AMIODARONE
Αμιωδαρόνη
Αντιαρρυθμική δράση της τάξης ΙΙΙ έχουν κυρίως η αμιωδαρόνη, η σοταλόλη, το βρετύλιο και τα παράγωγά τους. Η αμιωδαρόνη είναι από τα ισχυρότερα αντιαρρυθμικά και μπορεί να είναι επιτυχής εκεί που όλα τα άλλα απέτυχαν. Οι συχνές και μερικές φορές επικίνδυνες ανεπιθύμητες ενέργειές …
Κλινική Σύνοψη
Προτεραιότητα πηγών: SPC, ΕΟΦ, DrugBank
clinical_notes
ΕΟΦ
Ενδείξεις
expand_more
Ενδείξεις
medication
SPC-ANGORON
Δοσολογία
expand_more
Δοσολογία
- Οδός: Ενδοφλέβια
- Δόση έναρξης: 5 mg/kg
- Τιτλοποίηση: Δόση φόρτισης: 5 mg/kg, ακολουθούμενη από δόση συντήρησης 10-20 mg/kg/24 ώρες.
-
Δόση φόρτισης (Ενδοφλέβια έγχυση)Δόση5 mg/kgΣε διάλυμα 250 ml δεξτρόζης 5% για 20 λεπτά έως 2 ώρες. Μπορεί να επαναλαμβάνεται 2-3 φορές το 24ωρο. Ο ρυθμός της έγχυσης θα πρέπει να ρυθμίζεται με βάση τα αποτελέσματα.
-
Δόση συντήρησης (Ενδοφλέβια έγχυση)Δόση10-20 mg/kg/24 ώρεςΜέγ. δόσηέως 1200 mg/24 ώρεςΣυνήθως 600-800 mg/24 ώρες. Σε διάλυμα 250 ml δεξτρόζης 5% για λίγες ημέρες.
-
Ενδοφλέβια ένεσηΔόση5 mg/kgΝα ενίεται αργά για διάστημα μεγαλύτερο από 3 λεπτά. Δεν πρέπει να επαναλαμβάνεται σε διάστημα μικρότερο των 15 λεπτών από την προηγούμενη χορήγηση.
-
Καρδιοαναπνευστική ανάνηψη από κοιλιακή μαρμαρυγή ανθεκτική στην ηλεκτρική ανάταξηΔόση300 mg (ή 5 mg/kg)Αρχική ενδοφλέβια δόση σε διάλυμα 20 ml δεξτρόζης 5% ταχέως. Επιπρόσθετη δόση 150 mg (ή 2,5 mg/kg) εάν επιμένει η κοιλιακή μαρμαρυγή.
-
Παιδιατρικός πληθυσμόςΑντενδείκνυται.
block
SPC-ANGORON
Αντενδείξεις
expand_more
Αντενδείξεις
-
Φλεβοκομβική βραδυκαρδία, φλεβοκολπικός αποκλεισμός και σύνδρομο νοσούντος φλεβόκομβου (κίνδυνος φλεβοκομβικής παύσης), σοβαρές διαταραχές κολποκοιλιακής αγωγιμότητας εκτός εάν χορηγείται σε ασθενείς με βηματοδότη.
-
Διαταραχές της αγωγιμότητας με αποκλεισμό 2 ή 3 σκελών εκτός εάν χρησιμοποιείται μαζί με λειτουργικό βηματοδότη ή εκτός εάν ο ασθενής είναι στη Μονάδα Εντατικής Θεραπείας και η αμιωδαρόνη χρησιμοποιείται κάτω από ηλεκτοσυστολικό βηματοδότη.
-
Κυκλοφορική ανεπάρκεια, σοβαρή αρτηριακή υπόταση.
-
Συνδυασμός με άλλα φάρμακα τα οποία μπορούν να προκαλέσουν «κοιλιακή ταχυκαρδία δίκην ριπιδίου» (“torsade de pointes”)
-
Δυσλειτουργία του θυρεοειδή.
-
Γνωστή υπερευαισθησία στο ιώδιο ή στην αμιωδαρόνη, ή σε κάποιο από τα έκδοχα.
-
Κύηση, εκτός από εξαιρετικές περιπτώσεις
-
Γαλουχία
-
Η ενδοφλέβια ένεση αντενδείκνυται σε περίπτωση υπότασης, σοβαρής αναπνευστικής ανεπάρκειας, μυοκαρδιοπάθειας ή καρδιακής ανεπάρκειας (πιθανή επιδείνωση).
-
Λόγω της παρουσίας βενζυλικής αλκοόλης, η ενδοφλέβια αμιωδαρόνη αντενδείκνυται σε νεογνά, βρέφη και παιδιά ηλικίας μέχρι 3 ετών.
warning
SPC-ANGORON
Προειδοποιήσεις
expand_more
Προειδοποιήσεις
-
Ιδιαίτερα σε ενδοφλέβια ένεσηΗ ενδοφλέβια ένεση γενικώς δεν ενδείκνυται λόγω των αιμοδυναμικών κινδύνων (σοβαρή υπόταση, κυκλοφορική κατέρρειψη). Η ενδοφλέβια έγχυση θα πρέπει να προτιμάται όπου είναι δυνατόν.
-
Ιδιαίτερα σε ενδοφλέβια ένεσηΗ ενδοφλέβια ένεση θα πρέπει να γίνεται μόνο σε επείγουσες καταστάσεις όπου εναλλακτικές θεραπείες έχουν αποτύχει και μόνο σε μονάδες εντατικής θεραπείας κάτω από συνεχή παρακολούθηση (ΗΚΓ, πίεση αίματος).
-
Ιδιαίτερα σε ενδοφλέβια ένεσηH δοσολογία είναι περίπου 5mg/kg βάρους σώματος. Εκτός της καρδιοαναπνευστικής ανάνηψης από κοιλιακή μαρμαρυγή ανθεκτική στην ηλεκτρική ανάταξη, η αμιωδαρόνη πρέπει να ενίεται για διάστημα 3 λεπτών τουλάχιστον και η ενδοφλέβια ένεση δεν θα πρέπει να επαναλαμβάνεται σε διάστημα μικρότερο από 15 λεπτά μετά την πρώτη ένεση ακόμα και εάν η προηγούμενη ήταν μόνο μία φύσιγγα (πιθανότητα μη αναστρέψιμης κατέρρειψης).
-
Ιδιαίτερα σε ενδοφλέβια ένεσηΔεν πρέπει να αναμιγνύονται άλλα σκευάσματα στην ίδια σύριγγα. Μην ενίετε άλλα σκευάσματα από την ίδια γραμμή. Εάν η αγωγή με αμιωδαρόνη πρέπει να συνεχιστεί, αυτό πρέπει να γίνει με ενδοφλέβια έγχυση
-
Καρδιακές διαταραχέςΈχει αναφερθεί εμφάνιση νέων αρρυθμιών ή επιδείνωση των υπό αγωγή αρρυθμιών, μερικές φορές με θανατηφόρο έκβαση. Είναι σημαντικό, αλλά δύσκολο, να διαφοροποιηθεί η μη δραστικότητα του φαρμάκου από μία προ-αρρυθμική δράση, ανεξάρτητα από το εάν αυτή συνδέεται με επιδείνωση της καρδιακής λειτουργικότητας. Προαρρυθμική δράση έχει αναφερθεί πιο σπάνια με την αμιωδαρόνη απ’ ότι με τα άλλα αντιαρρυθμικά φάρμακα και γενικά εμφανίζεται στο πλαίσιο των παραγόντων παράτασης του διαστήματος QT όπως αλληλεπιδράσεις με άλλα φάρμακα και/ή ηλεκτρολυτικές διαταραχές (βλ. παραγράφους 4.5 και 4.8). Παρόλη την παράταση του διαστήματος QT, η αμιωδαρόνη παρουσιάζει χαμηλή δραστηριότητα στην κοιλιακή ταχυκαρδία δίκην ριπιδίου.
-
Πνευμονικές διαταραχέςΗ εμφάνιση δύσπνοιας ή μη-παραγωγικού βήχα μπορεί να συσχετισθεί με πνευμονική τοξικότητα όπως η διάμεση πνευμονίτιδα. Πολύ σπάνια έχουν αναφερθεί περιστατικά διάμεσης πνευμονίτιδας με την ενδοφλέβια αμιωδαρόνη. Πρέπει να διενεργείται ακτινογραφία θώρακος σε ασθενείς που υποψιαζόμαστε ότι πάσχουν από αυτή τη νόσο, και αναπτύσσουν δύσπνοια προσπάθειας είτε μεμονωμένα είτε σε συνδυασμό με επιδείνωση της γενικής κατάστασης υγείας (κόπωση, απώλεια βάρους, πυρετός). Η αγωγή με αμιωδαρόνη θα πρέπει να επαναξιολογείται διότι η διάμεση πνευμονίτιδα είναι γενικά αναστρέψιμη με την έγκαιρη διακοπή της αμιωδαρόνης (τα κλινικά συμπτώματα συνήθως υποχωρούν εντός 3-4 εβδομάδων, ακολουθούμενα από μία αργή βελτίωση της ακτινολογικής εικόνας και της πνευμονικής λειτουργίας εντός μερικών μηνών) και θα πρέπει να ληφθεί υπόψη η αγωγή με κορτικοστεροειδή.
-
Πνευμονικές διαταραχέςΠολύ σπάνια έχουν αναφερθεί περιστατικά σοβαρών αναπνευστικών επιπλοκών, μερικές φορές θανατηφόρα, που παρατηρούνται συνήθως την περίοδο αμέσως μετά την επέμβαση (σύνδρομο οξείας αναπνευστικής ανεπάρκειας ενηλίκων - ARDS), όπου πιθανόν να ενέχεται η αλληλεπίδραση με υψηλές συγκεντρώσεις οξυγόνου (βλ. παραγράφους 4.5 και 4.8).
-
Ηπατικές διαταραχέςΣυνιστάται προσεκτική παρακολούθηση των εξετάσεων ηπατικής λειτουργίας (τρανσαμινάσες) αμέσως με την έναρξη της αμιωδαρόνης και τακτικά κατά τη διάρκεια της θεραπείας. Οξείες ηπατικές διαταραχές (συμπεριλαμβανομένης της σοβαρής ηπατοκυτταρικής δυσλειτουργίας ή ηπατικής ανεπάρκειας, μερικές φορές με θανατηφόρο έκβαση) και χρόνια ηπατική διαταραχή, μπορεί να εμφανιστούν μέσα στο πρώτο 24ωρο από τη χορήγηση ενδοφλέβιας αμιωδαρόνης. Γι’ αυτό η δόση της αμιωδαρóνης θα πρέπει να μειωθεί ή να διακοπεί η θεραπεία εάν η αύξηση των τρανσαμινασών ξεπεράσει κατά τρεις φορές το φυσιολογικό εύρος.
-
Σοβαρές πομφολυγώδεις αντιδράσειςΑπειλητικές για τη ζωή ή ακόμα και θανατηφόρες δερματικές αντιδράσεις, σύνδρομο Stevens-Johnson (SJS), Τοξική επιδερμική νεκρόλυση (TEN) (βλ. παράγραφο 4.8). Εάν παρουσιαστούν συμπτώματα ή σημεία SJS, TEN (π.χ. εξελισσόμενο δερματικό εξάνθημα συχνά με φουσκάλες ή βλάβες του βλεννογόνου) η θεραπεία με αμιωδαρόνη, θα πρέπει να διακοπεί αμέσως.
-
Αλληλεπιδράσεις φαρμάκωνΗ συγχορήγηση της αμιωδαρόνης δεν συνιστάται με τα ακόλουθα φάρμακα: β- αναστολείς, αναστολείς διαύλων ασβεστίου (βεραπαμίλη, διλτιαζέμη) που μειώνουν την καρδιακή συχνότητα, υπακτικά φάρμακα, που μπορεί να προκαλέσουν υποκαλιαιμία.
-
Ειδικές προφυλάξειςΗ ενδοφλέβια αμιωδαρόνη θα πρέπει να χρησιμοποιείται σε ειδικές μονάδες κάτω από συνεχή παρακολούθηση (ΗΚΓ, πίεση αίματος).
-
Ειδικές προφυλάξειςΓια την αποφυγή αντιδράσεων στο σημείο της ένεσης, η ενέσιμη αμιωδαρόνη θα πρέπει όπου αυτό είναι δυνατόν, να χορηγείται μέσω κεντρικής φλεβικής γραμμής.
-
Ειδικές προφυλάξειςΠροσοχή θα πρέπει να δίνεται σε περιπτώσεις υπότασης, σοβαρής αναπνευστικής ανεπάρκειας, μη αντιρροπούμενης ή σοβαρής καρδιακής ανεπάρκειας.
-
ΠαιδιάΗ ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα της αμιωδαρόνης στα παιδιά δεν έχει τεκμηριωθεί. Επομένως, η χρήση της δεν συστήνεται στα παιδιά.
-
ΠαιδιάΟι φύσιγγες της ενέσιμης αμιωδαρόνης περιέχουν βενζυλική αλκοόλη (βλ. παράγραφο 6.1), η οποία μπορεί να προκαλέσει τοξικές και αλλεργικές αντιδράσεις σε βρέφη και παιδιά ηλικίας μέχρι 3 ετών. *Έχουν αναφερθεί περιπτώσεις θανατηφόρου συνδρόμου άπνοιας σε νεογνά (παιδιά ηλικίας κάτω του ενός μηνός) μετά από ενδοφλέβια χορήγηση διαλυμάτων που περιέχουν αυτό το συντηρητικό. Τα συμπτώματα περιλαμβάνουν μια ξαφνική εμφάνιση του συνδρόμου άπνοιας, υπόταση, βραδυκαρδία και καρδιαγγειακή κατέρρειψη.
-
ΑναισθησίαΠριν τη χειρουργική επέμβαση, ο αναισθησιολόγος θα πρέπει να ενημερώνεται ότι ο ασθενής λαμβάνει αμιωδαρόνη.
swap_horiz
SPC-ANGORON
Αλληλεπιδράσεις
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
-
Φάρμακα που επάγουν κοιλιακή ταχυκαρδία δίκην ριπιδίουαντένδειξηΑντένδειξη.ΣύστασηΑντένδειξη.
-
Αντιαρρυθμικά φάρμακα (κλάση Ια, ΙΙΙ), βεπριδίληαντένδειξηΑυξημένος κίνδυνος "torsade de pointes".
-
Μη αντιαρρυθμικά φάρμακα (βινκαμίνη, νευροληπτικά, σιζαπρίδη, ερυθρομυκίνη I.V., πενταμιδίνη, κοτριμοξαζόλη, αντιισταμινικά, ανθελονοσιακά, λίθιο, τρικυκλικά αντικαταθλιπτικά)αντένδειξηΑυξημένος κίνδυνος "torsade de pointes".
-
Φάρμακα που παρατείνουν το διάστημα QTπροσοχήΑυξημένος κίνδυνος κοιλιακής ταχυκαρδίας δίκην ριπιδίου. Παρακολούθηση QT.
-
ΦθοριοκινολόνεςπροσοχήΠρέπει να αποφεύγονται.
-
προσοχήΔιαταραχές αυτοματισμού (βραδυκαρδία) και αγωγιμότητας.ΣύστασηΟ συνδυασμός δεν συνιστάται.
-
Υπακτικά φάρμακαπροσοχήΑυξημένος κίνδυνος "torsade de pointes" λόγω υποκαλιαιμίας.ΣύστασηΘα πρέπει να χρησιμοποιηθεί άλλος τύπος υπακτικού.
-
Διουρητικά που προκαλούν υποκαλιαιμίαπροσοχήΠροσοχή. Απαιτείται πρόληψη υποκαλιαιμίας, διόρθωση και παρακολούθηση QT.
-
προσοχήΠροσοχή. Απαιτείται πρόληψη υποκαλιαιμίας, διόρθωση και παρακολούθηση QT.
-
β-αναστολείς για καρδιακή ανεπάρκεια (καρβεδιλόλη, μετοπρολόλη)προσοχήΑυξημένος κίνδυνος εκσεσημασμένης βραδυκαρδίας.ΣύστασηΑπαιτείται τακτικός κλινικός και ΗΚΓ/φικός έλεγχος.
-
Γενική αναισθησίαπροσοχήΠιθανώς σοβαρές επιπλοκές (βραδυκαρδία, υπόταση, διαταραχές αγωγιμότητας, μείωση καρδιακής παροχής). Σπάνια σοβαρές αναπνευστικές επιπλοκές (ARDS).
-
Υποστρώματα Pgp (π.χ. Δακτυλίτιδα)προσοχήΑυξημένη έκθεση, πιθανή αύξηση επιπέδων διγοξίνης.ΣύστασηΑπαιτείται ΗΚΓ, παρακολούθηση διγοξίνης και κλινικών σημείων τοξικότητας.
-
DabigatranπροσοχήΚίνδυνος αιμορραγίας.ΣύστασηΜπορεί να χρειαστεί η προσαρμογή της δοσολογίας του dabigatran.
-
προσοχήΑυξημένη δράση, αυξημένος κίνδυνος αιμορραγίας.ΣύστασηΑπαραίτητη η συχνή παρακολούθηση των επιπέδων προθρομβίνης (INR) και προσαρμογή της δόσης.
-
προσοχήΚίνδυνος υπερδοσολογίας φαινυτοΐνης με νευρολογικά συμπτώματα.ΣύστασηΚλινική παρακολούθηση, μείωση δόσης φαινυτοΐνης, προσδιορισμός επιπέδων πλάσματος.
-
προσοχήΑύξηση συγκέντρωσης στο πλάσμα.ΣύστασηΗ δοσολογία της φλεκαϊνίδης θα πρέπει να προσαρμόζεται.
-
προσοχήΑυξημένα επίπεδα κυκλοσπορίνης στο πλάσμα.ΣύστασηΗ δόση θα πρέπει να ρυθμίζεται.
-
προσοχήΕνίσχυση φαρμακολογικής δράσης, αυξημένος κίνδυνος τοξικότητας.
-
προσοχήΑυξημένος κίνδυνος μυϊκής τοξικότητας (π.χ. ραβδομυόλυση).ΣύστασηΣυνιστάται η χρήση στατίνης που δεν μεταβολίζεται από το CYP 3A4.
-
Άλλα φάρμακα που μεταβολίζονται από το CYP 3A4 (λιδοκαΐνη, τακρόλιμους, σιλντεναφίλη, μιδαζολάμη, τριαζολάμη, διϋδροεργοταμίνη, εργοταμίνη, σιμετιδίνη, ινδιναβίρη, κολχικίνη)προσοχήΑυξημένα επίπεδα στο πλάσμα, αυξημένη τοξικότητα.
-
Αναστολείς CYP3A4 (π.χ. χυμός grapefruit)προσοχήΜπορεί να αναστείλουν το μεταβολισμό της αμιωδαρόνης και να αυξήσουν την έκθεσή της.ΣύστασηΣυστήνεται να αποφεύγονται κατά τη διάρκεια της θεραπείας.
sick
SPC-ANGORON
Ανεπιθύμητες ενέργειες
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
- Ουδετεροπενία
- ακοκκιοκυτταραιμία
- βραδυκαρδία
- εμφάνιση αρρυθμίας ή επιδείνωση της ήδη υπάρχουσας, η οποία μερικές φορές ακολουθείται από καρδιακή ανακοπή
- Έντονη βραδυκαρδία ή φλεβοκομβική παύση
- κοιλιακή ταχυκαρδία δίκην ριπιδίου
- υπερθυρεοειδισμός
- Σύνδρομο απρόσφορης έκκρισης αντιδιουρητικής ορμόνης (SIADH)
- ναυτία
- παγκρεατίτιδα/οξεία παγκρεατίτιδα
- αντιδράσεις της θέσης ένεσης όπως άλγος, ερύθημα, οίδημα, νέκρωση, εξαγγείωση, διήθηση, φλεγμονή, σκλήρυνση, θρομβοφλεβίτις, φλεβίτις, κυτταρίτις, λοίμωξη, μεταβολές της μελάγχρωσης
- μεμονωμένη αύξηση, συνήθως μέτρια, των τρανσαμινασών στον ορό (1,5 έως 3 φορές του φυσιολογικού) στην αρχή της θεραπείας
- Οξείες ηπατικές διαταραχές με αύξηση των επιπέδων τρανσαμινασών στον ορό και/ή ίκτερο, συμπεριλαμβανομένης της ηπατικής ανεπάρκειας, η οποία μερικές φορές μπορεί να είναι θανατηφόρα
- αναφυλακτικό shock
- αγγειονευρωτικό οίδημα (οίδημα Quincke’s)
- οσφυαλγία
- καλοήθης ενδοκρανιακή υπέρταση (εγκεφαλικός ψευδο-όγκος)
- κεφαλαλγία
- Συγχυτική κατάσταση/παραλήρημα
- ψευδαίσθηση
- γενετήσια ορμή μειωμένη
- διάμεση πνευμονίτιδα
- σοβαρές αναπνευστικές επιπλοκές (σύνδρομο οξείας αναπνευστικής δυσχέρειας ενηλίκων) μερικές φορές θανατηφόρο
- βρογχόσπασμος και/ή άπνοια σε περίπτωση σοβαρής αναπνευστικής ανεπάρκειας και ιδιαίτερα σε ασθματικούς ασθενείς
- έκζεμα
- εφίδρωση
- κνίδωση
- σοβαρές δερματικές αντιδράσεις μερικές φορές θανατηφόρες όπως τοξική επιδερμική νεκρόλυση (ΤΕΝ), σύνδρομο Stevens-Johnson (SJS), πομφολυγώδης δερματίτιδα και φαρμακευτική αντίδραση με ηωσινοφιλία και συστηματικά συμπτώματα (DRESS)
- Πτώση της αρτηριακής πίεσης, συνήθως μέτρια και παροδική
- σοβαρής υπότασης ή κατέρρειψης μετά από υπερδοσολογία ή πολύ γρήγορη ενδοφλέβια ένεση
- εξάψεις
Λεπτομέρειες κατά συχνότητα expand_more
-
Μη γνωστέςΟυδετεροπενίαΑιμοποιητικό και λεμφικό σύστημα
-
Μη γνωστέςακοκκιοκυτταραιμίαΑιμοποιητικό και λεμφικό σύστημα
-
ΣυχνέςβραδυκαρδίαΚαρδιακές διαταραχές
-
Πολύ σπάνιεςεμφάνιση αρρυθμίας ή επιδείνωση της ήδη υπάρχουσας, η οποία μερικές φορές ακολουθείται από καρδιακή ανακοπήΚαρδιακές διαταραχές
-
Πολύ σπάνιεςΈντονη βραδυκαρδία ή φλεβοκομβική παύσηΚαρδιακές διαταραχές
-
Μη γνωστέςκοιλιακή ταχυκαρδία δίκην ριπιδίουΚαρδιακές διαταραχές
-
Μη γνωστέςυπερθυρεοειδισμόςΕνδοκρινικό σύστημα
-
Πολύ σπάνιεςΣύνδρομο απρόσφορης έκκρισης αντιδιουρητικής ορμόνης (SIADH)Ενδοκρινικό σύστημα
-
Πολύ σπάνιεςναυτίαΓαστρεντερικό
-
Μη γνωστέςπαγκρεατίτιδα/οξεία παγκρεατίτιδαΓαστρεντερικό
-
Συχνέςαντιδράσεις της θέσης ένεσης όπως άλγος, ερύθημα, οίδημα, νέκρωση, εξαγγείωση, διήθηση, φλεγμονή, σκλήρυνση, θρομβοφλεβίτις, φλεβίτις, κυτταρίτις, λοίμωξη, μεταβολές της μελάγχρωσηςΓενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
-
Πολύ σπάνιεςαύξηση, συνήθως μέτρια, των τρανσαμινασών στον ορό (1,5 έως 3 φορές του φυσιολογικού) στην αρχή της θεραπείαςΉπατος και χοληφόρων
-
Μη γνωστέςΟξείες ηπατικές διαταραχές με αύξηση των επιπέδων τρανσαμινασών στον ορό και/ή ίκτερο, συμπεριλαμβανομένης της ηπατικής ανεπάρκειαςΉπατος και χοληφόρων
-
Πολύ σπάνιεςαναφυλακτικό shockΑνοσοποιητικό σύστημα
-
Μη γνωστέςαγγειονευρωτικό οίδημα (οίδημα Quincke’s)Ανοσοποιητικό σύστημα
-
Μη γνωστέςοσφυαλγίαΜυοσκελετικό σύστημα και συνδετικός ιστός
-
Πολύ σπάνιεςκαλοήθης ενδοκρανιακή υπέρταση (εγκεφαλικός ψευδο-όγκος)Νευρικό σύστημα
-
Πολύ σπάνιεςκεφαλαλγίαΝευρικό σύστημα
-
Μη γνωστέςΣυγχυτική κατάσταση/παραλήρημαΨυχιατρικές διαταραχές
-
Μη γνωστέςψευδαίσθησηΨυχιατρικές διαταραχές
-
Μη γνωστέςγενετήσια ορμή μειωμένηΑναπαραγωγικό σύστημα και μαστός
-
Πολύ σπάνιεςδιάμεση πνευμονίτιδαΑναπνευστικό σύστημα, θώρακας και μεσοθωράκιο
-
Πολύ σπάνιεςσοβαρές αναπνευστικές επιπλοκές (σύνδρομο οξείας αναπνευστικής δυσχέρειας ενηλίκων) μερικές φορές θανατηφόροΑναπνευστικό σύστημα, θώρακας και μεσοθωράκιο
-
Πολύ σπάνιεςβρογχόσπασμος και/ή άπνοια σε περίπτωση σοβαρής αναπνευστικής ανεπάρκειας και ιδιαίτερα σε ασθματικούς ασθενείςΑναπνευστικό σύστημα, θώρακας και μεσοθωράκιο
-
ΣυχνέςέκζεμαΔέρμα και υποδόριος ιστός
-
Πολύ σπάνιεςεφίδρωσηΔέρμα και υποδόριος ιστός
-
Μη γνωστέςκνίδωσηΔέρμα και υποδόριος ιστός
-
Μη γνωστέςσοβαρές δερματικές αντιδράσεις μερικές φορές θανατηφόρες όπως τοξική επιδερμική νεκρόλυση (ΤΕΝ), σύνδρομο Stevens-Johnson (SJS), πομφολυγώδης δερματίτιδα και φαρμακευτική αντίδραση με ηωσινοφιλία και συστηματικά συμπτώματα (DRESS)Δέρμα και υποδόριος ιστός
-
ΣυχνέςΠτώση της αρτηριακής πίεσης, συνήθως μέτρια και παροδικήΑγγειακές διαταραχές
-
Συχνέςσοβαρής υπότασης ή κατέρρειψης μετά από υπερδοσολογία ή πολύ γρήγορη ενδοφλέβια ένεσηΑγγειακές διαταραχές
-
Πολύ σπάνιεςεξάψειςΑγγειακές διαταραχές
pregnant_woman
SPC-ANGORON
Κύηση / γαλουχία
Επίπεδο κινδύνου: Αντενδείκνυται
expand_more
Κύηση / γαλουχία
-
ΚύησηΑντενδείκνυταιΛόγω της επίδρασης στο θυρεοειδή αδένα των εμβρύων, η αμιωδαρόνη αντενδείκνυται στην εγκυμοσύνη, εκτός εάν τα οφέλη αντισταθμίζουν τους κινδύνους.
-
ΓαλουχίαΑντενδείκνυταιΗ αμιωδαρόνη εκκρίνεται στο μητρικό γάλα σε σημαντικές ποσότητες, επομένως αντενδείκνυται σε θηλάζουσες μητέρες.
neurology
DrugBank
Μηχανισμός δράσης
expand_more
Μηχανισμός δράσης
monitor_heart
SPC-ANGORON
Φαρμακοδυναμική
expand_more
Φαρμακοδυναμική
Φαρμακοδυναμικές Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: Αντιαρρυθμικά τάξης ΙΙΙ, κωδικός ATC: C01BD01 Αντι-αρρυθμικές ιδιότητες * Παράταση στη φάση 3 του δυναμικού ενέργειας των καρδιακών ινών οφειλόμενο κυρίως σε μια μείωση της ροής Καλίου (κλάση ΙΙΙ κατά…
biotech
SPC-ANGORON
Φαρμακοκινητική
expand_more
Φαρμακοκινητική
Φαρμακοκινητικές Η αμιωδαρόνη μεταβολίζεται κυρίως από τα CYP 3 A 4 καθώς επίσης και από το CYP 2 C 8. Η αμιωδαρόνη και ο μεταβολίτης της, desethylamiodarone, έχουν τη δυνατότητα in vitro να αναστέλλουν τα CYP1A1, CYP1A2, CYP2C9, CYP2C19, CYP 2 D 6,…
hub
PubChem
Μεταβολισμός
expand_more
Μεταβολισμός
bloodtype
DrugBank
Απέκκριση
expand_more
Απέκκριση
Σκευάσματα & Τιμολόγηση
Μονογραφίες Πηγών
Αναλυτικό περιεχόμενο ανά πηγή για τεκμηρίωση και έλεγχο
medication
Δοσολογία
SPC-ANGORON
expand_more
Δοσολογία
Δοσολογία
Ενδοφλέβια έγχυση
- Δόση φόρτισης: Η συνήθης δοσολογία είναι 5 mg/kg βάρους σώματος σε διάλυμα 250 ml δεξτρόζης 5% αποκλειστικά για ένα διάστημα από 20 λεπτά έως 2 ώρες. Η έγχυση μπορεί να επαναλαμβάνεται 2-3 φορές το 24ωρο. Ο ρυθμός της έγχυσης θα πρέπει να ρυθμίζεται με βάση τα αποτελέσματα. Το θεραπευτικό αποτέλεσμα εμφανίζεται εντός των πρώτων λεπτών και κατόπιν μειώνεται προοδευτικά. Επομένως θα πρέπει να συνεχισθεί η έγχυση για να διατηρηθεί το θεραπευτικό αποτέλεσμα.
- Δόση συντήρησης: 10-20 mg/kg βάρους σώματος/24 ώρες (συνήθως 600-800 mg/24 ώρες και έως 1200 mg/24 ώρες) σε διάλυμα 250 ml δεξτρόζης 5% για λίγες ημέρες.
- Σύγχρονη χορήγηση δισκίων από την πρώτη ημέρα της έγχυσης (3 δισκία ημερησίως).
Ενδοφλέβια ένεση (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις)
- Η δοσολογία είναι 5 mg/kg βάρους σώματος. Το φάρμακο πρέπει να ενίεται αργά για διάστημα μεγαλύτερο από 3 λεπτά. Δεν πρέπει να επαναλαμβάνεται σε διάστημα μικρότερο των 15 λεπτών από την προηγούμενη χορήγηση, ακόμη και αν η προηγούμενη ένεση ήταν μόνο μία φύσιγγα (πιθανότητα μη ανατρέψιμης κατέρρειψης). Δεν πρέπει να αναμιγνύονται άλλα σκευάσματα στην ίδια ένεση.
- Καρδιοαναπνευστική ανάνηψη από κοιλιακή μαρμαρυγή ανθεκτική στην ηλεκτρική ανάταξη: Η αρχική ενδοφλέβια δόση είναι 300 mg (ή 5 mg/kg βάρους σώματος) σε διάλυμα 20 ml δεξτρόζης 5% και πρέπει να ενίεται ταχέως. Μία επιπρόσθετη ενδοφλέβια δόση 150 mg (ή 2,5 mg/kg βάρους σώματος) μπορεί να χορηγηθεί εάν η κοιλιακή μαρμαρυγή επιμένει.
Παιδιατρικός πληθυσμός
Η ασφάλεια και αποτελεσματικότητα της αμιωδαρόνης σε παιδιά δεν έχει τεκμηριωθεί. Τα παρόντα διαθέσιμα δεδομένα περιγράφονται στις παραγράφους 5.1 και 5.2. Κατά συνέπεια η χορήγησή του σε παιδιατρικούς ασθενείς αντενδείκνυται.
block
Αντενδείξεις
SPC-ANGORON
expand_more
Αντενδείξεις
- Φλεβοκομβική βραδυκαρδία, φλεβοκολπικός αποκλεισμός και σύνδρομο νοσούντος φλεβόκομβου (κίνδυνος φλεβοκομβικής παύσης), σοβαρές διαταραχές κολποκοιλιακής αγωγιμότητας εκτός εάν χορηγείται σε ασθενείς με βηματοδότη.
- Διαταραχές της αγωγιμότητας με αποκλεισμό 2 ή 3 σκελών εκτός εάν χρησιμοποιείται μαζί με λειτουργικό βηματοδότη ή εκτός εάν ο ασθενής είναι στη Μονάδα Εντατικής Θεραπείας και η αμιωδαρόνη χρησιμοποιείται κάτω από ηλεκτοσυστολικό βηματοδότη.
- Κυκλοφορική ανεπάρκεια, σοβαρή αρτηριακή υπόταση.
- Συνδυασμός με άλλα φάρμακα τα οποία μπορούν να προκαλέσουν «κοιλιακή ταχυκαρδία δίκην ριπιδίου» (“torsade de pointes”) (βλ. παράγραφο 4.5)
- Δυσλειτουργία του θυρεοειδή.
- Γνωστή υπερευαισθησία στο ιώδιο ή στην αμιωδαρόνη, ή σε κάποιο από τα έκδοχα.
- Κύηση, εκτός από εξαιρετικές περιπτώσεις (βλ. παράγραφο 4.6).
- Γαλουχία, (βλ. παράγραφο 4.6).
- Η ενδοφλέβια ένεση αντενδείκνυται σε περίπτωση υπότασης, σοβαρής αναπνευστικής ανεπάρκειας, μυοκαρδιοπάθειας ή καρδιακής ανεπάρκειας (πιθανή επιδείνωση). Όλες οι παραπάνω αντενδείξεις δεν εφαρμόζονται όταν η αμιωδαρόνη χορηγείται για καρδιοαναπνευστική ανάνηψη από κοιλιακή μαρμαρυγή ανθεκτική στην ηλεκτρική ανάταξη.
- Λόγω της παρουσίας βενζυλικής αλκοόλης, η ενδοφλέβια αμιωδαρόνη αντενδείκνυται σε νεογνά, βρέφη και παιδιά ηλικίας μέχρι 3 ετών.
warning
Προειδοποιήσεις
SPC-ANGORON
expand_more
Προειδοποιήσεις
Προειδοποιήσεις
Ιδιαίτερα σε ενδοφλέβια ένεση: (βλ. επίσης παράγραφο 4.3)
- Η ενδοφλέβια ένεση γενικώς δεν ενδείκνυται λόγω των αιμοδυναμικών κινδύνων (σοβαρή υπόταση, κυκλοφορική κατέρρειψη). Η ενδοφλέβια έγχυση θα πρέπει να προτιμάται όπου είναι δυνατόν.
- Η ενδοφλέβια ένεση θα πρέπει να γίνεται μόνο σε επείγουσες καταστάσεις όπου εναλλακτικές θεραπείες έχουν αποτύχει και μόνο σε μονάδες εντατικής θεραπείας κάτω από συνεχή παρακολούθηση (ΗΚΓ, πίεση αίματος).
- H δοσολογία είναι περίπου 5mg/kg βάρους σώματος. Εκτός της καρδιοαναπνευστικής ανάνηψης από κοιλιακή μαρμαρυγή ανθεκτική στην ηλεκτρική ανάταξη, η αμιωδαρόνη πρέπει να ενίεται για διάστημα 3 λεπτών τουλάχιστον και η ενδοφλέβια ένεση δεν θα πρέπει να επαναλαμβάνεται σε διάστημα μικρότερο από 15 λεπτά μετά την πρώτη ένεση ακόμα και εάν η προηγούμενη ήταν μόνο μία φύσιγγα (πιθανότητα μη αναστρέψιμης κατέρρειψης).
- Δεν πρέπει να αναμιγνύονται άλλα σκευάσματα στην ίδια σύριγγα. Μην ενίετε άλλα σκευάσματα από την ίδια γραμμή. Εάν η αγωγή με αμιωδαρόνη πρέπει να συνεχιστεί, αυτό πρέπει να γίνει με ενδοφλέβια έγχυση (βλ. παράγραφο 4.2). Καρδιακές διαταραχές Έχει αναφερθεί εμφάνιση νέων αρρυθμιών ή επιδείνωση των υπό αγωγή αρρυθμιών, μερικές φορές με θανατηφόρο έκβαση. Είναι σημαντικό, αλλά δύσκολο, να διαφοροποιηθεί η μη δραστικότητα του φαρμάκου από μία προ- αρρυθμική δράση, ανεξάρτητα από το εάν αυτή συνδέεται με επιδείνωση της καρδιακής λειτουργικότητας. Προαρρυθμική δράση έχει αναφερθεί πιο σπάνια με την αμιωδαρόνη απ’ ότι με τα άλλα αντιαρρυθμικά φάρμακα και γενικά εμφανίζεται στο πλαίσιο των παραγόντων παράτασης του διαστήματος QT όπως αλληλεπιδράσεις με άλλα φάρμακα και/ή ηλεκτρολυτικές διαταραχές (βλ. παραγράφους 4.5 και 4.8). Παρόλη την παράταση του διαστήματος QT, η αμιωδαρόνη παρουσιάζει χαμηλή δραστηριότητα στην κοιλιακή ταχυκαρδία δίκην ριπιδίου. Πνευμονικές διαταραχές Η εμφάνιση δύσπνοιας ή μη-παραγωγικού βήχα μπορεί να συσχετισθεί με πνευμονική τοξικότητα όπως η διάμεση πνευμονίτιδα. Πολύ σπάνια έχουν αναφερθεί περιστατικά διάμεσης πνευμονίτιδας με την ενδοφλέβια αμιωδαρόνη. Πρέπει να διενεργείται ακτινογραφία θώρακος σε ασθενείς που υποψιαζόμαστε ότι πάσχουν από αυτή τη νόσο, και αναπτύσσουν δύσπνοια προσπάθειας είτε μεμονωμένα είτε σε συνδυασμό με επιδείνωση της γενικής κατάστασης υγείας (κόπωση, απώλεια βάρους, πυρετός). Η αγωγή με αμιωδαρόνη θα πρέπει να επαναξιολογείται διότι η διάμεση πνευμονίτιδα είναι γενικά αναστρέψιμη με την έγκαιρη διακοπή της αμιωδαρόνης (τα κλινικά συμπτώματα συνήθως υποχωρούν εντός 3-4 εβδομάδων, ακολουθούμενα από μία αργή βελτίωση της ακτινολογικής εικόνας και της πνευμονικής λειτουργίας εντός μερικών μηνών) και θα πρέπει να ληφθεί υπόψη η αγωγή με κορτικοστεροειδή. Πολύ σπάνια έχουν αναφερθεί περιστατικά σοβαρών αναπνευστικών επιπλοκών, μερικές φορές θανατηφόρα, που παρατηρούνται συνήθως την περίοδο αμέσως μετά την επέμβαση (σύνδρομο οξείας αναπνευστικής ανεπάρκειας ενηλίκων - ARDS), όπου πιθανόν να ενέχεται η αλληλεπίδραση με υψηλές συγκεντρώσεις οξυγόνου (βλ. παραγράφους 4.5 και 4.8). Ηπατικές διαταραχές (βλ. 4.8) Συνιστάται προσεκτική παρακολούθηση των εξετάσεων ηπατικής λειτουργίας (τρανσαμινάσες) αμέσως με την έναρξη της αμιωδαρόνης και τακτικά κατά τη διάρκεια της θεραπείας. Οξείες ηπατικές διαταραχές (συμπεριλαμβανομένης της σοβαρής ηπατοκυτταρικής δυσλειτουργίας ή ηπατικής ανεπάρκειας, μερικές φορές με θανατηφόρο έκβαση) και χρόνια ηπατική διαταραχή, μπορεί να εμφανιστούν μέσα στο πρώτο 24ωρο από τη χορήγηση ενδοφλέβιας αμιωδαρόνης. Γι’ αυτό η δόση της αμιωδαρóνης θα πρέπει να μειωθεί ή να διακοπεί η θεραπεία εάν η αύξηση των τρανσαμινασών ξεπεράσει κατά τρεις φορές το φυσιολογικό εύρος. Σοβαρές πομφολυγώδεις αντιδράσεις Απειλητικές για τη ζωή ή ακόμα και θανατηφόρες δερματικές αντιδράσεις, σύνδρομο Stevens-Johnson (SJS), Τοξική επιδερμική νεκρόλυση (TEN) (βλ. παράγραφο 4.8). Εάν παρουσιαστούν συμπτώματα ή σημεία SJS, TEN (π.χ. εξελισσόμενο δερματικό εξάνθημα συχνά με φουσκάλες ή βλάβες του βλεννογόνου) η θεραπεία με αμιωδαρόνη, θα πρέπει να διακοπεί αμέσως. Αλληλεπιδράσεις φαρμάκων (βλ. 4.5) Η συγχορήγηση της αμιωδαρόνης δεν συνιστάται με τα ακόλουθα φάρμακα: β- αναστολείς, αναστολείς διαύλων ασβεστίου (βεραπαμίλη, διλτιαζέμη) που μειώνουν την καρδιακή συχνότητα, υπακτικά φάρμακα, που μπορεί να προκαλέσουν υποκαλιαιμία.
Ειδικές προφυλάξεις
Η ενδοφλέβια αμιωδαρόνη θα πρέπει να χρησιμοποιείται σε ειδικές μονάδες κάτω από συνεχή παρακολούθηση (ΗΚΓ, πίεση αίματος). Για την αποφυγή αντιδράσεων στο σημείο της ένεσης, η ενέσιμη αμιωδαρόνη θα πρέπει όπου αυτό είναι δυνατόν, να χορηγείται μέσω κεντρικής φλεβικής γραμμής. Προσοχή θα πρέπει να δίνεται σε περιπτώσεις υπότασης, σοβαρής αναπνευστικής ανεπάρκειας, μη αντιρροπούμενης ή σοβαρής καρδιακής ανεπάρκειας. Παιδιά Η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα της αμιωδαρόνης στα παιδιά δεν έχει τεκμηριωθεί. Επομένως, η χρήση της δεν συστήνεται στα παιδιά. Οι φύσιγγες της ενέσιμης αμιωδαρόνης περιέχουν βενζυλική αλκοόλη (βλ. παράγραφο 6.1), η οποία μπορεί να προκαλέσει τοξικές και αλλεργικές αντιδράσεις σε βρέφη και παιδιά ηλικίας μέχρι 3 ετών. *Έχουν αναφερθεί περιπτώσεις θανατηφόρου συνδρόμου άπνοιας σε νεογνά (παιδιά ηλικίας κάτω του ενός μηνός) μετά από ενδοφλέβια χορήγηση διαλυμάτων που περιέχουν αυτό το συντηρητικό. Τα συμπτώματα περιλαμβάνουν μια ξαφνική εμφάνιση του συνδρόμου άπνοιας, υπόταση, βραδυκαρδία και καρδιαγγειακή κατέρρειψη. Αναισθησία (βλ, παράγραφο 4.5): Πριν τη χειρουργική επέμβαση, ο αναισθησιολόγος θα πρέπει να ενημερώνεται ότι ο ασθενής λαμβάνει αμιωδαρόνη.
swap_horiz
Αλληλεπιδράσεις
SPC-ANGORON
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
Αλληλεπιδράσεις
Φαρμακοδυναμικές αλληλεπιδράσεις
- Φάρμακα τα οποία μπορεί να επάγουν κοιλιακή ταχυκαρδία δίκην ριπιδίου ή να παρατείνουν το διάστημα QT
- Φάρμακα που επάγουν κοιλιακή ταχυκαρδία δίκην ριπιδίου: Ο συνδυασμός αντενδείκνυται (βλ. παράγραφο 4.3). Περιλαμβάνει αντιαρρυθμικά φάρμακα (κινιδίνη, δισοπυραμίδη, σοταλόλη, ιμπουτιλίδη, βεπριδίλη), μη αντιαρρυθμικά (βινκαμίνη, θειοριδαζίνη, χλωροπρομαζίνη, σουλπιρίδη, σουλτοπρίδη, αλοπεριδόλη, δροπεριδόλη, σιζαπρίδη, ερυθρομυκίνη I.V., πενταμιδίνη, κοτριμοξαζόλη), αντιισταμινικά (τερφεναδίνη, αστεμιζόλη, μιζολαστίνη), ανθελονοσιακά (κινίνη, μεφλοκίνη, χλωροκίνη, αλοφαντρίνη), λίθιο, τρικυκλικά αντικαταθλιπτικά (δοξεπίνη, μαπροτιλίνη, αμιτριπτυλίνη).
- Φάρμακα που παρατείνουν το διάστημα QT: Συγχορήγηση βασίζεται σε αξιολόγηση κινδύνου/οφέλους. Απαιτείται παρακολούθηση για παράταση του QT. Οι φθοριοκινολόνες πρέπει να αποφεύγονται.
- Φάρμακα που μειώνουν την καρδιακή συχνότητα ή προκαλούν διαταραχές στον αυτοματισμό ή στην αγωγιμότητα: Ο συνδυασμός δεν συνιστάται (β-αναστολείς, αναστολείς διαύλων ασβεστίου όπως βεραπαμίλη, διλτιαζέμη).
- Φάρμακα που μπορεί να προκαλέσουν υποκαλιαιμία: Ο συνδυασμός δεν συνιστάται με υπακτικά φάρμακα. Προσοχή απαιτείται με διουρητικά που προκαλούν υποκαλιαιμία, συστηματικά χορηγούμενα κορτικοστεροειδή, τετρακοσακτίδη, αμφοτερικίνη B (IV). Απαιτείται πρόληψη υποκαλιαιμίας, διόρθωση και παρακολούθηση QT. Σε περίπτωση torsade de pointes, τοποθέτηση βηματοδότη, χορήγηση μαγνησίου IV.
- Φάρμακα που μειώνουν τον καρδιακό ρυθμό ή προκαλούν διαταραχές του αυτοματισμού ή της συσταλτικότητας: Αυξημένος κίνδυνος εκσεσημασμένης βραδυκαρδίας με β-αναστολείς για καρδιακή ανεπάρκεια (καρβεδιλόλη, μετοπρολόλη). Απαιτείται τακτικός κλινικός και ΗΚΓ/φικός έλεγχος.
- Γενική αναισθησία: Πιθανώς σοβαρές επιπλοκές (βραδυκαρδία, υπόταση, διαταραχές αγωγιμότητας, μείωση καρδιακής παροχής). Σπάνια σοβαρές αναπνευστικές επιπλοκές (ARDS), μερικές φορές θανατηφόρες, πιθανώς λόγω αλληλεπίδρασης με οξυγόνο.
Επίδραση του Angoron σε άλλα φαρμακευτικά προϊόντα
Η αμιωδαρόνη/desethylamiodarone αναστέλλουν CYP1A1, CYP1A2, CYP3A4, CYP2C9, CYP2D6 και P-γλυκοπρωτεϊνη, αυξάνοντας την έκθεση στα υποστρώματά τους.
- Υποστρώματα PgP: Αυξημένη έκθεση. Δακτυλίτιδα: Κίνδυνος βραδυκαρδίας, διαταραχών αγωγιμότητας. Πιθανή αύξηση επιπέδων διγοξίνης. Απαιτείται ΗΚΓ, παρακολούθηση διγοξίνης και κλινικών σημείων τοξικότητας.
- Dabigatran: Κίνδυνος αιμορραγίας. Προσαρμογή δόσης dabigatran.
- Υποστρώματα CYP 2 C 9: Βαρφαρίνη: Αυξημένος κίνδυνος αιμορραγίας. Συχνή παρακολούθηση INR, προσαρμογή δόσης αντιπηκτικών.
- Φαινυτοΐνη: Κίνδυνος υπερδοσολογίας φαινυτοΐνης. Κλινική παρακολούθηση, μείωση δόσης φαινυτοΐνης, προσδιορισμός επιπέδων πλάσματος.
- Υποστρώματα CYP2D6: Φλεκαΐνίδη: Αύξηση συγκέντρωσης φλεκαΐνίδης. Προσαρμογή δόσης φλεκαϊνίδης.
- Υποστρώματα CYP P450 3A4: Αυξημένη τοξικότητα.
- Κυκλοσπορίνη: Αύξηση επιπέδων κυκλοσπορίνης. Ρύθμιση δόσης.
- Φαιντανύλη: Ενίσχυση δράσης, αυξημένος κίνδυνος τοξικότητας.
- Στατίνες (σιμβαστατίνη, ατορβαστατίνη, λοβαστατίνη): Αυξημένος κίνδυνος μυϊκής τοξικότητας. Συνιστάται χρήση στατίνης που δεν μεταβολίζεται από CYP 3A4.
- Άλλα: λιδοκαΐνη, τακρόλιμους, σιλντεναφίλη, μιδαζολάμη, τριαζολάμη, διϋδροεργοταμίνη, εργοταμίνη, σιμετιδίνη, ινδιναβίρη, κολχικίνη.
Επίδραση άλλων φαρμακευτικών προϊόντων στο Angoron
Οι αναστολείς CYP3A4 και CYP2C8 μπορεί να αναστείλουν το μεταβολισμό της αμιωδαρόνης. Αποφυγή αναστολέων CYP3A4 (π.χ. χυμός grapefruit) κατά τη θεραπεία.
sick
Ανεπιθύμητες ενέργειες
SPC-ANGORON
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
Ανεπιθύμητες ενέργειες
Οι παρακάτω ανεπιθύμητες ενέργειες έχουν καταταχθεί ανά κατηγορία οργάνου συστήματος και ιεραρχηθεί ανά συχνότητα με βάση τις ακόλουθες παραδοχές: πολύ συχνές (≥10%), συχνές (≥1% και <10%), όχι συχνές (≥0,1% και <1%), σπάνιες (≥0,01% και <0,1%) πολύ σπάνιες (<0,01%), μη γνωστές (δεν μπορούν να εκτιμηθούν με βάση τα διαθέσιμα δεδομένα).
Διαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος
- Μη γνωστές: Ουδετεροπενία, ακοκκιοκυτταραιμία.
Καρδιακές διαταραχές
- Συχνές: βραδυκαρδία, η οποία γενικά είναι ήπια.
- Πολύ σπάνιες: εμφάνιση αρρυθμίας ή επιδείνωση της ήδη υπάρχουσας, η οποία μερικές φορές ακολουθείται από καρδιακή ανακοπή (βλ. παραγράφους 4.4.1 και 4.5). Έντονη βραδυκαρδία ή φλεβοκομβική παύση που απαιτεί διακοπή της αμιωδαρόνης, ειδικά σε ασθενείς με δυσλειτουργία φλεβοκόμβου και/ή σε ηλικιωμένους ασθενείς.
- Μη γνωστές: κοιλιακή ταχυκαρδία δίκην ριπιδίου (βλ. παραγράφους 4.4 και 4.5).
Διαταραχές του ενδοκρινικού συστήματος
- Μη γνωστές: υπερθυρεοειδισμός.
- Πολύ σπάνιες: Σύνδρομο απρόσφορης έκκρισης αντιδιουρητικής ορμόνης (SIADH).
Διαταραχές του γαστρεντερικού
- Πολύ σπάνιες: ναυτία.
- Μη γνωστές: παγκρεατίτιδα/οξεία παγκρεατίτιδα.
Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
- Συχνές: αντιδράσεις της θέσης ένεσης όπως άλγος, ερύθημα, οίδημα, νέκρωση, εξαγγείωση, διήθηση, φλεγμονή, σκλήρυνση, θρομβοφλεβίτις, φλεβίτις, κυτταρίτις, λοίμωξη, μεταβολές της μελάγχρωσης.
Διαταραχές του ήπατος και των χοληφόρων (βλ. παραγράφους 4.4.1 και 4.4.2)
- Πολύ σπάνιες: μεμονωμένη αύξηση, συνήθως μέτρια, των τρανσαμινασών στον ορό (1,5 έως 3 φορές του φυσιολογικού) στην αρχή της θεραπείας. Μπορεί να επανέλθουν στο φυσιολογικό με τη μείωση της δόσης ή αυτόματα.
- Οξείες ηπατικές διαταραχές με αύξηση των επιπέδων τρανσαμινασών στον ορό και/ή ίκτερο, συμπεριλαμβανομένης της ηπατικής ανεπάρκειας, η οποία μερικές φορές μπορεί να είναι θανατηφόρα. (βλ. παράγραφο 4.4.1).
Διαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος
- Πολύ σπάνιες: αναφυλακτικό shock.
- Μη γνωστές: αγγειονευρωτικό οίδημα (οίδημα Quincke’s).
Διαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και του συνδετικού ιστού
- Μη γνωστές: οσφυαλγία.
Διαταραχές του νευρικού συστήματος
- Πολύ σπάνιες: καλοήθης ενδοκρανιακή υπέρταση (εγκεφαλικός ψευδο-όγκος), κεφαλαλγία.
Ψυχιατρικές διαταραχές
- Μη γνωστές: Συγχυτική κατάσταση/παραλήρημα, ψευδαίσθηση.
Διαταραχές του αναπαραγωγικού συστήματος και του μαστού
- Μη γνωστές: γενετήσια ορμή μειωμένη.
Διαταραχές του αναπνευστικού συστήματος, του θώρακα και του μεσοθωρακίου
- Πολύ σπάνιες: διάμεση πνευμονίτιδα (βλ. παράγραφο 4.4.1), σοβαρές αναπνευστικές επιπλοκές (σύνδρομο οξείας αναπνευστικής δυσχέρειας ενηλίκων) μερικές φορές θανατηφόρο (βλ. παραγράφους 4.4.1 και 4.5), βρογχόσπασμος και/ή άπνοια σε περίπτωση σοβαρής αναπνευστικής ανεπάρκειας και ιδιαίτερα σε ασθματικούς ασθενείς.
Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
- Συχνές: έκζεμα.
- Πολύ σπάνιες: εφίδρωση.
- Μη γνωστές: κνίδωση, σοβαρές δερματικές αντιδράσεις μερικές φορές θανατηφόρες όπως τοξική επιδερμική νεκρόλυση (ΤΕΝ), σύνδρομο Stevens-Johnson (SJS), πομφολυγώδης δερματίτιδα και φαρμακευτική αντίδραση με ηωσινοφιλία και συστηματικά συμπτώματα (DRESS).
Αγγειακές διαταραχές
- Συχνές: Πτώση της αρτηριακής πίεσης, συνήθως μέτρια και παροδική. Έχουν αναφερθεί περιπτώσεις σοβαρής υπότασης ή κατέρρειψης μετά από υπερδοσολογία ή πολύ γρήγορη ενδοφλέβια ένεση.
- Πολύ σπάνιες: εξάψεις.
Αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών
Η αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών μετά από τη χορήγηση άδειας κυκλοφορίας του φαρμακευτικού προϊόντος είναι σημαντική…
pregnant_woman
Κύηση / γαλουχία
SPC-ANGORON
expand_more
Κύηση / γαλουχία
Κύηση
Λόγω της επίδρασης στο θυρεοειδή αδένα των εμβρύων, η αμιωδαρόνη αντενδείκνυται στην εγκυμοσύνη, εκτός εάν τα οφέλη αντισταθμίζουν τους κινδύνους.
Γαλουχία
Η αμιωδαρόνη εκκρίνεται στο μητρικό γάλα σε σημαντικές ποσότητες, επομένως αντενδείκνυται σε θηλάζουσες μητέρες.
monitor_heart
Φαρμακοδυναμική
SPC-ANGORON
expand_more
Φαρμακοδυναμική
Φαρμακοδυναμικές
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: Αντιαρρυθμικά τάξης ΙΙΙ, κωδικός ATC: C01BD01
Αντι-αρρυθμικές ιδιότητες
- Παράταση στη φάση 3 του δυναμικού ενέργειας των καρδιακών ινών οφειλόμενο κυρίως σε μια μείωση της ροής Καλίου (κλάση ΙΙΙ κατά Vaughan Williams). Αυτή η παράταση του δυναμικού ενέργειας δεν σχετίζεται με την καρδιακή συχνότητα.
- Μειώνει τον αυτοματισμό του φλεβοκόμβου οδηγώντας σε βραδυκαρδία που δεν ανταποκρίνεται σε χορήγηση ατροπίνης.
- Μη συναγωνιστικη α- και β-αδρενεργική αναστολή.
- Μειώνει την φλεβοκομβική, κολπική και κομβική αγωγιμότητα, ιδιότητα η οποία είναι πιο έντονη όσο πιο γρήγορος είναι ο ρυθμός.
- Καμία αλλαγή στην ενδοκοιλιακή αγωγιμότητα.
- Αύξηση της ανερέθιστης περιόδου και μείωση της διεγερσιμότητας του μυοκαρδίου στα επίπεδα του κόλπου, κόμβου και κοιλίας.
- Μείωση της αγωγιμότητας και παράταση της ανερέθιστης περιόδου στις συμπληρωματικές κολποκοιλιακές οδούς.
Αντι-ισχαιμικές ιδιότητες
- Μέτρια πτώση των περιφερικών αντιστάσεων και μείωση της καρδιακής συχνότητας που οδηγεί σε ελάττωση της πρόσληψης οξυγόνου.
- Μη συναγωνιστικές α- και β-αδρενεργικές ανταγωνιστικές ιδιότητες.
- Αύξηση της στηθαγχικής παροχής που οφείλεται στην άμεση επίδραση στις λείες μυϊκές ίνες των αρτηριών του μυοκαρδίου.
- Διατήρηση του όγκου παλμού που οφείλεται σε μείωση της αορτικής πίεσης και των περιφερικών αντιστάσεων.
Άλλες
- Μειωμένη καρδιακή συσταλτικότητα κυρίως μετά από ενδοφλέβια ένεση.
Επιπλέον, όταν η αμιωδαρόνη χρησιμοποιείται για καρδιοαναπνευστική ανάνηψη:
Η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα της ενδοφλέβιας αμιωδαρόνης σε ασθενείς με εξωνοσοκομειακή καρδιακή ανακοπή λόγω κοιλιακής μαρμαρυγής ανθεκτικής στην ηλεκτρική ανάταξη έχουν αξιολογηθεί σε δύο διπλές-τυφλές μελέτες: την ARREST, μία μελέτη σύγκρισης μεταξύ αμιωδαρόνης και placebo και την ALIVE, μία μελέτη σύγκρισης μεταξύ αμιωδαρόνης και λιδοκαΐνης. Το πρωτεύον τελικό σημείο και των δύο μελετών ήταν η επιβίωση κατά την είσοδο στο νοσοκομείο.
Στη μελέτη ARREST, 504 ασθενείς με εξω-νοσοκομειακή καρδιακή ανακοπή οφειλόμενη σε κοιλιακή μαρμαρυγή ή σε άσφυγμη κοιλιακή ταχυκαρδία ανθεκτική σε τρεις ή περισσότερους απινιδισμούς και επινεφρίνη, τυχαιοποιήθηκαν σε 300 mg αμιωδαρόνης σε 20 ml διαλύματος δεξτρόζης 5% ταχέως ενιόμενης σε περιφερική φλέβα (246 ασθενείς) ή σε placebo (258 ασθενείς). Από τους 197 ασθενείς (39%) οι οποίοι επέζησαν για να εισαχθούν στο νοσοκομείο, η αμιωδαρόνη αύξησε σημαντικά την πιθανότητα ανάνηψης και εισαγωγής στο νοσοκομείο: 44% στην ομάδα της αμιωδαρόνης και 34% στην ομάδα του placebο αντίστοιχα, p = 0,03. Μετά από έλεγχο άλλων ανεξάρτητων παραγόντων κινδύνου, η προσαρμοσμένη αναλογία επιβίωσης κατά την είσοδο στο νοσοκομείο στην ομάδα της αμιωδαρόνης συγκριτικά με την ομάδα placebo ήταν 1,6% (διάστημα εμπιστοσύνης 95%, 1,1 έως 2,4, p = 0,02). Περισσότεροι ασθενείς στην ομάδα της αμιωδαρόνης από ότι στην ομάδα placebo είχαν υπόταση (59% έναντι 25%, p = 0,04) ή βραδυκαρδία (41% έναντι 25%, p = 0,004).
Στη μελέτη ALIVE, 347 ασθενείς με κοιλιακή μαρμαρυγή ανθεκτική σε τρεις απινιδισμούς, επινεφρίνη και έναν επιπλέον απινιδισμό ή με υποτροπή κοιλιακής μαρμαρυγής μετά από αρχικά επιτυχημένο απινιδισμό, τυχαιοποιήθηκαν ώστε να λάβουν αμιωδαρόνη (5 mg ανά kg υπολογισθέντος βάρους σώματος σε διάλυμα 30 ml δεξτρόζης 5%) και λιδοκαΐνη ελεγχόμενοι με placebo, ή λιδοκαΐνη (1,5 mg ανά kg σε συγκέντρωση των 10 mg ανά ml) και αμιωδαρόνη ελεγχόμενοι με placebo που περιέχει τον ίδιο διαλύτη (polysorbate 80). Από τους 347 ασθενείς που εισήχθηκαν, η αμιωδαρόνη αύξησε σημαντικά την πιθανότητα ανάνηψης και εισαγωγής στο νοσοκομείο: 22,8% στην ομάδα της αμιωδαρόνης (41 ασθενείς από τους 180) και 12% στην ομάδα της λιδοκαΐνης (20 ασθενείς από τους 167), p = 0,009. Μετά από ρύθμιση άλλων παραγόντων οι οποίοι μπορεί να επηρεάσουν την πιθανότητα επιβίωσης, η προσαρμοσμένη αναλογία επιβίωσης κατά την είσοδο στο νοσοκομείο σε δέκτες αμιωδαρόνης συγκριτικά με δέκτες λιδοκαΐνης ήταν 2,49 (διάστημα εμπιστοσύνης 95%, 1,28 έως 4,85, p = 0,007). Δεν υπήρχαν διαφορές μεταξύ των ομάδων θεραπείας στις αναλογίες των ασθενών που χρειάστηκαν θεραπεία της βραδυκαρδίας με ατροπίνη ή της ανόδου της αρτηριακής πίεσης με ντοπαμίνη ή στις αναλογίες των ασθενών που λάμβαναν λιδοκαΐνη ανοιχτά. Η αναλογία των ασθενών στους οποίους προκλήθηκε ασυστολία μετά τον απινιδισμό που ακολούθησε τη χορήγηση του φαρμάκου της αρχικής μελέτης ήταν σημαντικά υψηλότερη στην ομάδα της λιδοκαΐνης (28,9%) σε σχέση με την ομάδα της αμιωδαρόνης (18,4%), p = 0,04.
Δεν έχουν πραγματοποιηθεί ελεγχόμενες δοκιμές σε παιδιά.
Σε δημοσιευμένες δοκιμές, αξιολογήθηκε η ασφάλεια της αμιωδαρόνης σε 1118 παιδιατρικούς ασθενείς με ποικίλες αρρυθμίες. Η παρακάτω δοσολογία χρησιμοποιήθηκε σε κλινικές δοκιμές σε παιδιά.
Δισκία
- Δόση φόρτισης: 10 έως 20 mg/kg/day για 7 έως 10 ημέρες (ή 500 mg/m²/day εκφραζόμενο ανά τετραγωνικό μέτρο).
- Δόση συντήρησης: η ελάχιστη αποτελεσματική δόση θα πρέπει να χρησιμοποιείται, ανάλογα με την απόκριση του ασθενούς, που μπορεί να κυμαίνεται μεταξύ 5 και 10 mg/kg/day (ή 250 mg/m²/day εκφραζόμενο ανά τετραγωνικό μέτρο).
Ενέσιμο διάλυμα
- Δόση φόρτισης: 5 mg/kg βάρους σώματος για διάστημα από 20 λεπτά έως 2 ώρες.
- Δόση συντήρησης: 10 έως 15 mg/kg/day από λίγες ώρες έως μερικές ημέρες
Ένα χρειαστεί, η από του στόματος χορήγηση μπορεί να ξεκινήσει ταυτόχρονα στη συνήθη δόση φόρτισης.
biotech
Φαρμακοκινητική
SPC-ANGORON
expand_more
Φαρμακοκινητική
Φαρμακοκινητικές
Η αμιωδαρόνη μεταβολίζεται κυρίως από τα CYP 3 A 4 καθώς επίσης και από το CYP 2 C 8. Η αμιωδαρόνη και ο μεταβολίτης της, desethylamiodarone, έχουν τη δυνατότητα in vitro να αναστέλλουν τα CYP1A1, CYP1A2, CYP2C9, CYP2C19, CYP 2 D 6, CYP3A4, CYP2A6, CYP2B6 και 2C8. Η αμιωδαρόνη και η desethylamiodarone έχουν επίσης τη δυνατότητα αναστολής κάποιων μεταφορέων όπως η P-gp και ο οργανικός κατιονικός μεταφορέας (OCT2) (Μία μελέτη δείχνει μία αύξηση στη συγκέντρωση της κρεατινίνης (OCT2 υπόστρωμα). Δεδομένα in vivo περιγράφουν τις αλληλεπιδράσεις στα υποστρώματα CYP 3 A 4, CYP2C9, CYP2D6 και P-gp.
Μετά την ένεση τα επίπεδα της αμιωδαρόνης στο αίμα μειώνονται αμέσως καθώς γίνεται ο εμποτισμός των ιστών. Η αποτελεσματικότητα φθάνει στο μέγιστο 15 λεπτά μετά την ένεση και κατόπιν μειώνεται στις επόμενες 4 ώρες. Σε περίπτωση που δεν επαναλαμβάνεται η ένεση το φάρμακο αποβάλλεται προοδευτικά. Οι εναποθέσεις στους ιστούς διατηρούνται όταν οι ενέσεις επαναλαμβάνονται ή η θεραπεία συνεχίζεται από το στόμα.
Δεν έχουν πραγματοποιηθεί ελεγχόμενες δοκιμές σε παιδιά. Από τα περιορισμένα στοιχεία που έχουν δημοσιευτεί και είναι διαθέσιμα για τους παιδιατρικούς ασθενείς, δεν επισημάνθηκαν διαφορές σε σύγκριση με τους ενήλικες.
ΕΟΦ · 2.3.5
Τάξη ΙΙΙ
expand_more
Τάξη ΙΙΙ
DrugBank
Description
expand_more
Description
DrugBank
Indication
expand_more
Indication
DrugBank
Pharmacology
expand_more
Pharmacology
DrugBank
Mechanism of action
expand_more
Mechanism of action
DrugBank
Absorption
expand_more
Absorption
DrugBank
Half life
expand_more
Half life
DrugBank
Protein binding
expand_more
Protein binding
96%
DrugBank
Route of elimination
expand_more
Route of elimination
DrugBank
Volume of distribution
expand_more
Volume of distribution
DrugBank
Clearance
expand_more
Clearance
- 90-158 mL/h/kg [Υγιείς με εφάπαξ δόση IV (5 mg/kg σε 15 min)]
- 100 mL/h/kg [Φυσιολογικά άτομα > 65 ετών]
- 150 mL/h/kg [νεότεροι]
- 220 και 440 mL/h/kg [ασθενείς με VT και VF]
DrugBank
Toxicity
expand_more
Toxicity
science
PubChem
Φαρμακοδυναμική
expand_more
Φαρμακοδυναμική
Μετά τη χορήγηση ενδοφλεβίως, η αμιωδαρόνη δρα χαλαρώνοντας τους λείους μύες που επενδύουν τα τοιχώματα των αγγείων, μειώνοντας την περιφερική αγγειακή αντίσταση (μεταφορτίο) και αυξάνοντας ελαφρώς τον καρδιακό δείκτη. Η χορήγηση με αυτή τη διαδρομή μειώνει επίσης την καρδιακή αγωγιμότητα, προλαμβάνοντας και αντιμετωπίζοντας αρρυθμίες. Ωστόσο, όταν χορηγείται από του στόματος, η αμιωδαρόνη δεν οδηγεί σε σημαντικές αλλαγές στο κλάσμα εξώθησης της αριστερής κοιλίας. Παρόμοια με άλλους αντιαρρυθμικούς παράγοντες, ελεγχόμενες κλινικές δοκιμές δεν επιβεβαιώνουν ότι η από του στόματος αμιωδαρόνη αυξάνει την επιβίωση.
Η αμιωδαρόνη παρατείνει τη διάρκεια QRS και το διάστημα QT. Επιπλέον, παρατηρείται μειωμένη αυτοματία του φλεβοκόμβου (SA) με μείωση της ταχύτητας αγωγιμότητας του κολποκοιλιακού (AV) κόμβου. Η αυτοματία των έκτοπων βηματοδοτών αναστέλλεται επίσης. Θυρεοτοξίκωση ή υποθυρεοειδισμός μπορεί επίσης να προκύψουν από τη χορήγηση αμιωδαρόνης, η οποία περιέχει υψηλά επίπεδα ιωδίου και παρεμβαίνει στην φυσιολογική λειτουργία του θυρεοειδούς αδένα.
neurology
PubChem
Μηχανισμός δράσης
expand_more
Μηχανισμός δράσης
Η αμιωδαρόνη θεωρείται αντιαρρυθμικό φάρμακο της κατηγορίας ΙΙΙ. Αναστέλλει τα ρεύματα καλίου που προκαλούν επαναπόλωση του καρδιακού μυός κατά τη διάρκεια της τρίτης φάσης του καρδιακού δυναμικού ενέργειας. Ως αποτέλεσμα, η αμιωδαρόνη αυξάνει τη διάρκεια του δυναμικού ενέργειας καθώς και την αποτελεσματική περίοδο ανερέθιστου για τα καρδιακά κύτταρα (μυοκύτταρα). Επομένως, η διεγερσιμότητα των καρδιακών μυϊκών κυττάρων μειώνεται, προλαμβάνοντας και αντιμετωπίζοντας ανώμαλους καρδιακούς ρυθμούς.
Διαφορετικά από άλλα μέλη της κατηγορίας των αντιαρρυθμικών φαρμάκων της κατηγορίας ΙΙΙ, η αμιωδαρόνη παρεμβαίνει επίσης στη λειτουργία των βήτα-αδρενεργικών υποδοχέων, των διαύλων νατρίου και των διαύλων ασβεστίου. Αυτές οι δράσεις, κατά καιρούς, μπορούν να οδηγήσουν σε ανεπιθύμητες επιπτώσεις, όπως υπόταση, βραδυκαρδία και Torsades de pointes (TdP).
Εκτός από τα παραπάνω, η αμιωδαρόνη μπορεί να αυξήσει τη δραστηριότητα των υποδοχέων ενεργοποιημένων πολλαπλασιαστών των υπεροξεισωμάτων, οδηγώντας σε στεατογενείς αλλαγές στο ήπαρ ή σε άλλους οργανισμούς. Τέλος, έχει διαπιστωθεί ότι η αμιωδαρόνη δεσμεύεται στον θυρεοειδικό υποδοχέα λόγω της περιεκτικότητάς της σε ιώδιο, οδηγώντας δυνητικά σε υποθυρεοειδισμό ή θυρεοτοξίκωση που προκαλείται από αμιωδαρόνη.
biotech
PubChem
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
expand_more
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
Η Cmax της αμιωδαρόνης στο πλάσμα επιτυγχάνεται περίπου 3 έως 7 ώρες μετά τη χορήγηση. Ο γενικός χρόνος έναρξης δράσης της αμιωδαρόνης μετά από μία δόση που χορηγείται ενδοφλεβίως κυμαίνεται μεταξύ 1 και 30 λεπτών, με θεραπευτικά αποτελέσματα που διαρκούν από 1-3 ώρες.
Οι σταθερές συγκεντρώσεις της αμιωδαρόνης στο πλάσμα κυμαίνονται μεταξύ 0,4 και 11,99 μg/ml· συνιστάται οι σταθερές τιμές να διατηρούνται γενικά μεταξύ 1,0 και 2,5 μg/ml σε ασθενείς με αρρυθμίες. Παραδόξως, η έναρξη δράσης μπορεί μερικές φορές να αρχίσει μετά από 2 έως 3 ημέρες, αλλά συχνά διαρκεί 1 έως 3 εβδομάδες, παρά τη χορήγηση υψηλότερων δόσεων φόρτισης. Η βιοδιαθεσιμότητα της αμιωδαρόνης ποικίλλει σε κλινικές μελέτες, κυμαινόμενη κατά μέσο όρο μεταξύ 35 και 65%.
Επίδραση τροφής: Σε υγιείς εθελοντές που έλαβαν μία εφάπαξ δόση 600 mg αμέσως μετά την κατανάλωση γεύματος πλούσιου σε λιπαρά, η AUC της αμιωδαρόνης αυξήθηκε κατά 2,3 φορές και η Cmax κατά 3,8 φορές. Το φαγητό ενισχύει επίσης την απορρόφηση, μειώνοντας το Tmax κατά περίπου 37%.
Η αμιωδαρόνη αποβάλλεται κυρίως μέσω ηπατικής μεταβολισμού και χολικής απέκκρισης. Μικρή ποσότητα δεσαιθυλαμιωδαρόνης (DEA) ανιχνεύεται στα ούρα.
Σε μια φαρμακοκινητική μελέτη σε 3 υγιή άτομα και 3 ασθενείς με διαγνωσμένη υπερκοιλιακή ταχυκαρδία (SVT), ο όγκος κατανομής βρέθηκε να είναι 9,26-17,17 L/kg σε υγιείς εθελοντές και 6,88-21,05 L/kg σε ασθενείς με SVT. Οι πληροφορίες συνταγογράφησης αναφέρουν ότι ο όγκος κατανομής της αμιωδαρόνης ποικίλλει σημαντικά, με μέση κατανομή περίπου 60 L/kg. Συσσωρεύεται σε ολόκληρο το σώμα, ιδιαίτερα στον λιπώδη ιστό και σε όργανα με υψηλή αγγείωση, συμπεριλαμβανομένων των πνευμόνων, του ήπατος και του σπλήνα. Ένας κύριος μεταβολίτης της αμιωδαρόνης, η δεσαιθυλαμιωδαρόνη (DEA), ανιχνεύεται σε ακόμη υψηλότερες αναλογίες στους ίδιους ιστούς με την αμιωδαρόνη.
Η κάθαρση της αμιωδαρόνης μετά από ενδοφλέβια χορήγηση σε ασθενείς με κοιλιακή μαρμαρυγή και κοιλιακή ταχυκαρδία κυμάνθηκε από 220 έως 440 ml/hr/kg σε μία κλινική μελέτη. Μια άλλη μελέτη προσδιόρισε ότι η συνολική κάθαρση του σώματος της αμιωδαρόνης κυμαίνεται από 0,10 έως 0,77 L/min μετά από μία ενδοφλέβια δόση. Η νεφρική ανεπάρκεια δεν φαίνεται να επηρεάζει την κάθαρση της αμιωδαρόνης, αλλά η ηπατική ανεπάρκεια μπορεί να μειώσει την κάθαρση. Ασθενείς με κίρρωση ήπατος εμφάνισαν σημαντικά χαμηλότερη Cmax και μέση συγκέντρωση αμιωδαρόνης για DEA, αλλά όχι για αμιωδαρόνη. Η σοβαρή δυσλειτουργία της αριστερής κοιλίας παρατείνει τον χρόνο ημίσειας ζωής της DEA.
Σημείωση σχετικά με την παρακολούθηση: Δεν έχουν αναπτυχθεί κατευθυντήριες γραμμές για την προσαρμογή της δόσης της αμιωδαρόνης σε περιπτώσεις νεφρικών, ηπατικών ή καρδιακών ανωμαλιών. Σε ασθενείς που λαμβάνουν χρόνια θεραπεία με αμιωδαρόνη, συνιστάται στενή κλινική παρακολούθηση, ειδικά σε ηλικιωμένους ασθενείς και σε αυτούς με σοβαρή δυσλειτουργία της αριστερής κοιλίας.
water_drop
PubChem
Δέσμευση πρωτεϊνών
expand_more
Δέσμευση πρωτεϊνών
hub
PubChem
Μεταβολισμός
expand_more
Μεταβολισμός
Αυτό το φάρμακο μεταβολίζεται στον κύριο μεταβολίτη δεσαιθυλαμιωδαρόνη (DEA) από τα ένζυμα CYP3A4 και CYP2C8. Το ένζυμο CYP3A4 βρίσκεται στο ήπαρ και τα έντερα. Ένας υδροξυλιωμένος μεταβολίτης της DEA έχει αναγνωριστεί σε θηλαστικά, αλλά η κλινική του σημασία είναι άγνωστη.
Η αμιωδαρόνη έχει γνωστούς ανθρώπινους μεταβολίτες που περιλαμβάνουν την N-Δεσαιθυλαμιωδαρόνη.
Η αμιωδαρόνη μεταβολίζεται εκτενώς στο ήπαρ μέσω του CYP2C8 (κάτω του 1% αμετάβλητη στα ούρα) και μπορεί να επηρεάσει τον μεταβολισμό πολλών άλλων φαρμάκων. Ο κύριος μεταβολίτης της αμιωδαρόνης είναι η δεσαιθυλαμιωδαρόνη (DEA), η οποία έχει επίσης αντιαρρυθμικές ιδιότητες. Ο μεταβολισμός της αμιωδαρόνης αναστέλλεται από τον χυμό γκρέιπφρουτ, οδηγώντας σε αυξημένα επίπεδα αμιωδαρόνης στον ορό.
Οδός Απέκκρισης: Η αμιωδαρόνη αποβάλλεται κυρίως μέσω ηπατικού μεταβολισμού και χολικής απέκκρισης και υπάρχει αμελητέα απέκκριση αμιωδαρόνης ή DEA στα ούρα.
hourglass
PubChem
Ημίσεια ζωή
expand_more
Ημίσεια ζωή
category
PubChem
MeSH classification
expand_more
MeSH classification
-
Παράγοντες που χρησιμοποιούνται για τη θεραπεία ή την πρόληψη καρδιακών αρρυθμιών. Μπορεί να επηρεάζουν τη φάση πόλωσης-επαναπόλωσης του δυναμικού ενέργειας, τη διεγερσιμότητά του ή την περίοδο ανερέθιστου, ή την αγωγιμότητα ή την ανταπόκριση της μεμβράνης εντός των καρδιακών ινών. Οι αντιαρρυθμικοί παράγοντες ταξινομούνται συχνά σε τέσσερις κύριες ομάδες ανάλογα με τον μηχανισμό δράσης τους: αποκλεισμός διαύλων νατρίου, αποκλεισμός βήτα-αδρενεργικών υποδοχέων, παράταση επαναπόλωσης ή αποκλεισμός διαύλων ασβεστίου.
-
Φάρμακα που χρησιμοποιούνται για την πρόκληση αγγειοδιαστολής.
-
Μια κατηγορία φαρμάκων που δρουν με αναστολή της εκροής καλίου μέσω των κυτταρικών μεμβρανών. Ο αποκλεισμός των διαύλων καλίου παρατείνει τη διάρκεια των ΔΥΝΑΜΙΚΩΝ ΕΝΕΡΓΕΙΑΣ. Χρησιμοποιούνται ως ΑΝΤΙΑΡΡΥΘΜΙΚΟΙ ΠΑΡΑΓΟΝΤΕΣ και ΑΓΓΕΙΟΔΙΑΣΤΟΛΙΚΟΙ ΠΑΡΑΓΟΝΤΕΣ.
-
Μια κατηγορία φαρμάκων που δρουν με αναστολή της εισροής νατρίου μέσω των κυτταρικών μεμβρανών. Ο αποκλεισμός των διαύλων νατρίου επιβραδύνει τον ρυθμό και το πλάτος της αρχικής ταχείας εκπόλωσης, μειώνει την κυτταρική διεγερσιμότητα και μειώνει την ταχύτητα αγωγιμότητας.
-
Φάρμακα και ενώσεις που αναστέλλουν ή αντιμετωπίζουν τη βιοσύνθεση ή τις δράσεις του ΚΥΤΟΧΡΩΜΑΤΟΣ P-450 CYP1A2.
-
Φάρμακα και ενώσεις που αναστέλλουν ή αντιμετωπίζουν τη βιοσύνθεση ή τις δράσεις του ΚΥΤΟΧΡΩΜΑΤΟΣ P-450 CYP2C9.
-
Φάρμακα και ενώσεις που αναστέλλουν ή αντιμετωπίζουν τη βιοσύνθεση ή τις δράσεις του ΚΥΤΟΧΡΩΜΑΤΟΣ P-450 CYP2D6.
-
Φάρμακα και ενώσεις που αναστέλλουν ή αντιμετωπίζουν τη βιοσύνθεση ή τις δράσεις του ΚΥΤΟΧΡΩΜΑΤΟΣ P-450 CYP3A.
fact_check
PubChem
FDA classification
expand_more
FDA classification
-
N3RQ532IUT
-
AMIODARONE
-
Καθιερωμένη Φαρμακολογική Κατηγορία [EPC] - Αντιαρρυθμικό
-
Μηχανισμοί Δράσης [MoA] - Αναστολείς του Κυτοχρώματος P450 3A
-
Μηχανισμοί Δράσης [MoA] - Αναστολείς P-Γλυκοπρωτεΐνης
-
Μηχανισμοί Δράσης [MoA] - Αναστολείς του Κυτοχρώματος P450 1A2
-
Μηχανισμοί Δράσης [MoA] - Αναστολείς του Κυτοχρώματος P450 2C9
-
Μηχανισμοί Δράσης [MoA] - Αναστολείς του Κυτοχρώματος P450 2D6
Η αμιωδαρόνη είναι Αντιαρρυθμικό. Ο μηχανισμός δράσης της αμιωδαρόνης είναι ως Αναστολέας του Κυτοχρώματος P450 3A, και Αναστολέας P-Γλυκοπρωτεΐνης, και Αναστολέας του Κυτοχρώματος P450 1A2, και Αναστολέας του Κυτοχρώματος P450 2C9, και Αναστολέας του Κυτοχρώματος P450 2D6.
Ημίσεια ζωή
Δέσμευση πρωτεϊνών
Βιοδιαθεσιμότητα
Απέκκριση
Scientific Profile
-
Παράγοντες που χρησιμοποιούνται για τη θεραπεία ή την πρόληψη καρδιακών αρρυθμιών. Μπορεί να επηρεάζουν τη φάση πόλωσης-επαναπόλωσης του δυναμικού ενέργειας, τη διεγερσιμότητά του ή την περίοδο ανερέθιστου, ή την αγωγιμότητα ή την ανταπόκριση της μεμβράνης εντός των καρδιακών ινών. Οι αντιαρρυθμικοί παράγοντες ταξινομούνται συχνά σε τέσσερις κύριες ομάδες ανάλογα με τον μηχανισμό δράσης τους: αποκλεισμός διαύλων νατρίου, αποκλεισμός βήτα-αδρενεργικών υποδοχέων, παράταση επαναπόλωσης ή αποκλεισμός διαύλων ασβεστίου.
-
Φάρμακα που χρησιμοποιούνται για την πρόκληση αγγειοδιαστολής.
-
Μια κατηγορία φαρμάκων που δρουν με αναστολή της εκροής καλίου μέσω των κυτταρικών μεμβρανών. Ο αποκλεισμός των διαύλων καλίου παρατείνει τη διάρκεια των ΔΥΝΑΜΙΚΩΝ ΕΝΕΡΓΕΙΑΣ. Χρησιμοποιούνται ως ΑΝΤΙΑΡΡΥΘΜΙΚΟΙ ΠΑΡΑΓΟΝΤΕΣ και ΑΓΓΕΙΟΔΙΑΣΤΟΛΙΚΟΙ ΠΑΡΑΓΟΝΤΕΣ.
-
Μια κατηγορία φαρμάκων που δρουν με αναστολή της εισροής νατρίου μέσω των κυτταρικών μεμβρανών. Ο αποκλεισμός των διαύλων νατρίου επιβραδύνει τον ρυθμό και το πλάτος της αρχικής ταχείας εκπόλωσης, μειώνει την κυτταρική διεγερσιμότητα και μειώνει την ταχύτητα αγωγιμότητας.
-
Φάρμακα και ενώσεις που αναστέλλουν ή αντιμετωπίζουν τη βιοσύνθεση ή τις δράσεις του ΚΥΤΟΧΡΩΜΑΤΟΣ P-450 CYP1A2.
-
Φάρμακα και ενώσεις που αναστέλλουν ή αντιμετωπίζουν τη βιοσύνθεση ή τις δράσεις του ΚΥΤΟΧΡΩΜΑΤΟΣ P-450 CYP2C9.
-
Φάρμακα και ενώσεις που αναστέλλουν ή αντιμετωπίζουν τη βιοσύνθεση ή τις δράσεις του ΚΥΤΟΧΡΩΜΑΤΟΣ P-450 CYP2D6.
-
Φάρμακα και ενώσεις που αναστέλλουν ή αντιμετωπίζουν τη βιοσύνθεση ή τις δράσεις του ΚΥΤΟΧΡΩΜΑΤΟΣ P-450 CYP3A.
Σχετικά Εργαλεία
Πρωτόκολλα Συνταγογράφησης
Συνταγογραφείται εφόσον ο ασθενής εντάσσεται σε κάποιο από τα παρακάτω βήματα:
-
ΒΗΜΑ Acute-Wide C01BD01Άμεση Διαχείριση — Ευρέα QRS, ΡυθμικήΡυθμική ταχυκαρδία ευρέα QRS, αιμοδυναμικά σταθερός — αντιμετώπιση όπως ΚΤΔοσολογία: 150 mg IV → 1 mg/min · Άμεσα
-
ΒΗΜΑ Focal-AT C01BD01Εστιακή Κολπική Ταχυκαρδία (Focal AT)Εστιακή κολπική ταχυκαρδίαΔοσολογία: 200 mg/ημέρα · Συνεχής
-
ΒΗΜΑ Junctional-NonReentry C01BD01Κομβική Ταχυκαρδία Μη ΕπανεισόδουΚομβική ταχυκαρδία μη οφειλόμενη σε επανείσοδοΔοσολογία: 150 mg IV → 1 mg/min · Άμεσα
-
ΒΗΜΑ Antidromic-AVRT C01BD01Αντίδρομη Κολποκοιλιακή Ταχυκαρδία ΕπανεισόδουΑντίδρομη AVRTΔοσολογία: 150 mg IV · Άμεσα
Συνταγογραφείται εφόσον ο ασθενής εντάσσεται σε κάποιο από τα παρακάτω βήματα:
-
ΒΗΜΑ 2 C01BD01Οξύ επεισόδιο sVT — αιμοδυναμικά σταθής με δομική νόσο
-
ΒΗΜΑ 3B C01BD01Ιδιοπαθής VT από άλλες εντοπίσεις
-
ΒΗΜΑ 4 C01BD01Ηλεκτρική θύελλα στα πλαίσια ΟΣΣ
-
ΒΗΜΑ 5 C01BD01Ηλεκτρική θύελλα από μονόμορφη VT (δομική κ/π)
-
ΒΗΜΑ 6.2 C01BD01Ισχαιμική μυοκαρδιοπάθεια — Χρόνια αντιμετώπιση κοιλιακών αρρυθμιών
-
ΒΗΜΑ 6.3 C01BD01Διατατική / μη συμπαγές μυοκάρδιο / χρόνια μυοκαρδίτιδα
-
ΒΗΜΑ 6.4 C01BD01Υπερτροφική μυοκαρδιοπάθεια
-
ΒΗΜΑ 6.5 C01BD01Αρρυθμιογόνος μυοκαρδιοπάθεια δεξιάς κοιλίας