BISOPROLOL
Βισοπρολόλη
Κοινό χαρακτηριστικό αυτών των φαρμάκων είναι ο αποκλεισμός των β-αδρενεργικών υποδοχέων. Σήμερα είναι διαθέσιμοι αρκετοί β-αδρενεργικοί αποκλειστές που σε γενικές γραμμές είναι εξίσου δραστικοί. Ωστόσο μεταξύ τους έχουν διαφορές που μπορεί να επηρεάσουν την επιλογή του φαρμάκου …
Εμπορικά Ονόματα
Κλινική Σύνοψη
Προτεραιότητα πηγών: SPC, ΕΟΦ, DrugBank
clinical_notes
ΕΟΦ
Ενδείξεις
expand_more
Ενδείξεις
medication
SPC-SIMDAX
Δοσολογία
expand_more
Δοσολογία
- Οδός: Ενδοφλέβια
- Δόση έναρξης: 6-12 μικρογραμμάρια/kg
- Τιτλοποίηση: Ο ρυθμός της έγχυσης μπορεί να ελαττώνεται στα 0,05 μικρογραμμάρια/kg/min ή να διακόπτεται αν η απόκριση κρίνεται υπερβολική. Αν η αρχική δόση είναι ανεκτή, ο ρυθμός της έγχυσης μπορεί να αυξηθεί σε 0,2 μικρογραμμάρια/kg/min.
-
ΕνήλικεςΔόσηδόση εφόδου 6-12 μικρογραμμαρίων/kg με έγχυση διάρκειας πάνω από 10 λεπτάΗ χαμηλότερη δόση εφόδου των 6 μικρογραμμαρίων/kg συνιστάται σε ασθενείς υπό ταυτόχρονη ενδοφλέβια χορήγηση αγγειοδιασταλτικών ή ινότροπων ή αμφοτέρων κατά την έναρξη της έγχυσης. Η συνεχής έγχυση είναι 0,1 μικρογραμμαρίων/kg/min. Ο ρυθμός της έγχυσης μπορεί να ελαττώνεται στα 0,05 μικρογραμμάρια/kg/min ή να διακόπτεται αν η απόκριση κρίνεται υπερβολική. Αν η αρχική δόση είναι ανεκτή, ο ρυθμός της έγχυσης μπορεί να αυξηθεί σε 0,2 μικρογραμμάρια/kg/min.
-
Ασθενείς με οξεία μη αντιρροπούμενη σοβαρή χρόνια καρδιακή ανεπάρκειαΗ συνιστώμενη διάρκεια έγχυσης είναι 24 ώρες.
-
ΗλικιωμένοιΔεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης.
-
Ασθενείς με ήπια έως μέτρια νεφρική δυσλειτουργίαΧρήση με προσοχή.
-
Ασθενείς με σοβαρή νεφρική δυσλειτουργίαΑντενδείκνυται (κάθαρση κρεατινίνης < 30 ml/min).
-
Ασθενείς με ήπια έως μέτρια ηπατική δυσλειτουργίαΧρήση με προσοχή. Δεν φαίνεται να είναι απαραίτητη η ρύθμιση της δόσης.
-
Ασθενείς με σοβαρή ηπατική δυσλειτουργίαΑντενδείκνυται.
-
Παιδιά και έφηβοι ηλικίας κάτω των 18 ετώνΑντενδείκνυται.
block
SPC-SIMDAX
Αντενδείξεις
expand_more
Αντενδείξεις
-
Υπερευαισθησία στη δραστική ουσία ή σε κάποιο από τα έκδοχα.
-
Σοβαρή υπόταση και ταχυκαρδίαΠληθυσμόςΑσθενείς
-
Σημαντικές μηχανικές αποφράξεις που επηρεάζουν την πλήρωση ή την παροχή των κοιλιών ή αμφότερα.
-
Σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία (κάθαρση κρεατινίνης < 30 ml/min) και σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία.
-
Ιστορικό κοιλιακής ταχυκαρδίας δίκην ριπιδίου (Torsades de Pointes).
warning
SPC-SIMDAX
Προειδοποιήσεις
expand_more
Προειδοποιήσεις
-
Μείωση αρτηριακής πίεσηςΠληθυσμόςΑσθενείς με αρχική χαμηλή συστολική ή διαστολική αρτηριακή πίεση ή με κίνδυνο για υποτασικά επεισόδιαΧρήση με προσοχή, συνιστώνται συντηρητικότερα δοσολογικά σχήματα. Οι ιατροί πρέπει να εξατομικεύουν τη δοσολογία και τη διάρκεια της θεραπείας σύμφωνα με την κατάσταση και την ανταπόκριση του ασθενή.
-
ΥπογκαιμίαΠριν από την έγχυση θα πρέπει να διορθώνεται σοβαρή υπογκαιμία.
-
Μεταβολές αρτηριακής πίεσης ή καρδιακού ρυθμούΕάν παρατηρηθούν υπερβολικές μεταβολές, θα πρέπει να μειωθεί ο ρυθμός έγχυσης ή να διακοπεί η έγχυση.
-
Διάρκεια αιμοδυναμικών επιδράσεων και παρακολούθησηΣυνιστάται μη επεμβατική παρακολούθηση για τουλάχιστον 4-5 ημέρες μετά το τέλος της έγχυσης. Συνιστάται η συνέχιση της παρακολούθησης μέχρι την επίτευξη της μέγιστης μείωσης της αρτηριακής πίεσης και της επανεμφάνισης της αύξησης της αρτηριακής πίεσης και ενδέχεται να χρειάζεται παρακολούθηση μεγαλύτερη των 5 ημερών εφόσον υπάρχουν σημεία συνεχιζόμενης μείωσης της αρτηριακής πίεσης αλλά μπορεί να είναι μικρότερη των 5 ημερών εφόσον ο ασθενής είναι κλινικά σταθερός.
-
Παρακολούθηση σε ασθενείς με ήπια έως μέτρια νεφρική ή ηπατική δυσλειτουργίαΠληθυσμόςΑσθενείς με ήπια έως μέτρια νεφρική ή ηπατική δυσλειτουργίαΕνδέχεται να απαιτείται μία παρατεταμένη περίοδος παρακολούθησης.
-
Νεφρική δυσλειτουργίαΠληθυσμόςΑσθενείς με ήπια έως μέτρια νεφρική δυσλειτουργίαΧρήση με προσοχή. Η μειωμένη νεφρική λειτουργία ενδέχεται να οδηγήσει σε αυξημένες συγκεντρώσεις των μεταβολιτών, με ενδεχόμενο αποτέλεσμα μια περισσότερο ενισχυμένη και παρατεταμένη αιμοδυναμική επίδραση (βλέπε παράγραφο 5.2).
-
Ηπατική δυσλειτουργίαΠληθυσμόςΑσθενείς με ήπια έως μέτρια ηπατική δυσλειτουργίαΧρήση με προσοχή. Η μειωμένη ηπατική λειτουργία ενδέχεται να οδηγήσει σε παρατεταμένη έκθεση στους δραστικούς μεταβολίτες, με ενδεχόμενο αποτέλεσμα μια περισσότερο ενισχυμένη και παρατεταμένη αιμοδυναμική επίδραση (βλέπε παράγραφο 5.2).
-
Μείωση καλίου στον ορόΧαμηλές συγκεντρώσεις καλίου στον ορό θα πρέπει να διορθώνονται πριν από τη χορήγηση του Simdax, και το κάλιο του ορού να παρακολουθείται κατά τη διάρκεια της θεραπείας.
-
Μείωση αιμοσφαιρίνης και αιματοκρίτηΠληθυσμόςΑσθενείς με ισχαιμική καρδιαγγειακή νόσο και συνυπάρχουσα αναιμίαΑπαιτείται προσοχή.
-
Ταχυκαρδία, κολπική μαρμαρυγή με ταχεία κοιλιακή ανταπόκριση ή αρρυθμίεςΠληθυσμόςΑσθενείς με ταχυκαρδία, κολπική μαρμαρυγή με ταχεία κοιλιακή ανταπόκριση ή ενδεχομένως απειλητικές για τη ζωή αρρυθμίεςΗ έγχυση του Simdax πρέπει να γίνεται με προσοχή.
-
Επαναλαμβανόμενη χορήγηση και παράλληλη χρήση αγγειοδραστικών παραγόντωνΗ εμπειρία είναι περιορισμένη. Το όφελος και ο κίνδυνος θα πρέπει να αξιολογούνται για κάθε ασθενή ξεχωριστά.
-
Παρακολούθηση ΗΚΓΠληθυσμόςΑσθενείς με εξελισσόμενη στεφανιαία ισχαιμία, παράταση του διαστήματος QTc ανεξαρτήτως αιτιολογίας, ή όταν χορηγείται παράλληλα με φαρμακευτικά προϊόντα που παρατείνουν το διάστημα QTcΧρήση με προσοχή και κάτω από στενή παρακολούθηση του ΗΚΓ (βλέπε παράγραφο 4.9).
-
Χρήση σε ειδικές καταστάσειςΗ χρήση στη καρδιογενή καταπληξία δεν έχει μελετηθεί. Δεν υπάρχουν διαθέσιμες πληροφορίες σχετικά με τη χρήση στις ακόλουθες διαταραχές: περιοριστική μυοκαρδιοπάθεια, υπερτροφική μυοκαρδιοπάθεια, βαριά ανεπάρκεια μιτροειδούς βαλβίδας, ρήξη μυοκαρδίου, καρδιακός επιπωματισμός και έμφραγμα δεξιάς κοιλίας.
-
Χρήση σε παιδιάΔε θα πρέπει να χορηγείται σε παιδιά καθώς υπάρχει περιορισμένη εμπειρία από τη χρήση σε παιδιά και εφήβους ηλικίας κάτω των 18 ετών (βλέπε παράγραφο 5.2).
-
Χρήση σε ασθενείς με καρδιακή ανεπάρκεια μετά από χειρουργική επέμβαση και σε βαριά καρδιακή ανεπάρκειαΠληθυσμόςΑσθενείς με καρδιακή ανεπάρκεια μετά από χειρουργική επέμβαση και σε βαριά καρδιακή ανεπάρκεια σε ασθενείς που αναμένουν μεταμόσχευση καρδίαςΥπάρχει περιορισμένη εμπειρία.
swap_horiz
SPC-SIMDAX
Αλληλεπιδράσεις
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
-
Άλλα ενδοφλέβια αγγειοδραστικά φαρμακευτικά προϊόνταπροσοχήΕνδεχόμενο αυξημένου κινδύνου για υπόταση
-
παρακολούθησηΔεν παρατηρήθηκαν φαρμακοκινητικές αλληλεπιδράσεις.
-
Βήτα-αποκλειστέςπαρακολούθησηΔεν παρατηρήθηκε μείωση της αποτελεσματικότητας.
-
Μονονιτρική ισοσορβίδηπροσοχήΣημαντική ενίσχυση της ορθοστατικής υποτασικής ανταπόκρισης.
sick
SPC-SIMDAX
Ανεπιθύμητες ενέργειες
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
- Υποκαλιαιμία
- Αϋπνία
- Κεφαλαλγία
- Ζάλη
- Κοιλιακή Ταχυκαρδία
- Κολπική Μαρμαρυγή
- Ταχυκαρδία
- Κοιλιακές Έκτακτες Συστολές
- Καρδιακή Ανεπάρκεια
- Ισχαιμία Μυοκαρδίου
- Έκτακτες Συστολές
- Κοιλιακή μαρμαρυγή
- Υπόταση
- Ναυτία
- Δυσκοιλιότητα
- Διάρροια
- Έμετος
- Μειωμένη Αιμοσφαιρίνη
Λεπτομέρειες κατά συχνότητα expand_more
-
ΣυχνέςΥποκαλιαιμίαΔιαταραχές του μεταβολισμού και της θρέψης
-
ΣυχνέςΑϋπνίαΨυχιατρικές διαταραχές
-
Πολύ συχνέςΚεφαλαλγίαΔιαταραχές του νευρικού συστήματος
-
ΣυχνέςΖάληΔιαταραχές του νευρικού συστήματος
-
Πολύ συχνέςΚοιλιακή ΤαχυκαρδίαΚαρδιακές διαταραχές
-
ΣυχνέςΚολπική ΜαρμαρυγήΚαρδιακές διαταραχές
-
ΣυχνέςΤαχυκαρδίαΚαρδιακές διαταραχές
-
ΣυχνέςΚοιλιακές Έκτακτες ΣυστολέςΚαρδιακές διαταραχές
-
ΣυχνέςΚαρδιακή ΑνεπάρκειαΚαρδιακές διαταραχές
-
ΣυχνέςΙσχαιμία ΜυοκαρδίουΚαρδιακές διαταραχές
-
ΣυχνέςΈκτακτες ΣυστολέςΚαρδιακές διαταραχές
-
Πολύ συχνέςΥπότασηΑγγειακές διαταραχές
-
ΣυχνέςΝαυτίαΔιαταραχές του γαστρεντερικού συστήματος
-
ΣυχνέςΔυσκοιλιότηταΔιαταραχές του γαστρεντερικού συστήματος
-
ΣυχνέςΔιάρροιαΔιαταραχές του γαστρεντερικού συστήματος
-
ΣυχνέςΈμετοςΔιαταραχές του γαστρεντερικού συστήματος
-
ΣυχνέςΜειωμένη ΑιμοσφαιρίνηΠαρακλινικές εξετάσεις
-
Πολύ σπάνιαΚοιλιακή μαρμαρυγήΚαρδιακές διαταραχές
pregnant_woman
SPC-SIMDAX
Κύηση / γαλουχία
Επίπεδο κινδύνου: Άγνωστο
expand_more
Κύηση / γαλουχία
-
ΚύησηΜε προσοχήΣε εγκύους γυναίκες μόνο αν τα οφέλη για τη μητέρα αντισταθμίζουν τους ενδεχόμενους κινδύνους για το έμβρυο.
-
ΓαλουχίαΑποφεύγεταιΓυναίκες που λαμβάνουν levosimendan δεν πρέπει να θηλάζουν.
neurology
DrugBank
Μηχανισμός δράσης
expand_more
Μηχανισμός δράσης
monitor_heart
SPC-SIMDAX
Φαρμακοδυναμική
expand_more
Φαρμακοδυναμική
biotech
SPC-SIMDAX
Φαρμακοκινητική
expand_more
Φαρμακοκινητική
hub
PubChem
Μεταβολισμός
expand_more
Μεταβολισμός
bloodtype
DrugBank
Απέκκριση
expand_more
Απέκκριση
Σκευάσματα & Τιμολόγηση
Μονογραφίες Πηγών
Αναλυτικό περιεχόμενο ανά πηγή για τεκμηρίωση και έλεγχο
medication
Δοσολογία
SPC-SIMDAX
expand_more
Δοσολογία
Το Simdax προορίζεται αποκλειστικά για νοσοκομειακή χρήση. Πρέπει να χορηγείται σε νοσοκομειακές μονάδες με επαρκή εξοπλισμό παρακολούθησης και εμπειρία στη χρήση ινότροπων παραγόντων.
Μέθοδος χορήγησης
Το Simdax πρέπει να αραιώνεται πριν από τη χορήγηση (βλέπε παράγραφο 6.6). Η έγχυση προορίζεται μόνο για ενδοφλέβια χρήση και μπορεί να γίνεται μέσω περιφερικής ή κεντρικής οδού.
Δοσολογία
Η δόση και η διάρκεια της θεραπείας πρέπει να εξατομικεύονται σύμφωνα με την κλινική κατάσταση και την απόκριση του ασθενή. Η αγωγή θα πρέπει να αρχίζει με δόση εφόδου 6-12 μικρογραμμαρίων/kg με έγχυση διάρκειας πάνω από 10 λεπτά και να συνεχίζεται με συνεχή έγχυση 0,1 μικρογραμμαρίων/kg/min (βλέπε παράγραφο 5.1). Η χαμηλότερη δόση εφόδου των 6 μικρογραμμαρίων/kg συνιστάται σε ασθενείς υπό ταυτόχρονη ενδοφλέβια χορήγηση αγγειοδιασταλτικών ή ινότροπων ή αμφοτέρων κατά την έναρξη της έγχυσης. Υψηλότερες δόσεις εφόδου εντός αυτού του εύρους θα επιτύχουν μεγαλύτερη αιμοδυναμική απόκριση αλλά ενδέχεται να συνοδεύονται από παροδικά αυξημένη συχνότητα ανεπιθύμητων ενεργειών. Η ανταπόκριση του ασθενή πρέπει να εκτιμάται με τη δόση εφόδου ή εντός 30 έως 60 λεπτών από τη ρύθμιση της δόσης και ως ενδείκνυται κλινικά. Εφόσον η απόκριση κρίνεται υπερβολική (υπόταση, ταχυκαρδία), ο ρυθμός της έγχυσης μπορεί να ελαττώνεται στα 0,05 μικρογραμμάρια/kg/min ή η έγχυση να διακόπτεται (βλέπε παράγραφο 4.4). Αν η αρχική δόση είναι ανεκτή και εάν απαιτείται ενίσχυση του αιμοδυναμικού αποτελέσματος, ο ρυθμός της έγχυσης μπορεί να αυξηθεί σε 0,2 μικρογραμμάρια/kg/min. Η συνιστώμενη διάρκεια έγχυσης σε ασθενείς με οξεία μη αντιρροπούμενη σοβαρή χρόνια καρδιακή ανεπάρκεια είναι 24 ώρες. Δεν έχουν παρατηρηθεί σημεία ανάπτυξης αντοχής ή φαινόμενα ενισχυμένης αντίδρασης (rebound) μετά από τη διακοπή της έγχυσης Simdax. Οι αιμοδυναμικές επιδράσεις διαρκούν επί τουλάχιστον 24 ώρες και μπορεί να είναι εμφανείς μέχρι και 9 ημέρες μετά τη διακοπή μίας 24ωρης έγχυσης (βλέπε παράγραφο 4.4). Η εμπειρία από επαναλαμβανόμενη χορήγηση του Simdax είναι περιορισμένη. Η εμπειρία από παράλληλη χρήση άλλων αγγειοδραστικών παραγόντων συμπεριλαμβανομένων των ινότροπων (εκτός της διγοξίνης) είναι περιορισμένη. Στο πρόγραμμα REVIVE χορηγήθηκε μικρότερη δόση εφόδου (6 μικρογραμμαρίων/kg) με αρχική ταυτόχρονη χρήση αγγειοδραστικών παραγόντων (βλέπε παραγράφους 4.4, 4.5 και 5.1).
Παρακολούθηση της θεραπείας
Σύμφωνα με την ισχύουσα ιατρική πρακτική, κατά τη διάρκεια της θεραπείας πρέπει να παρακολουθούνται το ΗΚΓ, η αρτηριακή πίεση και η καρδιακή συχνότητα και να εφαρμόζεται μέτρηση των αποβαλλομένων ούρων. Συνιστάται παρακολούθηση των παραμέρων αυτών για τουλάχιστον 3 ημέρες μετά από το τέλος της έγχυσης ή μέχρι ο ασθενής να είναι κλινικά σταθερός (βλέπε παράγραφο 4.4). Σε ασθενείς με ήπια έως μέτρια νεφρική ή ηπατική δυσλειτουργία συνιστάται παρακολούθηση για τουλάχιστον 5 ημέρες.
Ηλικιωμένοι
Δεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης σε ηλικιωμένους ασθενείς.
Νεφρική δυσλειτουργία
Το Simdax πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή σε ασθενείς με ήπια έως μέτρια νεφρική δυσλειτουργία. Το Simdax δεν πρέπει να χρησιμοποιείται σε ασθενείς με σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία (κάθαρση κρεατινίνης < 30 ml/min) (βλέπε παραγράφους 4.3, 4.4 και 5.2).
Ηπατική δυσλειτουργία
Το Simdax πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή σε ασθενείς με ήπια έως μέτρια ηπατική δυσλειτουργία αν και δε φαίνεται να είναι απαραίτητη η ρύθμιση της δόσης στους ασθενείς αυτούς. Το Simdax δεν πρέπει να χρησιμοποιείται σε ασθενείς με σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία (βλέπε παραγράφους 4.3, 4.4 και 5.2).
Παιδιά
Το Simdax δεν πρέπει να χορηγείται σε παιδιά και εφήβους ηλικίας κάτω των 18 ετών (βλέπε παραγράφους 4.4 και 5.2).
Ο πίνακας που ακολουθεί παρέχει λεπτομερώς τους ρυθμούς έγχυσης διαλύματος προς έγχυση Simdax 0,05 mg/ml τόσο για τις δόσεις εφόδου όσο και για τις δόσεις συντήρησης:
Πίνακας 1: Βάρος ασθενή (kg) Η δόση εφόδου χορηγήθηκε σε έγχυση άνω των 10 λεπτών σύμφωνα με τον κατωτέρω ρυθμό έγχυσης (ml/h) Ρυθμός συνεχούς έγχυσης (ml/h) Δόση εφόδου 6 μικρογραμμάρια/kg Δόση εφόδου 12 μικρογραμμάρια/kg 0,05 μικρογραμμάρια/ kg/λεπτό 0,1 μικρογραμμάρια/kg/ λεπτό 0,2 μικρογραμμάρια/ kg/λεπτό 40 29 58 2 5 10 50 36 72 3 6 12 60 43 86 4 7 14 70 50 101 4 8 17 80 58 115 5 10 19 90 65 130 5 11 22 100 72 144 6 12 24 110 79 158 7 13 26 120 86 173 7 14 29
Ο πίνακας που ακολουθεί παρέχει λεπτομερώς τους ρυθμούς έγχυσης διαλύματος έγχυσης Simdax 0,025 mg/ml τόσο για τις δόσεις εφόδου όσο και για τις δόσεις συντήρησης:
Πίνακας 2: Βάρος ασθενή (kg) Η δόση εφόδου χορηγήθηκε σε έγχυση άνω των 10 λεπτών σύμφωνα με τον κατωτέρω ρυθμό έγχυσης (ml/h) Ρυθμός συνεχούς έγχυσης (ml/h) Δόση εφόδου 6 μικρογραμμάρια/ kg Δόση εφόδου 12 μικρογραμμάρια/ kg 0,05 μικρογραμμάρια/ kg/λεπτό 0,1 μικρογραμμάρια/kg/ λεπτό 0,2 μικρογραμμάρια/ kg/λεπτό 40 58 115 5 10 19 50 72 144 6 12 24 60 86 173 7 14 29 70 101 202 8 17 34 80 115 230 10 19 38 90 130 259 11 22 43 100 144 288 12 24 48 110 158 317 13 26 53 120 173 346 14 29 58
block
Αντενδείξεις
SPC-SIMDAX
expand_more
Αντενδείξεις
- Υπερευαισθησία στη δραστική ουσία ή σε κάποιο από τα έκδοχα.
- Σοβαρή υπόταση και ταχυκαρδία (βλέπε παραγράφους 4.4 και 5.1).
- Σημαντικές μηχανικές αποφράξεις που επηρεάζουν την πλήρωση ή την παροχή των κοιλιών ή αμφότερα.
- Σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία (κάθαρση κρεατινίνης < 30 ml/min) και σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία.
- Ιστορικό κοιλιακής ταχυκαρδίας δίκην ριπιδίου (Torsades de Pointes).
warning
Προειδοποιήσεις
SPC-SIMDAX
expand_more
Προειδοποιήσεις
swap_horiz
Αλληλεπιδράσεις
SPC-SIMDAX
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
sick
Ανεπιθύμητες ενέργειες
SPC-SIMDAX
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
Σε ελεγχόμενες με εικονικό φάρμακο κλινικές μελέτες για την οξεία μη αντιρροπούμενη χρόνιακαρδιακή ανεπάρκεια (ΑDHF) (πρόγραμμα REVIVE), 53% των ασθενών εμφάνισαν ανεπιθύμητες ενέργειες, οι συχνότερες των οποίων ήταν κοιλιακή ταχυκαρδία, υπόταση και κεφαλαλγία. Σε μία ελεγχόμενη με δοβουταμίνη κλινική μελέτη (SURVIVE) για την οξεία μη αντιρροπούμενη χρόνια καρδιακή ανεπάρκεια (ΑDHF), 18% των ασθενών εμφάνισαν ανεπιθύμητες ενέργειες, οι συχνότερες των οποίων ήταν κοιλιακή ταχυκαρδία, κολπική μαρμαρυγή, υπόταση, κοιλιακές έκτακτες συστολές, ταχυκαρδία και κεφαλαλγία. Ο κατωτέρω πίνακας περιγράφει τις ανεπιθύμητες ενέργειες που παρατηρήθηκαν σε ποσοστό ασθενών 1% ή μεγαλύτερο κατά τη διάρκεια των κλινικών μελετών REVIVE I, REVIVE II, SURVIVE, LIDO, RUSSLAN, 300105 και 3001024. Εάν η συχνότητα εμφάνισης κάποιου συγκεκριμένου περιστατικού σε μία μελέτη είναι μεγαλύτερη από ότι παρατηρήθηκε στις άλλες μελέτες, τότε αναφέρεται η υψηλότερη συχνότητα εμφάνισης στον πίνακα. Τα περιστατικά που θεωρούνται τουλάχιστον πιθανώς συσχετιζόμενα με το levosimendan παρουσιάζονται κατά κατηγορία οργάνου συστήματος και ανάλογα με τη συχνότητα σύμφωνα με την ακόλουθη συνθήκη: πολύ συχνές (>1/10), συχνές (>1/100, <1/10).
Πίνακας 3 Περίληψη των Ανεπιθύμητων Ενεργειών Κλινική Μελέτη SURVIVE, Πρόγραμμα REVIVE και Κλινικές Μελέτες LIDO/RUSSLAN/300105/3001024, συνδυασμένες Όργανο συστήματος Συχνότητα Προτιμώμενος όρος Διαταραχές του μεταβολισμού και της θρέψης Συχνές Υποκαλιαιμία Ψυχιατρικές διαταραχές Συχνές Αϋπνία Διαταραχές του νευρικού συστήματος Πολύ συχνές Κεφαλαλγία Συχνές Ζάλη Καρδιακές διαταραχές Πολύ συχνές Κοιλιακή Ταχυκαρδία Συχνές Κολπική Μαρμαρυγή Ταχυκαρδία Κοιλιακές Έκτακτες Συστολές Καρδιακή Ανεπάρκεια Ισχαιμία Μυοκαρδίου Έκτακτες Συστολές Αγγειακές διαταραχές Πολύ συχνές Υπόταση Διαταραχές του γαστρεντερικού συστήματος Συχνές Ναυτία Δυσκοιλιότητα Διάρροια Έμετος Παρακλινικές εξετάσεις Συχνές Μειωμένη Αιμοσφαιρίνη Ανεπιθύμητες ενέργειες μετά την κυκλοφορία: Μετά την κυκλοφορία πολύ σπάνια αναφέρθηκε κοιλιακή μαρμαρυγή σε ασθενείς στους οποίους χορηγήθηκε το Simdax.
pregnant_woman
Κύηση / γαλουχία
SPC-SIMDAX
expand_more
Κύηση / γαλουχία
Κύηση
Δεν υπάρχει εμπειρία από τη χρήση levosimendan σε εγκύους γυναίκες. Μελέτες σε πειραματόζωα έδειξαν τοξικές δράσεις στην αναπαραγωγή (βλ. παράγραφο 5.3).
Ως εκ τούτου, το levosimendan πρέπει να χρησιμοποιείται σε εγκύους γυναίκες μόνο αν τα οφέλη για τη μητέρα αντισταθμίζουν τους ενδεχόμενους κινδύνους για το έμβρυο.
Γαλουχία
Δεν είναι γνωστό εάν το levosimendan απεκκρίνεται στο ανθρώπινο γάλα. Μελέτες σε αρουραίους έδειξαν απέκκριση του levosimendan στο γάλα, ως εκ τούτου γυναίκες που λαμβάνουν levosimendan δεν πρέπει να θηλάζουν.
monitor_heart
Φαρμακοδυναμική
SPC-SIMDAX
expand_more
Φαρμακοδυναμική
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: Άλλοι καρδιακοί διεγέρτες (ευαισθητοποιητές ασβεστίου), κωδικός ATC: C01CX08.
Φαρμακοδυναμικές ιδιότητες
Το levosimendan ενισχύει την ευαισθησία των συσταλτικών πρωτεϊνών στο ασβέστιο δεσμεύοντας την καρδιακή τροπονίνη C κατά ασβέστιο-εξαρτώμενο τρόπο. Το levosimendan αυξάνει την συσταλτική ισχύ αλλά δε διαταράσσει την κοιλιακή χάλαση. Επιπρόσθετα, το levosimendan ανοίγει διαύλους καλίου ευαίσθητους στο ATP στις λείες μυϊκές ίνες των αγγείων, προάγοντας έτσι την αγγειοδιαστολή των συστηματικών και στεφανιαίων αρτηριακών αντιστάσεων καθώς και των συστηματικών φλεβικών δεξαμενών. Το levosimendan είναι εκλεκτικός αναστολέας της φωσφοδιεστεράσης ΙΙΙ in vitro. Σε θεραπευτικές συγκεντρώσεις η σημασία αυτού του μηχανισμού είναι ασαφής. Σε ασθενείς με καρδιακή ανεπάρκεια, οι θετικές ινότροπες και αγγειοδιασταλτικές ιδιότητες του levosimendan επιφέρουν αύξηση της συσταλτικής ισχύος και μείωση τόσο του προφορτίου όσο και του μεταφορτίου, χωρίς να επιδρούν αρνητικά στη διαστολική λειτουργία. Το levosimendan ενεργοποιεί το απενεργοποιημένο μυοκάρδιο σε ασθενείς μετά από αγγειοπλαστική στεφανιαίων αρτηριών (PTCA) ή θρομβόλυση. Αιμοδυναμικές μελέτες σε υγιείς εθελοντές και σε ασθενείς με σταθερή και ασταθή καρδιακή ανεπάρκεια έδειξαν μία δοσοεξαρτώμενη δράση του levosimendan όταν χορηγείται ενδοφλεβίως ως δόση εφόδου (3 micrograms/kg έως 24 micrograms/kg) και ως συνεχής έγχυση (0,05 έως 0,2 micrograms/kg ανά λεπτό). Συγκριτικά με το εικονικό φάρμακο, το levosimendan αύξησε την καρδιακή παροχή, τον όγκο παλμού, το κλάσμα εξώθησης και το καρδιακό ρυθμό και ελάττωσε τη συστολική αρτηριακή πίεση, τη διαστολική αρτηριακή πίεση, την πίεση ενσφήνωσης πνευμονικών τριχοειδών, την πίεση του δεξιού κόλπου και την αγγειακή περιφερική αντίσταση. Η έγχυση Simdax αυξάνει την ροή αίματος στα στεφανιαία αγγεία ασθενών που ανανήπτουν από χειρουργείο στεφανιαίων και βελτιώνει την αιμάτωση του μυοκαρδίου σε ασθενείς με καρδιακή ανεπάρκεια. Τα οφέλη αυτά επιτυγχάνονται χωρίς σημαντική αύξηση της κατανάλωσης οξυγόνου από το μυοκάρδιο. Η θεραπεία με έγχυση Simdax ελαττώνει σημαντικά τα κυκλοφορούντα επίπεδα ενδοθηλίνης-1 σε ασθενείς με συμφορητική καρδιακή ανεπάρκεια. Στους συνιστώμενους ρυθμούς έγχυσης δεν αυξάνει τα επίπεδα κατεχολαμινών στο πλάσμα.
Κλινικές μελέτες
To Simdax εκτιμήθηκε σε κλινικές μελέτες στις οποίες εντάχθηκαν πάνω από 2.800 ασθενείς με καρδιακή ανεπάρκεια. Η αποτελεσματικότητα και ασφάλεια του Simdax για τη θεραπεία της οξείας μη αντιρροπούμενης χρόνιας καρδιακής ανεπάρκειας (ΑDHF) αξιολογήθηκαν στις ακόλουθες τυχαιοποιημένες, διπλές-τυφλές, διεθνείς κλινικές μελέτες:
Πρόγραμμα REVIVE REVIVE I Σε μία διπλή-τυφλή, ελεγχόμενη με εικονικό φάρμακο πιλοτική μελέτη σε 100 ασθενείς με οξεία μη αντιρροπούμενη χρόνια καρδιακή ανεπάρκεια (ΑDHF) που έλαβαν μια 24ωρη έγχυση Simdax, παρατηρήθηκε ευεργετική ανταπόκριση στους ασθενείς που έλαβαν Simdax όπως αυτή μετρήθηκε βάσει του σύνθετου κλινικού καταληκτικού σημείου συγκριτικά με τους ασθενείς που έλαβαν το εικονικό φάρμακο συν θεραπεία αναφοράς. REVIVE IΙ Μία διπλά-τυφλή, ελεγχόμενη με εικονικό φάρμακο κύρια μελέτη σε 600 ασθενείς που έλαβαν για 10 λεπτά μία δόση εφόδου 6-12 microgram/kg που συνεχίστηκε με σταδιακή τιτλοποίηση του levosimendan όπως προέβλεπε το πρωτόκολλο σε 0,05-0,2 microgram/kg/λεπτό για έως και 24 ώρες κατέδειξε όφελος στην κλινική κατάσταση των ασθενών με ΑDHF που παρέμεναν δυσπνοϊκοί μετά από την ενδοφλέβια χορήγηση διουρητικής αγωγής. To κλινικό πρόγραμμα REVIVE σχεδιάστηκε για να συγκρίνει την αποτελεσματικότητα του levosimendan συν θεραπεία αναφοράς και του εικονικού φαρμάκου συν θεραπεία αναφοράς στην αντιμετώπιση της ΑDHF. Τα κριτήρια εισαγωγής περιελάμβαναν ενδονοσοκομειακούς ασθενείς με ΑDHF, κλάσμα εξώθησης αριστερής κοιλίας μικρότερο ή ίσο του 35% τους τελευταίους 12 μήνες και δύσπνοια σε φάση ηρεμίας. Με εξαίρεση την ενδοφλέβια μιλρινόνη, κάθε θεραπεία κατά την έναρξη της μελέτης ήταν επιτρεπτή. Τα κριτήρια αποκλεισμού περιελάμβαναν σοβαρά βαθμού απόφραξη του χώρου εξόδου της αριστερής κοιλίας, καρδιογενή καταπληξία, συστολική αρτηριακή πίεση ≤ 90 mmHg ή καρδιακό ρυθμό ≥ 120 παλμούς ανά λεπτό (που επιμένουν για τουλάχιστον πέντε λεπτά) ή απαίτηση για μηχανική αναπνοή. Τα αποτελέσματα του πρωτεύοντος καταληκτικού σημείου έδειξαν ότι το μεγαλύτερο ποσοστό των ασθενών κατηγοριοποιήθηκαν ως βελτιωμένοι με ένα μικρό ποσοστό ασθενών να κατηγοριοποιούνται ως επιδεινούμενοι (p-value 0,015) όπως μετρήθηκαν βάσει ενός σύνθετου κλινικού καταληκτικού σημείου που αντικατοπτρίζει το συνεχές όφελος στην κλινική κατάσταση στις εξής τρεις χρονικές φάσεις: έξι ώρες, 24 ώρες και πέντε ημέρες. Το νατριουρητικό πεπτίδιο τύπου-Β (ΒΝP) μειώθηκε σημαντικά έναντι του εικονικού φαρμάκου και της θεραπείας αναφοράς στις 24 ώρες και μέχρι τις πέντε ημέρες (p-value=0,001). Η ομάδα Simdax είχε ένα ελαφρώς αυξημένο, εν τούτοις μη στατιστικά σημαντικό, ποσοστό θανάτων συγκριτικά με την ομάδα ελέγχου στις 90 ημέρες (15% έναντι 12%). Οι εκ των υστέρων αναλύσεις κατέδειξαν τη συστολική αρτηριακή πίεση < 100 mmHg ή τη διαστολική αρτηριακή πίεση < 60 mmHg πριν από την έναρξη της θεραπείας ως παράγοντες που αυξάνουν τον κίνδυνο θνησιμότητας. SURVIVE Μία διπλή-τυφλή, με διπλό-εικονικό φάρμακο (double-dummy), παράλληλων ομάδων, πολυκεντρική μελέτη που συγκρίνει το levosimendan έναντι της δοβουταμίνης αξιολόγησε τη θνησιμότητα σε 180 ημέρες σε 1327 ασθενείς με ΑDHF που είχαν ανάγκη επιπλέον θεραπείας μετά από μη επαρκή απόκριση σε ενδοφλέβια διουρητικά ή αγγειοδιασταλτικά. Ο πληθυσμός των ασθενών ήταν γενικά παρόμοιος με αυτόν της μελέτης REVIVE IΙ. Ωστόσο εντάχθηκαν ασθενείς χωρίς προηγούμενο ιστορικό καρδιακής ανεπάρκειας (π.χ. οξύ έμφραγμα μυοκαρδίου), καθώς ήταν ασθενείς που χρειάζονταν καρδιακή υποστήριξη. Περίπου 90% των ασθενών συμπεριλήφθηκαν στη μελέτη λόγω δύσπνοιας σε φάση ηρεμίας. Τα αποτελέσματα της SURVIVE δεν έδειξαν στατιστικά σημαντική διαφορά μεταξύ των levosimendan και δοβουταμίνης σε θνησιμότητα κάθε αιτιολογίας σε 180 ημέρες {HR = 0,91 (95% CI [0,74, 1,13] p-value 0,401)}. Ωστόσο υπήρξε αριθμητικό πλεονέκτημα στη θνησιμότητα την Ημέρα 5 (4% levosimendan έναντι 6% δοβουταμίνης) για το levosimendan. Το πλεονέκτημα αυτό διατηρήθηκε για 31 ημέρες (12% levosimendan έναντι 14% δοβουταμίνη) και ήταν περισσότερο έκδηλη στα άτομα που έλαβαν αγωγή με β- αποκλειστές κατά την έναρξη της μελέτης. Σε αμφότερες τις ομάδες θεραπείας, οι ασθενείς με χαμηλή αρτηριακή πίεση κατά την έναρξη της μελέτης εμφάνισαν υψηλότερη συχνότητα θνησιμότητας συγκριτικά με εκείνους με υψηλότερη αρτηριακή πίεση κατά την έναρξη της μελέτης. LIDO Το levosimendan έχει δειχθεί ότι προκαλεί δοσοεξαρτώμενη αύξηση της καρδιακής παροχής και του όγκου παλμού καθώς και δοσοεξαρτώμενη ελάττωση της πίεσης ενσφήνωσης των πνευμονικών τριχοειδών, της μέσης αρτηριακής πίεσης και των ολικών περιφερικών αντιστάσεων. Σε μία διπλή-τυφλή πολυκεντρική μελέτη, 203 ασθενείς με βαριά καρδιακή ανεπάρκεια με χαμηλή παροχή (κλάσμα εξώθησης ≤0,35, καρδιακός δείκτης <2,5 1/min/m², πίεση ενσφήνωσης πνευμονικών τριχοειδών (PCWP) > 15mm Hg), που χρειάζονταν ινότροπη υποστήριξη έλαβαν levosimendan (δόση εφόδου 24 μικρογραμμάρια/kg μέσα σε 10 λεπτά και στη συνέχεια συνεχή έγχυση των 0,1-0,2 micrograms/kg/min) ή δοβουταμίνη (5-10 μικρογραμμάρια/kg/min) επί 24 ώρες. H καρδιακή ανεπάρκεια ήταν ισχαιμικής αιτιολογίας στο 47% των ασθενών. 45% των ασθενών είχαν ιδιοπαθή διατατική μυοκαρδιοπάθεια. 76% των ασθενών είχαν δύσπνοια σε κατάσταση ηρεμίας. Τα κυριότερα κριτήρια αποκλεισμού συμπεριλάμβαναν συστολική αρτηριακή πίεση κάτω των 90 mm Hg και καρδιακή συχνότητα άνω των 120 παλμών ανά λεπτό. Tο κύριο καταληκτικό σημείο ήταν η αύξηση της καρδιακής παροχής κατά > 30% και η ταυτόχρονη μείωση του PCWP κατά > 25% στις 24 ώρες. Αυτό επιτεύχθηκε στο 28% των ασθενών που έλαβαν αγωγή με levosimendan συγκριτικά με το 15% που έλαβαν δοβουταμίνη (p= 0,025). Εξήντα οκτώ τοις εκατό των συμπτωματικών ασθενών παρουσίασαν βελτίωση της κλίμακας δύσπνοιας μετά από αγωγή με levosimendan, συγκριτικά με 59% μετά από αγωγή με δοβουταμίνη. Η βελτίωση της κλίμακας κόπωσης ήταν 63% και 47% μετά από αγωγή με levosimendan και δοβουταμίνη, αντίστοιχα. Η θνησιμότητα από όλα τα αίτια μέσα σε 31 ημέρες ήταν 7,8% για τους ασθενείς υπό levosimendan και 17% για τους ασθενείς υπό δοβουταμίνη. RUSSLAN Σε μία άλλη διπλή-τυφλή πολυκεντρική μελέτη που διεξήχθη κυρίως για την εκτίμηση της ασφάλειας, 504 ασθενείς με μη αντιρροπούμενη καρδιακή ανεπάρκεια μετά από οξύ έμφραγμα μυοκαρδίου που κατ΄ εκτίμηση είχαν ανάγκη ινότροπης υποστήριξης αντιμετωπίσθηκαν με levosimendan ή εικονικό φάρμακο επί 6 ώρες. Δεν υπήρχαν σημαντικές διαφορές στην επίπτωση της υπότασης και της ισχαιμίας μεταξύ των ομάδων θεραπείας. Σε αναδρομική ανάλυση των μελετών LIDO και RUSSLAN δεν παρατηρήθηκε ανεπιθύμητη επίδραση στην επιβίωση μέχρι 6 μήνες.
biotech
Φαρμακοκινητική
SPC-SIMDAX
expand_more
Φαρμακοκινητική
Γενικά Η φαρμακοκινητική του levosimendan είναι γραμμική εντός του εύρους των θεραπευτικών δόσεων 0,05-0,2 μικρογραμμάρια/kg/min.
Κατανομή Ο όγκος κατανομής του levosimendan (Vss) είναι κατά προσέγγιση 0,2 l/kg. Το levosimendan συνδέεται με τις πρωτεΐνες του πλάσματος κατά 97-98%, κυρίως με τη λευκωματίνη. Για τους OR- 1855 και OR-1896, οι μέσες τιμές πρωτεϊνικής σύνδεσης στους ασθενείς ήταν 39% και 42% αντίστοιχα.
Μεταβολισμός Το levosimendan μεταβολίζεται πλήρως και αμελητέες ποσότητες αναλλοίωτου μητρικού φαρμάκου απεκκρίνονται στα ούρα και τα κόπρανα. Το levosimendan μεταβολίζεται βασικά μέσω σύνδεσης με συζεύγματα κυκλικής ή Ν-ακετυλιωμένης κυστεϊνυλγλυκίνης και κυστεΐνης. Το 5% περίπου της δόσης μεταβολίζεται στο λεπτό έντερο μέσω αναγωγής σε αμινοφαινυλπυριδαζινόνη (OR-1855), η οποία, μετά από επαναπορρόφηση μεταβολίζεται μέσω Ν-ακετυλτρανσφεράσης στο δραστικό μεταβολίτη OR-1896. Ο βαθμός ακετυλίωσης είναι καθορισμένος γενετικά. Στους ταχέως ακετυλιούντες, οι συγκεντρώσεις του μεταβολίτη OR-1896 είναι κατά τι υψηλότερες από όσο στους βραδέως ακετυλιούντες. Ωστόσο, στις συνιστώμενες δόσεις αυτό δεν έχει επίπτωση στο κλινικό αιμοδυναμικό αποτέλεσμα. Οι μόνοι σημαντικοί μεταβολίτες που ανιχνεύονται στη συστηματική κυκλοφορία μετά από χορήγηση levosimendan είναι οι OR-1855 και OR-1896. In vivo, oι μεταβολίτες αυτοί φθάνουν σε ισορροπία ως αποτέλεσμα των μεταβολικών οδών ακετυλίωσης και απο-ακετυλίωσης, που καθοδηγούνται από τη Ν-ακετυλοτρανφεράση-2, ένα πολυμορφικό ένζυμο. Στους βραδέως ακετυλιούντες, υπερισχύει ο μεταβολίτης OR-1855 ενώ στους ταχέως ακετυλιούντες, υπερισχύει ο μεταβολίτης OR-1896. Το άθροισμα των εκθέσεων για τους δύο μεταβολίτες είναι παρόμοιο σε βραδέως και ταχέως ακετυλιούντες και δεν υπάρχει διαφορά στα αιμοδυναμικά αποτελέσματα μεταξύ των δύο ομάδων. Τα παρατεταμένα αιμοδυναμικά αποτελέσματα (που διαρκούν μέχρι 7-9 ημέρες μετά τη διακοπή μίας 24ωρης έγχυσης Simdax) οφείλονται στους μεταβολίτες αυτούς. Μελέτες in vitro έχουν δείξει ότι το levosimendan, ο OR-1855 και ο OR-1896 δεν αναστέλλουν τα CYP1A2, CYP2A6, CYP2C19, CYP2D6, CYP2E1 ή CYP3A4 σε συγκεντρώσεις που επιτυγχάνονται με τη συνιστώμενη δοσολογία. Επιπλέον, το levosimendan δεν αναστέλλει το CYP1A1 και αμφότεροι οι OR-1855 και OR-1896 δεν αναστέλλουν το CYP2C9. Τα αποτελέσματα μελετών φαρμακευτικής αλληλεπίδρασης σε ανθρώπους με βαρφαρίνη, φελοδιπίνη και ιτρακοναζόλη επιβεβαίωσαν ότι το levosimendan δεν αναστέλλει το CYP3A4 ή CYP2C9 και ο μεταβολισμός του levosimendan δεν επηρεάζεται από αναστολείς του CYP3A.
Αποβολή και απέκκριση Η κάθαρση είναι περίπου 3,0 ml/min/kg και ο χρόνος ημιζωής περίπου 1 ώρα. Το 54% της δόσης απεκκρίνεται στα ούρα και το 44% στα κόπρανα. Περισσότερο από το 95% της δόσης απεκκρίνεται εντός μίας εβδομάδας. Αμελητέες ποσότητες (<0,05% της δόσης) απεκκρίνονται στα ούρα ως αναλλοίωτο levosimendan. Οι κυκλοφορούντες μεταβολίτες OR-1855 και OR-1896 σχηματίζονται και αποβάλλονται βραδέως. Η μέγιστη συγκέντρωση στο πλάσμα επιτυγχάνεται περίπου 2 ημέρες μετά τη διακοπή έγχυσης levosimendan. Ο χρόνος ημιζωής των μεταβολιτών είναι περίπου 75-80 ώρες. Οι δραστικοί μεταβολίτες του levosimendan OR-1855 και OR-1896 υφίστανται σύζευξη ή νεφρική διύλιση και απεκκρίνονται κυρίως στα ούρα.
Ειδικοί πληθυσμοί
Παιδιά: Το levosimendan δεν πρέπει να χορηγείται σε παιδιά (βλέπε παράγραφο 4.4). Περιορισμένα στοιχεία δείχνουν ότι η φαρμακοκινητική του levosimendan μετά από εφάπαξ δόση σε παιδιά (ηλικίας 3 μηνών έως 6 ετών) είναι παρόμοια με εκείνη των ενηλίκων. Η φαρμακοκινητική του δραστικού μεταβολίτη δεν έχει διερευνηθεί σε παιδιά.
Νεφρική δυσλειτουργία: Η φαρμακοκινητική του levosimendan μελετήθηκε σε άτομα με διαφορετικούς βαθμούς νεφρικής δυσλειτουργίας που δεν είχαν καρδιακή δυσλειτουργία. Η έκθεση στο levosimendan ήταν παρόμοια σε άτομα με ήπια έως μέτρια νεφρική δυσλειτουργία και άτομα που υποβάλλονται σε αιμοκάθαρση, ενώ η έκθεση στο levosimendan ενδέχεται να είναι ελαφρώς χαμηλότερη σε άτομα με σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία. Συγκριτικά με υγιείς εθελοντές, το μη δεσμευμένο κλάσμα του levosimendan ήταν ελαφρώς αυξημένο και οι AUCs των μεταβολιτών (OR-1855 και OR-1896) ήταν έως και 170% υψηλότερες σε άτομα με σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία και σε ασθενείς που υποβάλλονταν σε αιμοκάθαρση. Οι επιδράσεις της ήπιας και μέτριας νεφρικής δυσλειτουργίας στη φαρμακοκινητική των OR-1855 και OR-1896 αναμένονται να είναι λιγότερες συγκριτικά με εκείνες της σοβαρής νεφρικής δυσλειτουργίας. Το levosimendan δεν αποβάλλεται με αιμοκάθαρση. Ενώ οι μεταβολίτες OR-1855 και OR-1896 αποβάλλονται με αιμοκάθαρση, ο βαθμός διύλισης είναι χαμηλός (περίπου 8-23 ml/min) και το καθαρό αποτέλεσμα μίας 4ωρης αιμοκάθαρσης στη συνολική έκθεση στους μεταβολίτες αυτούς είναι μικρό.
Ηπατική δυσλειτουργία: Δε βρέθηκαν διαφορές στη φαρμακοκινητική ή στην πρωτεϊνική σύνδεση του levosimendan σε άτομα με ήπια έως μέτρια κίρρωση συγκριτικά με τα υγιή άτομα. Η φαρμακοκινητική του levosimendan, του OR-1855 και του OR-1896 είναι παρόμοια μεταξύ υγιών ατόμων και ατόμων με μέτρια ηπατική δυσλειτουργία (Child-Pugh τάξη B) με την εξαίρεση ότι οι χρόνοι ημιζωής απέκκρισης των OR-1855 και του OR-1896 είναι ελαφρώς παρατεταμένες σε άτομα με μέτρια ηπατική δυσλειτουργία.
Πληθυσμιακή ανάλυση έδειξε ότι η φαρμακοκινητική του levosimendan δεν επηρεάζεται από την ηλικία, την εθνικότητα, ή το φύλο. Ωστόσο, η ίδια ανάλυση ανέδειξε ότι ο όγκος κατανομής και η ολική κάθαρση εξαρτώνται από το σωματικό βάρος.
ΕΟΦ · 2.4
β-Αδρενεργικοί αποκλειστές
expand_more
β-Αδρενεργικοί αποκλειστές
Κοινό χαρακτηριστικό αυτών των φαρμάκων είναι ο αποκλεισμός των β-αδρενεργικών υποδοχέων. Σήμερα είναι διαθέσιμοι αρκετοί β-αδρενεργικοί αποκλειστές που σε γενικές γραμμές είναι εξίσου δραστικοί. Ωστόσο μεταξύ τους έχουν διαφορές που μπορεί να επηρεάσουν την επιλογή του φαρμάκου που θα χρησιμοποιηθεί για τη θεραπεία συγκεκριμένης νόσου ή ασθενή.
Η ενδογενής συμπαθητικομιμητική δράση εκφράζει την ικανότητα ενός αδρενεργικού αποκλειστή τόσο να διεγείρει όσο και να αναστέλλει αδρενεργικούς υποδοχείς. Η οξπρενολόλη και η πινδολόλη έχουν ενδογενή συμπαθητικομιμητική δράση και προκαλούν μικρότερου βαθμού βραδυκαρδία και ψυχρότητα στα κάτω άκρα σε σύγκριση με άλλους β-αποκλειστές.
Μερικοί β-αποκλειστές είναι λιποδιαλυτοί ενώ άλλοι είναι υδατοδιαλυτοί. Η ατενολόλη, η σελιπρολόλη, η ναδολόλη και η σοταλόλη είναι οι κατεξοχήν υδατοδιαλυτοί. Ως εκ τούτου είναι λιγότερο πιθανό να εισέλθουν στον εγκέφαλο και έτσι προκαλούν λιγότερες διαταραχές του ύπνου και εφιάλτες. Οι υδατοδιαλυτοί β-αποκλειστές απεκκρίνονται από τους νεφρούς και συσσωρεύονται σε περιπτώσεις νεφρικής ανεπάρκειας. Σαν αποτέλεσμα σ΄ αυτές τις περιπτώσεις απαιτείται μείωση της δόσης τους. Πρέπει να αποφεύγεται η χορήγηση β-αποκλειστών σε ασθενείς με 2ου ή 3ου βαθμού κολποκοιλιακό αποκλεισμό. Σε καρδιακή ανεπάρκεια απαιτείται ιδιαίτερη προσοχή. Κατά την έναρξη της αγωγής ενδέχεται να παρατηρηθεί επιδείνωση της καρδιακής ανεπάρκειας. Αν αυτή η εξέλιξη αποφευχθεί με πολύ μικρές δόσεις, η συνέχιση με μεγαλύτερες μπορεί να συνοδεύεται από βελτίωση τόσο ως προς τη συμπτωματολογία όσο και ως προς την επιβίωση. Ενδείξεις για τέτοια δράση υπάρχουν ως τώρα κυρίως για την καρβεδιλόλη, βισοπρολόλη και μετοπρολόλη. Η σοταλόλη είναι πιθανό να επιμηκύνει το διάστημα QT και έχει προκαλέσει σε μερικές περιπτώσεις κοιλιακές αρρυθμίες επικίνδυνες για την ζωή. Είναι σημαντικό να δίνεται ιδιαίτερη προσοχή στην αποφυγή της υποκαλιαιμίας σε ασθενείς που λαμβάνουν σοταλόλη.
Η λαβηταλόλη και η σελιπρολόλη είναι β-αποκλειστές που επιπρόσθετα προκαλούν αγγειοδιαστολή των αρτηριολίων και μειώνουν με αυτό τον τρόπο τις περιφερικές αντιστάσεις. Δεν υπάρχει απόδειξη ότι αυτά τα φάρμακα πλεονεκτούν σημαντικά των υπολοίπων β-αποκλειστών στην αντιμετώπιση της αρτηριακής υπέρτασης.
Η χορήγηση β-αποκλειστών πρέπει να αποφεύγεται εκτός αν δεν υπάρχει εναλλακτική θεραπεία οπότε χορηγούνται με εξαιρετική προσοχή σε άτομα με ιστορικό βρογχικού άσθματος ή χρόνιας αποφρακτικής πνευμονοπάθειας. Μερικοί β-αποκλειστές όπως η ατενολόλη, η βηταξολόλη, η βισοπρολόλη και η μετοπρολόλη έχουν μικρότερη δράση στους β2-υποδοχείς (βρογχικούς) και ως εκ τούτου είναι σχετικά, όχι όμως απόλυτα, καρδιοεκλεκτικοί. Αυτοί οι β-αποκλειστές προκαλούν βρογχόσπασμο σε μικρότερο βαθμό χωρίς όμως να είναι απαλλαγμένοι εντελώς από αυτή την ανεπιθύμητη ενέργεια.
Οι ενδείξεις των β-αποκλειστών είναι οι ακόλουθες:
- Στεφανιαία νόσος:
α) /iΣτηθάγχη/i. Οι β-αποκλειστές αυξάνουν την αντοχή στην προσπάθεια. Μπορούν να συνδυασθούν με νιτρώδη και με ανταγωνιστές του ασβεστίου. Υπάρχουν ενδείξεις ότι απότομη διακοπή τους προκαλεί επιδείνωση της στηθάγχης. Υπάρχει κίνδυνος να προκληθεί καρδιακή ανεπάρκεια όταν β-αποκλειστές χορηγηθούν μαζί με βεραπαμίλη σε ασθενείς με γνωστή στεφανιαία νόσο.
β) /iΈμφραγμα μυοκαρδίου/i. Πολλές μελέτες έχουν δείξει ότι μερικοί β-αποκλειστές μπορούν να προκαλέσουν μείωση των επανεμφραγμάτων στους ασθενείς που έχουν υποστεί έμφραγμα μυοκαρδίου. Στην οξεία φάση του εμφράγματος η αρχική ενδοφλέβια χορήγηση ατενολόλης ή μετοπρολόλης αρχικά και στη συνέχεια από το στόμα μπορεί να ελαττώσει την πρώιμη θνητότητα. Επίσης η προπρανολόλη και τιμολόλη όταν χορηγούνται χρονίως ήδη από την πρώιμη φάση της αποκατάστασης συνεπάγονται μείωση της θνητότητας.
-
Υπέρταση: Ορισμένοι θεωρούν τους β-αποκλειστές ως φάρμακα πρώτης εκλογής. Είναι ασθενή αντιϋπερτασικά και συνήθως απαιτούν συνδυασμό με άλλα φάρμακα (π.χ. διουρητικά).
-
Αρρυθμίες: Είναι ήπια αντιαρρυθμικά φάρμακα. Προκαλούν βραδυκαρδία και μειώνουν τον αυτοματισμό των έκτοπων εστιών. Η σοταλόλη ειδικά, έχει επιπλέον δράση αντιαρρυθμικού της τάξης ΙΙΙ. Οι β-αποκλειστές χορηγούνται για τον έλεγχο της φλεβοκομβικής ταχυκαρδίας και, συνήθως σε συνδυασμό με δακτυλίτιδα, της ταχυκαρδίας από κολπική μαρμαρυγή, ιδίως σε υπερθυρεοειδισμό. Χορηγούνται επίσης σε αρρυθμίες που έχουν σχέση με διέγερση του συμπαθητικού ή στεφανιαία νόσο. Είναι επίσης χρήσιμοι σε μερικές περιπτώσεις με σύνδρομο μακρού QT (ιδίως στην οικογενή παραλλαγή του συνδρόμου).
-
Υπερτροφική μυοκαρδιοπάθεια.
-
Υπερθυρεοειδισμός ιδίως με έντονες καρδιακές εκδηλώσεις.
-
Καρδιακή ανεπάρκεια. Αρχίζοντας με μικρές δόσεις και συνεχίζοντας με μεγαλύτερες, όπως αναφέρθηκε παραπάνω, για τη βισοπρολόλη, καρβεδιλόλη και μετοπρολόλη.
Γενικώς οι β-αποκλειστές γίνονται καλά ανεκτοί. Μπορούν όμως να επιτείνουν σε επικίνδυνο βαθμό την καρδιακή ανεπάρκεια αν δεν ληφθούν κατάλληλα μέτρα, τον κολποκοιλιακό αποκλεισμό και το βρογχικό άσθμα. Σε καρδιακή ανεπάρκεια, εφόσον είναι απαραίτητοι, μπορούν να δοκιμαστούν με μεγάλη προσοχή οι β-αποκλειστές με ενδογενή συμπαθητικομιμητική δράση. Οι ίδιοι, καθώς και οι καρδιοεκλεκτικοί, μπορούν να δοκιμασθούν με προσοχή σε βρογχικό άσθμα (αν είναι απολύτως απαραίτητοι). Απότομη διακοπή τους σε στεφανιαία νόσο ενδέχεται να προκαλέσει επίταση της νόσου. Οι προπρανολόλη, οξπρενολόλη και πινδολόλη διέρχονται τον αιματοεγκεφαλικό φραγμό και μπορούν να προκαλέσουν εφιαλτικά όνειρα, ή, σπανιότατα, ψευδαισθήσεις. Η χορήγηση β-αποκλειστών σε φαιοχρωμοκύτωμα χωρίς τη σύγχρονη χορήγηση ενός α-αναστολέα, μπορεί να προκαλέσει επικίνδυνες υπερτασικές κρίσεις. Η λαβητατόλη έχει επιπλέον ισχυρή α-ανασταλτική δράση. Ίσως έχει ιδιαίτερη ένδειξη σε υπέρταση.
DrugBank
Description
expand_more
Description
Περιγραφή
Καρδιοεκλεκτικός αναστολέας β(1)-αδρενεργικών υποδοχέων. Είναι αποτελεσματικός στη διαχείριση της υπέρτασης και της στηθάγχης. [PubChem]
DrugBank
Indication
expand_more
Indication
Ενδείξεις
Για τη διαχείριση της υπέρτασης και την προφυλακτική θεραπεία της στηθάγχης και της καρδιακής ανεπάρκειας.
DrugBank
Pharmacology
expand_more
Pharmacology
Φαρμακολογία
Η βισοπρολόλη είναι ένας ανταγωνιστής β(1)-αδρενεργικών υποδοχέων, ανταγωνιστικός και καρδιοεκλεκτικός. Χρησιμοποιείται για τη θεραπεία της υπέρτασης, των αρρυθμιών, της στεφανιαίας νόσου, του γλαυκώματος, και επίσης για τη μείωση μη θανατηφόρων καρδιακών συμβαμάτων σε ασθενείς με καρδιακή ανεπάρκεια. Η ενεργοποίηση των β(1)-υποδοχέων (που βρίσκονται κυρίως στην καρδιά) από την επινεφρίνη αυξάνει τον καρδιακό ρυθμό και την αρτηριακή πίεση, και η καρδιά καταναλώνει περισσότερο οξυγόνο. Φάρμακα όπως η βισοπρολόλη που αποκλείουν αυτούς τους υποδοχείς έχουν την αντίθετη επίδραση: μειώνουν τον καρδιακό ρυθμό και την αρτηριακή πίεση και επομένως χρησιμοποιούνται σε καταστάσεις όπου η καρδιά είναι στερημένη οξυγόνου. Συνταγογραφούνται τακτικά σε ασθενείς με ισχαιμική καρδιοπάθεια. Επιπλέον, οι καρδιοεκλεκτικοί αναστολείς β(1) εμποδίζουν την απελευθέρωση ρενίνης, μιας ορμόνης που παράγεται από τους νεφρούς και οδηγεί σε αγγειοσύσπαση. Η βισοπρολόλη είναι λιπόφιλη και δεν παρουσιάζει ενδογενή συμπαθητικομιμητική δραστηριότητα (ISA) ή δραστηριότητα σταθεροποίησης μεμβράνης.
DrugBank
Mechanism of action
expand_more
Mechanism of action
Μηχανισμός Δράσης
Η βισοπρολόλη αποκλείει εκλεκτικά την κατεχολαμινική διέγερση των β(1)-αδρενεργικών υποδοχέων στην καρδιά και στους αγγειακούς λείους μύες. Αυτό οδηγεί σε μείωση του καρδιακού ρυθμού, της καρδιακής παροχής, της συστολικής και διαστολικής αρτηριακής πίεσης, και πιθανώς σε αντανακλαστική ορθοστατική υπόταση. Η βισοπρολόλη μπορεί επίσης να αποκλείσει ανταγωνιστικά τις β(2)-αδρενεργικές αποκρίσεις στους βρογχικούς και αγγειακούς λείους μύες, προκαλώντας βρογχόσπασμο.
DrugBank
Absorption
expand_more
Absorption
Απορρόφηση
80%
DrugBank
Half life
expand_more
Half life
Χρόνος Ημίσειας Ζωής
9-12 ώρες
DrugBank
Protein binding
expand_more
Protein binding
Σύνδεση με Πρωτεΐνες
Η σύνδεση με τις πρωτεΐνες του ορού είναι περίπου 30%
DrugBank
Route of elimination
expand_more
Route of elimination
Οδός Απέκκρισης
Ο χρόνος ημίσειας ζωής αποβολής από το πλάσμα είναι 9 έως 12 ώρες και είναι ελαφρώς μεγαλύτερος σε ηλικιωμένους ασθενείς, εν μέρει λόγω μειωμένης νεφρικής λειτουργίας σε αυτόν τον πληθυσμό. Λιγότερο από το 2% της δόσης απεκκρίνεται στα κόπρανα.
DrugBank
Volume of distribution
expand_more
Volume of distribution
DrugBank
Clearance
expand_more
Clearance
DrugBank
Toxicity
expand_more
Toxicity
Τοξικότητα
Από του στόματος, ποντικός: LD50 = 100 mg/kg; Δέρμα, κουνέλι: LD50 = 200 mg/kg; Δέρμα, αρουραίος: LD50 = 500 mg/kg. Συμπτώματα υπερδοσολογίας περιλαμβάνουν συμφορητική καρδιακή ανεπάρκεια (που χαρακτηρίζεται από αιφνίδια αύξηση βάρους, οίδημα ποδιών, αστραγάλων, κόπωση και δύσπνοια), δυσχερή ή επίπονη αναπνοή, χαμηλή αρτηριακή πίεση, χαμηλό σάκχαρο στο αίμα και βραδύ καρδιακό ρυθμό.
science
PubChem
Φαρμακοδυναμική
expand_more
Φαρμακοδυναμική
Φαρμακοδυναμική
Η βισοπρολόλη μειώνει τον καρδιακό ρυθμό (χρονότροπα), μειώνει τη συσταλτικότητα (ινότροπα) και μειώνει την αρτηριακή πίεση. Τα αποτελέσματα διαφόρων κλινικών μελετών υποδεικνύουν ότι η βισοπρολόλη μειώνει την καρδιαγγειακή θνησιμότητα και τη θνησιμότητα από κάθε αιτία σε ασθενείς με καρδιακή ανεπάρκεια και μειωμένο κλάσμα εξώθησης (EF).
neurology
PubChem
Μηχανισμός δράσης
expand_more
Μηχανισμός δράσης
Μηχανισμός Δράσης
Αν και ο μηχανισμός δράσης της βισοπρολόλης στην υπέρταση δεν έχει πλήρως διευκρινιστεί, πιστεύεται ότι τα θεραπευτικά αποτελέσματα επιτυγχάνονται μέσω του ανταγωνισμού των β-1 αδρενεργικών υποδοχέων, οδηγώντας σε χαμηλότερη καρδιακή παροχή. Η βισοπρολόλη είναι ένας ανταγωνιστής β1-αδρενεργικών υποδοχέων, ανταγωνιστικός και καρδιοεκλεκτικός. Όταν οι β1-υποδοχείς (που βρίσκονται κυρίως στην καρδιά) ενεργοποιούνται από αδρενεργικά νευροδιαβιβαστές όπως η επινεφρίνη, τόσο η αρτηριακή πίεση όσο και ο καρδιακός ρυθμός αυξάνονται, οδηγώντας σε μεγαλύτερη καρδιαγγειακή εργασία, αυξάνοντας την ανάγκη για οξυγόνο. Η βισοπρολόλη μειώνει το καρδιακό έργο μειώνοντας τη συσταλτικότητα και την ανάγκη για οξυγόνο μέσω ανταγωνιστικής αναστολής των β1-αδρενεργικών υποδοχέων. Η βισοπρολόλη πιστεύεται επίσης ότι μειώνει την απελευθέρωση ρενίνης στα νεφρά, η οποία κανονικά αυξάνει την αρτηριακή πίεση. Επιπλέον, ορισμένες επιδράσεις της βισοπρολόλης στο κεντρικό νευρικό σύστημα μπορεί να περιλαμβάνουν τη μείωση της συμπαθητικής νευρικής δραστηριότητας από τον εγκέφαλο, μειώνοντας την αρτηριακή πίεση και τον καρδιακό ρυθμό.
biotech
PubChem
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
expand_more
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
Απορρόφηση, Κατανομή & Απέκκριση
Η βισοπρολόλη απορροφάται καλά από το γαστρεντερικό σωλήνα. Η βιοδιαθεσιμότητα της βισοπρολόλης είναι περίπου 90% λόγω των ελάχιστων φαινομένων πρώτης διόδου. Η απορρόφηση δεν επηρεάζεται από τη λήψη τροφής. Οι μέγιστες συγκεντρώσεις στο πλάσμα επιτυγχάνονται εντός 2-4 ωρών και οι σταθερές συγκεντρώσεις επιτυγχάνονται εντός 5 ημερών από τη χορήγηση. Σε μια φαρμακοκινητική μελέτη, η μέση μέγιστη συγκέντρωση ήταν 52 μικρογραμμάρια/L. Η Cmax σε σταθερές συγκεντρώσεις είναι 64±21 ng/ml με χορήγηση 10 mg ημερησίως. Η περιοχή κάτω από την καμπύλη (AUC) μετά από από του στόματος χορήγηση 10mg βισοπρολόλης κυμάνθηκε από 597 έως 661 ug/L x h. Μετά από ενδοφλέβια χορήγηση της ίδιας δόσης, η AUC ήταν 672 ug/L x h.
Η βισοπρολόλη αποβάλλεται εξίσου και από νεφρικές και ηπατικές οδούς. Περίπου το 50% μιας από του στόματος δόσης απεκκρίνεται αμετάβλητο στα ούρα, με το υπόλοιπο της δόσης να απεκκρίνεται ως ανενεργά μεταβολίτες της βισοπρολόλης. Κάτω από το 2% της προσλαμβανόμενης δόσης απεκκρίνεται στα κόπρανα.
Ο όγκος κατανομής της βισοπρολόλης είναι 3.5 L/kg. Ο μέσος όγκος κατανομής βρέθηκε να είναι 230 L/kg σε ασθενείς με καρδιακή ανεπάρκεια, ο οποίος ήταν παρόμοιος με τον όγκο κατανομής σε υγιείς ασθενείς. Η βισοπρολόλη είναι γνωστό ότι διαπερνά τον πλακούντα.
Η συνολική κάθαρση του σώματος σε υγιείς ασθενείς προσδιορίστηκε σε 14.2 L/h. Σε ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία, η κάθαρση μειώθηκε σε 7.8 L/h. Η ηπατική δυσλειτουργία επίσης μείωσε την κάθαρση της βισοπρολόλης.
Σε σκύλους beagles χορηγήθηκε βισοπρολόλη για 30 ημέρες με τις ακόλουθες ημερήσιες δόσεις: από του στόματος: 30 mg/kg. Συμπλ. δόση: 0.5% διάλυμα (περίπου 0.04 mg/kg) και 5% διάλυμα (περίπου 0.4 mg/kg). Οι συγκεντρώσεις του φαρμάκου προσδιορίστηκαν στο πλάσμα και σε διάφορους ιστούς των ματιών την 1η, 16η και 30ή ημέρα, και την 59η ημέρα, δηλαδή την 29η ημέρα της περιόδου παρακολούθησης. Οι συγκεντρώσεις βισοπρολόλης στο πλάσμα και στους περισσότερους ιστούς των ματιών ήταν σημαντικά υψηλότερες μετά από από του στόματος από ό,τι μετά από συμπλ. χορήγηση. Οι υψηλότερες συγκεντρώσεις ιστών παρατηρήθηκαν στην ίριδα (+κυλιακό σώμα) και στον αμφιβληστροειδή (+χοριοειδής) με αναλογίες συγκέντρωσης ιστού/πλάσματος μεταξύ 100 και 150 μετά από από του στόματος και 1000 έως 3000 μετά από συμπλ. ενστάλαξη (5% διάλυμα). Στο πλάσμα δεν παρατηρήθηκε συσσώρευση του φαρμάκου, κάτι που συμφωνεί με τον χρόνο ημιζωής του στο πλάσμα 4-5 ώρες. Σε αντίθεση με αυτό, οι συγκεντρώσεις στην ίριδα και στον αμφιβληστροειδή αυξήθηκαν από την 1η έως την 16η και 30ή ημέρα κατά 3 έως 8 φορές και ο χρόνος ημιζωής της βισοπρολόλης σε αυτούς τους ιστούς εκτιμήθηκε σε 3 έως 5 ημέρες.
Οι φαρμακοκινητικές ιδιότητες της βισοπρολόλης-(14)C μελετήθηκαν σε αρουραίους Wistar, σκύλους beagle και πιθήκους Cynomolgus. Η βισοπρολόλη απορροφάται καλά σε αυτά τα είδη. Ανεξάρτητα από τη διαδρομή χορήγησης (IV ή PO), 70-90% της δόσης (14)C ανακτήθηκε στα ούρα. Η απέκκριση στα κόπρανα ήταν περίπου 20% σε αρουραίους και λιγότερο από 10% σε σκύλους και πιθήκους. Οι αρουραίοι απέκριναν περίπου 10% της δόσης στη χολή μετά από IV καθώς και μετά από από του στόματος χορήγηση. Ο χρόνος ημιζωής του αμετάβλητου φαρμάκου στο πλάσμα ήταν περίπου 1 ώρα σε αρουραίους, 3 ώρες σε πιθήκους και 5 ώρες σε σκύλους. Η βιοδιαθεσιμότητα ήταν 40-50% σε πιθήκους, περίπου 80% σε σκύλους και 10% σε αρουραίους. Μελέτες σε αρουραίους έδειξαν ότι το φάρμακο προσλαμβάνεται γρήγορα από τους ιστούς. Μετά από IV χορήγηση, βρέθηκαν υψηλά επίπεδα ραδιενέργειας στους πνεύμονες, τους νεφρούς, το ήπαρ, τα επινεφρίδια, τη σπλήνα, το πάγκρεας και τους σιελογόνους αδένες. Μετά από από του στόματος χορήγηση, η υψηλότερη συγκέντρωση παρατηρήθηκε στο ήπαρ και τους νεφρούς. Με εξαίρεση το πλάσμα και το ήπαρ, η αμετάβλητη βισοπρολόλη ήταν η κύρια ραδιοακτιβή ουσία σε όλους τους μελετηθέντες ιστούς. Τόσο ο αιματοεγκεφαλικός όσο και ο πλακουντιακός φραγμός διαπεράστηκαν, αλλά μόνο σε μικρό βαθμό. Δεν παρατηρήθηκε συσσώρευση ραδιενέργειας στους ιστούς μετά από επαναλαμβανόμενες δόσεις (1 mg/kg/ημέρα). Ο μεταβολισμός της βισοπρολόλης μελετήθηκε στα ίδια τρία ζωικά είδη και σε ανθρώπους. Οι κύριοι μεταβολίτες είναι τα προϊόντα της O-αποαλκυλίωσης και της επακόλουθης οξείδωσης στα αντίστοιχα καρβοξυλικά οξέα. Η ποσότητα της αμετάβλητης βισοπρολόλης που απεκκρίνεται στα ούρα είναι 50-60% της δόσης σε ανθρώπους, 30-40% σε σκύλους και περίπου 10% σε αρουραίους και πιθήκους.
Οι φαρμακοκινητικές ιδιότητες της βισοπρολόλης (I) μετά από μία από του στόματος δόση 20 mg (14)C-σημασμένης διαλύματος I, 10 mg δισκίο και ενδοφλέβια ένεση 10 mg I μελετήθηκαν σε 23 υγιείς εθελοντές (ηλικίας 37-53 ετών). Παρατηρήθηκαν μέσοι χρόνοι κάθαρσης 11 ώρες για την αμετάβλητη I και 12 ώρες για τη συνολική ραδιενέργεια. Η εντερική απορρόφηση της I ήταν σχεδόν πλήρης. Το πενήντα τοις εκατό της δόσης απεκκρίθηκε νεφρικά ως αμετάβλητη I και το άλλο 50% μεταβολικά, με επακόλουθη νεφρική απέκκριση των μεταβολιτών. Λιγότερο από 2% της δόσης ανακτήθηκε από τα κόπρανα. Η ενδοατομική σύγκριση των φαρμακοκινητικών δεδομένων που μετρήθηκαν μετά από από του στόματος ή IV δόση απέδωσε απόλυτη βιοδιαθεσιμότητα 90%. Η συνολική και νεφρική κάθαρση υπολογίστηκαν σε 15.6 l/h και 9.6 l/h, αντίστοιχα. Ο όγκος κατανομής ήταν 226 L. Η ταυτόχρονη λήψη τροφής δεν επηρέασε τη βιοδιαθεσιμότητα της I.
Προηγουμένως αναφέραμε ότι η νεφρική λειτουργία ευθύνεται εν μέρει για τη διατομική μεταβλητότητα της φαρμακοκινητικής της βισοπρολόλης. Ο στόχος της παρούσας μελέτης ήταν να εξεταστεί η μεταβλητότητα της βιοδιαθεσιμότητας (F) της βισοπρολόλης σε ιαπωνικούς ασθενείς που λάμβαναν τακτική θεραπεία και τα χαρακτηριστικά της εντερικής απορρόφησης του φαρμάκου. Αρχικά αναλύσαμε τα δεδομένα συγκέντρωσης πλάσματος της βισοπρολόλης σε 52 ιαπωνικούς ασθενείς χρησιμοποιώντας ένα μη γραμμικό μοντέλο μικτών επιδράσεων. Επίσης, διερευνήσαμε την κυτταρική πρόσληψη της βισοπρολόλης χρησιμοποιώντας ανθρώπινα εντερικά επιθηλιακά κύτταρα LS180. Η από του στόματος κάθαρση (CL/F) της βισοπρολόλης σε ιαπωνικούς ασθενείς συσχετίστηκε θετικά με τον φαινόμενο όγκο κατανομής (V/F), υποδηλώνοντας μεταβλητή F. Η πρόσληψη της βισοπρολόλης στα κύτταρα LS180 εξαρτιόταν από τη θερμοκρασία και ήταν κορεσμένη, και μειώθηκε σημαντικά παρουσία κινιδίνης και διφαινυδραμίνης. Επιπλέον, η κυτταρική πρόσληψη της βισοπρολόλης που διαλύθηκε σε όξινο ρυθμιστικό διάλυμα ήταν αισθητά μικρότερη από αυτή που διαλύθηκε σε ουδέτερο ρυθμιστικό διάλυμα. Αυτά τα ευρήματα υποδηλώνουν ότι ο ρυθμός/έκταση της εντερικής απορρόφησης της βισοπρολόλης αποτελεί άλλη αιτία της διατομικής μεταβλητότητας της φαρμακοκινητικής, και ότι η πρόσληψη της βισοπρολόλης στα εντερικά επιθηλιακά κύτταρα είναι εξαιρετικά εξαρτώμενη από το pH και επίσης μεταβλητή.
Για περισσότερα δεδομένα Απορρόφησης, Κατανομής και Απέκκρισης (Πλήρη) για τη Βισοπρολόλη (9 σύνολο), παρακαλώ επισκεφθείτε τη σελίδα του αρχείου HSDB.
water_drop
PubChem
Δέσμευση πρωτεϊνών
expand_more
Δέσμευση πρωτεϊνών
Σύνδεση με Πρωτεΐνες
Η σύνδεση με τις πρωτεΐνες του ορού είναι περίπου 30%.
hub
PubChem
Μεταβολισμός
expand_more
Μεταβολισμός
Μεταβολισμός
Περίπου το 50% της δόσης της βισοπρολόλης αποβάλλεται μέσω μη νεφρικών οδών. Η βισοπρολόλη μεταβολίζεται μέσω οξειδωτικών μεταβολικών οδών χωρίς επακόλουθη σύζευξη. Οι μεταβολίτες της βισοπρολόλης είναι πολικοί και, ως εκ τούτου, απεκκρίνονται εύκολα. Οι κύριοι μεταβολίτες που βρίσκονται στο πλάσμα και τα ούρα είναι ανενεργοί. Η βισοπρολόλη μεταβολίζεται κυρίως από το CYP3A4 (95%), ενώ το CYP2D6 παίζει δευτερεύοντα ρόλο. Ο μεταβολισμός της βισοπρολόλης που μεσολαβείται από το CYP3A4 φαίνεται να μην είναι στερεοεκλεκτικός.
… Στους ανθρώπους, οι γνωστοί μεταβολίτες είναι ασταθείς ή δεν έχουν γνωστή φαρμακολογική δράση. … Η φουμαρική βισοπρολόλη δεν μεταβολίζεται από το κυτόχρωμα P450 II D6 (αποβραδυκαρδιακή υδροξυλάση).
Οι συγκεντρώσεις στο πλάσμα και οι νεφρικές εκκρίσεις των εναντιομερών της βισοπρολόλης σε τέσσερις Ιάπωνες άνδρες υγιείς εθελοντές μετά από μία μόνο από του στόματος χορήγηση 20 mg ρακεμικής βισοπρολόλης αξιολογήθηκαν. Η AUC(άπειρο) και ο χρόνος ημιζωής του (S)-(-)-βισοπρολόλης ήταν ελαφρώς μεγαλύτεροι από εκείνους του (R)-(+)-βισοπρολόλης σε όλους τους υποκείμενους. Η μεταβολική κάθαρση της (R)-(+)-βισοπρολόλης ήταν σημαντικά (P < 0.05) μεγαλύτερη από εκείνη της (S)-(-)-βισοπρολόλης (αναλογία S/R: 0.79±0.03), αν και η διαφορά ήταν μικρή. Αντίθετα, δεν βρέθηκε στερεοεκλεκτική in vitro σύνδεση πρωτεϊνών της βισοπρολόλης στο ανθρώπινο πλάσμα. Μια in vitro μελέτη μεταβολισμού χρησιμοποιώντας ανασυνδυασμένες ανθρώπινες ισομορφές κυτοχρώματος P450 (CYP) έδειξε ότι η οξείδωση και των δύο εναντιομερών της βισοπρολόλης καταλυόταν από τις δύο ισομορφές, CYP2D6 και CYP3A4. Το CYP2D6 μετέβαλε τη βισοπρολόλη στερεοεκλεκτικά (R > S), ενώ ο μεταβολισμός της βισοπρολόλης από το CYP3A4 δεν ήταν στερεοεκλεκτικός. Η αναλογία S/R της μέσης κάθαρσης λόγω σωληναριακής νεφρικής έκκρισης ήταν 0.68, υποδηλώνοντας μέτριο βαθμό στερεοεκλεκτικής σωληναριακής νεφρικής έκκρισης. Αυτά τα ευρήματα συνολικά υποδηλώνουν ότι οι μικρές διαφορές στη φαρμακοκινητική μεταξύ (S)-(-)- και (R)-(+)-βισοπρολόλης οφείλονται κυρίως στη στερεοεκλεκτικότητα στην ενδογενή μεταβολική κάθαρση από το CYP2D6 και στη σωληναριακή νεφρική έκκριση.
Οι φαρμακοκινητικές ιδιότητες της βισοπρολόλης-(14)C μελετήθηκαν σε αρουραίους Wistar, σκύλους beagle και πιθήκους Cynomolgus. … Ο μεταβολισμός της βισοπρολόλης μελετήθηκε στα ίδια τρία ζωικά είδη και σε ανθρώπους. Οι κύριοι μεταβολίτες είναι τα προϊόντα της O-αποαλκυλίωσης και της επακόλουθης οξείδωσης στα αντίστοιχα καρβοξυλικά οξέα. …
hourglass
PubChem
Ημίσεια ζωή
expand_more
Ημίσεια ζωή
Βιολογικός Χρόνος Ημιζωής
Μια φαρμακοκινητική μελέτη σε 12 υγιή άτομα προσδιόρισε τον μέσο χρόνο ημιζωής της βισοπρολόλης στο πλάσμα σε 10-12 ώρες. Μια άλλη μελέτη σε υγιείς ασθενείς προσδιόρισε τον χρόνο ημιζωής κάθαρσης σε περίπου 10 ώρες. Η νεφρική δυσλειτουργία αύξησε τον χρόνο ημιζωής σε 18.5 ώρες.
Σε ασθενείς με κίρρωση του ήπατος, η κάθαρση της Zebeta (φουμαρική βισοπρολόλη) είναι πιο μεταβλητή σε ρυθμό και σημαντικά πιο αργή από ό,τι σε υγιείς ασθενείς, με τον χρόνο ημιζωής στο πλάσμα να κυμαίνεται από 8.3 έως 21.7 ώρες.
Σε υποκείμενους με κάθαρση κρεατινίνης μικρότερη από 40 mL/min, ο χρόνος ημιζωής στο πλάσμα αυξάνεται περίπου τριπλάσια σε σύγκριση με τους υγιείς υποκείμενους.
Ο χρόνος ημιζωής κάθαρσης στο πλάσμα είναι 9-12 ώρες και είναι ελαφρώς μεγαλύτερος σε ηλικιωμένους ασθενείς, εν μέρει λόγω της μειωμένης νεφρικής λειτουργίας σε αυτόν τον πληθυσμό.
Οι φαρμακοκινητικές ιδιότητες της βισοπρολόλης-(14)C μελετήθηκαν σε αρουραίους Wistar, σκύλους beagle και πιθήκους Cynomolgus. … Ο χρόνος ημιζωής στο πλάσμα του αμετάβλητου φαρμάκου ήταν περίπου 1 ώρα σε αρουραίους, 3 ώρες σε πιθήκους και 5 ώρες σε σκύλους.
Σε σκύλους, η βισοπρολόλη έχει… χρόνο ημιζωής 4 ωρών.
category
PubChem
MeSH classification
expand_more
MeSH classification
Φαρμακολογική Ταξινόμηση MeSH
Φάρμακα που χρησιμοποιούνται στη θεραπεία οξείας ή χρόνιας αγγειακής ΥΠΕΡΤΑΣΗΣ ανεξαρτήτως φαρμακολογικού μηχανισμού. Μεταξύ των αντιυπερτασικών παραγόντων περιλαμβάνονται ΔΙΟΥΡΗΤΙΚΑ (ιδιαίτερα ΘΕΙΑΖΙΔΙΚΑ ΔΙΟΥΡΗΤΙΚΑ). Β-ΑΔΡΕΝΕΡΓΙΚΟΙ ΑΝΤΑΓΩΝΙΣΤΕΣ, Α-ΑΔΡΕΝΕΡΓΙΚΟΙ ΑΝΤΑΓΩΝΙΣΤΕΣ, ΑΝΑΣΤΟΛΕΙΣ ΜΕΤΑΤΡΕΠΤΙΚΟΥ ΕΝΖΥΜΟΥ ΑΓΓΕΙΟΤΑΣΙΝΗΣ, ΑΝΑΣΤΟΛΕΙΣ ΔΙΑΥΛΩΝ ΑΣΒΕΣΤΙΟΥ, ΑΓΓΕΙΟΔΙΑΣΤΑΛΤΙΚΟΙ ΠΑΡΑΓΟΝΤΕΣ.
Φάρμακα που αναστέλλουν τις δράσεις του συμπαθητικού νευρικού συστήματος με οποιονδήποτε μηχανισμό. Τα πιο συνηθισμένα από αυτά είναι οι ΑΔΡΕΝΕΡΓΙΚΟΙ ΑΝΤΑΓΩΝΙΣΤΕΣ και τα φάρμακα που μειώνουν τη νορεπινεφρίνη ή μειώνουν την απελευθέρωση νευροδιαβιβαστών από αδρενεργικές μεταγαγγλιακές νευρικές ίνες (βλ. ΑΔΡΕΝΕΡΓΙΚΟΙ ΠΑΡΑΓΟΝΤΕΣ). Τα φάρμακα που δρουν στο κεντρικό νευρικό σύστημα για να μειώσουν τη συμπαθητική δραστηριότητα (π.χ., κεντρικά δρώντες α2-αδρενεργικοί αγωνιστές, βλ. Α2-ΑΔΡΕΝΕΡΓΙΚΟΙ ΑΓΩΝΙΣΤΕΣ) περιλαμβάνονται εδώ.
Φάρμακα που συνδέονται και αναστέλλουν την ενεργοποίηση των ΒΗΤΑ-1 ΑΔΡΕΝΕΡΓΙΚΩΝ ΥΠΟΔΟΧΕΩΝ.
fact_check
PubChem
FDA classification
expand_more
FDA classification
Φαρμακολογική Ταξινόμηση FDA
Y41JS2NL6U
BISOPROLOL
Μηχανισμοί Δράσης [MoA] - Αδρενεργικοί β-Ανταγωνιστές
Καθιερωμένη Φαρμακολογική Κατηγορία [EPC] - Β-αδρενεργικός Αναστολέας
Η βισοπρολόλη είναι Β-αδρενεργικός Αναστολέας. Ο μηχανισμός δράσης της βισοπρολόλης είναι ως Αδρενεργικός β-Ανταγωνιστής.
Ημίσεια ζωή
Δέσμευση πρωτεϊνών
Απέκκριση
Scientific Profile
Φαρμακολογική Ταξινόμηση MeSH
Φάρμακα που χρησιμοποιούνται στη θεραπεία οξείας ή χρόνιας αγγειακής ΥΠΕΡΤΑΣΗΣ ανεξαρτήτως φαρμακολογικού μηχανισμού. Μεταξύ των αντιυπερτασικών παραγόντων περιλαμβάνονται ΔΙΟΥΡΗΤΙΚΑ (ιδιαίτερα ΘΕΙΑΖΙΔΙΚΑ ΔΙΟΥΡΗΤΙΚΑ). Β-ΑΔΡΕΝΕΡΓΙΚΟΙ ΑΝΤΑΓΩΝΙΣΤΕΣ, Α-ΑΔΡΕΝΕΡΓΙΚΟΙ ΑΝΤΑΓΩΝΙΣΤΕΣ, ΑΝΑΣΤΟΛΕΙΣ ΜΕΤΑΤΡΕΠΤΙΚΟΥ ΕΝΖΥΜΟΥ ΑΓΓΕΙΟΤΑΣΙΝΗΣ, ΑΝΑΣΤΟΛΕΙΣ ΔΙΑΥΛΩΝ ΑΣΒΕΣΤΙΟΥ, ΑΓΓΕΙΟΔΙΑΣΤΑΛΤΙΚΟΙ ΠΑΡΑΓΟΝΤΕΣ.
Φάρμακα που αναστέλλουν τις δράσεις του συμπαθητικού νευρικού συστήματος με οποιονδήποτε μηχανισμό. Τα πιο συνηθισμένα από αυτά είναι οι ΑΔΡΕΝΕΡΓΙΚΟΙ ΑΝΤΑΓΩΝΙΣΤΕΣ και τα φάρμακα που μειώνουν τη νορεπινεφρίνη ή μειώνουν την απελευθέρωση νευροδιαβιβαστών από αδρενεργικές μεταγαγγλιακές νευρικές ίνες (βλ. ΑΔΡΕΝΕΡΓΙΚΟΙ ΠΑΡΑΓΟΝΤΕΣ). Τα φάρμακα που δρουν στο κεντρικό νευρικό σύστημα για να μειώσουν τη συμπαθητική δραστηριότητα (π.χ., κεντρικά δρώντες α2-αδρενεργικοί αγωνιστές, βλ. Α2-ΑΔΡΕΝΕΡΓΙΚΟΙ ΑΓΩΝΙΣΤΕΣ) περιλαμβάνονται εδώ.
Φάρμακα που συνδέονται και αναστέλλουν την ενεργοποίηση των ΒΗΤΑ-1 ΑΔΡΕΝΕΡΓΙΚΩΝ ΥΠΟΔΟΧΕΩΝ.
Σχετικά Εργαλεία
Πρωτόκολλα Συνταγογράφησης
Συνταγογραφείται εφόσον ο ασθενής εντάσσεται σε κάποιο από τα παρακάτω βήματα:
-
ΒΗΜΑ Anti-anginal-1-BB C07AB07Συμπτωματική 1ης γραμμής — β-αναστολείςΣταθερή στηθάγχη — ακρογωνιαίος λίθος της αντι-ισχαιμικής θεραπείαςΔοσολογία: 10 mg × 1 (στόχος) · Συνεχής
Συνταγογραφείται εφόσον ο ασθενής εντάσσεται σε κάποιο από τα παρακάτω βήματα:
-
ΒΗΜΑ HFrEF-Foundation C07AB07HFrEF — Τέσσερις βασικές κατηγορίες (4 pillars)ΚΕ ≤ 40% — όλοι οι ασθενείς. Ταυτόχρονη έναρξη και τιτλοποίησηΔοσολογία: 1.25 mg ×1 → στόχος 10 mg ×1 · Δια βίου
-
ΒΗΜΑ HFmrEF C07AB07HFmrEF — Μέτρια μειωμένο κλάσμα εξώθησης (41–49%)ΚΕ 41–49%Δοσολογία: Όπως HFrEF · Συνεχής
Συνταγογραφείται εφόσον ο ασθενής εντάσσεται σε κάποιο από τα παρακάτω βήματα:
-
ΒΗΜΑ 1 C07AB07ΒΗΜΑ 1 — Διπλός συνδυασμός
- Έναρξη φαρμακευτικής αγωγής — προτεινόμενος ο διπλός συνδυασμός
- Μονοθεραπεία μόνο σε: χαμηλό ΚΑ κίνδυνο & ΑΠ < 150/95· υψηλή-φυσιολογική ΑΠ με πολύ υψηλό κίνδυνο· κακή κατάσταση/προχωρημένη ηλικία
Δοσολογία: — · Συνεχής
Συνταγογραφείται εφόσον ο ασθενής εντάσσεται σε κάποιο από τα παρακάτω βήματα:
-
ΒΗΜΑ Acute-Narrow C07AB07Άμεση Διαχείριση — Στενά QRS, Ρυθμική (αιμοδυναμικά σταθερός)Ρυθμική ταχυκαρδία στενά QRS, αιμοδυναμικά σταθερός — βαγοτονικοί χειρισμοί 1ης γραμμήςΔοσολογία: Esmolol 500 μg/kg ή Metoprolol 5 mg IV · Άμεσα
-
ΒΗΜΑ IST C07AB07Απρόσφορη Φλεβοκομβική ΤαχυκαρδίαΣυμπτωματική απρόσφορη φλεβοκομβική ταχυκαρδίαΔοσολογία: Bisoprolol 2.5–10 mg/ημέρα · Συνεχής
-
ΒΗΜΑ Focal-AT C07AB07Εστιακή Κολπική Ταχυκαρδία (Focal AT)Εστιακή κολπική ταχυκαρδίαΔοσολογία: 5 mg IV · Άμεσα
-
ΒΗΜΑ Focal-AT C07AB07Εστιακή Κολπική Ταχυκαρδία (Focal AT)Εστιακή κολπική ταχυκαρδίαΔοσολογία: Bisoprolol 2.5–10 mg · Συνεχής
-
ΒΗΜΑ Multifocal-AT C07AB07Πολυεστιακή Κολπική Ταχυκαρδία (Multifocal AT)Πολυεστιακή κολπική ταχυκαρδία — υποκείμενο νόσημαΔοσολογία: Bisoprolol 2.5–10 mg/ημέρα · Συνεχής
-
ΒΗΜΑ MRAT C07AB07Κολπική Ταχυκαρδία Μακροεπανεισόδου / Κολπικός ΠτερυγισμόςMRAT (περιλαμβάνει κολπικό πτερυγισμό)Δοσολογία: Όπως αρσενάλι · Συνεχής
-
ΒΗΜΑ AVNRT C07AB07Κολποκοιλιακή Κομβική Ταχυκαρδία Επανεισόδου (AVNRT)AVNRT (τυπική / άτυπη)Δοσολογία: Όπως αρσενάλι · Συνεχής
-
ΒΗΜΑ Orthodromic-AVRT C07AB07Ορθόδρομη Κολποκοιλιακή Ταχυκαρδία Επανεισόδου (συμπεριλαμβάνεται PJRT)Ορθόδρομη AVRTΔοσολογία: Όπως αρσενάλι · Συνεχής
Το φάρμακο περιλαμβάνεται στο φαρμακευτικό οπλοστάσιο (beta blockers) του πρωτοκόλλου. Δείτε την πλήρη οδηγία για τα κριτήρια συνταγογράφησης.