CILOSTAZOL
Σιλοσταζόλη
**Φαρμακοδυναμική** Η σιλοσταζόλη μειώνει τα συμπτώματα της διαλείπουσας χωλότητας, όπως υποδεικνύεται από αυξημένη απόσταση βάδισης. Η διαλείπουσα χωλότητα είναι πόνος στα πόδια που εμφανίζεται κατά το περπάτημα και εξαφανίζεται με την ανάπαυση. Ο πόνος οφείλεται σε μειωμένη …
Εμπορικά Ονόματα
Κλινική Σύνοψη
Προτεραιότητα πηγών: SPC, ΕΟΦ, DrugBank
medication
SPC-CILOSTAZOL/GALENICA
Δοσολογία
expand_more
Δοσολογία
- Δόση έναρξης: 100 mg δύο φορές την ημέρα
-
Ηλικιωμένα άτομαΔεν υπάρχουν ειδικές απαιτήσεις σχετικά με τη δοσολογία.
-
Παιδιατρικός πληθυσμόςΗ ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα σε παιδιά δεν έχουν τεκμηριωθεί.
-
Ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργίαΔόσηΔεν απαιτείται ρύθμιση της δόσης σε ασθενείς με κάθαρση κρεατινίνης > 25 ml/min.Το Cilostazol/Galenica αντενδείκνυται σε ασθενείς με κάθαρση κρεατινίνης ≤ 25 ml/min.
-
Ασθενείς με ηπατική δυσλειτουργίαΔόσηΔεν απαιτείται ρύθμιση της δόσης σε ασθενείς με ήπια ηπατική νόσο.Δεν υπάρχουν διαθέσιμα δεδομένα σε ασθενείς με μέτρια ή σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία. Επειδή η σιλοσταζόλη μεταβολίζεται εκτενώς από τα ηπατικά ένζυμα, αντενδείκνυται σε ασθενείς με μέτρια ή σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία.
block
SPC-CILOSTAZOL/GALENICA
Αντενδείξεις
expand_more
Αντενδείξεις
-
Υπερευαισθησία στη δραστική ουσία ή σε κάποιο από τα έκδοχα που αναφέρονται στην παράγραφο 6.1.
-
Σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία: κάθαρση κρεατινίνης ≤ 25 ml/min.
-
Μέτρια ή σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία.
-
Συμφορητική καρδιακή ανεπάρκεια.
-
Εγκυμοσύνη.
-
Ασθενείς με τυχόν γνωστή προδιάθεση για αιμορραγία (π.χ. ενεργό πεπτικό έλκος, πρόσφατο (τους τελευταίους έξι μήνες) αιμορραγικό αγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιο, υπερπλαστική διαβητική αμφιβληστροειδοπάθεια, ανεπαρκώς ελεγχόμενη υπέρταση).
-
Ασθενείς με τυχόν ιστορικό κοιλιακής ταχυκαρδίας, κοιλιακής μαρμαρυγής ή πολυεστιακών κοιλιακών εκτακτοσυστολών, είτε έλαβαν κατάλληλη θεραπεία είτε όχι, και σε ασθενείς με παράταση του διαστήματος QTc.
-
Ασθενείς με ιστορικό σοβαρής ταχυαρρυθμίας.
-
Ασθενείς που λαμβάνουν ταυτόχρονη θεραπεία με δύο ή περισσότερους επιπρόσθετους αντιαιμοπεταλιακούς ή αντιπηκτικούς παράγοντες (π.χ. ακετυλοσαλικυλικό οξύ, κλοπιδογρέλη, ηπαρίνη, βαρφαρίνη, ασενοκουμαρόλη, δαμπιγκατράνη, ριβαροξαμπάνη ή απιξαμπάνη).
-
Ασθενείς με ασταθή στηθάγχη, έμφραγμα του μυοκαρδίου εντός των τελευταίων 6 μηνών ή παρέμβαση της στεφανιαίας τους τελευταίους 6 μήνες.
warning
SPC-CILOSTAZOL/GALENICA
Προειδοποιήσεις
expand_more
Προειδοποιήσεις
-
Καρδιακές επιδράσεις και παρακολούθησηΠιθανή σοβαρή καρδιακή ανεπιθύμητη ενέργειαΠληθυσμόςΑσθενείς διατρέχοντες κίνδυνο καρδιακών επιπλοκών (π.χ. ασθενείς με σταθερή στεφανιαία νόσο)Παρακολουθούνται στενά κατά τη διάρκεια της θεραπείας με σιλοσταζόλη. Αντενδείκνυται η χρήση σε ασθενείς με ασταθή στηθάχη, ή έμφραγμα μυοκαρδίου/παρέμβαση της στεφανιαίας κατά τους τελευταίους 6 μήνες, ή ιστορικό σοβαρών ταχυαρρυθμιών.
-
Κολπικές ή κοιλιακές εκτακτοσυστολές – κολπική μαρμαρυγή ή πτερυγισμόςΠιθανή καρδιακή επίδρασηΠληθυσμόςΑσθενείς με κολπικές ή κοιλιακές εκτακτοσυστολές και ασθενείς με κολπική μαρμαρυγή ή πτερυγισμόΑπαιτείται προσοχή κατά τη συνταγογράφηση.
-
Αιμορραγία/εύκολη δημιουργία μώλωπαΚίνδυνος αιμορραγίαςΝα αναφέρουν οποιοδήποτε επεισόδιο αιμορραγίας ή εύκολης δημιουργίας μώλωπα ενόσω είναι σε θεραπεία. Σε περίπτωση αιμορραγίας του αμφιβληστροειδούς η χορήγηση σιλοσταζόλης θα πρέπει να διακοπεί. Ανατρέξτε στις παραγράφους 4.3 και 4.5 για περαιτέρω πληροφορίες σχετικά με τους κινδύνους αιμορραγίας.
-
Αιμορραγία σε συνδυασμό με εγχείρησηΚίνδυνος αιμορραγίας γύρω από χειρουργική επέμβασηΠληθυσμόςΑσθενείς που πρόκειται να υποβληθούν σε εκλεκτική επέμβασηΗ σιλοσταζόλη πρέπει να διακοπεί 5 ημέρες πριν από την εγχείρηση εάν η αντιαιμοπεταλιακή δράση δεν είναι απαραίτητη.
-
Αιματολογικές διαταραχέςΠιθανή σοβαρή αιματολογική διαταραχήΗ σιλοσταζόλη πρέπει να διακοπεί αμέσως εάν υπάρχει κλινική ή εργαστηριακή ένδειξη αιματολογικών ανωμαλιών.
-
Δυσκρασία αίματος – επιπλέον συμπτώματαΜεικτές ενδείξεις δυσκρασίας ή λοίμωξηςΝα αναφέρουν αμέσως άλλα συμπτώματα (π.χ. πυρεξία, πονόλαιμος). Πρέπει να εκτελείται γενική εξέταση αίματος εάν πιθανολογείται λοίμωξη ή οποιαδήποτε κλινική ένδειξη δυσκρασίας. Η σιλοσταζόλη πρέπει να διακοπεί εάν υπάρχουν κλινικές ή εργαστηριακές ενδείξεις δυσκρασίας.
-
Αλληλεπιδράσεις με ισχυρούς αναστολείς CYP3A4 ή CYP2C19Αύξημένα επίπεδα σιλοσταζόλης στο πλάσμαΠληθυσμόςΑσθενείς που λαμβάνουν ισχυρούς αναστολείς CYP3A4 ή CYP2C19Σε τέτοιες περιπτώσεις συνιστάται δοσολογία 50 mg δύο φορές την ημέρα (βλ. Αλληλεπιδράσεις).
-
Συγχχορήγηση με παράγοντες που μειώνουν την πίεσηΠιθανή υποτασική επίδρασηΠληθυσμόςΟποιονδήποτε ασθενή λαμβάνει παράγοντες που μειώνουν την πίεσηΑπαιτείται προσοχή λόγω πιθανότητας αθροιστικής υποτασικής επίδρασης με αντανακλαστική ταχυκαρδία (βλ. Ανεπιθύμητες ενέργειες).
-
Συγχχορήγηση με παράγοντες που αναστέλλουν τη συσσώρευση αιμοπεταλίωνΑυχμά αθροιστικής επίδρασης αιμοπεταλίωνΠληθυσμόςΟποιονδήποτε ασθενή συγχορηγείται με παράγοντα που αναστέλλει τη συσσώρευση αιμοπεταλίωνΑπαιτείται προσοχή (βλ. Αντενδείξεις και Αλληλεπιδράσεις).
swap_horiz
SPC-CILOSTAZOL/GALENICA
Αλληλεπιδράσεις
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
-
Ακετυλοσαλικυλικό οξύ (ASA)Αύξηση 23-25% στην αναστολή της επαγόμενης από το ADP ex vivo συσσώρευσης αιμοπεταλίων σε σύγκριση με το ASA μόνο.ΣύστασηΣυνιστάται προσοχή κατά τη συγχορήγηση σιλοσταζόλης με οποιοδήποτε φάρμακο που αναστέλει τη συσσώρευση αιμοπεταλίων. Απαιτείται προσοχή για την παρακολούθηση του χρόνου αιμορραγίας στα μεσοδιαστήματα. Η θεραπεία με σιλοσταζόλη αντενδείκνυται σε ασθενείς που λαμβάνουν δύο ή περισσότερους επιπρόσθετους αντιαιμοπεταλιακούς/αντιπηκτικούς παράγοντες (βλ. Αντενδείξεις). Ένα υψηλότερο ποσοστό αιμορραγίας παρατηρήθηκε με τη συγχορήγηση κλοπιδογρέλης, ASA και σιλοσταζόλης στη δοκιμή CASTLE.
-
Η ταυτόχρονη χορήγηση σιλοσταζόλης και κλοπιδογρέλης δεν είχε επίδραση στον αριθμό αιμοπεταλίων, PT ή aPTT. Η παράταση του χρόνου αιμορραγίας με κλοπιδογρέλη μόνο αλλά όχι πρόσθετη επίδραση με σιλοσταζόλη.ΣύστασηΣυνιστάται προσοχή κατά τη συγχορήγηση σιλοσταζόλης με οποιοδήποτε φάρμακο που αναστέλει τη συσσώρευση αιμοπεταλίων. Απαιτείται παρακολούθηση του χρόνου αιμορραγίας. Η θεραπεία με σιλοσταζόλη αντενδείκνυται σε ασθενείς που λαμβάνουν δύο ή περισσότερους επιπρόσθετους αντιαιμοπεταλιακούς/αντιπηκτικούς παράγοντες (βλ. Αντενδείξεις). Ένα υψηλότερο ποσοστό αιμορραγίας παρατηρήθηκε στη CASTLE.
-
Σε κλινική μελέτη μονής δόσης δεν παρατηρήθηκε αναστολή του μεταβολισμού της βαρφαρίνης ή επίδραση στις παραμέτρους πήξης (PT, aPTT, χρόνος αιμορραγίας).ΣύστασηΩστόσο, συνιστάται προσοχή σε ασθενείς που λαμβάνουν σιλοσταζόλη μαζί με οποιονδήποτε αντιπηκτικό παράγοντα, και απαιτείται συχνή παρακολούθηση για τη μείωση της πιθανότητας αιμορραγίας. Η θεραπεία με σιλοσταζόλη αντενδείκνυται σε ασθενείς που λαμβάνουν δύο ή περισσότερους επιπρόσθετους αντιαιμοπεταλιακούς/αντιπηκτικούς παράγοντες (βλ. Αντενδείξεις).
-
Αναστολείς CYP3A4Επιδράσεις/Inhibitors: Ερυθρομυκίνη προκαλεί αύξηση AUC σιλοσταζόλης κατά 72%, αύξηση AUC δευτερογενούς μεταβολίτη 6%, και 119% στην AUC μεταβολίτη 4`-υδροξυ.ΣύστασηΗ χορήγηση σιλοσταζόλης με ερυθρομυκίνη απαιτεί προσαρμογή δοσολογίας (50 mg δύο φορές/ημέρα) παρουσία ερυθρομυκίνης ή παρόμοιων παραγόντων (π.χ., κλαριθρομυκίνης).
-
Η συγχορήγηση οδήγησε σε 117% αύξηση στην AUC της σιλοσταζόλης, 15% μείωση στην AUC του δεϋδρο-μεταβολίτη και 87% αύξηση στην AUC του 4`-τρανς-υδροξυ μεταβολίτη.ΣύστασηΗ συνιστώμενη δόση της σιλοσταζόλης είναι 50 mg δύο φορές την ημέρα παρουσία κετοκοναζόλης και παρόμοιων παραγόντων (π.χ., ιτρακοναζόλης).
-
Όπως και με κετοκοναζόλη, αυξάνει την AUC της σιλοσταζόλης.ΣύστασηΗ συνιστώμενη δόση της σιλοσταζόλης είναι 50 mg δύο φορές την ημέρα παρουσία ιτρακοναζόλης.
-
Αύξηση AUC σιλοσταζόλης κατά ~44%, αύξηση AUC δεϋδρο-μεταβολίτη 4%, αύξηση AUC 4`-υδροξυ μεταβολίτη 43%.ΣύστασηΜε βάση την AUC, η συνολική φαρμακολογική δράση αυξάνει κατά 19% όταν συγχορηγείται με διλτιαζέμη. Δεν απαιτείται προσαρμογή δόσης.
-
Χυμός γκρέιπφρουτ (όσος εναντίον εντερικού CYP3A4)Δοσμολογία 100 mg σιλοσταζόλης με 240 ml χυμό γκρέιπφρουτ δεν είχε αξιοσημείωτη επίδραση στη φαρμακοκινητική.ΣύστασηΔεν απαιτείται προσαρμογή δόσης. Ωστόσο, μια κλινικά σημαντική επίδραση μπορεί να υπάρξει με μεγαλύτερες ποσότητες χυμού γκρέιπφρουτ.
-
Αύξησε την AUC της σιλοσταζόλης κατά 22%, συνοδευόμενη από 68% αύξηση στην AUC του δεϋδρο-μεταβολίτη και 36% μείωση στην AUC του 4`-τρανς-υδροξυ μεταβολίτη.ΣύστασηΜε βάση την AUC, η συνολική φαρμακολογική δράση αυξάνει κατά 47% όταν συγχορηγείται με ομεπραζόλη. Συνιστώμενη δόση 50 mg δύο φορές την ημέρα παρουσία ομεπραζόλης.
-
Υποστρώματα CYP3A4 με στενό θεραπευτικό δείκτηΈχει καταδειχθεί ότι η σιλοσταζόλη αυξάνει την AUC της λοβαστατίνης και του β-υδροξυ οξέος της κατά 70%.ΣύστασηΣυνιστάται προσοχή κατά τη συγχορήγηση με στενά θεραπευτικά υπόστρωμα CYP3A4 (π.χ. σιζαπρίδη, αλοφαντρίνη, πιμοζίδη, παράγωγα ερυσιβώδους όλυρας). Προσοχή σε συγχορήγηση με στατίνες που μεταβολίζονται από CYP3A4, π.χ. σιμβαστατίνη, ατορβαστατίνη και λοβαστατίνη.
-
Επαγωγείς CYP3A4 και CYP2C19Η επίδραση των επαγωγέων στη φαρμακοκινητική της σιλοσταζόλης δεν έχει αξιολογηθεί. Η αντιαιμοπεταλιακή επίδραση μπορεί θεωρητικά να τροποποιηθεί και πρέπει να παρακολουθείται προσεκτικά.ΣύστασηΠαρακολούθηση προσεκτικά όταν συγχορηγούνται επαγωγείς CYP3A4 και CYP2C19 (π.χ., καρβαμαζεπίνη, φαινυτοΐνη, ριφαμπικίνη, St. John’s wort).
-
Κάπνισμα (CYP1A2)Σε κλινικές δοκιμές, το κάπνισμα μείωσε τις συγκεντρώσεις της σιλοσταζόλης στο πλάσμα κατά 18%.ΣύστασηΠαρακολούθηση συναφών επιδράσεων όταν ο ασθενής καπνίζει.
-
Αντιυπερτασικοί παράγοντεςΑπαιτείται προσοχή κατά τη συγχορήγηση σιλοσταζόλης με οποιονδήποτε άλλο παράγοντα που μπορεί να μειώσει την αρτηριακή πίεση λόγω πιθανότητας αθροιστικής υποτασικής επίδρασης με αντανακλαστική ταχυκαρδία.
sick
SPC-CILOSTAZOL/GALENICA
Ανεπιθύμητες ενέργειες
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
- Εκχύμωση
- Αναιμία
- Παράταση χρόνου αιμορραγίας
- Τάση αιμορραγίας
- Θρομβοπενία
- Κοκκιοκυτταροπενία
- Ακοκκιοκυτταροπενία
- Λευκοπενία
- Πανκυτταροπενία
- Απλαστική αναιμία
- Αλλεργική αντίδραση
- Οίδημα (περιφερικό, προσώπου)
- Ανορεξία
- Υπεργλυκαιμία
- Σακχαρώδης διαβήτης
- Άγχος
- Κεφαλαλγία
- Ζάλη
- Αϋπνία
- Φυσιολογικά όνειρα
- Πάρεση
- Υποαισθησία
- Επιπεφυκίτιδα
- Εμβοές
- Αίσθημα παλμών
- Ταχυκαρδία
- Στηθάγχη
- Αρρυθμία
- Κοιλιακές εκτακτοσυσταλές
- Αιμορραγία οφθαλμού
- Επίσταξη
- Γαστρεντερική αιμορραγία
- Αιμορραγία μη καθοριζόμενη
- Ορθοστατική υπόταση
- Εξάψεις
- Υπέρταση
- Υπόταση
- Εγκεφαλική αιμορραγία
- Πνευμονική αιμορραγία
- Μυϊκή αιμορραγία
- Αιμορραγία αναπνευστικών οδών
- Υποδόρια αιμορραγία
- Ρινίτιδα
- Φαρυγγίτιδα
- Δύσπνοια
- Πνευμονία
- Διάρροια
- Ναυτία και έμετος
- Δυσπεψία
- Μετεωρισμός
- Κοιλιακό άλγος
- Γαστρίτιδα
- Ηπατίτιδα
- Μη φυσιολογική ηπατική λειτουργία
- Ίκτερος
- Εξάνθημα
- Κνησμός
- Έκζεμα
- Δερματικά εξανθήματα
- Σύνδρομο Stevens-Johnson
- Τοξική επιδερμική νεκρόλυση
- Κνίδωση
- Μυαλγία
- Νεφρική ανεπάρκεια
- Νεφρική δυσλειτουργία
- Αιματουρία
- Συχνουρία
- Θωρακικό άλγος
- Εξασθένηση
- Ρίγη αίσθησης κακουχίας
- Πυρεξία
- Άλγος
- Αυξημένο επίπεδο ουρικού οξέος
- Αυξημένη ουρία αίματος
- Αυξημένη κρεατινίνη αίματος
Λεπτομέρειες κατά συχνότητα expand_more
-
ΣυχνέςΕκχύμωσηΔιαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος
-
Όχι συχνέςΑναιμίαΔιαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος
-
ΣπάνιεςΠαράταση χρόνου αιμορραγίαςΔιαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος
-
Μη γνωστέςΤάση αιμορραγίαςΔιαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος
-
Μη γνωστέςΘρομβοπενίαΔιαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος
-
Μη γνωστέςΚοκκιοκυτταροπενίαΔιαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος
-
Μη γνωστέςΑκοκκιοκυτταροπενίαΔιαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος
-
Μη γνωστέςΛευκοπενίαΔιαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος
-
Μη γνωστέςΠανκυτταροπενίαΔιαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος
-
Μη γνωστέςΑπλαστική αναιμίαΔιαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος
-
Όχι συχνέςΑλλεργική αντίδρασηΔιαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος
-
ΣυχνέςΟίδημα (περιφερικό, προσώπου)Διαταραχές του μεταβολισμού και της θρέψης
-
ΣυχνέςΑνορεξίαΔιαταραχές του μεταβολισμού και της θρέψης
-
Όχι συχνέςΥπεργλυκαιμίαΔιαταραχές του μεταβολισμού και της θρέψης
-
Όχι συχνέςΣακχαρώδης διαβήτηςΔιαταραχές του μεταβολισμού και της θρέψης
-
Όχι συχνέςΆγχοςΨυχιατρικές διαταραχές
-
Πολύ συχνέςΚεφαλαλγίαΔιαταραχές του νευρικού συστήματος
-
ΣυχνέςΖάληΔιαταραχές του νευρικού συστήματος
-
Όχι συχνέςΑϋπνίαΔιαταραχές του νευρικού συστήματος
-
Όχι συχνέςΦυσιολογικά όνειραΔιαταραχές του νευρικού συστήματος
-
Μη γνωστέςΠάρεσηΔιαταραχές του νευρικού συστήματος
-
Μη γνωστέςΥποαισθησίαΔιαταραχές του νευρικού συστήματος
-
Μη γνωστέςΕπιπεφυκίτιδαΟφθαλμικές διαταραχές
-
Μη γνωστέςΕμβοέςΔιαταραχές του ωτός και του λαβυρίνθου
-
ΣυχνέςΑίσθημα παλμώνΚαρδιακές διαταραχές
-
ΣυχνέςΤαχυκαρδίαΚαρδιακές διαταραχές
-
ΣυχνέςΣτηθάγχηΚαρδιακές διαταραχές
-
ΣυχνέςΑρρυθμίαΚαρδιακές διαταραχές
-
ΣυχνέςΚοιλιακές εκτακτοσυστολέςΚαρδιακές διαταραχές
-
Όχι συχνέςΈμφραγμα του μυοκαρδίουΚαρδιακές διαταραχές
-
Όχι συχνέςΚολπική μαρμαρυγήΚαρδιακές διαταραχές
-
Όχι συχνέςΣυμφορητική καρδιακή ανεπάρκειαΚαρδιακές διαταραχές
-
Όχι συχνέςΥπερκοιλιακή ταχυκαρδίαΚαρδιακές διαταραχές
-
Όχι συχνέςΚοιλιακή ταχυκαρδίαΚαρδιακές διαταραχές
-
Όχι συχνέςΣυγκοπήΚαρδιακές διαταραχές
-
Όχι συχνέςΑιμορραγία οφθαλμούΑγγειακές διαταραχές
-
Όχι συχνέςΕπίστασηΑγγειακές διαταραχές
-
Όχι συχνέςΓαστρεντερική αιμορραγίαΑγγειακές διαταραχές
-
Όχι συχνέςΑιμορραγία μη καθοριζόμενηΑγγειακές διαταραχές
-
Όχι συχνέςΟρθοστατική υπότασηΑγγειακές διαταραχές
-
Μη γνωστέςΕξάψειςΑγγειακές διαταραχές
-
Μη γνωστέςΥπέρτασηΑγγειακές διαταραχές
-
Μη γνωστέςΥπότασηΑγγειακές διαταραχές
-
Μη γνωστέςΕγκκεφαλική αιμορραγίαΑγγειακές διαταραχές
-
Μη γνωστέςΠνευμονική αιμορραγίαΑγγειακές διαταραχές
-
Μη γνωστέςΜυϊκή αιμορραγίαΑγγειακές διαταραχές
-
Μη γνωστέςΑιμορραγία αναπνευστικών οδώνΑγγειακές διαταραχές
-
Μη γνωστέςΥποδόρια αιμορραγίαΑγγειακές διαταραχές
-
ΣυχνέςΔιάρροιαΔιαταραχές του γαστρεντερικού συστήματος
-
ΣυχνέςΝαυτία και έμετοςΔιαταραχές του γαστρεντερικού συστήματος
-
ΣυχνέςΔυσπεψίαΔιαταραχές του γαστρεντερικού συστήματος
-
ΣυχνέςΜετεωρισμόςΔιαταραχές του γαστρεντερικού συστήματος
-
ΣυχνέςΚοιλιακός πόνοςΔιαταραχές του γαστρεντερικού συστήματος
-
Όχι συχνέςΓαστρίτιδαΔιαταραχές του γαστρεντερικού συστήματος
-
Μη γνωστέςΗπατίτιδαΔιαταραχές του ήπατος και των χοληφόρων
-
Μη γνωστέςΜη φυσιολογική ηπατική λειτουργίαΔιαταραχές του ήπατος και των χοληφόρων
-
Μη γνωστέςΊκτεροςΔιαταραχές του ήπατος και των χοληφόρων
-
Μη γνωστέςΈξαρση/ΕκζεμαΔιαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
-
Μη γνωστέςΈκζεμαΔιαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
-
Μη γνωστέςΔερματικά εξανθήματαΔιαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
-
Μη γνωστέςΣύνδρομο Stevens-JohnsonΔιαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
-
Μη γνωστέςΤοξική επιδερμική νέκρωσηΔιαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
-
Μη γνωστέςΚνίδωσηΔιαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
-
Όχι συχνέςΜυαλγίαΔιαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και του συνδετικού ιστού
-
ΣπάνιεςΝεφρική ανεπάρκειαΔιαταραχές των νεφρών και των ουροφόρων οδών
-
ΣπάνιεςΝεφρική δυσλειτουργίαΔιαταραχές των νεφρών και των ουροφόρων οδών
-
Μη γνωστέςΑιματουρίαΔιαταραχές των νεφρών και των ουροφόρων οδών
-
Μη γνωστέςΣυχνουρίαΔιαταραχές των νεφρών και των ουροφόρων οδών
-
ΣυχνέςΘωρακικό άλγοςΓενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
-
ΣυχνέςΕξασθένισηΓενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
-
Όχι συχνέςΡίγες αίσθησης κακουχίαςΓενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
-
Μη γνωστέςΠυρεξίαΓενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
-
Μη γνωστέςΑύξηση ουρικού οξέοςΠαρακλινικές εξετάσεις
-
Μη γνωστέςΑύξημένη ουρία αίματοςΠαρακλινικές εξετάσεις
-
Μη γνωστέςΑυξημένη κρεατινίνη αίματοςΠαρακλινικές εξετάσεις
pregnant_woman
SPC-CILOSTAZOL/GALENICA
Κύηση / γαλουχία
Επίπεδο κινδύνου: Αποφεύγεται
expand_more
Κύηση / γαλουχία
-
ΚύησηΑποφεύγεταιΔεν διατίθενται επαρκή δεδομένα σχετικά με τη χρήση της σιλοσταζόλης σε εγκύρους. Μελέτες σε ζώα κατέδειξαν τοξικότητα στην αναπαραγωγική ικανότητα (βλ. Προκλινικά δεδομένα). Ο ενδεχόμενος κίνδυνος για τον άνθρωπο είναι άγνωστος. Το Cilostazol/Galenica δεν πρέπει να χρησιμοποιείται κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης (βλ. Αντενδείξεις).
-
ΓαλουχίαΑποφεύγεταιΗ μεταφορά σιλοσταζόλης στο μητρικό γάλα έχει αναφερθεί σε μελέτες σε ζώα. Δεν είναι γνωστό εάν η σιλοσταζόλη απεκκρίνεται στο ανθρώπινο γάλα. Λόγω της δυνητικά επιβλαβούς επίδρασης στο θηλάζον νεογέννητο από μια μητέρα που λαμβάνει θεραπεία, η χρήση του Cilostazol/Galenica δε συνιστάται κατά τη διάρκεια του θηλασμού.
-
ΓονιμότηταΆγνωστοΗ σιλοσταζολη δεν μετέβαλε τη γονιμότητα σε μελέτες σε ζώα.
neurology
PubChem
Μηχανισμός δράσης
expand_more
Μηχανισμός δράσης
monitor_heart
SPC-CILOSTAZOL/GALENICA
Φαρμακοδυναμική
expand_more
Φαρμακοδυναμική
Μηχανισμός δράσης Η σιλοσταζόλη προκαλεί αναστρέψιμη αναστολή της συσσώρευσης αιμοπεταλίων και έχει αγγειοδιασταλτική δράση, ενώ αναστέλλει τον πολλαπλασιασμό των λείων μυϊκών κυττάρων και την αντίδραση απελευθέρωσης από τα αιμοπετάλια του αυξητικού…
biotech
SPC-CILOSTAZOL/GALENICA
Φαρμακοκινητική
expand_more
Φαρμακοκινητική
Απορρόφηση - Οι Cmax της σιλοσταζόλης και των κύριων κυκλοφορούντων μεταβολιτών της αυξάνουν λιγότερο από αναλογικά με αυξανόμενες δόσεις. Ωστόσο, η AUC για τη σιλοσταζόλη και τους μεταβολίτες της αυξάνει σχεδόν αναλογικά με τη δόση. ### Κατανομή - Η…
hub
PubChem
Μεταβολισμός
expand_more
Μεταβολισμός
bloodtype
PubChem
Απέκκριση
expand_more
Απέκκριση
Σκευάσματα & Τιμολόγηση
Μονογραφίες Πηγών
Αναλυτικό περιεχόμενο ανά πηγή για τεκμηρίωση και έλεγχο
medication
Δοσολογία
SPC-CILOSTAZOL/GALENICA
expand_more
Δοσολογία
Δοσολογία
Η συνιστώμενη δοσολογία της σιλοσταζόλης είναι 100 mg δύο φορές την ημέρα. Η σιλοσταζόλη θα πρέπει να λαμβάνεται 30 λεπτά πριν το πρωινό και το δείπνο. Η λήψη σιλοσταζόλης με την τροφή έχει καταδειχθεί ότι αυξάνει τις μέγιστες συγκεντρώσεις (Cmax) της σιλοσταζόλης στο πλάσμα, που μπορεί να σχετίζονται με αυξημένη συχνότητα ανεπιθύμητων αντιδράσεων. Η έναρξη της θεραπείας με σιλοσταζόλη πρέπει να γίνει από γιατρούς με εμπειρία στο χειρισμό της διαλείπουσας χωλότητας (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις). Ο γιατρός θα πρέπει να επαναξιολογήσει τον ασθενή μετά από 3 μήνες θεραπείας με σκοπό τη διακοπή της σιλοσταζόλης όπου παρατηρείται ανεπαρκής επίδραση ή τα συμπτώματα δεν έχουν βελτιωθεί. Οι ασθενείς που λαμβάνουν θεραπεία με σιλοσταζόλη θα πρέπει να συνεχίσουν με τις αλλαγές στον τρόπο διαβίωσής τους (διακοπή καπνίσματος και άσκηση), και τις φαρμακολογικές παρεμβάσεις (όπως μείωση λιπιδίων και αντιαιμοπεταλιακή θεραπεία) για τη μείωση του κινδύνου καρδιαγγειακών επεισοδίων. Η σιλοσταζόλη δεν αποτελεί υποκατάστατο για τέτοιου είδους θεραπείες. Μείωση της δόσης σε 50 mg δύο φορές την ημέρα συνιστάται σε ασθενείς που λαμβάνουν φάρμακα τα οποία αναστέλλουν ισχυρά το CYP3A4, για παράδειγμα ορισμένα μακρολίδια, αντιμυκητιασικά αζόλης, αναστολείς πρωτεάσης, ή φάρμακα που αναστέλλουν ισχυρά το CYP2C19, για παράδειγμα η ομεπραζόλη (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις και Αλληλεπιδράσεις).
Ηλικιωμένα άτομα Δεν υπάρχουν ειδικές απαιτήσεις σχετικά με τη δοσολογία για τους ηλικιωμένους.
Παιδιατρικός πληθυσμός Η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα σε παιδιά δεν έχουν τεκμηριωθεί.
Ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία Δεν απαιτείται ρύθμιση της δόσης σε ασθενείς με κάθαρση κρεατινίνης > 25 ml/min. Το Cilostazol/Galenica αντενδείκνυται σε ασθενείς με κάθαρση κρεατινίνης ≤ 25 ml/min.
Ηπατική δυσλειτουργία Δεν απαιτείται ρύθμιση της δόσης σε ασθενείς με ήπια ηπατική νόσο. Δεν υπάρχουν διαθέσιμα δεδομένα σε ασθενείς με μέτρια ή σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία. Επειδή η σιλοσταζόλη μεταβολίζεται εκτενώς από τα ηπατικά ένζυμα, αντενδείκνυται σε ασθενείς με μέτρια ή σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία.
block
Αντενδείξεις
SPC-CILOSTAZOL/GALENICA
expand_more
Αντενδείξεις
- Υπερευαισθησία στη δραστική ουσία ή σε κάποιο από τα έκδοχα που αναφέρονται στην παράγραφο 6.1.
- Σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία: κάθαρση κρεατινίνης ≤ 25 ml/min.
- Μέτρια ή σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία.
- Συμφορητική καρδιακή ανεπάρκεια.
- Εγκυμοσύνη.
- Ασθενείς με τυχόν γνωστή προδιάθεση για αιμορραγία (π.χ. ενεργό πεπτικό έλκος, πρόσφατο (τους τελευταίους έξι μήνες) αιμορραγικό αγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιο, υπερπλαστική διαβητική αμφιβληστροειδοπάθεια, ανεπαρκώς ελεγχόμενη υπέρταση).
- Ασθενείς με τυχόν ιστορικό κοιλιακής ταχυκαρδίας, κοιλιακής μαρμαρυγής ή πολυεστιακών κοιλιακών εκτακτοσυστολών, είτε έλαβαν κατάλληλη θεραπεία είτε όχι, και σε ασθενείς με παράταση του διαστήματος QTc.
- Ασθενείς με ιστορικό σοβαρής ταχυαρρυθμίας.
- Ασθενείς που λαμβάνουν ταυτόχρονη θεραπεία με δύο ή περισσότερους επιπρόσθετους αντιαιμοπεταλιακούς ή αντιπηκτικούς παράγοντες (π.χ. ακετυλοσαλικυλικό οξύ, κλοπιδογρέλη, ηπαρίνη, βαρφαρίνη, ασενοκουμαρόλη, δαμπιγκατράνη, ριβαροξαμπάνη ή απιξαμπάνη).
- Ασθενείς με ασταθή στηθάγχη, έμφραγμα του μυοκαρδίου εντός των τελευταίων 6 μηνών ή παρέμβαση της στεφανιαίας τους τελευταίους 6 μήνες.
warning
Προειδοποιήσεις
SPC-CILOSTAZOL/GALENICA
expand_more
Προειδοποιήσεις
Καρδιακές επιδράσεις και παρακολούθηση
- Η καταλληλότητα της θεραπείας με σιλοσταζόλη θα πρέπει να εξεταστεί προσεκτικά παράλληλα με άλλες θεραπευτικές επιλογές όπως η επαναγγείωση.
- Με βάση το μηχανισμό δράσης της, η σιλοσταζόλη μπορεί να επάγει ταχυκαρδία, αίσθημα παλμών, ταχυαρρυθμία και/ή υπόταση.
- Η αύξηση του καρδιακού ρυθμού που σχετίζεται με τη σιλοσταζόλη είναι περίπου 5 έως 7 bpm.
- Σε ασθενείς που διατρέχουν κίνδυνο κατά συνέπεια αυτό μπορεί να επάγει στηθάγχη.
- Οι ασθενείς που μπορεί να διατρέχουν αυξημένο κίνδυνο σοβαρών καρδιακών ανεπιθύμητων ενεργειών ως αποτέλεσμα του αυξημένου καρδιακού ρυθμού, π.χ. ασθενείς με σταθερή στεφανιαία νόσο, θα πρέπει να παρακολουθούνται στενά κατά τη διάρκεια της θεραπείας με σιλοσταζόλη, ενώ αντενδείκνυται η χρήση της σιλοσταζόλης σε ασθενείς με ασταθή στηθάγχη, ή έμφραγμα μυοκαρδίου/παρέμβαση της στεφανιαίας κατά τους τελευταίους 6 μήνες, ή ιστορικό σοβαρών ταχυαρρυθμιών (βλ. Αντενδείξεις).
- Απαιτείται προσοχή κατά τη συνταγογράφηση σιλοσταζόλης για ασθενείς με κολπικές ή κοιλιακές εκτακτοσυστολές και ασθενείς με κολπική μαρμαρυγή ή πτερυγισμό.
- Οι ασθενείς πρέπει να προειδοποιούνται να αναφέρουν οποιοδήποτε επεισόδιο αιμορραγίας ή εύκολης δημιουργίας μώλωπα ενόσω είναι σε θεραπεία. Σε περίπτωση αιμορραγίας του αμφιβληστροειδούς η χορήγηση σιλοσταζόλης θα πρέπει να διακοπεί. Ανατρέξτε στις παραγράφους 4.3 και 4.5 για περαιτέρω πληροφορίες σχετικά με τους κινδύνους αιμορραγίας.
- Λόγω της ανασταλτικής δράσης της σιλοσταζόλης στη συσσώρευση αιμοπεταλίων είναι δυνατό να υπάρξει αυξημένος κίνδυνος αιμορραγίας σε συνδυασμό με εγχείρηση (συμπεριλαμβανομένων λιγότερο επεμβατικών διαδικασιών όπως εξαγωγή οδόντων). Εάν ένας ασθενής πρόκειται να υποβληθεί σε εκλεκτική επέμβαση και η αντιαιμοπεταλιακή δράση δεν είναι απαραίτητη, η σιλοσταζόλη πρέπει να διακοπεί 5 ημέρες πριν από την εγχείρηση.
- Υπάρχουν σπάνιες ή πολύ σπάνιες αναφορές αιματολογικών ανωμαλιών που περιλαμβάνουν θρομβοκυττοπενία, λευκοπενία, ακοκκιοκυτταραιμία, πανκυτταροπενία και απλαστική αναιμία (βλ. Αντενδείξεις 4.8). Οι περισσότεροι ασθενείς ανέρρωσαν μετά τη διακοπή της σιλοσταζόλης. Ωστόσο, μερικές περιπτώσεις πανκυτταροπενίας και απλαστικής αναιμίας είχαν μοιραία έκβαση.
- Επιπρόσθετα με την αναφορά επεισοδίων αιμορραγίας και εύκολης δημιουργίας μώλωπα, πρέπει να συσταθεί στους ασθενείς να αναφέρουν αμέσως τυχόν άλλα συμπτώματα που ενδέχεται επίσης να δηλώνουν την πρώιμη ανάπτυξη δυσκρασίας του αίματος όπως πυρεξία και πονόλαιμο. Πρέπει να εκτελείται γενική εξέταση αίματος εάν πιθανολογείται λοίμωξη ή εάν υπάρχει οποιαδήποτε άλλη κλινική ένδειξη δυσκρασίας του αίματος. Η σιλοσταζόλη πρέπει να διακοπεί αμέσως εάν υπάρχει κλινική ή εργαστηριακή ένδειξη αιματολογικών ανωμαλιών.
- Στην περίπτωση ασθενών που λαμβάνουν ισχυρούς αναστολείς του CYP3A4 ή του CYP2C19, τα επίπεδα της σιλοσταζόλης στο πλάσμα εμφανίστηκαν αυξημένα. Σε τέτοιες περιπτώσεις, συνιστάται μια δοσολογία σιλοσταζόλης των 50 mg δύο φορές την ημέρα (βλ. Αλληλεπιδράσεις 4.5).
- Απαιτείται προσοχή κατά τη συγχορήγηση σιλοσταζόλης με οποιονδήποτε άλλο παράγοντα που έχει τη δυνατότητα να μειώνει την πίεση του αίματος λόγω της πιθανότητας να υπάρχει αθροιστική υποτασική επίδραση με αντανακλαστική ταχυκαρδία. Ανατρέξτε επίσης στην Αλληλεπιδράσεις 4.8.
- Απαιτείται προσοχή κατά τη συγχορήγηση σιλοσταζόλης με οποιονδήποτε άλλο παράγοντα που αναστέλλει τη συσσώρευση αιμοπεταλίων. Ανατρέξτε στις Αντενδείξεις 4.3 και Αλληλεπιδράσεις 4.5.
swap_horiz
Αλληλεπιδράσεις
SPC-CILOSTAZOL/GALENICA
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
Ακετυλοσαλικυλικό οξύ (ASA)
- Επίδραση με σιλοσταζόλη: Η βραχυπρόθεσμη (≤ 4 ημέρες) συγχορήγηση ASA με σιλοσταζόλη έδειξε μια αύξηση 23-25% στην αναστολή της επαγόμενης από το ADP ex vivo συσσώρευσης αιμοπεταλίων σε σύγκριση με το ASA μόνο.
- Ασφάλεια: Δεν υπήρχαν εμφανείς τάσεις προς μεγαλύτερη συχνότητα αιμορραγικών ανεπιθύμητων ενεργειών σε ασθενείς που λάμβαναν σιλοσταζόλη και ASA σε σύγκριση με ασθενείς που λάμβαναν εικονικό φάρμακο και ισοδύναμες δόσεις ASA.
- Σύσταση/παρακολούθηση: Συνιστάται προσοχή κατά τη συγχορήγηση σιλοσταζόλης με οποιοδήποτε φάρμακο που αναστέλει τη συσσώρευση αιμοπεταλίων. Απαιτείται προσοχή για την παρακολούθηση του χρόνου αιμορραγίας στα μεσοδιαστήματα. Η θεραπεία με σιλοσταζόλη αντενδείκνυται σε ασθενείς που λαμβάνουν δύο ή περισσότερους επιπρόσθετους αντιαιμοπεταλιακούς/αντιπηκτικούς παράγοντες (βλ. Αντενδείξεις). Ένα υψηλότερο ποσοστό αιμορραγίας παρατηρήθηκε με τη συγχορήγηση κλοπιδογρέλης, ASA και σιλοσταζόλης στη δοκιμή CASTLE.
Κλοπιδογρέλη
- Επίδραση/αιτιώμενο αποτέλεσμα: Η ταυτόχρονη χορήγηση σιλοσταζόλης και κλοπιδογρέλης δεν είχε επίδραση στον αριθμό αιμοπεταλίων, το χρόνο προθρομβίνης (PT) ή τον ενεργοποιημένο χρόνο μερικής θρομβοπλαστίνης (aPTT). Όλα τα υγιή άτομα στη μελέτη είχαν μια παράταση του χρόνου αιμορραγίας με κλοπιδογρέλη μόνο και η ταυτόχρονη χορήγηση με σιλοσταζόλη δεν οδήγησε σε σημαντική πρόσθετη επίδραση στο χρόνο αιμορραγίας.
- Σύσταση/παρακολούθηση: Συνιστάται προσοχή κατά τη συγχορήγηση σιλοσταζόλης με οποιοδήποτε φάρμακο που αναστέλλει τη συσσώρευση αιμοπεταλίων. Απαιτείται προσοχή για την παρακολούθηση του χρόνου αιμορραγίας στα μεσοδιαστήματα. Η θεραπεία με σιλοσταζόλη αντενδείκνυται σε ασθενείς που λαμβάνουν δύο ή περισσότερους επιπρόσθετους αντιαιμοπεταλιακούς/αντιπηκτικούς παράγοντες (βλ. Αντενδείξεις). Ένα υψηλότερο ποσοστό αιμορραγίας παρατηρήθηκε με τη συγχορήγηση κλοπιδογρέλης, ASA και σιλοσταζόλης στη δοκιμή CASTLE.
Από του στόματος αντιπηκτικά (π.χ. βαρφαρίνη)
- Επίδραση: Σε μια κλινική μελέτη μονής δόσης δεν παρατηρήθηκε αναστολή του μεταβολισμού της βαρφαρίνης ή επίδραση στις παραμέτρους πήξης (PT, aPTT, χρόνος αιμορραγίας).
- Σύσταση/παρακολούθηση: Ωστόσο, συνιστάται προσοχή σε ασθενείς που λαμβάνουν σιλοσταζόλη μαζί με οποιονδήποτε αντιπηκτικό παράγοντα, και απαιτείται συχνή παρακολούθηση για τη μείωση της πιθανότητας αιμορραγίας. Η θεραπεία με σιλοσταζόλη αντενδείκνυται σε ασθενείς που λαμβάνουν δύο ή περισσότερους επιπρόσθετους αντιαιμοπεταλιακούς/αντιπηκτικούς παράγοντες (βλ. Αντενδείξεις).
Αναστολείς ενζύμου κυτοχρώματος P -450 (CYP)
- Γενικά: Η σιλοσταζόλη μεταβολίζεται εκτενώς από ένζυμα CYP, ιδιαιτέρως από το CYP3A4 και το CYP2C19 και σε μικρότερο βαθμό από το CYP1A2. Ο δεϋδρο-μεταβολίτης που έχει 4-7 φορές την ισχύ της σιλοσταζόλης στην αναστολή της συσσώρευσης αιμοπεταλίων, φαίνεται να σχηματίζεται κυρίως μέσω του CYP3A4. Ο 4`-τρανς-υδροξυ μεταβολίτης, με ισχύ ενός πέμπτου της σιλοσταζόλης, φαίνεται να σχηματίζεται κυρίως μέσω του CYP2C19. Επομένως, τα φάρμακα που αναστέλλουν το CYP3A4 (π.χ. μερικά μακρολίδια, αναστολείς πρωτεάσης) ή το CYP2C19 (όπως αναστολείς αντλίας πρωτονίων, PPIs) αυξάνουν τη συνολική φαρμακολογική δράση κατά 32% και 42%, αντίστοιχα και θα μπορούσαν να έχουν τη δυνατότητα να ενισχύσουν τις ανεπιθύμητες ενέργειες της σιλοσταζόλης. Κατά συνέπεια, για ασθενείς που λαμβάνουν ταυτόχρονα ισχυρούς αναστολείς του CYP3A4 ή του CYP2C19 η συνιστώμενη δόση είναι 50 mg δύο φορές την ημέρα (βλ. Δοσολογία).
- Ενδεικτικές αλληλεπιδράσεις αναστολέων CYP3A4: η χορήγηση σιλοσταζόλης με ερυθρομυκίνη (έναν αναστολέα του CYP3A4) 500 mg τρεις φορές την ημέρα οδήγησε σε αύξηση στην περιοχή κάτω από την καμπύλη (AUC) της σιλοσταζόλης κατά 72%, συνοδευόμενη από 6% αύξηση στην AUC του δεϋδρο-μεταβολίτη και 119% αύξηση στην AUC του 4`-τρανς-υδροξυ μεταβολίτη. Με βάση την AUC, η συνολική φαρμακολογική δράση της σιλοσταζόλης αυξάνει κατά 34% όταν συγχορηγείται με ερυθρομυκίνη. Με βάση αυτά τα δεδομένα, η συνιστώμενη δόση της σιλοσταζόλης είναι 50 mg δύο φορές την ημέρα παρουσία ερυθρομυκίνης και παρόμοιων παραγόντων (π.χ., κλαριθρομυκίνης).
- Χορήγηση κετοκοναζόλης (αναστολέας CYP3A4) με σιλοσταζόλη: οδήγησε σε 117% αύξηση στην AUC της σιλοσταζόλης, συνοδευόμενη από 15% μείωση στην AUC του δεϋδρο-μεταβολίτη και 87% αύξηση στην AUC του 4`-τρανς-υδροξυ μεταβολίτη. Με βάση την AUC, η συνολική φαρμακολογική δράση της σιλοσταζόλης αυξάνει κατά 35% όταν συγχορηγείται με κετοκοναζόλη. Με βάση αυτά τα δεδομένα, η συνιστώμενη δόση της σιλοσταζόλης είναι 50 mg δύο φορές την ημέρα παρουσία κετοκοναζόλης και παρόμοιων παραγόντων (π.χ., ιτρακοναζόλης).
- Χορήγηση διλτιαζέμη (ασθενής αναστολέας CYP3A4): οδήγησε σε αύξηση στην AUC της σιλοσταζόλης της τάξης του 44%, συνοδευόμενη από 4% αύξηση στην AUC του δεϋδρο-μεταβολίτη και 43% αύξηση στην AUC του 4`-τρανς-υδροξυ μεταβολίτη. Με βάση την AUC, η συνολική φαρμακολογική δράση της σιλοσταζόλης αυξάνει κατά 19% όταν συγχορηγείται με διλτιαζέμη. Με βάση αυτά τα δεδομένα, δεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης.
- Ενέργειες μηχανισμών: Η χορήγηση μιας δόσης 100 mg σιλοσταζόλης με 240 ml χυμού γκρέιπφρουτ (έναν αναστολέα του εντερικού CYP3A4) δεν είχε αξιοσημείωτη επίδραση στη φαρμακοκινητική της σιλοσταζόλης. Με βάση αυτά τα δεδομένα, δεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης. Μια κλινικά σημαντική επίδραση στη σιλοσταζόλη εξακολουθεί να είναι δυνατή με μεγαλύτερες ποσότητες χυμού γκρέιπφρουτ.
- Ομεπραζόλη: Η χορήγηση σιλοσταζόλης με ομεπραζόλη (έναν αναστολέα του CYP2C19) αύξησε την AUC της σιλοσταζόλης κατά 22%, συνοδευόμενη από 68% αύξηση στην AUC του δεϋδρο-μεταβολίτη και 36% μείωση στην AUC του 4`-τρανς-υδροξυ μεταβολίτη. Με βάση την AUC, η συνολική φαρμακολογική δράση αυξάνει κατά 47% όταν συγχορηγείται με ομεπραζόλη. Με βάση αυτά τα δεδομένα, η συνιστώμενη δόση της σιλοσταζόλης είναι 50 mg δύο φορές την ημέρα παρουσία ομεπραζόλης.
- Υποστρώματα Κυτοχρώματος P -450: Έχει καταδειχθεί ότι η σιλοσταζόλη αυξάνει την AUC της λοβαστατίνης (ευαίσθητο υπόστρωμα για το CYP3A4) και του β-υδροξυ οξέος της κατά 70%. Συνιστάται προσοχή κατά τη συγχορήγηση σιλοσταζόλης με υπόστρωματα του CYP3A4 με στενό θεραπευτικό δείκτη (π.χ. σιζαπρίδη, αλοφαντρίνη, πιμοζίδη, παράγωγα ερυσιβώδους όλυρας). Συνιστάται προσοχή σε περίπτωση συγχορήγησης με στατίνες που μεταβολίζονται από το CYP3A4, για παράδειγμα σιμβαστατίνη, ατορβαστατίνη και λοβαστατίνη.
- Επαγωγείς CYP3A4 και CYP2C19: Η επίδραση τους στη φαρμακοκινητική της σιλοσταζόλης δεν έχει αξιολογηθεί. Η αντιαιμοπεταλιακή επίδραση μπορεί θεωρητικά να τροποποιηθεί και πρέπει να παρακολουθείται προσεκτικά όταν η σιλοσταζόλη συγχορηγείται με επαγωγείς των CYP3A4 και CYP2C19.
- Κλινικά ευρήματα: Σε κλινικές δοκιμές, το κάπνισμα (που επάγει το CYP1A2) μείωσε τις συγκεντρώσεις της σιλοσταζόλης στο πλάσμα κατά 18%.
- Άλλες πιθανές αλληλεπιδράσεις: Απαιτείται προσοχή κατά τη συγχορήγηση σιλοσταζόλης με οποιονδήποτε άλλο παράγοντα που έχει τη δυνατότητα να μειώνει την πίεση του αίματος λόγω δυνατότητας αθροιστικής υποτασικής επίδρασης με αντανακλαστική ταχυκαρδία.
Ενότητες/Υποκατηγορίες φαρμάκων – πρόσθετες αλληλεπιδράσεις
- Ερυθρομυκίνη: βλέπε ανωτέρω στην ενότητα Αναστολείς CYP3A4.
- Κετοκοναζόλη: βλέπε ανωτέρω στην ενότητα Αναστολείς CYP3A4.
- Ιτρακοναζόλη: βλέπε ανωτέρω στην ενότητα Αναστολείς CYP3A4.
- Διλτιαζέμη: βλέπε ανωτέρω στην ενότητα Αναστολείς CYP3A4.
- Διάφοροι υπόστρωμα CYP3A4 με στενό θεραπευτικό δείκτη (π.χ. σιζαπρίδη, αλοφαντρίνη, πιμοζίδη, παράγωγα ερυσιβώδους όλυρας): βλέπε ενότητα Υποστρώματα CYP3A4.
- Σιμβαστατίνης, Ατορβαστατίνη, Λοβαστατίνης: βλέπε ενότητα Υποστρώματα CYP3A4.
- Γκρέιπφρουτ χυμός: βλέπε ενότητα Αναστολείς CYP3A4.
- Ομεπραζόλη: βλέπε ενότητα Αναστολείς CYP2C19.
- Καρβαμαζεπίνη, Φαινυτοΐνη, Ριφαμπικίνη, St. John’s wort: βλέπε ενότητα Επαγωγείς CYP3A4 και CYP2C19.
- Κάπνισμα: βλέπε ενότητα Κάπνισμα (CYP1A2).
- Αντιυπερτασικοί παράγοντες: Άλλες πιθανές αλληλεπιδράσεις με αθροιστική υποτασική επίδραση.
(βλ. Αντενδείξεις) για τις περιπτώσεις που αναφέρονται ρητά στην αρχική δομή.
sick
Ανεπιθύμητες ενέργειες
SPC-CILOSTAZOL/GALENICA
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
Διαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος
- Συχνές: Εκχύμωση
- Όχι συχνές: Αναιμία
- Σπάνιες: Παράταση χρόνου αιμορραγίας
- Μη γνωστές: Τάση αιμορραγίας, θρομβοπενία, κοκκιοκυτταροπενία, ακοκκιοκυτταροπενία, λευκοπενία, πανκυτταροπενία, απλαστική αναιμία
Διαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος
- Όχι συχνές: Αλλεργική αντίδραση
Διαταραχές του μεταβολισμού και της θρέψης
- Συχνές: Οίδημα (περιφερικό, προσώπου), ανορεξία
- Όχι συχνές: Υπεργλυκαιμία, σακχαρώδης διαβήτης
Ψυχιατρικές διαταραχές
- Όχι συχνές: Άγχος
Διαταραχές του νευρικού συστήματος
- Πολύ συχνές: Κεφαλαλγία
- Συχνές: Ζάλη
- Όχι συχνές, μ: Αϋπνία ή φυσιολογικά όνειρα
- Μη γνωστές: Πάρεση υπαισθησία
Οφθαλμικές διαταραχές
- Μη γνωστές: Επιπεφυκίτιδα
Διαταραχές του ωτός και του λαβυρίνθου
- Μη γνωστές: Εμβοές
Καρδιακές διαταραχές
- Συχνές: Αίσθημα παλμών, ταχυκαρδία, στηθάγχη, αρρυθμία, κοιλιακές εκτακτοσυστολές
- Όχι συχνές: Έμφραγμα του μυοκαρδίου, κολπική μαρμαρυγή, συμφορητική καρδιακή ανεπάρκεια, υπερκοιλιακή ταχυκαρδία, κοιλιακή ταχυκαρδία, συγκοπή
Αγγειακές διαταραχές
- Όχι συχύνες: Αιμορραγία οφθαλμού, επίσταξη, γαστρεντερική αιμορραγία, αιμορραγία μη καθοριζόμενη, ορθοστατική υπόταση
- Μη γνωστές: Εξάψεις, υπέρταση, υπόταση, εγκεφαλική αιμορραγία, πνευμονική αιμορραγία, μυϊκή αιμορραγία, αιμορραγία αναπνευστικών οδών, υποδόρια αιμορραγία
Διαταραχές του αναπνευστικού συστήματος, του θώρακα και του μεσοθωρακίου
- Συχνές: Ρινίτιδα, φαρυγγίτιδα
- Όχι συχνές: Δύσπνοια, πνευμονία
- Μη γνωστές: Δύσπνοια, πνευμονία
Διαταραχές του γαστρεντερικού συστήματος
- Πολύ συχνές: Διάρροια
- Συχνές: Ναυτία και έμετος, δυσπεψία, μετεωρισμός, κοιλιακό άλγος
- Όχι συχνές: Γαστρίτιδα
Διαταραχές του ήπατος και των χοληφόρων
- Μη γνωστές: Ηπατίτιδα, μη φυσιολογική ηπατική λειτουργία, ίκτερος
Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
- Συχνές: Εξάνθημα, κνησμός
- Μη γνωστές: Έκζεμα, δερματικά εξανθήματα, σύνδρομο Stevens-Johnson, τοξική επιδερμική νεκρόλυση, κνίδωση
Διαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και του συνδετικού ιστού
- Όχι συχνές: Μυαλγία
Διαταραχές των νεφρών και των ουροφόρων οδών
- Σπάνιες: Νεφρική ανεπάρκεια, νεφρική δυσλειτουργία
- Μη γνωστές: Αιματουρία, συχνουρία
Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
- Συχνές: Θωρακικό άλγος, εξασθένηση
- Όχι συχνές: Ρίγη αίσθησης κακουχίας
- Μη γνωστές: Πυρεξία, άλγος
Παρακλινικές εξετάσεις
- Μη γνωστές: Αυξημένο επίπεδο ουρικού οξέος, αυξημένη ουρία αίματος, αυξημένη κρεατινίνη αίματος
Κείμενο σχετικά με πιθανολογούμενες ανεπιθύμητες ενέργειες
-
Μια αύξηση στη συχνότητα του αισθήματος παλμών και του περιφερικού οιδήματος παρατηρήθηκε όταν η σιλοσταζόλη συνδυάστηκε με άλλους αγγειοδιαστολείς που προκαλούν αντανακλαστική ταχυκαρδία π.χ. αποκλειστές διαύλων ασβεστίου διυδροπυριδίνης.
-
Η μόνη ανεπιθύμητη ενέργεια που οδήγησε σε διακοπή της θεραπείας σε ≥3% των ασθενών που υποβλήθηκαν σε θεραπεία με σιλοσταζόλη ήταν η κεφαλαλγία. Άλλες συχνές αιτίες διακοπής περιελάμβαναν αίσθημα παλμών και διάρροια (1,1%).
-
Η σιλοσταζόλη από μόνη της μπορεί να ενέχει αυξημένο κίνδυνο αιμορραγίας και ο κίνδυνος μπορεί να ενισχυθεί από συγχορήγηση με οποιονδήποτε άλλο παράγοντα με τέτοια δυνατότητα.
-
Ο κίνδυνος ενδοφθάλμιας αιμορραγίας μπορεί να είναι υψηλότερος σε ασθενείς με διαβήτη.
-
Μια αύξηση στη συχνότητα της διάρροιας και του αισθήματος παλμών έχει βρεθεί σε ασθενείς ηλικίας άνω των 70 ετών.
-
Αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών
-
Η αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών μετά από τη χορήγηση άδειας κυκλοφορίας του φαρμακευτικού προϊόντος είναι σημαντική. Επιτρέπει τη συνεχή παρακολούθηση της σχέσης οφέλους-κινδύνου του φαρμακευτικού προϊόντος. Ζητείται από τους επαγγελματίες του τομέα της υγειονομικής περίθαλψης να αναφέρουν οποιεσδήποτε πιθανολογούμενες ανεπιθύμητες ενέργειες στον Εθνικό Οργανισμό Φαρμάκων, Μεσογείων 284, GR-15562 Χολαργός, Αθήνα, Τηλ: +30 21 32040380/337, Φαξ: +30 21 06549585, Ιστότοπος: http://www.eof.gr
pregnant_woman
Κύηση / γαλουχία
SPC-CILOSTAZOL/GALENICA
expand_more
Κύηση / γαλουχία
Κύηση
Αποφεύγεται
Δεν διατίθενται επαρκή δεδομένα σχετικά με τη χρήση της σιλοσταζόλης σε εγκύους. Μελέτες σε ζώα κατέδειξαν τοξικότητα στην αναπαραγωγική ικανότητα (βλ. Προκλινικά δεδομένα). Ο ενδεχόμενος κίνδυνος για τον άνθρωπο είναι άγνωστος. Το Cilostazol/Galenica δεν πρέπει να χρησιμοποιείται κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης (βλ. Αντενδείξεις).
Γαλουχία
Αποφεύγεται
Η μεταφορά σιλοσταζόλης στο μητρικό γάλα έχει αναφερθεί σε μελέτες σε ζώα. Δεν είναι γνωστό εάν η σιλοσταζόλη απεκκρίνεται στο ανθρώπινο γάλα. Λόγω της δυνητικά επιβλαβούς επίδρασης στο θηλάζον νεογέννητο από μια μητέρα που λαμβάνει θεραπεία, η χρήση του Cilostazol/Galenica δε συνιστάται κατά τη διάρκεια του θηλασμού.
Γονιμότητα
Άγνωστο
Η σιλοσταζολη δεν μετέβαλε τη γονιμότητα σε μελέτες σε ζώα.
monitor_heart
Φαρμακοδυναμική
SPC-CILOSTAZOL/GALENICA
expand_more
Φαρμακοδυναμική
Μηχανισμός δράσης
Η σιλοσταζόλη προκαλεί αναστρέψιμη αναστολή της συσσώρευσης αιμοπεταλίων και έχει αγγειοδιασταλτική δράση, ενώ αναστέλλει τον πολλαπλασιασμό των λείων μυϊκών κυττάρων και την αντίδραση απελευθέρωσης από τα αιμοπετάλια του αυξητικού παράγοντα που προέρχεται από τα αιμοπετάλια και του PF-4 σε ανθρώπινα αιμοπετάλια.
Φαρμακοδυναμικές επιδράσεις
- Αναστρέψιμη αναστολή της συσσώρευσης αιμοπεταλίων με αγγειοδιασταλτική δράση.
- Αναστολή του πολλαπλασιασμού των λείων μυϊκών κυττάρων (in vitro, αρουραίοι και ανθρώπινα κύτταρα λείων μυών).
- Αναστολή της αντίδρασης απελευθέρωσης από τα αιμοπετάλια του αυξητικού παράγοντα που προέρχεται από τα αιμοπετάλια (PDGF) και του PF-4 σε ανθρώπινα αιμοπετάλια.
- Οι μελέτες σε ζώα και στον άνθρωπο (in vivo και ex vivo) έδειξαν ότι η σιλοσταζόλη προκαλεί αναστρέψιμη αναστολή της συσσώρευσης αιμοπεταλίων. Η αναστολή είναι αποτελεσματική έναντι εύρους παραγόντων συσσώρευσης (περιλαμβανομένης της διατμητικής τάσης, του αραχιδονικού οξέος, του κολλαγόνου, της ADP και της αδρεναλίνης). στον άνθρωπο η αναστολή διαρκεί για έως και 12 ώρες και σε διακοπή της χορήγησης η αποκατάσταση της συσσώρευσης συμβαίνει εντός 48-96 ωρών, χωρίς υπερσυσσώρευση λόγω αναπήδησης (rebound).
- Οι επιδράσεις στα κυκλοφορούντα λιπίδια πλάσματος εξετάστηκαν σε ασθενείς που λαμβάνουν Cilostazole Galenica. Μετά από 12 εβδομάδες, σε σύγκριση με το εικονικό φάρμακο, το Cilostazole Galenica 100 mg δύο φορές την ημέρα οδήγησε σε μείωση των τριγλυκεριδίων κατά 0,33 mmol/l (15%) και αύξηση της HDL-χοληστερόλης κατά 0,10 mmol/l (10%).
- Μια τυχαιοποιημένη, διπλά τυφλή, ελεγχόμενη με εικονικό φάρμακο μελέτη Φάσης IV διεξήχθη για την αξιολόγηση των μακροπρόθεσμων επιπτώσεων της σιλοσταζόλης, με εστίαση στη θνησιμότητα και την ασφάλεια. Συνολικά, 1.439 ασθενείς με διαλείπουσα χωλότητα και χωρίς καρδιακή ανεπάρκεια υποβλήθηκαν σε αγωγή με σιλοσταζόλη ή εικονικό φάρμακο για έως και τρία χρόνια. Αναφορικά με τη θνησιμότητα, το παρατηρούμενο σε 36 μήνες ποσοστό συμβάντων κατά Kaplan-Meier για θανάτους με το φάρμακο της μελέτης με διάμεσο χρόνο στο φάρμακο της μελέτης 18 μήνες ήταν 5,6% (95% διάστημα εμπιστοσύνης 2,8 έως 8,4%) με σιλοσταζόλη και 6,8% (95% διάστημα εμπιστοσύνης 1,9 έως 11,5%) με εικονικό φάρμακο. Η μακροπρόθεσμη αγωγή με σιλοσταζόλη δεν ανήγειρε ζητήματα ασφάλειας.
Κλινική αποτελεσματικότητα
- Από δεδομένα εννέα ελεγχόμενων με εικονικό φάρμακο μελετών (1.634 ασθενείς) προέκυψε ότι η σιλοσταζόλη βελτιώνει την ικανότητα άσκησης όπως κρίνεται από τις αλλαγές στην Απόλυτη Απόσταση Χωλότητας (ACD ή μέγιστη απόσταση βάδισης) και την Αρχική Απόσταση Χωλότητας (ICD, ή ελεύθερη απόσταση βάδισης) στη δοκιμασία κόπωσης.
- Μετά από 24 εβδομάδες θεραπείας, η σιλοσταζόλη 100 mg δύο φορές την ημέρα αυξάνει τη μέση ACD από 60,4 σε 129,1 μέτρα, ενώ το εύρος της μέσης ICD αυξήθηκε από 47,3 σε 93,6 μέτρα.
- Μια μετα-ανάλυση που βασίστηκε στις σταθμισμένες μέσες διαφορές στις εννέα μελέτες έδειξε ότι υπήρχε σημαντική απόλυτη συνολική βελτίωση μετά τη γραμμή αναφοράς από την έναρξη της θεραπείας κατά 42 m στη μέγιστη απόσταση βάδισης (ACD) για τη σιλοσταζόλη 100 mg δύο φορές την ημέρα σε σχέση με τη βελτίωση που παρατηρήθηκε με εικονικό φάρμακο. Αυτό αντιστοιχεί σε μια σχετική βελτίωση 100% σε σχέση με το εικονικό φάρμακο. Η επίδραση φάνηκε μικρότερη σε διαβητικούς σε σχέση με τους μη διαβητικούς.
- Μελέτες σε ζώα έδειξαν ότι η σιλοσταζόλη έχει αγγειοδιασταλτική δράση και αυτό καταδείχθηκε σε μικρότερες μελέτες στον άνθρωπο όπου η ροή του αίματος στον αστράγαλο μετρήθηκε με πληθυσμογραφία τύπου strain gauge. Η σιλοσταζόλη αναστέλλει επίσης τον πολλαπλασιασμό των λείων μυϊκών κυττάρων σε αρουραίους και σε ανθρώπινα κύτταρα λείων μυών in vitro, και αναστέλλει την αντίδραση απελευθέρωσης από τα αιμοπετάλια του αυξητικού παράγοντα που προέρχεται από τα αιμοπετάλια και του PF-4 σε ανθρώπινα αιμοπετάλια.
Πληροφορίες σχετικά με κλινικά δεδομένα φάσης IV
- Μία τυχαιοποιημένη, διπλά τυφλή, ελεγχόμενη με εικονικό φάρμακο μελέτη Φάσης IV διεξήχθη για την αξιολόγηση των μακροπρόθεσμων επιπτώσεων της σιλοσταζόλης, με εστίαση στη θνησιμότητα και την ασφάλεια. Συνολικά, 1.439 ασθενείς με διαλείπουσα χωλότητα και χωρίς καρδιακή ανεπάρκεια υποβλήθηκαν σε αγωγή με σιλοσταζόλη ή εικονικό φάρμακο για έως και τρία χρόνια. Αναφορικά με τη θνησιμότητα, το παρατηρούμενο σε 36 μήνες ποσοστό συμβάντων κατά Kaplan-Meier για θανάτους με το φάρμακο της μελέτης με διάμεσο χρόνο στο φάρμακο της μελέτης 18 μήνες ήταν 5,6% (95% διάστημα εμπιστοσύνης 2,8 έως 8,4%) με σιλοσταζόλη και 6,8% (95% διάστημα εμπιστοσύνης 1,9 έως 11,5%) με εικονικό φάρμακο. Η μακροχρόνια αγωγή με σιλοσταζόλη δεν ανήγειρε ζητήματα ασφάλειας.
Πίνακες και συνοπτικά δεδομένα
- Μελέτες φάσης ΙV για μακροπρόθεσμη επιβίωση/ασφάλεια: 3 χρόνια αγωγής.
- ΑCD πριν/μετά από 24 εβδομάδες (100 mg σιλοσταζόλης δύο φορές την ημέρα): 60,4 m → 129,1 m; ICD πριν/μετά: 47,3 m → 93,6 m.
- Μείωση τριγλυκεριδίων μετά από 12 εβδομάδες: -0,33 mmol/L (περίπου -15%); αύξηση HDL-C κατά 0,10 mmol/L (περίπου +10%).
- Θνησιμότητα σε 36 μήνες: 5,6% με σιλοσταζόλη έναντι 6,8% με εικονικό φάρμακο (λόγος στατιστικής σημαντικότητας όχι αναφερόμενος στις γραμμές, 95% CI 2,8–8,4% αντί 1,9–11,5%).
biotech
Φαρμακοκινητική
SPC-CILOSTAZOL/GALENICA
expand_more
Φαρμακοκινητική
Απορρόφηση
- Οι Cmax της σιλοσταζόλης και των κύριων κυκλοφορούντων μεταβολιτών της αυξάνουν λιγότερο από αναλογικά με αυξανόμενες δόσεις. Ωστόσο, η AUC για τη σιλοσταζόλη και τους μεταβολίτες της αυξάνει σχεδόν αναλογικά με τη δόση.
Κατανομή
- Η σιλοσταζόλη δεσμεύεται κατά 95-98% με πρωτεΐνη, κυρίως με την αλβουμίνη. Ο δεϋδρο-μεταβολίτης και ο 4’-τρανς-υδροξυ μεταβολίτης δεσμεύονται με πρωτεΐνη κατά 97,4% και 66% αντίστοιχως.
Βιομετατροπή/Μεταβολισμός
- Τα κύρια ισοένζυμα που εμπλέκονται στο μεταβολισμό της είναι το κυτόχρωμα P-450 CYP3A4, σε μικρότερο βαθμό το CYP2C19 και σε ακόμα μικρότερο βαθμό το CYP1A2.
- Υπάρχουν δύο μείζονες μεταβολίτες, μια δεϋδρο-σιλοσταζόλη και μια 4’-τρανς-υδρόξυ σιλοσταζόλη, που και οι δύο έχουν παρόμοιες φαινόμενες ημιπεριόδους ζωής.
- Ο δεϋδρο-μεταβολίτης είναι 4-7 φορές δραστικότερος παράγοντας κατά της συσσώρευσης αιμοπεταλίων από ότι η μητρική ένωση και ο 4’-τρανς-υδροξυ μεταβολίτης είναι δραστικός κατά το ένα πέμπτο.
- Οι συγκεντρώσεις στο πλάσμα (όπως μετρώνται από την AUC) των δεϋδρο και 4`-τρανς-υδροξυ μεταβολιτών είναι ~41% και ~12% των συγκεντρώσεων της σιλοσταζόλης.
- Η σιλοσταζόλη απομακρύνεται κυρίως με μεταβολισμό και επακόλουθη ουρική απέκκριση των μεταβολιτών. Tα κύρια ισοένζυμα που ενέχονται στο μεταβολισμό της είναι το κυτόχρωμα P-450 CYP3A4, σε μικρότερο βαθμό το CYP2C19 και σε ακόμα μικρότερο βαθμό το CYP1A2.
- Η κύρια οδός απέκκρισης είναι η ουρική (74%) με το υπόλοιπο να απεκκρίνεται στα κόπρανα. Δεν απεκκρύνεται στα ούρα μετρήσιμη ποσότητα αμετάβλητης σιλοσταζόλης, και λιγότερο από το 2% της δόσης απεκκρύνεται ως μεταβολίτης δεϋδρο-σιλοσταζόλης. Περίπου το 30% της δόσης απεκκρίνεται στα ούρα ως 4’-τρανς-υδροξυ μεταβολίτης. Το υπόλοιπο απεκκρίνεται ως μεταβολίτες, κανένας εκ των οποίων δεν υπερβαίνει το 5% της συνολικής απέκκρισης.
- Η σιλοσταζόλη δεσμεύεται κατά 95-98% με πρωτεΐνη, κυρίως με την αλβουμίνη. Ο δεϋδρο-μεταβολίτης και ο 4’-τρανς-υδροξυ μεταβολίτης δεσμεύονται με πρωτεΐνη κατά 97,4% και 66% αντιστοίχως.
- Δεν υπάρχει ένδειξη ότι η σιλοσταζόλη επάγει τα ηπατικά μικροσωμιακά ένζυμα.
- Η φαρμακοκινητική της σιλοσταζόλης και των μεταβολιτών της δεν επηρεάζεται σημαντικά από την ηλικία ή το φύλο σε υγιή άτομα ηλικίας μεταξύ 50-80 ετών.
- Σε άτομα με σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία, το ελεύθερο κλάσμα σιλοσταζόλης ήταν κατά 27% υψηλότερο και αμφότερες οι Cmax και AUC ήταν κατά 29% και 39% χαμηλότερες αντίστοιχα από ότι σε άτομα με φυσιολογική νεφρική λειτουργία. Η Cmax και η AUC του δεϋδρο-μεταβολίτη ήταν κατά 41% και 47% χαμηλότερες αντίστοιχα σε άτομα με σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία σε σύγκριση με τα άτομα με φυσιολογική νεφρική λειτουργία. Η Cmax και η AUC της 4’-τρανς-υδρόξυ σιλοσταζόλης ήταν κατά 173% και 209% μεγαλύτερες σε άτομα με σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία. Το φάρμακο δεν πρέπει να χορηγείται σε ασθενείς με κάθαρση κρεατινίνης <25ml/min (βλ. παράγραφο 4.3).
- Δεν υπάρχουν δεδομένα για ασθενείς με μέτρια έως σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία και επειδή η σιλοσταζόλη μεταβολίζεται εκτενώς από τα ηπατικά ένζυμα, το φάρμακο δεν πρέπει να χρησιμοποιείται σε αυτούς τους ασθενείς (βλ. παράγραφο 4.3).
science
PubChem
Φαρμακοδυναμική
expand_more
Φαρμακοδυναμική
Φαρμακοδυναμική
Η σιλοσταζόλη μειώνει τα συμπτώματα της διαλείπουσας χωλότητας, όπως υποδεικνύεται από αυξημένη απόσταση βάδισης. Η διαλείπουσα χωλότητα είναι πόνος στα πόδια που εμφανίζεται κατά το περπάτημα και εξαφανίζεται με την ανάπαυση. Ο πόνος οφείλεται σε μειωμένη ροή αίματος στα πόδια.
neurology
PubChem
Μηχανισμός δράσης
expand_more
Μηχανισμός δράσης
Μηχανισμός Δράσης
Η σιλοσταζόλη και αρκετοί από τους μεταβολίτες της είναι αναστολείς της κυκλικής φωσφοδιεστεράσης ΑΜΡ (cAMP) III (αναστολείς PDE III), αναστέλλοντας τη δραστηριότητα της φωσφοδιεστεράσης και καταστέλλοντας τη διάσπαση του cAMP με αποτέλεσμα την αύξηση του cAMP στα αιμοπετάλια και τα αιμοφόρα αγγεία, οδηγώντας σε αναστολή της συσσώρευσης των αιμοπεταλίων και αγγειοδιαστολή.
Η σιλοσταζόλη, μια φωσφοδιεστεράση 3, έχει χρησιμοποιηθεί ευρέως σε ασθενείς με αρτηριακή νόσο και είναι γνωστό ότι έχει επιπρόσθετα ευεργετικά αποτελέσματα στη δυσλιπιδαιμία. Ωστόσο, η επίδραση της σιλοσταζόλης στη ηπατική στεάτωση δεν έχει πλήρως διευκρινιστεί. Διερευνήσαμε την επίδραση της σιλοσταζόλης στην έκφραση της ηπατικής ABCA1 και στην ηπατική στεάτωση σε μοντέλο ποντικών με παχυσαρκία που προκλήθηκε από διατροφή. Η έκφραση της ηπατικής ABCA1 και η συσσώρευση λιπιδίων αναλύθηκαν σε κυτταρικές σειρές HepG2 που υποβλήθηκαν σε αγωγή με σιλοσταζόλη. Αρσενικά ποντίκια C57BL/6 χωρίστηκαν τυχαία σε τρεις ομάδες: (1) λάμβαναν κανονική τροφή με έκδοχο· (2) λάμβαναν δίαιτα υψηλής περιεκτικότητας σε λιπαρά (HFD) με έκδοχο· (3) λάμβαναν HFD με σιλοσταζόλη. Η σιλοσταζόλη (30 mg/kg) χορηγήθηκε από το στόμα μία φορά ημερησίως για 9 εβδομάδες. Η σιλοσταζόλη ενίσχυσε σημαντικά την έκφραση της ABCA1 και αποκατέστησε την έκφραση της ABCA1 που μειώθηκε από την παλμιτική σε κύτταρα HepG2. Η αγωγή με σιλοσταζόλη βελτίωσε τη συσσώρευση λιπιδίων που προκλήθηκε από την παλμιτική, και αυτή η επίδραση μειώθηκε όταν η ABCA1 ή η LRP1 σιγαστηκε με μικρό παρεμβαλλόμενο RNA. Μετά τη σίγανση της LRP1, η έκφραση της ABCA1 μειώθηκε σε κύτταρα HepG2. Η σιλοσταζόλη ενίσχυσε σημαντικά την έκφραση της ηπατικής ABCA1 και μείωσε το ηπατικό λίπος σε ποντίκια που έλαβαν HFD. Η ηπατική έκφραση της διασπασμένης κασπάσης-3 και της PARP1 μειώθηκε επίσης σε ποντίκια που έλαβαν HFD και υποβλήθηκαν σε αγωγή με σιλοσταζόλη. Η σιλοσταζόλη βελτίωσε την ηπατική στεάτωση και αύξησε την έκφραση της ABCA1 στα ηπατοκύτταρα. Η ενίσχυση της έκφρασης της ABCA1 με σιλοσταζόλη αντιπροσωπεύει μια πιθανή θεραπευτική οδό για τη θεραπεία της ηπατικής στεάτωσης.
Η σιλοσταζόλη, ένας εκλεκτικός αναστολέας φωσφοδιεστεράσης (PDE) παράγωγος της κινολινόνης, είναι ένας αναστολέας της συσσώρευσης των αιμοπεταλίων και ένας αρτηριακός αγγειοδιασταλτικός παράγοντας. Αν και ο μηχανισμός δράσης της σιλοσταζόλης δεν έχει πλήρως διευκρινιστεί, το φάρμακο φαίνεται να αναστέλλει την ενεργοποίηση της κυτταρικής PDE τύπου III (PDE III), οδηγώντας σε καταστολή της διάσπασης και, συνεπώς, αυξημένες συγκεντρώσεις, της κυκλικής αδενοσίνης-3’,5’-μονοφωσφορικής (cAMP) στα αιμοπετάλια και τα αιμοφόρα αγγεία. Οι αυξημένες συγκεντρώσεις cAMP πιστεύεται ότι οδηγούν σε αρτηριακή αγγειοδιαστολή και αναστολή της συσσώρευσης των αιμοπεταλίων.
biotech
PubChem
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
expand_more
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
Απορρόφηση, Κατανομή & Απέκκριση
Η σιλοσταζόλη απορροφάται μετά από χορήγηση από το στόμα. Μια δίαιτα πλούσια σε λιπαρά αυξάνει την απορρόφηση, με περίπου 90% αύξηση στην Cmax και 25% αύξηση στην AUC. Η απόλυτη βιοδιαθεσιμότητα δεν είναι γνωστή.
Η σιλοσταζόλη μεταβολίζεται εκτενώς από ηπατικά ένζυμα κυτοχρώματος P-450, κυρίως 3A4, και σε μικρότερο βαθμό, 2C19, με τους μεταβολίτες να απεκκρίνονται κυρίως στα ούρα. Η σιλοσταζόλη αποβάλλεται κυρίως μέσω μεταβολισμού και επακόλουθης νεφρικής απέκκρισης μεταβολιτών. Η κύρια οδός απέκκρισης ήταν μέσω των ούρων (74%), με το υπόλοιπο να απεκκρίνεται στα κόπρανα (20%). Δεν ανιχνεύθηκε μετρήσιμη ποσότητα αμετάβλητης σιλοσταζόλης στα ούρα, και λιγότερο από 2% της δόσης απεκκρίθηκε ως 3,4-δεϋδρο-σιλοσταζόλη. Περίπου 30% της δόσης απεκκρίθηκε στα ούρα ως 4’-trans-υδροξυ-σιλοσταζόλη.
/ΓΑΛΑ/
Αναφέρεται η μεταφορά σιλοσταζόλης στο γάλα σε αρουραίους.
Μετά από χορήγηση μίας εφάπαξ δόσης 100 mg σιλοσταζόλης από το στόμα με δίαιτα πλούσια σε λιπαρά, οι μέγιστες συγκεντρώσεις σιλοσταζόλης στο πλάσμα και η περιοχή κάτω από την καμπύλη συγκέντρωσης-χρόνου στο πλάσμα (AUC) αυξήθηκαν κατά περίπου 90% και 25%, αντίστοιχα.
Το Pletal απορροφάται μετά από χορήγηση από το στόμα. Μια δίαιτα πλούσια σε λιπαρά αυξάνει την απορρόφηση, με περίπου 90% αύξηση στην Cmax και 25% αύξηση στην AUC. Η απόλυτη βιοδιαθεσιμότητα δεν είναι γνωστή.
Η κύρια οδός απέκκρισης ήταν μέσω των ούρων (74%), με το υπόλοιπο να απεκκρίνεται στα κόπρανα (20%). Δεν ανιχνεύθηκε μετρήσιμη ποσότητα αμετάβλητης σιλοσταζόλης στα ούρα, και λιγότερο από 2% της δόσης απεκκρίθηκε ως 3,4-δεϋδρο-σιλοσταζόλη. Περίπου 30% της δόσης απεκκρίθηκε στα ούρα ως 4’-trans-υδροξυ-σιλοσταζόλη. Το υπόλοιπο απεκκρίθηκε ως άλλοι μεταβολίτες, κανένας από τους οποίους δεν υπερέβαινε το 5%. Δεν υπήρχαν ενδείξεις επαγωγής /μικροσωμικών ενζύμων/.
Για περισσότερα δεδομένα Απορρόφησης, Κατανομής και Απέκκρισης (Πλήρη) για τη Σιλοσταζόλη (7 συνολικά), παρακαλούμε επισκεφθείτε τη σελίδα του αρχείου HSDB.
water_drop
PubChem
Δέσμευση πρωτεϊνών
expand_more
Δέσμευση πρωτεϊνών
Σύνδεση με Πρωτεΐνες
95-98%
hub
PubChem
Μεταβολισμός
expand_more
Μεταβολισμός
Μεταβολισμός
Ηπατικός. Η σιλοσταζόλη μεταβολίζεται εκτενώς από ηπατικά ένζυμα κυτοχρώματος P-450, κυρίως 3A4, και σε μικρότερο βαθμό, 2C19, με τους μεταβολίτες να απεκκρίνονται κυρίως στα ούρα. Δύο μεταβολίτες είναι ενεργοί, με έναν μεταβολίτη να είναι υπεύθυνος για τουλάχιστον 50% της φαρμακολογικής (αναστολή PDE III) δραστηριότητας μετά τη χορήγηση σιλοσταζόλης.
Μετά από χορήγηση από το στόμα 100 mg σημασμένης ραδιοσημάνσεως σιλοσταζόλης, το 56% των συνολικών αναλυτών στο πλάσμα ήταν σιλοσταζόλη, το 15% ήταν 3,4-δεϋδρο-σιλοσταζόλη (4-7 φορές πιο δραστική από τη σιλοσταζόλη), και το 4% ήταν 4’-trans-υδροξυ-σιλοσταζόλη (20% τόσο δραστική όσο η σιλοσταζόλη).
Η σιλοσταζόλη αποβάλλεται κυρίως μέσω μεταβολισμού και επακόλουθης νεφρικής απέκκρισης μεταβολιτών. Με βάση in vitro μελέτες, οι κύριες ισοένζυμες που εμπλέκονται στο μεταβολισμό της σιλοσταζόλης είναι η CYP3A4 και, σε μικρότερο βαθμό, η CYP2C19. Το ένζυμο που είναι υπεύθυνο για το μεταβολισμό της 3,4-δεϋδρο-σιλοσταζόλης, του πιο δραστικού εκ των μεταβολιτών, είναι άγνωστο.
Η σιλοσταζόλη μεταβολίζεται εκτενώς από ηπατικά ένζυμα κυτοχρώματος P-450, κυρίως 3A4, και σε μικρότερο βαθμό, 2C19, με τους μεταβολίτες να απεκκρίνονται κυρίως στα ούρα. Δύο μεταβολίτες είναι ενεργοί, με έναν μεταβολίτη να είναι υπεύθυνος για τουλάχιστον 50% της φαρμακολογικής (αναστολή PDE III) δραστηριότητας μετά τη χορήγηση Pletal.
Η φαρμακοκινητική της σιλοσταζόλης διερευνήθηκε μετά από χορήγηση από το στόμα και ενδοφλεβίως σε αρσενικά και θηλυκά αρουραίους. Μετά από χορήγηση από το στόμα, η περιοχή κάτω από την καμπύλη συγκέντρωσης-χρόνου στον ορό (AUC) ήταν περίπου 35 φορές υψηλότερη σε θηλυκούς αρουραίους σε σύγκριση με αρσενικούς αρουραίους, και η απόλυτη βιοδιαθεσιμότητα ήταν περίπου 5,8 φορές υψηλότερη σε θηλυκούς αρουραίους σε σύγκριση με αρσενικούς αρουραίους. Η συνολική κάθαρση σώματος (CL(total)) για θηλυκούς αρουραίους ήταν περίπου το ένα έκτο αυτής για αρσενικούς αρουραίους. Η in vivo ηπατική κάθαρση (CL(h)) που υπολογίστηκε με βάση μελέτες απομόνωσης ηπατικής αιμάτωσης ήταν ακόμη υψηλότερη ή περίπου 90% της in vivo CL(total) της σιλοσταζόλης για θηλυκούς και αρσενικούς αρουραίους, αντίστοιχα, υποδεικνύοντας ότι η σιλοσταζόλη αποβάλλεται κυρίως από το ήπαρ τόσο σε αρσενικούς όσο και σε θηλυκούς αρουραίους. Μελέτες in vitro μεταβολισμού που χρησιμοποίησαν ηπατικά μικροσωμάτια και ανασυνδυασμένους ισομορφισμούς κυτοχρώματος (CYP) κατέδειξαν σαφώς ότι οι κύριοι μεταβολίτες της σιλοσταζόλης δημιουργήθηκαν εκτενώς με ηπατικά μικροσωμάτια αρσενικών αρουραίων και ότι οι κυρίως υπεύθυνοι για τον ηπατικό μεταβολισμό της σιλοσταζόλης ήταν η αρσενικά-επικρατούσα CYP3A2 και η αρσενικά-ειδική CYP2C11. Ως εκ τούτου, οι μεγάλες διαφορές φύλου στις φαρμακοκινητικές της σιλοσταζόλης αποδόθηκαν κυρίως στη μεγάλη διαφορά στον ηπατικό μεταβολισμό. Τα πειραματικά μας αποτελέσματα υποδηλώνουν επίσης ότι ο σημαντικός μεταβολισμός της σιλοσταζόλης στο λεπτό έντερο και ο πιθανός κορεσμός του θα ήταν υπεύθυνοι για τη δοσοεξαρτώμενη βιοδιαθεσιμότητα τόσο σε αρσενικούς όσο και σε θηλυκούς αρουραίους.
Η κύρια οδός απέκκρισης ήταν μέσω των ούρων (74%), με το υπόλοιπο να απεκκρίνεται στα κόπρανα (20%). Δεν ανιχνεύθηκε μετρήσιμη ποσότητα αμετάβλητης σιλοσταζόλης στα ούρα, και λιγότερο από 2% της δόσης απεκκρίθηκε ως 3,4-δεϋδρο-σιλοσταζόλη. Περίπου 30% της δόσης απεκκρίθηκε στα ούρα ως 4’-trans-υδροξυ-σιλοσταζόλη. Το υπόλοιπο απεκκρίθηκε ως άλλοι μεταβολίτες, κανένας από τους οποίους δεν υπερέβαινε το 5%. Δεν υπήρχαν ενδείξεις επαγωγής /μικροσωμικών ενζύμων/.
Η σιλοσταζόλη έχει γνωστούς ανθρώπινους μεταβολίτες που περιλαμβάνουν OPC-13326 και OPC-13217.
hourglass
PubChem
Ημίσεια ζωή
expand_more
Ημίσεια ζωή
Βιολογικός Χρόνος Ημίσειας Ζωής
11-13 ώρες.
Η σιλοσταζόλη και οι ενεργοί μεταβολίτες της έχουν εμφανείς χρόνους ημίσειας ζωής αποβολής περίπου 11-13 ώρες.
category
PubChem
MeSH classification
expand_more
MeSH classification
MeSH Φαρμακολογική Ταξινόμηση
- Παράγοντες που προκαλούν αύξηση της διαστολής ενός βρόγχου ή βρογχικών σωλήνων.
- Ινωδολυσίνη ή παράγοντες που μετατρέπουν το πλασμινογόνο σε ΙΝΩΔΟΛΥΣΙΝΗ.
- Φάρμακα ή παράγοντες που ανταγωνίζονται ή εξασθενούν οποιονδήποτε μηχανισμό που οδηγεί στην συσσώρευση αιμοπεταλίων, είτε κατά τις φάσεις ενεργοποίησης και αλλαγής σχήματος είτε μετά την αντίδραση απελευθέρωσης πυκνών κοκκίων και τη διέγερση του συστήματος προσταγλανδίνης-θρομβοξάνης.
- Φάρμακα που χρησιμοποιούνται για να προκαλέσουν διαστολή των αιμοφόρων αγγείων.
- Φάρμακα που προορίζονται για την πρόληψη βλάβης στον εγκέφαλο ή τον νωτιαίο μυελό από ισχαιμία, εγκεφαλικό επεισόδιο, επιληπτικές κρίσεις ή τραύμα. Ορισμένα πρέπει να χορηγούνται πριν από το συμβάν, αλλά άλλα μπορεί να είναι αποτελεσματικά για κάποιο χρονικό διάστημα μετά. Δρουν με διάφορους μηχανισμούς, αλλά συχνά ελαχιστοποιούν άμεσα ή έμμεσα τη βλάβη που παράγεται από ενδογενή διεγερτικά αμινοξέα.
- Ενώσεις που αναστέλλουν ειδικά τη ΦΩΣΦΟΔΙΕΣΤΕΡΑΣΗ 3.
fact_check
PubChem
FDA classification
expand_more
FDA classification
FDA Φαρμακολογική Ταξινόμηση
N7Z035406B
CILOSTAZOL
Καθιερωμένη Φαρμακολογική Κατηγορία [EPC] - Αναστολέας Φωσφοδιεστεράσης 3
Μηχανισμοί Δράσης [MoA] - Αναστολείς Φωσφοδιεστεράσης 3
Η σιλοσταζόλη είναι ένας αναστολέας Φωσφοδιεστεράσης 3. Ο μηχανισμός δράσης της σιλοσταζόλης είναι ως Αναστολέας Φωσφοδιεστεράσης 3.
CILOSTAZOL
Αναστολέας Φωσφοδιεστεράσης 3 [EPC]; Αναστολείς Φωσφοδιεστεράσης 3 [MoA]
Ημίσεια ζωή
Δέσμευση πρωτεϊνών
Απέκκριση
Scientific Profile
MeSH Φαρμακολογική Ταξινόμηση
- Παράγοντες που προκαλούν αύξηση της διαστολής ενός βρόγχου ή βρογχικών σωλήνων.
- Ινωδολυσίνη ή παράγοντες που μετατρέπουν το πλασμινογόνο σε ΙΝΩΔΟΛΥΣΙΝΗ.
- Φάρμακα ή παράγοντες που ανταγωνίζονται ή εξασθενούν οποιονδήποτε μηχανισμό που οδηγεί στην συσσώρευση αιμοπεταλίων, είτε κατά τις φάσεις ενεργοποίησης και αλλαγής σχήματος είτε μετά την αντίδραση απελευθέρωσης πυκνών κοκκίων και τη διέγερση του συστήματος προσταγλανδίνης-θρομβοξάνης.
- Φάρμακα που χρησιμοποιούνται για να προκαλέσουν διαστολή των αιμοφόρων αγγείων.
- Φάρμακα που προορίζονται για την πρόληψη βλάβης στον εγκέφαλο ή τον νωτιαίο μυελό από ισχαιμία, εγκεφαλικό επεισόδιο, επιληπτικές κρίσεις ή τραύμα. Ορισμένα πρέπει να χορηγούνται πριν από το συμβάν, αλλά άλλα μπορεί να είναι αποτελεσματικά για κάποιο χρονικό διάστημα μετά. Δρουν με διάφορους μηχανισμούς, αλλά συχνά ελαχιστοποιούν άμεσα ή έμμεσα τη βλάβη που παράγεται από ενδογενή διεγερτικά αμινοξέα.
- Ενώσεις που αναστέλλουν ειδικά τη ΦΩΣΦΟΔΙΕΣΤΕΡΑΣΗ 3.