ESTRIOL
Οιστριόλη
**Φαρμακοδυναμική** Η οιστριόλη (estriol) είναι ένα από τα τρία κύρια οιστρογόνα που παράγονται από τον ανθρώπινο οργανισμό. Παράγεται μόνο σε σημαντικές ποσότητες κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης, καθώς παράγεται από τον πλακούντα. Σε έγκυες γυναίκες με πολλαπλή σκλήρυνση …
Εμπορικά Ονόματα
Κλινική Σύνοψη
Προτεραιότητα πηγών: SPC, ΕΟΦ, DrugBank
medication
SPC-ATORVASTATIN-GENERICS
Δοσολογία
expand_more
Δοσολογία
- Οδός: από του στόματος
- Χορήγηση: οποιαδήποτε ώρα της ημέρας
- Δόση έναρξης: 10 mg μία φορά την ημέρα
- Τιτλοποίηση: Τροποποίηση της δοσολογίας πρέπει να γίνεται ανά μεσοδιαστήματα 4 εβδομάδων ή μεγαλύτερα.
-
ΕνήλικεςΔόση10 mg μία φορά την ημέρα (συνήθης αρχική δόση)Μέγ. δόση80 mg μία φορά την ημέραΗ δοσολογία εξατομικεύεται με βάση τα αρχικά επίπεδα LDL-C, τους στόχους της θεραπείας και την ανταπόκριση. Τροποποίηση ανά 4 εβδομάδες ή μεγαλύτερα διαστήματα. Χορηγείται εφάπαξ, οποιαδήποτε ώρα, με ή χωρίς τροφή.
-
Πρωτοπαθής υπερχοληστερολαιμία και συνδυασμένη (μικτή) υπερλιπιδαιμίαΔόση10 mg άπαξ ημερησίως (για την πλειονότητα των ασθενών)Μέγιστη ανταπόκριση σε 4 εβδομάδες.
-
Ετερόζυγος οικογενής υπερχοληστερολαιμίαΔόση10 mg ημερησίωςΜέγ. δόση80 mg ημερησίωςΟι δόσεις εξατομικεύονται και αναπροσαρμόζονται κάθε 4 εβδομάδες έως 40 mg ημερησίως. Μπορεί να χορηγηθεί σε συνδυασμό με ρητίνη ανταλλαγής ιόντων.
-
Ομόζυγος οικογενής υπερχοληστερολαιμίαΔόση10 mg έως 80 mg ημερησίωςΧορηγείται ως συμπλήρωμα σε άλλες υπολιπιδαιμικές θεραπείες ή όταν αυτές δεν είναι διαθέσιμες.
-
Πρόληψη καρδιαγγειακής νόσουΔόση10 mg/ημέραΥψηλότερες δόσεις μπορεί να είναι απαραίτητες.
-
Ασθενείς με νεφρική ανεπάρκειαΔεν απαιτείται τροποποίηση της δοσολογίας.
-
Ηλικιωμένοι (>70 ετών)Οι συνιστώμενες δόσεις είναι παρόμοιες με τον γενικό πληθυσμό.
-
Παιδιά (4-17 ετών, σοβαρές δυσλιπιδαιμίες)Δόση10 mg ημερησίως (αρχική)Μέγ. δόση80 mg ημερησίως (σε περιορισμένο αριθμό)Δόσεις >20 mg/ημέρα δεν έχουν διερευνηθεί σε <18 ετών. Δεδομένα ασφάλειας για την ανάπτυξη δεν έχουν αξιολογηθεί.
block
SPC-ATORVASTATIN-GENERICS
Αντενδείξεις
expand_more
Αντενδείξεις
-
Υπερευαισθησία στη δραστική ουσία ή σε κάποιο από τα έκδοχα
-
Ενεργός ηπατική νόσος ή ανεξήγητη, επιμένουσα αύξηση των τρανσαμινασών του ορού μεγαλύτερη από το 3πλάσιο των ανώτατων φυσιολογικών ορίων
-
Μυοπάθεια
-
Κατά τη διάρκεια της κύησης, κατά τη διάρκεια της γαλουχίας και σε γυναίκες αναπαραγωγικής ηλικίας που δε χρησιμοποιούν τα κατάλληλα αντισυλληπτικά μέτραΠληθυσμόςΓυναίκες αναπαραγωγικής ηλικίας
warning
SPC-ATORVASTATIN-GENERICS
Προειδοποιήσεις
expand_more
Προειδοποιήσεις
-
Επιδράσεις από το ήπαρΣυνιστάται να εκτελούνται ηπατικές δοκιμασίες πριν από την έναρξη της θεραπείας και στη συνέχεια περιοδικά. Οι ασθενείς που παρουσιάζουν οποιοδήποτε σημείο ή σύμπτωμα ενδεικτικό ηπατικής βλάβης θα πρέπει να υποβάλλονται σε έλεγχο της ηπατικής λειτουργίας. Οι ασθενείς που εμφανίζουν αυξημένα επίπεδα τρανσαμινασών θα πρέπει να παρακολουθούνται μέχρις ότου η διαταραχή (ές) αποκατασταθούν. Αν μία αύξηση των τιμών των τρανσαμινασών, μεγαλύτερη του 3πλάσιου των ανώτερων φυσιολογικών τιμών, επιμένει, συνιστάται μείωση της δόσης ή απόσυρση της αγωγής με το Atorvastatin/Generics (βλέπε Ανεπιθύμητες ενέργειες). Το Atorvastatin/Generics πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή σε ασθενείς που καταναλώνουν σημαντικές ποσότητες οινοπνεύματος και/ή έχουν ιστορικό ηπατικής νόσου.
-
Πρόληψη Αγγειακού Εγκεφαλικού Επεισοδίου μέσω Επιθετικής Μείωσης των Επιπέδων της Χοληστερόλης (Stroke Prevention by Aggressive Reduction in Cholesterol Levels, SPARCL)Στα πλαίσια μια ανάλυσης post-hoc των υποκατηγοριών του αγγειακού εγκεφαλικού επεισοδίου, η οποία πραγματοποιήθηκε σε ασθενείς οι οποίοι δεν έπασχαν από συμφορητική καρδιοπάθεια (CHD) και είχαν εμφανίσει πρόσφατο αγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιο ή παροδικό ισχαιμικό επεισόδιο (TIA), η επίπτωση του αιμορραγικού αγγειακού εγκεφαλικού επεισοδίου ήταν υψηλότερη στους ασθενείς που ξεκίνησαν αγωγή με ατορβαστατίνη 80 mg σε σύγκριση με το εικονικό φάρμακο. Η αύξηση του κινδύνου ήταν ιδιαίτερα έντονη στους ασθενείς οι οποίοι είχαν στο παρελθόν εμφανίσει αιμορραγικό αγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιο ή βοθριωτό έμφρακτο κατά την εισαγωγή στη μελέτη. Για τους ασθενείς που είχαν εμφανίσει αιμορραγικό αγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιο ή βοθριωτό έμφρακτο, το ισοζύγιο μεταξύ των κινδύνων και των ωφελειών από τη χορήγηση της ατορβαστατίνης στη δόση των 80 mg δεν είναι σαφές και ο δυνητικός κίνδυνος εμφάνισης ενός αιμορραγικού αγγειακού εγκεφαλικού επεισοδίου θα πρέπει να λαμβάνεται σοβαρά υπ’ όψιν πριν να ξεκινήσει η αγωγή (βλέπε Φαρμακοδυναμικές).
-
Επίδραση στους μυςΗ θεραπεία με αναστολείς της HMG-CoA αναγωγάσης (στατίνες) έχει συσχετισθεί με έναρξη μυαλγίας, μυοπάθειας και, πολύ σπάνια, ραβδομυόλυσης. Η ατορβαστατίνη, όπως άλλοι αναστολείς της HMG-CoA αναγωγάσης, μπορεί να επιδράσει στους σκελετικούς μύες και να προκαλέσει μυαλγία, μυοσίτιδα και μυοπάθεια, που μπορεί σε σπάνιες περιπτώσεις να εξελιχθούν σε ραβδομυόλυση, μία κατάσταση, που χαρακτηρίζεται από σημαντικά αυξημένα επίπεδα της φωσφοκινάσης της κρεατίνης (CPK) (>10 φορές τα ανώτατα φυσιολογικά όρια), μυοσφαιριναιμία και μυοσφαιρινουρία, που μπορεί προκαλέσουν νεφρική ανεπάρκεια και σε σπάνιες περιπτώσεις να οδηγήσουν σε θάνατο. Θα πρέπει να εξετάζεται το ενδεχόμενο μυοπάθειας σε κάθε ασθενή που λαμβάνει αγωγή στατίνης και εμφανίζει αγνώστου αιτιολογίας μυϊκά συμπτώματα όπως άλγος ή ευαισθησία, μυϊκή αδυναμία ή μυϊκές κράμπες. Σε αυτές τις περιπτώσεις, θα πρέπει να προσδιορίζονται τα επίπεδα της κινάσης της κρεατίνης (CK).
-
Πριν την έναρξη της θεραπείαςΗ ατορβαστατίνη πρέπει να χορηγείται με προσοχή σε ασθενείς με προδιαθεσικούς παράγοντες για εμφάνιση ραβδομυόλυσης. Στις καταστάσεις που ακολουθούν πρέπει να προσδιορίζονται τα επίπεδα της φωσφοκινάσης της κρεατίνης (CPK) πριν την έναρξη της θεραπείας με στατίνες: - Νεφρική δυσλειτουργία - Υποθυρεοειδισμός - Ατομικό ή οικογενειακό ιστορικό κληρονομικών μυϊκών διαταραχών - Ιστορικό μυϊκής τοξικότητας με στατίνη ή φιβράτη - Ιστορικό ηπατικής νόσου και/ή όταν καταναλώνονται μεγάλες ποσότητες οινοπνεύματος - Σε ηλικιωμένους (ηλικίας > 70 ετών), η αναγκαιότητα μιας τέτοιας μέτρησης πρέπει να εξετάζεται, με βάση την ύπαρξη άλλων παραγόντων που προδιαθέτουν για ραβδομυόλυση Σε αυτές τις καταστάσεις, θα πρέπει να σταθμίζεται ο δυνητικός κίνδυνος σε σχέση με το πιθανό όφελος της θεραπείας και συνιστάται κλινική παρακολούθηση. Εάν τα επίπεδα της CΡΚ είναι σημαντικά αυξημένα (> 5 φορές τα ανώτατα φυσιολογικά όρια) πριν την έναρξη της θεραπείας, η θεραπεία δεν πρέπει να ξεκινά.
-
Προσδιορισμός της φωσφοκινάσης της κρεατίνηςΗ φωσφοκινάση της κρεατίνης (CΡΚ) δεν πρέπει να προσδιορίζεται μετά από εντατική άσκηση ή παρουσία οποιασδήποτε άλλης εύλογης αιτίας αύξησης της CΡΚ, γιατί αυτό δυσκολεύει την ερμηνεία των αποτελεσμάτων. Εάν τα επίπεδα της CΡΚ, πριν την έναρξη της θεραπείας, είναι σημαντικά αυξημένα (> 5 φορές τα ανώτατα φυσιολογικά όρια), τα επίπεδα πρέπει να προσδιορίζονται εκ νέου 5 έως 7 ημέρες αργότερα για την επιβεβαίωση των αποτελεσμάτων.
-
Κατά τη διάρκεια της θεραπείαςΠρέπει να ζητείται από τους ασθενείς να αναφέρουν αμέσως μυϊκούς πόνους, κράμπες ή αδυναμία, ιδιαίτερα εάν αυτά συνοδεύονται από αίσθημα κακουχίας ή από πυρετό. Εάν εμφανιστούν τέτοια συμπτώματα, ενώ ένας ασθενής βρίσκεται υπό θεραπεία με ατορβαστατίνη, πρέπει να προσδιορίζονται τα επίπεδα της CΡΚ. Εάν διαπιστωθεί ότι τα επίπεδα αυτά είναι σημαντικώς αυξημένα (> 5 x τα ανώτατα φυσιολογικά όρια), η θεραπεία θα πρέπει να σταματήσει. Εάν τα μυϊκά συμπτώματα είναι σοβαρά και προκαλούν καθημερινή δυσφορία, ακόμα και αν τα επίπεδα CΡΚ είναι αυξημένα σε ≤ 5 x ανώτατα φυσιολογικά όρια, πρέπει να εξετάζεται η ανάγκη διακοπής της θεραπείας. Εάν τα συμπτώματα υποχωρήσουν και τα επίπεδα της CΡΚ επανέλθουν στο φυσιολογικό, τότε μπορεί να εξεταστεί το ενδεχόμενο επαναχορήγησης της ατορβαστατίνης ή η χορήγηση μιας άλλης στατίνης στη χαμηλότερη δόση και υπό στενό έλεγχο. Η ατορβαστατίνη πρέπει να διακοπεί εάν σημειωθεί κλινικά σημαντική αύξηση στα επίπεδα της CΡΚ (υψηλότερα από 10 φορές τα ανώτατα φυσιολογικά όρια) ή εάν διαγνωσθεί ή υπάρχει υπόνοια ραβδομυόλυσης. Ο κίνδυνος εμφάνισης ραβδομυόλυσης αυξάνεται όταν η ατορβαστατίνη χορηγείται ταυτόχρονα με ορισμένα φαρμακευτικά προϊόντα που μπορεί να αυξήσουν τη συγκέντρωση της ατορβαστατίνης στο πλάσμα όπως: κυκλοσπορίνη, ερυθρομυκίνη, κλαριθρομυκίνη, ιτρακοναζόλη, κετοκοναζόλη, νεφαζοδόνη, νιασίνη, γεμφιβροζίλη, άλλα παράγωγα φιβρικού οξέος ή αναστολείς της ΗΙV πρωτεάσης. Ο κίνδυνος εμφάνισης μυοπάθειας είναι επίσης πιθανό να είναι αυξημένος λόγω της ταυτόχρονης χρήσης της εζετιμίβης. Εάν αυτό είναι δυνατό, θα πρέπει να εξετάζεται το ενδεχόμενο χορήγησης εναλλακτικών (μη αλληλεπιδρώντων) θεραπειών σε αντικατάσταση αυτών των φαρμακευτικών αγωγών. Στις περιπτώσεις όπου είναι απαραίτητη η συγχορήγηση αυτών των φαρμακευτικών παραγόντων και της ατορβαστατίνης, θα πρέπει να εξετάζεται με προσοχή το όφελος και ο κίνδυνος που ενέχει η ταυτόχρονη θεραπευτική αγωγή. Σε ασθενείς που λαμβάνουν φάρμακα, τα οποία αυξάνουν τη συγκέντρωση της ατορβαστατίνης στο πλάσμα, συνιστάται χαμηλότερη εναρκτήρια δόση ατορβαστατίνης. Στην περίπτωση της κυκλοσπορίνης, της κλαριθρομυκίνης και της ιτρακοναζόλης, η μέγιστη χορηγούμενη δόση της ατορβαστατίνης ενδέχεται να πρέπει να μειωθεί (βλέπε Αλληλεπιδράσεις).
-
ΈκδοχαΟι ασθενείς με σπάνια κληρονομικά προβλήματα δυσανεξίας στη γαλακτόζη, ανεπάρκειας Lapp λακτάσης ή δυσαπορρόφηση γλυκόζης-γαλακτόζης δε θα πρέπει να λαμβάνουν αυτή τη φαρμακευτική αγωγή.
-
Διάμεση πνευμονοπάθειαΈχουν αναφερθεί μεμονωμένες περιπτώσεις διάμεσης πνευμονοπάθειας με τη χρήση μερικών στατινών, ιδιαίτερα με τη μακροχρόνια θεραπεία (βλέπε Ανεπιθύμητες ενέργειες). Τα χαρακτηριστικά με τα οποία αυτή εκδηλώνεται μπορεί να περιλαμβάνουν δύσπνοια, μη παραγωγικό βήχα και επιδείνωση της γενικής κατάστασης της υγείας (κόπωση, απώλεια βάρους και πυρετός). Εάν υπάρχει υποψία πως κάποιος ασθενής έχει εμφανίσει διάμεση πνευμονοπάθεια, η θεραπεία με την στατίνη θα πρέπει να διακοπεί. Κατά τη διάρκεια της θεραπείας φουσιδικού οξέος μπορεί να ενδείκνυται η προσωρινή διακοπή της ατορβαστατίνης (βλέπε Αλληλεπιδράσεις).
swap_horiz
SPC-ATORVASTATIN-GENERICS
Αλληλεπιδράσεις
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
-
προσοχήΑυξημένος κίνδυνος μυοπάθειας/ραβδομυόλυσης. Αύξηση έκθεσης ατορβαστατίνης κατά 7,7 φορές.ΣύστασηΔόση ατορβαστατίνης όχι >10 mg. Στενή παρακολούθηση.
-
Παράγωγα φιβρικού οξέος (π.χ. γεμφιβροζίλη)προσοχήΑυξημένος κίνδυνος μυοπάθειας. Αύξηση έκθεσης ατορβαστατίνης κατά 24% (με γεμφιβροζίλη 600 mg BID).ΣύστασηΣταθμίζονται οφέλη/κίνδυνοι. Στενή παρακολούθηση (βλ. 4.4).
-
Μακρολιδικά αντιβιοτικά (π.χ. ερυθρομυκίνη, κλαριθρομυκίνη)προσοχήΑυξημένος κίνδυνος μυοπάθειας/ραβδομυόλυσης. Αύξηση έκθεσης ατορβαστατίνης: +33% (ερυθρομυκίνη), +3,4 φορές (κλαριθρομυκίνη).ΣύστασηΣυνιστάται χορήγηση χαμηλότερων δόσεων συντήρησης ατορβαστατίνης. Κλινική παρακολούθηση σε δόσεις >40 mg.
-
Αντιμυκητιασικά της ομάδας των αζολών (π.χ. ιτρακοναζόλη)προσοχήΑυξημένος κίνδυνος μυοπάθειας/ραβδομυόλυσης. Αύξηση έκθεσης ατορβαστατίνης: 1,5 - 2,3 φορές (ιτρακοναζόλη 200 mg).ΣύστασηΣυνιστάται χορήγηση χαμηλότερων δόσεων συντήρησης ατορβαστατίνης. Κλινική παρακολούθηση σε δόσεις >40 mg.
-
Αναστολείς της HIV πρωτεάσηςπροσοχήΑυξημένος κίνδυνος μυοπάθειας/ραβδομυόλυσης. Αυξημένες συγκεντρώσεις ατορβαστατίνης στο πλάσμα.ΣύστασηΣταθμίζονται οφέλη/κίνδυνοι. Στενή παρακολούθηση (βλ. 4.4).
-
Νιασίνη (σε σπάνιες περιπτώσεις)προσοχήΑυξημένος κίνδυνος μυοπάθειας/ραβδομυόλυσης.ΣύστασηΣταθμίζονται οφέλη/κίνδυνοι. Στενή παρακολούθηση (βλ. 4.4).
-
προσοχήΑναστολέας CYP3A4. Αυξημένες συγκεντρώσεις ατορβαστατίνης στο πλάσμα.ΣύστασηΙδιαίτερη προσοχή στη συγχορήγηση (βλ. 4.4).
-
Υδροχλωρική διλτιαζέμηπαρακολούθησηΑύξηση κατά 51% στην έκθεση στην ατορβαστατίνη (με 80 mg ατορβαστατίνης και 240 mg διλτιαζέμης).ΣύστασηΚλινική παρακολούθηση κατά την έναρξη ή αναπροσαρμογή της διλτιαζέμης.
-
ΕζετιμίβηπροσοχήΠιθανός αυξημένος κίνδυνος μυοπάθειας.
-
Χυμός γκρέιπφρουτπροσοχήΑναστολέας CYP3A4. Αύξηση AUC ατορβαστατίνης (37% με 240ml, 2,5 φορές με >1.2L/ημέρα).ΣύστασηΔεν συνιστάται η ταυτόχρονη λήψη μεγάλων ποσοτήτων.
-
Επαγωγείς του κυτοχρώματος P450 3Α4 (π.χ. εφαβιρένζη, ριφαμπίνη, St. John's Wort)παρακολούθησηΜείωση συγκεντρώσεων ατορβαστατίνης στο πλάσμα.ΣύστασηΙδιαίτερη προσοχή στη ριφαμπίνη (μείωση συγκεντρώσεων όταν χορηγείται όψιμα).
-
παρακολούθησηΠιθανή αύξηση έκθεσης στην ατορβαστατίνη (αναστολέας CYP3A4).
-
παρακολούθησηΠιθανή αύξηση έκθεσης στην ατορβαστατίνη (αναστολέας CYP3A4).
-
παρακολούθησηΑύξηση συγκεντρώσεων διγοξίνης κατά ~20% (με 80 mg ατορβαστατίνης).ΣύστασηΟι ασθενείς πρέπει να παρακολουθούνται καταλλήλως.
-
Από του στόματος αντισυλληπτικά (νοραιθυνδρόνη/αιθυνυλ-οιστραδιόλη)παρακολούθησηΑύξηση συγκεντρώσεων νοραιθυνδρόνης και αιθυνυλ-οιστραδιόλης στο πλάσμα.ΣύστασηΛαμβάνεται υπόψη κατά την επιλογή δόσεων αντισυλληπτικών.
-
παρακολούθησηΑύξηση έκθεσης στην ατορβαστατίνη κατά 18% (με 80 mg ατορβαστατίνης και 10 mg αµλοδιπίνης).
-
Αντιόξινα (Mg/Al υδροξείδιο)παρακολούθησηΜείωση επιπέδων ατορβαστατίνης και μεταβολιτών κατά ~35%.ΣύστασηΕλάττωση LDL-C δεν επηρεάστηκε.
-
παρακολούθησηΜικρή μείωση χρόνου προθρομβίνης τις πρώτες ημέρες.ΣύστασηΣτενή παρακολούθηση όταν προστίθεται ατορβαστατίνη.
-
ΚολεστιπόληπαρακολούθησηΜείωση συγκεντρώσεων ατορβαστατίνης και μεταβολιτών κατά ~25%. Μεγαλύτερη δράση μείωσης λιπιδίων όταν συνχορηγούνται.
-
ΦεναζόνηπαρακολούθησηΕλάχιστη ή καμία επίδραση στην κάθαρση φεναζόνης.
-
παρακολούθησηΔεν διαπιστώθηκαν αλληλεπιδράσεις.
-
προσοχήΣοβαρά μυϊκά προβλήματα, ραβδομυόλυση.ΣύστασηΣτενή παρακολούθηση (CPK), πιθανή διακοπή ατορβαστατίνης.
sick
SPC-ATORVASTATIN-GENERICS
Ανεπιθύμητες ενέργειες
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
- Κεφαλαλγία
- Ζάλη
- Παραισθησία
- Υπαισθησία
- Περιφερική νευροπάθεια
- Αμνησία
- Δυσγευσία (διαταραχή γεύσης)
- Δυσκοιλιότητα
- Μετεωρισμός
- Δυσπεψία
- Ναυτία
- Διάρροια
- Ανορεξία
- Έμετος
- Ηπατίτιδα
- Χολοστατικός ίκτερος
- Ηπατική ανεπάρκεια
- Δερματικό εξάνθημα
- Κνησμός
- Κνίδωση
- Αγγειονευρωτικό οίδημα
- Πομφολιγώδες δερματικό εξάνθημα (που περιλαμβάνει πολύμορφο ερύθημα, σύνδρομο Stevens-Johnson και τοξική επιδερμική νεκρόλυση)
- Μυαλγία
- Αρθραλγία
- Μυοπάθεια
- Μυοσίτιδα
- Ραβδομυόλυση
- Μυϊκές κράμπες
- Ρήξη τένοντος
- Αϋπνία
- Αμνησία
- Διαταραχές ύπνου (εφιάλτες)
- Κατάθλιψη
- Αλλεργικές αντιδράσεις
- Αναφυλαξία
- Αλωπεκία
- Υπεργλυκαιμία
- Υπογλυκαιμία
- Παγκρεατίτιδα
- Οπτικές διαταραχές
- Απώλεια ακοής
- Ανικανότητα
- Γυναικομαστία
- Εξασθένηση
- Θωρακικό άλγος
- Οσφυαλγία
- Περιφερικό οίδημα
- Κόπωση
- Αίσθημα κακουχίας
- Αύξηση σωματικού βάρους
Λεπτομέρειες κατά συχνότητα expand_more
-
Συχνές (1% ή περισσότερο)ΚεφαλαλγίαΔιαταραχές του νευρικού συστήματος
-
Συχνές (1% ή περισσότερο)ΕξασθένησηΓενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
-
Συχνές (1% ή περισσότερο)Κοιλιακό άλγοςΔιαταραχές του γαστρεντερικού συστήματος
-
Συχνές (1% ή περισσότερο)ΔυσπεψίαΔιαταραχές του γαστρεντερικού συστήματος
-
Συχνές (1% ή περισσότερο)ΝαυτίαΔιαταραχές του γαστρεντερικού συστήματος
-
Συχνές (1% ή περισσότερο)ΜετεωρισμόςΔιαταραχές του γαστρεντερικού συστήματος
-
Συχνές (1% ή περισσότερο)ΔυσκοιλιότηταΔιαταραχές του γαστρεντερικού συστήματος
-
Συχνές (1% ή περισσότερο)ΔιάρροιαΔιαταραχές του γαστρεντερικού συστήματος
-
Συχνές (1% ή περισσότερο)ΑϋπνίαΨυχιατρικές διαταραχές
-
Συχνές (1% ή περισσότερο)ΜυαλγίαΔιαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και του συνδετικού ιστού
-
0,7% (κλινικά σημαντική), 0,2% (10mg), 0,2% (20mg), 0,6% (40mg), 2,3% (80mg)Αύξηση τρανσαμινασών ορού (>3x ανώτατα φυσιολογικά όρια)Παρακλινικές εξετάσεις
-
2,5%Αυξημένα επίπεδα φωσφοκινάσης της κρεατινίνης (CPK) ορού (>3x ανώτατα φυσιολογικά όρια)Παρακλινικές εξετάσεις
-
0,4%Επίπεδα CPK >10x ανώτατα φυσιολογικά όριαΠαρακλινικές εξετάσεις
-
0,1%Μυϊκό άλγος, κόπωση ή αδυναμία (ταυτόχρονα με CPK >10x)Διαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και του συνδετικού ιστού
-
0,8% (δοσοεξαρτώμενη)Αύξηση τρανσαμινασών ορού (>3x ανώτατα φυσιολογικά όρια)Παρακλινικές εξετάσεις
-
2,5%Αύξηση CPK (>3x ανώτατα φυσιολογικά όρια)Παρακλινικές εξετάσεις
-
0,4%Επίπεδα CPK >10x ανώτατα φυσιολογικά όριαΠαρακλινικές εξετάσεις
-
Αναφέρθηκε σε μερικές στατίνεςΔιαταραχές ύπνου (εφιάλτες)Ψυχιατρικές διαταραχές
-
Αναφέρθηκε σε μερικές στατίνεςΚατάθλιψηΨυχιατρικές διαταραχές
-
Μεμονωμένες περιπτώσεις (ιδίως σε μακροχρόνια θεραπεία)Διάμεση πνευμονοπάθειαΑναπνευστικό σύστημα
-
Αυξημένος κίνδυνος (βλ. SPARCL)Αιμορραγικό εγκεφαλικό επεισόδιοΝευρικό σύστημα
-
0,1%Αύξηση CPK (>10x ανώτατα φυσιολογικά όρια) με μυϊκό άλγος, κόπωση ή αδυναμίαΜυοσκελετικό σύστημα
-
Πολύ σπάνιες (<1/10000)ΑναφυλαξίαΔιαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος
-
Όχι Συχνές (≥1/1000, <1/100)ΥπεργλυκαιμίαΔιαταραχές του ενδοκρινικού συστήματος
-
Όχι Συχνές (≥1/1000, <1/100)ΥπογλυκαιμίαΔιαταραχές του ενδοκρινικού συστήματος
-
Όχι Συχνές (≥1/1000, <1/100)ΠαγκρεατίτιδαΔιαταραχές του ενδοκρινικού συστήματος
-
Όχι Συχνές (≥1/1000, <1/100)ΑμνησίαΨυχιατρικές διαταραχές
-
Όχι Συχνές (≥1/1000, <1/100)ΠαραισθησίαΔιαταραχές του νευρικού συστήματος
-
Όχι Συχνές (≥1/1000, <1/100)ΥπαισθησίαΔιαταραχές του νευρικού συστήματος
-
Σπάνιες (≥1/10000, <1/1000)Περιφερική νευροπάθειαΔιαταραχές του νευρικού συστήματος
-
Σπάνιες (≥1/10000, <1/1000)Δυσγευσία (διαταραχή γεύσης)Διαταραχές του νευρικού συστήματος
-
Σπάνιες (≥1/10000, <1/1000)Οπτικές διαταραχέςΟφθαλμικές διαταραχές
-
Σπάνιες (≥1/10000, <1/1000)Απώλεια ακοήςΔιαταραχές του ωτός και του λαβυρίνθου
-
Όχι Συχνές (≥1/1000, <1/100)ΑνορεξίαΔιαταραχές του γαστρεντερικού συστήματος
-
Όχι Συχνές (≥1/1000, <1/100)ΈμετοςΔιαταραχές του γαστρεντερικού συστήματος
-
Σπάνιες (≥1/10000, <1/1000)ΗπατίτιδαΔιαταραχές του ήπατος και των χοληφόρων
-
Σπάνιες (≥1/10000, <1/1000)Χολοστατικός ίκτεροςΔιαταραχές του ήπατος και των χοληφόρων
-
Πολύ σπάνιες (<1/10000)Ηπατική ανεπάρκειαΔιαταραχές του ήπατος και των χοληφόρων
-
Όχι Συχνές (≥1/1000, <1/100)Δερματικό εξάνθημαΔιαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
-
Όχι Συχνές (≥1/1000, <1/100)ΚνησμόςΔιαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
-
Σπάνιες (≥1/10000, <1/1000)ΚνίδωσηΔιαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
-
Σπάνιες (≥1/10000, <1/1000)Αγγειονευρωτικό οίδημαΔιαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
-
Πολύ σπάνιες (<1/10000)Πομφολιγώδες δερματικό εξάνθημα (Stevens-Johnson, τοξική επιδερμική νεκρόλυση)Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
-
Όχι Συχνές (≥1/1000, <1/100)ΑρθραλγίαΔιαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και του συνδετικού ιστού
-
Σπάνιες (≥1/10000, <1/1000)ΜυοπάθειαΔιαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και του συνδετικού ιστού
-
Σπάνιες (≥1/10000, <1/1000)ΜυοσίτιδαΔιαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και του συνδετικού ιστού
-
Σπάνιες (≥1/10000, <1/1000)ΡαβδομυόλυσηΔιαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και του συνδετικού ιστού
-
Σπάνιες (≥1/10000, <1/1000)Μυϊκές κράμπεςΔιαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και του συνδετικού ιστού
-
Πολύ σπάνιες (<1/10000)Ρήξη τένοντοςΔιαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και του συνδετικού ιστού
-
Όχι Συχνές (≥1/1000, <1/100)ΑνικανότηταΔιαταραχές του αναπαραγωγικού συστήματος και του μαστού
-
Σπάνιες (≥1/10000, <1/1000)ΓυναικομαστίαΔιαταραχές του αναπαραγωγικού συστήματος και του μαστού
-
Συχνές (≥1/100, <1/10)Θωρακικό άλγοςΓενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
-
Συχνές (≥1/100, <1/10)ΟσφυαλγίαΓενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
-
Συχνές (≥1/100, <1/10)Περιφερικό οίδημαΓενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
-
Όχι Συχνές (≥1/1000, <1/100)Αίσθημα κακουχίαςΓενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
-
Όχι Συχνές (≥1/1000, <1/100)Αύξηση σωματικού βάρουςΓενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
-
Όχι Συχνές (≥1/1000, <1/100)ΑλωπεκίαΔιαταραχές του ενδοκρινικού συστήματος
-
Όχι Συχνές (≥1/1000, <1/100)ΑμνησίαΨυχιατρικές διαταραχές
-
Συχνές (≥1/100, <1/10)ΖάληΔιαταραχές του νευρικού συστήματος
-
Συχνές (≥1/100, <1/10)ΠαραισθησίαΔιαταραχές του νευρικού συστήματος
-
Συχνές (≥1/100, <1/10)ΥπαισθησίαΔιαταραχές του νευρικού συστήματος
-
Σπάνιες (≥1/10000, <1/1000)Περιφερική νευροπάθειαΔιαταραχές του νευρικού συστήματος
-
Σπάνιες (≥1/10000, <1/1000)ΔυσγευσίαΔιαταραχές του νευρικού συστήματος
-
Σπάνιες (≥1/10000, <1/1000)Οπτικές διαταραχέςΟφθαλμικές διαταραχές
-
Σπάνιες (≥1/10000, <1/1000)Απώλεια ακοήςΔιαταραχές του ωτός και του λαβυρίνθου
-
Όχι Συχνές (≥1/1000, <1/100)ΑνορεξίαΔιαταραχές του γαστρεντερικού συστήματος
-
Όχι Συχνές (≥1/1000, <1/100)ΈμετοςΔιαταραχές του γαστρεντερικού συστήματος
-
Σπάνιες (≥1/10000, <1/1000)ΗπατίτιδαΔιαταραχές του ήπατος και των χοληφόρων
-
Σπάνιες (≥1/10000, <1/1000)Χολοστατικός ίκτεροςΔιαταραχές του ήπατος και των χοληφόρων
-
Πολύ σπάνιες (<1/10000)Ηπατική ανεπάρκειαΔιαταραχές του ήπατος και των χοληφόρων
-
Όχι Συχνές (≥1/1000, <1/100)Δερματικό εξάνθημαΔιαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
-
Όχι Συχνές (≥1/1000, <1/100)ΚνησμόςΔιαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
-
Σπάνιες (≥1/10000, <1/1000)ΚνίδωσηΔιαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
-
Σπάνιες (≥1/10000, <1/1000)Αγγειονευρωτικό οίδημαΔιαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
-
Πολύ σπάνιες (<1/10000)Πομφολιγώδες δερματικό εξάνθημα (Stevens-Johnson, τοξική επιδερμική νεκρόλυση)Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
-
Όχι Συχνές (≥1/1000, <1/100)ΑρθραλγίαΔιαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και του συνδετικού ιστού
-
Σπάνιες (≥1/10000, <1/1000)ΜυοπάθειαΔιαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και του συνδετικού ιστού
-
Σπάνιες (≥1/10000, <1/1000)ΜυοσίτιδαΔιαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και του συνδετικού ιστού
-
Σπάνιες (≥1/10000, <1/1000)ΡαβδομυόλυσηΔιαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και του συνδετικού ιστού
-
Σπάνιες (≥1/10000, <1/1000)Μυϊκές κράμπεςΔιαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και του συνδετικού ιστού
-
Πολύ σπάνιες (<1/10000)Ρήξη τένοντοςΔιαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και του συνδετικού ιστού
-
Όχι Συχνές (≥1/1000, <1/100)ΑνικανότηταΔιαταραχές του αναπαραγωγικού συστήματος και του μαστού
-
Σπάνιες (≥1/10000, <1/1000)ΓυναικομαστίαΔιαταραχές του αναπαραγωγικού συστήματος και του μαστού
-
Συχνές (≥1/100, <1/10)Θωρακικό άλγοςΓενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
-
Συχνές (≥1/100, <1/10)ΟσφυαλγίαΓενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
-
Συχνές (≥1/100, <1/10)Περιφερικό οίδημαΓενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
-
Όχι Συχνές (≥1/1000, <1/100)Αίσθημα κακουχίαςΓενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
-
Όχι Συχνές (≥1/1000, <1/100)Αύξηση σωματικού βάρουςΓενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
-
Όχι Συχνές (≥1/1000, <1/100)ΑλωπεκίαΔιαταραχές του ενδοκρινικού συστήματος
-
Αναφέρθηκε σε μερικές στατίνεςΕφιάλτεςΨυχιατρικές διαταραχές
-
πολύ σπάνιαΑιμοποιητικό και λεμφικό σύστημαΔιαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος
-
πολύ σπάνιαΑνοσοποιητικό σύστημαΔιαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος
-
όχι συχνέςΕνδοκρινικό σύστημαΔιαταραχές του ενδοκρινικού συστήματος
-
συχνέςΨυχιατρικές διαταραχέςΨυχιατρικές διαταραχές
-
συχνέςΝευρικό σύστημαΔιαταραχές του νευρικού συστήματος
-
σπάνιεςΟφθαλμικές διαταραχέςΟφθαλμικές διαταραχές
-
σπάνιεςΩτός και λαβύρινθουΔιαταραχές του ωτός και του λαβυρίνθου
-
πολύ συχνέςΓαστρεντερικό σύστημαΔιαταραχές του γαστρεντερικού συστήματος
-
σπάνιεςΉπατος και χοληφόρωνΔιαταραχές του ήπατος και των χοληφόρων
-
όχι συχνέςΔέρματος και υποδόριου ιστούΔιαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
-
πολύ συχνέςΜυοσκελετικού συστήματος και συνδετικού ιστούΔιαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και του συνδετικού ιστού
-
όχι συχνέςΑναπαραγωγικού συστήματος και μαστούΔιαταραχές του αναπαραγωγικού συστήματος και του μαστού
-
πολύ συχνέςΓενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησηςΓενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
pregnant_woman
SPC-ATORVASTATIN-GENERICS
Κύηση / γαλουχία
Επίπεδο κινδύνου: Αντενδείκνυται
expand_more
Κύηση / γαλουχία
-
ΚύησηΑντενδείκνυταιΟι γυναίκες που βρίσκονται σε αναπαραγωγική ηλικία πρέπει να χρησιμοποιούν επαρκή μέτρα αντισύλληψης.
-
ΓαλουχίαΑντενδείκνυταιΗ ασφάλεια της ατορβαστατίνης κατά τη γαλουχία δεν έχει τεκμηριωθεί.
-
ΓονιμότηταΆγνωστοΚατά τις μελέτες που πραγματοποιήθηκαν στα ζώα, η ατορβαστατίνη δεν είχε επίδραση στη γονιμότητα των αρσενικών ή των θηλυκών σε δόσεις μέχρι 175 και 225 mg/kg/ημέρα, αντίστοιχα.
neurology
PubChem
Μηχανισμός δράσης
expand_more
Μηχανισμός δράσης
monitor_heart
SPC-ATORVASTATIN-GENERICS
Φαρμακοδυναμική
expand_more
Φαρμακοδυναμική
biotech
SPC-ATORVASTATIN-GENERICS
Φαρμακοκινητική
expand_more
Φαρμακοκινητική
hub
PubChem
Μεταβολισμός
expand_more
Μεταβολισμός
bloodtype
PubChem
Απέκκριση
expand_more
Απέκκριση
Σκευάσματα & Τιμολόγηση
Μονογραφίες Πηγών
Αναλυτικό περιεχόμενο ανά πηγή για τεκμηρίωση και έλεγχο
medication
Δοσολογία
SPC-ATORVASTATIN-GENERICS
expand_more
Δοσολογία
block
Αντενδείξεις
SPC-ATORVASTATIN-GENERICS
expand_more
Αντενδείξεις
Αντενδείξεις
Το Atorvastatin/Generics αντενδείκνυται σε ασθενείς:
- με υπερευαισθησία στη δραστική ουσία ή σε κάποιο από τα έκδοχα,
- με ενεργό ηπατική νόσο ή ανεξήγητη, επιμένουσα αύξηση των τρανσαμινασών του ορού μεγαλύτερη από το 3πλάσιο των ανώτατων φυσιολογικών ορίων,
- με μυοπάθεια,
- κατά τη διάρκεια της κύησης, κατά τη διάρκεια της γαλουχίας και σε γυναίκες αναπαραγωγικής ηλικίας που δε χρησιμοποιούν τα κατάλληλα αντισυλληπτικά μέτρα (βλέπε Δοσολογία).
warning
Προειδοποιήσεις
SPC-ATORVASTATIN-GENERICS
expand_more
Προειδοποιήσεις
Ειδικές προειδοποιήσεις και προφυλάξεις κατά τη χρήση
Επιδράσεις από το ήπαρ Συνιστάται να εκτελούνται ηπατικές δοκιμασίες πριν από την έναρξη της θεραπείας και στη συνέχεια περιοδικά. Οι ασθενείς που παρουσιάζουν οποιοδήποτε σημείο ή σύμπτωμα ενδεικτικό ηπατικής βλάβης θα πρέπει να υποβάλλονται σε έλεγχο της ηπατικής λειτουργίας. Οι ασθενείς που εμφανίζουν αυξημένα επίπεδα τρανσαμινασών θα πρέπει να παρακολουθούνται μέχρις ότου η διαταραχή (ές) αποκατασταθούν. Αν μία αύξηση των τιμών των τρανσαμινασών, μεγαλύτερη του 3πλάσιου των ανώτερων φυσιολογικών τιμών, επιμένει, συνιστάται μείωση της δόσης ή απόσυρση της αγωγής με το Atorvastatin/Generics (βλέπε Ανεπιθύμητες ενέργειες). Το Atorvastatin/Generics πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή σε ασθενείς που καταναλώνουν σημαντικές ποσότητες οινοπνεύματος και/ή έχουν ιστορικό ηπατικής νόσου.
Πρόληψη Αγγειακού Εγκεφαλικού Επεισοδίου μέσω Επιθετικής Μείωσης των Επιπέδων της Χοληστερόλης (Stroke Prevention by Aggressive Reduction in Cholesterol Levels, SPARCL) Στα πλαίσια μια ανάλυσης post-hoc των υποκατηγοριών του αγγειακού εγκεφαλικού επεισοδίου, η οποία πραγματοποιήθηκε σε ασθενείς οι οποίοι δεν έπασχαν από συμφορητική καρδιοπάθεια (CHD) και είχαν εμφανίσει πρόσφατο αγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιο ή παροδικό ισχαιμικό επεισόδιο (TIA), η επίπτωση του αιμορραγικού αγγειακού εγκεφαλικού επεισοδίου ήταν υψηλότερη στους ασθενείς που ξεκίνησαν αγωγή με ατορβαστατίνη 80 mg σε σύγκριση με το εικονικό φάρμακο. Η αύξηση του κινδύνου ήταν ιδιαίτερα έντονη στους ασθενείς οι οποίοι είχαν στο παρελθόν εμφανίσει αιμορραγικό αγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιο ή βοθριωτό έμφρακτο κατά την εισαγωγή στη μελέτη. Για τους ασθενείς που είχαν εμφανίσει αιμορραγικό αγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιο ή βοθριωτό έμφρακτο, το ισοζύγιο μεταξύ των κινδύνων και των ωφελειών από τη χορήγηση της ατορβαστατίνης στη δόση των 80 mg δεν είναι σαφές και ο δυνητικός κίνδυνος εμφάνισης ενός αιμορραγικού αγγειακού εγκεφαλικού επεισοδίου θα πρέπει να λαμβάνεται σοβαρά υπ’ όψιν πριν να ξεκινήσει η αγωγή (βλέπε Φαρμακοδυναμικές).
Επίδραση στους μυς Η θεραπεία με αναστολείς της HMG-CoA αναγωγάσης (στατίνες) έχει συσχετισθεί με έναρξη μυαλγίας, μυοπάθειας και, πολύ σπάνια, ραβδομυόλυσης. Η ατορβαστατίνη, όπως άλλοι αναστολείς της HMG-CoA αναγωγάσης, μπορεί να επιδράσει στους σκελετικούς μύες και να προκαλέσει μυαλγία, μυοσίτιδα και μυοπάθεια, που μπορεί σε σπάνιες περιπτώσεις να εξελιχθούν σε ραβδομυόλυση, μία κατάσταση, που χαρακτηρίζεται από σημαντικά αυξημένα επίπεδα της φωσφοκινάσης της κρεατίνης (CPK) (>10 φορές τα ανώτατα φυσιολογικά όρια), μυοσφαιριναιμία και μυοσφαιρινουρία, που μπορεί προκαλέσουν νεφρική ανεπάρκεια και σε σπάνιες περιπτώσεις να οδηγήσουν σε θάνατο. Θα πρέπει να εξετάζεται το ενδεχόμενο μυοπάθειας σε κάθε ασθενή που λαμβάνει αγωγή στατίνης και εμφανίζει αγνώστου αιτιολογίας μυϊκά συμπτώματα όπως άλγος ή ευαισθησία, μυϊκή αδυναμία ή μυϊκές κράμπες. Σε αυτές τις περιπτώσεις, θα πρέπει να προσδιορίζονται τα επίπεδα της κινάσης της κρεατίνης (CK).
Πριν την έναρξη της θεραπείας Η ατορβαστατίνη πρέπει να χορηγείται με προσοχή σε ασθενείς με προδιαθεσικούς παράγοντες για εμφάνιση ραβδομυόλυσης. Στις καταστάσεις που ακολουθούν πρέπει να προσδιορίζονται τα επίπεδα της φωσφοκινάσης της κρεατίνης (CPK) πριν την έναρξη της θεραπείας με στατίνες:
- Νεφρική δυσλειτουργία
- Υποθυρεοειδισμός
- Ατομικό ή οικογενειακό ιστορικό κληρονομικών μυϊκών διαταραχών
- Ιστορικό μυϊκής τοξικότητας με στατίνη ή φιβράτη
- Ιστορικό ηπατικής νόσου και/ή όταν καταναλώνονται μεγάλες ποσότητες οινοπνεύματος
- Σε ηλικιωμένους (ηλικίας > 70 ετών), η αναγκαιότητα μιας τέτοιας μέτρησης πρέπει να εξετάζεται, με βάση την ύπαρξη άλλων παραγόντων που προδιαθέτουν για ραβδομυόλυση Σε αυτές τις καταστάσεις, θα πρέπει να σταθμίζεται ο δυνητικός κίνδυνος σε σχέση με το πιθανό όφελος της θεραπείας και συνιστάται κλινική παρακολούθηση. Εάν τα επίπεδα της CΡΚ είναι σημαντικά αυξημένα (> 5 φορές τα ανώτατα φυσιολογικά όρια) πριν την έναρξη της θεραπείας, η θεραπεία δεν πρέπει να ξεκινά.
Προσδιορισμός της φωσφοκινάσης της κρεατίνης Η φωσφοκινάση της κρεατίνης (CΡΚ) δεν πρέπει να προσδιορίζεται μετά από εντατική άσκηση ή παρουσία οποιασδήποτε άλλης εύλογης αιτίας αύξησης της CΡΚ, γιατί αυτό δυσκολεύει την ερμηνεία των αποτελεσμάτων. Εάν τα επίπεδα της CΡΚ, πριν την έναρξη της θεραπείας, είναι σημαντικά αυξημένα (> 5 φορές τα ανώτατα φυσιολογικά όρια), τα επίπεδα πρέπει να προσδιορίζονται εκ νέου 5 έως 7 ημέρες αργότερα για την επιβεβαίωση των αποτελεσμάτων.
Κατά τη διάρκεια της θεραπείας
- Πρέπει να ζητείται από τους ασθενείς να αναφέρουν αμέσως μυϊκούς πόνους, κράμπες ή αδυναμία, ιδιαίτερα εάν αυτά συνοδεύονται από αίσθημα κακουχίας ή από πυρετό.
- Εάν εμφανιστούν τέτοια συμπτώματα, ενώ ένας ασθενής βρίσκεται υπό θεραπεία με ατορβαστατίνη, πρέπει να προσδιορίζονται τα επίπεδα της CΡΚ. Εάν διαπιστωθεί ότι τα επίπεδα αυτά είναι σημαντικώς αυξημένα (> 5 x τα ανώτατα φυσιολογικά όρια), η θεραπεία θα πρέπει να σταματήσει.
- Εάν τα μυϊκά συμπτώματα είναι σοβαρά και προκαλούν καθημερινή δυσφορία, ακόμα και αν τα επίπεδα CΡΚ είναι αυξημένα σε ≤ 5 x ανώτατα φυσιολογικά όρια, πρέπει να εξετάζεται η ανάγκη διακοπής της θεραπείας.
- Εάν τα συμπτώματα υποχωρήσουν και τα επίπεδα της CΡΚ επανέλθουν στο φυσιολογικό, τότε μπορεί να εξεταστεί το ενδεχόμενο επαναχορήγησης της ατορβαστατίνης ή η χορήγηση μιας άλλης στατίνης στη χαμηλότερη δόση και υπό στενό έλεγχο.
- Η ατορβαστατίνη πρέπει να διακοπεί εάν σημειωθεί κλινικά σημαντική αύξηση στα επίπεδα της CΡΚ (υψηλότερα από 10 φορές τα ανώτατα φυσιολογικά όρια) ή εάν διαγνωσθεί ή υπάρχει υπόνοια ραβδομυόλυσης.
- Ο κίνδυνος εμφάνισης ραβδομυόλυσης αυξάνεται όταν η ατορβαστατίνη χορηγείται ταυτόχρονα με ορισμένα φαρμακευτικά προϊόντα που μπορεί να αυξήσουν τη συγκέντρωση της ατορβαστατίνης στο πλάσμα όπως: κυκλοσπορίνη, ερυθρομυκίνη, κλαριθρομυκίνη, ιτρακοναζόλη, κετοκοναζόλη, νεφαζοδόνη, νιασίνη, γεμφιβροζίλη, άλλα παράγωγα φιβρικού οξέος ή αναστολείς της ΗΙV πρωτεάσης. Ο κίνδυνος εμφάνισης μυοπάθειας είναι επίσης πιθανό να είναι αυξημένος λόγω της ταυτόχρονης χρήσης της εζετιμίβης. Εάν αυτό είναι δυνατό, θα πρέπει να εξετάζεται το ενδεχόμενο χορήγησης εναλλακτικών (μη αλληλεπιδρώντων) θεραπειών σε αντικατάσταση αυτών των φαρμακευτικών αγωγών. Στις περιπτώσεις όπου είναι απαραίτητη η συγχορήγηση αυτών των φαρμακευτικών παραγόντων και της ατορβαστατίνης, θα πρέπει να εξετάζεται με προσοχή το όφελος και ο κίνδυνος που ενέχει η ταυτόχρονη θεραπευτική αγωγή.
- Σε ασθενείς που λαμβάνουν φάρμακα, τα οποία αυξάνουν τη συγκέντρωση της ατορβαστατίνης στο πλάσμα, συνιστάται χαμηλότερη εναρκτήρια δόση ατορβαστατίνης. Στην περίπτωση της κυκλοσπορίνης, της κλαριθρομυκίνης και της ιτρακοναζόλης, η μέγιστη χορηγούμενη δόση της ατορβαστατίνης ενδέχεται να πρέπει να μειωθεί (βλέπε Αλληλεπιδράσεις).
Έκδοχα Οι ασθενείς με σπάνια κληρονομικά προβλήματα δυσανεξίας στη γαλακτόζη, ανεπάρκειας Lapp λακτάσης ή δυσαπορρόφηση γλυκόζης-γαλακτόζης δε θα πρέπει να λαμβάνουν αυτή τη φαρμακευτική αγωγή.
Διάμεση πνευμονοπάθεια Έχουν αναφερθεί μεμονωμένες περιπτώσεις διάμεσης πνευμονοπάθειας με τη χρήση μερικών στατινών, ιδιαίτερα με τη μακροχρόνια θεραπεία (βλέπε Ανεπιθύμητες ενέργειες). Τα χαρακτηριστικά με τα οποία αυτή εκδηλώνεται μπορεί να περιλαμβάνουν δύσπνοια, μη παραγωγικό βήχα και επιδείνωση της γενικής κατάστασης της υγείας (κόπωση, απώλεια βάρους και πυρετός). Εάν υπάρχει υποψία πως κάποιος ασθενής έχει εμφανίσει διάμεση πνευμονοπάθεια, η θεραπεία με την στατίνη θα πρέπει να διακοπεί.
Κατά τη διάρκεια της θεραπείας φουσιδικού οξέος μπορεί να ενδείκνυται η προσωρινή διακοπή της ατορβαστατίνης (βλέπε Αλληλεπιδράσεις).
swap_horiz
Αλληλεπιδράσεις
SPC-ATORVASTATIN-GENERICS
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
sick
Ανεπιθύμητες ενέργειες
SPC-ATORVASTATIN-GENERICS
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
Οι ανεπιθύμητες ενέργειες ήταν συνήθως ήπιες και παροδικές. Ποσοστό μικρότερο του 2% των ασθενών διέκοψε τη συμμετοχή του στις κλινικές μελέτες εξαιτίας ανεπιθύμητων ενεργειών που αποδόθηκαν στην ατορβαστατίνη. Οι συχνότερες (1% ή περισσότερο) ανεπιθύμητες ενέργειες που έχουν συσχετισθεί με τη θεραπεία της ατορβαστατίνης, στους ασθενείς που έλαβαν μέρος στις ελεγχόμενες κλινικές μελέτες ήταν: Διαταραχές του νευρικού συστήματος Κεφαλαλγία Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης Εξασθένηση Διαταραχές του γαστρεντερικού συστήματος Κοιλιακό άλγος, δυσπεψία, ναυτία, μετεωρισμός, δυσκοιλιότητα, διάρροια. Ψυχιατρικές διαταραχές Αϋπνία Διαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και του συνδετικού ιστού Μυαλγία
Όπως συμβαίνει με άλλους αναστολείς της HMG-CoA αναγωγάσης, σε ασθενείς που έπαιρναν ατορβαστατίνη έχει αναφερθεί αύξηση των επιπέδων των τρανσαμινασών στον ορό. Οι μεταβολές αυτές ήταν συνήθως ήπιας έντασης, παροδικές και δε χρειάστηκε διακοπή της θεραπείας. Κλινικά σημαντική αύξηση των τρανσαμινασών του ορού (> 3 φορές τα ανώτατα φυσιολογικά όρια) παρατηρήθηκε σε ποσοστό περί το 0,7% των ασθενών που έπαιρναν ατορβαστατίνη. Η επίπτωση αυτών των διαταραχών ήταν 0,2%, 0,2%, 0,6% και 2,3% για δόσεις ίσες με 10, 20, 40 και 80mg, αντίστοιχα. Αυτή η αύξηση ήταν αναστρέψιμη σε όλους τους ασθενείς. Αυξημένα επίπεδα φωσφοκινάσης της κρεατινίνης (CΡΚ) του ορού μεγαλύτερα του 3πλάσιου των ανώτατων φυσιολογικών ορίων σημειώθηκαν σε ποσοστό 2,5% των ασθενών που λάμβαναν ατορβαστατίνη, παρόμοια με άλλους αναστολείς της HMG-CoA αναγωγάσης κατά τη διάρκεια κλινικών μελετών. Επίπεδα 10 φορές πάνω από τα ανώτατα φυσιολογικά όρια παρατηρήθηκαν σε ποσοστό 0,4% των ασθενών υπό θεραπεία με ατορβαστατίνη. Από αυτούς τους ασθενείς, ποσοστό 0,1% εμφάνισε ταυτόχρονα μυϊκό άλγος, κόπωση ή αδυναμία. Οι επιπλέον ενέργειες που αναφέρθηκαν κατά τη διάρκεια των κλινικών μελετών της ατορβαστατίνης παρατίθενται παρακάτω ανά κατηγορία οργανικού συστήματος και συχνότητας εμφάνισης. Στον πίνακα που ακολουθεί αναφέρονται οι ανεπιθύμητες ενέργεις βάσει δεδομένων που προέκυψαν από κλινικές μελέτες και από εμπιερία μετά την κυκλοφορία του φαρμάκου: Οι εκτιμώμενες συχνότητες εμφάνισης των ανεπιθύμητων ενεργειών ακολουθούν τη σύμβαση που ακολουθεί: πολύ συχνές (≥1/10), συχνές (≥1/100, <1/10), όχι συχνές (≥1/1.000, <1/100), σπάνιες (≥1/10.000, <1/1.000), πολύ σπάνιες (≤1/10.000).
Παρακλινικές εξετάσεις: Όπως συμβαίνει με άλλους αναστολείς της HMG-CoA αναγωγάσης, σε ασθενείς που έπαιρναν ατορβαστατίνη έχει αναφερθεί αύξηση των επιπέδων των τρανσαμινασών στον ορό. Οι μεταβολές αυτές ήταν συνήθως ήπιας έντασης, παροδικές και δε χρειάστηκε διακοπή της θεραπείας. Κλινικά σημαντική αύξηση των τρανσαμινασών του ορού (περισσότερο από 3 φορές τα ανώτατα φυσιολογικά όρια) παρατηρήθηκε σε ποσοστό 0,8% των ασθενών που έπαιρναν ατορβαστατίνη. Η αύξηση αυτή ήταν δοσοεξαρτώμενη και σε όλους τους ασθενείς ήταν αναστρέψιμη. Αυξημένα επίπεδα φωσφοκινάσης της κρεατινίνης (CΡΚ) του ορού (μεγαλύτερα του 3πλάσιου των ανώτατων φυσιολογικών ορίων) παρατηρήθηκαν σε ποσοστό 2,5% των ασθενών που λάμβαναν ατορβαστατίνη, παρόμοια με άλλους αναστολείς της HMG-CoA αναγωγάσης κατά τη διάρκεια κλινικών μελετών. Επίπεδα 10 φορές πάνω από τα ανώτατα φυσιολογικά όρια σημειώθηκαν σε ποσοστό 0,4% των ασθενών υπό θεραπεία με ατορβαστατίνη (βλέπε παράγραφο 4.4). Οι ανεπιθύμητες ενέργειες που ακολουθούν έχουν αναφερθεί στην περίπτωση μερικών στατινών:
- Διαταραχές ύπνου που περιλαμβάνουν εφιάλτες
- Κατάθλιψη
- Μεμονωμένες περιπτώσεις διάμεσης πνευμονοπάθειας, ιδιαίτερα σε μακροχρόνια θεραπεία (βλέπε παράγραφο 4.4)
pregnant_woman
Κύηση / γαλουχία
SPC-ATORVASTATIN-GENERICS
expand_more
Κύηση / γαλουχία
Κύηση
Το Atorvastatin/Generics αντενδείκνυται στην κύηση και στο θηλασμό. Οι γυναίκες που βρίσκονται σε αναπαραγωγική ηλικία πρέπει να χρησιμοποιούν επαρκή μέτρα αντισύλληψης. Η ασφάλεια της ατορβαστατίνης κατά την κύηση και τη γαλουχία δεν έχει τεκμηριωθεί (βλ. Αντενδείξεις). Από μελέτες σε πειραματόζωα, φαίνεται ότι η χορήγηση αναστολέων της ΗΜG-CοΑ αναγωγάσης μπορεί να επηρεάσει την ανάπτυξη του εμβρύου. Σε αρουραίους παρατηρήθηκε καθυστέρηση της ανάπτυξης των νεογνών, ενώ μετά από έκθεση των θηλυκών ζώων σε ατορβαστατίνη, σε δόσεις μεγαλύτερες των 20 mg/kg/ημέρα (που είναι η συστηματική έκθεση στην κλινική πρακτική), η επιβίωση μετά τον τοκετό ελαττώθηκε.
Θηλασμός
Στους αρουραίους, οι συγκεντρώσεις της ατορβαστατίνης και των δραστικών μεταβολιτών της στο πλάσμα είναι παρόμοιες με αυτές που ανευρίσκονται στο γάλα. Κατά πόσον αυτό το φάρμακο ή οι μεταβολίτες του απεκκρίνονται στο μητρικό γάλα δεν είναι γνωστό (βλ. Προκλινικά δεδομένα).
Γονιμότητα
Κατά τις μελέτες που πραγματοποιήθηκαν στα ζώα, η ατορβαστατίνη δεν είχε επίδραση στη γονιμότητα των αρσενικών ή των θηλυκών σε δόσεις μέχρι 175 και 225 mg/kg/ημέρα, αντίστοιχα.
monitor_heart
Φαρμακοδυναμική
SPC-ATORVASTATIN-GENERICS
expand_more
Φαρμακοδυναμική
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: Αναστολείς της ΗΜG-CοΑ αναγωγάσης Κωδικός ATC: C10A A05 Η ατορβαστατίνη είναι ένας εκλεκτικός, ανταγωνιστικός αναστολέας της ΗΜG-CοΑ αναγωγάσης, του ενζύμου που καθορίζει την ταχύτητα και είναι υπεύθυνο για τη μετατροπή του 3-υδροξυ-3- μεθυλ-γλουταρυλ-συνενζύμου Α σε μεβαλονικό εστέρα, ο οποίος αποτελεί πρόδρομη ουσία των στερολών, συμπεριλαμβανομένης της χοληστερόλης. Τα τριγλυκερίδια και η χοληστερόλη στο ήπαρ ενσωματώνονται σε πολύ χαμηλής πυκνότητας λιποπρωτεΐνες (VLDL) και απελευθερώνονται στο πλάσμα, ώστε να μεταφερθούν στους περιφερικούς ιστούς. Η χαμηλής πυκνότητας λιποπρωτεΐνη (LDL) σχηματίζεται από τη VLDL και καταβολίζεται κυρίως μέσω των υψηλής χημικής συγγένειας LDL υποδοχέων. Η ατορβαστατίνη μειώνει τη χοληστερόλη και τα επίπεδα των λιποπρωτεϊνών στο πλάσμα αναστέλλοντας την ΗΜG-CοΑ αναγωγάση και τη βιοσύνθεση της χοληστερόλης στο ήπαρ και αυξάνει τον αριθμό των LDL ηπατικών υποδοχέων στην επιφάνεια των ηπατικών κυττάρων, για αυξημένη πρόσληψη και καταβολισμό της LDL. Η ατορβαστατίνη ελαττώνει την παραγωγή της LDL και τον αριθμό των σωματιδίων LDL. Η ατορβαστατίνη προκαλεί έντονη και παρατεταμένη αύξηση της δραστικότητας των LDL υποδοχέων, σε συνδυασμό με ευεργετική μεταβολή της ποιότητας των κυκλοφορούντων σωματιδίων της LDL. Η ατορβαστατίνη ελαττώνει αποτελεσματικά την LDL χοληστερόλη (LDL-C)σε μικρό αριθμό ασθενών με ομόζυγο οικογενή υπερχοληστεριναιμία, έναν πληθυσμό ασθενών που συνήθως δεν ανταποκρίνεται στα υπολιπιδαιμικά φάρμακα. Η ατορβαστατίνη αποδείχτηκε ότι ελαττώνει με δοσοεξαρτώμενο τρόπο τη συγκέντρωση της ολικής χοληστερόλης κατά 30%-46%, της LDL-C κατά 41%-61%, της απολιποπρωτεΐνης Β κατά 34%-50 % και των τριγλυκεριδίων κατά 14%-33%. Η ατορβαστατίνη προκάλεσε διάφορες μικρού βαθμού αυξήσεις της απολιποπρωτεΐνης Α1. Δεν καταδείχτηκε ωστόσο σαφής σχέση δόση-ανταπόκρισης. Η ανασκόπηση της υπάρχουσας βάσης κλινικών δεδομένων 24 μελετών που ολοκληρώθηκαν καταδεικνύουν πως η ατορβαστατίνη αυξάνει την HDL- χοληστερόλη και μειώνει τους λόγους LDL/HDL και ολική χοληστερόλη/HDL. Τα αποτελέσματα αυτά είναι ομοίως σταθερά σε ασθενείς με ετερόζυγο οικογενή υπερχοληστερολαιμία, σε μη οικογενείς μορφές υπερχοληστερολαιμίας και σε μικτή υπερλιπιδαιμία, συμπεριλαμβανομένων και των ασθενών με μη ινσουλινοεξαρτώμενο σακχαρώδη διαβήτη. Έχει αποδειχθεί ότι η ελάττωση των τιμών της ολικής χοληστερόλης, της LDL-C και της απολιποπρωτεΐνης Β μειώνει τον κίνδυνο των καρδιαγγειακών επεισοδίων και τη θνησιμότητα εξ αυτών. Αθηροσκλήρυνση Στη µελέτη «Reversing Atherosclerosis with Aggressive Lipid-Lowering» (REVERSAL), αξιολογήθηκε µε ενδοαγγειακό υπερηχογράφηµα (IVUS), κατά την διάρκεια αγγειογραφίας, η επίδραση αγωγής µε ατορβαστατίνη 80 mg και πραβαστατίνη 40 mg στην στεφανιαία αθηροσκλήρυνση, σε ασθενείς µε στεφανιαία νόσο. Σε αυτή την τυχαιοποιηµένη, διπλά-τυφλή, πολυκεντρική, ελεγχόµενη κλινική µελέτη, το IVUS πραγµατοποιήθηκε στην αρχική επίσκεψη και στους 18 µήνες, σε 502 ασθενείς. Στην οµάδα ασθενών που λάµβαναν ατορβαστατίνη (n=253), δεν εξελίχθηκε η αθηροσκλήρυνση. Η διάµεση επί τοις εκατό µεταβολή, από την αρχική επίσκεψη, στο συνολικό αθηρωµατικό όγκο (το πρωτεύον τελικό σηµείο της µελέτης) ήταν -0,4% (p=0,98) για την οµάδα ασθενών που λάµβαναν ατορβαστατίνη και +2,7% (p=0,001) για την οµάδα ασθενών που λάµβαναν πραβαστατίνη (n=249). Συγκρινόµενα µε την πραβαστατίνη, τα αποτελέσµατα της για την ατορβαστατίνη ήταν στατιστικώς σηµαντικά (p=0,02). Υπήρξε μέση μείωση κατά 36,4% στην τιμή της C αντιδρώσας πρωτεΐνης (CRP) στην ομάδα της ατορβαστατίνης σε σύγκριση με μείωση 5,2% στην ομάδα της πραβαστατίνης (p<0,0001). Στην οµάδα ασθενών που λάµβαναν ατορβαστατίνη, η LDL-C ελαττώθηκε έως τη µέση τιµή των 2,04 mmol/l ± 0,8 (78,9 mg/dl ± 30) από την αρχική τιµή των 3,89 mmol/l ± 0,7 (150 mg/dl ± 28) και στην οµάδα ασθενών που λάµβαναν πραβαστατίνη, η LDL-C ελαττώθηκε έως τη µέση τιµή των 2,85 mmol/l ± 0,7 (110 mg/dl ± 26) από την αρχική τιµή των 3,89 mmol/l ± 0,7 (150 mg/dl ± 26) (p<0,0001). Η ατορβαστατίνη επίσης ελάττωσε σηµαντικά τη µέση τιµή της ολικής χοληστερόλης κατά 34,1% (πραβαστατίνη: -18,4%, p<0,0001), τη µέση τιµή των επιπέδων των τριγλυκεριδίων (TG) κατά 20% (πραβαστατίνη: -6,8%, p<0,0009) και τη µέση τιµή της απολιποπρωτεΐνης Β κατά 39,1% (πραβαστατίνη: -22%, p<0,0001). Η ατορβαστατίνη αύξησε τη µέση τιµή της HDL-C κατά 2,9% (πραβαστατίνη: +5,6%, p=µη σηµαντικό). Τα αποτελέσµατα της µελέτης επιτεύχθηκαν µε την δοσολογία των 80mg. Ως εκ τούτου, δεν µπορούν να επεκταθούν σε δόσεις χαµηλότερης περιεκτικότητας. Τα προφίλ ασφαλείας και ανεκτικότητας των δύο θεραπευτικών οµάδων ήταν συγκρίσιµα. Πρόληψη καρδιαγγειακής νόσου Η επίδραση της ατορβαστατίνης στη θανατηφόρο και μη θανατηφόρο στεφανιαία καρδιακή νόσο, αξιολογήθηκε στην τυχαιοποιημένη, διπλά τυφλή, ελεγχόμενη με εικονικό φάρμακο μελέτη Anglo- Scandinavian Cardiac Outcomes Trial Lipid Lowering Arm (ASCOT-LLA). Οι ασθενείς ήταν υπερτασικοί, ηλικίας 40-79 ετών, χωρίς ιστορικό εμφράγματος του μυοκαρδίου ή θεραπείας για στηθάγχη και με επίπεδα ολικής χοληστερόλης (ΤC) μικρότερα ή ίσα με 6,5 mmol /L (251 mg/dl). Όλοι οι ασθενείς είχαν τουλάχιστον 3 από τους ακόλουθους προκαθορισμένους καρδιαγγειακούς παράγοντες κίνδυνου: ανδρικό φύλο, ηλικία μεγαλύτερη ή ίση με 55 έτη, κάπνισμα, διαβήτης, ιστορικό στεφανιαίας καρδιακής νόσου σε συγγενή πρώτου βαθμού, ΤC: HDL-C >6, περιφερική αγγειακή νόσος, υπερτροφία της αριστερής κοιλίας, ιστορικό αγγειακού εγκεφαλικού επεισοδίου, ειδική ηλεκτροκαρδιογραφική ανωμαλία, πρωτεϊνουρία/λευκωματινουρία. Από τους ασθενείς που συμπεριελήφθηκαν στη μελέτη, δεν είχαν όλοι εκτιμηθεί ως υψηλού κινδύνου για εμφάνιση πρώτου καρδιαγγειακού συμβάματος. Οι ασθενείς έλαβαν αντιυπερτασική αγωγή (θεραπευτικό σχήμα βασιζόμενο είτε στην αμλοδιπίνη είτε στην ατενολόλη) και ατορβαστατίνη 10 mg ημερησίως (n = 5.168) ή εικονικό φάρμακο (n = 5.137). Η επίδραση της ατορβαστατίνης ως προς τη μείωση του απόλυτου και του σχετικού κινδύνου ήταν η ακόλουθη: Μείωση σχετικού κινδύνου (%) Αρ. συμβαμάτων (ατορβαστατίνη έναντι εικονικού φαρμάκου) Μείωση απόλυτου κινδύνου (%) Τιμή p Θανατηφόρος ΣΝ συν μη θανατηφόρο ΕΜ 36% 100 έναντι 154 1,1% 0,0005 Σύνολο καρδιαγγειακών συμβαμάτων και επεμβάσεων επαναγγείωσης 20% 389 έναντι 483 1,9% 0,0008 Σύνολο στεφανιαίων συμβαμάτων 29% 178 έναντι 247 1,4% 0,0006 Βασίζεται στη διαφορά των πρωτογενών συχνοτήτων εμφάνισης των συμβαμάτων που παρουσιάζονται σε μια διάμεση περίοδο παρακολούθησης 3,3 ετών. ΣΝ: Στεφανιαία Νόσος, ΕΜ: Έμφραγμα Μυοκαρδίου Η ολική θνησιμότητα και η θνησιμότητα καρδιαγγειακής αιτιολογίας δεν μειώθηκαν σημαντικά, (185 έναντι 212 περιστατικών, p = 0,17 και 74 έναντι 82 περιστατικών, p = 0,51). Στις αναλύσεις υπο- ομάδων ανάλογα με το φύλο (81% άνδρες, 19% γυναίκες), η ευεργετική επίδραση της ατορβαστατίνης φάνηκε για τους άντρες αλλά δεν μπόρεσε να τεκμηριωθεί για τις γυναίκες, πιθανώς λόγω της μικρής συχνότητας συμβαμάτων στην υποομάδα των γυναικών. Η ολική και η καρδιαγγειακή θνησιμότητα ήταν αριθμητικά υψηλότερες στις γυναίκες ασθενείς (38 έναντι 30 και 17 έναντι 12), αλλά αυτό δεν ήταν στατιστικά σημαντικό. Υπήρξε σημαντική αλληλεπίδραση της θεραπείας με την αρχική αντιυπερτασική αγωγή. Το πρωτεύον τελικό σημείο (θανατηφόρος στεφανιαία νόσος και μη θανατηφόρο έμφραγμα του μυοκαρδίου) μειώθηκε σημαντικά από την ατορβαστατίνη στους ασθενείς που ελάμβαναν αμλοδιπίνη (ΗR 0,47 (0,32-0,69), p = 0,00008), αλλά όχι σε αυτούς που ελάμβαναν ατενολόλη (ΗR 0,83 (0,59-1,17), p = 0,287). Η επίδραση της ατορβαστατίνης στη θανατηφόρο και μη θανατηφόρο καρδιαγγειακή νόσο εκτιμήθηκε επίσης σε μια τυχαιοποιημένη, διπλά τυφλή, πολυκεντρική, ελεγχόμενη με εικονικό φάρμακο μελέτη, την Συλλογική Μελέτη της Ατορβαστατίνης στο Διαβήτη (Collaborative Atorvastatin Diabetes Study -CARDS), σε ασθενείς με διαβήτη τύπου 2, ηλικίας 40-75 ετών, χωρίς προηγούμενο ιστορικό καρδιαγγειακής νόσου και με LDL χοληστερόλη κάτω από ή ίση με 4,14 mmol/L (160 mg/dl) και τριγλυκερίδια (TG) κάτω από ή ίσα με 6,78 mmol/l (600 mg/dl). Όλοι οι ασθενείς είχαν τουλάχιστον 1 από τους ακόλουθους παράγοντες κινδύνου: υπέρταση, ενεργό κάπνισμα, αμφιβληστροειδοπάθεια, μικρολευκωματινουρία ή μακρολευκωματινουρία. Οι ασθενείς ελάμβαναν, είτε ατορβαστατίνη 10 mg ημερησίως (n = 1.428), ή εικονικό φάρμακο (n= | 1.410), για μια διάμεση περίοδο παρακολούθησης 3,9 ετών. Η επίδραση της ατορβαστατίνης στη μείωση του απόλυτου και σχετικού κινδύνου ήταν η ακόλουθη: Μείωση σχετικού κινδύνου (%) Αρ. συμβαμάτων (ατορβαστατίνη έναντι εικονικού φαρμάκου) Μείωση απόλυτου κινδύνου (%) Τιμή p Μείζονα καρδιαγγειακά συμβάματα (θανατηφόρο και μη-θανατηφόρο ΟΕΜ, σιωπηλό ΕΜ, αιφνίδιος θάνατος από οξεία ΣΝ, ασταθής στηθάγχη, CΑΒG, ΡΤCΑ, επαναγγείωση, αγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιο) 37% 83 έναντι 127 3,2% 0,0010 ΕΜ (θανατηφόρο και μη- θανατηφόρο ΟΕΜ, σιωπηλό ΕΜ) 42% 38 έναντι 64 1,9% 0,0070 Αγγειακά εγκεφαλικά επεισόδια (θανατηφόρα και μη θανατηφόρα) 48% 21 έναντι 39 1,3% 0,0163 Βασίζεται στη διαφορά των πρωτογενών συχνοτήτων εμφάνισης των συμβαμάτων που παρουσιάζονται σε μια διάμεση περίοδο παρακολούθησης 3,9 ετών. ΟΕΜ = Οξύ έμφραγμα μυοκαρδίου, CABG = coronary artery bypass graft -Παρακαμπτήριο μόσχευμα στεφανιαίου αγγείου -, ΣΝ: Στεφανιαία Νόσος, ΕΜ: Έμφραγμα Μυοκαρδίου, ΡΤCA = percutaneous transluminal coronary angioplasty -διαδερμική διαυλική αγγειοπλαστική στεφανιαίων. Δεν υπήρξαν στοιχεία που να τεκμηριώνουν διαφορά στην επίδραση της θεραπείας, ανάλογα με το φύλο, την ηλικία ή τα αρχικά επίπεδα της LDL-C των ασθενών. Παρατηρήθηκε μια ευνοϊκή τάση, όσον αφορά στη συχνότητα της θνησιμότητας (82 θάνατοι στην ομάδα του εικονικού φαρμάκου συγκριτικά με 61 θανάτους στην ομάδα της ατορβαστατίνης, p = 0,0592). Υποτροπιάζον αγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιο Στη μελέτη Πρόληψη Αγγειακού Εγκεφαλικού Επεισοδίου μέσω Επιθετικής Μείωσης των Επιπέδων της Χοληστερόλης (Stroke Prevention by Aggressive Reduction in Cholesterol Levels, SPARCL), η επίδραση της ατορβαστατίνης στη δόση των 80 mg ημερησίως ή του εικονικού φαρμάκου επί του αγγειακού εγκεφαλικού επεισοδίου αξιολογήθηκε σε 4731 ασθενείς οι οποίοι υπέστησαν αγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιο ή παροδικό ισχαιμικό επεισόδιο (TIA) εντός των προηγούμενων 6 μηνών και δεν είχαν ιστορικό στεφανιαίας καρδιακής νόσου (CHD). Οι ασθενείς ήταν σε ποσοστό 60% άρρενες, ηλικίας 21-92 ετών (μέση ηλικία 63 έτη) και οι τιμές της LDL χοληστερόλης (LDL-C) τους κατά την ένταξη στη μελέτη ήταν κατά μέσο όρο 133 mg/dl (3,4 mmol/l). Η μέση τιμή της LDL-C ήταν 73 mg/dl (1,9 mmol/l) κατά τη διάρκεια της θεραπείας με την ατορβαστατίνη και 129 mg/dl (3,3 mmol/l) κατά τη διάρκεια της θεραπείας με το εικονικό φάρμακο. Η διάμεση διάρκεια του χρόνου της μετέπειτα παρακολούθησης ήταν 4,9 έτη. Η ατορβαστατίνη στη δόση των 80 mg μείωσε τον κίνδυνο του πρωτεύοντος τελικού σημείου του αγγειακού εγκεφαλικού επεισοδίου με μοιραία ή με μη μοιραία κατάληξη κατά 15% (HR: 0,85, 95% CI, 0,72-1,00, p = 0,05 ή 0,84, 95% CI, 0,71-0,99, p = 0,03 έπειτα από αναπροσαρμογή για τους παράγοντες που ήταν παρόντες κατά την ένταξη στη μελέτη) σε σύγκριση με το εικονικό φάρμακο. Το ποσοστό της θνησιμότητας παντός αιτιολογίας ήταν 9,1% (216/2365) για την ομάδα που έλαβε την ατορβαστατίνη έναντι 8,9% (211/2366) για την ομάδα που έλαβε το εικονικό φάρμακο. Μια ανάλυση post-hoc, κατέδειξε πως η ατορβαστατίνη στη δόση των 80 mg μείωσε την επίπτωση του αγγειακού εγκεφαλικού επεισοδίου ισχαιμικής αιτιολογίας (218/2365, 9,2% έναντι 274/2366, 11.6%, p = 0.01) και αύξησε την επίπτωση του αιμορραγικού αγγειακού εγκεφαλικού επεισοδίου (55/2365, 2,3% έναντι 33/2366, 1,4%, p = 0,02) σε σύγκριση με το εικονικό φάρμακο.
- Ο κίνδυνος εμφάνισης αιμορραγικού αγγειακού εγκεφαλικού επεισοδίου ήταν αυξημένος στους ασθενείς που εισήλθαν στη μελέτη έχοντας εμφανίσει στο παρελθόν αιμορραγικό αγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιο (7/45 για την ατορβαστατίνη έναντι 2/48 για το εικονικό φάρμακο, HR 4,06, 95% CI, 0,84-19,57) και ο κίνδυνος αγγειακού εγκεφαλικού επεισοδίου ισχαιμικής αιτιολογίας ήταν παρόμοιος μεταξύ των δύο ομάδων (3/45 για την ατορβαστατίνη έναντι 2/48 για το εικονικό φάρμακο, HR 1,64, 95% CI, 0,27-9,82).
- Ο κίνδυνος εμφάνισης αιμορραγικού αγγειακού εγκεφαλικού επεισοδίου ήταν αυξημένος στους ασθενείς που εισήλθαν στη μελέτη έχοντας εμφανίσει στο παρελθόν βοθριωτό έμφρακτο (20/708 για την ατορβαστατίνη έναντι 4/701για το εικονικό φάρμακο, HR 4,99, 95 % CI, 1,71-14,61), αλλά και ο κίνδυνος αγγειακού εγκεφαλικού επεισοδίου ισχαιμικής αιτιολογίας ήταν μειωμένος στους ασθενείς αυτής της κατηγορίας (79/708 για την ατορβαστατίνη έναντι 102/701 για το εικονικό φάρμακο, HR 0,76/95% CI, 0,57-1,02). Ενδέχεται να σημειώνεται αύξηση του απόλυτου κινδύνου εμφάνισης αγγειακού εγκεφαλικού επεισοδίου στους ασθενείς που είχαν εμφανίσει στο παρελθόν βοθριωτό έμφρακτο και λαβάνουν δόση ατορβασταστίνης ίση με 80 mg/ημέρα. Η θνησιμότητα παντός αιτιολογίας ήταν 15,6% (7/45) για την ομάδα που έλαβε την ατορβαστατίνη έναντι 10,4% (5/48) στην υποομάδα των ασθενών που είχαν εμφανίσει στο παρελθόν αιμορραγικό αγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιο. Η θνησιμότητα παντός αιτιολογίας ήταν 10,9% (77/708) για την ομάδα που έλαβε την ατορβαστατίνη έναντι 9,1% (64/701) για την ομάδα που έλαβε το εικονικό φάρμακο στην υποομάδα των ασθενών που είχαν εμφανίσει στο παρελθόν βοθριωτό έμφρακτο.
biotech
Φαρμακοκινητική
SPC-ATORVASTATIN-GENERICS
expand_more
Φαρμακοκινητική
science
PubChem
Φαρμακοδυναμική
expand_more
Φαρμακοδυναμική
Φαρμακοδυναμική
Η οιστριόλη (estriol) είναι ένα από τα τρία κύρια οιστρογόνα που παράγονται από τον ανθρώπινο οργανισμό. Παράγεται μόνο σε σημαντικές ποσότητες κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης, καθώς παράγεται από τον πλακούντα.
Σε έγκυες γυναίκες με πολλαπλή σκλήρυνση (MS), η οιστριόλη μειώνει αισθητά τα συμπτώματα της νόσου, σύμφωνα με ερευνητές της Ιατρικής Σχολής Geffen του UCLA.
neurology
PubChem
Μηχανισμός δράσης
expand_more
Μηχανισμός δράσης
Μηχανισμός Δράσης
Τα επίπεδα οιστριόλης μπορούν να μετρηθούν για να δοθεί μια ένδειξη της γενικής υγείας του εμβρύου.
Η DHEA-S παράγεται από τον φλοιό των επινεφριδίων του εμβρύου. Αυτή μετατρέπεται σε οιστριόλη από τον πλακούντα.
Εάν τα επίπεδα της «μη συζευγμένης οιστριόλης» είναι αφύσικα χαμηλά σε μια έγκυο γυναίκα, αυτό μπορεί να υποδηλώνει πρόβλημα στην ανάπτυξη του παιδιού.
Το φάρμακο αλληλεπιδρά με έναν υποδοχέα κυττάρου-στόχου. Όταν ο οιστρογονικός υποδοχέας έχει συνδεθεί με τον σύνδεσμό του, μπορεί να εισέλθει στον πυρήνα του κυττάρου-στόχου και να ρυθμίσει τη μεταγραφή γονιδίων, η οποία οδηγεί στο σχηματισμό αγγελιαφόρου RNA (mRNA).
Το mRNA αλληλεπιδρά με τα ριβοσώματα για να παράγει συγκεκριμένες πρωτεΐνες που εκφράζουν την επίδραση της οιστριόλης στο κύτταρο-στόχο.
Τα οιστρογόνα αυξάνουν την ηπατική σύνθεση της σφαιρίνης που δεσμεύει τις σεξουαλικές ορμόνες (SHBG), της θυροξίνης που δεσμεύει θυρεοειδικές ορμόνες (TBG) και άλλων πρωτεϊνών του ορού, και καταστέλλουν την έκκριση της ωοθυλακιοτρόπου ορμόνης (FSH) από την πρόσθια υπόφυση.
Συνθετική οιστριόλη, είναι χημικά και βιολογικά ταυτόσημη με την ενδογενή ανθρώπινη οιστριόλη. Η οιστριόλη, ένα ασθενές οιστρογόνο, είναι ένας φυσικός μεταβολίτης της εστραδιόλης, του κυρίαρχου οιστρογόνου.
Η οιστριόλη ασκεί οιστρογονική δράση συνδεόμενη με τους οιστρογονικούς υποδοχείς, οι οποίοι υπάρχουν στον γυναικείο γεννητικό σωλήνα.
Η οιστριόλη, από του στόματος ή κολπικά, παρόμοια με την εστραδιόλη, διορθώνει τη μειωμένη πολλαπλασιαστικότητα και την ανώμαλη φυσιολογία στο ατροφικό κολπικό επιθήλιο που παρατηρείται σε καταστάσεις έλλειψης οιστρογόνων, όπως μετά τη φυσική ή χειρουργική εμμηνόπαυση.
Αντίθετα, η ιστολογία του ενδομητρίου μετά τη χρήση Gynest Cream σπάνια δείχνει μικρά σημάδια πολλαπλασιαστικότητας σε προηγουμένως ατροφικά ενδομήτρια.
Τα οιστρογόνα έχουν σημαντικό ρόλο στο αναπαραγωγικό, σκελετικό, καρδιαγγειακό και κεντρικό νευρικό σύστημα στις γυναίκες, και δρουν κυρίως ρυθμίζοντας την έκφραση των γονιδίων.
Η βιολογική απόκριση ξεκινά όταν το οιστρογόνο συνδέεται με ένα πεδίο δέσμευσης συνδέσμου του οιστρογονικού υποδοχέα, προκαλώντας μια διαμορφωτική αλλαγή που οδηγεί σε μεταγραφή γονιδίων μέσω συγκεκριμένων στοιχείων απόκρισης οιστρογόνων (ERE) στους προαγωγείς γονιδίων-στόχων.
Η επακόλουθη ενεργοποίηση ή καταστολή του γονιδίου-στόχου μεσολαβείται μέσω 2 διακριτών πεδίων μεταγραφικής ενεργοποίησης (δηλαδή, AF-1 και AF-2) του υποδοχέα.
Ο οιστρογονικός υποδοχέας μεσολαβεί επίσης σε μεταγραφή γονιδίων χρησιμοποιώντας διαφορετικά στοιχεία απόκρισης (δηλαδή, AP-1) και άλλες οδούς σηματοδότησης.
Πρόσφατες εξελίξεις στην μοριακή φαρμακολογία των οιστρογόνων και των οιστρογονικών υποδοχέων είχαν ως αποτέλεσμα την ανάπτυξη επιλεκτικών τροποποιητών οιστρογονικών υποδοχέων (SERMs) (π.χ., κλομιφαίνη, ραλοξιφαίνη, ταμοξιφαίνη, τορεμιφαίνη), παραγόντων που συνδέονται και ενεργοποιούν τον οιστρογονικό υποδοχέα αλλά παρουσιάζουν ιστικές-ειδικές επιδράσεις που διαφέρουν από τα οιστρογόνα.
Η ιστική-ειδική οιστρογονο-αγωνιστική ή -ανταγωνιστική δράση αυτών των φαρμάκων φαίνεται να σχετίζεται με δομικές διαφορές στο σύμπλοκο οιστρογονικού υποδοχέα τους (π.χ., ειδικά η επιφανειακή τοπογραφία του AF-2 για τη ραλοξιφαίνη) σε σύγκριση με το σύμπλοκο οιστρογόνου (εστραδιόλης)-οιστρογονικού υποδοχέα.
Έχει αναγνωριστεί και ένας δεύτερος οιστρογονικός υποδοχέας, και η ύπαρξη τουλάχιστον 2 οιστρογονικών υποδοχέων (ER-άλφα, ER-βήτα) μπορεί να συμβάλλει στην ιστική-ειδική δράση των επιλεκτικών τροποποιητών.
Ενώ ο ρόλος του οιστρογονικού υποδοχέα στα οστά, τον καρδιαγγειακό ιστό και το ΚΝΣ συνεχίζει να μελετάται, τα νέα στοιχεία δείχνουν ότι ο μηχανισμός δράσης των οιστρογονικών υποδοχέων σε αυτούς τους ιστούς διαφέρει από τον τρόπο λειτουργίας των οιστρογονικών υποδοχέων στον αναπαραγωγικό ιστό.
/Γενική Δήλωση για τα Οιστρογόνα/
Ενδοκυτταρικές πρωτεΐνες δέσμευσης για τα οιστρογόνα έχουν αναγνωριστεί σε ιστούς που ανταποκρίνονται στα οιστρογόνα, συμπεριλαμβανομένων των γυναικείων γεννητικών οργάνων, του μαστού, της υπόφυσης και του υποθαλάμου.
Το σύμπλοκο δέσμευσης οιστρογόνων (δηλ., πρωτεΐνη δέσμευσης κυτταροζώματος και οιστρογόνο) διανέμεται στον πυρήνα του κυττάρου, όπου διεγείρει τη σύνθεση DNA, RNA και πρωτεϊνών.
Η παρουσία αυτών των πρωτεϊνών υποδοχέων είναι υπεύθυνη για την παρηγορητική απόκριση στη θεραπεία με οιστρογόνα σε γυναίκες με μεταστατικό καρκίνο του μαστού.
/Γενική Δήλωση για τα Οιστρογόνα/
Τα οιστρογόνα έχουν γενικά ευεργετικές επιδράσεις στις συγκεντρώσεις χοληστερόλης και φωσφολιπιδίων στο αίμα.
Τα οιστρογόνα μειώνουν την LDL-χοληστερόλη και αυξάνουν τις συγκεντρώσεις HDL-χοληστερόλης με δοσοεξαρτώμενο τρόπο.
Η μείωση των συγκεντρώσεων LDL-χοληστερόλης που σχετίζεται με τη θεραπεία με οιστρογόνα φαίνεται να οφείλεται σε αυξημένο καταβολισμό της LDL, ενώ η αύξηση των συγκεντρώσεων των τριγλυκεριδίων προκαλείται από αυξημένη παραγωγή μεγάλων, πλούσιων σε τριγλυκερίδια, λιποπρωτεϊνών πολύ χαμηλής πυκνότητας (VLDL).
Οι αλλαγές στις συγκεντρώσεις HDL-χοληστερόλης του ορού φαίνεται να οφείλονται κυρίως σε αύξηση της περιεκτικότητας σε χοληστερόλη και απολιποπρωτεΐνη Α-1 της HDL2 και σε ελαφρά αύξηση της HDL3-χοληστερόλης.
/Γενική Δήλωση για τα Οιστρογόνα/
Για περισσότερα δεδομένα Μηχανισμού Δράσης (Πλήρη) για την ESTRIOL (12 σύνολο), παρακαλώ επισκεφθείτε τη σελίδα εγγραφής HSDB.
biotech
PubChem
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
expand_more
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
Απορρόφηση, Κατανομή & Απέκκριση
Η οιστριόλη απορροφάται εύκολα μετά από κολπική εφαρμογή.
Οι μέγιστες ορμικές συγκεντρώσεις οιστριόλης συνήθως παρατηρούνται εντός 2 ωρών μετά την κολπική εφαρμογή και παραμένουν αυξημένες για 6 ώρες.
Η συστηματική βιοδιαθεσιμότητα μετά από κολπική χορήγηση είναι καλύτερη από ό,τι μετά από από του στόματος χορήγηση.
Η κολπική εφαρμογή 1 mg οιστριόλης σε γυναίκες με γεροντική ατροφία του κολπικού επιθηλίου οδηγεί σε ορμικά επίπεδα παρόμοια με αυτά που παρατηρούνται μετά από από του στόματος χορήγηση 10 mg οιστριόλης.
Τα ορμικά επίπεδα οιστριόλης αυξήθηκαν από <90pmol/L (26 pg/mL) περίπου πενήντα φορές μέσα σε λίγες ώρες μετά από κολπική εφαρμογή Gynest Cream.
Οκτώ έως δέκα ώρες μετά τη χορήγηση, το 50% των γυναικών εξακολουθούσε να έχει επίπεδα οιστριόλης πάνω από 90pmol/L (26 pg/mL).
Η οιστριόλη κυκλοφορεί στο αίμα, περίπου 14% ελεύθερη, 8% συνδεδεμένη με SHBG και το υπόλοιπο συνδεδεμένο με αλβουμίνη.
Περισσότερο από το 95% της οιστριόλης απεκκρίνεται στα ούρα, κυρίως με τη μορφή γλυκουρονιδίων.
water_drop
PubChem
Δέσμευση πρωτεϊνών
expand_more
Δέσμευση πρωτεϊνών
Σύνδεση με Πρωτεΐνες
Η οιστριόλη κυκλοφορεί με το αίμα, περίπου 14% ελεύθερη, 8% συνδεδεμένη με SHBG και το υπόλοιπο συνδεδεμένο με αλβουμίνη.
hub
PubChem
Μεταβολισμός
expand_more
Μεταβολισμός
Μεταβολισμός
Οι κύριοι μεταβολίτες της οιστριόλης περιλαμβάνουν τη 16-άλφα-γλυκουρονιδίη, τη 3-γλυκουρονιδίη, τη 3-θειική και τη 3-θειική 16-άλφα-γλυκουρονιδίη.
Η μεταβολική διάθεση των οιστρογόνων περιλαμβάνει οξειδωτικό μεταβολισμό (σε μεγάλο βαθμό υδροξυλίωση) και συζευγτικό μεταβολισμό μέσω γλυκουρονιδίωσης, σουλφονίωσης και/ή Ο-μεθυλίωσης.
Η εστραδιόλη μετατρέπεται σε οιστρόνη μέσω μιας 17β-υδροξυστεροειδούς δεϋδρογενάσης· η παραγόμενη οιστρόνη μεταβολίζεται περαιτέρω σε 16-άλφα-υδροξυοιστρόνη και στη συνέχεια σε οιστριόλη.
Η οιστριόλη είναι ένας κοινός μεταβολίτης της οιστρόνης και της εστραδιόλης-17-βήτα σε ζώα και ανθρώπους.
Η οιστριόλη απεκκρίνεται στους ανθρώπους ως συζευγμένη και μη συζευγμένη 2-υδροξυ οιστριόλη μετά από 2-υδροξυλίωση.
fact_check
PubChem
FDA classification
expand_more
FDA classification
LMNOOP FEMININE CREAM
Grain Proteins [EXT]; Dietary Proteins [CS]; Allergens [CS]; Plant Proteins [CS]; Cell-mediated Immunity [PE]; Increased Histamine Release [PE]; Non-Standardized Food Allergenic Extract [EPC]; Non-Standardized Plant Allergenic Extract [EPC]