AMIODARONE
Αμιωδαρόνη
### Φαρμακοδυναμικές Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: Αντιαρρυθμικά τάξης ΙΙΙ, κωδικός ATC: C01BD01 #### Αντιαρρυθμικές ιδιότητες: * Παράταση στη φάση 3 του δυναμικού ενέργειας των καρδιακών ινών, οφειλόμενο κυρίως σε μια μείωση της ροής καλίου (κλάση ΙΙΙ κατά VaughanWilliams).
Ενδείξεις
Εγκεκριμένες ενδείξεις από το SPC, ομαδοποιημένες κατά ICD-10
-
I45 Άλλες διαταραχές της αγωγής
Περιλαμβάνει (όροι από SPC): Ταχυκαρδία σχετιζόμενη με σύνδρομο Wolff-Parkinson-White
-
I49 Άλλες καρδιακές αρρυθμίες
Περιλαμβάνει (όροι από SPC): Διαταραχές του ρυθμού
-
I47 Παροξυσμική ταχυκαρδία
Περιλαμβάνει (όροι από SPC): Κοιλιακή ταχυκαρδία · Υπερκοιλιακές διαταραχές του ρυθμού με γρήγορο κοιλιακό ρυθμό
Πληροφορίες Συνταγογράφησης
Επιμελημένα δεδομένα από το SPC
medication
Μορφή & Εμφάνιση
ΠΧΠ (SPC) §3 · περιγραφή σκευάσματος ANGORON
expand_more
Μορφή & Εμφάνιση
medication
Δοσολογία
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Δοσολογία
- Οδός: Ενδοφλέβια έγχυση, Ενδοφλέβια ένεση, (Ενδεχομένως συγχορήγηση δισκίων από του στόματος)
- Χορήγηση: 2-3 φορές το 24ωρο (για έγχυση φόρτισης), για λίγες ημέρες (για έγχυση συντήρησης), αργά για διάστημα μεγαλύτερο από 3 λεπτά (για ενδοφλέβια ένεση), όχι σε διάστημα μικρότερο των 15 λεπτών (για ενδοφλέβια ένεση)
- Δόση έναρξης: 5 mg/kg βάρους σώματος (για ενδοφλέβια έγχυση φόρτισης σε ενήλικες)
- Τιτλοποίηση: Ο ρυθμός της έγχυσης θα πρέπει να ρυθμίζεται με βάση τα αποτελέσματα. Μετά τη δόση φόρτισης (5 mg/kg), ακολουθεί δόση συντήρησης (10-20 mg/kg/24 ώρες). Για καρδιοαναπνευστική ανάνηψη, μπορεί να χορηγηθεί επιπρόσθετη δόση (150 mg ή 2,5 mg/kg) εάν η κοιλιακή μαρμαρυγή επιμένει. Για παιδιατρικούς ασθενείς, η δόση συντήρησης δισκίων πρέπει να είναι η ελάχιστη αποτελεσματική.
-
ΕνήλικεςΔόσηΔόση φόρτισης (ενδοφλέβια έγχυση): 5 mg/kg βάρους σώματος. Δόση συντήρησης (ενδοφλέβια έγχυση): 10-20 mg/kg βάρους σώματος/24 ώρες. Ενδοφλέβια ένεση: 5 mg/kg βάρους σώματος. Καρδιοαναπνευστική ανάνηψη (αρχική): 300 mg (ή 5 mg/kg βάρους σώματος). Καρδιοαναπνευστική ανάνηψη (επιπρόσθετη): 150 mg (ή 2,5 mg/kg βάρους σώματος).Μέγ. δόση1200 mg/24 ώρες (για δόση συντήρησης ενδοφλέβιας έγχυσης)Σύγχρονη χορήγηση δισκίων από την πρώτη ημέρα της έγχυσης (3 δισκία ημερησίως).
-
Παιδιατρικός πληθυσμόςΔόσηΔισκία - Δόση φόρτισης: 10 έως 20 mg/kg/ημέρα για 7 έως 10 ημέρες (ή 500 mg/m2/ημέρα). Δόση συντήρησης: 5 έως 10 mg/kg/ημέρα (ή 250 mg/m2/ημέρα). Ενέσιμο διάλυμα - Δόση φόρτισης: 5 mg/kg βάρους σώματος για διάστημα από 20 λεπτά έως 2 ώρες. Δόση συντήρησης: 10 έως 15 mg/kg/ημέρα από λίγες ώρες έως μερικές ημέρες.Η ενδοφλέβια χορήγηση αμιωδαρόνης πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή σε νεογνά και παιδιά < 3 ετών λόγω βενζυλικής αλκοόλης (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις). Η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα δεν έχουν τεκμηριωθεί και η χρήση δεν συστήνεται.
block
Αντενδείξεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Αντενδείξεις
-
Υπερευαισθησία στη δραστική ουσία, στο ιώδιο ή σε κάποιο από τα έκδοχα
-
Φλεβοκομβική βραδυκαρδία, φλεβοκολπικός αποκλεισμός και σύνδρομο νοσούντος φλεβόκομβου (κίνδυνος φλεβοκομβικής παύσης), σοβαρές διαταραχές κολποκοιλιακής αγωγιμότηταςΠληθυσμόςεκτός εάν χορηγείται σε ασθενείς με βηματοδότη
-
Διαταραχές της αγωγιμότητας με αποκλεισμό 2 ή 3 σκελώνΠληθυσμόςεκτός εάν χρησιμοποιείται μαζί με λειτουργικό βηματοδότη ή εκτός εάν ο ασθενής είναι στη Μονάδα Εντατικής Θεραπείας και η αμιωδαρόνη χρησιμοποιείται κάτω από ηλεκτροσυστολικό βηματοδότη
-
Κυκλοφορική ανεπάρκεια
-
σοβαρή αρτηριακή υπόταση
-
Συνδυασμός με άλλα φάρμακα τα οποία μπορούν να προκαλέσουν «κοιλιακή ταχυκαρδία δίκην ριπιδίου» (“torsade de pointes”)
-
Δυσλειτουργία του θυρεοειδή
-
ΚύησηΠληθυσμόςεκτός από εξαιρετικές περιπτώσεις
-
Γαλουχία
-
Ενδοφλέβια ένεση σε περίπτωση υπότασης, σοβαρής αναπνευστικής ανεπάρκειας, μυοκαρδιοπάθειας ή καρδιακής ανεπάρκειας (πιθανή επιδείνωση)
warning
Προειδοποιήσεις & Προφυλάξεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Προειδοποιήσεις & Προφυλάξεις
-
Ενδοφλέβια ένεσηΔεν ενδείκνυται γενικώς λόγω αιμοδυναμικών κινδύνων (σοβαρή υπόταση, κυκλοφορική κατέρρειψη).
-
Ενδοφλέβια χορήγησηΠροτιμάται η ενδοφλέβια έγχυση έναντι της ενδοφλέβιας ένεσης, όπου είναι δυνατόν.
-
Ενδοφλέβια ένεσηΠληθυσμόςασθενείς σε επείγουσες καταστάσεις όπου εναλλακτικές θεραπείες έχουν αποτύχειΝα γίνεται μόνο σε μονάδες εντατικής θεραπείας κάτω από συνεχή παρακολούθηση (ΗΚΓ, πίεση αίματος).
-
Ενδοφλέβια ένεσηΠληθυσμόςεκτός καρδιοαναπνευστικής ανάνηψης από κοιλιακή μαρμαρυγή ανθεκτική στην ηλεκτρική ανάταξηΝα ενίεται για τουλάχιστον 3 λεπτά. Μην επαναλαμβάνεται η ενδοφλέβια ένεση σε διάστημα μικρότερο από 15 λεπτά μετά την πρώτη ένεση.
-
Ανάμιξη σκευασμάτων (ενδοφλέβια χορήγηση)Να μην αναμιγνύονται άλλα σκευάσματα στην ίδια σύριγγα ή να ενίονται από την ίδια γραμμή.
-
Συνέχιση αγωγήςΕάν η αγωγή με αμιωδαρόνη πρέπει να συνεχιστεί, να γίνει με ενδοφλέβια έγχυση (βλ. Δοσολογία).
-
ΑρρυθμίεςΕμφάνιση νέων αρρυθμιών ή επιδείνωση υπαρχουσών αρρυθμιών μπορεί να συμβεί, μερικές φορές θανατηφόρα.
-
Προαρρυθμική δράσηΠροσοχή στην προαρρυθμική δράση, ειδικά σε παράγοντες παράτασης του διαστήματος QT, όπως αλληλεπιδράσεις με άλλα φάρμακα και/ή ηλεκτρολυτικές διαταραχές (βλ. Αλληλεπιδράσεις και Ανεπιθύμητες ενέργειες).
-
Κοιλιακή ταχυκαρδία δίκην ριπιδίουΗ αμιωδαρόνη παρουσιάζει χαμηλή δραστηριότητα στην κοιλιακή ταχυκαρδία δίκην ριπιδίου, παρά την παράταση του διαστήματος QT.
-
Βραδυκαρδία και καρδιακός αποκλεισμόςΠληθυσμόςασθενείς που λαμβάνουν σχήματα που περιέχουν σοφοσμπουβίρη σε συνδυασμό με αμιωδαρόνηΚίνδυνος απειλητικών για τη ζωή περιστατικών βραδυκαρδίας και καρδιακού αποκλεισμού.
-
Συγχορήγηση αμιωδαρόνης με σοφοσμπουβίρηΠληθυσμόςασθενείς που λαμβάνουν σχήματα που περιέχουν σοφοσμπουβίρηΝα χορηγείται μόνο όταν άλλες εναλλακτικές αντιαρρυθμικές θεραπείες δεν είναι ανεκτές ή αντενδείκνυνται.
-
Συμπτώματα βραδυκαρδίας και καρδιακού αποκλεισμούΠληθυσμόςασθενείς που χρησιμοποιούν αμιωδαρόνη σε συνδυασμό με σχήματα που περιέχουν σοφοσμπουβίρηΝα προειδοποιούνται και να αναζητούν ιατρική συμβουλή αμέσως μόλις εμφανίσουν συμπτώματα.
-
Δυσλειτουργία πρωτογενούς μοσχεύματος (PGD)Πληθυσμόςλήπτες μοσχεύματος καρδιάς που έλαβαν αμιωδαρόνη πριν από τη μεταμόσχευσηΈχει συσχετιστεί με αυξημένο κίνδυνο PGD.
-
Μεταμόσχευση καρδιάςΠληθυσμόςασθενείς σε λίστα αναμονής για μεταμόσχευση καρδιάςΝα εξεταστεί η χρήση εναλλακτικού αντιαρρυθμικού φαρμάκου πριν από τη μεταμόσχευση.
-
Πνευμονική τοξικότητα (διάμεση πνευμονίτιδα)Η εμφάνιση δύσπνοιας ή μη-παραγωγικού βήχα μπορεί να συσχετιστεί με πνευμονική τοξικότητα. Σπάνια περιστατικά με ενδοφλέβια αμιωδαρόνη.
-
Διάμεση πνευμονίτιδαΕπαναξιολόγηση αγωγής, διακοπή αμιωδαρόνης και εξέταση χορήγησης κορτικοστεροειδών.
-
Σοβαρές αναπνευστικές επιπλοκέςΠολύ σπάνια, αλλά πιθανώς θανατηφόρα, αναπνευστικές επιπλοκές παρατηρούνται συνήθως την περίοδο αμέσως μετά την επέμβαση.
swap_horiz
Αλληλεπιδράσεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
-
Φάρμακα που επάγουν κοιλιακή ταχυκαρδία δίκην ριπιδίου (π.χ. αντιαρρυθμικά κατηγορίας Ια όπως κινιδίνη, δισοπυραμίδη, κατηγορίας ΙΙΙ όπως σοταλόλη, ιμπουτιλίδη, βεπριδίλη, βινκαμίνη, νευροληπτικοί όπως θειοριδαζίνη, χλωροπρομαζίνη, σουλπιρίδη, σουλτοπρίδη, αλοπεριδόλη, δροπεριδόλη, σιζαπρίδη, ερυθρομυκίνη I.V., πενταμιδίνη (παρεντερικώς), κοτριμοξαζόλη, αντιισταμινικά όπως τερφεναδίνη, αστεμιζόλη, μιζολαστίνη, ανθελονοσιακά όπως κινίνη, μεφλοκίνη, χλωροκίνη, αλοφαντρίνη, λίθιο, τρικυκλικά αντικαταθλιπτικά όπως δοξεπίνη, μαπροτιλίνη, αμιτριπτυλίνη)αντένδειξηΑυξημένος κίνδυνος πιθανώς θανατηφόρου “torsade de pointes”ΣύστασηΟ συνδυασμός αντενδείκνυται.
-
Φάρμακα που παρατείνουν το διάστημα QTπροσοχήΟ κίνδυνος κοιλιακής ταχυκαρδίας δίκην ριπιδίου μπορεί να αυξηθεί.ΣύστασηΠροσεκτική αξιολόγηση κινδύνων και ωφελειών, παρακολούθηση για παράταση του QT.
-
ΦθοριοκινολόνεςαποφυγήΠιθανή παράταση του διαστήματος QT.ΣύστασηΠρέπει να αποφεύγονται σε ασθενείς που λαμβάνουν αμιωδαρόνη.
-
β-αναστολείς και αναστολείς διαύλων ασβεστίου (βεραπαμίλη, διλτιαζέμη) που μειώνουν την καρδιακή συχνότηταδεν συνιστάταιΔιαταραχές στον αυτοματισμό (έντονη βραδυκαρδία) και στην αγωγιμότητα.ΣύστασηΟ συνδυασμός δεν συνιστάται.
-
Υπακτικά φάρμακα που προκαλούν υποκαλιαιμίαδεν συνιστάταιΥποκαλιαιμία, αύξηση του κινδύνου “torsade de pointes”.ΣύστασηΠρέπει να χρησιμοποιηθεί άλλος τύπος υπακτικού.
-
Διουρητικά που προκαλούν υποκαλιαιμία, συστηματικά χορηγούμενα κορτικοστεροειδή (γλυκο-, αλατο-), τετρακοσακτίδη, αμφοτερικίνη B (IV)προσοχήΥποκαλιαιμία, αυξημένος κίνδυνος “torsade de pointes”.ΣύστασηΕίναι αναγκαίο να αποτρέπεται η εμφάνιση υποκαλιαιμίας (και να διορθώνεται). Τα διαστήματα QT θα πρέπει να παρακολουθούνται, και σε περίπτωση “torsade de pointes” δεν θα πρέπει να χορηγούνται αντιαρρυθμικά φάρμακα (θα πρέπει να τοποθετείται βηματοδότης, μπορεί να χορηγηθεί μαγνήσιο ενδοφλεβίως).
-
Β-αναστολείς για τη θεραπεία της καρδιακής ανεπάρκειας (καρβεδιλόλη, μετοπρολόλη)προσοχήΑυξημένος κίνδυνος εκσεσημασμένης βραδυκαρδίας.ΣύστασηΑπαιτείται τακτικός κλινικός και ΗΚΓ/φικός έλεγχος.
-
Γενική αναισθησίαπροσοχήΠιθανώς σοβαρές επιπλοκές: βραδυκαρδία (που δεν ανταποκρίνεται στην ατροπίνη), υπόταση, διαταραχές της αγωγιμότητας, μείωση καρδιακής παροχής. Σοβαρές αναπνευστικές επιπλοκές (ARDS), πιθανώς λόγω αλληλεπίδρασης με υψηλή συγκέντρωση οξυγόνου.ΣύστασηΠριν τη χειρουργική επέμβαση, ο αναισθησιολόγος θα πρέπει να ενημερώνεται ότι ο ασθενής λαμβάνει αμιωδαρόνη.
-
Υποστρώματα PgP (Δακτυλίτιδα)προσοχήΔιαταραχές του αυτοματισμού (έντονη βραδυκαρδία) και της κολποκοιλιακής αγωγιμότητας. Αύξηση των επιπέδων της διγοξίνης στο πλάσμα λόγω μείωσης της κάθαρσης της.ΣύστασηΘα πρέπει να γίνεται ΗΚΓ, να παρακολουθούνται τα επίπεδα διγοξίνης στο πλάσμα και οι ασθενείς να ελέγχονται για κλινικές ενδείξεις τοξικότητας από δακτυλίτιδα. Η ρύθμιση της δόσης της δακτυλίτιδας ίσως είναι απαραίτητη.
-
Υποστρώματα PgP (Δαβιγατράνη)προσοχήΑυξημένος κίνδυνος αιμορραγίας.ΣύστασηΜπορεί να χρειαστεί η προσαρμογή της δοσολογίας της δαβιγατράνης σύμφωνα με την επισήμανσή της.
-
Υποστρώματα CYP2C9 (Βαρφαρίνη)προσοχήΕπιτείνει τη δράση της αντιπηκτικής θεραπείας, αυξάνοντας τον κίνδυνο αιμορραγίας.ΣύστασηΠιο συχνή παρακολούθηση INR και ρύθμιση της δόσης των αντιπηκτικών, τόσο κατά τη διάρκεια όσο και μετά τη διακοπή της αμιωδαρόνης.
-
Υποστρώματα CYP2C9 (Φαινυτοΐνη)προσοχήΥπερδοσολογία της φαινυτοΐνης με νευρολογικά συμπτώματα.ΣύστασηΚλινική παρακολούθηση και μείωση της δοσολογίας της φαινυτοΐνης μόλις εμφανισθούν συμπτώματα υπερδοσολογίας. Προσδιορισμός επιπέδων φαινυτοΐνης στο πλάσμα.
-
Υποστρώματα CYP2D6 (Φλεκαϊνίδη)προσοχήΑύξηση της συγκέντρωσης στο πλάσμα της φλεκαϊνίδης.ΣύστασηΗ δοσολογία της φλεκαϊνίδης θα πρέπει να προσαρμόζεται.
-
Υποστρώματα CYP P450 3A4 (Κυκλοσπορίνη)προσοχήΑύξηση των επιπέδων κυκλοσπορίνης στο πλάσμα.ΣύστασηΗ δόση θα πρέπει να ρυθμίζεται.
-
Υποστρώματα CYP P450 3A4 (Φαιντανύλη)προσοχήΕνίσχυση της φαρμακολογικής δράσης της φαιντανύλης και αύξηση του κινδύνου τοξικότητας.
-
Υποστρώματα CYP P450 3A4 (Στατίνες που μεταβολίζονται από CYP3A4, όπως σιμβαστατίνη, ατορβαστατίνη, λοβαστατίνη)προσοχήΑυξημένος κίνδυνος μυϊκής τοξικότητας (π.χ. ραβδομυόλυση).ΣύστασηΣυνιστάται η χρήση στατίνης που δεν μεταβολίζεται από το CYP 3A4.
-
Υποστρώματα CYP P450 3A4 (π.χ. λιδοκαΐνη, σιρόλιμους, τακρόλιμους, σιλδεναφίλη, μιδαζολάμη, τριαζολάμη, διϋδροεργοταμίνη, εργοταμίνη, σιμετιδίνη, ινδιναβίρη, κολχικίνη)προσοχήΥψηλότερα επίπεδα των συγκεντρώσεών τους στο πλάσμα και αυξημένη τοξικότητα.
-
Αναστολείς CYP3A4 (π.χ. χυμός γκρέιπφρουτ και ορισμένα φαρμακευτικά προϊόντα)προσοχήΜπορεί να αναστείλουν τον μεταβολισμό της αμιωδαρόνης και να αυξήσουν την έκθεσή της.ΣύστασηΣυστήνεται να αποφεύγονται.
-
Σχήματα που περιέχουν σοφοσμπουβίρη μόνο ή σε συνδυασμό με άλλο HCV άμεσης αντιικής δράσης (όπως ντακλατασβίρη, σιμεπρεβίρη ή λεντιπασβίρη)δεν συνιστάταιΣοβαρή συμπτωματική βραδυκαρδία.ΣύστασηΑν δεν μπορεί να αποφευχθεί η συγχορήγηση, συνιστάται καρδιακή παρακολούθηση.
sick
Ανεπιθύμητες ενέργειες
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
- Ουδετεροπενία
- Ακοκκιοκυτταραιμία
- βραδυκαρδία (ήπια)
- εμφάνιση αρρυθμίας ή επιδείνωση της ήδη υπάρχουσας (μερικές φορές καρδιακή ανακοπή)
- έντονη βραδυκαρδία ή φλεβοκομβική παύση
- κοιλιακή ταχυκαρδία δίκην ριπιδίου
- δυσλειτουργία πρωτογενούς μοσχεύματος μετά τη μεταμόσχευση καρδιάς
- Υπερθυρεοειδισμός
- σύνδρομο απρόσφορης έκκρισης αντιδιουρητικής ορμόνης (SIADH)
- οπτική νευροπάθεια/νευρίτιδα (μπορεί να εξελιχθεί σε τύφλωση)
- Ναυτία
- παγκρεατίτιδα/οξεία παγκρεατίτιδα
- αντιδράσεις της θέσης ένεσης (άλγος, ερύθημα, οίδημα, νέκρωση, εξαγγείωση, διήθηση, φλεγμονή, σκλήρυνση, θρομβοφλεβίτις, φλεβίτις, κυτταρίτις, λοίμωξη, μεταβολές της μελάγχρωσης)
- μεμονωμένη αύξηση τρανσαμινασών στον ορό (1,5 έως 3 φορές του φυσιολογικού)
- οξείες ηπατικές διαταραχές με αύξηση τρανσαμινασών και/ή ίκτερο (συμπεριλαμβανομένης ηπατικής ανεπάρκειας, μερικές φορές θανατηφόρα)
- Αναφυλακτικό σοκ
- αγγειονευρωτικό οίδημα (οίδημα Quincke’s)
- Οσφυαλγία
- καλοήθης ενδοκρανιακή υπέρταση (εγκεφαλικός ψευδο-όγκος)
- Κεφαλαλγία
- Μειωμένη γενετήσια ορμή
- Ψευδαισθήσεις
- παραλήρημα (συμπεριλαμβανομένης της σύγχυσης)
- διάμεση πνευμονίτιδα ή ίνωση (μερικές φορές θανατηφόρα)
- σοβαρές αναπνευστικές επιπλοκές (σύνδρομο οξείας αναπνευστικής δυσχέρειας ενηλίκων, μερικές φορές θανατηφόρο)
- βρογχόσπασμος και/ή άπνοια
- Έκζεμα
- Κνίδωση
- Εφίδρωση
- σοβαρές δερματικές αντιδράσεις (τοξική επιδερμική νεκρόλυση (ΤΕΝ), σύνδρομο Stevens-Johnson (SJS), πομφολυγώδης δερματίτιδα, φαρμακευτική αντίδραση με ηωσινοφιλία και συστηματικά συμπτώματα (DRESS))
- πτώση της αρτηριακής πίεσης (μέτρια και παροδική)
- Εξάψεις
Λεπτομέρειες κατά συχνότητα expand_more
-
ΣυχνέςΈκζεμαΔέρμα
-
ΣυχνέςΑντιδράσεις της θέσης ένεσης (άλγος, ερύθημα, οίδημα, νέκρωση, εξαγγείωση, διήθηση, φλεγμονή, σκλήρυνση, θρομβοφλεβίτις, φλεβίτις, κυτταρίτις, λοίμωξη, μεταβολές της μελάγχρωσης)Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
-
ΣυχνέςΒραδυκαρδίαΚαρδιά
-
ΣυχνέςΜειωμένη γενετήσια ορμήΨυχιατρικές
-
ΣυχνέςΠτώση αρτηριακής πίεσηςΑγγειακές
-
Πολύ σπάνιεςΑναφυλακτικό σοκΑνοσοποιητικό
-
Πολύ σπάνιεςΑύξηση τρανσαμινασών ορούΕργαστηριακές
-
Πολύ σπάνιεςΒρογχόσπασμος και/ή άπνοιαΔιαταραχές του αναπνευστικού συστήματος, του θώρακα και του μεσοθωράκιου
-
Πολύ σπάνιεςΔιάμεση πνευμονίτιδα ή ίνωση (μερικές φορές θανατηφόρα)Διαταραχές του αναπνευστικού συστήματος, του θώρακα και του μεσοθωράκιου
-
Πολύ σπάνιεςΕμφάνιση αρρυθμίας ή επιδείνωση της ήδη υπάρχουσας (μερικές φορές ακολουθούμενη από καρδιακή ανακοπή)Καρδιακές διαταραχές
-
Πολύ σπάνιεςΕξάψειςΑγγειακές
-
Πολύ σπάνιεςΕφίδρωσηΔέρμα
-
Πολύ σπάνιεςΚαλοήθης ενδοκρανιακή υπέρτασηΝευρικό
-
Πολύ σπάνιεςΚεφαλαλγίαΝευρικό
-
Πολύ σπάνιεςΝαυτίαΓαστρεντερικό
-
Πολύ σπάνιεςΟξείες ηπατικές διαταραχές με αύξηση τρανσαμινασών και/ή ίκτερο (συμπεριλαμβανομένης ηπατικής ανεπάρκειας, μερικές φορές θανατηφόρα)Διαταραχές του ήπατος και των χοληφόρων
-
Πολύ σπάνιεςΣοβαρές αναπνευστικές επιπλοκές (σύνδρομο οξείας αναπνευστικής δυσχέρειας ενηλίκων, μερικές φορές θανατηφόρο)Διαταραχές του αναπνευστικού συστήματος, του θώρακα και του μεσοθωράκιου
-
Πολύ σπάνιεςΣύνδρομο απρόσφορης έκκρισης αντιδιουρητικής ορμόνηςΕνδοκρινικό
-
Πολύ σπάνιεςΦλεβοκομβική παύσηΚαρδιά
-
Μη γνωστέςΑγγειονευρωτικό οίδημαΑνοσοποιητικό
-
Μη γνωστέςΑκοκκιοκυτταραιμίαΑίμα
-
Μη γνωστέςΔυσλειτουργία πρωτογενούς μοσχεύματος μετά τη μεταμόσχευση καρδιάςΚακώσεις, δηλητηριάσεις και επιπλοκές θεραπευτικών χειρισμών
-
Μη γνωστέςΚνίδωσηΔέρμα
-
Μη γνωστέςΚοιλιακή ταχυκαρδία δίκην ριπιδίουΚαρδιά
-
Μη γνωστέςΟίδημα QuinckeΑνοσοποιητικό
-
Μη γνωστέςΟξεία παγκρεατίτιδαΓαστρεντερικό
-
Μη γνωστέςΟπτική νευροπάθεια/νευρίτιδα (μπορεί να εξελιχθεί σε τύφλωση)Οφθαλμικές διαταραχές
-
Μη γνωστέςΟσφυαλγίαΜυοσκελετικό
-
Μη γνωστέςΟυδετεροπενίαΑίμα
-
Μη γνωστέςΠαγκρεατίτιδαΓαστρεντερικό
-
Μη γνωστέςΠαραλήρημα (συμπεριλαμβανομένης της σύγχυσης)Ψυχιατρικές διαταραχές
-
Μη γνωστέςΣοβαρές δερματικές αντιδράσεις (τοξική επιδερμική νεκρόλυση (ΤΕΝ), σύνδρομο Stevens-Johnson (SJS), πομφολυγώδης δερματίτιδα, φαρμακευτική αντίδραση με ηωσινοφιλία και συστηματικά συμπτώματα (DRESS))Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
-
Μη γνωστέςΥπερθυρεοειδισμόςΕνδοκρινικό
-
Μη γνωστέςΨευδαισθήσειςΨυχιατρικές
pregnant_woman
Κύηση / Γαλουχία
ΠΧΠ (SPC)
Επίπεδο κινδύνου: Αντενδείκνυται
expand_more
Κύηση / Γαλουχία
-
ΚύησηΑντενδείκνυται εκτός εάν τα οφέλη αντισταθμίζουν τους κινδύνουςΛόγω της επίδρασης στον θυρεοειδή αδένα των εμβρύων, η αμιωδαρόνη αντενδείκνυται στην εγκυμοσύνη, εκτός εάν τα οφέλη αντισταθμίζουν τους κινδύνους. Μεγάλοι όγκοι βενζυλικής αλκοόλης πρέπει να χρησιμοποιούνται με προσοχή και μόνο όταν είναι απαραίτητο κατά τη διάρκεια της κύησης, λόγω του κινδύνου συσσώρευσης και τοξικότητας (μεταβολική οξέωση).
-
ΓαλουχίαΑντενδείκνυταιΗ αμιωδαρόνη εκκρίνεται στο μητρικό γάλα σε σημαντικές ποσότητες, επομένως αντενδείκνυται σε θηλάζουσες μητέρες. Μεγάλοι όγκοι βενζυλικής αλκοόλης πρέπει να χρησιμοποιούνται με προσοχή και μόνο όταν είναι απαραίτητο κατά τη διάρκεια του θηλασμού, λόγω του κινδύνου συσσώρευσης και τοξικότητας (μεταβολική οξέωση).
e911_emergency
Υπερδοσολογία
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Υπερδοσολογία
- κολπικής βραδυκαρδίας
- καρδιακού αποκλεισμού
- προσβολών κοιλιακής ταχυκαρδίας
- “torsade de pointes”
- κυκλοφορικής ανεπάρκειας
- ηπατικής βλάβης
directions_car
Επίδραση στην οδήγηση
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Επίδραση στην οδήγηση
science
Έκδοχα
ΠΧΠ (SPC) §2 & §6.1
expand_more
Έκδοχα
biotech
Φαρμακολογία
Φαρμακοδυναμική & Φαρμακοκινητική
expand_more
Φαρμακολογία
Φαρμακοδυναμικές
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: Αντιαρρυθμικά τάξης ΙΙΙ, κωδικός ATC: C01BD01
Αντιαρρυθμικές ιδιότητες:
- Παράταση στη φάση 3 του δυναμικού ενέργειας των καρδιακών ινών, οφειλόμενο κυρίως σε μια μείωση της ροής καλίου (κλάση ΙΙΙ κατά VaughanWilliams). Αυτή η παράταση του δυναμικού ενέργειας δεν σχετίζεται με την καρδιακή συχνότητα.
- Μειωμένη αυτοματικότητα του φλεβόκομβου που οδηγεί σε βραδυκαρδία που δεν ανταποκρίνεται σε χορήγηση ατροπίνης.
- Μη συναγωνιστική α- και β-αδρενεργική αναστολή.
- Μείωση στη φλεβοκομβική, κολπική και κομβική αγωγιμότητα, ιδιότητα η οποία είναι πιο έντονη όσο πιο γρήγορος είναι ο ρυθμός.
- Καμία αλλαγή στην ενδοκοιλιακή αγωγιμότητα.
- Αύξηση της ανερέθιστης περιόδου και μείωση της διεγερσιμότητας του μυοκαρδίου στα επίπεδα του κόλπου, κόμβου και κοιλίας.
- Μείωση της αγωγιμότητας και παράταση της ανερέθιστης περιόδου στις συμπληρωματικές κολποκοιλιακές οδούς.
Αντι-ισχαιμικές ιδιότητες:
- Μέτρια πτώση των περιφερικών αντιστάσεων και μείωση της καρδιακής συχνότητας που οδηγεί σε ελάττωση της πρόσληψης οξυγόνου.
- Μη συναγωνιστικές α- και β-αδρενεργικές ανταγωνιστικές ιδιότητες.
- Αύξηση της στηθαγχικής παροχής που οφείλεται στην άμεση επίδραση στις λείες μυϊκές ίνες των αρτηριών του μυοκαρδίου.
- Διατήρηση του όγκου παλμού που οφείλεται σε μείωση της αορτικής πίεσης και των περιφερικών αντιστάσεων.
Άλλες:
- Μειωμένη καρδιακή συσταλτικότητα, κυρίως μετά από ενδοφλέβια ένεση.
Επιπλέον, όταν η αμιωδαρόνη χρησιμοποιείται για καρδιοαναπνευστική ανάνηψη:
Η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα της ενδοφλέβιας αμιωδαρόνης σε ασθενείς με εξωνοσοκομειακή καρδιακή ανακοπή λόγω κοιλιακής μαρμαρυγής ανθεκτικής στην ηλεκτρική ανάταξη έχουν αξιολογηθεί σε δύο διπλές-τυφλές μελέτες: την ARREST, μία μελέτη σύγκρισης μεταξύ αμιωδαρόνης και placebo και την ALIVE, μία μελέτη σύγκρισης μεταξύ αμιωδαρόνης και λιδοκαΐνης. Το πρωτεύον τελικό σημείο και των δύο μελετών ήταν η επιβίωση κατά την είσοδο στο νοσοκομείο.
Στη μελέτη ARREST, 504 ασθενείς με εξωνοσοκομειακή καρδιακή ανακοπή οφειλόμενη σε κοιλιακή μαρμαρυγής ή σε άσφυγμη κοιλιακή ταχυκαρδία ανθεκτική σε τρεις ή περισσότερους απινιδισμούς και επινεφρίνη τυχαιοποιήθηκαν σε 300 mg αμιωδαρόνης σε 20 ml διαλύματος δεξτρόζης 5% ταχέως ενιόμενης σε περιφερική φλέβα (246 ασθενείς) ή σε placebo (258 ασθενείς). Από τους 197 ασθενείς (39%) οι οποίοι επέζησαν για να εισαχθούν στο νοσοκομείο, η αμιωδαρόνη αύξησε σημαντικά την πιθανότητα ανάνηψης και εισαγωγής στο νοσοκομείο: 44% στην ομάδα της αμιωδαρόνης και 34% στην ομάδα του placebo, αντίστοιχα, p = 0,03. Μετά από έλεγχο άλλων ανεξάρτητων παραγόντων κινδύνου, η προσαρμοσμένη αναλογία επιβίωσης κατά την είσοδο στο νοσοκομείο στην ομάδα της αμιωδαρόνης συγκριτικά με την ομάδα placebo ήταν 1,6% (διάστημα εμπιστοσύνης 95%, 1,1 έως 2,4, p = 0,02). Περισσότεροι ασθενείς στην ομάδα της αμιωδαρόνης από ότι στην ομάδα placebo είχαν υπόταση (59% έναντι 25%, p = 0,04) ή βραδυκαρδία (41% έναντι 25%, p = 0,004).
Στη μελέτη ALIVE, 347 ασθενείς με κοιλιακή μαρμαρυγή ανθεκτική σε τρεις απινιδισμούς, επινεφρίνη και έναν επιπλέον απινιδισμό ή με υποτροπή κοιλιακής μαρμαρυγής μετά από αρχικά επιτυχημένο απινιδισμό τυχαιοποιήθηκαν ώστε να λάβουν αμιωδαρόνη (5 mg ανά kg υπολογισθέντος βάρους σώματος σε διάλυμα 30 ml δεξτρόζης 5%) και λιδοκαΐνη ελεγχόμενοι με placebo ή λιδοκαΐνη (1,5 mg ανά kg σε συγκέντρωση των 10 mg ανά ml) και αμιωδαρόνη ελεγχόμενοι με placebo που περιέχει τον ίδιο διαλύτη (polysorbate 80). Από τους 347 ασθενείς που εισήχθηκαν, η αμιωδαρόνη αύξησε σημαντικά την πιθανότητα ανάνηψης και εισαγωγής στο νοσοκομείο: 22,8% στην ομάδα της αμιωδαρόνης (41 ασθενείς από τους 180) και 12% στην ομάδα της λιδοκαΐνης (20 ασθενείς από τους 167), p = 0,009. Μετά από ρύθμιση άλλων παραγόντων οι οποίοι μπορεί να επηρεάσουν την πιθανότητα επιβίωσης, η προσαρμοσμένη αναλογία επιβίωσης κατά την είσοδο στο νοσοκομείο σε δέκτες αμιωδαρόνης συγκριτικά με δέκτες λιδοκαΐνης ήταν 2,49 (διάστημα εμπιστοσύνης 95%, 1,28 έως 4,85, p = 0,007). Δεν υπήρχαν διαφορές μεταξύ των ομάδων θεραπείας στις αναλογίες των ασθενών που χρειάστηκαν θεραπεία της βραδυκαρδίας με ατροπίνη ή της ανόδου της αρτηριακής πίεσης με ντοπαμίνη ή στις αναλογίες των ασθενών που λάμβαναν λιδοκαΐνη ανοιχτά. Η αναλογία των ασθενών στους οποίους προκλήθηκε ασυστολία μετά τον απινιδισμό, που ακολούθησε τη χορήγηση του φαρμάκου της αρχικής μελέτης, ήταν σημαντικά υψηλότερη στην ομάδα της λιδοκαΐνης (28,9%) σε σχέση με την ομάδα της αμιωδαρόνης (18,4%), p = 0,04.
Δεν έχουν πραγματοποιηθεί ελεγχόμενες δοκιμές σε παιδιά.
Σε δημοσιευμένες δοκιμές, αξιολογήθηκε η ασφάλεια της αμιωδαρόνης σε 1.118 παιδιατρικούς ασθενείς με ποικίλες αρρυθμίες. Η παρακάτω δοσολογία χρησιμοποιήθηκε σε κλινικές δοκιμές σε παιδιά.
Δισκία
- Δόση φόρτισης: 10 έως 20 mg/kg/ημέρα για 7 έως 10 ημέρες (ή 500 mg/m2/ημέρα εκφραζόμενο ανά τετραγωνικό μέτρο)
- Δόση συντήρησης: η ελάχιστη αποτελεσματική δόση θα πρέπει να χρησιμοποιείται, ανάλογα με την απόκριση του ασθενούς, που μπορεί να κυμαίνεται μεταξύ 5 και 10 mg/kg/ημέρα (ή 250 mg/m2/ημέρα εκφραζόμενο ανά τετραγωνικό μέτρο)
Ενέσιμο διάλυμα
- Δόση φόρτισης: 5 mg/kg βάρους σώματος για διάστημα από 20 λεπτά έως 2 ώρες
- Δόση συντήρησης: 10 έως 15 mg/kg/ημέρα από λίγες ώρες έως μερικές ημέρες
Εάν χρειαστεί, η από του στόματος χορήγηση μπορεί να ξεκινήσει ταυτόχρονα στη συνήθη δόση φόρτισης.
Φαρμακοκινητικές
Η αμιωδαρόνη μεταβολίζεται κυρίως από τα CYP3A4, καθώς επίσης και από το CYP2C8. Η αμιωδαρόνη και ο μεταβολίτης της, δεσαιθυλαμιωδαρόνη, έχουν τη δυνατότητα in vitro να αναστέλλουν τα CYP1A1, CYP1A2, CYP2C9, CYP2C19, CYP2D6, CYP3A4, CYP2A6, CYP2B6 και 2C8. Η αμιωδαρόνη και η δεσαιθυλαμιωδαρόνη έχουν, επίσης, τη δυνατότητα αναστολής κάποιων μεταφορέων, όπως η P-gp και ο οργανικός κατιονικός μεταφορέας (OCT2). Μία μελέτη δείχνει μία αύξηση στη συγκέντρωση της κρεατινίνης (OCT2 υπόστρωμα). Δεδομένα in vivo περιγράφουν τις αλληλεπιδράσεις στα υποστρώματα CYP3A4, CYP2C9, CYP2D6 και P-gp.
Μετά την ένεση, τα επίπεδα της αμιωδαρόνης στο αίμα μειώνονται αμέσως, καθώς γίνεται ο εμποτισμός των ιστών. Η αποτελεσματικότητα φθάνει στο μέγιστο 15 λεπτά μετά την ένεση και κατόπιν μειώνεται στις επόμενες 4 ώρες. Σε περίπτωση που δεν επαναλαμβάνεται η ένεση, το φάρμακο αποβάλλεται προοδευτικά. Οι εναποθέσεις στους ιστούς διατηρούνται όταν οι ενέσεις επαναλαμβάνονται ή η θεραπεία συνεχίζεται από το στόμα.
Δεν έχουν πραγματοποιηθεί ελεγχόμενες δοκιμές σε παιδιά. Από τα περιορισμένα στοιχεία που έχουν δημοσιευθεί και είναι διαθέσιμα για τους παιδιατρικούς ασθενείς δεν επισημάνθηκαν διαφορές σε σύγκριση με τους ενήλικες.
Φαρμακοδυναμικές Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: Αντιαρρυθμικά τάξης ΙΙΙ, κωδικός ATC: C01BD01 #### Αντιαρρυθμικές ιδιότητες: * Παράταση στη φάση 3 του δυναμικού ενέργειας των καρδιακών ινών, οφειλόμενο κυρίως σε μια μείωση της ροής καλίου (κλάση ΙΙΙ κατά…
Φαρμακοκινητικές Η αμιωδαρόνη μεταβολίζεται κυρίως από τα CYP3A4, καθώς επίσης και από το CYP2C8. Η αμιωδαρόνη και ο μεταβολίτης της, δεσαιθυλαμιωδαρόνη, έχουν τη δυνατότητα in vitro να αναστέλλουν τα CYP1A1, CYP1A2, CYP2C9, CYP2C19, CYP2D6, CYP3A4,…
Παρακολούθηση Αγωγής
Εργαστηριακοί & κλινικοί έλεγχοι από το SPC, ανά σύστημα
Κλινική εξέταση & ζωτικά
| Έλεγχος | Σύστημα | Συχνότητα | Προϋπόθεση |
|---|---|---|---|
| Αρτηριακή πίεση | monitor_heartΑρτηριακή πίεση & ζωτικά σημεία | συνεχής | Ενδοφλέβια ένεση σε επείγουσες καταστάσεις |
ΗΚΓ / Καρδιολογικός έλεγχος
| Έλεγχος | Σύστημα | Συχνότητα | Προϋπόθεση |
|---|---|---|---|
| Ηλεκτροκαρδιογράφημα (ΗΚΓ) | cardiologyΚαρδιακή λειτουργία (ΗΚΓ/καρδιά) | συνεχής | Ενδοφλέβια ένεση σε επείγουσες καταστάσεις |
| Καρδιακή παρακολούθηση | cardiologyΚαρδιακή λειτουργία (ΗΚΓ/καρδιά) | ενδονοσοκομειακά για τις πρώτες 48 ώρες, μετά εξωνοσοκομειακή ή αυτοπαρακολούθηση της καρδιακής συχνότητας καθημερινά για τουλάχιστον τις πρώτες 2 εβδομάδες | Ταυτόχρονη χορήγηση με σοφοσμπουβίρη |
| όπως παραπάνω | Διακοπή αμιωδαρόνης τους τελευταίους μήνες και έναρξη σοφοσμπουβίρης |
Απεικόνιση (CT / MRI / ακτινογραφία)
| Έλεγχος | Σύστημα | Συχνότητα | Προϋπόθεση |
|---|---|---|---|
| Ακτινογραφία θώρακα | radiologyΑπεικονιστικός έλεγχος | — | Υποψία πνευμονικής τοξικότητας με δύσπνοια προσπάθειας |
Σκευάσματα & Τιμολόγηση
Μονογραφίες Πηγών
Αναλυτικό περιεχόμενο ανά πηγή για τεκμηρίωση και έλεγχο
DrugBank
Description
expand_more
Description
DrugBank
Indication
expand_more
Indication
DrugBank
Pharmacology
expand_more
Pharmacology
DrugBank
Mechanism of action
expand_more
Mechanism of action
DrugBank
Absorption
expand_more
Absorption
DrugBank
Half life
expand_more
Half life
DrugBank
Protein binding
expand_more
Protein binding
96%
DrugBank
Route of elimination
expand_more
Route of elimination
DrugBank
Volume of distribution
expand_more
Volume of distribution
DrugBank
Clearance
expand_more
Clearance
- 90-158 mL/h/kg [Υγιείς με εφάπαξ δόση IV (5 mg/kg σε 15 min)]
- 100 mL/h/kg [Φυσιολογικά άτομα > 65 ετών]
- 150 mL/h/kg [νεότεροι]
- 220 και 440 mL/h/kg [ασθενείς με VT και VF]
DrugBank
Toxicity
expand_more
Toxicity
science
PubChem
Φαρμακοδυναμική
expand_more
Φαρμακοδυναμική
Μετά τη χορήγηση ενδοφλεβίως, η αμιωδαρόνη δρα χαλαρώνοντας τους λείους μύες που επενδύουν τα τοιχώματα των αγγείων, μειώνοντας την περιφερική αγγειακή αντίσταση (μεταφορτίο) και αυξάνοντας ελαφρώς τον καρδιακό δείκτη. Η χορήγηση με αυτή τη διαδρομή μειώνει επίσης την καρδιακή αγωγιμότητα, προλαμβάνοντας και αντιμετωπίζοντας αρρυθμίες. Ωστόσο, όταν χορηγείται από του στόματος, η αμιωδαρόνη δεν οδηγεί σε σημαντικές αλλαγές στο κλάσμα εξώθησης της αριστερής κοιλίας. Παρόμοια με άλλους αντιαρρυθμικούς παράγοντες, ελεγχόμενες κλινικές δοκιμές δεν επιβεβαιώνουν ότι η από του στόματος αμιωδαρόνη αυξάνει την επιβίωση.
Η αμιωδαρόνη παρατείνει τη διάρκεια QRS και το διάστημα QT. Επιπλέον, παρατηρείται μειωμένη αυτοματία του φλεβοκόμβου (SA) με μείωση της ταχύτητας αγωγιμότητας του κολποκοιλιακού (AV) κόμβου. Η αυτοματία των έκτοπων βηματοδοτών αναστέλλεται επίσης. Θυρεοτοξίκωση ή υποθυρεοειδισμός μπορεί επίσης να προκύψουν από τη χορήγηση αμιωδαρόνης, η οποία περιέχει υψηλά επίπεδα ιωδίου και παρεμβαίνει στην φυσιολογική λειτουργία του θυρεοειδούς αδένα.
neurology
PubChem
Μηχανισμός δράσης
expand_more
Μηχανισμός δράσης
Η αμιωδαρόνη θεωρείται αντιαρρυθμικό φάρμακο της κατηγορίας ΙΙΙ. Αναστέλλει τα ρεύματα καλίου που προκαλούν επαναπόλωση του καρδιακού μυός κατά τη διάρκεια της τρίτης φάσης του καρδιακού δυναμικού ενέργειας. Ως αποτέλεσμα, η αμιωδαρόνη αυξάνει τη διάρκεια του δυναμικού ενέργειας καθώς και την αποτελεσματική περίοδο ανερέθιστου για τα καρδιακά κύτταρα (μυοκύτταρα). Επομένως, η διεγερσιμότητα των καρδιακών μυϊκών κυττάρων μειώνεται, προλαμβάνοντας και αντιμετωπίζοντας ανώμαλους καρδιακούς ρυθμούς.
Διαφορετικά από άλλα μέλη της κατηγορίας των αντιαρρυθμικών φαρμάκων της κατηγορίας ΙΙΙ, η αμιωδαρόνη παρεμβαίνει επίσης στη λειτουργία των βήτα-αδρενεργικών υποδοχέων, των διαύλων νατρίου και των διαύλων ασβεστίου. Αυτές οι δράσεις, κατά καιρούς, μπορούν να οδηγήσουν σε ανεπιθύμητες επιπτώσεις, όπως υπόταση, βραδυκαρδία και Torsades de pointes (TdP).
Εκτός από τα παραπάνω, η αμιωδαρόνη μπορεί να αυξήσει τη δραστηριότητα των υποδοχέων ενεργοποιημένων πολλαπλασιαστών των υπεροξεισωμάτων, οδηγώντας σε στεατογενείς αλλαγές στο ήπαρ ή σε άλλους οργανισμούς. Τέλος, έχει διαπιστωθεί ότι η αμιωδαρόνη δεσμεύεται στον θυρεοειδικό υποδοχέα λόγω της περιεκτικότητάς της σε ιώδιο, οδηγώντας δυνητικά σε υποθυρεοειδισμό ή θυρεοτοξίκωση που προκαλείται από αμιωδαρόνη.
biotech
PubChem
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
expand_more
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
Η Cmax της αμιωδαρόνης στο πλάσμα επιτυγχάνεται περίπου 3 έως 7 ώρες μετά τη χορήγηση. Ο γενικός χρόνος έναρξης δράσης της αμιωδαρόνης μετά από μία δόση που χορηγείται ενδοφλεβίως κυμαίνεται μεταξύ 1 και 30 λεπτών, με θεραπευτικά αποτελέσματα που διαρκούν από 1-3 ώρες.
Οι σταθερές συγκεντρώσεις της αμιωδαρόνης στο πλάσμα κυμαίνονται μεταξύ 0,4 και 11,99 μg/ml· συνιστάται οι σταθερές τιμές να διατηρούνται γενικά μεταξύ 1,0 και 2,5 μg/ml σε ασθενείς με αρρυθμίες. Παραδόξως, η έναρξη δράσης μπορεί μερικές φορές να αρχίσει μετά από 2 έως 3 ημέρες, αλλά συχνά διαρκεί 1 έως 3 εβδομάδες, παρά τη χορήγηση υψηλότερων δόσεων φόρτισης. Η βιοδιαθεσιμότητα της αμιωδαρόνης ποικίλλει σε κλινικές μελέτες, κυμαινόμενη κατά μέσο όρο μεταξύ 35 και 65%.
Επίδραση τροφής: Σε υγιείς εθελοντές που έλαβαν μία εφάπαξ δόση 600 mg αμέσως μετά την κατανάλωση γεύματος πλούσιου σε λιπαρά, η AUC της αμιωδαρόνης αυξήθηκε κατά 2,3 φορές και η Cmax κατά 3,8 φορές. Το φαγητό ενισχύει επίσης την απορρόφηση, μειώνοντας το Tmax κατά περίπου 37%.
Η αμιωδαρόνη αποβάλλεται κυρίως μέσω ηπατικής μεταβολισμού και χολικής απέκκρισης. Μικρή ποσότητα δεσαιθυλαμιωδαρόνης (DEA) ανιχνεύεται στα ούρα.
Σε μια φαρμακοκινητική μελέτη σε 3 υγιή άτομα και 3 ασθενείς με διαγνωσμένη υπερκοιλιακή ταχυκαρδία (SVT), ο όγκος κατανομής βρέθηκε να είναι 9,26-17,17 L/kg σε υγιείς εθελοντές και 6,88-21,05 L/kg σε ασθενείς με SVT. Οι πληροφορίες συνταγογράφησης αναφέρουν ότι ο όγκος κατανομής της αμιωδαρόνης ποικίλλει σημαντικά, με μέση κατανομή περίπου 60 L/kg. Συσσωρεύεται σε ολόκληρο το σώμα, ιδιαίτερα στον λιπώδη ιστό και σε όργανα με υψηλή αγγείωση, συμπεριλαμβανομένων των πνευμόνων, του ήπατος και του σπλήνα. Ένας κύριος μεταβολίτης της αμιωδαρόνης, η δεσαιθυλαμιωδαρόνη (DEA), ανιχνεύεται σε ακόμη υψηλότερες αναλογίες στους ίδιους ιστούς με την αμιωδαρόνη.
Η κάθαρση της αμιωδαρόνης μετά από ενδοφλέβια χορήγηση σε ασθενείς με κοιλιακή μαρμαρυγή και κοιλιακή ταχυκαρδία κυμάνθηκε από 220 έως 440 ml/hr/kg σε μία κλινική μελέτη. Μια άλλη μελέτη προσδιόρισε ότι η συνολική κάθαρση του σώματος της αμιωδαρόνης κυμαίνεται από 0,10 έως 0,77 L/min μετά από μία ενδοφλέβια δόση. Η νεφρική ανεπάρκεια δεν φαίνεται να επηρεάζει την κάθαρση της αμιωδαρόνης, αλλά η ηπατική ανεπάρκεια μπορεί να μειώσει την κάθαρση. Ασθενείς με κίρρωση ήπατος εμφάνισαν σημαντικά χαμηλότερη Cmax και μέση συγκέντρωση αμιωδαρόνης για DEA, αλλά όχι για αμιωδαρόνη. Η σοβαρή δυσλειτουργία της αριστερής κοιλίας παρατείνει τον χρόνο ημίσειας ζωής της DEA.
Σημείωση σχετικά με την παρακολούθηση: Δεν έχουν αναπτυχθεί κατευθυντήριες γραμμές για την προσαρμογή της δόσης της αμιωδαρόνης σε περιπτώσεις νεφρικών, ηπατικών ή καρδιακών ανωμαλιών. Σε ασθενείς που λαμβάνουν χρόνια θεραπεία με αμιωδαρόνη, συνιστάται στενή κλινική παρακολούθηση, ειδικά σε ηλικιωμένους ασθενείς και σε αυτούς με σοβαρή δυσλειτουργία της αριστερής κοιλίας.
water_drop
PubChem
Δέσμευση πρωτεϊνών
expand_more
Δέσμευση πρωτεϊνών
hub
PubChem
Μεταβολισμός
expand_more
Μεταβολισμός
Αυτό το φάρμακο μεταβολίζεται στον κύριο μεταβολίτη δεσαιθυλαμιωδαρόνη (DEA) από τα ένζυμα CYP3A4 και CYP2C8. Το ένζυμο CYP3A4 βρίσκεται στο ήπαρ και τα έντερα. Ένας υδροξυλιωμένος μεταβολίτης της DEA έχει αναγνωριστεί σε θηλαστικά, αλλά η κλινική του σημασία είναι άγνωστη.
Η αμιωδαρόνη έχει γνωστούς ανθρώπινους μεταβολίτες που περιλαμβάνουν την N-Δεσαιθυλαμιωδαρόνη.
Η αμιωδαρόνη μεταβολίζεται εκτενώς στο ήπαρ μέσω του CYP2C8 (κάτω του 1% αμετάβλητη στα ούρα) και μπορεί να επηρεάσει τον μεταβολισμό πολλών άλλων φαρμάκων. Ο κύριος μεταβολίτης της αμιωδαρόνης είναι η δεσαιθυλαμιωδαρόνη (DEA), η οποία έχει επίσης αντιαρρυθμικές ιδιότητες. Ο μεταβολισμός της αμιωδαρόνης αναστέλλεται από τον χυμό γκρέιπφρουτ, οδηγώντας σε αυξημένα επίπεδα αμιωδαρόνης στον ορό.
Οδός Απέκκρισης: Η αμιωδαρόνη αποβάλλεται κυρίως μέσω ηπατικού μεταβολισμού και χολικής απέκκρισης και υπάρχει αμελητέα απέκκριση αμιωδαρόνης ή DEA στα ούρα.
hourglass
PubChem
Ημίσεια ζωή
expand_more
Ημίσεια ζωή
category
PubChem
MeSH classification
expand_more
MeSH classification
-
Παράγοντες που χρησιμοποιούνται για τη θεραπεία ή την πρόληψη καρδιακών αρρυθμιών. Μπορεί να επηρεάζουν τη φάση πόλωσης-επαναπόλωσης του δυναμικού ενέργειας, τη διεγερσιμότητά του ή την περίοδο ανερέθιστου, ή την αγωγιμότητα ή την ανταπόκριση της μεμβράνης εντός των καρδιακών ινών. Οι αντιαρρυθμικοί παράγοντες ταξινομούνται συχνά σε τέσσερις κύριες ομάδες ανάλογα με τον μηχανισμό δράσης τους: αποκλεισμός διαύλων νατρίου, αποκλεισμός βήτα-αδρενεργικών υποδοχέων, παράταση επαναπόλωσης ή αποκλεισμός διαύλων ασβεστίου.
-
Φάρμακα που χρησιμοποιούνται για την πρόκληση αγγειοδιαστολής.
-
Μια κατηγορία φαρμάκων που δρουν με αναστολή της εκροής καλίου μέσω των κυτταρικών μεμβρανών. Ο αποκλεισμός των διαύλων καλίου παρατείνει τη διάρκεια των ΔΥΝΑΜΙΚΩΝ ΕΝΕΡΓΕΙΑΣ. Χρησιμοποιούνται ως ΑΝΤΙΑΡΡΥΘΜΙΚΟΙ ΠΑΡΑΓΟΝΤΕΣ και ΑΓΓΕΙΟΔΙΑΣΤΟΛΙΚΟΙ ΠΑΡΑΓΟΝΤΕΣ.
-
Μια κατηγορία φαρμάκων που δρουν με αναστολή της εισροής νατρίου μέσω των κυτταρικών μεμβρανών. Ο αποκλεισμός των διαύλων νατρίου επιβραδύνει τον ρυθμό και το πλάτος της αρχικής ταχείας εκπόλωσης, μειώνει την κυτταρική διεγερσιμότητα και μειώνει την ταχύτητα αγωγιμότητας.
-
Φάρμακα και ενώσεις που αναστέλλουν ή αντιμετωπίζουν τη βιοσύνθεση ή τις δράσεις του ΚΥΤΟΧΡΩΜΑΤΟΣ P-450 CYP1A2.
-
Φάρμακα και ενώσεις που αναστέλλουν ή αντιμετωπίζουν τη βιοσύνθεση ή τις δράσεις του ΚΥΤΟΧΡΩΜΑΤΟΣ P-450 CYP2C9.
-
Φάρμακα και ενώσεις που αναστέλλουν ή αντιμετωπίζουν τη βιοσύνθεση ή τις δράσεις του ΚΥΤΟΧΡΩΜΑΤΟΣ P-450 CYP2D6.
-
Φάρμακα και ενώσεις που αναστέλλουν ή αντιμετωπίζουν τη βιοσύνθεση ή τις δράσεις του ΚΥΤΟΧΡΩΜΑΤΟΣ P-450 CYP3A.
fact_check
PubChem
FDA classification
expand_more
FDA classification
-
N3RQ532IUT
-
AMIODARONE
-
Καθιερωμένη Φαρμακολογική Κατηγορία [EPC] - Αντιαρρυθμικό
-
Μηχανισμοί Δράσης [MoA] - Αναστολείς του Κυτοχρώματος P450 3A
-
Μηχανισμοί Δράσης [MoA] - Αναστολείς P-Γλυκοπρωτεΐνης
-
Μηχανισμοί Δράσης [MoA] - Αναστολείς του Κυτοχρώματος P450 1A2
-
Μηχανισμοί Δράσης [MoA] - Αναστολείς του Κυτοχρώματος P450 2C9
-
Μηχανισμοί Δράσης [MoA] - Αναστολείς του Κυτοχρώματος P450 2D6
Η αμιωδαρόνη είναι Αντιαρρυθμικό. Ο μηχανισμός δράσης της αμιωδαρόνης είναι ως Αναστολέας του Κυτοχρώματος P450 3A, και Αναστολέας P-Γλυκοπρωτεΐνης, και Αναστολέας του Κυτοχρώματος P450 1A2, και Αναστολέας του Κυτοχρώματος P450 2C9, και Αναστολέας του Κυτοχρώματος P450 2D6.
Ημίσεια ζωή
Δέσμευση πρωτεϊνών
Βιοδιαθεσιμότητα
Απέκκριση
Πρωτόκολλα Συνταγογράφησης
Συνταγογραφείται εφόσον ο ασθενής εντάσσεται σε κάποιο από τα παρακάτω βήματα:
-
ΒΗΜΑ Acute-Wide C01BD01Άμεση Διαχείριση — Ευρέα QRS, ΡυθμικήΡυθμική ταχυκαρδία ευρέα QRS, αιμοδυναμικά σταθερός — αντιμετώπιση όπως ΚΤΔοσολογία: 150 mg IV → 1 mg/min · Άμεσα
-
ΒΗΜΑ Focal-AT C01BD01Εστιακή Κολπική Ταχυκαρδία (Focal AT)Εστιακή κολπική ταχυκαρδίαΔοσολογία: 200 mg/ημέρα · Συνεχής
-
ΒΗΜΑ Junctional-NonReentry C01BD01Κομβική Ταχυκαρδία Μη ΕπανεισόδουΚομβική ταχυκαρδία μη οφειλόμενη σε επανείσοδοΔοσολογία: 150 mg IV → 1 mg/min · Άμεσα
-
ΒΗΜΑ Antidromic-AVRT C01BD01Αντίδρομη Κολποκοιλιακή Ταχυκαρδία ΕπανεισόδουΑντίδρομη AVRTΔοσολογία: 150 mg IV · Άμεσα
Συνταγογραφείται εφόσον ο ασθενής εντάσσεται σε κάποιο από τα παρακάτω βήματα:
-
ΒΗΜΑ 2 C01BD01Οξύ επεισόδιο sVT — αιμοδυναμικά σταθής με δομική νόσο
-
ΒΗΜΑ 3B C01BD01Ιδιοπαθής VT από άλλες εντοπίσεις
-
ΒΗΜΑ 4 C01BD01Ηλεκτρική θύελλα στα πλαίσια ΟΣΣ
-
ΒΗΜΑ 5 C01BD01Ηλεκτρική θύελλα από μονόμορφη VT (δομική κ/π)
-
ΒΗΜΑ 6.2 C01BD01Ισχαιμική μυοκαρδιοπάθεια — Χρόνια αντιμετώπιση κοιλιακών αρρυθμιών
-
ΒΗΜΑ 6.3 C01BD01Διατατική / μη συμπαγές μυοκάρδιο / χρόνια μυοκαρδίτιδα
-
ΒΗΜΑ 6.4 C01BD01Υπερτροφική μυοκαρδιοπάθεια
-
ΒΗΜΑ 6.5 C01BD01Αρρυθμιογόνος μυοκαρδιοπάθεια δεξιάς κοιλίας
Απόσυρση / Deprescribing
Αντιαρρυθμικά
Επιστημονικό Προφίλ
expand_more
-
Παράγοντες που χρησιμοποιούνται για τη θεραπεία ή την πρόληψη καρδιακών αρρυθμιών. Μπορεί να επηρεάζουν τη φάση πόλωσης-επαναπόλωσης του δυναμικού ενέργειας, τη διεγερσιμότητά του ή την περίοδο ανερέθιστου, ή την αγωγιμότητα ή την ανταπόκριση της μεμβράνης εντός των καρδιακών ινών. Οι αντιαρρυθμικοί παράγοντες ταξινομούνται συχνά σε τέσσερις κύριες ομάδες ανάλογα με τον μηχανισμό δράσης τους: αποκλεισμός διαύλων νατρίου, αποκλεισμός βήτα-αδρενεργικών υποδοχέων, παράταση επαναπόλωσης ή αποκλεισμός διαύλων ασβεστίου.
-
Φάρμακα που χρησιμοποιούνται για την πρόκληση αγγειοδιαστολής.
-
Μια κατηγορία φαρμάκων που δρουν με αναστολή της εκροής καλίου μέσω των κυτταρικών μεμβρανών. Ο αποκλεισμός των διαύλων καλίου παρατείνει τη διάρκεια των ΔΥΝΑΜΙΚΩΝ ΕΝΕΡΓΕΙΑΣ. Χρησιμοποιούνται ως ΑΝΤΙΑΡΡΥΘΜΙΚΟΙ ΠΑΡΑΓΟΝΤΕΣ και ΑΓΓΕΙΟΔΙΑΣΤΟΛΙΚΟΙ ΠΑΡΑΓΟΝΤΕΣ.
-
Μια κατηγορία φαρμάκων που δρουν με αναστολή της εισροής νατρίου μέσω των κυτταρικών μεμβρανών. Ο αποκλεισμός των διαύλων νατρίου επιβραδύνει τον ρυθμό και το πλάτος της αρχικής ταχείας εκπόλωσης, μειώνει την κυτταρική διεγερσιμότητα και μειώνει την ταχύτητα αγωγιμότητας.
-
Φάρμακα και ενώσεις που αναστέλλουν ή αντιμετωπίζουν τη βιοσύνθεση ή τις δράσεις του ΚΥΤΟΧΡΩΜΑΤΟΣ P-450 CYP1A2.
-
Φάρμακα και ενώσεις που αναστέλλουν ή αντιμετωπίζουν τη βιοσύνθεση ή τις δράσεις του ΚΥΤΟΧΡΩΜΑΤΟΣ P-450 CYP2C9.
-
Φάρμακα και ενώσεις που αναστέλλουν ή αντιμετωπίζουν τη βιοσύνθεση ή τις δράσεις του ΚΥΤΟΧΡΩΜΑΤΟΣ P-450 CYP2D6.
-
Φάρμακα και ενώσεις που αναστέλλουν ή αντιμετωπίζουν τη βιοσύνθεση ή τις δράσεις του ΚΥΤΟΧΡΩΜΑΤΟΣ P-450 CYP3A.