Clinio Logo
Clinio
ΔΡΑΣΤΙΚΗ ΟΥΣΙΑ B01AC23 SPC ΕΟΦ DrugBank PubChem Σκευάσματα

CILOSTAZOL

Σιλοσταζόλη

### Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία Αντιθρομβωτικοί παράγοντες, αναστολέας συσσώρευσης αιμοπεταλίων εκτός ηπαρίνης, κωδικός ATC: B01AC23 ### Μηχανισμός δράσης Η σιλοσταζόλη και διάφοροι μεταβολίτες της είναι αναστολείς της φωσφοδιεστεράσης III που καταστέλλουν την αποικοδόμηση του …

Ενδείξεις

Εγκεκριμένες ενδείξεις από το SPC, ομαδοποιημένες κατά ICD-10

clinical_notes
  • I73 Άλλες περιφερικές αγγειακές νόσοι

    Περιλαμβάνει (όροι από SPC): Διαλείπουσα χωλότητα

  • R52 Πόνος, αλλού ταξινομημένος

    Περιλαμβάνει (όροι από SPC): Πόνος

search Αναζήτηση φαρμάκων ανά ένδειξη arrow_forward

Πληροφορίες Συνταγογράφησης

Επιμελημένα δεδομένα από το SPC

SPC
medication

Μορφή & Εμφάνιση

ΠΧΠ (SPC) §3 · περιγραφή σκευάσματος CILOSTAZOL/GALENICA
expand_more
Δισκίο.
Τα δισκία Cilostazol/Σιλοσταζόλη 100 mg είναι λευκά στρογγυλά δισκία με εγκοπή
στην μία πλευρά, με διάμετρο περίπου 8 mm.
Το δισκίο μπορεί να διαιρεθεί σε δύο ίσες δόσεις.
medication

Δοσολογία

ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Οδός:
Από στόματος
Χορήγηση:
30 λεπτά πριν το πρωινό και το δείπνο
Δόση έναρξης:
100 mg δύο φορές την ημέρα
  • Γενικός πληθυσμός
    Δόση100 mg
    δύο φορές την ημέρα
  • Ασθενείς που λαμβάνουν ισχυρούς αναστολείς CYP3A4 (π.χ. ορισμένα μακρολίδια, αντιμυκητιασικά αζόλης, αναστολείς πρωτεάσης) ή ισχυρούς αναστολείς CYP2C19 (π.χ. ομεπραζόλη)
    Δόση50 mg
    δύο φορές την ημέρα
  • Ηλικιωμένοι
    Δεν υπάρχουν ειδικές απαιτήσεις σχετικά με τη δοσολογία
  • Παιδιατρικός πληθυσμός
    Η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα σε παιδιά δεν έχουν τεκμηριωθεί
  • Ασθενείς με ήπια ηπατική νόσο
    Δεν απαιτείται ρύθμιση της δόσης
block

Αντενδείξεις

ΠΧΠ (SPC)
expand_more
  • Υπερευαισθησία στη δραστική ουσία ή σε κάποιο από τα έκδοχα
  • Σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία: κάθαρση κρεατινίνης ≤ 25 ml/min
  • Mέτρια ή σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία
  • Συμφορητική καρδιακή ανεπάρκεια
  • Κύηση
  • Γνωστή προδιάθεση για αιμορραγία (π.χ. ενεργό πεπτικό έλκος, πρόσφατο (τους τελευταίους έξι μήνες) αιμορραγικό αγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιο, υπερπλαστική διαβητική αμφιβληστροειδοπάθεια, ανεπαρκώς ελεγχόμενη υπέρταση)
  • Ιστορικό κοιλιακής ταχυκαρδίας, κοιλιακής μαρμαρυγής ή πολυεστιακής κοιλιακής έκτοπης δραστηριότητας, είτε έλαβαν κατάλληλη θεραπεία είτε όχι, και σε ασθενείς με παράταση του διαστήματος QTc
  • Ιστορικό σοβαρής ταχυαρρυθμίας
  • Ταυτόχρονη θεραπεία με δύο ή περισσότερους επιπρόσθετους αντιαιμοπεταλιακούς ή αντιπηκτικούς παράγοντες (π.χ. ακετυλοσαλικυλικό οξύ, κλοπιδογρέλη, ηπαρίνη, βαρφαρίνη, ασενοκουμαρόλη, δαμπιγκατράνη, ριβαροξαμπάνη ή απιξαμπάνη)
  • Ασταθή στηθάγχη, έμφραγμα του μυοκαρδίου εντός των τελευταίων 6 μηνών ή παρέμβαση της στεφανιαίας τους τελευταίους 6 μήνες
warning

Προειδοποιήσεις & Προφυλάξεις

ΠΧΠ (SPC)
expand_more
  • Καρδιακά συμβάντα (Ταχυκαρδία, αίσθημα παλμών, ταχυαρρυθμία και/ή υπόταση)
    Προσοχή
    ΠληθυσμόςΑσθενείς που διατρέχουν αυξημένο κίνδυνο σοβαρών καρδιακών ανεπιθύμητων ενεργειών (π.χ. ασθενείς με σταθερή στεφανιαία νόσο)
    Να παρακολουθούνται στενά κατά τη διάρκεια της θεραπείας
  • Καρδιακές αρρυθμίες
    Προσοχή
    ΠληθυσμόςΑσθενείς με κολπική ή κοιλιακή εκτοπία και ασθενείς με κολπική μαρμαρυγή ή πτερυγισμό
    Απαιτείται προσοχή
  • Αιμορραγία
    Προσοχή
    ΠληθυσμόςΌλοι οι ασθενείς
    Να αναφέρουν οποιοδήποτε επεισόδιο αιμορραγίας ή εύκολης δημιουργίας μώλωπα
  • Αιμορραγία αμφιβληστροειδούς
    Σημαντική
    Η χορήγηση σιλοσταζόλης θα πρέπει να διακοπεί
  • Αιματολογικές ανωμαλίες (θρομβοκυττοπενία, λευκοπενία, ακοκκιοκυτταραιμία, πανκυτταροπενία και απλαστική αναιμία)
    Σημαντική
    ΠληθυσμόςΌλοι οι ασθενείς
    Να αναφέρουν αμέσως τυχόν συμπτώματα που δηλώνουν την πρώιμη ανάπτυξη δυσκρασίας του αίματος (π.χ. πυρεξία και πονόλαιμο)
  • Αλληλεπιδράσεις με ισχυρούς αναστολείς CYP3A4 ή CYP2C19
    Προσοχή
    ΠληθυσμόςΑσθενείς που λαμβάνουν ισχυρούς αναστολείς του CYP3A4 ή του CYP2C19
    Συνιστάται δοσολογία σιλοσταζόλης των 50 mg δύο φορές την ημέρα
  • Συγχορήγηση με άλλους παράγοντες που μειώνουν την πίεση του αίματος
    Προσοχή
    Απαιτείται προσοχή λόγω πιθανότητας αθροιστικής υποτασικής επίδρασης με αντανακλαστική ταχυκαρδία
  • Συγχορήγηση με άλλους παράγοντες που αναστέλλουν τη συσσώρευση αιμοπεταλίων
    Προσοχή
    Απαιτείται προσοχή
swap_horiz

Αλληλεπιδράσεις

ΠΧΠ (SPC)
expand_more
  • Ακετυλοσαλικυλικό οξύ (ASA)
    Αύξηση 23-25% στην αναστολή της επαγόμενης από το ADP ex vivo συσσώρευσης αιμοπεταλίων. Δεν υπήρχαν εμφανείς τάσεις προς μεγαλύτερη συχνότητα αιμορραγικών ανεπιθύμητων ενεργειών.
  • Κλοπιδογρέλη, άλλα αντιαιμοπεταλιακά φάρμακα
    αντένδειξη
    Δεν είχε επίδραση στον αριθμό αιμοπεταλίων, PT ή aPTT. Δεν οδήγησε σε σημαντική πρόσθετη επίδραση στο χρόνο αιμορραγίας. Υψηλότερο ποσοστό αιμορραγίας με κλοπιδογρέλη, ASA και σιλοσταζόλη.
    ΣύστασηΑντενδείκνυται η θεραπεία με σιλοσταζόλη σε ασθενείς που λαμβάνουν δύο ή περισσότερους επιπρόσθετους αντιαιμοπεταλιακούς/αντιπηκτικούς παράγοντες. Συνιστάται προσοχή και παρακολούθηση του χρόνου αιμορραγίας κατά τη συγχορήγηση με οποιοδήποτε φάρμακο αναστέλλει τη συσσώρευση αιμοπεταλίων.
  • Από στόματος αντιπηκτικά (π.χ. βαρφαρίνη)
    αντένδειξη
    Δεν παρατηρήθηκε αναστολή του μεταβολισμού της βαρφαρίνης ή επίδραση στις παραμέτρους πήξης (PT, aPTT, χρόνος αιμορραγίας).
    ΣύστασηΑντενδείκνυται η θεραπεία με σιλοσταζόλη σε ασθενείς που λαμβάνουν δύο ή περισσότερους επιπρόσθετους αντιαιμοπεταλιακούς/αντιπηκτικούς παράγοντες. Συνιστάται προσοχή και συχνή παρακολούθηση για τη μείωση της πιθανότητας αιμορραγίας.
  • Ισχυροί αναστολείς CYP3A4 (π.χ. μακρολίδια, αντιμυκητιασικά αζόλης, αναστολείς πρωτεάσης)
    προσοχή
    Αύξηση της συνολικής φαρμακολογικής δράσης κατά 32% και πιθανή ενίσχυση ανεπιθύμητων ενεργειών.
    ΣύστασηΣυνιστώμενη δόση σιλοσταζόλης 50 mg δύο φορές την ημέρα.
  • Ισχυροί αναστολείς CYP2C19 (π.χ. αναστολείς αντλίας πρωτονίων, ομεπραζόλη)
    προσοχή
    Αύξηση της συνολικής φαρμακολογικής δράσης κατά 42% και πιθανή ενίσχυση ανεπιθύμητων ενεργειών.
    ΣύστασηΣυνιστώμενη δόση σιλοσταζόλης 50 mg δύο φορές την ημέρα.
  • Ερυθρομυκίνη (αναστολέας CYP3A4)
    προσοχή
    Αύξηση AUC σιλοσταζόλης κατά 72%. Συνολική φαρμακολογική δράση αυξάνεται κατά 34%.
    ΣύστασηΣυνιστώμενη δόση σιλοσταζόλης 50 mg δύο φορές την ημέρα (επίσης για κλαριθρομυκίνη).
  • Κετοκοναζόλη (αναστολέας CYP3A4)
    προσοχή
    Αύξηση AUC σιλοσταζόλης κατά 117%. Συνολική φαρμακολογική δράση αυξάνεται κατά 35%.
    ΣύστασηΣυνιστώμενη δόση σιλοσταζόλης 50 mg δύο φορές την ημέρα (επίσης για ιτρακοναζόλη).
  • Διλτιαζέμη (ασθενής αναστολέας CYP3A4)
    Αύξηση AUC σιλοσταζόλης κατά 44%. Συνολική φαρμακολογική δράση αυξάνεται κατά 19%.
    ΣύστασηΔεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης.
  • Χυμός γκρέιπφρουτ (αναστολέας εντερικού CYP3A4)
    Δεν είχε αξιοσημείωτη επίδραση στη φαρμακοκινητική της σιλοσταζόλης (με 240 ml). Κλινικά σημαντική επίδραση είναι δυνατή με μεγαλύτερες ποσότητες.
    ΣύστασηΔεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης (με 240ml). Προσοχή με μεγαλύτερες ποσότητες.
  • Ομεπραζόλη (αναστολέας CYP2C19)
    προσοχή
    Αύξηση AUC σιλοσταζόλης κατά 22%. Συνολική φαρμακολογική δράση αυξάνεται κατά 47%.
    ΣύστασηΣυνιστώμενη δόση σιλοσταζόλης 50 mg δύο φορές την ημέρα.
  • Υποστρώματα CYP3A4 με στενό θεραπευτικό δείκτη (π.χ. σιζαπρίδη, αλοφαντρίνη, πιμοζίδη, παράγωγα ερυσιβώδους όλυρας)
    προσοχή
    Η σιλοσταζόλη αυξάνει την AUC της λοβαστατίνης και του β-υδροξυ οξέος της κατά 70%.
    ΣύστασηΣυνιστάται προσοχή.
  • Στατίνες που μεταβολίζονται από CYP3A4 (π.χ. σιμβαστατίνη, ατορβαστατίνη, λοβαστατίνη)
    προσοχή
    ΣύστασηΣυνιστάται προσοχή.
  • Επαγωγείς CYP3A4, CYP2C19 (π.χ. καρβαμαζεπίνη, φαινυτοΐνη, ριφαμπικίνη, St. John’s wort)
    παρακολούθηση
    Η αντιαιμοπεταλιακή επίδραση μπορεί θεωρητικά να τροποποιηθεί.
    ΣύστασηΠρέπει να παρακολουθείται προσεκτικά.
  • Κάπνισμα (επάγει CYP1A2)
    Μείωσε τις συγκεντρώσεις της σιλοσταζόλης στο πλάσμα κατά 18%.
  • Άλλοι παράγοντες που μειώνουν την πίεση του αίματος
    προσοχή
    Πιθανότητα αθροιστικής υποτασικής επίδρασης με αντανακλαστική ταχυκαρδία.
    ΣύστασηΑπαιτείται προσοχή.
sick

Ανεπιθύμητες ενέργειες

ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Δέρμα
  • Εκχύμωση
  • Οίδημα προσώπου
  • Υποδόρια αιμορραγία
  • Εξάνθημα
  • Κνησμός
  • Έκζεμα
  • Δερματικά εξανθήματα
  • Σύνδρομο Stevens-Johnson
  • Τοξική επιδερμική νεκρόλυση
  • Κνίδωση
Αίμα
  • Αναιμία
  • Παράταση χρόνου αιμορραγίας
  • Θρομβοκυτταραιμία
  • Τάση αιμορραγίας
  • Θρομβοπενία
  • Κοκκιοκυτταροπενία
  • Ακοκκιοκυττάρωση
  • Λευκοπενία
  • Πανκυτταροπενία
  • Απλαστική αναιμία
Ανοσοποιητικό
  • Αλλεργική αντίδραση
Γενικές
  • Περιφερικό οίδημα
  • Θωρακικό άλγος
  • Εξασθένιση
  • Ρίγη
  • Αίσθημα κακουχίας
  • Πυρεξία
  • Άλγος
Μεταβολισμός
  • Ανορεξία
  • Υπεργλυκαιμία
  • Σακχαρώδης διαβήτης
Ψυχιατρικές
  • Άγχος
  • Αϋπνία
  • Μη φυσιολογικά όνειρα
Νευρικό
  • Κεφαλαλγία
  • Ζάλη
  • Πάρεση
  • Υπαισθησία
  • Συγκοπή
Οφθαλμικές
  • Επιπεφυκίτιδα
  • Αιμορραγία οφθαλμού
Αυτί
  • Εμβοές
Καρδιά
  • Αίσθημα παλμών
  • Ταχυκαρδία
  • Στηθάγχη
  • Αρρυθμία
  • Κοιλιακές έκτακτες συστολές
  • Έμφραγμα του μυοκαρδίου
  • Κολπική μαρμαρυγή
  • Συμφορητική καρδιακή ανεπάρκεια
  • Υπερκοιλιακή ταχυκαρδία
  • Κοιλιακή ταχυκαρδία
Αγγειακές
  • Εξάψεις
  • Υπέρταση
  • Υπόταση
  • Αιμορραγία μη καθοριζόμενη
  • Ορθοστατική υπόταση
  • Εγκεφαλική αιμορραγία
  • Μυϊκή αιμορραγία
Αναπνευστικό
  • Επίσταξη
  • Πνευμονική αιμορραγία
  • Αιμορραγία αναπνευστικών οδών
  • Ρινίτιδα
  • Δύσπνοια
  • Βήχας
  • Διάμεση πνευμονία
Γαστρεντερικό
  • Γαστρεντερική αιμορραγία
  • Διάρροια
  • Μη φυσιολογικά κόπρανα
  • Ναυτία
  • Έμετος
  • Δυσπεψία
  • Μετεωρισμός
  • Κοιλιακό άλγος
  • Γαστρίτιδα
Λοιμώξεις
  • Φαρυγγίτιδα
  • Πνευμονία
Ήπαρ
  • Ηπατίτιδα
  • Μη φυσιολογική ηπατική λειτουργία
  • Ίκτερος
Μυοσκελετικό
  • Μυαλγία
Διαταραχές των νεφρών και των ουροφόρων οδών
  • Νεφρική ανεπάθεια
Νεφρά/Ουροποιητικό
  • Νεφρική δυσλειτουργία
  • Αιματουρία
  • Συχνουρία
  • Αυξημένη ουρία αίματος
  • Αυξημένη κρεατινίνη αίματος
Εργαστηριακές
  • Αυξημένο ουρικό οξύ
Λεπτομέρειες κατά συχνότητα expand_more
  • Διάρροια
    Γαστρεντερικό
    Πολύ συχνές
  • Κεφαλαλγία
    Νευρικό
    Πολύ συχνές
  • Μη φυσιολογικά κόπρανα
    Γαστρεντερικό
    Πολύ συχνές
  • Έμετος
    Γαστρεντερικό
    Συχνές
  • Αίσθημα παλμών
    Καρδιά
    Συχνές
  • Ανορεξία
    Μεταβολισμός
    Συχνές
  • Αρρυθμία
    Καρδιά
    Συχνές
  • Δυσπεψία
    Γαστρεντερικό
    Συχνές
  • Εκχύμωση
    Δέρμα
    Συχνές
  • Εξάνθημα
    Δέρμα
    Συχνές
  • Εξασθένιση
    Γενικές
    Συχνές
  • Ζάλη
    Νευρικό
    Συχνές
  • Θωρακικό άλγος
    Γενικές
    Συχνές
  • Κνησμός
    Δέρμα
    Συχνές
  • Κοιλιακές έκτακτες συστολές
    Καρδιά
    Συχνές
  • Κοιλιακό άλγος
    Γαστρεντερικό
    Συχνές
  • Μετεωρισμός
    Γαστρεντερικό
    Συχνές
  • Ναυτία
    Γαστρεντερικό
    Συχνές
  • Οίδημα προσώπου
    Δέρμα
    Συχνές
  • Περιφερικό οίδημα
    Γενικές
    Συχνές
  • Ρινίτιδα
    Αναπνευστικό
    Συχνές
  • Στηθάγχη
    Καρδιά
    Συχνές
  • Ταχυκαρδία
    Καρδιά
    Συχνές
  • Φαρυγγίτιδα
    Λοιμώξεις
    Συχνές
  • Άγχος
    Ψυχιατρικές
    Όχι συχνές
  • Έκζεμα
    Δέρμα
    Όχι συχνές
  • Έμφραγμα του μυοκαρδίου
    Καρδιά
    Όχι συχνές
  • Αίσθημα κακουχίας
    Γενικές
    Όχι συχνές
  • Αλλεργική αντίδραση
    Ανοσοποιητικό
    Όχι συχνές
  • Αναιμία
    Αίμα
    Όχι συχνές
  • Αϋπνία
    Ψυχιατρικές
    Όχι συχνές
  • Βήχας
    Αναπνευστικό
    Όχι συχνές
  • Γαστρίτιδα
    Γαστρεντερικό
    Όχι συχνές
  • Δερματικά εξανθήματα
    Δέρμα
    Όχι συχνές
  • Δύσπνοια
    Αναπνευστικό
    Όχι συχνές
  • Εμβοές
    Αυτί
    Όχι συχνές
  • Εξάψεις
    Αγγειακές
    Όχι συχνές
  • Κοιλιακή ταχυκαρδία
    Καρδιά
    Όχι συχνές
  • Κολπική μαρμαρυγή
    Καρδιά
    Όχι συχνές
  • Μη φυσιολογικά όνειρα
    Ψυχιατρικές
    Όχι συχνές
  • Μυαλγία
    Μυοσκελετικό
    Όχι συχνές
  • Πνευμονία
    Λοιμώξεις
    Όχι συχνές
  • Ρίγη
    Γενικές
    Όχι συχνές
  • Συγκοπή
    Νευρικό
    Όχι συχνές
  • Συμφορητική καρδιακή ανεπάρκεια
    Καρδιά
    Όχι συχνές
  • Υπέρταση
    Αγγειακές
    Όχι συχνές
  • Υπερκοιλιακή ταχυκαρδία
    Καρδιά
    Όχι συχνές
  • Υπόταση
    Αγγειακές
    Όχι συχνές
  • Θρομβοκυτταραιμία
    Αίμα
    Σπάνιες
  • Νεφρική ανεπάρκεια
    Νεφρά/Ουροποιητικό
    Σπάνιες
  • Νεφρική δυσλειτουργία
    Νεφρά/Ουροποιητικό
    Σπάνιες
  • Παράταση χρόνου αιμορραγίας
    Αίμα
    Σπάνιες
  • Άλγος
    Γενικές
    Μη γνωστές
  • Ίκτερος
    Ήπαρ
    Μη γνωστές
  • Αιματουρία
    Νεφρά/Ουροποιητικό
    Μη γνωστές
  • Αιμορραγία αναπνευστικών οδών
    Αναπνευστικό
    Μη γνωστές
  • Αιμορραγία μη καθοριζόμενη
    Αγγειακές
    Μη γνωστές
  • Αιμορραγία οφθαλμού
    Οφθαλμικές
    Μη γνωστές
  • Ακοκκιοκυττάρωση
    Αίμα
    Μη γνωστές
  • Απλαστική αναιμία
    Αίμα
    Μη γνωστές
  • Αυξημένη κρεατινίνη αίματος
    Νεφρά/Ουροποιητικό
    Μη γνωστές
  • Αυξημένη ουρία αίματος
    Νεφρά/Ουροποιητικό
    Μη γνωστές
  • Αυξημένο ουρικό οξύ
    Εργαστηριακές
    Μη γνωστές
  • Γαστρεντερική αιμορραγία
    Γαστρεντερικό
    Μη γνωστές
  • Διάμεση πνευμονία
    Αναπνευστικό
    Μη γνωστές
  • Εγκεφαλική αιμορραγία
    Αγγειακές
    Μη γνωστές
  • Επίσταξη
    Αναπνευστικό
    Μη γνωστές
  • Επιπεφυκίτιδα
    Οφθαλμικές
    Μη γνωστές
  • Ηπατίτιδα
    Ήπαρ
    Μη γνωστές
  • Θρομβοπενία
    Αίμα
    Μη γνωστές
  • Κνίδωση
    Δέρμα
    Μη γνωστές
  • Κοκκιοκυτταροπενία
    Αίμα
    Μη γνωστές
  • Λευκοπενία
    Αίμα
    Μη γνωστές
  • Μη φυσιολογική ηπατική λειτουργία
    Ήπαρ
    Μη γνωστές
  • Μυϊκή αιμορραγία
    Αγγειακές
    Μη γνωστές
  • Ορθοστατική υπόταση
    Αγγειακές
    Μη γνωστές
  • Πάρεση
    Νευρικό
    Μη γνωστές
  • Πανκυτταροπενία
    Αίμα
    Μη γνωστές
  • Πνευμονική αιμορραγία
    Αναπνευστικό
    Μη γνωστές
  • Πυρεξία
    Γενικές
    Μη γνωστές
  • Σακχαρώδης διαβήτης
    Μεταβολισμός
    Μη γνωστές
  • Συχνουρία
    Νεφρά/Ουροποιητικό
    Μη γνωστές
  • Σύνδρομο Stevens-Johnson
    Δέρμα
    Μη γνωστές
  • Τάση αιμορραγίας
    Αίμα
    Μη γνωστές
  • Τοξική επιδερμική νεκρόλυση
    Δέρμα
    Μη γνωστές
  • Υπαισθησία
    Νευρικό
    Μη γνωστές
  • Υπεργλυκαιμία
    Μεταβολισμός
    Μη γνωστές
  • Υποδόρια αιμορραγία
    Δέρμα
    Μη γνωστές
pregnant_woman

Κύηση / Γαλουχία

ΠΧΠ (SPC)
Επίπεδο κινδύνου: Αντενδείκνυται expand_more
  • Κύηση
    Δεν πρέπει να χρησιμοποιείται
    Δεν διατίθενται επαρκή δεδομένα σχετικά με τη χρήση της σιλοσταζόλης σε έγκυες γυναίκες. Μελέτες σε ζώα κατέδειξαν τοξικότητα στην αναπαραγωγική ικανότητα (βλ. Προκλινικά δεδομένα). Ο ενδεχόμενος κίνδυνος για τον άνθρωπο είναι άγνωστος.
  • Γαλουχία
    Δεν συνιστάται
    Η μεταφορά σιλοσταζόλης στο μητρικό γάλα έχει αναφερθεί σε μελέτες σε ζώα. Δεν είναι γνωστό εάν η σιλοσταζόλη απεκκρίνεται στο ανθρώπινο γάλα. Λόγω της δυνητικά επιβλαβούς επίδρασης στο θηλάζον νεογέννητο από μητέρα που λαμβάνει θεραπεία.
  • Γονιμότητα
    Η κλινική σημασία είναι άγνωστη
    Η σιλοσταζόλη διατάραξε με αναστρέψιμο τρόπο τη γονιμότητα θηλυκών ποντικών, αλλά όχι σε άλλα είδη ζώων (βλ. Προκλινικά δεδομένα).
e911_emergency

Υπερδοσολογία

ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Συμπτώματα
  • σοβαρή κεφαλαλγία
  • διάρροια
  • ταχυκαρδία
  • πιθανώς καρδιακές αρρυθμίες
Αντιμετώπιση
Οι ασθενείς θα πρέπει να παρακολουθούνται και να τους παρέχεται υποστηρικτική αγωγή. Θα πρέπει να γίνεται κένωση στομάχου με πρόκληση εμέτου ή γαστρική πλύση, όπως είναι κατάλληλο.
directions_car

Επίδραση στην οδήγηση

ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Επηρεάζει την οδήγησηΠιθανώς
Η σιλοσταζόλη μπορεί να προκαλέσει ζάλη και οι ασθενείς θα πρέπει να προειδοποιούνται να προσέχουν πριν την οδήγηση ή το χειρισμό μηχανημάτων.
science

Έκδοχα

ΠΧΠ (SPC) §2 & §6.1
expand_more
Άμυλο αραβοσίτου
Μικροκρυσταλλική κυτταρίνη,
Ασβεστιούχος καρμελλόζη
Υπρομελλόζη,
Στεατικό μαγνήσιο
biotech

Φαρμακολογία

Φαρμακοδυναμική & Φαρμακοκινητική
expand_more
Φαρμακοδυναμική

Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία

Αντιθρομβωτικοί παράγοντες, αναστολέας συσσώρευσης αιμοπεταλίων εκτός ηπαρίνης, κωδικός ATC: B01AC23

Μηχανισμός δράσης

Η σιλοσταζόλη και διάφοροι μεταβολίτες της είναι αναστολείς της φωσφοδιεστεράσης III που καταστέλλουν την αποικοδόμηση του κυκλικού AMP, με αποτέλεσμα την αύξηση του cAMP σε μια ποικιλία ιστών συμπεριλαμβανομένων των αιμοπεταλίων και των αιμοφόρων αγγείων.

Φαρμακοδυναμικές επιδράσεις

Από δεδομένα που παρήχθησαν σε εννέα ελεγχόμενες με εικονικό φάρμακο μελέτες (όπου 1.634 ασθενείς εκτέθηκαν σε σιλοσταζόλη), καταδείχθηκε ότι η σιλοσταζόλη βελτιώνει την ικανότητα άσκησης όπως κρίνεται από τις αλλαγές στην Απόλυτη Απόσταση Χωλότητας (ACD ή μέγιστη απόσταση βάδισης) και την Αρχική Απόσταση Χωλότητας (ICD, ή ελεύθερη πόνου απόσταση βάδισης) στη δοκιμασία σε κυλιόμενο διάδρομο. Μετά από 24 εβδομάδες θεραπείας, η σιλοσταζόλη 100 mg δύο φορές την ημέρα αυξάνει τη μέση ACD από 60,4 - 129,1 μέτρα, ενώ το εύρος της μέσης ICD αυξήθηκε από 47,3 - 93,6 μέτρα. Μια μετα-ανάλυση που βασίστηκε στις σταθμισμένες μέσες διαφορές στις εννέα μελέτες έδειξε ότι υπήρχε σημαντική απόλυτη συνολική βελτίωση μετά την έναρξη της θεραπείας κατά 42 m στη μέγιστη απόσταση βάδισης (ACD) για τη σιλοσταζόλη 100 mg δύο φορές την ημέρα σε σχέση με τη βελτίωση που παρατηρήθηκε με εικονικό φάρμακο. Αυτό αντιστοιχεί σε μια σχετική βελτίωση 100% σε σχέση με το εικονικό φάρμακο. Η επίδραση φάνηκε μικρότερη σε διαβητικούς σε σχέση με τους μη διαβητικούς. Μελέτες σε ζώα έδειξαν ότι η σιλοσταζόλη έχει αγγειοδιασταλτική δράση και αυτό καταδείχθηκε σε μικρότερες μελέτες στον άνθρωπο όπου η ροή του αίματος στον αστράγαλο μετρήθηκε με πληθυσμογραφία τύπου strain gauge. Η σιλοσταζόλη αναστέλλει επίσης τον πολλαπλασιασμό των λείων μυϊκών κυττάρων σε αρουραίους και σε ανθρώπινα κύτταρα λείων μυών in vitro, και αναστέλλει την αντίδραση απελευθέρωσης αιμοπεταλίων του αυξητικού παράγοντα που προέρχεται από τα αιμοπετάλια και του PF-4 σε ανθρώπινα αιμοπετάλια. Οι μελέτες σε ζώα και στον άνθρωπο (in vivo και ex vivo) έδειξαν ότι η σιλοσταζόλη προκαλεί αναστρέψιμη αναστολή της συσσώρευσης αιμοπεταλίων. Η αναστολή είναι αποτελεσματική έναντι ενός εύρους παραγόντων συσσώρευσης (περιλαμβανομένης της διατμητικής τάσης, του αραχιδονικού οξέος, του κολλαγόνου, της ADP και της αδρεναλίνης). Στον άνθρωπο η αναστολή διαρκεί για έως και 12 ώρες και σε διακοπή της χορήγησης σιλοσταζόλης, η αποκατάσταση της συσσώρευσης συμβαίνει εντός 48-96 ωρών, χωρίς υπερσυσσώρευση λόγω αναπήδησης (rebound). Οι επιδράσεις στα κυκλοφορούντα λιπίδια πλάσματος εξετάστηκαν σε ασθενείς που λάμβαναν σιλοσταζόλη. Μετά από 12 εβδομάδες, σε σύγκριση με το εικονικό φάρμακο, χορήγηση σιλοσταζόλης 100 mg δύο φορές την ημέρα οδήγησε σε μείωση των τριγλυκεριδίων κατά 0,33 mmol/l (15%) και αύξηση της HDL-χοληστερόλης κατά 0,10 mmol/l (10%).

Κλινική αποτελεσματικότητα και ασφάλεια

Μια τυχαιοποιημένη, διπλά τυφλή, ελεγχόμενη με εικονικό φάρμακο μελέτη Φάσης IV διεξήχθη για την αξιολόγηση των μακροπρόθεσμων επιπτώσεων της σιλοσταζόλης, με εστίαση στη θνησιμότητα και την ασφάλεια. Συνολικά, 1.439 ασθενείς με διαλείπουσα χωλότητα και χωρίς καρδιακή ανεπάρκεια υποβλήθηκαν σε αγωγή με σιλοσταζόλη ή εικονικό φάρμακο για έως και τρία χρόνια. Αναφορικά με τη θνησιμότητα, το παρατηρούμενο σε 36 μήνες ποσοστό συμβάντων κατά Kaplan-Meier για θανάτους με το φάρμακο της μελέτης με διάμεσο χρόνο στο φάρμακο της μελέτης 18 μήνες ήταν 5,6% (95% διάστημα εμπιστοσύνης 2,8 έως 8,4%) με σιλοσταζόλη και 6,8% (95% διάστημα εμπιστοσύνης 1,9 έως 11,5%) με εικονικό φάρμακο. Η μακροπρόθεσμη αγωγή με σιλοσταζόλη δεν ανήγειρε ζητήματα ασφάλειας.

Φαρμακοκινητική

Απορρόφηση

Μετά από πολλαπλές δόσεις σιλοσταζόλης 100 mg δύο φορές την ημέρα σε ασθενείς με περιφερική αγγειακή νόσο, η σταθεροποιημένη κατάσταση επετεύχθη εντός 4 ημερών.

Κατανομή

Η σιλοσταζόλη δεσμεύεται κατά 95-98% με πρωτεΐνη, κυρίως με την αλβουμίνη. Ο δεϋδρο-μεταβολίτης και ο 4’-τρανς-υδροξυ μεταβολίτης δεσμεύονται με πρωτεΐνη κατά 97,4% και 66% αντιστοίχως.

Βιομετασχηματισμός

Tα κύρια ισοένζυμα που ενέχονται στο μεταβολισμό της σιλοσταζόλης είναι το κυτόχρωμα P-450 CYP3A4, σε μικρότερο βαθμό το CYP2C19 και σε ακόμα μικρότερο βαθμό το CYP1A2. Υπάρχουν δύο κύριοι μεταβολίτες, ο δεϋδρο-μεταβολίτης που είναι 4-7 φορές τόσο δραστικός παράγοντας κατά της συσσώρευσης αιμοπεταλίων όσο και η μητρική ένωση και ο 4’-τρανς-υδροξυ μεταβολίτης που είναι δραστικός κατά το ένα πέμπτο. Οι συγκεντρώσεις στο πλάσμα (όπως μετρούνται από την AUC) των δεϋδρο και 4`-τρανς-υδροξυ μεταβολιτών είναι ~41% και ~12% των συγκεντρώσεων της σιλοσταζόλης.

Αποβολή

Η φαινόμενη ημιπερίοδος ζωής της απομάκρυνσης της σιλοσταζόλης είναι 10,5 ώρες. Και οι δύο κύριοι μεταβολίτες, η δεϋδρο-σιλοσταζόλη και η 4’-τρανς-υδρόξυ σιλοσταζόλη έχουν παρόμοιες φαινόμενες ημιπεριόδους ζωής. Η σιλοσταζόλη απομακρύνεται κυρίως με μεταβολισμό και επακόλουθη ουρική απέκκριση των μεταβολιτών. Η κύρια οδός απέκκρισης είναι η ουρική (74%) με το υπόλοιπο να απεκκρίνεται στα κόπρανα. Δεν απεκκρίνεται στα ούρα μετρήσιμη ποσότητα αμετάβλητης σιλοσταζόλης, και λιγότερο από το 2% της δόσης απεκκρίνεται ως μεταβολίτης δεϋδρο-σιλοσταζόλης. Περίπου το 30% της δόσης απεκκρίνεται στα ούρα ως 4’-τρανς-υδροξυ μεταβολίτης. Tο υπόλοιπο απεκκρίνεται ως μεταβολίτες, κανένας εκ των οποίων δεν υπερβαίνει το 5% της συνολικής απέκκρισης. Δεν υπάρχει ένδειξη ότι η σιλοσταζόλη επάγει τα ηπατικά μικροσωμιακά ένζυμα.

Γραμμικότητα/μη γραμμικότητα

Οι Cmax της σιλοσταζόλης και των κύριων κυκλοφορούντων μεταβολιτών της αυξάνουν λιγότερο από αναλογικά με αυξανόμενες δόσεις. Ωστόσο, η AUC για τη σιλοσταζόλη και τους μεταβολίτες της αυξάνει σχεδόν αναλογικά με τη δόση.

Ειδικοί πληθυσμοί

Ηλικία και φύλο

Η φαρμακοκινητική της σιλοσταζόλης και των μεταβολιτών της δεν επηρεάζεται σημαντικά από την ηλικία ή το φύλο σε υγιή άτομα ηλικίας μεταξύ 50-80 ετών.

Νεφρική δυσλειτουργία

Σε άτομα με σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία, το ελεύθερο κλάσμα σιλοσταζόλης ήταν κατά 27% υψηλότερο και αμφότερες οι Cmax και AUC ήταν κατά 29% και 39% χαμηλότερες αντίστοιχα από ότι σε άτομα με φυσιολογική νεφρική λειτουργία. Η Cmax και η AUC του δεϋδρο-μεταβολίτη ήταν κατά 41% και 47% χαμηλότερες αντίστοιχα σε άτομα με σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία σε σύγκριση με τα άτομα με φυσιολογική νεφρική λειτουργία. Η Cmax και η AUC της 4’-τρανς-υδρόξυ σιλοσταζόλης ήταν κατά 173% και 209% μεγαλύτερες σε άτομα με σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία. Το φάρμακο δεν πρέπει να χορηγείται σε ασθενείς με κάθαρση κρεατινίνης < 25ml/min (βλ. Αντενδείξεις).

Ηπατική δυσλειτουργία

Δεν υπάρχουν δεδομένα για ασθενείς με μέτρια έως σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία και επειδή η σιλοσταζόλη μεταβολίζεται εκτενώς από τα ηπατικά ένζυμα, το φάρμακο δεν πρέπει να χρησιμοποιείται σε αυτούς τους ασθενείς (βλ. Αντενδείξεις).

Μηχανισμός δράσης
Μηχανισμός Δράσης Η σιλοσταζόλη και αρκετοί από τους μεταβολίτες της είναι αναστολείς της κυκλικής φωσφοδιεστεράσης ΑΜΡ (cAMP) III (αναστολείς PDE III), αναστέλλοντας τη δραστηριότητα της φωσφοδιεστεράσης και καταστέλλοντας τη διάσπαση του cAMP με…
Φαρμακοδυναμική

Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία Αντιθρομβωτικοί παράγοντες, αναστολέας συσσώρευσης αιμοπεταλίων εκτός ηπαρίνης, κωδικός ATC: B01AC23 ### Μηχανισμός δράσης Η σιλοσταζόλη και διάφοροι μεταβολίτες της είναι αναστολείς της φωσφοδιεστεράσης III που καταστέλλουν…

Φαρμακοκινητική

Απορρόφηση Μετά από πολλαπλές δόσεις σιλοσταζόλης 100 mg δύο φορές την ημέρα σε ασθενείς με περιφερική αγγειακή νόσο, η σταθεροποιημένη κατάσταση επετεύχθη εντός 4 ημερών. ### Κατανομή Η σιλοσταζόλη δεσμεύεται κατά 95-98% με πρωτεΐνη, κυρίως με την…

Μεταβολισμός
Μεταβολισμός Ηπατικός. Η σιλοσταζόλη μεταβολίζεται εκτενώς από ηπατικά ένζυμα κυτοχρώματος P-450, κυρίως 3A4, και σε μικρότερο βαθμό, 2C19, με τους μεταβολίτες να απεκκρίνονται κυρίως στα ούρα. Δύο μεταβολίτες είναι ενεργοί, με έναν μεταβολίτη να είναι…
Απέκκριση
Απορρόφηση, Κατανομή & Απέκκριση Η σιλοσταζόλη απορροφάται μετά από χορήγηση από το στόμα. Μια δίαιτα πλούσια σε λιπαρά αυξάνει την απορρόφηση, με περίπου 90% αύξηση στην Cmax και 25% αύξηση στην AUC. Η απόλυτη βιοδιαθεσιμότητα δεν είναι γνωστή. Η…

Παρακολούθηση Αγωγής

Εργαστηριακοί & κλινικοί έλεγχοι από το SPC, ανά σύστημα

event_available
science

Εργαστηριακές εξετάσεις (αίμα / ούρα)

Έλεγχος Σύστημα Συχνότητα Προϋπόθεση
Γενική αίματος (CBC) bloodtypeΑιματολογικός έλεγχος Υποψία λοίμωξης ή κλινική ένδειξη δυσκρασίας αίματος
checklist Συνδυάζετε πολλά φάρμακα; Δείτε το συγκεντρωτικό πρόγραμμα παρακολούθησης arrow_forward

Σκευάσματα & Τιμολόγηση

Δεδομένα ΕΟΦ (04/2026)
Φόρτωση...

Μονογραφίες Πηγών

Αναλυτικό περιεχόμενο ανά πηγή για τεκμηρίωση και έλεγχο

science
PubChem

Φαρμακοδυναμική

expand_more

Φαρμακοδυναμική

Η σιλοσταζόλη μειώνει τα συμπτώματα της διαλείπουσας χωλότητας, όπως υποδεικνύεται από αυξημένη απόσταση βάδισης. Η διαλείπουσα χωλότητα είναι πόνος στα πόδια που εμφανίζεται κατά το περπάτημα και εξαφανίζεται με την ανάπαυση. Ο πόνος οφείλεται σε μειωμένη ροή αίματος στα πόδια.

neurology
PubChem

Μηχανισμός δράσης

expand_more

Μηχανισμός Δράσης

Η σιλοσταζόλη και αρκετοί από τους μεταβολίτες της είναι αναστολείς της κυκλικής φωσφοδιεστεράσης ΑΜΡ (cAMP) III (αναστολείς PDE III), αναστέλλοντας τη δραστηριότητα της φωσφοδιεστεράσης και καταστέλλοντας τη διάσπαση του cAMP με αποτέλεσμα την αύξηση του cAMP στα αιμοπετάλια και τα αιμοφόρα αγγεία, οδηγώντας σε αναστολή της συσσώρευσης των αιμοπεταλίων και αγγειοδιαστολή.

Η σιλοσταζόλη, μια φωσφοδιεστεράση 3, έχει χρησιμοποιηθεί ευρέως σε ασθενείς με αρτηριακή νόσο και είναι γνωστό ότι έχει επιπρόσθετα ευεργετικά αποτελέσματα στη δυσλιπιδαιμία. Ωστόσο, η επίδραση της σιλοσταζόλης στη ηπατική στεάτωση δεν έχει πλήρως διευκρινιστεί. Διερευνήσαμε την επίδραση της σιλοσταζόλης στην έκφραση της ηπατικής ABCA1 και στην ηπατική στεάτωση σε μοντέλο ποντικών με παχυσαρκία που προκλήθηκε από διατροφή. Η έκφραση της ηπατικής ABCA1 και η συσσώρευση λιπιδίων αναλύθηκαν σε κυτταρικές σειρές HepG2 που υποβλήθηκαν σε αγωγή με σιλοσταζόλη. Αρσενικά ποντίκια C57BL/6 χωρίστηκαν τυχαία σε τρεις ομάδες: (1) λάμβαναν κανονική τροφή με έκδοχο· (2) λάμβαναν δίαιτα υψηλής περιεκτικότητας σε λιπαρά (HFD) με έκδοχο· (3) λάμβαναν HFD με σιλοσταζόλη. Η σιλοσταζόλη (30 mg/kg) χορηγήθηκε από το στόμα μία φορά ημερησίως για 9 εβδομάδες. Η σιλοσταζόλη ενίσχυσε σημαντικά την έκφραση της ABCA1 και αποκατέστησε την έκφραση της ABCA1 που μειώθηκε από την παλμιτική σε κύτταρα HepG2. Η αγωγή με σιλοσταζόλη βελτίωσε τη συσσώρευση λιπιδίων που προκλήθηκε από την παλμιτική, και αυτή η επίδραση μειώθηκε όταν η ABCA1 ή η LRP1 σιγαστηκε με μικρό παρεμβαλλόμενο RNA. Μετά τη σίγανση της LRP1, η έκφραση της ABCA1 μειώθηκε σε κύτταρα HepG2. Η σιλοσταζόλη ενίσχυσε σημαντικά την έκφραση της ηπατικής ABCA1 και μείωσε το ηπατικό λίπος σε ποντίκια που έλαβαν HFD. Η ηπατική έκφραση της διασπασμένης κασπάσης-3 και της PARP1 μειώθηκε επίσης σε ποντίκια που έλαβαν HFD και υποβλήθηκαν σε αγωγή με σιλοσταζόλη. Η σιλοσταζόλη βελτίωσε την ηπατική στεάτωση και αύξησε την έκφραση της ABCA1 στα ηπατοκύτταρα. Η ενίσχυση της έκφρασης της ABCA1 με σιλοσταζόλη αντιπροσωπεύει μια πιθανή θεραπευτική οδό για τη θεραπεία της ηπατικής στεάτωσης.

Η σιλοσταζόλη, ένας εκλεκτικός αναστολέας φωσφοδιεστεράσης (PDE) παράγωγος της κινολινόνης, είναι ένας αναστολέας της συσσώρευσης των αιμοπεταλίων και ένας αρτηριακός αγγειοδιασταλτικός παράγοντας. Αν και ο μηχανισμός δράσης της σιλοσταζόλης δεν έχει πλήρως διευκρινιστεί, το φάρμακο φαίνεται να αναστέλλει την ενεργοποίηση της κυτταρικής PDE τύπου III (PDE III), οδηγώντας σε καταστολή της διάσπασης και, συνεπώς, αυξημένες συγκεντρώσεις, της κυκλικής αδενοσίνης-3’,5’-μονοφωσφορικής (cAMP) στα αιμοπετάλια και τα αιμοφόρα αγγεία. Οι αυξημένες συγκεντρώσεις cAMP πιστεύεται ότι οδηγούν σε αρτηριακή αγγειοδιαστολή και αναστολή της συσσώρευσης των αιμοπεταλίων.

biotech
PubChem

Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση

expand_more

Απορρόφηση, Κατανομή & Απέκκριση

Η σιλοσταζόλη απορροφάται μετά από χορήγηση από το στόμα. Μια δίαιτα πλούσια σε λιπαρά αυξάνει την απορρόφηση, με περίπου 90% αύξηση στην Cmax και 25% αύξηση στην AUC. Η απόλυτη βιοδιαθεσιμότητα δεν είναι γνωστή.

Η σιλοσταζόλη μεταβολίζεται εκτενώς από ηπατικά ένζυμα κυτοχρώματος P-450, κυρίως 3A4, και σε μικρότερο βαθμό, 2C19, με τους μεταβολίτες να απεκκρίνονται κυρίως στα ούρα. Η σιλοσταζόλη αποβάλλεται κυρίως μέσω μεταβολισμού και επακόλουθης νεφρικής απέκκρισης μεταβολιτών. Η κύρια οδός απέκκρισης ήταν μέσω των ούρων (74%), με το υπόλοιπο να απεκκρίνεται στα κόπρανα (20%). Δεν ανιχνεύθηκε μετρήσιμη ποσότητα αμετάβλητης σιλοσταζόλης στα ούρα, και λιγότερο από 2% της δόσης απεκκρίθηκε ως 3,4-δεϋδρο-σιλοσταζόλη. Περίπου 30% της δόσης απεκκρίθηκε στα ούρα ως 4’-trans-υδροξυ-σιλοσταζόλη.

/ΓΑΛΑ/

Αναφέρεται η μεταφορά σιλοσταζόλης στο γάλα σε αρουραίους.

Μετά από χορήγηση μίας εφάπαξ δόσης 100 mg σιλοσταζόλης από το στόμα με δίαιτα πλούσια σε λιπαρά, οι μέγιστες συγκεντρώσεις σιλοσταζόλης στο πλάσμα και η περιοχή κάτω από την καμπύλη συγκέντρωσης-χρόνου στο πλάσμα (AUC) αυξήθηκαν κατά περίπου 90% και 25%, αντίστοιχα.

Το Pletal απορροφάται μετά από χορήγηση από το στόμα. Μια δίαιτα πλούσια σε λιπαρά αυξάνει την απορρόφηση, με περίπου 90% αύξηση στην Cmax και 25% αύξηση στην AUC. Η απόλυτη βιοδιαθεσιμότητα δεν είναι γνωστή.

Η κύρια οδός απέκκρισης ήταν μέσω των ούρων (74%), με το υπόλοιπο να απεκκρίνεται στα κόπρανα (20%). Δεν ανιχνεύθηκε μετρήσιμη ποσότητα αμετάβλητης σιλοσταζόλης στα ούρα, και λιγότερο από 2% της δόσης απεκκρίθηκε ως 3,4-δεϋδρο-σιλοσταζόλη. Περίπου 30% της δόσης απεκκρίθηκε στα ούρα ως 4’-trans-υδροξυ-σιλοσταζόλη. Το υπόλοιπο απεκκρίθηκε ως άλλοι μεταβολίτες, κανένας από τους οποίους δεν υπερέβαινε το 5%. Δεν υπήρχαν ενδείξεις επαγωγής /μικροσωμικών ενζύμων/.

Για περισσότερα δεδομένα Απορρόφησης, Κατανομής και Απέκκρισης (Πλήρη) για τη Σιλοσταζόλη (7 συνολικά), παρακαλούμε επισκεφθείτε τη σελίδα του αρχείου HSDB.

water_drop
PubChem

Δέσμευση πρωτεϊνών

expand_more

Σύνδεση με Πρωτεΐνες

95-98%

hub
PubChem

Μεταβολισμός

expand_more

Μεταβολισμός

Ηπατικός. Η σιλοσταζόλη μεταβολίζεται εκτενώς από ηπατικά ένζυμα κυτοχρώματος P-450, κυρίως 3A4, και σε μικρότερο βαθμό, 2C19, με τους μεταβολίτες να απεκκρίνονται κυρίως στα ούρα. Δύο μεταβολίτες είναι ενεργοί, με έναν μεταβολίτη να είναι υπεύθυνος για τουλάχιστον 50% της φαρμακολογικής (αναστολή PDE III) δραστηριότητας μετά τη χορήγηση σιλοσταζόλης.

Μετά από χορήγηση από το στόμα 100 mg σημασμένης ραδιοσημάνσεως σιλοσταζόλης, το 56% των συνολικών αναλυτών στο πλάσμα ήταν σιλοσταζόλη, το 15% ήταν 3,4-δεϋδρο-σιλοσταζόλη (4-7 φορές πιο δραστική από τη σιλοσταζόλη), και το 4% ήταν 4’-trans-υδροξυ-σιλοσταζόλη (20% τόσο δραστική όσο η σιλοσταζόλη).

Η σιλοσταζόλη αποβάλλεται κυρίως μέσω μεταβολισμού και επακόλουθης νεφρικής απέκκρισης μεταβολιτών. Με βάση in vitro μελέτες, οι κύριες ισοένζυμες που εμπλέκονται στο μεταβολισμό της σιλοσταζόλης είναι η CYP3A4 και, σε μικρότερο βαθμό, η CYP2C19. Το ένζυμο που είναι υπεύθυνο για το μεταβολισμό της 3,4-δεϋδρο-σιλοσταζόλης, του πιο δραστικού εκ των μεταβολιτών, είναι άγνωστο.

Η σιλοσταζόλη μεταβολίζεται εκτενώς από ηπατικά ένζυμα κυτοχρώματος P-450, κυρίως 3A4, και σε μικρότερο βαθμό, 2C19, με τους μεταβολίτες να απεκκρίνονται κυρίως στα ούρα. Δύο μεταβολίτες είναι ενεργοί, με έναν μεταβολίτη να είναι υπεύθυνος για τουλάχιστον 50% της φαρμακολογικής (αναστολή PDE III) δραστηριότητας μετά τη χορήγηση Pletal.

Η φαρμακοκινητική της σιλοσταζόλης διερευνήθηκε μετά από χορήγηση από το στόμα και ενδοφλεβίως σε αρσενικά και θηλυκά αρουραίους. Μετά από χορήγηση από το στόμα, η περιοχή κάτω από την καμπύλη συγκέντρωσης-χρόνου στον ορό (AUC) ήταν περίπου 35 φορές υψηλότερη σε θηλυκούς αρουραίους σε σύγκριση με αρσενικούς αρουραίους, και η απόλυτη βιοδιαθεσιμότητα ήταν περίπου 5,8 φορές υψηλότερη σε θηλυκούς αρουραίους σε σύγκριση με αρσενικούς αρουραίους. Η συνολική κάθαρση σώματος (CL(total)) για θηλυκούς αρουραίους ήταν περίπου το ένα έκτο αυτής για αρσενικούς αρουραίους. Η in vivo ηπατική κάθαρση (CL(h)) που υπολογίστηκε με βάση μελέτες απομόνωσης ηπατικής αιμάτωσης ήταν ακόμη υψηλότερη ή περίπου 90% της in vivo CL(total) της σιλοσταζόλης για θηλυκούς και αρσενικούς αρουραίους, αντίστοιχα, υποδεικνύοντας ότι η σιλοσταζόλη αποβάλλεται κυρίως από το ήπαρ τόσο σε αρσενικούς όσο και σε θηλυκούς αρουραίους. Μελέτες in vitro μεταβολισμού που χρησιμοποίησαν ηπατικά μικροσωμάτια και ανασυνδυασμένους ισομορφισμούς κυτοχρώματος (CYP) κατέδειξαν σαφώς ότι οι κύριοι μεταβολίτες της σιλοσταζόλης δημιουργήθηκαν εκτενώς με ηπατικά μικροσωμάτια αρσενικών αρουραίων και ότι οι κυρίως υπεύθυνοι για τον ηπατικό μεταβολισμό της σιλοσταζόλης ήταν η αρσενικά-επικρατούσα CYP3A2 και η αρσενικά-ειδική CYP2C11. Ως εκ τούτου, οι μεγάλες διαφορές φύλου στις φαρμακοκινητικές της σιλοσταζόλης αποδόθηκαν κυρίως στη μεγάλη διαφορά στον ηπατικό μεταβολισμό. Τα πειραματικά μας αποτελέσματα υποδηλώνουν επίσης ότι ο σημαντικός μεταβολισμός της σιλοσταζόλης στο λεπτό έντερο και ο πιθανός κορεσμός του θα ήταν υπεύθυνοι για τη δοσοεξαρτώμενη βιοδιαθεσιμότητα τόσο σε αρσενικούς όσο και σε θηλυκούς αρουραίους.

Η κύρια οδός απέκκρισης ήταν μέσω των ούρων (74%), με το υπόλοιπο να απεκκρίνεται στα κόπρανα (20%). Δεν ανιχνεύθηκε μετρήσιμη ποσότητα αμετάβλητης σιλοσταζόλης στα ούρα, και λιγότερο από 2% της δόσης απεκκρίθηκε ως 3,4-δεϋδρο-σιλοσταζόλη. Περίπου 30% της δόσης απεκκρίθηκε στα ούρα ως 4’-trans-υδροξυ-σιλοσταζόλη. Το υπόλοιπο απεκκρίθηκε ως άλλοι μεταβολίτες, κανένας από τους οποίους δεν υπερέβαινε το 5%. Δεν υπήρχαν ενδείξεις επαγωγής /μικροσωμικών ενζύμων/.

Η σιλοσταζόλη έχει γνωστούς ανθρώπινους μεταβολίτες που περιλαμβάνουν OPC-13326 και OPC-13217.

hourglass
PubChem

Ημίσεια ζωή

expand_more

Βιολογικός Χρόνος Ημίσειας Ζωής

11-13 ώρες.

Η σιλοσταζόλη και οι ενεργοί μεταβολίτες της έχουν εμφανείς χρόνους ημίσειας ζωής αποβολής περίπου 11-13 ώρες.

category
PubChem

MeSH classification

expand_more

MeSH Φαρμακολογική Ταξινόμηση

  • Παράγοντες που προκαλούν αύξηση της διαστολής ενός βρόγχου ή βρογχικών σωλήνων.
  • Ινωδολυσίνη ή παράγοντες που μετατρέπουν το πλασμινογόνο σε ΙΝΩΔΟΛΥΣΙΝΗ.
  • Φάρμακα ή παράγοντες που ανταγωνίζονται ή εξασθενούν οποιονδήποτε μηχανισμό που οδηγεί στην συσσώρευση αιμοπεταλίων, είτε κατά τις φάσεις ενεργοποίησης και αλλαγής σχήματος είτε μετά την αντίδραση απελευθέρωσης πυκνών κοκκίων και τη διέγερση του συστήματος προσταγλανδίνης-θρομβοξάνης.
  • Φάρμακα που χρησιμοποιούνται για να προκαλέσουν διαστολή των αιμοφόρων αγγείων.
  • Φάρμακα που προορίζονται για την πρόληψη βλάβης στον εγκέφαλο ή τον νωτιαίο μυελό από ισχαιμία, εγκεφαλικό επεισόδιο, επιληπτικές κρίσεις ή τραύμα. Ορισμένα πρέπει να χορηγούνται πριν από το συμβάν, αλλά άλλα μπορεί να είναι αποτελεσματικά για κάποιο χρονικό διάστημα μετά. Δρουν με διάφορους μηχανισμούς, αλλά συχνά ελαχιστοποιούν άμεσα ή έμμεσα τη βλάβη που παράγεται από ενδογενή διεγερτικά αμινοξέα.
  • Ενώσεις που αναστέλλουν ειδικά τη ΦΩΣΦΟΔΙΕΣΤΕΡΑΣΗ 3.
fact_check
PubChem

FDA classification

expand_more

FDA Φαρμακολογική Ταξινόμηση

N7Z035406B

CILOSTAZOL

Καθιερωμένη Φαρμακολογική Κατηγορία [EPC] - Αναστολέας Φωσφοδιεστεράσης 3

Μηχανισμοί Δράσης [MoA] - Αναστολείς Φωσφοδιεστεράσης 3

Η σιλοσταζόλη είναι ένας αναστολέας Φωσφοδιεστεράσης 3. Ο μηχανισμός δράσης της σιλοσταζόλης είναι ως Αναστολέας Φωσφοδιεστεράσης 3.

CILOSTAZOL

Αναστολέας Φωσφοδιεστεράσης 3 [EPC]; Αναστολείς Φωσφοδιεστεράσης 3 [MoA]

query_stats Κρίσιμα Στοιχεία

Ημίσεια ζωή

11-13 ώρες
PubChem

Δέσμευση πρωτεϊνών

95-98%
PubChem

Απέκκριση

Νεφρά/Ήπαρ
PubChem

Καθαρίζει (~5×t½)

≈ 3 ημέρες
Εργαλείο washout arrow_forward
science
Εργαλεία & Οδηγίες Όλα →
trending_down

Απόσυρση / Deprescribing

IMPACT

Περιφερικά αγγειοδιαστολητικά

Άμεση διακοπή CR: Χαμηλό DP: Χαμηλό
open_in_new Δείτε στον οδηγό IMPACT arrow_forward

Επιστημονικό Προφίλ

expand_more
CID
2754
Μοριακός τύπος
C20H27N5O2
Μοριακό βάρος
369.5
IUPAC
6-[4-(1-cyclohexyltetrazol-5-yl)butoxy]-3,4-dihydro-1H-quinolin-2-one
InChIKey
RRGUKTPIGVIEKM-UHFFFAOYSA-N
Κατάταξη MeSH

MeSH Φαρμακολογική Ταξινόμηση

  • Παράγοντες που προκαλούν αύξηση της διαστολής ενός βρόγχου ή βρογχικών σωλήνων.
  • Ινωδολυσίνη ή παράγοντες που μετατρέπουν το πλασμινογόνο σε ΙΝΩΔΟΛΥΣΙΝΗ.
  • Φάρμακα ή παράγοντες που ανταγωνίζονται ή εξασθενούν οποιονδήποτε μηχανισμό που οδηγεί στην συσσώρευση αιμοπεταλίων, είτε κατά τις φάσεις ενεργοποίησης και αλλαγής σχήματος είτε μετά την αντίδραση απελευθέρωσης πυκνών κοκκίων και τη διέγερση του συστήματος προσταγλανδίνης-θρομβοξάνης.
  • Φάρμακα που χρησιμοποιούνται για να προκαλέσουν διαστολή των αιμοφόρων αγγείων.
  • Φάρμακα που προορίζονται για την πρόληψη βλάβης στον εγκέφαλο ή τον νωτιαίο μυελό από ισχαιμία, εγκεφαλικό επεισόδιο, επιληπτικές κρίσεις ή τραύμα. Ορισμένα πρέπει να χορηγούνται πριν από το συμβάν, αλλά άλλα μπορεί να είναι αποτελεσματικά για κάποιο χρονικό διάστημα μετά. Δρουν με διάφορους μηχανισμούς, αλλά συχνά ελαχιστοποιούν άμεσα ή έμμεσα τη βλάβη που παράγεται από ενδογενή διεγερτικά αμινοξέα.
  • Ενώσεις που αναστέλλουν ειδικά τη ΦΩΣΦΟΔΙΕΣΤΕΡΑΣΗ 3.