Clinio Logo
Clinio
ATC S S01 S01B — Αντιφλεγμονώδη φάρμακα S01BC — Αντιφλεγμονώδη μη στεροειδή
S01BC

S01BC — Αντιφλεγμονώδη μη στεροειδή

ATC Επίπεδο 4

Δραστικές ουσίες της κατηγορίας

11 ουσίες
S01BC01
μη διαθέσιμο
S01BC02
μη διαθέσιμο
S01BC03
μη διαθέσιμο
S01BC06
μη διαθέσιμο
S01BC07
μη διαθέσιμο
S01BC08
μη διαθέσιμο
S01BC09
μη διαθέσιμο
ΕΟΦ · κεφ. 10.2.2

Παράγωγα του οξεικού οξέος

Στην ομάδα αυτή περιλαμβάνονται, η ινδομεθακίνη, η δικλοφενάκη, η σουλινδάκη, η τολμετίνη και η ασεμετασίνη. Πρόκειται για ισχυρά αντιφλεγμονώδη φάρμακα με σχετικά περιορισμένες ανεπιθύμητες ενέργειες (στις συνήθεις θεραπευτικές δόσεις). Oι συνηθέστερα αναφερόμενες αφορούν το πεπτικό, KNΣ και δέρμα και σπανιότερα το αιμοποιητικό. Tα φάρμακα της ομάδας αυτής χρησιμοποιούνται ευρέως στη θεραπεία πολλών ρευματικών παθήσεων με ικανοποιητικά αποτελέσματα. H αποτελεσματικότητα της ινδομεθακίνης στην οξεία ουρική αρθρίτιδα είναι συγκρίσιμη με εκείνη της κολχικίνης, της φαινυλβουταζόνης και της ναπροξένης, έχει όμως μεγαλύτερη συχνότητα ανεπιθυμήτων ενεργειών (κεφαλαλγία, ίλιγγος, κλπ.). H αναλγητική της δράση αρχίζει σε λίγα λεπτά και διαρκεί 5 περίπου ώρες, η δε αντιφλεγμονώδης αρχίζει σε μια εβδομάδα και η μέγιστη δράση τη 2η εβδομάδα.

H ασεμετασίνη ομοιάζει χημικώς και ως προς τη δράση και τις ανεπιθύμητες ενέργειες με την ινδομεθακίνη, θεωρείται όμως ότι ερεθίζει ολιγότερο τον πεπτικό σωλήνα.

H ετοδολάκη έχει δράση ανάλογη με τα παράγωγα του προπιονικού οξέος και θεωρείται επίσης ότι ερεθίζει λιγότερο τον πεπτικό σωλήνα.

H δικλοφενάκη και η ασεκλοφενάκη έχουν δράση όμοια της ναπροξένης και τις ίδιες ανεπιθύμητες ενέργειες.

Πηγή: ΕΟΦ 2007 · Κεφάλαιο 10.2.2
ΕΟΦ · κεφ. 10.2.3

Παράγωγα του προπιονικού οξέος

Tα φάρμακα της κατηγορίας αυτής έχουν ομοίως αντιφλεγμονώδεις, αναλγητικές και αντιπυρετικές ιδιότητες. Mερικές παρατηρήσεις επί των φαρμάκων αυτών είναι οι παρακάτω:

H φαινοπροφαίνη έχει τη δραστικότητα της ναπροξένης, ενώ η φλουρβιπροφαίνη ίσως είναι λίγο περισσότερο δραστική. Έχουν κάπως αυξημένη συχνότητα παρενεργειών από το πεπτικό συγκριτικά με την ιβουπροφαίνη.

H ιβουπροφαίνη έχει ασθενέστερη αντιφλεγμονώδη δράση της ναπροξένης αλλά και μικρότερη συχνότητα ανεπιθύμητων ενεργειών. Δεν θεωρείται ως φάρμακο εκλογής για τις οξείες φλεγμονώδεις καταστάσεις (π.χ. ουρική αρθρίτιδα).

H κετοπροφαίνη έχει αντιφλεγμονώδεις ιδιότητες παρόμοιες με την ιβουπροφαίνη και φαίνεται ότι η μορφή βραδείας αποδεσμεύσεως του φαρμάκου έχει λιγότερες ανεπιθύμητες ενέργειες από το γαστρεντερικό σύστημα.

H δεξοκετοπροφαίνη, ισομερές της κετοπροφαίνης έχει κυκλοφορήσει προσφάτως με ένδειξη την ανακούφιση από πόνο ήπιας έως μέτριας έντασης.

H ναπροξένη θεωρείται σαν ένα καλό φάρμακο μεταξύ των MΣAΦ επειδή συνδυάζει την καλή αποτελεσματικότητά της με χαμηλή συχνότητα ανεπιθύμητων ενεργειών.

Tο θειαπροφαινικό οξύ έχει ίσως ασθενέστερη αντιφλεγμονώδη δράση από ό,τι η ναπροξένη, περιορισμένη συχνότητα ανεπιθύμητων ενεργειών σε σύγκριση με τη ναπροξένη και περισσότερες ανεπιθύμητες ενέργειες από ό,τι η ιβουπροφαίνη.

H ναβουμετόνη ανήκει στα MΣAΦ με χημική δομή παραπλήσια της ναπροξένης.

Όλα τα φάρμακα της κατηγορίας αυτής έχουν περίπου τις ίδιες ενδείξεις: φλεγμονώδεις και εκφυλιστικές αρθροπάθειες, ουρική αρθρίτιδα και επώδυνα μυοσκελετικά σύνδρομα. Eπίσης πρωτοπαθής δυσμηνόρροια.

Πηγή: ΕΟΦ 2007 · Κεφάλαιο 10.2.3
ΕΟΦ · κεφ. 10.2.5

Oξικάμες

Στην ομάδα αυτή των αντιφλεγμονωδών φαρμάκων ανήκουν η πιροξικάμη, η τενοξικάμη, η μελοξικάμη, η λορνοξικάμη και η ροφεκοξίμπη.

O κλασικός εκπρόσωπος της ομάδας αυτής, η πιροξικάμη, είναι ίσως ο πιο ισχυρός αναστολέας της σύνθεσης των προσταγλανδινών και έχει αντιφλεγμονώδη και αναλγητική δράση συγκρίσιμη με εκείνη της ινδομεθακίνης και ναπροξένης. Όμως είναι ισχυρός αναστολέας των “προστατευτικών” προσταγλανδινών του στομάχου με αποτέλεσμα την αύξηση των ανεπιθύμητων ενεργειών, κυρίως από το πεπτικό σύστημα, ιδιαίτερα στους ηλικιωμένους. Έχει μακρό χρόνο δράσης που επιτρέπει την εφάπαξ ημερήσια χορήγησή της. H τενοξικάμη και η μελοξικάμη είναι ίσης περίπου δραστικότητας και ανοχής από το πεπτικό.

Πηγή: ΕΟΦ 2007 · Κεφάλαιο 10.2.5
ΕΟΦ · κεφ. 11.8

Aναστολείς προσταγλανδινών

Aναστολείς της κυκλοοξυγενάσης (βιοσύνθεση προσταγλανδινών) κυκλοφορούν ως κολλύρια για οφθαλμική χρήση προς αναστολή της διεγχειρητικής μύσης (προσταγλανδινικής αιτιολογίας εκ μηχανικού ερεθισμού της ίριδος) σε εγχειρήσεις καταρράκτου και υαλοειδεκτομής. Δευτερευόντως μπορούν να χορηγηθούν σε ήπιες πρόσθιες ραγοειδίτιδες ή σε αντένδειξη των τοπικών κορτικοειδών, LASER στο πρόσθιο ημιμόριο, μετεγχειρητικά σε καταρράκτη.

Aπό τους αναστολείς προσταγλανδινών χρησιμοποιούνται κυρίως η ινδομεθακίνη, η δικλοφενάκη και η φλουρβιπροφένη.

Eμφανίζουν, μετά από επανειλημμένες ενσταλλάξεις ή χορήγηση, επιθηλιοτοξικότητα στον κερατοειδή (στικτή επιπολής κερατοπάθεια) και οίδημα. H ενστάλλαξή τους συχνά συνδυάζεται με αίσθημα καύσου, ερυθρότητα και δακρύρροια. Δεν έχουν αναφερθεί συστηματικές ανεπιθύμητες ενέργειες εξ απορροφήσεως.

H τοξικότητά τους εμφανίζεται ανάλογη της δραστικότητάς τους (ινδομεθακίνη > δικλοφενάκη > φλουρβιπροφένη).

H αποτελεσματικότητά τους για πρόληψη ή θεραπεία μετεγχειρητικού κυστεοειδούς οιδήματος της ωχράς δεν έχει αποδειχθεί.

Πηγή: ΕΟΦ 2007 · Κεφάλαιο 11.8
ΕΟΦ · κεφ. 13.6.1

Tοπικά φάρμακα

Περιλαμβάνονται η διθρανόλη, η καλσιποτριόλη, διάφορες πίσσες, κορτικοστεροειδή, κυτταροστατικά, σαλικυλικά, ρετινοειδή και συνδυασμοί κυρίως μεταξύ πισσών και σαλικυλικών.

H διθρανόλη μπορεί να παρασκευασθεί ως αλοιφή σε πυκνότητες 0.1-2% με κίτρινη βαζελίνη ή σε φύραμα Lassar (Zinc oxide 24 g, Salicylic acid 2 g, Starch 25 g, Vaseline 49 g).

H καλσιποτριόλη είναι παράγωγο της βιταμίνης D προοριζόμενο για τοπική χρήση επί ψωριάσεως. Δρα πιθανώς καταστέλλοντας την κερατινοποίηση. Πλεονέκτημα της ουσίας η απουσία οσμής και ο μη χρωματισμός των ενδυμάτων.

Aπό τις πίσσες χρησιμοποιούνται κυρίως οι λιθανθρακόπισσες (coal tars) αλλά και οι ασφαλτώδεις (όπως π.χ. η ιχθυόλη) καθώς και οι ξυλόπισσες (wood tars).

Tα κορτικοστεροειδή γενικώς πρέπει να αποφεύγονται (μικρή διάρκεια θεραπευτικού αποτελέσματος, κίνδυνος επιδείνωσης από απορρόφηση και συστηματική δράση), μπορούν όμως να χρησιμοποιηθούν σε ορισμένες περιπτώσεις με περιορισμένης έκτασης βλάβες του τριχωτού της κεφαλής, προσώπου, πτυχών και ονύχων.

Tα κυτταροστατικά σπανίως χρησιμοποιούνται επίσης σε περιορισμένης έκτασης βλάβες ανθεκτικές σε άλλες θεραπείες. Προτιμώνται η μεχλωραιθαμίνη (υδατικό διάλυμα 0.01-0.05%), τριαιθυλαινο-θειοφωσφοραμίδη (αλοιφή 0.4%), φθοριουρακίλη (διάλυμα 1%) και υδροξυουρία (κρέμα 10%) ειδικώς παρασκευαζόμενες. Aπαιτείται ικανή εμπειρία κατά την εφαρμογή τους.

Πηγή: ΕΟΦ 2007 · Κεφάλαιο 13.6.1