SIMVASTATIN
Σιμβαστατίνη
### Φαρμακοδυναμικές **Φαρμακοθεραπευτική ομάδα**: Αναστολέας της HMG-CoA αναγωγάσης **Κωδικός ATC**: C10A A01 #### Μηχανισμός δράσης Μετά από κατάποση, η σιμβαστατίνη, η οποία είναι μια ανενεργή λακτόνη, υδρολύεται στο ήπαρ στην αντίστοιχη δραστική βήτα-υδροξυοξική μορφή, η …
Curated · Επιμελημένο Δεν προέρχεται από το SPC (ΠΧΠ). πηγή (curated): ACC/AHA 2018 Cholesterol Guideline (Grundy et al., Circulation 2019), Table — Intensity of statin therapy· ESC/EAS 2019 Dyslipidaemia Guidelines. Λιποφιλία: Schachter, Fundam Clin Pharmacol 2005.
Εμπορικά Ονόματα
Ενδείξεις
Εγκεκριμένες ενδείξεις από το SPC, ομαδοποιημένες κατά ICD-10
-
E78 Διαταραχές του μεταβολισμού των λιποπρωτεϊνών και άλλες δυσλιπιδαιμίες
Περιλαμβάνει (όροι από SPC): Μικτή δυσλιπιδαιμία · Ομόζυγη οικογενής υπερχοληστερολαιμία · Υπερχοληστερολαιμία
Πληροφορίες Συνταγογράφησης
Επιμελημένα δεδομένα από το SPC
medication
Μορφή & Εμφάνιση
ΠΧΠ (SPC) §3 · περιγραφή σκευάσματος KYMORAL
expand_more
Μορφή & Εμφάνιση
medication
Δοσολογία
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Δοσολογία
- Οδός: Από του στόματος
- Χορήγηση: Μονή δόση τις βραδινές ώρες
- Δόση έναρξης: 10 - 20 mg/ημέρα
- Τιτλοποίηση: Οι προσαρμογές της δοσολογίας, εάν απαιτούνται, πρέπει να πραγματοποιούνται ανά διαστήματα όχι μικρότερα των 4 εβδομάδων.
-
Ενήλικες (Γενικός πληθυσμός)Δόση5 - 80mg/ημέρα (0,625 - 10ml)Μέγ. δόση80mg/ημέρα (10ml)Η δόση των 80mg συνιστάται μόνο για ασθενείς με σοβαρή υπερχοληστερολαιμία και σοβαρό κίνδυνο ανάπτυξης καρδιαγγειακών επιπλοκών, οι οποίοι δεν έχουν επιτύχει τους θεραπευτικούς τους στόχους σε χαμηλότερες δόσεις και όταν τα οφέλη αναμένεται να υπερισχύσουν των πιθανών κινδύνων. Το προϊόν δεν πρέπει να χρησιμοποιηθεί για δόσεις 20mg ή χαμηλότερες.
-
ΥπερχοληστερολαιμίαΔόση10 - 20 mg/ημέρα (1,25 - 2,5ml)Οι ασθενείς που απαιτούν μεγάλη μείωση της LDL-C (περισσότερο από 45%) μπορούν να ξεκινήσουν στα 20 - 40 mg/ημέρα (2,5 - 5ml).
-
Ομόζυγη οικογενής υπερχοληστερολαιμίαΔόση40mg/ημέρα (5ml)Ως συμπληρωματική θεραπεία σε άλλες θεραπείες μείωσης των λιπιδίων. Εάν λαμβάνεται ταυτόχρονα με λομιταπίδη, η δόση δεν θα πρέπει να υπερβαίνει τα 40 mg/ημέρα.
-
Πρόληψη καρδιαγγειακών νόσωνΔόση20 έως 40mg/ημέρα (2,5 - 5ml)Σε ασθενείς με υψηλό κίνδυνο στεφανιαίας καρδιακής νόσου.
-
Συγχορηγούμενη θεραπεία με δεσμευτικούς παράγοντες χολικών οξέωνΗ χορήγηση πρέπει να πραγματοποιείται είτε >2 ώρες πριν είτε >4 ώρες μετά τη χορήγηση του δεσμευτικού παράγοντα.
-
Συγχορηγούμενη θεραπεία με φιβράτες (εκτός γεμφιβροζίλης ή φαινοφιβράτης)Μέγ. δόση10mg/ημέρα (2,5ml)
-
Συγχορηγούμενη θεραπεία με αμιωδαρόνη, αμλοδιπίνη, βεραπαμίλη, διλτιαζέμη, ελμπασβίρη ή γραζοπρεβίρηΜέγ. δόση20mg/ημέρα (2,5ml)
-
Ασθενείς με μέτρια νεφρική δυσλειτουργίαΔόσηΧωρίς προσαρμογή
-
ΗλικιωμένοιΔόσηΧωρίς προσαρμογή
-
Παιδιατρικός πληθυσμός (10-17 ετών, αγόρια Tanner II+, κορίτσια ≥1 έτος μετά την εμμηναρχή) με ετερόζυγη οικογενή υπερχοληστερολαιμίαΔόση10-40 mg/ημέρα (1,25ml έως 5ml)Μέγ. δόση40mg/ημέρα (5ml)Συνιστώμενη δόση έναρξης 10mg (1,25ml) άπαξ ημερησίως κατά τις βραδινές ώρες. Οι δόσεις προσαρμόζονται ανάλογα με τον θεραπευτικό στόχο. Προσαρμογές ανά διάστημα 4 εβδομάδων ή περισσότερο.
block
Αντενδείξεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Αντενδείξεις
-
Υπερευαισθησία στη δραστική ουσία σιμβαστατίνη ή σε οποιοδήποτε άλλο από τα έκδοχα
-
Ενεργή ηπατική νόσος ή ανεξήγητα εμμένοντα αυξημένα επίπεδα τρανσαμινασών ορού
-
Κύηση και γαλουχία
-
Ταυτόχρονη χορήγηση ισχυρών αναστολέων του CYP3A4 (ιτρακοναζόλη, κετοκοναζόλη, ποσακοναζόλη, βορικοναζόλη, αναστολείς της HIV πρωτεάσης (π.χ. νελφιναβίρη), βοσεπρεβίρη, τελαπρεβίρη, ερυθρομυκίνη, κλαριθρομυκίνη, τελιθρομυκίνη, νεφαζοδόνη και φαρμακευτικά προϊόντα που περιέχουν κομπισιστάτη)
-
Ταυτόχρονη χορήγηση γεμφιβροζίλης, κυκλοσπορίνης ή δαναζόλης
-
Ταυτόχρονη χορήγηση λομιταπίδης με δόσεις άνω των 40mg σιμβαστατίνηςΠληθυσμόςΑσθενείς με HoFH
warning
Προειδοποιήσεις & Προφυλάξεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Προειδοποιήσεις & Προφυλάξεις
-
Μυοπάθεια/ΡαβδομυόλυσηΗ σιμβαστατίνη, όπως και άλλοι αναστολείς της HMG-CoA αναγωγάσης, προκαλεί περιστασιακά μυοπάθεια η οποία εκδηλώνεται ως μυϊκός πόνος, ευαισθησία ή αδυναμία, με την κρεατινική κινάση (CN) να βρίσκεται σε επίπεδα πάνω από δέκα φορές το ανώτατο όριο του φυσιολογικού (ULN). Η μυοπάθεια ορισμένες φορές παίρνει τη μορφή της ραβδομυόλυσης, με ή χωρίς οξεία νεφρική ανεπάρκεια δευτερευόντως της μυοσφαιρινουρίας, ενώ πολύ σπάνια έχουν αναφερθεί περιστατικά που κατέληξαν σε θάνατο. Ο κίνδυνος της μυοπάθειας αυξάνεται από τα υψηλά επίπεδα της δράσης αναστολής της αναγωγάσης HMG-CoA στο πλάσμα (δηλ. αυξημένα επίπεδα πλάσματος της σιμβαστατίνης και του οξέος της σιμβαστατίνης), τα οποία μπορεί να οφείλονται, εν μέρει, σε αλληλοεπιδρώντα φάρμακα που παρεμποδίζουν το μεταβολισμό της σιμβαστατίνης και/ή τις οδούς μεταφοράς (βλ. Αλληλεπιδράσεις). Ο κίνδυνος μυοπάθειας/ραβδομυόλυσης σχετίζεται με τη δόση.
-
Χρήση δόσης 80mgΠληθυσμόςΑσθενείς με σοβαρή υπερχοληστερολαιμία και υψηλό κίνδυνο καρδιαγγειακών επιπλοκών, οι οποίοι δεν έχουν επιτύχει τους θεραπευτικούς τους στόχους σε χαμηλότερες δόσεις και όταν τα οφέλη αναμένεται να υπερισχύσουν των πιθανών κινδύνωνΗ δόση σιμβαστατίνης των 80mg θα πρέπει να χρησιμοποιείται μόνο σε αυτούς τους ασθενείς. Για ασθενείς που λαμβάνουν σιμβαστατίνη 80 mg και στους οποίους είναι απαραίτητη η λήψη μιας αλληλεπιδρούσας ουσίας, θα πρέπει να χρησιμοποιηθεί εναλλακτική θεραπεία στατίνης με χαμηλότερο κίνδυνο αλληλεπιδράσεων μεταξύ των φαρμάκων (βλ. Δοσολογία, Αντενδείξεις και Αλληλεπιδράσεις).
-
Μυοπάθεια/Ραβδομυόλυση σε Ασιάτες ασθενείςΠληθυσμόςΑσιάτες ασθενείςΑπαιτείται προσοχή κατά τη συνταγογράφηση της σιμβαστατίνης και η χαμηλότερη δόση θα πρέπει να χρησιμοποιείται απαραίτητα.
-
Μειωμένη λειτουργία πρωτεϊνών μεταφοράς (OATP)ΠληθυσμόςΑσθενείς που είναι φορείς του γονότυπου SLCO1B1 c.521T> C, ειδικά ομοζυγώτες στο C αλληλόμορφο (CC)Μειωμένη λειτουργία των ηπατικών πρωτεϊνών ΟΑΤΡ μεταφορών μπορεί να αυξήσει την συστηματική έκθεση της σιμβαστατίνης και να αυξήσει τον κίνδυνο μυοπάθειας και ραβδομυόλυσης. Όπου είναι διαθέσιμο, ο έλεγχος του γονότυπου για την παρουσία του αλληλομόρφου C, πρέπει να θεωρηθεί ως μέρος της αξιολόγησης του οφέλους-κινδύνου πριν από τη συνταγογράφηση 80 mg σιμβαστατίνης σε μεμονωμένους ασθενείς και να αποφεύγονται υψηλές δόσεις σε άτομα που βρέθηκαν να φέρουν το γονότυπο CC (βλ. Φαρμακοκινητικές).
-
Μέτρηση κρεατινικής κινάσης (CK)Η κρεατινική κινάση (CK) δεν θα πρέπει να μετράται μετά από επίπονη άσκηση ή παρουσία οποιασδήποτε εύλογης αιτιολογίας αυξημένης CK. Εάν τα επίπεδα της CK είναι σημαντικά αυξημένα κατά την έναρξη (> 5 x ULN), η μέτρηση θα πρέπει να επαναληφθεί εντός 5 έως 7 ημερών για την επιβεβαίωση των αποτελεσμάτων.
-
Προδιάθεση για ραβδομυόλυσηΠληθυσμόςΗλικιωμένοι (ηλικίας ≥ 65 ετών), Γυναικείο φύλο, Νεφρική ανεπάρκεια, Μη ελεγχόμενος υποθυρεοειδισμός, Ατομικό ή οικογενειακό ιστορικό κληρονομικών μυϊκών διαταραχών, Προηγούμενο ιστορικό μυϊκής τοξικότητας με στατίνη ή φιβράτη, Κατάχρηση αλκοόλΘα πρέπει να επιδεικνύεται προσοχή. Το επίπεδο της CK θα πρέπει να μετράται πριν την έναρξη της θεραπείας για τον προσδιορισμό τιμής αναφοράς. Ο κίνδυνος της θεραπείας θα πρέπει να εξετάζεται σε σύγκριση με τα πιθανά οφέλη, ενώ συνιστάται και κλινική παρακολούθηση. Εάν ο ασθενής έχει εμφανίσει στο παρελθόν μυϊκή διαταραχή με φιβράτη ή στατίνη, η θεραπεία με διαφορετικό προϊόν της εν λόγω κατηγορίας θα πρέπει να ξεκινά με ιδιαίτερη προσοχή. Εάν τα επίπεδα CK είναι σημαντικά αυξημένα κατά την έναρξη (> 5 x ULN), η θεραπεία δεν θα πρέπει να ξεκινά.
-
Μυϊκά συμπτώματα κατά τη διάρκεια της θεραπείαςΕάν παρουσιαστεί μυϊκός πόνος, αδυναμία ή κράμπες, θα πρέπει να μετρηθούν τα επίπεδα CK. Εάν αυτά τα επίπεδα βρεθούν, απουσία επίπονης άσκησης, σημαντικά αυξημένα (> 5 x ULN), η θεραπεία πρέπει να σταματά. Εάν τα μυϊκά συμπτώματα είναι σοβαρά και προκαλούν καθημερινή δυσφορία, ακόμη και αν τα επίπεδα της CK είναι < 5 x ULN, μπορεί να εξεταστεί το ενδεχόμενο τερματισμού της θεραπείας. Εάν υπάρχει υποψία μυοπάθειας για οποιονδήποτε άλλο λόγο, η θεραπεία θα πρέπει να τερματίζεται.
-
Ανοσολογικά διαμεσολαβούμενη νεκρωτική μυοπάθεια (IMNM)Υπήρξαν πολύ σπάνιες αναφορές. Σε περίπτωση υποχώρησης των συμπτωμάτων και επιστροφής των επιπέδων CK στο φυσιολογικό, μπορεί να εξεταστεί η επανέναρξη της στατίνης ή η εισαγωγή εναλλακτικής στατίνης στη χαμηλότερη δόση και υπό στενή παρακολούθηση.
-
Διακοπή θεραπείας πριν χειρουργική επέμβασηΗ θεραπεία με σιμβαστατίνη πρέπει να διακόπτεται προσωρινά μερικές ημέρες πριν από εκλεκτική μείζονα χειρουργική επέμβαση και όταν μεσολαβούν μείζονες ιατρικές ή χειρουργικές καταστάσεις.
-
Αλληλεπίδραση με ισχυρούς αναστολείς CYP3A4, γεμφιβροζίλη, κυκλοσπορίνη, δαναζόληΟ κίνδυνος μυοπάθειας και ραβδομυόλυσης αυξάνεται σημαντικά. Η χρήση αυτών των φαρμακευτικών προϊόντων αντενδείκνυται (βλ. Αντενδείξεις). Εάν η χορήγηση θεραπείας με ισχυρούς αναστολείς CYP3A4 είναι αναπόφευκτη, η αγωγή με σιμβαστατίνη πρέπει να αναστέλλεται (και να αναλογιστεί, η χρήση μίας εναλλακτικής στατίνης) κατά τη διάρκεια της εν λόγω θεραπείας.
-
Αλληλεπίδραση με αμιωδαρόνη, αμλοδιπίνη, βεραπαμίλη ή διλτιαζέμηΟ κίνδυνος μυοπάθειας και ραβδομυόλυσης αυξάνεται. Η συνδυαστική χρήση της σιμβαστατίνης σε δόσεις μεγαλύτερες των 20 mg ημερησίως με αυτά τα φάρμακα, πρέπει να αποφεύγεται (βλ. Δοσολογία και Αλληλεπιδράσεις).
-
Αλληλεπίδραση με φουσιδικό οξύΟ κίνδυνος μυοπάθειας, συμπεριλαμβανομένης της ραβδομυόλυσης, μπορεί να αυξηθεί. Η Σιμβαστατίνη δεν πρέπει να συγχορηγείται με συστημικά σκευάσματα οξύφουσιδικού οξέος ή εντός 7 ημερών από τη διακοπή της θεραπείας φουσιδικού οξέος. Σε ασθενείς όπου η χρήση συστημικού φουσιδικου οξέος θεωρείται απαραίτητη, η θεραπεία με στατίνες θα πρέπει να διακόπτεται καθ 'όλη τη διάρκεια της θεραπείας με φουσιδικό οξύ. Ο ασθενής θα πρέπει να συμβουλεύεται να αναζητά αμέσως ιατρική συμβουλή εάν εμφανίσουν συμπτώματα μυϊκής αδυναμίας, πόνου ή ευαισθησίας. Θεραπεία στατίνης μπορεί να εισαχθεί εκ νέου επτά ημέρες μετά την τελευταία δόση του φουσιδικού οξέος (βλ. Αλληλεπιδράσεις).
-
Αλληλεπίδραση με λομιταπίδηΠληθυσμόςΑσθενείς με HoFHΟ κίνδυνος μυοπάθειας μπορεί να αυξηθεί. Η συνδυαστική χρήση της σιμβαστατίνης σε υψηλότερες από 40 mg ημερησίως με λομιταπίδη πρέπει να αποφεύγεται (βλ. Δοσολογία, Αντενδείξεις και Αλληλεπιδράσεις).
-
Αλληλεπίδραση με χυμό γκρέιπ-φρουτΗ ταυτόχρονη πρόσληψη χυμού γκρέιπ-φρουτ και σιμβαστατίνης πρέπει να αποφεύγεται.
-
Αλληλεπίδραση με άλλες φιβράτες (εκτός φαινοφιβράτης)Εξαιτίας του αυξημένου κινδύνου μυοπάθειας και ραβδομυόλυσης, η δόση της σιμβαστατίνης δεν πρέπει να υπερβαίνει τα 10 mg ημερησίως (βλ. Δοσολογία και Αλληλεπιδράσεις).
-
Αλληλεπίδραση με μέτριους αναστολείς CYP3A4Ενδέχεται να διατρέχουν αυξημένο κίνδυνο μυοπάθειας. Όταν γίνεται συνχορήγηση σιμβαστατίνης με έναν μέτριο αναστολέα του CYP3A4, είναι πιθανό να χρειαστεί, μία προσαρμογή της δόσης της σιμβαστατίνης. Για συγκεκριμένους μέτριους αναστολείς του CYP3A4, π.χ. διλτιαζέμη, προτείνεται μέγιστη δόση 20mg σιμβαστατίνης (βλ Δοσολογία).
-
Αλληλεπίδραση με αναστολείς BCRP (ελμπασβίρη και γραζοπρεβίρη)Η ταυτόχρονη χορήγηση προϊόντων που είναι αναστολείς της BCRP (π.χ., ελμπασβίρης και γραζοπρεβίρης) μπορεί να οδηγήσει σε αυξημένες συγκεντρώσεις σιμβαστατίνης στο πλάσμα και αυξημένο κίνδυνο μυοπάθειας. Θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη μία προσαρμογή της δόσης της συμβαστατίνης ανάλογα με την συνταγογραφούμενη δόση. Η δόση της σιμβαστατίνης δεν πρέπει να υπερβαίνει τα 20 mg ημερησίως (βλ. Αλληλεπιδράσεις).
-
Αλληλεπίδραση με νιασίνη (νικοτινικό οξύ) ≥ 1g/ημέραΣπάνιες περιπτώσεις μυοπάθειας/ραβδομυόλυσης έχουν σχετισθεί. Οι γιατροί προτίθενται να χρησιμοποιήσουν συνδυασμένη θεραπεία πρέπει να σταθμίζουν προσεκτικά τα δυνητικά οφέλη και τους κινδύνους και θα πρέπει να παρακολουθούν προσεκτικά τους ασθενείς για πιθανά σημεία και συμπτώματα μυϊκού πόνου, ευαισθησία ή αδυναμία, ιδιαίτερα κατά τη διάρκεια των πρώτων μηνών της θεραπείας και όταν η δόση είτε του φαρμακευτικού προϊόντος αυξάνεται.
-
Αλληλεπίδραση με νιασίνη (νικοτινικό οξύ) ≥ 1g/ημέραΠληθυσμόςΑσιάτες ασθενείςΔεν συνιστάται.
-
Αλληλεπίδραση με δαπτομυκίνηΈχουν αναφερθεί περιπτώσεις μυοπάθειας και/ή ραβδομυόλυσης. Πρέπει να δίδεται προσοχή. Θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη η προσωρινή αναστολή της σιμβαστατίνης, εκτός εάν τα οφέλη από την ταυτόχρονη χορήγηση υπερτερούν του κινδύνου (βλ. Αλληλεπιδράσεις).
-
Ηπατικές επιδράσειςΑν συμβεί σοβαρός τραυματισμός του ήπατος με κλινικά συμπτώματα ή / και υπερχολερυθριναιμία ή ίκτερος κατά τη διάρκεια της θεραπείας με σιμβαστατίνη, πρέπει αμέσως διακοπεί η θεραπεία. Αν μια διαφορετική αιτιολογία δεν έχει βρεθεί, μην ξαναξεκινήσετε σιμβαστατίνη.
-
Κατανάλωση αλκοόλΠληθυσμόςΑσθενείς που καταναλώνουν σημαντικές ποσότητες αλκοόλΤο προϊόν θα πρέπει να χορηγείται με προσοχή.
-
Σακχαρώδης ΔιαβήτηςΠληθυσμόςΑσθενείς που διατρέχουν κίνδυνο (γλυκόζη νηστείας 5,6 έως 6,9 mmol/L, BMI>30kg/m2, αυξημένα τριγλυκερίδια, υπέρταση)Πρέπει να παρακολουθούνται τόσο κλινικά όσο και βιοχημικά, σύμφωνα με τις εθνικές κατευθυντήριες οδηγίες.
-
Διάμεση πνευμονική νόσοςΕάν υπάρχει υποψία ότι κάποιος ασθενής παρουσίασε διάμεση πνευμονική νόσο, η θεραπεία με τη στατίνη πρέπει να διακοπεί (βλ. Ανεπιθύμητες ενέργειες).
-
Μυασθένεια gravis ή οφθαλμική μυασθένειαΣε περίπτωση επιδείνωσης των συμπτωμάτων, η χορήγηση της σιμβαστατίνης πρέπει να διακόπτεται (βλ. Ανεπιθύμητες ενέργειες).
-
Αντισύλληψη σε έφηβα κορίτσιαΠληθυσμόςΈφηβα κορίτσια που λαμβάνουν σιμβαστατίνηΘα πρέπει να παρέχονται συμβουλές σχετικά με τη χρήση των κατάλληλων αντισυλληπτικών μεθόδων (βλ. Αντενδείξεις και Κύηση και γαλουχία).
-
Παιδιατρικός πληθυσμόςΠληθυσμόςΑσθενείς ηλικίας <18 ετώνΗ αποτελεσματικότητα και η ασφάλεια δεν έχουν μελετηθεί για περιόδους θεραπείας διάρκειας >48 εβδομάδων και οι μακροχρόνιες επιδράσεις στη σωματική, νοητική και σεξουαλική ωρίμανση είναι άγνωστες. Η σιμβαστατίνη δεν έχει μελετηθεί σε ασθενείς ηλικίας μικρότερης των 10 ετών, ούτε σε προεφηβικά παιδιά και κορίτσια πριν την εμμηναρχή.
-
Έκδοχα: Παραϋδροξυβενζοϊκά (E218, E214, E216)Μπορούν να προκαλέσουν αλλεργικές αντιδράσεις (πιθανώς καθυστερημένες).
-
Έκδοχα: Προπυλενογλυκόλη (E1520)ΠληθυσμόςΈγκυες ή θηλάζουσες γυναίκες, ασθενείς που πάσχουν από ηπατική ή νεφρική νόσο και παιδιά κάτω των 5 ετών, ιδιαίτερα εάν το παιδί χρησιμοποιεί άλλα φάρμακα που περιέχουν προπυλενογλυκόλη ή αλκοόληΠρέπει να λαμβάνεται υπόψη.
swap_horiz
Αλληλεπιδράσεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
-
Ισχυροί αναστολείς CYP3A4 (Ιτρακοναζόλη, Κετοκοναζόλη, Ποσακοναζόλη, Βορικοναζόλη, Ερυθρομυκίνη, Κλαριθρομυκίνη, Τελιθρομυκίνη, Αναστολείς HIV-πρωτεάσης, Βοσεπρεβίρη, Τελαπρεβίρη, Νεφαζοδόνη, Κοβισιστάτη)αντένδειξηΑυξημένες συγκεντρώσεις σιμβαστατίνης, αυξημένος κίνδυνος μυοπάθειας/ραβδομυόλυσης.ΣύστασηΑντενδείκνυται. Εάν είναι αναπόφευκτη η χορήγηση, η αγωγή με σιμβαστατίνη πρέπει να αναστέλλεται και να χρησιμοποιείται εναλλακτική στατίνη.
-
αντένδειξηΑυξημένος κίνδυνος μυοπάθειας/ραβδομυόλυσης, αύξηση AUC οξέος σιμβαστατίνης.ΣύστασηΑντενδείκνυται.
-
αντένδειξηΑυξημένος κίνδυνος μυοπάθειας/ραβδομυόλυσης.ΣύστασηΑντενδείκνυται.
-
αντένδειξηΑυξημένος κίνδυνος μυοπάθειας/ραβδομυόλυσης, αύξηση AUC του οξέος σιμβαστατίνης κατά 1,9 φορές.ΣύστασηΑντενδείκνυται.
-
Νιασίνη (νικοτινικό οξύ) (≥ 1g/ημέρα)προσοχήΣπάνιες περιπτώσεις μυοπάθειας/ραβδομυόλυσης. Μέτρια αύξηση AUC σιμβαστατίνης και οξέος σιμβαστατίνης.ΣύστασηΔεν συνιστάται για Ασιάτες ασθενείς. Συνολικά, δεν συνιστώνται δόσεις μεγαλύτερες από 40 mg συμβαστατίνης ημερησίως με τικαγκρελόρη.
-
Άλλες φιβράτες (με εξαίρεση τη φαινοφιβράτη)προσοχήΑυξημένος κίνδυνος μυοπάθειας.ΣύστασηΗ δόση σιμβαστατίνης να μην υπερβεί τα 10mg ημερησίως.
-
Φουσιδικό οξύ (συστηματικό)προσοχήΑυξημένος κίνδυνος μυοπάθειας/ραβδομυόλυσης. Πιθανές αυξημένες συγκεντρώσεις και των δύο παραγόντων.ΣύστασηΗ θεραπεία με σιμβαστατίνη θα πρέπει να διακοπεί καθ' όλη τη διάρκεια της θεραπείας με φουσιδικό οξύ.
-
προσοχήΑυξημένος κίνδυνος μυοπάθειας/ραβδομυόλυσης.ΣύστασηΗ δόση σιμβαστατίνης δεν πρέπει να υπερβαίνει τα 20mg ημερησίως.
-
προσοχήΑυξημένος κίνδυνος μυοπάθειας/ραβδομυόλυσης, αύξηση έκθεσης στο οξύ σιμβαστατίνης κατά 2,3 φορές.ΣύστασηΗ δόση σιμβαστατίνης δεν πρέπει να υπερβαίνει τα 20mg ημερησίως.
-
προσοχήΑυξημένος κίνδυνος μυοπάθειας/ραβδομυόλυσης, αύξηση έκθεσης στο οξύ σιμβαστατίνης κατά 2,7 φορές.ΣύστασηΗ δόση σιμβαστατίνης δεν πρέπει να υπερβαίνει τα 20mg ημερησίως.
-
προσοχήΑυξημένος κίνδυνος μυοπάθειας, αύξηση έκθεσης στο οξύ σιμβαστατίνης κατά 1,6 φορές.ΣύστασηΗ δόση σιμβαστατίνης δεν πρέπει να υπερβαίνει τα 20mg ημερησίως.
-
προσοχήΑυξημένος κίνδυνος μυοπάθειας, αυξημένες συγκεντρώσεις σιμβαστατίνης στο πλάσμα.ΣύστασηΗ δόση σιμβαστατίνης δεν πρέπει να υπερβαίνει τα 20mg ημερησίως.
-
ΛομιταπίδηπροσοχήΑυξημένος κίνδυνος μυοπάθειας/ραβδομυόλυσης.ΣύστασηΣε ασθενείς με HoFH, η δόση σιμβαστατίνης δεν πρέπει να υπερβαίνει τα 40 mg ημερησίως.
-
ΔαπτομυσίνηπροσοχήΑυξημένος κίνδυνος μυοπάθειας και/ή ραβδομυόλυσης.ΣύστασηΘα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη η προσωρινή αναστολή της σιμβαστατίνης, εκτός εάν τα οφέλη υπερτερούν του κινδύνου.
-
ΤικαγκρελόρηπροσοχήΑύξηση Cmax και AUC της σιμβαστατίνης και του οξέος σιμβαστατίνης. Πιθανές ανεπιθύμητες ενέργειες σιμβαστατίνης.ΣύστασηΔεν συνιστώνται δόσεις σιμβαστατίνης μεγαλύτερες από 40 mg ημερησίως.
-
Χυμός γκρέιπ-φρουτπροσοχήΑύξηση της έκθεσης στο οξύ σιμβαστατίνης (έως επταπλάσια).ΣύστασηΝα αποφεύγεται η πρόσληψη χυμού γκρέιπ-φρουτ.
-
προσοχήΣπάνιες περιπτώσεις ραβδομυόλυσης.ΣύστασηΠροσοχή συνδυάζοντας με σιμβαστατίνη.
-
Μέτριοι αναστολείς του CYP3A4προσοχήΑυξημένος κίνδυνος μυοπάθειας, ειδικά με υψηλότερες δόσεις σιμβαστατίνης.ΣύστασηΠροσοχή.
-
Αναστολείς της Μεταφέρουσας Πρωτεϊνης OATP1B1προσοχήΑυξημένες συγκεντρώσεις του οξέος της σιμβαστατίνης στο πλάσμα, αυξημένος κίνδυνος μυοπάθειας.ΣύστασηΠροσοχή.
-
Αναστολείς της Πρωτεΐνης Αντίστασης του Καρκίνου Μαστού (BCRP)προσοχήΑυξημένες συγκεντρώσεις σιμβαστατίνης στο πλάσμα, αυξημένος κίνδυνος μυοπάθειας.ΣύστασηΠροσοχή.
-
παρακολούθησηΜυοπάθεια και ραβδομυόλυση, ιδίως σε νεφρική δυσλειτουργία.ΣύστασηΣτενή κλινική παρακολούθηση.
-
προσοχήΜείωση αποτελεσματικότητας σιμβαστατίνης (μείωση AUC κατά 93%).ΣύστασηΑπώλεια αποτελεσματικότητας της σιμβαστατίνης.
-
Από στόματος αντιπηκτικά (κουμαρίνης)παρακολούθησηΕνίσχυση της αντιπηκτικής δράσης (αύξηση INR).ΣύστασηΠαρακολούθηση χρόνου προθρομβίνης (INR) πριν την έναρξη και τακτικά στην αρχή της θεραπείας, και σε αλλαγές δόσης/διακοπή σιμβαστατίνης.
sick
Ανεπιθύμητες ενέργειες
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
- Αναιμία
- Αναφυλαξία
- Αϋπνία
- Κατάθλιψη
- Κεφαλαλγία
- Παραισθησία
- Ζάλη
- Περιφερική νευροπάθεια
- Μυασθένεια Gravis
- διατάραξη μνήμης
- Θολή όραση
- προβλήματα όρασης
- Μυασθένεια των οφθαλμών
- Διάμεση πνευμονική νόσος
- Δυσκοιλιότητα
- Κοιλιακό άλγος
- Μετεωρισμός
- Δυσπεψία
- Διάρροια
- Ναυτία
- Έμετος
- Παγκρεατίτιδα
- Ηπατίτιδα
- Ίκτερος
- θανατηφόρα ή μη θανατηφόρα ηπατική ανεπάρκεια
- Εξάνθημα
- Κνησμός
- Αλωπεκία
- Μυοπάθεια
- Ραβδομυόλυση
- Μυαλγία
- Μυϊκές κράμπες
- Οξεία νεφρική ανεπάρκεια
- τενοντοπάθεια, επιπλεκόμενη με ρήξη σε ορισμένες περιπτώσεις
- Ανοσολογικά διαμεσολαβούμενη νεκρωτική μυοπάθεια (ΙΜΝΜ)
- Στυτική δυσλειτουργία
- Σεξουαλική δυσλειτουργία
- Αδυναμία
- Σύνδρομο υπερευαισθησίας (αγγειοοίδημα, σύνδρομο τύπου λύκου, ρευματική πολυμυαλγία, δερματομυοσίτιδα, αγγειίτιδα, θρομβοκυτταροπενία, ηωσινοφιλία, αυξημένο ESR, αρθρίτιδα και αρθραλγία, κνίδωση, φωτοευαισθησία, πυρετός, έξαψη, δύσπνοια και δυσφορία)
- αυξήσεις στις τρανσαμινάσες ορού (αλανινική αμινοτρανσφεράση, ασπαρτική αμινοτρανσφεράση, γ-γλουταμυλική τρανσπεπτιδάση)
- αύξηση στα επίπεδα CK στον ορό
- αυξημένα επίπεδα της HbA1c
- αυξημένα επίπεδα της γλυκόζης νηστείας στον ορό
- νοητική έκπτωση (απώλεια μνήμης, αμνησία, διαταραχή μνήμης, σύγχυση)
- διαταραχές ύπνου, περιλαμβάνει εφιάλτες
- Αυξημένη αλκαλική φωσφατάση
- Σακχαρώδης διαβήτης
Λεπτομέρειες κατά συχνότητα expand_more
-
ΣπάνιεςΈμετοςΓαστρεντερικό
-
ΣπάνιεςΊκτεροςΉπαρ
-
ΣπάνιεςΑδυναμίαΓενικές
-
ΣπάνιεςΑλωπεκίαΔέρμα
-
ΣπάνιεςΑναιμίαΑίμα
-
ΣπάνιεςΑυξημένη αλκαλική φωσφατάσηΕργαστηριακές
-
ΣπάνιεςΔιάρροιαΓαστρεντερικό
-
ΣπάνιεςΔυσκοιλιότηταΓαστρεντερικό
-
ΣπάνιεςΔυσπεψίαΓαστρεντερικό
-
ΣπάνιεςΕξάνθημαΔέρμα
-
ΣπάνιεςΖάληΝευρικό
-
ΣπάνιεςΗπατίτιδαΉπαρ
-
ΣπάνιεςΘολή όρασηΟφθαλμικές
-
ΣπάνιεςΚεφαλαλγίαΝευρικό
-
ΣπάνιεςΚνησμόςΔέρμα
-
ΣπάνιεςΚοιλιακό άλγοςΓαστρεντερικό
-
ΣπάνιεςΜετεωρισμόςΓαστρεντερικό
-
ΣπάνιεςΜυαλγίαΜυοσκελετικό
-
ΣπάνιεςΜυοπάθειαΜυοσκελετικό
-
ΣπάνιεςΜυϊκές κράμπεςΜυοσκελετικό
-
ΣπάνιεςΝαυτίαΓαστρεντερικό
-
ΣπάνιεςΟξεία νεφρική ανεπάρκειαΝεφρά/Ουροποιητικό
-
ΣπάνιεςΠαγκρεατίτιδαΓαστρεντερικό
-
ΣπάνιεςΠαραισθησίαΝευρικό
-
ΣπάνιεςΠεριφερική νευροπάθειαΝευρικό
-
ΣπάνιεςΡαβδομυόλυσηΜυοσκελετικό
-
ΣπάνιεςΣύνδρομο υπερευαισθησίας (αγγειοοίδημα, σύνδρομο τύπου λύκου, ρευματική πολυμυαλγία, δερματομυοσίτιδα, αγγειίτιδα, θρομβοκυτταροπενία, ηωσινοφιλία, αυξημένο ESR, αρθρίτιδα και αρθραλγία, κνίδωση, φωτοευαισθησία, πυρετός, έξαψη, δύσπνοια και δυσφορία)Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
-
Σπάνιεςαυξήσεις στις τρανσαμινάσες ορού (αλανινική αμινοτρανσφεράση, ασπαρτική αμινοτρανσφεράση, γ-γλουταμυλική τρανσπεπτιδάση)Παρακλινικές εξετάσεις
-
Σπάνιεςαύξηση στα επίπεδα CK στον ορόΠαρακλινικές εξετάσεις
-
Σπάνιεςπροβλήματα όρασηςΟφθαλμικές διαταραχές
-
Πολύ σπάνιεςΑναφυλαξίαΑνοσοποιητικό
-
Πολύ σπάνιεςΑϋπνίαΨυχιατρικές
-
Πολύ σπάνιεςδιατάραξη μνήμηςΔιαταραχές του νευρικού συστήματος
-
Πολύ σπάνιεςθανατηφόρα ή μη θανατηφόρα ηπατική ανεπάρκειαΔιαταραχές του ήπατος και των χοληφόρων
-
Μη γνωστέςΑνοσολογικά διαμεσολαβούμενη νεκρωτική μυοπάθεια (ΙΜΝΜ)Διαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και του συνδετικού ιστού
-
Μη γνωστέςΔιάμεση πνευμονική νόσοςΑναπνευστικό
-
Μη γνωστέςΚατάθλιψηΨυχιατρικές
-
Μη γνωστέςΜυασθένεια GravisΝευρικό
-
Μη γνωστέςΜυασθένεια των οφθαλμώνΟφθαλμικές διαταραχές
-
Μη γνωστέςΣακχαρώδης διαβήτηςΕνδοκρινικό
-
Μη γνωστέςΣεξουαλική δυσλειτουργίαΑναπαραγωγικό
-
Μη γνωστέςΣτυτική δυσλειτουργίαΑναπαραγωγικό
-
Μη γνωστέςαυξημένα επίπεδα της HbA1cΠαρακλινικές εξετάσεις
-
Μη γνωστέςαυξημένα επίπεδα της γλυκόζης νηστείας στον ορόΠαρακλινικές εξετάσεις
-
Μη γνωστέςδιαταραχές ύπνου, περιλαμβάνει εφιάλτεςΠαρακλινικές εξετάσεις
-
Μη γνωστέςνοητική έκπτωση (απώλεια μνήμης, αμνησία, διαταραχή μνήμης, σύγχυση)Παρακλινικές εξετάσεις
-
Μη γνωστέςτενοντοπάθεια, επιπλεκόμενη με ρήξη σε ορισμένες περιπτώσειςΔιαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και του συνδετικού ιστού
pregnant_woman
Κύηση / Γαλουχία
ΠΧΠ (SPC)
Επίπεδο κινδύνου: Αντενδείκνυται
expand_more
Κύηση / Γαλουχία
-
ΚύησηΤο πόσιμο εναιώρημα σιμβαστατίνης αντενδείκνυται κατά τη διάρκεια της κύησης. Δεν πρέπει να χρησιμοποιείται σε γυναίκες που είναι έγκυες, προσπαθούν να μείνουν έγκυες ή πιστεύουν ότι μπορεί να είναι έγκυες. Η θεραπεία πρέπει να αναστέλλεται καθ' όλη τη διάρκεια της κύησης ή μέχρι να τεκμηριωθεί ότι η γυναίκα δεν είναι έγκυος.Η ασφάλεια στις έγκυες γυναίκες δεν έχει καθοριστεί. Δεν έχουν διεξαχθεί ελεγχόμενες κλινικές μελέτες με τη σιμβαστατίνη σε έγκυες γυναίκες. Έχουν ληφθεί σπάνιες αναφορές συγγενών ανωμαλιών ακολούθως ενδομήτριας έκθεσης σε αναστολείς HMG-CoA αναγωγάσης. Σε μια ανάλυση περίπου 200 κυήσεων με προοπτική παρακολούθηση, στις οποίες υπήρχε έκθεση στη σιμβαστατίνη ή άλλον στενά σχετιζόμενο αναστολέα της HMG-CoA αναγωγάσης κατά το πρώτο τρίμηνο, η επίπτωση των συγγενών ανωμαλιών ήταν συγκρίσιμη με αυτήν που παρατηρείται στο γενικό πληθυσμό. Ο αριθμός κυήσεων ήταν στατιστικά επαρκής για να αποκλειστεί η κατά 2,5 φορές ή και μεγαλύτερη αύξηση στις συγγενείς ανωμαλίες σε σχέση με την υποκείμενη επίπτωση. Η θεραπεία της μητέρας με σιμβαστατίνη μπορεί να μειώσει τα βρεφικά επίπεδα μεβαλονάτης, μιας πρόδρομης ουσίας της βιοσύνθεσης χοληστερόλης. Η διακοπή των φαρμακευτικών προϊόντων που μειώνουν τα λιπίδια κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης, θα πρέπει να έχει μικρό αντίκτυπο στο μακροπρόθεσμο κίνδυνο που σχετίζεται με την πρωτοπαθή υπερχοληστερολαιμία.
-
ΓαλουχίαΟι γυναίκες που λαμβάνουν το εναιώρημα σιμβαστατίνης δεν πρέπει να θηλάζουν τα βρέφη τους.Δεν είναι γνωστό εάν η σιμβαστατίνη ή οι μεταβολίτες της εκκρίνονται στο μητρικό γάλα. Επειδή πολλά φαρμακευτικά προϊόντα εκκρίνονται στο μητρικό γάλα και εξαιτίας των δυνητικών σοβαρών ανεπιθύμητων αντιδράσεων.
-
ΓονιμότηταΔεν υπάρχει διαθέσιμο κλινικό δεδομένο.Η σιμβαστατίνη δεν έδειξε καμία επίδραση στη γονιμότητα αρσενικών και θηλυκών αρουραίων.
e911_emergency
Υπερδοσολογία
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Υπερδοσολογία
directions_car
Επίδραση στην οδήγηση
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Επίδραση στην οδήγηση
science
Έκδοχα
ΠΧΠ (SPC) §2 & §6.1
expand_more
Έκδοχα
biotech
Φαρμακολογία
Φαρμακοδυναμική & Φαρμακοκινητική
expand_more
Φαρμακολογία
Φαρμακοδυναμικές
Φαρμακοθεραπευτική ομάδα: Αναστολέας της HMG-CoA αναγωγάσης Κωδικός ATC: C10A A01
Μηχανισμός δράσης
Μετά από κατάποση, η σιμβαστατίνη, η οποία είναι μια ανενεργή λακτόνη, υδρολύεται στο ήπαρ στην αντίστοιχη δραστική βήτα-υδροξυοξική μορφή, η οποία έχει ισχυρή δυνατότητα αναστολής της HMG-CoA αναγωγάσης (αναγωγάση 3 υδρόξυ - 3 μεθυλογλουταρυλο-CoA). Αυτό το ένζυμο καταλύει τη μετατροπή του HMG-CoA σε μεβαλονάτη, ένα πρώιμο και ρυθμορυθμιστικό στάδιο στη βιοσύνθεση της χοληστερόλης. Η σιμβαστατίνη έχει δείξει ότι μειώνει τόσο τις φυσιολογικές όσο και τις αυξημένες συγκεντρώσεις LDL-C. Η LDL συντίθεται από πρωτεΐνη πολύ χαμηλής πυκνότητας (VLDL) και καταβολίζεται κυρίως από τον υποδοχέα LDL υψηλής συγγένειας. Ο μηχανισμός της δράσης μείωσης της LDL της σιμβαστατίνης μπορεί να περιλαμβάνει τόσο τη μείωση της συγκέντρωσης της VLDL-χοληστερόλης (VLDL-C) όσο και την επαγωγή του υποδοχέα LDL, οδηγώντας σε μειωμένη παραγωγή και αυξημένο καταβολισμό της LDL-C. Η απολιποπρωτεΐνη B επίσης μειώνεται σημαντικά κατά τη διάρκεια της θεραπείας με σιμβαστατίνη. Επιπλέον, η σιμβαστατίνη αυξάνει μετρίως την HDL-C και μειώνει την TG στο πλάσμα. Ως αποτέλεσμα αυτών των αλλαγών, οι αναλογίες του συνόλου προς HDL-C και LDL- προς HDL-C μειώνονται.
Κλινική Αποτελεσματικότητα και Ασφάλεια
- Υψηλός κίνδυνος Στεφανιαίας καρδιακής νόσου (ΣΚΝ) ή Υπάρχουσα στεφανιαία καρδιακή νόσος
- Στη Μελέτη καρδιοπροστασίας (HPS), η θεραπεία με σιμβαστατίνη 40mg/ημέρα μείωσε σημαντικά τον κίνδυνο θανάτου πάσης αιτιολογίας (18% μείωση θανάτων από στεφανιαία νόσο), τον κίνδυνο μείζονων στεφανιαίων επεισοδίων (27% μείωση), την ανάγκη για στεφανιαία επαναγγείωση (30% μείωση), περιφερική επαναγγείωση (16% μείωση) και τον κίνδυνο εγκεφαλικού επεισοδίου (25% μείωση, 30% στα ισχαιμικά). Σε διαβητικούς, μείωσε τον κίνδυνο μακροαγγειακών επιπλοκών κατά 21%. Τα οφέλη ήταν παρόμοια σε όλες τις υποομάδες.
- Στην Σκανδιναβική μελέτη επιβίωσης σιμβαστατίνης (4S), η σιμβαστατίνη μείωσε τον κίνδυνο θανάτου κατά 30% (θάνατος από ΣΚΝ κατά 42%), τον κίνδυνο μείζονων στεφανιαίων επεισοδίων κατά 34% και τον κίνδυνο θανατηφόρων και μη αγγειοεγκεφαλικών συμβαμάτων κατά 28%.
- Στη Μελέτη SEARCH, η σύγκριση 80mg έναντι 20mg σιμβαστατίνης δεν έδειξε σημαντική διαφορά στην επίπτωση των μείζονων αγγειακών συμβαμάτων. Η επίπτωση της μυοπάθειας ήταν 1,0% με 80mg έναντι 0,02% με 20mg.
- Πρωτοπαθής υπερχοληστερολαιμία και Συνδυασμένη υπερλιπιδαιμία
- Η σιμβαστατίνη 10, 20, 40 και 80mg ημερησίως μείωσε την LDL-C κατά 30, 38, 41 και 47% αντίστοιχα. Σε συνδυασμένη υπερλιπιδαιμία, 40mg και 80mg μείωσαν τα τριγλυκερίδια κατά 28 και 33% και αύξησαν την HDL-C κατά 13 και 16% αντίστοιχα.
- Παιδιατρικός Πληθυσμός
- Σε μελέτη 24 εβδομάδων σε παιδιά και εφήβους (10-17 ετών) με ετερόζυγη οικογενή υπερχοληστερολαιμία, η σιμβαστατίνη (δόσεις αυξανόμενες από 10 σε 40mg) μείωσε σημαντικά τα επίπεδα LDL-C (κατά 36,8%), Apo B (κατά 32,4%) και TG (κατά 7,9%), ενώ αύξησε την HDL-C (κατά 8,3%). Οι μακροχρόνιες επιδράσεις στα καρδιαγγειακά συμβάματα και η ασφάλεια δόσεων άνω των 40mg δεν έχουν μελετηθεί επαρκώς. Οι μακροχρόνιες επιδράσεις στη σωματική, νοητική και σεξουαλική ωρίμανση είναι άγνωστες.
Φαρμακοκινητικές
Η σιμβαστατίνη είναι μια ανενεργή λακτόνη η οποία έχει υδρολυθεί ήδη in vivo στο αντίστοιχο βήτα-υδροξυοξύ, έναν ισχυρό αναστολέα της HMG-CoA αναγωγάσης. Η υδρόλυση λαμβάνει χώρα κυρίως στο ήπαρ, ενώ ο ρυθμός της υδρόλυσης στο ανθρώπινο πλάσμα είναι πολύ χαμηλός. Οι φαρμακοκινητικές ιδιότητες έχουν αξιολογηθεί στους ενήλικες. Δεν υπάρχουν διαθέσιμα φαρμακοκινητικά δεδομένα για παιδιά και εφήβους.
Απορρόφηση
Η σιμβαστατίνη απορροφάται καλά και υπόκειται σε εκτεταμένη ηπατική εκχύλιση πρώτης διόδου. Η εκχύλιση του φαρμάκου στο ήπαρ εξαρτάται από την ηπατική ροή του αίματος. Το ήπαρ είναι ο πρωταρχικός στόχος δράσης της ενεργού μορφής. Η βιοδιαθεσιμότητα του β-υδροξυοξέος στη συστημική κυκλοφορία ακολούθως από στόματος χορηγούμενης δόσης σιμβαστατίνης, βρέθηκε ότι είναι λιγότερο από 5% της δόσης. Η μέγιστη συγκέντρωση στο πλάσμα των ενεργών αναστολέων επιτυγχάνεται 1-2 ώρες μετά τη χορήγηση της σιμβαστατίνης. Ταυτόχρονη λήψη τροφής δεν επηρεάζει την απορρόφηση του φαρμάκου. Η φαρμακοκινητική μονών και πολλαπλών δόσεων σιμβαστατίνης έδειξε ότι δεν παρατηρείται συσσώρευση του φαρμάκου μετά από πολλαπλή χορήγηση.
Κατανομή
Η πρωτεϊνική σύνδεση της σιμβαστατίνης και του ενεργού μεταβολίτη της είναι >95%.
Αποβολή
Η σιμβαστατίνη είναι υπόστρωμα του CYP3A4 (βλ. Αντενδείξεις και Αλληλεπιδράσεις). Οι κύριοι μεταβολίτες της σιμβαστατίνης που υπάρχουν στο ανθρώπινο πλάσμα είναι το βήτα-υδροξυοξύ και τέσσερις πρόσθετοι ενεργοί μεταβολίτες. Μετά από χορήγηση από στόματος δόσης ραδιενεργού σιμβαστατίνης στον άνθρωπο, 13% της ραδιενέργειας εκκρίθηκε στα ούρα και 60% στα κόπρανα εντός 96 ωρών. Η ποσότητα που ανακτήθηκε στα κόπρανα αντιστοιχεί στην ισοδύναμη ποσότητα φαρμακευτικού προϊόντος που απορροφήθηκε και εκκρίθηκε στη χολή, καθώς και το μη απορροφημένο φαρμακευτικό προϊόν. Μετά από ενδοφλέβια έγχυση του μεταβολίτη βήτα-υδροξυοξέος, η ημίσεια ζωή του ήταν κατά μέσο όρο 1,9 ώρες. Κατά μέσο όρο μόλις ένα 0,3% της ενδοφλέβιας δόσης εκκρίθηκε στα ούρα ως αναστολείς. Το οξύ της σιμβαστατίνης προσλαμβάνεται ενεργά στα ηπατοκύτταρα από τον μεταφορέα OATP1B1. Η σιμβαστατίνη είναι ένα υπόστρωμα του μεταφορέα εκροής της BCRP.
Ειδικοί πληθυσμοί
- Πολυμορφισμοί SLCO1B1: Οι φορείς του αλληλόμορφου γονιδίου SLCO1B1 c.521T>C εμφανίζουν μειωμένη δραστηριότητα του OATP1B1. Η μέση έκθεση (AUC) του κύριου ενεργού μεταβολίτη, οξύ σιμβαστατίνης, είναι 120% στους ετεροζυγώτες φορείς του αλληλόμορφου γονιδίου C (CT) και 221% στους ομοζυγώτες φορείς του αλληλόμορφου γονιδίου (CC) σε σχέση με το ποσοστό των ατόμων που φέρουν τον συνηθέστερο γονότυπο (TT). Το αλληλόμορφο C εμφανίζεται με συχνότητα 18% στον Ευρωπαϊκό πληθυσμό. Σε ασθενείς με πολυμορφισμό του SLCO1B1, υπάρχει ο κίνδυνος αυξημένης έκθεσης στο οξύ της σιμβαστατίνης, κάτι που μπορεί να οδηγήσει σε αυξημένο κίνδυνο ραβδομυόλυσης (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις).
Φαρμακοδυναμικές Φαρμακοθεραπευτική ομάδα: Αναστολέας της HMG-CoA αναγωγάσης Κωδικός ATC: C10A A01 #### Μηχανισμός δράσης Μετά από κατάποση, η σιμβαστατίνη, η οποία είναι μια ανενεργή λακτόνη, υδρολύεται στο ήπαρ στην αντίστοιχη δραστική…
Φαρμακοκινητικές Η σιμβαστατίνη είναι μια ανενεργή λακτόνη η οποία έχει υδρολυθεί ήδη in vivo στο αντίστοιχο βήτα-υδροξυοξύ, έναν ισχυρό αναστολέα της HMG-CoA αναγωγάσης. Η υδρόλυση λαμβάνει χώρα κυρίως στο ήπαρ, ενώ ο ρυθμός της υδρόλυσης στο ανθρώπινο…
Παρακολούθηση Αγωγής
Εργαστηριακοί & κλινικοί έλεγχοι από το SPC, ανά σύστημα
Αρχικός έλεγχος — πριν την έναρξη
-
Κρεατινική κινάση (CK)
· Πριν την έναρξη της θεραπείας (ως τιμή αναφοράς). Εάν τα επίπεδα είναι > 5 x ULN, επαναληπτική μέτρηση εντός 5-7 ημερών. Κατά την εμφάνιση μυϊκών συμπτωμάτων. Περιοδικά (αν και δεν εγγυάται πρόληψη).
Όλοι οι ασθενείς (παράγοντες προδιάθεσης για ραβδομυόλυση ή μυϊκά συμπτώματα)
-
Τρανσαμινάσες
· Πριν την έναρξη της θεραπείας και μετά από αυτή, όταν ενδείκνυται κλινικά. Πριν την τιτλοποίηση στη δόση των 80 mg, 3 μήνες μετά την τιτλοποίηση στα 80 mg και περιοδικά (π.χ. κάθε εξάμηνο) για τον πρώτο χρόνο της θεραπείας. Επαναλαμβάνονται αμέσως και συχνότερα αν αναπτυχθούν αυξημένα επίπεδα.
Όλοι οι ασθενείς (τιτλοποίηση στα 80 mg ή αυξημένες τρανσαμινάσες)
Εργαστηριακές εξετάσεις (αίμα / ούρα)
| Έλεγχος | Σύστημα | Συχνότητα | Προϋπόθεση |
|---|---|---|---|
| Βιοχημικές εξετάσεις | scienceΗλεκτρολύτες & μεταβολικά | Σύμφωνα με τις εθνικές κατευθυντήριες οδηγίες | Κίνδυνος ανάπτυξης διαβήτη |
Κλινική εξέταση & ζωτικά
| Έλεγχος | Σύστημα | Συχνότητα | Προϋπόθεση |
|---|---|---|---|
| Κλινική παρακολούθηση | stethoscopeΚλινική παρακολούθηση (γενική) | Σύμφωνα με τις εθνικές κατευθυντήριες οδηγίες | Κίνδυνος ανάπτυξης διαβήτη |
Σκευάσματα & Τιμολόγηση
Μονογραφίες Πηγών
Αναλυτικό περιεχόμενο ανά πηγή για τεκμηρίωση και έλεγχο
DrugBank
Description
expand_more
Description
DrugBank
Indication
expand_more
Indication
DrugBank
Pharmacology
expand_more
Pharmacology
DrugBank
Mechanism of action
expand_more
Mechanism of action
DrugBank
Absorption
expand_more
Absorption
DrugBank
Half life
expand_more
Half life
DrugBank
Protein binding
expand_more
Protein binding
DrugBank
Route of elimination
expand_more
Route of elimination
science
PubChem
Φαρμακοδυναμική
expand_more
Φαρμακοδυναμική
Φαρμακοδυναμική
Η σιμβαστατίνη είναι ένας αντιλιπιδαιμικός παράγοντας από του στόματος που αναστέλλει τη HMG-CoA αναγωγάση. Χρησιμοποιείται για τη μείωση των επιπέδων χοληστερόλης, λιποπρωτεΐνης χαμηλής πυκνότητας (LDL-C), απoλιποπρωτεΐνης Β (apoB), λιποπρωτεΐνης μη υψηλής πυκνότητας (non-HDL-C) και τριγλυκεριδίων (TG) στο πλάσμα, ενώ αυξάνει τις συγκεντρώσεις HDL-C. Υψηλές συγκεντρώσεις LDL-C, χαμηλές HDL-C και υψηλές TG στο πλάσμα σχετίζονται με αυξημένο κίνδυνο αθηροσκλήρωσης και καρδιαγγειακών παθήσεων. Η αναλογία ολικής χοληστερόλης προς HDL-C αποτελεί ισχυρό προγνωστικό παράγοντα για στεφανιαία νόσο και οι υψηλές αναλογίες σχετίζονται με υψηλότερο κίνδυνο. Αυξημένα επίπεδα HDL-C σχετίζονται με χαμηλότερο καρδιαγγειακό κίνδυνο. Μειώνοντας τα LDL-C και TG και αυξάνοντας τα HDL-C, η σιμβαστατίνη μειώνει τον κίνδυνο καρδιαγγειακής νοσηρότητας και θνησιμότητας. Τα αυξημένα επίπεδα χοληστερόλης, και ειδικότερα τα αυξημένα επίπεδα λιποπρωτεΐνης χαμηλής πυκνότητας (LDL), αποτελούν σημαντικό παράγοντα κινδύνου για την ανάπτυξη καρδιαγγειακής νόσου. Η χρήση στατινών για τη στόχευση και μείωση των επιπέδων LDL έχει αποδειχθεί σε πολλές μελέτες ότι μειώνει σημαντικά τον κίνδυνο εμφάνισης καρδιαγγειακής νόσου και τη συνολική θνησιμότητα. Οι στατίνες θεωρούνται μια οικονομικά αποδοτική θεραπευτική επιλογή για καρδιαγγειακή νόσο λόγω της αποδεδειγμένης μείωσης της συνολικής θνησιμότητας, συμπεριλαμβανομένης της θανατηφόρας και μη θανατηφόρας καρδιαγγειακής νόσου, καθώς και της ανάγκης για χειρουργική επαναγγείωση ή αγγειοπλαστική μετά από έμφραγμα του μυοκαρδίου. Τα στοιχεία δείχνουν ότι ακόμη και για άτομα χαμηλού κινδύνου (με <10% κίνδυνο για μείζον αγγειακό συμβάν εντός 5 ετών), οι στατίνες προκαλούν 20%-22% σχετική μείωση σε μείζονα καρδιαγγειακά συμβάντα (έμφραγμα, εγκεφαλικό, στεφανιαία επαναγγείωση και στεφανιαίος θάνατος) για κάθε 1 mmol/L μείωση της LDL, χωρίς σημαντικές παρενέργειες ή κινδύνους.
Επιδράσεις στο σκελετικό μυϊκό σύστημα
Η σιμβαστατίνη προκαλεί περιστασιακά μυοπάθεια που εκδηλώνεται ως μυϊκός πόνος, ευαισθησία ή αδυναμία με κρεατινική κινάση (CK) πάνω από δέκα φορές το ανώτερο φυσιολογικό όριο (ULN). Η μυοπάθεια μερικές φορές παίρνει τη μορφή ραβδομυόλυσης με ή χωρίς οξεία νεφρική ανεπάρκεια δευτεροπαθώς λόγω μυοσφαιρινουρίας, και έχουν συμβεί σπάνιες περιπτώσεις θανάτου. Προδιαθεσικοί παράγοντες για μυοπάθεια περιλαμβάνουν την προχωρημένη ηλικία (≥65 ετών), το γυναικείο φύλο, τον μη ελεγχόμενο υποθυρεοειδισμό και τη νεφρική δυσλειτουργία. Οι Κινέζοι ασθενείς μπορεί επίσης να διατρέχουν αυξημένο κίνδυνο για μυοπάθεια. Στις περισσότερες περιπτώσεις, τα μυϊκά συμπτώματα και οι αυξήσεις της CK υποχώρησαν όταν η θεραπεία διακόπηκε άμεσα.
Σε μια κλινική βάση δεδομένων 41.413 ασθενών, η συχνότητα εμφάνισης μυοπάθειας ήταν περίπου 0,03% και 0,08% σε δόσεις 20 mg και 40 mg/ημέρα, αντίστοιχα, ενώ ο κίνδυνος μυοπάθειας με σιμβαστατίνη 80 mg (0,61%) ήταν δυσανάλογα υψηλότερος από αυτόν που παρατηρήθηκε στις χαμηλότερες δόσεις. Συνιστάται, επομένως, η δόση 80 mg σιμβαστατίνης να χρησιμοποιείται μόνο σε ασθενείς που λαμβάνουν χρόνια σιμβαστατίνη 80 mg (π.χ. για 12 μήνες ή περισσότερο) χωρίς ενδείξεις μυϊκής τοξικότητας. Επίσης, οι ασθενείς που έχουν σταθεροποιηθεί με σιμβαστατίνη 80 mg θα πρέπει να παρακολουθούνται στενά για ενδείξεις μυϊκής τοξικότητας. Εάν χρειαστεί να ξεκινήσουν τη λήψη ενός αλληλεπιδρώντος φαρμάκου που αντενδείκνυται ή σχετίζεται με ανώτατο όριο δόσης για τη σιμβαστατίνη, ο ασθενής θα πρέπει να μεταβεί σε εναλλακτική στατίνη με μικρότερο δυναμικό αλληλεπίδρασης φαρμάκου-φαρμάκου.
Ο κίνδυνος μυοπάθειας κατά τη διάρκεια της θεραπείας με σιμβαστατίνη μπορεί να αυξηθεί με τη συνδυασμένη χορήγηση αλληλεπιδρώντων φαρμάκων όπως [φαινοφιμπράτη], [νιασίνη], [gemfibrozil], [κυκλοσπορίνη] και ισχυροί αναστολείς του ενζύμου CYP3A4.
Έχουν αναφερθεί περιπτώσεις μυοπάθειας, συμπεριλαμβανομένης της ραβδομυόλυσης, με αναστολείς της HMG-CoA αναγωγάσης που χορηγήθηκαν παράλληλα με [κοχικίνη], και επομένως πρέπει να ασκείται προσοχή κατά τη συνταγογράφηση αυτών των δύο φαρμάκων μαζί.
Ανωμαλίες ηπατικών ενζύμων
Επίμονες αυξήσεις (σε >3 φορές το ULN) στις τρανσαμινάσες του ορού έχουν εμφανιστεί περίπου στο 1% των ασθενών που έλαβαν σιμβαστατίνη σε κλινικές μελέτες. Όταν η φαρμακευτική αγωγή διακόπηκε ή σταμάτησε σε αυτούς τους ασθενείς, τα επίπεδα των τρανσαμινασών συνήθως έπεφταν αργά στα προ-θεραπευτικά επίπεδα. Οι αυξήσεις δεν σχετίζονταν με ίκτερο ή άλλα κλινικά σημεία ή συμπτώματα.
Στη Σκανδιναβική Μελέτη Επιβίωσης με Σιμβαστατίνη (4S), ο αριθμός των ασθενών με περισσότερες από μία αυξήσεις τρανσαμινασών σε >3 φορές το ULN, κατά τη διάρκεια της μελέτης, δεν διέφερε σημαντικά μεταξύ των ομάδων σιμβαστατίνης και εικονικού φαρμάκου (14 [0,7%] έναντι 12 [0,6%]). Η συχνότητα μεμονωμένων αυξήσεων της ALT σε 3 φορές το ULN ήταν σημαντικά υψηλότερη στην ομάδα της σιμβαστατίνης τον πρώτο χρόνο της μελέτης (20 έναντι 8, p=0,023), αλλά όχι αργότερα. Στη μελέτη HPS (Heart Protection Study), στην οποία 20.536 ασθενείς τυχαιοποιήθηκαν να λάβουν σιμβαστατίνη 40 mg/ημέρα ή εικονικό φάρμακο, οι συχνότητες αυξημένων τρανσαμινασών (>3X ULN επιβεβαιωμένες με επαναληπτική εξέταση) ήταν 0,21% (n=21) για τους ασθενείς που έλαβαν σιμβαστατίνη και 0,09% (n=9) για τους ασθενείς που έλαβαν εικονικό φάρμακο.
Ενδοκρινικές επιδράσεις
Αυξήσεις στα επίπεδα HbA1c και γλυκόζης ορού νηστείας έχουν αναφερθεί με αναστολείς της HMG-CoA αναγωγάσης, συμπεριλαμβανομένης της σιμβαστατίνης.
Αν και η χοληστερόλη είναι ο πρόδρομος όλων των στεροειδών ορμονών, μελέτες με σιμβαστατίνη έχουν υποδείξει ότι αυτός ο παράγοντας δεν έχει κλινική επίδραση στη στεροειδογένεση. Η σιμβαστατίνη δεν προκάλεσε αύξηση στη λιθογονικότητα της χολής και, επομένως, δεν αναμένεται να αυξήσει τη συχνότητα εμφάνισης χολολίθων.
neurology
PubChem
Μηχανισμός δράσης
expand_more
Μηχανισμός δράσης
Μηχανισμός Δράσης
Η σιμβαστατίνη είναι ένα προφάρμακο στο οποίο ο λακτονικός δακτύλιος 6 μελών της σιμβαστατίνης υδρολύεται in vivo για να παραχθεί το β,δ-διυδροξυ οξύ, ένας ενεργός μεταβολίτης δομικά παρόμοιος με την HMG-CoA (υδροξυμεθυλογλουταρυλ-CoA). Μόλις υδρολυθεί, η σιμβαστατίνη ανταγωνίζεται την HMG-CoA για την HMG-CoA αναγωγάση, ένα ηπατικό μικροσωμικό ένζυμο, το οποίο καταλύει τη μετατροπή της HMG-CoA σε μεβαλονικό, ένα πρώιμο βήμα που καθορίζει τον ρυθμό στη βιοσύνθεση της χοληστερόλης. Η σιμβαστατίνη δρα κυρίως στο ήπαρ, όπου η μειωμένη ηπατική συγκέντρωση χοληστερόλης διεγείρει την αύξηση των ηπατικών υποδοχέων λιποπρωτεΐνης χαμηλής πυκνότητας (LDL), η οποία αυξάνει την πρόσληψη LDL από το ήπαρ. Η σιμβαστατίνη αναστέλλει επίσης την ηπατική σύνθεση λιποπρωτεΐνης πολύ χαμηλής πυκνότητας (VLDL). Το συνολικό αποτέλεσμα είναι η μείωση των LDL και VLDL στο πλάσμα.
Σε θεραπευτικές δόσεις, το ένζυμο HMG-CoA δεν εμποδίζεται πλήρως από τη δράση της σιμβαστατίνης, επιτρέποντας έτσι την παραμονή διαθέσιμων βιολογικά απαραίτητων ποσοτήτων μεβαλονικού. Καθώς το μεβαλονικό αποτελεί πρώιμο βήμα στη βιοσυνθετική οδό για τη χοληστερόλη, η θεραπεία με σιμβαστατίνη δεν αναμένεται επίσης να προκαλέσει οποιαδήποτε συσσώρευση δυνητικά τοξικών στερολών. Επιπλέον, η HMG-CoA μεταβολίζεται εύκολα ξανά σε ακετυλο-CoA, το οποίο συμμετέχει σε πολλές βιοσυνθετικές διεργασίες στον οργανισμό.
Μελέτες in vitro και in vivo σε ζώα δείχνουν επίσης ότι η σιμβαστατίνη ασκεί αγγειοπροστατευτικές επιδράσεις ανεξάρτητα από τις λιπομειωτικές της ιδιότητες, γνωστές και ως πλειοτροπικές επιδράσεις των στατινών. Αυτές περιλαμβάνουν βελτίωση της ενδοθηλιακής λειτουργίας, ενίσχυση της σταθερότητας των αθηροσκληρωτικών πλακών, μείωση του οξειδωτικού στρες και της φλεγμονής, και αναστολή της θρομβογόνου απόκρισης.
Οι στατίνες έχουν επίσης βρεθεί να δεσμεύονται αλλοστερικά στη λειτουργικά σχετιζόμενη πρωτεΐνη β2 ιντεγκρίνης (LFA-1), η οποία παίζει σημαντικό ρόλο στη μετατόπιση των λευκοκυττάρων και στην ενεργοποίηση των Τ-κυττάρων.
Η σιμβαστατίνη είναι ένα προφάρμακο και υδρολύεται στη δραστική μορφή β-υδροξυοξέος, σιμβαστατίνη οξύ, μετά τη χορήγηση. Η σιμβαστατίνη είναι ένας ειδικός αναστολέας της 3-υδροξυ-3-μεθυλογλουταρυλ-συνενζύμου Α (HMG-CoA) αναγωγάσης, του ενζύμου που καταλύει τη μετατροπή της HMG-CoA σε μεβαλονικό, ένα πρώιμο και καθοριστικό για τον ρυθμό βήμα στη βιοσυνθετική οδό της χοληστερόλης. Επιπλέον, η σιμβαστατίνη μειώνει VLDL και TG και αυξάνει HDL-C.
Το ένζυμο παραοξονάση που σχετίζεται με την HDL προστατεύει τις LDL από το οξειδωτικό στρες. Οι αναστολείς της 3-υδροξυ-3-μεθυλογλουταρυλ-συνενζύμου Α (στατίνες) φαίνεται να επηρεάζουν ευνοϊκά την αθηροσκλήρωση μέσω διαφορετικών μηχανισμών. Η παρούσα μελέτη εξέτασε την επίδραση της σιμβαστατίνης στην έκφραση της παραοξονάσης και στα επίπεδα παραοξονάσης στον ορό. Η σιμβαστατίνη ρύθμισε προς τα πάνω, με τρόπο εξαρτώμενο από τη δόση, τη δραστηριότητα του προαγωγέα του γονιδίου της παραοξονάσης σε εκφραστικά κασέτες που μεταφέρθηκαν σε κύτταρα HepG2. Η ρύθμιση προς τα πάνω θα μπορούσε να ανασταλεί από το μεβαλονικό και άλλα ενδιάμεσα της βιοσυνθετικής οδού της χοληστερόλης. Η σιμβαστατίνη αύξησε πυρηνικούς παράγοντες, ιδίως τον ρυθμιστικό παράγοντα στερολών-2 (sterol regulatory element-binding protein-2 - SREBP-2), ικανό να δεσμεύεται στον προαγωγέα της παραοξονάσης. Αυτό αναστελλόταν επίσης από το μεβαλονικό. Ο SREBP-2 αύξησε τη δραστηριότητα του προαγωγέα in vitro. Ασθενείς που έλαβαν στατίνη εμφάνισαν σημαντική αύξηση στις συγκεντρώσεις και τις δραστηριότητες της παραοξονάσης στον ορό. Τα δεδομένα υποδεικνύουν ότι η σιμβαστατίνη μπορεί να ρυθμίζει in vitro την έκφραση του αντιοξειδωτικού ενζύμου παραοξονάση και σχετίζεται με αυξημένη συγκέντρωση και δραστηριότητα παραοξονάσης στον ορό. Αυτό είναι σύμφωνο με τις επιδράσεις της θεραπείας με σιμβαστατίνη, η οποία έχει τη δυνατότητα να επηρεάζει ευνοϊκά τους αντι-αθηρογόνους μηχανισμούς στο επίπεδο της HDL. Η μελέτη παρέχει στοιχεία για 1 μοριακό μηχανισμό μέσω του οποίου θα μπορούσε να ρυθμιστεί η έκφραση του γονιδίου της παραοξονάσης.
… Αναφέρουμε σε αυτήν την εργασία ότι, απροσδόκητα, η σιμβαστατίνη ενισχύει την παραγωγή IL-12p40 που προκαλείται από LPS από μακροφάγα ποντικών, και ότι το κάνει αυτό ενεργοποιώντας τον προαγωγέα IL-12p40. Η ανάλυση μεταλλάξεων και οι μελέτες έκφρασης με κυρίαρχη αρνητικότητα υποδεικνύουν ότι οι μεταγραφικοί παράγοντες C/EBP και AP-1 έχουν κρίσιμο ρόλο στην ενεργοποίηση του προαγωγέα. Αυτό συμβαίνει μέσω ενός μηχανισμού που βασίζεται σε c-Fos και c-Jun. Αποδεικνύουμε ότι η εκτοπική έκφραση του c-Jun ενεργοποιεί τον προαγωγέα IL-12p40, ενώ η έκφραση του c-Fos αναστέλλει τη δραστηριότητα του προαγωγέα IL-12p40. Η σιμβαστατίνη αποτρέπει την επαγόμενη από LPS έκφραση c-Fos, ανακουφίζοντας έτσι την ανασταλτική επίδραση του c-Fos στον προαγωγέα IL-12p40. Ταυτόχρονα, η σιμβαστατίνη προκαλεί φωσφορυλίωση του c-Jun από την c-Jun N-terminal kinase (JNK), οδηγώντας σε ενεργοποίηση του προαγωγέα IL-12p40 που εξαρτάται από το c-Jun. Αυτό φαίνεται να είναι ένας γενικός μηχανισμός, καθώς η σιμβαστατίνη επίσης αυξάνει την επαγόμενη από LPS ενεργοποίηση του προαγωγέα TNF-άλφα, ίσως επειδή ο προαγωγέας TNF-άλφα έχει θέσεις δέσμευσης C/EBP και AP-1 σε παρόμοια διαμόρφωση με τον προαγωγέα IL-12p40. Το γεγονός ότι η σιμβαστατίνη αυξάνει δραστικά την επαγόμενη από LPS παραγωγή IL-12p40 και TNF-άλφα έχει επιπτώσεις στη θεραπεία βακτηριακών λοιμώξεων σε ασθενείς που λαμβάνουν στατίνες.
Οι στατίνες αναγνωρίζονται όλο και περισσότερο ως μεσολαβητές άμεσων κυτταρικών επιδράσεων ανεξάρτητα από την ικανότητά τους να μειώνουν τα λιπίδια. Επομένως, η χρονική και συγκεντρωτική εξάρτηση διαφόρων στατινο-διαμεσολαβούμενων κυτταρικών αλλοιώσεων συγκρίθηκε σε νεφρικά μεσαγγειακά κύτταρα. Τα αποτελέσματα των στατινών στην κυτταρική διαίρεση, την έκφραση γονιδίων, τις κυτταροσκελετικές αλλοιώσεις, την απόπτωση και την κυτταροτοξικότητα αναλύθηκαν σε καλλιεργημένα μεσαγγειακά κύτταρα με χρήση τυπικών τεχνικών. Αποτελέσματα. Η σιμβαστατίνη και η λοβαστατίνη μείωσαν την κυτταρική διαίρεση και τον αριθμό κυττάρων σε αρουραία μεσαγγειακά κύτταρα με τρόπο εξαρτώμενο από τη συγκέντρωση. Ταυτόχρονα, η έκφραση της ινωδογόνου πρωτεΐνης συνδετικού ιστού (CTGF) εμποδίστηκε και οι ινίδια ακτίνης, που είναι τυπικά των μεσαγγειακών κυττάρων σε καλλιέργεια, διαλύθηκαν από τη σιμβαστατίνη. Ανιχνεύθηκε μείωση της μετα-μεταφραστικής τροποποίησης του RhoA από ομάδες γερανυλογερανυλίου, υποστηρίζοντας έναν ρόλο για το RhoA ως μεσολαβητή των επιδράσεων των στατινών. Η πρόκληση απόπτωσης, που προσδιορίστηκε με ενεργοποίηση της κασπάσης-3 και κατακερματισμό DNA, και η νέκρωση συνέβησαν μόνο σε μεταγενέστερα χρονικά σημεία, όταν η μορφολογία των κυττάρων είχε τροποποιηθεί έντονα και τα κύτταρα αποκολλήθηκαν από την επιφάνεια λόγω αλλαγών στο κυτταροσκελετό της ακτίνης. Βασικά, τα ίδια αποτελέσματα λήφθηκαν με μια ανθρώπινη μεσαγγειακή κυτταρική γραμμή. Επιπλέον, οι επιδράσεις των στατινών μιμήθηκαν με αναστολή της γερανυλογερανυλτρανσφεράσης. Οι περισσότερες από τις κυτταρικές επιδράσεις των λιπόφιλων στατινών συνέβησαν εντός του ίδιου χρονικού και συγκεντρωτικού εύρους, υποδηλώνοντας έναν κοινό μοριακό μηχανισμό. Μόνο η απόπτωση και η νέκρωση παρατηρήθηκαν σε μεταγενέστερα χρονικά σημεία ή με υψηλότερες συγκεντρώσεις σιμβαστατίνης και φαίνεται έτσι να είναι δευτεροπαθείς στις αλλαγές στην έκφραση γονιδίων και στις αλλοιώσεις του κυτταροσκελετού της ακτίνης.
Για περισσότερα δεδομένα Μηχανισμού Δράσης (Πλήρης) για τη Σιμβαστατίνη (σύνολο 6), παρακαλώ επισκεφθείτε τη σελίδα του αρχείου HSDB.
biotech
PubChem
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
expand_more
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
Απορρόφηση, Κατανομή & Απέκκριση
Οι μέγιστες συγκεντρώσεις στο πλάσμα τόσο των ενεργών όσο και των συνολικών αναστολέων επιτεύχθηκαν εντός 1,3 έως 2,4 ωρών μετά τη δόση. Ενώ το συνιστώμενο θεραπευτικό εύρος δόσεων είναι 10 έως 40 mg/ημέρα, δεν υπήρξε σημαντική απόκλιση από τη γραμμικότητα της AUC με αύξηση της δόσης έως και 120 mg. Σε σύγκριση με την κατάσταση νηστείας, το προφίλ των αναστολέων στο πλάσμα δεν επηρεάστηκε όταν η σιμβαστατίνη χορηγήθηκε αμέσως πριν από ένα γεύμα ελέγχου.
Σε φαρμακοκινητική μελέτη 17 υγιών Κινέζων εθελοντών, οι κύριες φαρμακοκινητικές παράμετροι ήταν οι εξής: Tmax 1,44 ώρες, Cmax 9,83 ug/L, t1/2 4,85 ώρες και AUC 40,32 ug·h/L.
Η σιμβαστατίνη υφίσταται εκτεταμένη μεταβολισμό πρώτης διόδου στο ήπαρ, το όργανο-στόχο για την αναστολή της HMG-CoA αναγωγάσης και την κύρια θέση δράσης. Αυτή η ιστική επιλεκτικότητα (και η συνεπακόλουθη χαμηλή συστηματική έκθεση) της από του στόματος χορηγούμενης σιμβαστατίνης έχει αποδειχθεί ότι είναι πολύ μεγαλύτερη από αυτήν που παρατηρείται όταν το φάρμακο χορηγείται ως η ενζυματικά ενεργή μορφή, δηλαδή ως το ανοιχτό υδροξυοξύ.
Σε μελέτες σε ζώα, μετά από από του στόματος χορήγηση, η σιμβαστατίνη πέτυχε σημαντικά υψηλότερες συγκεντρώσεις στο ήπαρ σε σύγκριση με μη-στόχους ιστούς. Ωστόσο, επειδή η σιμβαστατίνη υφίσταται εκτεταμένο μεταβολισμό πρώτης διόδου, η βιοδιαθεσιμότητα του φαρμάκου στο συστηματικό σύστημα είναι χαμηλή.
Σε μελέτη μονής δόσης σε εννέα υγιείς εθελοντές, εκτιμήθηκε ότι λιγότερο από 5% μιας από του στόματος δόσης σιμβαστατίνης έφτασε στη γενική κυκλοφορία με τη μορφή ενεργών αναστολέων.
Γενετικές διαφορές στον ηπατικό μεταφορέα OATP1B1 (Organic-Anion-Transporting Polypeptide 1B1) που κωδικοποιείται από το γονίδιο SCLCO1B1 (Solute Carrier Organic Anion Transporter family member 1B1) έχουν αποδειχθεί ότι επηρεάζουν τη φαρμακοκινητική της σιμβαστατίνης. Τα στοιχεία από φαρμακογενετικές μελέτες του μονονουκλεοτιδικού πολυμορφισμού (SNP) c.521T>C έδειξαν ότι οι συγκεντρώσεις σιμβαστατίνης στο πλάσμα αυξήθηκαν κατά μέσο όρο 3,2 φορές για τα άτομα ομόζυγα για το 521CC σε σύγκριση με τα ομόζυγα 521TT άτομα. Η γονότυπος 521CC σχετίζεται επίσης με σημαντική αύξηση του κινδύνου ανάπτυξης μυοπάθειας, πιθανώς δευτεροπαθώς στην αυξημένη συστηματική έκθεση. Άλλα στατινικά φάρμακα που επηρεάζονται από αυτόν τον πολυμορφισμό περιλαμβάνουν τη [ροσουβαστατίνη], την [πιταβαστατίνη], την [ατορβαστατίνη], τη [λοβαστατίνη] και την [πραβαστατίνη].
Για ασθενείς με γνωστό τον προαναφερθέντα γονότυπο OATP1B1 c.521CC, συνιστάται μέγιστη ημερήσια δόση 20 mg σιμβαστατίνης για την αποφυγή ανεπιθύμητων ενεργειών από την αυξημένη έκθεση στο φάρμακο, όπως μυϊκός πόνος και κίνδυνος ραβδομυόλυσης.
Έχουν ληφθεί επίσης στοιχεία με άλλες στατίνες όπως η [ροσουβαστατίνη] ότι η ταυτόχρονη χρήση στατινών και αναστολέων της πρωτεΐνης ανθεκτικότητας στον καρκίνο του μαστού (BCRP) όπως η ελμπασβίρη και η γκραζοπρεβίρη αύξησε τις συγκεντρώσεις αυτών των στατινών στο πλάσμα. Απαιτούνται περαιτέρω στοιχεία, ωστόσο ενδέχεται να απαιτείται προσαρμογή της δόσης της σιμβαστατίνης. Άλλα στατινικά φάρμακα που επηρεάζονται από αυτόν τον πολυμορφισμό περιλαμβάνουν τη [φλουβαστατίνη] και την [ατορβαστατίνη].
Μετά από από του στόματος δόση 14C-σημειωμένης σιμβαστατίνης σε ανθρώπους, το 13% της δόσης απεκκρίθηκε στα ούρα και το 60% στα κόπρανα.
Μελέτες σε αρουραίους υποδεικνύουν ότι όταν χορηγήθηκε ραδιοσημειωμένη σιμβαστατίνη, η ραδιοσημότητα που προερχόταν από σιμβαστατίνη διέσχισε τον αιματοεγκεφαλικό φραγμό.
Τόσο η σιμβαστατίνη όσο και ο μεταβολίτης της β-υδροξυοξέος δεσμεύονται ισχυρά (περίπου 95%) σε πρωτεΐνες του ανθρώπινου πλάσματος. Μελέτες σε αρουραίους υποδεικνύουν ότι όταν χορηγήθηκε ραδιοσημειωμένη σιμβαστατίνη, η ραδιοσημότητα που προερχόταν από σιμβαστατίνη διέσχισε τον αιματοεγκεφαλικό φραγμό.
/ΓΑΛΑ/ Δεν είναι γνωστό εάν η σιμβαστατίνη κατανέμεται στο ανθρώπινο μητρικό γάλα….
Μετά από από του στόματος δόση 14C-σημειωμένης σιμβαστατίνης σε ανθρώπους, το 13% της δόσης απεκκρίθηκε στα ούρα και το 60% στα κόπρανα. Οι συγκεντρώσεις στο πλάσμα της συνολικής ραδιοσημότητας (σιμβαστατίνη συν 14C-μεταβολίτες) κορυφώθηκαν στις 4 ώρες και μειώθηκαν γρήγορα στο περίπου 10% της κορυφής στις 12 ώρες μετά τη δόση. Δεδομένου ότι η σιμβαστατίνη υφίσταται εκτεταμένη εκχύλιση πρώτης διόδου στο ήπαρ, η διαθεσιμότητα του φαρμάκου στη γενική κυκλοφορία είναι χαμηλή (<5%).
Η απορρόφηση, η κατανομή και η απέκκριση της 14C-σιμβαστατίνης μελετήθηκαν σε αρσενικούς αρουραίους μετά από 21 συνεχείς ημερήσιες από του στόματος χορηγήσεις στη δόση των 10 mg/kg. Τα επίπεδα στο πλάσμα της 14C-σιμβαστατίνης στις 1 ώρα μετά από κάθε χορήγηση δεν αυξήθηκαν κατά τη διάρκεια και μετά από επαναλαμβανόμενη χορήγηση. Η καμπύλη των επιπέδων ραδιοσημότητας-χρόνου μετά την τελική χορήγηση ήταν παρόμοια με αυτήν μετά την πρώτη χορήγηση. Η αθροιστική απέκκριση ραδιοσημότητας στα ούρα και τα κόπρανα αντιστοιχούσε σε 9,0% και 91,4% της συνολικής δόσης, αντίστοιχα, εντός 96 ωρών μετά την τελική χορήγηση. Μετά την τελική χορήγηση, η ραδιοσημότητα συγκεντρώθηκε στους γαστρεντερικούς σωλήνες, το ήπαρ και τους νεφρούς. Το μοτίβο κατανομής ήταν παρόμοιο με αυτό που παρατηρήθηκε μετά την εφάπαξ χορήγηση. Δεν υπήρξε συσσώρευση του φαρμάκου και των μεταβολιτών του στους ιστούς των αρουραίων μετά την επαναλαμβανόμενη από του στόματος χορήγηση 14C-σιμβαστατίνης. Η εμβρυο-πλακουντιακή μεταφορά και η απέκκριση ραδιοσημότητας στο γάλα μελετήθηκαν σε έγκυες και θηλάζουσες αρουραίες μετά από εφάπαξ από του στόματος χορήγηση 14C-σιμβαστατίνης. Ολόσωμες ραδιογραφίες αυτοραδιογράφησης σε αρουραίες την 12η και 18η ημέρα κύησης έδειξαν χαμηλή κατανομή και ταχεία αποβολή ραδιοσημότητας από το έμβρυο. Την 18η ημέρα κύησης, η συγκέντρωση ραδιοσημότητας στον πλακούντα, στο αμνιακό υγρό και στους εμβρυϊκούς ιστούς ήταν σχεδόν ίση ή μικρότερη από εκείνες στο μητρικό πλάσμα. Η ποσότητα ραδιοσημότητας που μεταφέρθηκε στο έμβρυο ήταν περίπου 0,02% της από του στόματος δόσης. Οι συγκεντρώσεις ραδιοσημότητας στο γάλα ήταν περίπου 20-54% εκείνων στο μητρικό πλάσμα.
Για περισσότερα δεδομένα Απορρόφησης, Κατανομής και Απέκκρισης (Πλήρης) για τη Σιμβαστατίνη (σύνολο 6), παρακαλώ επισκεφθείτε τη σελίδα του αρχείου HSDB.
water_drop
PubChem
Δέσμευση πρωτεϊνών
expand_more
Δέσμευση πρωτεϊνών
Σ δέσμευση με πρωτεΐνες
Τόσο η σιμβαστατίνη όσο και ο μεταβολίτης της β-υδροξυοξέος δεσμεύονται ισχυρά (περίπου 95%) σε πρωτεΐνες του ανθρώπινου πλάσματος.
hub
PubChem
Μεταβολισμός
expand_more
Μεταβολισμός
Μεταβολισμός
Η σιμβαστατίνη χορηγείται ως η ανενεργή λακτονική παράγωγο που στη συνέχεια μεταβολικά ενεργοποιείται στη μορφή β-υδροξυοξέος μέσω ενός συνδυασμού αυθόρμητης χημικής μετατροπής και υδρόλυσης μέσω ενζύμων από μη ειδικές καρβοξυεστεράσες στο τοίχωμα του εντέρου, στο ήπαρ και στο πλάσμα. Ο οξειδωτικός μεταβολισμός στο ήπαρ διαμεσολαβείται κυρίως από τα CYP3A4 και CYP3A5, με τον υπόλοιπο μεταβολισμό να συμβαίνει μέσω των CYP2C8 και CYP2C9. Οι κύριοι ενεργοί μεταβολίτες της σιμβαστατίνης είναι ο β-υδροξυοξύ μεταβολίτης και οι 6’-υδροξυ, 6’-υδροξυμεθυλ, και 6’-εξομεθυλενικές παράγωγοί του. Πολυμορφισμοί στο γονίδιο CYP3A5 έχουν αποδειχθεί ότι επηρεάζουν τη διάθεση της σιμβαστατίνης και μπορεί να παρέχουν μια εύλογη εξήγηση για τη διατομική μεταβλητότητα της διάθεσης και της φαρμακοκινητικής της σιμβαστατίνης.
Οι κύριοι ενεργοί μεταβολίτες της σιμβαστατίνης που υπάρχουν στο ανθρώπινο πλάσμα είναι ο β-υδροξυοξύς της σιμβαστατίνης και οι 6’-υδροξυ, 6’-υδροξυμεθυλ, και 6’-εξομεθυλενικές παράγωγοί του.
Η σιμβαστατίνη έχει γνωστούς ανθρώπινους μεταβολίτες που περιλαμβάνουν την 6’-εξομεθυλενική, 3’, 5’-διυδροδιόλη, και 6’-άλφα-υδροξυσιμβαστατίνη.
Ηπατικός, η σιμβαστατίνη είναι υπόστρωμα για το CYP3A4. Οι κύριοι ενεργοί μεταβολίτες της σιμβαστατίνης είναι ο β-υδροξυοξύς μεταβολίτης και οι 6’-υδροξυ, 6’-υδροξυμεθυλ, και 6’-εξομεθυλενικές παράγωγοί του. Οδός Απέκκρισης: Μετά από από του στόματος δόση 14C-σημειωμένης σιμβαστατίνης σε ανθρώπους, το 13% της δόσης απεκκρίθηκε στα ούρα και το 60% στα κόπρανα. Χρόνος ημιζωής: 3 ώρες
hourglass
PubChem
Ημίσεια ζωή
expand_more
Ημίσεια ζωή
Βιολογικός Χρόνος Ημίσειας Ζωής
4,85 ώρες
category
PubChem
MeSH classification
expand_more
MeSH classification
Κατηγοριοποίηση MeSH
- Ουσίες που χρησιμοποιούνται για τη μείωση των επιπέδων χοληστερόλης στο πλάσμα.
- Ουσίες που μειώνουν τα επίπεδα ορισμένων λιπιδίων στο αίμα. Χρησιμοποιούνται για τη θεραπεία υπερλιπιδαιμιών.
- Ενώσεις που αναστέλλουν τις υδροξυμεθυλογλουταρυλ-CoA αναγωγάσες. Έχει αποδειχθεί ότι μειώνουν άμεσα τη σύνθεση χοληστερόλης.
fact_check
PubChem
FDA classification
expand_more
FDA classification
Κατηγοριοποίηση FDA
AGG2FN16EV
SIMVASTATIN
Καθιερωμένη Φαρμακολογική Κατηγορία [EPC] - Αναστολέας HMG-CoA Αναγωγάσης
Μηχανισμός Δράσης [MoA] - Αναστολείς Υδροξυμεθυλογλουταρυλ-CoA Αναγωγάσης
Η σιμβαστατίνη είναι ένας αναστολέας HMG-CoA Αναγωγάσης. Ο μηχανισμός δράσης της σιμβαστατίνης είναι ως αναστολέας HMG-CoA Αναγωγάσης.
SIMVASTATIN
Αναστολέας HMG-CoA Αναγωγάσης [EPC]. Αναστολείς Υδροξυμεθυλογλουταρυλ-CoA Αναγωγάσης [MoA].
Ημίσεια ζωή
Δέσμευση πρωτεϊνών
Απέκκριση
Πρωτόκολλα Συνταγογράφησης
Συνταγογραφείται εφόσον ο ασθενής εντάσσεται σε κάποιο από τα παρακάτω βήματα:
-
ΒΗΜΑ 1 C10AA01ΒΗΜΑ 1 — Αρχική δόση στατίνης (μέτριος/χαμηλός κίνδυνος)
- Ασθενής μέτριου ή χαμηλού καρδιαγγειακού κινδύνου
- Μέτριος κίνδυνος: φαρμακευτική αγωγή αν δεν επιτευχθεί ο στόχος μετά 3 μήνες υγιεινοδιαιτητικών μέτρων· χαμηλός: μετά 6 μήνες
Δοσολογία: Αρχική δόση — εντατική τροποποίηση τρόπου ζωής · Απεριόριστη
Απόσυρση / Deprescribing
Στατίνες
Επιστημονικό Προφίλ
expand_more
Κατηγοριοποίηση MeSH
- Ουσίες που χρησιμοποιούνται για τη μείωση των επιπέδων χοληστερόλης στο πλάσμα.
- Ουσίες που μειώνουν τα επίπεδα ορισμένων λιπιδίων στο αίμα. Χρησιμοποιούνται για τη θεραπεία υπερλιπιδαιμιών.
- Ενώσεις που αναστέλλουν τις υδροξυμεθυλογλουταρυλ-CoA αναγωγάσες. Έχει αποδειχθεί ότι μειώνουν άμεσα τη σύνθεση χοληστερόλης.