ESTRIOL
Οιστριόλη
### Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία **Αναστολείς της HMG-CοΑ αναγωγάσης** Κωδικός ATC: C10A A05 ### Μηχανισμός δράσης Η ατορβαστατίνη είναι ένας **εκλεκτικός, ανταγωνιστικός αναστολέας της HMG-CοΑ αναγωγάσης**, του ενζύμου που καθορίζει την ταχύτητα και είναι υπεύθυνο για τη …
Πληροφορίες Συνταγογράφησης
Επιμελημένα δεδομένα από το SPC
medication
Δοσολογία
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Δοσολογία
- Οδός: Από του στόματος
- Χορήγηση: μία φορά την ημέρα, οποιαδήποτε ώρα της ημέρας, με ή χωρίς τη συνοδεία τροφής
- Δόση έναρξης: 10 mg μία φορά την ημέρα
- Τιτλοποίηση: Τροποποίηση της δοσολογίας πρέπει να γίνεται ανά μεσοδιαστήματα 4 εβδομάδων ή μεγαλύτερα. Οι δόσεις πρέπει να εξατομικεύονται και να αναπροσαρμόζονται κάθε 4 εβδομάδες έως τα 40 mg ημερησίως. Στη συνέχεια, ή η δοσολογία αυξάνεται στη μέγιστη τιμή των 80 mg ημερησίως ή χορηγούνται 40 mg Atorvastatin/Generics σε συνδυασμό με μία ρητίνη ανταλλαγής ιόντων.
-
ΕνήλικεςΔόση10 mgΜέγ. δόση80 mgΑρχική δόση 10 mg μία φορά την ημέρα. Η δοσολογία εξατομικεύεται. Μέγιστη δόση 80 mg μία φορά την ημέρα.
-
Πρωτοπαθής υπερχοληστερολαιμία και συνδυασμένη (μικτή) υπερλιπιδαιμίαΔόση10 mg10 mg άπαξ ημερησίως. Μέγιστη ανταπόκριση σε 4 εβδομάδες.
-
Ετερόζυγος οικογενής υπερχοληστερολαιμίαΔόση10 mgΜέγ. δόση80 mgΑρχική δόση 10 mg ημερησίως. Αναπροσαρμογή κάθε 4 εβδομάδες έως 40 mg. Στη συνέχεια, έως 80 mg ημερησίως ή 40 mg σε συνδυασμό με ρητίνη ανταλλαγής ιόντων.
-
Ομόζυγος οικογενής υπερχοληστερολαιμίαΔόση10-80 mg10 έως 80 mg ημερησίως. Χορηγείται ως συμπλήρωμα σε άλλες υπολιπιδαιμικές θεραπείες ή όταν αυτές δεν είναι διαθέσιμες.
-
Πρόληψη καρδιαγγειακής νόσουΔόση10 mg10 mg/ημέρα. Υψηλότερες δόσεις μπορεί να είναι απαραίτητες.
-
Ασθενείς με νεφρική ανεπάρκειαΔεν χρειάζεται τροποποίηση της δοσολογίας.
-
Ηλικιωμένοι (>70 ετών)Αποτελεσματικότητα και ασφάλεια παρόμοιες με το γενικό πληθυσμό.
-
Παιδιά (4-17 ετών) με σοβαρές δυσλιπιδαιμίες (όπως ομόζυγος οικογενής υπερχοληστερολαιμία)Δόση10 mgΜέγ. δόση80 mgΑρχική δοσολογία 10 mg ημερησίως. Έως 80 mg ημερησίως σε περιορισμένο αριθμό ασθενών. Δόσεις >20 mg/ημέρα δεν έχουν διερευνηθεί σε ασθενείς <18 ετών.
block
Αντενδείξεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Αντενδείξεις
-
Υπερευαισθησία στη δραστική ουσία ή σε κάποιο από τα έκδοχα
-
Ενεργός ηπατική νόσος ή ανεξήγητη, επιμένουσα αύξηση των τρανσαμινασών του ορού μεγαλύτερη από το 3πλάσιο των ανώτατων φυσιολογικών ορίων
-
Μυοπάθεια
-
Κατά τη διάρκεια της κύησης, κατά τη διάρκεια της γαλουχίας και σε γυναίκες αναπαραγωγικής ηλικίας που δε χρησιμοποιούν τα κατάλληλα αντισυλληπτικά μέτραΠληθυσμόςΓυναίκες αναπαραγωγικής ηλικίας
warning
Προειδοποιήσεις & Προφυλάξεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Προειδοποιήσεις & Προφυλάξεις
-
Επιδράσεις από το ήπαρΣυνιστάται να εκτελούνται ηπατικές δοκιμασίες πριν από την έναρξη της θεραπείας και στη συνέχεια περιοδικά. Οι ασθενείς που παρουσιάζουν οποιοδήποτε σημείο ή σύμπτωμα ενδεικτικό ηπατικής βλάβης θα πρέπει να υποβάλλονται σε έλεγχο της ηπατικής λειτουργίας. Οι ασθενείς που εμφανίζουν αυξημένα επίπεδα τρανσαμινασών θα πρέπει να παρακολουθούνται μέχρις ότου η διαταραχή (ές) αποκατασταθούν. Αν μία αύξηση των τιμών των τρανσαμινασών, μεγαλύτερη του 3πλάσιου των ανώτερων φυσιολογικών τιμών, επιμένει, συνιστάται μείωση της δόσης ή απόσυρση της αγωγής με το Atorvastatin/Generics (βλέπε Ανεπιθύμητες ενέργειες). Το Atorvastatin/Generics πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή σε ασθενείς που καταναλώνουν σημαντικές ποσότητες οινοπνεύματος και/ή έχουν ιστορικό ηπατικής νόσου.
-
Πρόληψη Αγγειακού Εγκεφαλικού Επεισοδίου μέσω Επιθετικής Μείωσης των Επιπέδων της Χοληστερόλης (Stroke Prevention by Aggressive Reduction in Cholesterol Levels, SPARCL)Στα πλαίσια μια ανάλυσης post-hoc των υποκατηγοριών του αγγειακού εγκεφαλικού επεισοδίου, η οποία πραγματοποιήθηκε σε ασθενείς οι οποίοι δεν έπασχαν από συμφορητική καρδιοπάθεια (CHD) και είχαν εμφανίσει πρόσφατο αγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιο ή παροδικό ισχαιμικό επεισόδιο (TIA), η επίπτωση του αιμορραγικού αγγειακού εγκεφαλικού επεισοδίου ήταν υψηλότερη στους ασθενείς που ξεκίνησαν αγωγή με ατορβαστατίνη 80 mg σε σύγκριση με το εικονικό φάρμακο. Η αύξηση του κινδύνου ήταν ιδιαίτερα έντονη στους ασθενείς οι οποίοι είχαν στο παρελθόν εμφανίσει αιμορραγικό αγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιο ή βοθριωτό έμφρακτο κατά την εισαγωγή στη μελέτη. Για τους ασθενείς που είχαν εμφανίσει αιμορραγικό αγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιο ή βοθριωτό έμφρακτο, το ισοζύγιο μεταξύ των κινδύνων και των ωφελειών από τη χορήγηση της ατορβαστατίνης στη δόση των 80 mg δεν είναι σαφές και ο δυνητικός κίνδυνος εμφάνισης ενός αιμορραγικού αγγειακού εγκεφαλικού επεισοδίου θα πρέπει να λαμβάνεται σοβαρά υπ’ όψιν πριν να ξεκινήσει η αγωγή (βλέπε Φαρμακοδυναμικές).
-
Επίδραση στους μυςΗ θεραπεία με αναστολείς της HMG-CoA αναγωγάσης (στατίνες) έχει συσχετισθεί με έναρξη μυαλγίας, μυοπάθειας και, πολύ σπάνια, ραβδομυόλυσης. Η ατορβαστατίνη, όπως άλλοι αναστολείς της HMG-CoA αναγωγάσης, μπορεί να επιδράσει στους σκελετικούς μύες και να προκαλέσει μυαλγία, μυοσίτιδα και μυοπάθεια, που μπορεί σε σπάνιες περιπτώσεις να εξελιχθούν σε ραβδομυόλυση, μία κατάσταση, που χαρακτηρίζεται από σημαντικά αυξημένα επίπεδα της φωσφοκινάσης της κρεατίνης (CPK) (>10 φορές τα ανώτατα φυσιολογικά όρια), μυοσφαιριναιμία και μυοσφαιρινουρία, που μπορεί προκαλέσουν νεφρική ανεπάρκεια και σε σπάνιες περιπτώσεις να οδηγήσουν σε θάνατο. Θα πρέπει να εξετάζεται το ενδεχόμενο μυοπάθειας σε κάθε ασθενή που λαμβάνει αγωγή στατίνης και εμφανίζει αγνώστου αιτιολογίας μυϊκά συμπτώματα όπως άλγος ή ευαισθησία, μυϊκή αδυναμία ή μυϊκές κράμπες. Σε αυτές τις περιπτώσεις, θα πρέπει να προσδιορίζονται τα επίπεδα της κινάσης της κρεατίνης (CK).
-
Πριν την έναρξη της θεραπείαςΗ ατορβαστατίνη πρέπει να χορηγείται με προσοχή σε ασθενείς με προδιαθεσικούς παράγοντες για εμφάνιση ραβδομυόλυσης. Στις καταστάσεις που ακολουθούν πρέπει να προσδιορίζονται τα επίπεδα της φωσφοκινάσης της κρεατίνης (CPK) πριν την έναρξη της θεραπείας με στατίνες: - Νεφρική δυσλειτουργία - Υποθυρεοειδισμός - Ατομικό ή οικογενειακό ιστορικό κληρονομικών μυϊκών διαταραχών - Ιστορικό μυϊκής τοξικότητας με στατίνη ή φιβράτη - Ιστορικό ηπατικής νόσου και/ή όταν καταναλώνονται μεγάλες ποσότητες οινοπνεύματος - Σε ηλικιωμένους (ηλικίας > 70 ετών), η αναγκαιότητα μιας τέτοιας μέτρησης πρέπει να εξετάζεται, με βάση την ύπαρξη άλλων παραγόντων που προδιαθέτουν για ραβδομυόλυση Σε αυτές τις καταστάσεις, θα πρέπει να σταθμίζεται ο δυνητικός κίνδυνος σε σχέση με το πιθανό όφελος της θεραπείας και συνιστάται κλινική παρακολούθηση. Εάν τα επίπεδα της CΡΚ είναι σημαντικά αυξημένα (> 5 φορές τα ανώτατα φυσιολογικά όρια) πριν την έναρξη της θεραπείας, η θεραπεία δεν πρέπει να ξεκινά.
-
Προσδιορισμός της φωσφοκινάσης της κρεατίνηςΗ φωσφοκινάση της κρεατίνης (CΡΚ) δεν πρέπει να προσδιορίζεται μετά από εντατική άσκηση ή παρουσία οποιασδήποτε άλλης εύλογης αιτίας αύξησης της CΡΚ, γιατί αυτό δυσκολεύει την ερμηνεία των αποτελεσμάτων. Εάν τα επίπεδα της CΡΚ, πριν την έναρξη της θεραπείας, είναι σημαντικά αυξημένα (> 5 φορές τα ανώτατα φυσιολογικά όρια), τα επίπεδα πρέπει να προσδιορίζονται εκ νέου 5 έως 7 ημέρες αργότερα για την επιβεβαίωση των αποτελεσμάτων.
-
Κατά τη διάρκεια της θεραπείαςΠρέπει να ζητείται από τους ασθενείς να αναφέρουν αμέσως μυϊκούς πόνους, κράμπες ή αδυναμία, ιδιαίτερα εάν αυτά συνοδεύονται από αίσθημα κακουχίας ή από πυρετό. Εάν εμφανιστούν τέτοια συμπτώματα, ενώ ένας ασθενής βρίσκεται υπό θεραπεία με ατορβαστατίνη, πρέπει να προσδιορίζονται τα επίπεδα της CΡΚ. Εάν διαπιστωθεί ότι τα επίπεδα αυτά είναι σημαντικώς αυξημένα (> 5 x τα ανώτατα φυσιολογικά όρια), η θεραπεία θα πρέπει να σταματήσει. Εάν τα μυϊκά συμπτώματα είναι σοβαρά και προκαλούν καθημερινή δυσφορία, ακόμα και αν τα επίπεδα CΡΚ είναι αυξημένα σε ≤ 5 x ανώτατα φυσιολογικά όρια, πρέπει να εξετάζεται η ανάγκη διακοπής της θεραπείας. Εάν τα συμπτώματα υποχωρήσουν και τα επίπεδα της CΡΚ επανέλθουν στο φυσιολογικό, τότε μπορεί να εξεταστεί το ενδεχόμενο επαναχορήγησης της ατορβαστατίνης ή η χορήγηση μιας άλλης στατίνης στη χαμηλότερη δόση και υπό στενό έλεγχο. Η ατορβαστατίνη πρέπει να διακοπεί εάν σημειωθεί κλινικά σημαντική αύξηση στα επίπεδα της CΡΚ (υψηλότερα από 10 φορές τα ανώτατα φυσιολογικά όρια) ή εάν διαγνωσθεί ή υπάρχει υπόνοια ραβδομυόλυσης. Ο κίνδυνος εμφάνισης ραβδομυόλυσης αυξάνεται όταν η ατορβαστατίνη χορηγείται ταυτόχρονα με ορισμένα φαρμακευτικά προϊόντα που μπορεί να αυξήσουν τη συγκέντρωση της ατορβαστατίνης στο πλάσμα όπως: κυκλοσπορίνη, ερυθρομυκίνη, κλαριθρομυκίνη, ιτρακοναζόλη, κετοκοναζόλη, νεφαζοδόνη, νιασίνη, γεμφιβροζίλη, άλλα παράγωγα φιβρικού οξέος ή αναστολείς της ΗΙV πρωτεάσης. Ο κίνδυνος εμφάνισης μυοπάθειας είναι επίσης πιθανό να είναι αυξημένος λόγω της ταυτόχρονης χρήσης της εζετιμίβης. Εάν αυτό είναι δυνατό, θα πρέπει να εξετάζεται το ενδεχόμενο χορήγησης εναλλακτικών (μη αλληλεπιδρώντων) θεραπειών σε αντικατάσταση αυτών των φαρμακευτικών αγωγών. Στις περιπτώσεις όπου είναι απαραίτητη η συγχορήγηση αυτών των φαρμακευτικών παραγόντων και της ατορβαστατίνης, θα πρέπει να εξετάζεται με προσοχή το όφελος και ο κίνδυνος που ενέχει η ταυτόχρονη θεραπευτική αγωγή. Σε ασθενείς που λαμβάνουν φάρμακα, τα οποία αυξάνουν τη συγκέντρωση της ατορβαστατίνης στο πλάσμα, συνιστάται χαμηλότερη εναρκτήρια δόση ατορβαστατίνης. Στην περίπτωση της κυκλοσπορίνης, της κλαριθρομυκίνης και της ιτρακοναζόλης, η μέγιστη χορηγούμενη δόση της ατορβαστατίνης ενδέχεται να πρέπει να μειωθεί (βλέπε Αλληλεπιδράσεις).
-
ΈκδοχαΟι ασθενείς με σπάνια κληρονομικά προβλήματα δυσανεξίας στη γαλακτόζη, ανεπάρκειας Lapp λακτάσης ή δυσαπορρόφηση γλυκόζης-γαλακτόζης δε θα πρέπει να λαμβάνουν αυτή τη φαρμακευτική αγωγή.
-
Διάμεση πνευμονοπάθειαΈχουν αναφερθεί μεμονωμένες περιπτώσεις διάμεσης πνευμονοπάθειας με τη χρήση μερικών στατινών, ιδιαίτερα με τη μακροχρόνια θεραπεία (βλέπε Ανεπιθύμητες ενέργειες). Τα χαρακτηριστικά με τα οποία αυτή εκδηλώνεται μπορεί να περιλαμβάνουν δύσπνοια, μη παραγωγικό βήχα και επιδείνωση της γενικής κατάστασης της υγείας (κόπωση, απώλεια βάρους και πυρετός). Εάν υπάρχει υποψία πως κάποιος ασθενής έχει εμφανίσει διάμεση πνευμονοπάθεια, η θεραπεία με την στατίνη θα πρέπει να διακοπεί. Κατά τη διάρκεια της θεραπείας φουσιδικού οξέος μπορεί να ενδείκνυται η προσωρινή διακοπή της ατορβαστατίνης (βλέπε Αλληλεπιδράσεις).
swap_horiz
Αλληλεπιδράσεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
-
προσοχήΑύξηση κινδύνου μυοπάθειας, πιθανή ραβδομυόλυση. Αύξηση έκθεσης στην ατορβαστατίνη κατά 7.7 φορές. Αυξημένες συγκεντρώσεις ατορβαστατίνης στο πλάσμα.ΣύστασηΣταθμίστε οφέλη/κίνδυνους. Μείωση μέγιστης δόσης ατορβαστατίνης. Η δόση ατορβαστατίνης δεν θα πρέπει να υπερβαίνει τα 10 mg. Στενή κλινική παρακολούθηση. Χαμηλότερη εναρκτήρια δόση ατορβαστατίνης.
-
Παράγωγα φιβρικού οξέοςπροσοχήΑύξηση κινδύνου μυοπάθειας, πιθανή ραβδομυόλυση.ΣύστασηΣταθμίστε οφέλη/κίνδυνους.
-
Μακρολιδικά αντιβιοτικά (Ερυθρομυκίνη, Κλαριθρομυκίνη)προσοχήΑύξηση κινδύνου μυοπάθειας, πιθανή ραβδομυόλυση. Αυξημένες συγκεντρώσεις ατορβαστατίνης στο πλάσμα.ΣύστασηΣταθμίστε οφέλη/κίνδυνους. Χαμηλότερη εναρκτήρια δόση ατορβαστατίνης.
-
Αντιμυκητιασικά αζολώνπροσοχήΑύξηση κινδύνου μυοπάθειας, πιθανή ραβδομυόλυση. Αυξημένες συγκεντρώσεις ατορβαστατίνης στο πλάσμα.ΣύστασηΣταθμίστε οφέλη/κίνδυνους. Χαμηλότερη εναρκτήρια δόση ατορβαστατίνης.
-
Αναστολείς της HIV πρωτεάσηςπροσοχήΑύξηση κινδύνου μυοπάθειας, πιθανή ραβδομυόλυση. Αυξημένες συγκεντρώσεις ατορβαστατίνης στο πλάσμα.ΣύστασηΣταθμίστε οφέλη/κίνδυνους. Χαμηλότερη εναρκτήρια δόση ατορβαστατίνης.
-
ΝιασίνηπροσοχήΑύξηση κινδύνου μυοπάθειας, πιθανή ραβδομυόλυση.ΣύστασηΣταθμίστε οφέλη/κίνδυνους.
-
προσοχήΑύξηση έκθεσης στην ατορβαστατίνη κατά 3.4 φορές. Αυξημένες συγκεντρώσεις ατορβαστατίνης στο πλάσμα.ΣύστασηΕξετάστε μείωση μέγιστης δόσης ατορβαστατίνης. Στενή κλινική παρακολούθηση. Χορήγηση χαμηλότερων δόσεων συντήρησης ατορβαστατίνης. Κλινική παρακολούθηση σε δόσεις > 40 mg.
-
προσοχήΑύξηση έκθεσης στην ατορβαστατίνη κατά 1.5 - 2.3 φορές. Αυξημένες συγκεντρώσεις ατορβαστατίνης στο πλάσμα.ΣύστασηΕξετάστε μείωση μέγιστης δόσης ατορβαστατίνης. Στενή κλινική παρακολούθηση. Χορήγηση χαμηλότερων δόσεων συντήρησης ατορβαστατίνης. Κλινική παρακολούθηση σε δόσεις > 40 mg.
-
προσοχήΑυξημένες συγκεντρώσεις ατορβαστατίνης στο πλάσμα.ΣύστασηΙδιαίτερη προσοχή.
-
Υδροχλωρική διλτιαζέμηπαρακολούθησηΑύξηση έκθεσης στην ατορβαστατίνη κατά 51%.ΣύστασηΚλινική παρακολούθηση μετά την έναρξη ή αναπροσαρμογή της δόσης.
-
ΕζετιμίβηπροσοχήΑυξημένος κίνδυνος εμφάνισης μυοπάθειας.
-
Χυμός γκρέιπφρουτπροσοχήΑύξηση AUC ατορβαστατίνης (37% για 240ml, 2.5 φορές για >1.2L).ΣύστασηΔεν συνιστάται η ταυτόχρονη λήψη μεγάλων ποσοτήτων χυμού γκρέιπφρουτ.
-
προσοχήΜείωση των συγκεντρώσεων της ατορβαστατίνης στο πλάσμα.
-
ΡιφαμπίνηπροσοχήΜείωση των συγκεντρώσεων της ατορβαστατίνης στο πλάσμα (λόγω διττού μηχανισμού).ΣύστασηΣυνιστάται η ταυτόχρονη συγχορήγηση ατορβαστατίνης και ριφαμπίνης, καθώς η όψιμη χορήγηση έχει συσχετισθεί με σημαντική μείωση συγκεντρώσεων ατορβαστατίνης.
-
St. John's Wort/υπερικό/βαλσαμόχορτοπροσοχήΜείωση των συγκεντρώσεων της ατορβαστατίνης στο πλάσμα.
-
προσοχήΠιθανή αύξηση της έκθεσης στην ατορβαστατίνη (αναστολέας CYP3A4).
-
προσοχήΠιθανή αύξηση της έκθεσης στην ατορβαστατίνη (αναστολέας CYP3A4).
-
παρακολούθησηΑύξηση συγκεντρώσεων διγοξίνης στο πλάσμα κατά 20% με 80mg ατορβαστατίνης.ΣύστασηΟι ασθενείς που λαμβάνουν διγοξίνη πρέπει να παρακολουθούνται καταλλήλως.
-
Από του στόματος αντισυλληπτικά (νοραιθυνδρόνη, αιθυνυλ-οιστραδιόλη)προσοχήΑύξηση συγκεντρώσεων νοραιθυνδρόνης και αιθυνυλ-οιστραδιόλης στο πλάσμα.ΣύστασηΟι αυξήσεις πρέπει να λαμβάνονται υπόψη κατά την επιλογή των δόσεων των από του στόματος αντισυλληπτικών.
-
προσοχήΑύξηση έκθεσης στην ατορβαστατίνη κατά 18%.
-
προσοχήΑυξημένος κίνδυνος μυοπάθειας. Αύξηση έκθεσης στην ατορβαστατίνη κατά 24%.
-
Αντιόξινα (υδροξείδιο του μαγνησίου και του αργιλίου)χωρίς αλλαγήΜείωση επιπέδων ατορβαστατίνης και δραστικών μεταβολιτών κατά 35%. Η ελάττωση της LDL-C δεν επηρεάστηκε.
-
παρακολούθησηΜικρή μείωση του χρόνου προθρομβίνης (επανήλθε σε 15 ημέρες).ΣύστασηΟι ασθενείς στους οποίους χορηγείται βαρφαρίνη, χρειάζονται στενή παρακολούθηση.
-
Κολεστιπόληχωρίς αλλαγήΜείωση συγκεντρώσεων ατορβαστατίνης και δραστικών μεταβολιτών κατά 25%. Μεγαλύτερη δράση μείωσης λιπιδίων σε συνδυασμό.
-
Φεναζόνηχωρίς αλλαγήΕλάχιστη ή καθόλου επίδραση στην κάθαρση της φεναζόνης.
-
χωρίς αλλαγήΔεν διαπιστώθηκαν αλληλεπιδράσεις.
-
προσοχήΣοβαρά μυϊκά προβλήματα, συμπεριλαμβανομένης ραβδομυόλυσης.ΣύστασηΣτενή παρακολούθηση (μέτρηση CPK), ενδέχεται προσωρινή διακοπή ατορβαστατίνης.
sick
Ανεπιθύμητες ενέργειες
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
- Αλλεργικές αντιδράσεις
- Αναφυλαξία
- Αλωπεκία
- Δερματικό εξάνθημα
- Κνησμός
- Κνίδωση
- Αγγειονευρωτικό οίδημα
- Πομφολιγγώδες δερματικό εξάνθημα
- Πολύμορφο ερύθημα
- Σύνδρομο Stevens-Johnson
- Τοξική επιδερμική νεκρόλυση
- Υπεργλυκαιμία
- Υπογλυκαιμία
- Ανορεξία
- Αύξηση σωματικού βάρους
- Παγκρεατίτιδα
- Δυσκοιλιότητα
- Μετεωρισμός
- Δυσπεψία
- Ναυτία
- Διάρροια
- Έμετος
- Αϋπνία
- Εφιάλτες
- Κατάθλιψη
- Αμνησία
- Διαταραχές ύπνου
- Κεφαλαλγία
- Ζάλη
- Παραισθησία
- Υπαισθησία
- Περιφερική νευροπάθεια
- Δυσγευσία
- Οπτικές διαταραχές
- Απώλεια ακοής
- Ηπατίτιδα
- Χολοστατικός ίκτερος
- Ηπατική ανεπάρκεια
- Μυαλγία
- Αρθραλγία
- Μυοπάθεια
- Μυοσίτιδα
- Ραβδομυόλυση
- Μυϊκές κράμπες
- Ρήξη τένοντα
- Οσφυαλγία
- Ανικανότητα
- Γυναικομαστία
- Εξασθένηση
- Θωρακικό άλγος
- Περιφερικό οίδημα
- Κόπωση
- Αίσθημα κακουχίας
- Διάμεση πνευμονοπάθεια
Λεπτομέρειες κατά συχνότητα expand_more
-
ΣυχνέςΑλλεργικές αντιδράσειςΑνοσοποιητικό
-
ΣυχνέςΑρθραλγίαΜυοσκελετικό
-
ΣυχνέςΑϋπνίαΨυχιατρικές
-
ΣυχνέςΔιάρροιαΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΔυσκοιλιότηταΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΔυσπεψίαΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΕξασθένησηΓενικές
-
ΣυχνέςΘωρακικό άλγοςΓενικές
-
ΣυχνέςΚεφαλαλγίαΝευρικό
-
ΣυχνέςΚοιλιακό άλγοςΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΚόπωσηΓενικές
-
ΣυχνέςΜετεωρισμόςΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΜυαλγίαΜυοσκελετικό
-
ΣυχνέςΝαυτίαΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΟσφυαλγίαΜυοσκελετικό
-
ΣυχνέςΠεριφερικό οίδημαΓενικές
-
Όχι συχνέςΈμετοςΓαστρεντερικό
-
Όχι συχνέςΑίσθημα κακουχίαςΓενικές
-
Όχι συχνέςΑλωπεκίαΔέρμα
-
Όχι συχνέςΑμνησίαΝευρικό
-
Όχι συχνέςΑνικανότηταΑναπαραγωγικό
-
Όχι συχνέςΑνορεξίαΜεταβολισμός
-
Όχι συχνέςΑπώλεια ακοήςΑυτί
-
Όχι συχνέςΑύξηση σωματικού βάρουςΜεταβολισμός
-
Όχι συχνέςΔερματικό εξάνθημαΔέρμα
-
Όχι συχνέςΖάληΝευρικό
-
Όχι συχνέςΚνησμόςΔέρμα
-
Όχι συχνέςΜυοπάθειαΜυοσκελετικό
-
Όχι συχνέςΟπτικές διαταραχέςΟφθαλμικές
-
Όχι συχνέςΠαγκρεατίτιδαΓαστρεντερικό
-
Όχι συχνέςΠαραισθησίαΝευρικό
-
Όχι συχνέςΥπαισθησίαΝευρικό
-
Όχι συχνέςΥπεργλυκαιμίαΜεταβολισμός
-
Όχι συχνέςΥπογλυκαιμίαΜεταβολισμός
-
ΣπάνιεςΔυσγευσίαΝευρικό
-
ΣπάνιεςΗπατίτιδαΉπαρ
-
ΣπάνιεςΚνίδωσηΔέρμα
-
ΣπάνιεςΜυοσίτιδαΜυοσκελετικό
-
ΣπάνιεςΜυϊκές κράμπεςΜυοσκελετικό
-
ΣπάνιεςΠεριφερική νευροπάθειαΝευρικό
-
ΣπάνιεςΡαβδομυόλυσηΜυοσκελετικό
-
ΣπάνιεςΧολοστατικός ίκτεροςΉπαρ
-
Πολύ σπάνιεςΑγγειονευρωτικό οίδημαΔέρμα
-
Πολύ σπάνιεςΑναφυλαξίαΑνοσοποιητικό
-
Πολύ σπάνιεςΓυναικομαστίαΑναπαραγωγικό
-
Πολύ σπάνιεςΗπατική ανεπάρκειαΉπαρ
-
Πολύ σπάνιεςΠολύμορφο ερύθημαΔέρμα
-
Πολύ σπάνιεςΠομφολιγγώδες δερματικό εξάνθημαΔέρμα
-
Πολύ σπάνιεςΡήξη τένονταΜυοσκελετικό
-
Πολύ σπάνιεςΣύνδρομο Stevens-JohnsonΔέρμα
-
Πολύ σπάνιεςΤοξική επιδερμική νεκρόλυσηΔέρμα
-
Μη γνωστέςΔιάμεση πνευμονοπάθειαΑναπνευστικό
-
Μη γνωστέςΔιαταραχές ύπνουΝευρικό
-
Μη γνωστέςΕφιάλτεςΨυχιατρικές
-
Μη γνωστέςΚατάθλιψηΨυχιατρικές
pregnant_woman
Κύηση / Γαλουχία
ΠΧΠ (SPC)
Επίπεδο κινδύνου: Αντενδείκνυται
expand_more
Κύηση / Γαλουχία
-
ΚύησηΑντενδείκνυταιΟι γυναίκες που βρίσκονται σε αναπαραγωγική ηλικία πρέπει να χρησιμοποιούν επαρκή μέτρα αντισύλληψης.
-
ΓαλουχίαΑντενδείκνυταιΗ ασφάλεια της ατορβαστατίνης κατά τη γαλουχία δεν έχει τεκμηριωθεί.
-
ΓονιμότηταΆγνωστοΚατά τις μελέτες που πραγματοποιήθηκαν στα ζώα, η ατορβαστατίνη δεν είχε επίδραση στη γονιμότητα των αρσενικών ή των θηλυκών σε δόσεις μέχρι 175 και 225 mg/kg/ημέρα, αντίστοιχα.
biotech
Φαρμακολογία
Φαρμακοδυναμική & Φαρμακοκινητική
expand_more
Φαρμακολογία
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία
Αναστολείς της HMG-CοΑ αναγωγάσης Κωδικός ATC: C10A A05
Μηχανισμός δράσης
Η ατορβαστατίνη είναι ένας εκλεκτικός, ανταγωνιστικός αναστολέας της HMG-CοΑ αναγωγάσης, του ενζύμου που καθορίζει την ταχύτητα και είναι υπεύθυνο για τη μετατροπή του 3-υδροξυ-3-μεθυλ-γλουταρυλ-συνενζύμου Α σε μεβαλονικό εστέρα, ο οποίος αποτελεί πρόδρομη ουσία των στερολών, συμπεριλαμβανομένης της χολεστερόλης. Η ατορβαστατίνη μειώνει τη χοληστερόλη και τα επίπεδα των λιποπρωτεϊνών στο πλάσμα αναστέλλοντας την HMG-CοΑ αναγωγάση και τη βιοσύνθεση της χοληστερόλης στο ήπαρ και αυξάνει τον αριθμό των LDL ηπατικών υποδοχέων στην επιφάνεια των ηπατικών κυττάρων, για αυξημένη πρόσληψη και καταβολισμό της LDL.
Φαρμακοδυναμικές επιδράσεις
Τα τριγλυκερίδια και η χοληστερόλη στο ήπαρ ενσωματώνονται σε πολύ χαμηλής πυκνότητας λιποπρωτεΐνες (VLDL) και απελευθερώνονται στο πλάσμα, ώστε να μεταφερθούν στους περιφερικούς ιστούς. Η χαμηλής πυκνότητας λιποπρωτεΐνη (LDL) σχηματίζεται από τη VLDL και καταβολίζεται κυρίως μέσω των υψηλής χημικής συγγένειας LDL υποδοχέων.
Η ατορβαστατίνη ελαττώνει την παραγωγή της LDL και τον αριθμό των σωματιδίων LDL. Η ατορβαστατίνη προκαλεί έντονη και παρατεταμένη αύξηση της δραστικότητας των LDL υποδοχέων, σε συνδυασμό με ευεργετική μεταβολή της ποιότητας των κυκλοφορούντων σωματιδίων της LDL. Η ατορβαστατίνη ελαττώνει αποτελεσματικά την LDL χοληστερόλη (LDL-C) σε μικρό αριθμό ασθενών με ομόζυγο οικογενή υπερχοληστεριναιμία, έναν πληθυσμό ασθενών που συνήθως δεν ανταποκρίνεται στα υπολιπιδαιμικά φάρμακα.
Η ατορβαστατίνη αποδείχτηκε ότι ελαττώνει με δοσοεξαρτώμενο τρόπο τη συγκέντρωση της ολικής χοληστερόλης κατά 30%-46%, της LDL-C κατά 41%-61%, της απολιποπρωτεΐνης Β κατά 34%-50% και των τριγλυκεριδίων κατά 14%-33%. Η ατορβαστατίνη προκάλεσε διάφορες μικρού βαθμού αυξήσεις της απολιποπρωτεΐνης Α1. Δεν καταδείχτηκε ωστόσο σαφής σχέση δόση-ανταπόκρισης. Η ανασκόπηση της υπάρχουσας βάσης κλινικών δεδομένων 24 μελετών που ολοκληρώθηκαν καταδεικνύουν πως η ατορβαστατίνη αυξάνει την HDL- χοληστερόλη και μειώνει τους λόγους LDL/HDL και ολική χοληστερόλη/HDL.
Τα αποτελέσματα αυτά είναι ομοίως σταθερά σε ασθενείς με ετερόζυγο οικογενή υπερχοληστερολαιμία, σε μη οικογενείς μορφές υπερχοληστερολαιμίας και σε μικτή υπερλιπιδαιμία, συμπεριλαμβανομένων και των ασθενών με μη ινσουλινοεξαρτώμενο σακχαρώδη διαβήτη.
Έχει αποδειχθεί ότι η ελάττωση των τιμών της ολικής χοληστερόλης, της LDL-C και της απολιποπρωτεΐνης Β μειώνει τον κίνδυνο των καρδιαγγειακών επεισοδίων και τη θνησιμότητα εξ αυτών.
Αθηροσκλήρυνση
Στη μελέτη «Reversing Atherosclerosis with Aggressive Lipid-Lowering» (REVERSAL), η ατορβαστατίνη 80 mg δεν εξελίχθηκε την αθηροσκλήρυνση (διάμεση επί τοις εκατό μεταβολή στο συνολικό αθηρωματικό όγκο ήταν -0,4%). Παρατηρήθηκε μέση μείωση κατά 36,4% στην τιμή της C αντιδρώσας πρωτεΐνης (CRP). Η LDL-C ελαττώθηκε έως τη μέση τιμή των 2,04 mmol/l (78,9 mg/dl), η ολική χοληστερόλη κατά 34,1%, τα τριγλυκερίδια (TG) κατά 20% και η απολιποπρωτεΐνη Β κατά 39,1%. Η HDL-C αυξήθηκε κατά 2,9%.
Πρόληψη καρδιαγγειακής νόσου
Στην ASCOT-LLA, η ατορβαστατίνη 10 mg ημερησίως μείωσε τον σχετικό κίνδυνο για:
- Θανατηφόρο ΣΝ συν μη θανατηφόρο ΕΜ: 36%
- Σύνολο καρδιαγγειακών συμβαμάτων και επεμβάσεων επαναγγείωσης: 20%
- Σύνολο στεφανιαίων συμβαμάτων: 29%
Στην CARDS, η ατορβαστατίνη 10 mg ημερησίως μείωσε τον σχετικό κίνδυνο για:
- Μείζονα καρδιαγγειακά συμβάματα: 37%
- ΕΜ (θανατηφόρο και μη-θανατηφόρο ΟΕΜ, σιωπηλό ΕΜ): 42%
- Αγγειακά εγκεφαλικά επεισόδια (θανατηφόρα και μη θανατηφόρα): 48%
Υποτροπιάζον αγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιο
Στη μελέτη SPARCL, η ατορβαστατίνη 80 mg μείωσε τον κίνδυνο του πρωτεύοντος τελικού σημείου του αγγειακού εγκεφαλικού επεισοδίου με μοιραία ή με μη μοιραία κατάληξη κατά 15%. Μείωσε την επίπτωση του αγγειακού εγκεφαλικού επεισοδίου ισχαιμικής αιτιολογίας και αύξησε την επίπτωση του αιμορραγικού αγγειακού εγκεφαλικού επεισοδίου. Ο κίνδυνος αιμορραγικού αγγειακού εγκεφαλικού επεισοδίου ήταν αυξημένος σε ασθενείς με ιστορικό αιμορραγικού αγγειακού εγκεφαλικού επεισοδίου ή βοθριωτού εμφράκτου.
Φαρμακοκινητική και μεταβολισμός φαρμάκου
Απορρόφηση
Η ατορβαστατίνη απορροφάται ταχέως μετά την από του στόματος χορήγηση. Οι μέγιστες συγκεντρώσεις της στο πλάσμα επιτυγχάνονται εντός 1 έως 2 ωρών. Ο βαθμός της απορρόφησης αυξάνεται ανάλογα με τη δόση της ατορβαστατίνης. Τα δισκία της ατορβαστατίνης έχουν βιοδιαθεσιμότητα ίση με το 95% έως 99% αυτής του πόσιμου διαλύματος. Η απόλυτη βιοδιαθεσιμότητα της ατορβαστατίνης είναι περίπου 12% και στη συστηματική κυκλοφορία η διαθεσιμότητα της ανασταλτικής δράσης της στην HMG-CοΑ αναγωγάση είναι περίπου 30%. Η χαμηλή συστηματική διαθεσιμότητα αποδίδεται στην προσυστηματική της κάθαρση στο γαστρεντερικό βλεννογόνο και/ή στον ηπατικό μεταβολισμό πρώτης διόδου.
Κατανομή
Ο μέσος όγκος κατανομής της ατορβαστατίνης είναι περίπου 381 L. Η ατορβαστατίνη συνδέεται σε ποσοστό 98% με τις πρωτεΐνες του πλάσματος.
Μεταβολισμός
Η ατορβαστατίνη μεταβολίζεται από το κυτόχρωμα Ρ450 3Α4 σε όρθο- και παρα-ϋδροξυλιωμένα παράγωγα και διάφορα προϊόντα β-οξείδωσης. Εκτός των άλλων μεταβολικών οδών, τα προϊόντα αυτά μεταβολίζονται επιπλέον μέσω γλυκουρονιδίωσης. Ιn vitro, η αναστολή της HMG-CοΑ αναγωγάσης από τους όρθο- και παρα-ϋδροξυλιωμένους μεταβολίτες είναι ισοδύναμη με εκείνη της ατορβαστατίνης. Περίπου το 70% της ανασταλτικής δράσης επί της κυκλοφορούσας HMG-CοΑ αναγωγάσης αποδίδεται στους ενεργούς μεταβολίτες της ατορβαστατίνης.
Απέκκριση
Η ατορβαστατίνη, μετά τον ηπατικό και/ή τον εξω-ηπατικό μεταβολισμό της, αποβάλλεται κυρίως στη χολή. Ωστόσο, το φάρμακο δεν φαίνεται να υπόκειται σε σημαντική εντεροηπατική επανακυκλοφορία. Ο μέσος χρόνος ημιζωής της απομάκρυνσης της ατορβαστατίνης από το πλάσμα στον άνθρωπο είναι περίπου 14 ώρες. Λόγω της συνεισφοράς των δραστικών μεταβολιτών, ο χρόνος ημιζωής της ανασταλτικής της δράσης επί της HMG-CοΑ αναγωγάσης είναι περίπου 20 έως 30 ώρες.
Ειδικοί πληθυσμοί
Γηριατρικός
Η συγκέντρωση της ατορβαστατίνης και των δραστικών μεταβολιτών της στο πλάσμα είναι υψηλότερη σε υγιή ηλικιωμένα άτομα απ’ ότι σε νεώτερους ενήλικες, ενώ οι επιδράσεις της στα λιπίδια ήταν συγκρίσιμες με εκείνες που παρατηρήθηκαν σε πληθυσμούς νεώτερων ασθενών.
Παιδιατρικός
Δεν είναι διαθέσιμα φαρμακοκινητικά στοιχεία στον παιδιατρικό πληθυσμό.
Φύλο
Οι συγκεντρώσεις της ατορβαστατίνης και των δραστικών μεταβολιτών της στις γυναίκες διαφέρουν (περίπου 20% υψηλότερη Cmax και περίπου 10% χαμηλότερη AUC) από εκείνες των ανδρών. Οι διαφορές αυτές δεν είχαν κλινική σημασία, και δεν είχαν ως αποτέλεσμα κλινικά σημαντικές διαφορές στην επίδραση του φαρμάκου στα λιπίδια μεταξύ ανδρών και γυναικών.
Νεφρική Ανεπάρκεια
Η νεφρική νόσος δεν επηρεάζει τις συγκεντρώσεις του πλάσματος ή την αντιλιπιδαιμική δράση της ατορβαστατίνης και των δραστικών μεταβολιτών της.
Ηπατική Ανεπάρκεια
Σε ασθενείς με χρόνια αλκοολική ηπατική νόσο (στάδιο Β Childs-Pugh), οι συγκεντρώσεις της ατορβαστατίνης και των δραστικών μεταβολιτών της στο πλάσμα αυξάνονται σημαντικά (περίπου 16 φορές η Cmax και περίπου 11 φορές η AUC).
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία Αναστολείς της HMG-CοΑ αναγωγάσης Κωδικός ATC: C10A A05 ### Μηχανισμός δράσης Η ατορβαστατίνη είναι ένας εκλεκτικός, ανταγωνιστικός αναστολέας της HMG-CοΑ αναγωγάσης, του ενζύμου που καθορίζει την ταχύτητα και είναι…
Φαρμακοκινητική και μεταβολισμός φαρμάκου ### Απορρόφηση Η ατορβαστατίνη απορροφάται ταχέως μετά την από του στόματος χορήγηση. Οι μέγιστες συγκεντρώσεις της στο πλάσμα επιτυγχάνονται εντός 1 έως 2 ωρών. Ο βαθμός της απορρόφησης αυξάνεται ανάλογα με…
Παρακολούθηση Αγωγής
Εργαστηριακοί & κλινικοί έλεγχοι από το SPC, ανά σύστημα
Αρχικός έλεγχος — πριν την έναρξη
- Ηπατική λειτουργία (LFTs) · Πριν την έναρξη της θεραπείας και περιοδικά
-
Κρεατινική φωσφοκινάση (CPK)
Προδιαθεσικοί παράγοντες για ραβδομυόλυση
Εργαστηριακές εξετάσεις (αίμα / ούρα)
| Έλεγχος | Σύστημα | Συχνότητα | Προϋπόθεση |
|---|---|---|---|
| Αμινοτρανσφεράσες (AST/ALT) | gastroenterologyΗπατική λειτουργία | — | Αυξημένα επίπεδα τρανσαμινασών |
| Ηπατική λειτουργία (LFTs) | gastroenterologyΗπατική λειτουργία | — | Σημεία ή συμπτώματα ηπατικής βλάβης |
| Κρεατινική φωσφοκινάση (CPK) | scienceΗλεκτρολύτες & μεταβολικά | — | Μυϊκοί πόνοι, κράμπες ή αδυναμία με κακουχία ή πυρετό |
Σκευάσματα & Τιμολόγηση
Μονογραφίες Πηγών
Αναλυτικό περιεχόμενο ανά πηγή για τεκμηρίωση και έλεγχο
science
PubChem
Φαρμακοδυναμική
expand_more
Φαρμακοδυναμική
Φαρμακοδυναμική
Η οιστριόλη (estriol) είναι ένα από τα τρία κύρια οιστρογόνα που παράγονται από τον ανθρώπινο οργανισμό. Παράγεται μόνο σε σημαντικές ποσότητες κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης, καθώς παράγεται από τον πλακούντα.
Σε έγκυες γυναίκες με πολλαπλή σκλήρυνση (MS), η οιστριόλη μειώνει αισθητά τα συμπτώματα της νόσου, σύμφωνα με ερευνητές της Ιατρικής Σχολής Geffen του UCLA.
neurology
PubChem
Μηχανισμός δράσης
expand_more
Μηχανισμός δράσης
Μηχανισμός Δράσης
Τα επίπεδα οιστριόλης μπορούν να μετρηθούν για να δοθεί μια ένδειξη της γενικής υγείας του εμβρύου.
Η DHEA-S παράγεται από τον φλοιό των επινεφριδίων του εμβρύου. Αυτή μετατρέπεται σε οιστριόλη από τον πλακούντα.
Εάν τα επίπεδα της «μη συζευγμένης οιστριόλης» είναι αφύσικα χαμηλά σε μια έγκυο γυναίκα, αυτό μπορεί να υποδηλώνει πρόβλημα στην ανάπτυξη του παιδιού.
Το φάρμακο αλληλεπιδρά με έναν υποδοχέα κυττάρου-στόχου. Όταν ο οιστρογονικός υποδοχέας έχει συνδεθεί με τον σύνδεσμό του, μπορεί να εισέλθει στον πυρήνα του κυττάρου-στόχου και να ρυθμίσει τη μεταγραφή γονιδίων, η οποία οδηγεί στο σχηματισμό αγγελιαφόρου RNA (mRNA).
Το mRNA αλληλεπιδρά με τα ριβοσώματα για να παράγει συγκεκριμένες πρωτεΐνες που εκφράζουν την επίδραση της οιστριόλης στο κύτταρο-στόχο.
Τα οιστρογόνα αυξάνουν την ηπατική σύνθεση της σφαιρίνης που δεσμεύει τις σεξουαλικές ορμόνες (SHBG), της θυροξίνης που δεσμεύει θυρεοειδικές ορμόνες (TBG) και άλλων πρωτεϊνών του ορού, και καταστέλλουν την έκκριση της ωοθυλακιοτρόπου ορμόνης (FSH) από την πρόσθια υπόφυση.
Συνθετική οιστριόλη, είναι χημικά και βιολογικά ταυτόσημη με την ενδογενή ανθρώπινη οιστριόλη. Η οιστριόλη, ένα ασθενές οιστρογόνο, είναι ένας φυσικός μεταβολίτης της εστραδιόλης, του κυρίαρχου οιστρογόνου.
Η οιστριόλη ασκεί οιστρογονική δράση συνδεόμενη με τους οιστρογονικούς υποδοχείς, οι οποίοι υπάρχουν στον γυναικείο γεννητικό σωλήνα.
Η οιστριόλη, από του στόματος ή κολπικά, παρόμοια με την εστραδιόλη, διορθώνει τη μειωμένη πολλαπλασιαστικότητα και την ανώμαλη φυσιολογία στο ατροφικό κολπικό επιθήλιο που παρατηρείται σε καταστάσεις έλλειψης οιστρογόνων, όπως μετά τη φυσική ή χειρουργική εμμηνόπαυση.
Αντίθετα, η ιστολογία του ενδομητρίου μετά τη χρήση Gynest Cream σπάνια δείχνει μικρά σημάδια πολλαπλασιαστικότητας σε προηγουμένως ατροφικά ενδομήτρια.
Τα οιστρογόνα έχουν σημαντικό ρόλο στο αναπαραγωγικό, σκελετικό, καρδιαγγειακό και κεντρικό νευρικό σύστημα στις γυναίκες, και δρουν κυρίως ρυθμίζοντας την έκφραση των γονιδίων.
Η βιολογική απόκριση ξεκινά όταν το οιστρογόνο συνδέεται με ένα πεδίο δέσμευσης συνδέσμου του οιστρογονικού υποδοχέα, προκαλώντας μια διαμορφωτική αλλαγή που οδηγεί σε μεταγραφή γονιδίων μέσω συγκεκριμένων στοιχείων απόκρισης οιστρογόνων (ERE) στους προαγωγείς γονιδίων-στόχων.
Η επακόλουθη ενεργοποίηση ή καταστολή του γονιδίου-στόχου μεσολαβείται μέσω 2 διακριτών πεδίων μεταγραφικής ενεργοποίησης (δηλαδή, AF-1 και AF-2) του υποδοχέα.
Ο οιστρογονικός υποδοχέας μεσολαβεί επίσης σε μεταγραφή γονιδίων χρησιμοποιώντας διαφορετικά στοιχεία απόκρισης (δηλαδή, AP-1) και άλλες οδούς σηματοδότησης.
Πρόσφατες εξελίξεις στην μοριακή φαρμακολογία των οιστρογόνων και των οιστρογονικών υποδοχέων είχαν ως αποτέλεσμα την ανάπτυξη επιλεκτικών τροποποιητών οιστρογονικών υποδοχέων (SERMs) (π.χ., κλομιφαίνη, ραλοξιφαίνη, ταμοξιφαίνη, τορεμιφαίνη), παραγόντων που συνδέονται και ενεργοποιούν τον οιστρογονικό υποδοχέα αλλά παρουσιάζουν ιστικές-ειδικές επιδράσεις που διαφέρουν από τα οιστρογόνα.
Η ιστική-ειδική οιστρογονο-αγωνιστική ή -ανταγωνιστική δράση αυτών των φαρμάκων φαίνεται να σχετίζεται με δομικές διαφορές στο σύμπλοκο οιστρογονικού υποδοχέα τους (π.χ., ειδικά η επιφανειακή τοπογραφία του AF-2 για τη ραλοξιφαίνη) σε σύγκριση με το σύμπλοκο οιστρογόνου (εστραδιόλης)-οιστρογονικού υποδοχέα.
Έχει αναγνωριστεί και ένας δεύτερος οιστρογονικός υποδοχέας, και η ύπαρξη τουλάχιστον 2 οιστρογονικών υποδοχέων (ER-άλφα, ER-βήτα) μπορεί να συμβάλλει στην ιστική-ειδική δράση των επιλεκτικών τροποποιητών.
Ενώ ο ρόλος του οιστρογονικού υποδοχέα στα οστά, τον καρδιαγγειακό ιστό και το ΚΝΣ συνεχίζει να μελετάται, τα νέα στοιχεία δείχνουν ότι ο μηχανισμός δράσης των οιστρογονικών υποδοχέων σε αυτούς τους ιστούς διαφέρει από τον τρόπο λειτουργίας των οιστρογονικών υποδοχέων στον αναπαραγωγικό ιστό.
/Γενική Δήλωση για τα Οιστρογόνα/
Ενδοκυτταρικές πρωτεΐνες δέσμευσης για τα οιστρογόνα έχουν αναγνωριστεί σε ιστούς που ανταποκρίνονται στα οιστρογόνα, συμπεριλαμβανομένων των γυναικείων γεννητικών οργάνων, του μαστού, της υπόφυσης και του υποθαλάμου.
Το σύμπλοκο δέσμευσης οιστρογόνων (δηλ., πρωτεΐνη δέσμευσης κυτταροζώματος και οιστρογόνο) διανέμεται στον πυρήνα του κυττάρου, όπου διεγείρει τη σύνθεση DNA, RNA και πρωτεϊνών.
Η παρουσία αυτών των πρωτεϊνών υποδοχέων είναι υπεύθυνη για την παρηγορητική απόκριση στη θεραπεία με οιστρογόνα σε γυναίκες με μεταστατικό καρκίνο του μαστού.
/Γενική Δήλωση για τα Οιστρογόνα/
Τα οιστρογόνα έχουν γενικά ευεργετικές επιδράσεις στις συγκεντρώσεις χοληστερόλης και φωσφολιπιδίων στο αίμα.
Τα οιστρογόνα μειώνουν την LDL-χοληστερόλη και αυξάνουν τις συγκεντρώσεις HDL-χοληστερόλης με δοσοεξαρτώμενο τρόπο.
Η μείωση των συγκεντρώσεων LDL-χοληστερόλης που σχετίζεται με τη θεραπεία με οιστρογόνα φαίνεται να οφείλεται σε αυξημένο καταβολισμό της LDL, ενώ η αύξηση των συγκεντρώσεων των τριγλυκεριδίων προκαλείται από αυξημένη παραγωγή μεγάλων, πλούσιων σε τριγλυκερίδια, λιποπρωτεϊνών πολύ χαμηλής πυκνότητας (VLDL).
Οι αλλαγές στις συγκεντρώσεις HDL-χοληστερόλης του ορού φαίνεται να οφείλονται κυρίως σε αύξηση της περιεκτικότητας σε χοληστερόλη και απολιποπρωτεΐνη Α-1 της HDL2 και σε ελαφρά αύξηση της HDL3-χοληστερόλης.
/Γενική Δήλωση για τα Οιστρογόνα/
Για περισσότερα δεδομένα Μηχανισμού Δράσης (Πλήρη) για την ESTRIOL (12 σύνολο), παρακαλώ επισκεφθείτε τη σελίδα εγγραφής HSDB.
biotech
PubChem
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
expand_more
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
Απορρόφηση, Κατανομή & Απέκκριση
Η οιστριόλη απορροφάται εύκολα μετά από κολπική εφαρμογή.
Οι μέγιστες ορμικές συγκεντρώσεις οιστριόλης συνήθως παρατηρούνται εντός 2 ωρών μετά την κολπική εφαρμογή και παραμένουν αυξημένες για 6 ώρες.
Η συστηματική βιοδιαθεσιμότητα μετά από κολπική χορήγηση είναι καλύτερη από ό,τι μετά από από του στόματος χορήγηση.
Η κολπική εφαρμογή 1 mg οιστριόλης σε γυναίκες με γεροντική ατροφία του κολπικού επιθηλίου οδηγεί σε ορμικά επίπεδα παρόμοια με αυτά που παρατηρούνται μετά από από του στόματος χορήγηση 10 mg οιστριόλης.
Τα ορμικά επίπεδα οιστριόλης αυξήθηκαν από <90pmol/L (26 pg/mL) περίπου πενήντα φορές μέσα σε λίγες ώρες μετά από κολπική εφαρμογή Gynest Cream.
Οκτώ έως δέκα ώρες μετά τη χορήγηση, το 50% των γυναικών εξακολουθούσε να έχει επίπεδα οιστριόλης πάνω από 90pmol/L (26 pg/mL).
Η οιστριόλη κυκλοφορεί στο αίμα, περίπου 14% ελεύθερη, 8% συνδεδεμένη με SHBG και το υπόλοιπο συνδεδεμένο με αλβουμίνη.
Περισσότερο από το 95% της οιστριόλης απεκκρίνεται στα ούρα, κυρίως με τη μορφή γλυκουρονιδίων.
water_drop
PubChem
Δέσμευση πρωτεϊνών
expand_more
Δέσμευση πρωτεϊνών
Σύνδεση με Πρωτεΐνες
Η οιστριόλη κυκλοφορεί με το αίμα, περίπου 14% ελεύθερη, 8% συνδεδεμένη με SHBG και το υπόλοιπο συνδεδεμένο με αλβουμίνη.
hub
PubChem
Μεταβολισμός
expand_more
Μεταβολισμός
Μεταβολισμός
Οι κύριοι μεταβολίτες της οιστριόλης περιλαμβάνουν τη 16-άλφα-γλυκουρονιδίη, τη 3-γλυκουρονιδίη, τη 3-θειική και τη 3-θειική 16-άλφα-γλυκουρονιδίη.
Η μεταβολική διάθεση των οιστρογόνων περιλαμβάνει οξειδωτικό μεταβολισμό (σε μεγάλο βαθμό υδροξυλίωση) και συζευγτικό μεταβολισμό μέσω γλυκουρονιδίωσης, σουλφονίωσης και/ή Ο-μεθυλίωσης.
Η εστραδιόλη μετατρέπεται σε οιστρόνη μέσω μιας 17β-υδροξυστεροειδούς δεϋδρογενάσης· η παραγόμενη οιστρόνη μεταβολίζεται περαιτέρω σε 16-άλφα-υδροξυοιστρόνη και στη συνέχεια σε οιστριόλη.
Η οιστριόλη είναι ένας κοινός μεταβολίτης της οιστρόνης και της εστραδιόλης-17-βήτα σε ζώα και ανθρώπους.
Η οιστριόλη απεκκρίνεται στους ανθρώπους ως συζευγμένη και μη συζευγμένη 2-υδροξυ οιστριόλη μετά από 2-υδροξυλίωση.
fact_check
PubChem
FDA classification
expand_more
FDA classification
LMNOOP FEMININE CREAM
Grain Proteins [EXT]; Dietary Proteins [CS]; Allergens [CS]; Plant Proteins [CS]; Cell-mediated Immunity [PE]; Increased Histamine Release [PE]; Non-Standardized Food Allergenic Extract [EPC]; Non-Standardized Plant Allergenic Extract [EPC]