ACEMETACIN
Ασεμετασίνη
Στην ομάδα αυτή περιλαμβάνονται, η ινδομεθακίνη, η δικλοφενάκη, η σουλινδάκη, η τολμετίνη και η ασεμετασίνη. Πρόκειται για ισχυρά αντιφλεγμονώδη φάρμακα με σχετικά περιορισμένες ανεπιθύμητες ενέργειες (στις συνήθεις θεραπευτικές δόσεις). Oι συνηθέστερα αναφερόμενες αφορούν το …
Εμπορικά Ονόματα
Κλινική Σύνοψη
Προτεραιότητα πηγών: SPC, ΕΟΦ, DrugBank
clinical_notes
ΕΟΦ
Ενδείξεις
expand_more
Ενδείξεις
medication
SPC-RANTUDAL
Δοσολογία
expand_more
Δοσολογία
- Οδός: Κατάποση ολόκληρων των καψακίων με επαρκή ποσότητα υγρών, κατά τη διάρκεια των γευμάτων
- Δόση έναρξης: 120 mg (2 καψάκια Rantudal)
- Τιτλοποίηση: Αρχική δόση 2 καψακίων Rantudal (120 mg) και μετά 1 καψάκιο Rantudal (60 mg) κάθε 8 ώρες για οξεία ουρική αρθρίτιδα σε ασθενείς χωρίς γαστρεντερικές ενοχλήσεις. Η δόση θα πρέπει να μειώνεται, όσο υποχωρούν τα συμπτώματα. Σε εξαιρετικά σοβαρά συμπτώματα, η ημερήσια δόση μπορεί να αυξηθεί προσωρινά στη μέγιστη δόση των 600 mg ασεμετασίνης (10 καψάκια Rantudal).
-
ΕνήλικεςΔόση1 καψάκιο Rantudal 60 mg 1-3 φορές την ημέραΠρέπει να προσαρμόζονται ανάλογα με τη φύση και τη σοβαρότητα της ασθένειας.
-
ΕνήλικεςΔόση1 καψάκιο Rantudal retard 90 mg 1-2 φορές την ημέραΠρέπει να προσαρμόζονται ανάλογα με τη φύση και τη σοβαρότητα της ασθένειας.
-
Επεισόδια οξείας ουρικής αρθρίτιδαςΔόση180 mg ημερησίως (3 καψάκια Rantudal ή 2 καψάκια Rantudal retard)Μέχρι τα συμπτώματα να υποχωρήσουν. Μπορεί να αυξηθεί προσωρινά σε 300 mg ημερησίως στην αρχή της θεραπείας (αρχική δόση 2 καψακίων Rantudal (120 mg) και μετά 1 καψάκιο Rantudal (60 mg) κάθε 8 ώρες) για ασθενείς χωρίς γαστρεντερικές ενοχλήσεις. Η δόση θα πρέπει να μειώνεται, όσο υποχωρούν τα συμπτώματα. Σε εξαιρετικά σοβαρά συμπτώματα, η ημερήσια δόση μπορεί να αυξηθεί προσωρινά στη μέγιστη δόση των 600 mg (10 καψάκια Rantudal).
-
Ηλικιωμένοι ασθενείςΧορηγείται μόνο υπό στενή ιατρική παρακολούθηση.
-
Παιδιά και έφηβοιΔεν συνιστάται.
block
SPC-RANTUDAL
Αντενδείξεις
expand_more
Αντενδείξεις
-
Υπερευαισθησία στην ασεμετασίνη, την ινδομεθακίνη ή σε κάποιο από τα έκδοχα που αναφέρονται στην παράγραφο 6.1.
-
Ιστορικό γνωστών αντιδράσεων βρογχόσπασμου, άσθματος, ρινίτιδας ή κνίδωσης μετά τη λήψη ακετυλοσαλικυλικού οξέος ή άλλων μη στεροειδών αντιφλεγμονωδών φαρμάκων (ΜΣΑΦ).
-
Διαταραχή της αιμοποίησης ασαφούς αιτιολογίας.
-
Ιστορικό γαστρεντερικής αιμορραγίας ή διάτρησης, συσχετιζόμενη με προηγούμενη θεραπεία με ΜΣΑΦ.
-
Ενεργό πεπτικό έλκος ή ιστορικό υποτροπιάζοντος πεπτικού έλκους/αιμορραγίας (δύο ή περισσότερα διακριτά επεισόδια αποδεδειγμένης εξέλκωσης ή αιμορραγίας).
-
Σοβαρή καρδιακή ανεπάρκεια, σοβαρή ηπατική ή νεφρική ανεπάρκειαΠληθυσμός(βλ. Δοσολογία και Ειδικές προειδοποιήσεις)
-
Ρινικοί πολύποδες που συσχετίζονται με αγγειονευρωτικό οίδημα.
-
Τελευταίο τρίμηνο εγκυμοσύνης.
-
Παιδιά και έφηβοι.
warning
SPC-RANTUDAL
Προειδοποιήσεις
expand_more
Προειδοποιήσεις
-
Ασφάλεια του γαστρεντερικού
-
Η χρήση του Rantudal/ Rantudal retard ταυτόχρονα με ΜΣΑΦ, συμπεριλαμβανομένων των εκλεκτικών αναστολέων της κυκλοοξυγενάσης-2, θα πρέπει να αποφεύγεται.
-
Οι ανεπιθύμητες ενέργειες μπορούν να ελαχιστοποιηθούν χρησιμοποιώντας την ελάχιστη αποτελεσματική δόση για το μικρότερο χρονικό διάστημα που είναι απαραίτητο για τον έλεγχο των συμπτωμάτων(βλ. Δοσολογία και Κινδύνους από το γαστρεντερικό και το καρδιαγγειακό, παρακάτω)
-
Γαστρεντερική αιμορραγία, εξέλκωση ή διάτρηση, που ενδέχεται να είναι θανατηφόρες, έχουν αναφερθεί με όλα τα ΜΣΑΦ οποιαδήποτε στιγμή κατά τη διάρκεια της θεραπείας, με ή χωρίς προειδοποιητικά συμπτώματα ή προηγούμενο ιστορικό σοβαρών γαστρεντερικών συμβαμάτων.
-
Ο κίνδυνος γαστρεντερικής αιμορραγίας, εξέλκωσης ή διάτρησης είναι υψηλότερος με αυξανόμενες δόσεις ΜΣΑΦ, σε ασθενείς με ιστορικό έλκους, ιδιαίτερα εάν αυτό επιπλέκεται με αιμορραγία ή διάτρησηΠληθυσμός(βλ. Αντενδείξεις)Αυτοί οι ασθενείς θα πρέπει να αρχίσουν τη θεραπεία στη μικρότερη διαθέσιμη δόση. Θεραπεία συνδυασμού με προστατευτικούς παράγοντες (π.χ. μισοπροστόλη ή αναστολείς της αντλίας πρωτονίων) θα πρέπει να εξετάζεται για αυτούς τους ασθενείς, καθώς και για τους ασθενείς στους οποίους απαιτείται ταυτόχρονη χορήγηση χαμηλής δόσης ακετυλοσαλικυλικού οξέος ή άλλων φαρμάκων που είναι πιθανό να αυξήσουν τον γαστρεντερικό κίνδυνο
-
Το Rantudal / Rantudal retard θα πρέπει να χρησιμοποιείται μόνο μετά από προσεκτική αξιολόγηση της αναλογίας κινδύνου/οφέλους σε ασθενείς με γαστρικά ή δωδεκαδακτυλικά έλκη (ή με ιστορικό αυτών).
-
Οι ασθενείς με ιστορικό γαστρεντερικής τοξικότητας, ιδιαίτερα οι ηλικιωμένοι, θα πρέπει να αναφέρουν οποιαδήποτε ασυνήθιστα κοιλιακά συμπτώματα (ειδικά γαστρεντερική αιμορραγία), ιδιαίτερα στα αρχικά στάδια της θεραπείας. Θα πρέπει να συνιστάται προσοχή σε ασθενείς που λαμβάνουν συγχρόνως φάρμακα τα οποία μπορούν να αυξήσουν τον κίνδυνο εξέλκωσης ή αιμορραγίας, όπως από του στόματος κορτικοστεροειδή, αντιπηκτικά, όπως η βαρφαρίνη, εκλεκτικούς αναστολείς επαναπρόσληψης σεροτονίνης ή αντιαιμοπεταλιακά φάρμακα, όπως το ακετυλοσαλικυλικό οξύ(βλ. Αλληλεπιδράσεις)
-
Εάν εμφανιστεί γαστρεντερική αιμορραγία ή εξέλκωση σε ασθενείς που λαμβάνουν Rantudal/Rantudal retard, η θεραπεία θα πρέπει να διακοπεί.
-
Τα ΜΣΑΦ θα πρέπει να δίνονται με προσοχή σε ασθενείς με ιστορικό γαστρεντερικών παθήσεων (ελκώδης κολίτιδα, νόσος του Crohn), καθώς η κατάστασή τους ενδέχεται να επιδεινωθεί(βλ. Ανεπιθύμητες ενέργειες)
-
Ηλικιωμένοι
-
Οι ηλικιωμένοι εμφανίζουν αυξημένη συχνότητα ανεπιθύμητων ενεργειών στα ΜΣΑΦ, ειδικά γαστρεντερική αιμορραγία και διάτρηση, που ενδέχεται να είναι θανατηφόρες(βλ. Δοσολογία). Το Rantudal / Rantudal retard θα πρέπει να χρησιμοποιείται μόνο κάτω από προσεκτική ιατρική παρακολούθηση.
-
Καρδιαγγειακές και αγγειακές εγκεφαλικές επιδράσεις
-
Κατάλληλη παρακολούθηση και παροχή συμβουλών απαιτούνται σε ασθενείς με ιστορικό υπέρτασης και/ή με ήπια έως μέτρια συμφορητική καρδιακή ανεπάρκεια, καθώς έχει αναφερθεί κατακράτηση υγρών και οίδημα σε σχέση με θεραπεία με ΜΣΑΦ.
-
Δεδομένα από κλινικές δοκιμές και επιδημιολογικά δεδομένα υποδεικνύουν ότι η χρήση ορισμένων ΜΣΑΦ (ιδιαίτερα σε υψηλές δόσεις και σε μακροχρόνια θεραπεία) ενδέχεται να σχετίζεται με μια μικρή αύξηση του κινδύνου αρτηριακών θρομβωτικών συμβάντων (για παράδειγμα έμφραγμα του μυοκαρδίου ή αγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιο). Υπάρχουν ανεπαρκή δεδομένα για να αποκλειστεί ένας τέτοιος κίνδυνος για την ασεμετασίνη.
-
Ασθενείς με μη ρυθμισμένη υπέρταση, συμφορητική καρδιακή ανεπάρκεια, εγκατεστημένη ισχαιμική καρδιακή νόσο, περιφερική αρτηριακή νόσο και/ή αγγειακή εγκεφαλική νόσο θα πρέπει να υποβάλλονται σε θεραπεία με ασεμετασίνη μόνο μετά από προσεκτική εκτίμηση. Παρόμοια εκτίμηση θα πρέπει να γίνεται πριν την έναρξη πιο μακροχρόνιας θεραπείας σε ασθενείς με παράγοντες κινδύνου για καρδιαγγειακή νόσο (π.χ. υπέρταση, υπερλιπιδαιμία, σακχαρώδης διαβήτης, κάπνισμα).
-
Δερματικές αντιδράσεις
-
Σοβαρές δερματικές αντιδράσεις, εκ των οποίων μερικές θανατηφόρες, συμπεριλαμβανομένων της αποφολιδωτικής δερματίτιδας, του συνδρόμου Stevens-Johnson και της τοξικής επιδερμικής νεκρόλυσης, έχουν αναφερθεί πολύ σπάνια σε σχέση με τη χρήση ΜΣΑΦ(βλ. Ανεπιθύμητες ενέργειες). Οι ασθενείς φαίνεται να διατρέχουν τον υψηλότερο κίνδυνο για τέτοιες αντιδράσεις νωρίς κατά τη διάρκεια της θεραπείας, με την έναρξη της αντίδρασης να εμφανίζεται στην πλειοψηφία των περιπτώσεων εντός του πρώτου μήνα της θεραπείας. Η ασεμετασίνη θα πρέπει να διακοπεί με την πρώτη εμφάνιση δερματικού εξανθήματος, βλαβών του βλενογόννου ή οποιουδήποτε άλλου σημείου υπερευαισθησίας.
-
Το Rantudal/Rantudal retard θα πρέπει να χρησιμοποιείται μόνο υπό προσεκτική ιατρική παρακολούθηση σε ασθενείς με λοιμώξεις από τον ιό της ανεμοβλογιάς-ζωστήρα (ανεμοβλογιά, έρπης ζωστήρας), λόγω ενός πιθανά αυξημένου κινδύνου σοβαρών δερματικών επιπλοκών.
-
Οι ασθενείς με σπάνια κληρονομικά προβλήματα δυσανεξίας στη γαλακτόζη, έλλειψη λακτάσης Lapp και/ή δυσαπορρόφησης γλυκόζης - γαλακτόζης, δεν πρέπει να πάρουν αυτό το φάρμακο.
-
Κύηση
-
Το Rantudal/-retard θα πρέπει να χρησιμοποιείται μόνο μετά από προσεκτική αξιολόγηση της αναλογίας κινδύνου/οφέλους κατά το πρώτο και δεύτερο τρίμηνο της κύησης.
-
Νεφρική και ηπατική δυσλειτουργία
-
Η χορήγηση ενός ΜΣΑΦ μπορεί να προκαλέσει μια δοσοεξαρτώμενη μείωση στη σύνθεση προσταγλανδινών και να επάγει νεφρική ανεπάρκεια. Ασθενείς σε μεγαλύτερο κίνδυνο γι’ αυτή την αντίδραση είναι αυτοί με μειωμένη νεφρική λειτουργία και ηπατική δυσλειτουργία. Το Rantudal/Rantudal retard θα πρέπει να χρησιμοποιείται μόνο υπό προσεκτική ιατρική παρακολούθηση στους ασθενείς αυτούς.
-
Λοιπές προφυλάξεις
-
Το Rantudal/Rantudal retard θα πρέπει να χρησιμοποιείται μόνο όταν ορισμένες προφυλάξεις έχουν ληφθεί (ετοιμότητα για επείγουσα ανάγκη):
-
Σε ασθενείς που έχουν εκδηλώσει αντιδράσεις υπερευαισθησίας (π.χ. ασθματικές κρίσεις, δερματικές αντιδράσεις ή οξεία ρινίτιδα) σε ΜΣΑΦ/αναλγητικά.
-
Οι ασθενείς με άσθμα, αλλεργική ρινίτιδα, εξοίδηση του ρινικού βλεννογόνου ή χρόνια αναπνευστική νόσο βρίσκονται σε ιδιαίτερο κίνδυνο για αντιδράσεις υπερευαισθησίας.
-
Τα συμπτώματα επιληψίας, νόσου του Parkinson και προϋπαρχουσών ψυχιατρικών διαταραχών ενδέχεται να ενταθούν στους ασθενείς που λαμβάνουν Rantudal/-retard.
-
Σε ασθενείς με αυξημένη αιμορραγική τάση, η συσσωμάτωση των αιμοπεταλίων ενδέχεται να επηρεαστεί και να αυξηθεί η τάση για αιμορραγία.
-
Μια αύξηση στις παραμέτρους των εξετάσεων της ηπατικής και νεφρικής λειτουργίας έχει παρατηρηθεί σε κάποιους ασθενείς υπό θεραπεία με Rantudal/Rantudal retard.
-
Στο συστηματικό ερυθηματώδη λύκο (ΣΕΛ) και/ή τη μικτή κολλαγόνωση (μικτή νόσος του συνδετικού ιστού).
-
Κατά τη μακροχρόνια θεραπεία συνιστάται ιδιαίτερα παρακολούθηση του αιμοδιαγράμματος και της πήξης του αίματος, καθώς και έλεγχος της ηπατικής και νεφρικής λειτουργίας.
-
Απαιτείται ιδιαίτερη προσοχή, όταν το Rantudal/Rantudal retard δίνεται αμέσως πριν ή μετά από χειρουργικές επεμβάσεις.
-
Σε λοιμώδεις νόσους δεν πρέπει να παραμελείται η ειδική θεραπεία, διότι το Rantudal/Rantudal retard σε ορισμένες περιπτώσεις μπορεί να επικαλύψει τα συμπτώματα της λοίμωξης.
-
Μεταβολές στους οφθαλμούς είναι δυνατόν να εμφανιστούν σε χρόνια ρευματοειδή νόσο(βλ. Ανεπιθύμητες ενέργειες). Οι ασθενείς θα πρέπει να υποβάλλονται περιοδικά σε οφθαλμολογικές εξετάσεις και η θεραπεία πρέπει να διακοπεί στην περίπτωση εμφάνισης μεταβολών.
swap_horiz
SPC-RANTUDAL
Αλληλεπιδράσεις
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
-
παρακολούθησηΜπορεί να αυξήσει τις συγκεντρώσεις αυτών των ουσιών στο πλάσμα.
-
Αντιπηκτικοί παράγοντες (π.χ. βαρφαρίνη)παρακολούθησηΕνισχύουν τις επιδράσεις των αντιπηκτικών παραγόντων.ΣύστασηΣυνιστάται η παρακολούθηση της κατάστασης πήξης του αίματος του ασθενή.
-
ΚορτικοστεροειδήπροσοχήΑυξημένος κίνδυνος γαστρεντερικής εξέλκωσης ή αιμορραγίας.
-
Άλλα ΜΣΑΦ, συμπεριλαμβανομένων των σαλικυλικώναποφεύγεταιΑυξημένος κίνδυνος γαστρεντερικής εξέλκωσης ή αιμορραγίας, λόγω συνεργιστικής επίδρασης.
-
Προβενεσίδη, σουλφινοπυραζόνηπαρακολούθησηΕνδέχεται να καθυστερήσουν την αποβολή της ασεμετασίνης.
-
Αντιβιοτικά πενικιλίνηςπαρακολούθησηΕνδέχεται να καθυστερήσει την αποβολή της πενικιλίνης.
-
Διουρητικά και αντιυπερτασικάπροσοχήΑποδυναμώνουν την επίδραση των διουρητικών και αντιυπερτασικών παραγόντων. Περαιτέρω επιδείνωση της νεφρικής λειτουργίας (συμπεριλαμβανομένου του ενδεχόμενου οξείας νεφρικής ανεπάρκειας) σε ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία.ΣύστασηΧρήση μόνο με προσοχή, ιδιαίτερα σε ηλικιωμένους. Ενθάρρυνση για επαρκή πρόσληψη υγρών. Τακτικός εργαστηριακός έλεγχος της νεφρικής λειτουργίας.
-
Καλιοσυντηρητικά διουρητικάπαρακολούθησηΕνδέχεται να αυξήσει το επίπεδο καλίου στο αίμα (υπερκαλιαιμία).ΣύστασηΗ συγκέντρωση του καλίου πρέπει να παρακολουθείται συχνά.
-
Αντιαιμοπεταλιακοί παράγοντες και εκλεκτικοί αναστολείς επαναπρόσληψης της σεροτονίνης (SSRIs)προσοχήΑυξημένος κίνδυνος γαστρεντερικής αιμορραγίας. Μειωμένη επίδραση των SSRIs.
-
ΑντιόξιναπαρακολούθησηΜπορεί να μειώσουν το ρυθμό επαναρρόφησης της ασεμετασίνης.
-
ΟινόπνευμαπροσοχήΕνισχύει τις σχετιζόμενες με την ουσία ανεπιθύμητες ενέργειες, ιδιαίτερα τη λανθάνουσα απώλεια αίματος από το γαστρεντερικό σωλήνα.
-
παρακολούθησηΜειωμένη απομάκρυνση της μεθοτρεξάτης.
-
ΚινολόνεςπροσοχήΑυξημένος κίνδυνος σπασμών.
-
αποφεύγεταιΜειωμένη δράση της μιφεπριστόνης.ΣύστασηΔεν θα πρέπει να χρησιμοποιούνται για χρονικό διάστημα 8-12 ημερών μετά τη χορήγηση μιφερπριστόνης.
-
προσοχήΑυξημένος κίνδυνος νεφροτοξικότητας.
-
προσοχήΠιθανώς αυξημένος κίνδυνος νεφροτοξικότητας.
-
Αντιψυχωσικά (αλοπεριδόλη)προσοχήΑυξημένη καταστολή.
-
προσοχήΑυξημένος κίνδυνος αιματολογικής τοξικότητας. Αυξημένος κίνδυνος αιμαρθρώσεων και αιματώματος σε HIV(+) αιμοφιλικούς.
sick
SPC-RANTUDAL
Ανεπιθύμητες ενέργειες
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
- Έξαρση φλεγμονής που προκλήθηκε από λοίμωξη (π.χ. νεκρωτική περιτονίτιδα)
- Αναιμία που προκαλείται από λανθάνουσα απώλεια αίματος από το γαστρεντερικό σωλήνα
- Αιμολυτική αναιμία
- Πανκυτταροπενία (αναιμία που περιλαμβάνει απλαστική αναιμία, λευκοπενία, ακοκκιοκυτταραιμία, θρομβοκυτταροπενία)
- Επίδραση στη συσσώρευση των θρομβοκυττάρων
- Αυξημένη αιμορραγική διάθεση
- Αντιδράσεις υπερευαισθησίας όπως εξάνθημα και κνησμός
- Κνίδωση
- Σοβαρές γενικές αντιδράσεις υπερευαισθησίας (οίδημα προσώπου/βλεφάρων, εξοίδηση γλώσσας, λαρυγγικό οίδημα με στένωση αεραγωγών, αναπνευστική δυσχέρεια/κρίση άσθματος, ταχυκαρδία, μείωση αρτηριακής πίεσης/καταπληξία)
- Υπερκαλιαιμία
- Υπεργλυκαιμία
- Γλυκοζουρία
- Διέγερση
- Σύγχυση
- Ψυχική διαταραχή, αποπροσανατολισμός, άγχος, εφιάλτες, ψύχωση, ψευδαίσθηση, κατάθλιψη, διαταραχή του ύπνου
- Διαταραχές του κεντρικού νευρικού συστήματος όπως κεφαλαλγία, υπνηλία, ζάλη
- Παροδική απώλεια συνείδησης, που ενδέχεται να οδηγήσει σε κώμα, δυσγευσία, επηρεασμένη μνήμη, σπασμούς, τρόμο
- Εκφυλισμός της χρώσης του αμφιβληστροειδούς και θολερότητα του κερατοειδούς (σε μακροχρόνια θεραπεία με ινδομεθακίνη)
- Θαμπή όραση ή διπλωπία
- Εμβοές και παροδική έκπτωση της ακουστικής οξύτητας
- Αίσθημα παλμών, στηθάγχη, καρδιακή ανεπάρκεια
- Υπέρταση
- Κυκλοφορική κατέρρειψη
- Αλλεργική κυψελιδίτιδα
- Γαστρεντερικές διαταραχές όπως ναυτία, έμετος, κοιλιακό άλγος, διάρροια και ήσσων αιμορραγία από το γαστρεντερικό σωλήνα, η οποία, σε εξαιρετικές περιπτώσεις, μπορεί να προκαλέσει αναιμία.
- Δυσπεψία, μετεωρισμός, ανορεξία και γαστρεντερικά έλκη (ορισμένες φορές συνοδεύονται από αιμορραγία και διάτρηση)
- Αιματέμεση, αιματοχεσία, αιμορραγική διάρροια
- Στοματίτιδα, γλωσσίτιδα, αλλοιώσεις στον οισοφάγο, ενοχλήσεις στην κατώτερη κοιλιακή χώρα (π.χ. μη ειδική, αιμορραγική φλεγμονή του παχέος εντέρου), έξαρση της νόσου του Crohn ή της ελκώδους κολίτιδας, δυσκοιλιότητα, σχηματισμός στενώσεων στο έντερο που ομοιάζουν με διάφραγμα, παγκρεατίτιδα
- Αυξημένα ηπατικά ένζυμα
- Ηπατική βλάβη (τοξική ηπατίτιδα με ή χωρίς ίκτερο, πολύ σπάνια: λαμβάνει αιφνίδια εξέλιξη, επίσης, χωρίς πρόδρομα συμπτώματα)
- Αλωπεκία
- Λευκοκυτταροκλαστική αγγειίτιδα, έκζεμα, υπεριδρωσία, ερύθημα, αντίδραση φωτοευαισθησίας, ήσσων και εκτεταμένη αιμορραγία του δέρματος, αποφολιδωτική δερματίτιδα και φλυκταινώδες εξάνθημα, το οποίο ενδέχεται επίσης να λάβει σοβαρή εξέλιξη όπως το σύνδρομο Stevens-Johnson και τοξική επιδερμική νεκρόλυση (σύνδρομο Lyell).
- Μυϊκή αδυναμία
- Εμφάνιση οιδήματος (π.χ. περιφερικό οίδημα), ιδιαίτερα σε ασθενείς με υπέρταση και/ή νεφρική δυσλειτουργία
- Διαταραχές της ούρησης, αύξηση της ουρίας του αίματος, οξεία νεφρική ανεπάρκεια, πρωτεϊνουρία, αιματουρία ή νεφρική βλάβη (διάμεση νεφρίτιδα των ουροφόρων σωληναρίων, νεφρωσικό σύνδρομο, νέκρωση νεφρικής θηλής)
- Κολπική αιμορραγία
- Κόπωση
- Ευερεθιστότητα
- Εξάνθημα
Λεπτομέρειες κατά συχνότητα expand_more
-
Πολύ σπάνιεςΈξαρση φλεγμονής που προκλήθηκε από λοίμωξη (π.χ. νεκρωτική περιτονίτιδα)Λοιμώξεις και παρασιτώσεις
-
Πολύ σπάνιεςΑναιμία που προκαλείται από λανθάνουσα απώλεια αίματος από το γαστρεντερικό σωλήναΔιαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος
-
Πολύ σπάνιεςΑιμολυτική αναιμίαΔιαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος
-
Πολύ σπάνιεςΠανκυτταροπενία (αναιμία που περιλαμβάνει απλαστική αναιμία, λευκοπενία, ακοκκιοκυτταραιμία, θρομβοκυτταροπενία)Διαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος
-
Μη γνωστης συχνότηταςΕπίδραση στη συσσώρευση των θρομβοκυττάρωνΔιαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος
-
Μη γνωστης συχνότηταςΑυξημένη αιμορραγική διάθεσηΔιαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος
-
ΣυχνέςΑντιδράσεις υπερευαισθησίας όπως εξάνθημα και κνησμόςΔιαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος
-
Όχι συχνέςΚνίδωσηΔιαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος
-
Πολύ σπάνιεςΣοβαρές γενικές αντιδράσεις υπερευαισθησίας (οίδημα προσώπου/βλεφάρων, εξοίδηση γλώσσας, λαρυγγικό οίδημα με στένωση αεραγωγών, αναπνευστική δυσχέρεια/κρίση άσθματος, ταχυκαρδία, μείωση αρτηριακής πίεσης/καταπληξία)Διαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος
-
ΣπάνιεςΥπερκαλιαιμίαΔιαταραχές του μεταβολισμού και της θρέψης
-
Πολύ σπάνιεςΥπεργλυκαιμίαΔιαταραχές του μεταβολισμού και της θρέψης
-
Πολύ σπάνιεςΓλυκοζουρίαΔιαταραχές του μεταβολισμού και της θρέψης
-
ΣυχνέςΔιέγερσηΨυχιατρικές διαταραχές
-
ΣπάνιεςΣύγχυσηΨυχιατρικές διαταραχές
-
Πολύ σπάνιεςΨυχική διαταραχή, αποπροσανατολισμός, άγχος, εφιάλτες, ψύχωση, ψευδαίσθηση, κατάθλιψη, διαταραχή του ύπνουΨυχιατρικές διαταραχές
-
ΣυχνέςΔιαταραχές του κεντρικού νευρικού συστήματος όπως κεφαλαλγία, υπνηλία, ζάληΔιαταραχές του νευρικού συστήματος
-
Πολύ σπάνιεςΠαροδική απώλεια συνείδησης, που ενδέχεται να οδηγήσει σε κώμα, δυσγευσία, επηρεασμένη μνήμη, σπασμούς, τρόμοΔιαταραχές του νευρικού συστήματος
-
Όχι συχνέςΕκφυλισμός της χρώσης του αμφιβληστροειδούς και θολερότητα του κερατοειδούς (σε μακροχρόνια θεραπεία με ινδομεθακίνη)Οφθαλμικές διαταραχές
-
Μη γνωστης συχνότηταςΘαμπή όραση ή διπλωπίαΟφθαλμικές διαταραχές
-
Πολύ σπάνιεςΕμβοές και παροδική έκπτωση της ακουστικής οξύτηταςΔιαταραχές των ώτων και του λαβυρίνθου
-
Πολύ σπάνιεςΑίσθημα παλμών, στηθάγχη, καρδιακή ανεπάρκειαΚαρδιακές διαταραχές
-
Πολύ σπάνιεςΥπέρτασηΑγγειακές διαταραχές
-
Μη γνωστης συχνότηταςΚυκλοφορική κατέρρειψηΑγγειακές διαταραχές
-
Πολύ σπάνιεςΑλλεργική κυψελιδίτιδαΔιαταραχές του αναπνευστικού συστήματος, του θώρακα και του μεσοθωρακίου
-
Πολύ συχνέςΓαστρεντερικές διαταραχές όπως ναυτία, έμετος, κοιλιακό άλγος, διάρροια και ήσσων αιμορραγία από το γαστρεντερικό σωλήνα, η οποία, σε εξαιρετικές περιπτώσεις, μπορεί να προκαλέσει αναιμία.Γαστρεντερικές διαταραχές
-
ΣυχνέςΔυσπεψία, μετεωρισμός, ανορεξία και γαστρεντερικά έλκη (ορισμένες φορές συνοδεύονται από αιμορραγία και διάτρηση)Γαστρεντερικές διαταραχές
-
Όχι συχνέςΑιματέμεση, αιματοχεσία, αιμορραγική διάρροιαΓαστρεντερικές διαταραχές
-
Πολύ σπάνιαΣτοματίτιδα, γλωσσίτιδα, αλλοιώσεις στον οισοφάγο, ενοχλήσεις στην κατώτερη κοιλιακή χώρα (π.χ. μη ειδική, αιμορραγική φλεγμονή του παχέος εντέρου), έξαρση της νόσου του Crohn ή της ελκώδους κολίτιδας, δυσκοιλιότητα, σχηματισμός στενώσεων στο έντερο που ομοιάζουν με διάφραγμα, παγκρεατίτιδαΓαστρεντερικές διαταραχές
-
ΣυχνέςΑυξημένα ηπατικά ένζυμαΔιαταραχές του ήπατος και των χοληφόρων
-
Όχι συχνέςΗπατική βλάβη (τοξική ηπατίτιδα με ή χωρίς ίκτερο, πολύ σπάνια: λαμβάνει αιφνίδια εξέλιξη, επίσης, χωρίς πρόδρομα συμπτώματα)Διαταραχές του ήπατος και των χοληφόρων
-
Όχι συχνέςΑλωπεκίαΔιαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
-
Πολύ σπάνιεςΛευκοκυτταροκλαστική αγγειίτιδα, έκζεμα, υπεριδρωσία, ερύθημα, αντίδραση φωτοευαισθησίας, ήσσων και εκτεταμένη αιμορραγία του δέρματος, αποφολιδωτική δερματίτιδα και φλυκταινώδες εξάνθημα, το οποίο ενδέχεται επίσης να λάβει σοβαρή εξέλιξη όπως το σύνδρομο Stevens-Johnson και τοξική επιδερμική νεκρόλυση (σύνδρομο Lyell).Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
-
Πολύ σπάνιεςΜυϊκή αδυναμίαΔιαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και του συνδετικού ιστού
-
Όχι συχνέςΕμφάνιση οιδήματος (π.χ. περιφερικό οίδημα), ιδιαίτερα σε ασθενείς με υπέρταση και/ή νεφρική δυσλειτουργίαΔιαταραχές των νεφρών και των ουροφόρων οδών
-
Πολύ σπάνιεςΔιαταραχές της ούρησης, αύξηση της ουρίας του αίματος, οξεία νεφρική ανεπάρκεια, πρωτεϊνουρία, αιματουρία ή νεφρική βλάβη (διάμεση νεφρίτιδα των ουροφόρων σωληναρίων, νεφρωσικό σύνδρομο, νέκρωση νεφρικής θηλής)Διαταραχές των νεφρών και των ουροφόρων οδών
-
Πολύ σπάνιεςΚολπική αιμορραγίαΔιαταραχές του αναπαραγωγικού συστήματος και του μαστού
-
ΣυχνέςΚόπωσηΓενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
-
ΣπάνιεςΕυερεθιστότηταΓενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
-
Πολύ σπάνιεςΕξάνθημαΓενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
pregnant_woman
SPC-RANTUDAL
Κύηση / γαλουχία
Επίπεδο κινδύνου: Αποφεύγεται
expand_more
Κύηση / γαλουχία
-
ΚύησηΑποφεύγεταιΚατά τη διάρκεια του πρώτου και του δεύτερου τριμήνου της κύησης, η ασεμετασίνη δεν θα πρέπει να χορηγείται, εκτός και εάν είναι σαφώς απαραίτητη. Εάν η ασεμετασίνη χρησιμοποιείται από μια γυναίκα που προσπαθεί να συλλάβει ή κατά τη διάρκεια του πρώτου και του δευτέρου τριμήνου της κύησης, η δόση θα πρέπει να διατηρείται όσο το δυνατόν χαμηλότερη και η διάρκεια της θεραπείας όσο το δυνατόν συντομότερη. Κατά τη διάρκεια του τρίτου τριμήνου της κύησης όλοι οι αναστολείς της σύνθεσης των προσταγλανδινών ενδέχεται να εκθέσουν: * το έμβρυο σε: o καρδιοπνευμονική τοξικότητα (με πρόωρη σύγκλειση του αρτηριακού πόρου και πνευμονική υπέρταση). o νεφρική δυσλειτουργία, που ενδέχεται να εξελιχθεί σε νεφρική ανεπάρκεια με ολιγοϋδράμνιο. * τη μητέρα και το νεογνό, στο τέλος της κύησης, σε: o πιθανή επιμήκυνση του χρόνου αιμορραγίας, μια αντι- συσσωρευτική επίδραση που ενδέχεται να εμφανιστεί ακόμη και σε πολύ χαμηλές δόσεις. o αναστολή των συσπάσεων της μήτρας, με αποτέλεσμα να καθυστερήσουν ή να παρατείνουν τον τοκετό. Επομένως, η ασεμετασίνη αντενδείκνυται κατά το τρίτο τρίμηνο της κύησης.
-
ΓαλουχίαΑποφεύγεταιΜικρές ποσότητες ασεμετασίνης και των μεταβολιτών της περνούν στο μητρικό γάλα. Εάν είναι δυνατόν, η χρήση κατά την περίοδο του θηλασμού θα πρέπει να αποφεύγεται.
-
ΓονιμότηταΔεν συνιστάταιΗ χρήση της ασεμετασίνης ενδέχεται να επηρεάσει τη γυναικεία γονιμότητα και δεν συνιστάται σε γυναίκες που προσπαθούν να συλλάβουν. Σε γυναίκες που έχουν δυσκολία να συλλάβουν ή υποβάλλονται σε εξέταση υπογονιμότητας θα πρέπει να εξετάζεται η διακοπή της ασεμετασίνης.
neurology
PubChem
Μηχανισμός δράσης
expand_more
Μηχανισμός δράσης
monitor_heart
SPC-RANTUDAL
Φαρμακοδυναμική
expand_more
Φαρμακοδυναμική
Φαρμακοδυναμικές Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: Aντιφλεγμονώδη και αντιρρευματικά, μη στεροειδή - παράγωγα του οξικού οξέος και σχετιζόμενες ουσίες. Κωδικός ATC: M01AB11 Η ασεμετασίνη είναι ένα παράγωγο του ινδολοξικού οξέος και, πιο συγκεκριμένα, ο…
biotech
SPC-RANTUDAL
Φαρμακοκινητική
expand_more
Φαρμακοκινητική
Φαρμακοκινητικές Απορρόφηση Μετά από την από του στόματος χορήγηση, η ασεμετασίνη απορροφάται ταχέως και πλήρως. Δεν βρέθηκαν στατιστικά σημαντικές διαφορές στις φαρμακοκινητικές παραμέτρους μεταξύ νέων υγιών ενηλίκων και ηλικιωμένων ασθενών. Κατανομή Η…
hub
PubChem
Μεταβολισμός
expand_more
Μεταβολισμός
bloodtype
PubChem
Απέκκριση
expand_more
Απέκκριση
Σκευάσματα & Τιμολόγηση
Μονογραφίες Πηγών
Αναλυτικό περιεχόμενο ανά πηγή για τεκμηρίωση και έλεγχο
medication
Δοσολογία
SPC-RANTUDAL
expand_more
Δοσολογία
Δοσολογία
Οι συνιστώμενες δόσεις που αναφέρονται παρακάτω, αφορούν σε ενήλικες και πρέπει να προσαρμόζονται ανάλογα με τη φύση και τη σοβαρότητα της ασθένειας.
Rantudal 60 mg καψάκια, σκληρά: 1 καψάκιο σκληρό 1-3 φορές την ημέρα
Rantudal retard 90 mg καψάκια ελεγχόμενης αποδέσμευσης, σκληρά: 1 καψάκιο ελεγχόμενης αποδέσμευσης 1-2 φορές την ημέρα
Η διάρκεια της θεραπείας εξαρτάται από την κλινική εικόνα, αλλά η θεραπεία με δόσεις ασεμετασίνης πάνω από 180 mg ημερησίως δεν θα πρέπει να συνεχίζεται για περισσότερες από 7 ημέρες.
Οι ανεπιθύμητες ενέργειες μπορούν να ελαχιστοποιηθούν χρησιμοποιώντας την κατώτατη αποτελεσματική δόση για την πλέον μικρή διάρκεια θεραπείας που απαιτείται για τον έλεγχο των συμπτωμάτων (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις).
Επεισόδια οξείας ουρικής αρθρίτιδας
Η συνήθης συνιστώμενη δόση για τη θεραπεία επεισοδίων οξείας ουρικής αρθρίτιδας - μέχρι τα συμπτώματα να υποχωρήσουν - είναι 180 mg ασεμετασίνης ημερησίως (δηλ. 3 καψάκια Rantudal ή 2 καψάκια Rantudal retard).
Σε ασθενείς που δεν υποφέρουν από γαστρεντερικές ενοχλήσεις, η δόση αυτή μπορεί να αυξηθεί προσωρινά σε 300 mg ασεμετασίνης ημερησίως στην αρχή της θεραπείας: μια αρχική δόση 2 καψακίων Rantudal (δηλ. 120 mg ασεμετασίνης) και μετά 1 καψάκιο Rantudal (δηλ. 60 mg ασεμετασίνης) κάθε 8 ώρες.
Τη δεύτερη μέρα οι ίδιες δόσεις θα πρέπει να χορηγηθούν, αν απαιτείται. Η δόση θα πρέπει να μειώνεται, όσο υποχωρούν τα συμπτώματα.
Αν τα συμπτώματα είναι εξαιρετικά σοβαρά, η ημερήσια δόση μπορεί να αυξηθεί προσωρινά στη μέγιστη δόση των 600 mg ασεμετασίνης (δηλ. 10 καψάκια Rantudal).
Ηλικιωμένοι ασθενείς
Εξαιτίας των πιθανών ανεπιθύμητων ενεργειών (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις), το Rantudal/Rantudal retard πρέπει να χορηγείται μόνο υπό στενή ιατρική παρακολούθηση σε ηλικιωμένους ασθενείς.
Παιδιά και έφηβοι
Το Rantudal/Rantudal retard δεν συνιστάται σε παιδιά και εφήβους, καθώς δεν υπάρχει εμπειρία σε αυτή την ηλικιακή κατηγορία.
Τρόπος χορήγησης
Τα καψάκια πρέπει να καταπίνονται ολόκληρα με επαρκή ποσότητα υγρών, κατά τη διάρκεια των γευμάτων.
block
Αντενδείξεις
SPC-RANTUDAL
expand_more
Αντενδείξεις
- Υπερευαισθησία στην ασεμετασίνη, την ινδομεθακίνη ή σε κάποιο από τα έκδοχα που αναφέρονται στην παράγραφο 6.1.
- Ιστορικό γνωστών αντιδράσεων βρογχόσπασμου, άσθματος, ρινίτιδας ή κνίδωσης μετά τη λήψη ακετυλοσαλικυλικού οξέος ή άλλων μη στεροειδών αντιφλεγμονωδών φαρμάκων (ΜΣΑΦ).
- Διαταραχή της αιμοποίησης ασαφούς αιτιολογίας.
- Ιστορικό γαστρεντερικής αιμορραγίας ή διάτρησης, συσχετιζόμενη με προηγούμενη θεραπεία με ΜΣΑΦ.
- Ενεργό πεπτικό έλκος ή ιστορικό υποτροπιάζοντος πεπτικού έλκους/αιμορραγίας (δύο ή περισσότερα διακριτά επεισόδια αποδεδειγμένης εξέλκωσης ή αιμορραγίας).
- Σοβαρή καρδιακή ανεπάρκεια, σοβαρή ηπατική ή νεφρική ανεπάρκεια (βλ. Δοσολογία και Ειδικές προειδοποιήσεις).
- Ρινικοί πολύποδες που συσχετίζονται με αγγειονευρωτικό οίδημα.
- Τελευταίο τρίμηνο εγκυμοσύνης.
- Παιδιά και έφηβοι.
warning
Προειδοποιήσεις
SPC-RANTUDAL
expand_more
Προειδοποιήσεις
Ασφάλεια του γαστρεντερικού Η χρήση του Rantudal/ Rantudal retard ταυτόχρονα με ΜΣΑΦ, συμπεριλαμβανομένων των εκλεκτικών αναστολέων της κυκλοοξυγενάσης-2, θα πρέπει να αποφεύγεται. Οι ανεπιθύμητες ενέργειες μπορούν να ελαχιστοποιηθούν χρησιμοποιώντας την ελάχιστη αποτελεσματική δόση για το μικρότερο χρονικό διάστημα που είναι απαραίτητο για τον έλεγχο των συμπτωμάτων (βλ. Δοσολογία και Κινδύνους από το γαστρεντερικό και το καρδιαγγειακό, παρακάτω). Γαστρεντερική αιμορραγία, εξέλκωση ή διάτρηση, που ενδέχεται να είναι θανατηφόρες, έχουν αναφερθεί με όλα τα ΜΣΑΦ οποιαδήποτε στιγμή κατά τη διάρκεια της θεραπείας, με ή χωρίς προειδοποιητικά συμπτώματα ή προηγούμενο ιστορικό σοβαρών γαστρεντερικών συμβαμάτων. Ο κίνδυνος γαστρεντερικής αιμορραγίας, εξέλκωσης ή διάτρησης είναι υψηλότερος με αυξανόμενες δόσεις ΜΣΑΦ, σε ασθενείς με ιστορικό έλκους, ιδιαίτερα εάν αυτό επιπλέκεται με αιμορραγία ή διάτρηση (βλ. Αντενδείξεις) και στους ηλικιωμένους. Αυτοί οι ασθενείς θα πρέπει να αρχίσουν τη θεραπεία στη μικρότερη διαθέσιμη δόση. Θεραπεία συνδυασμού με προστατευτικούς παράγοντες (π.χ. μισοπροστόλη ή αναστολείς της αντλίας πρωτονίων) θα πρέπει να εξετάζεται για αυτούς τους ασθενείς, καθώς και για τους ασθενείς στους οποίους απαιτείται ταυτόχρονη χορήγηση χαμηλής δόσης ακετυλοσαλικυλικού οξέος ή άλλων φαρμάκων που είναι πιθανό να αυξήσουν τον γαστρεντερικό κίνδυνο (βλ. παρακάτω και Αλληλεπιδράσεις). Το Rantudal / Rantudal retard θα πρέπει να χρησιμοποιείται μόνο μετά από προσεκτική αξιολόγηση της αναλογίας κινδύνου/οφέλους σε ασθενείς με γαστρικά ή δωδεκαδακτυλικά έλκη (ή με ιστορικό αυτών). Οι ασθενείς με ιστορικό γαστρεντερικής τοξικότητας, ιδιαίτερα οι ηλικιωμένοι, θα πρέπει να αναφέρουν οποιαδήποτε ασυνήθιστα κοιλιακά συμπτώματα (ειδικά γαστρεντερική αιμορραγία), ιδιαίτερα στα αρχικά στάδια της θεραπείας. Θα πρέπει να συνιστάται προσοχή σε ασθενείς που λαμβάνουν συγχρόνως φάρμακα τα οποία μπορούν να αυξήσουν τον κίνδυνο εξέλκωσης ή αιμορραγίας, όπως από του στόματος κορτικοστεροειδή, αντιπηκτικά, όπως η βαρφαρίνη, εκλεκτικούς αναστολείς επαναπρόσληψης σεροτονίνης ή αντιαιμοπεταλιακά φάρμακα, όπως το ακετυλοσαλικυλικό οξύ (βλ. Αλληλεπιδράσεις). Εάν εμφανιστεί γαστρεντερική αιμορραγία ή εξέλκωση σε ασθενείς που λαμβάνουν Rantudal/Rantudal retard, η θεραπεία θα πρέπει να διακοπεί. Τα ΜΣΑΦ θα πρέπει να δίνονται με προσοχή σε ασθενείς με ιστορικό γαστρεντερικών παθήσεων (ελκώδης κολίτιδα, νόσος του Crohn), καθώς η κατάστασή τους ενδέχεται να επιδεινωθεί (βλ. Ανεπιθύμητες ενέργειες). Ηλικιωμένοι Οι ηλικιωμένοι εμφανίζουν αυξημένη συχνότητα ανεπιθύμητων ενεργειών στα ΜΣΑΦ, ειδικά γαστρεντερική αιμορραγία και διάτρηση, που ενδέχεται να είναι θανατηφόρες (βλ. Δοσολογία). Το Rantudal / Rantudal retard θα πρέπει να χρησιμοποιείται μόνο κάτω από προσεκτική ιατρική παρακολούθηση. Καρδιαγγειακές και αγγειακές εγκεφαλικές επιδράσεις Κατάλληλη παρακολούθηση και παροχή συμβουλών απαιτούνται σε ασθενείς με ιστορικό υπέρτασης και/ή με ήπια έως μέτρια συμφορητική καρδιακή ανεπάρκεια, καθώς έχει αναφερθεί κατακράτηση υγρών και οίδημα σε σχέση με θεραπεία με ΜΣΑΦ. Δεδομένα από κλινικές δοκιμές και επιδημιολογικά δεδομένα υποδεικνύουν ότι η χρήση ορισμένων ΜΣΑΦ (ιδιαίτερα σε υψηλές δόσεις και σε μακροχρόνια θεραπεία) ενδέχεται να σχετίζεται με μια μικρή αύξηση του κινδύνου αρτηριακών θρομβωτικών συμβάντων (για παράδειγμα έμφραγμα του μυοκαρδίου ή αγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιο). Υπάρχουν ανεπαρκή δεδομένα για να αποκλειστεί ένας τέτοιος κίνδυνος για την ασεμετασίνη. Ασθενείς με μη ρυθμισμένη υπέρταση, συμφορητική καρδιακή ανεπάρκεια, εγκατεστημένη ισχαιμική καρδιακή νόσο, περιφερική αρτηριακή νόσο και/ή αγγειακή εγκεφαλική νόσο θα πρέπει να υποβάλλονται σε θεραπεία με ασεμετασίνη μόνο μετά από προσεκτική εκτίμηση. Παρόμοια εκτίμηση θα πρέπει να γίνεται πριν την έναρξη πιο μακροχρόνιας θεραπείας σε ασθενείς με παράγοντες κινδύνου για καρδιαγγειακή νόσο (π.χ. υπέρταση, υπερλιπιδαιμία, σακχαρώδης διαβήτης, κάπνισμα). Δερματικές αντιδράσεις Σοβαρές δερματικές αντιδράσεις, εκ των οποίων μερικές θανατηφόρες, συμπεριλαμβανομένων της αποφολιδωτικής δερματίτιδας, του συνδρόμου Stevens-Johnson και της τοξικής επιδερμικής νεκρόλυσης, έχουν αναφερθεί πολύ σπάνια σε σχέση με τη χρήση ΜΣΑΦ (βλ. Ανεπιθύμητες ενέργειες). Οι ασθενείς φαίνεται να διατρέχουν τον υψηλότερο κίνδυνο για τέτοιες αντιδράσεις νωρίς κατά τη διάρκεια της θεραπείας, με την έναρξη της αντίδρασης να εμφανίζεται στην πλειοψηφία των περιπτώσεων εντός του πρώτου μήνα της θεραπείας. Η ασεμετασίνη θα πρέπει να διακοπεί με την πρώτη εμφάνιση δερματικού εξανθήματος, βλαβών του βλενογόννου ή οποιουδήποτε άλλου σημείου υπερευαισθησίας. Το Rantudal/Rantudal retard θα πρέπει να χρησιμοποιείται μόνο υπό προσεκτική ιατρική παρακολούθηση σε ασθενείς με λοιμώξεις από τον ιό της ανεμοβλογιάς-ζωστήρα (ανεμοβλογιά, έρπης ζωστήρας), λόγω ενός πιθανά αυξημένου κινδύνου σοβαρών δερματικών επιπλοκών. Οι ασθενείς με σπάνια κληρονομικά προβλήματα δυσανεξίας στη γαλακτόζη, έλλειψη λακτάσης Lapp και/ή δυσαπορρόφησης γλυκόζης - γαλακτόζης, δεν πρέπει να πάρουν αυτό το φάρμακο. Κύηση Το Rantudal/-retard θα πρέπει να χρησιμοποιείται μόνο μετά από προσεκτική αξιολόγηση της αναλογίας κινδύνου/οφέλους κατά το πρώτο και δεύτερο τρίμηνο της κύησης. Νεφρική και ηπατική δυσλειτουργία Η χορήγηση ενός ΜΣΑΦ μπορεί να προκαλέσει μια δοσοεξαρτώμενη μείωση στη σύνθεση προσταγλανδινών και να επάγει νεφρική ανεπάρκεια. Ασθενείς σε μεγαλύτερο κίνδυνο γι’ αυτή την αντίδραση είναι αυτοί με μειωμένη νεφρική λειτουργία και ηπατική δυσλειτουργία. Το Rantudal/Rantudal retard θα πρέπει να χρησιμοποιείται μόνο υπό προσεκτική ιατρική παρακολούθηση στους ασθενείς αυτούς. Λοιπές προφυλάξεις Το Rantudal/Rantudal retard θα πρέπει να χρησιμοποιείται μόνο όταν ορισμένες προφυλάξεις έχουν ληφθεί (ετοιμότητα για επείγουσα ανάγκη):
- Σε ασθενείς που έχουν εκδηλώσει αντιδράσεις υπερευαισθησίας (π.χ. ασθματικές κρίσεις, δερματικές αντιδράσεις ή οξεία ρινίτιδα) σε ΜΣΑΦ/αναλγητικά.
- Οι ασθενείς με άσθμα, αλλεργική ρινίτιδα, εξοίδηση του ρινικού βλεννογόνου ή χρόνια αναπνευστική νόσο βρίσκονται σε ιδιαίτερο κίνδυνο για αντιδράσεις υπερευαισθησίας.
- Τα συμπτώματα επιληψίας, νόσου του Parkinson και προϋπαρχουσών ψυχιατρικών διαταραχών ενδέχεται να ενταθούν στους ασθενείς που λαμβάνουν Rantudal/-retard.
- Σε ασθενείς με αυξημένη αιμορραγική τάση, η συσσωμάτωση των αιμοπεταλίων ενδέχεται να επηρεαστεί και να αυξηθεί η τάση για αιμορραγία.
- Μια αύξηση στις παραμέτρους των εξετάσεων της ηπατικής και νεφρικής λειτουργίας έχει παρατηρηθεί σε κάποιους ασθενείς υπό θεραπεία με Rantudal/Rantudal retard.
- Στο συστηματικό ερυθηματώδη λύκο (ΣΕΛ) και/ή τη μικτή κολλαγόνωση (μικτή νόσος του συνδετικού ιστού).
- Κατά τη μακροχρόνια θεραπεία συνιστάται ιδιαίτερα παρακολούθηση του αιμοδιαγράμματος και της πήξης του αίματος, καθώς και έλεγχος της ηπατικής και νεφρικής λειτουργίας.
- Απαιτείται ιδιαίτερη προσοχή, όταν το Rantudal/Rantudal retard δίνεται αμέσως πριν ή μετά από χειρουργικές επεμβάσεις.
- Σε λοιμώδεις νόσους δεν πρέπει να παραμελείται η ειδική θεραπεία, διότι το Rantudal/Rantudal retard σε ορισμένες περιπτώσεις μπορεί να επικαλύψει τα συμπτώματα της λοίμωξης.
- Μεταβολές στους οφθαλμούς είναι δυνατόν να εμφανιστούν σε χρόνια ρευματοειδή νόσο (βλ. Ανεπιθύμητες ενέργειες). Οι ασθενείς θα πρέπει να υποβάλλονται περιοδικά σε οφθαλμολογικές εξετάσεις και η θεραπεία πρέπει να διακοπεί στην περίπτωση εμφάνισης μεταβολών.
swap_horiz
Αλληλεπιδράσεις
SPC-RANTUDAL
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
Αλληλεπιδράσεις
Οι ακόλουθες αλληλεπιδράσεις έχουν περιγραφεί, όταν το Rantudal/Rantudal retard λαμβάνεται σε συνδυασμό με τα ακόλουθα φάρμακα:
-
Διγοξίνη, φαινυτοΐνη, λίθιο Η ταυτόχρονη χορήγηση του Rantudal/Rantudal retard και φαρμακευτικών προϊόντων που περιέχουν διγοξίνη, φαινυτοΐνη ή λίθιο μπορεί να αυξήσει τις συγκεντρώσεις αυτών των ουσιών στο πλάσμα.
-
Αντιπηκτικοί παράγοντες Τα ΜΣΑΦ ενδέχεται να ενισχύσουν τις επιδράσεις των αντιπηκτικών παραγόντων, όπως η βαρφαρίνη (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις). Σε περίπτωση ταυτόχρονης θεραπείας συνιστάται η παρακολούθηση της κατάστασης πήξης του αίματος του ασθενή.
-
Κορτικοστεροειδή Αυξημένος κίνδυνος γαστρεντερικής εξέλκωσης ή αιμορραγίας (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις).
-
Άλλα ΜΣΑΦ, συμπεριλαμβανομένων των σαλικυλικών Η ταυτόχρονη χορήγηση διάφορων ΜΣΑΦ ενδέχεται να αυξήσει τον κίνδυνο γαστρεντερικής εξέλκωσης ή αιμορραγίας, λόγω συνεργιστικής επίδρασης. Γι’ αυτό η ταυτόχρονη χρήση ασεμετασίνης και άλλων ΜΣΑΦ θα πρέπει να αποφεύγεται (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις).
-
Προβενεσίδη, σουλφινοπυραζόνη Ενδέχεται να καθυστερήσουν την αποβολή της ασεμετασίνης.
-
Αντιβιοτικά πενικιλίνης Ενδέχεται να καθυστερήσει την αποβολή της πενικιλίνης.
-
Διουρητικά και αντιυπερτασικά Τα ΜΣΑΦ ενδέχεται να αποδυναμώσουν την επίδραση των διουρητικών και αντιυπερτασικών παραγόντων. Σε ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία (όπως αφυδατωμένοι ασθενείς ή ηλικιωμένοι ασθενείς), η ταυτόχρονη χρήση ενός αναστολέα του μετατρεπτικού ενζύμου της αγγειοτασίνης (ΜΕΑ) και/ή ανταγωνιστή του υποδοχέα της αγγειοτασίνης ΙΙ και ενός φαρμακευτικού προϊόντος που αναστέλλει την κυκλοοξυγενάση ενδέχεται να οδηγήσει σε περαιτέρω επιδείνωση της νεφρικής λειτουργίας (συμπεριλαμβανομένου του ενδεχόμενου οξείας νεφρικής ανεπάρκειας), η οποία είναι αναστρέψιμη υπό φυσιολογικές συνθήκες. Συνεπώς, ένας τέτοιος συνδυασμός θα πρέπει να χρησιμοποιείται μόνο με προσοχή, ιδιαίτερα σε ηλικιωμένους. Αυτοί οι ασθενείς θα πρέπει να ενθαρρύνονται να πίνουν επαρκή ποσότητα υγρών και ο τακτικός εργαστηριακός έλεγχος της νεφρικής λειτουργίας θα πρέπει να εξετάζεται μετά από την έναρξη μιας τέτοιας συνδυαστικής θεραπείας. Η φουροσεμίδη επιταχύνει την απέκκριση της ασεμετασίνης.
-
Καλιοσυντηρητικά διουρητικά Ενδέχεται να αυξήσει το επίπεδο καλίου στο αίμα (υπερκαλιαιμία). Η συγκέντρωση του καλίου πρέπει να παρακολουθείται συχνά.
-
Αντιαιμοπεταλιακοί παράγοντες και εκλεκτικοί αναστολείς επαναπρόσληψης της σεροτονίνης (SSRIs) Αυξημένος κίνδυνος γαστρεντερικής αιμορραγίας (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις). Τα ΜΣΑΦ μπορεί να μειώσουν την επίδραση των SSRIs.
-
Αντιόξινα Τα αντιόξινα μπορεί να μειώσουν το ρυθμό επαναρρόφησης της ασεμετασίνης.
-
Οινόπνευμα Κατά τη θεραπεία με ΜΣΑΦ, η ταυτόχρονη κατανάλωση οινοπνεύματος ενδέχεται να ενισχύσει τις σχετιζόμενες με την ουσία ανεπιθύμητες ενέργειες, ιδιαίτερα τη λανθάνουσα απώλεια αίματος από το γαστρεντερικό σωλήνα.
-
Μεθοτρεξάτη Μειωμένη απομάκρυνση της μεθοτρεξάτης.
-
Κινολόνες Ασθενείς που λαμβάνουν ΜΣΑΦ και κινολόνες ενδέχεται να έχουν αυξημένο κίνδυνο σπασμών.
-
Μιφεπριστόνη Τα ΜΣΑΦ δεν θα πρέπει να χρησιμοποιούνται για χρονικό διάστημα 8-12 ημερών μετά τη χορήγηση μιφερπριστόνης, καθώς είναι δυνατό να μειώσουν τη δράση της.
-
Κυκλοσπορίνη Αυξημένος κίνδυνος νεφροτοξικότητας.
-
Τακρόλιμους Πιθανώς αυξημένος κίνδυνος νεφροτοξικότητας, όταν ΜΣΑΦ χορηγούνται μαζί με τακρόλιμους.
-
Αντιψυχωσικά Αυξημένη καταστολή με αλοπεριδόλη.
-
Ζιδοβουδίνη Αυξημένος κίνδυνος αιματολογικής τοξικότητας, όταν ΜΣΑΦ δίνονται ταυτόχρονα με ζιδοβουδίνη. Υπάρχουν ενδείξεις αυξημένου κινδύνου αιμαρθρώσεων και αιματώματος σε HIV(+) αιμοφιλικούς που λαμβάνουν ταυτόχρονα ζιδοβουδίνη και ιβουπροφαίνη.
Δεν υπάρχουν αναφορές αλληλεπιδράσεων μεταξύ του Rantudal/Rantudal retard και άλλων δραστικών ουσιών που επίσης συνδέονται ισχυρά με τις πρωτεΐνες του πλάσματος.
sick
Ανεπιθύμητες ενέργειες
SPC-RANTUDAL
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
Ανεπιθύμητες ενέργειες
Ανά κατηγορία οργανικού συστήματος, οι ανεπιθύμητες ενέργειες κατατάσσονται με βάση τη συχνότητά τους (αριθμός ασθενών που αναμένεται να εμφανίσουν την ανεπιθύμητη ενέργεια), χρησιμοποιώντας τις ακόλουθες κατηγορίες:
Πολύ συχνές (≥1/10) Συχνές (≥1/100 έως < 1/10) Όχι συχνές (≥1/1000 έως <1/100) Σπάνιες (≥1/10.000 έως <1/1.000) Πολύ σπάνιες (< 1/10.000) Μη γνωστης συχνότητας (δεν μπορεί να εκτιμηθεί η συχνότητα με βάση τα διαθέσιμα δεδομένα).
Στην περίπτωση των ανεπιθύμητων ενεργειών που περιγράφονται παρακάτω θα πρέπει να ληφθεί υπόψη ότι αυτές είναι κυρίως δοσοεξαρτώμενες και ενδέχεται να ποικίλουν ανάμεσα στα άτομα.
Οι πιο συχνά παρατηρούμενες ανεπιθύμητες ενέργειες είναι γαστρεντερικής φύσης. Πεπτικά έλκη, διάτρηση ή γαστρεντερική αιμορραγία, ορισμένες φορές θανατηφόρα, ιδιαίτερα σε ηλικιωμένους, ενδέχεται να εμφανισθούν (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις).
Ναυτία, έμετος, διάρροια, μετεωρισμός, δυσκοιλιότητα, δυσπεψία, κοιλιακό άλγος, μέλαινα, αιματέμεση, ελκώδης στοματίτιδα, έξαρση κολίτιδας και νόσου του Crohn (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις) έχουν αναφερθεί μετά τη χορήγηση. Λιγότερο συχνά, έχει παρατηρηθεί γαστρίτιδα.
Ιδιαίτερα ο κίνδυνος για την εμφάνιση γαστρεντερικής αιμορραγίας εξαρτάται από το εύρος της δόσης και τη διάρκεια της θεραπείας.
Οίδημα, υπέρταση και καρδιακή ανεπάρκεια έχουν αναφερθεί σε σχέση με τη θεραπεία με ΜΣΑΦ. Δεδομένα από κλινικές δοκιμές και επιδημιολογικά δεδομένα υποδεικνύουν ότι η χρήση κάποιων ΜΣΑΦ (ιδιαίτερα σε υψηλές δόσεις και σε μακροχρόνια θεραπεία) ενδέχεται να σχετίζεται με μια μικρή αύξηση του κινδύνου αρτηριακών θρομβωτικών συμβαμάτων (για παράδειγμα έμφραγμα του μυοκαρδίου ή αγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιο) (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις).
Λοιμώξεις και παρασιτώσεις
Σε πολύ σπάνιες περιπτώσεις, έξαρση φλεγμονής που προκλήθηκε από λοίμωξη (π.χ. νεκρωτική περιτονίτιδα) έχει περιγραφεί με μια χρονική σχέση με τη συστηματική χρήση μη στεροειδών αντιφλεγμονωδών παραγόντων. Αυτό ενδέχεται να σχετίζεται με τον μηχανισμό δράσης των ΜΣΑΦ.
Συνεπώς, ο ασθενής θα πρέπει να επικοινωνήσει με ιατρό, εάν οποιαδήποτε συμπτώματα λοίμωξης επανεμφανιστούν ή επιδεινωθούν κατά τη θεραπεία με Rantudal/Rantudal retard. Ο ιατρός θα εξετάσει εάν ενδείκνυται αντιλοιμώδης/αντιβιοτική θεραπεία.
Διαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος
Πολύ σπάνια: αναιμία που προκαλείται από λανθάνουσα απώλεια αίματος από το γαστρεντερικό σωλήνα, αιμολυτική αναιμία, πανκυτταροπενία (αναιμία που περιλαμβάνει απλαστική αναιμία, λευκοπενία, ακοκκιοκυτταραιμία, θρομβοκυτταροπενία).
Τα αρχικά συμπτώματα ενδέχεται να περιλαμβάνουν: πυρετό, φαρυγγίτιδα, επιφανειακές αλλοιώσεις στο στόμα, γριπώδη συμπτώματα, σοβαρή κόπωση, επίσταξη και υποδόρια αιμορραγία.
Σε αυτές τις περιπτώσεις, η χρήση του φαρμακευτικού προϊόντος πρέπει να διακόπτεται αμέσως και να ζητείται η συμβουλή ενός ιατρού. Δεν πρέπει ο ασθενής να παίρνει από μόνος του αναλγητικούς παράγοντες και/ή αντιπυρετικά.
Σε περίπτωση μακροχρόνιας θεραπείας, ο αριθμός των αιμοσφαιρίων θα πρέπει να ελέγχεται σε τακτά χρονικά διαστήματα.
Μια επίδραση στη συσσώρευση των θρομβοκυττάρων και μια αυξημένη αιμορραγική διάθεση είναι πιθανές.
Διαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος
Συχνές: αντιδράσεις υπερευαισθησίας όπως εξάνθημα και κνησμός Όχι συχνές: κνίδωση Πολύ σπάνιες: σοβαρές γενικές αντιδράσεις υπερευαισθησίας. Αυτές ενδέχεται να εκδηλωθούν με τη μορφή: οιδήματος στο πρόσωπο και τα βλέφαρα, εξοίδηση της γλώσσας, εσωτερικό λαρυγγικό οίδημα με στένωση των αεραγωγών (αγγειονευρωτικό οίδημα), αναπνευστική δυσχέρεια που ενδέχεται να οδηγήσει σε κρίση άσθματος, ταχυκαρδία, μείωση της αρτηριακής πίεσης οδηγώντας σε επικίνδυνη για τη ζωή καταπληξία.
Εάν ο ασθενής εμφανίσει οποιοδήποτε από αυτά τα φαινόμενα (που ενδέχεται να εμφανιστούν ακόμα και κατά την πρώτη χρήση αυτού του φαρμακευτικού προϊόντος), θα απαιτηθεί ιατρική βοήθεια.
Διαταραχές του μεταβολισμού και της θρέψης
Σπάνιες: υπερκαλιαιμία Πολύ σπάνιες: υπεργλυκαιμία, γλυκοζουρία
Ψυχιατρικές διαταραχές
Συχνές: διέγερση Σπάνιες: σύγχυση Πολύ σπάνιες: ψυχική διαταραχή, αποπροσανατολισμός, άγχος, εφιάλτες, ψύχωση, ψευδαίσθηση, κατάθλιψη, διαταραχή του ύπνου
Η θεραπεία με Rantudal/Rantudal retard ενδέχεται να εντείνει τα συμπτώματα προϋπάρχουσων ψυχιατρικών νόσων.
Διαταραχές του νευρικού συστήματος
Συχνές: διαταραχές του κεντρικού νευρικού συστήματος όπως κεφαλαλγία, υπνηλία, ζάλη Πολύ σπάνιες: παροδική απώλεια συνείδησης, που ενδέχεται να οδηγήσει σε κώμα, δυσγευσία, επηρεασμένη μνήμη, σπασμούς, τρόμο
Η χορήγηση του Rantudal/Rantudal retard ενδέχεται να εντείνει τα συμπτώματα της επιληψίας και της νόσου του Parkinson.
Οφθαλμικές διαταραχές
Όχι συχνές: Στη διάρκεια μακροχρόνιας θεραπείας με ινδομεθακίνη, τον κύριο μεταβολίτη της ασεμετασίνης, εκφυλισμός της χρώσης του αμφιβληστροειδούς και θολερότητα του κερατοειδούς έχουν αναφερθεί. Θαμπή όραση ή διπλωπία ενδέχεται να είναι ένα τυπικό σύμπτωμα (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις).
Διαταραχές των ώτων και του λαβυρίνθου
Πολύ σπάνιες: εμβοές και παροδική έκπτωση της ακουστικής οξύτητας
Καρδιακές διαταραχές
Πολύ σπάνιες: αίσθημα παλμών, στηθάγχη, καρδιακή ανεπάρκεια
Αγγειακές διαταραχές
Πολύ σπάνιες: υπέρταση Μη γνωστης συχνότητας: κυκλοφορική κατέρρειψη
Διαταραχές του αναπνευστικού συστήματος, του θώρακα και του μεσοθωρακίου
Πολύ σπάνιες: αλλεργική κυψελιδίτιδα
Γαστρεντερικές διαταραχές
Πολύ συχνές: γαστρεντερικές διαταραχές όπως ναυτία, έμετος, κοιλιακό άλγος, διάρροια και ήσσων αιμορραγία από το γαστρεντερικό σωλήνα, η οποία, σε εξαιρετικές περιπτώσεις, μπορεί να προκαλέσει αναιμία. Συχνές: δυσπεψία, μετεωρισμός, ανορεξία και γαστρεντερικά έλκη (ορισμένες φορές συνοδεύονται από αιμορραγία και διάτρηση) Όχι συχνές: αιματέμεση, αιματοχεσία, αιμορραγική διάρροια Πολύ σπάνια: στοματίτιδα, γλωσσίτιδα, αλλοιώσεις στον οισοφάγο, ενοχλήσεις στην κατώτερη κοιλιακή χώρα (π.χ. μη ειδική, αιμορραγική φλεγμονή του παχέος εντέρου), έξαρση της νόσου του Crohn ή της ελκώδους κολίτιδας, δυσκοιλιότητα, σχηματισμός στενώσεων στο έντερο που ομοιάζουν με διάφραγμα, παγκρεατίτιδα
Θα πρέπει να δίνονται οδηγίες στον ασθενή να διακόψει το φαρμακευτικό προϊόν και να συμβουλευθεί έναν ιατρό αμέσως σε περίπτωση σοβαρού κοιλιακού άλγους και/ή στην εμφάνιση μέλαινας ή αιματέμεσης.
Διαταραχές του ήπατος και των χοληφόρων
Συχνές: αυξημένα ηπατικά ένζυμα Όχι συχνές: ηπατική βλάβη (τοξική ηπατίτιδα με ή χωρίς ίκτερο, πολύ σπάνια: λαμβάνει αιφνίδια εξέλιξη, επίσης, χωρίς πρόδρομα συμπτώματα)
Οι ηπατικές τιμές του ασθενή θα πρέπει συνεπώς να παρακολουθούνται σε τακτά χρονικά διαστήματα.
Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
Όχι συχνές: αλωπεκία Πολύ σπάνιες: λευκοκυτταροκλαστική αγγειίτιδα, έκζεμα, υπεριδρωσία, ερύθημα, αντίδραση φωτοευαισθησίας, ήσσων και εκτεταμένη αιμορραγία του δέρματος, αποφολιδωτική δερματίτιδα και φλυκταινώδες εξάνθημα, το οποίο ενδέχεται επίσης να λάβει σοβαρή εξέλιξη όπως το σύνδρομο Stevens-Johnson και τοξική επιδερμική νεκρόλυση (σύνδρομο Lyell).
Διαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και του συνδετικού ιστού
Πολύ σπάνιες: μυϊκή αδυναμία
Διαταραχές των νεφρών και των ουροφόρων οδών
Όχι συχνές: εμφάνιση οιδήματος (π.χ. περιφερικό οίδημα), ιδιαίτερα σε ασθενείς με υπέρταση και/ή νεφρική δυσλειτουργία Πολύ σπάνιες: διαταραχές της ούρησης, αύξηση της ουρίας του αίματος, οξεία νεφρική ανεπάρκεια, πρωτεϊνουρία, αιματουρία ή νεφρική βλάβη (διάμεση νεφρίτιδα των ουροφόρων σωληναρίων, νεφρωσικό σύνδρομο, νέκρωση νεφρικής θηλής)
Κατά συνέπεια, η νεφρική λειτουργία του ασθενή θα πρέπει να ελέγχεται σε τακτά χρονικά διαστήματα.
Διαταραχές του αναπαραγωγικού συστήματος και του μαστού
Πολύ σπάνιες: κολπική αιμορραγία
Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
Συχνές: κόπωση Σπάνιες: ευερεθιστότητα Πολύ σπάνιες: εξάνθημα
Αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών
Η αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών μετά από τη χορήγηση άδειας κυκλοφορίας του φαρμακευτικού προϊόντος είναι σημαντική. Επιτρέπει τη συνεχή παρακολούθηση της σχέσης οφέλους-κινδύνου του φαρμακευτικού προϊόντος. Ζητείται από τους επαγγελματίες υγείας να αναφέρουν οποιεσδήποτε πιθανολογούμενες ανεπιθύμητες ενέργειες μέσω του Εθνικού Οργανισμού Φαρμάκων
Μεσογείων 284 GR-15562 Χολαργός, Αθήνα Τηλ.: + 30 21 32040380/337 Φαξ: + 30 21 06549585 Ιστότοπος: http://www.eof.gr
pregnant_woman
Κύηση / γαλουχία
SPC-RANTUDAL
expand_more
Κύηση / γαλουχία
Κύηση
Η αναστολή της σύνθεσης των προσταγλανδινών ενδέχεται να επηρεάσει αρνητικά την κύηση και/ή την εμβρυϊκή ανάπτυξη. Δεδομένα από επιδημιολογικές μελέτες υποδεικνύουν αυξημένο κίνδυνο αποβολής και καρδιακής δυσμορφίας και γαστροσχιστίας μετά από χρήση ενός αναστολέα της σύνθεσης των προσταγλανδινών στα αρχικά στάδια της εγκυμοσύνης. Ο απόλυτος κίνδυνος για καρδιαγγειακή δυσμορφία αυξήθηκε από λιγότερο από 1% σε περίπου 1,5%. Ο κίνδυνος πιστεύεται ότι αυξάνεται με τη δόση και τη διάρκεια της θεραπείας.
Σε ζώα, η χορήγηση ενός αναστολέα της σύνθεσης των προσταγλανδινών έχει δειχθεί ότι αυξάνει τον κίνδυνο απώλειας πριν και μετά την εμφύτευση και την εμβρυϊκή θνησιμότητα. Επιπλέον, αυξημένη συχνότητα εμφάνισης διαφόρων δυσμορφιών, συμπεριλαμβανομένων καρδιαγγειακών, έχουν αναφερθεί σε ζώα στα οποία χορηγήθηκε αναστολέας της σύνθεσης των προσταγλανδινών κατά την περίοδο της οργανογένεσης.
Κατά τη διάρκεια του πρώτου και του δεύτερου τριμήνου της κύησης, η ασεμετασίνη δεν θα πρέπει να χορηγείται, εκτός και εάν είναι σαφώς απαραίτητη. Εάν η ασεμετασίνη χρησιμοποιείται από μια γυναίκα που προσπαθεί να συλλάβει ή κατά τη διάρκεια του πρώτου και του δευτέρου τριμήνου της κύησης, η δόση θα πρέπει να διατηρείται όσο το δυνατόν χαμηλότερη και η διάρκεια της θεραπείας όσο το δυνατόν συντομότερη.
Κατά τη διάρκεια του τρίτου τριμήνου της κύησης όλοι οι αναστολείς της σύνθεσης των προσταγλανδινών ενδέχεται να εκθέσουν:
- το έμβρυο σε: o καρδιοπνευμονική τοξικότητα (με πρόωρη σύγκλειση του αρτηριακού πόρου και πνευμονική υπέρταση). o νεφρική δυσλειτουργία, που ενδέχεται να εξελιχθεί σε νεφρική ανεπάρκεια με ολιγοϋδράμνιο.
- τη μητέρα και το νεογνό, στο τέλος της κύησης, σε: o πιθανή επιμήκυνση του χρόνου αιμορραγίας, μια αντι- συσσωρευτική επίδραση που ενδέχεται να εμφανιστεί ακόμη και σε πολύ χαμηλές δόσεις. o αναστολή των συσπάσεων της μήτρας, με αποτέλεσμα να καθυστερήσουν ή να παρατείνουν τον τοκετό.
Επομένως, η ασεμετασίνη αντενδείκνυται κατά το τρίτο τρίμηνο της κύησης.
Θηλασμός
Μικρές ποσότητες ασεμετασίνης και των μεταβολιτών της περνούν στο μητρικό γάλα. Εάν είναι δυνατόν, η χρήση κατά την περίοδο του θηλασμού θα πρέπει να αποφεύγεται.
Γονιμότητα
Η χρήση της ασεμετασίνης ενδέχεται να επηρεάσει τη γυναικεία γονιμότητα και δεν συνιστάται σε γυναίκες που προσπαθούν να συλλάβουν. Σε γυναίκες που έχουν δυσκολία να συλλάβουν ή υποβάλλονται σε εξέταση υπογονιμότητας θα πρέπει να εξετάζεται η διακοπή της ασεμετασίνης.
monitor_heart
Φαρμακοδυναμική
SPC-RANTUDAL
expand_more
Φαρμακοδυναμική
Φαρμακοδυναμικές
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: Aντιφλεγμονώδη και αντιρρευματικά, μη στεροειδή - παράγωγα του οξικού οξέος και σχετιζόμενες ουσίες. Κωδικός ATC: M01AB11
Η ασεμετασίνη είναι ένα παράγωγο του ινδολοξικού οξέος και, πιο συγκεκριμένα, ο γλυκολικός εστέρας της ινδομεθακίνης. Οι φαρμακολογικές της επιδράσεις οφείλονται εν μέρει στις επιδράσεις της ινδομεθακίνης, που είναι προϊόν βιομετασχηματισμού της ασεμετασίνης.
H ασεμετασίνη είναι ένα μη στεροειδές, αντιφλεγμονώδες φάρμακο με αντιφλεγμονώδη, αναλγητική και αντιπυρετική δράση και, όπως άλλα αντιφλεγμονώδη, αναστέλλει τη συσσώρευση των αιμοπεταλίων.
Η αντιφλογιστική δράση της ασεμετασίνης έχει καταδειχθεί σε πειράματα με ζώα για ένα μεγάλο αριθμό μοντέλων φλεγμονής. Η ασεμετασίνη δρα σε διάφορα στάδια της φλεγμονώδους διαδικασίας. Έχει βρεθεί ότι αναστέλλει τη σύνθεση των προσταγλανδινών και την απελευθέρωση της ισταμίνης και ότι δρα ως ανταγωνιστής της βραδυκινίνης και της σεροτονίνης. Επίσης, αναστέλλει τη δράση του συμπληρώματος και την απελευθέρωση της υαλουρονιδάσης.
Οι ιδιότητες σταθεροποίησης της μεμβράνης αποτρέπουν την απελευθέρωση των πρωτεολυτικών ενζύμων, με αποτέλεσμα την αναστολή της εξιδρωματικής και παραγωγικής φλεγμονώδους διαδικασίας.
biotech
Φαρμακοκινητική
SPC-RANTUDAL
expand_more
Φαρμακοκινητική
Φαρμακοκινητικές
Απορρόφηση Μετά από την από του στόματος χορήγηση, η ασεμετασίνη απορροφάται ταχέως και πλήρως. Δεν βρέθηκαν στατιστικά σημαντικές διαφορές στις φαρμακοκινητικές παραμέτρους μεταξύ νέων υγιών ενηλίκων και ηλικιωμένων ασθενών.
Κατανομή Η ασεμετασίνη συσσωρεύεται στην περιοχή της φλεγμονής. Μετά από έξι ημέρες θεραπείας με ασεμετασίνη (3×60 mg ημερησίως) ή ινδομεθακίνη (3×50 mg ημερησίως), έξι ώρες μετά από την τελευταία χορήγηση οι συγκεντρώσεις του δραστικού συστατικού βρέθηκαν σημαντικά υψηλότερες στο αρθρικό υγρό, την αρθρική μεμβράνη και τους μυς (και τα οστά μετά τη θεραπεία με ασεμετασίνη) από ό,τι στο αίμα. Σε όλους τους ιστούς που εξετάστηκαν, εκτός από το αρθρικό υγρό και το λιπώδη ιστό, οι συγκεντρώσεις ήταν υψηλότερες μετά τη χορήγηση ασεμετασίνης από ό,τι μετά τη χορήγηση ινδομεθακίνης.
Βιομετασχηματισμός Μετά από χορήγηση του Rantudal/Rantudal retard σε επαναλαμβανόμενες δόσεις, οι μέγιστες συγκεντρώσεις (Cmax) του μεταβολίτη ινδομεθακίνη που επιτεύχθηκαν ήταν 2-3 φορές μεγαλύτερες από αυτές της ασεμετασίνης. Δεν υπάρχουν στοιχεία για την επαγωγή των ενζύμων που διασπούν την ασεμετασίνη.
Αποβολή Η ασεμετασίνη απεκκρίνεται από τους νεφρούς και τη χολή. Το 40% της από του στόματος χορηγούμενης ουσίας απεκκρίνεται μέσω των νεφρών και το υπόλοιπο απεκκρίνεται με τα κόπρανα. H ασεμετασίνη αποβάλλεται μέσω των νεφρών μερικώς αμετάβλητη ή ως προϊόν γλυκουρονικής σύζευξης, ως ο μεταβολίτης ινδομεθακίνη (ελεύθερος και συζευγμένος) που σχηματίζεται με εστερόλυση και ως μια φαρμακολογικά αδρανής ουσία μετά από αιθερική διάσπαση (στη μεθοξυλική ομάδα στη θέση 5) και αποακετυλίωση (διάσπαση της p-χλωρο- βενζυλο ομάδας).
Πρωτεϊνική σύνδεση και χρόνος ημίσειας ζωής Η ασεμετασίνη συνδέεται εκτενώς με τις πρωτεΐνες του πλάσματος. Ο βιολογικός χρόνος ημίσειας ζωής είναι περίπου 4,5 ώρες.
Συγκεντρώσεις στο αίμα Η μέγιστη συγκέντρωση στο αίμα επιτυγχάνεται σημαντικά (p<0,05) αργότερα με το προϊόν ελεγχόμενης αποδέσμευσης (Rantudal retard) από ό,τι με Rantudal. Οι συγκεντρώσεις στο αίμα είναι επίσης σημαντικά (p<0,01) χαμηλότερες δύο ώρες μετά την από του στόματος χορήγηση. Εντούτοις, μετά από 6 και 10 ώρες, οι συγκεντρώσεις στο πλάσμα της ασεμετασίνης μετά τη χορήγηση του Rantudal retard είναι σημαντικά υψηλότερες από αυτές που επιτυγχάνονται με το Rantudal.
ΕΟΦ · 10.2.2
Παράγωγα του οξεικού οξέος
expand_more
Παράγωγα του οξεικού οξέος
Στην ομάδα αυτή περιλαμβάνονται, η ινδομεθακίνη, η δικλοφενάκη, η σουλινδάκη, η τολμετίνη και η ασεμετασίνη. Πρόκειται για ισχυρά αντιφλεγμονώδη φάρμακα με σχετικά περιορισμένες ανεπιθύμητες ενέργειες (στις συνήθεις θεραπευτικές δόσεις). Oι συνηθέστερα αναφερόμενες αφορούν το πεπτικό, KNΣ και δέρμα και σπανιότερα το αιμοποιητικό. Tα φάρμακα της ομάδας αυτής χρησιμοποιούνται ευρέως στη θεραπεία πολλών ρευματικών παθήσεων με ικανοποιητικά αποτελέσματα. H αποτελεσματικότητα της ινδομεθακίνης στην οξεία ουρική αρθρίτιδα είναι συγκρίσιμη με εκείνη της κολχικίνης, της φαινυλβουταζόνης και της ναπροξένης, έχει όμως μεγαλύτερη συχνότητα ανεπιθυμήτων ενεργειών (κεφαλαλγία, ίλιγγος, κλπ.). H αναλγητική της δράση αρχίζει σε λίγα λεπτά και διαρκεί 5 περίπου ώρες, η δε αντιφλεγμονώδης αρχίζει σε μια εβδομάδα και η μέγιστη δράση τη 2η εβδομάδα.
H ασεμετασίνη ομοιάζει χημικώς και ως προς τη δράση και τις ανεπιθύμητες ενέργειες με την ινδομεθακίνη, θεωρείται όμως ότι ερεθίζει ολιγότερο τον πεπτικό σωλήνα.
H ετοδολάκη έχει δράση ανάλογη με τα παράγωγα του προπιονικού οξέος και θεωρείται επίσης ότι ερεθίζει λιγότερο τον πεπτικό σωλήνα.
H δικλοφενάκη και η ασεκλοφενάκη έχουν δράση όμοια της ναπροξένης και τις ίδιες ανεπιθύμητες ενέργειες.
science
PubChem
Φαρμακοδυναμική
expand_more
Φαρμακοδυναμική
Φαρμακοδυναμική
Η δράση της ακεταμετακίνης προκαλεί αδύναμη μείωση της σύνθεσης προσταγλανδινών, γεγονός που παράγει αντιφλεγμονώδη και αναλγητική δράση. Η αδύναμη αναστολή των προσταγλανδινών μειώνει σημαντικά τη βλάβη στον βλεννογόνο του γαστρεντερικού σωλήνα. Μελέτες έχουν δείξει ότι η ακεταμετακίνη αναστέλλει έντονα την απελευθέρωση ισταμίνης από τα μαστοκύτταρα και τη δημιουργία υπερθερμίας. Η δράση της ακεταμετακίνης προκαλεί επίσης αλλαγές στη συστολική και διαστολική αρτηριακή πίεση, καθώς και αναστολή της συσσώρευσης αιμοπεταλίων.
neurology
PubChem
Μηχανισμός δράσης
expand_more
Μηχανισμός δράσης
Μηχανισμός Δράσης
Η ακεταμετακίνη είναι ένας μη εκλεκτικός αναστολέας της παραγωγής προφλεγμονωδών μεσολαβητών που προέρχονται από τη δράση του ενζύμου COX. Η COX είναι απαραίτητη για τη σύνθεση προσταγλανδινών E2 και F2, οι οποίες είναι μόρια που προέρχονται από λιπαρά οξέα και αποθηκεύονται στην κυτταρική μεμβράνη. Η ακεταμετακίνη μεταβολίζεται και σχηματίζει τον κύριο μεταβολίτη της, την ινδομεθακίνη, η οποία είναι επίσης ένας μη εκλεκτικός αναστολέας της COX και παρουσιάζει την ικανότητα να αναστέλλει την κινητικότητα των πολυμορφοπύρηνων λευκοκυττάρων και να μειώνει την εγκεφαλική ροή, ρυθμίζοντας την οδό του μονοξειδίου του αζώτου και την αγγειοσύσπαση.
biotech
PubChem
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
expand_more
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
Απορρόφηση, Κατανομή & Απέκκριση
Μετά από 8 ημέρες από του στόματος χορήγηση δύο φορές ημερησίως ακεταμετακίνης, παρατηρήθηκε εξαρτώμενη από την ηλικία Cmax 276.8 ng/ml σε ηλικιωμένους σε σύγκριση με 187 ng/ml σε νεότερους. Υπήρχε επίσης Tmax 2.5 h και AUC σε εύρος 483-712 ng h/ml. Η βιοδιαθεσιμότητα της ακεταμετακίνης μετά από επαναλαμβανόμενες δόσεις είναι περίπου 66% στο πλάσμα και 64% στα ούρα.
Η απέκκριση της ακεταμετακίνης χωρίζεται σε νεφρική απέκκριση που καλύπτει το 40% της συνολικής χορηγηθείσας δόσης και το υπόλοιπο 60% απεκκρίνεται στα κόπρανα.
Ο φαινόμενος όγκος κατανομής της ακεταμετακίνης κυμαίνεται από 0.5-0.7 L/kg.
Ενδοφλέβια χορήγηση ακεταμετακίνης σε υγιή άτομα ανέφερε ρυθμό κάθαρσης 4.59 ml/min/kg.
water_drop
PubChem
Δέσμευση πρωτεϊνών
expand_more
Δέσμευση πρωτεϊνών
Σύνδεση με Πρωτεΐνες
Η ακεταμετακίνη συνδέεται σε υψηλό βαθμό με τις πρωτεΐνες του πλάσματος, φτάνοντας σε ποσοστό μεγαλύτερο του 90% της χορηγηθείσας δόσης.
hub
PubChem
Μεταβολισμός
expand_more
Μεταβολισμός
Μεταβολισμός
Η ακεταμετακίνη μεταβολίζεται εκτενώς και διασπάται με υδρολυτική διάσπαση του εστέρα για να σχηματίσει τον κύριο και ενεργό μεταβολίτη της, την ινδομεθακίνη. Παρουσιάζει άλλους ανενεργούς μεταβολίτες που σχηματίζονται από αντίδραση O-απομεθυλίωσης, N-αποακετυλίωσης και μέρος αυτών μετασχηματίζεται επίσης με σύζευξη με γλυκουρονικό οξύ.
hourglass
PubChem
Ημίσεια ζωή
expand_more
Ημίσεια ζωή
Βιολογικός Χρόνος Ημίσειας Ζωής
Ο χρόνος ημίσειας ζωής αποβολής της ακεταμετακίνης σε σταθερή κατάσταση είναι 4.5 ώρες.
category
PubChem
MeSH classification
expand_more
MeSH classification
Ταξινόμηση MeSH
Μη στεροειδείς αντιφλεγμονώδεις παράγοντες. Εκτός από τις αντιφλεγμονώδεις δράσεις, έχουν αναλγητικές, αντιπυρετικές και αντιαιμοπεταλιακές δράσεις. Δρουν αναστέλλοντας τη σύνθεση των προσταγλανδινών, αναστέλλοντας την κυκλοοξυγενάση (COX), η οποία μετατρέπει το αραχιδονικό οξύ σε κυκλικές ενδοϋπεροξείδες, πρόδρομους των προσταγλανδινών. Η αναστολή της σύνθεσης των προσταγλανδινών εξηγεί τις αναλγητικές, αντιπυρετικές και αντιαιμοπεταλιακές τους δράσεις· άλλοι μηχανισμοί μπορεί να συμβάλλουν στις αντιφλεγμονώδεις δράσεις τους.
Ημίσεια ζωή
Δέσμευση πρωτεϊνών
Απέκκριση
Scientific Profile
Ταξινόμηση MeSH
Μη στεροειδείς αντιφλεγμονώδεις παράγοντες. Εκτός από τις αντιφλεγμονώδεις δράσεις, έχουν αναλγητικές, αντιπυρετικές και αντιαιμοπεταλιακές δράσεις. Δρουν αναστέλλοντας τη σύνθεση των προσταγλανδινών, αναστέλλοντας την κυκλοοξυγενάση (COX), η οποία μετατρέπει το αραχιδονικό οξύ σε κυκλικές ενδοϋπεροξείδες, πρόδρομους των προσταγλανδινών. Η αναστολή της σύνθεσης των προσταγλανδινών εξηγεί τις αναλγητικές, αντιπυρετικές και αντιαιμοπεταλιακές τους δράσεις· άλλοι μηχανισμοί μπορεί να συμβάλλουν στις αντιφλεγμονώδεις δράσεις τους.