Clinio Logo
Clinio
ΔΡΑΣΤΙΚΗ ΟΥΣΙΑ R03AK07 SPC ΕΟΦ DrugBank PubChem Σκευάσματα

FORMOTEROL + BUDESONIDE

Θεραπευτικός παράγοντας σε κλινική χρήση. Δείτε το κλινικό και φαρμακολογικό προφίλ για περισσότερες λεπτομέρειες.

Εμπορικά Ονόματα

Πληροφορίες Συνταγογράφησης

Επιμελημένα δεδομένα από το SPC

SPCαναθ. 02/2021
medication

Δοσολογία

ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Οδός χορήγησης: Χρήση δια εισπνοής Δοσολογία Άσθμα Το Pulmoton δεν συνιστάται για την αρχική θεραπεία του άσθματος. Η δοσολογία των επιμέρους συστατικών του Pulmoton είναι ξεχωριστή και πρέπει να προσαρμόζεται ανάλογα με τη βαρύτητα της πάθησης. Αυτό πρέπει να λαμβάνεται υπόψη όχι μόνο κατά την έναρξη της θεραπείας με προϊόντα σταθερού συνδυασμού αλλά και όταν γίνεται προσαρμογή της δοσολογίας συντήρησης. Εάν για έναν συγκεκριμένο ασθενή απαιτείται διαφορετικός συνδυασμός δόσεων από αυτόν που διατίθεται με το προϊόν σταθερού συνδυασμού, είναι απαραίτητη η συνταγογράφηση κατάλληλων δόσεων αγωνιστών των β 2 -αδρενεργικών υποδοχέων και/ή κορτικοστεροειδών σε ανεξάρτητες συσκευές. Οι ασθενείς θα πρέπει να επανεξετάζονται τακτικά από τον γιατρό τους, έτσι ώστε η δόση του Pulmoton που λαμβάνουν να παραμένει η καλύτερη δυνατή. Η δόση θα πρέπει να προσαρμόζεται στη μικρότερη δυνατή με την οποία διατηρείται αποτελεσματικός έλεγχος των συμπτωμάτων. Οι ασθενείς θα πρέπει να επανεκτιμούνται τακτικά από τον ιατρό, έτσι ώστε η δόση του Pulmoton που λαμβάνουν να παραμένει η καλύτερη δυνατή. Όταν επιτευχθεί ο μακροχρόνιος έλεγχος των συμπτωμάτων με τη μικρότερη συνιστώμενη δόση, τότε στο επόμενο στάδιο μπορεί να γίνει δοκιμή χορήγησης μόνο του εισπνεόμενου κορτικοστεροειδούς. Υπάρχουν δύο εναλλακτικές επιλογές για την θεραπεία του άσθματος με Pulmoton: Α. Pulmoton θεραπεία συντήρησης: Το Pulmoton λαμβάνεται ως τακτική θεραπεία συντήρησης μαζί με ένα ξεχωριστό βρογχοδιασταλτικό ταχείας δράσης για την άμεση ανακούφιση των συμπτωμάτων. Β. Pulmoton θεραπεία συντήρησης και ανακούφισης: Το Pulmoton 100/6 μικρογραμμαρίων ή 200/6 μικρογραμμαρίων λαμβάνεται και ως τακτική θεραπεία συντήρησης και κατ΄ επίκληση για την αντιμετώπιση των συμπτωμάτων. Α. Pulmoton θεραπεία συντήρησης: Στους ασθενείς θα πρέπει να δίνεται η συμβουλή, να έχουν πάντα μαζί τους το ταχείας δράσης βρογχοδιασταλτικό τους, ώστε να το χρησιμοποιούν όποτε υπάρχει ανάγκη για ανακούφιση. Συνιστώμενες δόσεις: Ενήλικες (18 ετών και άνω): 1-2 εισπνοές 100/6 μικρογραμμαρίων, δύο φορές την ημέρα. Μερικοί ασθενείς μπορεί να χρειαστούν μέχρι τη μέγιστη δόση των 4 εισπνοών δύο φορές 3 την ημέρα. ή 1-2 εισπνοές 200/6 μικρογραμμαρίων δυο φορές την ημέρα. Μερικοί ασθενείς μπορεί να χρειαστούν μέχρι τη μέγιστη δόση των 4 εισπνοών δύο φορές την ημέρα ή 1 εισπνοή 400/12 μικρογραμμαρίων δυο φορές την ημέρα. Μερικοί ασθενείς μπορεί να χρειαστούν μέχρι τη μέγιστη δόση των 2 εισπνοών δύο φορές την ημέρα. Στην καθημερινή κλινική πρακτική, όταν έχει επιτευχθεί ο έλεγχος των συμπτωμάτων με χορήγηση δύο φορές την ημέρα, η ρύθμιση στη μικρότερη αποτελεσματική δόση μπορεί να γίνει με Pulmoton χορηγούμενο μια φορά την ημέρα, όταν σύμφωνα με την γνώμη του γιατρού για την διατήρηση του ελέγχου απαιτείται ένα μακράς δράσης βρογχοδιασταλτικό σε συνδυασμό με ένα εισπνεόμενο κορτικοστεροειδές. Η αυξανόμενη χρήση ενός ξεχωριστού βρογχοδιασταλτικού ταχείας δράσης είναι ένδειξη επιδείνωσης της υποκείμενης κατάστασης και επιβάλλει επανεκτίμηση της αντιασθματικής θεραπείας. Παιδιά ηλικίας κάτω των 18 ετών: Καθώς υπάρχουν διαθέσιμα μόνο περιορισμένα δεδομένα, το Pulmoton δεν συνιστάται σε παιδιά μικρότερα από 18 ετών. Β. Θεραπεία συντήρησης και ανακούφισης με Pulmoton 100/6 μικρογραμμαρίων ή 200/6 μικρογραμμαρίων: Οι ασθενείς λαμβάνουν το Pulmoton 100/6 μικρογραμμαρίων ή 200/6 μικρογραμμαρίων για την καθημερινή θεραπεία συντήρησης και επιπλέον λαμβάνουν το Pulmoton 100/6 μικρογραμμαρίων ή 200/6 μικρογραμμαρίων και κατ’ επίκληση για την αντιμετώπιση των συμπτωμάτων. Στους ασθενείς θα πρέπει να δίνεται η συμβουλή, να έχουν πάντα μαζί τους το Pulmoton 100/6 μικρογραμμαρίων ή 200/6 μικρογραμμαρίων για κατ’ επίκληση χρήση. Η χορήγηση Pulmoton 100/6 μικρογραμμαρίων ή 200/6 μικρογραμμαρίων ως θεραπεία συντήρησης και ανακούφισης πρέπει να λαμβάνεται υπόψη ιδιαίτερα σε ασθενείς με:  μη επαρκή έλεγχο του άσθματος και με ανάγκη συχνής λήψης ανακουφιστικού φαρμάκου.  ιστορικό παροξύνσεων άσθματος για τις οποίες απαιτήθηκε ιατρική παρέμβαση. Σε ασθενείς που λαμβάνουν συχνά μεγάλο αριθμό εισπνοών Pulmoton κατ’ επίκληση απαιτείται προσεκτική παρακολούθηση για δοσοεξαρτώμενες ανεπιθύμητες ενέργειες. Συνιστώμενες δόσεις: Ενήλικες (ηλικίας από 18 ετών και άνω): Η συνιστώμενη δόση συντήρησης είναι 2 εισπνοές 100/6 μικρογραμμαρίων ή 200/6 μικρογραμμαρίων την ημέρα, χορηγούμενες είτε ως μία εισπνοή το πρωί και μία το βράδυ ή 2 εισπνοές μαζί το πρωί ή το βράδυ. Μερικοί ασθενείς που λαμβάνουν το Pulmoton 200/6 μικρογραμμαρίων μπορεί να χρειαστούν ως δόση συντήρησης 2 εισπνοές δυο φορές την ημέρα. Οι ασθενείς θα πρέπει να λαμβάνουν 1 επιπλέον εισπνοή κατ΄ επίκληση ανάλογα με τα συμπτώματα. Αν τα συμπτώματα επιμένουν μετά την πάροδο λίγων λεπτών, θα πρέπει να λαμβάνεται μία επιπλέον εισπνοή. Δεν πρέπει να λαμβάνονται περισσότερες από 6 εισπνοές τη φορά. Υπό φυσιολογικές συνθήκες δεν απαιτούνται περισσότερες από 8 εισπνοές συνολικά στην διάρκεια της ημέρας, ωστόσο μέχρι και 12 εισπνοές συνολικά ημερησίως μπορεί να χρησιμοποιηθούν για περιορισμένο χρονικό διάστημα. Στους ασθενείς που χρησιμοποιούν περισσότερες από 8 εισπνοές ημερησίως συστήνεται έντονα να αναζητήσουν ιατρική συμβουλή. Πρέπει να επαναξιολογηθούν και να επανεκτιμηθεί η θεραπεία συντήρησής τους. Παιδιά ηλικίας κάτω των 18 ετών: Το Pulmoton ως θεραπεία συντήρησης και ανακούφισης δεν συνιστάται σε παιδιά. 4 Το Pulmoton 400/12 μικρογραμμαρίων πρέπει να χρησιμοποιείται μόνο ως θεραπεία συντήρησης με Pulmoton. Διατίθενται μικρότερες περιεκτικότητες για τη θεραπεία συντήρησης και ανακούφισης με Pulmoton (200/6 μικρογραμμάρια/εισπνοή και 100/6 μικρογραμμάρια/εισπνοή). ΧΑΠ Συνιστώμενες δόσεις Ενήλικες: 2 εισπνοές 200/6 μικρογραμμαρίων δυο φορές την ημέρα ή 1 εισπνοή 400/12 μικρογραμμαρίων, δυο φορές την ημέρα. Γενικές πληροφορίες Ειδικές ομάδες ασθενών: Δεν απαιτείται ιδιαίτερη τροποποίηση της δοσολογίας σε ηλικιωμένους ασθενείς. Δεν υπάρχουν διαθέσιμα στοιχεία σχετικά με τη χρήση του Pulmoton σε ασθενείς με ηπατική ή νεφρική δυσλειτουργία. Καθώς η βουδεσονίδη και η φορμοτερόλη αποβάλλονται κυρίως μέσω ηπατικού μεταβολισμού, αναμένεται αύξηση της έκθεσης σε ασθενείς με σοβαρή κίρρωση του ήπατος. Τρόπος χορήγησης Οδηγίες για το σωστό τρόπο χρήσης του Elpenhaler: Το Elpenhaler είναι μια συσκευή εισπνοών για τη λήψη φαρμάκων υπό τη μορφή ξηρής σκόνης σε κυψέλες μιας δόσης σε μια ειδικά σχεδιασμένη ταινία (blister). Το Pulmoton περιέχει δύο φάρμακα σε έναν φαρμακευτικό συνδυασμό. Κάθε κυψέλη περιέχει μία (1) δόση του φαρμακευτικού συνδυασμού (εφάπαξ δόση). Σημείωση: Είναι σημαντικό να καθοδηγείται ο ασθενής  να διαβάζει προσεκτικά τις οδηγίες χρήσης της συσκευής που περιέχονται στο φύλλο οδηγιών χρήσης το οποίο υπάρχει σε κάθε συσκευασία συσκευής Elpenhaler.  να εισπνέει δυνατά και βαθιά μέσω του επιστομίου της συσκευής, έτσι ώστε να εξασφαλίζεται η εισπνοή της βέλτιστης δόσης του φαρμάκου  να μην εκπνέει ποτέ μέσα στο επιστόμιο της συσκευής  να κλείνει το κάλυμμα της συσκευής Elpenhaler μετά τη χρήση  να ξεπλένει το στόμα του με νερό μετά από την εισπνοή της δόσης συντήρησης έτσι ώστε να ελαχιστοποιηθεί ο κίνδυνος εμφάνισης στοματοφαρυγγικής μυκητίασης. Αν παρουσιαστεί στοματοφαρυγγική μυκητίαση, ο ασθενής θα πρέπει να ξεπλένει το στόμα του με νερό και μετά από τις κατ’ επίκληση εισπνοές. Ο ασθενής μπορεί να μην αισθανθεί καμία απολύτως γεύση ή να μην αισθανθεί καθόλου το φάρμακο όταν χρησιμοποιεί το Pulmoton, επειδή η ποσότητα του εισπνεόμενου φαρμάκου είναι μικρή.
block

Αντενδείξεις

ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Υπερευαισθησία στις δραστικές ουσίες ή στο έκδοχο που αναφέρεται στην παράγραφο 6.1 (λακτόζη, η οποία περιέχει μικρές ποσότητες πρωτεϊνών του γάλακτος).
warning

Προειδοποιήσεις & Προφυλάξεις

ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Σε περίπτωση διακοπής της θεραπείας, συνιστάται η δόση να μειώνεται σταδιακά και να μην διακόπτεται απότομα. Αν οι ασθενείς βρίσκουν τη θεραπεία αναποτελεσματική ή υπερβαίνουν την υψηλότερη συνιστώμενη δόση του Pulmoton, πρέπει να ζητήσουν ιατρική συμβουλή (βλέπε παράγραφο 5 4.2). Αιφνίδια και προοδευτική επιδείνωση της κατάστασης και απώλεια του ελέγχου του άσθματος μπορεί να αποβεί απειλητική για τη ζωή του ασθενή και θα πρέπει να γίνει επείγουσα αξιολόγηση της κλινικής κατάστασης του ασθενή. Σ’ αυτήν την περίπτωση πρέπει να επανεκτιμηθεί η ανάγκη αύξησης της δόσης των κορτικοστεροειδών π.χ. ένα σχήμα χορήγησης κορτικοστεροειδών από το στόμα ή θεραπεία με αντιβιοτικά, αν συνυπάρχει λοίμωξη. Στους ασθενείς θα πρέπει να δίνεται η συμβουλή, να έχουν πάντα μαζί τους το ανακουφιστικό φάρμακο, είτε το Pulmoton (για τους ασθενείς που χρησιμοποιούν το Pulmoton ως θεραπεία συντήρησης και ανακούφισης) ή ένα ξεχωριστό βρογχοδιασταλτικό ταχείας δράσης (για τους ασθενείς που χρησιμοποιούν το Pulmoton ως θεραπεία συντήρησης μόνο). Θα πρέπει να υπενθυμίζεται στους ασθενείς να λαμβάνουν τη δόση συντήρησης με το Pulmoton όπως τους έχει συνταγογραφηθεί ακόμη και όταν δεν παρουσιάζουν συμπτώματα. Η προφυλακτική χρήση του Pulmoton, π.χ. πριν την άσκηση δεν έχει μελετηθεί. Οι κατ’ επίκληση εισπνοές του Pulmoton πρέπει να λαμβάνονται για την ανακούφιση των συμπτωμάτων του άσθματος αλλά δεν προορίζονται για την συνήθη προφυλακτική χρήση π.χ. πριν την άσκηση. Για αυτή την χρήση πρέπει να εξετασθεί η χορήγηση ενός ξεχωριστού βρογχοδιασταλτικού ταχείας δράσης. Εφόσον τα συμπτώματα του άσθματος τεθούν υπό έλεγχο, θα μπορούσε να εκτιμηθεί η ανάγκη σταδιακής μείωσης της δόσης του Pulmoton. Η συστηματική παρακολούθηση των ασθενών κατά τη φάση μείωσης της δόσης είναι σημαντική. Πρέπει να χορηγείται η χαμηλότερη αποτελεσματική δόση του Pulmoton (βλέπε παράγραφο 4.2). Οι ασθενείς δεν πρέπει να ξεκινούν με Pulmoton κατά τη διάρκεια μιας παρόξυνσης ή αν έχουν σημαντική επιδείνωση ή οξεία επιδείνωση του άσθματος. Κατά την διάρκεια της θεραπείας με Pulmoton, μπορεί να παρουσιασθούν σοβαρές ανεπιθύμητες ενέργειες που σχετίζονται με το άσθμα καθώς και παροξύνσεις αυτού. Αν τα συμπτώματα δεν ελέγχονται ή επιδεινώνονται μετά την έναρξη της χορήγησης του Pulmoton, θα πρέπει να συνιστάται στους ασθενείς να συνεχίζουν μεν τη θεραπεία με αυτό, αλλά να ζητούν επίσης ιατρική συμβουλή. Δεν υπάρχουν διαθέσιμα δεδομένα από κλινικές μελέτες σχετικά με Pulmoton σε ασθενείς με ΧΑΠ με FEV 1 >50% του προβλεπόμενου φυσιολογικού πριν τη χορήγηση βρογχοδιασταλτικού και με FEV 1 <70% του προβλεπόμενου φυσιολογικού μετά τη χορήγηση βρογχοδιασταλτικού (βλέπε παράγραφο 5.1). Όπως και με άλλες θεραπείες που χορηγούνται υπό μορφή εισπνοών, είναι πιθανή η εμφάνιση παράδοξου βρογχόσπασμου, με άμεση επίταση του συριγμού και της δύσπνοιας μετά την εισπνοή της χορηγούμενης δόσης. Σε περίπτωση που ο ασθενής εμφανίσει παράδοξο βρογχόσπασμο το Pulmoton πρέπει να διακόπτεται άμεσα, θα πρέπει να επανεκτιμάται η θεραπεία του ασθενούς και να δίνεται άλλη εναλλακτική αγωγή, όταν κρίνεται αναγκαίο. Ο παράδοξος βρογχόσπασμος αποκρίνεται στα εισπνεόμενα βρογχοδιασταλτικά ταχείας δράσης και πρέπει να χορηγούνται άμεσα (βλ. παράγραφο 4.8). Είναι επίσης πιθανή η εμφάνιση συστηματικών επιδράσεων μετά τη χρήση οποιουδήποτε εισπνεόμενου κορτικοστεροειδούς, ιδιαίτερα κατά τη συνταγογράφηση υψηλών δόσεων για μεγάλες χρονικές περιόδους. H εμφάνιση αυτών των επιδράσεων είναι πολύ λιγότερο πιθανή με τη θεραπεία υπό μορφή εισπνοών, σε σύγκριση με τα από του στόματος χορηγούμενα κορτικοστεροειδή. Οι πιθανές συστηματικές επιδράσεις περιλαμβάνουν σύνδρομο Cushing, χαρακτηριστικά που προσομοιάζουν με το σύνδρομο Cushing, καταστολή των επινεφριδίων, καθυστέρηση της 6 ανάπτυξης στα παιδιά και τους εφήβους, μείωση της οστικής πυκνότητας, καταρράκτη και γλαύκωμα και πιο σπάνια, μια σειρά ψυχολογικών ή συμπεριφορικών επιδράσεων, όπου συμπεριλαμβάνονται ψυχοκινητική υπερδραστηριότητα, διαταραχές του ύπνου, άγχος, κατάθλιψη ή επιθετικότητα (ιδιαίτερα σε παιδιά) (βλέπε παράγραφο 4.8). Πρέπει να λαμβάνονται υπόψη οι πιθανές επιδράσεις στην οστική πυκνότητα, ιδιαίτερα σε ασθενείς που χορηγούνται υψηλές δόσεις για μεγάλο διάστημα και οι οποίοι έχουν συνυπάρχοντες παράγοντες κινδύνου για οστεοπόρωση. Μακροχρόνιες μελέτες σε παιδιά με εισπνεόμενη βουδεσονίδη, με μέση ημερήσια δοσολογία 400 μικρογραμμάρια (μετρούμενη δόση) ή σε ενήλικες με ημερήσια δοσολογία 800 μικρογραμμάρια (μετρούμενη δόση), δεν έδειξαν κάποια σημαντική επίδραση στην οστική πυκνότητα. Δεν υπάρχουν διαθέσιμες πληροφορίες σχετικά με την επίδραση του Pulmoton σε υψηλότερες δόσεις. Όταν υπάρχει υπόνοια διαταραχής της λειτουργίας των επινεφριδίων από προηγούμενη συστηματική θεραπεία με στεροειδή, η αλλαγή της θεραπείας των ασθενών σε θεραπεία με Pulmoton πρέπει να γίνεται με προσοχή. Τα οφέλη της θεραπείας με εισπνεόμενη βουδεσονίδη κανονικά ελαχιστοποιούν την ανάγκη χορήγησης στεροειδών από του στόματος. Στους ασθενείς όμως που αλλάζουν από τα από του στόματος χορηγούμενα στεροειδή ο κίνδυνος υπολειτουργίας των επινεφριδίων μπορεί να διατηρηθεί για αρκετό χρονικό διάστημα. Η ανάρρωση μετά τη διακοπή της θεραπείας με στεροειδή από του στόματος μπορεί να πάρει αρκετό χρονικό διάστημα και έτσι, στους ασθενείς που εξαρτώνται από τα από του στόματος στεροειδή και αλλάζουν σε εισπνεόμενη βουδεσονίδη, ο κίνδυνος υπολειτουργίας των επινεφριδίων μπορεί να διατηρηθεί για αρκετό χρονικό διάστημα. Σε τέτοιες περιπτώσεις η δράση του άξονα υποθαλάμου-υπόφυσηςεπινεφριδίων πρέπει να παρακολουθείται τακτικά. Η παρατεταμένη θεραπεία με υψηλές δόσεις εισπνεόμενων κορτικοστεροειδών, ιδιαίτερα με δόσεις υψηλότερες από τις συνιστώμενες, μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα κλινικώς σημαντική καταστολή των επινεφριδίων. Ως εκ τούτου, πρέπει να εξετάζεται η επιπρόσθετη κάλυψη με συστηματικά κορτικοστεροειδή κατά τη διάρκεια περιόδων καταπόνησης όπως σοβαρών λοιμώξεων ή προγραμματισμένων χειρουργικών επεμβάσεων. Η ταχεία μείωση της δόσης των στεροειδών μπορεί να προκαλέσει οξεία επινεφριδιακή κρίση. Τα συμπτώματα και σημεία που μπορεί να παρατηρηθούν σε οξεία επινεφριδιακή κρίση μπορεί να είναι κάπως ασαφή, αλλά μπορεί να περιλαμβάνουν ανορεξία, κοιλιακό άλγος, απώλεια βάρους σώματος, κόπωση, κεφαλαλγία, ναυτία, έμετο, μειωμένο επίπεδο συνείδησης, σπασμούς, υπόταση και υπογλυκαιμία. Η θεραπεία με συμπληρωματικά συστηματικά στεροειδή ή με εισπνεόμενη βουδεσονίδη δεν πρέπει να διακόπτεται απότομα. Κατά την αλλαγή από την από του στόματος θεραπεία σε Pulmoton, θα εμφανιστεί μία γενικά χαμηλότερη συστηματική δράση των στεροειδών που μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα την εμφάνιση αλλεργικών ή αρθριτικών συμπτωμάτων όπως ρινίτιδα, έκζεμα και μυαλγίες και αρθραλγίες. Για αυτές τις καταστάσεις πρέπει να ξεκινάει ειδική θεραπεία. Σε σπάνιες περιπτώσεις, εάν εμφανιστούν συμπτώματα όπως κούραση, κεφαλαλγία, ναυτία και έμετος, πρέπει να υπάρχουν υπόνοιες για γενική ανεπαρκή δράση των γλυκοκορτικοειδών. Σε αυτές τις περιπτώσεις, είναι ορισμένες φορές απαραίτητη μία προσωρινή αύξηση στη δόση των από του στόματος γλυκοκορτικοστεροειδών. Για να μειωθεί ο κίνδυνος μυκητίασης του στοματοφάρυγγα, (βλέπε παράγραφο 4.8), θα πρέπει να συνιστάται στον ασθενή να ξεπλένει το στόμα του με νερό μετά την εισπνοή της δόσης συντήρησης. Αν παρουσιαστεί στοματοφαρυγγική μυκητίαση, ο ασθενής θα πρέπει επίσης να ξεπλένει το στόμα του με νερό μετά από τις κατ’ επίκληση εισπνοές. 7 Ταυτόχρονη θεραπεία με ιτρακοναζόλη, ριτοναβίρη ή άλλους ισχυρούς αναστολείς του CYP3A4 πρέπει να αποφεύγεται (βλέπε παράγραφο 4.5). Αν αυτό δεν είναι εφικτό, πρέπει το χρονικό διάστημα που παρεμβάλλεται μεταξύ της χορήγησης των φαρμάκων που εμφανίζουν αλληλεπιδράσεις να είναι όσο το δυνατόν μεγαλύτερο. Το Pulmoton ως θεραπεία συντήρησης και ανακούφισης δεν συνιστάται σε ασθενείς που χρησιμοποιούν ισχυρούς αναστολείς του CYP3A4. Το Pulmoton πρέπει να χορηγείται με προσοχή σε ασθενείς με θυρεοτοξίκωση, φαιοχρωμοκύτωμα, σακχαρώδη διαβήτη, μη αντιμετωπισθείσα υποκαλιαιμία, υπερτροφική αποφρακτική καρδιομυοπάθεια, ιδιοπαθή υποβαλβιδική αορτική στένωση, σοβαρή υπέρταση, ανεύρυσμα ή άλλες σοβαρές καρδιαγγειακές παθήσεις, όπως ισχαιμική καρδιοπάθεια, ταχυαρρυθμίες ή σοβαρή καρδιακή ανεπάρκεια. Πρέπει να δίνεται με προσοχή σε ασθενείς με παράταση του QTc-διαστήματος. Η φορμοτερόλη από μόνη της μπορεί να προκαλέσει παράταση του QTc-διαστήματος. Θα πρέπει να επανεκτιμηθεί η ανάγκη χορήγησης και η δόση των εισπνεόμενων κορτικοστεροειδών σε ασθενείς με ενεργό ή λανθάνουσα πνευμονική φυματίωση, μυκητιασικές ή ιογενείς λοιμώξεις των αεραγωγών. Δυνητικά σοβαρή υποκαλιαιμία μπορεί να προκύψει σαν αποτέλεσμα υψηλών δόσεων αγωνιστών των β 2 -αδρενεργικών υποδοχέων. Η ταυτόχρονη χορήγηση αγωνιστών των β 2 αδρενεργικών υποδοχέων με φάρμακα, τα οποία μπορούν να προκαλέσουν υποκαλιαιμία ή να ενισχύσουν τις συνέπειες της υποκαλιαιμίας π.χ. παράγωγα ξανθίνης, στεροειδή και διουρητικά, μπορεί να αυξήσει την πιθανότητα πρόκλησης υποκαλιαιμίας των αγωνιστών των β 2 -αδρενεργικών υποδοχέων. Ιδιαίτερη προσοχή απαιτείται σε ασθενείς με ασταθές άσθμα που χρησιμοποιούν διάφορα βρογχοδιασταλτικά για άμεση ανακούφιση, με οξεία κρίση σοβαρού άσθματος, καθώς ο σχετικός κίνδυνος υποκαλιαιμίας μπορεί να ενισχυθεί από την υποξία και σε άλλες καταστάσεις που είναι αυξημένη η πιθανότητα εμφάνισης υποκαλιαιμίας. Σε τέτοιες περιπτώσεις, συνιστάται να ελέγχονται τα επίπεδα του καλίου του ορού. Όπως με όλους τους αγωνιστές των β 2 -αδρενεργικών υποδοχέων, σε διαβητικούς ασθενείς πρέπει να εξετάζεται η διενέργεια συχνότερου ελέγχου των επιπέδων της γλυκόζης στο αίμα. Ενδέχεται να αναφερθεί οπτική διαταραχή με τη συστηματική και τοπική χρήση κορτικοστεροειδών. Εάν ένας ασθενής παρουσιάζει συμπτώματα, όπως θολή όραση ή άλλες οπτικές διαταραχές, τότε θα πρέπει να εξετάζεται το ενδεχόμενο παραπομπής του ασθενούς σε οφθαλμίατρο για την αξιολόγηση των πιθανών αιτιών που ενδέχεται να περιλαμβάνουν καταρράκτη, γλαύκωμα ή σπάνιες ασθένειες όπως κεντρική ορώδης χοριοαμφιβληστροειδοπάθεια (ΚΟΧΑ) που έχουν αναφερθεί μετά τη χρήση συστηματικών και τοπικών κορτικοστεροειδών. Το Pulmoton περιέχει λακτόζη μονοϋδρική 12,0-12,4 mg ανά δόση. Η ποσότητα αυτή συνήθως δεν προκαλεί προβλήματα σε ασθενείς με δυσανεξία στη λακτόζη. Το έκδοχο λακτόζη περιέχει μικρές ποσότητες πρωτεϊνών γάλατος, οι οποίες μπορεί να προκαλέσουν αλλεργική αντίδραση. Πνευμονία σε ασθενείς με ΧΑΠ Έχει παρατηρηθεί αύξηση της συχνότητας εμφάνισης πνευμονίας, συμπεριλαμβανομένης πνευμονίας που απαιτεί νοσηλεία σε νοσοκομείο, σε ασθενείς με ΧΑΠ που λαμβάνουν εισπνεόμενα κορτικοστεροειδή. Υπάρχουν ορισμένα στοιχεία για αυξημένο κίνδυνο πνευμονίας με αυξανόμενη δόση στεροειδών, αλλά αυτό δεν έχει αποδειχθεί με βεβαιότητα σε όλες τις μελέτες. 8 Δεν υπάρχουν οριστικά κλινικά στοιχεία για διαφορές εντός της κατηγορίας μεταξύ των εισπνεόμενων κορτικοστεροειδών προϊόντων ως προς το μέγεθος του κινδύνου για πνευμονία. Οι γιατροί πρέπει να παραμένουν σε επαγρύπνηση για πιθανή ανάπτυξη πνευμονίας σε ασθενείς με ΧΑΠ καθώς τα κλινικά χαρακτηριστικά τέτοιων λοιμώξεων αλληλοεπικαλύπτονται με τα συμπτώματα παρόξυνσης της ΧΑΠ. Οι παράγοντες κινδύνου για πνευμονία σε ασθενείς με ΧΑΠ περιλαμβάνουν ισχύων κάπνισμα, μεγάλη ηλικία, χαμηλό δείκτη μάζας σώματος (ΒΜΙ) και σοβαρή ΧΑΠ.
swap_horiz

Αλληλεπιδράσεις

ΠΧΠ (SPC)
expand_more
αλληλεπίδρασης με άλλα φαρμακευτικά προϊόντα και άλλες μορφές Φαρμακοκινητικές αλληλεπιδράσεις Οι ισχυροί αναστολείς του CYP3A4 (π.χ. κετοκοναζόλη, ιτρακοναζόλη, βορικοναζόλη, ποσακοναζόλη, κλαριθρομυκίνη, τελιθρομυκίνη, νεφαζοδόνη και αναστολείς της πρωτεάσης του HIV) είναι πιθανό να αυξήσουν σημαντικά τα επίπεδα της βουδεσονίδης στο πλάσμα και η ταυτόχρονη χρήση πρέπει να αποφεύγεται. Εάν αυτό δεν είναι εφικτό, το μεσοδιάστημα μεταξύ της χορήγησης του αναστολέα και της βουδεσονίδης πρέπει να είναι όσο το δυνατόν μεγαλύτερο (βλ. παράγραφο 4.4). Το Symbicort ως θεραπεία συντήρησης και ανακούφισης δεν συνιστάται σε ασθενείς που χρησιμοποιούν ισχυρούς αναστολείς του CYP3A4. Ο ισχυρός αναστολέας του CYP3A4 κετοκοναζόλη, 200 mg άπαξ ημερησίως, αύξησε τα επίπεδα στο πλάσμα της συγχορηγούμενης από του στόματος βουδεσονίδης (εφάπαξ δόση των 3 mg) 6 φορές κατά μέσο όρο. Όταν η κετοκοναζόλη χορηγήθηκε 12 ώρες μετά τη βουδεσονίδη η συγκέντρωση αυξήθηκε μόνο τρεις φορές κατά μέσο όρο, υποδεικνύοντας ότι ο χρονικός διαχωρισμός των χορηγήσεων μπορεί να μειώσει την αύξηση στα επίπεδα του πλάσματος. Περιορισμένα δεδομένα σχετικά με αυτή την αλληλεπίδραση της εισπνεόμενης σε υψηλές δόσεις βουδεσονίδης υποδεικνύει ότι μπορεί να παρουσιαστούν σημαντικές αυξήσεις στα επίπεδα του πλάσματος (τέσσερις φορές κατά μέσο όρο) σε περίπτωση που συγχορηγηθεί ιτρακοναζόλη, 200 mg άπαξ ημερησίως, μαζί με εισπνεόμενη βουδεσονίδη (εφάπαξ δόση των 1.000 μg). Φαρμακοδυναμικές αλληλεπιδράσεις Οι β-αδρενεργικοί αποκλειστές μπορεί να μειώσουν ή να αναστείλουν τη δράση της φορμοτερόλης. Επομένως, το Symbicort δεν πρέπει να χορηγείται μαζί με β-αδρενεργικούς αποκλειστές (συμπεριλαμβάνονται οι οφθαλμικές σταγόνες), εκτός αν υπάρχει επιτακτική ανάγκη. Η συγχορήγηση με κινιδίνη, δισοπυραμίδη, προκαϊναμίδη, φαινοθειαζίνες, αντιισταμινικά (τερφεναδίνη) και τρικυκλικά αντικαταθλιπτικά μπορεί να επιμηκύνει το διάστημα QTc του ΗΚΓ/φήματος και να αυξήσει τον κίνδυνο κοιλιακών αρρυθμιών. Επιπλέον, η L-Dopa, η L-θυροξίνη, η οξυτοκίνη και η αλκοόλη μπορεί να επηρεάσουν δυσμενώς την καρδιακή ανοχή έναντι των β 2 -συμπαθητικομιμητικών παραγόντων. Ταυτόχρονη θεραπεία με αναστολείς της μονοαμινο-οξειδάσης συμπεριλαμβανομένων παραγόντων με παρόμοιες ιδιότητες, όπως η φουραζολιδόνη και προκαρβαζίνη, μπορεί να προκαλέσει υπερτασικές αντιδράσεις. Υπάρχει αυξημένος κίνδυνος εμφάνισης αρρυθμιών σε ασθενείς που υποβάλλονται ταυτόχρονα σε αναισθησία με αλογονωμένους υδρογονάνθρακες. 9 Η ταυτόχρονη χορήγηση άλλων β-αδρενεργικών φαρμάκων ή αντιχολινεργικών φαρμάκων μπορεί να έχει δυνητικά αθροιστική βρογχοδιασταλτική δράση. Η υποκαλιαιμία μπορεί να επιτείνει την προδιάθεση για αρρυθμίες σε ασθενείς στους οποίους χορηγούνται γλυκοσίδες της δακτυλίτιδας. Η υποκαλιαιμία μπορεί να προέλθει από θεραπεία με β 2 -αγωνιστές και μπορεί να ενισχυθεί από τη συγχορήγηση παραγώγων ξανθίνης, κορτικοστεροειδών και διουρητικών (βλέπε παράγραφο 4.4.). Δεν έχει παρατηρηθεί αλληλεπίδραση της βουδεσονίδης και της φορμοτερόλης με τα άλλα φάρμακα που χορηγούνται για τη θεραπεία του άσθματος. Παιδιατρικός πληθυσμός Μελέτες αλληλεπιδράσεων έχουν πραγματοποιηθεί μόνο σε ενήλικες.
sick

Ανεπιθύμητες ενέργειες

ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Επειδή το Pulmoton περιέχει βουδεσονίδη και φορμοτερόλη, μπορεί να εμφανισθούν οι ίδιες ανεπιθύμητες ενέργειες που έχουν αναφερθεί για τα συστατικά αυτά. Δεν έχει παρατηρηθεί αύξηση στη συχνότητα εμφάνισης των ανεπιθύμητων ενεργειών μετά τη συγχορήγηση των δύο συστατικών. Οι πιο συχνά εμφανιζόμενες ανεπιθύμητες ενέργειες είναι οι φαρμακολογικά αναμενόμενες παρενέργειες της θεραπείας με αγωνιστές των β 2 αδρενεργικών υποδοχέων, όπως τρόμος και αίσθημα παλμών. Αυτές τείνουν να είναι ήπιες και συνήθως εξαφανίζονται μέσα στις πρώτες μέρες της θεραπείας. Οι ανεπιθύμητες ενέργειες που σχετίζονται με τη βουδεσονίδη ή τη φορμοτερόλη αναφέρονται κατωτέρω, ταξινομημένες σύμφωνα με την κατηγορία του οργανικού συστήματος και την συχνότητα. Οι συχνότητες προσδιορίζονται ως: πολύ συχνές (≥1/10), συνήθεις (≥1/100 έως <1/10), όχι συχνές (≥1/1000 έως <1/100), σπάνιες (≥1/10.000 έως <1/1000) και πολύ σπάνιες (<1/10.000). Πίνακας 1 Κατηγορία Οργανικού Συστήματος Λοιμώξεις και παρασιτώσεις Συχνότητα Ανεπιθύμητη Ενέργεια Φαρμάκου Συνήθεις Διαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος Σπάνιες Διαταραχές του ενδοκρινικού συστήματος Πολύ σπάνιες Διαταραχές του μεταβολισμού και της θρέψης Ψυχιατρικές διαταραχές Σπάνιες Πολύ σπάνιες Όχι συχνές Καντιντίαση του στοματοφάρυγγα Πνευμονία (σε ασθενείς με ΧΑΠ) Άμεσες και καθυστερημένες αντιδράσεις υπερευαισθησίας π.χ. εξάνθημα, κνίδωση, κνησμός, δερματίτιδα, αγγειοοίδημα και αναφυλακτική αντίδραση Σύνδρομο Cushing, καταστολή των επινεφριδίων, καθυστέρηση της σωματικής ανάπτυξης, μείωση της οστικής πυκνότητας Υποκαλιαιμία Υπεργλυκαιμία Διαταραχές του νευρικού συστήματος Οφθαλμικές διαταραχές Καρδιακές διαταραχές Επιθετικότητα, ψυχοκινητική υπερδραστηριότητα, άγχος, διαταραχές του ύπνου Κατάθλιψη, αλλαγές της συμπεριφοράς (κυρίως στα παιδιά) Κεφαλαλγία, τρόμος Ζάλη Διαταραχές της γεύσης Πολύ σπάνιες Συνήθεις Όχι συχνές Πολύ σπάνιες Όχι συχνές Πολύ σπάνιες Συνήθεις Όραση, θολή (βλ. επίσης παράγραφο 4.4) Καταρράκτης και γλαύκωμα Αίσθημα παλμών 11 Όχι συχνές Σπάνιες Αγγειακές διαταραχές Διαταραχές του αναπνευστικού συστήματος, του θώρακα και του μεσοθωρακίου Διαταραχές του γαστρεντερικού συστήματος Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού Διαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και του συνδετικού ιστού Ταχυκαρδία Καρδιακές αρρυθμίες π.χ. κολπική μαρμαρυγή, υπερκοιλιακή ταχυκαρδία, έκτακτες συστολές Στηθάγχη, παράταση του διαστήματος QTc Πολύ σπάνιες Πολύ σπάνιες Συνήθεις Μεταβολές της αρτηριακής πίεσης Σπάνιες Ήπιος ερεθισμός του λάρυγγα, βήχας, βράγχος φωνής Βρογχόσπασμος Όχι συχνές Ναυτία Όχι συχνές Εκχυμώσεις Όχι συχνές Μυϊκές κράμπες Η λοίμωξη του στοματοφάρυγγα από κάντιντα οφείλεται στην εναπόθεση του φαρμάκου. Ο κίνδυνος θα μειωθεί συμβουλεύοντας τον ασθενή να ξεπλένει το στόμα του με νερό μετά από κάθε δόση συντήρησης. Η λοίμωξη του στοματοφάρυγγα από κάντιντα συνήθως αποκρίνεται σε τοπική αντι-μυκητιασική θεραπεία χωρίς να χρειάζεται διακοπή του εισπνεόμενου κορτικοστεροειδούς. Εάν παρουσιασθεί μυκητιασική στοματίτιδα του στοματοφάρυγγα, οι ασθενείς θα πρέπει επίσης να ξεπλένουν το στόμα τους μετά τις κατ’ επίκληση εισπνοές. Όπως συμβαίνει με άλλα εισπνεόμενα φάρμακα, σε πολύ σπάνιες περιπτώσεις, μπορεί να παρατηρηθεί παράδοξος βρογχόσπασμος, επηρεάζοντας λιγότερους από 1 στους 10000 ανθρώπους, με άμεση αύξηση του συριγμού και της δύσπνοιας μετά τη λήψη της δόσης. Ο παράδοξος βρογχόσπασμος αποκρίνεται στα εισπνεόμενα βρογχοδιασταλτικά ταχείας δράσης και πρέπει να χορηγούνται άμεσα. Το Pulmoton πρέπει να διακόπτεται άμεσα, ο ασθενής θα πρέπει να επανεκτιμάται και να δίνεται άλλη εναλλακτική αγωγή, όταν κρίνεται αναγκαίο (βλ. παράγραφο 4.4). Είναι επίσης πιθανή η εμφάνιση συστηματικών επιδράσεων μετά τη χρήση κάποιου εισπνεόμενου κορτικοστεροειδούς, ιδιαίτερα κατά τη συνταγογράφηση υψηλών δόσεων για μεγάλα χρονικά διαστήματα. Οι επιδράσεις αυτές είναι πολύ λιγότερο πιθανόν να εμφανισθούν από ότι με τα από του στόματος χορηγούμενα κορτικοστεροειδή. Οι πιθανές συστηματικές επιδράσεις περιλαμβάνουν σύνδρομο Cushing, χαρακτηριστικά που προσομοιάζουν με το σύνδρομο Cushing, καταστολή των επινεφριδίων, καθυστέρηση της ανάπτυξης στα παιδιά και τους εφήβους, μείωση της οστικής πυκνότητας, καταρράκτη και γλαύκωμα. Μπορεί επίσης να εμφανιστεί αυξημένη ευαισθησία σε λοιμώξεις και διαταραχή της ικανότητας προσαρμογής σε περιόδους καταπόνησης (stress). Οι επιδράσεις πιθανόν να εξαρτώνται από τη δόση, τον χρόνο έκθεσης, την ταυτόχρονη ή προηγούμενη έκθεση σε στεροειδή και από την ατομική ευαισθησία. Η θεραπεία με β 2 -αδρενεργικούς διεγέρτες μπορεί να έχει σαν αποτέλεσμα αύξηση στα επίπεδα στο αίμα της ινσουλίνης, των ελεύθερων λιπαρών οξέων, της γλυκερόλης και των κετονών. Αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών Η αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών μετά από τη χορήγηση άδειας 12 κυκλοφορίας του φαρμακευτικού προϊόντος είναι σημαντική. Επιτρέπει τη συνεχή παρακολούθηση της σχέσης οφέλους-κινδύνου του φαρμακευτικού προϊόντος. Ζητείται από τους επαγγελματίες υγείας να αναφέρουν οποιεσδήποτε πιθανολογούμενες ανεπιθύμητες ενέργειες μέσω του εθνικού συστήματος αναφοράς: Ελλάδα Εθνικός Οργανισμός Φαρμάκων Μεσογείων 284, GR-15562 Χολαργός, Αθήνα, Τηλ: + 30 213 2040380/337, Φαξ: + 30 210 6549585, Ιστότοπος: http://www.eof.gr. Κύπρος Φαρμακευτικές Υπηρεσίες Κύπρου, Υπουργείο Υγείας CY-1475, Fax: +357 22608649 www.moh.phs.gov.cy/phs,
pregnant_woman

Κύηση / Γαλουχία

ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Κύηση Δεν υπάρχουν διαθέσιμα κλινικά στοιχεία για το Pulmoton ή για τη συγχορήγηση βουδεσονίδης με φορμοτερόλη κατά τη διάρκεια της κύησης. Στοιχεία από μία μελέτη εμβρυϊκής ανάπτυξης σε αρουραίους, δεν έδειξαν κάποια πρόσθετη δράση από τον συνδυασμό. Δεν υπάρχουν επαρκή στοιχεία από τη χρήση της φορμοτερόλης σε εγκύους. Σε μελέτες αναπαραγωγής σε πειραματόζωα η φορμοτερόλη προκάλεσε ανεπιθύμητες ενέργειες σε πολύ υψηλά επίπεδα συστηματικής έκθεσης (βλέπε παράγραφο 5.3). Στοιχεία που προέκυψαν από 2.000 περίπου κυήσεις δεν δείχνουν αύξηση του κινδύνου τερατογένεσης, η οποία να σχετίζεται με τη χορήγηση εισπνεόμενης βουδεσονίδης. Σε μελέτες που πραγματοποιήθηκαν σε πειραματόζωα στα οποία χορηγήθηκαν γλυκοκορτικοστεροειδή, παρατηρήθηκε ότι προκλήθηκαν δυσπλασίες (βλέπε παράγραφο 5.3). Πιθανότατα το γεγονός αυτό δεν σχετίζεται με τον άνθρωπο κατά τη χορήγηση των συνιστώμενων θεραπευτικών δόσεων. Από μελέτες σε πειραματόζωα φαίνεται ότι η χορήγηση υπερβολικών δόσεων γλυκοκορτικοστεροειδών πριν τον τοκετό σχετίζονται με αυξημένο κίνδυνο επιβράδυνσης της ενδομήτριας ανάπτυξης του εμβρύου, εμφάνισης καρδιαγγειακής νόσου στους ενήλικες και εμφάνισης μόνιμων μεταβολών στην πυκνότητα των υποδοχέων των γλυκοκορτικοστεροειδών, στον μεταβολισμό και τη λειτουργία των νευροδιαβιβαστών σε επίπεδα έκθεσης μικρότερα των δόσεων που προκαλούν τερατογένεση. Κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης, το Pulmoton πρέπει να χορηγείται μόνο όταν τα οφέλη υπερτερούν τους πιθανούς κινδύνους. Η χορηγούμενη δοσολογία θα πρέπει να είναι η μικρότερη δυνατή που απαιτείται για τον ικανοποιητικό έλεγχο του άσθματος. Θηλασμός Η βουδεσονίδη απεκκρίνεται στο μητρικό γάλα. Ωστόσο, σε θεραπευτικές δόσεις δεν προβλέπεται καμία επίδραση στα παιδιά που θηλάζουν. Δεν είναι γνωστό αν η φορμοτερόλη διέρχεται στο μητρικό γάλα. Σε αρουραίους, ανιχνεύτηκαν μικρές ποσότητες φορμοτερόλης στο μητρικό γάλα. Η χορήγηση του Pulmoton σε γυναίκες που θηλάζουν πρέπει να γίνεται μόνο εφόσον θεωρηθεί ότι το αναμενόμενο όφελος για τη μητέρα είναι μεγαλύτερο από τον πιθανό κίνδυνο για το παιδί. Γονιμότητα 10 Δεν διατίθενται δεδομένα σχετικά με την επίδραση της βουδεσονίδης στη γονιμότητα. Μελέτες αναπαραγωγής με φορμοτερόλη σε ζώα κατέδειξαν κάπως μειωμένη γονιμότητα σε άρρενες αρουραίους σε υψηλή συστηματική έκθεση (βλέπε παράγραφο 5.3).
biotech

Φαρμακολογία

Φαρμακοδυναμική & Φαρμακοκινητική
expand_more
Φαρμακοδυναμική
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: Φάρμακα για αποφρακτικές νόσους των αεραγωγών: Αδρενεργικά, Εισπνεόμενα. Κωδικός ATC: R03AK07 Mηχανισμός δράσης και Φαρμακοδυναμικές επιδράσεις Το Pulmoton περιέχει φορμοτερόλη και βουδεσονίδη, οι οποίες έχουν διαφορετικό μηχανισμό δράσης και παρουσιάζουν αθροιστική δράση όσον αφορά τη μείωση των παροξύνσεων του άσθματος. Οι ιδιαίτερες ιδιότητες της βουδεσονίδης και της φορμοτερόλης επιτρέπουν την χορήγηση του συνδυασμού τους στο άσθμα τόσο ως θεραπεία συντήρησης 13 και ανακούφισης, όσο και ως θεραπεία συντήρησης μόνο. Ο μηχανισμός δράσης των δύο συστατικών αναφέρεται αντίστοιχα παρακάτω: Βουδεσονίδη Η βουδεσονίδη είναι ένα γλυκοκορτικοστεροειδές το οποίο όταν εισπνέεται έχει δοσοεξαρτώμενη αντιφλεγμονώδη δράση στους αεραγωγούς, με αποτέλεσμα τη μείωση των συμπτωμάτων και την εκδήλωση λιγότερων παροξύνσεων του άσθματος. Η εισπνεόμενη βουδεσονίδη έχει λιγότερο σοβαρές ανεπιθύμητες ενέργειες από κορτικοστεροειδή που χορηγούνται συστηματικά. Ο ακριβής μηχανισμός, εκ του οποίου προκύπτει η αντιφλεγμονώδης δράση των γλυκοκορτικοειδών, δεν είναι γνωστός. Φορμοτερόλη Η φορμοτερόλη είναι ένας εκλεκτικός αγωνιστής των β 2 -αδρενεργικών υποδοχέων, η οποία όταν εισπνέεται έχει σαν αποτέλεσμα την γρήγορη και παρατεταμένη χάλαση των λείων μυϊκών ινών των βρόγχων σε ασθενείς με αναστρέψιμη απόφραξη των αεραγωγών. Η βρογχοδιασταλτική δράση είναι δοσοεξαρτώμενη, με έναρξη του αποτελέσματος εντός 1-3 λεπτών. Η δράση διαρκεί τουλάχιστον 12 ώρες μετά από την εφάπαξ χορήγηση. Κλινική αποτελεσματικότητα και ασφάλεια Άσθμα Κλινική αποτελεσματικότητα βουδεσονίδης/φορμοτερόλης ως θεραπεία συντήρησης Κλινικές μελέτες σε ενήλικες έδειξαν ότι η προσθήκη της φορμοτερόλης στη θεραπεία του άσθματος με βουδεσονίδη συνέβαλε στη βελτίωση των συμπτωμάτων της νόσου και της πνευμονικής λειτουργίας, όπως επίσης και στη μείωση των παροξύνσεων. Σε δύο μελέτες διάρκειας 12 εβδομάδων η επίδραση βουδεσονίδης/φορμοτερόλης στη λειτουργία των πνευμόνων ήταν ίδια με αυτή του ελεύθερου συνδυασμού της φορμοτερόλης και της βουδεσονίδης και μεγαλύτερη από αυτήν της βουδεσονίδης μόνης. Όλες οι ομάδες θεραπείας χρησιμοποίησαν έναν βραχείας δράσης αγωνιστή των β 2 -αδρενεργικών υποδοχέων κατ’ επίκληση. Δεν υπάρχουν ενδείξεις εξασθένησης της αντιασθματικής δράσης με την πάροδο του χρόνου. Κλινική αποτελεσματικότητα βουδεσονίδης/φορμοτερόλης ως θεραπεία συντήρησης και ανακούφισης Συνολικά 12.076 ασθματικοί ασθενείς συμπεριελήφθησαν σε πέντε διπλές-τυφλές κλινικές μελέτες αποτελεσματικότητας και ασφάλειας (4.447 τυχαιοποιήθηκαν σε βουδεσονίδη/φορμοτερόλη ως θεραπεία συντήρησης και ανακούφισης) για 6 ή 12 μήνες. Οι ασθενείς έπρεπε να έχουν συμπτώματα παρά την χρήση εισπνεόμενων γλυκοκορτικοστεροειδών. Η χορήγηση βουδεσονίδης/φορμοτερόλης ως θεραπεία συντήρησης και ανακούφισης παρείχε στατιστικά και κλινικά σημαντική μείωση των σοβαρών παροξύνσεων σε σχέση με όλες τις θεραπείες σύγκρισης και στις 5 μελέτες. Σε αυτές συμπεριλαμβάνονται η σύγκριση των βουδεσονίδη/φορμοτερόλη σε υψηλότερη δόση συντήρησης με τερβουταλίνη ως ανακουφιστικό φάρμακο (στη μελέτη 735) και των βουδεσονίδη/φορμοτερόλη σε ίδια δόση συντήρησης με φορμοτερόλη ή τερβουταλίνη ως ανακουφιστικό φάρμακο (μελέτη 734) (πίνακας 2). Στην μελέτη 735, η πνευμονική λειτουργία, ο έλεγχος των συμπτωμάτων και η λήψη ανακουφιστικής αγωγής ήταν παρόμοια σε όλες τις ομάδες θεραπείας. Στη μελέτη 734, τα συμπτώματα και η χρήση ανακουφιστικής αγωγής ήταν μειωμένα και η πνευμονική λειτουργία ήταν βελτιωμένη σε σύγκριση και με τις δύο συγκρινόμενες θεραπείες. Συνολικά και στις 5 μελέτες, οι ασθενείς που λάμβαναν βουδεσονίδη/φορμοτερόλη ως θεραπεία συντήρησης και ανακούφισης, δεν χρειάστηκαν κατ’ επίκληση εισπνοές για ανακούφιση, κατά μέσο όρο στο 57% των ημερών της θεραπείας. Δεν υπήρχε καμία ένδειξη ανάπτυξης ανοχής σε αυτό το χρονικό διάστημα. 14 Πίνακας 2. Γενική επισκόπηση των σοβαρών παροξύνσεων στις κλινικές μελέτες No Μελέτης, Διάρκεια Ομάδες θεραπείας Μελέτη 735, Bουδεσονίδη/φορμοτερόλη 6 μήνες 160/4,5 mcg bd + κατ’επίκληση βουδεσονίδη/φορμοτερόλη 320/9 mcg bd + τερβουταλίνη 0,4 mg κατ’επίκληση Σαλμετερόλη/φλουτικαζόνη 2x25/125 mcg bd + τερβουταλίνη 0,4 mg κατ’επίκληση Μελέτη 734, βουδεσονίδη/φορμοτερόλη 12 μήνες 160/4,5 mcg bd + κατ’επίκληση βουδεσονίδη/φορμοτερόλη 160/4,5 mcg bd + φορμοτερόλη 4,5 mcg κατ’επίκληση βουδεσονίδη/φορμοτερόλη 160/4,5 mcg bd + τερβουταλίνη 0,4 mg κατ’επίκληση n Σοβαρές παροξύνσεις/α Αριθμός Παροξύνσεις/ Επεισοδίων ασθενή-έτος 1103 125 0,23β 1099 173 0,32 1119 208 0,38 1107 194 0,19 β 1137 296 0,29 1138 377 0,37 Νοσηλεία σε Νοσοκομείο/θεραπεία σε Τμήμα Επειγόντων Περιστατικών ή θεραπεία με από του στόματος χορηγούμενα στεροειδή β Η μείωση της συχνότητας των παροξύνσεων είναι στατιστικά σημαντική (P<0.01) και για τις δύο συγκρίσεις α Σε 6 διπλά-τυφλές μελέτες, αποτελούμενες από τις 5 μελέτες που αναφέρονται παραπάνω και μία επιπρόσθετη μελέτη, με χρήση μίας υψηλότερης δόσης συντήρησης των 160/4,5 μικρογραμμαρίων, δύο εισπνοές δύο φορές την ημέρα, καταδείχθηκε συγκρίσιμη αποτελεσματικότητα και ασφάλεια σε ενήλικες. Αυτές οι εκτιμήσεις βασίστηκαν σε 12.538 ενηλίκων ασθενών με άσθμα. Σε 2 άλλες μελέτες με ασθενείς που χρειάζονταν ιατρική φροντίδα λόγω οξέων συμπτωμάτων άσθματος, ο συνδυασμός βουδεσονίδης/φορμοτερόλης παρείχε γρήγορη και αποτελεσματική ανακούφιση από της βρογχοσυστολής όμοια με τη σαλβουταμόλη και τη φορμοτερόλη. ΧΑΠ Σε δύο μελέτες διάρκειας 12 μηνών αξιολογήθηκαν, η επίδραση στην πνευμονική λειτουργία και η συχνότητα εμφάνισης των παροξύνσεων (που καθορίστηκε με βάση τη λήψη στεροειδών από το στόμα και/ή τη θεραπεία με αντιβιοτικά και/ή την εισαγωγή σε νοσοκομείο) σε ασθενείς με μέτρια έως σοβαρή χρόνια αποφρακτική πνευμονοπάθεια. Κριτήριο εισαγωγής για τις δύο μελέτες ήταν FEV 1 <50% του προβλεπόμενου φυσιολογικού πριν τη χορήγηση βρογχοδιασταλτικού. Η μέση FEV 1 κατά την εισαγωγή στις μελέτες μετά τη χορήγηση βρογχοδιασταλτικού ήταν 42% της προβλεπόμενης φυσιολογικής. Ο μέσος αριθμός παροξυσμών ανά έτος (όπως καθορίστηκε ανωτέρω) μειώθηκε σημαντικά με το συνδυασμό βουδεσονίδης/φορμοτερόλης συγκριτικά με την φορμοτερόλη ως μονοθεραπεία ή το εικονικό φάρμακο (μέση συχνότητα 1,4 σε σύγκριση με 1,8-1,9 στην ομάδα του εικονικού φαρμάκου/φορμοτερόλης). Ο μέσος αριθμός των ημερών που χορηγήθηκαν από του στόματος στεροειδή/ασθενή στη διάρκεια των 12 μηνών ήταν ελαφρώς μειωμένος στην ομάδα βουδεσονίδης/φορμοτερόλης (7-8 ημέρες/ασθενή/έτος συγκριτικά με 11-12 και 9-12 ημέρες στην ομάδα του εικονικού φαρμάκου και της φορμοτερόλης αντίστοιχα). Όσον αφορά στις μεταβολές των παραμέτρων της πνευμονικής λειτουργίας, όπως ο FEV 1, ο συνδυασμός βουδεσονίδης/φορμοτερόλης δεν ήταν ανώτερος από την 15 μονοθεραπεία με φoρμοτερόλη.
Φαρμακοκινητική
Απορρόφηση Ο σταθερός συνδυασμός βουδεσονίδης και φορμοτερόλης και τα επιμέρους συστατικά του σε ελεύθερο συνδυασμό έχουν δείξει ότι είναι βιοϊσοδύναμα σε σχέση με τη συστηματική έκθεση της βουδεσονίδης και της φορμοτερόλης, αντίστοιχα. Ωστόσο, έχει παρατηρηθεί μικρού βαθμού επίταση της καταστολής της κορτιζόλης μετά τη χορήγηση του σταθερού συνδυασμού σε σύγκριση με αυτή των επιμέρους συστατικών σε ελεύθερο συνδυασμό. Η συγκεκριμένη διαφορά δεν θεωρείται ότι έχει επίπτωση στην κλινική ασφάλεια του προϊόντος. Δεν υπάρχει ένδειξη φαρμακοκινητικής αλληλεπίδρασης μεταξύ βουδεσονίδης και φορμοτερόλης. Οι φαρμακοκινητικές παράμετροι για τις αντίστοιχες ουσίες ήταν συγκρίσιμες μετά τη χορήγηση της βουδεσονίδης και της φορμοτερόλης είτε μεμονωμένα σε ελεύθερο συνδυασμό είτε σαν σταθερός συνδυασμός. Για τη βουδεσονίδη, το εμβαδόν κάτω από την καμπύλη της συγκέντρωσης ως προς το χρόνο (AUC) ήταν ελάχιστα υψηλότερο, ο ρυθμός απορρόφησης πιο ταχύς και η μέγιστη συγκέντρωση στο πλάσμα μεγαλύτερη μετά τη χορήγηση του σταθερού συνδυασμού. Για τη φορμοτερόλη η μέγιστη συγκέντρωση στο πλάσμα ήταν παρόμοια μετά τη χορήγηση του σταθερού συνδυασμού. Η εισπνεόμενη βουδεσονίδη απορροφάται ταχέως και η μέγιστη συγκέντρωση στο πλάσμα επιτυγχάνεται μέσα σε 30 λεπτά μετά την εισπνοή. Όπως αποδείχθηκε από κλινικές μελέτες, η μέση τιμή εναπόθεσης της βουδεσονίδης στους πνεύμονες, μετά την εισπνοή συνδυασμού βουδεσονίδης-φορμοτερόλης, κυμαίνεται από 32% έως 44% της εισπνεόμενης δόσης. Η συστηματική βιοδιαθεσιμότητα είναι περίπου το 49% της εισπνεόμενης δόσης.. Οι συγκεντρώσεις που προκύπτουν στο πλάσμα δεν έχουν προσδιοριστεί. Η εισπνεόμενη φορμοτερόλη απορροφάται ταχέως και η μέγιστη συγκέντρωση στο πλάσμα επιτυγχάνεται μέσα σε 10 λεπτά μετά την εισπνοή. Σε μελέτες, η μέση τιμή εναπόθεσης της φορμοτερόλης στους πνεύμονες, μετά την εισπνοή συνδυασμού βουδεσονίδης-φορμοτερόλης κυμαίνεται από 28% έως 49% της εισπνεόμενης δόσης. Η συστηματική βιοδιαθεσιμότητα είναι περίπου το 61% της εισπνεόμενης δόσης. Με βάση πειραματικά δεδομένα με το Pulmoton Elpenhaler, για περιεχόμενη δόση βουδεσονίδης-φορμοτερόλης 400/12 μικρογραμμάρια η μέση εισπνεόμενη δόση είναι 380/11 μικρογραμμάρια, για περιεχόμενη δόση 200/6 μικρογραμμάρια η μέση εισπνεόμενη δόση είναι 194/5,5 μικρογραμμάρια και για περιεχόμενη δόση 100/6 μικρογραμμάρια η μέση εισπνεόμενη δόση είναι 97/5,5 μικρογραμμάρια. Κατανομή και βιομετασχηματισμός Η σύνδεση με τις πρωτεΐνες του πλάσματος είναι περίπου 50% για τη φορμοτερόλη και 90% για τη βουδεσονίδη. Ο όγκος κατανομής είναι περίπου 4 l/kg για τη φορμοτερόλη και 3 l/kg για τη βουδεσονίδη. Η φορμοτερόλη απενεργοποιείται μέσω αντιδράσεων σύζευξης (σχηματίζονται δραστικοί Ο-απομεθυλιωμένοι και αποφορμυλιωμένοι μεταβολίτες, αλλά απαντώνται κυρίως ως μη δραστικά μόρια σύζευξης). Η βουδεσονίδη υφίσταται εκτεταμένη βιομετατροπή (περίπου 90%) κατά την πρώτη δίοδο από το ήπαρ, σε μεταβολίτες με μικρή γλυκοκορτικοειδική δραστικότητα. Η γλυκοκορτικοειδική δραστικότητα των κυριότερων μεταβολιτών της βουδεσονίδης, δηλ. της 6-β-hydroxybudesonide και της 16-α-hydroxyprednisolone, είναι μικρότερη του 1% της βουδεσονίδης. Δεν υπάρχει καμιά ένδειξη μεταβολικής αλληλεπίδρασης και αντίδρασης εκτόπισης μεταξύ φορμοτερόλης και βουδεσονίδης. 16 Αποβολή Το μεγαλύτερο μέρος της δόσης της φορμοτερόλης μεταβολίζεται στο ήπαρ και απομακρύνεται μέσω των νεφρών. Μετά από την εισπνοή το 8% έως 13% της εισπνεόμενης δόσης της φορμοτερόλης αποβάλλεται αναλλοίωτο στα ούρα. Η φορμοτερόλη έχει υψηλή συστηματική κάθαρση (περίπου 1,4 l/min) και ο τελικός χρόνος ημίσειας ζωής της απομάκρυνσης υπολογίζεται κατά μέσο όρο στις 17 ώρες. Η βουδεσονίδη αποβάλλεται μέσω μεταβολισμού και διασπάται κυρίως από το ένζυμο CYP3A4. Οι μεταβολίτες της βουδεσονίδης αποβάλλονται με τα ούρα αμετάβλητοι ή σε συζευγμένη μορφή. Μόνο μια αμελητέα ποσότητα αμετάβλητης βουδεσονίδης ανιχνεύεται στα ούρα. Η βουδεσονίδη έχει υψηλή συστηματική κάθαρση (περίπου 1,2 l/min) και ο χρόνος ημίσειας ζωής της απομάκρυνσης στο πλάσμα μετά από ενδοφλέβια χορήγηση υπολογίζεται κατά μέσο όρο στις 4 ώρες. Η φαρμακοκινητική της φορμοτερόλης σε παιδιά δεν έχει μελετηθεί. Η φαρμακοκινητική της βουδεσονίδης και της φορμοτερόλης σε ασθενείς με νεφρική ανεπάρκεια δεν είναι γνωστή. Η συστηματική έκθεση στη βουδεσονίδη και στη φορμοτερόλη μπορεί να αυξηθεί σε ασθενείς με ηπατική νόσο. Γραμμικότητα/μη γραμμικότητα Η συστηματική έκθεση αμφότερα στη βουδεσονίδη και τη φορμοτερόλη συσχετίζεται γραμμικά με την χορηγούμενη δόση.

Σκευάσματα & Τιμολόγηση

Δεδομένα ΕΟΦ (04/2026)
Φόρτωση...
query_stats Κρίσιμα Στοιχεία

Οδός χορήγησης

nebulizer

Μορφή

inhalation

Σκευάσματα σε κυκλοφορία

2
science
Εργαλεία & Οδηγίες Όλα →

Πρωτόκολλα Συνταγογράφησης

📋 Βρογχικό Άσθμα Υπουργείο Υγείας — Επιστημονική Ομάδα Αναπνευστικών Νοσημάτων

Το φάρμακο περιλαμβάνεται στο φαρμακευτικό οπλοστάσιο (ICS + Formoterol (συνδυασμός — controller & reliever)) του πρωτοκόλλου. Δείτε την πλήρη οδηγία για τα κριτήρια συνταγογράφησης.

📋 Χρόνια Αποφρακτική Πνευμονοπάθεια (ΧΑΠ) Υπουργείο Υγείας — Επιστημονική Ομάδα Αναπνευστικών Νοσημάτων

Το φάρμακο περιλαμβάνεται στο φαρμακευτικό οπλοστάσιο (ICS + LABA Συνδυασμοί) του πρωτοκόλλου. Δείτε την πλήρη οδηγία για τα κριτήρια συνταγογράφησης.