DICLOFENAC
Δικλοφαινάκη
Στην ομάδα αυτή περιλαμβάνονται, η ινδομεθακίνη, η δικλοφενάκη, η σουλινδάκη, η τολμετίνη και η ασεμετασίνη. Πρόκειται για ισχυρά αντιφλεγμονώδη φάρμακα με σχετικά περιορισμένες ανεπιθύμητες ενέργειες (στις συνήθεις θεραπευτικές δόσεις). Oι συνηθέστερα αναφερόμενες αφορούν το …
Εμπορικά Ονόματα
Κλινική Σύνοψη
Προτεραιότητα πηγών: SPC, ΕΟΦ, DrugBank
clinical_notes
ΕΟΦ
Ενδείξεις
expand_more
Ενδείξεις
medication
SPC-VOLTAREN ACTI-GO
Δοσολογία
expand_more
Δοσολογία
- Οδός: Από του στόματος
- Χορήγηση: Κατά προτίμηση πριν από τα γεύματα
- Δόση έναρξης: 100-150 mg
- Τιτλοποίηση: Η ημερήσια δοσολογία πρέπει γενικά να διαιρείται σε 2-3 κλασματικές δόσεις μέχρι το ανώτερο 150 mg. Σε ημικρανία, αρχική δόση 50 mg, με πιθανότητα πρόσθετης δόσης 50 mg κάθε 4-6 ώρες, χωρίς να υπερβαίνεται συνολική δόση 200 mg/ημέρα.
-
Ενήλικες και έφηβοι ηλικίας 14 ετών και άνωΔόση100-150 mg ημερησίωςΣε ηπιότερα περιστατικά, συνήθως επαρκούν 75-100 mg την ημέρα. Για εφήβους άνω των 14 ετών συνήθως επαρκούν 75-100 mg την ημέρα. Η ημερήσια δοσολογία πρέπει γενικά να διαιρείται σε 2-3 κλασματικές δόσεις.
-
Ημικρανία (Ενήλικες)Δόση50 mg αρχική δόσηΜέγ. δόση200 mg την ημέραΕάν η ανακούφιση δεν είναι επαρκής μέσα σε 2 ώρες, μπορεί να ληφθεί πρόσθετη δόση 50 mg. Περαιτέρω δόσεις 50 mg σε διαστήματα 4-6 ωρών.
-
Παιδιά και έφηβοι κάτω των 14 ετώνΔεν συνιστάται για χρήση.
-
Ηλικιωμένοι άνω των 65 ετώνΧρήση με ιδιαίτερη προσοχή. Συνιστάται η χρήση της χαμηλότερης αποτελεσματικής δόσης.
-
Ασθενείς με εγκατεστημένη καρδιαγγειακή νόσο ή σημαντικούς παράγοντες κινδύνουΜέγ. δόση≤ 100 mg ημερησίωςΜόνο μετά από προσεκτική εξέταση και εάν η θεραπεία διαρκεί για περισσότερο από 4 εβδομάδες.
-
Ασθενείς με ήπια έως μέτρια νεφρική ανεπάρκειαΣυνιστάται προσοχή.
-
Ασθενείς με ήπια έως μέτρια ηπατική ανεπάρκειαΣυνιστάται προσοχή.
block
SPC-VOLTAREN ACTI-GO
Αντενδείξεις
expand_more
Αντενδείξεις
Αντενδείξεις - Υπερευαισθησία στη δικλοφαινάκη ή σε κάποιο από τα έκδοχα που αναφέρονται στην παράγραφο 6.1. - Ενεργό έλκος του γαστρεντερικού, αιμορραγίες ή διάτρηση. - Ιστορικό γαστρεντερικής αιμορραγίας ή διάτρησης, που σχετίζεται με προηγούμενη…
warning
SPC-VOLTAREN ACTI-GO
Προειδοποιήσεις
expand_more
Προειδοποιήσεις
Ειδικές προειδοποιήσεις και προφυλάξεις κατά τη χρήση Γενικά Οι ανεπιθύμητες ενέργειες μπορούν να ελαχιστοποιηθούν χρησιμοποιώντας τη χαμηλότερη αποτελεσματική δόση για το συντομότερο χρονικό διάστημα που απαιτείται για τον έλεγχο των συμπτωμάτων…
swap_horiz
SPC-VOLTAREN ACTI-GO
Αλληλεπιδράσεις
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
-
Αύξηση συγκεντρώσεων στο πλάσμαΣύστασηΠαρακολούθηση επιπέδων λιθίου
-
Αύξηση συγκεντρώσεων στο πλάσμαΣύστασηΠαρακολούθηση επιπέδων διγοξίνης
-
Διουρητικά και αντιυπερτασικοί παράγοντες (π.χ. β-αναστολείς, α-ΜΕΑ)ΠροσοχήΜείωση αντιυπερτασικής δράσης, αυξημένος κίνδυνος νεφροτοξικότηταςΣύστασηΠροσοχή στη χορήγηση, τακτικός έλεγχος αρτηριακής πίεσης, επαρκής ενυδάτωση, παρακολούθηση νεφρικής λειτουργίας.
-
Άλλα ΜΣΑΦ και κορτικοστεροειδήΠροσοχήΑυξημένη συχνότητα ανεπιθύμητων ενεργειών στο γαστρεντερικό
-
Αντιθρομβωτικοί και αντιαιμοπεταλιακοί παράγοντεςΠροσοχήΑυξημένος κίνδυνος αιμορραγίαςΣύστασηΣτενή παρακολούθηση ασθενών.
-
Εκλεκτικοί αναστολείς επαναπρόσληψης σεροτονίνηςΠροσοχήΑυξημένος κίνδυνος γαστρεντερικής αιμορραγίας
-
Αντιδιαβητικοί (από του στόματος)Πιθανές υπογλυκαιμικές ή υπεργλυκαιμικές δράσειςΣύστασηΈλεγχος επιπέδων γλυκόζης στο αίμα.
-
ΠροσοχήΑύξηση επιπέδων μεθοτρεξάτης και τοξικότηταςΣύστασηΧορήγηση με προσοχή σε χρονικό διάστημα <24 ωρών πριν ή μετά τη μεθοτρεξάτη.
-
ΠροσοχήΑύξηση νεφροτοξικότηταςΣύστασηΧορήγηση σε χαμηλότερες δόσεις.
-
ΠροσοχήΑύξηση νεφροτοξικότητας
-
Φάρμακα γνωστά για την πρόκληση υπερκαλιαιμίας (π.χ. καλιοσυντηρητικά διουρητικά, κυκλοσπορίνη, tacrolimus, τριμεθοπρίμη)ΠροσοχήΑυξημένα επίπεδα καλίου στον ορόΣύστασηΣυχνή παρακολούθηση.
-
Αντιβακτηριακοί παράγοντες - ανάλογα κινολόνηςΠροσοχήΜεμονωμένες αναφορές σπασμών
-
Αναμενόμενη αύξηση της έκθεσης στη φαινυτοΐνηΣύστασηΠαρακολούθηση συγκεντρώσεων φαινυτοΐνης στο πλάσμα.
-
Καθυστέρηση ή μείωση απορρόφησης δικλοφαινάκηςΣύστασηΧορήγηση δικλοφαινάκης 1 ώρα πριν ή 4-6 ώρες μετά.
-
Ισχυροί αναστολείς του κυτοχρώματος CYP2C9 (π.χ. σουλφινπυραζόνη, βορικοναζόλη)ΠροσοχήΣημαντική αύξηση συγκεντρώσεων στο πλάσμα και έκθεσης στη δικλοφαινάκη
-
Καρδιακές γλυκοσίδεςΠροσοχήΕπιδείνωση καρδιακής ανεπάρκειας, μείωση ρυθμού σπειραματικής διήθησης, αύξηση επιπέδων γλυκοσιδών στο πλάσμα
-
Μείωση δράσης μιφεπριστόνηςΣύστασηΑποφυγή χρήσης ΜΣΑΦ για 8-12 ημέρες μετά τη χορήγηση μιφεπριστόνης.
sick
SPC-VOLTAREN ACTI-GO
Ανεπιθύμητες ενέργειες
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
- Θρομβοκυττοπενία
- Λευκοπενία
- Αναιμία (συμπεριλαμβανομένης αιμολυτικής και απλαστικής αναιμίας)
- Ακοκκιοκυτταραιμία
- Υπερευαισθησία
- Συστηματικές αναφυλακτικές και αναφυλακτοειδείς αντιδράσεις (συμπεριλαμβανομένης υπότασης και καταπληξίας)
- Αγγειοοίδημα (συμπεριλαμβανομένου οιδήματος του προσώπου)
- Αποπροσανατολισμός
- Κατάθλιψη
- Αϋπνία
- Νυχτερινοί εφιάλτες
- Ευερεθιστότητα
- Ψυχωσική διαταραχή
- Κεφαλαλγία
- Ζάλη
- Υπνηλία
- Κόπωση
- Παραισθησία
- Επιβάρυνση μνήμης
- Σπασμοί
- Ανησυχία
- Τρόμος
- Άσηπτη μηνιγγίτιδα
- Δυσγευσία
- Αγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιο
- Σύγχυση
- Ψευδαισθήσεις
- Διαταραχές αίσθησης
- Κακουχία
- Οπτική βλάβη
- Θάμβος οράσεως
- Διπλωπία
- Οπτική νευρίτιδα
- Ίλιγγος
- Εμβοές
- Βλάβη της ακοής
- Έμφραγμα του μυοκαρδίου
- Έκπτωση της καρδιακής λειτουργίας
- Αίσθημα παλμών
- Πόνος στο στήθος
- Υπέρταση
- Υπόταση
- Αγγειίτιδα
- Άσθμα (συμπεριλαμβανομένης δύσπνοιας)
- Πνευμονίτιδα
- Ναυτία
- Έμετος
- Διάρροια
- Δυσπεψία
- Υπογάστριο άλγος
- Μετεωρισμός
- Μειωμένη όρεξη
- Γαστρίτιδα
- Αιμορραγία από το γαστρεντερικό
- Αιματέμεση
- Αιμορραγική διάρροια
- Μέλαινα
- Γαστρεντερικό έλκος με ή χωρίς αιμορραγία ή διάτρηση
- Κολίτιδα (συμπεριλαμβανομένης αιμορραγικής κολίτιδας, παροξυσμού της ελκώδους κολίτιδας ή της νόσου του Crohn)
- Δυσκοιλιότητα
- Στοματίτιδα (συμπεριλαμβανομένης ελκώδους στοματίτιδας)
- Γλωσσίτιδα
- Οισοφαγική διαταραχή
- Εντερική διαφραγματική νόσος
- Παγκρεατίτιδα
- Αύξηση τρανσαμινασών
- Ηπατίτιδα
- Ίκτερος
- Ηπατική διαταραχή
- Αιφνίδια ηπατίτιδα
- Ηπατική νέκρωση ή έκπτωση της ηπατικής λειτουργίας
- Εξάνθημα
- Κνίδωση
- Πομφολυγώδης δερματίτιδα
- Έκζεμα
- Ερύθημα
- Πολυμορφικό ερύθημα
- Σύνδρομο Stevens-Johnson
- Τοξική επιδερμική νεκρόλυση (σύνδρομο Lyell’s)
- Αποφολιδωτική δερματίτιδα
- Αλωπεκία
- Αντιδράσεις φωτοευαισθησίας
- Πορφύρα
- Πορφύρα Henoch-Schönlein
- Κνησμός
- Οξεία νεφρική ανεπάρκεια
- Αιματουρία
- Πρωτεϊνουρία
- Νεφρωσικό σύνδρομο
- Διάμεση νεφρίτιδα των ουροφόρων σωληναρίων
- Νεφρική θηλοειδής νέκρωση
- Οίδημα
- Στυτική δυσλειτουργία
Λεπτομέρειες κατά συχνότητα expand_more
-
Πολύ σπάνιεςΘρομβοκυττοπενίαΑιμοποιητικό και λεμφικό σύστημα
-
Πολύ σπάνιεςΛευκοπενίαΑιμοποιητικό και λεμφικό σύστημα
-
Πολύ σπάνιεςΑναιμία (συμπεριλαμβανομένης αιμολυτικής και απλαστικής αναιμίας)Αιμοποιητικό και λεμφικό σύστημα
-
Πολύ σπάνιεςΑκοκκιοκυτταραιμίαΑιμοποιητικό και λεμφικό σύστημα
-
ΣπάνιεςΥπερευαισθησίαΑνοσοποιητικό σύστημα
-
ΣπάνιεςΣυστηματικές αναφυλακτικές και αναφυλακτοειδείς αντιδράσεις (συμπεριλαμβανομένης υπότασης και καταπληξίας)Ανοσοποιητικό σύστημα
-
Πολύ σπάνιεςΑγγειοοίδημα (συμπεριλαμβανομένου οιδήματος του προσώπου)Ανοσοποιητικό σύστημα
-
Πολύ σπάνιεςΑποπροσανατολισμόςΨυχιατρικές διαταραχές
-
Πολύ σπάνιεςΚατάθλιψηΨυχιατρικές διαταραχές
-
Πολύ σπάνιεςΑϋπνίαΨυχιατρικές διαταραχές
-
Πολύ σπάνιεςΝυχτερινοί εφιάλτεςΨυχιατρικές διαταραχές
-
Πολύ σπάνιεςΕυερεθιστότηταΨυχιατρικές διαταραχές
-
Πολύ σπάνιεςΨυχωσική διαταραχήΨυχιατρικές διαταραχές
-
ΣυχνέςΚεφαλαλγίαΝευρικό σύστημα
-
ΣυχνέςΖάληΝευρικό σύστημα
-
ΣπάνιεςΥπνηλίαΝευρικό σύστημα
-
ΣπάνιεςΚόπωσηΝευρικό σύστημα
-
Πολύ σπάνιεςΠαραισθησίαΝευρικό σύστημα
-
Πολύ σπάνιεςΕπιβάρυνση μνήμηςΝευρικό σύστημα
-
Πολύ σπάνιεςΣπασμοίΝευρικό σύστημα
-
Πολύ σπάνιεςΑνησυχίαΝευρικό σύστημα
-
Πολύ σπάνιεςΤρόμοςΝευρικό σύστημα
-
Πολύ σπάνιεςΆσηπτη μηνιγγίτιδαΝευρικό σύστημα
-
Πολύ σπάνιεςΔυσγευσίαΝευρικό σύστημα
-
Πολύ σπάνιεςΑγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιοΝευρικό σύστημα
-
Μη γνωστέςΣύγχυσηΝευρικό σύστημα
-
Μη γνωστέςΨευδαισθήσειςΝευρικό σύστημα
-
Μη γνωστέςΔιαταραχές αίσθησηςΝευρικό σύστημα
-
Μη γνωστέςΚακουχίαΝευρικό σύστημα
-
Πολύ σπάνιεςΟπτική βλάβηΟφθαλμικές διαταραχές
-
Πολύ σπάνιεςΘάμβος οράσεωςΟφθαλμικές διαταραχές
-
Πολύ σπάνιεςΔιπλωπίαΟφθαλμικές διαταραχές
-
Μη γνωστέςΟπτική νευρίτιδαΟφθαλμικές διαταραχές
-
ΣυχνέςΊλιγγοςΩτός και λαβυρίνθου
-
Πολύ σπάνιεςΕμβοέςΩτός και λαβυρίνθου
-
Πολύ σπάνιεςΒλάβη της ακοήςΩτός και λαβυρίνθου
-
Όχι συχνές*Έμφραγμα του μυοκαρδίουΚαρδιακές διαταραχές
-
Όχι συχνές*Έκπτωση της καρδιακής λειτουργίαςΚαρδιακές διαταραχές
-
Όχι συχνές*Αίσθημα παλμώνΚαρδιακές διαταραχές
-
Όχι συχνές*Πόνος στο στήθοςΚαρδιακές διαταραχές
-
Πολύ σπάνιεςΥπέρτασηΑγγειακές διαταραχές
-
Πολύ σπάνιεςΥπότασηΑγγειακές διαταραχές
-
Πολύ σπάνιεςΑγγειίτιδαΑγγειακές διαταραχές
-
ΣπάνιεςΆσθμα (συμπεριλαμβανομένης δύσπνοιας)Αναπνευστικό σύστημα, θώρακας και μεσοθωράκιο
-
Πολύ σπάνιεςΠνευμονίτιδαΑναπνευστικό σύστημα, θώρακας και μεσοθωράκιο
-
ΣυχνέςΝαυτίαΓαστρεντερικό σύστημα
-
ΣυχνέςΈμετοςΓαστρεντερικό σύστημα
-
ΣυχνέςΔιάρροιαΓαστρεντερικό σύστημα
-
ΣυχνέςΔυσπεψίαΓαστρεντερικό σύστημα
-
ΣυχνέςΥπογάστριο άλγοςΓαστρεντερικό σύστημα
-
ΣυχνέςΜετεωρισμόςΓαστρεντερικό σύστημα
-
ΣυχνέςΜειωμένη όρεξηΓαστρεντερικό σύστημα
-
ΣπάνιεςΓαστρίτιδαΓαστρεντερικό σύστημα
-
ΣπάνιεςΑιμορραγία από το γαστρεντερικόΓαστρεντερικό σύστημα
-
ΣπάνιεςΑιματέμεσηΓαστρεντερικό σύστημα
-
ΣπάνιεςΑιμορραγική διάρροιαΓαστρεντερικό σύστημα
-
ΣπάνιεςΜέλαιναΓαστρεντερικό σύστημα
-
ΣπάνιεςΓαστρεντερικό έλκος με ή χωρίς αιμορραγία ή διάτρησηΓαστρεντερικό σύστημα
-
Πολύ σπάνιεςΚολίτιδα (συμπεριλαμβανομένης αιμορραγικής κολίτιδας, παροξυσμού της ελκώδους κολίτιδας ή της νόσου του Crohn)Γαστρεντερικό σύστημα
-
Πολύ σπάνιεςΔυσκοιλιότηταΓαστρεντερικό σύστημα
-
Πολύ σπάνιεςΣτοματίτιδα (συμπεριλαμβανομένης ελκώδους στοματίτιδας)Γαστρεντερικό σύστημα
-
Πολύ σπάνιεςΓλωσσίτιδαΓαστρεντερικό σύστημα
-
Πολύ σπάνιεςΟισοφαγική διαταραχήΓαστρεντερικό σύστημα
-
Πολύ σπάνιεςΕντερική διαφραγματική νόσοςΓαστρεντερικό σύστημα
-
Πολύ σπάνιεςΠαγκρεατίτιδαΓαστρεντερικό σύστημα
-
ΣυχνέςΑύξηση τρανσαμινασώνΉπατος και χοληφόρων
-
ΣπάνιεςΗπατίτιδαΉπατος και χοληφόρων
-
ΣπάνιεςΊκτεροςΉπατος και χοληφόρων
-
ΣπάνιεςΗπατική διαταραχήΉπατος και χοληφόρων
-
Πολύ σπάνιεςΑιφνίδια ηπατίτιδαΉπατος και χοληφόρων
-
Πολύ σπάνιεςΗπατική νέκρωση ή έκπτωση της ηπατικής λειτουργίαςΉπατος και χοληφόρων
-
ΣυχνέςΕξάνθημαΔέρματος και υποδόριου ιστού
-
ΣπάνιεςΚνίδωσηΔέρματος και υποδόριου ιστού
-
Πολύ σπάνιεςΠομφολυγώδης δερματίτιδαΔέρματος και υποδόριου ιστού
-
Πολύ σπάνιεςΈκζεμαΔέρματος και υποδόριου ιστού
-
Πολύ σπάνιεςΕρύθημαΔέρματος και υποδόριου ιστού
-
Πολύ σπάνιεςΠολυμορφικό ερύθημαΔέρματος και υποδόριου ιστού
-
Πολύ σπάνιεςΣύνδρομο Stevens-JohnsonΔέρματος και υποδόριου ιστού
-
Πολύ σπάνιεςΤοξική επιδερμική νεκρόλυση (σύνδρομο Lyell’s)Δέρματος και υποδόριου ιστού
-
Πολύ σπάνιεςΑποφολιδωτική δερματίτιδαΔέρματος και υποδόριου ιστού
-
Πολύ σπάνιεςΑλωπεκίαΔέρματος και υποδόριου ιστού
-
Πολύ σπάνιεςΑντιδράσεις φωτοευαισθησίαςΔέρματος και υποδόριου ιστού
-
Πολύ σπάνιεςΠορφύραΔέρματος και υποδόριου ιστού
-
Πολύ σπάνιεςΠορφύρα Henoch-SchönleinΔέρματος και υποδόριου ιστού
-
Πολύ σπάνιεςΚνησμόςΔέρματος και υποδόριου ιστού
-
Πολύ σπάνιεςΟξεία νεφρική ανεπάρκειαΝεφρών και ουροφόρων οδών
-
Πολύ σπάνιεςΑιματουρίαΝεφρών και ουροφόρων οδών
-
Πολύ σπάνιεςΠρωτεϊνουρίαΝεφρών και ουροφόρων οδών
-
Πολύ σπάνιεςΝεφρωσικό σύνδρομοΝεφρών και ουροφόρων οδών
-
Πολύ σπάνιεςΔιάμεση νεφρίτιδα των ουροφόρων σωληναρίωνΝεφρών και ουροφόρων οδών
-
Πολύ σπάνιεςΝεφρική θηλοειδής νέκρωσηΝεφρών και ουροφόρων οδών
-
ΣπάνιεςΟίδημαΓενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
-
Πολύ σπάνιεςΣτυτική δυσλειτουργίαΣυστήματος αναπαραγωγής και μαστού
pregnant_woman
SPC-VOLTAREN ACTI-GO
Κύηση / γαλουχία
Επίπεδο κινδύνου: Αποφεύγεται
expand_more
Κύηση / γαλουχία
-
ΚύησηΑποφεύγεταιΗ αναστολή της σύνθεσης προσταγλανδινών μπορεί να επηρεάσει αρνητικά την εγκυμοσύνη και/ή την εμβρυϊκή ανάπτυξη. Δεδομένα από επιδημιολογικές μελέτες καταδεικνύουν αυξημένο κίνδυνο αποβολής, καρδιακών δυσπλασιών και γαστροσχιστίας, μετά τη χρήση αναστολέα της σύνθεσης προσταγλανδινών στην αρχή της εγκυμοσύνης. Ο απόλυτος κίνδυνος καρδιακών δυσπλασιών αυξήθηκε από λιγότερο από 1% σε περίπου 1,5%. Ο κίνδυνος πιστεύεται ότι αυξάνει με τη δόση και τη διάρκεια της θεραπείας. Σε ζώα, η χορήγηση αναστολέα της σύνθεσης προσταγλανδινών έχει ως αποτέλεσμα την προ- και μετα-εμφυτευτική απώλεια και τον εμβρυϊκό θάνατο. Επιπρόσθετα, αυξημένη εμφάνιση διαφόρων δυσπλασιών, συμπεριλαμβανομένων των καρδιαγγειακών έχει αναφερθεί σε ζώα στα οποία χορηγήθηκε αναστολέας της σύνθεσης προσταγλανδινών κατά την οργανογενετική περίοδο. Κατά το πρώτο και δεύτερο τρίμηνο της εγκυμοσύνης, η δικλοφαινάκη δεν πρέπει να χορηγείται, εκτός εάν είναι απολύτως απαραίτητο. Αν η δικλοφαινάκη χρησιμοποιείται από γυναίκα που προσπαθεί να συλλάβει ή κατά το πρώτο και δεύτερο τρίμηνο της εγκυμοσύνης, η δόση πρέπει να διατηρείται όσο το δυνατό χαμηλή και η διάρκεια της θεραπείας όσο το δυνατό σύντομη. Κατά το τρίτο τρίμηνο της εγκυμοσύνης, όλοι οι αναστολείς της σύνθεσης προσταγλανδινών μπορεί να προκαλέσουν: στο έμβρυο: - καρδιοπνευμονική τοξικότητα (με πρόωρη σύγκλειση του αρτηριακού πόρου και πνευμονική υπέρταση) - νεφρική δυσλειτουργία, η οποία μπορεί να εξελιχθεί σε νεφρική ανεπάρκεια με ολιγοϋδράμνιο στη μητέρα και το νεογνό, κατά το τέλος της εγκυμοσύνης: - πιθανή επιμήκυνση του χρόνου ροής, μια αντιπηκτική δράση που μπορεί να παρατηρηθεί ακόμα και σε πολύ μικρές δόσεις - παρεμπόδιση των συσπάσεων της μήτρας με αποτέλεσμα τον καθυστερημένο ή παρατεταμένο τοκετό. Συνεπώς, η δικλοφαινάκη αντενδείκνυται κατά το τρίτο τρίμηνο της εγκυμοσύνης
-
ΓαλουχίαΑποφεύγεταιΌπως και άλλα ΜΣΑΦ, η δικλοφαινάκη περνά στο μητρικό γάλα σε μικρές ποσότητες. Γι αυτόν τον λόγο, η δικλοφαινάκη δεν θα πρέπει να λαμβάνεται κατά τη διάρκεια της γαλουχίας, ώστε να αποφευχθούν ανεπιθύμητες δράσεις στο νεογνό.
-
ΓονιμότηταΑποφεύγεταιΌπως και με άλλα ΜΣΑΦ, η χρήση δικλοφαινάκης μπορεί να μειώσει τη γονιμότητα στη γυναίκα και δεν συνιστάται σε γυναίκες που προσπαθούν να συλλάβουν. Σε γυναίκες που αντιμετωπίζουν δυσκολίες σύλληψης ή που ελέγχονται για υπογονιμότητα, θα πρέπει να αξιολογείται το ενδεχόμενο διακοπής της χορήγησης δικλοφαινάκης.
neurology
DrugBank
Μηχανισμός δράσης
expand_more
Μηχανισμός δράσης
monitor_heart
SPC-VOLTAREN ACTI-GO
Φαρμακοδυναμική
expand_more
Φαρμακοδυναμική
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: Αντιφλεγμονώδη και αντιρρευματικά φάρμακα, μη στεροειδή, παράγωγα του οξικού οξέως και συγγενείς ενώσεις (κωδικός ATC: M01AB05) ### Μηχανισμός Δράσης Τα δισκία Voltaren Acti-Go περιέχουν άλας καλιούχου δικλοφαινάκης, ένα…
biotech
SPC-VOLTAREN ACTI-GO
Φαρμακοκινητική
expand_more
Φαρμακοκινητική
Απορρόφηση Η δικλοφαινάκη απορροφάται άμεσα και πλήρως από τα δισκία καλιούχου δικλοφαινάκης. Η απορρόφηση ξεκινά αμέσως μετά τη λήψη. Η μέγιστη συγκέντρωση στο πλάσμα (3,9 μmol/ L) επιτυγχάνεται 20-60 περίπου λεπτά μετά από τη λήψη (από του στόματος)…
hub
PubChem
Μεταβολισμός
expand_more
Μεταβολισμός
bloodtype
DrugBank
Απέκκριση
expand_more
Απέκκριση
Σκευάσματα & Τιμολόγηση
Μονογραφίες Πηγών
Αναλυτικό περιεχόμενο ανά πηγή για τεκμηρίωση και έλεγχο
medication
Δοσολογία
SPC-VOLTAREN ACTI-GO
expand_more
Δοσολογία
Δοσολογία
Οι ανεπιθύμητες ενέργειες μπορούν να ελαχιστοποιηθούν χρησιμοποιώντας τη χαμηλότερη αποτελεσματική δόση για το συντομότερο χρονικό διάστημα που απαιτείται για τον έλεγχο των συμπτωμάτων (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις και προφυλάξεις κατά τη χρήση).
Ενήλικες και έφηβοι ηλικίας 14 ετών και άνω Η συνιστώμενη αρχική ημερήσια δοσολογία είναι 100-150 mg. Σε ηπιότερα περιστατικά, συνήθως επαρκούν 75-100 mg την ημέρα. Για εφήβους άνω των 14 ετών συνήθως επαρκούν 75-100 mg την ημέρα. Η ημερήσια δοσολογία πρέπει γενικά να διαιρείται σε 2-3 κλασματικές δόσεις μέχρι το ανώτερο 150 mg.
Σε ημικρανία, με τα πρώτα σημεία μιας επικείμενης κρίσης πρέπει να λαμβάνεται μια αρχική δόση 50 mg. Σε περιστατικά όπου η ανακούφιση από τον πόνο μέσα σε 2 ώρες μετά την πρώτη δόση δεν είναι επαρκής, μπορεί να ληφθεί μια πρόσθετη δόση των 50 mg. Εάν είναι ανάγκη, μπορούν να ληφθούν περαιτέρω δόσεις των 50 mg σε διαστήματα 4-6 ωρών, χωρίς να υπερβαίνεται μια συνολική δόση των 200 mg την ημέρα.
Η χρήση του Voltaren Acti-Go σε παιδιά και εφήβους για την αντιμετώπιση της ημικρανίας δεν έχει καθιερωθεί.
Ειδικοί πληθυσμοί
Παιδιά και έφηβοι κάτω των 14 ετών Το Voltaren Acti-Go δε συνιστάται για χρήση σε παιδιά και εφήβους κάτω των 14 ετών.
Ηλικιωμένοι άνω των 65 ετών Τα μη στεροειδή αντιφλεγμονώδη φάρμακα (ΜΣΑΦ) θα πρέπει να χρησιμοποιούνται με ιδιαίτερη προσοχή στους ηλικιωμένους ασθενείς, οι οποίοι είναι γενικά πιο επιρρεπείς σε ανεπιθύμητες ενέργειες. Ιδιαίτερα, συνιστάται η χρήση της χαμηλότερης αποτελεσματικής δόσης σε ηλικιωμένους που είναι εξασθενημένοι ή χαμηλού σωματικού βάρους (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις) και οι ασθενείς να παρακολουθούνται για γαστρεντερική αιμορραγία κατά τη διάρκεια της θεραπείας με ΜΣΑΦ.
Ασθενείς με εγκατεστημένη καρδιαγγειακή νόσο ή σημαντικούς παράγοντες κινδύνου καρδιαγγειακών επεισοδίων Η θεραπεία με Voltaren Acti-Go δε συνιστάται γενικά σε ασθενείς με εγκατεστημένη καρδιαγγειακή νόσο ή μη ρυθμισμένη υπέρταση. Εάν χρειαστεί, σε ασθενείς με εγκατεστημένη καρδιαγγειακή νόσο, με μη ρυθμισμένη υπέρταση ή με σημαντικούς παράγοντες κινδύνου καρδιαγγειακών επεισοδίων θα πρέπει να τους χορηγείται Voltaren Acti-Go μόνο μετά από προσεκτική εξέταση και μόνο σε δόσεις ≤ 100 mg ημερησίως, εάν υποβάλλονται σε θεραπεία για περισσότερο από 4 εβδομάδες (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις).
Ασθενείς με νεφρική ανεπάρκεια Το Voltaren Acti-Go αντενδείκνυται σε ασθενείς με σοβαρή νεφρική ανεπάρκεια (βλ. Αντενδείξεις). Δεν έχουν πραγματοποιηθεί ειδικές μελέτες σε ασθενείς με νεφρική ανεπάρκεια. Συνεπώς, δεν μπορεί να γίνει καμία συγκεκριμένη πρόταση για τη ρύθμιση της δόσης. Συνιστάται προσοχή κατά τη χορήγηση του Voltaren Acti-Go σε ασθενείς με ήπια έως μέτρια νεφρική ανεπάρκεια (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις).
Ασθενείς με ηπατική ανεπάρκεια Το Voltaren Acti-Go αντενδείκνυται σε ασθενείς με σοβαρή ηπατική ανεπάρκεια (βλ. Αντενδείξεις). Δεν έχουν πραγματοποιηθεί ειδικές μελέτες σε ασθενείς με ηπατική ανεπάρκεια. Συνεπώς, δεν μπορεί να γίνει καμία συγκεκριμένη πρόταση για τη ρύθμιση της δόσης. Συνιστάται προσοχή κατά τη χορήγηση του Voltaren Acti-Go σε ασθενείς με ήπια έως μέτρια ηπατική ανεπάρκεια (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις).
Τρόπος χορήγησης
Τα δισκία πρέπει να καταπίνονται ολόκληρα με λίγο υγρό, κατά προτίμηση πριν από τα γεύματα. Να μην τεμαχίζονται ή μασώνται.
block
Αντενδείξεις
SPC-VOLTAREN ACTI-GO
expand_more
Αντενδείξεις
Αντενδείξεις
- Υπερευαισθησία στη δικλοφαινάκη ή σε κάποιο από τα έκδοχα που αναφέρονται στην παράγραφο 6.1.
- Ενεργό έλκος του γαστρεντερικού, αιμορραγίες ή διάτρηση.
- Ιστορικό γαστρεντερικής αιμορραγίας ή διάτρησης, που σχετίζεται με προηγούμενη θεραπεία με ΜΣΑΦ.
- Ενεργό γαστρικό έλκος ή ιστορικό υποτροπιάζοντος γαστρικού έλκους/αιμορραγίας (δύο ή περισσότερα διακριτά επεισόδια αποδεδειγμένου έλκους ή αιμορραγίας).
- Τελευταίο τρίμηνο κύησης (βλ. Δοσολογία).
- Σοβαρή ηπατική ή νεφρική ανεπάρκεια (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις).
- Εγκατεστημένη συγφορητική καρδιακή ανεπάρκεια κατηγορίας II-IV κατά NYHA, ισχαιμική καρδιοπάθεια, περιφερική αρτηριακή νόσο και νόσο των αγγείων του εγκεφάλου.
- Όπως και άλλα ΜΣΑΦ, η δικλοφαινάκη αντενδείκνυται σε ασθενείς στους οποίους κρίσεις άσθματος, αγγειοοίδημα, κνίδωση ή οξεία ρινίτιδα επάγονται από ιβουπροφαίνη, ακετυλοσαλικυλικό οξύ ή άλλα ΜΣΑΦ.
warning
Προειδοποιήσεις
SPC-VOLTAREN ACTI-GO
expand_more
Προειδοποιήσεις
Ειδικές προειδοποιήσεις και προφυλάξεις κατά τη χρήση
Γενικά Οι ανεπιθύμητες ενέργειες μπορούν να ελαχιστοποιηθούν χρησιμοποιώντας τη χαμηλότερη αποτελεσματική δόση για το συντομότερο χρονικό διάστημα που απαιτείται για τον έλεγχο των συμπτωμάτων (βλ. Δοσολογία και κινδύνους από το γαστρεντερικό και το καρδιαγγειακό, πιο κάτω). Η ταυτόχρονη χρήση δικλοφαινάκης με συστηματικά ΜΣΑΦ, συμπεριλαμβανομένων των εκλεκτικών αναστολέων της κυκλοοξυγενάσης-2, θα πρέπει να αποφεύγεται, λόγω του ενδεχόμενου επιπρόσθετων ανεπιθύμητων ενεργειών. Η ιδιαίτερη προσοχή συνιστάται για τους ηλικιωμένους ασθενείς. Ιδιαίτερα, συνιστάται η χρήση της χαμηλότερης αποτελεσματικής δόσης σε ηλικιωμένους που είναι εξασθενημένοι ή χαμηλού σωματικού βάρους. Όπως με τη χρήση άλλων ΜΣΑΦ, σε σπάνιες περιπτώσεις μπορεί να εμφανιστούν αντιδράσεις υπερευαισθησίας με τη δικλοφαινάκη, χωρίς προηγούμενη έκθεση, συμπεριλαμβανομένων αναφυλακτικών/αναφυλακτοειδών αντιδράσεων. Όπως άλλα ΜΣΑΦ, η δικλοφαινάκη μπορεί να εμποδίσει την εμφάνιση των συμπτωμάτων μιας λοίμωξης, λόγω των φαρμακοδυναμικών ιδιοτήτων της. Τα επικαλυμμένα δισκία Voltaren Acti-Go περιέχουν σακχαρόζη και γι’ αυτόν το λόγο οι ασθενείς με σπάνια κληρονομικά προβλήματα δυσανεξίας στη φρουκτόζη, κακή απορρόφηση γλυκόζης/γαλακτόζης ή ανεπάρκεια σουκράσης/ισομαλτάσης δεν πρέπει να πάρουν αυτό το φάρμακο.
Γαστρεντερικές επιδράσεις Γαστρεντερική αιμορραγία, έλκος ή διάτρηση, οι οποίες μπορεί να αποβούν μοιραίες, έχουν αναφερθεί με όλα τα ΜΣΑΦ, συμπεριλαμβανομένης της δικλοφαινάκης και μπορεί να εμφανιστούν οποιαδήποτε στιγμή κατά τη θεραπεία, με ή χωρίς προειδοποιητικά συμπτώματα ή προηγούμενο ιστορικό σοβαρών γαστρεντερικών συμβάντων. Αυτά έχουν, γενικά, μεγαλύτερες επιπτώσεις στους ηλικιωμένους. Εάν εμφανιστεί γαστρεντερική αιμορραγία ή έλκος σε ασθενείς που λαμβάνουν δικλοφαινάκη, πρέπει να διακοπεί η λήψη του φαρμάκου. Όπως με όλα τα ΜΣΑΦ, συμπεριλαμβανομένης της δικλοφαινάκης, στενή ιατρική παρακολούθηση και ιδιαίτερη προσοχή απαιτούνται όταν συνταγογραφείται η δικλοφαινάκη σε ασθενείς με συμπτώματα γαστρεντερικών διαταραχών ή με ιστορικό που υποδηλώνει γαστρικό ή εντερικό έλκος, αιμορραγία ή διάτρηση (βλ. Ανεπιθύμητες ενέργειες). Ο κίνδυνος γαστρεντερικής αιμορραγίας είναι υψηλότερος με αυξημένες δόσεις ΜΣΑΦ, καθώς και σε ασθενείς με ιστορικό έλκους (ειδικά εάν υπήρξε επιπλοκή με αιμορραγία ή διάτρηση). Οι ηλικιωμένοι έχουν αυξημένη συχνότητα ανεπιθύμητων ενεργειών από τα ΜΣΑΦ, ιδιαίτερα γαστρεντερική αιμορραγία και διάτρηση, που μπορεί να είναι θανατηφόρες. Για να μειωθεί ο κίνδυνος της τοξικότητας από το γαστρεντερικό σε ασθενείς με ιστορικό έλκους, ειδικά εάν εμπλέκεται αιμορραγία ή διάτρηση, και σε ηλικιωμένους, η θεραπεία πρέπει να ξεκινά και να διατηρείται στη χαμηλότερη αποτελεσματική δόση. Θεραπεία συνδυασμού με προστατευτικούς παράγοντες (π.χ. αναστολείς της αντλίας πρωτονίων ή μισοπροστόλη) θα πρέπει να αξιολογείται για τους ασθενείς αυτούς, όπως και για τους ασθενείς στους οποίους απαιτείται ταυτόχρονη χρήση φαρμακευτικών προϊόντων που περιέχουν χαμηλή δόση ακετυλοσαλικυλικού οξέος ή άλλων φαρμακευτικών προϊόντων που πιθανόν να αυξήσουν τους κινδύνους από το γαστρεντερικό. Οι ασθενείς με ιστορικό τοξικότητας από το γαστρεντερικό και ιδιαίτερα οι ηλικιωμένοι θα πρέπει να αναφέρουν οποιαδήποτε ασυνήθιστα συμπτώματα (ειδικά αιμορραγία από το γαστρεντερικό). Προσοχή απαιτείται σε ασθενείς που λαμβάνουν ταυτόχρονα φάρμακα που μπορεί να αυξήσουν τον κίνδυνο εξέλκωσης ή αιμορραγίας όπως τα συστηματικά κορτικοστεροειδή, τα αντιθρομβωτικά, οι αντιαιμοπεταλιακοί παράγοντες ή οι εκλεκτικοί αναστολείς επαναπρόσληψης της σεροτονίνης (βλ. Αλληλεπιδράσεις). Στενή ιατρική παρακολούθηση και προσοχή απαιτείται, επίσης, σε ασθενείς με ελκώδη κολίτιδα ή νόσο του Crohn, λόγω της πιθανότητας παρόξυνσης της κατάστασής τους (βλ. Ανεπιθύμητες ενέργειες).
Ηπατικές επιδράσεις Στενή ιατρική παρακολούθηση απαιτείται, όταν συνταγογραφείται δικλοφαινάκη σε ασθενείς με επιβαρυμένη ηπατική λειτουργία, λόγω της πιθανότητας όξυνσης της κατάστασής τους. Όπως και με άλλα ΜΣΑΦ, συμπεριλαμβανομένης της δικλοφαινάκης, οι τιμές ενός ή περισσοτέρων ηπατικών ενζύμων μπορεί να αυξηθούν. Κατά τη διάρκεια της παρατεταμένης θεραπείας με δικλοφαινάκη, ενδείκνυται ως μέτρο προφύλαξης η τακτική παρακολούθηση της ηπατικής λειτουργίας. Η δικλοφαινάκη θα πρέπει να διακοπεί, εάν οι δοκιμασίες της μη φυσιολογικής ηπατικής λειτουργίας εμμένουν ή επιδεινωθούν, αναπτυχθούν σημεία ή συμπτώματα σχετικά με ηπατική νόσο ή εμφανισθούν άλλες εκδηλώσεις (π.χ. ηωσινοφιλία, εξάνθημα). Ηπατίτιδα μπορεί να εμφανισθεί με τη χρήση δικλοφαινάκης, χωρίς πρόδρομα συμπτώματα. Σε ασθενείς με ηπατική πορφυρία συνιστάται ιδιαίτερη προσοχή στη χορήγηση δικλοφαινάκης, καθώς μπορεί να προκληθεί κρίση.
Επιδράσεις στους νεφρούς Λόγω των αναφορών για κατακράτηση υγρών και οίδημα σε θεραπείες με ΜΣΑΦ, συμπεριλαμβανομένης της δικλοφαινάκης, απαιτείται ιδιαίτερη προσοχή σε ασθενείς με επιβάρυνση της καρδιακής ή νεφρικής λειτουργίας, ιστορικό υπέρτασης, στους ηλικιωμένους, σε ασθενείς που λαμβάνουν ταυτόχρονα θεραπεία με διουρητικά ή με φαρμακευτικά προϊόντα που επηρεάζουν σημαντικά τη νεφρική λειτουργία, καθώς και σε εκείνους τους ασθενείς που εμφανίζουν σημαντική απώλεια υγρών από οποιαδήποτε αιτία, π.χ. πριν ή μετά από ένα μείζον χειρουργείο (βλ. Αντενδείξεις). Ως μέτρο προφύλαξης συνιστάται ο έλεγχος της νεφρικής λειτουργίας, όταν χρησιμοποιείται δικλοφαινάκη σε αυτές τις περιπτώσεις. Η διακοπή της θεραπείας συνήθως ακολουθείται από την επαναφορά στην κατάσταση πριν τη θεραπευτική αγωγή.
Δερματικές επιδράσεις Σοβαρές δερματικές αντιδράσεις (κάποιες από τις οποίες μπορεί να είναι θανατηφόρες), όπως η αποφολιδωτική δερματίτιδα, το σύνδρομο Stevens-Johnson και η τοξική επιδερμική νεκρόλυση, έχουν πολύ σπάνια αναφερθεί με τη χρήση ΜΣΑΦ, συμπεριλαμβανομένης της δικλοφαινάκης (βλ. Ανεπιθύμητες ενέργειες). Οι ασθενείς φαίνεται να είναι σε μεγαλύτερο κίνδυνο στην αρχή της αγωγής και η έναρξη της αντίδρασης εμφανίζεται, στην πλειονότητα των περιπτώσεων, στον πρώτο μήνα της αγωγής. Η δικλοφαινάκη θα πρέπει να διακόπτεται με την πρώτη εμφάνιση δερματικού εξανθήματος, αλλοιώσεων του βλεννογόνου ή άλλων σημείων υπερευαισθησίας.
Καρδιαγγειακές και αγγειοεγκεφαλικές επιδράσεις Η θεραπεία με Voltaren Acti-Go γενικά δεν συνιστάται σε ασθενείς με εγκατεστημένη καρδιαγγειακή νόσο (συμφορητική καρδιακή ανεπάρκεια, εγκατεστημένη ισχαιμική καρδιοπάθεια, περιφερική αρτηριακή νόσο) ή μη ρυθμισμένη υπέρταση. Σε ασθενείς με σημαντικούς παράγοντες κινδύνου εμφάνισης καρδιαγγειακών επεισοδίων (π.χ. υπέρταση, υπερλιπιδαιμία, σακχαρώδης διαβήτης, κάπνισμα) θα πρέπει να χορηγείται η δικλοφαινάκη μετά από προσεκτική εξέταση. Επειδή οι καρδιαγγειακοί κίνδυνοι της δικλοφαινάκης ενδέχεται να αυξάνονται με τη δοσολογία και τη διάρκεια της έκθεσης, θα πρέπει να χρησιμοποιείται η χαμηλότερη αποτελεσματική ημερήσια δόση για το συντομότερο δυνατό χρονικό διάστημα. Η ανάγκη του ασθενούς για συμπτωματική ανακούφιση και η ανταπόκρισή του στη θεραπεία θα πρέπει να επαναξιολογούνται περιοδικά. Κλινική μελέτη και επιδημιολογικά στοιχεία υποδεικνύουν έναν αυξημένο κίνδυνο αρτηριακών θρομβωτικών περιστατικών (για παράδειγμα έμφραγμα του μυοκαρδίου ή αγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιο) σε συσχέτιση με τη χρήση δικλοφαινάκης, ιδιαίτερα σε υψηλές δόσεις (150 mg ημερησίως) και για μεγάλο χρονικό διάστημα (βλ. Αντενδείξεις). Ασθενείς με μη ρυθμισμένη υπέρταση, συμφορητική καρδιακή ανεπάρκεια, εγκατεστημένη ισχαιμική καρδιακή νόσο, περιφερική αρτηριακή νόσο, και/ή αγγειοεγκεφαλική νόσο θα πρέπει να υποβάλλονται σε θεραπεία με δικλοφαινάκη μετά από προσεκτική θεώρηση του θέματος και μόνο σε δόσεις ≤ 100 mg ημερησίως, όταν η θεραπεία συνεχίζεται για περισσότερο από 4 εβδομάδες. Οι ασθενείς θα πρέπει να είναι σε εγρήγορση στα σημάδια και τα συμπτώματα σοβαρών θρομβωτικών επεισοδίων (π.χ. πόνος στο στήθος, δύσπνοια, αδυναμία, αδυναμία λόγου), τα οποία μπορεί να συμβούν χωρίς προειδοποιητικά συμπτώματα. Οι ασθενείς θα πρέπει να επικοινωνήσουν άμεσα με γιατρό σε περίπτωση ενός τέτοιου γεγονότος.
Αιματολογικές επιδράσεις Σε παρατεταμένη αγωγή με δικλοφαινάκη συνιστάται αιματολογικός έλεγχος, όπως και με άλλα ΜΣΑΦ. Επίσης, όπως και άλλα ΜΣΑΦ, η δικλοφαινάκη μπορεί προσωρινά να αναστείλει τη συγκόλληση των αιμοπεταλίων. Ασθενείς με προβλήματα στην αιμόσταση θα πρέπει να παρακολουθούνται στενά.
Αναπνευστικές επιδράσεις (προϋπάρχον άσθμα) Σε ασθενείς με άσθμα, εποχική αλλεργική ρινίτιδα, οίδημα του ρινικού βλεννογόνου (π.χ. ρινικοί πολύποδες), χρόνιες αναστρέψιμες πνευμονοπάθειες ή χρόνιες λοιμώξεις της αναπνευστικής οδού (ειδικά εάν σχετίζονται με συμπτώματα αλλεργικής ρινίτιδας), οι αντιδράσεις σε ΜΣΑΦ, όπως παροξύνσεις του άσθματος (δυσανεξία στα αναλγητικά/άσθμα προκαλούμενο από αναλγητικά), οίδημα Quincke ή κνίδωση είναι πιο συχνές απ’ ότι σε άλλους ασθενείς. Γι’ αυτόν τον λόγο, απαιτείται ειδική προφύλαξη σε αυτούς τους ασθενείς. Αυτό πρέπει να εφαρμόζεται επίσης και σε ασθενείς που είναι αλλεργικοί σε άλλες ουσίες, π.χ. με δερματικές αντιδράσεις, κνησμό και κνίδωση. Όπως συμβαίνει και με άλλα φάρμακα τα οποία αναστέλλουν την ενεργότητα της κυκλοοξυγενάσης, η καλιούχος δικλοφαινάκη και άλλα ΜΣΑΦ μπορεί να προκαλέσουν βρογχόσπασμο, όταν χορηγηθούν σε ασθενείς με βρογχικό άσθμα ή ιστορικό βρογχικού άσθματος.
Συστηματικός ερυθηματώδης λύκος (SLE) και νόσος του συνδετικού ιστού Σε ασθενείς με συστηματικό ερυθηματώδη λύκο (SLE) και μικτή νόσο του συνδετικού ιστού είναι δυνατό να αυξηθεί ο κίνδυνος άσηπτης μηνιγγίτιδας (βλ. Ανεπιθύμητες ενέργειες).
swap_horiz
Αλληλεπιδράσεις
SPC-VOLTAREN ACTI-GO
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
Οι παρακάτω αλληλεπιδράσεις περιλαμβάνουν αυτές που παρατηρήθηκαν με τα γαστροανθεκτικά δισκία και/ή με άλλες φαρμακοτεχνικές μορφές της δικλοφαινάκης.
- Λίθιο: Εάν χρησιμοποιείται ταυτόχρονα, η δικλοφαινάκη μπορεί να αυξήσει τις συγκεντρώσεις του λιθίου στο πλάσμα του αίματος. Συνιστάται παρακολούθηση των επιπέδων λιθίου στο πλάσμα του αίματος.
- Διγοξίνη: Εάν χρησιμοποιείται ταυτόχρονα, η δικλοφαινάκη μπορεί να αυξήσει τις συγκεντρώσεις της διγοξίνης στο πλάσμα του αίματος. Συνιστάται παρακολούθηση των επιπέδων διγοξίνης στο πλάσμα του αίματος.
- Διουρητικά και αντιυπερτασικοί παράγοντες: Όπως και άλλα ΜΣΑΦ, η ταυτόχρονη χρήση της δικλοφαινάκης με διουρητικά ή αντιυπερτασικούς παράγοντες (π.χ. β-αναστολείς, αναστολείς του μετατρεπτικού ενζύμου της αγγειοτενσίνης - α-ΜΕΑ) μπορεί να προκαλέσει μείωση στην αντιυπερτασική τους δράση. Γι’ αυτόν τον λόγο, ο συνδυασμός τους πρέπει να χορηγείται με προσοχή και οι ασθενείς, ιδιαίτερα οι ηλικιωμένοι, πρέπει να ελέγχουν τακτικά την αρτηριακή τους πίεση. Επίσης, οι ασθενείς θα πρέπει να είναι επαρκώς ενυδατωμένοι και να δίνεται προσοχή στην παρακολούθηση της νεφρικής λειτουργίας μετά την έναρξη της αγωγής συγχορήγησης και κατόπιν περιοδικά, ειδικά για τα διουρητικά και τους α-ΜΕΑ, λόγω του αυξημένου κινδύνου για νεφροτοξικότητα (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις).
- Άλλα ΜΣΑΦ και κορτικοστεροειδή: Ταυτόχρονη χορήγηση της δικλοφαινάκης με άλλα συστηματικά ΜΣΑΦ ή κορτικοστεροειδή μπορεί να αυξήσει τη συχνότητα ανεπιθύμητων ενεργειών στο γαστρεντερικό (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις).
- Αντιθρομβωτικά και αντιαιμοπεταλιακοί παράγοντες: Συνιστάται προσοχή, καθώς η ταυτόχρονη χορήγηση μπορεί να αυξήσει τον κίνδυνο αιμορραγίας (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις). Αν και οι κλινικές μελέτες δεν τεκμηριώνουν ότι η δικλοφαινάκη επηρεάζει τη δράση των αντιθρομβωτικών, ωστόσο υπάρχουν μεμονωμένες αναφορές αυξημένου κινδύνου αιμορραγίας σε ασθενείς που λαμβάνουν ταυτόχρονα δικλοφαινάκη και αντιθρομβωτικά. Στην περίπτωση αυτή, συνιστάται η στενή παρακολούθηση των ασθενών. Όπως και με άλλα ΜΣΑΦ, η δικλοφαινάκη σε υψηλή δόση μπορεί να αναστείλει με αντιστρεπτό τρόπο τη συσσώρευση των αιμοπεταλίων.
- Εκλεκτικοί αναστολείς επαναπρόσληψης σεροτονίνης: Ταυτόχρονη χορήγηση συστηματικών ΜΣΑΦ και εκλεκτικών αναστολέων επαναπρόσληψης της σεροτονίνης μπορεί να αυξήσει τον κίνδυνο αιμορραγίας από το γαστρεντερικό (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις).
- Αντιδιαβητικοί: Κλινικές μελέτες έδειξαν ότι η δικλοφαινάκη μπορεί να χορηγηθεί μαζί με από του στόματος αντιδιαβητικούς παράγοντες, χωρίς να επηρεάζει τα κλινικά τους αποτελέσματα. Εντούτοις, υπάρχουν μεμονωμένες αναφορές τόσο υπογλυκαιμικών όσο και υπεργλυκαιμικών δράσεων που κατέστησαν αναγκαίες αλλαγές στη δοσολογία των αντιδιαβητικών παραγόντων κατά τη διάρκεια της αγωγής με δικλοφαινάκη. Για το λόγο αυτό, συνιστάται έλεγχος των επιπέδων της γλυκόζης στο αίμα κατά τη διάρκεια της συγχορηγούμενης αγωγής, ως μέτρο προφύλαξης.
- Μεθοτρεξάτη: Η δικλοφαινάκη μπορεί να παρεμποδίσει τη σωληναριακή κάθαρση της μεθοτρεξάτης, αυξάνοντας με αυτόν τον τρόπο τα επίπεδά της. Συνιστάται προσοχή, όταν τα ΜΣΑΦ, συμπεριλαμβανομένης της δικλοφαινάκης, χορηγούνται σε χρονικό διάστημα μικρότερο των 24 ωρών, πριν ή μετά την αγωγή με μεθοτρεξάτη, καθώς οι συγκεντρώσεις της μεθοτρεξάτης στο αίμα μπορεί να αυξηθούν, αυξάνοντας και την τοξικότητα της ουσίας.
- Κυκλοσπορίνη: Η δικλοφαινάκη, όπως και άλλα ΜΣΑΦ, μπορεί να αυξήσει τη νεφροτοξικότητα της κυκλοσπορίνης, λόγω της δράσης τους στις προσταγλανδίνες των νεφρών. Στην περίπτωση αυτή, θα πρέπει να χορηγείται σε δόσεις χαμηλότερες από αυτές που θα χρησιμοποιούνταν σε ασθενείς που δεν λαμβάνουν κυκλοσπορίνη.
- Tacrolimus: Η δικλοφαινάκη, όπως και άλλα ΜΣΑΦ, μπορεί να αυξήσει τη νεφροτοξικότητα του tacrolimus, λόγω των δράσεων των ΜΣΑΦ και του αναστολέα καλσινευρίνης στις προσταγλανδίνες των νεφρών.
- Φάρμακα γνωστά για την πρόκληση υπερκαλιαιμίας: Η ταυτόχρονη θεραπεία με καλιοσυντηρητικά διουρητικά, κυκλοσπορίνη, tacrolimus ή τριμεθοπρίμη μπορεί να σχετίζεται με αυξημένα επίπεδα καλίου στον ορό και θα πρέπει, συνεπώς, να παρακολουθείται συχνά (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις).
- Αντιβακτηριακοί παράγοντες - ανάλογα κινολόνης: Υπάρχουν μεμονωμένες αναφορές σπασμών που μπορεί να αποδοθούν στην ταυτόχρονη χορήγηση κινολονών και ΜΣΑΦ.
- Φαινυτοΐνη: Συνιστάται η παρακολούθηση των συγκεντρώσεων της φαινυτοΐνης στο πλάσμα, όταν η φαινυτοΐνη χρησιμοποιείται ταυτόχρονα με τη δικλοφαινάκη, λόγω μιας αναμενόμενης αύξησης της έκθεσης στη φαινυτοΐνη.
- Χολεστιπόλη και χολεστυραμίνη: Οι παράγοντες αυτοί μπορεί να προκαλέσουν καθυστέρηση ή μείωση στην απορρόφηση της δικλοφαινάκης. Για τον λόγο αυτό, συνιστάται η χορήγηση δικλοφαινάκης το λιγότερο μια ώρα πριν ή 4 ως 6 ώρες μετά τη χορήγηση χολεστιπόλης ή χολεστυραμίνης.
- Ισχυροί αναστολείς του κυτοχρώματος CYP2C9: Πρέπει να δίνεται ιδιαίτερη προσοχή, όταν η δικλοφαινάκη συνταγογραφείται ταυτόχρονα με ισχυρούς αναστολείς του κυτοχρώματος CYP2C9 (όπως η σουλφινπυραζόνη και η βορικοναζόλη), καθώς αυτό θα μπορούσε να έχει ως αποτέλεσμα μια σημαντική αύξηση ως προς τις μέγιστες συγκεντρώσεις στο πλάσμα και την έκθεση στη δικλοφαινάκη, εξ αιτίας παρεμπόδισης του μεταβολισμού της δικλοφαινάκης.
- Καρδιακές γλυκοσίδες: Συγχορήγηση καρδιακών γλυκοσιδών και ΜΣΑΦ είναι δυνατό να επιδεινώσει προϋπάρχουσα καρδιακή ανεπάρκεια, να μειώσει τον ρυθμό σπειραματικής διήθησης και να αυξήσει τα επίπεδα γλυκοσιδών στο πλάσμα.
- Μιφεπριστόνη: Τα ΜΣΑΦ δεν θα πρέπει να χρησιμοποιούνται για χρονικό διάστημα 8-12 ημερών μετά τη χορήγηση μιφεπριστόνης, καθώς είναι δυνατό να μειώσουν τη δράση της.
sick
Ανεπιθύμητες ενέργειες
SPC-VOLTAREN ACTI-GO
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
Οι ανεπιθύμητες ενέργειες κατατάσσονται παρακάτω ανά κατηγορία οργανικού συστήματος (MedDRA) και συχνότητας. Οι συχνότητες ορίζονται, ακολουθώντας την παρακάτω συνθήκη (οι πιο συχνές πρώτα): πολύ συχνές (> 1/10), συχνές (≥ 1/100, < 1/10), όχι συχνές (≥ 1/1.000, < 1/100), σπάνιες (≥ 1/10.000, < 1/1.000), πολύ σπάνιες (< 1/10.000), μη γνωστής συχνότητας (δεν μπορεί να εκτιμηθεί με βάση τα διαθέσιμα δεδομένα).
Σε κάθε κατηγορία συχνότητας, οι ανεπιθύμητες ενέργειες παρατίθενται κατά φθίνουσα σειρά σοβαρότητας.
Ο παρακάτω πίνακας περιλαμβάνει αναφορές ανεπιθύμητων ενεργειών σε βραχυχρόνια ή μακροχρόνια χορήγηση.
Διαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος
- Πολύ σπάνιες: Θρομβοκυττοπενία, λευκοπενία, αναιμία (συμπεριλαμβανομένης αιμολυτικής και απλαστικής αναιμίας), ακοκκιοκυτταραιμία
Διαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος
- Σπάνιες: Υπερευαισθησία, συστηματικές αναφυλακτικές και αναφυλακτοειδείς αντιδράσεις (συμπεριλαμβανομένης υπότασης και καταπληξίας)
- Πολύ σπάνιες: Αγγειοοίδημα (συμπεριλαμβανομένου οιδήματος του προσώπου)
Ψυχιατρικές διαταραχές
- Πολύ σπάνιες: Αποπροσανατολισμός, κατάθλιψη, αϋπνία, νυχτερινοί εφιάλτες, ευερεθιστότητα, ψυχωσική διαταραχή
Διαταραχές του νευρικού συστήματος
- Συχνές: Κεφαλαλγία, ζάλη
- Σπάνιες: Υπνηλία, κόπωση
- Πολύ σπάνιες: Παραισθησία, επιβάρυνση μνήμης, σπασμοί, ανησυχία, τρόμος, άσηπτη μηνιγγίτιδα, δυσγευσία, αγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιο
- Μη γνωστές: Σύγχυση, ψευδαισθήσεις, διαταραχές αίσθησης, κακουχία
Οφθαλμικές διαταραχές
- Πολύ σπάνιες: Οπτική βλάβη, θάμβος οράσεως, διπλωπία
- Μη γνωστές: Οπτική νευρίτιδα
Διαταραχές του ωτός και του λαβυρίνθου
- Συχνές: Ίλιγγος
- Πολύ σπάνιες: Εμβοές, βλάβη της ακοής
Καρδιακές διαταραχές
- Όχι συχνές*: Έμφραγμα του μυοκαρδίου, έκπτωση της καρδιακής λειτουργίας, αίσθημα παλμών, πόνος στο στήθος
Αγγειακές διαταραχές
- Πολύ σπάνιες: Υπέρταση, υπόταση, αγγειίτιδα
Διαταραχές του αναπνευστικού συστήματος, του θώρακα και του μεσοθωρακίου
- Σπάνιες: Άσθμα (συμπεριλαμβανομένης δύσπνοιας)
- Πολύ σπάνιες: Πνευμονίτιδα
Διαταραχές του γαστρεντερικού συστήματος
- Συχνές: Ναυτία, έμετος, διάρροια, δυσπεψία, υπογάστριο άλγος, μετεωρισμός, μειωμένη όρεξη
- Σπάνιες: Γαστρίτιδα, αιμορραγία από το γαστρεντερικό, αιματέμεση, αιμορραγική διάρροια, μέλαινα, γαστρεντερικό έλκος με ή χωρίς αιμορραγία ή διάτρηση (μερικές φορές θανατηφόρα για τους ηλικιωμένους)
- Πολύ σπάνιες: Κολίτιδα, (συμπεριλαμβανομένης αιμορραγικής κολίτιδας, παροξυσμού της ελκώδους κολίτιδας ή της νόσου του Crohn), δυσκοιλιότητα, στοματίτιδα (συμπεριλαμβανομένης ελκώδους στοματίτιδας), γλωσσίτιδα, οισοφαγική διαταραχή, εντερική διαφραγματική νόσος, παγκρεατίτιδα
Διαταραχές του ήπατος και των χοληφόρων
- Συχνές: Αύξηση τρανσαμινασών
- Σπάνιες: Ηπατίτιδα, ίκτερος, ηπατική διαταραχή
- Πολύ σπάνιες: Αιφνίδια ηπατίτιδα, ηπατική νέκρωση ή έκπτωση της ηπατικής λειτουργίας
Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
- Συχνές: Εξάνθημα
- Σπάνιες: Κνίδωση
- Πολύ σπάνιες: Πομφολυγώδης δερματίτιδα, έκζεμα, ερύθημα, πολυμορφικό ερύθημα, σύνδρομο Stevens-Johnson, τοξική επιδερμική νεκρόλυση (σύνδρομο Lyell’s), αποφολιδωτική δερματίτιδα, αλωπεκία, αντιδράσεις φωτοευαισθησίας, πορφύρα, πορφύρα Henoch-Schönlein, κνησμός
Διαταραχές των νεφρών και των ουροφόρων οδών
- Πολύ σπάνιες: Οξεία νεφρική ανεπάρκεια, αιματουρία, πρωτεϊνουρία, νεφρωσικό σύνδρομο, διάμεση νεφρίτιδα των ουροφόρων σωληναρίων, νεφρική θηλοειδής νέκρωση
Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
-
Σπάνιες: Οίδημα
-
Πολύ σπάνιες: Στυτική δυσλειτουργία
-
Η συχνότητα αντανακλά δεδομένα από μακροχρόνια θεραπεία με υψηλή δόση (150 mg ημερησίως). Η συχνότητα αναμένεται να είναι χαμηλότερη για βραχυχρόνια θεραπεία με χαμηλή δόση (έως 75 mg ημερησίως).
Κλινική μελέτη και επιδημιολογικά στοιχεία υποδεικνύουν έναν αυξημένο κίνδυνο αρτηριακών θρομβωτικών περιστατικών (για παράδειγμα έμφραγμα του μυοκαρδίου ή αγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιο) σε συσχέτιση με τη χρήση δικλοφαινάκης, ιδιαίτερα σε υψηλές δόσεις (150 mg ημερησίως) και για μεγάλο χρονικό διάστημα (βλ. Αντενδείξεις και Ειδικές προειδοποιήσεις).
Αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών Η αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών μετά από τη χορήγηση άδειας κυκλοφορίας του φαρμακευτικού προϊόντος είναι σημαντική. Επιτρέπει τη συνεχή παρακολούθηση της σχέσης οφέλους-κινδύνου του φαρμακευτικού προϊόντος. Ζητείται από τους επαγγελματίες υγείας να αναφέρουν οποιεσδήποτε πιθανολογούμενες ανεπιθύμητες ενέργειες στον Εθνικό Οργανισμό Φαρμάκων (Μεσογείων 284, 155 62, Χολαργός, τηλ.: + 30 21 32040380/337, φαξ: + 30 21 06549585, ιστότοπος: www.eof.gr).
pregnant_woman
Κύηση / γαλουχία
SPC-VOLTAREN ACTI-GO
expand_more
Κύηση / γαλουχία
Κύηση
Η αναστολή της σύνθεσης προσταγλανδινών μπορεί να επηρεάσει αρνητικά την εγκυμοσύνη και/ή την εμβρυϊκή ανάπτυξη. Δεδομένα από επιδημιολογικές μελέτες καταδεικνύουν αυξημένο κίνδυνο αποβολής, καρδιακών δυσπλασιών και γαστροσχιστίας, μετά τη χρήση αναστολέα της σύνθεσης προσταγλανδινών στην αρχή της εγκυμοσύνης. Ο απόλυτος κίνδυνος καρδιακών δυσπλασιών αυξήθηκε από λιγότερο από 1% σε περίπου 1,5%. Ο κίνδυνος πιστεύεται ότι αυξάνει με τη δόση και τη διάρκεια της θεραπείας. Σε ζώα, η χορήγηση αναστολέα της σύνθεσης προσταγλανδινών έχει ως αποτέλεσμα την προ- και μετα-εμφυτευτική απώλεια και τον εμβρυϊκό θάνατο. Επιπρόσθετα, αυξημένη εμφάνιση διαφόρων δυσπλασιών, συμπεριλαμβανομένων των καρδιαγγειακών έχει αναφερθεί σε ζώα στα οποία χορηγήθηκε αναστολέας της σύνθεσης προσταγλανδινών κατά την οργανογενετική περίοδο. Κατά το πρώτο και δεύτερο τρίμηνο της εγκυμοσύνης, η δικλοφαινάκη δεν πρέπει να χορηγείται, εκτός εάν είναι απολύτως απαραίτητο. Αν η δικλοφαινάκη χρησιμοποιείται από γυναίκα που προσπαθεί να συλλάβει ή κατά το πρώτο και δεύτερο τρίμηνο της εγκυμοσύνης, η δόση πρέπει να διατηρείται όσο το δυνατό χαμηλή και η διάρκεια της θεραπείας όσο το δυνατό σύντομη. Κατά το τρίτο τρίμηνο της εγκυμοσύνης, όλοι οι αναστολείς της σύνθεσης προσταγλανδινών μπορεί να προκαλέσουν: στο έμβρυο:
- καρδιοπνευμονική τοξικότητα (με πρόωρη σύγκλειση του αρτηριακού πόρου και πνευμονική υπέρταση)
- νεφρική δυσλειτουργία, η οποία μπορεί να εξελιχθεί σε νεφρική ανεπάρκεια με ολιγοϋδράμνιο στη μητέρα και το νεογνό, κατά το τέλος της εγκυμοσύνης:
- πιθανή επιμήκυνση του χρόνου ροής, μια αντιπηκτική δράση που μπορεί να παρατηρηθεί ακόμα και σε πολύ μικρές δόσεις
- παρεμπόδιση των συσπάσεων της μήτρας με αποτέλεσμα τον καθυστερημένο ή παρατεταμένο τοκετό. Συνεπώς, η δικλοφαινάκη αντενδείκνυται κατά το τρίτο τρίμηνο της εγκυμοσύνης
Θηλασμός
Όπως και άλλα ΜΣΑΦ, η δικλοφαινάκη περνά στο μητρικό γάλα σε μικρές ποσότητες. Γι αυτόν τον λόγο, η δικλοφαινάκη δεν θα πρέπει να λαμβάνεται κατά τη διάρκεια της γαλουχίας, ώστε να αποφευχθούν ανεπιθύμητες δράσεις στο νεογνό.
Γονιμότητα
Όπως και με άλλα ΜΣΑΦ, η χρήση δικλοφαινάκης μπορεί να μειώσει τη γονιμότητα στη γυναίκα και δεν συνιστάται σε γυναίκες που προσπαθούν να συλλάβουν. Σε γυναίκες που αντιμετωπίζουν δυσκολίες σύλληψης ή που ελέγχονται για υπογονιμότητα, θα πρέπει να αξιολογείται το ενδεχόμενο διακοπής της χορήγησης δικλοφαινάκης.
monitor_heart
Φαρμακοδυναμική
SPC-VOLTAREN ACTI-GO
expand_more
Φαρμακοδυναμική
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: Αντιφλεγμονώδη και αντιρρευματικά φάρμακα, μη στεροειδή, παράγωγα του οξικού οξέως και συγγενείς ενώσεις (κωδικός ATC: M01AB05)
Μηχανισμός Δράσης
Τα δισκία Voltaren Acti-Go περιέχουν άλας καλιούχου δικλοφαινάκης, ένα ΜΣΑΦ με ισχυρές αντιφλεγμονώδεις, αντιπυρετικές και αναλγητικές ιδιότητες. Η αναστολή της βιοσύνθεσης των προσταγλανδινών, που έχει αποδειχθεί πειραματικά, θεωρείται κεντρική στον μηχανισμό δράσης του. Οι προσταγλανδίνες έχουν βασικό ρόλο στην πρόκληση φλεγμονής, πόνου και πυρετού.
Τα δισκία Voltaren Acti-Go έχουν άμεση έναρξη δράσης, καθιστώντας τα κατάλληλα για τη θεραπεία οξείων επώδυνων και φλεγμονωδών καταστάσεων.
Η καλιούχος δικλοφαινάκη δεν αναστέλλει in vitro τη βιοσύνθεση των πρωτεογλυκανών στον χόνδρο σε συγκεντρώσεις ισοδύναμες με αυτές που επιτυγχάνονται στον άνθρωπο.
Φαρμακοδυναμικές επιδράσεις
Έχει βρεθεί ότι τα δισκία Voltaren Acti-Go ασκούν ισχυρή αναλγητική δράση σε πόνο μέτριας και υψηλής έντασης. Επίσης, σε καταστάσεις φλεγμονής, π.χ. μετά από τραυματισμό ή χειρουργική επέμβαση, ανακουφίζουν άμεσα από τον ξαφνικό πόνο, αλλά και τον πόνο της κίνησης, ελαττώνοντας το οίδημα και τη φλεγμονή.
Σε κρίσεις ημικρανίας, έχει δειχτεί ότι το Voltaren Acti-Go είναι αποτελεσματικό στην ανακούφιση από τον πονοκέφαλο, βελτιώνοντας, παράλληλα, τα συνοδά συμπτώματα, όπως η ζαλάδα και ο εμετός.
biotech
Φαρμακοκινητική
SPC-VOLTAREN ACTI-GO
expand_more
Φαρμακοκινητική
Απορρόφηση
Η δικλοφαινάκη απορροφάται άμεσα και πλήρως από τα δισκία καλιούχου δικλοφαινάκης. Η απορρόφηση ξεκινά αμέσως μετά τη λήψη.
Η μέγιστη συγκέντρωση στο πλάσμα (3,9 μmol/ L) επιτυγχάνεται 20-60 περίπου λεπτά μετά από τη λήψη (από του στόματος) ενός δισκίου των 50 mg. Η ταυτόχρονη λήψη με το φαγητό δεν επιδρά στο ποσό της απορροφούμενης δικλοφαινάκης, αν και ο χρόνος έναρξης και η ταχύτητα της απορρόφησης μπορεί να παρουσιάσουν μικρή ελάττωση. H απορροφούμενη ποσότητα είναι γραμμική συνάρτηση του μεγέθους της δόσης.
Καθώς η μισή σχεδόν δόση της δικλοφαινάκης μεταβολίζεται κατά την πρώτη δίοδο από το ήπαρ (φαινόμενο «πρώτης διόδου»), η περιοχή κατω από την καμπύλη συγκέντρωσης-χρόνου (AUC) είναι περίπου ημίσεια σε μέγεθος μετά τη χορήγηση από το στόμα ή από το ορθό, συγκριτικά με το ίδιο μέγεθος δόσης χορηγούμενο παρεντερικά.
Η φαρμακοκινητική συμπεριφορά δεν αλλάζει μετά από επαναλαμβανόμενη χορήγηση. Δεν εμφανίζεται συσσώρευση, με την προϋπόθεση ότι τηρούνται τα συνιστώμενα δοσολογικά διαστήματα.
Κατανομή
Το 99,7% της δικλοφαινάκης συνδέεται με τις πρωτεΐνες του ορού, κυρίως την αλβουμίνη (99,4%). Ο φαινόμενος όγκος κατανομής είναι 0,12-0,17 L/kg.
H δικλοφαινάκη περνά στο αρθρικό υγρό, όπου η μέγιστη συγκέντρωση μετράται 2 έως 4 ώρες μετά την επίτευξη των μέγιστων τιμών συγκέντρωσης στο πλάσμα. Ο φαινόμενος χρόνος απομάκρυνσης από το αρθρικό υγρό είναι 3 έως 6 ώρες. Δυο ώρες μετά την επίτευξη των μέγιστων συγκεντρώσεων στο πλάσμα, οι συγκεντρώσεις της δραστικής ουσίας στο αρθρικό υγρό είναι ήδη υψηλότερες από αυτές στο πλάσμα και παραμένουν υψηλότερες για περίπου 12 ώρες.
Βιομετασχηματισμός
Ο βιομετασχηματισμός της δικλοφαινάκης γίνεται μερικώς με γλυκουρονιδίωση του αρχικού μορίου, αλλά κυρίως με μονή και πολλαπλή υδροξυλίωση και μεθοξυλίωση, που έχει ως αποτέλεσμα πολλούς φαινολικούς μεταβολίτες (3’- υδροξυ-, 4’-υδροξυ-, 5’-υδροξυ-, 4’,5-διϋδροξυ- και 3’-υδροξυ-4’-μεθοξυ- δικλοφαινάκη), οι περισσότεροι εκ των οποίων μετατρέπονται σε γλυκουρονιδιακά σύμπλοκα. Δύο από αυτούς τους φαινολικούς μεταβολίτες είναι βιολογικά ενεργοί, αλλά σε πολύ μικρότερη έκταση απ’ ό,τι η δικλοφαινάκη.
Απομάκρυνση
Η ολική συστημική κάθαρση της δικλοφαινάκης από το πλάσμα είναι 263±56 mL/min. Ο τελικός χρόνος ημιζωής στο πλάσμα είναι 1 έως 2 ώρες. Τέσσερεις από τους μεταβολίτες, συμπεριλαμβανομένων των δύο ενεργών, έχουν επίσης μικρό χρόνο ημιζωής στο πλάσμα (1 έως 3 ώρες). Ένας από τους μεταβολίτες (3’-υδροξυ-4-μεθοξυ-δικλοφαινάκη) έχει πολύ μεγαλύτερο χρόνο ημιζωής στο πλάσμα, όμως είναι ουσιαστικά ανενεργός.
Περίπου το 60% της χορηγούμενης δόσης αποβάλλεται με τα ούρα ως γλυκουρονιδιωμένα σύμπλοκα του αρχικού μορίου και ως μεταβολίτες, οι περισσότεροι από τους οποίους επίσης μετατρέπονται σε γλυκουρονιδιωμένα σύμπλοκα. Λιγότερο από 1% αποβάλλεται ως αναλλοίωτη ουσία. Το υπόλοιπο της δόσης απομακρύνεται ως μεταβολίτες μέσω της χολής, με τα κόπρανα.
Γραμμικότητα/μη γραμμικότητα
Η έκταση της απορρόφησης (AUC) είναι γραμμική συνάρτηση του μεγέθους της δόσης.
Χαρακτηριστικά σε ασθενείς
Δεν εχουν παρατηρηθεί διαφορές εξαρτώμενες από την ηλικία στην απορρόφηση, στον μεταβολισμό ή στην απομάκρυνση του φαρμάκου.
Σε ασθενείς που υποφέρουν από νεφρική ανεπάρκεια δεν συνάγεται συσσώρευση της αμετάβλητης δραστικής ουσίας από την κινητική μονής δόσης, όταν αυτή χορηγείται στο σύνηθες δοσομετρικό σχήμα. Σε κάθαρση κρεατινίνης μικρότερης από 10 mL/min τα μετρηθέντα επίπεδα των υδοξυμεταβολιτών στο πλάσμα, στη σταθεροποιημένη κατάσταση, είναι περίπου 4 φορές υψηλότερα από αυτά σε υγιή άτομα. Παρ’ όλα αυτά, οι μεταβολίτες τελικώς απομακρύνονται μέσω της χολής.
Σε ασθενείς με χρόνια ηπατίτιδα ή μη αντιρροπούμενη κίρρωση, η κινητική και ο μεταβολισμός της δικλοφαινάκης είναι ίδιος, όπως σε ασθενείς χωρίς παθήσεις του ήπατος.
ΕΟΦ · 10.2.2
Παράγωγα του οξεικού οξέος
expand_more
Παράγωγα του οξεικού οξέος
Στην ομάδα αυτή περιλαμβάνονται, η ινδομεθακίνη, η δικλοφενάκη, η σουλινδάκη, η τολμετίνη και η ασεμετασίνη. Πρόκειται για ισχυρά αντιφλεγμονώδη φάρμακα με σχετικά περιορισμένες ανεπιθύμητες ενέργειες (στις συνήθεις θεραπευτικές δόσεις). Oι συνηθέστερα αναφερόμενες αφορούν το πεπτικό, KNΣ και δέρμα και σπανιότερα το αιμοποιητικό. Tα φάρμακα της ομάδας αυτής χρησιμοποιούνται ευρέως στη θεραπεία πολλών ρευματικών παθήσεων με ικανοποιητικά αποτελέσματα. H αποτελεσματικότητα της ινδομεθακίνης στην οξεία ουρική αρθρίτιδα είναι συγκρίσιμη με εκείνη της κολχικίνης, της φαινυλβουταζόνης και της ναπροξένης, έχει όμως μεγαλύτερη συχνότητα ανεπιθυμήτων ενεργειών (κεφαλαλγία, ίλιγγος, κλπ.). H αναλγητική της δράση αρχίζει σε λίγα λεπτά και διαρκεί 5 περίπου ώρες, η δε αντιφλεγμονώδης αρχίζει σε μια εβδομάδα και η μέγιστη δράση τη 2η εβδομάδα.
H ασεμετασίνη ομοιάζει χημικώς και ως προς τη δράση και τις ανεπιθύμητες ενέργειες με την ινδομεθακίνη, θεωρείται όμως ότι ερεθίζει ολιγότερο τον πεπτικό σωλήνα.
H ετοδολάκη έχει δράση ανάλογη με τα παράγωγα του προπιονικού οξέος και θεωρείται επίσης ότι ερεθίζει λιγότερο τον πεπτικό σωλήνα.
H δικλοφενάκη και η ασεκλοφενάκη έχουν δράση όμοια της ναπροξένης και τις ίδιες ανεπιθύμητες ενέργειες.
ΕΟΦ · 11.8
Aναστολείς προσταγλανδινών
expand_more
Aναστολείς προσταγλανδινών
Aναστολείς της κυκλοοξυγενάσης (βιοσύνθεση προσταγλανδινών) κυκλοφορούν ως κολλύρια για οφθαλμική χρήση προς αναστολή της διεγχειρητικής μύσης (προσταγλανδινικής αιτιολογίας εκ μηχανικού ερεθισμού της ίριδος) σε εγχειρήσεις καταρράκτου και υαλοειδεκτομής. Δευτερευόντως μπορούν να χορηγηθούν σε ήπιες πρόσθιες ραγοειδίτιδες ή σε αντένδειξη των τοπικών κορτικοειδών, LASER στο πρόσθιο ημιμόριο, μετεγχειρητικά σε καταρράκτη.
Aπό τους αναστολείς προσταγλανδινών χρησιμοποιούνται κυρίως η ινδομεθακίνη, η δικλοφενάκη και η φλουρβιπροφένη.
Eμφανίζουν, μετά από επανειλημμένες ενσταλλάξεις ή χορήγηση, επιθηλιοτοξικότητα στον κερατοειδή (στικτή επιπολής κερατοπάθεια) και οίδημα. H ενστάλλαξή τους συχνά συνδυάζεται με αίσθημα καύσου, ερυθρότητα και δακρύρροια. Δεν έχουν αναφερθεί συστηματικές ανεπιθύμητες ενέργειες εξ απορροφήσεως.
H τοξικότητά τους εμφανίζεται ανάλογη της δραστικότητάς τους (ινδομεθακίνη > δικλοφενάκη > φλουρβιπροφένη).
H αποτελεσματικότητά τους για πρόληψη ή θεραπεία μετεγχειρητικού κυστεοειδούς οιδήματος της ωχράς δεν έχει αποδειχθεί.
DrugBank
Description
expand_more
Description
DrugBank
Indication
expand_more
Indication
DrugBank
Pharmacology
expand_more
Pharmacology
DrugBank
Mechanism of action
expand_more
Mechanism of action
DrugBank
Absorption
expand_more
Absorption
DrugBank
Half life
expand_more
Half life
DrugBank
Protein binding
expand_more
Protein binding
DrugBank
Route of elimination
expand_more
Route of elimination
DrugBank
Volume of distribution
expand_more
Volume of distribution
DrugBank
Clearance
expand_more
Clearance
Κάθαρση: - από του στόματος CL = 622 mL/min [υγιείς]
- νεφρική CL < 1 mL/min [υγιείς]
DrugBank
Toxicity
expand_more
Toxicity
science
PubChem
Φαρμακοδυναμική
expand_more
Φαρμακοδυναμική
neurology
PubChem
Μηχανισμός δράσης
expand_more
Μηχανισμός δράσης
Η ντασλοφενάκη αναστέλλει την κυκλοοξυγενάση-1 και -2, τα ένζυμα που είναι υπεύθυνα για την παραγωγή προσταγλανδίνης (PG) G2, η οποία είναι ο πρόδρομος άλλων PG. Αυτά τα μόρια έχουν ευρεία δράση στον πόνο και τη φλεγμονή και η αναστολή της παραγωγής τους είναι ο κοινός μηχανισμός που συνδέει κάθε επίδραση της ντασλοφενάκης. Η PGE2 είναι η κύρια PG που εμπλέκεται στη διαμόρφωση της νωπαλγίας. Μεσολαβεί περιφερική ευαισθητοποίηση μέσω διαφόρων επιδράσεων. Η PGE2 ενεργοποιεί τον υποδοχέα EP1 που συζεύγνυται με Gq, οδηγώντας σε αυξημένη δραστηριότητα της οδού ινοσιτόλης τριφωσφορικής/φωσφολιπάσης C. Η ενεργοποίηση αυτής της οδού απελευθερώνει ενδοκυτταρικές αποθήκες ασβεστίου που μειώνουν άμεσα το κατώφλι δυναμικού ενεργοποίησης και ενεργοποιούν την πρωτεϊνική κινάση C (PKC) που συμβάλλει σε διάφορους έμμεσους μηχανισμούς. Η PGE2 ενεργοποιεί επίσης τον υποδοχέα EP4, ο οποίος συζεύγνυται με Gs, ο οποίος ενεργοποιεί την οδό σηματοδότησης της αδενυλικής κυκλάσης/πρωτεϊνικής κινάσης Α (AC/PKA). Η PKA και η PKC συμβάλλουν στην ενίσχυση της ενίσχυσης του υποδοχέα κατιόντων μεταβατικής δυναμικής που σχετίζεται με το δυναμικό ενεργοποίησης, μέλος 1 (TRPV1), η οποία αυξάνει την ευαισθησία στα ερεθίσματα θερμότητας. Επίσης, ενεργοποιούν τους νατριούχους διαύλους ανθεκτικούς στην τετροδοτοξίνη και αναστέλλουν τα εισερχόμενα ρεύματα καλίου. Η PKA συμβάλλει περαιτέρω στην ενεργοποίηση του υποδοχέα πουρίνης P2X3 και στην ευαισθητοποίηση των διαύλων ασβεστίου τύπου Τ. Η ενεργοποίηση και η ευαισθητοποίηση των αποπολωτικών ιοντικών διαύλων και η αναστολή των εισερχόμενων ρευμάτων καλίου μειώνουν την ένταση του ερεθίσματος που απαιτείται για τη δημιουργία δυναμικών ενεργοποίησης στα αισθητήρια νευρικά άκρα που μεταδίδουν πόνο. Η PGE2 δρα μέσω του EP3 για να αυξήσει την ευαισθησία στη βραδυκινίνη και μέσω του EP2 για να αυξήσει περαιτέρω την ευαισθησία στη θερμότητα. Η κεντρική ευαισθητοποίηση συμβαίνει στο οπίσθιο κέλυφος του νωτιαίου μυελού και μεσολαβείται από τον υποδοχέα EP2 που συζεύγνυται με Gs. Προ-συναπτικά, αυτός ο υποδοχέας αυξάνει την απελευθέρωση προ-νωπαλγητικών νευροδιαβιβαστών γλουταμίνης, CGRP και ουσίας P. Μετα-συναπτικά, αυξάνει τη δραστηριότητα των υποδοχέων AMPA και NMDA και προκαλεί αναστολή των ανασταλτικών νευρώνων της γλυκίνης. Μαζί, αυτά οδηγούν σε μειωμένο κατώφλι ενεργοποίησης, επιτρέποντας σε ερεθίσματα χαμηλής έντασης να παράγουν σήματα πόνου. Η PGI2 είναι γνωστό ότι παίζει ρόλο μέσω του υποδοχέα IP που συζεύγνυται με Gs, αν και το μέγεθος της συμβολής του ποικίλλει. Έχει προταθεί ότι είναι μεγαλύτερης σημασίας σε επώδυνες φλεγμονώδεις καταστάσεις όπως η αρθρίτιδα. Περιορίζοντας την ευαισθητοποίηση, τόσο την περιφερική όσο και την κεντρική, μέσω αυτών των οδών, τα ΜΣΑΦ μπορούν να μειώσουν αποτελεσματικά τον φλεγμονώδη πόνο. Η PGI2 και η PGE2 συμβάλλουν στην οξεία φλεγμονή μέσω των υποδοχέων IP και EP2. Παρόμοια με τους β-αδρενεργικούς υποδοχείς, αυτοί συζεύγνυνται με Gs και μεσολαβούν αγγειοδιαστολή μέσω της οδού AC/PKA. Η PGE2 συμβάλλει επίσης αυξάνοντας την προσκόλληση των λευκοκυττάρων στο ενδοθήλιο και προσελκύει τα κύτταρα στον τόπο της βλάβης. Η PGD2 παίζει ρόλο στην ενεργοποίηση της απελευθέρωσης κυτοκινών από τα ενδοθηλιακά κύτταρα μέσω του υποδοχέα DP1. Η PGI2 και η PGE2 ρυθμίζουν την ενεργοποίηση και διαφοροποίηση των Τ-βοηθητικών κυττάρων μέσω των υποδοχέων IP, EP2 και EP4, η οποία πιστεύεται ότι είναι σημαντική δραστηριότητα στην παθολογία των αρθριτικών καταστάσεων. Περιορίζοντας την παραγωγή αυτών των PG στον τόπο της βλάβης, τα ΜΣΑΦ μπορούν να μειώσουν τη φλεγμονή. Η PGE2 μπορεί να διασχίσει τον αιματοεγκεφαλικό φραγμό και να δράσει σε διεγερτικούς υποδοχείς EP3 που συζεύγνυνται με Gq σε νευρώνες που ρυθμίζουν τη θερμοκρασία στον υποθάλαμο. Αυτή η ενεργοποίηση πυροδοτεί αύξηση της παραγωγής θερμότητας και μείωση της απώλειας θερμότητας για την παραγωγή πυρετού. Τα ΜΣΑΦ εμποδίζουν τη δημιουργία PGE2, μειώνοντας έτσι τη δραστηριότητα αυτών των νευρώνων.
Η ντασλοφενάκη έχει φαρμακολογικές δράσεις παρόμοιες με αυτές άλλων πρωτοτύπων ΜΣΑΦ. Το φάρμακο εμφανίζει αντιφλεγμονώδη, αναλγητική και αντιπυρετική δράση. Οι ακριβείς μηχανισμοί δεν έχουν καθοριστεί με σαφήνεια, αλλά πολλές από τις δράσεις φαίνεται να σχετίζονται κυρίως με την αναστολή της σύνθεσης προσταγλανδινών. Η ντασλοφενάκη αναστέλλει τη σύνθεση προσταγλανδινών σε ιστούς του σώματος αναστέλλοντας την κυκλοοξυγενάση· έχουν αναγνωριστεί τουλάχιστον 2 ισοένζυμα, η κυκλοοξυγενάση-1 (COX-1) και -2 (COX-2) (επίσης αναφέρονται ως προσταγλανδίνη G/H συνθάση-1 (PGHS-1) και -2 (PGHS-2), αντίστοιχα), που καταλύουν το σχηματισμό προσταγλανδινών στην οδό του αραχιδονικού οξέος. Η ντασλοφενάκη, όπως και άλλα πρωτότυπα ΜΣΑΦ, αναστέλλει τόσο την COX-1 όσο και την COX-2. Αν και οι ακριβείς μηχανισμοί δεν έχουν καθοριστεί με σαφήνεια, τα ΜΣΑΦ φαίνεται να ασκούν αντιφλεγμονώδη, αναλγητική και αντιπυρετική δράση κυρίως μέσω της αναστολής του ισοενζύμου COX-2· η αναστολή της COX-1 είναι πιθανώς υπεύθυνη για τις ανεπιθύμητες επιδράσεις των φαρμάκων στην γαστρεντερική βλεννογόνο και τη συσσώρευση των αιμοπεταλίων.
Όπως και για όλα τα μη στεροειδή αντιφλεγμονώδη φάρμακα, οι φαρμακοδυναμικές επιδράσεις της ντασλοφενάκης νατρίου είναι αντιφλεγμονώδεις, αναλγητικές και αντιπυρετικές λόγω της μείωσης της σύνθεσης προσταγλανδινών από το αραχιδονικό οξύ μέσω της αναστολής της κυκλοοξυγενασικής δραστηριότητας. Προκαλεί επίσης επιβλαβείς επιδράσεις στον γαστρικό και εντερικό βλεννογόνο και αναστολή της συσσώρευσης των αιμοπεταλίων. /Diclofenac sodium/
biotech
PubChem
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
expand_more
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
Η ντασλοφενάκη απορροφάται πλήρως από τον ΓΕΣ, αλλά πιθανώς υφίσταται σημαντικό μεταβολισμό πρώτης διόδου, με μόνο 60% του φαρμάκου να φτάνει στην συστηματική κυκλοφορία αμετάβλητο. Πολλές τοπικές μορφές απορροφώνται διαδερμικά και παράγουν κλινικά σημαντικές συγκεντρώσεις στο πλάσμα. Η απορρόφηση είναι ανάλογη της δόσης στην περιοχή των 25-150 mg. Ο Tmax ποικίλλει μεταξύ των μορφών, με το από του στόματος διάλυμα να φτάνει μέγιστες συγκεντρώσεις στο πλάσμα σε 10-40 λεπτά, το εντεροδιαλυτό δισκίο σε 1,5-2 ώρες, και οι μορφές παρατεταμένης και ελεγχόμενης αποδέσμευσης παρατείνουν τον Tmax ακόμη περισσότερο. Η χορήγηση με τροφή δεν έχει σημαντικές επιδράσεις στην AUC, αλλά καθυστερεί τον Tmax σε 2,5-12 ώρες.
Η ντασλοφενάκη αποβάλλεται κυρίως μέσω μεταβολισμού. Από τη συνολική δόση, 60-70% αποβάλλεται στα ούρα και 30% στα κόπρανα. Δεν παρατηρείται σημαντική εντεροηπατική ανακύκλωση.
Η ντασλοφενάκη έχει συνολικό όγκο κατανομής 5-10 L ή 0,1-0,2 L/kg. Ο όγκος του κεντρικού διαμερίσματος είναι 0,04 L/kg. Η ντασλοφενάκη κατανέμεται στον αρθρικό υμένα φτάνοντας μέγιστη συγκέντρωση 2-4 ώρες μετά τη χορήγηση. Υπάρχει περιορισμένη διέλευση του αιματοεγκεφαλικού φραγμού και οι συγκεντρώσεις στο εγκεφαλονωτιαίο υγρό φτάνουν μόνο το 8,22% των συγκεντρώσεων στο πλάσμα. Δόσεις 50 mg που χορηγήθηκαν με ενδομυϊκή ένεση δεν παρήγαγαν ανιχνεύσιμες συγκεντρώσεις ντασλοφενάκης στο μητρικό γάλα, ωστόσο οι συγκεντρώσεις μεταβολιτών δεν διερευνήθηκαν. Η ντασλοφενάκη έχει αποδειχθεί ότι διασχίζει τον πλακούντα σε ποντίκια και αρουραίους, αλλά τα ανθρώπινα δεδομένα δεν είναι διαθέσιμα.
Η ντασλοφενάκη έχει κάθαρση πλάσματος 16 L/h.
Η έναρξη της απορρόφησης καθυστερεί όταν η ντασλοφενάκη νατρίου χορηγείται από του στόματος ως δισκία με καθυστερημένη αποδέσμευση (εντεροδιαλυτά), αλλά η έκταση της απορρόφησης δεν φαίνεται να επηρεάζεται. /Diclofenac sodium/
Μετρήσιμες συγκεντρώσεις ντασλοφενάκης στο πλάσμα έχουν παρατηρηθεί σε ορισμένα άτομα που κάνουν νηστεία εντός 10 λεπτών από τη λήψη συμβατικών δισκίων ντασλοφενάκης καλίου. /Diclofenac potassium/
Η ντασλοφενάκη νατρίου και η ντασλοφενάκη καλίου απορροφώνται σχεδόν πλήρως από τον ΓΕΣ· ωστόσο, τα φάρμακα υφίστανται εκτεταμένο μεταβολισμό πρώτης διόδου στο ήπαρ, με μόνο περίπου 50-60% της δόσης ντασλοφενάκης νατρίου ή ντασλοφενάκης καλίου να φτάνει στη συστηματική κυκλοφορία ως αμετάβλητο φάρμακο. Η ντασλοφενάκη απορροφάται επίσης στη συστηματική κυκλοφορία μετά από ορθική χορήγηση και διαδερμικά μετά από τοπική εφαρμογή στο δέρμα ως γέλη ή διαδερμικό σύστημα.
Η τροφή μειώνει τον ρυθμό απορρόφησης των συμβατικών δισκίων ντασλοφενάκης καλίου και των δισκίων ντασλοφενάκης νατρίου με καθυστερημένη αποδέσμευση (εντεροδιαλυτά), με αποτέλεσμα καθυστερημένες και μειωμένες μέγιστες συγκεντρώσεις στο πλάσμα· ωστόσο, η έκταση της απορρόφησης δεν επηρεάζεται ουσιαστικά. Όταν τα συμβατικά δισκία ντασλοφενάκης καλίου χορηγούνται με τροφή, ο χρόνος επίτευξης μέγιστων συγκεντρώσεων του φαρμάκου στο πλάσμα αυξάνεται και οι μέγιστες συγκεντρώσεις του φαρμάκου στο πλάσμα μειώνονται κατά περίπου 30%. Όταν οι εφάπαξ δόσεις δισκίων ντασλοφενάκης νατρίου με καθυστερημένη αποδέσμευση (εντεροδιαλυτά) λαμβάνονται με τροφή, η έναρξη της απορρόφησης καθυστερεί συνήθως κατά 1-4,5 ώρες, αλλά μπορεί να καθυστερήσει έως και 12 ώρες σε ορισμένους ασθενείς. Αυτές οι αλλοιώσεις στην ΓΕΣ απορρόφηση του φαρμάκου που προκαλούνται από την τροφή οφείλονται στην καθυστερημένη διέλευση των δισκίων με καθυστερημένη αποδέσμευση (εντεροδιαλυτά) στο λεπτό έντερο, τον τόπο διάλυσης. Όταν τα δισκία ντασλοφενάκης νατρίου με ελεγχόμενη αποδέσμευση λαμβάνονται με τροφή, η έναρξη της απορρόφησης καθυστερεί 1-2 ώρες και οι μέγιστες συγκεντρώσεις στο πλάσμα αυξάνονται διπλάσια· ωστόσο, η έκταση της απορρόφησης δεν επηρεάζεται ουσιαστικά. Η απορρόφηση της ντασλοφενάκης δεν φαίνεται να επηρεάζεται ουσιαστικά από την παρουσία τροφής μετά από συνεχή χορήγηση του φαρμάκου. Τα αντιόξινα μπορεί επίσης να μειώσουν τον ρυθμό, αλλά όχι την έκταση, της απορρόφησης της ντασλοφενάκης.
Για περισσότερα δεδομένα Απορρόφησης, Κατανομής και Απέκκρισης (Πλήρη) για τη ΝΤΑΣΛΟΦΕΝΑΚΗ (11 σύνολο), επισκεφθείτε τη σελίδα εγγραφής HSDB.
Η ντασλοφενάκη εξαλείφεται κυρίως μέσω μεταβολισμού και επακόλουθης νεφρικής και χολικής απέκκρισης των συζεύξεων γλυκουρονιδίου και θειικού άλατος των μεταβολιτών. Ελάχιστη ή καθόλου ελεύθερη αμετάβλητη ντασλοφενάκη απεκκρίνεται στα ούρα. Περίπου το 65% της δόσης απεκκρίνεται στα ούρα και περίπου το 35% στη χολή ως συζεύξεις αμετάβλητης ντασλοφενάκης συν μεταβολίτες.
Χρόνος Ημιζωής: 2 ώρες
water_drop
PubChem
Δέσμευση πρωτεϊνών
expand_more
Δέσμευση πρωτεϊνών
hub
PubChem
Μεταβολισμός
expand_more
Μεταβολισμός
Η ντασλοφενάκη υφίσταται οξειδωτικό μεταβολισμό σε υδροξυλιωμένους μεταβολίτες, καθώς και συζεύξεις με γλυκουρονικό οξύ, θειικό άλας και ταυρίνη. Ο κύριος μεταβολίτης είναι η 4’-υδροξυ-ντασλοφενάκη, η οποία παράγεται από την CYP2C9. Αυτός ο μεταβολίτης είναι πολύ ασθενώς ενεργός, με μία τριακοστή ενεργότητα της ντασλοφενάκης. Άλλοι μεταβολίτες περιλαμβάνουν την 3’-υδροξυ-ντασλοφενάκη, την 3’-υδροξυ-4’-μεθοξυ-ντασλοφενάκη, την 4’,5-διυδροξυ-ντασλοφενάκη, ένα συζεύγος ακυλογλυκουρονιδίου και άλλους μεταβολίτες συζεύξεων.
Η έκταση του μεταβολισμού της ντασλοφενάκης νατρίου σε εκτομημένα βιώσιμα ανθρώπινα δέρματα διερευνήθηκε χρησιμοποιώντας συνδυασμό HPLC και ραδιομετρικής ανάλυσης. Σε προηγούμενη μελέτη διάχυσης χρησιμοποιώντας σύστημα διάχυσης in vitro με ροή, ραδιοσημασμένη ντασλοφενάκη νατρίου σε λοσιόν (Pennsaid) ή υδατικό διάλυμα εφαρμόστηκε σε βιώσιμο ανθρώπινο δέρμα, είτε ως εφάπαξ δόση είτε ως πολλαπλές δόσεις (8 φορές σε 2 ημέρες). Σε αυτή τη μελέτη, τα δείγματα υγρού υποδοχέα από το πείραμα διάχυσης υποβλήθηκαν σε εκχύλιση και ένα μέρος αναλύθηκε με HPLC για να διαχωριστεί η ντασλοφενάκη και οι αυθεντικοί μεταβολίτες. Βάσει της ραδιοδραστικότητας κάθε κλάσματος HPLC, ο χρόνος κατακράτησης των κλασμάτων συγκρίθηκε με τον χρόνο κατακράτησης της ντασλοφενάκης και των μεταβολιτών σε πρότυπα διαλύματα. Τα δείγματα από εφάπαξ ή πολλαπλή δόση λοσιόν έδειξαν ραδιοδραστικότητα κυρίως σε ένα κλάσμα, του οποίου ο χρόνος κατακράτησης αντιστοιχούσε με τη ντασλοφενάκη. Άλλα κλάσματα HPLC δεν έδειξαν ραδιοδραστικότητα ή μόνο μικρές ποσότητες εντός του ορίου σφάλματος της ανάλυσης. Τα ίδια αποτελέσματα λήφθηκαν με τα συγκεντρωμένα δείγματα από την εφαρμογή της λοσιόν ή του υδατικού διαλύματος. Τα αποτελέσματα υποδηλώνουν ότι η ντασλοφενάκη νατρίου δεν υφίσταται μεταβολισμό στην βιώσιμη ανθρώπινη επιδερμίδα κατά τη διάρκεια της διαδερμικής απορρόφησης in vitro. Επομένως, με την τοπική εφαρμογή σε ανθρώπινο δέρμα in vivo, η ντασλοφενάκη θα χορηγηθεί με ελάχιστο, αν υπάρχει, μεταβολισμό. /Diclofenac sodium/
Στους ανθρώπους, ο μεταβολισμός του κοινώς χρησιμοποιούμενου μη στεροειδούς αντιφλεγμονώδους φαρμάκου ντασλοφενάκη /ένωση/ 1 αποδίδει κυρίως τους μεταβολίτες 4’-υδροξυ /ένωση/ 2, 5-υδροξυ /ένωση/ 3, και ακυλογλυκουρονίδιο /ένωση/ 4. Και οι τρεις μεταβολίτες έχουν εμπλακεί σε σπάνιες ιδιοσυγκρασιακές ανεπιθύμητες αντιδράσεις που σχετίζονται με αυτό το ευρέως χρησιμοποιούμενο φάρμακο. Επομένως, για μελέτες τοξικολογίας μηχανισμών του /ένωση/ 1, απαιτούνται σημαντικές ποσότητες των 2-4 και περιγράφονται οι συνθέσεις και ο χαρακτηρισμός τους εδώ. Βασικά βήματα ήταν μια βολική διφασική προετοιμασία της ανιλίνης /ένωση/ 5 από φαινόλη, αποτελεσματική και επιλεκτική 6-ιωδίωση της αμίδης /ένωση/ 18, και υψηλής απόδοσης συνδέσεις Ullmann για τη δημιουργία διφαινυλαμινών /ένωση/ 11 και /ένωση/ 21. Το ακυλογλυκουρονίδιο /ένωση/ 4 λήφθηκε με αντίδραση Mitsunobu του /ένωση/ 1 (ελεύθερο οξύ) με αλλυλογλυκουρονάτη /ένωση/ 23 ακολουθούμενη από αποπροστασία Pd(0), χρησιμοποιώντας τροποποίηση μιας δημοσιευμένης διαδικασίας. Οι /ερευνητές/ αναφέρουν πλήρη χαρακτηρισμό του /ένωση/ 4… Οι /ερευνητές/ αναφέρουν επίσης τις μεταβολικές πορείες των συνθετικών μεταβολιτών: οι /ενώσεις/ 2 και 3 γλυκουρονιδώθηκαν σε αρουραίους, αλλά μόνο η /ένωση/ 3 σχημάτισε συζεύξεις γλουταθειόνης in vivo και με ενζυμική σύνθεση μέσω ενός ενδιάμεσου κινόνης-ιμίνης. Ένα προηγουμένως μη περιγραφόμενο σύζευγμα γλουταθειόνης της /ένωσης/ 3 λήφθηκε με ενζυμική σύνθεση. Η ένωση /ένωση/ 4 σχημάτισε σύζευγμα πρωτεΐνης συνδεδεμένο με ιμίνη, όπως αποδείχθηκε από παγίδευση με κυανοβοροϋδρίδιο του νατρίου.
Η ντασλοφενάκη απεκκρίνεται κυρίως (περίπου 50%) ως ο 4’-υδροξυλιωμένος μεταβολίτης της σε ανθρώπους, ενώ η οδός του ακυλογλυκουρονιδίου (AG) φαίνεται πιο σημαντική σε αρουραίους (περίπου 50%) και σκύλους (>80-90%). Ωστόσο, προηγούμενες μελέτες οξειδωτικού μεταβολισμού της ντασλοφενάκης σε μικροσωμάτια ανθρώπινου ήπατος (HLMs) απέδωσαν έντονη υποεκτίμηση της ανθρώπινης κάθαρσης in vivo. Προσδιορίσαμε τη σχετική ποσοτική σημασία των οδών 4’-υδροξυ και AG του μεταβολισμού της ντασλοφενάκης σε μικροσωμάτια αρουραίων, σκύλων και ανθρώπων. Οι τιμές της μικροσωμικής εγγενούς κάθαρσης (CL(int) = V(max)/K(m)) προσδιορίστηκαν και χρησιμοποιήθηκαν για την προβολή της κάθαρσης της ντασλοφενάκης in vivo σε αυτά τα είδη. Η κάθαρση της ντασλοφενάκης προβλέφθηκε με ακρίβεια από μικροσωμικά δεδομένα μόνο όταν εξετάστηκαν τόσο η οδός AG όσο και η οδός 4’-υδροξυ. Ωστόσο, το γεγονός ότι η οδός AG στα HLMs αντιστοιχούσε σε ~75% της εκτιμώμενης ηπατικής CL(int) της ντασλοφενάκης είναι προφανώς ασυνεπές με τα δεδομένα απέκκρισης 4’-υδροξυ-ντασλοφενάκης σε ανθρώπους. Ενδιαφέρον, κατά την επώαση με HLMs, παρατηρήθηκε σημαντικός οξειδωτικός μεταβολισμός της ντασλοφενάκης AG, άμεσα σε 4’-υδροξυ-ντασλοφενάκη AG. Η εκτιμώμενη ηπατική CL(int) αυτής της οδού υποδηλώνει ότι ένα σημαντικό κλάσμα της ενδοηπατικά σχηματιζόμενης ντασλοφενάκης AG μπορεί να μετατραπεί στο 4’-υδροξυ παράγωγό της in vivo. Περαιτέρω πειράματα έδειξαν ότι αυτή η νέα οξειδωτική αντίδραση καταλύθηκε από την CYP2C8, σε αντίθεση με την 4’-υδροξυλίωση της ντασλοφενάκης που καταλύεται από την CYP2C9. Αυτά τα ευρήματα μπορεί να έχουν γενικές επιπτώσεις στη χρήση ολικών (ελεύθερων + συζευγμένων) οξειδωτικών μεταβολιτών για τον προσδιορισμό των πρωταρχικών οδών κάθαρσης του φαρμάκου και μπορεί να αμφισβητήσουν τη χρησιμότητα της ντασλοφενάκης ως ανιχνευτή φαινοτύπου ανθρώπινης CYP2C9 δραστηριότητας in vivo μέσω μέτρησης των φαρμακοκινητικών της και της ολικής απέκκρισης 4’-υδροξυ-ντασλοφενάκης στα ούρα.
Διερευνήθηκε ο μεταβολισμός της (14)C-ντασλοφενάκης σε ποντίκια μετά από εφάπαξ από του στόματος δόση 10 mg/kg. Η πλειονότητα του υλικού που σχετίζεται με το φάρμακο απεκκρίθηκε στα ούρα εντός 24 ωρών από τη χορήγηση (49,7%). Η υγρή χρωματογραφική ανάλυση εκχυλισμάτων ούρων και κοπράνων αποκάλυψε εκτενή μεταβολισμό σε τουλάχιστον 37 συστατικά, με ελάχιστη αμετάβλητη ντασλοφενάκη που απεκκρίθηκε. Οι μεταβολίτες αναγνωρίστηκαν χρησιμοποιώντας ένα υβριδικό φασματόμετρο μάζας γραμμικής παγίδας ιόντων μέσω ακριβών προσδιορισμών μάζας ιοντικών μορίων και επακόλουθου πολυσταδιακού κατακερματισμού. Οι κύριες οδοί μεταβολισμού που αναγνωρίστηκαν περιλάμβαναν: 1) συζεύξεις με ταυρίνη· και 2) υδροξυλίωση (πιθανώς στις θέσεις 4’- και 5-αρένιο) ακολουθούμενη από συζεύξεις με ταυρίνη, γλυκουρονικό οξύ ή γλυκόζη. Υπερδομείτο η αιθερική, αντί της ακυλογλυκουρονιδίωσης. Δεν υπήρχαν ενδείξεις σχηματισμού p-βενζοκινόνης-ιμίνης (δηλ. δεν ανιχνεύθηκαν συζεύξεις γλουταθειόνης ή μερκαπτουρικού οξέος). Ανιχνεύθηκε επίσης μυριάδα νέων ελάσσονων μεταβολιτών που σχετίζονται με το φάρμακο, συμπεριλαμβανομένων αιθερο-συνδεδεμένων συζεύξεων ριβόζης, γλυκόζης, θειικού άλατος και γλυκουρονιδίου υδροξυλιωμένων παραγώγων. Παρατηρήθηκαν επίσης συνδυασμοί αυτών των υδροξυλιωμένων παραγώγων με ακυλο- (γλυκόζη, γλυκουρονίδιο και ταυρίνη) ή Ν-συνδεδεμένη σουλφονίωση ή γλυκοζιδίωση. Επίσης, εμφανείς ήταν ακυλ- ή αμιδικές συνδέσεις μεταβολιτών βενζοϊκού οξέος και διάφορα παράγωγα ινδολινώνης με περαιτέρω υδροξυλιωμένες και συζευγμένες ομάδες. Οι μηχανισμοί που εμπλέκονται στη δημιουργία των προϊόντων βενζοϊκού οξέος και ινδολινώνης υποδηλώνουν το σχηματισμό αντιδραστικών ενδιάμεσων in vivo που ενδέχεται να συμβάλλουν στην ηπατοτοξικότητα.
Για περισσότερα δεδομένα Μεταβολισμού/Μεταβολιτών (Πλήρη) για τη ΝΤΑΣΛΟΦΕΝΑΚΗ (7 σύνολο), επισκεφθείτε τη σελίδα εγγραφής HSDB.
Η ντασλοφενάκη έχει γνωστούς ανθρώπινους μεταβολίτες που περιλαμβάνουν την 4’-υδροξυ-ντασλοφενάκη, (2S,3S,4S,5R)-6-[2-[2-(2,6-Διχλωροανιλινο)φαινυλ]ακετυλ]οξυ-3,4,5-τριαδροξυοξάνη-2-καρβοξυλικό οξύ, και 5-υδροξυ-ντασλοφενάκη.
Η ντασλοφενάκη είναι γνωστός ανθρώπινος μεταβολίτης της ακεκλοφενάκης.
Ηπατικό.
hourglass
PubChem
Ημίσεια ζωή
expand_more
Ημίσεια ζωή
Η τερματική ημιζωή της ντασλοφενάκης είναι περίπου 2 ώρες, ωστόσο η φαινομενική ημιζωή που περιλαμβάνει όλους τους μεταβολίτες είναι 25,8-33 ώρες.
Μετά την εφαρμογή του διαδερμικού συστήματος ντασλοφενάκης επολάμη, η ημιζωή αποβολής της ντασλοφενάκης είναι περίπου 12 ώρες. /Diclofenac epolamine/
Μετά από ενδοφλέβια χορήγηση ντασλοφενάκης νατρίου σε υγιείς ενήλικες, η ημιζωή της ντασλοφενάκης αναφέρεται κατά μέσο όρο περίπου 3 λεπτά στην αρχική φάση κατανομής, περίπου 16 λεπτά στη μεσαία (επανακατανομής) φάση, και περίπου 1-2 ώρες στην τερματική (αποβολής) φάση. /Diclofenac sodium/
Αποβολή: Έως 6 ώρες
category
PubChem
MeSH classification
expand_more
MeSH classification
Αντιφλεγμονώδη φάρμακα μη στεροειδούς φύσης. Εκτός από τις αντιφλεγμονώδεις δράσεις, έχουν αναλγητικές, αντιπυρετικές και αντιαιμοπεταλιακές δράσεις. Δρουν αναστέλλοντας τη σύνθεση των προσταγλανδινών μέσω της αναστολής της κυκλοοξυγενάσης, η οποία μετατρέπει το αραχιδονικό οξύ σε κυκλικά ενδοϋπεροξείδια, πρόδρομους των προσταγλανδινών. Η αναστολή της σύνθεσης των προσταγλανδινών εξηγεί τις αναλγητικές, αντιπυρετικές και αντιαιμοπεταλιακές τους δράσεις· άλλοι μηχανισμοί μπορεί να συμβάλλουν στις αντιφλεγμονώδεις δράσεις τους.
Ενώσεις ή παράγοντες που συνδυάζονται με την κυκλοοξυγενάση (ΠΡΟΣΤΑΓΛΑΝΔΙΝΗ-ΕΝΔΟΠΕΡΟΞΕΙΔΗ ΣΥΝΘΑΣΗ) και έτσι εμποδίζουν τον συνδυασμό του υποστρώματός τους-ενζύμου με το αραχιδονικό οξύ και το σχηματισμό εικοσανοειδών, προσταγλανδινών και θρομβοξανών.
fact_check
PubChem
FDA classification
expand_more
FDA classification
144O8QL0L1
ΝΤΑΣΛΟΦΕΝΑΚΗ
Μηχανισμοί Δράσης [MoA] - Αναστολείς Κυκλοοξυγενάσης
Φυσιολογικές Επιδράσεις [PE] - Μειωμένη Παραγωγή Προσταγλανδινών
Χημική Δομή [CS] - Αντιφλεγμονώδη Φάρμακα, Μη Στεροειδή
Καθιερωμένη Φαρμακολογική Κατηγορία [EPC] - Μη Στεροειδές Αντιφλεγμονώδες Φάρμακο
Η ντασλοφενάκη είναι ένα Μη Στεροειδές Αντιφλεγμονώδες Φάρμακο. Ο μηχανισμός δράσης της ντασλοφενάκης είναι ως Αναστολέας Κυκλοοξυγενάσης. Η φυσιολογική επίδραση της ντασλοφενάκης οφείλεται στη Μειωμένη Παραγωγή Προσταγλανδινών.
ΝΤΑΣΛΟΦΕΝΑΚΗ
Αντιφλεγμονώδη Φάρμακα, Μη Στεροειδή [CS]· Μειωμένη Παραγωγή Προσταγλανδινών [PE]· Μη Στεροειδές Αντιφλεγμονώδες Φάρμακο [EPC]· Αναστολείς Κυκλοοξυγενάσης [MoA]
Ημίσεια ζωή
Δέσμευση πρωτεϊνών
Απέκκριση
Scientific Profile
Αντιφλεγμονώδη φάρμακα μη στεροειδούς φύσης. Εκτός από τις αντιφλεγμονώδεις δράσεις, έχουν αναλγητικές, αντιπυρετικές και αντιαιμοπεταλιακές δράσεις. Δρουν αναστέλλοντας τη σύνθεση των προσταγλανδινών μέσω της αναστολής της κυκλοοξυγενάσης, η οποία μετατρέπει το αραχιδονικό οξύ σε κυκλικά ενδοϋπεροξείδια, πρόδρομους των προσταγλανδινών. Η αναστολή της σύνθεσης των προσταγλανδινών εξηγεί τις αναλγητικές, αντιπυρετικές και αντιαιμοπεταλιακές τους δράσεις· άλλοι μηχανισμοί μπορεί να συμβάλλουν στις αντιφλεγμονώδεις δράσεις τους.
Ενώσεις ή παράγοντες που συνδυάζονται με την κυκλοοξυγενάση (ΠΡΟΣΤΑΓΛΑΝΔΙΝΗ-ΕΝΔΟΠΕΡΟΞΕΙΔΗ ΣΥΝΘΑΣΗ) και έτσι εμποδίζουν τον συνδυασμό του υποστρώματός τους-ενζύμου με το αραχιδονικό οξύ και το σχηματισμό εικοσανοειδών, προσταγλανδινών και θρομβοξανών.
Σχετικά Εργαλεία
Πρωτόκολλα Συνταγογράφησης
Το φάρμακο περιλαμβάνεται στο φαρμακευτικό οπλοστάσιο (ΜΣΑΦ — Μη Στεροειδή Αντιφλεγμονώδη (Βήμα 1, όλα εξίσου αποτελεσματικά)) του πρωτοκόλλου. Δείτε την πλήρη οδηγία για τα κριτήρια συνταγογράφησης.