CILOSTAZOL(Σιλοσταζόλη)
Ημίσεια ζωή
Ο χρόνος στον οποίο η συγκέντρωση του φαρμάκου στο πλάσμα πέφτει στο μισό. Από αυτόν προκύπτει κάθε πότε δίνεται: το μεσοδιάστημα των δόσεων ακολουθεί χονδρικά την ημιζωή, οπότε μικρή ημιζωή σημαίνει πολλές δόσεις την ημέρα και μεγάλη ημιζωή μία δόση ημερησίως ή αραιότερα. Σταθερά επίπεδα στο αίμα επιτυγχάνονται μετά από 4-5 ημιζωές. Ο κανόνας είναι ενδεικτικός — οι μορφές παρατεταμένης αποδέσμευσης και η εγκεκριμένη δοσολογία της ΠΧΠ υπερισχύουν.
Κατά την πηγή: 10,5 ώρες
- PubChem: 11-13 ώρες
Δέσμευση πρωτεϊνών
Το ποσοστό του φαρμάκου που κυκλοφορεί δεσμευμένο σε πρωτεΐνες του πλάσματος. Δρα μόνο το ελεύθερο κλάσμα, γι' αυτό η υψηλή δέσμευση αυξάνει τον κίνδυνο αλληλεπιδράσεων εκτόπισης.
Απέκκριση
Η κύρια οδός αποβολής του φαρμάκου. Δείχνει πού χρειάζεται προσαρμογή δόσης — σε νεφρική ή σε ηπατική ανεπάρκεια.
Καθαρίζει (~5×t½)
Φαρμακοκινητική εκτίμηση, όχι κλινικός κανόνας. Μετά από 5 ημιζωές έχει αποβληθεί πάνω από το 95% της ουσίας από το πλάσμα. Ο αριθμός προκύπτει αυτόματα από τη μεγαλύτερη ημιζωή που αναφέρει η πηγή — συχνά την τελική φάση αποβολής ή την κατανομή στους ιστούς — γι' αυτό μπορεί να δείχνει εβδομάδες ή μήνες. ΔΕΝ είναι το διάστημα διακοπής πριν από επέμβαση ή πριν από φάρμακο που αλληλεπιδρά: αυτό καθορίζεται από τη φαρμακοδυναμική (η ασπιρίνη δρα στα αιμοπετάλια αφού φύγει από το πλάσμα), τους ενεργούς μεταβολίτες, τις μορφές depot, τη νεφρική και ηπατική λειτουργία, τον κίνδυνο της επέμβασης και τον λόγο της αγωγής. Ακολουθήστε την ΠΧΠ και το πρωτόκολλο της επέμβασης.
Σκευάσματα και τιμές
Ενδείξεις κατά έγγραφο
Ατομικές ενδείξεις όπως δηλώνονται στα πιστοποιημένα κείμενα των SPC, με τεκμηρίωση
- Φόρτωση…
Πληροφορίες Συνταγογράφησης
Επιμελημένα δεδομένα από το SPC
clinical_notes
Ενδείξεις
ΠΧΠ (SPC) §4.1
expand_more
Ενδείξεις
-
βελτίωση των μέγιστων και χωρίς πόνο αποστάσεων βάδισης
σε: ασθενείς με διαλείπουσα χωλότητα
οι οποίοι δεν παρουσιάζουν πόνο ανάπαυσης και δεν έχουν ένδειξη περιφερικής ιστικής νέκρωσης (περιφερική αρτηριακή νόσος Fontaine σταδίου II)
- I73 Άλλες περιφερικές αγγειακές νόσοι (πληθυσμός)
-
χρήση δεύτερης γραμμής
σε: ασθενείς με διαλείπουσα χωλότητα
στους οποίους οι αλλαγές στον τρόπο διαβίωσης (συμπεριλαμβανομένων της διακοπής του καπνίσματος και των [επιβλεπόμενων] προγραμμάτων άσκησης) και άλλες κατάλληλες παρεμβάσεις έχουν αποτύχει να βελτιώσουν επαρκώς τα συμπτώματα της διαλείπουσας χωλότητάς τους
- I73 Άλλες περιφερικές αγγειακές νόσοι (πληθυσμός)
Πορτοκαλί = ο κωδικός προέρχεται από τον πληθυσμό της ένδειξης, όχι από το κείμενό της.
medication
Δοσολογία
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Δοσολογία
- Οδός: Από του στόματος
- Χορήγηση: 30 λεπτά πριν το πρωινό και το δείπνο
- Δόση έναρξης: 100 mg δύο φορές την ημέρα
-
ΕνήλικεςΔόση100 mg δύο φορές την ημέραΜείωση της δόσης σε 50 mg δύο φορές την ημέρα συνιστάται σε ασθενείς που λαμβάνουν φάρμακα τα οποία αναστέλλουν ισχυρά το CYP3A4 ή το CYP2C19.
-
ΗλικιωμένοιΔεν υπάρχουν ειδικές απαιτήσεις σχετικά με τη δοσολογία.
-
Παιδιατρικός πληθυσμόςΗ ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα δεν έχουν τεκμηριωθεί.
-
Ασθενείς με ήπια ηπατική νόσοΔεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης.
-
Ασθενείς με μέτρια ή σοβαρή ηπατική δυσλειτουργίαΑντενδείκνυται.
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
block
Αντενδείξεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Αντενδείξεις
-
Γνωστή υπερευαισθησία στη σιλοσταζόλη ή σε κάποιο από τα έκδοχα (βλ. παράγραφο 6.1)
-
Σοβαρή νεφρική δυσλειτουργίαΠληθυσμόςκάθαρση κρεατινίνης ≤ 25 ml/min
-
Μέτρια ή σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία
-
Συμφορητική καρδιακή ανεπάρκεια
-
Εγκυμοσύνη
-
γνωστή προδιάθεση για αιμορραγίαΠληθυσμόςπ.χ. ενεργό πεπτικό έλκος, πρόσφατο (τους τελευταίους έξι μήνες) αιμορραγικό αγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιο, υπερπλαστική διαβητική αμφιβληστροειδοπάθεια, ανεπαρκώς ελεγχόμενη υπέρταση
-
ιστορικό κοιλιακής ταχυκαρδίας, κοιλιακής μαρμαρυγής ή πολυεστιακής κοιλιακής έκτοπης δραστηριότητας, είτε έλαβαν κατάλληλη θεραπεία είτε όχι, και παράταση του διαστήματος QTc
-
ιστορικό σοβαρής ταχυαρρυθμίας
-
ταυτόχρονη θεραπεία με δύο ή περισσότερους επιπρόσθετους αντιαιμοπεταλιακούς ή αντιπηκτικούς παράγοντεςΠληθυσμόςπ.χ. ακετυλοσαλικυλικό οξύ, κλοπιδογρέλη, ηπαρίνη, βαρφαρίνη, ασενοκουμαρόλη, δαμπιγκατράνη, ριβαροξαμπάνη ή απιξαμπάνη
-
ασταθή στηθάγχη, έμφραγμα του μυοκαρδίου κατά τους τελευταίους 6 μήνες ή μια στεφανιαία παρέμβαση τους τελευταίους 6 μήνες
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
warning
Προειδοποιήσεις & Προφυλάξεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Προειδοποιήσεις & Προφυλάξεις
-
Αξιολόγηση θεραπείαςΗ καταλληλότητα της θεραπείας με σιλοσταζόλη θα πρέπει να εξεταστεί προσεκτικά, παράλληλα με άλλες θεραπευτικές επιλογές, όπως η επαναγγείωση.
-
Καρδιακές επιδράσεις (ταχυκαρδία, αίσθημα παλμών, ταχυαρρυθμία, υπόταση)Η σιλοσταζόλη μπορεί να προκαλέσει ταχυκαρδία, αίσθημα παλμών, ταχυαρρυθμία και/ή υπόταση.
-
Αυξημένος καρδιακός ρυθμόςπροσοχήΠληθυσμόςΑσθενείς που διατρέχουν αυξημένο κίνδυνο σοβερών καρδιακών ανεπιθύμητων ενεργειών (π.χ. ασθενείς με σταθερή στεφανιαία νόσο)Θα πρέπει να παρακολουθούνται στενά
-
Καρδιακές αρρυθμίεςπροσοχήΠληθυσμόςΑσθενείς με κολπική ή κοιλιακή εκτοπία και ασθενείς με κολπική μαρμαρυγή ή πτερυγισμόΑπαιτείται προσοχή κατά τη συνταγογράφηση
-
Αιμορραγία/ΜώλωπεςΟι ασθενείς θα πρέπει να προειδοποιούνται να αναφέρουν οποιοδήποτε επεισόδιο αιμορραγίας ή εύκολης δημιουργίας μώλωπα κατά τη διάρκεια της θεραπείας
-
Αιμορραγία του αμφιβληστροειδούςΗ χορήγηση σιλοσταζόλης θα πρέπει να διακοπεί
-
Κίνδυνος αιμορραγίας κατά την εγχείρησηΛόγω της ανασταλτικής δράσης της σιλοσταζόλης στη συσσώρευση αιμοπεταλίων είναι δυνατό να προκύπτει αυξημένος κίνδυνος αιμορραγίας σε συνδυασμό με εγχείρηση (συμπεριλαμβανομένων λιγότερο επεμβατικών διαδικασιών όπως εξαγωγή οδόντων)
-
Αιματολογικές ανωμαλίεςΟι ασθενείς θα πρέπει να αναφέρουν αμέσως τυχόν άλλα συμπτώματα που ενδέχεται επίσης να δηλώνουν την πρώιμη ανάπτυξη δυσκρασίας του αίματος, όπως πυρεξία και πονόλαιμο. Η σιλοσταζόλη θα πρέπει να διακοπεί αμέσως εάν υπάρχει κλινική ή εργαστηριακή ένδειξη αιματολογικών ανωμαλιών.
-
Συγχορήγηση με ισχυρούς αναστολείς CYP3A4 ή CYP2C19προσοχήΠληθυσμόςΑσθενείς που λαμβάνουν ισχυρούς αναστολείς του CΥΡ3Α4 ή του CΥΡ2C19Συνιστάται μια δοσολογία σιλοσταζόλης των 50 mg δύο φορές την ημέρα
-
Συγχορήγηση με αντιυπερτασικούς παράγοντεςπροσοχήΑπαιτείται προσοχή κατά τη συγχορήγηση σιλοσταζόλης με οποιονδήποτε άλλο παράγοντα που έχει τη δυνατότητα να μειώνει την πίεση του αίματος λόγω της πιθανότητας να υπάρξει πρόσθετη υποτασική επίδραση με αντανακλαστική ταχυκαρδία.
-
Συγχορήγηση με άλλους αναστολείς συσσώρευσης αιμοπεταλίωνπροσοχήΑπαιτείται προσοχή κατά τη συγχορήγηση σιλοσταζόλης με οποιονδήποτε άλλο παράγοντα που αναστέλλει τη συσσώρευση αιμοπεταλίων.
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
swap_horiz
Αλληλεπιδράσεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
-
Ακετυλοσαλικυλικό οξύ (ASA)παρακολούθησηΑύξηση της αναστολής της συσσώρευσης αιμοπεταλίων. Δεν παρατηρήθηκε μεγαλύτερη συχνότητα αιμορραγικών ανεπιθύμητων ενεργειών.
-
Κλοπιδογρέλη, άλλα αντιαιμοπεταλιακά φάρμακααντένδειξηΑύξηση του κινδύνου αιμορραγίας. Ένα υψηλότερο ποσοστό αιμορραγίας παρατηρήθηκε με την ταυτόχρονη χρήση κλοπιδογρέλης, ASA και σιλοσταζόλης.ΣύστασηΑντενδείκνυται σε ασθενείς που λαμβάνουν δύο ή περισσότερους επιπρόσθετους αντιαιμοπεταλιακούς/αντιπηκτικούς παράγοντες. Συνιστάται προσοχή κατά τη συγχορήγηση με οποιοδήποτε φάρμακο που αναστέλλει τη συσσώρευση αιμοπεταλίων και παρακολούθηση του χρόνου αιμορραγίας.
-
Βαρφαρίνη, άλλα από του στόματος αντιπηκτικάαντένδειξηΔεν παρατηρήθηκε αναστολή του μεταβολισμού της βαρφαρίνης ή επίδραση στις παραμέτρους πήξης. Αυξημένος κίνδυνος αιμορραγίας.ΣύστασηΑντενδείκνυται σε ασθενείς που λαμβάνουν δύο ή περισσότερους επιπρόσθετους αντιαιμοπεταλιακούς/αντιπηκτικούς παράγοντες. Συνιστάται προσοχή και συχνή παρακολούθηση για τη μείωση της πιθανότητας αιμορραγίας.
-
Ισχυροί αναστολείς CYP3A4 (π.χ. ερυθρομυκίνη, κλαριθρομυκίνη, κετοκοναζόλη, ιτρακοναζόλη, μακρολίδια, αντιμυκητιασικά αζόλης, αναστολείς πρωτεάσης)προσοχήΑύξηση της συνολικής φαρμακολογικής δράσης και ενίσχυση των ανεπιθύμητων ενεργειών της σιλοσταζόλης. (Ερυθρομυκίνη: αύξηση AUC σιλοσταζόλης κατά 72%. Κετοκοναζόλη: αύξηση AUC σιλοσταζόλης κατά 117%).ΣύστασηΜείωση της δόσης της σιλοσταζόλης σε 50 mg δύο φορές την ημέρα.
-
Ισχυροί αναστολείς CYP2C19 (π.χ. ομεπραζόλη, αναστολείς αντλίας πρωτονίων)προσοχήΑύξηση της συνολικής φαρμακολογικής δράσης και ενίσχυση των ανεπιθύμητων ενεργειών της σιλοσταζόλης. (Ομεπραζόλη: αύξηση AUC σιλοσταζόλης κατά 22%).ΣύστασηΜείωση της δόσης της σιλοσταζόλης σε 50 mg δύο φορές την ημέρα.
-
Ασθενείς αναστολείς CYP3A4 (π.χ. διλτιαζέμη)παρακολούθησηΑύξηση της AUC της σιλοσταζόλης κατά 44%.ΣύστασηΔεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης.
-
Χυμός γκρέιπφρουτπαρακολούθησηΜη αξιοσημείωτη επίδραση σε μικρές ποσότητες. Κλινικά σημαντική επίδραση πιθανή σε μεγαλύτερες ποσότητες.ΣύστασηΔεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης για μικρές ποσότητες.
-
Υποστρώματα CYP3A4 με στενό θεραπευτικό δείκτη (π.χ. σισαπρίδη, αλοφαντρίνη, πιμοζίδη, παράγωγα εργοτίνης, στατίνες όπως σιμβαστατίνη, ατορβαστατίνη, λοβαστατίνη)προσοχήΗ σιλοσταζόλη αυξάνει την AUC της λοβαστατίνης και του β-υδροξυ οξέος της κατά 70%.ΣύστασηΣυνιστάται προσοχή.
-
παρακολούθησηΗ αντιαιμοπεταλιακή επίδραση μπορεί θεωρητικά να αλλοιωθεί.ΣύστασηΗ αντιαιμοπεταλιακή επίδραση θα πρέπει να παρακολουθείται προσεκτικά.
-
Κάπνισμα (επαγωγέας CYP1A2)παρακολούθησηΜείωσε τις συγκεντρώσεις σιλοσταζόλης στο πλάσμα κατά 18%.ΣύστασηΗ αντιαιμοπεταλιακή επίδραση θα πρέπει να παρακολουθείται προσεκτικά.
-
Άλλοι παράγοντες που μειώνουν την πίεση του αίματοςπροσοχήΠιθανότητα πρόσθετης υποτασικής επίδρασης με αντανακλαστική ταχυκαρδία.ΣύστασηΑπαιτείται προσοχή.
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
sick
Ανεπιθύμητες ενέργειες
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
- Εκχύμωση
- Υποδόρια αιμορραγία
- Εξάνθημα
- Κνησμός
- Έκζεμα
- Δερματικά εξανθήματα
- Σύνδρομο Stevens-Johnson
- Τοξική επιδερμική νεκρόλυση
- Κνίδωση
- Αναιμία
- Παράταση χρόνου αιμορραγίας
- Θρομβοκυττάρωση
- Τάση αιμορραγίας
- Θρομβοπενία
- Κοκκιοκυτταροπενία
- Ακοκκιοκυτταραιμία
- Λευκοπενία
- Πανκυτταροπενία
- Απλαστική αναιμία
- Αλλεργική αντίδραση
- Οίδημα (περιφερικό, πρόσωπο)
- Ανορεξία
- Υπεργλυκαιμία
- Σακχαρώδης διαβήτης
- Άγχος
- Αϋπνία
- Μη φυσιολογικά όνειρα
- Κεφαλαλγία
- Ζάλη
- Πάρεση
- Υπαισθησία
- Συγκοπή
- Επιπεφυκίτιδα
- Αιμορραγία οφθαλμού
- Εμβοές
- Αίσθημα παλμών
- Ταχυκαρδία
- Στηθάγχη
- Αρρυθμία
- Κοιλιακές έκτακτες συστολές
- Έμφραγμα του μυοκαρδίου
- Κολπική μαρμαρυγή
- Συμφορητική καρδιακή ανεπάρκεια
- Υπερκοιλιακή ταχυκαρδία
- Κοιλιακή ταχυκαρδία
- Επίσταξη
- Πνευμονική αιμορραγία
- Ρινίτιδα
- Δύσπνοια
- Βήχας
- Διάμεση πνευμονία
- Γαστρεντερική αιμορραγία
- Διάρροια
- Μη φυσιολογικά κόπρανα
- Ναυτία
- Έμετος
- Δυσπεψία
- Μετεωρισμός
- Κοιλιακό άλγος
- Γαστρίτιδα
- Απροσδιόριστη αιμορραγία
- Αιμορραγία της αναπνευστικής οδού
- Ορθοστατική υπόταση
- Εξάψεις
- Υπέρταση
- Υπόταση
- Εγκεφαλική αιμορραγία
- Μυϊκή αιμορραγία
- Φαρυγγίτιδα
- Πνευμονία
- Ηπατίτιδα
- Μη φυσιολογική ηπατική λειτουργία
- Ίκτερος
- Μυαλγία
- Νεφρική ανεπάρκεια
- Νεφρική δυσλειτουργία
- Αιματουρία
- Συχνουρία
- Θωρακικός πόνος
- Εξασθένιση
- Ρίγη
- Αίσθημα κακουχίας
- Πυρεξία
- Άλγος
- Αυξημένο ουρικό οξύ
- Αυξημένη κρεατινίνη αίματος
- Αυξημένη ουρία του αίματος
Λεπτομέρειες κατά συχνότητα expand_more
-
Πολύ συχνέςΔιάρροιαΓαστρεντερικό
-
Πολύ συχνέςΚεφαλαλγίαΝευρικό
-
Πολύ συχνέςΜη φυσιολογικά κόπραναΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΈμετοςΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΑίσθημα παλμώνΚαρδιά
-
ΣυχνέςΑναιμίαΑίμα
-
ΣυχνέςΑνορεξίαΜεταβολισμός
-
ΣυχνέςΑρρυθμίαΚαρδιά
-
ΣυχνέςΔυσπεψίαΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΕκχύμωσηΔέρμα
-
ΣυχνέςΕξάνθημαΔέρμα
-
ΣυχνέςΕξασθένισηΓενικές
-
ΣυχνέςΖάληΝευρικό
-
ΣυχνέςΘωρακικός πόνοςΓενικές
-
ΣυχνέςΚνησμόςΔέρμα
-
ΣυχνέςΚοιλιακές έκτακτες συστολέςΚαρδιά
-
ΣυχνέςΚοιλιακό άλγοςΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΜετεωρισμόςΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΝαυτίαΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΟίδημα (περιφερικό, πρόσωπο)Διαταραχές του μεταβολισμού και της θρέψης
-
ΣυχνέςΡινίτιδαΑναπνευστικό
-
ΣυχνέςΣτηθάγχηΚαρδιά
-
ΣυχνέςΤαχυκαρδίαΚαρδιά
-
ΣυχνέςΦαρυγγίτιδαΛοιμώξεις
-
Όχι συχνέςΆγχοςΨυχιατρικές
-
Όχι συχνέςΈμφραγμα του μυοκαρδίουΚαρδιά
-
Όχι συχνέςΑίσθημα κακουχίαςΓενικές
-
Όχι συχνέςΑλλεργική αντίδρασηΑνοσοποιητικό
-
Όχι συχνέςΑπροσδιόριστη αιμορραγίαΑγγειακές διαταραχές
-
Όχι συχνέςΑϋπνίαΨυχιατρικές
-
Όχι συχνέςΒήχαςΑναπνευστικό
-
Όχι συχνέςΓαστρίτιδαΓαστρεντερικό
-
Όχι συχνέςΓαστρεντερική αιμορραγίαΓαστρεντερικό
-
Όχι συχνέςΔύσπνοιαΑναπνευστικό
-
Όχι συχνέςΕπίσταξηΑναπνευστικό
-
Όχι συχνέςΕπιπεφυκίτιδαΟφθαλμικές
-
Όχι συχνέςΘρομβοκυττάρωσηΑίμα
-
Όχι συχνέςΚοιλιακή ταχυκαρδίαΚαρδιά
-
Όχι συχνέςΚολπική μαρμαρυγήΚαρδιά
-
Όχι συχνέςΜη φυσιολογικά όνειραΨυχιατρικές
-
Όχι συχνέςΜυαλγίαΜυοσκελετικό
-
Όχι συχνέςΟρθοστατική υπότασηΑγγειακές
-
Όχι συχνέςΠαράταση χρόνου αιμορραγίαςΑίμα
-
Όχι συχνέςΠνευμονίαΛοιμώξεις
-
Όχι συχνέςΡίγηΓενικές
-
Όχι συχνέςΣακχαρώδης διαβήτηςΜεταβολισμός
-
Όχι συχνέςΣυγκοπήΝευρικό
-
Όχι συχνέςΣυμφορητική καρδιακή ανεπάρκειαΚαρδιά
-
Όχι συχνέςΥπεργλυκαιμίαΜεταβολισμός
-
Όχι συχνέςΥπερκοιλιακή ταχυκαρδίαΚαρδιά
-
ΣπάνιεςΑκοκκιοκυτταραιμίαΑίμα
-
ΣπάνιεςΑπλαστική αναιμίαΑίμα
-
ΣπάνιεςΘρομβοπενίαΑίμα
-
ΣπάνιεςΚοκκιοκυτταροπενίαΑίμα
-
ΣπάνιεςΛευκοπενίαΑίμα
-
ΣπάνιεςΝεφρική ανεπάρκειαΝεφρά/Ουροποιητικό
-
ΣπάνιεςΝεφρική δυσλειτουργίαΝεφρά/Ουροποιητικό
-
ΣπάνιεςΠανκυτταροπενίαΑίμα
-
ΣπάνιεςΤάση αιμορραγίαςΑίμα
-
Μη γνωστέςΆλγοςΓενικές
-
Μη γνωστέςΈκζεμαΔέρμα
-
Μη γνωστέςΊκτεροςΉπαρ
-
Μη γνωστέςΑιματουρίαΝεφρά/Ουροποιητικό
-
Μη γνωστέςΑιμορραγία οφθαλμούΟφθαλμικές
-
Μη γνωστέςΑιμορραγία της αναπνευστικής οδούΑγγειακές διαταραχές
-
Μη γνωστέςΑυξημένη κρεατινίνη αίματοςΕργαστηριακές
-
Μη γνωστέςΑυξημένη ουρία του αίματοςΠαρακλινικές εξετάσεις
-
Μη γνωστέςΑυξημένο ουρικό οξύΕργαστηριακές
-
Μη γνωστέςΔερματικά εξανθήματαΔέρμα
-
Μη γνωστέςΔιάμεση πνευμονίαΑναπνευστικό
-
Μη γνωστέςΕγκεφαλική αιμορραγίαΑγγειακές
-
Μη γνωστέςΕμβοέςΑυτί
-
Μη γνωστέςΕξάψειςΑγγειακές
-
Μη γνωστέςΗπατίτιδαΉπαρ
-
Μη γνωστέςΚνίδωσηΔέρμα
-
Μη γνωστέςΜη φυσιολογική ηπατική λειτουργίαΉπαρ
-
Μη γνωστέςΜυϊκή αιμορραγίαΑγγειακές
-
Μη γνωστέςΠάρεσηΝευρικό
-
Μη γνωστέςΠνευμονική αιμορραγίαΑναπνευστικό
-
Μη γνωστέςΠυρεξίαΓενικές
-
Μη γνωστέςΣυχνουρίαΝεφρά/Ουροποιητικό
-
Μη γνωστέςΣύνδρομο Stevens-JohnsonΔέρμα
-
Μη γνωστέςΤοξική επιδερμική νεκρόλυσηΔέρμα
-
Μη γνωστέςΥπέρτασηΑγγειακές
-
Μη γνωστέςΥπαισθησίαΝευρικό
-
Μη γνωστέςΥποδόρια αιμορραγίαΔέρμα
-
Μη γνωστέςΥπότασηΑγγειακές
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
pregnant_woman
Κύηση / Γαλουχία
ΠΧΠ (SPC)
Επίπεδο κινδύνου: Αντενδείκνυται
expand_more
Κύηση / Γαλουχία
-
ΚύησηΤο Σιλοσταζόλη δεν πρέπει να χρησιμοποιείται κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης.Δεν διατίθενται επαρκή δεδομένα σχετικά με τη χρήση της σιλοσταζόλης σε έγκυες γυναίκες. Μελέτες σε ζώα κατέδειξαν αναπαραγωγική τοξικότητα. Ο ενδεχόμενος κίνδυνος για τον άνθρωπο είναι άγνωστος.
-
ΓαλουχίαΗ χρήση του Σιλοσταζόλη δε συνιστάται κατά τη διάρκεια του θηλασμού.Η μεταφορά σιλοσταζόλης στο μητρικό γάλα έχει αναφερθεί σε μελέτες σε ζώα. Δεν είναι γνωστό εάν η σιλοσταζόλη απεκκρίνεται στο ανθρώπινο γάλα. Λόγω της δυνητικής επιβλαβούς επίδρασης στο θηλάζον νεογέννητο από μια μητέρα που έχει λάβει θεραπεία.
-
ΓονιμότηταΗ κλινική σημασία είναι άγνωστη.Η σιλοσταζόλη διατάραξε με αντιστρέψιμο τρόπο τη γονιμότητα στα θηλυκά ποντίκια, αλλά όχι σε άλλα είδη ζώων.
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
e911_emergency
Υπερδοσολογία
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Υπερδοσολογία
- σοβαρή κεφαλαλγία
- διάρροια
- ταχυκαρδία
- πιθανώς καρδιακές αρρυθμίες
directions_car
Επίδραση στην οδήγηση
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Επίδραση στην οδήγηση
science
Έκδοχα
ΠΧΠ (SPC) §2 & §6.1
expand_more
Έκδοχα
biotech
Φαρμακολογία
Φαρμακοδυναμική & Φαρμακοκινητική
expand_more
Φαρμακολογία
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία
Αντιθρομβωτικοί παράγοντες, αναστολέας συσσώρευσης αιμοπεταλίων εκτός ηπαρίνης. Κωδικός ATC: B01A C 23
Μηχανισμός δράσης
Από δεδομένα που εξήχθησαν σε εννέα ελεγχόμενες με εικονικό φάρμακο μελέτες (όπου 1.634 ασθενείς εκτέθηκαν σε σιλοσταζόλη), έχει αποδειχθεί ότι η σιλοσταζόλη βελτιώνει την ικανότητα άσκησης όπως κρίνεται από τις αλλαγές στην Απόλυτη Απόσταση Χωλότητας (ACD ή μέγιστη απόσταση βάδισης) και στην Αρχική Απόσταση Χωλότητας (ICD, ή απόσταση βάδισης χωρίς πόνο) στη δοκιμασία σε κυλιόμενο διάδρομο. Μετά από 24 εβδομάδες θεραπείας, η σιλοσταζόλη 100 mg δύο φορές την ημέρα αυξάνει τη μέση ACD από 60,4 - 129,1 μέτρα, ενώ το εύρος της μέσης ICD αυξήθηκε από 47,3 - 93,6 μέτρα.
Μια μετα-ανάλυση που βασίστηκε στις σταθμισμένες μέσες διαφορές στις εννέα μελέτες έδειξε ότι υπήρξε σημαντική απόλυτη συνολική βελτίωση μετά την έναρξη της θεραπείας κατά 42 m στη μέγιστη απόσταση βάδισης (ACD) για σιλοσταζόλη 100 mg δύο φορές την ημέρα σε σχέση με τη βελτίωση που παρατηρήθηκε με το εικονικό φάρμακο. Αυτό αντιστοιχεί σε μια σχετική βελτίωση 100% σε σχέση με το εικονικό φάρμακο. Αυτό το αποτέλεσμα εμφανίστηκε λιγότερο σε διαβητικούς από ότι σε μη διαβητικούς.
Φαρμακοδυναμικές επιδράσεις
Μελέτες σε ζώα έδειξαν ότι η σιλοσταζόλη έχει αγγειοδιασταλτική δράση και αυτό έχει αποδειχθεί σε μελέτες μικρού μεγέθους στον άνθρωπο, όπου η ροή του αίματος στον αστράγαλο μετρήθηκε με πληθυσμογραφία τύπου strain gauge (μετρήσεις της τάσης). Η σιλοσταζόλη αναστέλλει επίσης τον πολλαπλασιασμό των λείων μυϊκών κυττάρων σε κύτταρα λείων μυών σε επίμυες και ανθρώπους in vitro, και αναστέλλει την αντίδραση έκλυσης των αιμοπεταλίων αυξητικού παράγοντα που παράγεται από τα αιμοπετάλια και PF-4 σε ανθρώπινα αιμοπετάλια.
Κλινική αποτελεσματικότητα και ασφάλεια
Οι μελέτες σε ζώα και στον άνθρωπο (in vivo και ex vivo) έδειξαν ότι η σιλοσταζόλη προκαλεί αναστρέψιμη αναστολή της συσσώρευσης αιμοπεταλίων. Η αναστολή είναι αποτελεσματική έναντι ενός εύρους παραγόντων συσσώρευσης (συμπεριλαμβανομένης της διατμητικής τάσης, του αραχιδονικού οξέος, του κολλαγόνου, του ADP και της αδρεναλίνης). Στον άνθρωπο η αναστολή διαρκεί για έως και 12 ώρες και κατά τη διακοπή της χορήγησης σιλοσταζόλης η αποκατάσταση της συσσώρευσης συμβαίνει εντός 48-96 ωρών, χωρίς υπερσυσσώρευση λόγω αναπήδησης (rebound). Οι επιδράσεις στα κυκλοφορούντα λιπίδια του πλάσματος έχουν εξεταστεί σε ασθενείς που λαμβάνουν σιλοσταζόλη. Μετά από 12 εβδομάδες, σε σύγκριση με το εικονικό φάρμακο, 100 mg σιλοσταζόλης δύο φορές την ημέρα οδήγησε σε μείωση τριγλυκεριδίων κατά 0,33 mmol/l (15%) και αύξηση της HDL-χοληστερόλης κατά 0,10 mmol/l (10%).
Μια τυχαιοποιημένη, διπλά τυφλή, ελεγχόμενη με εικονικό φάρμακο μελέτη φάσης IV διεξήχθη για την αξιολόγηση των μακροπρόθεσμων επιπτώσεων της σιλοσταζόλης, με έμφαση στη θνησιμότητα και την ασφάλεια. Συνολικά, 1.439 ασθενείς με διαλείπουσα χωλότητα και χωρίς καρδιακή ανεπάρκεια υποβλήθηκαν σε αγωγή με σιλοσταζόλη ή εικονικό φάρμακο για έως και τρία χρόνια. Αναφορικά με τη θνησιμότητα, ο παρατηρούμενος ρυθμός συμβάντων Kaplan-Meier 36 μηνών για θανάτους στο φάρμακο της μελέτης με διάμεσο χρόνο στο φάρμακο της μελέτης 18 μηνών ήταν 5,6% (95% διάστημα εμπιστοσύνης 2,8 έως 8,4%) σε σιλοσταζόλη και 6,8% (95% διάστημα εμπιστοσύνης 1,9 έως 11,5%) σε εικονικό φάρμακο. Η μακροπρόθεσμη αγωγή με σιλοσταζόλη δεν ανήγειρε ζητήματα ασφάλειας.
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
Απορρόφηση
Μετά από πολλαπλές δόσεις σιλοσταζόλης 100 mg δύο φορές την ημέρα σε ασθενείς με περιφερική αγγειακή νόσο, η σταθερή κατάσταση επετεύχθη εντός 4 ημερών.
Κατανομή
Η σιλοσταζόλη δεσμεύεται κατά 95-98% με πρωτεΐνη, κυρίως αλβουμίνη. Ο δεϋδρο-μεταβολίτης και ο 4’-τρανς-υδροξυμεταβολίτης δεσμεύονται με πρωτεΐνη κατά 97,4% και 66% αντιστοίχως.
Βιομετασχηματισμός
Δεν υπάρχει ένδειξη ότι η σιλοσταζόλη επάγει τα ηπατικά μικροσωμικά ένζυμα.
Απομάκρυνση
Ο φαινόμενος χρόνος ημιζωής απομάκρυνσης της σιλοσταζόλης είναι 10,5 ώρες. Υπάρχουν δύο μείζονες μεταβολίτες, μια δεϋδρο-σιλοσταζόλη και μια 4’-τρανς-υδρόξυ σιλοσταζόλη, που και οι δύο έχουν παρόμοιους φαινόμενους χρόνους ημιζωής. Ο δεϋδρο-μεταβολίτης είναι 4-7 φορές τόσο δραστικός παράγοντας κατά της συσσώρευσης αιμοπεταλίων όσο και η μητρική ένωση και ο 4’τρανς-υδροξυμεταβολίτης είναι δραστικός κατά το ένα πέμπτο. Οι συγκεντρώσεις πλάσματος (όπως μετριούνται από την AUC) των δεϋδρο και 4`-τρανς-υδροξυμεταβολιτών είναι ~41% και ~12% των συγκεντρώσεων σιλοσταζόλης.
Η σιλοσταζόλη απομακρύνεται κυρίως με το μεταβολισμό και την επακόλουθη ουρική απέκκριση των μεταβολιτών. Tα πρωτεύοντα ισοένζυμα που εμπλέκονται στο μεταβολισμό της είναι το κυτόχρωμα P-450 CYP3A4, σε μικρότερο βαθμό, το CYP2C19, και σε ακόμα μικρότερο βαθμό το CYP1A2.
Η κύρια οδός αποβολής είναι τα ούρα (74%) με το υπόλοιπο να απεκκρίνεται στα κόπρανα. Δεν απεκκρίνεται στα ούρα μετρήσιμη ποσότητα αμετάβλητης σιλοσταζόλης και δεν απεκκρίνεται κάτω από το 2% της δόσης ως μεταβολίτης δεϋδρο-σιλοσταζόλης. Περίπου το 30% της δόσης απεκκρίνεται στα ούρα ως 4’-τρανς-υδροξυμεταβολίτης. Tο υπόλοιπο αποβάλλεται ως μεταβολίτες, κανένας εκ των οποίων δεν υπερβαίνει το 5% του απεκκριθέντος συνόλου.
Γραμμικότητα/μη-γραμμικότητα
Η Cmax της σιλοσταζόλης και οι κύριοι κυκλοφορούντες μεταβολίτες της αυξάνονται λιγότερο από αναλογικά με αυξανόμενες δόσεις. Ωστόσο, η AUC για τη σιλοσταζόλη και τους μεταβολίτες της αυξάνεται σχεδόν αναλογικά με τη δόση.
Φαρμακοκινητική/φαρμακοδυναμική(ές) σχέση(εις)
Η φαρμακοκινητική της σιλοσταζόλης και των μεταβολιτών της δεν επηρεάζεται σημαντικά από την ηλικία ή το φύλο σε υγιή άτομα ηλικίας μεταξύ 50-80 ετών.
Σε άτομα με σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία, το ελεύθερο κλάσμα σιλοσταζόλης ήταν κατά 27% υψηλότερο και αμφότερες οι Cmax και AUC ήταν κατά 29% και 39% αντίστοιχα χαμηλότερες από ότι σε άτομα με φυσιολογική νεφρική λειτουργία. Η Cmax και η AUC του δεϋδρο-μεταβολίτη ήταν κατά 41% και 47% αντίστοιχα χαμηλότερες σε άτομα με σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία, σε σύγκριση με άτομα με φυσιολογική νεφρική λειτουργία. Η Cmax και η AUC της 4’-τρανς-υδρόξυ σιλοσταζόλης ήταν κατά 173% και 209% μεγαλύτερες σε άτομα με σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία. Το φάρμακο δεν πρέπει να χορηγείται σε ασθενείς με κάθαρση κρεατινίνης <25 ml/min (βλ. Αντενδείξεις).
Δεν υπάρχουν δεδομένα για ασθενείς με μέτρια έως σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία και επειδή η σιλοσταζόλη μεταβολίζεται εκτενώς από τα ηπατικά ένζυμα, το φάρμακο δεν πρέπει να χρησιμοποιείται σε αυτούς τους ασθενείς (βλ. Αντενδείξεις).
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία Αντιθρομβωτικοί παράγοντες, αναστολέας συσσώρευσης αιμοπεταλίων εκτός ηπαρίνης. Κωδικός ATC: B01A C 23 ### Μηχανισμός δράσης Από δεδομένα που εξήχθησαν σε εννέα ελεγχόμενες με εικονικό φάρμακο μελέτες (όπου 1.634 ασθενείς…
Απορρόφηση Μετά από πολλαπλές δόσεις σιλοσταζόλης 100 mg δύο φορές την ημέρα σε ασθενείς με περιφερική αγγειακή νόσο, η σταθερή κατάσταση επετεύχθη εντός 4 ημερών. ### Κατανομή Η σιλοσταζόλη δεσμεύεται κατά 95-98% με πρωτεΐνη, κυρίως αλβουμίνη. Ο…
Παρακολούθηση Αγωγής
Εργαστηριακοί & κλινικοί έλεγχοι από το SPC, ανά σύστημα
Εργαστηριακές εξετάσεις (αίμα / ούρα)
| Έλεγχος | Σύστημα | Συχνότητα | Προϋπόθεση |
|---|---|---|---|
| Γενική αίματος (CBC) | bloodtypeΑιματολογικός έλεγχος | — | εάν πιθανολογείται λοίμωξη ή εάν υπάρχει οποιαδήποτε άλλη κλινική ένδειξη δυσκρασίας του αίματος |
Μονογραφίες Πηγών
Αναλυτικό περιεχόμενο ανά πηγή για τεκμηρίωση και έλεγχο
science
PubChem
Φαρμακοδυναμική
expand_more
Φαρμακοδυναμική
Φαρμακοδυναμική
Η σιλοσταζόλη μειώνει τα συμπτώματα της διαλείπουσας χωλότητας, όπως υποδεικνύεται από αυξημένη απόσταση βάδισης. Η διαλείπουσα χωλότητα είναι πόνος στα πόδια που εμφανίζεται κατά το περπάτημα και εξαφανίζεται με την ανάπαυση. Ο πόνος οφείλεται σε μειωμένη ροή αίματος στα πόδια.
neurology
PubChem
Μηχανισμός δράσης
expand_more
Μηχανισμός δράσης
Μηχανισμός Δράσης
Η σιλοσταζόλη και αρκετοί από τους μεταβολίτες της είναι αναστολείς της κυκλικής φωσφοδιεστεράσης ΑΜΡ (cAMP) III (αναστολείς PDE III), αναστέλλοντας τη δραστηριότητα της φωσφοδιεστεράσης και καταστέλλοντας τη διάσπαση του cAMP με αποτέλεσμα την αύξηση του cAMP στα αιμοπετάλια και τα αιμοφόρα αγγεία, οδηγώντας σε αναστολή της συσσώρευσης των αιμοπεταλίων και αγγειοδιαστολή.
Η σιλοσταζόλη, μια φωσφοδιεστεράση 3, έχει χρησιμοποιηθεί ευρέως σε ασθενείς με αρτηριακή νόσο και είναι γνωστό ότι έχει επιπρόσθετα ευεργετικά αποτελέσματα στη δυσλιπιδαιμία. Ωστόσο, η επίδραση της σιλοσταζόλης στη ηπατική στεάτωση δεν έχει πλήρως διευκρινιστεί. Διερευνήσαμε την επίδραση της σιλοσταζόλης στην έκφραση της ηπατικής ABCA1 και στην ηπατική στεάτωση σε μοντέλο ποντικών με παχυσαρκία που προκλήθηκε από διατροφή. Η έκφραση της ηπατικής ABCA1 και η συσσώρευση λιπιδίων αναλύθηκαν σε κυτταρικές σειρές HepG2 που υποβλήθηκαν σε αγωγή με σιλοσταζόλη. Αρσενικά ποντίκια C57BL/6 χωρίστηκαν τυχαία σε τρεις ομάδες: (1) λάμβαναν κανονική τροφή με έκδοχο· (2) λάμβαναν δίαιτα υψηλής περιεκτικότητας σε λιπαρά (HFD) με έκδοχο· (3) λάμβαναν HFD με σιλοσταζόλη. Η σιλοσταζόλη (30 mg/kg) χορηγήθηκε από το στόμα μία φορά ημερησίως για 9 εβδομάδες. Η σιλοσταζόλη ενίσχυσε σημαντικά την έκφραση της ABCA1 και αποκατέστησε την έκφραση της ABCA1 που μειώθηκε από την παλμιτική σε κύτταρα HepG2. Η αγωγή με σιλοσταζόλη βελτίωσε τη συσσώρευση λιπιδίων που προκλήθηκε από την παλμιτική, και αυτή η επίδραση μειώθηκε όταν η ABCA1 ή η LRP1 σιγαστηκε με μικρό παρεμβαλλόμενο RNA. Μετά τη σίγανση της LRP1, η έκφραση της ABCA1 μειώθηκε σε κύτταρα HepG2. Η σιλοσταζόλη ενίσχυσε σημαντικά την έκφραση της ηπατικής ABCA1 και μείωσε το ηπατικό λίπος σε ποντίκια που έλαβαν HFD. Η ηπατική έκφραση της διασπασμένης κασπάσης-3 και της PARP1 μειώθηκε επίσης σε ποντίκια που έλαβαν HFD και υποβλήθηκαν σε αγωγή με σιλοσταζόλη. Η σιλοσταζόλη βελτίωσε την ηπατική στεάτωση και αύξησε την έκφραση της ABCA1 στα ηπατοκύτταρα. Η ενίσχυση της έκφρασης της ABCA1 με σιλοσταζόλη αντιπροσωπεύει μια πιθανή θεραπευτική οδό για τη θεραπεία της ηπατικής στεάτωσης.
Η σιλοσταζόλη, ένας εκλεκτικός αναστολέας φωσφοδιεστεράσης (PDE) παράγωγος της κινολινόνης, είναι ένας αναστολέας της συσσώρευσης των αιμοπεταλίων και ένας αρτηριακός αγγειοδιασταλτικός παράγοντας. Αν και ο μηχανισμός δράσης της σιλοσταζόλης δεν έχει πλήρως διευκρινιστεί, το φάρμακο φαίνεται να αναστέλλει την ενεργοποίηση της κυτταρικής PDE τύπου III (PDE III), οδηγώντας σε καταστολή της διάσπασης και, συνεπώς, αυξημένες συγκεντρώσεις, της κυκλικής αδενοσίνης-3’,5’-μονοφωσφορικής (cAMP) στα αιμοπετάλια και τα αιμοφόρα αγγεία. Οι αυξημένες συγκεντρώσεις cAMP πιστεύεται ότι οδηγούν σε αρτηριακή αγγειοδιαστολή και αναστολή της συσσώρευσης των αιμοπεταλίων.
biotech
PubChem
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
expand_more
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
Απορρόφηση, Κατανομή & Απέκκριση
Η σιλοσταζόλη απορροφάται μετά από χορήγηση από το στόμα. Μια δίαιτα πλούσια σε λιπαρά αυξάνει την απορρόφηση, με περίπου 90% αύξηση στην Cmax και 25% αύξηση στην AUC. Η απόλυτη βιοδιαθεσιμότητα δεν είναι γνωστή.
Η σιλοσταζόλη μεταβολίζεται εκτενώς από ηπατικά ένζυμα κυτοχρώματος P-450, κυρίως 3A4, και σε μικρότερο βαθμό, 2C19, με τους μεταβολίτες να απεκκρίνονται κυρίως στα ούρα. Η σιλοσταζόλη αποβάλλεται κυρίως μέσω μεταβολισμού και επακόλουθης νεφρικής απέκκρισης μεταβολιτών. Η κύρια οδός απέκκρισης ήταν μέσω των ούρων (74%), με το υπόλοιπο να απεκκρίνεται στα κόπρανα (20%). Δεν ανιχνεύθηκε μετρήσιμη ποσότητα αμετάβλητης σιλοσταζόλης στα ούρα, και λιγότερο από 2% της δόσης απεκκρίθηκε ως 3,4-δεϋδρο-σιλοσταζόλη. Περίπου 30% της δόσης απεκκρίθηκε στα ούρα ως 4’-trans-υδροξυ-σιλοσταζόλη.
/ΓΑΛΑ/
Αναφέρεται η μεταφορά σιλοσταζόλης στο γάλα σε αρουραίους.
Μετά από χορήγηση μίας εφάπαξ δόσης 100 mg σιλοσταζόλης από το στόμα με δίαιτα πλούσια σε λιπαρά, οι μέγιστες συγκεντρώσεις σιλοσταζόλης στο πλάσμα και η περιοχή κάτω από την καμπύλη συγκέντρωσης-χρόνου στο πλάσμα (AUC) αυξήθηκαν κατά περίπου 90% και 25%, αντίστοιχα.
Το Pletal απορροφάται μετά από χορήγηση από το στόμα. Μια δίαιτα πλούσια σε λιπαρά αυξάνει την απορρόφηση, με περίπου 90% αύξηση στην Cmax και 25% αύξηση στην AUC. Η απόλυτη βιοδιαθεσιμότητα δεν είναι γνωστή.
Η κύρια οδός απέκκρισης ήταν μέσω των ούρων (74%), με το υπόλοιπο να απεκκρίνεται στα κόπρανα (20%). Δεν ανιχνεύθηκε μετρήσιμη ποσότητα αμετάβλητης σιλοσταζόλης στα ούρα, και λιγότερο από 2% της δόσης απεκκρίθηκε ως 3,4-δεϋδρο-σιλοσταζόλη. Περίπου 30% της δόσης απεκκρίθηκε στα ούρα ως 4’-trans-υδροξυ-σιλοσταζόλη. Το υπόλοιπο απεκκρίθηκε ως άλλοι μεταβολίτες, κανένας από τους οποίους δεν υπερέβαινε το 5%. Δεν υπήρχαν ενδείξεις επαγωγής /μικροσωμικών ενζύμων/.
Για περισσότερα δεδομένα Απορρόφησης, Κατανομής και Απέκκρισης (Πλήρη) για τη Σιλοσταζόλη (7 συνολικά), παρακαλούμε επισκεφθείτε τη σελίδα του αρχείου HSDB.
water_drop
PubChem
Δέσμευση πρωτεϊνών
expand_more
Δέσμευση πρωτεϊνών
Σύνδεση με Πρωτεΐνες
95-98%
hub
PubChem
Μεταβολισμός
expand_more
Μεταβολισμός
Μεταβολισμός
Ηπατικός. Η σιλοσταζόλη μεταβολίζεται εκτενώς από ηπατικά ένζυμα κυτοχρώματος P-450, κυρίως 3A4, και σε μικρότερο βαθμό, 2C19, με τους μεταβολίτες να απεκκρίνονται κυρίως στα ούρα. Δύο μεταβολίτες είναι ενεργοί, με έναν μεταβολίτη να είναι υπεύθυνος για τουλάχιστον 50% της φαρμακολογικής (αναστολή PDE III) δραστηριότητας μετά τη χορήγηση σιλοσταζόλης.
Μετά από χορήγηση από το στόμα 100 mg σημασμένης ραδιοσημάνσεως σιλοσταζόλης, το 56% των συνολικών αναλυτών στο πλάσμα ήταν σιλοσταζόλη, το 15% ήταν 3,4-δεϋδρο-σιλοσταζόλη (4-7 φορές πιο δραστική από τη σιλοσταζόλη), και το 4% ήταν 4’-trans-υδροξυ-σιλοσταζόλη (20% τόσο δραστική όσο η σιλοσταζόλη).
Η σιλοσταζόλη αποβάλλεται κυρίως μέσω μεταβολισμού και επακόλουθης νεφρικής απέκκρισης μεταβολιτών. Με βάση in vitro μελέτες, οι κύριες ισοένζυμες που εμπλέκονται στο μεταβολισμό της σιλοσταζόλης είναι η CYP3A4 και, σε μικρότερο βαθμό, η CYP2C19. Το ένζυμο που είναι υπεύθυνο για το μεταβολισμό της 3,4-δεϋδρο-σιλοσταζόλης, του πιο δραστικού εκ των μεταβολιτών, είναι άγνωστο.
Η σιλοσταζόλη μεταβολίζεται εκτενώς από ηπατικά ένζυμα κυτοχρώματος P-450, κυρίως 3A4, και σε μικρότερο βαθμό, 2C19, με τους μεταβολίτες να απεκκρίνονται κυρίως στα ούρα. Δύο μεταβολίτες είναι ενεργοί, με έναν μεταβολίτη να είναι υπεύθυνος για τουλάχιστον 50% της φαρμακολογικής (αναστολή PDE III) δραστηριότητας μετά τη χορήγηση Pletal.
Η φαρμακοκινητική της σιλοσταζόλης διερευνήθηκε μετά από χορήγηση από το στόμα και ενδοφλεβίως σε αρσενικά και θηλυκά αρουραίους. Μετά από χορήγηση από το στόμα, η περιοχή κάτω από την καμπύλη συγκέντρωσης-χρόνου στον ορό (AUC) ήταν περίπου 35 φορές υψηλότερη σε θηλυκούς αρουραίους σε σύγκριση με αρσενικούς αρουραίους, και η απόλυτη βιοδιαθεσιμότητα ήταν περίπου 5,8 φορές υψηλότερη σε θηλυκούς αρουραίους σε σύγκριση με αρσενικούς αρουραίους. Η συνολική κάθαρση σώματος (CL(total)) για θηλυκούς αρουραίους ήταν περίπου το ένα έκτο αυτής για αρσενικούς αρουραίους. Η in vivo ηπατική κάθαρση (CL(h)) που υπολογίστηκε με βάση μελέτες απομόνωσης ηπατικής αιμάτωσης ήταν ακόμη υψηλότερη ή περίπου 90% της in vivo CL(total) της σιλοσταζόλης για θηλυκούς και αρσενικούς αρουραίους, αντίστοιχα, υποδεικνύοντας ότι η σιλοσταζόλη αποβάλλεται κυρίως από το ήπαρ τόσο σε αρσενικούς όσο και σε θηλυκούς αρουραίους. Μελέτες in vitro μεταβολισμού που χρησιμοποίησαν ηπατικά μικροσωμάτια και ανασυνδυασμένους ισομορφισμούς κυτοχρώματος (CYP) κατέδειξαν σαφώς ότι οι κύριοι μεταβολίτες της σιλοσταζόλης δημιουργήθηκαν εκτενώς με ηπατικά μικροσωμάτια αρσενικών αρουραίων και ότι οι κυρίως υπεύθυνοι για τον ηπατικό μεταβολισμό της σιλοσταζόλης ήταν η αρσενικά-επικρατούσα CYP3A2 και η αρσενικά-ειδική CYP2C11. Ως εκ τούτου, οι μεγάλες διαφορές φύλου στις φαρμακοκινητικές της σιλοσταζόλης αποδόθηκαν κυρίως στη μεγάλη διαφορά στον ηπατικό μεταβολισμό. Τα πειραματικά μας αποτελέσματα υποδηλώνουν επίσης ότι ο σημαντικός μεταβολισμός της σιλοσταζόλης στο λεπτό έντερο και ο πιθανός κορεσμός του θα ήταν υπεύθυνοι για τη δοσοεξαρτώμενη βιοδιαθεσιμότητα τόσο σε αρσενικούς όσο και σε θηλυκούς αρουραίους.
Η κύρια οδός απέκκρισης ήταν μέσω των ούρων (74%), με το υπόλοιπο να απεκκρίνεται στα κόπρανα (20%). Δεν ανιχνεύθηκε μετρήσιμη ποσότητα αμετάβλητης σιλοσταζόλης στα ούρα, και λιγότερο από 2% της δόσης απεκκρίθηκε ως 3,4-δεϋδρο-σιλοσταζόλη. Περίπου 30% της δόσης απεκκρίθηκε στα ούρα ως 4’-trans-υδροξυ-σιλοσταζόλη. Το υπόλοιπο απεκκρίθηκε ως άλλοι μεταβολίτες, κανένας από τους οποίους δεν υπερέβαινε το 5%. Δεν υπήρχαν ενδείξεις επαγωγής /μικροσωμικών ενζύμων/.
Η σιλοσταζόλη έχει γνωστούς ανθρώπινους μεταβολίτες που περιλαμβάνουν OPC-13326 και OPC-13217.
hourglass
PubChem
Ημίσεια ζωή
expand_more
Ημίσεια ζωή
Βιολογικός Χρόνος Ημίσειας Ζωής
11-13 ώρες.
Η σιλοσταζόλη και οι ενεργοί μεταβολίτες της έχουν εμφανείς χρόνους ημίσειας ζωής αποβολής περίπου 11-13 ώρες.
category
PubChem
MeSH classification
expand_more
MeSH classification
MeSH Φαρμακολογική Ταξινόμηση
- Παράγοντες που προκαλούν αύξηση της διαστολής ενός βρόγχου ή βρογχικών σωλήνων.
- Ινωδολυσίνη ή παράγοντες που μετατρέπουν το πλασμινογόνο σε ΙΝΩΔΟΛΥΣΙΝΗ.
- Φάρμακα ή παράγοντες που ανταγωνίζονται ή εξασθενούν οποιονδήποτε μηχανισμό που οδηγεί στην συσσώρευση αιμοπεταλίων, είτε κατά τις φάσεις ενεργοποίησης και αλλαγής σχήματος είτε μετά την αντίδραση απελευθέρωσης πυκνών κοκκίων και τη διέγερση του συστήματος προσταγλανδίνης-θρομβοξάνης.
- Φάρμακα που χρησιμοποιούνται για να προκαλέσουν διαστολή των αιμοφόρων αγγείων.
- Φάρμακα που προορίζονται για την πρόληψη βλάβης στον εγκέφαλο ή τον νωτιαίο μυελό από ισχαιμία, εγκεφαλικό επεισόδιο, επιληπτικές κρίσεις ή τραύμα. Ορισμένα πρέπει να χορηγούνται πριν από το συμβάν, αλλά άλλα μπορεί να είναι αποτελεσματικά για κάποιο χρονικό διάστημα μετά. Δρουν με διάφορους μηχανισμούς, αλλά συχνά ελαχιστοποιούν άμεσα ή έμμεσα τη βλάβη που παράγεται από ενδογενή διεγερτικά αμινοξέα.
- Ενώσεις που αναστέλλουν ειδικά τη ΦΩΣΦΟΔΙΕΣΤΕΡΑΣΗ 3.
fact_check
PubChem
FDA classification
expand_more
FDA classification
FDA Φαρμακολογική Ταξινόμηση
N7Z035406B
CILOSTAZOL
Καθιερωμένη Φαρμακολογική Κατηγορία [EPC] - Αναστολέας Φωσφοδιεστεράσης 3
Μηχανισμοί Δράσης [MoA] - Αναστολείς Φωσφοδιεστεράσης 3
Η σιλοσταζόλη είναι ένας αναστολέας Φωσφοδιεστεράσης 3. Ο μηχανισμός δράσης της σιλοσταζόλης είναι ως Αναστολέας Φωσφοδιεστεράσης 3.
CILOSTAZOL
Αναστολέας Φωσφοδιεστεράσης 3 [EPC]; Αναστολείς Φωσφοδιεστεράσης 3 [MoA]
Απόσυρση / Deprescribing
Περιφερικά αγγειοδιαστολητικά
Επιστημονικό Προφίλ
expand_more
MeSH Φαρμακολογική Ταξινόμηση
- Παράγοντες που προκαλούν αύξηση της διαστολής ενός βρόγχου ή βρογχικών σωλήνων.
- Ινωδολυσίνη ή παράγοντες που μετατρέπουν το πλασμινογόνο σε ΙΝΩΔΟΛΥΣΙΝΗ.
- Φάρμακα ή παράγοντες που ανταγωνίζονται ή εξασθενούν οποιονδήποτε μηχανισμό που οδηγεί στην συσσώρευση αιμοπεταλίων, είτε κατά τις φάσεις ενεργοποίησης και αλλαγής σχήματος είτε μετά την αντίδραση απελευθέρωσης πυκνών κοκκίων και τη διέγερση του συστήματος προσταγλανδίνης-θρομβοξάνης.
- Φάρμακα που χρησιμοποιούνται για να προκαλέσουν διαστολή των αιμοφόρων αγγείων.
- Φάρμακα που προορίζονται για την πρόληψη βλάβης στον εγκέφαλο ή τον νωτιαίο μυελό από ισχαιμία, εγκεφαλικό επεισόδιο, επιληπτικές κρίσεις ή τραύμα. Ορισμένα πρέπει να χορηγούνται πριν από το συμβάν, αλλά άλλα μπορεί να είναι αποτελεσματικά για κάποιο χρονικό διάστημα μετά. Δρουν με διάφορους μηχανισμούς, αλλά συχνά ελαχιστοποιούν άμεσα ή έμμεσα τη βλάβη που παράγεται από ενδογενή διεγερτικά αμινοξέα.
- Ενώσεις που αναστέλλουν ειδικά τη ΦΩΣΦΟΔΙΕΣΤΕΡΑΣΗ 3.