρικού συστήματος
-
Σπάνιες (≥1/10000, <1/1000)Δυσγευσία (διαταραχή γεύσης)Διαταραχές του νευρικού συστήματος
-
Σπάνιες (≥1/10000, <1/1000)Οπτικές διαταραχέςΟφθαλμικές διαταραχές
-
Σπάνιες (≥1/10000, <1/1000)Απώλεια ακοήςΔιαταραχές του ωτός και του λαβυρίνθου
-
Όχι Συχνές (≥1/1000, <1/100)ΑνορεξίαΔιαταραχές του γαστρεντερικού συστήματος
-
Όχι Συχνές (≥1/1000, <1/100)ΈμετοςΔιαταραχές του γαστρεντερικού συστήματος
-
Σπάνιες (≥1/10000, <1/1000)ΗπατίτιδαΔιαταραχές του ήπατος και των χοληφόρων
-
Σπάνιες (≥1/10000, <1/1000)Χολοστατικός ίκτεροςΔιαταραχές του ήπατος και των χοληφόρων
-
Πολύ Σπάνιες (<1/10000)Ηπατική ανεπάρκειαΔιαταραχές του ήπατος και των χοληφόρων
-
Όχι Συχνές (≥1/1000, <1/100)Δερματικό εξάνθημαΔιαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
-
Όχι Συχνές (≥1/1000, <1/100)ΚνησμόςΔιαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
-
Σπάνιες (≥1/10000, <1/1000)ΚνίδωσηΔιαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
-
Σπάνιες (≥1/10000, <1/1000)Αγγειονευρωτικό οίδημαΔιαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
-
Πολύ Σπάνιες (<1/10000)Πομφολιγγώδες δερματικό εξάνθημα (Stevens-Johnson, τοξική επιδερμική νεκρόλυση)Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
-
Όχι Συχνές (≥1/1000, <1/100)ΑρθραλγίαΔιαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και του συνδετικού ιστού
-
Σπάνιες (≥1/10000, <1/1000)ΜυοπάθειαΔιαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και του συνδετικού ιστού
-
Σπάνιες (≥1/10000, <1/1000)ΜυοσίτιδαΔιαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και του συνδετικού ιστού
-
Σπάνιες (≥1/10000, <1/1000)ΡαβδομυόλυσηΔιαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και του συνδετικού ιστού
-
Σπάνιες (≥1/10000, <1/1000)Μυϊκές κράμπεςΔιαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και του συνδετικού ιστού
-
Σπάνιες (≥1/10000, <1/1000)Ρήξη τένοντοςΔιαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και του συνδετικού ιστού
-
Σπάνιες (≥1/10000, <1/1000)ΑνικανότηταΔιαταραχές του αναπαραγωγικού συστήματος και του μαστού
-
Σπάνιες (≥1/10000, <1/1000)ΓυναικομαστίαΔιαταραχές του αναπαραγωγικού συστήματος και του μαστού
-
Όχι Συχνές (≥1/1000, <1/100)Θωρακικό άλγοςΓενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
-
Όχι Συχνές (≥1/1000, <1/100)ΟσφυαλγίαΓενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
-
Όχι Συχνές (≥1/1000, <1/100)Περιφερικό οίδημαΓενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
-
Όχι Συχνές (≥1/1000, <1/100)Αίσθημα κακουχίαςΓενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
-
Όχι Συχνές (≥1/1000, <1/100)Αύξηση σωματικού βάρουςΓενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
-
Μη γνωστέςΔιαταραχές ύπνου (εφιάλτες)Διαταραχές ύπνου
-
Μη γνωστέςΚατάθλιψηΨυχιατρικές διαταραχές
-
Μη γνωστέςΔιάμεση πνευμονοπάθειαΑναπνευστικό σύστημα
pregnant_woman
SPC-ATORVASTATIN-GENERICS
Κύηση / γαλουχία
Επίπεδο κινδύνου: Αντενδείκνυται
expand_more
Κύηση / γαλουχία
-
ΚύησηΑντενδείκνυται
-
ΓαλουχίαΑντενδείκνυται
-
ΓονιμότηταΆγνωστο
neurology
DrugBank
Μηχανισμός δράσης
expand_more
Μηχανισμός δράσης
monitor_heart
SPC-ATORVASTATIN-GENERICS
Φαρμακοδυναμική
expand_more
Φαρμακοδυναμική
biotech
SPC-ATORVASTATIN-GENERICS
Φαρμακοκινητική
expand_more
Φαρμακοκινητική
Απορρόφηση Η ατορβαστατίνη απορροφάται ταχέως μετά την από του στόματος χορήγηση. Οι μέγιστες συγκεντρώσεις της στο πλάσμα επιτυγχάνονται εντός 1 έως 2 ωρών. Ο βαθμός της απορρόφησης αυξάνεται ανάλογα με τη δόση της ατορβαστατίνης. Τα δισκία της…
hub
PubChem
Μεταβολισμός
expand_more
Μεταβολισμός
bloodtype
DrugBank
Απέκκριση
expand_more
Απέκκριση
Σκευάσματα & Τιμολόγηση
Μονογραφίες Πηγών
Αναλυτικό περιεχόμενο ανά πηγή για τεκμηρίωση και έλεγχο
medication
Δοσολογία
SPC-ATORVASTATIN-GENERICS
expand_more
Δοσολογία
Για από του στόματος χορήγηση. Ο ασθενής πριν από τη λήψη του Atorvastatin/Generics θα πρέπει να ακολουθήσει μια καθιερωμένη υπολιπιδαιμική δίαιτα, την οποία και θα συνεχίσει κατά τη διάρκεια της θεραπείας του με ατορβαστατίνη. Η συνήθης αρχική δόση είναι 10 mg μία φορά την ημέρα. Η δοσολογία πρέπει να εξατομικεύεται με βάση τα αρχικά επίπεδα της LDL-χοληστερόλης (LDL-C), τους στόχους της θεραπείας και την ανταπόκριση του ασθενούς. Τροποποίηση της δοσολογίας πρέπει να γίνεται ανά μεσοδιαστήματα 4 εβδομάδων ή μεγαλύτερα. Η μέγιστη δόση είναι 80 mg μία φορά την ημέρα. Κάθε ημερήσια δόση ατορβαστατίνης πρέπει να χορηγείται εφάπαξ και μπορεί να λαμβάνεται οποιαδήποτε ώρα της ημέρας, με ή χωρίς τη συνοδεία τροφής.
Πρωτοπαθής υπερχοληστερολαιμία και συνδυασμένη (μικτή) υπερλιπιδαιμία
Η πλειονότητα των ασθενών ελέγχεται με χορήγηση 10 mg Atorvastatin/Generics άπαξ ημερησίως. Θεραπευτική ανταπόκριση φαίνεται σε 2 εβδομάδες, ενώ η μέγιστη θεραπευτική ανταπόκριση συνήθως επιτυγχάνεται μέσα σε 4 εβδομάδες. Η θεραπευτική ανταπόκριση διατηρείται κατά τη μακροχρόνια θεραπευτική αγωγή.
Ετερόζυγος οικογενής υπερχοληστερολαιμία
Η θεραπεία των ασθενών πρέπει να αρχίζει με 10 mg Atorvastatin/Generics ημερησίως. Οι δόσεις πρέπει να εξατομικεύονται και να αναπροσαρμόζονται κάθε 4 εβδομάδες έως τα 40 mg ημερησίως. Στη συνέχεια, ή η δοσολογία αυξάνεται στη μέγιστη τιμή των 80 mg ημερησίως ή χορηγούνται 40 mg Atorvastatin/Generics σε συνδυασμό με μία ρητίνη ανταλλαγής ιόντων.
Ομόζυγος οικογενής υπερχοληστερολαιμία
Σε μία μελέτη παρηγορητικής χορήγησης σε 64 ασθενείς υπήρξαν διαθέσιμες πληροφορίες για 46 ασθενείς για τους οποίους είχε επιβεβαιωθεί η ύπαρξη LDL υποδοχέων. Σε αυτούς τους 46 ασθενείς, η μέση εκατοστιαία μείωση της LDL-C ήταν περίπου 21%. Η ατορβαστατίνη χορηγήθηκε σε δόσεις μέχρι 80 mg /ημέρα. Η δοσολογία της ατορβαστατίνης σε ασθενείς με ομόζυγο οικογενή υπερχοληστερολαιμία είναι 10 έως 80 mg ημερησίως. Το Atorvastatin/Generics πρέπει να χορηγείται σε αυτούς τους ασθενείς ως συμπλήρωμα σε άλλες υπολιπιδαιμικές θεραπείες (π.χ. LDL αφαίρεση) ή όταν θεραπείες όπως αυτές δεν είναι διαθέσιμες.
Πρόληψη καρδιαγγειακής νόσου
Στις μελέτες πρωτογενούς πρόληψης η δόση ήταν 10 mg/ημέρα. Υψηλότερες δόσεις μπορεί να είναι απαραίτητες ώστε να επιτευχθούν τα επίπεδα (LDL) χοληστερόλης που προβλέπονται από τις τρέχουσες κατευθυντήριες οδηγίες.
Δοσολογία σε ασθενείς με νεφρική ανεπάρκεια
Η νεφρική νόσος δεν επηρεάζει τις συγκεντρώσεις της ατορβαστατίνης στο πλάσμα ή την επίδραση του Atorvastatin/Generics στα λιπίδια. Επομένως δε χρειάζεται τροποποίηση της δοσολογίας.
Χρήση στους ηλικιωμένους
Η αποτελεσματικότητα και η ασφάλεια του φαρμάκου σε ασθενείς ηλικίας μεγαλύτερης των 70 ετών όταν χρησιμοποιούνται οι συνιστώμενες δόσεις, είναι παρόμοιες με εκείνες που παρατηρήθηκαν στο γενικό πληθυσμό.
Παιδιατρική χρήση
Η παιδιατρική χρήση πρέπει να εφαρμόζεται μόνο από τους ειδικούς. Η εμπειρία στα παιδιά είναι περιορισμένη σε ένα μικρό αριθμό ασθενών (ηλικίας 4-17 ετών) με σοβαρές δυσλιπιδαιμίες, όπως ομόζυγο οικογενή υπερχοληστερολαιμία. Σε αυτό τον πληθυσμό, η συνιστώμενη αρχική δοσολογία είναι 10 mg ατορβαστατίνης ημερησίως. Ωστόσο, σε περιορισμένο αριθμό ασθενών αυτής της κατηγορίας χορηγήθηκαν δόσεις έως 80 mg ημερησίως. Με εξαίρεση το παραπάνω, δόσεις πάνω από 20 mg/ημέρα δεν έχουν διερευνηθεί σε ασθενείς ηλικίας <18 ετών. Τα δεδομένα ασφάλειας ως προς την ανάπτυξη σε αυτό τον πληθυσμό ασθενών δεν έχουν αξιολογηθεί.
block
Αντενδείξεις
SPC-ATORVASTATIN-GENERICS
expand_more
Αντενδείξεις
Αντενδείξεις
Το Atorvastatin/Generics αντενδείκνυται σε ασθενείς:
- με υπερευαισθησία στη δραστική ουσία ή σε κάποιο από τα έκδοχα,
- με ενεργό ηπατική νόσο ή ανεξήγητη, επιμένουσα αύξηση των τρανσαμινασών του ορού μεγαλύτερη από το 3πλάσιο των ανώτατων φυσιολογικών ορίων,
- με μυοπάθεια,
- κατά τη διάρκεια της κύησης, κατά τη διάρκεια της γαλουχίας και σε γυναίκες αναπαραγωγικής ηλικίας που δε χρησιμοποιούν τα κατάλληλα αντισυλληπτικά μέτρα (βλέπε Κύηση και γαλουχία).
warning
Προειδοποιήσεις
SPC-ATORVASTATIN-GENERICS
expand_more
Προειδοποιήσεις
Ειδικές προειδοποιήσεις και προφυλάξεις κατά τη χρήση
Επιδράσεις από το ήπαρ Συνιστάται να εκτελούνται ηπατικές δοκιμασίες πριν από την έναρξη της θεραπείας και στη συνέχεια περιοδικά. Οι ασθενείς που παρουσιάζουν οποιοδήποτε σημείο ή σύμπτωμα ενδεικτικό ηπατικής βλάβης θα πρέπει να υποβάλλονται σε έλεγχο της ηπατικής λειτουργίας. Οι ασθενείς που εμφανίζουν αυξημένα επίπεδα τρανσαμινασών θα πρέπει να παρακολουθούνται μέχρις ότου η διαταραχή (ές) αποκατασταθούν. Αν μία αύξηση των τιμών των τρανσαμινασών, μεγαλύτερη του 3πλάσιου των ανώτερων φυσιολογικών τιμών, επιμένει, συνιστάται μείωση της δόσης ή απόσυρση της αγωγής με το Atorvastatin/Generics (βλέπε Ανεπιθύμητες ενέργειες). Το Atorvastatin/Generics πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή σε ασθενείς που καταναλώνουν σημαντικές ποσότητες οινοπνεύματος και/ή έχουν ιστορικό ηπατικής νόσου.
Πρόληψη Αγγειακού Εγκεφαλικού Επεισοδίου μέσω Επιθετικής Μείωσης των Επιπέδων της Χοληστερόλης (Stroke Prevention by Aggressive Reduction in Cholesterol Levels, SPARCL) Στα πλαίσια μια ανάλυσης post-hoc των υποκατηγοριών του αγγειακού εγκεφαλικού επεισοδίου, η οποία πραγματοποιήθηκε σε ασθενείς οι οποίοι δεν έπασχαν από συμφορητική καρδιοπάθεια (CHD) και είχαν εμφανίσει πρόσφατο αγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιο ή παροδικό ισχαιμικό επεισόδιο (TIA), η επίπτωση του αιμορραγικού αγγειακού εγκεφαλικού επεισοδίου ήταν υψηλότερη στους ασθενείς που ξεκίνησαν αγωγή με ατορβαστατίνη 80 mg σε σύγκριση με το εικονικό φάρμακο. Η αύξηση του κινδύνου ήταν ιδιαίτερα έντονη στους ασθενείς οι οποίοι είχαν στο παρελθόν εμφανίσει αιμορραγικό αγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιο ή βοθριωτό έμφρακτο κατά την εισαγωγή στη μελέτη. Για τους ασθενείς που είχαν εμφανίσει αιμορραγικό αγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιο ή βοθριωτό έμφρακτο, το ισοζύγιο μεταξύ των κινδύνων και των ωφελειών από τη χορήγηση της ατορβαστατίνης στη δόση των 80 mg δεν είναι σαφές και ο δυνητικός κίνδυνος εμφάνισης ενός αιμορραγικού αγγειακού εγκεφαλικού επεισοδίου θα πρέπει να λαμβάνεται σοβαρά υπ’ όψιν πριν να ξεκινήσει η αγωγή (βλέπε Φαρμακοδυναμικές).
Επίδραση στους μυς Η θεραπεία με αναστολείς της HMG-CoA αναγωγάσης (στατίνες) έχει συσχετισθεί με έναρξη μυαλγίας, μυοπάθειας και, πολύ σπάνια, ραβδομυόλυσης. Η ατορβαστατίνη, όπως άλλοι αναστολείς της HMG-CoA αναγωγάσης, μπορεί να επιδράσει στους σκελετικούς μύες και να προκαλέσει μυαλγία, μυοσίτιδα και μυοπάθεια, που μπορεί σε σπάνιες περιπτώσεις να εξελιχθούν σε ραβδομυόλυση, μία κατάσταση, που χαρακτηρίζεται από σημαντικά αυξημένα επίπεδα της φωσφοκινάσης της κρεατίνης (CPK) (>10 φορές τα ανώτατα φυσιολογικά όρια), μυοσφαιριναιμία και μυοσφαιρινουρία, που μπορεί προκαλέσουν νεφρική ανεπάρκεια και σε σπάνιες περιπτώσεις να οδηγήσουν σε θάνατο. Θα πρέπει να εξετάζεται το ενδεχόμενο μυοπάθειας σε κάθε ασθενή που λαμβάνει αγωγή στατίνης και εμφανίζει αγνώστου αιτιολογίας μυϊκά συμπτώματα όπως άλγος ή ευαισθησία, μυϊκή αδυναμία ή μυϊκές κράμπες. Σε αυτές τις περιπτώσεις, θα πρέπει να προσδιορίζονται τα επίπεδα της κινάσης της κρεατίνης (CK).
Πριν την έναρξη της θεραπείας Η ατορβαστατίνη πρέπει να χορηγείται με προσοχή σε ασθενείς με προδιαθεσικούς παράγοντες για εμφάνιση ραβδομυόλυσης. Στις καταστάσεις που ακολουθούν πρέπει να προσδιορίζονται τα επίπεδα της φωσφοκινάσης της κρεατίνης (CPK) πριν την έναρξη της θεραπείας με στατίνες:
- Νεφρική δυσλειτουργία
- Υποθυρεοειδισμός
- Ατομικό ή οικογενειακό ιστορικό κληρονομικών μυϊκών διαταραχών
- Ιστορικό μυϊκής τοξικότητας με στατίνη ή φιβράτη
- Ιστορικό ηπατικής νόσου και/ή όταν καταναλώνονται μεγάλες ποσότητες οινοπνεύματος
- Σε ηλικιωμένους (ηλικίας > 70 ετών), η αναγκαιότητα μιας τέτοιας μέτρησης πρέπει να εξετάζεται, με βάση την ύπαρξη άλλων παραγόντων που προδιαθέτουν για ραβδομυόλυση Σε αυτές τις καταστάσεις, θα πρέπει να σταθμίζεται ο δυνητικός κίνδυνος σε σχέση με το πιθανό όφελος της θεραπείας και συνιστάται κλινική παρακολούθηση. Εάν τα επίπεδα της CΡΚ είναι σημαντικά αυξημένα (> 5 φορές τα ανώτατα φυσιολογικά όρια) πριν την έναρξη της θεραπείας, η θεραπεία δεν πρέπει να ξεκινά.
Προσδιορισμός της φωσφοκινάσης της κρεατίνης Η φωσφοκινάση της κρεατίνης (CΡΚ) δεν πρέπει να προσδιορίζεται μετά από εντατική άσκηση ή παρουσία οποιασδήποτε άλλης εύλογης αιτίας αύξησης της CΡΚ, γιατί αυτό δυσκολεύει την ερμηνεία των αποτελεσμάτων. Εάν τα επίπεδα της CΡΚ, πριν την έναρξη της θεραπείας, είναι σημαντικά αυξημένα (> 5 φορές τα ανώτατα φυσιολογικά όρια), τα επίπεδα πρέπει να προσδιορίζονται εκ νέου 5 έως 7 ημέρες αργότερα για την επιβεβαίωση των αποτελεσμάτων.
Κατά τη διάρκεια της θεραπείας
- Πρέπει να ζητείται από τους ασθενείς να αναφέρουν αμέσως μυϊκούς πόνους, κράμπες ή αδυναμία, ιδιαίτερα εάν αυτά συνοδεύονται από αίσθημα κακουχίας ή από πυρετό.
- Εάν εμφανιστούν τέτοια συμπτώματα, ενώ ένας ασθενής βρίσκεται υπό θεραπεία με ατορβαστατίνη, πρέπει να προσδιορίζονται τα επίπεδα της CΡΚ. Εάν διαπιστωθεί ότι τα επίπεδα αυτά είναι σημαντικώς αυξημένα (> 5 x τα ανώτατα φυσιολογικά όρια), η θεραπεία θα πρέπει να σταματήσει.
- Εάν τα μυϊκά συμπτώματα είναι σοβαρά και προκαλούν καθημερινή δυσφορία, ακόμα και αν τα επίπεδα CΡΚ είναι αυξημένα σε ≤ 5 x ανώτατα φυσιολογικά όρια, πρέπει να εξετάζεται η ανάγκη διακοπής της θεραπείας.
- Εάν τα συμπτώματα υποχωρήσουν και τα επίπεδα της CΡΚ επανέλθουν στο φυσιολογικό, τότε μπορεί να εξεταστεί το ενδεχόμενο επαναχορήγησης της ατορβαστατίνης ή η χορήγηση μιας άλλης στατίνης στη χαμηλότερη δόση και υπό στενό έλεγχο.
- Η ατορβαστατίνη πρέπει να διακοπεί εάν σημειωθεί κλινικά σημαντική αύξηση στα επίπεδα της CΡΚ (υψηλότερα από 10 φορές τα ανώτατα φυσιολογικά όρια) ή εάν διαγνωσθεί ή υπάρχει υπόνοια ραβδομυόλυσης.
- Ο κίνδυνος εμφάνισης ραβδομυόλυσης αυξάνεται όταν η ατορβαστατίνη χορηγείται ταυτόχρονα με ορισμένα φαρμακευτικά προϊόντα που μπορεί να αυξήσουν τη συγκέντρωση της ατορβαστατίνης στο πλάσμα όπως: κυκλοσπορίνη, ερυθρομυκίνη, κλαριθρομυκίνη, ιτρακοναζόλη, κετοκοναζόλη, νεφαζοδόνη, νιασίνη, γεμφιβροζίλη, άλλα παράγωγα φιβρικού οξέος ή αναστολείς της ΗΙV πρωτεάσης. Ο κίνδυνος εμφάνισης μυοπάθειας είναι επίσης πιθανό να είναι αυξημένος λόγω της ταυτόχρονης χρήσης της εζετιμίβης. Εάν αυτό είναι δυνατό, θα πρέπει να εξετάζεται το ενδεχόμενο χορήγησης εναλλακτικών (μη αλληλεπιδρώντων) θεραπειών σε αντικατάσταση αυτών των φαρμακευτικών αγωγών. Στις περιπτώσεις όπου είναι απαραίτητη η συγχορήγηση αυτών των φαρμακευτικών παραγόντων και της ατορβαστατίνης, θα πρέπει να εξετάζεται με προσοχή το όφελος και ο κίνδυνος που ενέχει η ταυτόχρονη θεραπευτική αγωγή.
- Σε ασθενείς που λαμβάνουν φάρμακα, τα οποία αυξάνουν τη συγκέντρωση της ατορβαστατίνης στο πλάσμα, συνιστάται χαμηλότερη εναρκτήρια δόση ατορβαστατίνης. Στην περίπτωση της κυκλοσπορίνης, της κλαριθρομυκίνης και της ιτρακοναζόλης, η μέγιστη χορηγούμενη δόση της ατορβαστατίνης ενδέχεται να πρέπει να μειωθεί (βλέπε Αλληλεπιδράσεις).
Έκδοχα Οι ασθενείς με σπάνια κληρονομικά προβλήματα δυσανεξίας στη γαλακτόζη, ανεπάρκειας Lapp λακτάσης ή δυσαπορρόφηση γλυκόζης-γαλακτόζης δε θα πρέπει να λαμβάνουν αυτή τη φαρμακευτική αγωγή.
Διάμεση πνευμονοπάθεια Έχουν αναφερθεί μεμονωμένες περιπτώσεις διάμεσης πνευμονοπάθειας με τη χρήση μερικών στατινών, ιδιαίτερα με τη μακροχρόνια θεραπεία (βλέπε Ανεπιθύμητες ενέργειες). Τα χαρακτηριστικά με τα οποία αυτή εκδηλώνεται μπορεί να περιλαμβάνουν δύσπνοια, μη παραγωγικό βήχα και επιδείνωση της γενικής κατάστασης της υγείας (κόπωση, απώλεια βάρους και πυρετός). Εάν υπάρχει υποψία πως κάποιος ασθενής έχει εμφανίσει διάμεση πνευμονοπάθεια, η θεραπεία με την στατίνη θα πρέπει να διακοπεί.
Κατά τη διάρκεια της θεραπείας φουσιδικού οξέος μπορεί να ενδείκνυται η προσωρινή διακοπή της ατορβαστατίνης (βλέπε Αλληλεπιδράσεις).
swap_horiz
Αλληλεπιδράσεις
SPC-ATORVASTATIN-GENERICS
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
Ο κίνδυνος της μυοπάθειας κατά τη διάρκεια της θεραπείας με το Atorvastatin/Generics, όπως ισχύει με άλλα φάρμακα αυτής της κατηγορίας, αυξάνεται όταν αυτό χορηγείται ταυτόχρονα με κυκλοσπορίνη, παράγωγα φιβρικού οξέος, μακρολιδικά αντιβιοτικά, συμπεριλαμβανομένης της ερυθρομυκίνης, αντιμυκητιασικά της ομάδας των αζολών, αναστολείς της HIV πρωτεάσης ή νιασίνη και σε σπάνιες περιπτώσεις, η ταυτόχρονη χορήγηση οδήγησε σε ραβδομυόλυση με δευτεροπαθή νεφρική δυσλειτουργία, λόγω της μυοσφαιρινουρίας. Σε περιπτώσεις όπου κρίνεται αναγκαία η συγχορήγηση αυτών των φαρμάκων με την ατορβαστατίνη, θα πρέπει να σταθμίζονται προσεκτικά τα οφέλη σε σχέση με τους κινδύνους της ταυτόχρονης χορήγησης. Σε περίπτωση που οι ασθενείς λαμβάνουν φάρμακα τα οποία αυξάνουν τη συγκέντρωση της ατορβαστατίνης στο πλάσμα, συνιστάται η χορήγηση μιας χαμηλότερης εναρκτήριας δόσης ατορβαστατίνης. Στην περίπτωση της κυκλοσπορίνης, της κλαριθρομυκίνης και της ιτρακοναζόλης, θα πρέπει να εξετασθεί το ενδεχόμενο μείωσης της μέγιστης δόσης ατορβαστατίνης και συνιστάται στενή κλινική παρακολούθηση αυτής της κατηγορίας των ασθενών (βλέπε παράγραφο 4.4).
Αναστολείς του κυτοχρώματος Ρ450 3Α4
Η ατορβαστατίνη μεταβολίζεται από το κυτόχρωμα Ρ450 3Α4. Αλληλεπίδραση μπορεί να συμβεί όταν το Atorvastatin/Generics χορηγείται μαζί με αναστολείς του κυτοχρώματος Ρ450 3Α4 (π.χ. κυκλοσπορίνη, μακρολιδικά αντιβιοτικά, συμπεριλαμβανομένης της ερυθρομυκίνης και της κλαριθρομυκίνης, νεφαζοδόνη, αντιμυκητιασικά της ομάδας των αζολών, συμπεριλαμβανομένης της ιτρακοναζόλης και αναστολείς της ΗΙV πρωτεάσης). Η ταυτόχρονη χορήγηση μπορεί να οδηγήσει σε αυξημένες συγκεντρώσεις ατορβαστατίνης στο πλάσμα. Επομένως, πρέπει να δίδεται ιδιαίτερη προσοχή όταν η ατορβαστατίνη χρησιμοποιείται σε συνδυασμό με τέτοιους φαρμακευτικούς παράγοντες (βλέπε παράγραφο 4.4).
Αναστολείς μεταφορέων
Η ατορβαστατίνη και οι μεταβολίτες της ατορβαστατίνης είναι υποστρώματα του μεταφορέα OATP1B1. Η ταυτόχρονη χορήγηση ατορβαστατίνης στη δόση των 10 mg και κυκλοσπορίνης στη δόση των 5,2 mg/kg/ημέρα είχε ως αποτέλεσμα μια αύξηση κατά 7,7 φορές στην έκθεση στην ατορβαστατίνη. Στις περιπτώσεις όπου είναι απαραίτητη η συγχορήγηση της ατορβαστατίνης με την κυκλοσπορίνη, η δόση της ατορβαστατίνης δε θα πρέπει να υπερβαίνει τα 10 mg.
Ερυθρομυκίνη, κλαριθρομυκίνη
Η ερυθρομυκίνη και η κλαριθρομυκίνη είναι γνωστοί αναστολείς του κυτοχρώματος P450 3A4. Η συγχορήγηση ατορβαστατίνης στη δόση των 80 mg μια φορά την ημέρα και ερυθρομυκίνης (500 mg τέσσερεις φορές την ημέρα) είχε ως αποτέλεσμα μια αύξηση κατά 33% στην έκθεση στη συνολική δραστικότητα της ατορβαστατίνης. Η συγχορήγηση ατορβαστατίνης στη δόση των 10 mg μια φορά την ημέρα και κλαριθρομυκίνης (500 mg δύο φορές την ημέρα) είχε ως αποτέλεσμα μια αύξηση κατά 3,4 φορές στην έκθεση στην ατορβαστατίνη. Στις περιπτώσεις όπου είναι απαραίτητη η συγχορήγηση κλαριθρομυκίνης και ατορβαστατίνης, συνιστάται η χορήγηση χαμηλότερων δόσεων συντήρησης ατορβαστατίνης. Σε δόσεις ατορβαστατίνης που υπερβαίνουν τα 40 mg, συνιστάται η κλινική παρακολούθηση των ασθενών.
Ιτρακοναζόλη
Η ταυτόχρονη χορήγηση ατορβαστατίνης 20 έως 40 mg και ιτρακοναζόλης 200 mg ημερησίως είχε ως αποτέλεσμα την αύξηση της έκθεσης στην ατορβαστατίνη κατά 1,5 - 2,3 φορές. Στις περιπτώσεις όπου είναι απαραίτητη η συγχορήγηση της ιτρακοναζόλης με την ατορβαστατίνη, συνιστάται η χορήγηση χαμηλότερων δόσεων συντήρησης ατορβαστατίνης. Σε δόσεις ατορβαστατίνης που υπερβαίνουν τα 40 mg, συνιστάται η κλινική παρακολούθηση των ασθενών.
Αναστολείς πρωτεάσης
Η ταυτόχρονη χορήγηση ατορβαστατίνης και αναστολέων πρωτεάσης, που αποτελούν γνωστούς αναστολείς του κυτοχρώματος Ρ450 3Α4, συσχετίστηκε με αυξημένες συγκεντρώσεις ατορβαστατίνης στο πλάσμα.
Υδροχλωρική διλτιαζέμη
Η συγχορήγηση διλτιαζέμης στη δόση των 240 mg σε συνδυασμό με ατορβαστατίνη στη δόση των 40 mg είχε ως αποτέλεσμα μια αύξηση κατά 51% στην έκθεση στην ατορβαστατίνη. Έπειτα από τη έναρξη της αγωγής με τη διλτιαζέμη ή έπειτα από αναπροσαρμογή της δοσολογίας, συνιστάται η κλινική παρακολούθηση των ασθενών αυτής της κατηγορίας.
Εζετιμίβη
Η χρήση μονοθεραπείας με εζετιμίβη συσχετίζεται με μυοπάθεια. Για το λόγο αυτό, είναι πιθανό ο κίνδυνος εμφάνισης μυοπάθειας να είναι αυξημένος κατά την ταυτόχρονη χρήση εζετιμίβης και ατορβαστατίνης.
Χυμός γκρέιπφρουτ
Ο χυμός γκρέιπφρουτ περιέχει ένα ή περισσότερα συστατικά που αναστέλλουν το CYP3A4 και µπορεί να προκαλέσει αύξηση στα επίπεδα στο πλάσµα των φαρµακευτικών ουσιών που µεταβολίζονται από το CYP3A4. Η λήψη ενός ποτηριού χυµού γκρέιπφρουτ 240 ml, είχε ως αποτέλεσµα αύξηση της AUC της ατορβαστατίνης κατά 37% και µείωση της AUC του ενεργού όρθο-υδρόξυ-µεταβολίτη κατά 20,4%. Ωστόσο, μεγάλες ποσότητες χυμού γκρέιπφρουτ (περισσότερο από 1,2 L ημερησίως για 5 ημέρες) προκάλεσαν αύξηση της ΑUC της ατορβαστατίνης κατά 2,5 φορές και της ΑUC των δραστικών (ατορβαστατίνη και μεταβολίτες) αναστολέων της ΗΜG-CοΑ αναγωγάσης κατά 1,3 φορές. Κατά συνέπεια, δεν συνιστάται η ταυτόχρονη λήψη μεγάλων ποσοτήτων χυμού γκρέιπφρουτ και ατορβαστατίνης.
Επαγωγείς του κυτοχρώματος Ρ450 3Α4
Η ταυτόχρονη χορήγηση της ατορβαστατίνης με επαγωγείς του κυτοχρώματος P450 3A4 (π.χ. εφαβιρένζη, ριφαμπίνη, St. John’s Wort/υπερικό/βαλσαμόχορτο) μπορεί να οδηγήσει σε διάφορων μεγεθών μείωση των συγκεντρώσεων της ατορβαστατίνης στο πλάσμα. Λόγω του διττού μηχανισμού αλληλεπίδρασης της ριφαμπίνης (επαγωγή κυττοχρώματος P450 3A4 και αναστολή του μεταφορέα επαναπρόσληψης ηπατοκυττάρων OATΡ1B1), συνιστάται η ταυτόχρονη συγχορήγηση ατορβαστατίνης και ριφαμπίνης, καθώς η όψιμη χορήγηση της ατορβαστατίνης έπειτα από τη χορήγηση της ριφαμπίνης έχει συσχετισθεί με σημαντικού βαθμού μείωση των συγκεντρώσεων της ατροβαστατίνης στο πλάσμα.
Βεραπαμίλη και Αμιωδαρόνη
Δεν έχουν διεξαχθεί μελέτες αλληλεπίδρασης μεταξύ της ατορβαστατίνης και της βεραπαμίλης. Η βεραπαμίλη και η αμιωδαρόνη είναι γνωστό πως αναστέλλουν τη δράση του CYP3A4 και η συγχορήγηση με την ατορβαστατίνη είναι πιθανό να έχει ως αποτέλεσμα την αύξηση της έκθεσης στην ατορβαστατίνη.
Διγοξίνη
Όταν συγχορηγήθηκαν πολλαπλές δόσεις διγοξίνης με 10 mg ατορβαστατίνης, οι συγκεντρώσεις της διγοξίνης στο πλάσμα στη σταθεροποιημένη κατάσταση παρέμειναν αμετάβλητες. Ωστόσο, οι συγκεντρώσεις της διγοξίνης αυξήθηκαν περίπου κατά 20% μετά από χορήγηση διγοξίνης με 80 mg ατορβαστατίνης ημερησίως. Η αλληλεπίδραση αυτή μπορεί να αποδοθεί στην αναστολή της πρωτεΐνης μεταφοράς μεμβράνης, της γλυκοπρωτεΐνης Ρ. Οι ασθενείς που λαμβάνουν διγοξίνη πρέπει να παρακολουθούνται καταλλήλως.
Από του στόματος αντισυλληπτικά
Η συγχορήγηση ατορβαστατίνης με ένα από του στόματος χορηγούμενο αντισυλληπτικό που περιέχει νοραιθυνδρόνη και της αιθυνυλ-οιστραδιόλη προκαλεί αύξηση των συγκεντρώσεων της νοραιθυνδρόνης και της αιθυνυλ-οιστραδιόλης στο πλάσμα. Οι αυξήσεις αυτές των συγκεντρώσεων πρέπει να λαμβάνονται υπόψη κατά την επιλογή των δόσεων των από του στόματος αντισυλληπτικών.
Αµλοδιπίνη
Σε μια μελέτη φαρμακευτικής αλληλεπίδρασης που πραγματοποιήθηκε σε υγιή άτομα, η συγχορήγηση 80 mg ατορβαστατίνης µε 10 mg αµλοδιπίνης είχε ως αποτέλεσμα αύξηση στην έκθεση στην ατορβαστατίνη κατά 18%.
Γεμφιβροζίλη / Παράγωγα φιβρικού οξέος
Η χρήση μονοθεραπείας φιβρατών περιστασιακά συσχετίζεται με μυοπάθεια. Ο κίνδυνος εμφάνισης μυοπάθειας λόγω της ατορβαστατίνης, μπορεί να αυξηθεί κατά την ταυτόχρονη χρήση παραγώγων φιβρικού οξέος (βλέπε παράγραφο 4.4). Η ταυτόχρονη χορήγηση γεμφιβροζίλης στη δόση των 600 mg δύο φορές την ημέρα είχε ως αποτέλεσμα αύξηση κατά 24% στην έκθεση στην ατορβαστατίνη.
Αντιόξινα
Η συγχορήγηση ενός από του στόματος αντιόξινου εναιωρήματος, που περιέχει υδροξείδιο του μαγνησίου και του αργιλίου με ατορβαστατίνη μείωσε τα επίπεδα της ατορβαστατίνης και των δραστικών μεταβολιτών της στο πλάσμα περίπου κατά 35%. Ωστόσο, η ελάττωση της LDL-C δεν επηρεάστηκε.
Βαρφαρίνη
Κατά τη διάρκεια των πρώτων ημερών συγχορήγησης βαρφαρίνης και ατορβαστατίνης παρατηρήθηκε μικρή μείωση του χρόνου προθρομβίνης, ο οποίος επανήλθε στο φυσιολογικό εντός 15 ημερών θεραπείας με ατορβαστατίνη. Πάντως, οι ασθενείς στους οποίους χορηγείται βαρφαρίνη, χρειάζονται στενή παρακολούθηση, όταν προστεθεί ατορβαστατίνη στη θεραπεία τους.
Κολεστιπόλη
Η συγχορήγηση ατορβαστατίνης με κολεστιπόλη, συσχετίσθηκε με μείωση (περίπου κατά 25%) των συγκεντρώσεων της ατορβαστατίνης και των δραστικών μεταβολιτών της στο πλάσμα. Όταν η ατορβαστατίνη και η κολεστιπόλη συγχορηγήθηκαν, η δράση μείωσης των λιπιδίων ήταν ακόμη μεγαλύτερη απ’ ό,τι όταν κάθε φαρμακευτικό προϊόν χορηγούνταν ξεχωριστά.
Φεναζόνη
Η συγχορήγηση πολλαπλών δόσεων ατορβαστατίνης με φεναζόνη, επέδρασε ελάχιστα ή καθόλου στην κάθαρση της φεναζόνης.
Σιµετιδίνη
Σε µελέτη αλληλεπίδρασης µεταξύ ατορβαστατίνης και σιµετιδίνης που διεξάχθηκε δεν διαπιστώθηκαν αλληλεπιδράσεις.
Φουσιδικό Οξύ
Aν και δεν έχουν διεξαχθεί μελέτες αλληλεπίδρασης με ατορβαστατίνη και φουσιδικό οξύ, κατά την εμπειρία μετά από την κυκλοφορία του φαρμάκου αναφέρθηκαν διάφορα σοβαρά μυϊκά προβλήματα όπως ραβδομυόλυση με το συνδυασμό τους. Οι ασθενείς θα πρέπει να υποβάλλονται σε στενή παρακολούθηση, συμπεριλαμβανομένης της μέτρησης των επιπέδων της φωσφοκινάσης της κρεατινίνης (CPK) και ενδέχεται να ενδείκνυται προσωρινή διακοπή της θεραπείας της ατορβαστατίνης.
sick
Ανεπιθύμητες ενέργειες
SPC-ATORVASTATIN-GENERICS
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
Οι ανεπιθύμητες ενέργειες ήταν συνήθως ήπιες και παροδικές. Ποσοστό μικρότερο του 2% των ασθενών διέκοψε τη συμμετοχή του στις κλινικές μελέτες εξαιτίας ανεπιθύμητων ενεργειών που αποδόθηκαν στην ατορβαστατίνη. Οι συχνότερες (1% ή περισσότερο) ανεπιθύμητες ενέργειες που έχουν συσχετισθεί με τη θεραπεία της ατορβαστατίνης, στους ασθενείς που έλαβαν μέρος στις ελεγχόμενες κλινικές μελέτες ήταν:
Διαταραχές του νευρικού συστήματος
Κεφαλαλγία
Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
Εξασθένηση
Διαταραχές του γαστρεντερικού συστήματος
Κοιλιακό άλγος, δυσπεψία, ναυτία, μετεωρισμός, δυσκοιλιότητα, διάρροια.
Ψυχιατρικές διαταραχές
Αϋπνία
Διαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και του συνδετικού ιστού
Μυαλγία
Όπως συμβαίνει με άλλους αναστολείς της HMG-CoA αναγωγάσης, σε ασθενείς που έπαιρναν ατορβαστατίνη έχει αναφερθεί αύξηση των επιπέδων των τρανσαμινασών στον ορό. Οι μεταβολές αυτές ήταν συνήθως ήπιας έντασης, παροδικές και δε χρειάστηκε διακοπή της θεραπείας. Κλινικά σημαντική αύξηση των τρανσαμινασών του ορού (> 3 φορές τα ανώτατα φυσιολογικά όρια) παρατηρήθηκε σε ποσοστό περί το 0,7% των ασθενών που έπαιρναν ατορβαστατίνη. Η επίπτωση αυτών των διαταραχών ήταν 0,2%, 0,2%, 0,6% και 2,3% για δόσεις ίσες με 10, 20, 40 και 80mg, αντίστοιχα. Αυτή η αύξηση ήταν αναστρέψιμη σε όλους τους ασθενείς. Αυξημένα επίπεδα φωσφοκινάσης της κρεατινίνης (CΡΚ) του ορού μεγαλύτερα του 3πλάσιου των ανώτατων φυσιολογικών ορίων σημειώθηκαν σε ποσοστό 2,5% των ασθενών που λάμβαναν ατορβαστατίνη, παρόμοια με άλλους αναστολείς της HMG-CoA αναγωγάσης κατά τη διάρκεια κλινικών μελετών. Επίπεδα 10 φορές πάνω από τα ανώτατα φυσιολογικά όρια παρατηρήθηκαν σε ποσοστό 0,4% των ασθενών υπό θεραπεία με ατορβαστατίνη. Από αυτούς τους ασθενείς, ποσοστό 0,1% εμφάνισε ταυτόχρονα μυϊκό άλγος, κόπωση ή αδυναμία. Οι επιπλέον ενέργειες που αναφέρθηκαν κατά τη διάρκεια των κλινικών μελετών της ατορβαστατίνης παρατίθενται παρακάτω ανά κατηγορία οργανικού συστήματος και συχνότητας εμφάνισης. Στον πίνακα που ακολουθεί αναφέρονται οι ανεπιθύμητες ενέργεις βάσει δεδομένων που προέκυψαν από κλινικές μελέτες και από εμπιερία μετά την κυκλοφορία του φαρμάκου: Οι εκτιμώμενες συχνότητες εμφάνισης των ανεπιθύμητων ενεργειών ακολουθούν τη σύμβαση που ακολουθεί: πολύ συχνές (≥1/10), συχνές (≥1/100, <1/10), όχι συχνές (≥1/1.000, <1/100), σπάνιες (≥1/10.000, <1/1.000), πολύ σπάνιες (≤1/10.000).
Διαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος
Πολύ σπάνια
Διαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος
Αλλεργικές αντιδράσεις, αναφυλαξία
Διαταραχές του ενδοκρινικού συστήματος
Αλωπεκία, υπεργλυκαιμία, υπογλυκαιμία, παγκρεατίτιδα
Ψυχιατρικές διαταραχές
Αϋπνία, αμνησία
Διαταραχές του νευρικού συστήματος
Κεφαλαλγία, ζάλη, παραισθησία, υπαισθησία, περιφερική νευροπάθεια, αμνησία, δυσγευσία (διαταραχή γεύσης)
Οφθαλμικές διαταραχές
Οπτικές διαταραχές
Διαταραχές του ωτός και του λαβυρίνθου
Απώλεια ακοής.
Διαταραχές του γαστρεντερικού συστήματος
Δυσκοιλιότητα, μετεωρισμός, δυσπεψία, ναυτία, διάρροια, ανορεξία, έμετος
Διαταραχές του ήπατος και των χοληφόρων
Ηπατίτιδα, χολοστατικός ίκτερος, ηπατική ανεπάρκεια
Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
Δερματικό εξάνθημα, κνησμός, κνίδωση, αγγειονευρωτικό οίδημα, πομφολιγγώδες δερματικό εξάνθημα (που περιλαμβάνει πολύμορφο ερύθημα, σύνδρομο Stevens-Johnson και τοξική επιδερμική νεκρόλυση)
Διαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και του συνδετικού ιστού
Μυαλγία, αρθραλγία, μυοπάθεια, μυοσίτιδα, ραβδομυόλυση, μυϊκές κράμπες, ρήξη τένοντος
Διαταραχές του αναπαραγωγικού συστήματος και του μαστού
Ανικανότητα, γυναικομαστία.
Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
Εξασθένηση, θωρακικό άλγος, οσφυαλγία, περιφερικό οίδημα, κόπωση, αίσθημα κακουχίας, αύξηση σωματικού βάρους
Παρακλινικές εξετάσεις:
Όπως συμβαίνει με άλλους αναστολείς της HMG-CoA αναγωγάσης, σε ασθενείς που έπαιρναν ατορβαστατίνη έχει αναφερθεί αύξηση των επιπέδων των τρανσαμινασών στον ορό. Οι μεταβολές αυτές ήταν συνήθως ήπιας έντασης, παροδικές και δε χρειάστηκε διακοπή της θεραπείας. Κλινικά σημαντική αύξηση των τρανσαμινασών του ορού (περισσότερο από 3 φορές τα ανώτατα φυσιολογικά όρια) παρατηρήθηκε σε ποσοστό 0,8% των ασθενών που έπαιρναν ατορβαστατίνη. Η αύξηση αυτή ήταν δοσοεξαρτώμενη και σε όλους τους ασθενείς ήταν αναστρέψιμη. Αυξημένα επίπεδα φωσφοκινάσης της κρεατινίνης (CΡΚ) του ορού (μεγαλύτερα του 3πλάσιου των ανώτατων φυσιολογικών ορίων) παρατηρήθηκαν σε ποσοστό 2,5% των ασθενών που λάμβαναν ατορβαστατίνη, παρόμοια με άλλους αναστολείς της HMG-CoA αναγωγάσης κατά τη διάρκεια κλινικών μελετών. Επίπεδα 10 φορές πάνω από τα ανώτατα φυσιολογικά όρια σημειώθηκαν σε ποσοστό 0,4% των ασθενών υπό θεραπεία με ατορβαστατίνη (βλέπε παράγραφο 4.4). Οι ανεπιθύμητες ενέργειες που ακολουθούν έχουν αναφερθεί στην περίπτωση μερικών στατινών:
- Διαταραχές ύπνου που περιλαμβάνουν εφιάλτες
- Κατάθλιψη
- Μεμονωμένες περιπτώσεις διάμεσης πνευμονοπάθειας, ιδιαίτερα σε μακροχρόνια θεραπεία (βλέπε παράγραφο 4.4)
pregnant_woman
Κύηση / γαλουχία
SPC-ATORVASTATIN-GENERICS
expand_more
Κύηση / γαλουχία
Κύηση
Το Atorvastatin/Generics αντενδείκνυται στην κύηση και στο θηλασμό. Οι γυναίκες που βρίσκονται σε αναπαραγωγική ηλικία πρέπει να χρησιμοποιούν επαρκή μέτρα αντισύλληψης. Η ασφάλεια της ατορβαστατίνης κατά την κύηση και τη γαλουχία δεν έχει τεκμηριωθεί (βλ. Αντενδείξεις). Από μελέτες σε πειραματόζωα, φαίνεται ότι η χορήγηση αναστολέων της ΗΜG-CοΑ αναγωγάσης μπορεί να επηρεάσει την ανάπτυξη του εμβρύου. Σε αρουραίους παρατηρήθηκε καθυστέρηση της ανάπτυξης των νεογνών, ενώ μετά από έκθεση των θηλυκών ζώων σε ατορβαστατίνη, σε δόσεις μεγαλύτερες των 20 mg/kg/ημέρα (που είναι η συστηματική έκθεση στην κλινική πρακτική), η επιβίωση μετά τον τοκετό ελαττώθηκε.
Θηλασμός
Στους αρουραίους, οι συγκεντρώσεις της ατορβαστατίνης και των δραστικών μεταβολιτών της στο πλάσμα είναι παρόμοιες με αυτές που ανευρίσκονται στο γάλα. Κατά πόσον αυτό το φάρμακο ή οι μεταβολίτες του απεκκρίνονται στο μητρικό γάλα δεν είναι γνωστό (βλ. Προκλινικά δεδομένα).
Γονιμότητα
Κατά τις μελέτες που πραγματοποιήθηκαν στα ζώα, η ατορβαστατίνη δεν είχε επίδραση στη γονιμότητα των αρσενικών ή των θηλυκών σε δόσεις μέχρι 175 και 225 mg/kg/ημέρα, αντίστοιχα.
monitor_heart
Φαρμακοδυναμική
SPC-ATORVASTATIN-GENERICS
expand_more
Φαρμακοδυναμική
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: Αναστολείς της ΗΜG-CοΑ αναγωγάσης Κωδικός ATC: C10A A05
Μηχανισμός δράσης
Η ατορβαστατίνη είναι ένας εκλεκτικός, ανταγωνιστικός αναστολέας της ΗΜG-CοΑ αναγωγάσης, του ενζύμου που καθορίζει την ταχύτητα και είναι υπεύθυνο για τη μετατροπή του 3-υδροξυ-3-μεθυλ-γλουταρυλ-συνενζύμου Α σε μεβαλονικό εστέρα, ο οποίος αποτελεί πρόδρομη ουσία των στερολών, συμπεριλαμβανομένης της χοληστερόλης. Τα τριγλυκερίδια και η χοληστερόλη στο ήπαρ ενσωματώνονται σε πολύ χαμηλής πυκνότητας λιποπρωτεΐνες (VLDL) και απελευθερώνονται στο πλάσμα, ώστε να μεταφερθούν στους περιφερικούς ιστούς. Η χαμηλής πυκνότητας λιποπρωτεΐνη (LDL) σχηματίζεται από τη VLDL και καταβολίζεται κυρίως μέσω των υψηλής χημικής συγγένειας LDL υποδοχέων.
Φαρμακοδυναμικές επιδράσεις
Η ατορβαστατίνη μειώνει τη χοληστερόλη και τα επίπεδα των λιποπρωτεϊνών στο πλάμα αναστέλλοντας την ΗΜG-CοΑ αναγωγάση και τη βιοσύνθεση της χοληστερόλης στο ήπαρ και αυξάνει τον αριθμό των LDL ηπατικών υποδοχέων στην επιφάνεια των ηπατικών κυττάρων, για αυξημένη πρόσληψη και καταβολισμό της LDL. Η ατορβαστατίνη ελαττώνει την παραγωγή της LDL και τον αριθμό των σωματιδίων LDL. Η ατορβαστατίνη προκαλεί έντονη και παρατεταμένη αύξηση της δραστικότητας των LDL υποδοχέων, σε συνδυασμό με ευεργετική μεταβολή της ποιότητας των κυκλοφορούντων σωματιδίων της LDL. Η ατορβαστατίνη ελαττώνει αποτελεσματικά την LDL χοληστερόλη (LDL-C)σε μικρό αριθμό ασθενών με ομόζυγο οικογενή υπερχοληστεριναιμία, έναν πληθυσμό ασθενών που συνήθως δεν ανταποκρίνεται στα υπολιπιδαιμικά φάρμακα. Η ατορβαστατίνη αποδείχτηκε ότι ελαττώνει με δοσοεξαρτώμενο τρόπο τη συγκέντρωση της ολικής χοληστερόλης κατά 30%-46%, της LDL-C κατά 41%-61%, της απολιποπρωτεΐνης Β κατά 34%-50 % και των τριγλυκεριδίων κατά 14%-33%. Η ατορβαστατίνη προκάλεσε διάφορες μικρού βαθμού αυξήσεις της απολιποπρωτεΐνης Α1. Δεν καταδείχτηκε ωστόσο σαφής σχέση δόση-ανταπόκρισης. Η ανασκόπηση της υπάρχουσας βάσης κλινικών δεδομένων 24 μελετών που ολοκληρώθηκαν καταδεικνύουν πως η ατορβαστατίνη αυξάνει την HDL- χοληστερόλη και μειώνει τους λόγους LDL/HDL και ολική χοληστερόλη/HDL. Τα αποτελέσματα αυτά είναι ομοίως σταθερά σε ασθενείς με ετερόζυγο οικογενή υπερχοληστερολαιμία, σε μη οικογενείς μορφές υπερχοληστερολαιμίας και σε μικτή υπερλιπιδαιμία, συμπεριλαμβανομένων και των ασθενών με μη ινσουλινοεξαρτώμενο σακχαρώδη διαβήτη. Έχει αποδειχθεί ότι η ελάττωση των τιμών της ολικής χοληστερόλης, της LDL-C και της απολιποπρωτεΐνης Β μειώνει τον κίνδυνο των καρδιαγγειακών επεισοδίων και τη θνησιμότητα εξ αυτών.
Αθηροσκλήρυνση
Στη µελέτη «Reversing Atherosclerosis with Aggressive Lipid-Lowering» (REVERSAL), αξιολογήθηκε µε ενδοαγγειακό υπερηχογράφηµα (IVUS), κατά την διάρκεια αγγειογραφίας, η επίδραση αγωγής µε ατορβαστατίνη 80 mg και πραβαστατίνη 40 mg στην στεφανιαία αθηροσκλήρυνση, σε ασθενείς µε στεφανιαία νόσο. Σε αυτή την τυχαιοποιηµένη, διπλά-τυφλή, πολυκεντρική, ελεγχόµενη κλινική µελέτη, το IVUS πραγµατοποιήθηκε στην αρχική επίσκεψη και στους 18 µήνες, σε 502 ασθενείς. Στην οµάδα ασθενών που λάµβαναν ατορβαστατίνη (n=253), δεν εξελίχθηκε η αθηροσκλήρυνση. Η διάµεση επί τοις εκατό µεταβολή, από την αρχική επίσκεψη, στο συνολικό αθηρωµατικό όγκο (το πρωτεύον τελικό σηµείο της µελέτης) ήταν -0,4% (p=0,98) για την οµάδα ασθενών που λάµβαναν ατορβαστατίνη και +2,7% (p=0,001) για την οµάδα ασθενών που λάµβαναν πραβαστατίνη (n=249). Συγκρινόµενα µε την πραβαστατίνη, τα αποτελέσµατα της για την ατορβαστατίνη ήταν στατιστικώς σηµαντικά (p=0,02). Υπήρξε μέση μείωση κατά 36,4% στην τιμή της C αντιδρώσας πρωτεΐνης (CRP) στην ομάδα της ατορβαστατίνης σε σύγκριση με μείωση 5,2% στην ομάδα της πραβαστατίνης (p<0,0001). Στην οµάδα ασθενών που λάµβαναν ατορβαστατίνη, η LDL-C ελαττώθηκε έως τη µέση τιµή των 2,04 mmol/l ± 0,8 (78,9 mg/dl ± 30) από την αρχική τιµή των 3,89 mmol/l ± 0,7 (150 mg/dl ± 28) και στην οµάδα ασθενών που λάµβαναν πραβαστατίνη, η LDL-C ελαττώθηκε έως τη µέση τιµή των 2,85 mmol/l ± 0,7 (110 mg/dl ± 26) από την αρχική τιµή των 3,89 mmol/l ± 0,7 (150 mg/dl ± 26) (p<0,0001). Η ατορβαστατίνη επίσης ελάττωσε σηµαντικά τη µέση τιµή της ολικής χοληστερόλης κατά 34,1% (πραβαστατίνη: -18,4%, p<0,0001), τη µέση τιµή των επιπέδων των τριγλυκεριδίων (TG) κατά 20% (πραβαστατίνη: -6,8%, p<0,0009) και τη µέση τιµή της απολιποπρωτεΐνης Β κατά 39,1% (πραβαστατίνη: -22%, p<0,0001). Η ατορβαστατίνη αύξησε τη µέση τιµή της HDL-C κατά 2,9% (πραβαστατίνη: +5,6%, p=µη σηµαντικό). Τα αποτελέσµατα της µελέτης επιτεύχθηκαν µε την δοσολογία των 80mg. Ως εκ τούτου, δεν µπορούν να επεκταθούν σε δόσεις χαµηλότερης περιεκτικότητας. Τα προφίλ ασφαλείας και ανεκτικότητας των δύο θεραπευτικών οµάδων ήταν συγκρίσιµα.
Πρόληψη καρδιαγγειακής νόσου
Η επίδραση της ατορβαστατίνης στη θανατηφόρο και μη θανατηφόρο στεφανιαία καρδιακή νόσο, αξιολογήθηκε στην τυχαιοποιημένη, διπλά τυφλή, ελεγχόμενη με εικονικό φάρμακο μελέτη Anglo-Scandinavian Cardiac Outcomes Trial Lipid Lowering Arm (ASCOT-LLA). Οι ασθενείς ήταν υπερτασικοί, ηλικίας 40-79 ετών, χωρίς ιστορικό εμφράγματος του μυοκαρδίου ή θεραπείας για στηθάγχη και με επίπεδα ολικής χοληστερόλης (ΤC) μικρότερα ή ίσα με 6,5 mmol /L (251 mg/dl). Όλοι οι ασθενείς είχαν τουλάχιστον 3 από τους ακόλουθους προκαθορισμένους καρδιαγγειακούς παράγοντες κίνδυνου: ανδρικό φύλο, ηλικία μεγαλύτερη ή ίση με 55 έτη, κάπνισμα, διαβήτης, ιστορικό στεφανιαίας καρδιακής νόσου σε συγγενή πρώτου βαθμού, ΤC: HDL-C >6, περιφερική αγγειακή νόσος, υπερτροφία της αριστερής κοιλίας, ιστορικό αγγειακού εγκεφαλικού επεισοδίου, ειδική ηλεκτροκαρδιογραφική ανωμαλία, πρωτεϊνουρία/λευκωματινουρία. Από τους ασθενείς που συμπεριελήφθηκαν στη μελέτη, δεν είχαν όλοι εκτιμηθεί ως υψηλού κινδύνου για εμφάνιση πρώτου καρδιαγγειακού συμβάματος. Οι ασθενείς έλαβαν αντιυπερτασική αγωγή (θεραπευτικό σχήμα βασιζόμενο είτε στην αμλοδιπίνη είτε στην ατενολόλη) και ατορβαστατίνη 10 mg ημερησίως (n = 5.168) ή εικονικό φάρμακο (n = 5.137). Η επίδραση της ατορβαστατίνης ως προς τη μείωση του απόλυτου και του σχετικού κινδύνου ήταν η ακόλουθη:
| Μείωση σχετικού κινδύνου (%) | Αρ. συμβαμάτων (ατορβαστατίνη έναντι εικονικού φαρμάκου) | Μείωση απόλυτου κινδύνου (%) | Τιμή p | |
|---|---|---|---|---|
| Θανατηφόρος ΣΝ συν μη θανατηφόρο ΕΜ | 36% | 100 έναντι 154 | 1,1% | 0,0005 |
| Σύνολο καρδιαγγειακών συμβαμάτων και επεμβάσεων επαναγγείωσης | 20% | 389 έναντι 483 | 1,9% | 0,0008 |
| Σύνολο στεφανιαίων συμβαμάτων | 29% | 178 έναντι 247 | 1,4% | 0,0006 |
| Βασίζεται στη διαφορά των πρωτογενών συχνοτήτων εμφάνισης των συμβαμάτων που παρουσιάζονται σε μια διάμεση περίοδο παρακολούθησης 3,3 ετών. | ||||
| ΣΝ: Στεφανιαία Νόσος, ΕΜ: Έμφραγμα Μυοκαρδίου | ||||
| Η ολική θνησιμότητα και η θνησιμότητα καρδιαγγειακής αιτιολογίας δεν μειώθηκαν σημαντικά, (185 έναντι 212 περιστατικών, p = 0,17 και 74 έναντι 82 περιστατικών, p = 0,51). Στις αναλύσεις υπο- ομάδων ανάλογα με το φύλο (81% άνδρες, 19% γυναίκες), η ευεργετική επίδραση της ατορβαστατίνης φάνηκε για τους άντρες αλλά δεν μπόρεσε να τεκμηριωθεί για τις γυναίκες, πιθανώς λόγω της μικρής συχνότητας συμβαμάτων στην υποομάδα των γυναικών. Η ολική και η καρδιαγγειακή θνησιμότητα ήταν αριθμητικά υψηλότερες στις γυναίκες ασθενείς (38 έναντι 30 και 17 έναντι 12), αλλά αυτό δεν ήταν στατιστικά σημαντικό. Υπήρξε σημαντική αλληλεπίδραση της θεραπείας με την αρχική αντιυπερτασική αγωγή. Το πρωτεύον τελικό σημείο (θανατηφόρος στεφανιαία νόσος και μη θανατηφόρο έμφραγμα του μυοκαρδίου) μειώθηκε σημαντικά από την ατορβαστατίνη στους ασθενείς που ελάμβαναν αμλοδιπίνη (ΗR 0,47 (0,32-0,69), p = 0,00008), αλλά όχι σε αυτούς που ελάμβαναν ατενολόλη (ΗR 0,83 (0,59-1,17), p = 0,287). |
Η επίδραση της ατορβαστατίνης στη θανατηφόρο και μη θανατηφόρο καρδιαγγειακή νόσο εκτιμήθηκε επίσης σε μια τυχαιοποιημένη, διπλά τυφλή, πολυκεντρική, ελεγχόμενη με εικονικό φάρμακο μελέτη, την Συλλογική Μελέτη της Ατορβαστατίνης στο Διαβήτη (Collaborative Atorvastatin Diabetes Study -CARDS), σε ασθενείς με διαβήτη τύπου 2, ηλικίας 40-75 ετών, χωρίς προηγούμενο ιστορικό καρδιαγγειακής νόσου και με LDL χοληστερόλη κάτω από ή ίση με 4,14 mmol/L (160 mg/dl) και τριγλυκερίδια (TG) κάτω από ή ίσα με 6,78 mmol/l (600 mg/dl). Όλοι οι ασθενείς είχαν τουλάχιστον 1 από τους ακόλουθους παράγοντες κινδύνου: υπέρταση, ενεργό κάπνισμα, αμφιβληστροειδοπάθεια, μικρολευκωματινουρία ή μακρολευκωματινουρία. Οι ασθενείς ελάμβαναν, είτε ατορβαστατίνη 10 mg ημερησίως (n = 1.428), ή εικονικό φάρμακο (n= 1.410), για μια διάμεση περίοδο παρακολούθησης 3,9 ετών. Η επίδραση της ατορβαστατίνης στη μείωση του απόλυτου και σχετικού κινδύνου ήταν η ακόλουθη:
| Μείωση σχετικού κινδύνου (%) | Αρ. συμβαμάτων (ατορβαστατίνη έναντι εικονικού φαρμάκου) | Μείωση απόλυτου κινδύνου (%) | Τιμή p | |
|---|---|---|---|---|
| Μείζονα καρδιαγγειακά συμβάματα (θανατηφόρο και μη-θανατηφόρο ΟΕΜ, σιωπηλό ΕΜ, αιφνίδιος θάνατος από οξεία ΣΝ, ασταθής στηθάγχη, CΑΒG, ΡΤCΑ, επαναγγείωση, αγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιο) | 37% | 83 έναντι 127 | 3,2% | 0,0010 |
| ΕΜ (θανατηφόρο και μη-θανατηφόρο ΟΕΜ, σιωπηλό ΕΜ) | 42% | 38 έναντι 64 | 1,9% | 0,0070 |
| Αγγειακά εγκεφαλικά επεισόδια (θανατηφόρα και μη θανατηφόρα) | 48% | 21 έναντι 39 | 1,3% | 0,0163 |
| Βασίζεται στη διαφορά των πρωτογενών συχνοτήτων εμφάνισης των συμβαμάτων που παρουσιάζονται σε μια διάμεση περίοδο παρακολούθησης 3,9 ετών. | ||||
| ΟΕΜ = Οξύ έμφραγμα μυοκαρδίου, CABG = coronary artery bypass graft -Παρακαμπτήριο μόσχευμα στεφανιαίου αγγείου -, ΣΝ: Στεφανιαία Νόσος, ΕΜ: Έμφραγμα Μυοκαρδίου, ΡΤCA = percutaneous transluminal coronary angioplasty -διαδερμική διαυλική αγγειοπλαστική στεφανιαίων. | ||||
| Δεν υπήρξαν στοιχεία που να τεκμηριώνουν διαφορά στην επίδραση της θεραπείας, ανάλογα με το φύλο, την ηλικία ή τα αρχικά επίπεδα της LDL-C των ασθενών. Παρατηρήθηκε μια ευνοϊκή τάση, όσον αφορά στη συχνότητα της θνησιμότητας (82 θάνατοι στην ομάδα του εικονικού φαρμάκου συγκριτικά με 61 θανάτους στην ομάδα της ατορβαστατίνης, p = 0,0592). |
Υποτροπιάζον αγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιο
Στη μελέτη Πρόληψη Αγγειακού Εγκεφαλικού Επεισοδίου μέσω Επιθετικής Μείωσης των Επιπέδων της Χοληστερόλης (Stroke Prevention by Aggressive Reduction in Cholesterol Levels, SPARCL), η επίδραση της ατορβαστατίνης στη δόση των 80 mg ημερησίως ή του εικονικού φαρμάκου επί του αγγειακού εγκεφαλικού επεισοδίου αξιολογήθηκε σε 4731 ασθενείς οι οποίοι υπέστησαν αγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιο ή παροδικό ισχαιμικό επεισόδιο (TIA) εντός των προηγούμενων 6 μηνών και δεν είχαν ιστορικό στεφανιαίας καρδιακής νόσου (CHD). Οι ασθενείς ήταν σε ποσοστό 60% άρρενες, ηλικίας 21-92 ετών (μέση ηλικία 63 έτη) και οι τιμές της LDL χοληστερόλης (LDL-C) τους κατά την ένταξη στη μελέτη ήταν κατά μέσο όρο 133 mg/dl (3,4 mmol/l). Η μέση τιμή της LDL-C ήταν 73 mg/dl (1,9 mmol/l) κατά τη διάρκεια της θεραπείας με την ατορβαστατίνη και 129 mg/dl (3,3 mmol/l) κατά τη διάρκεια της θεραπείας με το εικονικό φάρμακο. Η διάμεση διάρκεια του χρόνου της μετέπειτα παρακολούθησης ήταν 4,9 έτη. Η ατορβαστατίνη στη δόση των 80 mg μείωσε τον κίνδυνο του πρωτεύοντος τελικού σημείου του αγγειακού εγκεφαλικού επεισοδίου με μοιραία ή με μη μοιραία κατάληξη κατά 15% (HR: 0,85, 95% CI, 0,72-1,00, p = 0,05 ή 0,84, 95% CI, 0,71-0,99, p = 0,03 έπειτα από αναπροσαρμογή για τους παράγοντες που ήταν παρόντες κατά την ένταξη στη μελέτη) σε σύγκριση με το εικονικό φάρμακο. Το ποσοστό της θνησιμότητας παντός αιτιολογίας ήταν 9,1% (216/2365) για την ομάδα που έλαβε την ατορβαστατίνη έναντι 8,9% (211/2366) για την ομάδα που έλαβε το εικονικό φάρμακο. Μια ανάλυση post-hoc, κατέδειξε πως η ατορβαστατίνη στη δόση των 80 mg μείωσε την επίπτωση του αγγειακού εγκεφαλικού επεισοδίου ισχαιμικής αιτιολογίας (218/2365, 9,2% έναντι 274/2366, 11.6%, p = 0.01) και αύξησε την επίπτωση του αιμορραγικού αγγειακού εγκεφαλικού επεισοδίου (55/2365, 2,3% έναντι 33/2366, 1,4%, p = 0,02) σε σύγκριση με το εικονικό φάρμακο.
- Ο κίνδυνος εμφάνισης αιμορραγικού αγγειακού εγκεφαλικού επεισοδίου ήταν αυξημένος στους ασθενείς που εισήλθαν στη μελέτη έχοντας εμφανίσει στο παρελθόν αιμορραγικό αγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιο (7/45 για την ατορβαστατίνη έναντι 2/48 για το εικονικό φάρμακο, HR 4,06, 95% CI, 0,84-19,57) και ο κίνδυνος αγγειακού εγκεφαλικού επεισοδίου ισχαιμικής αιτιολογίας ήταν παρόμοιος μεταξύ των δύο ομάδων (3/45 για την ατορβαστατίνη έναντι 2/48 για το εικονικό φάρμακο, HR 1,64, 95% CI, 0,27-9,82).
- Ο κίνδυνος εμφάνισης αιμορραγικού αγγειακού εγκεφαλικού επεισοδίου ήταν αυξημένος στους ασθενείς που εισήλθαν στη μελέτη έχοντας εμφανίσει στο παρελθόν βοθριωτό έμφρακτο (20/708 για την ατορβαστατίνη έναντι 4/701για το εικονικό φάρμακο, HR 4,99, 95 % CI, 1,71-14,61), αλλά και ο κίνδυνος αγγειακού εγκεφαλικού επεισοδίου ισχαιμικής αιτιολογίας ήταν μειωμένος στους ασθενείς αυτής της κατηγορίας (79/708 για την ατορβαστατίνη έναντι 102/701 για το εικονικό φάρμακο, HR 0,76/95% CI, 0,57-1,02). Ενδέχεται να σημειώνεται αύξηση του απόλυτου κινδύνου εμφάνισης αγγειακού εγκεφαλικού επεισοδίου στους ασθενείς που είχαν εμφανίσει στο παρελθόν βοθριωτό έμφρακτο καιλαβάνουν δόση ατορβασταστίνης ίση με 80 mg/ημέρα. Η θνησιμότητα παντός αιτιολογίας ήταν 15,6% (7/45) για την ομάδα που έλαβε την ατορβαστατίνη έναντι 10,4% (5/48) στην υποομάδα των ασθενών που είχαν εμφανίσει στο παρελθόν αιμορραγικό αγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιο. Η θνησιμότητα παντός αιτιολογίας ήταν 10,9% (77/708) για την ομάδα που έλαβε την ατορβαστατίνη έναντι 9,1% (64/701) για την ομάδα που έλαβε το εικονικό φάρμακο στην υποομάδα των ασθενών που είχαν εμφανίσει στο παρελθόν βοθριωτό έμφρακτο.
biotech
Φαρμακοκινητική
SPC-ATORVASTATIN-GENERICS
expand_more
Φαρμακοκινητική
Απορρόφηση
Η ατορβαστατίνη απορροφάται ταχέως μετά την από του στόματος χορήγηση. Οι μέγιστες συγκεντρώσεις της στο πλάσμα επιτυγχάνονται εντός 1 έως 2 ωρών. Ο βαθμός της απορρόφησης αυξάνεται ανάλογα με τη δόση της ατορβαστατίνης. Τα δισκία της ατορβαστατίνης έχουν βιοδιαθεσιμότητα ίση με το 95% έως 99% αυτής του πόσιμου διαλύματος. Η απόλυτη βιοδιαθεσιμότητα της ατορβαστατίνης είναι περίπου 12% και στη συστηματική κυκλοφορία η διαθεσιμότητα της ανασταλτικής δράσης της στην ΗΜG-CοΑ αναγωγάσης είναι περίπου 30%. Η χαμηλή συστηματική διαθεσιμότητα αποδίδεται στην προσυστηματική της κάθαρση στο γαστρεντερικό βλεννογόνο και/ή στον ηπατικό μεταβολισμό πρώτης διόδου.
Κατανομή
Ο μέσος όγκος κατανομής της ατορβαστατίνης είναι περίπου 381 L. Η ατορβαστατίνη συνδέεται σε ποσοστό 98% με τις πρωτεΐνες του πλάσματος.
Μεταβολισμός
Η ατορβαστατίνη μεταβολίζεται από το κυτόχρωμα Ρ450 3Α4 σε όρθο- και παρα- ϋδροξυλιωμένα παράγωγα και διάφορα προϊόντα β-οξείδωσης. Εκτός των άλλων μεταβολικών οδών, τα προϊόντα αυτά μεταβολίζονται επιπλέον μέσω γλυκουρονιδίωσης. Ιn vitro, η αναστολή της ΗΜG-CοΑ αναγωγάσης από τους όρθο- και παρα-ϋδροξυλιωμένους μεταβολίτες είναι ισοδύναμη με εκείνη της ατορβαστατίνης. Περίπου το 70% της ανασταλτικής δράσης επί της κυκλοφορούσας ΗΜG-CοΑ αναγωγάσης αποδίδεται στους ενεργούς μεταβολίτες της ατορβαστατίνης.
Απέκκριση
Η ατορβαστατίνη, μετά τον ηπατικό και/ή τον εξω-ηπατικό μεταβολισμό της, αποβάλλεται κυρίως στη χολή. Ωστόσο, το φάρμακο δεν φαίνεται να υπόκειται σε σημαντική εντεροηπατική επανακυκλοφορία. Ο μέσος χρόνος ημιζωής της απομάκρυνσης της ατορβαστατίνης από το πλάσμα στον άνθρωπο είναι περίπου 14 ώρες. Λόγω της συνεισφοράς των δραστικών μεταβολιτών, ο χρόνος ημιζωής της ανασταλτικής της δράσης επί της ΗΜG-CοΑ αναγωγάσης είναι περίπου 20 έως 30 ώρες.
Ειδικοί πληθυσμοί
Γηριατρικός
Η συγκέντρωση της ατορβαστατίνης και των δραστικών μεταβολιτών της στο πλάσμα είναι υψηλότερη σε υγιή ηλικιωμένα άτομα απ’ ότι σε νεώτερους ενήλικες, ενώ οι επιδράσεις της στα λιπίδια ήταν συγκρίσιμες με εκείνες που παρατηρήθηκαν σε πληθυσμούς νεώτερων ασθενών.
Παιδιατρικός
Δεν είναι διαθέσιμα φαρμακοκινητικά στοιχεία στον παιδιατρικό πληθυσμό.
Φύλο
Οι συγκεντρώσεις της ατορβαστατίνης και των δραστικών μεταβολιτών της στις γυναίκες διαφέρουν (περίπου 20% υψηλότερη Cmax και περίπου 10% χαμηλότερη ΑUC) από εκείνες των ανδρών. Οι διαφορές αυτές δεν είχαν κλινική σημασία, και δεν είχαν ως αποτέλεσμα κλινικά σημαντικές διαφορές στην επίδραση του φαρμάκου στα λιπίδια μεταξύ ανδρών και γυναικών.
Νεφρική Ανεπάρκεια
Η νεφρική νόσος δεν επηρεάζει τις συγκεντρώσεις του πλάσματος ή την αντιλιπιδαιμική δράση της ατορβαστατίνης και των δραστικών μεταβολιτών της.
Ηπατική Ανεπάρκεια
Σε ασθενείς με χρόνια αλκοολική ηπατική νόσο (στάδιο Β Childs-Pugh), οι συγκεντρώσεις της ατορβαστατίνης και των δραστικών μεταβολιτών της στο πλάσμα αυξάνονται σημαντικά (περίπου 16 φορές η Cmax και περίπου 11 φορές η ΑUC).
ΕΟΦ · 6.5.2.4
Προγεσταγόνα ή προγεστερινοειδή
expand_more
Προγεσταγόνα ή προγεστερινοειδή
DrugBank
Description
expand_more
Description
DrugBank
Indication
expand_more
Indication
DrugBank
Pharmacology
expand_more
Pharmacology
DrugBank
Mechanism of action
expand_more
Mechanism of action
DrugBank
Absorption
expand_more
Absorption
DrugBank
Half life
expand_more
Half life
DrugBank
Protein binding
expand_more
Protein binding
DrugBank
Route of elimination
expand_more
Route of elimination
DrugBank
Clearance
expand_more
Clearance
science
PubChem
Φαρμακοδυναμική
expand_more
Φαρμακοδυναμική
Φαρμακοδυναμικές Επιδράσεις
Η προγεστερόνη, ανάλογα με τη συγκέντρωση, τη φαρμακοτεχνική μορφή και τον χρόνο έκθεσης, μπορεί να έχει διάφορες φαρμακοδυναμικές επιδράσεις. Αυτές οι δράσεις, σύμφωνα με διάφορα σκευάσματα, παρατίθενται παρακάτω:
Γενικές Επιδράσεις
Η προγεστερόνη είναι η κύρια ορμόνη του ωχρού σωματίου και του πλακούντα. Δρα στη μήτρα αλλάζοντας την προοιστική φάση σε εκκριτική φάση του ενδομητρίου (εσωτερική βλεννογόνου επένδυση της μήτρας).
Αυτή η ορμόνη, διεγερμένη από μια ορμόνη που ονομάζεται ωχρινοποιητική ορμόνη (LH), είναι η κύρια ορμόνη κατά τη διάρκεια της εκκριτικής φάσης για την προετοιμασία του ωχρού σωματίου και του ενδομητρίου για την εμφύτευση ενός γονιμοποιημένου ωαρίου. Καθώς η ωχρική φάση ολοκληρώνεται, η προγεστερόνη ασκεί αρνητική ανάδραση στην πρόσθια υπόφυση στον εγκέφαλο για να μειώσει τα επίπεδα FSH (ορμόνη διέγερσης θυλακίων) και LH (ωχρινοποιητική ορμόνη). Αυτό αποτρέπει την ωορρηξία και την ωρίμανση των ωοκυττάρων (ανώριμα ωάρια).
Το ενδομήτριο στη συνέχεια προετοιμάζεται για την εγκυμοσύνη αυξάνοντας την αγγείωσή του (αιμοφόρα αγγεία) και διεγείροντας την έκκριση βλέννας. Αυτή η διαδικασία συμβαίνει με την προγεστερόνη να διεγείρει το ενδομήτριο να μειώσει τον πολλαπλασιασμό του, οδηγώντας σε μειωμένο πάχος της ενδομητρικής επένδυσης, αναπτύσσοντας πιο σύνθετους μήτρες αδένες, συλλέγοντας ενέργεια με τη μορφή γλυκογόνου και παρέχοντας μεγαλύτερη επιφάνεια αιμοφόρων αγγείων της μήτρας κατάλληλη για την υποστήριξη ενός αναπτυσσόμενου εμβρύου.
Σε αντίθεση με τις αλλαγές του τραχηλικού βλέννας που παρατηρούνται κατά τη διάρκεια της προοιστικής φάσης και της ωορρηξίας, η προγεστερόνη μειώνει και πυκνώνει το τραχηλικό βλέννα, καθιστώντας το λιγότερο ελαστικό. Αυτή η αλλαγή συμβαίνει επειδή η περίοδος γονιμοποίησης έχει περάσει και μια συγκεκριμένη συνοχή βλέννας που επιτρέπει την είσοδο του σπέρματος δεν απαιτείται πλέον.
Ζελατινοποιημένες Κάψουλες
Οι κάψουλες προγεστερόνης είναι μια από του στόματος φαρμακοτεχνική μορφή μικροποιημένης προγεστερόνης, η οποία είναι χημικά ταυτόσημη με την προγεστερόνη ωοθηκικής προέλευσης. Οι κάψουλες προγεστερόνης έχουν όλες τις ιδιότητες της ενδογενούς προγεστερόνης με επαγωγή ενός ενδομητρίου εκκριτικής φάσης με γεσταγενική, αντι-οιστρογονική, ελαφρώς αντι-ανδρογονική και αντι-αλδοστερονική δράση. Η προγεστερόνη αντιτίθεται στις επιδράσεις των οιστρογόνων στη μήτρα και είναι ευεργετική σε γυναίκες με έκθεση σε μη ανταγωνιστικά οιστρογόνα, η οποία ενέχει αυξημένο κίνδυνο κακοήθειας.
Κολπικό Τζελ και Κολπικό Υπόθετο
Το σκεύασμα τζελ μιμείται τις επιδράσεις της φυσικά απαντώμενης προγεστερόνης. Παρουσία επαρκών επιπέδων οιστρογόνων, η προγεστερόνη μετατρέπει ένα προοιστικό ενδομήτριο σε εκκριτικό ενδομήτριο. Αυτό σημαίνει ότι το ενδομήτριο αλλάζει από στάδιο ανάπτυξης και πάχυνσης σε επακόλουθο στάδιο προετοιμασίας για εγκυμοσύνη, το οποίο περιλαμβάνει περαιτέρω προπαρασκευαστικές αλλαγές. Η προγεστερόνη είναι απαραίτητη για την ανάπτυξη του αποφυσιακού ιστού (ειδικός ιστός που μπορεί να υποστηρίξει μια πιθανή εγκυμοσύνη). Η προγεστερόνη απαιτείται για την αύξηση της ενδομητρικής δεκτικότητας για την εμφύτευση ενός γονιμοποιημένου εμβρύου. Μόλις εμφυτευθεί ένα έμβρυο, η προγεστερόνη βοηθά στη διατήρηση της εγκυμοσύνης.
Ένεση (ενδομυϊκή)
Η ενδομυϊκά χορηγούμενη προγεστερόνη αυξάνει την προγεστερόνη του ορού και βοηθά στην πρόληψη της υπερβολικής ανάπτυξης του ενδομητρικού ιστού λόγω μη ανταγωνιστικών οιστρογόνων (που οδηγεί σε ανώμαλη αιμορραγία της μήτρας και μερικές φορές καρκίνο της μήτρας).
Σε απουσία ή έλλειψη προγεστερόνης, το ενδομήτριο πολλαπλασιάζεται συνεχώς, υπερβαίνοντας τελικά την περιορισμένη παροχή αίματός του, αποπίπτοντας ατελώς και οδηγώντας σε ανώμαλη ή/και άφθονη αιμορραγία, καθώς και κακοήθεια.
Δισκία, Αντισυλληπτικά
Τα αντισυλληπτικά δισκία μόνο προγεστερόνης αποτρέπουν τη σύλληψη καταστέλλοντας την ωορρηξία περίπου στο μισό των χρηστών, προκαλώντας πύκνωση του τραχηλικού βλέννας για την αναστολή της κίνησης του σπέρματος, μειώνοντας τις κορυφές των ορμονών LH και FSH στο μέσο του κύκλου, επιβραδύνοντας την κίνηση του ωαρίου μέσω των σαλπίγγων και προκαλώντας εκκριτικές αλλαγές στο ενδομήτριο όπως περιγράφεται παραπάνω.
neurology
PubChem
Μηχανισμός δράσης
expand_more
Μηχανισμός δράσης
Η προγεστερόνη δεσμεύεται και ενεργοποιεί τον πυρηνικό της υποδοχέα, PR, ο οποίος παίζει σημαντικό ρόλο στη σηματοδότηση των ερεθισμάτων που διατηρούν το ενδομήτριο κατά την προετοιμασία του για την εγκυμοσύνη.
Ο υποδοχέας προγεστερόνης (PR) ανήκει στην οικογένεια των πυρηνικών/στεροειδών ορμονικών υποδοχέων (SHR) της μεταγραφής που εξαρτάται από τον σύνδεσμο, ο οποίος εκφράζεται κυρίως στον γυναικείο αναπαραγωγικό ιστό, καθώς και στο κεντρικό νευρικό σύστημα. Ως αποτέλεσμα της δέσμευσης της σχετιζόμενης στεροειδούς ορμόνης του, της προγεστερόνης, ο υποδοχέας προγεστερόνης (PR) ρυθμίζει την έκφραση γονιδίων που ελέγχουν την ανάπτυξη, τη διαφοροποίηση και τον πολλαπλασιασμό των ιστών-στόχων. Στους ανθρώπους, ο PR βρίσκεται σε υψηλή έκφραση στα στρωματικά κύτταρα (συνδετικός ιστός) κατά τη διάρκεια της εκκριτικής φάσης και κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης.
Η προγεστερόνη μπορεί να αποτρέψει την εγκυμοσύνη αλλάζοντας τη σύσταση του τραχηλικού βλέννας ώστε να είναι δυσμενής για τη διείσδυση του σπέρματος και αναστέλλοντας την ωοθυλακιοτρόπο ορμόνη (FSH), η οποία κανονικά προκαλεί ωορρηξία.
Με τέλεια χρήση, το ποσοστό αποτυχίας πρώτου έτους για τα αντισυλληπτικά δισκία μόνο προγεστίνης είναι περίπου 0,5%. Το τυπικό ποσοστό αποτυχίας, ωστόσο, εκτιμάται σε περίπου 5%, λόγω καθυστερημένων ή παραλειπόμενων δισκίων.
Η προγεστερόνη είναι μια προγεσταγονική ορμόνη που εκκρίνεται κυρίως από το ωχρό σωμάτιο της ωοθήκης κατά το δεύτερο μισό του εμμηνορρυσιακού κύκλου. Η προγεστερόνη σχηματίζεται από στεροειδή πρόδρομα στην ωοθήκη, στους όρχεις, στον φλοιό των επινεφριδίων και στον πλακούντα. Η ωχρινοποιητική ορμόνη (LH) διεγείρει τη σύνθεση και την έκκριση προγεστερόνης από το ωχρό σωμάτιο. Η προγεστερόνη είναι απαραίτητη για την εμφύτευση (σύλληψη) του ωαρίου και για τη διατήρηση της εγκυμοσύνης. Παρόλο που η ορμόνη εκκρίνεται κυρίως κατά τη διάρκεια της ωχρικής φάσης του εμμηνορρυσιακού κύκλου, μικρές ποσότητες προγεστερόνης εκκρίνονται επίσης κατά τη θυλακική φάση. Υψηλές συγκεντρώσεις της ορμόνης εκκρίνονται κατά το τελευταίο μέρος της εγκυμοσύνης. Ποσότητες συγκρίσιμες με αυτές που εκκρίνονται σε γυναίκες κατά τη θυλακική φάση έχουν αποδειχθεί ότι εκκρίνονται σε άνδρες.
Η προγεστερόνη μοιράζεται τις φαρμακολογικές δράσεις των προγεστίνων. Σε γυναίκες με επαρκή ενδογενή οιστρογόνα, η προγεστερόνη μετατρέπει ένα προοιστικό ενδομήτριο σε εκκριτικό. Η απότομη μείωση της έκκρισης προγεστερόνης στο τέλος του εμμηνορρυσιακού κύκλου είναι κυρίως υπεύθυνη για την έναρξη της εμμήνου ρύσεως. Η προγεστερόνη διεγείρει επίσης την ανάπτυξη του μαζικού κυψελιδωτού ιστού και χαλαρώνει τον λείο μυ της μήτρας. Η προγεστερόνη έχει ελάχιστη οιστρογονική και ανδρογονική δράση.
Η προγεστερόνη που απελευθερώνεται κατά τη διάρκεια της ωχρικής φάσης του κύκλου μειώνει τον πολλαπλασιασμό του ενδομητρίου που προκαλείται από οιστρογόνα και οδηγεί στην ανάπτυξη ενός εκκριτικού ενδομητρίου…
Η απότομη μείωση της απελευθέρωσης προγεστερόνης από το ωχρό σωμάτιο στο τέλος του κύκλου είναι ο κύριος καθοριστικός παράγοντας για την έναρξη της εμμήνου ρύσεως. Εάν η διάρκεια της ωχρικής φάσης παραταθεί τεχνητά, είτε με διατήρηση της ωχρικής λειτουργίας είτε με θεραπεία με προγεστερόνη, μπορούν να επάγονται αποφυσιακές αλλαγές στο στρώμα του ενδομητρίου παρόμοιες με αυτές που παρατηρούνται στην πρώιμη εγκυμοσύνη. Υπό κανονικές συνθήκες, τα οιστρογόνα προηγούνται και συνοδεύουν την προγεστερόνη στην δράση τους επί του ενδομητρίου και είναι απαραίτητα για την ανάπτυξη του φυσιολογικού εμμηνορρυσιακού προτύπου.
Η προγεστερόνη επίσης αυξάνει την αναπνευστική απόκριση των αναπνευστικών κέντρων στο διοξείδιο του άνθρακα και οδηγεί σε μειωμένο αρτηριακό και κυψελιδικό PC02 κατά τη διάρκεια της ωχρικής φάσης του εμμηνορρυσιακού κύκλου και κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης. Η προγεστερόνη μπορεί επίσης να έχει κατασταλτικές και υπνωτικές δράσεις στο ΚΝΣ, οι οποίες μπορεί να εξηγούν αναφορές υπνηλίας μετά τη χορήγηση ορμόνης.
Για περισσότερα Δεδομένα Μηχανισμού Δράσης (Ολοκληρωμένα) για την ΠΡΟΓΕΣΤΕΡΟΝΗ (12 σύνολο), παρακαλώ επισκεφθείτε τη σελίδα εγγραφής HSDB.
biotech
PubChem
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
expand_more
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
Απορρόφηση, Κατανομή & Απέκκριση
Κάψουλες από του στόματος μικροποιημένης προγεστερόνης
Μετά από χορήγηση από του στόματος προγεστερόνης σε μικροποιημένη μορφή μαλακών καψουλών, η μέγιστη συγκέντρωση ορού επιτεύχθηκε εντός των πρώτων 3 ωρών. Η απόλυτη βιοδιαθεσιμότητα της μικροποιημένης προγεστερόνης είναι άγνωστη αυτή τη στιγμή.
Σε μετεμμηνοπαυσιακές γυναίκες, η συγκέντρωση προγεστερόνης στον ορό αυξήθηκε αναλογικά με τη δόση και γραμμικά μετά από πολλαπλές δόσεις καψουλών προγεστερόνης, κυμαινόμενες από 100 mg/ημέρα έως 300 mg/ημέρα.
Ενδομυϊκή χορήγηση
Μετά από ενδομυϊκή (IM) χορήγηση 10 mg προγεστερόνης σε λάδι, οι μέγιστες συγκεντρώσεις στο πλάσμα επιτεύχθηκαν περίπου 8 ώρες μετά την ένεση και οι συγκεντρώσεις στο πλάσμα παρέμειναν πάνω από τη βασική γραμμή για περίπου 24 ώρες μετά την ένεση. Ενέσεις 10, 25 και 50 mg οδήγησαν σε γεωμετρικές μέσες τιμές μέγιστης συγκέντρωσης στο πλάσμα (CMAX) 7, 28 και 50 ng/mL, αντίστοιχα.
Η προγεστερόνη που χορηγείται ενδομυϊκά (IM) αποφεύγει σημαντικό μεταβολισμό πρώτης διόδου στο ήπαρ. Ως αποτέλεσμα, οι συγκεντρώσεις προγεστερόνης στον ενδομητρικό ιστό που επιτυγχάνονται με ενδομυϊκή χορήγηση είναι υψηλότερες σε σύγκριση με τη χορήγηση από του στόματος. Παρόλα αυτά, οι υψηλότερες συγκεντρώσεις προγεστερόνης στον ενδομητρικό ιστό επιτυγχάνονται με κολπική χορήγηση.
Σημείωση για την απορρόφηση δισκίων αντισυλληπτικών
Τα επίπεδα προγεστίνης στον ορό κορυφώνονται περίπου 2 ώρες μετά τη χορήγηση από του στόματος αντισυλληπτικών δισκίων μόνο προγεστερόνης, ακολουθούμενα από ταχεία κατανομή και αποβολή. Μετά από 24 ώρες από τη χορήγηση του φαρμάκου, τα επίπεδα στον ορό παραμένουν κοντά στη βασική γραμμή, καθιστώντας την αποτελεσματικότητα εξαρτώμενη από την αυστηρή τήρηση του χρονοδιαγράμματος δοσολογίας. Παρατηρούνται μεγάλες διακυμάνσεις στα επίπεδα προγεστερόνης στον ορό μεταξύ των ατόμων. Η χορήγηση μόνο προγεστίνης οδηγεί σε χαμηλότερα σταθερά επίπεδα προγεστίνης στον ορό και μικρότερο χρόνο ημίσειας ζωής αποβολής σε σύγκριση με τη ταυτόχρονη χορήγηση με οιστρογόνα.
Οι μεταβολίτες της προγεστερόνης απεκκρίνονται κυρίως μέσω των νεφρών. Η νεφρική απέκκριση παρατηρείται στο 95% των ασθενών με τη μορφή γλυκουρονιδωμένων μεταβολιτών, κυρίως 3α,5β-πρεγνανδιόλης (πρεγνανδιόλη). Τα γλυκουρονίδια και θειικά συζεύγματα της πρεγνανδιόλης και της πρεγνανολόνης απεκκρίνονται στα ούρα και τη χολή.
Οι μεταβολίτες της προγεστερόνης, που απεκκρίνονται στη χολή, μπορεί να υποβληθούν σε εντεροηπατική ανακύκλωση ή να βρεθούν απεκκρινόμενοι στα κόπρανα.
Όταν χορηγείται κολπικά, η προγεστερόνη απορροφάται καλά από τον ενδομητρικό ιστό της μήτρας, και ένα μικρό ποσοστό κατανέμεται στη συστηματική κυκλοφορία. Η ποσότητα προγεστερόνης στη συστηματική κυκλοφορία φαίνεται να είναι ελάχιστης σημασίας, ειδικά όταν τα αποτελέσματα εμφύτευσης, εγκυμοσύνης και ζωντανής γέννησης φαίνονται παρόμοια για την ενδομυϊκή και την κολπική χορήγηση προγεστερόνης.
Εμφανής Κάθαρση
1367 ± 348 (50mg προγεστερόνης χορηγούμενης με κολπικό υπόθετο μία φορά την ημέρα).
106 ± 15 L/h (ένεση 50 mg/mL IM μία φορά την ημέρα).
Οι Κάψουλες PROMETRIUM είναι μια από του στόματος φαρμακοτεχνική μορφή μικροποιημένης προγεστερόνης, η οποία είναι χημικά ταυτόσημη με την προγεστερόνη ωοθηκικής προέλευσης. Η από του στόματος βιοδιαθεσιμότητα της προγεστερόνης αυξάνεται μέσω της μικροποίησης.
Μετά από χορήγηση από του στόματος προγεστερόνης ως μικροποιημένης μορφής μαλακών καψουλών, οι μέγιστες συγκεντρώσεις ορού επιτεύχθηκαν εντός 3 ωρών. Η απόλυτη βιοδιαθεσιμότητα της μικροποιημένης προγεστερόνης δεν είναι γνωστή.
Οι συγκεντρώσεις προγεστερόνης στον ορό φάνηκαν γραμμικές και ανάλογες με τη δόση μετά από χορήγηση πολλαπλών δόσεων Κάψουλων PROMETRIUM 100 mg στο εύρος δόσης 100 mg/ημέρα έως 300 mg/ημέρα σε μετεμμηνοπαυσιακές γυναίκες.
Παρόλο που δόσεις μεγαλύτερες από 300 mg/ημέρα δεν μελετήθηκαν σε γυναίκες, οι συγκεντρώσεις ορού από μια μελέτη σε άνδρες εθελοντές φάνηκαν γραμμικές και ανάλογες με τη δόση μεταξύ 100 mg/ημέρα και 400 mg/ημέρα. Οι φαρμακοκινητικές παράμετροι σε άνδρες εθελοντές ήταν γενικά σύμφωνες με αυτές που παρατηρήθηκαν σε μετεμμηνοπαυσιακές γυναίκες.
Για περισσότερα Δεδομένα Απορρόφησης, Κατανομής και Απέκκρισης (Ολοκληρωμένα) για την ΠΡΟΓΕΣΤΕΡΟΝΗ (12 σύνολο), παρακαλώ επισκεφθείτε τη σελίδα εγγραφής HSDB.
water_drop
PubChem
Δέσμευση πρωτεϊνών
expand_more
Δέσμευση πρωτεϊνών
hub
PubChem
Μεταβολισμός
expand_more
Μεταβολισμός
Η προγεστερόνη μεταβολίζεται κυρίως στο ήπαρ. Μετά από χορήγηση από του στόματος, οι κύριοι μεταβολίτες στο πλάσμα που ανιχνεύονται είναι η 20α-υδροξυ-Δ4α-πρεγνενολόνη και η 5α-διυδροπρογεστερόνη. Ορισμένοι μεταβολίτες της προγεστερόνης ανιχνεύονται στη χολή και αυτοί οι μεταβολίτες μπορεί να αποσυζευχθούν και στη συνέχεια να μεταβολιστούν στο έντερο μέσω αναγωγής, αφυδροξυλίωσης και επομερείωσης. Οι κύριοι μεταβολίτες στο πλάσμα και τα ούρα είναι συγκρίσιμοι με αυτούς που ανιχνεύονται κατά τη φυσιολογική έκκριση προγεστερόνης του ωχρού σωματίου.
Η προγεστερόνη υφίσταται τόσο χολική όσο και νεφρική απέκκριση. Μετά από ένεση σημασμένης προγεστερόνης, το 50-60% της απέκκρισης των μεταβολιτών προγεστερόνης συμβαίνει μέσω του νεφρού· περίπου το 10% συμβαίνει μέσω της χολής και των κοπράνων, η δεύτερη κύρια οδός απέκκρισης.
Η προγεστερόνη μεταβολίζεται κυρίως στο ήπαρ σε μεγάλο βαθμό σε πρεγνανδιόλες και πρεγνανολόνες. Οι πρεγνανδιόλες και οι πρεγνανολόνες συζεύγονται στο ήπαρ σε γλυκουρονιδικά και θειικά συζεύγματα. Οι μεταβολίτες προγεστερόνης που απεκκρίνονται στη χολή μπορεί να αποσυζευχθούν και να μεταβολιστούν περαιτέρω στο έντερο μέσω αναγωγής, αφυδροξυλίωσης και επομερείωσης.
Ο κύριος μεταβολίτης στα ούρα της προγεστερόνης από του στόματος είναι το 5β-πρεγνάν-3α,20α-διόλ γλυκουρονίδιο, το οποίο υπάρχει στο πλάσμα μόνο σε συζευγμένη μορφή. Οι μεταβολίτες του πλάσματος περιλαμβάνουν επίσης την 5β-πρεγνάν-3α-όλη-20-όνη (5β-πρεγνανολόνη) και την 5α-πρεγνάν-3α-όλη-20-όνη (5β-πρεγνανολόνη).
Η ορμόνη ανάγεται σε πρεγνανδιόλη στο ήπαρ και συζεύγνυται με γλυκουρονικό οξύ, και στη συνέχεια απεκκρίνεται κυρίως στα ούρα.
Για περισσότερα Δεδομένα Μεταβολισμού/Μεταβολιτών (Ολοκληρωμένα) για την ΠΡΟΓΕΣΤΕΡΟΝΗ (9 σύνολο), παρακαλώ επισκεφθείτε τη σελίδα εγγραφής HSDB.
Η προγεστερόνη έχει γνωστούς ανθρώπινους μεταβολίτες που περιλαμβάνουν 2β-υδροξυ-προγεστερόνη, 16β-υδροξυ-προγεστερόνη, 17α-υδροξυ-προγεστερόνη, 6β-υδροξυ-προγεστερόνη και 21-υδροξυ-προγεστερόνη.
Η προγεστερόνη μεταβολίζεται κυρίως στο ήπαρ σε μεγάλο βαθμό σε πρεγνανδιόλες και πρεγνανολόνες. Οδός Απέκκρισης: Τα γλυκουρονιδικά και θειικά συζεύγματα της πρεγνανδιόλης και της πρεγνανολόνης απεκκρίνονται στα ούρα και τη χολή. Οι μεταβολίτες προγεστερόνης που απεκκρίνονται στη χολή μπορεί να υποβληθούν σε εντεροηπατική ανακύκλωση ή να απεκκριθούν στα κόπρανα. Οι μεταβολίτες προγεστερόνης απεκκρίνονται κυρίως από τους νεφρούς. Χρόνος Ημίσειας Ζωής: 34.8-55.13 ώρες
hourglass
PubChem
Ημίσεια ζωή
expand_more
Ημίσεια ζωή
Ο χρόνος απορρόφησης ημίσειας ζωής είναι περίπου 25-50 ώρες και ο χρόνος ημίσειας ζωής αποβολής είναι 5-20 λεπτά (προγεστερόνη γέλη).
Η προγεστερόνη, χορηγούμενη από του στόματος, έχει μικρό χρόνο ημίσειας ζωής στον ορό (περίπου 5 λεπτά). Μεταβολίζεται ταχέως σε 17-υδροξυπρογεστερόνη κατά την πρώτη της δίοδο μέσω του ήπατος.
Λόγω των ιδιοτήτων παρατεταμένης απελευθέρωσης του Prochieve, η απορρόφηση της προγεστερόνης παρατείνεται με χρόνο απορρόφησης ημίσειας ζωής περίπου 25-50 ώρες και χρόνο ημίσειας ζωής αποβολής 5-20 λεπτά. Επομένως, η φαρμακοκινητική του Prochieve καθορίζεται από την απορρόφηση και όχι από την αποβολή.
Ο χρόνος ημίσειας ζωής αποβολής της προγεστερόνης είναι περίπου 5 λεπτά…
Η προγεστερόνη έχει μικρό χρόνο ημίσειας ζωής στο πλάσμα, της τάξης των λίγων λεπτών.
category
PubChem
MeSH classification
expand_more
MeSH classification
Φάρμακα που διακόπτουν τη μετάδοση στην νευρομυϊκή σύναψη του σκελετικού μυός χωρίς να προκαλούν αποπόλωση της κινητικής τελικής πλάκας. Αποτρέπουν την ακετυλοχολίνη από το να προκαλέσει μυϊκή σύσπαση και χρησιμοποιούνται ως μυοχαλαρωτικά κατά τη διάρκεια ηλεκτροσόκ, σε σπαστικές καταστάσεις και ως βοηθήματα αναισθησίας.
Ενώσεις που αλληλεπιδρούν με τους ΥΠΟΔΟΧΕΙΣ ΠΡΟΓΕΣΤΕΡΟΝΗΣ σε ιστούς-στόχους για να επιφέρουν δράσεις παρόμοιες με αυτές της ΠΡΟΓΕΣΤΕΡΟΝΗΣ. Οι κύριες δράσεις των προγεστίνων, συμπεριλαμβανομένων των φυσικών και συνθετικών στεροειδών, αφορούν τη ΜΗΤΡΑ και τον ΜΑΣΤΟ για την προετοιμασία και τη διατήρηση της ΕΓΚΥΜΟΣΥΝΗΣ.
Ενδογενείς ενώσεις ή φάρμακα που επηρεάζουν τη νευρωνική διεγερσιμότητα μέσω διαμόρφωσης συγκεκριμένων ιοντοτροπικών υποδοχέων (π.χ., ΥΠΟΔΟΧΕΙΣ GABA-A). Οι ενδογενείς νευροστεροειδείς είναι στεροειδείς ορμόνες που συντίθενται de novo από νευρώνες και γλοιακά κύτταρα από στεροειδή μεταβολικά πρόδρομα (π.χ., ΠΡΕΓΝΕΝΟΛΟΝΗ).
fact_check
PubChem
FDA classification
expand_more
FDA classification
4G7DS2Q64Y
ΠΡΟΓΕΣΤΕΡΟΝΗ
Χημική Δομή [CS] - Προγεστερόνη
Καθιερωμένη Φαρμακολογική Κατηγορία [EPC] - Προγεστερόνη
Η προγεστερόνη είναι μια Προγεστερόνη.
ΠΡΟΓΕΣΤΕΡΟΝΗ
Προγεστερόνη [CS]; Προγεστερόνη [EPC]
ΚΡΕΜΑ ΠΡΟΓΕΣΤΕΡΟΝΗΣ P75
Προγεστερόνη [CS]; Προγεστερόνη [EPC]
Ημίσεια ζωή
Δέσμευση πρωτεϊνών
Απέκκριση
Scientific Profile
Φάρμακα που διακόπτουν τη μετάδοση στην νευρομυϊκή σύναψη του σκελετικού μυός χωρίς να προκαλούν αποπόλωση της κινητικής τελικής πλάκας. Αποτρέπουν την ακετυλοχολίνη από το να προκαλέσει μυϊκή σύσπαση και χρησιμοποιούνται ως μυοχαλαρωτικά κατά τη διάρκεια ηλεκτροσόκ, σε σπαστικές καταστάσεις και ως βοηθήματα αναισθησίας.
Ενώσεις που αλληλεπιδρούν με τους ΥΠΟΔΟΧΕΙΣ ΠΡΟΓΕΣΤΕΡΟΝΗΣ σε ιστούς-στόχους για να επιφέρουν δράσεις παρόμοιες με αυτές της ΠΡΟΓΕΣΤΕΡΟΝΗΣ. Οι κύριες δράσεις των προγεστίνων, συμπεριλαμβανομένων των φυσικών και συνθετικών στεροειδών, αφορούν τη ΜΗΤΡΑ και τον ΜΑΣΤΟ για την προετοιμασία και τη διατήρηση της ΕΓΚΥΜΟΣΥΝΗΣ.
Ενδογενείς ενώσεις ή φάρμακα που επηρεάζουν τη νευρωνική διεγερσιμότητα μέσω διαμόρφωσης συγκεκριμένων ιοντοτροπικών υποδοχέων (π.χ., ΥΠΟΔΟΧΕΙΣ GABA-A). Οι ενδογενείς νευροστεροειδείς είναι στεροειδείς ορμόνες που συντίθενται de novo από νευρώνες και γλοιακά κύτταρα από στεροειδή μεταβολικά πρόδρομα (π.χ., ΠΡΕΓΝΕΝΟΛΟΝΗ).