Clinio Logo
Clinio
ΔΡΑΣΤΙΚΗ ΟΥΣΙΑ C01BD01 SPC ΕΟΦ DrugBank PubChem Σκευάσματα

AMIODARONE

Αμιωδαρόνη

### Φαρμακοδυναμικές Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: Αντιαρρυθμικά τάξης ΙΙΙ, κωδικός ATC: C01BD01 #### Αντιαρρυθμικές ιδιότητες: * Παράταση στη φάση 3 του δυναμικού ενέργειας των καρδιακών ινών, οφειλόμενο κυρίως σε μια μείωση της ροής καλίου (κλάση ΙΙΙ κατά VaughanWilliams).

Ενδείξεις

Εγκεκριμένες ενδείξεις από το SPC, ομαδοποιημένες κατά ICD-10

clinical_notes
  • I45 Άλλες διαταραχές της αγωγής

    Περιλαμβάνει (όροι από SPC): Ταχυκαρδία σχετιζόμενη με σύνδρομο Wolff-Parkinson-White

  • I49 Άλλες καρδιακές αρρυθμίες

    Περιλαμβάνει (όροι από SPC): Διαταραχές του ρυθμού

  • I47 Παροξυσμική ταχυκαρδία

    Περιλαμβάνει (όροι από SPC): Κοιλιακή ταχυκαρδία · Υπερκοιλιακές διαταραχές του ρυθμού με γρήγορο κοιλιακό ρυθμό

search Αναζήτηση φαρμάκων ανά ένδειξη arrow_forward

Πληροφορίες Συνταγογράφησης

Επιμελημένα δεδομένα από το SPC

SPC
medication

Μορφή & Εμφάνιση

ΠΧΠ (SPC) §3 · περιγραφή σκευάσματος ANGORON
expand_more
Ενέσιμο διάλυμα
medication

Δοσολογία

ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Οδός:
Ενδοφλέβια έγχυση, Ενδοφλέβια ένεση, (Ενδεχομένως συγχορήγηση δισκίων από του στόματος)
Χορήγηση:
2-3 φορές το 24ωρο (για έγχυση φόρτισης), για λίγες ημέρες (για έγχυση συντήρησης), αργά για διάστημα μεγαλύτερο από 3 λεπτά (για ενδοφλέβια ένεση), όχι σε διάστημα μικρότερο των 15 λεπτών (για ενδοφλέβια ένεση)
Δόση έναρξης:
5 mg/kg βάρους σώματος (για ενδοφλέβια έγχυση φόρτισης σε ενήλικες)
Τιτλοποίηση:
Ο ρυθμός της έγχυσης θα πρέπει να ρυθμίζεται με βάση τα αποτελέσματα. Μετά τη δόση φόρτισης (5 mg/kg), ακολουθεί δόση συντήρησης (10-20 mg/kg/24 ώρες). Για καρδιοαναπνευστική ανάνηψη, μπορεί να χορηγηθεί επιπρόσθετη δόση (150 mg ή 2,5 mg/kg) εάν η κοιλιακή μαρμαρυγή επιμένει. Για παιδιατρικούς ασθενείς, η δόση συντήρησης δισκίων πρέπει να είναι η ελάχιστη αποτελεσματική.
  • Ενήλικες
    ΔόσηΔόση φόρτισης (ενδοφλέβια έγχυση): 5 mg/kg βάρους σώματος. Δόση συντήρησης (ενδοφλέβια έγχυση): 10-20 mg/kg βάρους σώματος/24 ώρες. Ενδοφλέβια ένεση: 5 mg/kg βάρους σώματος. Καρδιοαναπνευστική ανάνηψη (αρχική): 300 mg (ή 5 mg/kg βάρους σώματος). Καρδιοαναπνευστική ανάνηψη (επιπρόσθετη): 150 mg (ή 2,5 mg/kg βάρους σώματος).
    Μέγ. δόση1200 mg/24 ώρες (για δόση συντήρησης ενδοφλέβιας έγχυσης)
    Σύγχρονη χορήγηση δισκίων από την πρώτη ημέρα της έγχυσης (3 δισκία ημερησίως).
  • Παιδιατρικός πληθυσμός
    ΔόσηΔισκία - Δόση φόρτισης: 10 έως 20 mg/kg/ημέρα για 7 έως 10 ημέρες (ή 500 mg/m2/ημέρα). Δόση συντήρησης: 5 έως 10 mg/kg/ημέρα (ή 250 mg/m2/ημέρα). Ενέσιμο διάλυμα - Δόση φόρτισης: 5 mg/kg βάρους σώματος για διάστημα από 20 λεπτά έως 2 ώρες. Δόση συντήρησης: 10 έως 15 mg/kg/ημέρα από λίγες ώρες έως μερικές ημέρες.
    Η ενδοφλέβια χορήγηση αμιωδαρόνης πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή σε νεογνά και παιδιά < 3 ετών λόγω βενζυλικής αλκοόλης (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις). Η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα δεν έχουν τεκμηριωθεί και η χρήση δεν συστήνεται.
block

Αντενδείξεις

ΠΧΠ (SPC)
expand_more
  • Υπερευαισθησία στη δραστική ουσία, στο ιώδιο ή σε κάποιο από τα έκδοχα
  • Φλεβοκομβική βραδυκαρδία, φλεβοκολπικός αποκλεισμός και σύνδρομο νοσούντος φλεβόκομβου (κίνδυνος φλεβοκομβικής παύσης), σοβαρές διαταραχές κολποκοιλιακής αγωγιμότητας
    Πληθυσμόςεκτός εάν χορηγείται σε ασθενείς με βηματοδότη
  • Διαταραχές της αγωγιμότητας με αποκλεισμό 2 ή 3 σκελών
    Πληθυσμόςεκτός εάν χρησιμοποιείται μαζί με λειτουργικό βηματοδότη ή εκτός εάν ο ασθενής είναι στη Μονάδα Εντατικής Θεραπείας και η αμιωδαρόνη χρησιμοποιείται κάτω από ηλεκτροσυστολικό βηματοδότη
  • Κυκλοφορική ανεπάρκεια
  • σοβαρή αρτηριακή υπόταση
  • Συνδυασμός με άλλα φάρμακα τα οποία μπορούν να προκαλέσουν «κοιλιακή ταχυκαρδία δίκην ριπιδίου» (“torsade de pointes”)
  • Δυσλειτουργία του θυρεοειδή
  • Κύηση
    Πληθυσμόςεκτός από εξαιρετικές περιπτώσεις
  • Γαλουχία
  • Ενδοφλέβια ένεση σε περίπτωση υπότασης, σοβαρής αναπνευστικής ανεπάρκειας, μυοκαρδιοπάθειας ή καρδιακής ανεπάρκειας (πιθανή επιδείνωση)
warning

Προειδοποιήσεις & Προφυλάξεις

ΠΧΠ (SPC)
expand_more
  • Ενδοφλέβια ένεση
    Δεν ενδείκνυται γενικώς λόγω αιμοδυναμικών κινδύνων (σοβαρή υπόταση, κυκλοφορική κατέρρειψη).
  • Ενδοφλέβια χορήγηση
    Προτιμάται η ενδοφλέβια έγχυση έναντι της ενδοφλέβιας ένεσης, όπου είναι δυνατόν.
  • Ενδοφλέβια ένεση
    Πληθυσμόςασθενείς σε επείγουσες καταστάσεις όπου εναλλακτικές θεραπείες έχουν αποτύχει
    Να γίνεται μόνο σε μονάδες εντατικής θεραπείας κάτω από συνεχή παρακολούθηση (ΗΚΓ, πίεση αίματος).
  • Ενδοφλέβια ένεση
    Πληθυσμόςεκτός καρδιοαναπνευστικής ανάνηψης από κοιλιακή μαρμαρυγή ανθεκτική στην ηλεκτρική ανάταξη
    Να ενίεται για τουλάχιστον 3 λεπτά. Μην επαναλαμβάνεται η ενδοφλέβια ένεση σε διάστημα μικρότερο από 15 λεπτά μετά την πρώτη ένεση.
  • Ανάμιξη σκευασμάτων (ενδοφλέβια χορήγηση)
    Να μην αναμιγνύονται άλλα σκευάσματα στην ίδια σύριγγα ή να ενίονται από την ίδια γραμμή.
  • Συνέχιση αγωγής
    Εάν η αγωγή με αμιωδαρόνη πρέπει να συνεχιστεί, να γίνει με ενδοφλέβια έγχυση (βλ. Δοσολογία).
  • Αρρυθμίες
    Εμφάνιση νέων αρρυθμιών ή επιδείνωση υπαρχουσών αρρυθμιών μπορεί να συμβεί, μερικές φορές θανατηφόρα.
  • Προαρρυθμική δράση
    Προσοχή στην προαρρυθμική δράση, ειδικά σε παράγοντες παράτασης του διαστήματος QT, όπως αλληλεπιδράσεις με άλλα φάρμακα και/ή ηλεκτρολυτικές διαταραχές (βλ. Αλληλεπιδράσεις και Ανεπιθύμητες ενέργειες).
  • Κοιλιακή ταχυκαρδία δίκην ριπιδίου
    Η αμιωδαρόνη παρουσιάζει χαμηλή δραστηριότητα στην κοιλιακή ταχυκαρδία δίκην ριπιδίου, παρά την παράταση του διαστήματος QT.
  • Βραδυκαρδία και καρδιακός αποκλεισμός
    Πληθυσμόςασθενείς που λαμβάνουν σχήματα που περιέχουν σοφοσμπουβίρη σε συνδυασμό με αμιωδαρόνη
    Κίνδυνος απειλητικών για τη ζωή περιστατικών βραδυκαρδίας και καρδιακού αποκλεισμού.
  • Συγχορήγηση αμιωδαρόνης με σοφοσμπουβίρη
    Πληθυσμόςασθενείς που λαμβάνουν σχήματα που περιέχουν σοφοσμπουβίρη
    Να χορηγείται μόνο όταν άλλες εναλλακτικές αντιαρρυθμικές θεραπείες δεν είναι ανεκτές ή αντενδείκνυνται.
  • Συμπτώματα βραδυκαρδίας και καρδιακού αποκλεισμού
    Πληθυσμόςασθενείς που χρησιμοποιούν αμιωδαρόνη σε συνδυασμό με σχήματα που περιέχουν σοφοσμπουβίρη
    Να προειδοποιούνται και να αναζητούν ιατρική συμβουλή αμέσως μόλις εμφανίσουν συμπτώματα.
  • Δυσλειτουργία πρωτογενούς μοσχεύματος (PGD)
    Πληθυσμόςλήπτες μοσχεύματος καρδιάς που έλαβαν αμιωδαρόνη πριν από τη μεταμόσχευση
    Έχει συσχετιστεί με αυξημένο κίνδυνο PGD.
  • Μεταμόσχευση καρδιάς
    Πληθυσμόςασθενείς σε λίστα αναμονής για μεταμόσχευση καρδιάς
    Να εξεταστεί η χρήση εναλλακτικού αντιαρρυθμικού φαρμάκου πριν από τη μεταμόσχευση.
  • Πνευμονική τοξικότητα (διάμεση πνευμονίτιδα)
    Η εμφάνιση δύσπνοιας ή μη-παραγωγικού βήχα μπορεί να συσχετιστεί με πνευμονική τοξικότητα. Σπάνια περιστατικά με ενδοφλέβια αμιωδαρόνη.
  • Διάμεση πνευμονίτιδα
    Επαναξιολόγηση αγωγής, διακοπή αμιωδαρόνης και εξέταση χορήγησης κορτικοστεροειδών.
  • Σοβαρές αναπνευστικές επιπλοκές
    Πολύ σπάνια, αλλά πιθανώς θανατηφόρα, αναπνευστικές επιπλοκές παρατηρούνται συνήθως την περίοδο αμέσως μετά την επέμβαση.
swap_horiz

Αλληλεπιδράσεις

ΠΧΠ (SPC)
expand_more
  • Φάρμακα που επάγουν κοιλιακή ταχυκαρδία δίκην ριπιδίου (π.χ. αντιαρρυθμικά κατηγορίας Ια όπως κινιδίνη, δισοπυραμίδη, κατηγορίας ΙΙΙ όπως σοταλόλη, ιμπουτιλίδη, βεπριδίλη, βινκαμίνη, νευροληπτικοί όπως θειοριδαζίνη, χλωροπρομαζίνη, σουλπιρίδη, σουλτοπρίδη, αλοπεριδόλη, δροπεριδόλη, σιζαπρίδη, ερυθρομυκίνη I.V., πενταμιδίνη (παρεντερικώς), κοτριμοξαζόλη, αντιισταμινικά όπως τερφεναδίνη, αστεμιζόλη, μιζολαστίνη, ανθελονοσιακά όπως κινίνη, μεφλοκίνη, χλωροκίνη, αλοφαντρίνη, λίθιο, τρικυκλικά αντικαταθλιπτικά όπως δοξεπίνη, μαπροτιλίνη, αμιτριπτυλίνη)
    αντένδειξη
    Αυξημένος κίνδυνος πιθανώς θανατηφόρου “torsade de pointes”
    ΣύστασηΟ συνδυασμός αντενδείκνυται.
  • Φάρμακα που παρατείνουν το διάστημα QT
    προσοχή
    Ο κίνδυνος κοιλιακής ταχυκαρδίας δίκην ριπιδίου μπορεί να αυξηθεί.
    ΣύστασηΠροσεκτική αξιολόγηση κινδύνων και ωφελειών, παρακολούθηση για παράταση του QT.
  • Φθοριοκινολόνες
    αποφυγή
    Πιθανή παράταση του διαστήματος QT.
    ΣύστασηΠρέπει να αποφεύγονται σε ασθενείς που λαμβάνουν αμιωδαρόνη.
  • β-αναστολείς και αναστολείς διαύλων ασβεστίου (βεραπαμίλη, διλτιαζέμη) που μειώνουν την καρδιακή συχνότητα
    δεν συνιστάται
    Διαταραχές στον αυτοματισμό (έντονη βραδυκαρδία) και στην αγωγιμότητα.
    ΣύστασηΟ συνδυασμός δεν συνιστάται.
  • Υπακτικά φάρμακα που προκαλούν υποκαλιαιμία
    δεν συνιστάται
    Υποκαλιαιμία, αύξηση του κινδύνου “torsade de pointes”.
    ΣύστασηΠρέπει να χρησιμοποιηθεί άλλος τύπος υπακτικού.
  • Διουρητικά που προκαλούν υποκαλιαιμία, συστηματικά χορηγούμενα κορτικοστεροειδή (γλυκο-, αλατο-), τετρακοσακτίδη, αμφοτερικίνη B (IV)
    προσοχή
    Υποκαλιαιμία, αυξημένος κίνδυνος “torsade de pointes”.
    ΣύστασηΕίναι αναγκαίο να αποτρέπεται η εμφάνιση υποκαλιαιμίας (και να διορθώνεται). Τα διαστήματα QT θα πρέπει να παρακολουθούνται, και σε περίπτωση “torsade de pointes” δεν θα πρέπει να χορηγούνται αντιαρρυθμικά φάρμακα (θα πρέπει να τοποθετείται βηματοδότης, μπορεί να χορηγηθεί μαγνήσιο ενδοφλεβίως).
  • Β-αναστολείς για τη θεραπεία της καρδιακής ανεπάρκειας (καρβεδιλόλη, μετοπρολόλη)
    προσοχή
    Αυξημένος κίνδυνος εκσεσημασμένης βραδυκαρδίας.
    ΣύστασηΑπαιτείται τακτικός κλινικός και ΗΚΓ/φικός έλεγχος.
  • Γενική αναισθησία
    προσοχή
    Πιθανώς σοβαρές επιπλοκές: βραδυκαρδία (που δεν ανταποκρίνεται στην ατροπίνη), υπόταση, διαταραχές της αγωγιμότητας, μείωση καρδιακής παροχής. Σοβαρές αναπνευστικές επιπλοκές (ARDS), πιθανώς λόγω αλληλεπίδρασης με υψηλή συγκέντρωση οξυγόνου.
    ΣύστασηΠριν τη χειρουργική επέμβαση, ο αναισθησιολόγος θα πρέπει να ενημερώνεται ότι ο ασθενής λαμβάνει αμιωδαρόνη.
  • Υποστρώματα PgP (Δακτυλίτιδα)
    προσοχή
    Διαταραχές του αυτοματισμού (έντονη βραδυκαρδία) και της κολποκοιλιακής αγωγιμότητας. Αύξηση των επιπέδων της διγοξίνης στο πλάσμα λόγω μείωσης της κάθαρσης της.
    ΣύστασηΘα πρέπει να γίνεται ΗΚΓ, να παρακολουθούνται τα επίπεδα διγοξίνης στο πλάσμα και οι ασθενείς να ελέγχονται για κλινικές ενδείξεις τοξικότητας από δακτυλίτιδα. Η ρύθμιση της δόσης της δακτυλίτιδας ίσως είναι απαραίτητη.
  • Υποστρώματα PgP (Δαβιγατράνη)
    προσοχή
    Αυξημένος κίνδυνος αιμορραγίας.
    ΣύστασηΜπορεί να χρειαστεί η προσαρμογή της δοσολογίας της δαβιγατράνης σύμφωνα με την επισήμανσή της.
  • Υποστρώματα CYP2C9 (Βαρφαρίνη)
    προσοχή
    Επιτείνει τη δράση της αντιπηκτικής θεραπείας, αυξάνοντας τον κίνδυνο αιμορραγίας.
    ΣύστασηΠιο συχνή παρακολούθηση INR και ρύθμιση της δόσης των αντιπηκτικών, τόσο κατά τη διάρκεια όσο και μετά τη διακοπή της αμιωδαρόνης.
  • Υποστρώματα CYP2C9 (Φαινυτοΐνη)
    προσοχή
    Υπερδοσολογία της φαινυτοΐνης με νευρολογικά συμπτώματα.
    ΣύστασηΚλινική παρακολούθηση και μείωση της δοσολογίας της φαινυτοΐνης μόλις εμφανισθούν συμπτώματα υπερδοσολογίας. Προσδιορισμός επιπέδων φαινυτοΐνης στο πλάσμα.
  • Υποστρώματα CYP2D6 (Φλεκαϊνίδη)
    προσοχή
    Αύξηση της συγκέντρωσης στο πλάσμα της φλεκαϊνίδης.
    ΣύστασηΗ δοσολογία της φλεκαϊνίδης θα πρέπει να προσαρμόζεται.
  • Υποστρώματα CYP P450 3A4 (Κυκλοσπορίνη)
    προσοχή
    Αύξηση των επιπέδων κυκλοσπορίνης στο πλάσμα.
    ΣύστασηΗ δόση θα πρέπει να ρυθμίζεται.
  • Υποστρώματα CYP P450 3A4 (Φαιντανύλη)
    προσοχή
    Ενίσχυση της φαρμακολογικής δράσης της φαιντανύλης και αύξηση του κινδύνου τοξικότητας.
  • Υποστρώματα CYP P450 3A4 (Στατίνες που μεταβολίζονται από CYP3A4, όπως σιμβαστατίνη, ατορβαστατίνη, λοβαστατίνη)
    προσοχή
    Αυξημένος κίνδυνος μυϊκής τοξικότητας (π.χ. ραβδομυόλυση).
    ΣύστασηΣυνιστάται η χρήση στατίνης που δεν μεταβολίζεται από το CYP 3A4.
  • Υψηλότερα επίπεδα των συγκεντρώσεών τους στο πλάσμα και αυξημένη τοξικότητα.
  • Αναστολείς CYP3A4 (π.χ. χυμός γκρέιπφρουτ και ορισμένα φαρμακευτικά προϊόντα)
    προσοχή
    Μπορεί να αναστείλουν τον μεταβολισμό της αμιωδαρόνης και να αυξήσουν την έκθεσή της.
    ΣύστασηΣυστήνεται να αποφεύγονται.
  • Σχήματα που περιέχουν σοφοσμπουβίρη μόνο ή σε συνδυασμό με άλλο HCV άμεσης αντιικής δράσης (όπως ντακλατασβίρη, σιμεπρεβίρη ή λεντιπασβίρη)
    δεν συνιστάται
    Σοβαρή συμπτωματική βραδυκαρδία.
    ΣύστασηΑν δεν μπορεί να αποφευχθεί η συγχορήγηση, συνιστάται καρδιακή παρακολούθηση.
sick

Ανεπιθύμητες ενέργειες

ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Αίμα
  • Ουδετεροπενία
  • Ακοκκιοκυτταραιμία
Καρδιακές διαταραχές
  • βραδυκαρδία (ήπια)
  • εμφάνιση αρρυθμίας ή επιδείνωση της ήδη υπάρχουσας (μερικές φορές καρδιακή ανακοπή)
  • έντονη βραδυκαρδία ή φλεβοκομβική παύση
  • κοιλιακή ταχυκαρδία δίκην ριπιδίου
Κακώσεις, δηλητηριάσεις και επιπλοκές θεραπευτικών χειρισμών
  • δυσλειτουργία πρωτογενούς μοσχεύματος μετά τη μεταμόσχευση καρδιάς
Ενδοκρινικό
  • Υπερθυρεοειδισμός
Διαταραχές του ενδοκρινικού συστήματος
  • σύνδρομο απρόσφορης έκκρισης αντιδιουρητικής ορμόνης (SIADH)
Οφθαλμικές διαταραχές
  • οπτική νευροπάθεια/νευρίτιδα (μπορεί να εξελιχθεί σε τύφλωση)
Γαστρεντερικό
  • Ναυτία
Διαταραχές του γαστρεντερικού
  • παγκρεατίτιδα/οξεία παγκρεατίτιδα
Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
  • αντιδράσεις της θέσης ένεσης (άλγος, ερύθημα, οίδημα, νέκρωση, εξαγγείωση, διήθηση, φλεγμονή, σκλήρυνση, θρομβοφλεβίτις, φλεβίτις, κυτταρίτις, λοίμωξη, μεταβολές της μελάγχρωσης)
Διαταραχές του ήπατος και των χοληφόρων
  • μεμονωμένη αύξηση τρανσαμινασών στον ορό (1,5 έως 3 φορές του φυσιολογικού)
  • οξείες ηπατικές διαταραχές με αύξηση τρανσαμινασών και/ή ίκτερο (συμπεριλαμβανομένης ηπατικής ανεπάρκειας, μερικές φορές θανατηφόρα)
Ανοσοποιητικό
  • Αναφυλακτικό σοκ
Διαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος
  • αγγειονευρωτικό οίδημα (οίδημα Quincke’s)
Μυοσκελετικό
  • Οσφυαλγία
Διαταραχές του νευρικού συστήματος
  • καλοήθης ενδοκρανιακή υπέρταση (εγκεφαλικός ψευδο-όγκος)
Νευρικό
  • Κεφαλαλγία
Ψυχιατρικές
  • Μειωμένη γενετήσια ορμή
  • Ψευδαισθήσεις
Ψυχιατρικές διαταραχές
  • παραλήρημα (συμπεριλαμβανομένης της σύγχυσης)
Διαταραχές του αναπνευστικού συστήματος, του θώρακα και του μεσοθωράκιου
  • διάμεση πνευμονίτιδα ή ίνωση (μερικές φορές θανατηφόρα)
  • σοβαρές αναπνευστικές επιπλοκές (σύνδρομο οξείας αναπνευστικής δυσχέρειας ενηλίκων, μερικές φορές θανατηφόρο)
  • βρογχόσπασμος και/ή άπνοια
Δέρμα
  • Έκζεμα
  • Κνίδωση
Γενικές
  • Εφίδρωση
Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
  • σοβαρές δερματικές αντιδράσεις (τοξική επιδερμική νεκρόλυση (ΤΕΝ), σύνδρομο Stevens-Johnson (SJS), πομφολυγώδης δερματίτιδα, φαρμακευτική αντίδραση με ηωσινοφιλία και συστηματικά συμπτώματα (DRESS))
Αγγειακές διαταραχές
  • πτώση της αρτηριακής πίεσης (μέτρια και παροδική)
Αγγειακές
  • Εξάψεις
Λεπτομέρειες κατά συχνότητα expand_more
  • Έκζεμα
    Δέρμα
    Συχνές
  • Αντιδράσεις της θέσης ένεσης (άλγος, ερύθημα, οίδημα, νέκρωση, εξαγγείωση, διήθηση, φλεγμονή, σκλήρυνση, θρομβοφλεβίτις, φλεβίτις, κυτταρίτις, λοίμωξη, μεταβολές της μελάγχρωσης)
    Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
    Συχνές
  • Βραδυκαρδία
    Καρδιά
    Συχνές
  • Μειωμένη γενετήσια ορμή
    Ψυχιατρικές
    Συχνές
  • Πτώση αρτηριακής πίεσης
    Αγγειακές
    Συχνές
  • Αναφυλακτικό σοκ
    Ανοσοποιητικό
    Πολύ σπάνιες
  • Αύξηση τρανσαμινασών ορού
    Εργαστηριακές
    Πολύ σπάνιες
  • Βρογχόσπασμος και/ή άπνοια
    Διαταραχές του αναπνευστικού συστήματος, του θώρακα και του μεσοθωράκιου
    Πολύ σπάνιες
  • Διάμεση πνευμονίτιδα ή ίνωση (μερικές φορές θανατηφόρα)
    Διαταραχές του αναπνευστικού συστήματος, του θώρακα και του μεσοθωράκιου
    Πολύ σπάνιες
  • Εμφάνιση αρρυθμίας ή επιδείνωση της ήδη υπάρχουσας (μερικές φορές ακολουθούμενη από καρδιακή ανακοπή)
    Καρδιακές διαταραχές
    Πολύ σπάνιες
  • Εξάψεις
    Αγγειακές
    Πολύ σπάνιες
  • Εφίδρωση
    Δέρμα
    Πολύ σπάνιες
  • Καλοήθης ενδοκρανιακή υπέρταση
    Νευρικό
    Πολύ σπάνιες
  • Κεφαλαλγία
    Νευρικό
    Πολύ σπάνιες
  • Ναυτία
    Γαστρεντερικό
    Πολύ σπάνιες
  • Οξείες ηπατικές διαταραχές με αύξηση τρανσαμινασών και/ή ίκτερο (συμπεριλαμβανομένης ηπατικής ανεπάρκειας, μερικές φορές θανατηφόρα)
    Διαταραχές του ήπατος και των χοληφόρων
    Πολύ σπάνιες
  • Σοβαρές αναπνευστικές επιπλοκές (σύνδρομο οξείας αναπνευστικής δυσχέρειας ενηλίκων, μερικές φορές θανατηφόρο)
    Διαταραχές του αναπνευστικού συστήματος, του θώρακα και του μεσοθωράκιου
    Πολύ σπάνιες
  • Σύνδρομο απρόσφορης έκκρισης αντιδιουρητικής ορμόνης
    Ενδοκρινικό
    Πολύ σπάνιες
  • Φλεβοκομβική παύση
    Καρδιά
    Πολύ σπάνιες
  • Αγγειονευρωτικό οίδημα
    Ανοσοποιητικό
    Μη γνωστές
  • Ακοκκιοκυτταραιμία
    Αίμα
    Μη γνωστές
  • Δυσλειτουργία πρωτογενούς μοσχεύματος μετά τη μεταμόσχευση καρδιάς
    Κακώσεις, δηλητηριάσεις και επιπλοκές θεραπευτικών χειρισμών
    Μη γνωστές
  • Κνίδωση
    Δέρμα
    Μη γνωστές
  • Κοιλιακή ταχυκαρδία δίκην ριπιδίου
    Καρδιά
    Μη γνωστές
  • Οίδημα Quincke
    Ανοσοποιητικό
    Μη γνωστές
  • Οξεία παγκρεατίτιδα
    Γαστρεντερικό
    Μη γνωστές
  • Οπτική νευροπάθεια/νευρίτιδα (μπορεί να εξελιχθεί σε τύφλωση)
    Οφθαλμικές διαταραχές
    Μη γνωστές
  • Οσφυαλγία
    Μυοσκελετικό
    Μη γνωστές
  • Ουδετεροπενία
    Αίμα
    Μη γνωστές
  • Παγκρεατίτιδα
    Γαστρεντερικό
    Μη γνωστές
  • Παραλήρημα (συμπεριλαμβανομένης της σύγχυσης)
    Ψυχιατρικές διαταραχές
    Μη γνωστές
  • Σοβαρές δερματικές αντιδράσεις (τοξική επιδερμική νεκρόλυση (ΤΕΝ), σύνδρομο Stevens-Johnson (SJS), πομφολυγώδης δερματίτιδα, φαρμακευτική αντίδραση με ηωσινοφιλία και συστηματικά συμπτώματα (DRESS))
    Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
    Μη γνωστές
  • Υπερθυρεοειδισμός
    Ενδοκρινικό
    Μη γνωστές
  • Ψευδαισθήσεις
    Ψυχιατρικές
    Μη γνωστές
pregnant_woman

Κύηση / Γαλουχία

ΠΧΠ (SPC)
Επίπεδο κινδύνου: Αντενδείκνυται expand_more
  • Κύηση
    Αντενδείκνυται εκτός εάν τα οφέλη αντισταθμίζουν τους κινδύνους
    Λόγω της επίδρασης στον θυρεοειδή αδένα των εμβρύων, η αμιωδαρόνη αντενδείκνυται στην εγκυμοσύνη, εκτός εάν τα οφέλη αντισταθμίζουν τους κινδύνους. Μεγάλοι όγκοι βενζυλικής αλκοόλης πρέπει να χρησιμοποιούνται με προσοχή και μόνο όταν είναι απαραίτητο κατά τη διάρκεια της κύησης, λόγω του κινδύνου συσσώρευσης και τοξικότητας (μεταβολική οξέωση).
  • Γαλουχία
    Αντενδείκνυται
    Η αμιωδαρόνη εκκρίνεται στο μητρικό γάλα σε σημαντικές ποσότητες, επομένως αντενδείκνυται σε θηλάζουσες μητέρες. Μεγάλοι όγκοι βενζυλικής αλκοόλης πρέπει να χρησιμοποιούνται με προσοχή και μόνο όταν είναι απαραίτητο κατά τη διάρκεια του θηλασμού, λόγω του κινδύνου συσσώρευσης και τοξικότητας (μεταβολική οξέωση).
e911_emergency

Υπερδοσολογία

ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Συμπτώματα
  • κολπικής βραδυκαρδίας
  • καρδιακού αποκλεισμού
  • προσβολών κοιλιακής ταχυκαρδίας
  • “torsade de pointes”
  • κυκλοφορικής ανεπάρκειας
  • ηπατικής βλάβης
Αντιμετώπιση
Η θεραπεία θα πρέπει να είναι συμπτωματική.
ΑιμοκάθαρσηΌχι
directions_car

Επίδραση στην οδήγηση

ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Επηρεάζει την οδήγησηΌχι
Δεν υπάρχουν στοιχεία ότι η αμιωδαρόνη επηρεάζει την ικανότητα οδήγησης και χρήσης μηχανημάτων.
science

Έκδοχα

ΠΧΠ (SPC) §2 & §6.1
expand_more
Βενζυλική αλκοοόλη, Πολυσορβικό 80, Ύδωρ για ενέσιμα.
biotech

Φαρμακολογία

Φαρμακοδυναμική & Φαρμακοκινητική
expand_more
Φαρμακοδυναμική

Φαρμακοδυναμικές

Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: Αντιαρρυθμικά τάξης ΙΙΙ, κωδικός ATC: C01BD01

Αντιαρρυθμικές ιδιότητες:

  • Παράταση στη φάση 3 του δυναμικού ενέργειας των καρδιακών ινών, οφειλόμενο κυρίως σε μια μείωση της ροής καλίου (κλάση ΙΙΙ κατά VaughanWilliams). Αυτή η παράταση του δυναμικού ενέργειας δεν σχετίζεται με την καρδιακή συχνότητα.
  • Μειωμένη αυτοματικότητα του φλεβόκομβου που οδηγεί σε βραδυκαρδία που δεν ανταποκρίνεται σε χορήγηση ατροπίνης.
  • Μη συναγωνιστική α- και β-αδρενεργική αναστολή.
  • Μείωση στη φλεβοκομβική, κολπική και κομβική αγωγιμότητα, ιδιότητα η οποία είναι πιο έντονη όσο πιο γρήγορος είναι ο ρυθμός.
  • Καμία αλλαγή στην ενδοκοιλιακή αγωγιμότητα.
  • Αύξηση της ανερέθιστης περιόδου και μείωση της διεγερσιμότητας του μυοκαρδίου στα επίπεδα του κόλπου, κόμβου και κοιλίας.
  • Μείωση της αγωγιμότητας και παράταση της ανερέθιστης περιόδου στις συμπληρωματικές κολποκοιλιακές οδούς.

Αντι-ισχαιμικές ιδιότητες:

  • Μέτρια πτώση των περιφερικών αντιστάσεων και μείωση της καρδιακής συχνότητας που οδηγεί σε ελάττωση της πρόσληψης οξυγόνου.
  • Μη συναγωνιστικές α- και β-αδρενεργικές ανταγωνιστικές ιδιότητες.
  • Αύξηση της στηθαγχικής παροχής που οφείλεται στην άμεση επίδραση στις λείες μυϊκές ίνες των αρτηριών του μυοκαρδίου.
  • Διατήρηση του όγκου παλμού που οφείλεται σε μείωση της αορτικής πίεσης και των περιφερικών αντιστάσεων.

Άλλες:

  • Μειωμένη καρδιακή συσταλτικότητα, κυρίως μετά από ενδοφλέβια ένεση.

Επιπλέον, όταν η αμιωδαρόνη χρησιμοποιείται για καρδιοαναπνευστική ανάνηψη:

Η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα της ενδοφλέβιας αμιωδαρόνης σε ασθενείς με εξωνοσοκομειακή καρδιακή ανακοπή λόγω κοιλιακής μαρμαρυγής ανθεκτικής στην ηλεκτρική ανάταξη έχουν αξιολογηθεί σε δύο διπλές-τυφλές μελέτες: την ARREST, μία μελέτη σύγκρισης μεταξύ αμιωδαρόνης και placebo και την ALIVE, μία μελέτη σύγκρισης μεταξύ αμιωδαρόνης και λιδοκαΐνης. Το πρωτεύον τελικό σημείο και των δύο μελετών ήταν η επιβίωση κατά την είσοδο στο νοσοκομείο.

Στη μελέτη ARREST, 504 ασθενείς με εξωνοσοκομειακή καρδιακή ανακοπή οφειλόμενη σε κοιλιακή μαρμαρυγής ή σε άσφυγμη κοιλιακή ταχυκαρδία ανθεκτική σε τρεις ή περισσότερους απινιδισμούς και επινεφρίνη τυχαιοποιήθηκαν σε 300 mg αμιωδαρόνης σε 20 ml διαλύματος δεξτρόζης 5% ταχέως ενιόμενης σε περιφερική φλέβα (246 ασθενείς) ή σε placebo (258 ασθενείς). Από τους 197 ασθενείς (39%) οι οποίοι επέζησαν για να εισαχθούν στο νοσοκομείο, η αμιωδαρόνη αύξησε σημαντικά την πιθανότητα ανάνηψης και εισαγωγής στο νοσοκομείο: 44% στην ομάδα της αμιωδαρόνης και 34% στην ομάδα του placebo, αντίστοιχα, p = 0,03. Μετά από έλεγχο άλλων ανεξάρτητων παραγόντων κινδύνου, η προσαρμοσμένη αναλογία επιβίωσης κατά την είσοδο στο νοσοκομείο στην ομάδα της αμιωδαρόνης συγκριτικά με την ομάδα placebo ήταν 1,6% (διάστημα εμπιστοσύνης 95%, 1,1 έως 2,4, p = 0,02). Περισσότεροι ασθενείς στην ομάδα της αμιωδαρόνης από ότι στην ομάδα placebo είχαν υπόταση (59% έναντι 25%, p = 0,04) ή βραδυκαρδία (41% έναντι 25%, p = 0,004).

Στη μελέτη ALIVE, 347 ασθενείς με κοιλιακή μαρμαρυγή ανθεκτική σε τρεις απινιδισμούς, επινεφρίνη και έναν επιπλέον απινιδισμό ή με υποτροπή κοιλιακής μαρμαρυγής μετά από αρχικά επιτυχημένο απινιδισμό τυχαιοποιήθηκαν ώστε να λάβουν αμιωδαρόνη (5 mg ανά kg υπολογισθέντος βάρους σώματος σε διάλυμα 30 ml δεξτρόζης 5%) και λιδοκαΐνη ελεγχόμενοι με placebo ή λιδοκαΐνη (1,5 mg ανά kg σε συγκέντρωση των 10 mg ανά ml) και αμιωδαρόνη ελεγχόμενοι με placebo που περιέχει τον ίδιο διαλύτη (polysorbate 80). Από τους 347 ασθενείς που εισήχθηκαν, η αμιωδαρόνη αύξησε σημαντικά την πιθανότητα ανάνηψης και εισαγωγής στο νοσοκομείο: 22,8% στην ομάδα της αμιωδαρόνης (41 ασθενείς από τους 180) και 12% στην ομάδα της λιδοκαΐνης (20 ασθενείς από τους 167), p = 0,009. Μετά από ρύθμιση άλλων παραγόντων οι οποίοι μπορεί να επηρεάσουν την πιθανότητα επιβίωσης, η προσαρμοσμένη αναλογία επιβίωσης κατά την είσοδο στο νοσοκομείο σε δέκτες αμιωδαρόνης συγκριτικά με δέκτες λιδοκαΐνης ήταν 2,49 (διάστημα εμπιστοσύνης 95%, 1,28 έως 4,85, p = 0,007). Δεν υπήρχαν διαφορές μεταξύ των ομάδων θεραπείας στις αναλογίες των ασθενών που χρειάστηκαν θεραπεία της βραδυκαρδίας με ατροπίνη ή της ανόδου της αρτηριακής πίεσης με ντοπαμίνη ή στις αναλογίες των ασθενών που λάμβαναν λιδοκαΐνη ανοιχτά. Η αναλογία των ασθενών στους οποίους προκλήθηκε ασυστολία μετά τον απινιδισμό, που ακολούθησε τη χορήγηση του φαρμάκου της αρχικής μελέτης, ήταν σημαντικά υψηλότερη στην ομάδα της λιδοκαΐνης (28,9%) σε σχέση με την ομάδα της αμιωδαρόνης (18,4%), p = 0,04.

Δεν έχουν πραγματοποιηθεί ελεγχόμενες δοκιμές σε παιδιά.

Σε δημοσιευμένες δοκιμές, αξιολογήθηκε η ασφάλεια της αμιωδαρόνης σε 1.118 παιδιατρικούς ασθενείς με ποικίλες αρρυθμίες. Η παρακάτω δοσολογία χρησιμοποιήθηκε σε κλινικές δοκιμές σε παιδιά.

Δισκία

  • Δόση φόρτισης: 10 έως 20 mg/kg/ημέρα για 7 έως 10 ημέρες (ή 500 mg/m2/ημέρα εκφραζόμενο ανά τετραγωνικό μέτρο)
  • Δόση συντήρησης: η ελάχιστη αποτελεσματική δόση θα πρέπει να χρησιμοποιείται, ανάλογα με την απόκριση του ασθενούς, που μπορεί να κυμαίνεται μεταξύ 5 και 10 mg/kg/ημέρα (ή 250 mg/m2/ημέρα εκφραζόμενο ανά τετραγωνικό μέτρο)

Ενέσιμο διάλυμα

  • Δόση φόρτισης: 5 mg/kg βάρους σώματος για διάστημα από 20 λεπτά έως 2 ώρες
  • Δόση συντήρησης: 10 έως 15 mg/kg/ημέρα από λίγες ώρες έως μερικές ημέρες

Εάν χρειαστεί, η από του στόματος χορήγηση μπορεί να ξεκινήσει ταυτόχρονα στη συνήθη δόση φόρτισης.

Φαρμακοκινητική

Φαρμακοκινητικές

Η αμιωδαρόνη μεταβολίζεται κυρίως από τα CYP3A4, καθώς επίσης και από το CYP2C8. Η αμιωδαρόνη και ο μεταβολίτης της, δεσαιθυλαμιωδαρόνη, έχουν τη δυνατότητα in vitro να αναστέλλουν τα CYP1A1, CYP1A2, CYP2C9, CYP2C19, CYP2D6, CYP3A4, CYP2A6, CYP2B6 και 2C8. Η αμιωδαρόνη και η δεσαιθυλαμιωδαρόνη έχουν, επίσης, τη δυνατότητα αναστολής κάποιων μεταφορέων, όπως η P-gp και ο οργανικός κατιονικός μεταφορέας (OCT2). Μία μελέτη δείχνει μία αύξηση στη συγκέντρωση της κρεατινίνης (OCT2 υπόστρωμα). Δεδομένα in vivo περιγράφουν τις αλληλεπιδράσεις στα υποστρώματα CYP3A4, CYP2C9, CYP2D6 και P-gp.

Μετά την ένεση, τα επίπεδα της αμιωδαρόνης στο αίμα μειώνονται αμέσως, καθώς γίνεται ο εμποτισμός των ιστών. Η αποτελεσματικότητα φθάνει στο μέγιστο 15 λεπτά μετά την ένεση και κατόπιν μειώνεται στις επόμενες 4 ώρες. Σε περίπτωση που δεν επαναλαμβάνεται η ένεση, το φάρμακο αποβάλλεται προοδευτικά. Οι εναποθέσεις στους ιστούς διατηρούνται όταν οι ενέσεις επαναλαμβάνονται ή η θεραπεία συνεχίζεται από το στόμα.

Δεν έχουν πραγματοποιηθεί ελεγχόμενες δοκιμές σε παιδιά. Από τα περιορισμένα στοιχεία που έχουν δημοσιευθεί και είναι διαθέσιμα για τους παιδιατρικούς ασθενείς δεν επισημάνθηκαν διαφορές σε σύγκριση με τους ενήλικες.

Μηχανισμός δράσης
Η αντιαρρυθμική δράση της αμιοδαρόνης μπορεί να οφείλεται σε τουλάχιστον δύο κύριες δράσεις. Παρατείνει τη διάρκεια του δυναμικού δράσης του μυοκαρδίου (φάση 3) και την περίοδο απαντοχής, και δρα ως μη ανταγωνιστικός αναστολέας α- και β-αδρενεργικών υποδοχέων.
Φαρμακοδυναμική

Φαρμακοδυναμικές Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: Αντιαρρυθμικά τάξης ΙΙΙ, κωδικός ATC: C01BD01 #### Αντιαρρυθμικές ιδιότητες: * Παράταση στη φάση 3 του δυναμικού ενέργειας των καρδιακών ινών, οφειλόμενο κυρίως σε μια μείωση της ροής καλίου (κλάση ΙΙΙ κατά…

Φαρμακοκινητική

Φαρμακοκινητικές Η αμιωδαρόνη μεταβολίζεται κυρίως από τα CYP3A4, καθώς επίσης και από το CYP2C8. Η αμιωδαρόνη και ο μεταβολίτης της, δεσαιθυλαμιωδαρόνη, έχουν τη δυνατότητα in vitro να αναστέλλουν τα CYP1A1, CYP1A2, CYP2C9, CYP2C19, CYP2D6, CYP3A4,…

Μεταβολισμός
Αυτό το φάρμακο μεταβολίζεται στον κύριο μεταβολίτη δεσαιθυλαμιωδαρόνη (DEA) από τα ένζυμα CYP3A4 και CYP2C8. Το ένζυμο CYP3A4 βρίσκεται στο ήπαρ και τα έντερα. Ένας υδροξυλιωμένος μεταβολίτης της DEA έχει αναγνωριστεί σε θηλαστικά, αλλά η κλινική του…
Απέκκριση
Ήπαρ

Παρακολούθηση Αγωγής

Εργαστηριακοί & κλινικοί έλεγχοι από το SPC, ανά σύστημα

event_available
stethoscope

Κλινική εξέταση & ζωτικά

Έλεγχος Σύστημα Συχνότητα Προϋπόθεση
Αρτηριακή πίεση monitor_heartΑρτηριακή πίεση & ζωτικά σημεία συνεχής Ενδοφλέβια ένεση σε επείγουσες καταστάσεις
cardiology

ΗΚΓ / Καρδιολογικός έλεγχος

Έλεγχος Σύστημα Συχνότητα Προϋπόθεση
Ηλεκτροκαρδιογράφημα (ΗΚΓ) cardiologyΚαρδιακή λειτουργία (ΗΚΓ/καρδιά) συνεχής Ενδοφλέβια ένεση σε επείγουσες καταστάσεις
Καρδιακή παρακολούθηση cardiologyΚαρδιακή λειτουργία (ΗΚΓ/καρδιά) ενδονοσοκομειακά για τις πρώτες 48 ώρες, μετά εξωνοσοκομειακή ή αυτοπαρακολούθηση της καρδιακής συχνότητας καθημερινά για τουλάχιστον τις πρώτες 2 εβδομάδες Ταυτόχρονη χορήγηση με σοφοσμπουβίρη
όπως παραπάνω Διακοπή αμιωδαρόνης τους τελευταίους μήνες και έναρξη σοφοσμπουβίρης
radiology

Απεικόνιση (CT / MRI / ακτινογραφία)

Έλεγχος Σύστημα Συχνότητα Προϋπόθεση
Ακτινογραφία θώρακα radiologyΑπεικονιστικός έλεγχος Υποψία πνευμονικής τοξικότητας με δύσπνοια προσπάθειας
checklist Συνδυάζετε πολλά φάρμακα; Δείτε το συγκεντρωτικό πρόγραμμα παρακολούθησης arrow_forward

Σκευάσματα & Τιμολόγηση

Δεδομένα ΕΟΦ (04/2026)
Φόρτωση...

Μονογραφίες Πηγών

Αναλυτικό περιεχόμενο ανά πηγή για τεκμηρίωση και έλεγχο

DrugBank

Description

expand_more
Αντιαγγώδες και αντιαρρυθμικό φάρμακο. Αυξάνει τη διάρκεια του δυναμικού δράσης των κοιλιών και των κόλπων, αναστέλλοντας την Na,K-εξαρτώμενη καρδιακή αδενίνη τριφωσφατάση. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα τη μείωση του καρδιακού ρυθμού και της αγγειακής αντίστασης. [PubChem]
DrugBank

Indication

expand_more
Ενδοφλεβίως, για την έναρξη της θεραπείας και την πρόληψη της συχνά υποτροπιάζουσας κοιλιακής μαρμαρυγής και της αιμοδυναμικά ασταθούς κοιλιακής ταχυκαρδίας σε ασθενείς που είναι ανθεκτικοί σε άλλες θεραπείες. Από του στόματος, για τη θεραπεία απειλητικών για τη ζωή υποτροπιαζουσών κοιλιακών αρρυθμιών, όπως η υποτροπιάζουσα κοιλιακή μαρμαρυγή και η υποτροπιάζουσα αιμοδυναμικά ασταθής κοιλιακή ταχυκαρδία.
DrugBank

Pharmacology

expand_more
Η αμιοδαρόνη ανήκει σε μια κατηγορία φαρμάκων που ονομάζονται αντιαρρυθμικοί παράγοντες της Ομάδας III κατά Vaughan-Williams. Χρησιμοποιείται στη θεραπεία ενός ευρέος φάσματος καρδιακών ταχυαρρυθμιών, συμπεριλαμβανομένων τόσο των κοιλιακών όσο και των υπερκοιλιακών (κολπικών) αρρυθμιών. Μετά από ενδοφλέβια χορήγηση σε ανθρώπους, η αμιοδαρόνη χαλαρώνει τον αγγειακό λείο μυ, μειώνει την περιφερική αγγειακή αντίσταση (μεταφορτίο) και αυξάνει ελαφρώς τον καρδιακό δείκτη. Η αμιοδαρόνη παρατείνει τη φάση 3 του καρδιακού δυναμικού δράσης. Ωστόσο, έχει πολυάριθμες άλλες επιδράσεις, συμπεριλαμβανομένων δράσεων που είναι παρόμοιες με αυτές των αντιαρρυθμικών κατηγοριών Ia, II και IV. Η αμιοδαρόνη παρουσιάζει δράσεις παρόμοιες με β-αναστολείς και αναστολείς διαύλων ασβεστίου στους κόμβους SA και AV, αυξάνει την περίοδο απαντοχής μέσω επιδράσεων στα ιόντα νατρίου και καλίου, και επιβραδύνει την ενδοκαρδιακή αγωγή του καρδιακού δυναμικού δράσης, μέσω επιδράσεων στα ιόντα νατρίου.
DrugBank

Mechanism of action

expand_more
Η αντιαρρυθμική δράση της αμιοδαρόνης μπορεί να οφείλεται σε τουλάχιστον δύο κύριες δράσεις. Παρατείνει τη διάρκεια του δυναμικού δράσης του μυοκαρδίου (φάση 3) και την περίοδο απαντοχής, και δρα ως μη ανταγωνιστικός αναστολέας α- και β-αδρενεργικών υποδοχέων.
DrugBank

Absorption

expand_more
Αργή και μεταβλητή (απορροφάται περίπου 20 έως 55% της από του στόματος δόσης).
DrugBank

Half life

expand_more
58 ημέρες (εύρος 15-142 ημέρες)
DrugBank

Protein binding

expand_more

96%

DrugBank

Route of elimination

expand_more
Η αμιοδαρόνη αποβάλλεται κυρίως μέσω ηπατικής μεταβολισμού και χολικής απέκκρισης και υπάρχει αμελητέα απέκκριση αμιοδαρόνης ή DEA στα ούρα.
DrugBank

Volume of distribution

expand_more
null
DrugBank

Clearance

expand_more
  • 90-158 mL/h/kg [Υγιείς με εφάπαξ δόση IV (5 mg/kg σε 15 min)]
  • 100 mL/h/kg [Φυσιολογικά άτομα > 65 ετών]
  • 150 mL/h/kg [νεότεροι]
  • 220 και 440 mL/h/kg [ασθενείς με VT και VF]
DrugBank

Toxicity

expand_more
Ενδοφλέβια, ποντικός: LD50 = 178 mg/kg. Ορισμένες παρενέργειες έχουν σημαντικό ποσοστό θνησιμότητας: συγκεκριμένα, ηπατίτιδα, επιδείνωση άσθματος και συμφορητικής καρδιακής ανεπάρκειας, και πνευμονίτιδα.
query_stats Κρίσιμα Στοιχεία

Ημίσεια ζωή

58 ημέρες (15-142 ημέρες)
DrugBank

Δέσμευση πρωτεϊνών

>96%
DrugBank

Βιοδιαθεσιμότητα

20-55%
DrugBank

Απέκκριση

Ήπαρ
DrugBank

Καθαρίζει (~5×t½)

≈ 290 ημέρες
Εργαλείο washout arrow_forward
science
Εργαλεία & Οδηγίες Όλα →

Πρωτόκολλα Συνταγογράφησης

📋 Υπερκοιλιακές Ταχυκαρδίες Υπουργείο Υγείας — Επιστημονική Ομάδα Καρδιαγγειακών Νοσημάτων

Συνταγογραφείται εφόσον ο ασθενής εντάσσεται σε κάποιο από τα παρακάτω βήματα:

  • ΒΗΜΑ Acute-Wide C01BD01
    Άμεση Διαχείριση — Ευρέα QRS, Ρυθμική
    Ρυθμική ταχυκαρδία ευρέα QRS, αιμοδυναμικά σταθερός — αντιμετώπιση όπως ΚΤ
    Δοσολογία: 150 mg IV → 1 mg/min · Άμεσα
  • ΒΗΜΑ Focal-AT C01BD01
    Εστιακή Κολπική Ταχυκαρδία (Focal AT)
    Εστιακή κολπική ταχυκαρδία
    Δοσολογία: 200 mg/ημέρα · Συνεχής
  • ΒΗΜΑ Junctional-NonReentry C01BD01
    Κομβική Ταχυκαρδία Μη Επανεισόδου
    Κομβική ταχυκαρδία μη οφειλόμενη σε επανείσοδο
    Δοσολογία: 150 mg IV → 1 mg/min · Άμεσα
  • ΒΗΜΑ Antidromic-AVRT C01BD01
    Αντίδρομη Κολποκοιλιακή Ταχυκαρδία Επανεισόδου
    Αντίδρομη AVRT
    Δοσολογία: 150 mg IV · Άμεσα
📋 Διαχείριση και θεραπευτική κοιλιακών αρρυθμιών Θεραπευτικό Πρωτόκολλο — Υπ. Υγείας, Επιστημονική Ομάδα Καρδιαγγειακών Νοσημάτων, 2024

Συνταγογραφείται εφόσον ο ασθενής εντάσσεται σε κάποιο από τα παρακάτω βήματα:

  • ΒΗΜΑ 2 C01BD01
    Οξύ επεισόδιο sVT — αιμοδυναμικά σταθής με δομική νόσο
  • ΒΗΜΑ 3B C01BD01
    Ιδιοπαθής VT από άλλες εντοπίσεις
  • ΒΗΜΑ 4 C01BD01
    Ηλεκτρική θύελλα στα πλαίσια ΟΣΣ
  • ΒΗΜΑ 5 C01BD01
    Ηλεκτρική θύελλα από μονόμορφη VT (δομική κ/π)
  • ΒΗΜΑ 6.2 C01BD01
    Ισχαιμική μυοκαρδιοπάθεια — Χρόνια αντιμετώπιση κοιλιακών αρρυθμιών
  • ΒΗΜΑ 6.3 C01BD01
    Διατατική / μη συμπαγές μυοκάρδιο / χρόνια μυοκαρδίτιδα
  • ΒΗΜΑ 6.4 C01BD01
    Υπερτροφική μυοκαρδιοπάθεια
  • ΒΗΜΑ 6.5 C01BD01
    Αρρυθμιογόνος μυοκαρδιοπάθεια δεξιάς κοιλίας
trending_down

Απόσυρση / Deprescribing

IMPACT

Αντιαρρυθμικά

Με ειδικό CR: Υψηλό DP: Υψηλό
open_in_new Δείτε στον οδηγό IMPACT arrow_forward

Επιστημονικό Προφίλ

expand_more
CID
2157
Μοριακός τύπος
C25H29I2NO3
Μοριακό βάρος
645.3
IUPAC
(2-butyl-1-benzofuran-3-yl)-[4-[2-(diethylamino)ethoxy]-3,5-diiodophenyl]methanone
InChIKey
IYIKLHRQXLHMJQ-UHFFFAOYSA-N
Κατάταξη MeSH
  • Παράγοντες που χρησιμοποιούνται για τη θεραπεία ή την πρόληψη καρδιακών αρρυθμιών. Μπορεί να επηρεάζουν τη φάση πόλωσης-επαναπόλωσης του δυναμικού ενέργειας, τη διεγερσιμότητά του ή την περίοδο ανερέθιστου, ή την αγωγιμότητα ή την ανταπόκριση της μεμβράνης εντός των καρδιακών ινών. Οι αντιαρρυθμικοί παράγοντες ταξινομούνται συχνά σε τέσσερις κύριες ομάδες ανάλογα με τον μηχανισμό δράσης τους: αποκλεισμός διαύλων νατρίου, αποκλεισμός βήτα-αδρενεργικών υποδοχέων, παράταση επαναπόλωσης ή αποκλεισμός διαύλων ασβεστίου.

  • Φάρμακα που χρησιμοποιούνται για την πρόκληση αγγειοδιαστολής.

  • Μια κατηγορία φαρμάκων που δρουν με αναστολή της εκροής καλίου μέσω των κυτταρικών μεμβρανών. Ο αποκλεισμός των διαύλων καλίου παρατείνει τη διάρκεια των ΔΥΝΑΜΙΚΩΝ ΕΝΕΡΓΕΙΑΣ. Χρησιμοποιούνται ως ΑΝΤΙΑΡΡΥΘΜΙΚΟΙ ΠΑΡΑΓΟΝΤΕΣ και ΑΓΓΕΙΟΔΙΑΣΤΟΛΙΚΟΙ ΠΑΡΑΓΟΝΤΕΣ.

  • Μια κατηγορία φαρμάκων που δρουν με αναστολή της εισροής νατρίου μέσω των κυτταρικών μεμβρανών. Ο αποκλεισμός των διαύλων νατρίου επιβραδύνει τον ρυθμό και το πλάτος της αρχικής ταχείας εκπόλωσης, μειώνει την κυτταρική διεγερσιμότητα και μειώνει την ταχύτητα αγωγιμότητας.

  • Φάρμακα και ενώσεις που αναστέλλουν ή αντιμετωπίζουν τη βιοσύνθεση ή τις δράσεις του ΚΥΤΟΧΡΩΜΑΤΟΣ P-450 CYP1A2.

  • Φάρμακα και ενώσεις που αναστέλλουν ή αντιμετωπίζουν τη βιοσύνθεση ή τις δράσεις του ΚΥΤΟΧΡΩΜΑΤΟΣ P-450 CYP2C9.

  • Φάρμακα και ενώσεις που αναστέλλουν ή αντιμετωπίζουν τη βιοσύνθεση ή τις δράσεις του ΚΥΤΟΧΡΩΜΑΤΟΣ P-450 CYP2D6.

  • Φάρμακα και ενώσεις που αναστέλλουν ή αντιμετωπίζουν τη βιοσύνθεση ή τις δράσεις του ΚΥΤΟΧΡΩΜΑΤΟΣ P-450 CYP3A.