Σκευάσματα & Τιμολόγηση
| Σκεύασμα | Περιεκτικότητα | Λιανική |
|---|---|---|
| 10+160 / TAB | 10.44 € | |
| 5+160 / TAB | 9.48 € |
Ενδείξεις
Εγκεκριμένες ενδείξεις όπως αναγράφονται στην ΠΧΠ (§4.1)
-
Θεραπεία της ιδιοπαθούς υπέρτασης
- I10 Ιδιοπαθής υπέρταση
-
Η αρτηριακή πίεση δεν ελέγχεται επαρκώς με μονοθεραπεία αμλοδιπίνης ή βαλσαρτάνης
σε: Ενήλικες
- Αρτηριακή πίεση
EXFORGE — Πληροφορίες Συνταγογράφησης
Περίληψη Χαρακτηριστικών Προϊόντος (ΠΧΠ), ανά ενότητα
medication
Δοσολογία
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Δοσολογία
- Οδός: Από στόματος
- Χορήγηση: Ημερησίως, με ή χωρίς τροφή, με λίγο νερό
- Τιτλοποίηση: Συνιστάται τιτλοποίηση της δόσης των μεμονωμένων συστατικών (δηλαδή της αμλοδιπίνης και της βαλσαρτάνης) πριν τη μετάβαση στο συνδυασμό σταθερής δόσης. Όταν ενδείκνυται κλινικά, μπορεί να εξεταστεί το ενδεχόμενο της απευθείας μετάβασης από τη μονοθεραπεία στο συνδυασμό σταθερής δόσης.
-
ΕνήλικεςΔόσηΈνα δισκίο την ημέραΤο Amlodipine+Valsartan/TAD 5 mg/80 mg μπορεί να χορηγηθεί σε ασθενείς των οποίων η αρτηριακή πίεση δεν ελέγχεται επαρκώς με μονοθεραπεία αμλοδιπίνης 5 mg ή βαλσαρτάνης 80 mg. Το Amlodipine+Valsartan/TAD 5 mg/160 mg μπορεί να χορηγηθεί σε ασθενείς των οποίων η αρτηριακή πίεση δεν ελέγχεται επαρκώς με μονοθεραπεία αμλοδιπίνης 5 mg ή βαλσαρτάνης 160 mg. Το Amlodipine+Valsartan/TAD 10 mg/160 mg μπορεί να χορηγηθεί σε ασθενείς των οποίων η αρτηριακή πίεση δεν ελέγχεται επαρκώς με μονοθεραπεία αμλοδιπίνης 10 mg ή βαλσαρτάνης 160 mg ή με Amlodipine+Valsartan/TAD 5 mg/160 mg.
-
Νεφρική δυσλειτουργίαΔεν υπάρχουν διαθέσιμα κλινικά δεδομένα για ασθενείς με σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία. Δεν απαιτείται προσαρμογή της δοσολογίας για ασθενείς με ήπια έως μέτρια νεφρική δυσλειτουργία. Στη μέτρια νεφρική δυσλειτουργία συνιστάται παρακολούθηση των επιπέδων καλίου και κρεατινίνης.
-
Ηπατική δυσλειτουργίαΔόσηΈως 80 mg βαλσαρτάνης (μέγιστη συνιστώμενη)Αντενδείκνυται σε ασθενείς με σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία. Εφιστάται προσοχή σε ασθενείς με ηπατική δυσλειτουργία ή αποφρακτικές διαταραχές των χοληφόρων. Σε ασθενείς με ήπια έως μέτρια ηπατική δυσλειτουργία χωρίς χολόσταση, η μέγιστη συνιστώμενη δόση είναι 80 mg βαλσαρτάνης. Η συνιστώμενη δοσολογία αμλοδιπίνης δεν έχει ακόμη καθοριστεί σε ασθενείς με ήπια έως μέτρια ηπατική δυσλειτουργία. Χρησιμοποιείται η χαμηλότερη διαθέσιμη δόση αμλοδιπίνης σε μονοθεραπεία ή αμλοδιπίνης σε συνδυασμό.
-
Ηλικιωμένοι (ηλικίας 65 ετών ή άνω)Απαιτείται προσοχή όταν αυξάνεται η δοσολογία. Κατά τη μετάβαση, πρέπει να χρησιμοποιείται η χαμηλότερη διαθέσιμη δόση αμλοδιπίνης σε μονοθεραπεία ή αμλοδιπίνης σε συνδυασμό.
-
Παιδιατρικός πληθυσμόςΗ ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα σε παιδιά και εφήβους ηλικίας κάτω των 18 ετών δεν έχουν ακόμα τεκμηριωθεί. Δεν υπάρχουν διαθέσιμα δεδομένα.
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
block
Αντενδείξεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Αντενδείξεις
-
Υπερευαισθησία στις δραστικές ουσίες ή σε κάποιο από τα έκδοχα
-
Σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία, χολική κίρρωση ή χολόσταση
-
Ταυτόχρονη χρήση με προϊόντα που περιέχουν αλισκιρένηΠληθυσμόςΑσθενείς με σακχαρώδη διαβήτη ή νεφρική δυσλειτουργία (GFR <60 ml/min/1,73 m2)
-
Δεύτερο και τρίτο τρίμηνο της κύησης
-
Σοβαρή υπόταση
-
Καταπληξία (συμπεριλαμβανομένης της καρδιογενούς καταπληξίας)
-
Απόφραξη του χώρου εκροής της αριστερής κοιλίας (π.χ. υπερτροφική αποφρακτική καρδιομυοπάθεια και αορτική στένωση υψηλού βαθμού)
-
Αιμοδυναμικά ασταθής καρδιακή ανεπάρκεια μετά από οξύ έμφραγμα του μυοκαρδίου
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
warning
Προειδοποιήσεις & Προφυλάξεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Προειδοποιήσεις & Προφυλάξεις
-
Υπερτασική κρίσηπροσοχήΗ ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα της αμλοδιπίνης σε υπερτασική κρίση δεν έχουν τεκμηριωθεί.
-
Κύηση (ΑΥΑΙΙ)αντένδειξηΠληθυσμόςΓυναίκες που προγραμματίζουν εγκυμοσύνηΠρέπει να μεταβαίνουν σε εναλλακτικές αντιυπερτασικές θεραπείες. Όταν διαγιγνώσκεται εγκυμοσύνη, η θεραπεία πρέπει να διακόπτεται άμεσα.
-
Συμπτωματική υπότασηπροσοχήΠληθυσμόςΑσθενείς με υποογκαιμία και/ή υπονατριαιμία (π.χ. που λαμβάνουν υψηλές δόσεις διουρητικών)Συνιστάται διόρθωση της κατάστασης ή στενή ιατρική επίβλεψη κατά την έναρξη της θεραπείας. Εάν εμφανιστεί υπόταση, ο ασθενής σε ύπτια θέση και χορήγηση φυσιολογικού ορού εάν απαραίτητο. Η θεραπεία μπορεί να συνεχιστεί μόλις σταθεροποιηθεί η αρτηριακή πίεση.
-
ΥπερκαλιαιμίαπροσοχήΗ ταυτόχρονη χρήση με συμπληρώματα καλίου, καλιοσυντηρητικά διουρητικά, υποκατάστατα άλατος που περιέχουν κάλιο, ή άλλα φαρμακευτικά προϊόντα που ενδέχεται να αυξήσουν τα επίπεδα καλίου, πρέπει να γίνεται με προσοχή.
-
Στένωση νεφρικής αρτηρίαςπροσοχήΠληθυσμόςΑσθενείς με μονόπλευρη ή αμφοτερόπλευρη στένωση νεφρικής αρτηρίας ή στένωση σε μονήρη νεφρόΠρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή, καθώς η ουρία αίματος και η κρεατινίνη ορού μπορεί να αυξηθούν.
-
Μεταμόσχευση νεφρούπροσοχήΠληθυσμόςΑσθενείς που έχουν πρόσφατα υποβληθεί σε μεταμόσχευση νεφρούΔεν υπάρχει εμπειρία σχετικά με την ασφαλή χρήση.
-
Ηπατική δυσλειτουργίαπροσοχήΠληθυσμόςΑσθενείς με ήπια έως μέτρια ηπατική δυσλειτουργία ή αποφρακτικές διαταραχές των χοληφόρωνΑπαιτείται ιδιαίτερη προσοχή.
-
Ηπατική δυσλειτουργίαπροσοχήΠληθυσμόςΑσθενείς με ήπια έως μέτρια ηπατική δυσλειτουργία χωρίς χολόστασηΗ μέγιστη συνιστώμενη δόση είναι 80 mg βαλσαρτάνης.
-
Νεφρική δυσλειτουργίαπροσοχήΠληθυσμόςΑσθενείς με ήπια έως μέτρια νεφρική δυσλειτουργία (GFR >30 ml/min/1,73 m2)Δεν απαιτείται προσαρμογή της δοσολογίας.
-
Πρωτοπαθής υπεραλδοστερονισμόςαντένδειξηΠληθυσμόςΑσθενείς με πρωτοπαθή υπεραλδοστερονισμόςΔεν πρέπει να λαμβάνουν θεραπεία με τον ανταγωνιστή των υποδοχέων της αγγειοτενσίνης ΙΙ βαλσαρτάνη.
-
ΑγγειοοίδημααντένδειξηΗ αμλοδιπίνη/βαλσαρτάνη πρέπει να διακόπτεται αμέσως και δεν πρέπει να χορηγείται εκ νέου.
-
Μεταβολές νεφρικής λειτουργίαςπροσοχήΠληθυσμόςΑσθενείς με σοβαρή καρδιακή ανεπάρκεια ή μετά από έμφραγμα του μυοκαρδίουΗ αξιολόγηση πρέπει πάντα να περιλαμβάνει εκτίμηση της νεφρικής λειτουργίας.
-
Συμφορητική καρδιακή ανεπάρκειαπροσοχήΠληθυσμόςΑσθενείς με συμφορητική καρδιακή ανεπάρκειαΟι αποκλειστές διαύλων ασβεστίου (συμπεριλαμβανομένης της αμλοδιπίνης) πρέπει να χρησιμοποιούνται με προσοχή, καθώς μπορεί να αυξήσουν τον κίνδυνο καρδιαγγειακών συμβαμάτων και θνησιμότητας.
-
Στένωση αορτής και μιτροειδούς βαλβίδαςπροσοχήΠληθυσμόςΑσθενείς που πάσχουν από στένωση μιτροειδούς βαλβίδας ή σημαντική στένωση αορτής που δεν είναι υψηλού βαθμούΑπαιτείται ιδιαίτερη προσοχή.
-
Διπλός αποκλεισμός του συστήματος ρενίνης-αγγειοτενσίνης-αλδοστερόνης (ΣΡΑΑ)αντένδειξηΔεν συνιστάται η ταυτόχρονη χρήση αναστολέων ΜΕΑ, ΑΥΑΙΙ ή αλισκιρένης. Εάν απολύτως απαραίτητο, υπό επίβλεψη ειδικού και με συχνή παρακολούθηση. Οι ΑΜΕΑ και ΑΥΑΙΙ δεν πρέπει να χρησιμοποιούνται ταυτόχρονα σε ασθενείς με διαβητική νεφροπάθεια.
-
Άλλοι πληθυσμοίπροσοχήΠληθυσμόςΠληθυσμός ασθενών εκτός από υπερτασικούςΤο Amlodipine+Valsartan/TAD δεν έχει μελετηθεί σε αυτούς τους πληθυσμούς.
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
swap_horiz
Αλληλεπιδράσεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
-
Άλλοι αντιυπερτασικοί παράγοντες (άλφα αποκλειστές, διουρητικά, τρικυκλικά αντικαταθλιπτικά)προσοχήΑύξηση της αντιυπερτασικής δράσης του συνδυασμούΣύστασηΝα λαμβάνονται υπόψη
-
Γκρέιπφρουτ ή χυμός γκρέιπφρουτπροσοχήΑύξηση της βιοδιαθεσιμότητας της αμλοδιπίνης, αύξηση της αντιυπερτασικής δράσηςΣύστασηΔεν συνιστάται η χορήγηση
-
Αναστολείς του CYP3A4 (αναστολείς πρωτεάσης, αντιμυκητιασικά της ομάδας των αζολών, μακρολίδια, βεραπαμίλη, διλτιαζέμη)προσοχήΣημαντική αύξηση της έκθεσης στην αμλοδιπίνη, εντονότερα στους ηλικιωμένουςΣύστασηΚλινική παρακολούθηση και προσαρμογή της δόσης
-
προσοχήΠοικιλία στη συγκέντρωση της αμλοδιπίνης στο πλάσμαΣύστασηΠαρακολούθηση αρτηριακής πίεσης και ρύθμιση δόσης
-
προσοχήΑύξηση της έκθεσης στη σιμβαστατίνη κατά 77%ΣύστασηΠεριορισμός της δόσης της σιμβαστατίνης σε 20 mg ημερησίως
-
Δαντρολένιο (έγχυση)αντένδειξηΚίνδυνος υπερκαλιαιμίας, θανατηφόρος κοιλιακή μαρμαρυγή και καρδιογενής καταπληξίαΣύστασηΑποφυγή συγχορήγησης
-
παρακολούθησηΑυξημένα επίπεδα τακρόλιμους στο αίμα, τοξικότηταΣύστασηΠαρακολούθηση επιπέδων τακρόλιμους και προσαρμογή της δόσης
-
παρακολούθησηΑυξημένος κίνδυνος υπότασηςΣύστασηΣτενή παρακολούθηση των ασθενών
-
προσοχήΑναστρέψιμες αυξήσεις συγκεντρώσεων λιθίου στον ορό, τοξικότητα. Ο κίνδυνος αυξάνεται με διουρητικό.ΣύστασηΠροσεκτική παρακολούθηση των επιπέδων του λιθίου στον ορό
-
Καλιοσυντηρητικά διουρητικά, συμπληρώματα καλίου, υποκατάστατα άλατος που περιέχουν κάλιο και άλλες ουσίες που μπορεί να αυξήσουν τα επίπεδα καλίουπροσοχήΕπηρέαση των επιπέδων καλίουΣύστασηΠαρακολούθηση των επιπέδων του καλίου στο πλάσμα
-
Μη στεροειδή αντιφλεγμονώδη φάρμακα (ΜΣΑΦ), εκλεκτικοί αναστολείς COX-2, ακετυλοσαλικυλικό οξύ (>3 g/ημέρα)προσοχήΕξασθένηση της αντιυπερτασικής δράσης, αυξημένος κίνδυνος επιδείνωσης της νεφρικής λειτουργίας και αύξηση του καλίου στον ορόΣύστασηΠαρακολούθηση της νεφρικής λειτουργίας, επαρκής ενυδάτωση
-
Αναστολείς του μεταφορέα πρόσληψης (ριφαμπικίνη, κυκλοσπορίνη) ή του μεταφορέα εκροής (ριτοναβίρη)προσοχήΑύξηση της συστηματικής έκθεσης στη βαλσαρτάνηΣύστασηΝα λαμβάνονται υπόψη
-
Διπλός αποκλεισμός του ΣΡΑΑ με ΑΥΑ, αναστολείς ΜΕΑ ή αλισκιρένηαντένδειξηΥπόταση, υπερκαλιαιμία, μειωμένη νεφρική λειτουργία (περιλαμβανομένης οξείας νεφρικής ανεπάρκειας)ΣύστασηΔεν πρέπει να χρησιμοποιούνται ταυτόχρονα σε ασθενείς με διαβητική νεφροπάθεια
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
sick
Ανεπιθύμητες ενέργειες
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
- Ρινοφαρυγγίτιδα
- Γρίππη
- Αιμοσφαιρίνη και αιματοκρίτης μειωμένα
- Θρομβοπενία, μερικές φορές με πορφύρα
- Λευκοπενία
- Ουδετεροπενία
- Υπερευαισθησία
- Ανορεξία
- Υπερασβεστιαιμία
- Υπεργλυκαιμία
- Υπερλιπιδαιμία
- Υπερουριχαιμία
- Υποκαλιαιμία
- Υπονατριαιμία
- Αύξηση σωματικού βάρους
- Μείωση σωματικού βάρους
- Κατάθλιψη
- Άγχος
- Διακυμάνσεις συναισθηματικής διάθεσης
- Σύγχυση
- Αϋπνία/διαταραχές ύπνου
- Μη φυσιολογικός συντονισμός
- Ζάλη
- Ζάλη θέσης
- Δυσγευσία
- Εξωπυραμιδικό σύνδρομο
- Κεφαλαλγία
- Υπερτονία
- Παραισθησία
- Υπνηλία
- Συγκοπή
- Τρόμος
- Υπαισθησία
- Καρηβαρία
- Ίλιγγος
- Περιφερική νευροπάθεια, νευροπάθεια
- Οπτική διαταραχή
- Βλάβη όρασης
- Εμβοές
- Αίσθημα παλμών
- Ταχυκαρδία
- Έμφραγμα του μυοκαρδίου
- Αρρυθμίες (συμπεριλαμβανομένων βραδυκαρδίας, κοιλιακής ταχυκαρδίας και κολπικής μαρμαρυγής)
- Έξαψη
- Υπόταση
- Ορθοστατική υπόταση
- Αγγειίτιδα
- Βήχας
- Δύσπνοια
- Φαρυγγολαρυγγικό άλγος
- Ρινίτιδα
- Κοιλιακή δυσφορία, άλγος άνω κοιλιακής χώρας
- Μεταβολή στις συνήθειες του εντέρου
- Δυσκοιλιότητα
- Διάρροια
- Ξηροστομία
- Δυσπεψία
- Γαστρίτιδα
- Υπερπλασία των ούλων
- Ναυτία
- Παγκρεατίτιδα
- Έμετος
- Αύξηση ηπατικών ενζύμων, συμπεριλαμβανομένης της αύξησης της χολερυθρίνης ορού
- Ενδοηπατική χολόσταση, ίκτερος
- Ηπατίτιδα
- Αλωπεκία
- Αγγειοοίδημα
- Πομφολυγώδης δερματίτιδα
- Ερύθημα
- Πολύμορφο ερύθημα
- Εξάνθημα
- Υπεριδρωσία
- Αντίδραση φωτοευαισθησίας
- Κνησμός
- Πορφύρα
- Δυσχρωματισμός δέρματος
- Κνίδωση
- Αποφολιδωτική δερματίτιδα
- Σύνδρομο Stevens-Johnson
- Τοξική επιδερμική νεκρόλυση
- Οίδημα Quincke
- Αρθραλγία
- Οσφυαλγία
- Διόγκωση άρθρωσης
- Μυϊκός σπασμός
- Μυαλγία
- Οίδημα αστραγάλου
- Αυξημένη κρεατινίνη ορού
- Διαταραχή ούρησης
- Νυκτουρία
- Πολλακιουρία
- Πολυουρία
- Νεφρική ανεπάρκεια
- Νεφρική δυσλειτουργία
- Ανικανότητα
- Στυτική δυσλειτουργία
- Γυναικομαστία
- Εξασθένιση
- Κόπωση
- Οίδημα προσώπου
- Οίδημα
- Περιφερικό οίδημα
- Άλγος
- Οίδημα με εντύπωμα
- Δυσφορία, αίσθημα κακουχίας
- Θωρακικό άλγος μη καρδιακό
- Κάλιο ορού αυξημένο
Λεπτομέρειες κατά συχνότητα expand_more
-
ΣυχνέςΈξαψηΑγγειακές
-
ΣυχνέςΑίσθημα παλμώνΚαρδιά
-
ΣυχνέςΒλάβη όρασηςΟφθαλμικές διαταραχές
-
ΣυχνέςΓρίππηΛοιμώξεις
-
ΣυχνέςΕξασθένισηΓενικές
-
ΣυχνέςΖάληΝευρικό
-
ΣυχνέςΚεφαλαλγίαΝευρικό
-
ΣυχνέςΚοιλιακή δυσφορία, άλγος άνω κοιλιακής χώραςΔιαταραχές του γαστρεντερικού
-
ΣυχνέςΚόπωσηΓενικές
-
ΣυχνέςΝαυτίαΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΟίδημαΓενικές
-
ΣυχνέςΟίδημα αστραγάλουΜυοσκελετικό
-
ΣυχνέςΟίδημα με εντύπωμαΓενικές
-
ΣυχνέςΠεριφερικό οίδημαΓενικές
-
ΣυχνέςΡινοφαρυγγίτιδαΛοιμώξεις
-
ΣυχνέςΥπνηλίαΝευρικό
-
Όχι συχνέςΆγχοςΨυχιατρικές
-
Όχι συχνέςΆλγοςΓενικές
-
Όχι συχνέςΈμετοςΓαστρεντερικό
-
Όχι συχνέςΊλιγγοςΝευρικό
-
Όχι συχνέςΑλωπεκίαΔέρμα
-
Όχι συχνέςΑνικανότηταΑναπαραγωγικό
-
Όχι συχνέςΑνορεξίαΜεταβολισμός
-
Όχι συχνέςΑρθραλγίαΜυοσκελετικό
-
Όχι συχνέςΑϋπνία/διαταραχές ύπνουΨυχιατρικές διαταραχές
-
Όχι συχνέςΑύξηση σωματικού βάρουςΜεταβολισμός
-
Όχι συχνέςΒήχαςΑναπνευστικό
-
Όχι συχνέςΓυναικομαστίαΑναπαραγωγικό
-
Όχι συχνέςΔιάρροιαΓαστρεντερικό
-
Όχι συχνέςΔιακυμάνσεις συναισθηματικής διάθεσηςΨυχιατρικές
-
Όχι συχνέςΔιαταραχή ούρησηςΝεφρά/Ουροποιητικό
-
Όχι συχνέςΔιόγκωση άρθρωσηςΜυοσκελετικό
-
Όχι συχνέςΔυσγευσίαΝευρικό
-
Όχι συχνέςΔυσκοιλιότηταΓαστρεντερικό
-
Όχι συχνέςΔυσπεψίαΓαστρεντερικό
-
Όχι συχνέςΔυσφορία, αίσθημα κακουχίαςΓενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
-
Όχι συχνέςΔυσχρωματισμός δέρματοςΔέρμα
-
Όχι συχνέςΔύσπνοιαΑναπνευστικό
-
Όχι συχνέςΕμβοέςΑυτί
-
Όχι συχνέςΕξάνθημαΔέρμα
-
Όχι συχνέςΕρύθημαΔέρμα
-
Όχι συχνέςΖάλη θέσηςΝευρικό
-
Όχι συχνέςΘωρακικό άλγος μη καρδιακόΓενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
-
Όχι συχνέςΚάλιο ορού αυξημένοΠαρακλινικές εξετάσεις
-
Όχι συχνέςΚαρnβαρίαΔιαταραχές του νευρικού συστήματος
-
Όχι συχνέςΚατάθλιψηΨυχιατρικές
-
Όχι συχνέςΚνίδωσηΔέρμα
-
Όχι συχνέςΚνησμόςΔέρμα
-
Όχι συχνέςΜείωση σωματικού βάρουςΜεταβολισμός
-
Όχι συχνέςΜεταβολή στις συνήθειες του εντέρουΔιαταραχές του γαστρεντερικού
-
Όχι συχνέςΜη φυσιολογικός συντονισμόςΝευρικό
-
Όχι συχνέςΜυαλγίαΜυοσκελετικό
-
Όχι συχνέςΜυϊκός σπασμόςΜυοσκελετικό
-
Όχι συχνέςΝυκτουρίαΝεφρά/Ουροποιητικό
-
Όχι συχνέςΞηροστομίαΓαστρεντερικό
-
Όχι συχνέςΟίδημα προσώπουΓενικές
-
Όχι συχνέςΟπτική διαταραχήΟφθαλμικές
-
Όχι συχνέςΟρθοστατική υπότασηΑγγειακές
-
Όχι συχνέςΟσφυαλγίαΜυοσκελετικό
-
Όχι συχνέςΠαραισθησίαΝευρικό
-
Όχι συχνέςΠολλακιουρίαΝεφρά/Ουροποιητικό
-
Όχι συχνέςΠορφύραΔέρμα
-
Όχι συχνέςΡινίτιδαΑναπνευστικό
-
Όχι συχνέςΣυγκοπήΝευρικό
-
Όχι συχνέςΤαχυκαρδίαΚαρδιά
-
Όχι συχνέςΤρόμοςΝευρικό
-
Όχι συχνέςΥπαισθησίαΝευρικό
-
Όχι συχνέςΥπερασβεστιαιμίαΜεταβολισμός
-
Όχι συχνέςΥπεριδρωσίαΔέρμα
-
Όχι συχνέςΥπερλιπιδαιμίαΜεταβολισμός
-
Όχι συχνέςΥπερουριχαιμίαΜεταβολισμός
-
Όχι συχνέςΥποκαλιαιμίαΜεταβολισμός
-
Όχι συχνέςΥπονατριαιμίαΜεταβολισμός
-
Όχι συχνέςΥπότασηΑγγειακές
-
Όχι συχνέςΦαρυγγολαρυγγικό άλγοςΑναπνευστικό
-
ΣπάνιεςΠολυουρίαΝεφρά/Ουροποιητικό
-
ΣπάνιεςΣτυτική δυσλειτουργίαΑναπαραγωγικό
-
ΣπάνιεςΣύγχυσηΨυχιατρικές
-
Πολύ σπάνιεςΈμφραγμα του μυοκαρδίουΚαρδιά
-
Πολύ σπάνιεςΑγγειίτιδαΑγγειακές
-
Πολύ σπάνιεςΑντίδραση φωτοευαισθησίαςΔέρμα
-
Πολύ σπάνιεςΑποφολιδωτική δερματίτιδαΔέρμα
-
Πολύ σπάνιεςΑρρυθμίες (συμπεριλαμβανομένων βραδυκαρδίας, κοιλιακής ταχυκαρδίας και κολπικής μαρμαρυγής)Καρδιακές διαταραχές
-
Πολύ σπάνιεςΑύξηση ηπατικών ενζύμων, συμπεριλαμβανομένης της αύξησης της χολερυθρίνης ορούΔιαταραχές του ήπατος και των χοληφόρων
-
Πολύ σπάνιεςΓαστρίτιδαΓαστρεντερικό
-
Πολύ σπάνιεςΕνδοηπατική χολόσταση, ίκτεροςΔιαταραχές του ήπατος και των χοληφόρων
-
Πολύ σπάνιεςΗπατίτιδαΉπαρ
-
Πολύ σπάνιεςΘρομβοπενία, μερικές φορές με πορφύραΔιαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος
-
Πολύ σπάνιεςΛευκοπενίαΑίμα
-
Πολύ σπάνιεςΟίδημα QuinckeΔιαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
-
Πολύ σπάνιεςΠαγκρεατίτιδαΓαστρεντερικό
-
Πολύ σπάνιεςΠεριφερική νευροπάθεια, νευροπάθειαΔιαταραχές του νευρικού συστήματος
-
Πολύ σπάνιεςΠολύμορφο ερύθημαΔέρμα
-
Πολύ σπάνιεςΣύνδρομο Stevens-JohnsonΔέρμα
-
Πολύ σπάνιεςΥπεργλυκαιμίαΜεταβολισμός
-
Πολύ σπάνιεςΥπερευαισθησίαΑνοσοποιητικό
-
Πολύ σπάνιεςΥπερπλασία των ούλωνΓαστρεντερικό
-
Πολύ σπάνιεςΥπερτονίαΝευρικό
-
Μη γνωστέςΑγγειοοίδημαΔέρμα
-
Μη γνωστέςΑιμοσφαιρίνη και αιματοκρίτης μειωμέναΔιαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος
-
Μη γνωστέςΑυξημένη κρεατινίνη ορούΕργαστηριακές
-
Μη γνωστέςΕξωπυραμιδικό σύνδρομοΝευρικό
-
Μη γνωστέςΝεφρική ανεπάρκειαΝεφρά/Ουροποιητικό
-
Μη γνωστέςΝεφρική δυσλειτουργίαΝεφρά/Ουροποιητικό
-
Μη γνωστέςΟυδετεροπενίαΑίμα
-
Μη γνωστέςΠομφολυγώδης δερματίτιδαΔέρμα
-
Μη γνωστέςΤοξική επιδερμική νεκρόλυσηΔέρμα
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
pregnant_woman
Κύηση / Γαλουχία
ΠΧΠ (SPC)
Επίπεδο κινδύνου: Αντενδείκνυται
expand_more
Κύηση / Γαλουχία
-
ΚύησηΑντενδείκνυταιΗ χρήση των Ανταγωνιστών των Υποδοχέων της Αγγειοτενσίνης ΙΙ (ΑΥΑΙΙ) δεν συνιστάται κατά τη διάρκεια του πρώτου τριμήνου της εγκυμοσύνης. Η χρήση των ΑΥΑΙΙ αντενδείκνυται κατά τη διάρκεια του δεύτερου και τρίτου τριμήνου της εγκυμοσύνης. Εμβρυοτοξικότητα και νεογνική τοξικότητα έχουν αναφερθεί με ΑΥΑΙΙ. Η αμλοδιπίνη συνιστάται μόνο όταν δεν υπάρχει άλλη εναλλακτική πιο ασφαλής και όταν η νόσος ενέχει μεγαλύτερο κίνδυνο για τη μητέρα και το έμβρυο.
-
ΓαλουχίαΑποφεύγεταιΗ αμλοδιπίνη απεκκρίνεται στο ανθρώπινο γάλα και η επίδρασή της στα βρέφη δεν είναι γνωστή. Δεν συνιστάται η αμλοδιπίνη/βαλσαρτάνη, ιδίως κατά το θηλασμό νεογέννητου ή πρόωρου βρέφους.
-
ΓονιμότηταΜε προσοχήΔεν υπάρχουν κλινικές μελέτες για τη γονιμότητα με αμλοδιπίνη/βαλσαρτάνη. Η βαλσαρτάνη δεν είχε ανεπιθύμητες επιδράσεις σε μελέτες σε ζώα. Για την αμλοδιπίνη, έχουν αναφερθεί αναστρέψιμες βιοχημικές μεταβολές στην κεφαλή των σπερματοζωαρίων και ανεπιθύμητες επιδράσεις στη γονιμότητα αρσενικών αρουραίων.
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
e911_emergency
Υπερδοσολογία
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Υπερδοσολογία
- έντονη υπόταση
- ζάλη
- υπερβολική περιφερική αγγειοδιαστολή
- αντανακλαστική ταχυκαρδία
- εκσεσημασμένη και δυνητικώς παρατεταμένη συστηματική υπόταση
- καταπληξία
- μη καρδιογενές πνευμονικό οίδημα
directions_car
Επίδραση στην οδήγηση
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Επίδραση στην οδήγηση
science
Έκδοχα
ΠΧΠ (SPC) §2 & §6.1
expand_more
Έκδοχα
biotech
Φαρμακολογία
Φαρμακοδυναμική & Φαρμακοκινητική
expand_more
Φαρμακολογία
Φαρμακοδυναμικές ιδιότητες
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: παράγοντες που δρουν στο σύστημα ρενίνης-αγγειοτενσίνης, ανταγωνιστές της αγγειοτενσίνης II και αποκλειστές διαύλων ασβεστίου, κωδικός ATC: C09DB01
Μηχανισμός δράσης
Η αμλοδιπίνη/βαλσαρτάνη συνδυάζει δύο αντιυπερτασικές ουσίες με συμπληρωματικούς μηχανισμούς δράσης για τον έλεγχο της αρτηριακής πίεσης ασθενών με ιδιοπαθή υπέρταση: η αμλοδιπίνη ανήκει στην ομάδα των ανταγωνιστών του ασβεστίου και η βαλσαρτάνη στην ομάδα των ανταγωνιστών της αγγειοτενσίνης ΙΙ. Ο συνδυασμός αυτών των ουσιών έχει αθροιστική αντιυπερτασική δράση, που μειώνει την αρτηριακή πίεση σε μεγαλύτερο βαθμό απ’ ότι το κάθε συστατικό μεμονωμένα.
Φαρμακοδυναμικές επιδράσεις
Αμλοδιπίνη/βαλσαρτάνη Ο συνδυασμός αμλοδιπίνης και βαλσαρτάνης οδηγεί σε δοσοεξαρτώμενη αθροιστική μείωση της αρτηριακής πίεσης σε όλο το εύρος της θεραπευτικής του δόσης. Η αντιυπερτασική δράση μίας εφάπαξ δόσης του συνδυασμού διατηρήθηκε για 24 ώρες.
Κλινικές δοκιμές ελεγχόμενες με εικονικό φάρμακο Περισσότεροι από 1.400 υπερτασικοί ασθενείς έλαβαν αμλοδιπίνη/βαλσαρτάνη άπαξ ημερησίως σε δύο ελεγχόμενες με εικονικό φάρμακο δοκιμές. Στις δοκιμές συμμετείχαν ενήλικες με ήπιας έως μέτριας βαρύτητας μη επιπλεγμένη ιδιοπαθή υπέρταση (μέση διαστολική αρτηριακή πίεση σε καθιστή θέση ≥ 95 και <110 mmHg). Αποκλείστηκαν ασθενείς με υψηλούς καρδιαγγειακούς κινδύνους -καρδιακή ανεπάρκεια, διαβήτη τύπου Ι και ανεπαρκώς ελεγχόμενο διαβήτη τύπου ΙΙ και ιστορικό εμφράγματος του μυοκαρδίου ή αγγειακού εγκεφαλικού επεισοδίου εντός ενός έτους.
Κλινικές δοκιμές ελεγχόμενες με δραστικό φάρμακο σε ασθενείς που δεν ανταποκρίνονταν σε μονοθεραπεία Μια πολυκεντρική, τυχαιοποιημένη, διπλά τυφλή, ελεγχόμενη με δραστικό φάρμακο, παράλληλων ομάδων δοκιμή έδειξε ομαλοποίηση της αρτηριακής πίεσης (κατώτατη διαστολική αρτηριακή πίεση σε καθιστή θέση <90 mmHg στο τέλος της δοκιμής) σε ασθενείς που δεν ελέγχονταν επαρκώς με βαλσαρτάνη 160 mg στο 75% των ασθενών που έλαβαν αμλοδιπίνη/βαλσαρτάνη 10 mg/160 mg και στο 62% των ασθενών που έλαβαν αμλοδιπίνη/βαλσαρτάνη 5 mg/160 mg, σε σύγκριση με το 53% των ασθενών που παρέμειναν στο σχήμα βαλσαρτάνης 160 mg. Η προσθήκη αμλοδιπίνης 10 mg και 5 mg οδήγησε σε περαιτέρω μείωση της συστολικής/διαστολικής αρτηριακής πίεσης κατά 6,0/4,8 mmHg και 3,9/2,9 mmHg αντίστοιχα, σε σύγκριση με τους ασθενείς που παρέμειναν στη μονοθεραπεία με βαλσαρτάνη 160 mg.
Μια πολυκεντρική, τυχαιοποιημένη, διπλά τυφλή, ελεγχόμενη με δραστικό φάρμακο, παράλληλων ομάδων δοκιμή έδειξε ομαλοποίηση της αρτηριακής πίεσης (κατώτατη διαστολική αρτηριακή πίεση σε καθιστή θέση <90 mmHg στο τέλος της δοκιμής) σε ασθενείς που δεν ελέγχονταν επαρκώς με αμλοδιπίνη 10 mg στο 78% των ασθενών που έλαβαν αμλοδιπίνη/βαλσαρτάνη 10 mg/160 mg, σε σύγκριση με το 67% των ασθενών που παρέμειναν στο σχήμα αμλοδιπίνης 10 mg. Η προσθήκη βαλσαρτάνης 160 mg οδήγησε σε περαιτέρω μείωση της συστολικής/διαστολικής αρτηριακής πίεσης κατά 2,9/2,1 mmHg σε σύγκριση με τους ασθενείς που παρέμειναν στο σχήμα μονοθεραπείας με αμλοδιπίνη 10 mg.
Η αμλοδιπίνη/βαλσαρτάνη μελετήθηκε επίσης σε μια ελεγχόμενη με δραστικό φάρμακο μελέτη με 130 υπερτασικούς ασθενείς με μέση διαστολική αρτηριακή πίεση σε καθιστή θέση ≥110 mmHg και <120 mmHg. Στη μελέτη αυτή (αρτηριακή πίεση κατά την έναρξη της μελέτης 171/113 mmHg), δοσολογικό σχήμα αμλοδιπίνης/βαλσαρτάνης 5 mg/160 mg που τιτλοποιήθηκε σε 10 mg/160 mg μείωσε την αρτηριακή πίεση σε καθιστή θέση κατά 36/29 mmHg σε σύγκριση με την κατά 32/28 mmHg μείωση που επετεύχθη με δοσολογικό σχήμα λισινοπρίλης/υδροχλωροθειαζίδης 10 mg/12,5 mg που τιτλοποιήθηκε σε 20 mg/12,5 mg.
Σε δύο μακροχρόνιες μελέτες παρακολούθησης, η δράση της αμλοδιπίνης/βαλσαρτάνης διατηρήθηκε για πάνω από ένα χρόνο. Απότομη διακοπή της αμλοδιπίνης/βαλσαρτάνης δεν έχει συσχετιστεί με ταχεία αύξηση της αρτηριακής πίεσης.
Η ηλικία, το φύλο, η φυλή ή ο δείκτης μάζας σώματος (≥30 kg/m2, <30 kg/m2) δεν επηρέασαν την ανταπόκριση στην αμλοδιπίνη/βαλσαρτάνη.
Η αμλοδιπίνη/βαλσαρτάνη δεν έχει μελετηθεί σε άλλο πληθυσμό ασθενών εκτός από υπερτασικούς. Η βαλσαρτάνη έχει μελετηθεί σε ασθενείς μετά από έμφραγμα του μυοκαρδίου και καρδιακή ανεπάρκεια. Η αμλοδιπίνη έχει μελετηθεί σε ασθενείς με χρόνια σταθερή στηθάγχη, αγγειοσυσπαστική στηθάγχη και αγγειογραφικά τεκμηριωμένη στεφανιαία νόσο.
Αμλοδιπίνη Το συστατικό αμλοδιπίνη του συνδυασμού αμλοδιπίνης/βαλσαρτάνης αναστέλλει τη διαμεμβρανική είσοδο των ιόντων ασβεστίου στον καρδιακό και στον αγγειακό λείο μυ. Ο μηχανισμός της αντιυπερτασικής δράσης της αμλοδιπίνης οφείλεται στην άμεση χάλαση του αγγειακού λείου μυός, που προκαλεί μείωση των περιφερικών αγγειακών αντιστάσεων και της αρτηριακής πίεσης. Πειραματικά δεδομένα υποδηλώνουν ότι η αμλοδιπίνη δεσμεύεται σε θέσεις σύνδεσης τόσο των διυδροπυριδινών όσο και των ουσιών που δεν ανήκουν στην ομάδα των διυδροπυριδινών. Οι διαδικασίες συστολής του καρδιακού μυός και του αγγειακού λείου μυός εξαρτώνται από τη μετακίνηση των εξωκυττάριων ιόντων ασβεστίου σε αυτά τα κύτταρα μέσω ειδικών διαύλων ιόντων.
Μετά από χορήγηση θεραπευτικών δόσεων σε υπερτασικούς ασθενείς, η αμλοδιπίνη προκαλεί αγγειοδιαστολή, γεγονός που οδηγεί σε μείωση της αρτηριακής πίεσης σε ύπτια και σε όρθια θέση. Αυτές οι μειώσεις της αρτηριακής πίεσης δεν συνοδεύονται από σημαντική μεταβολή του καρδιακού ρυθμού ή των επιπέδων κατεχολαμινών στο πλάσμα με χρόνια χορήγηση.
Οι συγκεντρώσεις στο πλάσμα σχετίζονται με το αποτέλεσμα τόσο σε νέους όσο και σε ηλικιωμένους ασθενείς.
Σε υπερτασικούς ασθενείς με φυσιολογική νεφρική λειτουργία, οι θεραπευτικές δόσεις της αμλοδιπίνης οδήγησαν σε μείωση της νεφρικής αγγειακής αντίστασης και σε αύξηση του ρυθμού σπειραματικής διήθησης και σε ενεργή νεφρική ροή πλάσματος, χωρίς μεταβολή του κλάσματος διήθησης ή πρωτεϊνουρία.
Όπως και με άλλους αποκλειστές διαύλων ασβεστίου, οι αιμοδυναμικές μετρήσεις της καρδιακής λειτουργίας σε ηρεμία και κατά τη διάρκεια άσκησης (ή βηματισμού) σε ασθενείς με φυσιολογική κοιλιακή λειτουργία που έλαβαν αμλοδιπίνη έχουν δείξει γενικά μικρή αύξηση του καρδιακού δείκτη χωρίς σημαντική επίδραση στο λόγο dP/dt ή στην τελοδιαστολική πίεση ή στον τελοδιαστολικό όγκο της αριστερής κοιλίας. Σε αιμοδυναμικές μελέτες, η αμλοδιπίνη δεν έχει συσχετιστεί με αρνητική ινότροπο δράση όταν χορηγήθηκε στο εύρος θεραπευτικών δόσεων σε υγιή ζώα και ανθρώπους, ακόμα και όταν συγχορηγήθηκε με βήτα αποκλειστές σε ανθρώπους.
Η αμλοδιπίνη δεν μεταβάλλει τη λειτουργία του φλεβοκόμβου ή την κολποκοιλιακή αγωγιμότητα σε υγιή ζώα ή ανθρώπους. Σε κλινικές μελέτες όπου η αμλοδιπίνη χορηγήθηκε σε συνδυασμό με βήτα αποκλειστές σε ασθενείς είτε με υπέρταση είτε με στηθάγχη, δεν παρατηρήθηκαν ανεπιθύμητες επιδράσεις σε ηλεκτροκαρδιογραφικές παραμέτρους.
Χρήση σε ασθενείς με υπέρταση Μια τυχαιοποιημένη διπλά τυφλή μελέτη νοσηρότητας-θνησιμότητας που ονομάζεται Δοκιμή Αντιυπερτασικής και Αντιλιπιδαιμικής Θεραπείας για την Πρόληψη Καρδιακού Επεισοδίου (ALLHAT), διεξήχθη για να συγκρίνει νεότερες θεραπείες: αμλοδιπίνη 2,5-10 mg/ημέρα (αποκλειστής διαύλων ασβεστίου) ή λισινοπρίλη 10-40 mg/ημέρα (αναστολέας ΜΕΑ) ως θεραπείες πρώτης γραμμής έναντι του διουρητικού θειαζίδης, χλωροθαλιδόνη 12,5-25 mg/ημέρα στην ήπια έως μέτρια υπέρταση.
Συνολικά 33.357 υπερτασικοί ασθενείς ηλικίας 55 ετών ή μεγαλύτεροι τυχαιοποιήθηκαν και παρακολουθήθηκαν για μέσο διάστημα 4,9 ετών. Οι ασθενείς είχαν τουλάχιστον έναν πρόσθετο παράγοντα κινδύνου στεφανιαίας νόσου, συμπεριλαμβανομένων: προηγούμενου εμφράγματος μυοκαρδίου ή αγγειακού εγκεφαλικού επεισοδίου (>6 μήνες πριν την ένταξη) ή άλλης τεκμηριωμένης αθηροσκληρωτικής καρδιαγγειακής νόσου (συνολικά 51,5%), διαβήτη τύπου 2 (36,1%), υψηλής πυκνότητας λιποπρωτεΐνης - χοληστερόλη <35 mg/dl ή <0,906 mmol/l (11,6%), διαγνωσθείσας υπερτροφίας της αριστερής κοιλίας μέσω ηλεκτροκαρδιογραφήματος ή ηχοκαρδιογραφήματος (20,9%), ενεργού καπνίσματος (21,9%).
Το κύριο καταληκτικό σημείο ήταν σύνθετο και περιελάμβανε θανατηφόρο στεφανιαία νόσο ή μη θανατηφόρο έμφραγμα του μυοκαρδίου. Δεν υπήρχε σημαντική διαφορά στο κύριο καταληκτικό σημείο μεταξύ της βασισμένης σε αμλοδιπίνη θεραπείας και της βασισμένης σε χλωροθαλιδόνη θεραπείας: σχετικός κίνδυνος (RR) 0,98, 95% CI (0,90-1,07), p=0,65. Από τα δευτερεύοντα καταληκτικά σημεία, η επίπτωση της καρδιακής ανεπάρκειας (συνιστώσα ενός σύνθετου συνδυασμένου καρδιαγγειακού καταληκτικού σημείου) ήταν σημαντικά υψηλότερη στην ομάδα της αμλοδιπίνης σε σύγκριση με την ομάδα της χλωροθαλιδόνης (10,2% έναντι 7,7%, RR 1,38, 95% CI [1,25-1,52], p <0,001). Ωστόσο, δεν υπήρχε σημαντική διαφορά στη θνησιμότητα οποιασδήποτε αιτιολογίας μεταξύ της βασισμένης σε αμλοδιπίνη θεραπείας και της βασισμένης σε χλωροθαλιδόνη θεραπείας RR 0,96, 95% CI [0,89-1,02], p=0,20.
Βαλσαρτάνη Η βαλσαρτάνη είναι ένας χορηγούμενος από στόματος δραστικός, ισχυρός και ειδικός ανταγωνιστής των υποδοχέων της αγγειοτενσίνης ΙΙ. Δρα εκλεκτικά στον υποδοχέα υποτύπου AT1, που είναι υπεύθυνος για τις γνωστές δράσεις της αγγειοτενσίνης ΙΙ. Τα αυξημένα επίπεδα της αγγειοτενσίνης ΙΙ στο πλάσμα μετά από αποκλεισμό του υποδοχέα AT1 με βαλσαρτάνη μπορεί να διεγείρουν τον μη αποκλεισμένο υποδοχέα υποτύπου AT2, ο οποίος φαίνεται ότι αντισταθμίζει τη δράση του υποδοχέα AT1. Η βαλσαρτάνη δεν επιδεικνύει καμία μερική αγωνιστική δράση στον υποδοχέα AT1 και έχει πολύ μεγαλύτερη (περίπου 20.000 φορές) συγγένεια για τον υποδοχέα AT1 απ’ ότι για τον υποδοχέα AT2.
Η βαλσαρτάνη δεν αναστέλλει το ΜΕΑ, επίσης γνωστό και ως κινινάση ΙΙ, η οποία μετατρέπει την αγγειοτενσίνη Ι σε αγγειοτενσίνη ΙΙ και αποικοδομεί τη βραδυκινίνη. Καθώς δεν παρατηρείται καμία επίδραση στο ΜΕΑ και καμία ενίσχυση της βραδυκινίνης ή της ουσίας P, οι ανταγωνιστές της αγγειοτενσίνης ΙΙ δεν είναι πιθανό να σχετίζονται με βήχα. Σε κλινικές δοκιμές όπου η βαλσαρτάνη συγκρίθηκε με έναν αναστολέα ΜΕΑ, η επίπτωση ξηρού βήχα ήταν σημαντικά (p <0,05) χαμηλότερη στους ασθενείς που έλαβαν αγωγή με βαλσαρτάνη απ’ ότι στους ασθενείς που έλαβαν αγωγή με αναστολέα ΜΕΑ (2,6% έναντι 7,9%, αντίστοιχα). Σε μια κλινική δοκιμή στην οποία συμμετείχαν ασθενείς με ιστορικό ξηρού βήχα κατά τη διάρκεια θεραπείας με αναστολέα ΜΕΑ, 19,5% των ατόμων της δοκιμής που έλαβαν βαλσαρτάνη και 19,0% των ατόμων που έλαβαν ένα θειαζιδικό διουρητικό παρουσίασε βήχα, έναντι ποσοστού 68,5% των ασθενών που έλαβαν αναστολέα ΜΕΑ (p <0,05). Η βαλσαρτάνη δεν συνδέεται ή δεν αποκλείει άλλους υποδοχείς ορμονών ή διαύλους ιόντων που είναι γνωστό ότι παίζουν σημαντικό ρόλο στην καρδιαγγειακή ρύθμιση.
Η χορήγηση βαλσαρτάνης σε ασθενείς με υπέρταση οδηγεί σε πτώση της αρτηριακής πίεσης χωρίς να επηρεάζει τον καρδιακό ρυθμό.
Στους περισσότερους ασθενείς, μετά τη χορήγηση εφάπαξ δόσης από στόματος, η έναρξη της αντιυπερτασική δράσης παρουσιάζεται εντός 2 ωρών, και η μέγιστη πτώση της αρτηριακής πίεσης επιτυγχάνεται εντός 4-6 ωρών. Η αντιυπερτασική δράση διατηρείται για 24 ώρες μετά τη χορήγηση. Κατά την επαναλαμβανόμενη χορήγηση, η μέγιστη μείωση της αρτηριακής πίεσης με οποιαδήποτε δόση επιτυγχάνεται εντός 2-4 εβδομάδων και διατηρείται κατά την μακροχρόνια θεραπεία. Απότομη διακοπή της βαλσαρτάνης δεν έχει συσχετιστεί με απότομη αντανακλαστική αύξηση της αρτηριακής πίεσης (φαινόμενο rebound) ή άλλα ανεπιθύμητα κλινικά συμβάντα.
Άλλα: Διπλός αποκλεισμός του συστήματος ρενίνης-αγγειοτενσίνης-αλδοστερόνης (ΣΡΑΑ) Δύο μεγάλες τυχαιοποιημένες, ελεγχόμενες δοκιμές (η ONTARGET (ONgoing Telmisartan Alone and in combination with Ramipril Global Endpoint Trial) και η VA NEPHRON-D (The Veterans Affairs Nephropathy in Diabetes) εξέτασαν τη χρήση του συνδυασμού ενός αναστολέα ΜΕΑ με έναν αποκλειστή των υποδοχέων της αγγειοτενσίνης ΙΙ (ΑΥΑΙΙ).
Η ONTARGET ήταν μία μελέτη που διεξήχθη σε ασθενείς με ιστορικό καρδιαγγειακής ή εγκεφαλικής αγγειακής νόσου ή σακχαρώδη διαβήτη τύπου 2 συνοδευόμενο από ένδειξη βλάβης τελικού οργάνου. Η VA NEPHRON-D ήταν μία μελέτη σε ασθενείς με σακχαρώδη διαβήτη τύπου 2 και διαβητική νεφροπάθεια.
Αυτές οι μελέτες δεν έχουν δείξει σημαντική ωφέλιμη επίδραση στις νεφρικές και/ή στις καρδιαγγειακές εκβάσεις και στη θνησιμότητα, ενώ παρατηρήθηκε αυξημένος κίνδυνος υπερκαλιαιμίας, οξείας νεφρικής βλάβης και/ή υπότασης σε σύγκριση με τη μονοθεραπεία. Δεδομένων των παρόμοιων φαρμακοδυναμικών ιδιοτήτων, αυτά τα αποτελέσματα είναι επίσης σχετικά για άλλους αναστολείς ΜΕΑ και τους ΑΥΑΙΙ.
Ως εκ τούτου οι αναστολείς ΜΕΑ και οι ΑΥΑΙΙ δεν πρέπει να χρησιμοποιούνται ταυτόχρονα σε ασθενείς με διαβητική νεφροπάθεια (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις).
Η ALTITUDE (Aliskiren Trial in Type 2 Diabetes Using Cardiovascular and Renal Disease Endpoints) ήταν μία μελέτη σχεδιασμένη να ελέγξει το όφελος της προσθήκης αλισκιρένης σε μία καθιερωμένη θεραπεία με έναν αναστολέα ΜΕΑ ή έναν ΑΥΑΙΙ σε ασθενείς με σακχαρώδη διαβήτη τύπου 2 και χρόνια νεφρική νόσο, καρδιαγγειακή νόσο, ή και τα δύο. Η μελέτη διακόπηκε πρόωρα λόγω αυξημένου κινδύνου ανεπιθύμητων εκβάσεων. Ο καρδιαγγειακός θάνατος και το εγκεφαλικό επεισόδιο ήταν και τα δύο αριθμητικά συχνότερα στην ομάδα της αλισκιρένης απ’ ότι στην ομάδα του εικονικού φαρμάκου και τα ανεπιθύμητα συμβάντα και τα σοβαρά ανεπιθύμητα συμβάντα που παρουσίαζαν ενδιαφέρον (υπερκαλιαιμία, υπόταση και νεφρική δυσλειτουργία) αναφέρθηκαν συχνότερα στην ομάδα της αλισκιρένης απ’ ότι στην ομάδα του εικονικού φαρμάκου.
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
Γραμμικότητα
Η αμλοδιπίνη και η βαλσαρτάνη παρουσιάζουν γραμμική φαρμακοκινητική.
Αμλοδιπίνη/βαλσαρτάνη
Μετά την από στόματος χορήγηση αμλοδιπίνης/βαλσαρτάνης, οι μέγιστες συγκεντρώσεις της βαλσαρτάνης και της αμλοδιπίνης στο πλάσμα επιτυγχάνονται σε 3 και 6-8 ώρες, αντίστοιχα. Ο ρυθμός και ο βαθμός απορρόφησης της αμλοδιπίνης/βαλσαρτάνης είναι ισοδύναμοι με τη βιοδιαθεσιμότητα της βαλσαρτάνης και της αμλοδιπίνης όταν χορηγούνται ως μεμονωμένα δισκία.
Αμλοδιπίνη
Απορρόφηση: Μετά την από στόματος χορήγηση θεραπευτικών δόσεων μονοθεραπείας αμλοδιπίνης, οι μέγιστες συγκεντρώσεις της αμλοδιπίνης στο πλάσμα επιτυγχάνονται σε 6-12 ώρες. Η απόλυτη βιοδιαθεσιμότητα έχει υπολογιστεί ότι κυμαίνεται μεταξύ 64% και 80%. Η βιοδιαθεσιμότητα της αμλοδιπίνης δεν επηρεάζεται από τη λήψη τροφής. Κατανομή: Ο όγκος κατανομής είναι περίπου 21 l/kg. Μελέτες in vitro με την αμλοδιπίνη έχουν δείξει ότι το 97,5% περίπου του κυκλοφορούντος φαρμάκου δεσμεύεται στις πρωτεΐνες πλάσματος. Βιομετασχηματισμός: Η αμλοδιπίνη μεταβολίζεται σε εκτεταμένο βαθμό (περίπου 90%) στο ήπαρ σε ανενεργούς μεταβολίτες. Αποβολή: Η αποβολή της αμλοδιπίνης από το πλάσμα είναι διφασική, με τελικό χρόνο ημίσειας ζωής αποβολής περίπου 30 έως 50 ώρες. Επίπεδα σε σταθεροποιημένη κατάσταση στο πλάσμα επιτυγχάνονται μετά από συνεχή χορήγηση για 7-8 ημέρες. Το 10% της αρχικής αμλοδιπίνης και το 60% των μεταβολιτών της αμλοδιπίνης απεκκρίνονται στα ούρα.
Βαλσαρτάνη
Απορρόφηση: Μετά την από στόματος χορήγηση μονοθεραπείας βαλσαρτάνης, οι μέγιστες συγκεντρώσεις της βαλσαρτάνης στο πλάσμα επιτυγχάνονται σε 2-4 ώρες. Η μέση απόλυτη βιοδιαθεσιμότητα είναι 23%. Η τροφή μειώνει την έκθεση (όπως μετράται μέσω της AUC) στη βαλσαρτάνη κατά 40% περίπου και τη μέγιστη συγκέντρωση στο πλάσμα (Cmax) κατά 50% περίπου, αν και 8 ώρες περίπου μετά τη δόση οι συγκεντρώσεις της βαλσαρτάνης στο πλάσμα είναι παρόμοιες για την ομάδα των ασθενών που έλαβαν τροφή και για την ομάδα αυτών που δεν έλαβαν. Ωστόσο, αυτή η μείωση της AUC δεν συνοδεύεται από κλινικά σημαντική μείωση του θεραπευτικού αποτελέσματος, και επομένως η βαλσαρτάνη μπορεί να χορηγείται με ή χωρίς τροφή. Κατανομή: Ο όγκος κατανομής της βαλσαρτάνης σε σταθεροποιημένη κατάσταση μετά από ενδοφλέβια χορήγηση είναι περίπου 17 λίτρα, υποδεικνύοντας ότι η βαλσαρτάνη δεν κατανέμεται εκτενώς στους ιστούς. Η βαλσαρτάνη συνδέεται σε μεγάλο βαθμό στις πρωτεΐνες ορού (94-97%), κυρίως στη λευκωματίνη ορού. Βιομετασχηματισμός: Η βαλσαρτάνη δεν μετασχηματίζεται σε μεγάλο βαθμό καθώς μόνο το 20% περίπου της δόσης ανακτάται σε μορφή μεταβολιτών. Ένας μεταβολίτης υδροξέος έχει εντοπιστεί στο πλάσμα σε χαμηλές συγκεντρώσεις (λιγότερο από το 10% της AUC της βαλσαρτάνης). Αυτός ο μεταβολίτης είναι φαρμακολογικά μη ενεργός. Αποβολή: Η βαλσαρτάνη εμφανίζει πολυεκθετική κινητική απομάκρυνσης (t½α <1 ώρας και t½β περίπου 9 ώρες). Η βαλσαρτάνη αποβάλλεται κυρίως στα κόπρανα (περίπου το 83% της δόσης) και στα ούρα (περίπου το 13% της δόσης), κυρίως ως αμετάβλητο φάρμακο. Μετά από ενδοφλέβια χορήγηση, η κάθαρση της βαλσαρτάνης από το πλάσμα είναι περίπου 2 l/h και η νεφρική της κάθαρση είναι 0,62 l/h (περίπου το 30% της ολικής κάθαρσης). Ο χρόνος ημίσειας ζωής της βαλσαρτάνης είναι 6 ώρες.
Ειδικοί πληθυσμοί
Παιδιατρικός πληθυσμός (ηλικίας κάτω των 18 ετών) Δεν υπάρχουν διαθέσιμα δεδομένα φαρμακοκινητικής όσον αφορά τον παιδιατρικό πληθυσμό.
Ηλικιωμένοι (ηλικίας 65 ετών και άνω) Ο χρόνος έως τις μέγιστες συγκεντρώσεις της αμλοδιπίνης στο πλάσμα είναι παρόμοιος για τους νέους και τους ηλικιωμένους ασθενείς. Σε ηλικιωμένους ασθενείς, η κάθαρση της αμλοδιπίνης τείνει να μειώνεται, γεγονός που προκαλεί αυξήσεις στην περιοχή κάτω από την καμπύλη (AUC) και στο χρόνο ημίσειας ζωής αποβολής. Η μέση συστηματική AUC της βαλσαρτάνης είναι μεγαλύτερη κατά 70% στους ηλικιωμένους απ’ ότι στους νέους, επομένως απαιτείται προσοχή όταν αυξάνεται η δοσολογία.
Νεφρική δυσλειτουργία Η φαρμακοκινητική της αμλοδιπίνης δεν επηρεάζεται σημαντικά από τη νεφρική δυσλειτουργία. Όπως ήταν αναμενόμενο για μια ουσία όπου η νεφρική κάθαρση αποτελεί μόνο το 30% της ολικής κάθαρσης από το πλάσμα, δεν παρατηρήθηκε συσχετισμός μεταξύ της νεφρικής λειτουργίας και της συστηματικής έκθεσης στη βαλσαρτάνη.
Ηπατική δυσλειτουργία Είναι διαθέσιμα πολύ περιορισμένα κλινικά δεδομένα σχετικά με τη χορήγηση της αμλοδιπίνης σε ασθενείς με ηπατική δυσλειτουργία. Οι ασθενείς με ηπατική δυσλειτουργία παρουσιάζουν μειωμένη κάθαρση της αμλοδιπίνης με συνεπακόλουθη αύξηση της AUC κατά 40-60% περίπου. Κατά μέσο όρο, σε ασθενείς με ήπιας έως μέτριας βαρύτητας χρόνια ηπατική νόσο η έκθεση (μετρηθείσα με τιμές AUC) στη βαλσαρτάνη είναι δύο φορές μεγαλύτερη από αυτή των υγιών εθελοντών (με χαρακτηριστικά εξομοιωμένα ως προς την ηλικία, το φύλο και το σωματικό βάρος). Πρέπει να δίνεται προσοχή σε ασθενείς με ηπατική νόσο (βλ. Δοσολογία).