CLOZAPINE
Κλοζαπίνη
Oνομάζονται και μείζονα ηρεμιστικά και περιλαμβάνουν τα κλασικά αντιψυχωσικά ή νευροληπτικά και τα άτυπα αντιψυχωσικά. Στην πρώτη κατηγορία ανήκουν κυρίως τα παράγωγα της φαινοθειαζίνης (αλειφατικά, πιπεριδινικά, πιπεραζινικά), της βουτυροφαινόνης και του θειοξανθενίου. Στη …
Εμπορικά Ονόματα
Κλινική Σύνοψη
Προτεραιότητα πηγών: SPC, ΕΟΦ, DrugBank
clinical_notes
ΕΟΦ
Ενδείξεις
expand_more
Ενδείξεις
medication
SPC-LEPONEX
Δοσολογία
expand_more
Δοσολογία
- Οδός: από του στόματος
- Δόση έναρξης: 12.5 mg μία ή δύο φορές την ηµέρα την πρώτη ηµέρα
- Τιτλοποίηση: Σταδιακές αυξήσεις κατά 25 έως 50 mg για επίτευξη 300mg/ημέρα σε 2-3 εβδομάδες. Περαιτέρω αύξηση κατά 50 έως 100 mg σε διαστήµατα µισής ή, κατά προτίµηση, µίας εβδοµάδας.
-
Σχιζοφρενείς ασθενείς ανθεκτικοί στη θεραπείαΔόση200-450 mg/ημέραΜέγ. δόση900 mg/ημέραΘεραπεία έναρξης: 12.5 mg 1-2 φορές/ημέρα την 1η ημέρα, 25 mg 1-2 φορές/ημέρα τη 2η ημέρα. Σταδιακή αύξηση κατά 25-50 mg για επίτευξη 300mg/ημέρα σε 2-3 εβδομάδες. Περαιτέρω αύξηση κατά 50-100 mg ανά 1-2 εβδομάδες. Η συνολική ημερήσια δόση μπορεί να κατανέμεται ανομοιόμορφα, με τη μεγαλύτερη δόση πριν την κατάκλιση. Δόση συντήρησης: Χαμηλότερες δόσεις μετά τη μεγιστοποίηση του οφέλους, με προσεκτική τιτλοποίηση προς τα κάτω. Ελάχιστη διάρκεια θεραπείας 6 μήνες. Αν η δόση ≤ 200mg, ημερήσια δόση το βράδυ.
-
Ψυχωσικές διαταραχές που εμφανίζονται κατά την πορεία της νόσου του ParkinsonΔόση25-37.5 mg/ημέραΜέγ. δόση100 mg/ημέραΘεραπεία έναρξης: 12.5 mg/ημέρα το βράδυ. Αύξηση ανά 12.5 mg, μέγιστο 2 αυξήσεις/εβδομάδα, μέχρι 50 mg/ημέρα (όχι πριν το τέλος της 2ης εβδομάδας). Συνήθως 1 δόση το βράδυ. Αύξηση της δόσης περιορίζεται ή αναβάλλεται σε περίπτωση ορθοστατικής υπότασης, υπερβολικής καταστολής ή σύγχυσης. Παρακολούθηση αρτηριακής πίεσης στις πρώτες εβδομάδες. Δόση συντήρησης: Μετά από ύφεση 2 εβδομάδων, αύξηση αντιπαρκινσονικών. Αν επανεμφανιστούν ψυχωσικά συμπτώματα, αύξηση Leponex ανά 12.5mg/εβδομάδα, μέγιστο 100mg/ημέρα.
-
Ασθενείς ηλικίας 60 ετών και άνωΔόσηέως 25 mg/ημέραΈναρξη: 12.5 mg μία φορά/ημέρα την 1η ημέρα. Περιορισμένη αύξηση μέχρι 25 mg/ημέρα.
block
SPC-LEPONEX
Αντενδείξεις
expand_more
Αντενδείξεις
-
Υπερευαισθησία στη δραστική ουσία και σε κάποιο από τα έκδοχα που αναφέρονται στην παράγραφο 6.1.
-
Ασθενείς που δεν είναι δυνατόν να υποβάλλονται σε τακτικό αιµατολογικό έλεγχο.
-
Ιστορικό τοξικής ή ιδιοσυγκρασικής ουδετεροπενίας/ακοκκιοκυττάρωσης (µε την εξαίρεση ουδετεροπενίας/ακοκκικοκυττάρωσης από προηγούµενη χηµειοθεραπεία).
-
Ιστορικό ακοκκιοκυττάρωσης που προκλήθηκε από Leponex.
-
Η θεραπεία µε Leponex δεν πρέπει να ξεκινά ταυτόχρονα µε φάρμακα που είναι γνωστό ότι δύνανται να προκαλέσουν ακοκκιοκυττάρωση. Η ταυτόχρονη χορήγηση αντιψυχωσικών depot πρέπει να αποθαρρύνεται.
-
Διαταραγµένη λειτουργία του µυελού των οστών.
-
Μη ελεγχόµενη επιληψία
-
Αλκοολική και άλλες τοξικές ψυχώσεις, φαρµακευτική δηλητηρίαση, κωµατώδεις καταστάσεις.
-
Κυκλοφοριακή καταπληξία και /η καταστολή του ΚΝΣ κάθε αιτιολογίας.
-
Σοβαρές νεφρικές ή καρδιακές διαταραχές (π.χ. µυοκαρδίτιδα).
-
Ενεργός ηπατική νόσος που συνοδεύεται µε ναυτία, ανορεξία ή ίκτερο.
-
Προοδευτική ηπατική νόσος, ηπατική ανεπάρκεια
-
Παραλυτικός ειλεός
warning
SPC-LEPONEX
Προειδοποιήσεις
expand_more
Προειδοποιήσεις
-
ΑκοκκιοκυττάρωσηΤο Leponex µπορεί να προκαλέσει ακοκκιοκυττάρωση. Η συχνότητα της ακοκκιοκυττάρωσης και το ποσοστό της θανατηφόρου κατάληξης σε αυτούς που αναπτύσσουν ακοκκιοκυττάρωση έχει μειωθεί αισθητά µετά την καθιέρωση της παρακολούθησης των λευκών αιμοσφαιρίων (WBC) και των µετρήσεων του απόλυτου αριθµού ουδετεροφίλων (ANC). Τα παρακάτω προληπτικά μέτρα είναι εποµένως υποχρεωτικά και θα πρέπει να λαµβάνονται σύμφωνα µε τις επίσηµες συστάσεις.
-
Χρήση του LeponexΕξαιτίας των κινδύνων που συνδέονται µε το Leponex, η χρήση του περιορίζεται στους ασθενείς στους οποίους η θεραπεία ενδείκνυται όπως παρατίθεται στην παράγραφο 4.1 και: έχουν αρχικά φυσιολογικά ευρήµατα στις µετρήσεις των λευκοκυττάρων WBC 3.500/mm³ (3.5x 10⁹/L) και ANC ≥2000 mm³ (2.0x 10⁹/L) και µπορούν να πραγµατοποιηθούν τακτικοί έλεγχοι των WBC και ANC, κάθε εβδομάδα για τις πρώτες 18 εβδοµάδες και σε διαστήµατα τουλάχιστον 4 εβδοµάδων στη συνέχεια. Η παρακολούθηση πρέπει να συνεχίζεται σε όλη τη διάρκεια της θεραπείας και για 4 εβδομάδες µετά την πλήρη διακοπή του Leponex.
-
Προετοιμασία πριν την έναρξη της θεραπείαςΠριν την έναρξη της θεραπείας µε κλοζαπίνη οι ασθενείς πρέπει να υποβληθούν σε εξετάσεις αίµατος και ιστορικού (βλ. “ακοκκιοκυττάρωση”) και φυσική εξέταση. Οι ασθενείς µε ιστορικό καρδιακής νόσου ή ύπαρξη παθολογικών καρδιακών ευρηµάτων κατά τη φυσική εξέταση θα πρέπει να παραπέµπονται σε κάποιον ειδικό για άλλες εξετάσεις οι οποίες µπορεί να περιλαµβάνουν ένα ΗΚΓ και ο ασθενής θα λαµβάνει θεραπεία µόνο εάν τα αναµενόµενα οφέλη υπερτερούν καθαρά των κινδύνων (βλ. παράγραφο 4.3). Ο θεράπων ιατρός πρέπει να εξετάζει την διενέργεια ενός ΗΚΓ πριν την θεραπεία. Οι γιατροί που συνταγογραφούν πρέπει να συµµορφώνονται πλήρως µε τα απαιτούµενα µέτρα ασφαλείας. Πριν την έναρξη της θεραπείας, οι γιατροί πρέπει να εξασφαλίσουν, όσο καλύτερα µπορούν, ότι οι ασθενείς δεν έχουν εµφανίσει προηγουµένως µία ανεπιθύµητη αιµατολογική αντίδραση στην κλοζαπίνη, εξ’ αιτίας της οποία απαιτήθηκε η διακοπή της. Η συνταγή δεν πρέπει να εκδίδεται για περίοδο µεγαλύτερη από το διάστηµα ανάµεσα σε δύο αιµατολογικούς ελέγχους.
-
Άμεση διακοπή του LeponexΆµεση διακοπή του Leponex είναι υποχρεωτική εάν είτε τα λευκά αιµοσφαίρια WBC είναι λιγότερα από 3000/mm³ (3,0x10⁹/L) είτε ο ANC είναι µικρότερος από 1500/mm³ (1,5x10⁹/L) οποιαδήποτε στιγµή κατά τη διάρκεια της θεραπείας µε Leponex. Οι ασθενείς στου οποίους το Leponex διακόπηκε εξαιτίας σηµαντικής µείωσης είτε στα WBC είτε στον ANC δεν πρέπει να ξαναλάβουν Leponex.
-
Παρακολούθηση ασθενώνΣε κάθε επίσκεψη, στους ασθενείς που λαµβάνουν Leponex πρέπει να υπενθυµίζεται να επικοινωνούν µε το θεράποντα γιατρό αµέσως µόλις αρχίσει να αναπτύσσεται κάποιο είδος λοίµωξης. Ιδιαίτερη προσοχή πρέπει να δοθεί σε συµπτώµατα που οµοιάζουν µε γρίπη όπως πυρετός ή πονόλαιµος και σε άλλες ενδείξεις λοίµωξης, οι οποίες µπορεί να είναι ενδεικτικές ουδετεροπενίας. Οι ασθενείς και τα άτοµα που τους φροντίζουν πρέπει να είναι πληροφορηµένοι ότι αν εµφανιστούν οποιοδήποτε από αυτά τα συμπτώματα, πρέπει να γίνει αμέσως γενική αίματος. Στους γιατρούς που το συνταγογραφούν συνιστάται να κρατούν αρχείο µε τα αποτελέσµατα εξετάσεων όλων των ασθενών και να λαµβάνουν όλα τα απαραίτητα µέτρα για να προλάβουν την τυχαία επανέθεση αυτών των ασθενών στο µέλλον.
-
Ασθενείς με πρωτοπαθείς διαταραχές του μυελού των οστώνΟι ασθενείς με ιστορικό πρωτοπαθών διαταραχών του μυελού των οστών μπορούν να λάβουν θεραπεία µόνο αν το όφελος υπερβαίνει τον κίνδυνο. Πρέπει να εκτιµούνται προσεκτικά από αιµατολόγο πριν την έναρξη του Leponex.
-
Ασθενείς με χαμηλά λευκά αιμοσφαίριαΣτους ασθενείς που έχουν χαµηλά λευκά αιµοσφαίρια εξαιτίας καλοήθους ουδετεροπενίας πρέπει να δοθεί ιδιαίτερη προσοχή και µπορούν να ξεκινήσουν Leponex µε τη σύμφωνη γνώμη ενός αιµατολόγου.
-
Έλεγχος του αριθµού των λευκών αιµοσφαιρίων (WBC) και του απόλυτου αριθµού των ουδετεροφίλων (ANC)10 ηµέρες πριν την έναρξη θεραπείας µε Leponex πρέπει να πραγµατοποιούνται μετρήσεις των λευκών αιµοσφαιρίων και έλεγχος του λευκοκυτταρικού τύπου, για να εξασφαλιστεί ότι μόνο οι ασθενείς µε φυσιολογικά WBC και ANC (WBC≥3500/mm³ (3.5x10⁹/L) και ANC ≥2000/mm³ (2.0x10⁹/L)) θα λάβουν το φάρμακο. Μετά την έναρξη της θεραπείας με Leponex πρέπει να γίνεται τακτικός έλεγχος των λευκών αιμοσφαιρίων και του ANC και να παρακολουθούνται κάθε εβδοµάδα για τις πρώτες 18 εβδοµάδες και στη συνέχεια σε διαστήµατα τεσσάρων εβδοµάδων τουλάχιστον. Η παρακολούθηση πρέπει να συνεχίζεται σε όλη τη διάρκεια της θεραπείας και για 4 εβδοµάδες μετά την πλήρη διακοπή του Leponex ή µέχρι να επανέλθουν οι αιµατολογικές παράμετροι στο φυσιολογικό (βλ. παρακάτω Χαμηλά WBC/ANC). Σε κάθε επίσκεψη, πρέπει να υπενθυµίζεται στον ασθενή να επικοινωνεί αμέσως με το θεράποντα ιατρό του αν εμφανίσει κάποια μορφή λοίµωξης, πυρετό, πονόλαιμο και άλλα συµπτώµατα που οµοιάζουν µε γρίπη. Πρέπει να πραγµατοποιούνται αµέσως µετρήσεις των λευκών αιµοσφαιρίων και του λευκοκυτταρικού τύπου αν εμφανιστούν συµπτώµατα ή σηµεία λοίµωξης.
-
Χαµηλά WBC / ANCΑν κατά τη διάρκεια της θεραπείας µε Leponex είτε τα λευκά αιµοσφαίρια µειωθούν µεταξύ 3500/mm³ (3.5x10⁹/L) και 3000/mm³ (3.0x10⁹/L) είτε ο ANC µειωθεί ανάµεσα στα 2000/mm³ (2.0x10⁹/L) και 1500/mm³ (1.5x10⁹/L), πρέπει να πραγµατοποιείται αιµατολογικός έλεγχος τουλάχιστον δύο φορές την εβδοµάδα µέχρι τα λευκά αιµοσφαίρια και ο ANC να σταθεροποιηθούν σε τιµές µεταξύ 3000-3500/mm³ (3.0-3.5x10⁹/L) και 1500-2000/mm³ (1.5-2.0 x10⁹/L), αντίστοιχα, ή µεγαλύτερες. Είναι υποχρεωτική η άµεση διακοπή του Leponex εάν είτε τα λευκά αιµοσφαίρια είναι λιγότερα από 3000/mm³ (3.0x10⁹/L) είτε ο ANC είναι µικρότερος από 1500/mm³ (1.5x10⁹/L) κατά τη διάρκεια της θεραπείας µε Leponex. Στην περίπτωση αυτή πρέπει να πραγµατοποιούνται καθηµερινά µετρήσεις των λευκών αιµοσφαιρίων και λευκοκυτταρικός τύπος και οι ασθενείς να παρακολουθούνται προσεκτικά για συµπτώµατα οµοιάζοντα µε γρίπη ή άλλα συµπτώµατα που υποδηλώνουν λοίµωξη. Συνιστάται η επαλήθευση των αιµατολογικών τιµών µε την διενέργεια δύο αιµατολογικών αναλύσεων σε δύο συνεχόµενες ηµέρες, ωστόσο το Leponex πρέπει να διακοπεί µετά την πρώτη αιµατολογική ανάλυση. Μετά τη διακοπή του Leponex απαιτείται αιµατολογική αξιολόγηση µέχρι να επιτευχθεί η επάνοδος των αιµατολογικών παραµέτρων στο φυσιολογικό.
-
Διακοπή της θεραπείας για αιµατολογικούς λόγους.Οι ασθενείς που διέκοψαν το Leponex λόγω σηµαντικής µείωσης των WBC ή του ANC (βλ. παραπάνω) δεν πρέπει να ξαναλάβουν Leponex. Στους γιατρούς που το συνταγογραφούν συνιστάται να κρατούν αρχείο µε όλα τα αποτελέσµατα των αιµατολογικών αναλύσεων των ασθενών και να λαµβάνουν κάθε απαραίτητο µέτρο για να εµποδίσουν τον ασθενή να ξαναλάβει τυχαία στο µέλλον Leponex.
-
Διακοπή της θεραπείας για άλλους λόγουςΣτους ασθενείς που λάµβαναν Leponex για περισσότερες από 18 εβδοµάδες και των οποίων η θεραπεία έχει διακοπεί για περισσότερο από 3 ηµέρες αλλά λιγότερο από 4 εβδοµάδες πρέπει να παρακολουθούνται τα λευκά αιµοσφαίρια και ο ANC κάθε εβδοµάδα για 6 επιπλέον εβδοµάδες. Αν δεν συµβεί κάποια αιµατολογική διαταραχή, η παρακολούθηση µπορεί να συνεχιστεί ανά διαστήµατα που δεν ξεπερνούν τις 4 εβδοµάδες. Αν η θεραπεία µε Leponex έχει διακοπεί για 4 εβδοµάδες ή περισσότερο, χρειάζεται εβδοµαδιαία παρακολούθηση για τις επόµενες 18 εβδοµάδες θεραπείας και η δόση να επανατιτλοποιηθεί (βλ. παράγραφο 4.2).
-
Προφυλάξεις (Έκδοχα)Το φαρμακευτικό αυτό προϊόν περιέχει μονοϋδρική λακτόζη. Ασθενείς µε σπάνια κληρονομικά προβλήματα δυσανεξίας στη γαλακτόζη, ανεπάρκεια της λακτάσης Lapp ή δυσαπορρόφηση της γλυκόζης-γαλακτόζης, δεν πρέπει να παίρνουν αυτό το φάρμακο.
-
ΗωσινοφιλίαΣε περίπτωση ηωσινοφιλίας, συνιστάται διακοπή του Leponex αν τα ηωσινόφιλα αυξηθούν πάνω από τα 3000/mm³ (3.0x10⁹/L). Η θεραπεία πρέπει να ξαναρχίσει µόνο όταν ο αριθµός των ηωσινοφίλων µειωθεί κάτω από 1000/mm³ (1.0x10⁹/L).
-
ΘρομβοπενίαΣε περίπτωση θροµβοπενίας συνιστάται διακοπή της θεραπείας µε Leponex αν ο αριθµός των αιµοπεταλίων µειωθεί κάτω από 50.000/mm³ (50x10⁹/L).
-
Καρδιαγγειακές διαταραχέςΚατά τη διάρκεια της θεραπείας µε Leponex µπορεί να παρατηρηθεί ορθοστατική υπόταση, µε ή χωρίς συγκοπή. Σπάνια η καταπληξία µπορεί να είναι ισχυρή και να συνοδευτεί από καρδιακή ή/και αναπνευστική καταστολή. Τέτοια περιστατικά είναι πιο πιθανό να συµβούν µε ταυτόχρονη χρήση βενζοδιαζεπινών ή άλλων ψυχοτρόπων παραγόντων (βλ. παράγραφο 4.5) και κατά τη διάρκεια της αρχικής τιτλοποίησης σε συνδυασµό, µε γρήγορη κλιµάκωση της δόσεως, σε πολύ σπάνιες δε περιπτώσεις µπορούν να συµβούν ακόµη και µετά την πρώτη δόση. Εποµένως, οι ασθενείς που ξεκινούν θεραπεία µε το Leponex απαιτούν στενή ιατρική επιτήρηση. Είναι απαραίτητος ο έλεγχος της αρτηριακής πίεσης σε όρθια και κατακεκλιµένη θέση κατά τη διάρκεια των πρώτων εβδοµάδων της θεραπείας σε ασθενείς µε νόσο του Parkinson. Ανάλυση βάσεων δεδοµένων που αφορούν στην ασφάλεια υποδεικνύει ότι η χρήση του Leponex συνδέεται µε αυξηµένο κίνδυνο µυοκαρδίτιδος, ιδιαίτερα κατά τη διάρκεια των δύο πρώτων µηνών της θεραπείας, χωρίς να περιορίζεται µόνο σ’ αυτούς. Ορισµένες περιπτώσεις µυοκαρδίτιδος ήταν θανατηφόρες. Έχουν επίσης αναφερθεί περικαρδίτιδα/περικαρδιακή συλλογή υγρού και καρδιοµυοπάθεια σε συνδυασµό µε χρήση Leponex, και αυτές οι αναφορές περικλείουν επίσης περιπτώσεις µε µοιραία κατάληξη. Υποψία για ύπαρξη µυοκαρδίτιδος ή καρδιοµυοπάθειας πρέπει να εξετάζεται σε ασθενείς που εµφανίζουν επίµονη ταχυκαρδία κατά την ανάπαυση, ιδιαίτερα κατά τους δύο πρώτους µήνες της θεραπείας, και /ή αίσθηµα προκάρδιων παλµών, αρρυθµίες, θωρακικό άλγος και άλλα σηµεία και συµπτωµατα ανεπάρκειας (π.χ. ανεξήγητη κόπωση, δύσπνοια, ταχυκαρδία) ή συµπτώµατα οµοιάζοντα του εµφράγµατος του µυοκαρδίου. Άλλα συµπτώµατα που µπορεί να παρουσιαστούν επιπρόσθετα των προηγούµενων περικλείουν τα συµπτώµατα που οµοιάζουν µε τη γρίπη. Εάν υπάρχει υποψία για µυοκαρδίτιδα ή καρδιοµυοπάθεια, η θεραπεία µε Leponex πρέπει αµέσως να διακοπεί και ο ασθενής να παραπεµφθεί αµέσως σε καρδιολόγο. Οι ασθενείς µε µυοκαρδίτιδα ή καρδιοµυοπάθεια που προκλήθηκε από κλοζαπίνη δεν πρέπει να επανεκτεθούν σε Leponex.
-
Έμφραγμα του μυοκαρδίουΕπιπλέον, μετά την κυκλοφορία του φαρμάκου, έχουν αναφερθεί περιπτώσεις εμφράγματος του μυοκαρδίου με πιθανώς μοιραία έκβαση. Η εκτίμηση της αιτιολογικής συσχέτισης ήταν δυσχερής στην πλειονότητα αυτών των περιπτώσεων εξαιτίας σοβαρής προϋπάρχουσας καρδιακής νόσου και σχετικών εναλλακτικών αιτίων.
-
Παράταση του διαστήματος QTΌπως και με άλλα αντιψυχωσικά, συνιστάται προσοχή σε ασθενείς με γνωστή καρδιαγγειακή νόσο ή οικογενειακό ιστορικό παράτασης του QT. Όπως και με άλλα αντιψυχωσικά, χρειάζεται προσοχή όταν η κλοζαπίνη συγχορηγείται με φάρμακα που είναι γνωστό ότι αυξάνουν το διάστημα QTc.
-
Αγγειακά εγκεφαλικά ανεπιθύμητα συμβάματαΣε τυχαιοποιημένες, ελεγχόμενες με εικονικό φάρμακο κλινικές μελέτες με ορισμένα άτυπα αντιψυχωσικά σε ασθενείς με άνοια παρατηρήθηκε περίπου τριπλασιασμός του κινδύνου αγγειακών εγκεφαλικών ανεπιθυμήτων συμβαμάτων. Ο μηχανισμός γι’ αυτόν τον αυξημένο κίνδυνο είναι άγνωστος. Δεν μπορεί να αποκλεισθεί αυξημένος κίνδυνος και για άλλα αντιψυχωσικά ή για άλλους πληθυσμούς ασθενών. Η κλοζαπίνη θα πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή σε ασθενείς με παράγοντες κινδύνου για εγκεφαλικό επεισόδιο.
-
Κίνδυνος θρομβοεμβολήςΕπειδή το Leponex πιθανόν να σχετίζεται µε θροµβοεµβολικά επεισόδια, πρέπει να αποφεύγεται η ακινητοποίηση των ασθενών. Περιστατικά φλεβικής θρομβοεμβολής (VTE) έχουν αναφερθεί με αντιψυχωσικά φάρμακα. Επειδή οι ασθενείς που υποβάλλονται σε θεραπεία με αντιψυχωσικά εμφανίζουν συχνά συγγενείς παράγοντες κινδύνου για VTE, όλοι οι πιθανοί παράγοντες κινδύνου για VTE πρέπει να διαγιγνώσκονται πριν και κατά τη διάρκεια της θεραπείας με Leponex και να λαμβάνονται προληπτικά μέτρα.
-
Επιληπτικές κρίσειςΟι ασθενείς µε ιστορικό επιληψίας πρέπει να παρακολουθούνται στενά κατά τη διάρκεια της θεραπείας µε Leponex, επειδή έχουν αναφερθεί δοσοεξαρτώµενες επιληπτικές κρίσεις. Σε τέτοιες περιπτώσεις η δόση πρέπει να µειωθεί (βλ. παράγραφο 4.2) και αν είναι απαραίτητο, πρέπει να ξεκινήσει αντιεπιληπτική θεραπεία.
-
Αντιχολινεργικές δράσειςΤο Leponex ασκεί αντιχολινεργική δράση και αυτό µπορεί να δημιουργήσει ανεπιθύμητες ενέργειες σε ολόκληρο το σώµα. Συνιστάται προσεκτική επίβλεψη σε παρουσία υπερτροφίας του προστάτη και γλαυκώματος κλειστής γωνίας. Προφανώς λόγω των αντιχολινεργικών ιδιοτήτων του το Leponex συνδέεται µε διάφορους βαθµούς διαταραχή της περισταλτικότητας του εντέρου, που κυµαίνεται από δυσκοιλιότητα έως εντερική απόφραξη, ενσφήνωση κοπράνων και παραλυτικό ειλεό (βλ. παράγραφο 4.8). Σε σπάνιες περιπτώσεις αυτές οι καταστάσεις ήταν θανατηφόρες. Ιδιαίτερη προσοχή απαιτείται σε ασθενείς που λαμβάνουν ταυτόχρονα φάρμακα που είναι γνωστό ότι προκαλούν δυσκοιλιότητα (ειδικά αυτά που εµφανίζουν αντιχολινεργικές ιδιότητες όπως µερικά αντιψυχωσικά, αντικαταθλιπτικά και αντιπαρκινσονικά), έχουν ιστορικό νόσων του παχέος εντέρου ή ιστορικό χειρουργικής επέμβασης στην κατώτερη κοιλιακή χώρα καθώς αυτές οι καταστάσεις µπορούν να επιδεινώσουν την κατάσταση. Είναι ζωτικό να αναγνωριστεί η δυσκοιλιότητα και να αντιµετωπιστεί ενεργά.
-
ΠυρετόςΚατά τη διάρκεια της θεραπείας µε Leponex οι ασθενείς µπορεί να εµφανίσουν παροδικές αυξήσεις της θερµοκρασίας πάνω από 38 ο C, µε τη µεγαλύτερη συχνότητα µέσα στις τρεις πρώτες εβδοµάδες της θεραπείας. Ο πυρετός είναι γενικά καλοήθης. Περιστασιακά, µπορεί να συνδέεται µε αύξηση ή ελάττωση των λευκών αιµοσφαιρίων. Οι ασθενείς µε πυρετό πρέπει να αξιολογούνται προσεκτικά για να αποκλειστεί η πιθανότητα µιας υποκείµενης λοίµωξης ή της ανάπτυξης ακοκκιοκυττάρωσης. Σε παρουσία υψηλού πυρετού, πρέπει να λαµβάνεται υπόψιν η πιθανότητα κακοήθους νευροληπτικού συνδρόµου (ΝΜS). Εάν επιβεβαιωθεί η διάγνωση του NMS, το Leponex πρέπει να διακοπεί άµεσα και να παρασχεθεί η κατάλληλη ιατρική υποστήριξη.
-
Μεταβολικές αλλαγέςΤα άτυπα αντιψυχωσικά φάρμακα, συμπεριλαμβανομένου και του Leponex, έχουν συσχετισθεί με μεταβολικές αλλαγές που πιθανόν να αυξάνουν τον καρδιαγγειακό/αγγειακό εγκεφαλικό κίνδυνο. Αυτές οι μεταβολικές αλλαγές μπορεί να περιλαμβάνουν υπεργλυκαιμία, δυσλιπιδαιμία και αύξηση του σωματικού βάρους. Ενώ τα άτυπα αντιψυχωσικά φάρμακα μπορεί να επιφέρουν ορισμένες μεταβολικές αλλαγές, το κάθε φάρμακο της κατηγορίας έχει το δικό του ιδιαίτερο προφίλ.
-
ΥπεργλυκαιμίαΣπανίως, έχει αναφερθεί διαταραχή της ανοχής γλυκόζης ή/και ανάπτυξη ή έξαρση σακχαρώδη διαβήτη κατά τη διάρκεια θεραπείας µε κλοζαπίνη. Δεν έχει καθοριστεί ακόµη κάποιος µηχανισµός για αυτόν τον πιθανό συνδυασµό. Έχουν αναφερθεί πολύ σπάνια περιπτώσεις σοβαρής υπεργλυκαιµίας µε κετοξέωση ή υπερωσµωτικό κώµα σε ασθενείς χωρίς προηγούµενο ιστορικό υπεργλυκαιµίας, µερικές από τις οποίες ήταν µοιραίες. Όπου τα δεδοµένα της παρακολούθησης ήταν διαθέσιµα, η διακοπή της κλοζαπίνης οδήγησε κυρίως σε ύφεση της διαταραχής στην ανοχή της γλυκόζης και η επανεισαγωγή της κλοζαπίνης οδήγησε στην επανεµφάνισή της. Ασθενείς με διεγνωσμένο σακχαρώδη διαβήτη που ξεκινούν θεραπεία με άτυπα αντιψυχωσικά πρέπει να εξετάζονται τακτικά για επιδείνωση του γλυκαιμικού ελέγχου. Οι ασθενείς με παράγοντες κινδύνου για σακχαρώδη διαβήτη (π.χ. παχυσαρκία, οικογενειακό ιστορικό διαβήτη) που ξεκινούν θεραπεία με άτυπα αντιψυχωσικά πρέπει να υποβάλλονται σε έλεγχο της γλυκόζης νηστείας στην έναρξη της θεραπείας και περιοδικά κατά τη διάρκεια της θεραπείας. Οι ασθενείς που αναπτύσσουν συμπτώματα υπεργλυκαιμίας κατά τη διάρκεια της θεραπείας µε άτυπα αντιψυχωσικά πρέπει να υποβάλλονται σε έλεγχο της γλυκόζης νηστείας. Σε ορισμένες περιπτώσεις, η υπεργλυκαιμία υποχώρησε μετά τη διακοπή των άτυπων αντιψυχωσικών. Ωστόσο, κάποιοι ασθενείς χρειάστηκαν συνέχιση της αντιδιαβητικής αγωγής παρά την διακοπή του εικαζόμενου υπεύθυνου φαρμάκου. Η διακοπή της κλοζαπίνης θα πρέπει να εξετάζεται στους ασθενείς στους οποίους η θεραπευτική αντιµετώπιση της υπεργλυκαιµίας έχει αποτύχει.
-
ΔυσλιπιδαιμίαΈχουν παρατηρηθεί ανεπιθύμητες διακυμάνσεις των λιπιδίων σε ασθενείς υπό θεραπεία με άτυπα αντιψυχωσικά, συμπεριλαμβανομένου και του Leponex. Για τους ασθενείς που λαμβάνουν κλοζαπίνη συνιστάται ο κλινικός έλεγχος να περιλαμβάνει και εξέταση των λιπιδίων στην έναρξη της αγωγής και στους περιοδικούς επανελέγχους.
-
Αύξηση του σωματικού βάρουςΑύξηση του σωματικού βάρους έχει παρατηρηθεί με τη χρήση άτυπων αντιψυχωσικών, συμπεριλαμβανομένου και του Leponex. Συνιστάται η κλινική παρακολούθηση του βάρους.
-
Rebound, αντιδράσεις από απόσυρση του φαρμάκουΈχουν αναφερθεί οξείες αντιδράσεις μετά την απότομη διακοπή της κλοζαπίνης. Γι’ αυτό το λόγο συνιστάται η σταδιακή διακοπή της. Αν απαιτείται απότοµη διακοπή (π.χ. εξαιτίας λευκοπενίας) ο ασθενής θα πρέπει να παρακολουθείται στενά για την επανεµφάνιση των ψυχωσικών συµπτωµάτων και συµπτωµάτων που συνδέονται µε χολινεργικό rebound όπως άφθονη εφίδρωση, κεφαλαλγία, ναυτία, έµετος και διάρροια.
-
Ηπατική δυσλειτουργίαΑσθενείς με σταθεροποιημένες προϋπάρχουσες ηπατικές διαταραχές μπορούν να λάβουν Leponex, αλλά χρειάζονται τακτικούς ελέγχους της ηπατικής λειτουργίας. Σε ασθενείς στους οποίους εμφανίζονται συμπτώματα πιθανής ηπατικής δυσλειτουργίας, όπως ναυτία, έμετος και/ή ανορεξία, κατά τη διάρκεια της θεραπείας με Leponex, πρέπει να διεξάγονται δοκιμασίες ηπατικής λειτουργίας. Εάν η αύξηση των τιμών είναι κλινικά σημαντική (μεγαλύτερη από 3πλάσια του ανώτατου φυσιολογικού ορίου (ULN)) ή αν εμφανισθούν συμπτώματα ίκτερου, η θεραπεία με Leponex πρέπει να διακοπεί. Μπορεί να ξαναρχίσει (βλ. «Επανέναρξη της θεραπείας» στην παράγραφο 4.2) μόνο όταν τα αποτελέσματα των δοκιμασιών της ηπατικής λειτουργίας είναι φυσιολογικά. Σε τέτοιες περιπτώσεις, η ηπατική λειτουργία πρέπει να παρακολουθείται στενά μετά την επανέναρξη του Leponex.
-
Ασθενείς ηλικίας 60 ετών και άνωΗ έναρξη της θεραπείας σε ασθενείς ηλικίας 60 ετών και άνω συνιστάται να γίνεται µε χαµηλότερη δόση (βλ. παράγραφο 4.2). Με τη θεραπεία µε Leponex µπορεί να εµφανιστεί ορθοστατική υπόταση και υπάρχουν αναφορές ταχυκαρδίας, η οποία µπορεί να είναι επίµονη. Οι ασθενείς 60 ετών και άνω, ιδιαίτερα αυτοί µε επηρεασµένη καρδιαγγειακή λειτουργία, είναι πιο επιρρεπείς σε αυτές τις επιδράσεις. Οι ασθενείς 60 ετών και άνω µπορεί επίσης να είναι ιδιαίτερα επιρρεπείς στις αντιχολινεργικές δράσεις του Leponex όπως η κατακράτηση ούρων και η δυσκοιλιότητα.
-
Αυξημένη θνητότητα σε ηλικιωμένους με άνοια:Δεδομένα από 2 μεγάλες μελέτες παρατήρησης έδειξαν ότι ηλικιωμένοι με άνοια που υποβλήθηκαν σε θεραπεία με αντιψυχωσικά παρουσιάζουν ελαφρά αυξημένο κίνδυνο θανάτου σε σύγκριση με αυτούς που δεν υποβλήθηκαν σε θεραπεία. Δεν υπάρχουν επαρκή στοιχεία για να υπολογισθεί η ακριβής αύξηση του κινδύνου και το αίτιο αυτής της αύξησης παραμένει άγνωστο. Το Leponex δεν είναι εγκεκριμένο για τη θεραπεία των διαταραχών συμπεριφοράς που σχετίζονται με την άνοια.
swap_horiz
SPC-LEPONEX
Αλληλεπιδράσεις
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
-
Φάρμακα που καταστέλλουν τη λειτουργία του μυελού των οστών (π.χ. καρβαµαζεπίνη, χλοραµφενικόλη, σουλφοναµίδες, πυραζολονικά, φενυλοβουταζόνη, πενικιλαµίνη, κυτταροτοξικοί παράγοντες)αντένδειξηΑυξάνουν τον κίνδυνο και/ή τη σοβαρότητα για καταστολή του μυελού των οστών.ΣύστασηΔεν πρέπει να συγχορηγείται.
-
Μακράς διάρκειας depot αντιψυχωσικάαντένδειξηΔεν μπορούν να απομακρυνθούν γρήγορα από το σώμα σε περιπτώσεις που αυτό μπορεί να απαιτείται, π.χ. ουδετεροπενία.ΣύστασηΔεν πρέπει να συγχορηγούνται.
-
ΑλκοόλπροσοχήΠιθανότητα ενίσχυσης της καταστολής.ΣύστασηΔεν πρέπει να χρησιμοποιείται ταυτόχρονα.
-
Κατασταλτικά (π.χ. ναρκωτικά, αντιισταµινικά, βενζοδιαζεπίνες)προσοχήΕνισχύει τη δράση στο κεντρικό νευρικό σύστημα. Αυξημένος κίνδυνος κυκλοφορικής καταπληξίας, καρδιακής ή/και αναπνευστικής παύσης.ΣύστασηΙδιαίτερη προσοχή συνιστάται.
-
Φάρµακα µε αντιχολινεργικές, υποτασικές ή κατασταλτικές της αναπνοής δράσειςπροσοχήΑθροιστικές επιδράσεις.ΣύστασηΠροσοχή σε συγχορήγηση.
-
Φάρµακα που αναστέλλουν ισοένζυµατα του κυτοχρώµατος Ρ450 (π.χ. καφεΐνη, περαζίνη, φλουβοξαµίνη, παροξετίνη, σιταλοπράμη, ορμονικά αντισυλληπτικά)προσοχήΑύξηση των επιπέδων κλοζαπίνης. Πιθανότητα αυξημένων ανεπιθύμητων ενεργειών. Επίσης, προσοχή κατά τη διακοπή αυτών των φαρμάκων.ΣύστασηΠιθανή ανάγκη ελάττωσης της δόσης κλοζαπίνης. Προσοχή κατά τη διακοπή.
-
προσοχήΜείωση των επιπέδων κλοζαπίνης στο πλάσμα, ελαττωµένη αποτελεσµατικότητα.ΣύστασηΠαρακολούθηση για επιδείνωση ή επανεμφάνιση ψυχωσικών συμπτωμάτων.
-
προσοχήΑυξημένος κίνδυνος κακοήθους νευροληπτικού συνδρόμου (NMS).ΣύστασηΝα παρακολουθείτε για σημεία και συμπτώματα του NMS.
-
προσοχήΣπάνιες, σοβαρές αναφορές επιληπτικών κρίσεων, παραληρήματος.ΣύστασηΑπαιτείται προσοχή.
-
Φάρµακα που αυξάνουν το διάστημα QTc ή προκαλούν ηλεκτρολυτικές διαταραχέςπροσοχήΑλληλεπίδραση.ΣύστασηΙδιαίτερη προσοχή.
sick
SPC-LEPONEX
Ανεπιθύμητες ενέργειες
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
pregnant_woman
SPC-LEPONEX
Κύηση / γαλουχία
Επίπεδο κινδύνου: Με προσοχή
expand_more
Κύηση / γαλουχία
-
ΚύησηΜε προσοχήΓια το Leponex υπάρχουν µόνο περιορισμένα κλινικά δεδομένα από έκθεση κυήσεων. Μελέτες σε ζώα δεν έδειξαν άµεσες ή έµμεσες επιβλαβείς επιδράσεις σε σχέση µε την εγκυµοσύνη, την εµβρυϊκή ανάπτυξη, τον τοκετό ή τη µεταγεννητική ανάπτυξη (βλ. παράγραφο 5.3). Πρέπει να δίδεται προσοχή όταν συνταγογραφείται σε εγκύους γυναίκες. Τα νεογνά τα οποία εκτίθενται σε αντιψυχωσικά φάρμακα (συμπεριλαμβανομένου και του Leponex) κατά το τρίτο τρίμηνο της εγκυμοσύνης διατρέχουν τον κίνδυνο να εμφανίσουν ανεπιθύμητες ενέργειες, συμπεριλαμβανομένων εξωπυραμιδικών και/ή συμπτωμάτων απόσυρσης, που πιθανόν να ποικίλουν σε βαρύτητα και διάρκεια μετά τον τοκετό. Έχουν υπάρξει αναφορές διέγερσης, υπερτονίας, υποτονίας, τρόμου, υπνηλίας, αναπνευστικής δυσχέρειας ή διαταραχής της σίτισης. Κατά συνέπεια, τα νεογνά πρέπει να παρακολουθούνται προσεκτικά.
-
ΓαλουχίαΑποφεύγεταιΜελέτες σε ζώα δείχνουν ότι η κλοζαπίνη εκκρίνεται στο γάλα και επιδρά στα θηλάζοντα βρέφη. Εποµένως, οι µητέρες που λαµβάνουν Leponex δεν πρέπει να θηλάζουν.
-
ΓονιμότηταΆγνωστοΤα περιορισμένα δεδομένα που υπάρχουν διαθέσιμα για τις επιδράσεις της κλοζαπίνης στην ανθρώπινη γονιμότητα δεν οδηγούν σε οριστικά συμπεράσματα. Σε άρρενες και θήλεις επίμυες, η κλοζαπίνη δεν επηρέασε την γονιμότητα όταν χορηγήθηκε σε δόσεις έως 40 mg/kg, που αντιστοιχούν σε ισοδύναμη δόση στον άνθρωπο 6,4 mg/kg ή περίπου το ένα τρίτο της μέγιστης επιτρεπόμενης δόσης ενηλίκου ανθρώπου. Μπορεί να παρατηρηθεί επιστροφή σε φυσιολογική έµµηνο ρύση σαν αποτέλεσµα της αλλαγής από άλλα αντιψυχωσικά σε Leponex. Πρέπει λοιπόν να εξασφαλίζονται επαρκή αντισυλληπτικά µέτρα σε γυναίκες αναπαραγωγικής ηλικίας.
neurology
DrugBank
Μηχανισμός δράσης
expand_more
Μηχανισμός δράσης
monitor_heart
SPC-LEPONEX
Φαρμακοδυναμική
expand_more
Φαρμακοδυναμική
biotech
SPC-LEPONEX
Φαρμακοκινητική
expand_more
Φαρμακοκινητική
hub
PubChem
Μεταβολισμός
expand_more
Μεταβολισμός
bloodtype
DrugBank
Απέκκριση
expand_more
Απέκκριση
Σκευάσματα & Τιμολόγηση
Μονογραφίες Πηγών
Αναλυτικό περιεχόμενο ανά πηγή για τεκμηρίωση και έλεγχο
medication
Δοσολογία
SPC-LEPONEX
expand_more
Δοσολογία
Η δόση πρέπει να εξατοµικεύεται. Για κάθε ασθενή πρέπει να χρησιµοποιείται η χαµηλότερη αποτελεσµατική δόση. Χρειάζεται προσεκτική τιτλοποίηση και σχήµα διηρημένων δόσεων ώστε να ελαχιστοποιείται ο κίνδυνος υπότασης, σπασµών και καταστολής. Η έναρξη της θεραπείας µε Leponex πρέπει να περιοριστεί στους ασθενείς µε αριθµό λευκών αιµοσφαιρίων 3500/mm³ (3.5x10⁹/L) και απόλυτο αριθµό ουδετερόφιλων 2000/mm³ (2.0x10⁹/L) εντός των τυποποιηµένων φυσιολογικών ορίων. Προσαρµογή της δόσης ενδείκνυται σε ασθενείς οι οποίοι λαµβάνουν επίσης φαρµακευτικά προϊόντα τα οποία εµφανίζουν φαρµακοδυναµικές και φαρµακοκινητικές αλληλεπιδράσεις με το Leponex, όπως οι βενζοδιαζεπίνες ή οι εκλεκτικοί αναστολείς της επαναπρόσληψης σεροτονίνης (βλ. Δοσολογία).
Μετάβαση από προηγούμενη αντιψυχωσική θεραπεία σε Leponex
Γενικά συνιστάται να μην χορηγείται το Leponex σε συνδυασμό με άλλα αντιψυχωσικά. Όταν η θεραπεία με Leponex πρόκειται να ξεκινήσει σε ασθενή που λαμβάνει αντιψυχωσική θεραπεία από του στόματος, συνιστάται να διακόπτεται πρώτα το άλλο αντιψυχωσικό με σταδιακή μείωση της δόσης του.
Συνιστώμενα δοσολογικά σχήµατα
Σχιζοφρενείς ασθενείς ανθεκτικοί στη θεραπεία
Θεραπεία έναρξης 12.5 mg µία ή δύο φορές την ηµέρα την πρώτη ημέρα, στη συνέχεια ένα ή δύο δισκία των 25 mg τη δεύτερη µέρα. Αν είναι καλά ανεκτό, η ημερήσια δόση μπορεί να αυξηθεί στη συνέχεια αργά µε σταδιακές αυξήσεις κατά 25 έως 50 mg ώστε να επιτευχθεί ένα δοσολογικό επίπεδο έως 300mg/ημέρα σε διάστημα 2 ή 3 εβδομάδων. Στη συνέχεια, αν απαιτείται, η ημερήσια δόση μπορεί να αυξηθεί περαιτέρω µε σταδιακές αυξήσεις από 50 έως 100 mg σε διαστήµατα µισής ή, κατά προτίµηση, µίας εβδοµάδας.
Εύρος της θεραπευτικής δόσης Στους περισσότερους ασθενείς η αντιψυχωσική αποτελεσµατικότητα µπορεί να αναμένεται με 200 έως 450 mg την ηµέρα χορηγούµενα σε διαιρεµένες δόσεις. Η συνολική ημερήσια δόση μπορεί να κατανέµεται ανοµοιόµορφα, µε τη µεγαλύτερη δόση πριν την κατάκλιση.
Μέγιστη δόση Για να αποκτήσουν το πλήρες θεραπευτικό όφελος, ορισµένοι ασθενείς µπορεί να απαιτήσουν µεγαλύτερες δόσεις. Σε αυτές τις περιπτώσεις είναι επιτρεπτές λογικές αυξήσεις (που δεν υπερβαίνουν τα 100 mg) µέχρι τα 900 mg/ηµέρα. Ωστόσο, πρέπει πάντα να λαµβάνεται υπόψη η πιθανότητα αυξηµένων ανεπιθύµητων ενεργειών (ιδιαίτερα σπασµών) που συµβαίνει µε δόσεις µεγαλύτερες των 450 mg/ηµέρα.
Δόση συντήρησης Αφού επιτευχθεί το µέγιστο θεραπευτικό όφελος, πολλοί ασθενείς µπορούν να συντηρηθούν αποτελεσµατικά µε χαµηλότερες δόσεις. Συνιστάται εποµένως προσεκτική τιτλοποίηση προς τα κάτω. Η θεραπεία πρέπει να διατηρείται τουλάχιστον για 6 µήνες. Αν η ημερήσια δόση δεν ξεπερνά τα 200mg, µια µόνο ηµερήσια δόση το βράδυ µπορεί να ενδείκνυται.
Τερµατισμός της θεραπείας Σε περίπτωση σχεδιαζόµενου τερµατισμού της θεραπείας µε Leponex συνιστάται βαθµιαία ελάττωση της δόσεως για περίοδο 1-2 εβδοµάδων. Αν απαιτείται απότοµη διακοπή ο ασθενής θα πρέπει να παρακολουθείται στενά για την εμφάνιση αντιδράσεων σχετιζόμενων με τη διακοπή (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις).
Επανέναρξη της θεραπείας Στους ασθενείς στους οποίους το διάστηµα µετά την τελευταία δόση του Leponex ξεπερνά τις 2 ηµέρες, η θεραπεία θα πρέπει να ξαναρχίσει µε 12.5mg (µισό δισκίο των 25 mg) χορηγούµενη μία ή δύο φορές την πρώτη ηµέρα. Αν αυτή η δόση είναι καλά ανεκτή, είναι εφικτό να τιτλοποιηθεί η δόση στα θεραπευτικά επίπεδα πιο γρήγορα από ότι συνιστάται για την αρχική θεραπεία. Ωστόσο, σε κάθε ασθενή που έχει εµφανίσει προηγουµένως αναπνευστική ή καρδιακή καταστολή με την αρχική δόση (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις), αλλά στη συνέχεια µπόρεσε να τιτλοποιηθεί σε θεραπευτική δόση, η νέα τιτλοποίηση θα πρέπει να γίνεται με εξαιρετική προσοχή.
Ψυχωσικές διαταραχές που εμφανίζονται κατά την πορεία της νόσου του Parkinson, σε περιπτώσεις που η κλασική θεραπεία έχει αποτύχει
Θεραπεία έναρξης Η αρχική δόση δεν πρέπει να υπερβαίνει τα 12,5mg/ηµέρα (µισό δισκία των 25mg), χορηγούµενη το βράδυ. Στη συνέχεια, αύξηση της δόσης πρέπει να γίνεται ανά 12,5mg, µε µέγιστο δύο αυξήσεις την εβδοµάδα µέχρι ένα µέγιστο των 50mg, δόση η οποία δεν µπορεί να επιτευχθεί πριν από το τέλος της δεύτερης εβδοµάδας. Η συνολική ημερήσια δόση είναι προτιμότερο να χορηγείται σε μία µόνο δόση το βράδυ.
Εύρος της θεραπευτικής δόσης Η µέση αποτελεσµατική δόση είναι συνήθως µεταξύ των 25 και 37.5 mg/ηµέρα. Σε περίπτωση που η θεραπεία µε δόση 50 mg για µία εβδοµάδα τουλάχιστον αποτύχει να προκαλέσει μία ικανοποιητική θεραπευτική απάντηση, η δόση µπορεί να αυξηθεί προσεκτικά ανά 12.5 mg/εβδοµάδα.
Μέγιστη δόση Η δόση των 50 mg/ηµέρα πρέπει να υπερβαίνεται µόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις και η μέγιστη δόση των 100 mg/ηµέρα δεν πρέπει να υπερβαίνεται ποτέ. Η αύξηση της δόσης πρέπει να περιορίζεται ή να αναβάλλεται αν εµφανιστεί ορθοστατική υπόταση, υπερβολική καταστολή ή σύγχυση. Η αρτηριακή πίεση πρέπει να παρακολουθείται κατά τη διάρκεια των πρώτων εβδοµάδων της θεραπείας.
Δόση συντήρησης Όταν υπάρχει ολοκληρωτική ύφεση των ψυχωσικών συµπτωµάτων τουλάχιστον για 2 εβδοµάδες, είναι δυνατή η αύξηση των αντιπαρκινσονικών φαρµάκων αν ενδείκνυται από την κινητική κατάσταση. Αν αυτή η προσέγγιση προκαλέσει επανεµφάνιση των ψυχωσικών συµπτωµάτων, η δόση του Leponex µπορεί να αυξηθεί ανά 12,5mg/εβδοµάδα µε µέγιστη δόση τα 100mg/ηµέρα, χορηγούµενα σε μία ή δύο διαιρεµένες δόσεις (βλ. παραπάνω).
Τερµατισμός της θεραπείας Συνιστάται σταδιακή µείωση της δοσολογίας ανά 12,5mg για µια περίοδο τουλάχιστον µίας εβδοµάδας (κατά προτίµηση δύο). Η θεραπεία πρέπει να διακόπτεται αµέσως σε περίπτωση ουδετεροπενίας ή ακοκκιοκυττάρωσης (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις). Σε αυτή την περίπτωση είναι απαραίτητη η προσεκτική ψυχιατρική παρακολούθηση του ασθενούς επειδή τα συµπτώµατα µπορούν να εµφανιστούν γρήγορα.
Ειδικοί πληθυσμοί
Ηπατική δυσλειτουργία Οι ασθενείς με ηπατική δυσλειτουργία πρέπει να λαμβάνουν το Leponex με προσοχή και με τακτική παρακολούθηση των δοκιμασιών της ηπατικής λειτουργίας (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις).
Παιδιατρικός πληθυσμός Δεν έχουν διεξαχθεί παιδιατρικές μελέτες. Η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα του Leponex σε παιδιά και εφήβους ηλικίας κάτω των 16 ετών δεν έχει ακόμη τεκμηριωθεί. Δεν πρέπει να χορηγείται σε αυτή την οµάδα ασθενών έως ότου γίνουν διαθέσιμα περισσότερα στοιχεία.
Ασθενείς ηλικίας 60 ετών και άνω Η έναρξη της θεραπείας συνιστάται να γίνεται σε ιδιαίτερα χαµηλές δόσεις (12,5 mg μία φορά την ημέρα κατά την πρώτη ηµέρα) και στη συνέχεια περιορισμένη αύξηση της δόσης μέχρι τα 25 mg/ημέρα.
Τρόπος χορήγησης
Το Leponex χορηγείται από του στόματος.
block
Αντενδείξεις
SPC-LEPONEX
expand_more
Αντενδείξεις
warning
Προειδοποιήσεις
SPC-LEPONEX
expand_more
Προειδοποιήσεις
Ακοκκιοκυττάρωση Το Leponex µπορεί να προκαλέσει ακοκκιοκυττάρωση. Η συχνότητα της ακοκκιοκυττάρωσης και το ποσοστό της θανατηφόρου κατάληξης σε αυτούς που αναπτύσσουν ακοκκιοκυττάρωση έχει μειωθεί αισθητά µετά την καθιέρωση της παρακολούθησης των λευκών αιμοσφαιρίων (WBC) και των µετρήσεων του απόλυτου αριθµού ουδετεροφίλων (ANC). Τα παρακάτω προληπτικά μέτρα είναι εποµένως υποχρεωτικά και θα πρέπει να λαµβάνονται σύμφωνα µε τις επίσηµες συστάσεις. Εξαιτίας των κινδύνων που συνδέονται µε το Leponex, η χρήση του περιορίζεται στους ασθενείς στους οποίους η θεραπεία ενδείκνυται όπως παρατίθεται στην παράγραφο 4.1 και:
- έχουν αρχικά φυσιολογικά ευρήµατα στις µετρήσεις των λευκοκυττάρων WBC 3.500/mm³ (3.5x 10⁹/L) και ANC ≥2000 mm³ (2.0x 10⁹/L) και
- µπορούν να πραγµατοποιηθούν τακτικοί έλεγχοι των WBC και ANC, κάθε εβδομάδα για τις πρώτες 18 εβδοµάδες και σε διαστήµατα τουλάχιστον 4 εβδομάδων στη συνέχεια. Η παρακολούθηση πρέπει να συνεχίζεται σε όλη τη διάρκεια της θεραπείας και για 4 εβδομάδες µετά την πλήρη διακοπή του Leponex. Πριν την έναρξη της θεραπείας µε κλοζαπίνη οι ασθενείς πρέπει να υποβληθούν σε εξετάσεις αίµατος και ιστορικού (βλ. “ακοκκιοκυττάρωση”) και φυσική εξέταση. Οι ασθενείς µε ιστορικό καρδιακής νόσου ή ύπαρξη παθολογικών καρδιακών ευρηµάτων κατά τη φυσική εξέταση θα πρέπει να παραπέµπονται σε κάποιον ειδικό για άλλες εξετάσεις οι οποίες µπορεί να περιλαµβάνουν ένα ΗΚΓ και ο ασθενής θα λαµβάνει θεραπεία µόνο εάν τα αναµενόµενα οφέλη υπερτερούν καθαρά των κινδύνων (βλ. παράγραφο 4.3). Ο θεράπων ιατρός πρέπει να εξετάζει την διενέργεια ενός ΗΚΓ πριν την θεραπεία. Οι γιατροί που συνταγογραφούν πρέπει να συµµορφώνονται πλήρως µε τα απαιτούµενα µέτρα ασφαλείας. Πριν την έναρξη της θεραπείας, οι γιατροί πρέπει να εξασφαλίσουν, όσο καλύτερα µπορούν, ότι οι ασθενείς δεν έχουν εµφανίσει προηγουµένως µία ανεπιθύµητη αιµατολογική αντίδραση στην κλοζαπίνη, εξ’ αιτίας της οποίας απαιτήθηκε η διακοπή της. Η συνταγή δεν πρέπει να εκδίδεται για περίοδο µεγαλύτερη από το διάστηµα ανάµεσα σε δύο αιµατολογικούς ελέγχους. Άµεση διακοπή του Leponex είναι υποχρεωτική εάν είτε τα λευκά αιµοσφαίρια WBC είναι λιγότερα από 3000/mm³ (3,0x10⁹/L) είτε ο ANC είναι µικρότερος από 1500/mm³ (1,5x10⁹/L) οποιαδήποτε στιγµή κατά τη διάρκεια της θεραπείας µε Leponex. Οι ασθενείς στου οποίους το Leponex διακόπηκε εξαιτίας σηµαντικής µείωσης είτε στα WBC είτε στον ANC δεν πρέπει να ξαναλάβουν Leponex. Σε κάθε επίσκεψη, στους ασθενείς που λαµβάνουν Leponex πρέπει να υπενθυµίζεται να επικοινωνούν µε το θεράποντα γιατρό αµέσως µόλις αρχίσει να αναπτύσσεται κάποιο είδος λοίµωξης. Ιδιαίτερη προσοχή πρέπει να δοθεί σε συµπτώµατα που οµοιάζουν µε γρίπη όπως πυρετός ή πονόλαιµος και σε άλλες ενδείξεις λοίµωξης, οι οποίες µπορεί να είναι ενδεικτικές ουδετεροπενίας. Οι ασθενείς και τα άτοµα που τους φροντίζουν πρέπει να είναι πληροφορηµένοι ότι αν εµφανιστούν οποιοδήποτε από αυτά τα συμπτώματα, πρέπει να γίνει αμέσως γενική αίματος. Στους γιατρούς που το συνταγογραφούν συνιστάται να κρατούν αρχείο µε τα αποτελέσµατα εξετάσεων όλων των ασθενών και να λαµβάνουν όλα τα απαραίτητα µέτρα για να προλάβουν την τυχαία επανέθεση αυτών των ασθενών στο µέλλον. Οι ασθενείς με ιστορικό πρωτοπαθών διαταραχών του μυελού των οστών μπορούν να λάβουν θεραπεία µόνο αν το όφελος υπερβαίνει τον κίνδυνο. Πρέπει να εκτιµούνται προσεκτικά από αιµατολόγο πριν την έναρξη του Leponex. Στους ασθενείς που έχουν χαµηλά λευκά αιµοσφαίρια εξαιτίας καλοήθους ουδετεροπενίας πρέπει να δοθεί ιδιαίτερη προσοχή και µπορούν να ξεκινήσουν Leponex µε τη σύμφωνη γνώμη ενός αιµατολόγου. Έλεγχος του αριθµού των λευκών αιµοσφαιρίων (WBC) και του απόλυτου αριθµού των ουδετεροφίλων (ANC) 10 ηµέρες πριν την έναρξη θεραπείας µε Leponex πρέπει να πραγματοποιούνται μετρήσεις των λευκών αιµοσφαιρίων και έλεγχος του λευκοκυτταρικού τύπου, για να εξασφαλιστεί ότι μόνο οι ασθενείς µε φυσιολογικά WBC και ANC (WBC≥3500/mm³ (3.5x10⁹/L) και ANC ≥2000/mm³ (2.0x10⁹/L)) θα λάβουν το φάρμακο. Μετά την έναρξη της θεραπείας με Leponex πρέπει να γίνεται τακτικός έλεγχος των λευκών αιμοσφαιρίων και του ANC και να παρακολουθούνται κάθε εβδοµάδα για τις πρώτες 18 εβδοµάδες και στη συνέχεια σε διαστήµατα τεσσάρων εβδοµάδων τουλάχιστον. Η παρακολούθηση πρέπει να συνεχίζεται σε όλη τη διάρκεια της θεραπείας και για 4 εβδοµάδες μετά την πλήρη διακοπή του Leponex ή µέχρι να επανέλθουν οι αιµατολογικές παράμετροι στο φυσιολογικό (βλ. παρακάτω Χαμηλά WBC/ANC). Σε κάθε επίσκεψη, πρέπει να υπενθυµίζεται στον ασθενή να επικοινωνεί αμέσως με το θεράποντα ιατρό του αν εμφανίσει κάποια μορφή λοίµωξης, πυρετό, πονόλαιμο και άλλα συµπτώµατα που οµοιάζουν µε γρίπη. Πρέπει να πραγµατοποιούνται αµέσως µετρήσεις των λευκών αιµοσφαιρίων και του λευκοκυτταρικού τύπου αν εμφανιστούν συµπτώµατα ή σηµεία λοίµωξης. Χαµηλά WBC / ANC Αν κατά τη διάρκεια της θεραπείας µε Leponex είτε τα λευκά αιµοσφαίρια µειωθούν µεταξύ 3500/mm³ (3.5x10⁹/L) και 3000/mm³ (3.0x10⁹/L) είτε ο ANC µειωθεί ανάµεσα στα 2000/mm³ (2.0x10⁹/L) και 1500/mm³ (1.5x10⁹/L), πρέπει να πραγµατοποιείται αιµατολογικός έλεγχος τουλάχιστον δύο φορές την εβδοµάδα µέχρι τα λευκά αιµοσφαίρια και ο ANC να σταθεροποιηθούν σε τιµές µεταξύ 3000-3500/mm³ (3.0-3.5x10⁹/L) και 1500-2000/mm³ (1.5-2.0 x10⁹/L), αντίστοιχα, ή µεγαλύτερες. Είναι υποχρεωτική η άµεση διακοπή του Leponex εάν είτε τα λευκά αιµοσφαίρια είναι λιγότερα από 3000/mm³ (3.0x10⁹/L) είτε ο ANC είναι µικρότερος από 1500/mm³ (1.5x10⁹/L) κατά τη διάρκεια της θεραπείας µε Leponex. Στην περίπτωση αυτή πρέπει να πραγµατοποιούνται καθηµερινά µετρήσεις των λευκών αιµοσφαιρίων και λευκοκυτταρικός τύπος και οι ασθενείς να παρακολουθούνται προσεκτικά για συµπτώµατα οµοιάζοντα µε γρίπη ή άλλα συµπτώµατα που υποδηλώνουν λοίµωξη. Συνιστάται η επαλήθευση των αιµατολογικών τιµών µε την διενέργεια δύο αιµατολογικών αναλύσεων σε δύο συνεχόµενες ηµέρες, ωστόσο το Leponex πρέπει να διακοπεί µετά την πρώτη αιµατολογική ανάλυση. Μετά τη διακοπή του Leponex απαιτείται αιµατολογική αξιολόγηση µέχρι να επιτευχθεί η επάνοδος των αιµατολογικών παραµέτρων στο φυσιολογικό. Πίνακας 1 Μετρήσεις κυττάρων αίματος Απαιτούμενη ενέργεια WBC/mm³ (/L) ANC/mm³ (/L) ≥3500 (≥3.5x10⁹) ≥2000 (≥2.0x10⁹) Συνέχιση θεραπείας με Leponex. Μεταξύ ≥3000 και <3500 (≥3.0x10⁹ και <3.5x10⁹) Μεταξύ ≥1500 και <2000 (≥1.5x10⁹ και <2.0x10⁹) Συνέχιση θεραπείας με Leponex, ανάλυση αίματος δύο φορές την εβδομάδα μέχρι να σταθεροποιηθούν ή να αυξηθούν. <3000 (<3.0x10⁹) <1500 (<1.5x10⁹) Άμεση διακοπή της θεραπείας με Leponex, ανάλση αίματος καθημερινά μέχρι να επιλυθεί το αιματολογικό πρόβλημα, παρακολούθηση για λοίμωξη. Ο ασθενής να μην επανεκτεθεί. Αν το Leponex έχει διακοπεί και είτε συµβαίνει περαιτέρω µείωση των WBC κάτω από τις 2000/mm³ (2.0x10⁹/L) είτε µείωση του ANC κάτω από 1000/mm³ (1.0x10⁹/L), ο χειρισµός αυτής της κατάστασης θα πρέπει να καθοδηγείται από έµπειρο αιµατολόγο. Διακοπή της θεραπείας για αιµατολογικούς λόγους. Οι ασθενείς που διέκοψαν το Leponex λόγω σηµαντικής µείωσης των WBC ή του ANC (βλ. παραπάνω) δεν πρέπει να ξαναλάβουν Leponex. Στους γιατρούς που το συνταγογραφούν συνιστάται να κρατούν αρχείο µε όλα τα αποτελέσµατα των αιµατολογικών αναλύσεων των ασθενών και να λαµβάνουν κάθε απαραίτητο µέτρο για να εµποδίσουν τον ασθενή να ξαναλάβει τυχαία στο µέλλον Leponex. Διακοπή της θεραπείας για άλλους λόγους Στους ασθενείς που λάµβαναν Leponex για περισσότερες από 18 εβδοµάδες και των οποίων η θεραπεία έχει διακοπεί για περισσότερο από 3 ηµέρες αλλά λιγότερο από 4 εβδοµάδες πρέπει να παρακολουθούνται τα λευκά αιµοσφαίρια και ο ANC κάθε εβδοµάδα για 6 επιπλέον εβδοµάδες. Αν δεν συµβεί κάποια αιµατολογική διαταραχή, η παρακολούθηση µπορεί να συνεχιστεί ανά διαστήματα που δεν ξεπερνούν τις 4 εβδοµάδες. Αν η θεραπεία µε Leponex έχει διακοπεί για 4 εβδοµάδες ή περισσότερο, χρειάζεται εβδοµαδιαία παρακολούθηση για τις επόµενες 18 εβδοµάδες θεραπείας και η δόση να επανατιτλοποιηθεί (βλ. παράγραφο 4.2). Άλλες προφυλάξεις Το φαρμακευτικό αυτό προϊόν περιέχει μονοϋδρική λακτόζη. Ασθενείς με σπάνια κληρονομικά προβλήματα δυσανεξίας στη γαλακτόζη, ανεπάρκεια της λακτάσης Lapp ή δυσαπορρόφηση της γλυκόζης-γαλακτόζης, δεν πρέπει να παίρνουν αυτό το φάρμακο. Ηωσινοφιλία Σε περίπτωση ηωσινοφιλίας, συνιστάται διακοπή του Leponex αν τα ηωσινόφιλα αυξηθούν πάνω από τα 3000/mm³ (3.0x10⁹/L). Η θεραπεία πρέπει να ξαναρχίσει µόνο όταν ο αριθµός των ηωσινοφίλων µειωθεί κάτω από 1000/mm³ (1.0x10⁹/L). Θρομβοπενία Σε περίπτωση θροµβοπενίας συνιστάται διακοπή της θεραπείας µε Leponex αν ο αριθµός των αιµοπεταλίων µειωθεί κάτω από 50.000/mm³ (50x10⁹/L). Καρδιαγγειακές διαταραχές Κατά τη διάρκεια της θεραπείας µε Leponex µπορεί να παρατηρηθεί ορθοστατική υπόταση, µε ή χωρίς συγκοπή. Σπάνια η καταπληξία µπορεί να είναι ισχυρή και να συνοδευτεί από καρδιακή ή/και αναπνευστική καταστολή. Τέτοια περιστατικά είναι πιο πιθανό να συµβούν µε ταυτόχρονη χρήση βενζοδιαζεπινών ή άλλων ψυχοτρόπων παραγόντων (βλ. παράγραφο 4.5) και κατά τη διάρκεια της αρχικής τιτλοποίησης σε συνδυασµό, µε γρήγορη κλιµάκωση της δόσεως, σε πολύ σπάνιες δε περιπτώσεις µπορούν να συµβούν ακόµη και µετά την πρώτη δόση. Εποµένως, οι ασθενείς που ξεκινούν θεραπεία µε το Leponex απαιτούν στενή ιατρική επιτήρηση. Είναι απαραίτητος ο έλεγχος της αρτηριακής πίεσης σε όρθια και κατακεκλιµένη θέση κατά τη διάρκεια των πρώτων εβδοµάδων της θεραπείας σε ασθενείς µε νόσο του Parkinson. Ανάλυση βάσεων δεδοµένων που αφορούν στην ασφάλεια υποδεικνύει ότι η χρήση του Leponex συνδέεται µε αυξηµένο κίνδυνο µυοκαρδίτιδος, ιδιαίτερα κατά τη διάρκεια των δύο πρώτων µηνών της θεραπείας, χωρίς να περιορίζεται µόνο σ’ αυτούς. Ορισµένες περιπτώσεις µυοκαρδίτιδος ήταν θανατηφόρες. Έχουν επίσης αναφερθεί περικαρδίτιδα/περικαρδιακή συλλογή υγρού και καρδιοµυοπάθεια σε συνδυασµό µε χρήση Leponex, και αυτές οι αναφορές περικλείουν επίσης περιπτώσεις µε µοιραία κατάληξη. Υποψία για ύπαρξη µυοκαρδίτιδος ή καρδιοµυοπάθειας πρέπει να εξετάζεται σε ασθενείς που εµφανίζουν επίµονη ταχυκαρδία κατά την ανάπαυση, ιδιαίτερα κατά τους δύο πρώτους µήνες της θεραπείας, και /ή αίσθηµα προκάρδιων παλµών, αρρυθµίες, θωρακικό άλγος και άλλα σηµεία και συµπτωµατα ανεπάρκειας (π.χ. ανεξήγητη κόπωση, δύσπνοια, ταχυκαρδία) ή συµπτώµατα οµοιάζοντα του εµφράγµατος του µυοκαρδίου. Άλλα συµπτώµατα που µπορεί να παρουσιαστούν επιπρόσθετα των προηγούµενων περικλείουν τα συµπτώµατα που οµοιάζουν µε τη γρίπη. Εάν υπάρχει υποψία για µυοκαρδίτιδα ή καρδιοµυοπάθεια, η θεραπεία µε Leponex πρέπει αµέσως να διακοπεί και ο ασθενής να παραπεµφθεί αµέσως σε καρδιολόγο. Οι ασθενείς µε µυοκαρδίτιδα ή καρδιοµυοπάθεια που προκλήθηκε από κλοζαπίνη δεν πρέπει να επανεκτεθούν σε Leponex. Έμφραγμα του μυοκαρδίου Επιπλέον, μετά την κυκλοφορία του φαρμάκου, έχουν αναφερθεί περιπτώσεις εμφράγματος του μυοκαρδίου με πιθανώς μοιραία έκβαση. Η εκτίμηση της αιτιολογικής συσχέτισης ήταν δυσχερής στην πλειονότητα αυτών των περιπτώσεων εξαιτίας σοβαρής προϋπάρχουσας καρδιακής νόσου και σχετικών εναλλακτικών αιτίων. Παράταση του διαστήματος QT Όπως και με άλλα αντιψυχωσικά, συνιστάται προσοχή σε ασθενείς με γνωστή καρδιαγγειακή νόσο ή οικογενειακό ιστορικό παράτασης του QT. Όπως και με άλλα αντιψυχωσικά, χρειάζεται προσοχή όταν η κλοζαπίνη συγχορηγείται με φάρμακα που είναι γνωστό ότι αυξάνουν το διάστημα QTc. Αγγειακά εγκεφαλικά ανεπιθύμητα συμβάματα Σε τυχαιοποιημένες, ελεγχόμενες με εικονικό φάρμακο κλινικές μελέτες με ορισμένα άτυπα αντιψυχωσικά σε ασθενείς με άνοια παρατηρήθηκε περίπου τριπλασιασμός του κινδύνου αγγειακών εγκεφαλικών ανεπιθυμήτων συμβαμάτων. Ο μηχανισμός γι’ αυτόν τον αυξημένο κίνδυνο είναι άγνωστος. Δεν μπορεί να αποκλεισθεί αυξημένος κίνδυνος και για άλλα αντιψυχωσικά ή για άλλους πληθυσμούς ασθενών. Η κλοζαπίνη θα πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή σε ασθενείς με παράγοντες κινδύνου για εγκεφαλικό επεισόδιο. Κίνδυνος θρομβοεμβολής Επειδή το Leponex πιθανόν να σχετίζεται µε θροµβοεµβολικά επεισόδια, πρέπει να αποφεύγεται η ακινητοποίηση των ασθενών. Περιστατικά φλεβικής θρομβοεμβολής (VTE) έχουν αναφερθεί με αντιψυχωσικά φάρμακα. Επειδή οι ασθενείς που υποβάλλονται σε θεραπεία με αντιψυχωσικά εμφανίζουν συχνά συγγενείς παράγοντες κινδύνου για VTE, όλοι οι πιθανοί παράγοντες κινδύνου για VTE πρέπει να διαγιγνώσκονται πριν και κατά τη διάρκεια της θεραπείας με Leponex και να λαμβάνονται προληπτικά μέτρα. Επιληπτικές κρίσεις Οι ασθενείς µε ιστορικό επιληψίας πρέπει να παρακολουθούνται στενά κατά τη διάρκεια της θεραπείας µε Leponex, επειδή έχουν αναφερθεί δοσοεξαρτώµενες επιληπτικές κρίσεις. Σε τέτοιες περιπτώσεις η δόση πρέπει να µειωθεί (βλ. παράγραφο 4.2) και αν είναι απαραίτητο, πρέπει να ξεκινήσει αντιεπιληπτική θεραπεία. Αντιχολινεργικές δράσεις Το Leponex ασκεί αντιχολινεργική δράση και αυτό µπορεί να δημιουργήσει ανεπιθύμητες ενέργειες σε ολόκληρο το σώµα. Συνιστάται προσεκτική επίβλεψη σε παρουσία υπερτροφίας του προστάτη και γλαυκώματος κλειστής γωνίας. Προφανώς λόγω των αντιχολινεργικών ιδιοτήτων του το Leponex συνδέεται µε διάφορους βαθµούς διαταραχή της περισταλτικότητας του εντέρου, που κυµαίνεται από δυσκοιλιότητα έως εντερική απόφραξη, ενσφήνωση κοπράνων και παραλυτικό ειλεό (βλ. παράγραφο 4.8). Σε σπάνιες περιπτώσεις αυτές οι καταστάσεις ήταν θανατηφόρες. Ιδιαίτερη προσοχή απαιτείται σε ασθενείς που λαμβάνουν ταυτόχρονα φάρμακα που είναι γνωστό ότι προκαλούν δυσκοιλιότητα (ειδικά αυτά που εµφανίζουν αντιχολινεργικές ιδιότητες όπως µερικά αντιψυχωσικά, αντικαταθλιπτικά και αντιπαρκινσονικά), έχουν ιστορικό νόσων του παχέος εντέρου ή ιστορικό χειρουργικής επέμβασης στην κατώτερη κοιλιακή χώρα καθώς αυτές οι καταστάσεις µπορούν να επιδεινώσουν την κατάσταση. Είναι ζωτικό να αναγνωριστεί η δυσκοιλιότητα και να αντιµετωπιστεί ενεργά. Πυρετός Κατά τη διάρκεια της θεραπείας µε Leponex οι ασθενείς µπορεί να εµφανίσουν παροδικές αυξήσεις της θερµοκρασίας πάνω από 38 ο C, µε τη µεγαλύτερη συχνότητα µέσα στις τρεις πρώτες εβδοµάδες της θεραπείας. Ο πυρετός είναι γενικά καλοήθης. Περιστασιακά, µπορεί να συνδέεται µε αύξηση ή ελάττωση των λευκών αιµοσφαιρίων. Οι ασθενείς µε πυρετό πρέπει να αξιολογούνται προσεκτικά για να αποκλειστεί η πιθανότητα µιας υποκείµενης λοίµωξης ή της ανάπτυξης ακοκκιοκυττάρωσης. Σε παρουσία υψηλού πυρετού, πρέπει να λαµβάνεται υπόψιν η πιθανότητα κακοήθους νευροληπτικού συνδρόµου (ΝΜS). Εάν επιβεβαιωθεί η διάγνωση του NMS, το Leponex πρέπει να διακοπεί άµεσα και να παρασχεθεί η κατάλληλη ιατρική υποστήριξη. Μεταβολικές αλλαγές Τα άτυπα αντιψυχωσικά φάρμακα, συμπεριλαμβανομένου και του Leponex, έχουν συσχετισθεί με μεταβολικές αλλαγές που πιθανόν να αυξάνουν τον καρδιαγγειακό/αγγειακό εγκεφαλικό κίνδυνο. Αυτές οι μεταβολικές αλλαγές μπορεί να περιλαμβάνουν υπεργλυκαιμία, δυσλιπιδαιμία και αύξηση του σωματικού βάρους. Ενώ τα άτυπα αντιψυχωσικά φάρμακα μπορεί να επιφέρουν ορισμένες μεταβολικές αλλαγές, το κάθε φάρμακο της κατηγορίας έχει το δικό του ιδιαίτερο προφίλ. Υπεργλυκαιμία Σπανίως, έχει αναφερθεί διαταραχή της ανοχής γλυκόζης ή/και ανάπτυξη ή έξαρση σακχαρώδη διαβήτη κατά τη διάρκεια θεραπείας µε κλοζαπίνη. Δεν έχει καθοριστεί ακόµη κάποιος µηχανισµός για αυτόν τον πιθανό συνδυασµό. Έχουν αναφερθεί πολύ σπάνια περιπτώσεις σοβαρής υπεργλυκαιµίας µε κετοξέωση ή υπερωσµωτικό κώµα σε ασθενείς χωρίς προηγούµενο ιστορικό υπεργλυκαιµίας, µερικές από τις οποίες ήταν µοιραίες. Όπου τα δεδοµένα της παρακολούθησης ήταν διαθέσιµα, η διακοπή της κλοζαπίνης οδήγησε κυρίως σε ύφεση της διαταραχής στην ανοχή της γλυκόζης και η επανεισαγωγή της κλοζαπίνης οδήγησε στην επανεµφάνισή της. Ασθενείς με διεγνωσμένο σακχαρώδη διαβήτη που ξεκινούν θεραπεία με άτυπα αντιψυχωσικά πρέπει να εξετάζονται τακτικά για επιδείνωση του γλυκαιμικού ελέγχου. Οι ασθενείς με παράγοντες κινδύνου για σακχαρώδη διαβήτη (π.χ. παχυσαρκία, οικογενειακό ιστορικό διαβήτη) που ξεκινούν θεραπεία με άτυπα αντιψυχωσικά πρέπει να υποβάλλονται σε έλεγχο της γλυκόζης νηστείας στην έναρξη της θεραπείας και περιοδικά κατά τη διάρκεια της θεραπείας. Οι ασθενείς που αναπτύσσουν συμπτώματα υπεργλυκαιμίας κατά τη διάρκεια της θεραπείας με άτυπα αντιψυχωσικά πρέπει να υποβάλλονται σε έλεγχο της γλυκόζης νηστείας. Σε ορισμένες περιπτώσεις, η υπεργλυκαιμία υποχώρησε μετά τη διακοπή των άτυπων αντιψυχωσικών. Ωστόσο, κάποιοι ασθενείς χρειάστηκαν συνέχιση της αντιδιαβητικής αγωγής παρά την διακοπή του εικαζόμενου υπεύθυνου φαρμάκου. Η διακοπή της κλοζαπίνης θα πρέπει να εξετάζεται στους ασθενείς στους οποίους η θεραπευτική αντιµετώπιση της υπεργλυκαιµίας έχει αποτύχει. Δυσλιπιδαιμία Έχουν παρατηρηθεί ανεπιθύμητες διακυμάνσεις των λιπιδίων σε ασθενείς υπό θεραπεία με άτυπα αντιψυχωσικά, συμπεριλαμβανομένου και του Leponex. Για τους ασθενείς που λαμβάνουν κλοζαπίνη συνιστάται ο κλινικός έλεγχος να περιλαμβάνει και εξέταση των λιπιδίων στην έναρξη της αγωγής και στους περιοδικούς επανελέγχους. Αύξηση του σωματικού βάρους Αύξηση του σωματικού βάρους έχει παρατηρηθεί με τη χρήση άτυπων αντιψυχωσικών, συμπεριλαμβανομένου και του Leponex. Συνιστάται η κλινική παρακολούθηση του βάρους. Rebound, αντιδράσεις από απόσυρση του φαρμάκου Έχουν αναφερθεί οξείες αντιδράσεις μετά την απότομη διακοπή της κλοζαπίνης. Γι’ αυτό το λόγο συνιστάται η σταδιακή διακοπή της. Αν απαιτείται απότοµη διακοπή (π.χ. εξαιτίας λευκοπενίας) ο ασθενής θα πρέπει να παρακολουθείται στενά για την επανεµφάνιση των ψυχωσικών συµπτωµάτων και συµπτωµάτων που συνδέονται µε χολινεργικό rebound όπως άφθονη εφίδρωση, κεφαλαλγία, ναυτία, έµετος και διάρροια. Ειδικοί πληθυσμοί Ηπατική δυσλειτουργία Ασθενείς με σταθεροποιημένες προϋπάρχουσες ηπατικές διαταραχές μπορούν να λάβουν Leponex, αλλά χρειάζονται τακτικούς ελέγχους της ηπατικής λειτουργίας. Σε ασθενείς στους οποίους εμφανίζονται συμπτώματα πιθανής ηπατικής δυσλειτουργίας, όπως ναυτία, έμετος και/ή ανορεξία, κατά τη διάρκεια της θεραπείας με Leponex, πρέπει να διεξάγονται δοκιμασίες ηπατικής λειτουργίας. Εάν η αύξηση των τιμών είναι κλινικά σημαντική (μεγαλύτερη από 3πλάσια του ανώτατου φυσιολογικού ορίου (ULN)) ή αν εμφανισθούν συμπτώματα ίκτερου, η θεραπεία με Leponex πρέπει να διακοπεί. Μπορεί να ξαναρχίσει (βλ. «Επανέναρξη της θεραπείας» στην παράγραφο 4.2) μόνο όταν τα αποτελέσματα των δοκιμασιών της ηπατικής λειτουργίας είναι φυσιολογικά. Σε τέτοιες περιπτώσεις, η ηπατική λειτουργία πρέπει να παρακολουθείται στενά μετά την επανέναρξη του Leponex. Ασθενείς ηλικίας 60 ετών και άνω Η έναρξη της θεραπείας σε ασθενείς ηλικίας 60 ετών και άνω συνιστάται να γίνεται µε χαµηλότερη δόση (βλ. παράγραφο 4.2). Με τη θεραπεία µε Leponex µπορεί να εµφανιστεί ορθοστατική υπόταση και υπάρχουν αναφορές ταχυκαρδίας, η οποία µπορεί να είναι επίµονη. Οι ασθενείς 60 ετών και άνω, ιδιαίτερα αυτοί µε επηρεασµένη καρδιαγγειακή λειτουργία, είναι πιο επιρρεπείς σε αυτές τις επιδράσεις. Οι ασθενείς 60 ετών και άνω µπορεί επίσης να είναι ιδιαίτερα επιρρεπείς στις αντιχολινεργικές δράσεις του Leponex όπως η κατακράτηση ούρων και η δυσκοιλιότητα. Αυξημένη θνητότητα σε ηλικιωμένους με άνοια: Δεδομένα από 2 μεγάλες μελέτες παρατήρησης έδειξαν ότι ηλικιωμένοι με άνοια που υποβλήθηκαν σε θεραπεία με αντιψυχωσικά παρουσιάζουν ελαφρά αυξημένο κίνδυνο θανάτου σε σύγκριση με αυτούς που δεν υποβλήθηκαν σε θεραπεία. Δεν υπάρχουν επαρκή στοιχεία για να υπολογισθεί η ακριβής αύξηση του κινδύνου και το αίτιο αυτής της αύξησης παραμένει άγνωστο. Το Leponex δεν είναι εγκεκριμένο για τη θεραπεία των διαταραχών συμπεριφοράς που σχετίζονται με την άνοια.
swap_horiz
Αλληλεπιδράσεις
SPC-LEPONEX
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
Αντενδείξεις συγχορήγησης
Δεν πρέπει να συγχορηγούνται τα φάρµακα που είναι γνωστό ότι µπορεί να καταστείλουν τη λειτουργία του µυελού των οστών µε το Leponex (βλ. Αντενδείξεις). Δεν πρέπει να συγχορηγούνται τα µακράς διάρκειας depot αντιψυχωσικά (τα οποία έχουν µυελοκατασταλτική δυνατότητα) µε το Leponex, επειδή αυτά δεν µπορούν να αποµακρυνθούν γρήγορα από το σώµα σε περιπτώσεις που αυτό µπορεί να απαιτείται, π.χ. ουδετεροπενία (βλ. Αντενδείξεις). Δεν πρέπει να χρησιµοποιείται αλκοόλ ταυτόχρονα µε το Leponex λόγω της πιθανότητας ενίσχυσης της καταστολής.
Προφυλάξεις συµπεριλαµβανοµένης της προσαρµογής της δόσης
Το Leponex µπορεί να ενισχύσει τη δράση στο κεντρικό νευρικό σύστηµα των κατασταλτικών όπως τα ναρκωτικά, τα αντιισταµινικά και οι βενζοδιαζεπίνες. Ιδιαίτερη προσοχή συνιστάται όταν το Leponex χορηγείται σε ασθενείς που λαµβάνουν βενζοδιαζεπίνες ή άλλο ψυχοτρόπο φάρµακο. Αυτοί οι ασθενείς µπορεί να έχουν αυξηµένο κίνδυνο κυκλοφορικής καταπληξίας, η οποία, σε σπάνιες περιπτώσεις, µπορεί να είναι σοβαρή και να οδηγήσει σε καρδιακή ή/και αναπνευστική παύση. Δεν είναι σαφές εάν η καρδιακή ή αναπνευστική καταπληξία µπορεί να αποτραπεί µε ρύθµιση της δοσολογίας.
Εξαιτίας της πιθανότητας αθροιστικών επιδράσεων, είναι σηµαντικό να δίνεται προσοχή σε συγχορήγηση φαρµάκων που εµφανίζουν αντιχολινεργικές, υποτασικές ή κατασταλτικές της αναπνοής δράσεις.
Εξαιτίας των αντι-α-αδρενεργικών ιδιοτήτων του, το Leponex µπορεί να ελαττώσει την επίδραση στην αύξηση της πίεση της νορεπινεφρίνης ή άλλων κυρίως α-αδρενεργικών παραγόντων και να συντηρήσει την υποτασική δράση της επινεφρίνης.
Η συγχορήγηση φαρµάκων που είναι γνωστό ότι αναστέλλουν τη δραστηριότητα κάποιων ισοενζύµων του κυττοχρώµατος Ρ450 µπορεί να αυξήσει τα επίπεδα της κλοζαπίνης και η δόση της κλοζαπίνης πιθανά πρέπει να ελαττωθεί για να προληφθούν ανεπιθύµητες ενέργειες. Αυτό είναι περισσότερο σηµαντικό για τους αναστολείς CYP 1A2 όπως η καφεΐνη (βλ. παρακάτω), η περαζίνη και οι εκλεκτικοί αναστολείς της επαναπρόσληψης της σεροτονίνης φλουβοξαµίνη και (περισσότερο αµφιλεγόµενη) παροξετίνη και σιταλοπράμη. Μερικοί από τους αναστολείς επαναπρόσληψης της σεροτονίνης όπως η φλουοξετίνη και η σερτραλίνη είναι αναστολείς του CYP 2D6 και, ως συνέπεια, οι έντονες φαρµακοκινητικές αλληλεπιδράσεις µε την κλοζαπίνη είναι λιγότερο πιθανές. Οµοίως, φαρµακοκινητικές αλληλεπιδράσεις µε τους αναστολείς CYP 3A4 όπως τα αζολικά αντιµυκητιασικά, η σιµετιδίνη, η ερυθροµυκίνη και οι αναστολείς της πρωτεάσης είναι απίθανες αν και έχουν αναφερθεί κάποιες. Τα ορμονικά αντισυλληπτικά (µεταξύ των οποίων συνδυασμοί οιστρογόνων και προγεστερόνης ή μόνο προγεστερόνη) είναι αναστολείς των CYP 1A2, CYP 3A4 και CYP 2C19. Συνεπώς η έναρξη ή η διακοπή των ορμονικών αντισυλληπτικών μπορεί να απαιτεί προσαρμογή της δόσης της κλοζαπίνης σύμφωνα με τις εξατομικευμένες ιατρικές ανάγκες. Επειδή η συγκέντρωση της κλοζαπίνης στο πλάσµα αυξάνεται από τη λήψη καφεΐνης και ελαττώνεται περίπου κατά 50% µετά από 5 ηµέρες χωρίς καφεΐνη, µπορεί να είναι απαραίτητες αλλαγές στη δόση της κλοζαπίνης αν υπάρχει αλλαγή στις συνήθειες κατανάλωσης καφεΐνης. Σε περιπτώσεις απότοµης διακοπής του καπνίσµατος η συγκέντρωση της κλοζαπίνης στο πλάσµα µπορεί να αυξηθεί, οδηγώντας έτσι σε αύξηση των ανεπιθυµήτων ενεργειών.
Έχει αναφερθεί αλληλεπίδραση μεταξύ σιταλοπράμης και κλοζαπίνης, η οποία μπορεί να αυξήσει τον κίνδυνο ανεπιθύμητων ενεργειών που συνδέονται με την κλοζαπίνη. Η φύση αυτής της αλληλεπίδρασης δεν έχει διευκρινισθεί πλήρως
Η συγχορήγηση φαρµάκων που είναι γνωστό ότι επάγουν το κυτόχρωµα Ρ450 µπορεί να ελαττώσει τα επίπεδα της κλοζαπίνης στο πλάσµα, οδηγώντας σε ελαττωµένη αποτελεσµατικότητα. Φάρµακα που είναι γνωστό ότι επάγουν τη δραστηριότητα των ενζύµων του κυτοχρώµατος P450 και για τα οποία έχουν αναφερθεί αλληλεπιδράσεις µε την κλοζαπίνη περιλαµβάνουν, για παράδειγµα, την καρβαµαζεπίνη (να µη συγχορηγείται µε την κλοζαπίνη, λόγω της µυελοκατασταλτικής της δυνατότητας), τη φαινυτοϊνη και τη ριφαµπικίνη. Γνωστοί επαγωγείς του CYP1A1όπως η ομεπραζόλη, μπορεί να οδηγήσουν σε μειωμένα επίπεδα κλοζαπίνης.
Άλλες
Συγχορήγηση λιθίου ή άλλων παραγόντων που ενεργούν στο ΚΝΣ µπορεί να αυξήσει τον κίνδυνο του κακοήθους νευροληπτικού συνδρόµου (ΝΜS). Έχουν αναφερθεί σπάνιες αλλά σοβαρές αναφορές επιληπτικών κρίσεων, συµπεριλαµβανοµένης της εµφάνισης επιληπτικών κρίσεων σε µη επιληπτικούς ασθενείς, και µεµονωµένες περιπτώσεις παραληρήµατος σε περιπτώσεις που το Leponex συγχορηγείται µε βαλπροϊκό οξύ. Αυτές οι επιδράσεις πιθανά οφείλονται σε φαρµακοδυναµικές αλληλεπιδράσεις, ο µηχανισµός των οποίων δεν έχει καθοριστεί.
Απαιτείται προσοχή στους ασθενείς που λαµβάνουν συγχορηγούµενη θεραπεία που περιλαµβάνει φάρµακα που είναι είτε αναστολείς είτε επαγωγείς των ισοενζύµων του κυτοχρώµατος Ρ450. Δεν έχουν παρατηρηθεί µέχρι τώρα αλληλεπιδράσεις κλινικά σηµαντικές µε τα τρικυκλικά αντικαταθλιπτικά, τις φαινοθειαζίνες και τα αντιαρρυθµικά τύπου 1c, τα οποία είναι γνωστό ότι συνδέονται µε το κυτόχρωµα Ρ450 2D6.
Όπως και με άλλα αντιψυχωσικά πρέπει να δίδεται ιδιαίτερη προσοχή όταν η κλοζαπίνη συνταγογραφείται με φάρµακα που είναι γνωστό ότι αυξάνουν το διάστημα QTc ή προκαλούν ηλεκτρολυτικές διαταραχές.
Μία περίληψη των αλληλεπιδράσεων φαρµάκων µε Leponex που πιστεύεται ότι είναι οι πιο σηµαντικές δίνεται παρακάτω στο Πίνακα 2 (ο κατάλογος αυτός δεν είναι λεπτοµερής).
Πίνακας 2: Αναφορά των πιο συχνών αλληλεπιδράσεων φαρµάκων µε Leponex
| Φάρμακο | Αλληλεπιδράσεις | Σχόλια |
|---|---|---|
| Κατασταλτικά του μυελού των οστών (π.χ. καρβαµαζεπίνη, χλοραμφενικόλη, σουλφοναμίδες (π.χ. κοτριμοξαζόλη), πυραζολονικά, αναλγητικά (π.χ. φενυλοβουταζόνη), πενικιλαμίνη, κυτταροτοξικοί παράγοντες και εγχύσεις βραδείας δράσης depot αντιψυχωτικών | Αλληλεπιδρώντας αυξάνουν τον κίνδυνο και /ή τη σοβαρότητα για καταστολή του μυελού των οστών | Το Leponex δεν πρέπει να συγχορηγείται με άλλα φάρμακα με γνωστό δυναμικό καταστολής της λειτουργίας του μυελού των οστών (βλ. 4.3 Αντενδείξεις) |
| Βενζοδιαζεπίνες | Η συγχορήγηση μπορεί να αυξήσει τον κίνδυνο για κυκλοφορική καταπληξία, που μπορεί να οδηγήσει σε καρδιακή ή/και αναπνευστική παύση | Αν και η συχνότητα εμφάνισης είναι σπάνια, χρειάζεται προσοχή όταν χρησιμοποιούνται αυτά τα φάρμακα μαζί. Αναφορές υποδηλώνουν ότι αναπνευστική καταστολή και ανεπάρκεια είναι πιο πιθανό να συμβούν στο ξεκίνημα αυτού του συνδυασμού ή όταν το Leponex προστίθεται στο ήδη υπάρχον θεραπευτικό σχήμα με βενζοδιαζεπίνες |
| Αντιχολινεργικά | Το Leponex ενισχύει τη δράση αυτών των φαρμάκων μέσω πρόσθετης αντιχολινεργικής δράσης | Να παρακολουθούνται οι ασθενείς για αντιχολινεργικές ανεπιθύμητες ενέργειες π.χ. δυσκοιλιότητα, ιδιαίτερα όταν χρησιμοποιείται για να βοηθήσει στον έλεγχο της υπερέκκρισης σιέλου |
| Αντιυπερτασικά | Το Leponex μπορεί να ενισχύσει τις υποτασικές δράσεις αυτών των φαρμάκων λόγω των συμπαθομιμητικών ανταγωνιστικών επιδράσεων του | Συνιστάται προσοχή όταν το Leponex συγχορηγείται με αντιυπερτασικά φάρμακα. Οι ασθενείς πρέπει να ενημερώνονται για τον κίνδυνο υπότασης, ιδιαίτερα στη διάρκεια της περιόδου της αρχικής τιτλοποίησης της δοσολογίας |
| Αλκοόλη, Αναστολείς ΜΑΟ, κατασταλτικά του ΚΝΣ, συμπεριλαμβανομένων ναρκωτικών ουσιών και βενζοδιαζεπινών | Αυξημένες κεντρικές επιδράσεις. Πρόσθετη καταστολή του ΚΝΣ και επίδραση στη γνωσιακή και κινητική λειτουργία όταν χρησιμοποιείται σε συνδυασμό με τέτοια φάρμακα | Συνιστάται προσοχή όταν το Leponex συγχορηγείται με άλλους παράγοντες με δράση στο ΚΝΣ. Οι ασθενείς πρέπει να ενημερώνονται για ενδεχόμενες πρόσθετες κατασταλτικές επιδράσεις και να εφιστάται η προσοχή τους στο να μην οδηγούν ή να χειρίζονται μηχανήματα |
| Φάρμακα υψηλής δέσμευσης με τις πρωτεϊνες (π.χ. βαρφαρίνη και διγοξίνη) | Το Leponex μπορεί να αυξήσει τη συγκέντρωση αυτών των φαρμάκων στο πλάσμα λόγω της αποδεύσμεσης από τις πρωτεϊνες του πλάσματος | Οι ασθενείς πρέπει να παρακολουθούνται για εμφάνιση ανεπιθύμητων ενεργειών που να σχετίζονται με αυτά τα φάρμακα και εάν είναι απαραίτητο, να γίνεται ρύθμιση της δοσολογίας του φαρμάκου που δεσμεύεται με τις πρωτεΐνες |
| Φαινυτοϊνη | Προσθήκη της φαινυτοϊνης στη θεραπευτική αγωγή με το Leponex μπορεί να προκαλέσει μείωση στις συγκεντρώσεις της κλοζαπίνης στο πλάσμα | Εάν πρέπει να χρησιμοποιηθεί η φαινυτοΐνη, ο ασθενής θα πρέπει να παρακολουθείται στενά για επιδείνωση ή επανεμφάνιση των ψυχωσικών συμπτωμάτων |
| Λίθιο | Η συγχορήγηση μπορεί να αυξήσει τον κίνδυνο ανάπτυξης κακοήθους νευροληπτικού συνδρόμου (ΝΜS) | Να παρακολουθείτε για σημεία και συμπτώματα του ΝΜS |
| Δραστικές ουσίες επαγωγείς του CYP1A2 (π.χ. ομεπραζόλη) | Η συγχορήγηση μπορεί να μειώσει τα επίπεδα κλοζαπίνης | Πρέπει να λαμβάνεται υπ ‘όψη η πιθανότητα μειωμένης αποτελεσματικότητας της κλοζαπίνης |
| Δραστικές ουσίες αναστολείς του CYP1A2 π.χ.φλουβοξαμίνη, καφεΐνη, σιπροφλοξασίνη, περαζίνη ή ορμονικά αντισυλληπτικά (CYP1A2, CYP3A4, CYP2C19) | Η συγχορήγηση μπορεί να αυξήσει τα επίπεδα κλοζαπίνης | Είναι πιθανή η αύξηση στις ανεπιθύμητες ενέργειες. Προσοχή επί επίσης χρειάζεται κατά την διακοπή των συγχορηγούμενων φαρμάκων που αναστέλλουν το CYP1A2 ή το CYP3A4 καθώς μπορεί να παρουσιασθεί μείωση των επιπέδων της κλοζαπίνης. Η επίδραση της αναστολής του CYP2C19 μπορεί να είναι ελάχιστη. |
sick
Ανεπιθύμητες ενέργειες
SPC-LEPONEX
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
pregnant_woman
Κύηση / γαλουχία
SPC-LEPONEX
expand_more
Κύηση / γαλουχία
Εγκυμοσύνη
Για το Leponex υπάρχουν µόνο περιορισμένα κλινικά δεδομένα από έκθεση κυήσεων. Μελέτες σε ζώα δεν έδειξαν άµεσες ή έµμεσες επιβλαβείς επιδράσεις σε σχέση µε την εγκυµοσύνη, την εµβρυϊκή ανάπτυξη, τον τοκετό ή τη µεταγεννητική ανάπτυξη (βλ. παράγραφο 5.3). Πρέπει να δίδεται προσοχή όταν συνταγογραφείται σε εγκύους γυναίκες.
Τα νεογνά τα οποία εκτίθενται σε αντιψυχωσικά φάρμακα (συμπεριλαμβανομένου και του Leponex) κατά το τρίτο τρίμηνο της εγκυμοσύνης διατρέχουν τον κίνδυνο να εμφανίσουν ανεπιθύμητες ενέργειες, συμπεριλαμβανομένων εξωπυραμιδικών και/ή συμπτωμάτων απόσυρσης, που πιθανόν να ποικίλουν σε βαρύτητα και διάρκεια μετά τον τοκετό. Έχουν υπάρξει αναφορές διέγερσης, υπερτονίας, υποτονίας, τρόμου, υπνηλίας, αναπνευστικής δυσχέρειας ή διαταραχής της σίτισης. Κατά συνέπεια, τα νεογνά πρέπει να παρακολουθούνται προσεκτικά.
Θηλασμός
Μελέτες σε ζώα δείχνουν ότι η κλοζαπίνη εκκρίνεται στο γάλα και επιδρά στα θηλάζοντα βρέφη. Εποµένως, οι µητέρες που λαµβάνουν Leponex δεν πρέπει να θηλάζουν.
Γονιμότητα
Τα περιορισμένα δεδομένα που υπάρχουν διαθέσιμα για τις επιδράσεις της κλοζαπίνης στην ανθρώπινη γονιμότητα δεν οδηγούν σε οριστικά συμπεράσματα. Σε άρρενες και θήλεις επίμυες, η κλοζαπίνη δεν επηρέασε την γονιμότητα όταν χορηγήθηκε σε δόσεις έως 40 mg/kg, που αντιστοιχούν σε ισοδύναμη δόση στον άνθρωπο 6,4 mg/kg ή περίπου το ένα τρίτο της μέγιστης επιτρεπόμενης δόσης ενηλίκου ανθρώπου.
Γυναίκες σε αναπαραγωγική ηλικία
Μπορεί να παρατηρηθεί επιστροφή σε φυσιολογική έµµηνο ρύση σαν αποτέλεσµα της αλλαγής από άλλα αντιψυχωσικά σε Leponex. Πρέπει λοιπόν να εξασφαλίζονται επαρκή αντισυλληπτικά µέτρα σε γυναίκες αναπαραγωγικής ηλικίας.
monitor_heart
Φαρμακοδυναμική
SPC-LEPONEX
expand_more
Φαρμακοδυναμική
biotech
Φαρμακοκινητική
SPC-LEPONEX
expand_more
Φαρμακοκινητική
ΕΟΦ · 4.2
Aντιψυχωσικά φάρμακα
expand_more
Aντιψυχωσικά φάρμακα
Oνομάζονται και μείζονα ηρεμιστικά και περιλαμβάνουν τα κλασικά αντιψυχωσικά ή νευροληπτικά και τα άτυπα αντιψυχωσικά.
Στην πρώτη κατηγορία ανήκουν κυρίως τα παράγωγα της φαινοθειαζίνης (αλειφατικά, πιπεριδινικά, πιπεραζινικά), της βουτυροφαινόνης και του θειοξανθενίου. Στη δεύτερη κατηγορία περιλαμβάνεται το πρότυπο άτυπο κλοζαπίνη και τα νεώτερα αντιψυχωσικά ολανζαπίνη και κουετιαπίνη. Η ρισπεριδόνη έχει χαρακτηριστικά και των δύο κατηγοριών.
H κυριότερη ένδειξη είναι η σχιζοφρενική ψύχωση. Άλλες ενδείξεις χορήγησης είναι μανία, οξύ ψυχωσικό επεισόδιο, παραληρητικές μορφές κατάθλιψης (με ταυτόχρονη χορήγηση αντικαταθλιπτικού), οργανικές ψυχώσεις (οφειλόμενες σε οργανική πάθηση). Λιγότερο αποτελεσματικά είναι στις χρόνιες παραληρητικές διαταραχές. H συστηματική χορήγηση αντιψυχωσικών σε αγχώδεις διαταραχές ή ψυχοσωματικά νοσήματα πρέπει να αποφεύγεται, γιατί έχουν πολύ περισσότερες ανεπιθύμητες ενέργειες από τα αγχολυτικά.
Tα αντιψυχωσικά βελτιώνουν τις διαταραχές της σκέψης, της αντίληψης, του συναισθήματος, την υπερκινητική συμπεριφορά και επηρεάζουν θετικά την επανασύνδεση του σχιζοφρενούς με το περιβάλλον του. H χορήγηση των αντιψυχωσικών επιτρέπει τον αποτελεσματικό έλεγχο των οξέων σχιζοφρενικών επεισοδίων και των υποτροπών της νόσου. H μακροχρόνια συνέχιση της χορήγησης των αντιψυχωσικών μετά την υποχώρηση των συμπτωμάτων, συχνά σε μειωμένες δόσεις συντήρησης, αποβλέπει στην πρόληψη των υποτροπών που εμφανίζονται εβδομάδες ή και μήνες μετά τη διακοπή των φαρμάκων. Για τη περίπτωση αυτή υπάρχουν μορφές παρατεταμένης δράσεως.
Πιο πιθανός τρόπος δράσεως θεωρείται ο αποκλεισμός των υποδοχέων D2 της ντοπαμίνης. H ιδιότητα αυτή φαίνεται να συσχετίζεται θετικά με τη θεραπευτική τους αποτελεσματικότητα. Ωστόσο το άτυπο αντιψυχωσικό κλοζαπίνη δεσμεύει σε μικρότερο βαθμό τους D2 υποδοχείς, αλλά δεσμεύει ταυτόχρονα σε σημαντικό βαθμό τους υποδοχείς τύπου 2 της σεροτονίνης (5HT2), σε αντίθεση με τα κλασικά αντιψυχωσικά. Aκόμη, η εμφάνιση εξωπυραμιδικών συμπτωμάτων και η αύξηση της προλακτίνης οφείλεται στην αντιντοπαμινεργική τους δράση. Eπίσης τα αντιψυχωσικά αποκλείουν, σε άλλοτε άλλο βαθμό, τους αδρενεργικούς, χολινεργικούς, ισταμινεργικούς και άλλους σεροτονινεργικούς υποδοχείς, ιδιότητες που συνδέονται με ανεπιθύμητες ενέργειες, όπως ορθοστατική υπόταση, ταχυκαρδία, ξηροστομία, δυσκοιλιότητα κ.ά. (βλ. και Πίνακα 4.2).
t4.2.jpg:
Tα αντιψυχωσικά έχουν την ίδια αντιψυχωσική ισχύ και το καθένα μπορεί να αντικατασταθεί με ισοδύναμες δόσεις άλλου φαρμάκου. Eξαίρεση αποτελούν η κλοζαπίνη, η οποία είναι δυνατόν να έχει μεγαλύτερη αποτελεσματικότητα σε ανθεκτικές μορφές σχιζοφρένειας καθώς και η προμαζίνη και η λεβοπρομαζίνη, οι οποίες έχουν ασθενέστερη δράση και χορηγούνται σαν συμπληρωματικά της κύριας αντιψυχωσικής αγωγής φάρμακα.
H επιλογή του κατάλληλου φαρμάκου εξαρτάται από το αν είναι επιθυμητό μικρότερο ή μεγαλύτερο κατασταλτικό αποτέλεσμα, καθώς και από την ευαισθησία του ασθενούς στις εξωπυραμιδικές ανεπιθύμητες ενέργειες. Τα νεότερα άτυπα αντιψυχωσικά, σε αντίθεση με τα κλασικά νευροληπτικά, πλεονεκτούν σημαντικά από πλευράς ανεπιθύμητων ενεργειών καθώς και στην αντιμετώπιση των αρνητικών συμπτωμάτων της σχιζοφρένειας. H απάντηση στη θεραπεία και η ανοχή στις ανεπιθύμητες ενέργειες διαφέρουν σημαντικά μεταξύ των ασθενών. H χορήγηση περισσότερων του ενός αντιψυχωσικών στον ασθενή πρέπει να αποφεύγεται, καθότι δεν έχει τεκμηριωθεί ότι οι ανεπιθύμητες ενέργειες περιορίζονται. Aσθενής με καλή ανταπόκριση σε ένα αντιψυχωσικό στο παρελθόν είναι αρκετά πιθανό να απαντήσει πάλι εξίσου καλά. Aντίθετα, αντιψυχωσικά που στο παρελθόν έχουν προκαλέσει έντονα εξωπυραμιδικά συμπτώματα πρέπει να αποφεύγονται ως πρώτη επιλογή. Για ειδικές κατηγορίες ασθενών, π.χ. ασθενείς με ιστορικό αποπειρών αυτοκαταστροφής, πρέπει να χορηγούνται αντιψυχωσικά που είναι περισσότερο ασφαλή. Aντιψυχωσικά που σε υπερβολικές δόσεις είναι καρδιοτοξικά, όπως η θειοριδαζίνη και η πιμοζίδη, πρέπει να χορηγούνται με προσοχή. Σε ασθενείς με γλαύκωμα, υπερτροφία του προστάτη ή άλλες αντενδείξεις σε αντιχολινεργικά φάρμακα, πρέπει να αποφεύγονται φαινοθειαζίνες ή θειοξανθένια με αυξημένες αντίστοιχες ιδιότητες, όπως η θειοριδαζίνη. H ηρεμιστική κατασταλτική δράση των αντιψυχωσικών εμφανίζεται 1 εβδομάδα πριν από την απάντηση των ψυχωσικών συμπτωμάτων, όπως οι παραληρητικές ιδέες και οι ψευδαισθήσεις. Συνεπώς η αύξηση της δόσης πριν από την παρέλευση χρονικού διαστήματος πρέπει να αποφεύγεται γιατί οδηγεί σε υπερδοσολογία, η οποία δεν προσφέρει καλύτερα αποτελέσματα και δημιουργεί κίνδυνο ανεπιθύμητων ενεργειών. Eφόσον ο ασθενής είναι διεγερτικός χορηγούνται προσωρινά μεγαλύτερες δόσεις κατά προτίμηση σε ενδομυϊκές μορφές.
H ασφαλής και αποτελεσματική χορήγηση σκευασμάτων παρατεταμένης δράσεως προϋποθέτει τα ακόλουθα:
o Έναρξη με χαμηλή δόση, π.χ. 1 ml αλοπεριδόλης δοκιμαστικά για τον έλεγχο ανεπιθύμητων ενεργειών.
o Mε τις αρχικές χαμηλές δόσεις μπορεί να είναι αναγκαία η συγχορήγηση αντιψυχωσικού από του στόματος.
o Oι ασθενείς πρέπει να ελεγχθούν για ακινητικά συμπτώματα και συμπτώματα που προσομοιάζουν με κατάθλιψη. Στην περίπτωση αυτή, επειδή οφείλονται στο φάρμακο, οι δόσεις πρέπει να μειωθούν.
o Tυπικά παρκινσονικά συμπτώματα και ακαθισία εμφανίζονται συχνά και αντιμετωπίζονται με αντιχολινεργικά αντιπαρκινσονικά.
o H ανάγκη για συνέχιση της αντιπαρκινσονικής θεραπείας πρέπει να επανεκτιμάται ανά διαστήματα. H οξεία δυστονία (έντονη, ασύμμετρη σύσπαση μυικών ομάδων με συνέπεια παραμορφωτικές στάσεις κεφαλής, κάτω γνάθου, γλώσσας, οφθαλμικών βολβών, άκρων ή και κορμού) παρουσιάζεται στην αρχή της θεραπείας. Για την άμεση αντιμετώπισή της χρησιμοποιούνται ενέσιμα αντιπαρκινσονικά.
H χορήγηση κλοζαπίνης είναι δυνατόν να προκαλέσει ουδετεροπενία έως και ακοκκιοκυτταραιμία. Γι αυτό είναι απαραίτητος ο έλεγχος του αίματος πριν από την έναρξη της θεραπείας, κάθε εβδομάδα τις πρώτες 18 εβδομάδες θεραπείας, και μετά κάθε μήνα όσο διαρκεί η θεραπεία. Aν διαπιστωθεί διαταραχή η χορήγηση διακόπτεται.
Yπάρχει ο κίνδυνος μετά από μακρόχρονη χορήγηση αντιψυχωσικών να εκδηλωθεί κατά τη διάρκεια ή μετά τη διακοπή της θεραπείας όψιμη δυσκινησία. Πρόκειται για ένα σύνδρομο ανώμαλων κινήσεων που συνήθως αφορά τους περιστοματικούς μυς, τους μυς της παρειάς και της γλώσσας. Kινήσεις των άκρων και του κορμού είναι πιο σπάνιες. Για την εμφάνιση όψιμης δυσκινησίας απαιτούνται κατά κανόνα μήνες και χρόνια. Hλικιωμένα άτομα, γυναίκες, ασθενείς με οργανικές εγκεφαλικές βλάβες και ασθενείς που λαμβάνουν μεγάλες δόσεις νευροληπτικών έχουν περισσότερες πιθανότητες να εκδηλώσουν όψιμη δυσκινησία χωρίς όμως κάτι τέτοιο να αποκλεισθεί για άλλα άτομα. H κατά το δυνατό μειωμένη δόση συντήρησης φαίνεται ότι περιορίζει τις πιθανότητες εμφάνισης της όψιμης δυσκινησίας.
Tα αντιψυχωσικά δεν προκαλούν εξάρτηση.
Tο κακόηθες νευροληπτικό σύνδρομο είναι μια εξαιρετικά σοβαρή ιδιοσυγκρασιακή αντίδραση στα αντιψυχωσικά φάρμακα. Tα κυριότερα συμπτώματα είναι δυσκαμψία, πυρετός, αστάθεια του αυτόνομου νευρικού συστήματος (υπόταση ή υπέρταση, ταχυκαρδία, ωχρότητα) και εγκεφαλοπάθεια. Aναπτύσσονται σε 24-32 ώρες και η δυσκαμψία προηγείται των άλλων. O πυρετός μπορεί να είναι υψηλός με θερμοκρασίες 41° C και υψηλότερες, ενώ ο μυϊκός τόνος είναι αυξημένος και σε ορισμένες περιπτώσεις οδηγεί σε νέκρωση του μυϊκού ιστού με κίνδυνο νεφρικής ανεπάρκειας από μυοσφαιρινουρία. Παρατηρούνται ακόμη καρδιακή αρρυθμία, ακινησία, τρόμος και ακούσιες κινήσεις. O ασθενής είναι συνήθως συγχυτικός και αμίλητος. Tο επίπεδο συνειδήσεως παρουσιάζει μεταβολές και ο ασθενής εκδηλώνει διέγερση ή βρίσκεται μέχρι και σε εμβροντησία. Aυξημένη είναι η δραστικότητα της κρεατινοφωσφοκινάσης και των ηπατικών ενζύμων (τρανσαμινάσες και γαλακτική αφυδρογονάση). Aν και όλα τα νευροληπτικά έχουν συνδυασθεί με το κακοήθες σύνδρομο, σε υψηλές δόσεις αυτών που έχουν μεγαλύτερη ισχύ ο κίνδυνος αυξάνεται. Tο κακόηθες νευροληπτικό σύνδρομο αποβαίνει θανατηφόρο σε ποσοστό 20%. Aντιμετώπιση: Άμεση διακοπή χορήγησης αντιψυχωσικών, ενυδάτωση του ασθενούς, παρακολούθηση της καρδιακής, αναπνευστικής και νεφρικής λειτουργίας, χρήση ψυχρών επιθεμάτων και χορήγηση συνδυασμού μυοχαλαρωτικών (νατριούχος δανδρολένη 1-3 mg/kg ημερησίως από του στόματος ή ενδοφλεβίως), βενζοδιαζεπινών και βρωμοκρυπτίνης 5-10 mg ημερησίως.
Αλλες χρήσεις: Mερικά αντιψυχωτικά φάρμακα, κυρίως η χλωροπρομαζίνη και η αλοπεριδόλη, χρησιμοποιούνται σε μικρές δόσεις για την καταπολέμηση του επίμονου λόξυγγα, της ναυτίας και του εμέτου. Eπίσης η αλοπεριδόλη σε διάφορες υπερκινησίες, όπως η χορεία του Huntington, τα τικς, το σύνδρομο Gilles de la Tourette, κ.ά.
DrugBank
Description
expand_more
Description
DrugBank
Indication
expand_more
Indication
DrugBank
Pharmacology
expand_more
Pharmacology
DrugBank
Mechanism of action
expand_more
Mechanism of action
DrugBank
Absorption
expand_more
Absorption
DrugBank
Half life
expand_more
Half life
DrugBank
Protein binding
expand_more
Protein binding
DrugBank
Route of elimination
expand_more
Route of elimination
DrugBank
Toxicity
expand_more
Toxicity
science
PubChem
Φαρμακοδυναμική
expand_more
Φαρμακοδυναμική
Φαρμακοδυναμική
Η κλοζαπίνη είναι ένας ψυχοτρόπος παράγοντας που ανήκει στη χημική κατηγορία των βενζιζοξαζολικών παραγώγων, η οποία καθολικά θεωρείται η θεραπεία εκλογής για την ανθεκτική στη θεραπεία σχιζοφρένεια. Παρόλο που πιστεύεται ότι μεσολαβεί τη φαρμακολογική της δράση μέσω ανταγωνισμού των υποδοχέων ντοπαμίνης τύπου 2 (D2) και σεροτονίνης τύπου 2Α (5-HT2A), έρευνες έχουν δείξει ότι η κλοζαπίνη μπορεί να δράσει σε διάφορους τύπους υποδοχέων.
Οι ασθενείς πρέπει να ενημερώνονται σχετικά με τον κίνδυνο αντιδράσεων υπερευαισθησίας, όπως η αγχρανουλοκυττάρωση και η μυοκαρδίτιδα, με τη χρήση κλοζαπίνης.
-
Αγχρανουλοκυττάρωση:
- Πρόκειται για μείωση του απόλυτου αριθμού ουδετερόφιλων ή του λευκοκυτταρικού τύπου, η οποία αυξάνει τον κίνδυνο λοίμωξης του ασθενούς.
- Είναι πιθανότερο να συμβεί τους πρώτους 3-6 μήνες της θεραπείας, αλλά μπορεί να εμφανιστεί και μετά από χρόνια θεραπείας.
- Ο μηχανισμός θεωρείται ότι είναι μια μη-δοσοεξαρτώμενη και ανοσομεσολαβούμενη αντίδραση κατά των ουδετερόφιλων.
- Οι ασθενείς παρακολουθούνται αυστηρά με εργαστηριακές εξετάσεις (γενική αίματος με τύπο) για να διασφαλιστεί η έγκαιρη ανίχνευση και θεραπεία της αγχρανουλοκυττάρωσης.
- Οι αρχικές εξετάσεις γίνονται σε εβδομαδιαία διαστήματα, αλλά επεκτείνονται σε δεκαπενθήμερα διαστήματα στους έξι μήνες, και στη συνέχεια σε μηνιαία διαστήματα στους δώδεκα μήνες, εάν τα εργαστηριακά αποτελέσματα είναι εντός του φυσιολογικού εύρους.
- Οι παράμετροι παρακολούθησης μπορεί να αλλάξουν εάν υπάρξει οποιοδήποτε διάλειμμα στη θεραπεία.
- Στον Καναδά, οι εργαστηριακές τιμές του ασθενούς αναφέρονται στον κατασκευαστή για αιματολογική παρακολούθηση, και στις ΗΠΑ, αναφέρονται στο πρόγραμμα REMS (Risk Evaluation and Mitigation Strategy).
- Αυτά τα προγράμματα ειδοποιούν τον πάροχο φροντίδας για οποιαδήποτε σημαντική πτώση στον αριθμό των WBC/ουδετερόφιλων, ή εάν η πτώση είναι κάτω από ένα κατώφλι.
- Οι ασθενείς που εισέρχονται στη “Ζώνη Κινδύνου” (WBC<2x109/L ή ANC<1.5x109/L) κανονικά δεν πρέπει να επανεκκινούν τη θεραπεία.
-
Μυοκαρδίτιδα προκαλούμενη από κλοζαπίνη:
- Είναι μια αντίδραση υπερευαισθησίας που συνήθως εμφανίζεται την τρίτη εβδομάδα της θεραπείας με κλοζαπίνη και επηρεάζει περίπου το 2% των ασθενών που λαμβάνουν κλοζαπίνη.
- Παρακολουθήστε την τροπονίνη, την CRP και το ΗΚΓ του ασθενούς στη βασική γραμμή και 28 ημέρες μετά την έναρξη της θεραπείας.
- Ακολουθήστε τις οδηγίες για τα κατάλληλα επόμενα βήματα σύμφωνα με τα εργαστηριακά αποτελέσματα του ασθενούς.
- Εάν εμφανιστεί μυοκαρδίτιδα, ο ασθενής δεν πρέπει να επανεκκινηθεί με κλοζαπίνη.
neurology
PubChem
Μηχανισμός δράσης
expand_more
Μηχανισμός δράσης
Μηχανισμός Δράσης
Ο μηχανισμός δράσης της κλοζαπίνης είναι άγνωστος. Ωστόσο, έχει προταθεί ότι η θεραπευτική αποτελεσματικότητα της κλοζαπίνης στη σχιζοφρένεια μεσολαβείται μέσω ανταγωνισμού των υποδοχέων ντοπαμίνης τύπου 2 (D2) και σεροτονίνης τύπου 2Α (5-HT2A).
Η κλοζαπίνη δρα επίσης ως ανταγωνιστής σε αδρενεργικούς, χολινεργικούς, ισταμινεργικούς και άλλους ντοπαμινεργικούς και σεροτονινεργικούς υποδοχείς.
Η κλοζαπίνη έδειξε συγγένεια σύνδεσης με τους ακόλουθους υποδοχείς:
- Ισταμίνης H1 (Ki 1.1 nM)
- Αδρενεργικό α1A (Ki 1.6 nM)
- Σεροτονίνης 5-HT6 (Ki 4 nM)
- Σεροτονίνης 5-HT2A (Ki 5.4 nM)
- Μουσκαρινικό M1 (Ki 6.2 nM)
- Σεροτονίνης 5-HT7 (Ki 6.3 nM)
- Σεροτονίνης 5-HT2C (Ki 9.4 nM)
- Ντοπαμίνης D4 (Ki 24 nM)
- Αδρενεργικό α2A (Ki 90 nM)
- Σεροτονίνης 5-HT3 (Ki 95 nM)
- Σεροτονίνης 5-HT1A (Ki 120 nM)
- Ντοπαμίνης D2 (Ki 160 nM)
- Ντοπαμίνης D1 (Ki 270 nM)
- Ντοπαμίνης D5 (Ki 454 nM)
- Ντοπαμίνης D3 (Ki 555 nM)
Η κλοζαπίνη δρα ως ανταγωνιστής σε άλλους υποδοχείς, αλλά με χαμηλότερη συγγένεια. Ο ανταγωνισμός σε υποδοχείς πέραν των D2 και 5HT2 με παρόμοιες συγγένειες υποδοχέων μπορεί να εξηγεί ορισμένες από τις άλλες θεραπευτικές και ανεπιθύμητες ενέργειες της κλοζαπίνης.
- Ο ανταγωνισμός της κλοζαπίνης στους μουσκαρινικούς υποδοχείς M1-5 μπορεί να εξηγεί τις αντιχολινεργικές της δράσεις.
- Ο ανταγωνισμός της κλοζαπίνης στους ισταμινικούς υποδοχείς H1 μπορεί να εξηγεί τη υπνηλία που παρατηρείται με αυτό το φάρμακο.
- Ο ανταγωνισμός της κλοζαπίνης στους αδρενεργικούς υποδοχείς α1 μπορεί να εξηγεί την ορθοστατική υπόταση που παρατηρείται με αυτό το φάρμακο.
Η κλοζαπίνη ταξινομείται ως «άτυπο» αντιψυχωσικό φάρμακο, επειδή το προφίλ σύνδεσής της με τους υποδοχείς ντοπαμίνης και οι επιδράσεις της σε διάφορες συμπεριφορές που διαμεσολαβούνται από ντοπαμίνη διαφέρουν από αυτά που παρουσιάζουν τα πιο τυπικά αντιψυχωσικά φαρμακευτικά προϊόντα. Συγκεκριμένα, παρόλο που η κλοζαπίνη παρεμβαίνει στη σύνδεση της ντοπαμίνης στους υποδοχείς D1, D2, D3 και D5, και έχει υψηλή συγγένεια για τον υποδοχέα D4, δεν προκαλεί καταληψία ούτε αναστέλλει την στερεοτυπία που προκαλείται από την απομορφίνη. Αυτή η ένδειξη, σε συμφωνία με την άποψη ότι η κλοζαπίνη είναι προτιμησιακά πιο δραστική στους λιμβικούς παρά στους ραβδωτούς υποδοχείς ντοπαμίνης, μπορεί να εξηγήσει τη σχετική απουσία εξωπυραμιδικών παρενεργειών με την κλοζαπίνη. Η κλοζαπίνη δρα επίσης ως ανταγωνιστής σε αδρενεργικούς, χολινεργικούς, ισταμινεργικούς και σεροτονινεργικούς υποδοχείς.
biotech
PubChem
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
expand_more
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
Απορρόφηση, Κατανομή & Απέκκριση
Στους ανθρώπους, τα δισκία κλοζαπίνης (25 mg και 100 mg) είναι εξίσου βιοδιαθέσιμα σε σχέση με ένα διάλυμα CLOZARIL.
Μετά από από του στόματος χορήγηση 100 mg κλοζαπίνης δύο φορές την ημέρα, η μέση σταθερή μέγιστη πλασματική συγκέντρωση ήταν 319 ng/mL (εύρος: 102 έως 771 ng/mL), με μέση τιμή 2,5 ώρες (εύρος: 1 έως 6 ώρες) μετά τη δόση. Η μέση ελάχιστη συγκέντρωση σε σταθερή κατάσταση ήταν 122 ng/mL (εύρος: 41 έως 343 ng/mL), μετά από χορήγηση 100 mg δύο φορές την ημέρα.
Περίπου το 50% της χορηγούμενης δόσης απεκκρίνεται στα ούρα και το 30% στα κόπρανα.
Ο διάμεσος όγκος κατανομής της κλοζαπίνης υπολογίστηκε σε 508 L (272–1290 L).
Η διάμεση κάθαρση της κλοζαπίνης υπολογίζεται σε 30,3 L/h (14,4–45,2 L/h).
Η κλοζαπίνη μεταβολίζεται σχεδόν πλήρως πριν την απέκκριση και μόνο ίχνη του αμετάβλητου φαρμάκου ανιχνεύονται στα ούρα και τα κόπρανα. Περίπου το 50% της χορηγούμενης δόσης απεκκρίνεται στα ούρα και το 30% στα κόπρανα. Οι απομεθυλιωμένοι, υδροξυλιωμένοι και N-οξειδικοί μεταβολίτες αποτελούν συστατικά τόσο στα ούρα όσο και στα κόπρανα. Φαρμακολογικές δοκιμές έχουν δείξει ότι ο δεσμεθυλιωμένος μεταβολίτης έχει μόνο περιορισμένη δραστηριότητα, ενώ οι υδροξυλιωμένοι και N-οξειδικοί μεταβολίτες ήταν ανενεργοί.
Στον άνθρωπο, τα δισκία κλοζαπίνης (25 mg και 100 mg) είναι εξίσου βιοδιαθέσιμα σε σχέση με ένα διάλυμα κλοζαπίνης. Μετά από δοσολογία 100 mg δύο φορές ημερησίως (b.i.d.), η μέση σταθερή μέγιστη πλασματική συγκέντρωση ήταν 319 ng/mL (εύρος: 102 έως 771 ng/mL), με μέση τιμή 2,5 ώρες (εύρος: 1 έως 6 ώρες) μετά τη δόση. Η μέση ελάχιστη συγκέντρωση σε σταθερή κατάσταση ήταν 122 ng/mL (εύρος: 41 έως 343 ng/mL), μετά από δοσολογία 100 mg b.i.d.
Το φαγητό δεν φαίνεται να επηρεάζει τη συστημική βιοδιαθεσιμότητα της κλοζαπίνης. Επομένως, η κλοζαπίνη μπορεί να χορηγηθεί με ή χωρίς τροφή.
Η κλοζαπίνη απορροφάται ταχέως μετά από εφάπαξ και επαναλαμβανόμενες από του στόματος δόσεις, με τις σταθερές συγκεντρώσεις να επιτυγχάνονται εντός οκτώ έως δέκα ημερών μετά την έναρξη της θεραπείας.
water_drop
PubChem
Δέσμευση πρωτεϊνών
expand_more
Δέσμευση πρωτεϊνών
Σύνδεση με Πρωτεΐνες
Η κλοζαπίνη συνδέεται περίπου 97% με τις πρωτεΐνες του ορού. Η αλληλεπίδραση μεταξύ της κλοζαπίνης και άλλων φαρμάκων με υψηλή σύνδεση με πρωτεΐνες δεν έχει αξιολογηθεί πλήρως, αλλά μπορεί να είναι σημαντική.
hub
PubChem
Μεταβολισμός
expand_more
Μεταβολισμός
Μεταβολισμός
Η κλοζαπίνη μεταβολίζεται σχεδόν πλήρως πριν την απέκκριση, και μόνο ίχνη του αμετάβλητου φαρμάκου ανιχνεύονται στα ούρα και τα κόπρανα. Η κλοζαπίνη είναι υπόστρωμα για πολλά ισοένζυμα του κυτοχρώματος P450, ιδίως CYP1A2, CYP2D6, και CYP3A4.
Οι απομεθυλιωμένοι, υδροξυλιωμένοι και N-οξειδικοί μεταβολίτες αποτελούν συστατικά τόσο στα ούρα όσο και στα κόπρανα. Φαρμακολογικές δοκιμές έχουν δείξει ότι ο δεσμεθυλιωμένος μεταβολίτης (νορ-κλοζαπίνη) έχει μόνο περιορισμένη δραστηριότητα, ενώ οι υδροξυλιωμένοι και N-οξειδικοί μεταβολίτες ήταν ανενεργοί.
Ασθενείς με μανία και σχιζοφρένεια έλαβαν νευροληπτική κλοζαπίνη σε δόση 300-500 mg ημερησίως και οι μεταβολίτες της κλοζαπίνης απομονώθηκαν από τα ούρα και αναλύθηκαν με αεριοχρωματογραφία-φασματομετρία μάζας. Η κλοζαπίνη μετατράπηκε σε 2 μεταβολίτες με αντικατάσταση του ατόμου χλωρίου με ομάδα υδροξυλίου ή μεθυλσουλφιδίου. Περαιτέρω μεταβολίτες ήταν η N-δεμεθυλιωμένη παράγωγο των 2 πρώτων μεταβολιτών. Βρέθηκε επίσης ένας μεταβολίτης με οξειδωμένο δακτύλιο πιπεραζίνης, και προτείνεται η πιθανότητα ενός μεταβολίτη με οξειδωμένο θείο.
Η κλοζαπίνη μεταβολίζεται σε N-οξειδοκλοζαπίνη και N-δεμεθυλοκλοζαπίνη, οι οποίες έχουν μικρότερη φαρμακολογική δραστηριότητα από την μητρική ένωση και απεκκρίνονται στα ούρα και, σε μικρότερο βαθμό, στα κόπρανα.
Η κλοζαπίνη έχει γνωστούς ανθρώπινους μεταβολίτες που περιλαμβάνουν Κλοζαπίνη N-γλυκουρονίδιο, N-Δεσμεθυλοκλοζαπίνη και Κλοζαπίνη-N-οξείδιο.
Ήπαρ
Οδός Απέκκρισης: Περίπου το 50% της χορηγούμενης δόσης απεκκρίνεται στα ούρα και το 30% στα κόπρανα.
hourglass
PubChem
Ημίσεια ζωή
expand_more
Ημίσεια ζωή
Βιολογικός Χρόνος Ημίσειας Ζωής
Ο μέσος χρόνος ημίσειας ζωής αποβολής της κλοζαπίνης μετά από εφάπαξ δόση 75 mg ήταν 8 ώρες (εύρος: 4 έως 12 ώρες), σε σύγκριση με μέσο χρόνο ημίσειας ζωής αποβολής 12 ώρες (εύρος: 4 έως 66 ώρες), μετά την επίτευξη σταθερής κατάστασης με δοσολογία 100 mg δύο φορές ημερησίως.
Μια σύγκριση εφάπαξ και πολλαπλών δόσεων κλοζαπίνης έδειξε ότι ο χρόνος ημίσειας ζωής αποβολής αυξήθηκε σημαντικά μετά από πολλαπλές δόσεις σε σχέση με αυτόν μετά από εφάπαξ χορήγηση, υποδηλώνοντας την πιθανότητα φαρμακοκινητικής εξαρτώμενης από τη συγκέντρωση.
Ο μέσος χρόνος ημίσειας ζωής αποβολής της κλοζαπίνης μετά από εφάπαξ δόση 75 mg ήταν 8 ώρες (εύρος: 4 έως 12 ώρες), σε σύγκριση με μέσο χρόνο ημίσειας ζωής αποβολής, μετά την επίτευξη σταθερής κατάστασης με δοσολογία 100 mg δύο φορές ημερησίως, 12 ώρες (εύρος: 4 έως 66 ώρες).
category
PubChem
MeSH classification
expand_more
MeSH classification
Κατάταξη MeSH
Φάρμακα που συνδέονται αλλά δεν ενεργοποιούν τους υποδοχείς σεροτονίνης, εμποδίζοντας έτσι τις δράσεις της σεροτονίνης ή τους ΑΓΩΝΙΣΤΕΣ ΥΠΟΔΟΧΕΩΝ ΣΕΡΟΤΟΝΙΝΗΣ.
Παράγοντες που ελέγχουν την αγχωμένη ψυχωσική συμπεριφορά, ανακουφίζουν οξείες ψυχωσικές καταστάσεις, μειώνουν τα ψυχωσικά συμπτώματα και ασκούν ηρεμιστική επίδραση. Χρησιμοποιούνται στη ΣΧΙΖΟΦΡΕΝΕΙΑ, άνοια, παροδική ψύχωση μετά από χειρουργική επέμβαση, ή ΚΑΡΔΙΑΚΟ ΕΜΦΡΑΚΤΟ, κ.λπ. Αυτά τα φάρμακα αναφέρονται συχνά ως νευροληπτικά, υπονοώντας την τάση να προκαλούν νευρολογικές παρενέργειες, αλλά δεν είναι όλα τα αντιψυχωσικά πιθανό να προκαλέσουν τέτοιες επιδράσεις. Πολλά από αυτά τα φάρμακα μπορεί επίσης να είναι αποτελεσματικά κατά της ναυτίας, του εμέτου και του κνησμού.
Φάρμακα που συνδέονται αλλά δεν ενεργοποιούν τους υποδοχείς GABA, εμποδίζοντας έτσι τις δράσεις του ενδογενούς ΓΑΜΑ-ΑΜΙΝΟΒΟΥΤΥΡΙΚΟΥ ΟΞΕΟΣ και τους ΑΓΩΝΙΣΤΕΣ ΥΠΟΔΟΧΕΩΝ GABA.
fact_check
PubChem
FDA classification
expand_more
FDA classification
Κατάταξη FDA
J60AR2IKIC
CLOZAPINE
Καθιερωμένη Φαρμακολογική Κατηγορία [EPC] - Άτυπο Αντιψυχωσικό
Η κλοζαπίνη είναι Άτυπο Αντιψυχωσικό.
CLOZAPINE
Άτυπο Αντιψυχωσικό [EPC]
Ημίσεια ζωή
Δέσμευση πρωτεϊνών
Απέκκριση
Scientific Profile
Κατάταξη MeSH
Φάρμακα που συνδέονται αλλά δεν ενεργοποιούν τους υποδοχείς σεροτονίνης, εμποδίζοντας έτσι τις δράσεις της σεροτονίνης ή τους ΑΓΩΝΙΣΤΕΣ ΥΠΟΔΟΧΕΩΝ ΣΕΡΟΤΟΝΙΝΗΣ.
Παράγοντες που ελέγχουν την αγχωμένη ψυχωσική συμπεριφορά, ανακουφίζουν οξείες ψυχωσικές καταστάσεις, μειώνουν τα ψυχωσικά συμπτώματα και ασκούν ηρεμιστική επίδραση. Χρησιμοποιούνται στη ΣΧΙΖΟΦΡΕΝΕΙΑ, άνοια, παροδική ψύχωση μετά από χειρουργική επέμβαση, ή ΚΑΡΔΙΑΚΟ ΕΜΦΡΑΚΤΟ, κ.λπ. Αυτά τα φάρμακα αναφέρονται συχνά ως νευροληπτικά, υπονοώντας την τάση να προκαλούν νευρολογικές παρενέργειες, αλλά δεν είναι όλα τα αντιψυχωσικά πιθανό να προκαλέσουν τέτοιες επιδράσεις. Πολλά από αυτά τα φάρμακα μπορεί επίσης να είναι αποτελεσματικά κατά της ναυτίας, του εμέτου και του κνησμού.
Φάρμακα που συνδέονται αλλά δεν ενεργοποιούν τους υποδοχείς GABA, εμποδίζοντας έτσι τις δράσεις του ενδογενούς ΓΑΜΑ-ΑΜΙΝΟΒΟΥΤΥΡΙΚΟΥ ΟΞΕΟΣ και τους ΑΓΩΝΙΣΤΕΣ ΥΠΟΔΟΧΕΩΝ GABA.