SALMETEROL + BUDESONIDE(σαλμετερολ ανδ μπουδεσονιδε)
Ημίσεια ζωή
Ο χρόνος στον οποίο η συγκέντρωση του φαρμάκου στο πλάσμα πέφτει στο μισό. Από αυτόν προκύπτει κάθε πότε δίνεται: το μεσοδιάστημα των δόσεων ακολουθεί χονδρικά την ημιζωή, οπότε μικρή ημιζωή σημαίνει πολλές δόσεις την ημέρα και μεγάλη ημιζωή μία δόση ημερησίως ή αραιότερα. Σταθερά επίπεδα στο αίμα επιτυγχάνονται μετά από 4-5 ημιζωές. Ο κανόνας είναι ενδεικτικός — οι μορφές παρατεταμένης αποδέσμευσης και η εγκεκριμένη δοσολογία της ΠΧΠ υπερισχύουν.
Κατά την πηγή: Βουδεσονίδη: 4 ώρες. Σαλμετερόλη: 4,7 ώρες.
Καθαρίζει (~5×t½)
Φαρμακοκινητική εκτίμηση, όχι κλινικός κανόνας. Μετά από 5 ημιζωές έχει αποβληθεί πάνω από το 95% της ουσίας από το πλάσμα. Ο αριθμός προκύπτει αυτόματα από τη μεγαλύτερη ημιζωή που αναφέρει η πηγή — συχνά την τελική φάση αποβολής ή την κατανομή στους ιστούς — γι' αυτό μπορεί να δείχνει εβδομάδες ή μήνες. ΔΕΝ είναι το διάστημα διακοπής πριν από επέμβαση ή πριν από φάρμακο που αλληλεπιδρά: αυτό καθορίζεται από τη φαρμακοδυναμική (η ασπιρίνη δρα στα αιμοπετάλια αφού φύγει από το πλάσμα), τους ενεργούς μεταβολίτες, τις μορφές depot, τη νεφρική και ηπατική λειτουργία, τον κίνδυνο της επέμβασης και τον λόγο της αγωγής. Ακολουθήστε την ΠΧΠ και το πρωτόκολλο της επέμβασης.
Σκευάσματα και τιμές
Ενδείξεις κατά έγγραφο
Ατομικές ενδείξεις όπως δηλώνονται στα πιστοποιημένα κείμενα των SPC, με τεκμηρίωση
- Φόρτωση…
Πληροφορίες Συνταγογράφησης
Επιμελημένα δεδομένα από το SPC
clinical_notes
Ενδείξεις
ΠΧΠ (SPC) §4.1
expand_more
Ενδείξεις
-
Τακτική θεραπεία του άσθματος
σε: Ενήλικες
Σε ασθενείς που δεν ελέγχονται επαρκώς με εισπνεόμενα κορτικοστεροειδή και β2-αγωνιστές βραχείας δράσης «κατ’ επίκληση»
- J45 Άσθμα
-
Τακτική θεραπεία του άσθματος
σε: Ενήλικες
Σε ασθενείς που ελέγχονται ήδη επαρκώς τόσο με εισπνεόμενα κορτικοστεροειδή όσο και με β2-αγωνιστές μακράς δράσης
- J45 Άσθμα
medication
Δοσολογία
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Δοσολογία
- Οδός: εισπνοή
- Χορήγηση: δύο φορές ημερησίως
- Δόση έναρξης: μία εισπνοή Salmeterol And Budesonide 120 μg/20 μg δύο φορές ημερησίως
- Τιτλοποίηση: Η δόση θα πρέπει να τιτλοποιείται στη χαμηλότερη δυνατή δόση για αποτελεσματικό έλεγχο των συμπτωμάτων. Μόλις επιτευχθεί έλεγχος του άσθματος, να επανεξετάζεται η θεραπεία για σταδιακή μετάβαση σε εισπνεόμενο κορτικοστεροειδές ως μονοθεραπεία. Ο τακτικός επανέλεγχος είναι σημαντικός κατά τη σταδιακή μείωση. Εάν απαιτείται περαιτέρω τιτλοποίηση προς τα κάτω, πρέπει να συνταγογραφείται εναλλακτικό φαρμακευτικό προϊόν.
-
Ενήλικες (≥ 18 ετών)Δόσημία εισπνοή Salmeterol And Budesonide 120 μg/20 μg δύο φορές ημερησίως ή μία εισπνοή Salmeterol And Budesonide 240 μg/20 μg δύο φορές ημερησίωςΝα έχουν πάντοτε διαθέσιμο ξεχωριστό βρογχοδιασταλτικό ταχείας δράσης για χρήση σε θεραπεία διάσωσης. Για μέτριο επίμονο άσθμα, αρχική δόση 120 μg/20 μg δύο φορές ημερησίως. Η περιεκτικότητα Salmeterol And Budesonide 120 μg/20 μg δεν είναι κατάλληλη για ενήλικες με σοβαρό άσθμα.
-
Ηλικιωμένοι ασθενείς (≥ 65 ετών)Δεν υπάρχει ανάγκη προσαρμογής της δόσης. Πρέπει να δίδεται προσοχή, καθώς υπάρχουν περιορισμένες πληροφορίες.
-
Ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργίαΔεν υπάρχουν διαθέσιμα δεδομένα.
-
Ασθενείς με ηπατική δυσλειτουργίαΔεν υπάρχουν διαθέσιμα δεδομένα. Μπορεί να αναμένεται αυξημένη έκθεση σε ασθενείς με σοβαρή κίρρωση του ήπατος.
-
Ασθενείς με λοιμώξεις του αναπνευστικού συστήματοςΗ ανάγκη λήψης, καθώς και η δόση των εισπνεόμενων κορτικοστεροειδών θα πρέπει να επανεκτιμάται σε ασθενείς με ενεργή ή λανθάνουσα πνευμονική φυματίωση, μυκητιασική ή ιογενή λοίμωξη των αεραγωγών.
-
Παιδιατρικός πληθυσμός (< 18 ετών)Η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα δεν έχουν τεκμηριωθεί. Δεν υπάρχουν δεδομένα.
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
warning
Προειδοποιήσεις & Προφυλάξεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Προειδοποιήσεις & Προφυλάξεις
-
Αρχική διαχείριση άσθματοςΔεν προορίζεται για την αρχική διαχείριση του άσθματος μέχρι να τεκμηριωθεί η ανάγκη για κατά προσέγγιση δοσολογία κορτικοστεροειδών.
-
Έξαρση άσθματοςΠληθυσμόςΑσθενείς με έξαρση ή σημαντική/οξεία επιδείνωση του άσθματοςΔεν θα πρέπει να ξεκινούν το Salmeterol And Budesonide.
-
Μείωση δόσηςΜετά τον έλεγχο των συμπτωμάτων, μπορεί να εξεταστεί σταδιακή μείωση της δόσης. Να χρησιμοποιείται η χαμηλότερη αποτελεσματική δόση.
-
Μη ελεγχόμενα συμπτώματα άσθματοςΝα αναζητηθεί ιατρική συμβουλή εάν τα συμπτώματα παραμένουν μη ελεγχόμενα ή επιδεινωθούν μετά την έναρξη της θεραπείας.
-
Οξεία συμπτώματα άσθματοςΔεν θα πρέπει να χρησιμοποιείται για την αντιμετώπιση οξέων συμπτωμάτων άσθματος. Οι ασθενείς πρέπει να έχουν διαθέσιμο φάρμακο ταχείας δράσης.
-
Απότομη διακοπή θεραπείαςΔεν θα πρέπει να διακόπτεται απότομα λόγω κινδύνου έξαρσης. Η τιτλοποίηση προς τα κάτω να γίνεται υπό ιατρική επίβλεψη.
-
Παράδοξος βρογχόσπασμοςΕάν συμβεί, το Salmeterol And Budesonide να διακόπτεται αμέσως, ο ασθενής να αξιολογείται και να ξεκινά εναλλακτική θεραπεία.
-
Επιδείνωση ελέγχου άσθματοςΑυξανόμενη χρήση βρογχοδιασταλτικού βραχείας δράσης υποδεικνύει επιδείνωση και οι ασθενείς πρέπει να εξετάζονται από γιατρό. Εάν η θεραπεία είναι αναποτελεσματική ή υπερβαίνουν τη δόση, να αναζητηθεί ιατρική φροντίδα.
-
Οξεία επιδείνωση άσθματοςΑπαιτεί επείγουσα ιατρική εκτίμηση. Να εξεταστεί ανάγκη αύξησης κορτικοστεροειδών ή προσθήκης συστηματικών αντιφλεγμονωδών/αντιβιοτικών.
-
Στοματοφαρυγγική καντιντίασηΓια ελαχιστοποίηση κινδύνου, ο ασθενής να ξεπλένει το στόμα του με νερό μετά από κάθε δόση.
-
Συστηματικές επιδράσεις εισπνεόμενων κορτικοστεροειδώνΠληθυσμόςΑσθενείς σε υψηλές δόσεις για παρατεταμένες περιόδουςΝα τιτλοποιείται η δόση στη χαμηλότερη αποτελεσματική για έλεγχο του άσθματος. Πιθανές επιδράσεις: σύνδρομο Cushing, καταστολή επινεφριδίων, καθυστέρηση ανάπτυξης (παιδιά/έφηβοι), μείωση οστικής πυκνότητας, καταρράκτης, γλαύκωμα, ψυχολογικές/συμπεριφορικές επιδράσεις.
-
Οστική πυκνότηταΠληθυσμόςΑσθενείς σε υψηλές δόσεις για παρατεταμένες περιόδους με παράγοντες κινδύνου για οστεοπόρωσηΝα εξετάζονται οι δυνητικές επιδράσεις στην οστική πυκνότητα.
-
Μειωμένη λειτουργία επινεφριδίωνΠληθυσμόςΑσθενείς με υποψία μειωμένης λειτουργίας επινεφριδίων από προηγούμενη συστηματική θεραπεία με στεροειδήΧρειάζεται προσοχή κατά τη μετάβαση σε Salmeterol And Budesonide. Κατά τη μετάβαση από του στόματος στεροειδών, μπορεί να εμφανιστούν αλλεργικά/αρθρικά συμπτώματα – να ξεκινά ειδική θεραπεία.
-
Γλυκοκορτικοστεροειδική ανεπάρκειαΝα υποψιαστείτε ανεπάρκεια εάν εμφανιστούν συμπτώματα όπως κόπωση, κεφαλαλγία, ναυτία, έμετος. Μπορεί να χρειαστεί προσωρινή αύξηση της δόσης από του στόματος γλυκοκορτικοστεροειδών.
-
Κίνδυνος επινεφριδιακής ανεπάρκειαςΠληθυσμόςΑσθενείς που μεταβαίνουν από του στόματος στεροειδήΜπορεί να διατρέχουν κίνδυνο ανεπάρκειας των επινεφριδίων για σημαντικό χρονικό διάστημα.
-
Οξεία επινεφριδιακή κρίσηΚαταστάσεις όπως τραύμα, χειρουργική επέμβαση, λοίμωξη, ταχεία μείωση δοσολογίας μπορούν να την προκαλέσουν. Να εξεταστεί πρόσθετη κάλυψη με συστηματικά κορτικοστεροειδή κατά τη διάρκεια στρες ή προγραμματισμένης χειρουργικής επέμβασης.
-
Αρρυθμίες (σαλμετερόλη)Σπάνια, η σαλμετερόλη μπορεί να προκαλέσει υπερκοιλιακή ταχυκαρδία, έκτακτες συστολές και κολπική μαρμαρυγή.
-
Σοβαρές καρδιαγγειακές/ενδοκρινικές διαταραχέςπροσοχήΠληθυσμόςΑσθενείς με θυρεοτοξίκωση, φαιοχρωμοκύτωμα, σακχαρώδη διαβήτη, μη αντιμετωπισμένη υποκαλιαιμία, υπερτροφική αποφρακτική καρδιομυοπάθεια, ιδιοπαθή υποβαλβιδική στένωση της αορτής, σοβαρή υπέρταση, ανεύρυσμα ή άλλες σοβαρές καρδιαγγειακές διαταραχές (ισχαιμική καρδιοπάθεια, αρρυθμίες, σοβαρή καρδιακή ανεπάρκεια)Το Salmeterol And Budesonide να χορηγείται με προσοχή.
-
Παράταση διαστήματος QTcΠληθυσμόςΑσθενείς με παράταση του διαστήματος QTcΧρειάζεται προσοχή. Η σαλμετερόλη μπορεί να επάγει την παράταση του διαστήματος QTc.
-
Αυξημένος κίνδυνος σε ΑφροαμερικανούςΠληθυσμόςΑφροαμερικανοί ή αφροκαραϊβικής καταγωγής ασθενείςΝα συνεχίζουν τη θεραπεία, αλλά να αναζητήσουν ιατρική συμβουλή εάν τα συμπτώματα του άσθματος παραμένουν μη ελεγχόμενα ή επιδεινωθούν κατά τη χρήση του Salmeterol And Budesonide (βάσει μελέτης SMART).
-
Αυξήσεις γλυκόζης αίματοςΠληθυσμόςΑσθενείς με ιστορικό σακχαρώδους διαβήτηΝα λαμβάνεται υπόψη κατά τη συνταγογράφηση.
-
Οπτική διαταραχήΕάν ο ασθενής παρουσιάσει συμπτώματα όπως θολή όραση ή άλλες οπτικές διαταραχές, να παραπέμπεται σε οφθαλμίατρο για αξιολόγηση πιθανών αιτιών (καταρράκτης, γλαύκωμα, CSCR).
-
Περιεκτικότητα σε λακτόζηΠληθυσμόςΑσθενείς με σπάνια κληρονομικά προβλήματα δυσανεξίας στη γαλακτόζη, ανεπάρκειας Lapp λακτάσης ή δυσαπορρόφησης γλυκόζης-γαλακτόζηςΔεν θα πρέπει να χρησιμοποιούν αυτό το φαρμακευτικό προϊόν.
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
swap_horiz
Αλληλεπιδράσεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
-
Αναστολείς CYP3A4 (π.χ. κετοκοναζόλη, ιτρακοναζόλη, αναστολείς πρωτεάσης του ιού HIV, προϊόντα που περιέχουν κομπισιστάτη)προσοχήΑύξηση της συστηματικής έκθεσης στη βουδεσονίδη και κίνδυνος συστηματικών ανεπιθύμητων ενεργειών των κορτικοστεροειδώνΣύστασηΝα αποφεύγεται εκτός εάν το όφελος υπερτερεί του κινδύνου, οπότε οι ασθενείς θα πρέπει να παρακολουθούνται για συστηματικές ανεπιθύμητες ενέργειες των κορτικοστεροειδών.
-
Ισχυροί αναστολείς του CYP3A4 (π.χ. κετοκοναζόλη, ιτρακοναζόλη, τελιθρομυκίνη, ριτοναβίρη, αταζαναβίρη)αντένδειξηΣημαντική αύξηση της έκθεσης στη σαλμετερόλη (Cmax 1,4x, AUC 15x) και αύξηση της επίπτωσης άλλων συστηματικών επιδράσεων (π.χ. παράταση του διαστήματος QTc και αίσθημα παλμών)ΣύστασηΝα αποφεύγεται, εκτός εάν τα οφέλη υπερτερούν του δυνητικά αυξημένου κινδύνου συστηματικών ανεπιθύμητων ενεργειών της θεραπείας με σαλμετερόλη.
-
Μέτριας ισχύος αναστολείς του CYP3A4 (π.χ. ερυθρομυκίνη)παρακολούθησηΜικρή, μη στατιστικά σημαντική, αύξηση της έκθεσης στη σαλμετερόλη (Cmax 1,4x, AUC 1,2x)ΣύστασηΗ συγχορήγηση δεν συσχετίστηκε με σοβαρές ανεπιθύμητες ενέργειες.
-
β-αδρενεργικοί αποκλειστές (μη εκλεκτικοί και εκλεκτικοί)αντένδειξηΜπορεί να εξασθενήσουν ή να ανταγωνιστούν την επίδραση της σαλμετερόλης.ΣύστασηΝα αποφεύγονται, εκτός εάν συντρέχουν επιτακτικοί λόγοι για τη χρήση τους.
-
Παράγωγα ξανθίνης, στεροειδή, διουρητικάπροσοχήΜπορεί να ενισχύσουν τη δυνητική υποκαλιαιμική επίδραση του β2-αγωνιστή.ΣύστασηΣυνιστάται ιδιαίτερη προσοχή σε οξύ σοβαρό άσθμα, ασταθές άσθμα, υποξία και άλλες καταστάσεις αυξημένου κινδύνου υποκαλιαιμίας. Συνιστάται παρακολούθηση επιπέδων καλίου στον ορό.
-
Κινιδίνη, δισοπυραμίδη, προκαϊναμίδη, φαινοθειαζίνες, αντιισταμινικά (τερφεναδίνη), αναστολείς της μονοαμινοξειδάσης, τρικυκλικά αντικαταθλιπτικάπροσοχήΜπορεί να παρατείνουν το διάστημα QTc και να αυξήσουν τον κίνδυνο κοιλιακών αρρυθμιών.
-
L-ντόπα, L-θυροξίνη, ωκυτοκίνη, αλκοόλπροσοχήΜπορεί να μειώσουν την ανοχή της καρδιάς έναντι των β2-συμπαθητικομιμητικών.
-
Αναστολείς της μονοαμινοξειδάσης (συμπεριλαμβανομένων φουραζολιδόνης και προκαρβαζίνης)προσοχήΜπορεί να επισπεύσουν υπερτασικές αντιδράσεις.
-
Αλογονωμένοι υδρογονάνθρακες (κατά την αναισθησία)προσοχήΑυξημένος κίνδυνος αρρυθμιών.
-
Γλυκοσίδες δακτυλίτιδαςπροσοχήΗ υποκαλιαιμία μπορεί να αυξήσει την προδιάθεση σε αρρυθμίες.
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
sick
Ανεπιθύμητες ενέργειες
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
- Κεφαλαλγία
- Τρόμος
- Ζάλη
- Διέγερση
- Ανησυχία
- Νευρικότητα
- Διαταραχές ύπνου
- Εφιάλτης
- Διαταραχές της γεύσης (Πολύ σπάνιες)
- Βρογχίτιδα
- Πνευμονία
- Ρινοφαρυγγίτιδα
- Καντιντίαση (Συχνές)
- Καντιντίαση του στόματος (Συχνές)
- Βλαστομυκητίαση (Όχι συχνές)
- Υποκαλιαιμία
- Αυξημένη όρεξη
- Υπεργλυκαιμία
- Αίσθημα παλμών
- Ταχυκαρδία
- Στηθάγχη
- Παράταση διαστήματος QTc
- Καρδιακές αρρυθμίες: κολπική μαρμαρυγή, υπερκοιλιακή ταχυκαρδία, έκτακτες συστολές (Σπάνιες)
- Δυσφωνία (Συχνές)
- Βράγχος φωνής (Συχνές)
- Παράδοξος βρογχόσπασμος (Πολύ σπάνιες)
- Φαρυγγολαρυγγικό άλγος
- Ερεθισμός λαιμού
- Βήχας
- Βρογχόσπασμος
- Κολπίτιδα
- Νεύρωση (Όχι συχνές)
- Ψυχοκινητική υπερδραστηριότητα (Πολύ σπάνιες)
- Άγχος (Πολύ σπάνιες)
- Κατάθλιψη (Πολύ σπάνιες)
- Επιθετικότητα (Πολύ σπάνιες)
- Αλλαγές στη συμπεριφορά (Πολύ σπάνιες)
- Υπέρταση
- Ξηροστομία
- Ναυτία
- Δυσκολία στην κατάποση (Συχνές)
- Αρθραλγία
- Μυϊκοί σπασμοί
- Μυαλγία
- Μυϊκές κράμπες
- Τραυματικά κατάγματα (Συχνές)
- Κόπωση
- Αυξημένη αμινοτρανσφεράση της αλανίνης και γ-γλουταμυλτρανσφεράση (Όχι συχνές)
- Αντιδράσεις υπερευαισθησίας με τις ακόλουθες εκδηλώσεις: Δερματικές αντιδράσεις υπερευαισθησίας, εξάνθημα, κνίδωση, κνησμός, δερματίτιδα, ερύθημα, αγγειοοίδημα (κυρίως προσώπου και στοματοφαρυγγικό οίδημα) (Όχι συχνές)
- Αντιδράσεις υπερευαισθησίας με τις παρακάτω εκδηλώσεις: αναφυλακτική αντίδραση (Σπάνιες)
- Αντιδράσεις υπερευαισθησίας με τις ακόλουθες εκδηλώσεις: Αναπνευστικά συμπτώματα (δύσπνοια ή/και βρογχόσπασμος) (Πολύ σπάνιες)
- Υποκορτικοειδισμός (Σπάνιες)
- Υπερκορτικοειδισμός (Σπάνιες)
- Σύνδρομο Cushing (Πολύ σπάνιες)
- Χαρακτηριστικά τύπου Cushing (Πολύ σπάνιες)
- Καταστολή των επινεφριδίων (Πολύ σπάνιες)
- Μείωση της οστικής πυκνότητας (Πολύ σπάνιες)
- Θολή όραση
- Καταρράκτης (Πολύ σπάνιες)
- Γλαύκωμα (Πολύ σπάνιες)
- Κάκωση (Συχνές)
- Μώλωπας του δέρματος, εξάνθημα, κνίδωση, κνησμός, δερματίτιδα, ερύθημα και αγγειοοίδημα (Όχι συχνές)
Λεπτομέρειες κατά συχνότητα expand_more
-
Πολύ συχνέςΚεφαλαλγίαΝευρικό
-
Πολύ συχνέςΡινοφαρυγγίτιδαΛοιμώξεις
-
ΣυχνέςΑίσθημα παλμώνΚαρδιά
-
ΣυχνέςΒήχαςΑναπνευστικό
-
ΣυχνέςΒράγχος φωνήςΑναπνευστικό
-
ΣυχνέςΒρογχίτιδαΛοιμώξεις
-
ΣυχνέςΔυσκολία στην κατάποσηΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΔυσφωνίαΑναπνευστικό
-
ΣυχνέςΚάκωσηΤραυματισμοί
-
ΣυχνέςΚαντιντίασηΛοιμώξεις
-
ΣυχνέςΚαντιντίαση του στόματοςΛοιμώξεις
-
ΣυχνέςΚολπίτιδαΛοιμώξεις
-
ΣυχνέςΠνευμονίαΛοιμώξεις
-
ΣυχνέςΤρόμοςΝευρικό
-
ΣυχνέςΥποκαλιαιμίαΜεταβολισμός
-
Όχι συχνέςΑνησυχίαΨυχιατρικές
-
Όχι συχνέςΑντιδράσεις υπερευαισθησίας (δερματικές, εξάνθημα, κνίδωση, κνησμός, δερματίτιδα, ερύθημα, αγγειοοίδημα)Διαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος
-
Όχι συχνέςΑρθραλγίαΜυοσκελετικό
-
Όχι συχνέςΑυξημένη αμινοτρανσφεράση της αλανίνηςΉπαρ
-
Όχι συχνέςΑυξημένη γ-γλουταμυλτρανσφεράσηΕργαστηριακές
-
Όχι συχνέςΑυξημένη όρεξηΜεταβολισμός
-
Όχι συχνέςΒλαστομυκητίασηΛοιμώξεις και παρασιτώσεις
-
Όχι συχνέςΔιέγερσηΨυχιατρικές
-
Όχι συχνέςΔιαταραχές ύπνουΨυχιατρικές
-
Όχι συχνέςΕρεθισμός του λαιμούΑναπνευστικό
-
Όχι συχνέςΕφιάλτηςΨυχιατρικές
-
Όχι συχνέςΖάληΝευρικό
-
Όχι συχνέςΘολή όρασηΟφθαλμικές
-
Όχι συχνέςΚόπωσηΓενικές
-
Όχι συχνέςΜυαλγίαΜυοσκελετικό
-
Όχι συχνέςΜυϊκοί σπασμοίΜυοσκελετικό
-
Όχι συχνέςΜώλωπας του δέρματοςΔιαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
-
Όχι συχνέςΝαυτίαΓαστρεντερικό
-
Όχι συχνέςΝευρικότηταΨυχιατρικές
-
Όχι συχνέςΝεύρωσηΨυχιατρικές
-
Όχι συχνέςΞηροστομίαΓαστρεντερικό
-
Όχι συχνέςΤαχυκαρδίαΚαρδιά
-
Όχι συχνέςΥπέρτασηΑγγειακές
-
Όχι συχνέςΦαρυγγολαρυγγικό άλγοςΑναπνευστικό
-
ΣπάνιεςΈκτακτες συστολέςΚαρδιά
-
ΣπάνιεςΑναφυλακτική αντίδρασηΑνοσοποιητικό
-
ΣπάνιεςΒρογχόσπασμοςΑναπνευστικό
-
ΣπάνιεςΚολπική μαρμαρυγήΚαρδιά
-
ΣπάνιεςΥπερκοιλιακή ταχυκαρδίαΚαρδιά
-
ΣπάνιεςΥπερκορτικοειδισμόςΔιαταραχές του ενδοκρινικού συστήματος
-
ΣπάνιεςΥποκορτικοειδισμόςΔιαταραχές του ενδοκρινικού συστήματος
-
Πολύ σπάνιεςΆγχοςΨυχιατρικές
-
Πολύ σπάνιεςΑλλαγές στη συμπεριφοράΨυχιατρικές διαταραχές
-
Πολύ σπάνιεςΑναπνευστικά συμπτώματα (δύσπνοια ή/και βρογχόσπασμος)Διαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος
-
Πολύ σπάνιεςΓλαύκωμαΟφθαλμικές
-
Πολύ σπάνιεςΔιαταραχή γεύσηςΝευρικό
-
Πολύ σπάνιεςΕπιθετικότηταΨυχιατρικές
-
Πολύ σπάνιεςΚατάθλιψηΨυχιατρικές
-
Πολύ σπάνιεςΚαταρράκτηςΟφθαλμικές
-
Πολύ σπάνιεςΚαταστολή επινεφριδίωνΕνδοκρινικό
-
Πολύ σπάνιεςΜείωση οστικής πυκνότηταςΕνδοκρινικό
-
Πολύ σπάνιεςΠαράδοξος βρογχόσπασμοςΑναπνευστικό
-
Πολύ σπάνιεςΠαράταση διαστήματος QTcΚαρδιά
-
Πολύ σπάνιεςΣτηθάγχηΚαρδιά
-
Πολύ σπάνιεςΣύνδρομο CushingΕνδοκρινικό
-
Πολύ σπάνιεςΥπεργλυκαιμίαΜεταβολισμός
-
Πολύ σπάνιεςΨυχοκινητική υπερδραστηριότηταΨυχιατρικές
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
pregnant_woman
Κύηση / Γαλουχία
ΠΧΠ (SPC)
Επίπεδο κινδύνου: Με προσοχή
expand_more
Κύηση / Γαλουχία
-
ΚύησηΜε προσοχήΗ χορήγηση του Salmeterol And Budesonide κατά τη διάρκεια της κύησης απαιτεί τα οφέλη για τη μητέρα να σταθμίζονται έναντι των κινδύνων για το έμβρυο. Το Salmeterol And Budesonide θα πρέπει να χρησιμοποιείται κατά τη διάρκεια της κύησης μόνον εάν τα αναμενόμενα οφέλη υπερτερούν των δυνητικών κινδύνων. Μεγάλη ποσότητα δεδομένων κατέδειξε ότι δεν υπήρξαν ανεπιθύμητες ενέργειες της εισπνεόμενης βουδεσονίδης κατά τη διάρκεια της κύησης στην υγεία του εμβρύου/νεογέννητου παιδιού. Περιορισμένη ποσότητα κλινικών δεδομένων σε έγκυες γυναίκες για σαλμετερόλη δεν υποδεικνύει δυσπλαστική ή εμβρυική/νεογνική τοξικότητα. Μελέτες σε ζώα έχουν καταδείξει αναπαραγωγική τοξικότητα για βουδεσονίδη και σαλμετερόλη.
-
ΓαλουχίαΜε προσοχήΗ βουδεσονίδη απεκκρίνεται σε χαμηλές ποσότητες στο μητρικό γάλα. Δεν είναι γνωστό εάν η σαλμετερόλη απεκκρίνεται στο μητρικό γάλα. Ο κίνδυνος για τα νεογνά/βρέφη που θηλάζουν δεν μπορεί να αποκλειστεί. Πρέπει να ληφθεί απόφαση εάν θα διακοπεί ο θηλασμός ή η θεραπεία λαμβάνοντας υπόψη το όφελος του θηλασμού για το παιδί και το όφελος της θεραπείας για τη γυναίκα.
-
ΓονιμότηταΆγνωστοΔεν υπάρχουν δεδομένα σε ανθρώπους. Δεν έχουν παρατηρηθεί επιδράσεις στη γονιμότητα σε μελέτες αναπαραγωγικής τοξικότητας, είτε με βουδεσονίδη είτε με σαλμετερόλη.
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
e911_emergency
Υπερδοσολογία
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Υπερδοσολογία
- τρόμος
- κεφαλαγία
- ταχυκαρδία
- συστηματικές γλυκοκορτικοστεροειδείς επιδράσεις
- καταστολή των επινεφριδίων
- υποκαλιαιμία
directions_car
Επίδραση στην οδήγηση
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Επίδραση στην οδήγηση
science
Έκδοχα
ΠΧΠ (SPC) §2 & §6.1
expand_more
Έκδοχα
biotech
Φαρμακολογία
Φαρμακοδυναμική & Φαρμακοκινητική
expand_more
Φαρμακολογία
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία
Φάρμακα για αποφρακτικές παθήσεις των αεροφόρων οδών, αδρενεργικά σε συνδυασμό με κορτικοστεροειδή ή άλλα φάρμακα, εξαιρουμένων των αντιχολινεργικών, κωδικός ATC: R03AK12
Μηχανισμοί δράσης και φαρμακοδυναμικές επιδράσεις
Το Salmeterol And Budesonide περιέχει σαλμετερόλη και βουδεσονίδη, οι οποίες έχουν διαφορετικούς τρόπους δράσης και παρουσιάζουν αθροιστικές επιδράσεις όσον αφορά στη μείωση των συμπτωμάτων του άσθματος. Οι συγκεκριμένες ιδιότητες καθεμίας από τις δύο ουσίες περιγράφονται παρακάτω.
Βουδεσονίδη Η βουδεσονίδη που χορηγείται με εισπνοή διαθέτει γλυκοκορτικοστεροειδή αντιφλεγμονώδη δράση εντός των πνευμόνων, με αποτέλεσμα τη μείωση των συμπτωμάτων και των παροξύνσεων του άσθματος, με λιγότερες ανεπιθύμητες ενέργειες από ότι όταν τα κορτικοστεροειδή χορηγούνται συστηματικά. Ο ακριβής μηχανισμός που είναι υπεύθυνος για αυτή την αντιφλεγμονώδη δράση είναι άγνωστος.
Σαλμετερόλη Η σαλμετερόλη είναι ένας εκλεκτικός β2 αγωνιστής αδρενεργικών υποδοχέων, μακράς δράσης (12 ώρες), με μια μακρά πλευρική αλυσίδα που προσδένεται στην έξω-θέση (σύνδεσης) του υποδοχέα. Η σαλμετερόλη προκαλεί μεγαλύτερης διάρκειας βρογχοδιαστολή, που διαρκεί για τουλάχιστον 12 ώρες, σε σύγκριση με τις συνιστώμενες δόσεις των συμβατικών β2-αγωνιστών βραχείας δράσης.
Κλινική αποτελεσματικότητα και ασφάλεια
Οι κλινικές μελέτες σε ενήλικες έχουν καταδείξει ότι η προσθήκη σαλμετερόλης στη βουδεσονίδη βελτίωσε τα συμπτώματα του άσθματος και τη λειτουργία των πνευμόνων, συγκριτικά με τη χρήση ενός εισπνεόμενου κορτικοστεροειδούς μόνο.
Πραγματοποιήθηκαν επτά μελέτες αποτελεσματικότητας και ασφάλειας είτε με βουδεσονίδη 120 μg/σαλμετερόλη 20 μg, είτε με βουδεσονίδη 240 μg/σαλμετερόλη 20 μg. Τρεις μελέτες περιέλαβαν μια τυχαιοποιημένη περίοδο, με έλεγχο δραστικού φαρμάκου, διάρκειας 12 εβδομάδων, δύο από τις οποίες περιελάμβαναν μια ανοικτού τύπου φάση επέκτασης, διάρκειας 12 εβδομάδων. Η μία μελέτη ήταν ανοικτού τύπου επέκτασης που αξιολογούσε την ασφάλεια σε συνολική περίοδο ενός έτους. Συνολικά, σε αυτές τις μελέτες εντάχθηκαν 1.329 ενήλικες ασθενείς με άσθμα.
Σε μια κλινική δοκιμή διάρκειας 26 εβδομάδων που περιελάμβανε μια περίοδο παράλληλης, τυχαιοποιημένης μελέτης 3 σκελών, διάρκειας 12 εβδομάδων, 375 ασθματικοί ασθενείς τυχαιοποιήθηκαν σε μία από τις τρεις ομάδες θεραπείας: βουδεσονίδη 120 μg/σαλμετερόλη 20 μg, βουδεσονίδη 240 μg/σαλμετερόλη 20 μg ή Pulmicort Turbohaler 2x200 μg. Οι ασθενείς που έλαβαν βουδεσονίδη/σαλμετερόλη συγκρίθηκαν με αυτούς που έλαβαν Pulmicort Turbohaler 2x200 μg, η βουδεσονίδη 120 μg/σαλμετερόλη 20 μg και η βουδεσονίδη 240 μg/σαλμετερόλη 20 μg βελτίωσαν σημαντικά τις τιμές PEF, FEV1 και FVC, ενώ αύξησαν σημαντικά την πρωινή τιμή PEF σε μεγαλύτερο βαθμό από ό,τι το Pulmicort Turbohaler 2x200 μg μόνο.
Μέσες ποσοστιαίες μεταβολές από την αρχική τιμή έως την εβδομάδα 12 για ασθενείς που έλαβαν θεραπεία με βουδεσονίδη 120 μg/σαλμετερόλη 20 μg, βουδεσονίδη 240 μg/σαλμετερόλη 20 μg ή Pulmicort Turbohaler 2x200 μg δύο φορές την ημέρα
| Salmeterol And Budesonide 120/20 μg δύο φορές ημερησίως (Α) | Salmeterol And Budesonide 240/20 μg δύο φορές ημερησίως (Β) | Pulmicort Turbohaler 400 μg δύο φορές ημερησίως (Γ) | P A/B# | P A/C# | P B/C# | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Εβδομάδα 2 και αρχική τιμή | N: 125, τιμή±SE: 35,1±4,12 | N: 124, τιμή±SE: 32,5±4,22 | N: 122, τιμή±SE: 8,5±2,88 | 0,534 | <0,001 | <0,001 |
| Εβδομάδα 4 και αρχική τιμή | N: 125, τιμή±SE: 44,2±4,80 | N: 121, τιμή±SE: 41,3±5,24 | N: 118, τιμή±SE: 14,9±3,62 | 0,536 | <0,001 | <0,001 |
| Εβδομάδα 8 και αρχική τιμή | N: 124, τιμή±SE: 51,1±5,39 | N: 119, τιμή±SE: 45,8±5,92 | N: 117, τιμή±SE: 15,0±4,31 | 0,321 | <0,001 | <0,001 |
| Εβδομάδα 12 και αρχική τιμή | N: 122, τιμή±SE: 54,4±6,00 | N: 118, τιμή±SE: 51,4±5,62 | N: 115, τιμή±SE: 15,6±4,47 | 0,522 | <0,001 | <0,001 |
N = αριθμός ασθενών με δεδομένα
Σημαντικότητα της διαφοράς στην αποτελεσματικότητα μεταξύ των θεραπειών (μοντέλο ANCOVA με την αρχική τιμή του παράγοντα ως συνεχή παράμετρο)
Παιδιατρικός πληθυσμός
Η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα του Salmeterol And Budesonide δεν έχει μελετηθεί σε παιδιά. Ο Ευρωπαϊκός Οργανισμός Φαρμάκων έχει δώσει απαλλαγή από την υποχρέωση υποβολής των αποτελεσμάτων των μελετών με το Salmeterol And Budesonide σε όλες τις υποκατηγορίες του παιδιατρικού πληθυσμού στο άσθμα.
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
Όταν η σαλμετερόλη και η βουδεσονίδη χορηγήθηκαν σε συνδυασμό μέσω εισπνοής, η φαρμακοκινητική κάθε συστατικού μέρους ήταν παρόμοια με αυτήν που παρατηρήθηκε κατά τη χορήγηση των δραστικών ουσιών ξεχωριστά. Δεν παρατηρήθηκε κάποια φαρμακοκινητική αλληλεπίδραση μεταξύ σαλμετερόλης και βουδεσονίδης.
Salmeterol And Budesonide (συνδυασμός βουδεσονίδης/σαλμετερόλης)
Ο συνδυασμός σταθερής δόσης 240 μικρογραμμαρίων βουδεσονίδης και 20 μικρογραμμαρίων σαλμετερόλης έχει συγκριθεί σε κλινικές φαρμακοκινητικές μελέτες με το Pulmicort Turbohaler (βουδεσονίδη) 400 μικρογραμμαρίων και το Serevent Diskus (σαλμετερόλη) 50 μικρογραμμαρίων, αντίστοιχα.
Για τη σαλμετερόλη, η μέγιστη συγκέντρωση στο πλάσμα ήταν ελαφρά υψηλότερη μετά τη χορήγηση του σταθερού συνδυασμού. Για τη βουδεσονίδη, η μέγιστη συγκέντρωση στο πλάσμα και η AUC ήταν συγκρίσιμες μετά τη χορήγηση του σταθερού συνδυασμού.
Βουδεσονίδη
Η εισπνεόμενη βουδεσονίδη απορροφάται ταχέως και η μέγιστη συγκέντρωση στο πλάσμα επιτυγχάνεται εντός 30 λεπτών από την εισπνοή. Μετά από μοναδική χορήγηση δύο εισπνεόμενων δόσεων των 200 μg δύο φορές ημερησίως, η μέγιστη συγκέντρωση της βουδεσονίδης στο πλάσμα των 290 pg/ml επετεύχθη εντός 30 λεπτών μετά τη χορήγηση της δόσης. Η βουδεσονίδη παρουσίασε γραμμική αύξηση της AUC και της Cmax με αυξανόμενη δόση μετά από εφάπαξ χορήγηση δόσης εισπνεόμενης βουδεσονίδης.
Η δέσμευση στις πρωτεΐνες του πλάσματος είναι περίπου 90% και ο όγκος κατανομής είναι 3 L/kg για τη βουδεσονίδη. Η βουδεσονίδη υφίσταται εκτεταμένου βαθμού (περίπου 90%) βιομετασχηματισμό πρώτης διόδου από το ήπαρ προς μεταβολίτες χαμηλής γλυκοκορτικοστεροειδούς δραστηριότητας. Η γλυκοκορτικοστεροειδής δραστηριότητα των κύριων μεταβολιτών, 6-βήτα-υδροξυ-βουδεσονίδη και 16-άλφα-υδροξυ-πρεδνιζολόνη, είναι χαμηλότερη του 1% από αυτήν της βουδεσονίδης.
Δεν υπάρχουν ενδείξεις μεταβολικών αλληλεπιδράσεων ή τυχόν αντιδράσεων εκτόπισης μεταξύ της σαλμετερόλης και της βουδεσονίδης.
Η βουδεσονίδη αποβάλλεται μέσω μεταβολισμού, που καταλύεται κυρίως από το ένζυμο CYP3A4. Οι μεταβολίτες της βουδεσονίδης αποβάλλονται στα ούρα ως έχουν ή σε συζευγμένη μορφή. Μόνο αμελητέα ποσά αμετάβλητης βουδεσονίδης έχουν ανιχνευθεί στα ούρα. Η βουδεσονίδη έχει υψηλή συστηματική κάθαρση (περίπου 1,2 L/min) και ο χρόνος ημισείας ζωής αποβολής του πλάσματος, μετά από ενδοφλέβια χορήγηση δόσης, είναι κατά μέσο όρο 4 ώρες.
Σαλμετερόλη
Η σαλμετερόλη δρα τοπικά στον πνεύμονα. Επιπλέον, υπάρχουν περιορισμένα μόνο διαθέσιμα δεδομένα σχετικά με τη φαρμακοκινητική της σαλμετερόλης εξαιτίας της τεχνικής δυσκολίας προσδιορισμού της δραστικής ουσίας στο πλάσμα, λόγω των πολύ χαμηλών συγκεντρώσεων στο πλάσμα (περίπου 200 pg/ml ή χαμηλότερη) που επιτυγχάνονται μετά από χορήγηση εισπνεόμενης δόσης.
Μετά τη μοναδική χορήγηση δύο εισπνεόμενων δόσεων 50 μg δύο φορές ημερησίως, η σαλμετερόλη ανιχνεύτηκε στο πλάσμα εντός 10 ή 20 λεπτών σε εθελοντές. Οι συγκεντρώσεις στο πλάσμα ήταν πολύ χαμηλές, με μέγιστες συγκεντρώσεις της τάξεως του 230 pg/mL. Ο χρόνος ημίσειας ζωής αποβολής ήταν περίπου 4,7 ώρες.
Η φαρμακοκινητική της βουδεσονίδης ή της σαλμετερόλης σε ασθενείς με νεφρική ανεπάρκεια δεν είναι γνωστή. Η έκθεση στη βουδεσονίδη και τη σαλμετερόλη μπορεί να είναι αυξημένη σε ασθενείς με ηπατική νόσο.
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία Φάρμακα για αποφρακτικές παθήσεις των αεροφόρων οδών, αδρενεργικά σε συνδυασμό με κορτικοστεροειδή ή άλλα φάρμακα, εξαιρουμένων των αντιχολινεργικών, κωδικός ATC: R03AK12 ### Μηχανισμοί δράσης και φαρμακοδυναμικές επιδράσεις…
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία Φάρμακα για αποφρακτικές παθήσεις των αεροφόρων οδών, αδρενεργικά σε συνδυασμό με κορτικοστεροειδή ή άλλα φάρμακα, εξαιρουμένων των αντιχολινεργικών, κωδικός ATC: R03AK12 ### Μηχανισμοί δράσης και φαρμακοδυναμικές επιδράσεις…
Παρακολούθηση Αγωγής
Εργαστηριακοί & κλινικοί έλεγχοι από το SPC, ανά σύστημα
Εργαστηριακές εξετάσεις (αίμα / ούρα)
| Έλεγχος | Σύστημα | Συχνότητα | Προϋπόθεση |
|---|---|---|---|
| Γλυκόζη αίματος | glucoseΓλυκαιμικός έλεγχος / διαβήτης | Πρόσθετοι έλεγχοι | Διαβητικοί ασθενείς |
Κλινική εξέταση & ζωτικά
| Έλεγχος | Σύστημα | Συχνότητα | Προϋπόθεση |
|---|---|---|---|
| Κλινική παρακολούθηση | stethoscopeΚλινική παρακολούθηση (γενική) | — | Διαχείριση άσθματος |
| Δοκιμασίες λειτουργίας πνευμόνων | more_horizΆλλο / λοιπά | — | Διαχείριση άσθματος |