Σκευάσματα & Τιμολόγηση
| Σκεύασμα | Περιεκτικότητα | Λιανική |
|---|---|---|
| 10 / ML | 1.78 € | |
| 10 / ML | 3.55 € | |
| 10 / ML | 19.53 € |
Ενδείξεις
Εγκεκριμένες ενδείξεις από το SPC, ομαδοποιημένες κατά ICD-10
-
I10 Ιδιοπαθής υπέρταση
Περιλαμβάνει (όροι από SPC): Αρτηριακή υπέρταση
-
R60 Οίδημα, μη ταξινομημένο αλλού
Περιλαμβάνει (όροι από SPC): Κατακράτηση υγρών
DEMEFUR — Πληροφορίες Συνταγογράφησης
Περίληψη Χαρακτηριστικών Προϊόντος (ΠΧΠ), ανά ενότητα
medication
Μορφή & Εμφάνιση
ΠΧΠ (SPC) §3
expand_more
Μορφή & Εμφάνιση
medication
Δοσολογία
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Δοσολογία
- Οδός: Ενδοφλέβια, Ενδομυϊκή
- Χορήγηση: ανά 2ωρο, μία ή δύο φορές την ημέρα, ανά διαστήματα δύο ωρών, εφάπαξ ή σε δύο διαιρεμένες ημερήσιες δόσεις
- Δόση έναρξης: 20-40 mg παρεντερικώς
- Τιτλοποίηση: Αν η διουρητική ανταπόκριση μετά τη χορήγηση των 20-40 mg Φουροσεμίδη δεν είναι ικανοποιητική, επιτρέπεται η ανά 2ωρο επανάληψη της δόσης 20 mg, ωσότου επιτευχθεί το προσδοκώμενο αποτέλεσμα. Για οξύ πνευμονικό οίδημα, αν δεν υπάρξει ικανοποιητικό αποτέλεσμα εντός μίας ώρας, αύξηση της δόσης σε 80 mg ενδοφλεβίως. Για συμφορητική καρδιακή ανεπάρκεια, κίρρωση ήπατος ή νεφρική βλάβη, αύξηση της δόσης κατά 20 mg ανά διαστήματα δύο ωρών, ωσότου επιτευχθεί η επιθυμητή διούρηση.
-
Ενήλικες και νεαρά άτομα άνω των 15 ετώνΔόση20-40 mgΜέγ. δόση1500 mgΑρχική δόση παρεντερικώς. Επανάληψη 20 mg ανά 2ωρο μέχρι επιθυμητού αποτελέσματος. Μπορεί να χορηγηθεί μία ή δύο φορές την ημέρα.
-
Ενήλικες και νεαρά άτομα άνω των 15 ετών με οξύ πνευμονικό οίδημαΔόση40 mgΑρχικά βραδέως ενδοφλεβίως. Αν όχι ικανοποιητικό αποτέλεσμα εντός 1 ώρας, αύξηση σε 80 mg ενδοφλεβίως.
-
Ενήλικες και νεαρά άτομα άνω των 15 ετών με συμφορητική καρδιακή ανεπάρκεια, κίρρωση ήπατος ή νεφρική βλάβη (όταν η χορήγηση από του στόματος δεν είναι δυνατή)Δόση20-40 mgΕνδομυϊκώς ή ενδοφλεβίως. Αύξηση της δόσης κατά 20 mg ανά διαστήματα 2 ωρών, ωσότου επιτευχθεί η επιθυμητή διούρηση. Στη συνέχεια, εφάπαξ ή σε 2 διαιρεμένες δόσεις ημερησίως.
-
Βρέφη, παιδιά και έφηβοι ηλικίας κάτω των 15 ετώνΔόση1 mg/kg βάρους σώματοςΜέγ. δόση20 mgΓενικά χορήγηση από του στόματος. Παρεντερική χορήγηση (στάγδην έγχυση) μόνο σε επικίνδυνες για τη ζωή περιπτώσεις. Η μετάταξη σε από του στόματος αγωγή πρέπει να συντομεύεται.
block
Αντενδείξεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Αντενδείξεις
-
Υπερευαισθησία στη φουροσεμίδη ή στα έκδοχαΠληθυσμόςΑσθενείς αλλεργικοί στις σουλφοναμίδες (π.χ. σουλφοναμιδικά αντιμικροβιακά ή σουλφονυλουρίες) και γενικά στις θειαζίδες
-
Υποογκαιμία
-
Αφυδάτωση
-
Ανουρία λόγω νεφρικής ανεπάρκειαςΠληθυσμόςΑσθενείς οι οποίοι δεν ανταποκρίνονται στη φουροσεμίδη
-
Σοβαρή υποκαλιαιμία
-
Σοβαρή υπονατριαιμία
-
Κωματώδης και προκωματώδης κατάστασηΠληθυσμόςΣε σχέση με ηπατική εγκεφαλοπάθεια
-
Νεφρική ανεπάρκειαΠληθυσμόςΕξαιτίας δηλητηρίασης από ηπατοτοξικά ή νεφροτοξικά φάρμακα
-
ΘηλασμόςΠληθυσμόςΘηλάζουσες
warning
Προειδοποιήσεις & Προφυλάξεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Προειδοποιήσεις & Προφυλάξεις
-
Μερική απόφραξη της αποβολής των ούρωνΠληθυσμόςΑσθενείς με διαταραχές κένωσης της ουροδόχου κύστης, υπερτροφία του προστάτη ή στένωση της ουρήθραςΑπαιτείται προσεκτική παρακολούθηση, ειδικότερα κατά τα αρχικά στάδια της αγωγής.
-
ΥπότασηΠληθυσμόςΑσθενείς με υπότασηΙδιαίτερα προσεκτική παρακολούθηση.
-
Έντονη πτώση της αρτηριακής πιέσεωςΠληθυσμόςΑσθενείς με σημαντική στένωση των στεφανιαίων αρτηριών ή των αιμοφόρων αγγείων που εφοδιάζουν τον εγκέφαλοΙδιαίτερα προσεκτική παρακολούθηση.
-
Σακχαρώδης διαβήτηςΠληθυσμόςΑσθενείς με λανθάνοντα ή έκδηλο σακχαρώδη διαβήτηΙδιαίτερα προσεκτική παρακολούθηση.
-
Ουρική αρθρίτιδαΠληθυσμόςΑσθενείς με ουρική αρθρίτιδαΙδιαίτερα προσεκτική παρακολούθηση.
-
Ηπατική ανεπάρκεια ή ηπατονεφρικό σύνδρομοΠληθυσμόςΑσθενείς με ηπατική ανεπάρκεια ή ηπατονεφρικό σύνδρομοΙδιαίτερα προσεκτική παρακολούθηση.
-
ΥποπρωτεϊναιμίαΠληθυσμόςΑσθενείς με υποπρωτεϊναιμία (π.χ. νεφρωσικό σύνδρομο)Απαιτείται προσεκτική τιτλοποίηση της δόσης.
-
Νεφρασβέστωση/νεφρολιθίασηΠληθυσμόςΠρόωρα νεογνάΠαρακολούθηση νεφρικής λειτουργίας και υπερηχογράφημα νεφρών.
-
Συμπτωματική υπότασηΠληθυσμόςΗλικιωμένοι, ασθενείς που λαμβάνουν άλλα φάρμακα που μπορούν να προκαλέσουν υπόταση, και ασθενείς με άλλες παθήσεις που συνιστούν κίνδυνο υπότασηςΙδιαίτερη προσοχή ή/και μείωση της δόσης απαιτείται.
-
Ανοικτός αρτηριακός πόρος (PDA) και σύνδρομο αναπνευστικής δυσχέρειαςΠληθυσμόςΝεογνάΑυξάνει τη συχνότητα παραμονής ανοικτού του αρτηριακού πόρου (PDA) και επιπλέκει το σύνδρομο αναπνευστικής δυσχέρειας.
-
Διαταραχές στην ισορροπία των ηλεκτρολυτών ή σημαντική επιπλέον απώλεια υγρώνΠληθυσμόςΑσθενείς σε υψηλό κίνδυνο διαταραχών ηλεκτρολυτών ή με σημαντική επιπλέον απώλεια υγρών (π.χ. εμέτους, διάρροια, έντονη εφίδρωση)Απαιτείται ιδιαίτερα συχνός έλεγχος. Πρέπει να γίνεται αποκατάσταση της υποογκαιμίας ή της αφυδάτωσης, καθώς και οποιασδήποτε σημαντικής διαταραχής των ηλεκτρολυτών και της οξεοβασικής ισορροπίας. Δυνατόν να απαιτηθεί παροδική διακοπή της φουροσεμίδης.
-
Παράλληλη χρήση με ρισπεριδόνηΠληθυσμόςΗλικιωμένοι ασθενείς με άνοιαΠρέπει να δίνεται προσοχή και να εξετάζονται οι κίνδυνοι και τα οφέλη πριν τη χρήση.
-
ΑφυδάτωσηΠληθυσμόςΗλικιωμένοι ασθενείς με άνοιαΠρέπει να αποφεύγεται.
-
Συστηματικός ερυθηματώδης λύκοςΠιθανότητα παρόξυνσης ή ενεργοποίησης.
swap_horiz
Αλληλεπιδράσεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
-
Ένυδρη χλωράληαντένδειξηΑίσθημα καύσου, εφίδρωση, ανησυχία, ναυτία, αύξηση της αρτηριακής πίεσης και ταχυκαρδία.ΣύστασηΔεν συνιστάται η συγχορήγηση.
-
Αμινογλυκοσίδες και άλλα ωτοτοξικά φαρμακευτικά προϊόνταπροσοχήΕνίσχυση της ωτοτοξικότητας (μη ανατάξιμη βλάβη).ΣύστασηΧορηγούνται μόνο εφόσον επιβάλλεται από ιατρικής πλευράς.
-
προσοχήΚίνδυνος ωτοτοξικής επίδρασης. Ενίσχυση της νεφροτοξικότητας αν η φουροσεμίδη δεν χορηγείται σε χαμηλές δόσεις και με θετικό ισοζύγιο υγρών.
-
Άλατα λιθίουπροσοχήΕλάττωση της αποβολής λιθίου, αυξημένα επίπεδα λιθίου στον ορό, αυξημένος κίνδυνος τοξικότητας (καρδιοτοξική και νευροτοξική επίδραση).ΣύστασηΠροσεκτική παρακολούθηση των επιπέδων λιθίου.
-
Αναστολέας του μετατρεπτικού ενζύμου της αγγειοτασίνης (αναστολέας του ΜΕΑ) ή ανταγωνιστής των υποδοχέων της αγγειοτασίνης ΙΙπροσοχήΒαριάς μορφής υπόταση και επιδείνωση της νεφρικής λειτουργίας (περιλαμβανομένων περιπτώσεων νεφρικής ανεπάρκειας), ειδικότερα στην πρώτη χορήγηση ή αύξηση δόσης.ΣύστασηΕξέταση διακοπής ή μείωσης δόσης φουροσεμίδης για 3 ημέρες πριν την έναρξη/αύξηση δόσης του αναστολέα ΜΕΑ/ανταγωνιστή ΑΤΙΙ.
-
προσοχήΑυξημένη θνησιμότητα σε ηλικιωμένους ασθενείς με άνοια (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις).ΣύστασηΝα εξετάζονται οι κίνδυνοι και τα οφέλη του συνδυασμού.
-
ΛεβοθυροξίνηπαρακολούθησηΥψηλές δόσεις φουροσεμίδης μπορεί να αναστείλουν τη δέσμευση των θυρεοειδικών ορμονών στις πρωτεΐνες φορείς, οδηγώντας σε παροδική αύξηση ελεύθερων θυρεοειδικών ορμονών, ακολουθούμενη από μείωση των συνολικών επιπέδων.ΣύστασηΤα επίπεδα θυρεοειδικής ορμόνης πρέπει να παρακολουθούνται.
-
Μη στεροειδή αντιφλεγμονώδη φάρμακα (NSAIDs), ακετυλοσαλικυλικό οξύπροσοχήΜείωση της δράσης της φουροσεμίδης. Σε αφυδάτωση/υποογκαιμία, οξεία νεφρική βλάβη. Αύξηση τοξικότητας των σαλικυλικών.
-
προσοχήΕξασθένηση της δράσης της φουροσεμίδης.
-
προσοχήΑυξημένος κίνδυνος υποκαλιαιμίας.
-
Σκευάσματα δακτυλίτιδας και φάρμακα που προκαλούν σύνδρομο παράτασης του διαστήματος QTπροσοχήΕνίσχυση της τοξικότητας λόγω αλλαγών στις συγκεντρώσεις ηλεκτρολυτών (π.χ. υποκαλιαιμία, υπομαγνησιαιμία).
-
Αντιυπερτασικοί παράγοντες, διουρητικά ή άλλα φάρμακα με δυνατότητα μείωσης της αρτηριακής πίεσηςπροσοχήΠιο έντονη πτώση της αρτηριακής πίεσης.
-
προσοχήΜείωση της δράσης της φουροσεμίδης. Η φουροσεμίδη μπορεί να μειώσει την αποβολή αυτών των φαρμάκων. Σε υψηλές δόσεις αυξημένα επίπεδα στον ορό και αυξημένος κίνδυνος ανεπιθυμήτων ενεργειών.
-
Αντιδιαβητικά φάρμακαπροσοχήΜείωση της δράσης των αντιδιαβητικών φαρμάκων.
-
Συμπαθητικομιμητικά (π.χ. αδρεναλίνη, νοραδρεναλίνη)προσοχήΜείωση της δράσης των συμπαθητικομιμητικών που αυξάνουν την αρτηριακή πίεση.
-
Μυοχαλαρωτικά τύπου κουραρίουπροσοχήΗ φουροσεμίδη ανταγωνίζεται τη δράση τους.
-
ΣουκινυλχολίνηπροσοχήΗ φουροσεμίδη ενισχύει τη δράση της.
-
προσοχήΗ φουροσεμίδη αυξάνει τις φαρμακολογικές ενέργειες της θεοφυλλίνης.
-
Νεφροτοξικά φάρμακαπροσοχήΗ βλαπτική επίδραση των νεφροτοξικών φαρμάκων στο νεφρό μπορεί να αυξηθεί.
-
Υψηλές δόσεις συγκεκριμένων κεφαλοσπορινώνπροσοχήΝεφρική δυσλειτουργία.
-
Κυκλοσπορίνη ΑπροσοχήΑυξημένος κίνδυνος ουρικής αρθρίτιδας (δευτεροπαθώς υπερουριχαιμία από φουροσεμίδη, δυσλειτουργία αποβολής ουρικού οξέος από κυκλοσπορίνη).
-
ΡαδιοσκιαγραφικάπροσοχήΜεγαλύτερο ποσοστό επιδείνωσης της νεφρικής λειτουργίας σε ασθενείς υψηλού κινδύνου που λάμβαναν φουροσεμίδη, έναντι ενυδάτωσης μόνο.
-
προσοχήΣυνεργική δράση με τη φουροσεμίδη, μπορεί να προκαλέσει έντονη διούρηση σε μη ανταποκρινόμενους ασθενείς.
-
Αλκοόλη, βαρβιτουρικά, ναρκωτικάπροσοχήΑυξάνουν τον κίνδυνο πρόκλησης ορθοστατικής υπότασης.
sick
Ανεπιθύμητες ενέργειες
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
- Διαταραχές ηλεκτρολυτών
- Αφυδάτωση
- Υποογκαιμία
- Υπονατριαιμία
- Υποχλωραιμία
- Υποκαλιαιμία
- Κρίσεις ουρικής αρθρίτιδας
- Μείωση της ανοχής στη γλυκόζη
- Υπασβεστιαιμία
- Υπομαγνησιαιμία
- Μεταβολική αλκάλωση
- Ψευδο-σύνδρομο Bartter
- Αυξημένα επίπεδα κρεατινίνης στο αίμα
- Αυξημένα επίπεδα τριγλυκεριδίων στο αίμα
- Αυξημένα επίπεδα χοληστερόλης στο αίμα
- Αυξημένα επίπεδα ουρικού οξέος στο αίμα
- Αυξημένα επίπεδα ουρίας στο αίμα
- Αυξημένα επίπεδα νατρίου στα ούρα
- Αυξημένα επίπεδα χλωριδίου στα ούρα
- Αυξημένα επίπεδα τρανσαμινασών
- λανθάνων σακχαρώδης διαβήτης (μπορεί να καταστεί έκδηλος)
- υπόταση (περιλαμβανομένης της ορθοστατικής υπότασης)
- Αγγειίτιδα
- Θρόμβωση
- Καταπληξία
- Αυξημένος όγκος ούρων
- Διάμεση νεφρίτιδα των ουροφόρων σωληναρίων
- Νεφρική βλάβη
- κατακράτηση ούρων (σε ασθενείς με μερική απόφραξη εκροής των ούρων)
- νεφρασβέστωση/νεφρολιθίαση (στα πρόωρα νεογνά)
- Ναυτία
- Έμετος
- Διάρροια
- Οξεία παγκρεατίτιδα
- Χολόσταση
- Διαταραχές ακοής
- Κώφωση
- Εμβοές
- Κνησμός
- Κνίδωση
- Εξανθήματα
- Πομφολυγώδης δερματίτιδα
- Πολύμορφο ερύθημα
- Πεμφιγοειδές
- Αποφολιδωτική δερματίτιδα
- Πορφύρα
- Αντίδραση φωτοευαισθησίας
- Σύνδρομο Stevens-Johnson
- Τοξική επιδερμική νεκρόλυση
- Οξεία γενικευμένη εξανθηματική φλυκταίνωση
- Φαρμακευτικό εξάνθημα με ηωσινοφιλία και συστηματικά συμπτώματα (DRESS)
- Αναφυλακτική αντίδραση
- Παρόξυνση συστηματικού ερυθηματώδους λύκου
- ηπατική εγκεφαλοπάθεια (σε ασθενείς με ηπατοκυτταρική ανεπάρκεια)
- Παραισθησία
- Ζάλη
- Λιποθυμία
- Απώλεια συνείδησης
- Κεφαλαλγία
- Αιμοσυμπύκνωση
- Θρομβοπενία
- Λευκοπενία
- Ηωσινοφιλία
- Ακοκκιοκυτταραιμία
- Απλαστική αναιμία
- Αιμολυτική αναιμία
- περιπτώσεις ραβδομυόλυσης
- Αυξημένος κίνδυνος παραμονής ανοικτού αρτηριακού πόρου
- Πυρετός
- τοπικές αντιδράσεις (όπως άλγος) μετά την ενδομυϊκή ένεση
Λεπτομέρειες κατά συχνότητα expand_more
-
Πολύ συχνέςΑυξημένα επίπεδα κρεατινίνης στο αίμαΕργαστηριακές
-
Πολύ συχνέςΑυξημένα επίπεδα τριγλυκεριδίων στο αίμαΜεταβολισμός
-
Πολύ συχνέςΑφυδάτωσηΜεταβολισμός
-
Πολύ συχνέςΔιαταραχές των ηλεκτρολυτών (περιλαμβανομένων των συμπτωματικών)Διαταραχές του μεταβολισμού και της θρέψης
-
Πολύ συχνέςΟρθοστατική υπότασηΑγγειακές
-
Πολύ συχνέςΥποογκαιμίαΑγγειακές
-
Πολύ συχνέςΥπότασηΑγγειακές
-
ΣυχνέςΑιμοσυμπύκνωσηΑίμα
-
ΣυχνέςΑυξημένα επίπεδα ουρικού οξέοςΜεταβολισμός
-
ΣυχνέςΑυξημένα επίπεδα χοληστερόλης στο αίμαΜεταβολισμός
-
ΣυχνέςΑυξημένος όγκος ούρωνΝεφρά/Ουροποιητικό
-
ΣυχνέςΗπατική εγκεφαλοπάθεια (σε ασθενείς με ηπατοκυτταρική ανεπάρκεια)Διαταραχές του νευρικού συστήματος
-
ΣυχνέςΚρίσεις ουρικής αρθρίτιδαςΜεταβολισμός
-
ΣυχνέςΥποκαλιαιμίαΜεταβολισμός
-
ΣυχνέςΥπονατριαιμίαΜεταβολισμός
-
ΣυχνέςΥποχλωραιμίαΜεταβολισμός
-
Όχι συχνέςΑντίδραση φωτοευαισθησίαςΔέρμα
-
Όχι συχνέςΑποφολιδωτική δερματίτιδαΔέρμα
-
Όχι συχνέςΔιαταραχές ακοήςΑυτί
-
Όχι συχνέςΕξανθήματαΔέρμα
-
Όχι συχνέςΘρομβοπενίαΑίμα
-
Όχι συχνέςΚνίδωσηΔέρμα
-
Όχι συχνέςΚνησμόςΔέρμα
-
Όχι συχνέςΚώφωσηΑυτί
-
Όχι συχνέςΛανθάνων σακχαρώδης διαβήτης (μπορεί να καταστεί έκδηλος)Διαταραχές του μεταβολισμού και της θρέψης
-
Όχι συχνέςΜείωση ανοχής στη γλυκόζηΜεταβολισμός
-
Όχι συχνέςΝαυτίαΓαστρεντερικό
-
Όχι συχνέςΠεμφιγοειδέςΔέρμα
-
Όχι συχνέςΠολύμορφο ερύθημαΔέρμα
-
Όχι συχνέςΠομφολυγώδης δερματίτιδαΔέρμα
-
Όχι συχνέςΠορφύραΔέρμα
-
ΣπάνιεςΑγγειίτιδαΑγγειακές
-
ΣπάνιεςΑναφυλακτική αντίδρασηΑνοσοποιητικό
-
ΣπάνιεςΔιάμεση νεφρίτιδα των ουροφόρων σωληναρίωνΝεφρά/Ουροποιητικό
-
ΣπάνιεςΔιάρροιαΓαστρεντερικό
-
ΣπάνιεςΕμβοές ώτωνΑυτί
-
ΣπάνιεςΕμετόςΓαστρεντερικό
-
ΣπάνιεςΗωσινοφιλίαΑίμα
-
ΣπάνιεςΚαταπληξίαΑγγειακές
-
ΣπάνιεςΛευκοπενίαΑίμα
-
ΣπάνιεςΠαραισθησίαΝευρικό
-
ΣπάνιεςΠυρετόςΓενικές
-
Πολύ σπάνιεςΑιμολυτική αναιμίαΑίμα
-
Πολύ σπάνιεςΑκοκκιοκυτταραιμίαΑίμα
-
Πολύ σπάνιεςΑπλαστική αναιμίαΑίμα
-
Πολύ σπάνιεςΑυξημένα επίπεδα τρανσαμινασώνΉπαρ
-
Πολύ σπάνιεςΟξεία παγκρεατίτιδαΓαστρεντερικό
-
Πολύ σπάνιεςΧολόστασηΉπαρ
-
Μη γνωστέςΑζωθαιμίαΝεφρά/Ουροποιητικό
-
Μη γνωστέςΑπώλεια συνείδησηςΝευρικό
-
Μη γνωστέςΑυξημένα επίπεδα νατρίου στα ούραΝεφρά/Ουροποιητικό
-
Μη γνωστέςΑυξημένα επίπεδα ουρίαςΜεταβολισμός
-
Μη γνωστέςΑυξημένα επίπεδα χλωριδίου στα ούραΝεφρά/Ουροποιητικό
-
Μη γνωστέςΑυξημένος κίνδυνος παραμονής ανοικτού αρτηριακού πόρου (σε πρόωρα νεογνά κατά τις πρώτες εβδομάδες ζωής)Συγγενείς και οικογενείς/γενετικές διαταραχές
-
Μη γνωστέςΑφυδάτωση (ιδιαίτερα στους υπερήλικες και τους καλοκαιρινούς μήνες)
-
Μη γνωστέςΖάληΝευρικό
-
Μη γνωστέςΘρομβοφλεβίτιδαΑγγειακές
-
Μη γνωστέςΘρόμβωσηΑγγειακές
-
Μη γνωστέςΚατακράτηση ούρων (σε ασθενείς με μερική απόφραξη εκροής των ούρων)Διαταραχές των νεφρών και των ουροφόρων οδών
-
Μη γνωστέςΚεφαλαλγίαΝευρικό
-
Μη γνωστέςΛιποθυμίαΝευρικό
-
Μη γνωστέςΜεταβολική αλκάλωσηΜεταβολισμός
-
Μη γνωστέςΝεφρασβέστωση/νεφρολιθίαση (στα πρόωρα νεογνά)Διαταραχές των νεφρών και των ουροφόρων οδών
-
Μη γνωστέςΝεφρική βλάβηΝεφρά/Ουροποιητικό
-
Μη γνωστέςΞανθοψίαΟφθαλμικές
-
Μη γνωστέςΟξεία γενικευμένη εξανθηματική φλυκταίνωσηΔέρμα
-
Μη γνωστέςΠαρόξυνση συστηματικού ερυθηματώδους λύκουΑνοσοποιητικό
-
Μη γνωστέςΡαβδομυόλυση (συχνά στο πλαίσιο σοβαρής υποκαλιαιμίας)Διαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και του συνδετικού ιστού
-
Μη γνωστέςΣύνδρομο Stevens-JohnsonΔέρμα
-
Μη γνωστέςΤοξική επιδερμική νεκρόλυσηΔέρμα
-
Μη γνωστέςΤοπικές αντιδράσεις (όπως άλγος) μετά την ενδομυϊκή ένεσηΓενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
-
Μη γνωστέςΥπασβεστιαιμίαΜεταβολισμός
-
Μη γνωστέςΥπερουριχαιμίαΜεταβολισμός
-
Μη γνωστέςΥπομαγνησιαιμίαΜεταβολισμός
-
Μη γνωστέςΦαρμακευτικό εξάνθημα με ηωσινοφιλία και συστηματικά συμπτώματαΔέρμα
-
Μη γνωστέςΨευδοσύνδρομο BartterΜεταβολισμός
pregnant_woman
Κύηση / Γαλουχία
ΠΧΠ (SPC)
Επίπεδο κινδύνου: Αποφεύγεται
expand_more
Κύηση / Γαλουχία
-
ΚύησηΑποφεύγεταιΗ φουροσεμίδη διαπερνά το φραγμό του πλακούντα. Η χρήση της φουροσεμίδης για τη θεραπεία του φυσιολογικού οιδήματος πρέπει να αποφεύγεται καθώς ενδέχεται να προκαλέσει εμβρυοπλακουντική ισχαιμία με κίνδυνο εμβρυϊκής υποτροφίας. Δεν πρέπει να χορηγείται, εκτός και αν συντρέχουν σοβαροί ιατρικοί λόγοι και για μικρό χρονικό διάστημα. Η αγωγή απαιτεί παρακολούθηση της ανάπτυξης του εμβρύου.
-
ΓαλουχίαΑντενδείκνυταιΗ φουροσεμίδη περνά στο μητρικό γάλα και είναι δυνατόν να αναστείλει τη γαλουχία. Οι γυναίκες στις οποίες χορηγείται φουροσεμίδη, δεν θα πρέπει να θηλάζουν.
e911_emergency
Υπερδοσολογία
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Υπερδοσολογία
- υποογκαιμία
- αφυδάτωση
- αιμοσυμπύκνωση
- καρδιακές αρρυθμίες (συμπεριλαμβάνεται ο κολποκοιλιακός αποκλεισμός και η κοιλιακή μαρμαρυγή)
- βαριάς μορφής υπόταση (εξελισσόμενη μέχρι και καταπληξία)
- οξεία νεφρική βλάβη
- θρόμβωση
- καταστάσεις παραληρήματος
- χαλαρή παράλυση
- απάθεια
- σύγχυση
directions_car
Επίδραση στην οδήγηση
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Επίδραση στην οδήγηση
science
Έκδοχα
ΠΧΠ (SPC) §2 & §6.1
expand_more
Έκδοχα
biotech
Φαρμακολογία
Φαρμακοδυναμική & Φαρμακοκινητική
expand_more
Φαρμακολογία
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία
Διουρητικά υψηλής οροφής (διουρητικά της αγκύλης), σουλφοναμίδες, απλές. Κωδικός ATC: C03CA01.
Μηχανισμός δράσης
Η φουροσεμίδη {χημική ονομασία: 5-(αμινοσουλφονυλ)-4-χλωρο-2-[(2-φουρανυλμεθυλ) αμινο] βενζοϊκό οξύ; 4-χλωρο-Ν-φουρφουρυλ-5-σουλφαμυλ-ανθρανιλικό οξύ} είναι ένα διουρητικό της αγκύλης που δημιουργεί μια συγκριτικά ισχυρή και βραχείας διάρκειας διούρηση με ταχεία έναρξη. Η φουροσεμίδη παρεμποδίζει το σύστημα συν-μεταφοράς του Na+, K+ και 2Cl-, το οποίο είναι παρόν στην κυτταρική μεμβράνη του αυλού στο ευρύ ανιόν σκέλος της αγκύλης του Henle. Ως εκ τούτου η αποτελεσματικότητα της αλατοδιουρητικής δράσης της φουροσεμίδης εξαρτάται από τη συγκέντρωση της ουσίας που φθάνει στον αυλό του σωληνάριου μέσω της αντλίας οργανικών οξέων. Η διουρητική δράση επιτυγχάνεται με αναστολή της επαναπορρόφησης χλωριούχου νατρίου σε αυτό το τμήμα της αγκύλης του Henle. Ως επακόλουθο αυτού, η κλασματική αποβολή νατρίου μπορεί να φθάσει στο 35% της σπειραματικής διήθησης νατρίου. Τα δευτεροπαθή αποτελέσματα της αυξημένης αποβολής νατρίου είναι η αυξημένη απέκκριση ούρων (λόγω του ωσμωτικά δεσμευμένου ύδατος) και η αυξημένη απέκκριση καλίου από το αθροιστικό σωληνάριο. Επίσης αυξημένη είναι και η αποβολή ιόντων ασβεστίου και μαγνησίου. Η φουροσεμίδη διακόπτει το μηχανισμό παλίνδρομης αλληλορύθμισης του σπειράματος στο εγγύς εσπειραμένο σωληνάριο, με αποτέλεσμα να μην υπάρχει εξασθένηση της αλατοδιουρητικής δραστηριότητας. Η φουροσεμίδη προκαλεί δοσοεξαρτώμενη διέγερση του συστήματος ρενίνης-αγγειοτασίνης-αλδοστερόνης. Σε καρδιακή ανεπάρκεια, η φουροσεμίδη προκαλεί άμεση μείωση του προφορτίου της καρδιάς μέσω διαστολής των φλεβών. Αυτή η πρώιμη αγγειακή δράση φαίνεται ότι έχει σχέση με τις προσταγλανδίνες και προϋποθέτει επαρκή νεφρική λειτουργία με δραστηριοποίηση του συστήματος ρενίνης-αγγειοτασίνης και δεν επηρεάζεται η σύνθεση προσταγλανδινών. Επιπλέον η φουροσεμίδη λόγω της νατριουρητικής της δράσης ελαττώνει την αγγειακή αντιδραστικότητα στις κατεχολαμίνες, που εμφανίζεται αυξημένη στους υπερτασικούς ασθενείς. Το αντιυπερτασικό αποτέλεσμα της φουροσεμίδης αποδίδεται στην αυξημένη αποβολή νατρίου, στον ελαττωμένο όγκο αίματος και στη μειωμένη ανταπόκριση των λείων μυϊκών ινών των αγγείων στα αγγειοσυσταλτικά ερεθίσματα.
Φαρμακοδυναμικά χαρακτηριστικά
Η έναρξη της διούρησης μετά την ενδοφλέβια χορήγηση φουροσεμίδης επέρχεται εντός 15 λεπτών και μετά την από του στόματος χορήγηση εμφανίζεται εντός 1 ώρας. Σε υγιή άτομα που έλαβαν φουροσεμίδη (δόσεις μεταξύ 10-100 mg) εντοπίσθηκε δοσοεξαρτώμενη αύξηση στη διούρηση και νατριούρηση. Η διάρκεια δράσης είναι περίπου 3 ώρες μετά από ενδοφλέβια χορήγηση 20 mg φουροσεμίδης ενώ μετά από του στόματος χορήγηση 40 mg σε υγιή άτομα είναι 3-6 ώρες. Σε ασθενείς, η σχέση των ενδοσωληναριακών συγκεντρώσεων της αδέσμευτης (ελεύθερης) φουροσεμίδης (προσδιορίζεται χρησιμοποιώντας το ρυθμό απέκκρισης της φουροσεμίδης με τα ούρα) με το νατριουρητικό του αποτέλεσμα έχει τη μορφή καμπύλης τύπου S με ελάχιστο ρυθμό αποτελεσματικής απέκκρισης της φουροσεμίδης περίπου 10 mcg ανά λεπτό. Γι’ αυτό, η συνεχής έγχυση φουροσεμίδης είναι πιο αποτελεσματική από ό,τι οι επαναλαμβανόμενες ενέσεις εφόδου. Επιπλέον, πέρα από τη συγκεκριμένη δόση εφόδου του φαρμάκου, δεν υπάρχει σημαντική αύξηση στο αποτέλεσμα. Η δράση της φουροσεμίδης μειώνεται, εφόσον είναι μειωμένη η σωληναριακή απέκκριση ή η ενδοσωληναριακή δέσμευση του φαρμάκου με τη λευκωματίνη.
Η βιοδιαθεσιμότητα του φαρμάκου στους ασθενείς προσδιορίζεται από διάφορους παράγοντες συμπεριλαμβανομένων και των συνοδών νόσων και μπορεί να μειωθεί σε ποσοστό μικρότερο από 30% (π.χ. σε νεφρωσικό σύνδρομο). Ο όγκος κατανομής της φουροσεμίδης είναι 0,1-0,2 1/kg βάρους σώματος. Ο όγκος κατανομής μπορεί να είναι μεγαλύτερος σε σχέση με το συνοδό νόσημα. Η φουροσεμίδη συνδέεται εκτεταμένα με τις πρωτεΐνες του πλάσματος σε ποσοστό μεγαλύτερο από 98% και κυρίως με τη λευκωματίνη. Η φουροσεμίδη αποβάλλεται βασικά αναλλοίωτη, αρχικά μέσω απέκκρισης από το εγγύς σωληνάριο. Μετά από την ενδοφλέβια χορήγηση φουροσεμίδης ποσοστό 60-70% της δόσης εκκρίνεται με τον ίδιο τρόπο. Ο γλυκουρονικός μεταβολίτης της φουροσεμίδης ο οποίος ανιχνεύεται στα ούρα ανέρχεται σε ποσοστό περίπου 10-20%. Η εναπομείνασα δόση αποβάλλεται με τα κόπρανα, πιθανώς μετά από χολική έκκριση. Ο τελικός χρόνος ημίσειας ζωής της φουροσεμίδης μετά από ενδοφλέβια χορήγηση ανέρχεται περίπου σε 1-1,5 ώρα. Η φουροσεμίδη εκκρίνεται στο μητρικό γάλα. Η φουροσεμίδη διαπερνά τον πλακουντιακό φραγμό και μεταφέρεται αργά στο έμβρυο. Στο έμβρυο ή στο νεογνό ανευρίσκεται στις ίδιες συγκεντρώσεις όπως και στη μητέρα.
Νεφρική νόσος
Σε νεφρική ανεπάρκεια, η αποβολή της φουροσεμίδης επιβραδύνεται και ο χρόνος ημιζωής επιμηκύνεται. Ο τελικός χρόνος ημίσειας ζωής σε ασθενείς με βαριάς μορφής νεφρική ανεπάρκεια ανέρχεται μέχρι και 24 ώρες. Σε νεφρωσικό σύνδρομο οι μειωμένες συγκεντρώσεις πρωτεΐνης στο πλάσμα οδηγούν σε αυξημένες συγκεντρώσεις αδέσμευτης (ελεύθερης) φουροσεμίδης. Από την άλλη πλευρά, η δραστικότητα της φουροσεμίδης μειώνεται σε αυτούς τους ασθενείς λόγω δέσμευσης με την ενδοσωληναριακή λευκωματίνη και την ελαττωμένη σωληναριακή απέκκριση. Η φουροσεμίδη απομακρύνεται ελάχιστα μέσω αιμοδιύλισης, περιτοναϊκής διύλισης και CAPD (Continuous Ambulatory Peritoneal Dialysis).
Ηπατική ανεπάρκεια
Σε ηπατική ανεπάρκεια, ο χρόνος ημίσειας ζωής της φουροσεμίδης αυξάνεται σε ποσοστό 30-90%, βασικά λόγω του μεγαλύτερου όγκου κατανομής. Επιπλέον, σε αυτή την ομάδα ασθενών υπάρχει ευρεία παρέκκλιση σε όλες τις φαρμακοκινητικές παραμέτρους.
Συμφορητική καρδιακή ανεπάρκεια, βαριάς μορφής υπέρταση, ηλικιωμένοι
Η αποβολή της φουροσεμίδης επιβραδύνεται λόγω της μειωμένης νεφρικής λειτουργίας σε ασθενείς με συμφορητική καρδιακή ανεπάρκεια, βαριάς μορφής υπέρταση ή σε ηλικιωμένους.
Πρόωρα και πλήρους κυήσεως νεογνά
Η αποβολή της φουροσεμίδης είναι δυνατόν να επιβραδυνθεί σε εξάρτηση με την ωρίμανση των νεφρών. Ο μεταβολισμός του φαρμάκου μειώνεται επίσης στην περίπτωση που είναι μειωμένη η ικανότητα γλουκουρογένεσης του εμβρύου. Στα βρέφη, ο τελικός χρόνος ημίσειας ζωής είναι λιγότερο από 12 ώρες σε ηλικία μεγαλύτερη των 33 εβδομάδων μετά τη γονιμοποίηση. Σε βρέφη ηλικίας 2 μηνών και μεγαλύτερα, η τελική κάθαρση είναι η ίδια με αυτή των ενηλίκων.