ZINC SULFATE(ζινκ σουλφατε)
Ημίσεια ζωή
Ο χρόνος στον οποίο η συγκέντρωση του φαρμάκου στο πλάσμα πέφτει στο μισό. Από αυτόν προκύπτει κάθε πότε δίνεται: το μεσοδιάστημα των δόσεων ακολουθεί χονδρικά την ημιζωή, οπότε μικρή ημιζωή σημαίνει πολλές δόσεις την ημέρα και μεγάλη ημιζωή μία δόση ημερησίως ή αραιότερα. Σταθερά επίπεδα στο αίμα επιτυγχάνονται μετά από 4-5 ημιζωές. Ο κανόνας είναι ενδεικτικός — οι μορφές παρατεταμένης αποδέσμευσης και η εγκεκριμένη δοσολογία της ΠΧΠ υπερισχύουν.
Κατά την πηγή: περίπου 1 ώρα μετά από δόση 45 mg
- PubChem: 3 ώρες
Δέσμευση πρωτεϊνών
Το ποσοστό του φαρμάκου που κυκλοφορεί δεσμευμένο σε πρωτεΐνες του πλάσματος. Δρα μόνο το ελεύθερο κλάσμα, γι' αυτό η υψηλή δέσμευση αυξάνει τον κίνδυνο αλληλεπιδράσεων εκτόπισης.
Απέκκριση
Η κύρια οδός αποβολής του φαρμάκου. Δείχνει πού χρειάζεται προσαρμογή δόσης — σε νεφρική ή σε ηπατική ανεπάρκεια.
Καθαρίζει (~5×t½)
Φαρμακοκινητική εκτίμηση, όχι κλινικός κανόνας. Μετά από 5 ημιζωές έχει αποβληθεί πάνω από το 95% της ουσίας από το πλάσμα. Ο αριθμός προκύπτει αυτόματα από τη μεγαλύτερη ημιζωή που αναφέρει η πηγή — συχνά την τελική φάση αποβολής ή την κατανομή στους ιστούς — γι' αυτό μπορεί να δείχνει εβδομάδες ή μήνες. ΔΕΝ είναι το διάστημα διακοπής πριν από επέμβαση ή πριν από φάρμακο που αλληλεπιδρά: αυτό καθορίζεται από τη φαρμακοδυναμική (η ασπιρίνη δρα στα αιμοπετάλια αφού φύγει από το πλάσμα), τους ενεργούς μεταβολίτες, τις μορφές depot, τη νεφρική και ηπατική λειτουργία, τον κίνδυνο της επέμβασης και τον λόγο της αγωγής. Ακολουθήστε την ΠΧΠ και το πρωτόκολλο της επέμβασης.
Σκευάσματα και τιμές
Ενδείξεις κατά έγγραφο
Ατομικές ενδείξεις όπως δηλώνονται στα πιστοποιημένα κείμενα των SPC, με τεκμηρίωση
- Φόρτωση…
Πληροφορίες Συνταγογράφησης
Επιμελημένα δεδομένα από το SPC
clinical_notes
Ενδείξεις
ΠΧΠ (SPC) §4.1
expand_more
Ενδείξεις
-
Ανεπάρκεια ψευδαργύρου και ιατρικές καταστάσεις που σχετίζονται με αυτή
σε: ενήλικες και παιδιά
- E60 Διατροφική ανεπάρκεια ψευδαργύρου
-
Νόσος του Wilson
σε: ενήλικες και παιδιά
- E83 Διαταραχές του μεταβολισμού των ανόργανων στοιχείων
medication
Δοσολογία
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Δοσολογία
- Οδός: από του στόματος μετά από διάλυση σε νερό
- Χορήγηση: με άδειο στομάχι, τουλάχιστον 1 ώρα πριν ή 2-3 ώρες μετά τα γεύματα. Σε περίπτωση γαστρικής δυσανεξίας, μεταξύ πρωινού και μεσημεριανού γεύματος ή με λίγη πρωτεΐνη. Τουλάχιστον 1 ώρα διαφορά από χηλικούς παράγοντες.
- Δόση έναρξης: ένα δισκίο μία φορά ημερησίως
-
Ενήλικες (ανεπάρκεια ψευδαργύρου)Δόσηένα δισκίο, διαλυμένο σε νερό, μία έως τρεις φορές ημερησίως
-
Ενήλικες (νόσος Wilson)Δόση1 δισκίο τρεις έως τέσσερις φορές ημερησίωςΜέγ. δόση5 δισκία ημερησίως
-
Παιδιά άνω των 30 κιλών (ανεπάρκεια ψευδαργύρου)ΔόσηΌπως και για τους ενήλικες
-
Παιδιά άνω των 16 ετών ή με βάρος μεγαλύτερο των 57 κιλών (νόσος του Wilson)Δόση1 δισκίο που αντιστοιχεί σε 45 mg, τρεις φορές ημερησίως
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
block
Αντενδείξεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Αντενδείξεις
-
Υπερευαισθησία στη δραστική ουσία ή σε κάποιο από τα έκδοχα που αναφέρονται στην παράγραφο 6.1
-
Ανεπάρκεια χαλκού
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
warning
Προειδοποιήσεις & Προφυλάξεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Προειδοποιήσεις & Προφυλάξεις
-
Συσσώρευση ψευδαργύρουΠληθυσμόςασθενείς με νεφρική ανεπάρκειαΜπορεί να συμβεί συσσώρευση ψευδαργύρου. Δεν συνιστάται αλλαγή δοσολογίας.
-
Ηπατική ανεπάρκειαΔεν συνιστάται αλλαγή δοσολογίας.
-
Ανεπάρκεια χαλκού (υποχαλκιαιμία)Πληθυσμόςασθενείς με παρατεταμένη χορήγηση θειικού ψευδαργύρουΗ παρατεταμένη λήψη μπορεί να οδηγήσει σε ανεπάρκεια χαλκού. Πρέπει να γίνεται περιοδικός έλεγχος των επιπέδων ψευδαργύρου στο αίμα.
-
Κλινική επιδείνωσηΠληθυσμόςσυμπτωματικοί ασθενείςΠιθανή κλινική επιδείνωση στην αρχή της θεραπείας. Ενδείκνυται αλλαγή θεραπείας εάν συμβεί.
-
Μετάβαση θεραπείαςπροσοχήΠληθυσμόςασθενείς με νόσο του Wilson και πυλαία υπέρταση που μεταφέρονται από χηλικούς παράγοντες σε Zinc SulfateΑπαιτείται ιδιαίτερη προσοχή. Έχουν αναφερθεί θάνατοι από ρήξη ηπατικής αντιρρόπησης και προχωρημένου βαθμού πυλαία υπέρταση.
-
ΝάτριοΠληθυσμόςενήλικεςΠεριέχει 110.72 mg νατρίου ανά δισκίο, που ισοδυναμεί με 5,54% της συνιστώμενης μέγιστης ημερήσιας πρόσληψης νατρίου.
-
ΛακτόζηαντένδειξηΠληθυσμόςασθενείς με σπάνια κληρονομικά προβλήματα δυσανεξίας στη γαλακτόζη, πλήρη ανεπάρκεια λακτάσης ή κακή απορρόφηση γλυκόζης-γαλακτόζηςΔεν πρέπει να πάρουν αυτό το φάρμακο.
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
swap_horiz
Αλληλεπιδράσεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
-
ΧαλκόςπροσοχήΟ ψευδάργυρος μπορεί να αναστείλει την απορρόφηση του χαλκού
-
Αντιβακτηριακά τύπου τετρακυκλίνηςπροσοχήΜείωση απορρόφησης ψευδαργύρου και τετρακυκλινώνΣύστασηΔιάστημα τουλάχιστον τριών ωρών μεταξύ των χορηγήσεων
-
Αντιβακτηριακά τύπου κινολόνης (σιπροφλοξασίνη, λεβοφλοξασίνη, μοξιφλοξασίνη, νορφλοξασίνη, οφλοξασίνη)προσοχήΟ ψευδάργυρος μπορεί να μειώσει την απορρόφηση των κινολονών
-
Άλατα ασβεστίουπροσοχήΗ απορρόφηση του ψευδαργύρου μπορεί να μειωθεί
-
ΣίδηροςπροσοχήΗ απορρόφηση του ψευδαργύρου μπορεί να μειωθεί από τη χορήγηση σιδήρου από το στόμα, επίσης η απορρόφηση του από το στόματος χορηγούμενου σιδήρου μπορεί να μειωθεί από τον ψευδάργυρο
-
προσοχήΗ απορρόφηση του ψευδαργύρου μπορεί να μειωθεί από την πενικιλλαμίνη, επίσης η απορρόφηση της πενικιλλαμίνης μπορεί να μειωθεί από τον ψευδάργυρο
-
προσοχήΗ απορρόφηση του ψευδαργύρου μπορεί να μειωθεί από την τριεντίνη, επίσης η απορρόφηση της τριεντίνης μπορεί να μειωθεί από τον ψευδάργυρο
-
Θειαζιδικά διουρητικά (χλωροθαλιδόνη, υδροχλωροθειαζίδη)παρακολούθησηΑυξάνουν την έκκριση ψευδαργύρου στα ούρα έως και 60%ΣύστασηΟι κλινικοί γιατροί πρέπει να παρακολουθούν την κατάσταση του ψευδαργύρου σε παρατεταμένη χρήση
-
ΤροφήπροσοχήΗ απορρόφηση του ψευδαργύρου μειώνεται σημαντικά (μέχρι 90%)ΣύστασηΛαμβάνεται με άδειο στομάχι
-
Από του στόματος αντισυλληπτικάπαρακολούθησηΜπορεί να μειώσουν τα επίπεδα ψευδαργύρου στο πλάσμα
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
sick
Ανεπιθύμητες ενέργειες
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
- Σιδηροβλαστική αναιμία
- Λευκοπενία
- Γαστρικός ερεθισμός
- Πόνος στο στομάχι
- Κοιλιακές κράμπες
- Ναυτία
- Έμετος
- Δυσκοιλιότητα
- Διάρροια
- Αυξημένα επίπεδα αμυλάσης αίματος
- Αυξημένα επίπεδα λιπάσης αίματος
- Αυξημένα επίπεδα αλκαλικής φωσφατάσης αίματος
- Κνίδωση
- Κνησμός
- Εξάνθημα
- Ερυθρότητα
- Αλλεργικές αντιδράσεις
- Ευερεθιστότητα
- Κεφαλαλγία
- Λήθαργος
- Μειωμένα επίπεδα χαλκού
- Ανεπάρκεια χαλκού
Λεπτομέρειες κατά συχνότητα expand_more
-
ΣυχνέςΑυξημένα επίπεδα αλκαλικής φωσφατάσης αίματοςΕξετάσεις
-
ΣυχνέςΑυξημένα επίπεδα αμυλάσης αίματοςΕξετάσεις
-
ΣυχνέςΑυξημένα επίπεδα λιπάσης αίματοςΕξετάσεις
-
ΣυχνέςΓαστρικός ερεθισμόςΔιαταραχές του γαστρεντερικού συστήματος
-
Όχι συχνέςΛευκοπενίαΑίμα
-
Όχι συχνέςΣιδηροβλαστική αναιμίαΑίμα
-
Πολύ σπάνιεςΑλλεργικές αντιδράσειςΑνοσοποιητικό
-
Πολύ σπάνιεςΕξάνθημαΔέρμα
-
Πολύ σπάνιεςΕρυθρότηταΔέρμα
-
Πολύ σπάνιεςΚνίδωσηΔέρμα
-
Πολύ σπάνιεςΚνησμόςΔέρμα
-
Μη γνωστέςΈμετοςΓαστρεντερικό
-
Μη γνωστέςΑνεπάρκεια χαλκούΜεταβολικές και διατροφικές διαταραχές
-
Μη γνωστέςΔιάρροιαΓαστρεντερικό
-
Μη γνωστέςΔυσκοιλιότηταΓαστρεντερικό
-
Μη γνωστέςΕυερεθιστότηταΨυχιατρικές
-
Μη γνωστέςΚεφαλαλγίαΝευρικό
-
Μη γνωστέςΚοιλιακές κράμπεςΓαστρεντερικό
-
Μη γνωστέςΛήθαργοςΝευρικό
-
Μη γνωστέςΜειωμένα επίπεδα χαλκούΜεταβολικές και διατροφικές διαταραχές
-
Μη γνωστέςΝαυτίαΓαστρεντερικό
-
Μη γνωστέςΠόνος στο στομάχιΓαστρεντερικό
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
pregnant_woman
Κύηση / Γαλουχία
ΠΧΠ (SPC)
Επίπεδο κινδύνου: Με προσοχή
expand_more
Κύηση / Γαλουχία
-
ΚύησηΤο Zinc Sulfate θα πρέπει να χρησιμοποιείται κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης μόνο όταν είναι σαφώς απαραίτητο.Μελέτες σε ζώα: ο ψευδάργυρος έως 4 mg/kg/ημέρα (διπλάσιο της μέγιστης δόσης στους ανθρώπους) δεν έχει τοξικές επιδράσεις στο έμβρυο. Περιορισμένα δεδομένα σε ανθρώπους (42 εγκυμοσύνες σε ασθενείς με νόσο του Wilson): δεν καταδεικνύουν βλαβερές επιδράσεις στο έμβρυο/νεογνό και στη μητέρα. Αναφέρθηκαν 5 αποβολές και 2 συγγενείς ανωμαλίες. Χρησιμοποιήθηκε δόση 135 - 180 mg στοιχειακού ψευδαργύρου ημερησίως. Είναι σημαντικό οι έγκυες γυναίκες με νόσο του Wilson να συνεχίσουν τη θεραπεία. Απαιτούνται δοσολογικές προσαρμογές για την αποφυγή ανεπάρκειας χαλκού στο έμβρυο και στενή παρακολούθηση της ασθενούς.
-
Γαλουχίαο θηλασμός θα πρέπει να αποφεύγεται κατά τη διάρκεια της θεραπείας με Zinc Sulfate.Ο ψευδάργυρος εκκρίνεται στο ανθρώπινο μητρικό γάλα. Το θηλάζον βρέφος μπορεί να παρουσιάσει ανεπάρκεια χαλκού λόγω ψευδαργύρου.
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
e911_emergency
Υπερδοσολογία
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Υπερδοσολογία
- διάβρωση και φλεγμονή του βλεννογόνου του στόματος και του στομάχου
- εξέλκωση του στομάχου που ακολουθείται από διάτρηση
directions_car
Επίδραση στην οδήγηση
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Επίδραση στην οδήγηση
science
Έκδοχα
ΠΧΠ (SPC) §2 & §6.1
expand_more
Έκδοχα
biotech
Φαρμακολογία
Φαρμακοδυναμική & Φαρμακοκινητική
expand_more
Φαρμακολογία
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία
Κωδικός ATC: A12CB01 Συμπλήρωμα μεταλλικών στοιχείων.
Μηχανισμός δράσης
Η χορήγηση ψευδαργύρου σε περιπτώσεις έλλειψης έχει αποδειχθεί ότι μειώνει τη διάρκεια και τη σοβαρότητα της διάρροιας σε πληθυσμούς παιδιών με υψηλή συχνότητα ανεπάρκειας ψευδαργύρου και επίσης μειώνει τη συχνότητα των υποτροπών τους επόμενους 2-3 μήνες. Οι ευεργετικές δράσεις του ψευδαργύρου πιθανόν σχετίζονται με την ενίσχυση της ανοσολογικής απόκρισης, ωστόσο έχουν αναφερθεί και άμεσες ανασταλτικές επιδράσεις του ψευδαργύρου σε εντερικά παθογόνα.
Ο ψευδάργυρος είναι ένα απαραίτητο ιχνοστοιχείο που εμπλέκεται σε πολλά ενζυμικά συστήματα εκτελώντας διάφορες σημαντικές λειτουργίες στον οργανισμό, όπως συνοψίζονται παρακάτω:
- ως συνενζυματικός παράγοντας σε περισσότερα από 90 μεταλλοένζυμα παρεμβαίνει στην πρωτεϊνική σύνθεση
- σταθεροποίηση των πλασματικών μεμβρανών μέσω της αναστολής της ΑΤΡάσης και της φωσφορυλάσης, απελευθέρωση ισταμίνης από τα βασεόφιλα και υπεροξείδωση των μεμβρανικών λιπιδίων
- ανοσοτροποποιητική δράση σε επίπεδο θύμου, κοκκιοκυττάρων και λεμφοκυττάρων
Η σοβαρή ανεπάρκεια προκαλεί δερματικές βλάβες, αλωπεκία, διάρροια, αυξημένη ευαισθησία σε λοιμώξεις και αναστολή της ανάπτυξης των παιδιών. Συμπτώματα λιγότερο σοβαρής ανεπάρκειας περιλαμβάνουν αλλοιωμένη ή απούσα αντίληψη της γεύσης και της όσφρησης και ανεπαρκή επούλωση τραυμάτων. Η έλλειψη ψευδαργύρου μπορεί να προκαλέσει διάφορους τύπους δερματοπάθειας, όπως περι-στοματικές πλακώδεις βλάβες, ψευδο-σμηγματορροϊκές παθήσεις του προσώπου και ψωριασικές παθήσεις του σώματος και των άκρων, φλυκταινώδεις περιγλωσσικές βλάβες και αλωπεκία, που μπορεί να σχετίζονται με γενετικές βλάβες, διάρροια, στοματίτιδα, αυξημένη ευαισθησία σε λοιμώξεις, αλλαγές στη γεύση και την όσφρηση, καθώς και στη διαδικασία επούλωσης πληγών.
Κλινικές μελέτες έχουν δείξει στατιστικά σημαντική αποτελεσματικότητα της θεραπείας με θειικό ψευδάργυρο σε διάφορες κλινικές καταστάσεις που οφείλονται σε έλλειψη ψευδαργύρου, όπως εντεροπαθητική ακροδερματίτιδα, καθυστέρηση ανάπτυξης, χειρουργικές πληγές, έλκη των κάτω άκρων, δερματοπάθειες σε ασθενείς με αλκοολική κίρρωση και νόσο του Crohn, διαταραχές της σεξουαλικής λειτουργίας και γεύσης σε ασθενείς με χρόνια νεφρική ανεπάρκεια, ανδρική υπογονιμότητα, υποτροπιάζοντα αφθώδη έλκη της στοματικής κοιλότητας και οξύ σύνδρομο ανεπάρκειας ψευδαργύρου με νευροψυχιατρικές εκδηλώσεις.
Ανεπάρκεια ψευδαργύρου έχει επίσης παρατηρηθεί σε ασθενείς με γενικευμένη φλυκταινώδη μορφή ψωρίασης, έλκη πίεσης, φυσαλιδώδες πεμφιγοειδές, αλωπεκία, σακχαρώδη διαβήτη τύπου Ι και ΙΙ, νόσο του Crohn, εγκαύματα, μετά από κάποια χειρουργική επέμβαση και με δρεπανοκυτταρική αναιμία.
Η χορήγηση ψευδαργύρου προκαλεί αρνητικό ισοζύγιο χαλκού. Αυτό το χαρακτηριστικό αποτελεί την παθοφυσιολογική βάση της θεραπείας του ηπατοπυρηνικού εκφυλισμού (νόσος Wilson).
Πρόσφατες μελέτες έχουν δείξει ότι η θεραπεία με ψευδάργυρο είναι μια έγκυρη εναλλακτική λύση αντί της πενικιλλαμίνης στη θεραπεία της νόσου του Wilson.
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
Ο ψευδάργυρος απορροφάται από το γαστρεντερικό σωλήνα και κατανέμεται σε όλο το σώμα. Περίπου το 90% του ψευδαργύρου στον οργανισμό αποθηκεύεται στους σκελετικούς μύες και στα οστά ενώ το 5% στο ήπαρ. Στο αίμα το 80% βρίσκεται στα ερυθροκύτταρα. Τα επίπεδα ψευδαργύρου στο πλάσμα κυμαίνονται από 70 έως 110 μg/dL και περίπου 60-70% αυτού συνδέεται ασθενώς με αλβουμίνη. Περίπου το 1% είναι δεσμευμένο σε αμινοξέα (κυρίως ιστιδίνη και κυστείνη) και το υπόλοιπο, περίπου 30% -40% είναι ισχυρά συνδεδεμένο με άλφα 2-μακροσφαιρίνες και άλλες πρωτεΐνες.
Απορρόφηση
Ο ψευδάργυρος χορηγούμενος σε υδατικό διάλυμα απορροφάται σε ποσοστό 60-70% όταν λαμβάνεται με άδειο στομάχι ενώ η απορρόφηση μειώνεται με τη λήψη τροφής (ιδιαίτερα οι φυτικές ίνες συνδέονται με τον ψευδάργυρο, με αποτέλεσμα τα συμπλέγματα ψευδαργύρου να απορροφώνται ελάχιστα). Γενικά υπολογίζεται ότι μια μέση απορρόφηση είναι 33% του προσλαμβανομένου ψευδαργύρου με μέγιστη συγκέντρωση σε 2 ώρες. Φυσιολογικές τιμές στο αίμα κυμαίνονται από 10.7 -18.3 μmol/l (70-120 μg/dl) και έλλειψη καθορίζεται όταν τα επίπεδα είναι <9 μmol/l (60 μg/dl)
Κατανομή
Περίπου το 60% του κυκλοφορούντος ψευδαργύρου δεσμεύεται με λευκωματίνη και περίπου 30% δεσμεύεται με μακροσφαιρίνη.
Απέκκριση
Σε ενήλικες, έχει υπολογιστεί ότι περίπου 0,5 έως 1,0 mg/ημέρα εκκρίνεται στη χοληφόρο οδό και απεκκρίνεται στα κόπρανα, ενώ 0,5 έως 0,8 mg/ημέρα μέχρι 2 mg/ημέρα απεκκρίνεται στα ούρα.
Ο χρόνος ημιζωής απέκκρισης (Plasma elimination half life) είναι περίπου 1 ώρα μετά από δόση 45 mg.
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία Κωδικός ATC: A12CB01 Συμπλήρωμα μεταλλικών στοιχείων. ### Μηχανισμός δράσης Η χορήγηση ψευδαργύρου σε περιπτώσεις έλλειψης έχει αποδειχθεί ότι μειώνει τη διάρκεια και τη σοβαρότητα της διάρροιας σε πληθυσμούς παιδιών με υψηλή…
Παρακολούθηση Αγωγής
Εργαστηριακοί & κλινικοί έλεγχοι από το SPC, ανά σύστημα
Κλινική εξέταση & ζωτικά
| Έλεγχος | Σύστημα | Συχνότητα | Προϋπόθεση |
|---|---|---|---|
| Επίπεδα ψευδαργύρου στο αίμα | more_horizΆλλο / λοιπά | περιοδικός | Παρατεταμένη χορήγηση θειικού ψευδαργύρου για αποφυγή υποχαλκιαιμίας |
Μονογραφίες Πηγών
Αναλυτικό περιεχόμενο ανά πηγή για τεκμηρίωση και έλεγχο
science
PubChem
Φαρμακοδυναμική
expand_more
Φαρμακοδυναμική
Φαρμακοδυναμική
Ο ψευδάργυρος έχει αναγνωριστεί ως συμπαράγοντας για πάνω από 70 διαφορετικά ένζυμα, συμπεριλαμβανομένης της αλκαλικής φωσφατάσης, της γαλακτικής δεϋδρογενάσης και τόσο της RNA όσο και της DNA πολυμεράσης. Ο ψευδάργυρος διευκολύνει την επούλωση πληγών, βοηθά στη διατήρηση φυσιολογικών ρυθμών ανάπτυξης, φυσιολογικής ενυδάτωσης του δέρματος και των αισθήσεων της γεύσης και της όσφρησης.
neurology
PubChem
Μηχανισμός δράσης
expand_more
Μηχανισμός δράσης
Μηχανισμός Δράσης
Ο ψευδάργυρος αναστέλλει την προκαλούμενη από cAMP, εξαρτώμενη από χλώριο έκκριση υγρών, αναστέλλοντας τα βασοπλευρικά κανάλια καλίου (K), σε in-vitro μελέτες με ειλεό αρουραίου. Αυτή η μελέτη έχει επίσης δείξει την ειδικότητα του Zn στα κανάλια K που ενεργοποιούνται από cAMP, επειδή ο ψευδάργυρος δεν απέκλεισε τα κανάλια K που μεσολαβούνται από ασβέστιο (Ca). Καθώς αυτή η μελέτη δεν πραγματοποιήθηκε σε ζώα με ανεπάρκεια Zn, παρέχει στοιχεία ότι το Zn είναι πιθανώς αποτελεσματικό απουσία ανεπάρκειας Zn. Ο ψευδάργυρος βελτιώνει επίσης την απορρόφηση νερού και ηλεκτρολυτών, βελτιώνει την αναγέννηση του εντερικού επιθηλίου, αυξάνει τα επίπεδα των ενζύμων της βούρτσας και ενισχύει την ανοσολογική απόκριση, επιτρέποντας καλύτερη κάθαρση των παθογόνων.
biotech
PubChem
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
expand_more
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
Απορρόφηση, Κατανομή & Απέκκριση
Περίπου 20% έως 30% του διαιτητικού ψευδαργύρου απορροφάται, κυρίως από το δωδεκαδάκτυλο και τον ειλεό. Η ποσότητα που απορροφάται εξαρτάται από τη βιοδιαθεσιμότητα από την τροφή. Ο ψευδάργυρος είναι πιο βιοδιαθέσιμος από το κόκκινο κρέας και τα στρείδια. Τα φυτικά άλατα μπορούν να μειώσουν την απορρόφηση μέσω χηλικοποίησης και σχηματισμού αδιάλυτων συμπλόκων σε αλκαλικό pH. Μετά την απορρόφηση, ο ψευδάργυρος συνδέεται στο έντερο με την πρωτεΐνη μεταλλοθειονεΐνη. Ο ενδογενής ψευδάργυρος μπορεί να επαναρροφηθεί στον ειλεό και στο κόλον, δημιουργώντας μια εντεροπαγκρεατική κυκλοφορία του ψευδαργύρου.
Κυρίως μέσω κοπράνων (περίπου 90%); σε μικρότερο βαθμό στα ούρα και στον ιδρώτα.
Μετά την απορρόφηση, ο ψευδάργυρος συνδέεται με την πρωτεΐνη μεταλλοθειονεΐνη στα έντερα. Ο ψευδάργυρος κατανέμεται ευρέως σε ολόκληρο το σώμα. Αποθηκεύεται κυρίως στα ερυθρά αιμοσφαίρια, στα λευκά αιμοσφαίρια, στους μύες, στα οστά, στο δέρμα, στα νεφρά, στο ήπαρ, στο πάγκρεας, στον αμφιβληστροειδή χιτώνα και στον προστάτη.
Η φαρμακοκινητική του θειικού ψευδαργύρου συγκρίθηκε με αυτήν ενός νέου ψευδαργυρικού παντοθενικού, σε κουνέλια. Κάθε άλας χορηγήθηκε σε κουνέλια σε δόση 3,3 μCi ψευδαργύρου-65/kg σωματικού βάρους. Οι μετρούμενες φαρμακοκινητικές των δύο ενώσεων ανταποκρίθηκαν σε ένα δικομερτικό ανοιχτό μοντέλο. Η νεφρική απέκκριση των δύο αλάτων ήταν παρόμοια, όπως και η εντόπισή τους στο δέρμα και στη γούνα, αλλά το Zn παντοθενικό διατηρήθηκε από το ήπαρ σε μικρότερο βαθμό από το θειικό ψευδάργυρο (ZnSO4).
Απορρόφηση: 20% έως 30%. Πρωτεϊνική δέσμευση: 99%. Απέκκριση: Μέσω απέκκρισης λεπτού εντέρου.
Σε γυναίκες σε διαφορετικά τρίμηνα εγκυμοσύνης, η από του στόματος χορήγηση 200 mg θειικού ψευδαργύρου ημερησίως είχε ως αποτέλεσμα την αύξηση των επιπέδων ψευδαργύρου στο πλάσμα από 109,7 σε 205,4 mg/dL. Στην ομάδα ελέγχου, τα επίπεδα ψευδαργύρου στο πλάσμα μειώθηκαν από 113,0 mg/dL στο πρώτο τρίμηνο σε 83,8 στο τρίτο τρίμηνο.
… Αναφέρθηκε χρόνος ημιζωής απορρόφησης 0,4 ώρες, όταν 45 mg Zn2+ ως θειικός ψευδάργυρος χορηγήθηκαν μία φορά σε ζελατινώδεις κάψουλες σε 10 υγιείς νεαρούς άνδρες. Οι συγκεντρώσεις στο πλάσμα μετρήθηκαν συχνά κατά τη διάρκεια συνολικού χρόνου διερεύνησης 8 ωρών. Μέγιστη μέση συγκέντρωση 8,2 umol Zn2+/L πλάσματος βρέθηκε μετά από 2,3 ώρες (tmax). Υπάρχουν ενδείξεις εντερικής επανακυκλοφορίας, το πρώτο φαινόμενο ανάκαμψης εμφανίστηκε μετά από 1,4 ώρες κατά τη φάση απορρόφησης πριν επιτευχθεί το tmax, και παρουσίασε μέσους ρυθμούς επαναρρόφησης 70% της χορηγούμενης δόσης. Οι επακόλουθες (μέγιστο 5) εμφανίστηκαν σε τακτά διαστήματα 1,2 ωρών με μείωση της ποσότητας που επαναρροφήθηκε.
Για περισσότερα δεδομένα Απορρόφησης, Κατανομής και Απέκκρισης (Πλήρη) για το ZINC SULFATE (14 σύνολο), επισκεφθείτε τη σελίδα εγγραφής HSDB.
water_drop
PubChem
Δέσμευση πρωτεϊνών
expand_more
Δέσμευση πρωτεϊνών
Πρωτεϊνική Δέσμευση
Ο ψευδάργυρος δεσμεύεται κατά 60% στην αλβουμίνη. 30% έως 40% δεσμεύεται στην α2-μακροσφαιρίνη ή στην τρανσφερρίνη. Και 1% δεσμεύεται σε αμινοξέα, κυρίως ιστιδίνη και κυστεΐνη.
hub
PubChem
Μεταβολισμός
expand_more
Μεταβολισμός
Μεταβολισμός
Ο ψευδάργυρος μπορεί να εισέλθει στον οργανισμό μέσω των πνευμόνων, του δέρματος και του γαστρεντερικού σωλήνα. Η εντερική απορρόφηση του ψευδαργύρου ελέγχεται από την πρωτεΐνη φορέα ψευδαργύρου CRIP. Ο ψευδάργυρος δεσμεύεται επίσης στις μεταλλοθειονεΐνες, οι οποίες βοηθούν στην πρόληψη της απορρόφησης πλεονάζοντος ψευδαργύρου. Ο ψευδάργυρος κατανέμεται ευρέως και βρίσκεται σε όλους τους ιστούς και τα σωματικά υγρά, συγκεντρωνόμενος στο ήπαρ, το γαστρεντερικό σωλήνα, το νεφρό, το δέρμα, τους πνεύμονες, τον εγκέφαλο, την καρδιά και το πάγκρεας. Στην κυκλοφορία του αίματος, ο ψευδάργυρος βρίσκεται δεσμευμένος στην καρβονική ανυδράση στα ερυθροκύτταρα, καθώς και δεσμευμένος στην αλβουμίνη, την α2-μακροσφαιρίνη και τα αμινοξέα στο πλάσμα. Ο ψευδάργυρος δεσμευμένος στην αλβουμίνη και στα αμινοξέα μπορεί να διαχυθεί μέσω των μεμβρανών των ιστών. Ο ψευδάργυρος απεκκρίνεται στα ούρα και στα κόπρανα. (L49)
hourglass
PubChem
Ημίσεια ζωή
expand_more
Ημίσεια ζωή
Βιολογικός Χρόνος Ημιζωής
3 ώρες
Χρόνος ημιζωής: 3 ώρες
category
PubChem
MeSH classification
expand_more
MeSH classification
MeSH Φαρμακολογική Ταξινόμηση
Παράγοντες, συνήθως τοπικοί, που προκαλούν σύσπαση ιστών για τον έλεγχο αιμορραγίας ή εκκρίσεων.
fact_check
PubChem
FDA classification
expand_more
FDA classification
FDA Φαρμακολογική Ταξινόμηση
ZINC SULFATE
Αναστολέας Απορρόφησης Χαλκού [EPC]; Μειωμένη Απορρόφηση Ιόντων Χαλκού [PE]
ZINC SULFATE INJECTION,
Μειωμένη Απορρόφηση Ιόντων Χαλκού [PE]; Αναστολέας Απορρόφησης Χαλκού [EPC]
ZINC SULFATE INJECTION
Μειωμένη Απορρόφηση Ιόντων Χαλκού [PE]; Αναστολέας Απορρόφησης Χαλκού [EPC]
Επιστημονικό Προφίλ
expand_more
MeSH Φαρμακολογική Ταξινόμηση
Παράγοντες, συνήθως τοπικοί, που προκαλούν σύσπαση ιστών για τον έλεγχο αιμορραγίας ή εκκρίσεων.