Clinio Logo
Clinio
ΔΡΑΣΤΙΚΗ ΟΥΣΙΑ B01AC23 SPC ΕΟΦ DrugBank PubChem Σκευάσματα

CILOSTAZOL(Σιλοσταζόλη)

Ημίσεια ζωή

Ημίσεια ζωή

Ο χρόνος στον οποίο η συγκέντρωση του φαρμάκου στο πλάσμα πέφτει στο μισό. Από αυτόν προκύπτει κάθε πότε δίνεται: το μεσοδιάστημα των δόσεων ακολουθεί χονδρικά την ημιζωή, οπότε μικρή ημιζωή σημαίνει πολλές δόσεις την ημέρα και μεγάλη ημιζωή μία δόση ημερησίως ή αραιότερα. Σταθερά επίπεδα στο αίμα επιτυγχάνονται μετά από 4-5 ημιζωές. Ο κανόνας είναι ενδεικτικός — οι μορφές παρατεταμένης αποδέσμευσης και η εγκεκριμένη δοσολογία της ΠΧΠ υπερισχύουν.

Κατά την πηγή: 10,5 ώρες

Άλλες πηγές αναφέρουν:
  • PubChem: 11-13 ώρες
10.5 ώρες ΠΧΠ (SPC)
Δέσμευση πρωτεϊνών

Δέσμευση πρωτεϊνών

Το ποσοστό του φαρμάκου που κυκλοφορεί δεσμευμένο σε πρωτεΐνες του πλάσματος. Δρα μόνο το ελεύθερο κλάσμα, γι' αυτό η υψηλή δέσμευση αυξάνει τον κίνδυνο αλληλεπιδράσεων εκτόπισης.

95-98% PubChem
Απέκκριση

Απέκκριση

Η κύρια οδός αποβολής του φαρμάκου. Δείχνει πού χρειάζεται προσαρμογή δόσης — σε νεφρική ή σε ηπατική ανεπάρκεια.

Νεφρά/Ήπαρ PubChem
Καθαρίζει (~5×t½)

Καθαρίζει (~5×t½)

Φαρμακοκινητική εκτίμηση, όχι κλινικός κανόνας. Μετά από 5 ημιζωές έχει αποβληθεί πάνω από το 95% της ουσίας από το πλάσμα. Ο αριθμός προκύπτει αυτόματα από τη μεγαλύτερη ημιζωή που αναφέρει η πηγή — συχνά την τελική φάση αποβολής ή την κατανομή στους ιστούς — γι' αυτό μπορεί να δείχνει εβδομάδες ή μήνες. ΔΕΝ είναι το διάστημα διακοπής πριν από επέμβαση ή πριν από φάρμακο που αλληλεπιδρά: αυτό καθορίζεται από τη φαρμακοδυναμική (η ασπιρίνη δρα στα αιμοπετάλια αφού φύγει από το πλάσμα), τους ενεργούς μεταβολίτες, τις μορφές depot, τη νεφρική και ηπατική λειτουργία, τον κίνδυνο της επέμβασης και τον λόγο της αγωγής. Ακολουθήστε την ΠΧΠ και το πρωτόκολλο της επέμβασης.

2.2 ημέρες arrow_forward

Σκευάσματα και τιμές

Φόρτωση...
Δεδομένα ΕΟΦ (04/2026)

Ενδείξεις κατά έγγραφο

Ατομικές ενδείξεις όπως δηλώνονται στα πιστοποιημένα κείμενα των SPC, με τεκμηρίωση

έλεγχος κάλυψης…
  1. Φόρτωση…

Πληροφορίες Συνταγογράφησης

Επιμελημένα δεδομένα από το SPC

SPC
Κείμενο ενός σκευάσματος, όχι της δραστικής. Οι ενότητες προέρχονται από την ΠΧΠ του INCLAUD και καλύπτουν 6 από 6 συσκευασίες της δραστικής. Άλλες φαρμακοτεχνικές μορφές και οδοί χορήγησης μπορεί να έχουν διαφορετικές ενδείξεις, δοσολογία και προειδοποιήσεις — συμβουλευθείτε την ΠΧΠ του σκευάσματος που συνταγογραφείτε.
clinical_notes

Ενδείξεις

ΠΧΠ (SPC) §4.1
expand_more
  1. βελτίωση των μέγιστων και χωρίς πόνο αποστάσεων βάδισης

    σε: ασθενείς με διαλείπουσα χωλότητα

    οι οποίοι δεν παρουσιάζουν πόνο ανάπαυσης και δεν έχουν ένδειξη περιφερικής ιστικής νέκρωσης (περιφερική αρτηριακή νόσος Fontaine σταδίου II)

    • I73 Άλλες περιφερικές αγγειακές νόσοι (πληθυσμός)
  2. χρήση δεύτερης γραμμής

    σε: ασθενείς με διαλείπουσα χωλότητα

    στους οποίους οι αλλαγές στον τρόπο διαβίωσης (συμπεριλαμβανομένων της διακοπής του καπνίσματος και των [επιβλεπόμενων] προγραμμάτων άσκησης) και άλλες κατάλληλες παρεμβάσεις έχουν αποτύχει να βελτιώσουν επαρκώς τα συμπτώματα της διαλείπουσας χωλότητάς τους

    • I73 Άλλες περιφερικές αγγειακές νόσοι (πληθυσμός)

Πορτοκαλί = ο κωδικός προέρχεται από τον πληθυσμό της ένδειξης, όχι από το κείμενό της.

Αναζήτηση φαρμάκων ανά ένδειξη
medication

Δοσολογία

ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Οδός:
Από του στόματος
Χορήγηση:
30 λεπτά πριν το πρωινό και το δείπνο
Δόση έναρξης:
100 mg δύο φορές την ημέρα
  • Ενήλικες
    Δόση100 mg δύο φορές την ημέρα
    Μείωση της δόσης σε 50 mg δύο φορές την ημέρα συνιστάται σε ασθενείς που λαμβάνουν φάρμακα τα οποία αναστέλλουν ισχυρά το CYP3A4 ή το CYP2C19.
  • Ηλικιωμένοι
    Δεν υπάρχουν ειδικές απαιτήσεις σχετικά με τη δοσολογία.
  • Παιδιατρικός πληθυσμός
    Η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα δεν έχουν τεκμηριωθεί.
  • Ασθενείς με ήπια ηπατική νόσο
    Δεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης.
  • Ασθενείς με μέτρια ή σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία
    Αντενδείκνυται.
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
Φόρτωση…
block

Αντενδείξεις

ΠΧΠ (SPC)
expand_more
  • Γνωστή υπερευαισθησία στη σιλοσταζόλη ή σε κάποιο από τα έκδοχα (βλ. παράγραφο 6.1)
  • Σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία
    Πληθυσμόςκάθαρση κρεατινίνης ≤ 25 ml/min
  • Μέτρια ή σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία
  • Συμφορητική καρδιακή ανεπάρκεια
  • Εγκυμοσύνη
  • γνωστή προδιάθεση για αιμορραγία
    Πληθυσμόςπ.χ. ενεργό πεπτικό έλκος, πρόσφατο (τους τελευταίους έξι μήνες) αιμορραγικό αγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιο, υπερπλαστική διαβητική αμφιβληστροειδοπάθεια, ανεπαρκώς ελεγχόμενη υπέρταση
  • ιστορικό κοιλιακής ταχυκαρδίας, κοιλιακής μαρμαρυγής ή πολυεστιακής κοιλιακής έκτοπης δραστηριότητας, είτε έλαβαν κατάλληλη θεραπεία είτε όχι, και παράταση του διαστήματος QTc
  • ιστορικό σοβαρής ταχυαρρυθμίας
  • ταυτόχρονη θεραπεία με δύο ή περισσότερους επιπρόσθετους αντιαιμοπεταλιακούς ή αντιπηκτικούς παράγοντες
    Πληθυσμόςπ.χ. ακετυλοσαλικυλικό οξύ, κλοπιδογρέλη, ηπαρίνη, βαρφαρίνη, ασενοκουμαρόλη, δαμπιγκατράνη, ριβαροξαμπάνη ή απιξαμπάνη
  • ασταθή στηθάγχη, έμφραγμα του μυοκαρδίου κατά τους τελευταίους 6 μήνες ή μια στεφανιαία παρέμβαση τους τελευταίους 6 μήνες
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
Φόρτωση…
warning

Προειδοποιήσεις & Προφυλάξεις

ΠΧΠ (SPC)
expand_more
  • Αξιολόγηση θεραπείας
    Η καταλληλότητα της θεραπείας με σιλοσταζόλη θα πρέπει να εξεταστεί προσεκτικά, παράλληλα με άλλες θεραπευτικές επιλογές, όπως η επαναγγείωση.
  • Καρδιακές επιδράσεις (ταχυκαρδία, αίσθημα παλμών, ταχυαρρυθμία, υπόταση)
    Η σιλοσταζόλη μπορεί να προκαλέσει ταχυκαρδία, αίσθημα παλμών, ταχυαρρυθμία και/ή υπόταση.
  • Αυξημένος καρδιακός ρυθμός
    προσοχή
    ΠληθυσμόςΑσθενείς που διατρέχουν αυξημένο κίνδυνο σοβερών καρδιακών ανεπιθύμητων ενεργειών (π.χ. ασθενείς με σταθερή στεφανιαία νόσο)
    Θα πρέπει να παρακολουθούνται στενά
  • Καρδιακές αρρυθμίες
    προσοχή
    ΠληθυσμόςΑσθενείς με κολπική ή κοιλιακή εκτοπία και ασθενείς με κολπική μαρμαρυγή ή πτερυγισμό
    Απαιτείται προσοχή κατά τη συνταγογράφηση
  • Αιμορραγία/Μώλωπες
    Οι ασθενείς θα πρέπει να προειδοποιούνται να αναφέρουν οποιοδήποτε επεισόδιο αιμορραγίας ή εύκολης δημιουργίας μώλωπα κατά τη διάρκεια της θεραπείας
  • Αιμορραγία του αμφιβληστροειδούς
    Η χορήγηση σιλοσταζόλης θα πρέπει να διακοπεί
  • Κίνδυνος αιμορραγίας κατά την εγχείρηση
    Λόγω της ανασταλτικής δράσης της σιλοσταζόλης στη συσσώρευση αιμοπεταλίων είναι δυνατό να προκύπτει αυξημένος κίνδυνος αιμορραγίας σε συνδυασμό με εγχείρηση (συμπεριλαμβανομένων λιγότερο επεμβατικών διαδικασιών όπως εξαγωγή οδόντων)
  • Αιματολογικές ανωμαλίες
    Οι ασθενείς θα πρέπει να αναφέρουν αμέσως τυχόν άλλα συμπτώματα που ενδέχεται επίσης να δηλώνουν την πρώιμη ανάπτυξη δυσκρασίας του αίματος, όπως πυρεξία και πονόλαιμο. Η σιλοσταζόλη θα πρέπει να διακοπεί αμέσως εάν υπάρχει κλινική ή εργαστηριακή ένδειξη αιματολογικών ανωμαλιών.
  • Συγχορήγηση με ισχυρούς αναστολείς CYP3A4 ή CYP2C19
    προσοχή
    ΠληθυσμόςΑσθενείς που λαμβάνουν ισχυρούς αναστολείς του CΥΡ3Α4 ή του CΥΡ2C19
    Συνιστάται μια δοσολογία σιλοσταζόλης των 50 mg δύο φορές την ημέρα
  • Συγχορήγηση με αντιυπερτασικούς παράγοντες
    προσοχή
    Απαιτείται προσοχή κατά τη συγχορήγηση σιλοσταζόλης με οποιονδήποτε άλλο παράγοντα που έχει τη δυνατότητα να μειώνει την πίεση του αίματος λόγω της πιθανότητας να υπάρξει πρόσθετη υποτασική επίδραση με αντανακλαστική ταχυκαρδία.
  • Συγχορήγηση με άλλους αναστολείς συσσώρευσης αιμοπεταλίων
    προσοχή
    Απαιτείται προσοχή κατά τη συγχορήγηση σιλοσταζόλης με οποιονδήποτε άλλο παράγοντα που αναστέλλει τη συσσώρευση αιμοπεταλίων.
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
Φόρτωση…
swap_horiz

Αλληλεπιδράσεις

ΠΧΠ (SPC)
expand_more
  • Ακετυλοσαλικυλικό οξύ (ASA)
    παρακολούθηση
    Αύξηση της αναστολής της συσσώρευσης αιμοπεταλίων. Δεν παρατηρήθηκε μεγαλύτερη συχνότητα αιμορραγικών ανεπιθύμητων ενεργειών.
  • Κλοπιδογρέλη, άλλα αντιαιμοπεταλιακά φάρμακα
    αντένδειξη
    Αύξηση του κινδύνου αιμορραγίας. Ένα υψηλότερο ποσοστό αιμορραγίας παρατηρήθηκε με την ταυτόχρονη χρήση κλοπιδογρέλης, ASA και σιλοσταζόλης.
    ΣύστασηΑντενδείκνυται σε ασθενείς που λαμβάνουν δύο ή περισσότερους επιπρόσθετους αντιαιμοπεταλιακούς/αντιπηκτικούς παράγοντες. Συνιστάται προσοχή κατά τη συγχορήγηση με οποιοδήποτε φάρμακο που αναστέλλει τη συσσώρευση αιμοπεταλίων και παρακολούθηση του χρόνου αιμορραγίας.
  • Βαρφαρίνη, άλλα από του στόματος αντιπηκτικά
    αντένδειξη
    Δεν παρατηρήθηκε αναστολή του μεταβολισμού της βαρφαρίνης ή επίδραση στις παραμέτρους πήξης. Αυξημένος κίνδυνος αιμορραγίας.
    ΣύστασηΑντενδείκνυται σε ασθενείς που λαμβάνουν δύο ή περισσότερους επιπρόσθετους αντιαιμοπεταλιακούς/αντιπηκτικούς παράγοντες. Συνιστάται προσοχή και συχνή παρακολούθηση για τη μείωση της πιθανότητας αιμορραγίας.
  • Ισχυροί αναστολείς CYP3A4 (π.χ. ερυθρομυκίνη, κλαριθρομυκίνη, κετοκοναζόλη, ιτρακοναζόλη, μακρολίδια, αντιμυκητιασικά αζόλης, αναστολείς πρωτεάσης)
    προσοχή
    Αύξηση της συνολικής φαρμακολογικής δράσης και ενίσχυση των ανεπιθύμητων ενεργειών της σιλοσταζόλης. (Ερυθρομυκίνη: αύξηση AUC σιλοσταζόλης κατά 72%. Κετοκοναζόλη: αύξηση AUC σιλοσταζόλης κατά 117%).
    ΣύστασηΜείωση της δόσης της σιλοσταζόλης σε 50 mg δύο φορές την ημέρα.
  • Ισχυροί αναστολείς CYP2C19 (π.χ. ομεπραζόλη, αναστολείς αντλίας πρωτονίων)
    προσοχή
    Αύξηση της συνολικής φαρμακολογικής δράσης και ενίσχυση των ανεπιθύμητων ενεργειών της σιλοσταζόλης. (Ομεπραζόλη: αύξηση AUC σιλοσταζόλης κατά 22%).
    ΣύστασηΜείωση της δόσης της σιλοσταζόλης σε 50 mg δύο φορές την ημέρα.
  • Ασθενείς αναστολείς CYP3A4 (π.χ. διλτιαζέμη)
    παρακολούθηση
    Αύξηση της AUC της σιλοσταζόλης κατά 44%.
    ΣύστασηΔεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης.
  • Χυμός γκρέιπφρουτ
    παρακολούθηση
    Μη αξιοσημείωτη επίδραση σε μικρές ποσότητες. Κλινικά σημαντική επίδραση πιθανή σε μεγαλύτερες ποσότητες.
    ΣύστασηΔεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης για μικρές ποσότητες.
  • Υποστρώματα CYP3A4 με στενό θεραπευτικό δείκτη (π.χ. σισαπρίδη, αλοφαντρίνη, πιμοζίδη, παράγωγα εργοτίνης, στατίνες όπως σιμβαστατίνη, ατορβαστατίνη, λοβαστατίνη)
    προσοχή
    Η σιλοσταζόλη αυξάνει την AUC της λοβαστατίνης και του β-υδροξυ οξέος της κατά 70%.
    ΣύστασηΣυνιστάται προσοχή.
  • Επαγωγείς CYP3A4, CYP2C19 (π.χ. καρβαμαζεπίνη, φαινυτοΐνη, ριφαμπικίνη, βαλσαμόχορτο)
    παρακολούθηση
    Η αντιαιμοπεταλιακή επίδραση μπορεί θεωρητικά να αλλοιωθεί.
    ΣύστασηΗ αντιαιμοπεταλιακή επίδραση θα πρέπει να παρακολουθείται προσεκτικά.
  • Κάπνισμα (επαγωγέας CYP1A2)
    παρακολούθηση
    Μείωσε τις συγκεντρώσεις σιλοσταζόλης στο πλάσμα κατά 18%.
    ΣύστασηΗ αντιαιμοπεταλιακή επίδραση θα πρέπει να παρακολουθείται προσεκτικά.
  • Άλλοι παράγοντες που μειώνουν την πίεση του αίματος
    προσοχή
    Πιθανότητα πρόσθετης υποτασικής επίδρασης με αντανακλαστική ταχυκαρδία.
    ΣύστασηΑπαιτείται προσοχή.
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
Φόρτωση…
sick

Ανεπιθύμητες ενέργειες

ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Δέρμα
  • Εκχύμωση
  • Υποδόρια αιμορραγία
  • Εξάνθημα
  • Κνησμός
  • Έκζεμα
  • Δερματικά εξανθήματα
  • Σύνδρομο Stevens-Johnson
  • Τοξική επιδερμική νεκρόλυση
  • Κνίδωση
Αίμα
  • Αναιμία
  • Παράταση χρόνου αιμορραγίας
  • Θρομβοκυττάρωση
  • Τάση αιμορραγίας
  • Θρομβοπενία
  • Κοκκιοκυτταροπενία
  • Ακοκκιοκυτταραιμία
  • Λευκοπενία
  • Πανκυτταροπενία
  • Απλαστική αναιμία
Ανοσοποιητικό
  • Αλλεργική αντίδραση
Διαταραχές του μεταβολισμού και της θρέψης
  • Οίδημα (περιφερικό, πρόσωπο)
Μεταβολισμός
  • Ανορεξία
  • Υπεργλυκαιμία
  • Σακχαρώδης διαβήτης
Ψυχιατρικές
  • Άγχος
  • Αϋπνία
  • Μη φυσιολογικά όνειρα
Νευρικό
  • Κεφαλαλγία
  • Ζάλη
  • Πάρεση
  • Υπαισθησία
  • Συγκοπή
Οφθαλμικές
  • Επιπεφυκίτιδα
  • Αιμορραγία οφθαλμού
Αυτί
  • Εμβοές
Καρδιά
  • Αίσθημα παλμών
  • Ταχυκαρδία
  • Στηθάγχη
  • Αρρυθμία
  • Κοιλιακές έκτακτες συστολές
  • Έμφραγμα του μυοκαρδίου
  • Κολπική μαρμαρυγή
  • Συμφορητική καρδιακή ανεπάρκεια
  • Υπερκοιλιακή ταχυκαρδία
  • Κοιλιακή ταχυκαρδία
Αναπνευστικό
  • Επίσταξη
  • Πνευμονική αιμορραγία
  • Ρινίτιδα
  • Δύσπνοια
  • Βήχας
  • Διάμεση πνευμονία
Γαστρεντερικό
  • Γαστρεντερική αιμορραγία
  • Διάρροια
  • Μη φυσιολογικά κόπρανα
  • Ναυτία
  • Έμετος
  • Δυσπεψία
  • Μετεωρισμός
  • Κοιλιακό άλγος
  • Γαστρίτιδα
Αγγειακές διαταραχές
  • Απροσδιόριστη αιμορραγία
  • Αιμορραγία της αναπνευστικής οδού
Αγγειακές
  • Ορθοστατική υπόταση
  • Εξάψεις
  • Υπέρταση
  • Υπόταση
  • Εγκεφαλική αιμορραγία
  • Μυϊκή αιμορραγία
Λοιμώξεις
  • Φαρυγγίτιδα
  • Πνευμονία
Ήπαρ
  • Ηπατίτιδα
  • Μη φυσιολογική ηπατική λειτουργία
  • Ίκτερος
Μυοσκελετικό
  • Μυαλγία
Νεφρά/Ουροποιητικό
  • Νεφρική ανεπάρκεια
  • Νεφρική δυσλειτουργία
  • Αιματουρία
  • Συχνουρία
Γενικές
  • Θωρακικός πόνος
  • Εξασθένιση
  • Ρίγη
  • Αίσθημα κακουχίας
  • Πυρεξία
  • Άλγος
Εργαστηριακές
  • Αυξημένο ουρικό οξύ
  • Αυξημένη κρεατινίνη αίματος
Παρακλινικές εξετάσεις
  • Αυξημένη ουρία του αίματος
Λεπτομέρειες κατά συχνότητα expand_more
  • Διάρροια
    Γαστρεντερικό
    Πολύ συχνές
  • Κεφαλαλγία
    Νευρικό
    Πολύ συχνές
  • Μη φυσιολογικά κόπρανα
    Γαστρεντερικό
    Πολύ συχνές
  • Έμετος
    Γαστρεντερικό
    Συχνές
  • Αίσθημα παλμών
    Καρδιά
    Συχνές
  • Αναιμία
    Αίμα
    Συχνές
  • Ανορεξία
    Μεταβολισμός
    Συχνές
  • Αρρυθμία
    Καρδιά
    Συχνές
  • Δυσπεψία
    Γαστρεντερικό
    Συχνές
  • Εκχύμωση
    Δέρμα
    Συχνές
  • Εξάνθημα
    Δέρμα
    Συχνές
  • Εξασθένιση
    Γενικές
    Συχνές
  • Ζάλη
    Νευρικό
    Συχνές
  • Θωρακικός πόνος
    Γενικές
    Συχνές
  • Κνησμός
    Δέρμα
    Συχνές
  • Κοιλιακές έκτακτες συστολές
    Καρδιά
    Συχνές
  • Κοιλιακό άλγος
    Γαστρεντερικό
    Συχνές
  • Μετεωρισμός
    Γαστρεντερικό
    Συχνές
  • Ναυτία
    Γαστρεντερικό
    Συχνές
  • Οίδημα (περιφερικό, πρόσωπο)
    Διαταραχές του μεταβολισμού και της θρέψης
    Συχνές
  • Ρινίτιδα
    Αναπνευστικό
    Συχνές
  • Στηθάγχη
    Καρδιά
    Συχνές
  • Ταχυκαρδία
    Καρδιά
    Συχνές
  • Φαρυγγίτιδα
    Λοιμώξεις
    Συχνές
  • Άγχος
    Ψυχιατρικές
    Όχι συχνές
  • Έμφραγμα του μυοκαρδίου
    Καρδιά
    Όχι συχνές
  • Αίσθημα κακουχίας
    Γενικές
    Όχι συχνές
  • Αλλεργική αντίδραση
    Ανοσοποιητικό
    Όχι συχνές
  • Απροσδιόριστη αιμορραγία
    Αγγειακές διαταραχές
    Όχι συχνές
  • Αϋπνία
    Ψυχιατρικές
    Όχι συχνές
  • Βήχας
    Αναπνευστικό
    Όχι συχνές
  • Γαστρίτιδα
    Γαστρεντερικό
    Όχι συχνές
  • Γαστρεντερική αιμορραγία
    Γαστρεντερικό
    Όχι συχνές
  • Δύσπνοια
    Αναπνευστικό
    Όχι συχνές
  • Επίσταξη
    Αναπνευστικό
    Όχι συχνές
  • Επιπεφυκίτιδα
    Οφθαλμικές
    Όχι συχνές
  • Θρομβοκυττάρωση
    Αίμα
    Όχι συχνές
  • Κοιλιακή ταχυκαρδία
    Καρδιά
    Όχι συχνές
  • Κολπική μαρμαρυγή
    Καρδιά
    Όχι συχνές
  • Μη φυσιολογικά όνειρα
    Ψυχιατρικές
    Όχι συχνές
  • Μυαλγία
    Μυοσκελετικό
    Όχι συχνές
  • Ορθοστατική υπόταση
    Αγγειακές
    Όχι συχνές
  • Παράταση χρόνου αιμορραγίας
    Αίμα
    Όχι συχνές
  • Πνευμονία
    Λοιμώξεις
    Όχι συχνές
  • Ρίγη
    Γενικές
    Όχι συχνές
  • Σακχαρώδης διαβήτης
    Μεταβολισμός
    Όχι συχνές
  • Συγκοπή
    Νευρικό
    Όχι συχνές
  • Συμφορητική καρδιακή ανεπάρκεια
    Καρδιά
    Όχι συχνές
  • Υπεργλυκαιμία
    Μεταβολισμός
    Όχι συχνές
  • Υπερκοιλιακή ταχυκαρδία
    Καρδιά
    Όχι συχνές
  • Ακοκκιοκυτταραιμία
    Αίμα
    Σπάνιες
  • Απλαστική αναιμία
    Αίμα
    Σπάνιες
  • Θρομβοπενία
    Αίμα
    Σπάνιες
  • Κοκκιοκυτταροπενία
    Αίμα
    Σπάνιες
  • Λευκοπενία
    Αίμα
    Σπάνιες
  • Νεφρική ανεπάρκεια
    Νεφρά/Ουροποιητικό
    Σπάνιες
  • Νεφρική δυσλειτουργία
    Νεφρά/Ουροποιητικό
    Σπάνιες
  • Πανκυτταροπενία
    Αίμα
    Σπάνιες
  • Τάση αιμορραγίας
    Αίμα
    Σπάνιες
  • Άλγος
    Γενικές
    Μη γνωστές
  • Έκζεμα
    Δέρμα
    Μη γνωστές
  • Ίκτερος
    Ήπαρ
    Μη γνωστές
  • Αιματουρία
    Νεφρά/Ουροποιητικό
    Μη γνωστές
  • Αιμορραγία οφθαλμού
    Οφθαλμικές
    Μη γνωστές
  • Αιμορραγία της αναπνευστικής οδού
    Αγγειακές διαταραχές
    Μη γνωστές
  • Αυξημένη κρεατινίνη αίματος
    Εργαστηριακές
    Μη γνωστές
  • Αυξημένη ουρία του αίματος
    Παρακλινικές εξετάσεις
    Μη γνωστές
  • Αυξημένο ουρικό οξύ
    Εργαστηριακές
    Μη γνωστές
  • Δερματικά εξανθήματα
    Δέρμα
    Μη γνωστές
  • Διάμεση πνευμονία
    Αναπνευστικό
    Μη γνωστές
  • Εγκεφαλική αιμορραγία
    Αγγειακές
    Μη γνωστές
  • Εμβοές
    Αυτί
    Μη γνωστές
  • Εξάψεις
    Αγγειακές
    Μη γνωστές
  • Ηπατίτιδα
    Ήπαρ
    Μη γνωστές
  • Κνίδωση
    Δέρμα
    Μη γνωστές
  • Μη φυσιολογική ηπατική λειτουργία
    Ήπαρ
    Μη γνωστές
  • Μυϊκή αιμορραγία
    Αγγειακές
    Μη γνωστές
  • Πάρεση
    Νευρικό
    Μη γνωστές
  • Πνευμονική αιμορραγία
    Αναπνευστικό
    Μη γνωστές
  • Πυρεξία
    Γενικές
    Μη γνωστές
  • Συχνουρία
    Νεφρά/Ουροποιητικό
    Μη γνωστές
  • Σύνδρομο Stevens-Johnson
    Δέρμα
    Μη γνωστές
  • Τοξική επιδερμική νεκρόλυση
    Δέρμα
    Μη γνωστές
  • Υπέρταση
    Αγγειακές
    Μη γνωστές
  • Υπαισθησία
    Νευρικό
    Μη γνωστές
  • Υποδόρια αιμορραγία
    Δέρμα
    Μη γνωστές
  • Υπόταση
    Αγγειακές
    Μη γνωστές
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
Φόρτωση…
pregnant_woman

Κύηση / Γαλουχία

ΠΧΠ (SPC)
Επίπεδο κινδύνου: Αντενδείκνυται expand_more
  • Κύηση
    Το Σιλοσταζόλη δεν πρέπει να χρησιμοποιείται κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης.
    Δεν διατίθενται επαρκή δεδομένα σχετικά με τη χρήση της σιλοσταζόλης σε έγκυες γυναίκες. Μελέτες σε ζώα κατέδειξαν αναπαραγωγική τοξικότητα. Ο ενδεχόμενος κίνδυνος για τον άνθρωπο είναι άγνωστος.
  • Γαλουχία
    Η χρήση του Σιλοσταζόλη δε συνιστάται κατά τη διάρκεια του θηλασμού.
    Η μεταφορά σιλοσταζόλης στο μητρικό γάλα έχει αναφερθεί σε μελέτες σε ζώα. Δεν είναι γνωστό εάν η σιλοσταζόλη απεκκρίνεται στο ανθρώπινο γάλα. Λόγω της δυνητικής επιβλαβούς επίδρασης στο θηλάζον νεογέννητο από μια μητέρα που έχει λάβει θεραπεία.
  • Γονιμότητα
    Η κλινική σημασία είναι άγνωστη.
    Η σιλοσταζόλη διατάραξε με αντιστρέψιμο τρόπο τη γονιμότητα στα θηλυκά ποντίκια, αλλά όχι σε άλλα είδη ζώων.
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
Φόρτωση…
e911_emergency

Υπερδοσολογία

ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Συμπτώματα
  • σοβαρή κεφαλαλγία
  • διάρροια
  • ταχυκαρδία
  • πιθανώς καρδιακές αρρυθμίες
Αντιμετώπιση
Οι ασθενείς θα πρέπει να παρακολουθούνται και να παρέχεται υποστηρικτική αγωγή. Θα πρέπει να γίνεται κένωση στομάχου με πρόκληση εμέτου ή γαστρική πλύση, ανάλογα με την περίπτωση.
directions_car

Επίδραση στην οδήγηση

ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Επηρεάζει την οδήγησηΠιθανώς
Η σιλοσταζόλη μπορεί να προκαλέσει ζάλη.
science

Έκδοχα

ΠΧΠ (SPC) §2 & §6.1
expand_more
Άμυλο αραβοσίτου
Μικροκρυσταλλική κυτταρίνη,
Ασβεστιούχος καρμελλόζη
Υπρομελλόζη,
Στεατικό μαγνήσιο
biotech

Φαρμακολογία

Φαρμακοδυναμική & Φαρμακοκινητική
expand_more
Φαρμακοδυναμική

Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία

Αντιθρομβωτικοί παράγοντες, αναστολέας συσσώρευσης αιμοπεταλίων εκτός ηπαρίνης. Κωδικός ATC: B01A C 23

Μηχανισμός δράσης

Από δεδομένα που εξήχθησαν σε εννέα ελεγχόμενες με εικονικό φάρμακο μελέτες (όπου 1.634 ασθενείς εκτέθηκαν σε σιλοσταζόλη), έχει αποδειχθεί ότι η σιλοσταζόλη βελτιώνει την ικανότητα άσκησης όπως κρίνεται από τις αλλαγές στην Απόλυτη Απόσταση Χωλότητας (ACD ή μέγιστη απόσταση βάδισης) και στην Αρχική Απόσταση Χωλότητας (ICD, ή απόσταση βάδισης χωρίς πόνο) στη δοκιμασία σε κυλιόμενο διάδρομο. Μετά από 24 εβδομάδες θεραπείας, η σιλοσταζόλη 100 mg δύο φορές την ημέρα αυξάνει τη μέση ACD από 60,4 - 129,1 μέτρα, ενώ το εύρος της μέσης ICD αυξήθηκε από 47,3 - 93,6 μέτρα.

Μια μετα-ανάλυση που βασίστηκε στις σταθμισμένες μέσες διαφορές στις εννέα μελέτες έδειξε ότι υπήρξε σημαντική απόλυτη συνολική βελτίωση μετά την έναρξη της θεραπείας κατά 42 m στη μέγιστη απόσταση βάδισης (ACD) για σιλοσταζόλη 100 mg δύο φορές την ημέρα σε σχέση με τη βελτίωση που παρατηρήθηκε με το εικονικό φάρμακο. Αυτό αντιστοιχεί σε μια σχετική βελτίωση 100% σε σχέση με το εικονικό φάρμακο. Αυτό το αποτέλεσμα εμφανίστηκε λιγότερο σε διαβητικούς από ότι σε μη διαβητικούς.

Φαρμακοδυναμικές επιδράσεις

Μελέτες σε ζώα έδειξαν ότι η σιλοσταζόλη έχει αγγειοδιασταλτική δράση και αυτό έχει αποδειχθεί σε μελέτες μικρού μεγέθους στον άνθρωπο, όπου η ροή του αίματος στον αστράγαλο μετρήθηκε με πληθυσμογραφία τύπου strain gauge (μετρήσεις της τάσης). Η σιλοσταζόλη αναστέλλει επίσης τον πολλαπλασιασμό των λείων μυϊκών κυττάρων σε κύτταρα λείων μυών σε επίμυες και ανθρώπους in vitro, και αναστέλλει την αντίδραση έκλυσης των αιμοπεταλίων αυξητικού παράγοντα που παράγεται από τα αιμοπετάλια και PF-4 σε ανθρώπινα αιμοπετάλια.

Κλινική αποτελεσματικότητα και ασφάλεια

Οι μελέτες σε ζώα και στον άνθρωπο (in vivo και ex vivo) έδειξαν ότι η σιλοσταζόλη προκαλεί αναστρέψιμη αναστολή της συσσώρευσης αιμοπεταλίων. Η αναστολή είναι αποτελεσματική έναντι ενός εύρους παραγόντων συσσώρευσης (συμπεριλαμβανομένης της διατμητικής τάσης, του αραχιδονικού οξέος, του κολλαγόνου, του ADP και της αδρεναλίνης). Στον άνθρωπο η αναστολή διαρκεί για έως και 12 ώρες και κατά τη διακοπή της χορήγησης σιλοσταζόλης η αποκατάσταση της συσσώρευσης συμβαίνει εντός 48-96 ωρών, χωρίς υπερσυσσώρευση λόγω αναπήδησης (rebound). Οι επιδράσεις στα κυκλοφορούντα λιπίδια του πλάσματος έχουν εξεταστεί σε ασθενείς που λαμβάνουν σιλοσταζόλη. Μετά από 12 εβδομάδες, σε σύγκριση με το εικονικό φάρμακο, 100 mg σιλοσταζόλης δύο φορές την ημέρα οδήγησε σε μείωση τριγλυκεριδίων κατά 0,33 mmol/l (15%) και αύξηση της HDL-χοληστερόλης κατά 0,10 mmol/l (10%).

Μια τυχαιοποιημένη, διπλά τυφλή, ελεγχόμενη με εικονικό φάρμακο μελέτη φάσης IV διεξήχθη για την αξιολόγηση των μακροπρόθεσμων επιπτώσεων της σιλοσταζόλης, με έμφαση στη θνησιμότητα και την ασφάλεια. Συνολικά, 1.439 ασθενείς με διαλείπουσα χωλότητα και χωρίς καρδιακή ανεπάρκεια υποβλήθηκαν σε αγωγή με σιλοσταζόλη ή εικονικό φάρμακο για έως και τρία χρόνια. Αναφορικά με τη θνησιμότητα, ο παρατηρούμενος ρυθμός συμβάντων Kaplan-Meier 36 μηνών για θανάτους στο φάρμακο της μελέτης με διάμεσο χρόνο στο φάρμακο της μελέτης 18 μηνών ήταν 5,6% (95% διάστημα εμπιστοσύνης 2,8 έως 8,4%) σε σιλοσταζόλη και 6,8% (95% διάστημα εμπιστοσύνης 1,9 έως 11,5%) σε εικονικό φάρμακο. Η μακροπρόθεσμη αγωγή με σιλοσταζόλη δεν ανήγειρε ζητήματα ασφάλειας.

description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
Φόρτωση…
Φαρμακοκινητική

Απορρόφηση

Μετά από πολλαπλές δόσεις σιλοσταζόλης 100 mg δύο φορές την ημέρα σε ασθενείς με περιφερική αγγειακή νόσο, η σταθερή κατάσταση επετεύχθη εντός 4 ημερών.

Κατανομή

Η σιλοσταζόλη δεσμεύεται κατά 95-98% με πρωτεΐνη, κυρίως αλβουμίνη. Ο δεϋδρο-μεταβολίτης και ο 4’-τρανς-υδροξυμεταβολίτης δεσμεύονται με πρωτεΐνη κατά 97,4% και 66% αντιστοίχως.

Βιομετασχηματισμός

Δεν υπάρχει ένδειξη ότι η σιλοσταζόλη επάγει τα ηπατικά μικροσωμικά ένζυμα.

Απομάκρυνση

Ο φαινόμενος χρόνος ημιζωής απομάκρυνσης της σιλοσταζόλης είναι 10,5 ώρες. Υπάρχουν δύο μείζονες μεταβολίτες, μια δεϋδρο-σιλοσταζόλη και μια 4’-τρανς-υδρόξυ σιλοσταζόλη, που και οι δύο έχουν παρόμοιους φαινόμενους χρόνους ημιζωής. Ο δεϋδρο-μεταβολίτης είναι 4-7 φορές τόσο δραστικός παράγοντας κατά της συσσώρευσης αιμοπεταλίων όσο και η μητρική ένωση και ο 4’τρανς-υδροξυμεταβολίτης είναι δραστικός κατά το ένα πέμπτο. Οι συγκεντρώσεις πλάσματος (όπως μετριούνται από την AUC) των δεϋδρο και 4`-τρανς-υδροξυμεταβολιτών είναι ~41% και ~12% των συγκεντρώσεων σιλοσταζόλης.

Η σιλοσταζόλη απομακρύνεται κυρίως με το μεταβολισμό και την επακόλουθη ουρική απέκκριση των μεταβολιτών. Tα πρωτεύοντα ισοένζυμα που εμπλέκονται στο μεταβολισμό της είναι το κυτόχρωμα P-450 CYP3A4, σε μικρότερο βαθμό, το CYP2C19, και σε ακόμα μικρότερο βαθμό το CYP1A2.

Η κύρια οδός αποβολής είναι τα ούρα (74%) με το υπόλοιπο να απεκκρίνεται στα κόπρανα. Δεν απεκκρίνεται στα ούρα μετρήσιμη ποσότητα αμετάβλητης σιλοσταζόλης και δεν απεκκρίνεται κάτω από το 2% της δόσης ως μεταβολίτης δεϋδρο-σιλοσταζόλης. Περίπου το 30% της δόσης απεκκρίνεται στα ούρα ως 4’-τρανς-υδροξυμεταβολίτης. Tο υπόλοιπο αποβάλλεται ως μεταβολίτες, κανένας εκ των οποίων δεν υπερβαίνει το 5% του απεκκριθέντος συνόλου.

Γραμμικότητα/μη-γραμμικότητα

Η Cmax της σιλοσταζόλης και οι κύριοι κυκλοφορούντες μεταβολίτες της αυξάνονται λιγότερο από αναλογικά με αυξανόμενες δόσεις. Ωστόσο, η AUC για τη σιλοσταζόλη και τους μεταβολίτες της αυξάνεται σχεδόν αναλογικά με τη δόση.

Φαρμακοκινητική/φαρμακοδυναμική(ές) σχέση(εις)

Η φαρμακοκινητική της σιλοσταζόλης και των μεταβολιτών της δεν επηρεάζεται σημαντικά από την ηλικία ή το φύλο σε υγιή άτομα ηλικίας μεταξύ 50-80 ετών.

Σε άτομα με σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία, το ελεύθερο κλάσμα σιλοσταζόλης ήταν κατά 27% υψηλότερο και αμφότερες οι Cmax και AUC ήταν κατά 29% και 39% αντίστοιχα χαμηλότερες από ότι σε άτομα με φυσιολογική νεφρική λειτουργία. Η Cmax και η AUC του δεϋδρο-μεταβολίτη ήταν κατά 41% και 47% αντίστοιχα χαμηλότερες σε άτομα με σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία, σε σύγκριση με άτομα με φυσιολογική νεφρική λειτουργία. Η Cmax και η AUC της 4’-τρανς-υδρόξυ σιλοσταζόλης ήταν κατά 173% και 209% μεγαλύτερες σε άτομα με σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία. Το φάρμακο δεν πρέπει να χορηγείται σε ασθενείς με κάθαρση κρεατινίνης <25 ml/min (βλ. Αντενδείξεις).

Δεν υπάρχουν δεδομένα για ασθενείς με μέτρια έως σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία και επειδή η σιλοσταζόλη μεταβολίζεται εκτενώς από τα ηπατικά ένζυμα, το φάρμακο δεν πρέπει να χρησιμοποιείται σε αυτούς τους ασθενείς (βλ. Αντενδείξεις).

description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
Φόρτωση…
Μηχανισμός δράσης
Μηχανισμός Δράσης Η σιλοσταζόλη και αρκετοί από τους μεταβολίτες της είναι αναστολείς της κυκλικής φωσφοδιεστεράσης ΑΜΡ (cAMP) III (αναστολείς PDE III), αναστέλλοντας τη δραστηριότητα της φωσφοδιεστεράσης και καταστέλλοντας τη διάσπαση του cAMP με…
Φαρμακοδυναμική

Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία Αντιθρομβωτικοί παράγοντες, αναστολέας συσσώρευσης αιμοπεταλίων εκτός ηπαρίνης. Κωδικός ATC: B01A C 23 ### Μηχανισμός δράσης Από δεδομένα που εξήχθησαν σε εννέα ελεγχόμενες με εικονικό φάρμακο μελέτες (όπου 1.634 ασθενείς…

Φαρμακοκινητική

Απορρόφηση Μετά από πολλαπλές δόσεις σιλοσταζόλης 100 mg δύο φορές την ημέρα σε ασθενείς με περιφερική αγγειακή νόσο, η σταθερή κατάσταση επετεύχθη εντός 4 ημερών. ### Κατανομή Η σιλοσταζόλη δεσμεύεται κατά 95-98% με πρωτεΐνη, κυρίως αλβουμίνη. Ο…

Μεταβολισμός
Μεταβολισμός Ηπατικός. Η σιλοσταζόλη μεταβολίζεται εκτενώς από ηπατικά ένζυμα κυτοχρώματος P-450, κυρίως 3A4, και σε μικρότερο βαθμό, 2C19, με τους μεταβολίτες να απεκκρίνονται κυρίως στα ούρα. Δύο μεταβολίτες είναι ενεργοί, με έναν μεταβολίτη να είναι…
Απέκκριση
Απορρόφηση, Κατανομή & Απέκκριση Η σιλοσταζόλη απορροφάται μετά από χορήγηση από το στόμα. Μια δίαιτα πλούσια σε λιπαρά αυξάνει την απορρόφηση, με περίπου 90% αύξηση στην Cmax και 25% αύξηση στην AUC. Η απόλυτη βιοδιαθεσιμότητα δεν είναι γνωστή. Η…

Παρακολούθηση Αγωγής

Εργαστηριακοί & κλινικοί έλεγχοι από το SPC, ανά σύστημα

event_available
science

Εργαστηριακές εξετάσεις (αίμα / ούρα)

Έλεγχος Σύστημα Συχνότητα Προϋπόθεση
Γενική αίματος (CBC) bloodtypeΑιματολογικός έλεγχος — εάν πιθανολογείται λοίμωξη ή εάν υπάρχει οποιαδήποτε άλλη κλινική ένδειξη δυσκρασίας του αίματος
checklist Συνδυάζετε πολλά φάρμακα; Δείτε το συγκεντρωτικό πρόγραμμα παρακολούθησης arrow_forward

Μονογραφίες Πηγών

Αναλυτικό περιεχόμενο ανά πηγή για τεκμηρίωση και έλεγχο

science
PubChem

Φαρμακοδυναμική

expand_more

Φαρμακοδυναμική

Η σιλοσταζόλη μειώνει τα συμπτώματα της διαλείπουσας χωλότητας, όπως υποδεικνύεται από αυξημένη απόσταση βάδισης. Η διαλείπουσα χωλότητα είναι πόνος στα πόδια που εμφανίζεται κατά το περπάτημα και εξαφανίζεται με την ανάπαυση. Ο πόνος οφείλεται σε μειωμένη ροή αίματος στα πόδια.

neurology
PubChem

Μηχανισμός δράσης

expand_more

Μηχανισμός Δράσης

Η σιλοσταζόλη και αρκετοί από τους μεταβολίτες της είναι αναστολείς της κυκλικής φωσφοδιεστεράσης ΑΜΡ (cAMP) III (αναστολείς PDE III), αναστέλλοντας τη δραστηριότητα της φωσφοδιεστεράσης και καταστέλλοντας τη διάσπαση του cAMP με αποτέλεσμα την αύξηση του cAMP στα αιμοπετάλια και τα αιμοφόρα αγγεία, οδηγώντας σε αναστολή της συσσώρευσης των αιμοπεταλίων και αγγειοδιαστολή.

Η σιλοσταζόλη, μια φωσφοδιεστεράση 3, έχει χρησιμοποιηθεί ευρέως σε ασθενείς με αρτηριακή νόσο και είναι γνωστό ότι έχει επιπρόσθετα ευεργετικά αποτελέσματα στη δυσλιπιδαιμία. Ωστόσο, η επίδραση της σιλοσταζόλης στη ηπατική στεάτωση δεν έχει πλήρως διευκρινιστεί. Διερευνήσαμε την επίδραση της σιλοσταζόλης στην έκφραση της ηπατικής ABCA1 και στην ηπατική στεάτωση σε μοντέλο ποντικών με παχυσαρκία που προκλήθηκε από διατροφή. Η έκφραση της ηπατικής ABCA1 και η συσσώρευση λιπιδίων αναλύθηκαν σε κυτταρικές σειρές HepG2 που υποβλήθηκαν σε αγωγή με σιλοσταζόλη. Αρσενικά ποντίκια C57BL/6 χωρίστηκαν τυχαία σε τρεις ομάδες: (1) λάμβαναν κανονική τροφή με έκδοχο· (2) λάμβαναν δίαιτα υψηλής περιεκτικότητας σε λιπαρά (HFD) με έκδοχο· (3) λάμβαναν HFD με σιλοσταζόλη. Η σιλοσταζόλη (30 mg/kg) χορηγήθηκε από το στόμα μία φορά ημερησίως για 9 εβδομάδες. Η σιλοσταζόλη ενίσχυσε σημαντικά την έκφραση της ABCA1 και αποκατέστησε την έκφραση της ABCA1 που μειώθηκε από την παλμιτική σε κύτταρα HepG2. Η αγωγή με σιλοσταζόλη βελτίωσε τη συσσώρευση λιπιδίων που προκλήθηκε από την παλμιτική, και αυτή η επίδραση μειώθηκε όταν η ABCA1 ή η LRP1 σιγαστηκε με μικρό παρεμβαλλόμενο RNA. Μετά τη σίγανση της LRP1, η έκφραση της ABCA1 μειώθηκε σε κύτταρα HepG2. Η σιλοσταζόλη ενίσχυσε σημαντικά την έκφραση της ηπατικής ABCA1 και μείωσε το ηπατικό λίπος σε ποντίκια που έλαβαν HFD. Η ηπατική έκφραση της διασπασμένης κασπάσης-3 και της PARP1 μειώθηκε επίσης σε ποντίκια που έλαβαν HFD και υποβλήθηκαν σε αγωγή με σιλοσταζόλη. Η σιλοσταζόλη βελτίωσε την ηπατική στεάτωση και αύξησε την έκφραση της ABCA1 στα ηπατοκύτταρα. Η ενίσχυση της έκφρασης της ABCA1 με σιλοσταζόλη αντιπροσωπεύει μια πιθανή θεραπευτική οδό για τη θεραπεία της ηπατικής στεάτωσης.

Η σιλοσταζόλη, ένας εκλεκτικός αναστολέας φωσφοδιεστεράσης (PDE) παράγωγος της κινολινόνης, είναι ένας αναστολέας της συσσώρευσης των αιμοπεταλίων και ένας αρτηριακός αγγειοδιασταλτικός παράγοντας. Αν και ο μηχανισμός δράσης της σιλοσταζόλης δεν έχει πλήρως διευκρινιστεί, το φάρμακο φαίνεται να αναστέλλει την ενεργοποίηση της κυτταρικής PDE τύπου III (PDE III), οδηγώντας σε καταστολή της διάσπασης και, συνεπώς, αυξημένες συγκεντρώσεις, της κυκλικής αδενοσίνης-3’,5’-μονοφωσφορικής (cAMP) στα αιμοπετάλια και τα αιμοφόρα αγγεία. Οι αυξημένες συγκεντρώσεις cAMP πιστεύεται ότι οδηγούν σε αρτηριακή αγγειοδιαστολή και αναστολή της συσσώρευσης των αιμοπεταλίων.

biotech
PubChem

Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση

expand_more

Απορρόφηση, Κατανομή & Απέκκριση

Η σιλοσταζόλη απορροφάται μετά από χορήγηση από το στόμα. Μια δίαιτα πλούσια σε λιπαρά αυξάνει την απορρόφηση, με περίπου 90% αύξηση στην Cmax και 25% αύξηση στην AUC. Η απόλυτη βιοδιαθεσιμότητα δεν είναι γνωστή.

Η σιλοσταζόλη μεταβολίζεται εκτενώς από ηπατικά ένζυμα κυτοχρώματος P-450, κυρίως 3A4, και σε μικρότερο βαθμό, 2C19, με τους μεταβολίτες να απεκκρίνονται κυρίως στα ούρα. Η σιλοσταζόλη αποβάλλεται κυρίως μέσω μεταβολισμού και επακόλουθης νεφρικής απέκκρισης μεταβολιτών. Η κύρια οδός απέκκρισης ήταν μέσω των ούρων (74%), με το υπόλοιπο να απεκκρίνεται στα κόπρανα (20%). Δεν ανιχνεύθηκε μετρήσιμη ποσότητα αμετάβλητης σιλοσταζόλης στα ούρα, και λιγότερο από 2% της δόσης απεκκρίθηκε ως 3,4-δεϋδρο-σιλοσταζόλη. Περίπου 30% της δόσης απεκκρίθηκε στα ούρα ως 4’-trans-υδροξυ-σιλοσταζόλη.

/ΓΑΛΑ/

Αναφέρεται η μεταφορά σιλοσταζόλης στο γάλα σε αρουραίους.

Μετά από χορήγηση μίας εφάπαξ δόσης 100 mg σιλοσταζόλης από το στόμα με δίαιτα πλούσια σε λιπαρά, οι μέγιστες συγκεντρώσεις σιλοσταζόλης στο πλάσμα και η περιοχή κάτω από την καμπύλη συγκέντρωσης-χρόνου στο πλάσμα (AUC) αυξήθηκαν κατά περίπου 90% και 25%, αντίστοιχα.

Το Pletal απορροφάται μετά από χορήγηση από το στόμα. Μια δίαιτα πλούσια σε λιπαρά αυξάνει την απορρόφηση, με περίπου 90% αύξηση στην Cmax και 25% αύξηση στην AUC. Η απόλυτη βιοδιαθεσιμότητα δεν είναι γνωστή.

Η κύρια οδός απέκκρισης ήταν μέσω των ούρων (74%), με το υπόλοιπο να απεκκρίνεται στα κόπρανα (20%). Δεν ανιχνεύθηκε μετρήσιμη ποσότητα αμετάβλητης σιλοσταζόλης στα ούρα, και λιγότερο από 2% της δόσης απεκκρίθηκε ως 3,4-δεϋδρο-σιλοσταζόλη. Περίπου 30% της δόσης απεκκρίθηκε στα ούρα ως 4’-trans-υδροξυ-σιλοσταζόλη. Το υπόλοιπο απεκκρίθηκε ως άλλοι μεταβολίτες, κανένας από τους οποίους δεν υπερέβαινε το 5%. Δεν υπήρχαν ενδείξεις επαγωγής /μικροσωμικών ενζύμων/.

Για περισσότερα δεδομένα Απορρόφησης, Κατανομής και Απέκκρισης (Πλήρη) για τη Σιλοσταζόλη (7 συνολικά), παρακαλούμε επισκεφθείτε τη σελίδα του αρχείου HSDB.

water_drop
PubChem

Δέσμευση πρωτεϊνών

expand_more

Σύνδεση με Πρωτεΐνες

95-98%

hub
PubChem

Μεταβολισμός

expand_more

Μεταβολισμός

Ηπατικός. Η σιλοσταζόλη μεταβολίζεται εκτενώς από ηπατικά ένζυμα κυτοχρώματος P-450, κυρίως 3A4, και σε μικρότερο βαθμό, 2C19, με τους μεταβολίτες να απεκκρίνονται κυρίως στα ούρα. Δύο μεταβολίτες είναι ενεργοί, με έναν μεταβολίτη να είναι υπεύθυνος για τουλάχιστον 50% της φαρμακολογικής (αναστολή PDE III) δραστηριότητας μετά τη χορήγηση σιλοσταζόλης.

Μετά από χορήγηση από το στόμα 100 mg σημασμένης ραδιοσημάνσεως σιλοσταζόλης, το 56% των συνολικών αναλυτών στο πλάσμα ήταν σιλοσταζόλη, το 15% ήταν 3,4-δεϋδρο-σιλοσταζόλη (4-7 φορές πιο δραστική από τη σιλοσταζόλη), και το 4% ήταν 4’-trans-υδροξυ-σιλοσταζόλη (20% τόσο δραστική όσο η σιλοσταζόλη).

Η σιλοσταζόλη αποβάλλεται κυρίως μέσω μεταβολισμού και επακόλουθης νεφρικής απέκκρισης μεταβολιτών. Με βάση in vitro μελέτες, οι κύριες ισοένζυμες που εμπλέκονται στο μεταβολισμό της σιλοσταζόλης είναι η CYP3A4 και, σε μικρότερο βαθμό, η CYP2C19. Το ένζυμο που είναι υπεύθυνο για το μεταβολισμό της 3,4-δεϋδρο-σιλοσταζόλης, του πιο δραστικού εκ των μεταβολιτών, είναι άγνωστο.

Η σιλοσταζόλη μεταβολίζεται εκτενώς από ηπατικά ένζυμα κυτοχρώματος P-450, κυρίως 3A4, και σε μικρότερο βαθμό, 2C19, με τους μεταβολίτες να απεκκρίνονται κυρίως στα ούρα. Δύο μεταβολίτες είναι ενεργοί, με έναν μεταβολίτη να είναι υπεύθυνος για τουλάχιστον 50% της φαρμακολογικής (αναστολή PDE III) δραστηριότητας μετά τη χορήγηση Pletal.

Η φαρμακοκινητική της σιλοσταζόλης διερευνήθηκε μετά από χορήγηση από το στόμα και ενδοφλεβίως σε αρσενικά και θηλυκά αρουραίους. Μετά από χορήγηση από το στόμα, η περιοχή κάτω από την καμπύλη συγκέντρωσης-χρόνου στον ορό (AUC) ήταν περίπου 35 φορές υψηλότερη σε θηλυκούς αρουραίους σε σύγκριση με αρσενικούς αρουραίους, και η απόλυτη βιοδιαθεσιμότητα ήταν περίπου 5,8 φορές υψηλότερη σε θηλυκούς αρουραίους σε σύγκριση με αρσενικούς αρουραίους. Η συνολική κάθαρση σώματος (CL(total)) για θηλυκούς αρουραίους ήταν περίπου το ένα έκτο αυτής για αρσενικούς αρουραίους. Η in vivo ηπατική κάθαρση (CL(h)) που υπολογίστηκε με βάση μελέτες απομόνωσης ηπατικής αιμάτωσης ήταν ακόμη υψηλότερη ή περίπου 90% της in vivo CL(total) της σιλοσταζόλης για θηλυκούς και αρσενικούς αρουραίους, αντίστοιχα, υποδεικνύοντας ότι η σιλοσταζόλη αποβάλλεται κυρίως από το ήπαρ τόσο σε αρσενικούς όσο και σε θηλυκούς αρουραίους. Μελέτες in vitro μεταβολισμού που χρησιμοποίησαν ηπατικά μικροσωμάτια και ανασυνδυασμένους ισομορφισμούς κυτοχρώματος (CYP) κατέδειξαν σαφώς ότι οι κύριοι μεταβολίτες της σιλοσταζόλης δημιουργήθηκαν εκτενώς με ηπατικά μικροσωμάτια αρσενικών αρουραίων και ότι οι κυρίως υπεύθυνοι για τον ηπατικό μεταβολισμό της σιλοσταζόλης ήταν η αρσενικά-επικρατούσα CYP3A2 και η αρσενικά-ειδική CYP2C11. Ως εκ τούτου, οι μεγάλες διαφορές φύλου στις φαρμακοκινητικές της σιλοσταζόλης αποδόθηκαν κυρίως στη μεγάλη διαφορά στον ηπατικό μεταβολισμό. Τα πειραματικά μας αποτελέσματα υποδηλώνουν επίσης ότι ο σημαντικός μεταβολισμός της σιλοσταζόλης στο λεπτό έντερο και ο πιθανός κορεσμός του θα ήταν υπεύθυνοι για τη δοσοεξαρτώμενη βιοδιαθεσιμότητα τόσο σε αρσενικούς όσο και σε θηλυκούς αρουραίους.

Η κύρια οδός απέκκρισης ήταν μέσω των ούρων (74%), με το υπόλοιπο να απεκκρίνεται στα κόπρανα (20%). Δεν ανιχνεύθηκε μετρήσιμη ποσότητα αμετάβλητης σιλοσταζόλης στα ούρα, και λιγότερο από 2% της δόσης απεκκρίθηκε ως 3,4-δεϋδρο-σιλοσταζόλη. Περίπου 30% της δόσης απεκκρίθηκε στα ούρα ως 4’-trans-υδροξυ-σιλοσταζόλη. Το υπόλοιπο απεκκρίθηκε ως άλλοι μεταβολίτες, κανένας από τους οποίους δεν υπερέβαινε το 5%. Δεν υπήρχαν ενδείξεις επαγωγής /μικροσωμικών ενζύμων/.

Η σιλοσταζόλη έχει γνωστούς ανθρώπινους μεταβολίτες που περιλαμβάνουν OPC-13326 και OPC-13217.

hourglass
PubChem

Ημίσεια ζωή

expand_more

Βιολογικός Χρόνος Ημίσειας Ζωής

11-13 ώρες.

Η σιλοσταζόλη και οι ενεργοί μεταβολίτες της έχουν εμφανείς χρόνους ημίσειας ζωής αποβολής περίπου 11-13 ώρες.

category
PubChem

MeSH classification

expand_more

MeSH Φαρμακολογική Ταξινόμηση

  • Παράγοντες που προκαλούν αύξηση της διαστολής ενός βρόγχου ή βρογχικών σωλήνων.
  • Ινωδολυσίνη ή παράγοντες που μετατρέπουν το πλασμινογόνο σε ΙΝΩΔΟΛΥΣΙΝΗ.
  • Φάρμακα ή παράγοντες που ανταγωνίζονται ή εξασθενούν οποιονδήποτε μηχανισμό που οδηγεί στην συσσώρευση αιμοπεταλίων, είτε κατά τις φάσεις ενεργοποίησης και αλλαγής σχήματος είτε μετά την αντίδραση απελευθέρωσης πυκνών κοκκίων και τη διέγερση του συστήματος προσταγλανδίνης-θρομβοξάνης.
  • Φάρμακα που χρησιμοποιούνται για να προκαλέσουν διαστολή των αιμοφόρων αγγείων.
  • Φάρμακα που προορίζονται για την πρόληψη βλάβης στον εγκέφαλο ή τον νωτιαίο μυελό από ισχαιμία, εγκεφαλικό επεισόδιο, επιληπτικές κρίσεις ή τραύμα. Ορισμένα πρέπει να χορηγούνται πριν από το συμβάν, αλλά άλλα μπορεί να είναι αποτελεσματικά για κάποιο χρονικό διάστημα μετά. Δρουν με διάφορους μηχανισμούς, αλλά συχνά ελαχιστοποιούν άμεσα ή έμμεσα τη βλάβη που παράγεται από ενδογενή διεγερτικά αμινοξέα.
  • Ενώσεις που αναστέλλουν ειδικά τη ΦΩΣΦΟΔΙΕΣΤΕΡΑΣΗ 3.
fact_check
PubChem

FDA classification

expand_more

FDA Φαρμακολογική Ταξινόμηση

N7Z035406B

CILOSTAZOL

Καθιερωμένη Φαρμακολογική Κατηγορία [EPC] - Αναστολέας Φωσφοδιεστεράσης 3

Μηχανισμοί Δράσης [MoA] - Αναστολείς Φωσφοδιεστεράσης 3

Η σιλοσταζόλη είναι ένας αναστολέας Φωσφοδιεστεράσης 3. Ο μηχανισμός δράσης της σιλοσταζόλης είναι ως Αναστολέας Φωσφοδιεστεράσης 3.

CILOSTAZOL

Αναστολέας Φωσφοδιεστεράσης 3 [EPC]; Αναστολείς Φωσφοδιεστεράσης 3 [MoA]

Εργαλεία & Οδηγίες Όλα →
trending_down

Απόσυρση / Deprescribing

IMPACT

Περιφερικά αγγειοδιαστολητικά

Άμεση διακοπή CR: Χαμηλό DP: Χαμηλό
open_in_new Δείτε στον οδηγό IMPACT arrow_forward

Επιστημονικό Προφίλ

expand_more
CID
2754
Μοριακός τύπος
C20H27N5O2
Μοριακό βάρος
369.5
IUPAC
6-[4-(1-cyclohexyltetrazol-5-yl)butoxy]-3,4-dihydro-1H-quinolin-2-one
InChIKey
RRGUKTPIGVIEKM-UHFFFAOYSA-N
Κατάταξη MeSH

MeSH Φαρμακολογική Ταξινόμηση

  • Παράγοντες που προκαλούν αύξηση της διαστολής ενός βρόγχου ή βρογχικών σωλήνων.
  • Ινωδολυσίνη ή παράγοντες που μετατρέπουν το πλασμινογόνο σε ΙΝΩΔΟΛΥΣΙΝΗ.
  • Φάρμακα ή παράγοντες που ανταγωνίζονται ή εξασθενούν οποιονδήποτε μηχανισμό που οδηγεί στην συσσώρευση αιμοπεταλίων, είτε κατά τις φάσεις ενεργοποίησης και αλλαγής σχήματος είτε μετά την αντίδραση απελευθέρωσης πυκνών κοκκίων και τη διέγερση του συστήματος προσταγλανδίνης-θρομβοξάνης.
  • Φάρμακα που χρησιμοποιούνται για να προκαλέσουν διαστολή των αιμοφόρων αγγείων.
  • Φάρμακα που προορίζονται για την πρόληψη βλάβης στον εγκέφαλο ή τον νωτιαίο μυελό από ισχαιμία, εγκεφαλικό επεισόδιο, επιληπτικές κρίσεις ή τραύμα. Ορισμένα πρέπει να χορηγούνται πριν από το συμβάν, αλλά άλλα μπορεί να είναι αποτελεσματικά για κάποιο χρονικό διάστημα μετά. Δρουν με διάφορους μηχανισμούς, αλλά συχνά ελαχιστοποιούν άμεσα ή έμμεσα τη βλάβη που παράγεται από ενδογενή διεγερτικά αμινοξέα.
  • Ενώσεις που αναστέλλουν ειδικά τη ΦΩΣΦΟΔΙΕΣΤΕΡΑΣΗ 3.